ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Τρίτη, Μαΐου 24, 2016

Η Σαμαρείτισσα και οι ... "ψυχογκόμενες"



Εχτές με πήρε τηλέφωνο ένας συμπρεσβύτερος για να ζητήσει την γνώμη μου πάνω σε ένα θέμα πού είναι συνηθισμένο στην εποχή μας.

Πρόκειται για το θέμα της συμβίωσης χωρίς γαμο, για το οποίο μου είπε όλο παράπονο πώς κάποιοι πνευματικοί το αμνηστεύουν γιατί ο "έρωτας και η αγάπη δεν είναι αμαρτία" και επειδή "ο Χριστός δεν έψεξε την Σαμαρείτιδα,η οποία είχε πέντε άντρες" για το θέμα αυτό, αλλά συνομίλησε μαζί της. 

Αρχικά, δεν το πολυχωνεύω πώς υπάρχουν πνευματικοί πού λένε χύμα τέτοια πράγματα.Ίσως πολλές φορές οι εξομολογούμενοι στρογγυλεύουν κατά το πώς τους βολεύει αυτά πού ακούνε από τους πνευματικούς τους και τα χρησιμοποιούν ως αθωωτικά επιχειρήματα υπέρ τους, έναντι των εφημερίων τους.

Κι άλλωστε αν το δούμε από την άλλη όψη "τί μπορεί να ξέρει ένας παπάς της σειράς εκτός από το δυναστεύει και να τιμωρεί, ο πνευματικός πού μας χαϊδεύει τα αυτιά τα ξέρει όλα". 

Δεν είναι συνηθισμένο άραγε αυτό το φαινόμενο;Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλο μας.ΕΙΝΑΙ. Μας αρέσει να παίρνουμε συνταγές, είτε από τον πνευματικό μας, είτε στρογγυλεύοντας το νόημα των λόγων του.

Υπήρξαν εποχές πού όλοι πόρνευαν στα κρυφά και έβρισκαν έναν αποδιοπομπαίο τράγο να στοχοποιήσουν και να τον λιθοβολήσουν για την καλή ηθική τάξη. Παράδειγμα η μοιχαλίδα. Δεν λέω να βγούμε με τα δικράνια και τα φτυάρια και να αρχίζουμε να κόβουμε κεφαλές!Ολη αυτή η ηθικολογία λειτούργησε μάλλον αντίστροφα. Αλλά ο πνευματικός, ο ιερέας, ο αδελφός μας ο ίδιος πρέπει να έχει νουθεσία και ακράδαντη πίστη σε αυτό πού μας παρέδωσε ο Χριστός και να μην αρχίζει τις φιλοσοφίες και τις ανθρωπαρέσκειες. Εγώ δεν ξέρω κανέναν Χριστό πού να θέλει να βασανίζονται οι άνθρωποι. Αλλά επειδή το έθεσε έτσι το θέμα, οφείλουμε να το ακολουθούμε. ο πνευματικός είναι γιατρός. Πάει κάποιος στον γιατρό και αντί να του δωσει το φάρμακο, καν πικρό, του λέει πέσε με τα μούτρα στο φαί και πέθανε; ΔΕΝ ΝΟΜΙΖΩ!

Καταραμένη ανθρωπαρέσκεια! Καρκίνε και σαράκι της εκκλησιαστικής ζωής! Ναρκωτικό πού το αγαπάνε όλοι και εθίζονται σε αυτό με ηδονή! Διαστροφή της πνευματικότητας και θυρωρέ της κόλασης! Άμποτε να μην υπήρχες ανάμεσα στους ανθρώπους!

Η Σαμαρείτιδα ήταν όντως πόρνη πριν γνωρίσει τον Χριστό. Ηταν παιδι του κόσμου και της αρεσε να το γλεντάει.Επειδή όμως ήταν αγνή και δεκτική στην ψυχή- καλή ώρα όπως οι ληστές πού γράφαμε τις προάλλες- έγινε δεκτική του θείου μηνύματος και μεταμορφώθηκε σε ισαπόστολο και αγία.Ο Χριστός δεν αμνήστεψε την αμαρτία της, αλλά όμως παράλληλα της έδωσε το χέρι για να μην χαθεί. Χωρίς να την κολακέψει την έφερε σε θεογνωσία. Και αυτή ήταν ΤΑΠΕΙΝΗ και το δέχτηκε. 

Λοιπόν, η πορνεία παραμένει σε πολλούς από εμάς πού μπορεί να μην έχουμε πέντε άντρες ή πέντε γυναίκες, αλλά μας αρέσει να αποκτούμε οπαδούς-ψυχογκόμενες τους αποκάλεσε κάποτε κάποιος πολύ προσφυώς- και να μην μας ενδιαφέρει η σωτηρία τους, αλλά η καλή τους προσκόλληση στο άτομο μας και ο έλεγχος τους.Μάλιστα, από πνευματικοί πατέρες, γίνονται δυνάστες και πολλές φορές και προαγωγοί!

Κάθε φορά πού θα ακούσω κάποιον να το παίχει "προχώ" για την αγάπη του κόσμου βλέπω την πορνεία να παίζει στα μάτια του. Είμαι ηθικολόγος; Πετροβολείστε με.

Αλλά ας τα πεί τουλάχιστον κάποιος όλα αυτά.

Πέμπτη, Μαΐου 19, 2016

Κάτι από τους ληστές του Κόντογλου...

Από το ΠΩΣ ΠΕΘΑΝΕ Ο ΛΗΣΤΗΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΦΟΒΟΣ του Κόντογλου:


...Ο δεσμοφύλακας, δίχως να δώσει σημασία σ΄ αυτές τις φασαρίες, ορδινάρισε να ξεκινήσουν.
Σε λίγο φάνηκε κ΄ ένας παπάς και κόλλησε δίπλα στον Ιγνάτιο, για να τον ξαγορέψει στις τελευταίες στιγμές του. Κράταγε ένα χρυσό σταυρό κ΄ έλεγε, έλεγε:
«Τέκνον μου, είσαι ευτυχισμένος άνθρωπος, επειδή, χάρη στη συχώρεση που θα σου δώσω, είναι σίγουρο πως θα δειπνήσεις μέσα στην αγκαλιά του Αβραάμ!»
«Ευχαριστώ, γέροντα», του είπε γλυκά-γλυκά ο Ιγνάτιος. «Εγώ όμως δεν είμαι εγωιστής· και, επειδή, μαθές, είσαι έτσι σίγουρος για την καλή τύχη που με προσμένει, πάρε τη θέση μου… Και, να σου πω κιόλας; Σου τη δίνω με την καρδιά μου!»
«Μα αυτό δε γίνεται, παιδί μου! Μάχαιραν έδωσες, μάχαιραν θα λάβεις! Έτσι λέει το Βαγγέλιο και αυτό ζητάει η κοινωνία!»
«Η κοινωνία δεν ξέρει τι της γίνεται, είναι κουτή!»
«Είναι δίκαια!»
«Είναι για το διάολο!»
«Κάνει σωστά!»
«Είναι παλαβή, σου λέω!»
«Δίνει το καλό παράδειγμα!»
«Δεν ξέρει τι Θεό λατρεύει!» φώναξε θυμωμένος ο Ιγνάτιος. «Επειδή, αποκρίσου μου, παρακαλώ. Ένας άνθρωπος κλέβει ένα άλογο. Τι είναι;»
«Κλέφτης!»
«Καλά!. Έρχεται ένας άλλος και το κλέβει κι αυτουνού. Τι είναι αυτός ο άλλος;»
«Κλέφτης κι αυτός!»
«Περίφημα, παπούλη μου! Σύμφωνος! Τώρα, λοιπόν, πώς τον λέτε κείνον που σκότωσε;»
«Φονιά!»
«Ακόμα πιο λαμπρά! Και κείνους που σκοτώνουν αυτόν τον φονιά, πώς του λέτε, αι, παπαδάκι μου;»
Ο παπάς κοκκάλωσε. Έκανε πως έπεσε σε βαθειά συλλογή, κ΄ είπε:
«Στ΄ αλήθεια, δεν ξέρω τι μου ήρτε και χάνω τον καιρό μου μαζί σου. Καταδικάστηκες δίκια. Αυτό φτάνει. Είμαι βέβαιος πως είναι με τη γνώμη μου κι ο άγιος Αυγουστίνος που ΄χω στη βιβλιοθήκη μου!»
«Τι έχει να κάνει; Κι ο άγιος Αυγουστίνος ατός του ήθελε χάσει τα λόγια του, αν μου ΄λεγε πως είναι δίκιο να με σκοτώσουνε…»
Στο μεταξύ σίμωσαν στο μέρος που έπρεπε. Ο παπάς κι ο ληστής περπάταγαν δίχως μιλιά. Άξαφνα ο Ιγνάτιος έστρεψε κι είπε του παπά:
«Σε παρακαλώ να με συμπαθήσεις, γέροντα, για τις ανοησίες μου… Φαίνεται πως είχα άδικο… Είμαι ένας αγράμματος σκύλος, ένα σκουπίδι….»

 Γράφει στους "Μπουκανιέρους" του ο κυρ Φώτης , για κάτι κακούργους πειρατές και κουρσάρους , πού ζούσαν μεσα στις κλεψιές και τα αίματα: "Δεν ήταν κακοί άνθρωποι, μα κατατρεγμένοι και κακομαθημένοι". Αυτό είναι το μεγαλείο της ορθόδοξης ρωμαίικης καρδιάς βρε παιδάκι μου. Ούτε ιερά εξέταση, ούτε απόσπασμα και στον τοίχο, ούτε καν δαχτυλοδείξιμο. Σε αυτούς τους αθλίους της ζωής δεν καταλόγισε φυσική κακότητα, αλλά κακοπέραση και κακοσυνήθεια. Χωρίς να αμνηστεύει την πράξη σε κάνει και βλέπεις μέσα στην μαυρίλα του κόσμου, κρυφό το όποιο χρυσάφι. Τα ίδια γράφει και για κάποιους ορεινούς ληστές του παλιού καιρού, πού ζούσαν στην παρανομία, αλλά είχαν καρδιά μικρού παιδιού. Τέτοιος ο ληστής του σταυρού, τέτοιος ο ληστής πού διάβαζε τους Χαιρετισμούς και η ιστορία του γράφτηκε στο "Αμαρτωλών Σωτηρία", τέτοιος και ο αβάς Μωσής ο Αιθίοπας, πού από λήσταρχος έγινε άγγελος. Το "ειχαν" όλοι αυτοί από τα πρότερα.Απεταξάμεθα την δικανικού τυπου ηθικολογία. Αυτή πού βρίσκεται σε ενάρετους του βίου, με ψυχές πιό σάπιες από τον Άδη. Απο αυτή πού θέλει το σκληρό φάρμακο της κακοπέρασης για να γίνει ανθρωπιά και μετά , πολύ μετα Χριστός...

Κυριακή, Μαΐου 15, 2016

κάτι ψυχές απλοϊκές...




Κάθε χρονιά των μυροφόρων , η σκέψη πάει στις απλές και πολλές φορές και απλοϊκές εκείνες ψυχές, πού θα περάσουν από τον ναό ή κάποιο παρεκκλήσι και θα ακουμπήσουν με αγάπη και διακριτικότητα, ένα κεράκι, ένα λουλούδι, λίγα σπειριά λιβάνι σε κάποιο εικόνισμα του Χριστού ή της Παναγίας. 

Και βαθιά βαθιά τους δεν γνωρίζουν τίποτα από το ότι ο Θεός δεν έχει ανάγκη τίποτα από αυτά, αλλά τούτο είναι το μεγαλείο της αγάπης τους, η προσφορά τους η καρδιακή πού Τον βλέπουν σαν πρόσωπο υπερβατικό και συνάμα αγαπημένο και κοντινό πού δέχεται την λατρεία τους απλώνοντας την παλάμηΤου την θεϊκή και δεχόμενος τα δώρα τους.

Είναι η προσευχή τους και η ευγνωμοσύνη τους, πολλές φορές το αίτημα τους, πού παίρνει μορφή και ύλη σε κάτι τόσο ταπεινό και ευτελές, πού μεταμορφώνεται σε αρχοντικότατη προσφορά. Και αυτο το μικρό είναι τα δώρα των μάγων, το αλάβαστρο της πόρνης, τα μύρα των γυναικών πρωΐ της μιάς των σαββάτων και το θυμίαμα των αγγέλων. 

Τέτοια αγάπη! Ελάχιστη για τον κόσμο, πού δεν αντισταθμίζεται όμως με χιλιάδες διακηρύξεις πίστης και τα μεγάλα λόγια των σπουδαίων της κάθε εκκλησιαστικής κοινότητας.

Σάββατο, Μαΐου 14, 2016

Η αγάπη των μυροφόρων και τα αιτήματα τα δικά μας




Οι μυροφόρες δεν πίστευαν στην ανάσταση. Δεν ήξεραν περί αναστάσεως. Δεν παρακάθισαν στον δείπνο με τον Χριστό, δεν έλαβαν εξουσία δεσμείν και λύειν, δεν άκουσαν ότι είναι οι πέτρες πάνω στις οποίες οικοδομείται η εκκλησία. Οι μυροφόρες δεν έλαβαν υπόσχεση για πρωτοκαθεδρίες, ούτε αποκαλύφτηκαν σε αυτές οι απόκρυφες αλήθειες πού άκουσαν οι τρείς κορυφαίοι, οι έντεκα και οι δώδεκα. Δεν είχαν να κερδίσουν τίποτα από τον νεκρό ηττημένο και συκοφαντημένο δάσκαλο τους. Το μόνο πού τους τραβούσε ήταν η αγνή ανυστερόβουλη αγάπη και λατρεία προς το αγαπημένο πρόσωπο. Η γυναίκα πού μπορεί να εκδηλώσει τα πιό σκληρά αισθήματα όταν προσβληθεί, μπορεί αντίστοιχα να εκφράσει την πιό βαθιά αφοσίωση όταν αγαπήσει και αγαπηθεί. Επειδή οι μυροφόρες δεν περίμεναν τίποτα, αλλά κινήθηκαν μόνο από αγνή αγάπη, έλαβαν τα πάντα! Πρώτες έμαθαν την Ανάσταση, πρώτες είδαν τον Κύριο, πρώτες άκουσαν το Χαίρετε πού ανοίγει στις καρδιές την χαρά της καινής ζωής. Ας βρούμε αυτή την ανυστερόβουλη στοργή και λατρεία πρός τον Χριστό. Να ζηλώσουμε να μας δοθούν τα χαρίσματα τα κρείττονα. Σήμερα όσοι πλησιάζουμε Χριστό και Εκκλησία, απλώς ζητάμε να καρπωθούμε κάτι. Και καλώς αν αυτό εστιάζεται σε κάποια διδασκαλία ή σε κάποιο χάρισμα. Τί γίνεται όμως όταν ζητάμε την δόξα των ανθρώπων και ακόμα ποταπότερα να μας λύσει τα προβλήματα επιβίωσης μας;

Παρασκευή, Μαΐου 13, 2016

Σχόλια στην Κυριακή των Μυροφόρων


Ξεχωρίζω μια ωραία ερμηνεία στο ευαγγέλιο του Μάρκου.Ο Μάρκος μας λέει πώς οι μυροφόρες επισκέφτηκαν τον Τάφο, "ανατείλαντος του ηλίου". Έτσι είναι ο μόνος πού διαφέρει κάπως από τον Ματθαίο και τον Λουκά , πού μας λένε για επίσκεψη αξήμερωτα στον τάφο. Αλλά οι Πατέρες έρχονται και μας λένε: Ποιού ηλίου; Του νοητού ηλίου της δικαιοσύνης, του Χριστού! Όταν ανέτειλε από τον τάφο, τότε ήρθαν οι μυροφόρες. 

Υπάρχει βέβαια και η αρχαιότατη παράδοση της Εκκλησίας πού μνημονεύει τρεις ή τέσσερις διαφορετικές επισκέψεις γυναικών και αποστόλων στο μνημείο. Κάθε ευαγγελιστής διασώζει από μία. Ο δε Ιερώνυμος σχολιάζει και λέει πώς οι Μυροφόρες γυναίκες δεν έπαψαν όλη την νύχτα να επισκέπτονται το μνημείο, από ανησυχία, για να μην συλήσουν οι εχθροί του Χριστού, τον Τάφο του διδασκάλου τους. Εκεί είχαν και τις διάφορες οπτασίες. Και την νύχτα την βαθιά , ενώ δεν είχε χαράξει, ο Ματθαίος μας λέει για σεισμό και αποκύλιση του λίθου και κατάβαση Αγγέλου και νέκρωση των φρουρών. Και αυτόπτες μάρτυρες ήταν η Θεοτόκος και η Μαγγδαληνή, έναντι του τάφου. Η Θεοτόκος πρώτη άκουσε το ευαγγέλιο της ανάστασης από τον άγγελο και επιστρέφοντας στην Ιερουσαλήμ, συνάντησε με τις συνοδούς της τον Κύριο, πού τους είπε το Χαίρετε. Ο δε Λουκάς μνημονεύει μεγάλη συνοδεία μυροφόρων, πού ξεκίνησαν με βοηθούς μαζί τους να πάνε στον τάφο όρθρου βαθέως και εκεί είδαν δύο αγγέλους, πού τις επιτήμησαν γιατί έψαχναν τον ζωντανό ανάμεσα στους νεκρούς και δεν πίστεψαν στην Γραφή. Και οι μυροφόρες γίνονται ευαγγελίστριες στους μαθητές. Τότε ο Πέτρος τρέχει στο μνημείο και βλέπει τα εντάφια ενδύματα μόνα. Με το Λουκά συμφωνεί και ο Ιωάννης, ο οποίος κάνει τον ευαγγελισμό των Μυροφόρων πιό προσωπικό και εστιάζει στην εμπειρία της Μαγδαληνής.Πρωΐ λοιπόν πήγε στον τάφο και τον είδε κενό και έτρεξε στον Πέτρο και τον Ιωάννη και ήρθαν στον τάφο και είδαν και επίστευσαν. Και εκείνη έμεινε εκεί όπου είχε οπτασία δύο αγγέλων και του ιδίου του Αναστημένου Χριστού. Ο Ιωάννης άλλωστε προτιμά την προσωπική αποκάλυψη του Αναστημένου σε συγκεκριμένα πρόσωπα: στην Μαγδαληνή, στον Θωμά και τον Πέτρο και δεν είναι παράδοξο πού εστιάζει στην Μαρία.Ο Μαρκος συμφωνεί με αυτόν, αφού λέει πώς η πρώτη πρωϊνή εμφάνιση έγινε στην Μαγδαληνή και έπειτα παραθέτει έναν κατάλογο εμφανίσεων. Επίσης ο Μάρκος αναφέρεται σε επίσκεψη των μυροφόρων, αφού έχει ξημερώσει, στην αγωνία τους ποιός θα αποκυλίσει τον λίθο και στον ευαγγελισμό τους από έναν άγγελο εντός του μνημείου.

Είναι ευδιάκριτο πώς πρόκειται για διαφορετικές πορείες των Μυροφόρών. Αλλάζει ο χρόνος, ο αριθμός των αγγέλων, η τοποθέτηση τους εντός και εκτός του μνημείου, μόνο τα ευαγγέλια, δηλαδή η αναγγελία της Ανάστασης παραμένει ίδια στις εκφράσεις και έχει να κάνει με την αρχαία πίστη της Εκκλησίας και τις πηγές της. Και είναι μία η αναγγελία της Ανάστασης, γιατί είναι κοινή η χαρμόσυνη είδηση. Ο Λουκάς διαφέρει ολίγον τί, αλλά και αυτός όχι και τόσο από τους άλλους. 

Τέλος, υπάρχει και η συνθετική ερμηνεία πού μιλάει για μία και μόνη επίσκεψη των Μυροφόρων, για αξιοποίηση παραδόσεων πού έχει ο κάθε ευαγγελιστής και για διαφορές όχι στην ουσία, αλλά στα σημεία, πού εξυπηρετούν την θεολογία και οικονομία των ευαγγελίων τους. Το μόνο σίγουρο είναι πώς η Ανάσταση πρώτον αποκαλύφθηκε στην Γυναίκα. Γιατί η Γυναίκα αγάπησε και δεν έδειξε φόβο πρώτον και δεύτερον επειδή αυτή άκουσε πώς με πόνο θα γεννάει και πώς εξ αιτίας της πτώσης της εισήλθε ο Θάνατος στους ανθρώπους και πώς από τον απόγονο της θα προέλθει ο Νικητής του δράκοντα του αρχαίου, άξιζε πρώτη να ακούσει και τα ευαγγέλια της Ανάστασης και την αναγγελία της σωτηρίας.

 Oι ραββίνοι και οι αρχιερείς του Ισραήλ, γέρασαν πάνω στην ανάγνωση και ερμηνεία του Νόμου και θεωρούνταν σπουδαίοι στον Ισραήλ και κάτοχοι της γνώσης. Μερικοί, από αυτούς, οι σαδδουκαίοι, έφτασαν από τα πολλά γράμματα και την αλαζονεία τους να μην πιστεύουν σε ανάσταση νεκρών και ύπαρξη πνευμάτων. Διάβαζαν τον Ησαΐα, τον Σοφονία, τον Ιωνά, τον Δανιήλ, τους Ψαλμούς, την Πεντάτευχο και τους άλλους προφήτες και δεν εννόησαν ποτέ πώς ο Μεσσίας θα ανασταίνοταν από τον Τάφο την τρίτη ημέρα. Διάβαζαν αλλά δεν εννοούσαν. Ερμήνευαν και πίστευαν πώς ουσία του νόμου ήταν να τρώς με καθαρά πιάτα και με καθαρά χέρια ή να κάνεις προσφορές στο θησαυροφυλάκιο του Ναού. Και από την πολλή σοφία τους, παρέδωσαν τον Αδελφό τους στους ανόμους για να Τον σταυρώσουν, ξεχνώντας πώς από τον Νόμο τους είναι καταραμένος όποιος κρεμάται επί ξύλου και παραδεχόμενοι πώς βασιλιάς τους δεν είναι ο Κύριος Σαβαώθ , αλλά ο Καίσαρας! 

Και ενώ ο Χριστός τους συγχώρησε πάνω στον Σταυρό, ενώ είδαν τα σημεία και αργότερα και τα σημεία των Αποστόλων,ενώ οι απόστολοι τους εξέθεσαν πώς έχουν τα πράγματα περί Μεσσία, βασιζόμενοι στις Γραφές, αυτοί άκουγαν ανάσταση νεκρών και δαιμονίζοταν και ήθελαν και την απώλεια των αποστόλων, για να σιγήσει η φωνή τους και να μην ελέγχει την εξουσία και την σοφία τους, ένα τέτοιο κήρυγμα.

Και ο μεν λαός, όσοι δεν έγιναν χριστιανοί , υπολήπτονταν τους μαθητές. Οι δε αρχιερείς και οι διδάσκαλοι του Νόμου τους εδίωξαν, και τους φυλάκισαν και τους σκότωσαν και συμμάχησαν με τους βασιλείς και τους Ρωμαίους για τον θάνατο και τον διωγμό τους. 

Γι αυτό και ο Χριστός εξουθενώνοντας την σοφία και την γνώση των σοφών του κόσμου και καταργώντας αυτούς πού είχαν δύναμη και εξουσία, διάλεξε τις αγράμματες και αδύναμες γυναίκες της Γαλιλαίας των Εθνών, τα μωρά και τα μη όντα πού λέει ο Παύλος, για να τους αποκαλύψει την Ανάσταση. Και δεν εμφανίστηκε στον Ναό ή στο συνέδριο, αναστημένος, αλλά ενώπιον των απλών ψαράδων και πάνω από πεντακόσιους αδελφούς στην περιοχή των ειδωλολατρών. Και μας λένε οι Πατέρες στην Γαλιλαία τους προάγει και όχι στα Ιεροσόλυμα, αλλά εκεί πού ζούσαν τα έθνη, για να αναδείξει οικουμενικό το κήρυγμα της Ανάστασης. 

Και ο μεν λαός ο απειθής των Γραμματέων και των Φαρισαίων πού πρόδωσε τον Θεό των Πατέρων του και σκότωσε τον Μεσσία , εγκαταλείφθηκε έρημος. Και οι Ρωμαίοι ισοπέδωσαν την Ιερουσαλήμ και την Ιουδαία και διεσπάρησαν οι εβραίοι στα έθνη, σε αυτούς πού σιχαίνοταν και τους θεωρούσαν ακάθαρτους και ταπεινώθηκαν, επειδή δεν αναγνώρισαν την επίσκεψη του Θεού των προφητών ανάμεσα τους!Και όχι μόνο δεν Τον αναγνώρισαν αλλά και τον παρέδωσαν σε ατιμωτικό θάνατο.

Κυριακή, Μαΐου 08, 2016

Για την γιορτή των μαμάδων




Ένας εναλλακτικός πρόλογος για την ανάρτηση μας, πού δένει εκκλησιαστική εορτολογία και παγκοσμιοποίηση εορτών:
Τί ωραία πού γράφουνε οι συναξαριστές και οι πατέρες. Δεν ξεφεύγει η πένα τους από την Ποίηση, έστω και αν γράφουν βιογραφικά στοιχεία. Γράφει στο Συναξάρι του Θεολόγου: Εχρημάτισε γιος τριών μανάδων. Της Σαλώμης του Ζεβεδαίου πού τον γέννησε, της Βροντής όπως του είπε ο Χριστός και της Παναγίας Μαρίας της οποίας την φροντίδα του ανέθεσε! Ωραία πράγματα. Ολη η Εκκλησία μια οικογένεια, συγγενείς με τον Χριστό. Τα γράφουν για ανθρώπους πού το νιώθουν. Αμποτε να μείνουμε ...."νιωσμένοι" αεί.


Ε, ας γράψω τώρα και γω κατιτίς για την γιορτή της Μητέρας, μην είμαι ασυγχρόνιστος.

Σε κάθε αναφορά για την ημέρα της Μητέρας γίνεται παραπομπή στην "ορθόδοξη μέρα της μητέρας" πού είναι η υπαπαντή. Η Εκκλησία μας δεν χρειάζεται παγκόσμιες ημέρες και αφιερώματα,ούτε και να ακολουθεί τον κόσμο σε έκφραση. Η Υπαπαντή είναι η Υπαπαντή. Δεν χρειάζεται εκσυγχρονισμούς και επιχρωματώσεις. Τα μηνύματα των εορτών μας, είναι πάντα επίκαιρα γιατί αφορούν σε μυστήρια της θείας οικονομίας και σε θεμελιώδη ερωτήματα του ανθρώπου.Εχει δική της εορτολογία, δικό της τρόπο, δικό της ήθος η Εκκλησία. Θεσπίσαμε και τον Ακύλα και την Πρίσκιλλα σαν μέρα των ερωτευμένων. Γιατί; Επειδή, σαν παπάς .... "σας πάω"! Ε λοιπόν ας εορτάζουμε και του αγίου Αντύπα την μέρα της οδοντόβουρτσας και για την Ημέρα της Μπριτζόλας( 14 Μαρτίου) ας διαλέξουμε την μνήμη του αγίου Βουκόλου, πού το όνομα του θυμίζει βοδινό.Δεν τα χρειαζόμαστε αυτά! Όποιος θέλει να γιορτάζει την Μέρα της Μαμάς σήμερα, ας το κάνει. Κακό δεν είναι. Είναι και μια ευκαιρία να ακούνε και ένα ευχαριστώ και αυτές οι καημένες. Αλλά μην ψάχνουμε εκκλησιαστικά αντίστοιχα και να μην μπερδεύουμε τα λάχανα με τα φρούτα.

 Είναι φυσικό να υπάρχει ημέρα της Μητέρας στον πολιτισμό μας τον δυτικό.Οι άνθρωποι της κουλτούρας και των ημερών μας ξεχνάνε να αγαπάνε. Παρκάρουν τους γονείς σε διαμερίσματα και γηροκομεία και ανεξαρτητοποιούνται από τα δεκαπέντε. Δεν εχουν τους δεσμούς τους ελληνικούς ή του ευρωπαϊκού Νότου.Έτσι λοιπόν όπως προγραμματίζουν την ετήσια επίσκεψη στον οδοντογιατρό ή το εξάμηνο σέρβις αυτοκινήτου, έχουν και τις γιορτές της Μάνας, του Πατέρα και άλλα οικογενειακά, για να θυμούνται και λίγο την οικογένεια και τα πρόσωπα της. Και μάλιστα με θρησκευτική σχεδόν προσήλωση τιμούν αυτές τις μέρες. Δεν έχει σημασία αν τις υπόλοιπες 364 μέρες είναι παραδομένοι στους ρυθμούς και αριθμούς της ζωής τους. Οι επέτειοι απαράβατοι και ιερές!Γιατί να θυμάσαι την μαμά σου τον Γενάρη και τον Απρίλη, όταν υπάρχει ο Μάης; Γιατί να δείχνεις ευγνωμοσύνη κάθε μέρα στον Θεό, όταν υπάρχει το thanksgiving τον Νοέμβρη; Γιατί να είσαι ελεήμων αφού προτείνεται το τελευταίο δεκαήμερο του Δεκέμβρη γι αυτό; Δεν αστειεύομαι καθόλου. Η κουλτούρα μας βασίζεται σε εθιμικούς υπολογισμούς πού γίνονται θέσφατα. Ε και εμας τους ορθοδόξους ας μην μας πάρει η κοινή μπάλα πού θυμόμαστε την Κοινωνία την Μεγάλη Πέμπτη και την ελεημοσύνη παραμονή των Χριστουγέννων.Μουτάτις μουτάντι έχουμε και εμείς τα δικά μας στεγανά πλαίσια.

Σάββατο, Μαΐου 07, 2016

Τώρα πού πέρασε το πάσχα



Τωρα πού πέρασε το Πάσχα κάθομαι και ασχολούμαι με τα αιώνια ερωτήματα της μεγαλοβδομάδας. Πρώτα η υποκρίσια. Λοιδωρούν τον Χριστό επειδή θεράπευε το Σάββατο και τον σταυρώνουν, δηλαδή χύνουν αίμα αθώου την παραμονή του σαββάτου, πού ήταν ταυτόχρονα και παραμονή του πάσχα τους. Μετά, ενώ προδίδουν έναν ομοεθνή τους, έναν γιο του Ισραήλ στον Πιλάτο, δεν μπαίνουν στο πραιτώριο ίνα μη μιανθώσιν αλλ ίνα φάγωσι το πάσχα και απαιτούν να αποκαθηλωθούν έγκαιρα τα σώματα "των κατηραμένων επικεκρεμάμενων επί ξύλου" για να μην βεβηλωθεί η ημέρα. Και εκείνη την ώρα αυτών των απαιτήσεων τα χέρια τους είναι βαμμένα με αίμα.Θεωρούν τον εαυτό τους περιούσιο λαό, κάνουν επαναστάσεις για να φύγουν τα βδελύγματα από ανάμεσα τους και μετα λένε στον Πιλάτο: δεν έχουμε βασιλιά παρά μόνον τον Καίσαρα και του δίνουν έτσι την ευκαιρία να σταυρώσει έναν αθώο άνθρωπο. Δευτερον είναι η αρνηση.Όλοι μας λέμε πώς θα αρνούμασταν τον Χριστό θα τον προδίδαμε κλπ. Και ως κάποιο βαθμό έχουμε δικιο να το λέμε. Είναι δύσκολο για έναν άνθρωπο θρησκευόμενο να δεχτεί για Μεσσία έναν τριαντάχρονο νεαρό πού εισοδεύει με ένα γαϊδούρι και τα βάζει ανοιχτά με τους τύπους και τις λατρείες των πατέρων τους. Και μετά τον βλέπουν και περιφρονημένο. Δεν έχουν όλοι όι άνθρωποι καθαρή καρδιά και φωτισμένο δεκτικό νου για να καταλάβουν τα θαύματα και τις προφητείες. Ας πούμε λοιπόν πώς η θρησκευτική και εθνική τους παιδεία, αλλά και ο φόβος οδήγησαν στην απόρριψη του Χριστού. Πώς δικαιολογείται όμως να εμπαίζουν έναν άνθρωπο εξουθενωμένο, σταυρωμένο, εγκαταλειμμένο από φίλους και εχθρούς, γυμνό , ετοιμοθάνατο και δεν του αναγνωρίζουν ούτε αξιοπρέπεια στον θάνατο; Αυτό είναι κτηνώδες και δεν συγχωρείται. Αν λοιπόν εμείς Τον απορρίπταμε, ε τουλάχιστον δεν θα εμπαίζαμε τον πόνο Του.Δεν θέλω να το πιστεύω κάτι τέτοιο.

Παρασκευή, Μαΐου 06, 2016

KYΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ


Η ανάσταση του Χριστού αποτελεί μαζί με την εξουθενωτική σταύρωση Του και τον θάνατο Του μετ'ανόμων, το μεγαλύτερο σκάνδαλο της ανθρώπινης ιστορίας.Η εικόνα του εξουθενωμένου Θεού πού κατέβηκε στον τάφο- και τάφο δωρισμένο - και στον άδη μαζί με τους απ'αιώνος δεσμίους , συμπεριλαμβανομένων και των κολασμένων της γης , αποτελεί σκάνδαλο για την παγκόσμια θεολογία των υπερηρώων και των ημιθέων, των παντοδυνάμων και αθανάτων και μωρία κατά τον απόστολο Παύλο για όσους νόες θεωρούνται εξελιγμένοι και πνευματέμφοροι. Ακόμα και όταν ο Κύριος ξεπροβάλλει από τον τάφο νικητής και λαβαροφόρος, κατά τις δυτικές αναπαραστάσεις, οι φιλόσοφοι του αιώνος τούτου, προσκρούουν στην λογική και στο πέρας της, στο μέγα ζητούμενον και συσκεπτόμενον: στην νικη του εσχάτου εχθρού , πού είναι ο θάνατος και μάλιστα αυτός ο φόβος του θανάτου. Γιατί αυτή είναι η τυρρανία και ο φόβος και το μικρόβιο πού κατατρώει την παγκόσμια σκέψη και τις δημιουργεί φορτία δυβάσταχτα και δυσερμήνευτα κενά. Ο κάθε άνθρωπος,σκεπτόμενος ή μη γεννιέται με την κατάρα αυτού του φόβου. Της αγωνίας ενός ταξιδιού πού λέγεται ζωή και πού καταλήγει σε μια άβυσσο δυσπρόσιτη και τρομαχτική:την σιγουριά του θανάτου. Οι φιλόσοφοι πού επιχείρησαν να φτάσουν στην υπέρβαση ή την κατανόηση αυτού του φόβου τρελάθηκαν ή απελπίστηκαν και συμφιλιώθηκαν με την κατάρα του θανάτου, διά της αυτιχειρίας, χωρίς να τον νικήσουν.

Από αυτόν τον φόβο δεν εξαιρέθηκε ούτε ο έμπιστος μαθητής, αυτός πού ήταν στον κύκλο των δώδεκα, αυτός πού έγινε αυτήκοος και αυτόπτης και μύστης σημείων και θαυμάτων, ακόμα και νεκραναστάσεων:ο Θωμάς της σημερινής περικοπής. Ο Θωμάς έζησε , διά τον φόβο των Ιουδαίων , μακρόθεν το θείο δράμα και σίγουρα είδε τον θάνατο πάνω στον σταυρό, ψηλάφησε την πλευρά την λογχευμένη, είδε την ταφή και το τέλος, όπως νόμιζε. Είδε το σκότος να κυριαρχεί προς στιγμήν παντοδύναμο, να καταπίνει τον ήλιο της δικαιοσύνης, είδε τα μεσσιανικά όνειρα να δύουν και να χάνονται μέσα σε έναν χαρισμένο τάφο. Και τάφος σημαίνει τέλος. Πέραν από τον τάφο δεν νίκησε κανείς.Οι δυνάμεις του σκότους νίκησαν, η φυσική ροή επιβλήθη, οι ιουδαϊκές αρχές κατέπνιξαν το ευαγγέλιο, οι μαθητές διώκονται, οι θύρες κλείονται, η φωνή της αγάπης εσίγησε. Άρα η απελπισία πάντα νικά. Άρα ο θάνατος κυριεύει. Μην βρίσκοντας κουράγιο να θρηνήσει καν τον διδάσκαλο του, απομακρύνεται και έτσι την στιγμή της ανάστασης, την στιγμή της υπέρβασης του λογικού, της μεγάλης ανατροπής και νίκης απουσιάζει, νικάται από τον φόβο και την απελπισία και χάνει την στιγμή πού ο Αναστημένος Χριστός παρουσιάζεται στους Δέκα και δίνει την Ειρήνη. Ειρήνη πνευματική αλλά και Ειρήνη καθησυχαστική, ότι όντως Χριστός Ανέστη, ότι όντως κατανικήθηκε ο θάνατος και ευτελίστηκε μια για πάντα η σιγουριά του. Γι αυτό και καταφεύγει σαν κάθε κοινός και αδύναμος άνθρωπος στην ασφάλεια του ρεαλισμού και της εμπειρίας: Αν δεν ψηλαφήσω δεν πιστεύω! Και ιδού μεθ' ημέρας οκτώ παρουσιάζεται Αναστημένη η Ειρήνη και πάλι και καθησυχάζει τον φόβο και την απελπισία. "Έλα και ψηλάφησε" και " μακάριοι αυτοί πού πιστεύουν χωρίς να δούν" . Για αυτό και η ομολογία. Ομολογία Χαράς και Υπέρβασης: Ο Κυριος μου και ο θεός μου! Είναι Κύριος ο νικητής του θανάτου, ο καθαιρέτης του φόβου και Θεός αυτός πού κατόρθωσε το ακατόρθωτο, άξιος να προσκυνείται και να δοξολογείται. Είναι ο ελευθερωτής όχι από τον φόβο και την σιγουριά του θανάτου, αλλα και από αυτόν τον θάνατο.

Η ορθόδοξη πίστη λοιπόν, πού έχει στο κέντρο την Ανάσταση, την απόλυτη απελευθέρωση από την δυναστεία του θανάτου, είναι αποκάλυψη εμπειρική. Είναι συνάντηση με τον Αναστημένο πού παρέχει την ειρήνη και προσκαλεί σε εμπειρική σχέση και σε ψηλάφηση και ονομάζει μακάριους δηλ. άγιους αυτούς που είναι σίγουροι από την πίστη, προτού δούν και ψηλαφήσουν. Ο Χριστός δεν είναι απρόσιτος μετά την ανάσταση, δεν είναι αναπαυμένος σε θρίαμβο πανθεϊκό και υψηλά στον ουρανό, καταδυναστεύοντας την αιχμαλωσία. Γιατί αιχμάλωτος είναι αυτός ο ίδιος ο θάνατος και ο Χριστός για λογαριασμό του καθένα μας προσκαλεί να συνεορτάσουμε Αυτόν, πάσχα αιώνιον και να συμπατήσουμε τον θάνατο μαζί Του. Μας συναντά στο υπερώο, τουτέστιν στην Εκκλησία, πού είναι ο τόπος της ειρήνης, δηλαδή της συμφιλίωσης, του καθησυχασμού, της αποκάλυψης της βασιλείας Του, όπου έσχατος εχθρός κατηργήθη ο αρχαίος τύρρανος, ο θάνατος και ο φόβος του θανάτου. Σε αυτή την μυστηριακή σχέση , σε αυτό το συμφιλιωτικό πεδίο της Εκκλησίας και δη της μυστηριακής ζωής και του ορθόδοξου Ησυχασμού, ο Αναστάς είναι παρών και ψηλαφητός. Εκεί αίρονται τα κλείθρα κάθε απιστίας και έαρ μυρίζει, έαρ ζωοποιόν και πάσχα αιώνιον.Ας μετάσχουμε της εμπειρίας, συναναστημένοι με τον Χριστό.Η τελευταία πλάκα, το τελευταίο εμπόδιο πού κρατούσε δέσμια την ανθρώπινη φύση ήρθη και κατετροπώθη. Ας μετάσχουμε λοιπόν στην νίκη του Θεανθρώπο, στην εκδίκηση Του για το ανθρώπινο γένος όλων των εποχών, αγαλλομένω ποδί πάσχα κροτούντες αιώνιον.

Τρίτη, Μαΐου 03, 2016

Ειδύλλιον Πρωτομαγιάς.

Στην σημερινή ξηρασία της κυνικής πορνογραφίας, του ευτελισμού του προσώπου και της σπανιότητας του ανεπιτήδευτου φυσικού παρθενικού κάλλους, αντίδοτο και βάλσαμο τα λόγια του Μεγάλου Αισθητικού και Αγίου των Γραμμάτων Παπαδιαμάντη. Προσέξτε τον ωραίο ερωτισμό πού κρύβει αυτή η περιγραφή.Πώς αγγίζει το υπέρκαλλον της αγνότητας χωρίς να δίνει χώρο στο παρανάλωμα φαντασιακών αισθήσεων. Μια δόξα του Πλάστη με λόγο ερωτικό. Και αν σας φαίνεται σόλοικο πού ένας παπάς καταγίνεται με τέτοια θέματα, ας όψεται ο Δημιουργός και Ζωγράφος των Ανθέων. Ανθρωπίνων και χλοϊκών.Ξεχασμένο ήθος. Ξεχασμένα εγκώμια της αγνής ομορφιάς πού τόσο έχει κακοποιηθεί και από τον τύρρανο ηδονισμό της αμαρτίας και από τον στείρο ανέραστο πουριτανισμό μας.. Από το διήγημα Θέρος-Ερως(1891).

Σήμερον ὅμως, ἐπειδὴ ἦτο ἑλληνικὴ ἑορτή, ἡ ἑορτὴ τῆς Ἀνθοῦς, ἡ πομπὴ συνωδεύετο καὶ ἀπὸ τὴν μεγάλην κόρην τῆς κυρίας της, τὴν περικαλλῆ Ματήν. Τούτου ἕνεκα, ἡ γραῖα ἀνέλαβεν ἐνώπιον ταύτης τὴν ἡμιαληθῆ ἐκείνην σοβαρότητα, τὴν ὁποίαν ὅλαι αἱ γραῖαι ὑπηρέτριαι ὁπλίζονται ἐνώπιον τῶν νεαρῶν θυγατέρων τῶν δεσποινῶν των. Δὲν ἐπέτρεπε πλέον εἰς τὰ παιδία νὰ πιάνωνται ἀπὸ τὰ φουστάνια της νὰ τὰ τραβοῦν, ἀδιακόπως τὰ ἐμάλωνε, κ᾽ ἐκεῖνα ἔτρεχαν ἄλλα ἐμπρός, ἄλλα εἰς τὰ πλάγια, χωρὶς νὰ δίδωσι προσοχὴν εἰς τὰς φωνάς της.
Ἡ Ματὴ ἐβάδιζε δεξιόθεν παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς γραίας, ὑψηλή, εὐσταλής, καλλίζωνος. Εἶχε ξενικὰ διευθετημένην τὴν κόμην της, ἔμενε πάντοτε ἀσκεπὴς οἴκοι. Μόνον τὴν πρωίαν ἐκείνην, ἐπειδὴ ἐπήγαινεν εἰς τὴν ἐξοχήν, ἐφόρει λεπτὸν λευκὸν μανδήλιον περὶ τοὺς κροτάφους καὶ τὸ ἰνίον, τόσον βραχὺ καὶ τόσον ἐντέχνως διπλωμένον, ὥστε ἦτο ὡς νὰ μὴν τὸ ἐφόρει, καὶ ἡ πλουσία ξανθὴ κόμη της ἐφαίνετο σχεδὸν ὅλη, μέχρι τῆς ὀσφύος κατερχομένη εἰς δύο παχείας πλεξίδας, ὡς σταλακτίτας χρυσοῦς, καὶ ὁ λαιμός της ἦτο ὁρατὸς ὅλος κάτω τοῦ βρόχθου εἰς τὸν λάκκον τῆς σφαγῆς καὶ μέχρι τῆς ρίζης τῶν ὠμοπλατῶν.
Ἐφόρει μικρὰν πόλκαν κανελόχρουν καὶ λευκὸν μεσοφούστανον πολὺ κοντὸν διὰ τὸ ἀνάστημά της. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἡ μήτηρ ὑπελόγισε πολὺ κακῶς διὰ τὴν μέλλουσαν ἀνάπτυξιν τῆς κόρης, καὶ ὅσον ἐκείνη τῆς ἔκαμνε κοντὰ φορέματα, τόσον ἡ νέα ηὔξανε καὶ ἐπέτα ἀνάστημα ἀποτόμως. Ἦτο ἤδη δεκαεπταέτις, κ᾽ ἐφαίνετο νὰ εἶναι εἴκοσιν ἐτῶν, ἐν ὑπερακμῇ ρώμης καὶ καλλονῆς, ὁμοία μὲ τὴν Πρωτομαγιάν, τὸ κορύφωμα τοῦτο τῆς ἀνοίξεως, τὴν ἑτοίμην νὰ παραδώσῃ τὰ σκῆπτρα εἰς τὸ ἀδυσώπητον καὶ δρεπανοφόρον θέρος-ἔρος.
Μόλις ἐξῆλθον τῆς πολίχνης, καὶ ἡ κόρη ἔβγαλε τὴν πόλκαν της, εἰποῦσα ὅτι αἰσθάνεται ζέστην, κ᾽ ἔμεινεν μόνον μὲ τὸ μεσοφούστανον, μὲ τὸ ὁλοβρόχινον* ὑποκάμισον καὶ μὲ τὴν λευκὴν βαμβακερὴν φανέλαν. Τότε ἀνεδείχθη ἐξαισιώτερον τὸ ραδινὸν τῆς μέσης, ἡ χάρις τοῦ ἀναστήματος καὶ τὸ γλαφυρὸν τῶν κόλπων της. Ὑπὸ τὴν λεπτὴν φανέλαν, ὅπου ἐφαίνοντο ἀνατέλλουσαι αἱ σάρκες της, θὰ ἔλεγέ τις ὅτι εἶχεν ἀποταμιευμένα νεοδρεπῆ, δροσερὰ ὠχρόλευκα κρίνα, μὲ φλεβιζούσας ἀποχρώσεις λευκοῦ ρόδου. Ἡ κόμη ἐπέστεφε τὸ μέτωπόν της ὡς ἐρυθραινόμενον νέφος μὴ ἐπαρκοῦν νὰ συστείλῃ τὴν αἴγλην τοῦ φωτός, καὶ αἱ ὀφρύες συστελλόμεναι ἐσκίαζον τοὺς βαθεῖς γλαυκοὺς ὀφθαλμούς της ὡς λευκὴ ὁμίχλη ἐπιπολάζουσα τὴν πρωίαν ἐπὶ τοῦ ἀνταυγάζοντος αἰγιαλοῦ, καὶ τὰ χείλη μὲ τὴν ψίθυρον φωνὴν ἐφαίνοντο μορμυρίζοντα: φίλησέ με!

Δευτέρα, Μαΐου 02, 2016

Αϊ μου Γιώργη!


Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Ανέτειλε το έαρ· δεύτε ευφρανθώμεν! Εξέλαμψεν η Ανάστασις Χριστού· δεύτε ευφρανθώμεν!
Η του αθλοφόρου μνήμη τους πιστούς φαιδρύνουσα ανεδείχθη.

 Ένθεν μεν ψάλλει η Εκκλησία, συγκαταβατικωτέρα κατά τας ημέρας ταύτας της αναστάσεως του Σωτήρος, παρά την ανωτέραν πνευματικήν έννοιαν τοιούτων παρακελεύσεων· ένθεν δε ο ελληνικός λαός, όστις φαντάζεται πρώτον λεβέντην και αστραπόμορφον νεανίαν τον ήρωα πρόμαχον του Χριστιανισμού, περιβάλλει με όλην την ποίησιν των μακραιώνων ονείρων του, με παμφαείς ακτίνας αφθίτου νεότητος και αϊδίου καλλονής τον Άγιον Γεώργιον.
Αϊ μου Γιώργη αρματολέ και πρώτε καβαλάρη,
αρματωμένε με σπαθί και με χρυσό κοντάρι...


Και ιστορείται δια στίχων επικής απλότητος και ύψους, πως το θεριό εφώλιαζε σιμά εις την βρύσιν, πως απήτει περιοδικώς αιματηρόν φόρον, από τους κατοίκους της πόλεως, πως ερρίπτοντο κλήροι μέλλοντες ν’ αποφασίσωσι περί της δυστυχούς κόρης, ης θα ήτο η σειρά να χορτάση την αδηφάγον απληστίαν του φοβερού θηρίου, πως ο κλήρος έπεσεν επί την βασιλοπούλαν (την Αλεξάνδραν!) και πως ο Άγιος, εισακούσας τας δεήσεις των γονέων, επήλθε, ραγδαίος και αήττητος ιππεύς, εις βοήθειαν της δυσμοίρου νεάνιδος, πως εθανάτωσε τροπαιοφόρος τον απαίσιον δράκοντα, και πως, αναλαβών την βασιλοπούλαν εις τα κάπουλα του αλόγου του, την παρέδωκεν ασινή εις τους βασιλικούς γονείς της.
Α! είναι κρίμα, ότι οι Έλληνες δεν τον επεκαλέσθησαν πέρυσι, πριν ή λάβη μοιραίαν έκβασιν περίστασις παραπλησία!... Αλλά και πάλιν, τις οίδεν αν οι θνητοί βλέπομεν ορθώς τα πράγματα, αν δεν κατοπτρίζονται ανάποδα εις τους οφθαλμούς μας;...Τις οίδεν αν ο κόσμος αυτός, με όλους τους πάγους του Βορρά, ή με τα θάλπη της μεσημβρίας, δεν είναι το αληθές θηρίον;...Αν ο άγγελος του θανάτου, κατ’ εξοχήν τροπαιοφόρος, δεν είναι ο αισιώτερος των αγγέλων;...Και αν, εις τον άλλον κόσμον, η στοργή του ουρανίου πατρός δεν είναι μυριάκις ενθερμοτέρα της στοργής επιγείων γονέων; Τι λέγει το ιερόν Βιβλίον; Κι αβί βε αμί ναδζαβούνι, β’ Αδωνάι α-σπένι (Ο πατήρ μου και η μήτηρ μου εγκατέλιπόν με, ο δε Κύριος προσελάβετό με).

Εν τούτοις, επαξίως ο ελληνικός λαός τιμά με υπερόχου ευλαβείας δείγματα τον ελληνοπρεπέστατον άγιον του, τον άγιον Γεώργιον. Ο τροπαιοφόρος μεγαλομάρτυς, ομού με τον άλλον ομόψυχον και εφάμιλλόν του, ίστανται φρουροί εις τα πρόθυρα ο μεν του θέρους, ο δε


του χειμώνος, σημειούντες δια της επιτολής των, ως άλλοι αστέρες σελασφόροι, την περίοδον των ορεινών και πεδινών νομών και καταυλισμών δια τους ποιμένας.
Εξ ήρος εις αρκτούρον ευμήνους χρόνους· και ποιμένες και γεωργοί άγουσι γηθοσύνως την ροδοστέφανον, ως εκ του μαρτυρικού του αίματος, μνήμην του αγίου, και θύουσιν άρνας, και οβελίζουσιν αμνούς, γενναίως ευχωμούμενοι, επικαλούμενοι τον μάρτυρα βοηθόν εις τας επιχειρήσεις των και συλλήπτορα των κόπων. Και οι Έλληνες πολεμισταί των παρελθόντων αιώνων, ως και της μεγάλης εθνεγερσίας, δεν έπαυσαν να τον επικαλούνται ευμενή σύμμαχον και αρωγόν. Κατ’ αυτήν δε την ημέραν της μνήμης του αγίου, το πρώτον έτος του αγώνος, έτερος αγλαός πρόμαχος της πίστεως και της πατρίδος και μάρτυς της ελευθερίας περικλεέστατος, ο Θανάσης Διάκος, προσεφέρθη ολοκαύτωμα υπέρ του Γένους. Ενθυμηθήτε τους στίχους του αειμνήστου Βαλαωρίτου.

Επάνωθέ τους κάτασπρο το φλάμπουρο του Διάκου
ανέμιζε τρομαχτικό, και στο ξεδίπλωμά του,
λεβέντης αστραπόμορφος επρόβαλλ’ ο Άη -Γιώργης
με τ᾿ άγριό του τ᾿ άλογο, κρατώντας καρφωμένο
τ᾿ ανίκητο κοντάρι του στὸ διάπλατο λαρύγγι
του φοβερού του δράκοντα, ποὺ δέρνεται στο χωμα.

Αλλά και ποίος άλλος Άγιος έχει τόσα και τόσα εξωκκλήσια, υψούμενα χαριέντως εις πάσαν κοιλάδα, επιστέφοντα πάντα λόφον, πάντα βράχον της Ελληνίδος χώρας; ο Άγιος Δημήτριος, ως ιστάμενος φρουρός εις τα πρόθυρα του χειμώνος, δια να μη μείνη παραπονούμενος, έχει το ιδιαίτερον καλοκαίρι του, “καλοκαιράκι τ’ Αϊ-Δημητριού” και τον φερώνυμον αυτού μήνα, ο δε Άγιος Γεώργιος είναι ο κατ’ εξοχήν καλοκαιρινός και ανοιξιάτικος Άγιος και δεν δύναταί τις να φαντασθή μνήμη του Αγίου Γεωργίου χωρίς πολλά ποικιλόχροα άνθη μοσχοβολούντα, χωρίς τάπητας ανθυλλίων μεθυσκόντων τον αέρα με την ευωδίαν των, χωρίς άπειρον πρασινάδα και απεράντους αγρούς αιματόχρους από αμέτρητον πλήθος των μηκώνων, χωρίς τρυφερούς βλαστούς αμπέλων με βότρυς προβάλλοντας και χωρίς αναριθμήτους στεφάνους από αγραμπελιές και αγιοκλήματα. Ποίος άλλος Άγιος δύναται να καυχηθή, ότι είναι ο καθολικός πολιούχος των ελληνίδων πόλεων, ο γενικός προστάτης της ελληνικής εξοχής; Διότι το συναξάριον του δεν αναφέρει εις ποίον ωρισμένως μέρος της Ανατολής εμαρτύρησεν, ως δια να αφήση την μνήμην του Αγίου κοινήν εις όλην την ελληνικήν χώραν.Καθώς δε ο Άγιος Νικόλαος είναι ο κατ΄εξοχήν προστάτης των θαλασσοπορούντων ανά τον πόντον, ούτω και ο Άγιος Γεώργιος είναι ο ετοιμότατος βοηθός και αντιλήπτωρ των γεωπονούντων επί της ξηράς. Ποίος άλλος Άγιος εφάνη ποτέ τόσον πρόθυμος “των αιχμαλώτων ελευθερωτής, και των πτωχών υπερασπιστής, ασθενούντων ιατρός, βασιλέων υπέρμαχος”; Και ποίος άλλος Άγιος έδειξε ποτέ τόσην χριστομίμητον φιλανθρωπίαν και συγκατάβασιν, ώστε να εισακούση της δεήσεως παιδίου παίζοντος, ηττωμένου εν τη παιδιά και πάσχοντος την φιλοτιμίαν (πως φαίνεται ότι ήτο Ελληνόπαις!) και να δεχθή προ πλήρωσιν ευχής, αντί πάσης συνήθους προσφοράς, οίον κηρίου και θυμιάματος και λειτουργίας, σφουγγάτον, ήτοι ομελέταν, απο αυγά, καθώς θα ελέγαμεν σήμερον; Αναγνώσατε το χαριέστατον εκείνο θαύμα του Αγίου, δια να πεισθήτε.
Αλλά και όσοι δεν πιστεύετε τα θαύματα, αποφασίσατε να κάμητε έν ταξίδιον έως τον ιερόν Άθωνα, και άμα φθάσητε εκεί, επισκεφθήτε την μονήν του Ζωγράφου. Εκεί σώζεται η εκ των λύθρων της σφαγής του Μάρτυρος συμπαγείσα αχειροποίητος εικών του Αγίου Γεωργίου, εφ’ ής απιστών προς το παράδοξον το πάλαι αρχιερεύς, θεις την χείρα προς ψηλάφισιν επί της εικόνος, ετιμωρήθη αξίως δια την τόλμην, προσφυέντος του δακτύλου επί της εικόνος και μείναντος κολλημένου, εωσού ηναγκάσθη ν’ αποκόψη με τον δάκτυλον, να σωθή δε εν μετανοία κλαίων εν τω ναώ του Αγίου. Η εικών είναι εκεί και ο δάκτυλος μένει μετά τόσους αιώνας ορατός επ’ αυτής.

Είπομεν, ότι η συγκατάβασις του Αγίου απεδείχθη χριστομίμητος, και τούτο μας ενθυμίζει την ευσεβή εκείνη φάτιν (legende) περί τινος απλοϊκού ανθρώπου, προσελθόντος ποτέ εις εξομολόγησιν και ακούσαντος παρ΄του πνευματικού την παραίνεσιν “να περπατή τον ίσιο δρόμο, αν θέλη να πάη στον Παράδεισο”. Ο άνθρωπος ηρμήνευσε την συμβουλήν κατά γράμμα και οδεύσας την ευθείαν έφθασε μετά τινας ημέρας εις λαμπρόν μοναστήριον εν τερπνοτάτω και πολυανθεί τοπίω, όπερ άμα ιδών, εν πεποιθήσει ανέκραξεν· “Α! να ο Παράδεισος!”. Προσελθών δε εις τον θυρωρόν του μοναστηρίου, είπε·
“Καθώς μου είπε ο πνευματικός επερπάτησα τον ίσιο δρόμο και έφθσα στον Παράδεισον, και τώρα που έφθασα, δεν θέλω να φύγω απ’ εδώ”.
Ο ηγούμενος, μαθών τα κατά τον άνθρωπον, έδωκεν αυτώ διακόνημα το να είναι “βουρδουνιάρης”, ήτοι σταυλίτης του μοναστηρίου, ευδοκιμήσαντα δε μετά καιρόν τον επροβίβασεν εις υπηρέτην του ναού. Εκεί έμεινεν ο ξένος υπηρετών μετά ζήλου, και ήτο μακάριος καθ΄όλα, μόνον έν πράγμα δεν ηδύνατο να εννοήση· βλέπων τον Χριστόν εσταυρωμένον υψηλά εις την κορυφήν του εικονοστασίου, ελυπείτο, κι έλεγε· “Τι κακό έκαμε και τον κρέμασαν εκεί!”. Μια των ημερών,ενώ εσκούπιζε το έδαφος του ναού, τρώγων άμα τεμάχιον άρτου. λείψανον προσφοράς ή αρτοκλασίας, ανατείνας την χείρα προς τον Εσταυρωμένον επάνω έκραξε· “Κατέβα και συ, καημένε, να σου δώσω ένα κομμάτι ψωμί να φας· σε λυπούμαι να σ’ έχουν νηστικόν, τόσον καιρόν εκεί κρεμασμένον!”. Ο άνθρωπος ήτο αμαθής και απλοϊκός εις άκρον, και δεν υπώπτευεν ότι εβλασφήμει τοιαύτα λέγων·ωμοίαζε με τον άλλον εκείνον, όστις είχε συνηθίσει να λέγη προσευχόμενος· “Κύριε, μη μ’ ελεής!”, καλή τη πίστει νομίζων, ότι η φράσις αύτη εσήμαινε· ”Κύριε, ελέησον με”. Εν τούτοις, ο Δεσπότης Χριστός, προσθέτει η παράδοσις, συγκατέβη προς την απλότητα του ανθρώπου εκείνου, και κατήλθε, φρικτόν ειπείν, ολόσωμος εκ του Σταυρού, κι εδέχθη τεμάχιον άρτου από των αθώων χειρών του πλάσματός του , καθώς άλλοτε είχε συνδειπνήσει με τους μαθητάς, μετά την Ανάστασιν, παρά την όχθην της Τιβεριάδος!
Ομοίως και ο Άγιος Γεώργιος συγκατέβη προς την απλοϊκήν επίκλησιν του παιδός, του δισκοβολούντος με άλλους ομήλικάς του μακράν του ναού του, εν τινι παραλίω πόλει της Ανατολής. Ο παις είχεν ανακράξει· “Άη μου Γιώργη, βοήθα με να νικήσω, κι εγώ να σου φέρω ένα καλό σφουγγάτο”. Και άμα τη ευχή, ήρχισε να κερδίζη συνεχώς, εωσού κατεθριάμβευσε των αντιπαιζόντων. Τότε τρέξας εις την οικίαν, εφρόντισε να παρασκευασθή παχύ σφουγγάτον με πολλά αυγά, όπερ επί πινακίου κομίσας εις τον ναόν απέθηκεν αχνίζον προ της εικόνος του Αγίου. Μόλις εξήλθεν ο παις και εις ναύτης εισελθών να κολλήση κηρίον και να ασπασθή την εικόνα του Αγίου, είδε το σφουγγάτον αχνιστόν, και είπε προς εαυτόν· “Ο Άγιος Γεώργιος δεν τρώγει σφουγγάτον, πλην ας το φάγω εγώ, και εις αποζημίωσιν φέρω μεγάλην λαμπάδα”. Και τούτο ειπών κατεβρόχθισε ζεστόν-καυτόν το σφουγγάτον. Αλλ’ όταν εστράφη να εξέλθη, οι πόδες του εκόλλησαν δις και τρις εις τας πλάκας του εδάφους του ναού, εωσού εννοήσας το θαύμα, ηναγκάσθη, όπως απαλλαγή, να τάξη μέγα τάξιμον εις τον Άγιον. Και απερχόμενος δεν ηδυνήθη να μη αναφωνήση· “Άγιε Γεώργιε, ακριβά πωλείς τα σφουγγάτα σου!”.

Κι εμένα, Άη μου Γιώργη, να μου συγχωρήσης το ευτελές και σχεδόν παιγνιώδες τούτον αρθρίδιον, συγκαταβαίνων εις την αδυναμίαν μου, καθώς συγκατέβης εις την απλοϊκότητα του παδίου παίζοντος τις αμάδες. Θεώρησόν με ως παιδίον τας φρένας, καίτοι άνδρα την ηλικίαν. Κι εγώ, όταν ήμην παιδίον, έπαιζα εγγύς του πενιχρού αλλ’ ευώδους ναίσκου σου παρά την θίνα της θαλάσσης, όπου ουδέν πλοίον δύναται να καθελκυσθή εκ του ναυπηγείου ή να εκπλεύση εκ του λιμένος, χωρίς να κλίνη την πρώραν προς τον ναίσκον σου να προσκυνήση, όπου οι στάχυες ριπιζόμενοι υπό βορεινής ριπής κλίνουσιν όλοι τα κορυφάς περιβάλλοντες ολόγυρα τον ιερόν ναόν σου, ως ικέται επαιτούντες τας ευλογίας σου, και όπου πελωρία η γηραιά ελαία νεύει τους κλώνας προς την γην, μη τολμώσα ν’ ανατείνη προς την ιεράν στέγην, όπου επισκιάζει η χάρις σου. Κι εμένα, Άη μ’ Γιώργη μ’ (επίτρεψόν μοι να σ’ εποκαλεσθώ με πλεονασμούς και με αποκοπάς ως νησιώτης εκ της βορειοανατολικής Ελλάδος), να μου συγχωρήσης την ανάμιξιν ταύτην του ιερού κι του βεβήλου, την συνθηκολογίαν ταύτην, τον νεωτερισμόν τούτον, αφού οι σημερινοί Έλληνές σου, οι απόγονοι εκείνων ους τοσάκις ευηργέτησες, αν τολμήσω να μεταγράψω ενταύθα εκ των αυθεντικών βιβλίων, τους υπερανθρώπους αγώνας, τα μικρά βασανιστήρια όσα υπέστης, σταγόνα προς σταγόνα σπείσας εις τον Σωτήρα Χριστόν το πολύτιμον αίμα σου, είναι ικανοί να κατακραυγάσωσι λέγοντες· “Τι παραμύθια μας διηγείται αυτός!”. Και οι σοφοί εξ αυτών δεν το έχουν διά τίποτε να είπουν, ότι είσαι ο Περσεύς ή ο Ηρακλής μετημφιεσμένος! Και οι εκλεκτοί εν αυτοίς μόνον δια χειρονομίας ή δια νεύματος θα συγκαταβώσι να διαμαρτυρηθώσι κατά των “αναχρονισμών” τούτων. Και οι όσιοι...α! οι πλείστοι των σημερινών οσίων, των επισήμων και μακροχειρίδων οσίων της Ελλάδος μας, αν ερωτηθώσι να είπωσι, προς φωτισμόν του ποιμνίου, πότε ήκμασες, θα δυσκολευθώσι ν’ απαντήσωσιν αν εμαρτύρησες επί Διοκλητιανού ή επί Δεκίου, αν υπήρξες προ Χριστού ή μετά Χριστόν! Αφού το έχουν ως εντροπήν των το ν’ αναγινώσκωσι κάποτε επ’ εκκλησίας τους βίους και τα μαρτύρια των αγίων! Τι χρειάζονται αυτά; Δεν είναι προτομότερον ν’ αναγινώσκωνται εν τη ώρα του Κοινωνικού, αι διακηρύξεις των δημάρχων, των εφόρων, και των επάρχων, περί φόρου οικοδομών, περί δηλώσεως των σικυώνων και περί...εκλογών;
Α! Αι εκλογαί, αατή είναι η μόνη επί εβδομήκοντα έτη ασχολία μας, αφότου ηλευθερώθημεν, αφότου δηλαδὴ μετηλλάξαμεν τυράννους, τους οποίους δια των εκλογών φανταζόμεθα, ότι αντικαθιστώμεν τάχα συχνότερον, όπως μη αποδειχθῆ ψευδὲς το δημώδες λόγιον· “Άλλαξε ο Μανολιὸς κι έβαλε τα ρούχ’ αλλοιώς”. Ως να εχρειάζετο τίποτε άλλο, ειμή εις ευσεβὴς βασιλεύς, Χριστὸς Κυρίου, ο μόνος αρμόδιος νὰ εκλέγη τους συμβούλους καὶ τοὺς στρατηγούς του, και εν μόνω τω “εν τούτω νίκα” ισχυρὸς και αήττητος.
Αλλ' είθε ν’ ανατείλη ταχύτερον, Άη μου Γιώργη, η ευλογητή εκείνη ημέρα της αναστάσεως του Γένους και έθνος τοσούτον έχον πεςρικείμενον νέφος μαρτύρων, τοσούτους μετά σου πρέσβεις προς Θεόν, εκ του αίματός του και εκ των σπλάχνων του, δεν μέλλει ποτέ να εγκαταλειφθή υπό του Θεού των πατέρων του. Είθε ν’ ανατείλη η ημέρα εκείνη, ως τάχιστα, λεβέντη μου αστραπόμορφε και πρώτε καβαλάρη, ‘Αη μου Γιώργη, είθε!
 

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails