Τρίτη, Μαρτίου 31, 2009

Περί της Τζουλιάνας β΄ :Οικουμενισμός και αντιοικουμενισμός

από απάντηση σχόλιο σε φίλο ιερέα

Είδα ένα πλάσμα με έμπνευση και θάρρος και ξενιτεία και υπομονή και αγάπη Χριστού και θαύμασα-σχεδόν ντράπηκα- και έφτανε η επιμονή της για την "θεοπνευστία" και αποκλειστικότητα της ιερότητας των ιταλικών για να γκρεμιστούν όλα. Νιώθω πικρία και αγανάκτηση για ένα τέτοιο περιβάλλον και μια τέτοια κουλτούρα που υπέβαλαν σε τούτο τον απλό άνθρωπο τέτοιες απολυτότητες. Αυτή η περιβόητη "υπεροχή" των δυτικών, αυτή η εμμονή στην αεί υπεροχή τους!


Δεν τα έχω με τους δυτικούς τοπικώς , αλλά με τον κόσμο τους, αυτόν τον κόσμο που μας έχουνε "φορέσει" μάλιστα και εμείς το απολαμβάνουμε. Προςθεού υπάρχουν "καλοί" ξένοι και "κακοί" έλληνες. Αυτό είναι αναμφισβήτητο. Αν επιτρέπεται βέβαια να προσδίδουμε τέτοιους χαρακτηρισμούς σε ανθρώπους και να κάνουμε τέτοιου είδους διακρίσεις.[...]

Απ'την άλλη χαίρομαι που αναφέρθηκαν οι εσφιγμενίτες γιατί μου δίνεις την ευκαιρία να τονίσω πώς αυτοί είναι για να'ναι δυτικίζοντες ως προς το πνεύμα. Σέβομαι την περιπέτεια τους, αλλά όχι και την εωσφορική τους αυταρέσκεια, την δυτικότροπη τάση να αυτοδικαιώνονται επειδή κατέχουν λέει την ορθοδοξία, αυτή την παπικίστικη νοοτροπία του αυθεντικού και αλάθητου.

[...] με το φτωχό παπαδίστικο μυαλό μου , βλέποντας τους πατέρες και τους αδελφούς μου να προσπαθούν να προσδιοριστούν ως ορθόδοξοι έχοντας ως κριτήριο την στάση τους απέναντι στον παπισμό θλίβομαι. Οι μεν φρονούν πώς ορθόδοξος είναι αυτός που είναι υπέρ της οικουμενιστικής συννενόησης και επιθυμεί την ένωση στο όνομα της χριστιανικής αγάπης. Οι δε θεωρούν πώς ορθόδοξος είναι εκείνος που δέχεται τον πάπα ως τον ελθόντα αντίχριστο. Ο οικουμενισμός ως κίνηση και φιλοσοφία, μού βγάζει μια ανασφάλεια, ότι κάτι δεν πάει καλά με την ταυτότητα μας, κάτι πρέπει να πληρωθεί για να τελειωθούμε, ότι η φιλία με τον πάπα είναι η διέξοδος σωτηρίας μας και η απάντηση σε όλες μας τις αγωνίες και τις προσδοκίες ως εκκλησίας.
Λυπάμαι.Δεν μπόρεσα ποτέ να συλλάβω την εικόνα ενός θλιμμένου Χριστού, που κλαίει γιατί τα παιδιά Του κάκιωσαν μεταξύ τους.(χρησιμοποιώ εικόνες ουνιτών). Αυτά ειναι απαράδεκτα πράγματα. Μόνο ο δυτικός επεκτατισμός έχει να ωφεληθεί από τέτοια αστεία συνθήματα.

Οι δε "ζηλωτές" απ'την άλλη συσπειρώνονται σε ομάδες τυφλού φανατισμού, σπέρνουν νόθα συνθήματα,τους χαρακτηρίζει ένας ακραίος φανατισμός ξένος με την έννοια της ορθόδοξης παράδοσης.
Οι "ζηλωτές" θυμίζουν τον Άρειο και τους αλλότριους τους Ιησουιτες, στους οποίους αν παρείχετο εξουσία θα γίνονταν ιεροεξεταστές και θα μας ανέβαζαν όλους στην πυρά. Φυσικά, νοερά μας έχουν παραδώσει όλους συλλήβδην στην κόλαση με τα ψευτοαναθέματα τους και κατά τα πιστεύω τους.

Πιστεύω πώς η ανατολική εκκλησία μπορεί να πορευτεί και να υπάρξει μόνη της. Δεν χρειάζεται να προσδιορίζεται μέσω άλλων. Είναι το σώμα του Χριστού.Οι διάλογοι είναι όμορφοι και κατά το γνήσιο ορθόδοξο πνεύμα.Αλλά δεν είναι η απάντηση στη ερώτηση τί είναι εκκλησία και πού εκείνη πορεύεται. Δεν είναι η ένωση με την δυτική εκκλησία που θα πρέπει να προσδιορίζει την πορεία και την ύπαρξη μας ως εκκλησίας, αλλά η επιστροφή στην παράδοση μας και η ανάγκη να την κρατάμε πάντα ζωντανή, να δίνουμε πάντα μαρτυρία εν Χριστώ , έχοντας πίστη(=εμπιστοσύνη) στον δικό μας θησαυρό. Και όχι ότι είναι δικός μας, αλλά μας έχει παραδοθεί άνωθεν.

[...]σκέψεις ασήμαντου ιερέα... Και όμως γνωρίζω πολλούς κληρικούς και λαϊκούς που έχουν ζωντανή σχέση με τη θεολογία και την εκκλησία , οι οποίοι είναι του ιδίου πνεύματος.

Δευτέρα, Μαρτίου 30, 2009

Η Τζουλιάνα Μαρία και η δυτική πονηρία.

Η Τζουλιάνα Μαρία είναι μια αγγλίδα που έζησε στην Ιταλία, μάλλον ρωμαιοκαθολική. Δεν ξέρω πολλά γι'αυτή. Μου είναι άγνωστη. Γυρνάει άστεγη στους δρόμους της Καλύμνου, μέχρι να αποφασίσει να πετάξει σε άλλα μέρη. Η Τζουλιάνα Μαρία πήρε την απόφαση να ταξιδέψει από το Βατικανό ως την Κίνα, ακολουθώντας τα βήματα λέει του Χριστού. Στην Κάλυμνο την βρήκα κατά την επιστροφή της από την άπω ανατολή στο Βατικανό. Είναι ρακένδυτη και άστεγη και έχει αφιερωθεί όπως λέει σ'αυτή την μεγάλη ιδέα. Την Τζουλιάνα Μαρία την είχα για σαλή εν Χριστώ κατά τα δικά μας ανατολικά πρότυπα.Άκου να αφήσει το σπίτι της και την άνεση της για να ταξιδέψει στη μισή υφήλιο μόνο για τον Χριστό! Βέβαια παραθεώρησα την καταγωγή και την πίστη της. Παραθεώρησα και το λογικό και προφανές: Αλήθεια, τί γυρεύει ο Χριστός στην Κίνα; Εντυπωσιάστηκα μόνο από την γενναιότητα και την σταθερότητα της απόφασης της. Την εκούσια φτώχεια και την πίστη της στην ελπίδα, το θάρρος της. Όμως η Τζουλιάνα Μαρία με προσγείωσε καταπληκτικά και άτσαλα. "Η γλώσσα, μου είπε , που θα έπρεπε να μιλάτε στην εκκλησία σας είναι τα ιταλικά. Αυτή την γλώσσα αγάπησε ο Χριστός και αυτή δίνει στους πιστούς τo inspiration"! (Συνομιλούσαμε στ'αγγλικά).

Θυμήθηκα αυτόματα μια ιστορία που άκουσα στο ραδιόφωνο , κάποτε. Ένας Έλληνας συνομιλούσε με κάτι hippies και καθώς το έφερε η κουβέντα τους είπε με αθωότητα πώς τα νησιά Φώκλαντ πήραν το όνομα τους από τον δικό μας καπετάνιο Φωκά. Οι εγγλέζοι hippies εξεμάνησαν και βιάστηκαν να τον πείσουν πώς τα Φώκλαντ είναι μόνο αγγλικά, λες και ο Έλληνας το αμφισβήτησε. Ποιοί; Οι hippies.Τα παιδιά των λουλουδιών , με το όνειρο της πανανθρώπινης αγάπης , ειρήνης και κατάργησης των συνόρων. Ω της Δύσης, υποκριτικό και πλάνο πνεύμα!

Ανάθεμα σε Δύση και ανάθεμα σε καταραμένη φραγκοκουλτούρα! Συγχώρα με Θεέ μου  τον αμαρτωλό. Πήρατε την Τζουλιάνα Μαρία την σαλή, αυτό το πλάσμα το φλόγινο και θαρραλέο και το γεμίσατε προλήψεις, ανοησίες και φανατισμό. Της λερώσατε την ευλογημένη σαλότητα με φυλετίστικες παρλάτες και αιρετικές ανοησίες.

Αυτή που θα μπορούσε να γίνει απόστολος , μου ξεφούρνισε μια αηδία που δεν την πιστεύουν ούτε τα μικρά παιδιά. Δεν ξέρω αν ο Χριστός θα στεφανώσει την Τζουλιάνα Μαρία και θα αποδείξει κενό ζήλου εμένα τον χάχα.Ξέρω όμως καλά πώς κάποιοι φυτευτές και φαρισαίοι θα πληρώσουν κάποτε για όλο το δηλητήριο και τον σκοταδισμό που ενέπνευσαν σ'αυτές τις αγνές ψυχές.  Αχ λεβέντες ανατολίτες άγιοι σαλοί! Προστατέψτε αυτό το αδύναμο πλάσμα και σώστε τον κόσμο από τους στραγγαλιστές των ψυχών και τους ινστρούχτορες των απανθρώπων δογμάτων.

Μνήμη θανάτου (γ)


Οι άγιοι Πατέρες μας διδάσκουν ότι, η μνήμη του θανάτου αφ’ ενός μας συγκρατεί από την αμαρτία, αφ’ ετέρου μας παρακινεί να εργασθούμε τις αρετές. Λέγει σχετικά ο αββάς Ησαΐας: «Τρία πράγματα αποκτά με δυσκολία ο άνθρωπος, και είναι αυτά που συντηρούν όλες τις αρετές: Το πένθος, τα δάκρυα για τις αμαρτίες του και η ενθύμηση του θανάτου του. Διότι όποιος καθημερινά συλλογίζεται τον θάνατο και λέγει στον εαυτό του "Μόνο την σημερινή μέρα έχω να ζήσω σ' αυτόν τον κόσμο", ούτος ποτέ δεν θα αμαρτήσει ενώπιον του Θεού, ενώ εκείνος που ελπίζει να ζήσει πολλά χρόνια, θα μπλεχτή σε πολλές αμαρτίες».

Ο μέγας Αντώνιος έλεγε στους μαθητές του: «Για να μην πέφτουμε σε αμέλεια, είναι καλό να συλλογιζόμαστε διαρκώς τον λόγο του αποστόλου Παύλου Καθ' ημέραν αποθνήσκω. 

Αν ζούμε έτσι, δηλαδή σαν να πεθαίνουμε κάθε μέρα, δεν θα αμαρτήσουμε». Και εξηγεί ο Άγιος: «Κάθε μέρα, όταν ξυπνήσουμε, να σκεφτόμαστε ότι δεν θα βραδιάσουμε. Και όταν πρόκειται να κοιμηθούμε, να σκεφτόμαστε ότι δεν θα ξυπνήσουμε, αφού η διάρκεια της ζωής μας είναι από την φύση της άγνωστη. Αν έτσι σκεφτόμαστε, ούτε θα αμαρτήσουμε, ούτε θα επιθυμήσουμε τίποτε, ούτε θα οργιστούμε με κανέναν, ούτε θα μαζέψουμε θησαυρούς στην γη. Αντίθετα περιμένοντας καθημερινά τον θάνατο, θα επιδιώξουμε την ακτημοσύνη και θα συγχωρούμε όλα σε όλους».


Κατά τον άγιο Συμεών, όλα «τα πράγματα και τα χρήσιμα αντικείμενα που υπάρχουν στον κόσμο είναι κοινά για όλους, όπως ακριβώς το φως και ο ίδιος ο αέρας που αναπνέουμε... Τα πάντα είναι σε όλους κοινά ως προς την χρήση της απολαύσεως, αλλ’ ως προς την κυριότητα δεν ανήκουν σε κανέναν. Όμως η πλεονεξία, αφού εισήλθε σαν τύραννος στην ζωή, μοίρασε με διάφορους τρόπους στους υπηρέτες της αυτά που δόθηκαν από τον Δεσπότη κοινά σε όλους... και αποστέρησε τους άλλους ανθρώπους από την απόλαυση των αγαθών του Θεού. Βέβαια οι υπηρέτες και δούλοι αυτής της τυράννου (της πλεονεξίας), διαδοχικά με την σειρά του ο καθένας, δεν γίνονται κύριοι των υπαρχόντων και των χρημάτων, αλλά πονηροί δούλοι και φύλακες», διότι με τον θάνατο τους αφήνουν αναγκαστικά τους θησαυρούς τους σε άλλους. Όποιος λοιπόν απωθεί την ιδέα του θανάτου και προσκολλάται με όλη του την ψυχή στα φθαρτά, υπάρχει ο φόβος να ακούσει κάποια μέρα τον φοβερό λόγο: Άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψνχήν σου απαιτούσιν από σού, α δε ητοίμασας τίνι εσται;

(www.alopsis.gr)

Μνήμη θανάτου (β)


Ο Άγιος Ιωάννης o Ελεήμων, πατριάρχης Αλεξανδρείας (610-619), γιά νά χαράξει βαθιά μέσα στό νού του τή μνήμη τού θανάτου καί νά τήν έχει πάντα ζωηρή μπροστά στά μάτια του, πρόσταξε νά φτιάξουν τόν τάφο του, αλλά νά μήν τόν τελειώσουν. Ύστερα είπε στόν κατασκευαστή νά έρχεται σέ κάθε επίσημη γιορτή, τότε πού φορούσε τή λαμπρή αρχιερατική του στολή, καί νά τού λέει δυνατά μπροστά σέ όλους: «Δέσποτα τό μνήμα σου είναι ατέλειωτο μέχρι σήμερα. Δώσε μου τήν άδεια νά τό τελειώσω, γιατί δέν ξέρεις πότε θά σέ επισκεφθεί o θάνατος». Αυτό τό έκανε o Άγιος, γιά νά μήν ξεγελαστεί από τήν πρόσκαιρη τιμή, καί νά θυμάται πάντοτε τό θάνατο.

Η αληθινή φιλοσοφία είναι η μελέτη τού θανάτου, σύμφωνα μέ τόν Μέγα Βασίλειο. Μ' αυτή τή μελέτη άς φιλοσοφήσομε καί εμείς άν θέλομε νά βρισκόμαστε μέσα στήν πραγματικότητα. Θά 'ρθεί ώρα, καί δέν ξέρομε πότε, πού θά σβήσει η ζωή μας καί μαζί μ' αυτήν όλα τά όνειρα, όλες οι αυταπάτες. Η γή θά καταπιεί αμείλικτα τό σώμα μας πού θά γίνει τροφή τών σκουληκιών. Άχρηστες θά αποδειχθούν η γνώση καί η σοφία μας. Οι κληρονόμοι θά αρπάξουν τήν περιουσία μας, πού μέ τόσους μάταιους μόχθους φτιάξαμε. Καί οι δαίμονες, θά παραλάβουν τήν ψυχή μας, πού γιά όλα αγωνίστηκε όσο ήταν σ' αυτόν τόν κόσμο, εκτός από τό σπουδαιότερο: τή σωτηρία της.

Όταν o κοσμοκράτορας Μέγας Αλέξανδρος (356-323 π.Χ.) βρισκόταν στήν κλίνη τού θανάτου είχαν συναχθεί oλόγυρά του στρατηγοί, φίλοι καί φιλόσοφοι. Ένας απ' αυτούς κούνησε μέ θλίψη τό κεφάλι του καί είπε θυμόσοφα: «Χθές δέν χωρούσε τόν Αλέξανδρο τό πλάτος τού κόσμου όλου, καί σήμερα θά τόν χωρέσουν τρείς πήχες γής». Κάποιος άλλος πρόσθεσε «Χθές η ζωή καί o θάνατος χιλιάδων ανθρώπων κρέμονταν απ' αυτόν, καί σήμερα είναι ανίκανος ν' αποτρέψει τόν δικό του θάνατο». Ένας τρίτος παρατήρησε: «Χθές πατούσε τή γή μέ δόξα ασύγκριτη, καί σήμερα η γή θά τόν σκεπάσει άδοξα». Καί ένας τελευταίος, βλέποντας τόν χρυσοστόλιστο τάφο του, είπε: «Χθές έκλεινε εκείνος χρυσάφι στά σεντούκια του καί σήμερα θά κλειστεί o διος άψυχος μέσα σέ χρυσάφι».


(Περιοδικό Όσιος Νίκων)

Μνήμη Θανάτου (α)




 Δεν θα παραλείψω να σου παρουσιάσω και την ιστορία του Ησυχίου του Χωρηβίτου. Αυτός ζούσε αμελέστατα χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για την ψυχή του. Κάποτε λοιπόν συνέβη να ασθενήση βαρύτατα και να φθάση στο σημείο, ώστε επί μία ώρα ακριβώς να φαίνεται ότι απέθανε.

Συνήλθε όμως πάλι, οπότε μας ικετεύει όλους να φύγωμε αμέσως. Και αφού έκτισε την πόρτα του κελιού του, έμεινε κλεισμένος μέσα δώδεκα χρόνια, χωρίς να ομιλήση καθόλου με κανένα. Όλο αυτό το διάστημα δεν γευόταν τίποτε άλλο, εκτός από ψωμί και νερό. Καθόταν μόνο εκστατικός εμπρός σε εκείνα πού είδε στην έκστασί του. Τόσο πολύ σκεπτικός, ώστε ποτέ πλέον δεν άλλαξε η έκφρασίς του. Και πάντοτε σαν αφηρημένος, χύνοντας αθόρυβα και συνεχώς θερμά δάκρυα.

Μόνο όταν πλησίασε η ώρα του θανάτου του, αποφράξαμε την πόρτα και εισήλθαμε μέσα. Και αφού πολύ τον παρακαλέσαμε, τούτο μόνο είπε: «Συγχωρήστε με, αδελφοί. Αυτός που εγνώρισε τι σημαίνει μνήμη θανάτου, δεν θα μπορέση ποτέ πλέον να αμαρτήση». Εμείς εθαυμάζαμε βλέποντας τον άλλοτε αμελέστατο να έχη μεταμορφωθή τόσο απότομα με την μακαριστή αυτή αλλαγή και μεταμόρφωσι. Και αφού τον εθάψαμε με ευλάβεια στο κοιμητήριο πού ευρίσκεται κοντά στο κάστρο, ύστερα από μερικές ημέρες αναζητήσαμε το άγιό του λείψανο, αλλά δεν τον ευρήκαμε. Με το θαυμαστό αυτό σημείο ο Κύριος επληροφόρησε πόσο ευάρεστα δέχθηκε την επιμελημένη και αξιέπαινη μετάνοιά του, όλους εκείνους πού θα απεφάσιζαν να διορθωθούν, ύστερα και από πολλή ακόμη αμέλεια.




Μερικοί θεωρούν ότι η θαλασσία άβυσσος δεν έχει όρια. Και την ονομάζουν περιοχή απύθμενον. Παρόμοια και η σκέψις του θανάτου δημιουργεί στην ψυχή τέτοια κατάστασι, ώστε και η αγνότης και η έν γένει πνευματική εργασία να παρουσιάζεται άφθαστος, (χωρίς τέρμα δηλαδή). Αυτό το επιβεβαιώνει και ο προηγούμενος Όσιος. Όσοι τον μιμούνται, προσθέτουν φόβο στον φόβο, ακατάπαυστα, μέχρις ότου εξαντληθή και αυτή η δύναμις των οστών τους.


( Από την Κλίμακα του αγίου Ιωάννη Σιναΐτου)

Κυριακή, Μαρτίου 29, 2009

Διήγημα φοβερόν εκ του Γεροντικού



Διηγήσατο ἡμῖν ὁ Ἀββᾶς Παφνούτιος, ὄτι: ὅταν ἤμην νεώτερος ἡσύχαζον πλησίον τοῦ Ἀββᾶ Ἀπολλῶ· ὅταν ἦλθεν ἡ Κυριακὴ τῶν Βαΐων ἐπῆγον εἰς τὸν Γέροντα λίαν πρωῒ καὶ ἀσπασάμενος αὐτὸν καὶ εὐλογηθείς, ἐκάθισα πλησίον του, καὶ παρεκάλουν αὐτόν, ὅπως δεχθῇ με νὰ κατοικήσω μετ᾿ αὐτοῦ διότι καθ᾿ ὅλην τὴν ἁγίαν Τεσσαρακαστὴν μόνος μου κατοικῶν, πολὺ ἐπολεμήθην ἀπὸ τὸν δαίμονα τῆς πορνείας, ἀλλ᾿ ὁ Γέρων δὲν συγκατετίθετο. Παραμείνας μέχρι τῆς ἕκτης ὥρας (μεσημβρίας) ὡς ἀνεχώρησα κατερχόμενος τοῦ Ὅρους, εἰς τὸν δρόμον συνήντησα τὸν ὑπηρέτην αὐτοῦ τοῦ Γέροντος, πηγαίνοντα εἰς αὐτόν, κτυπῶντα τὸ πρόσωπον του καὶ μαδῶντα τὰς τρίχας τοῦ γενείου του, καὶ ἰδόντος με παρεβιάσατο νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸν Γέροντα· ὡς δὲ ὑπήγομεν, προσπεσὼν ἐδιηγήθη πρὸς αὐτὸν λέγων. Περιπατοῦντες μετὰ τοῦ μικροτέρου ἀδελφοῦ μου, ἐπεράσαμεν ἀπὸ τὸν τάφον τοῦ Ὑπάτου, μὴ γνωρίζοντες ὅτι κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ περάσῃ τὴν νύκτα ἀπὸ αὐτὸν τὸν δρόμον. Ἐνῷ περιεπάτουμεν, ἐξ αἴφνης φαντασία δαιμονικὴ ἐλθοῦσα ἐκ τοῦ μνήματος, ἤρπασέ μου τὸν ἀδελφόν. Ὡς ἤκουσε τοῦτο ὁ Γέρων, βοήσας πρὸς τὸν Θεὸν εἶπε· Κύριε ὁ Θεὸς τῶν Δυνάμεων, παρακαλῶ σε βοήθησόν με. Καὶ προσευχηθεὶς ὁ Γέρων, λαβὼν καὶ ἐμὲ μαζί του ἐπηγαίνομεν.

Περιπατήσαντες οὖν ἀπὸ ἐνάτης ὥρας τῆς ἡμέρας καὶ δι᾿ ὅλης τῆς νυκτός, περὶ τὰ χαράγματα τῆς ἡμέρας, ἐφθάσαμεν εἰς τὸν τόπον ἐν ᾧ ἠρπάγη ὁ ἀνθρωιτος. Πρασευχηθέντες ἐπὶ ὥραν πολλήν, ἐξεκίνησεν ὁ Γέρων νὰ πηγαίνη πρὸς τὸν τάφον τοῦ Ὑπάτου, ἀκολουθοῦντες καὶ ἡμεῖς αὐτόν. Πλησιαζόντων ἡμῶν εἰς τὸν τάφον, φοβεραί τινες καὶ καταπληκτικαὶ φαντασίαι ἐγίνοντο, μορφαὶ διάφοροι καὶ ἐξηλλαγμέναι ἐφαίνοντο, ἀνθρώπων, κτηνῶν, δρακόντων καὶ θηρίων πυῤῥοειδῶν καὶ καπνῶν ἐρευγομένων, περικυκλωσάντων ἡμᾶς καὶ ἐγγίζοντα ἡμῖν καὶ βλεπόμενα καὶ ἀκουόμενα καὶ ἐφαπτόμενα ὡς καὶ τῇ πνοῇ ἡμᾶς συνέχεσθαι. Ὁ δὲ Γέρων καὶ ἑαυτὸν καὶ ἡμᾶς τῇ σφραγῖδι τοῦ Σταυροῦ σημειωσάμενος, καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπικαλούμενος, καὶ ἡμᾶς προστάξαντος νὰ λέγωμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ ἑξηκοστοῦ ἑβδόμου ψαλμοῦ «Ἀναστήτω ὁ Θεός, καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ, καὶ φυγέτωσαν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ οἱ μισοῦντες αὐτὸν· ὡς ἐκλείπει καπνὸς ἐκλιπέτωσαν, ὡς τήκεται κηρὸς ἀπὸ προσώπου πυρός...» ἐπροχώρει ἐμπρὸς πλησιέστερον τοῦ τάφου γενόμενος. Ὅσον δὲ ἐπλησίαζε τοσοῦτον καὶ αἱ δαιμονικαὶ φαντασίαι φοβερώτεραι ἐγένοντο.

Σ
εισμὸς καὶ κλόνος συνεχὴς ἐγένετο τοῦ ἐδάφους, καὶ μέγα χάσμα ἠνοίχθη ἔμπροσθεν ἡμῶν, ὥστε καὶ τὴν ἄβυσσον νὰ βλέπωμεν καὶ δράκοντας ἐξ αὐτῆς ἀνερχομένους καὶ ἡμᾶς ἐκφοβίζοντας, ὡς τοὺς ὀδόντας αὐτῶν τρίζοντας καὶ φλόγας πυρὸς ἐξακοντίζοντας. Ὁ δὲ Γέρων τὰ γόνατα κλίνας καὶ τὸν νοῦν καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς οὐρανὸν ὑψώσας, καὶ μὲ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τὸ ὄνομα ἑαυτὸν καθοπλίσας, εἰς τὸ σπηλαιῶδες κτίσμα εἰσῆλθεν ἐν ᾧ ἡ λάρναξ ἔκειτο· καὶ πάλιν μὲ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ σημειωθείς, ἐρευνῶν εὗρε τὸν ἀδελφὸν τοῦ διακονητοῦ (τοῦ ὑπηρετοῦντος αὐτῷ) ἡμιθανῆ ὑπάρχοντα, μηδόλως τρίχας ἔχοντα, οὔτε εἰς τὴν κεφαλήν, οὔτε εἰς τὸ γένειον, οὔτε εἰς τὰ βλέφαρα, οὐδὲ εἰς τοὺς ὀφθαλμούς. Καὶ ἀποστείλας τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ εἰς τὸ πλησίον χωρίον νὰ φέρῃ ἔλαιον, καὶ προσευχηθείς, ἔχρισε τὸν ἡμιθανῆ τοῦτον ὑπάρχοντα ἀπὸ κορυφῆς ἕως τῶν ὀνύχων, καὶ τῷ τύπῳ τοῦ τιμίου Σταυροῦ σφραγισάμενος αὐτόν, ὑγιῆ τελείως ἀποκατέστησεν.

Εἶχε δὲ ἡ λάρναξ ταύτην τὴν ἐπιγραφήν, Σωματοθήκη Ὑπάτου τοῦ ἀνεψιοῦ Διοκλητιανοῦ τοῦ Βασιλέως, τοῦ κατὰ παντὸς τόπου τοὺς τοῦ ἐσταυρωμένου ὑπασπιστὰς βασανίσαντος. Ἀναγνοὺς ὁ Γέρων τὴν ἐπιγραφὴν ἤρξατο θνηνεῖν καὶ λέγειν ποῦ νῦν τῆς ὑπατείας ἡ λαμπρὰ περιβολή; ποῦ οἱ κρότοι καὶ αἱ πανηγύρεις; πάντα ἐξηφανίσθη· πάντα παρέδραμε καὶ ὡς σκιὰ καὶ καπνὸς διελύθησαν. Εὐλογητὸς καὶ δεδοξασμένος εἷς μόνον, ὁ Κύριος ἡμῶν καὶ Θεός, οὗ ἡ βασιλεία, βασιλεία πάντων τῶν αἰώνων, καὶ ἡ Δεσποτεία αὐτοῦ ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γενεᾷ.

Ἐγιναν δὲ ταῦτα,γνωστὰ εἰς ὅλα τὰ περίχωρα, καὶ ἐφεξῆς πάντες διήρχοντο ἀφόβως ἐκ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης καὶ τὴν ἡμέραν καὶ τὴν νύκτα δοξάζοντες τὸν πανάγαθον Θεόν, καὶ τὸν αὐτοῦ δοῦλον Ἀββᾶν Ἀπολλώ, ὅστις ἀποφεύγων τὴν τῶν ἀνθρώπων τιμὴν καταλιπὼν τὸ κελλίον του μετῴκησεν εἰς Θηβαΐδα, οὗ ταῖς πρεσβείαις ῥύσαιτο καὶ ἡμᾶς ὁ Κύριος τῶν δαιμονικῶν φαντασιῶν. Ἀμήν.

(από τη σελίδα του Νεκτάριου Μαμαλούγκου)

Σάββατο, Μαρτίου 28, 2009

Κυριακή Δ΄ Νηστειών


Δύσκολος είναι ο δρόμος της αρετής, αδελφοί μου, γεμάτος αγκάθια και πειρασμούς, παγίδες και δυσκολίες. Κατά τις πνευματικές και πραγματικές εμπειρίες της παράδοσης μας ,όποιος αποφάσισε να σηκώσει τον σταυρό του και να γίνει στρατιώτης και ακόλουθος του Σταυρωμένου έχει να αντιμετωπίσει δαίμονες και φαντάσματα, γίγαντες αντιπάλους και εκδικητικούς νάνους. Πειρασμούς , πάθη, εμπαιγμούς, δισταγμούς , πόλεμο μέχρι εξόντωσης από τον κόσμο, αν είναι δυνατόν και πληγές θανάτου ακόμα, φτάνει να ξεστρατίσει και να λογιστεί υπήκοος της απάτης του αιώνα.

Όλα αυτά τα φρικτά και δεινά είναι τα φόβητρα μιας πνευματικής προσπάθειας για ανάβαση εν Χριστώ που όμως αποτελούν τη μία μόνο όψη του νομίσματος. Γιατί από την άλλη όψη , την μυστική και σε λίγους φανερή , αλλά όχι καταφρονεμένη ατενίζουμε πράγματα και υποθέσεις θαυμασμού και χαράς. Στεφάνια πνευματικά και βραβεία ακατάληπτα. Θέα του Θεού και μυστική ευφροσύνη, εμπειρία αποκάλυψης και χαρά της αληθινής ζωής. Δύσκολες οι αναβάσεις, ιστοί αράχνης τα πολεμήματα, θρασύδειλα σκιάχτρα τα τελώνια, δύσκολες μα κατορθωτές οι αρετές,βασιλικό διάδημα η κορυφή. Αυτή η παραβολική κλίμακα που παρουσιάζουμε βέβαια αναφέρεται στη θεματική της ημέρας: στη μνήμη του αγίου Ιωάννη του Σιναΐτη που είναι και συγγραφέας της "Κλίμακας".

Λιοντάρι και αετός ο Ιωάννης. Θεριό και άγγελος της ερήμου. Ζει κοντά στους αγίους και τους ασκητές. Καταγράφει τις αρετές τους και σκιαγραφεί τις πτώσεις τους. Γνωρίζει από προσωπική εμπειρία τί σημαίνει να ανεβαίνεις την κλίμακα των αρετών. Τί σημαίνει να σε προσκαλεί ο παράδεισος και να σε διεκδικεί η κόλαση. Γνωρίζει και καταγράφει τί σημαίνει ανάσταση και πτώση, ορμή και πισωγύρισμα, νήψη και ακηδία και μας το προσφέρει με λόγο ποιητικό,διαδακτικό, αληθινά θεολογικό. Στα συγγράμματα και τις υποθέσεις της "Κλίμακας", ο πιστός μπορεί να βρεί λες ολόκληρο το ευαγγέλιο και συνάμα την Ιερά Παράδοση εξηγημένη και αναλυμένη με τρόπο τέτοιο ώστε τα μυστικά να γίνονται κοινόχρηστα και τα απλά να παρουσιάζονται μεγαλόπρεπα. Όλη η ορθόδοξη χριστιανοσύνη ξεδίψασε από το βιβλίο αυτό.

Από την άλλη έχουμε την ευαγγελική περικοπή της ημέρας που αναφέρεται στη θεραπεία ενός δαιμονισμένου παιδιού. Δεν είναι άστοχη και ασύνδετη ίσως η περικοπή με τη μνήμη του αγίου Ιωάννη ως συγγραφέως της "Κλίμακας των αρετών", αν και δεν τέθηκε σ'αυτό το σημείο της Τεσσαρακοστής για αυτόν ακριβώς τον λόγο. Όταν ατενίζουμε τον εσωτερικό μας κόσμο και τον κόσμο γενικότερα, ας μην ψάξουμε να βρούμε τον δαιμονισμό της φύσης και του ανθρώπου στην φρικτή μόνο περίπτωση ενός ταλαίπωρου δαιμονισμένου. Ας κοιτάξουμε τα πράγματα πίσω από τα πράγματα. Ο δαιμονισμός και η πτώση είναι το ύπουλο σαράκι που τρώει ότι απομακρύνθηκε από την χάρη του Θεού, ότι είναι μακρυά και διάφορα από την αληθινή πηγή της ζώης. Διαστροφή και ασχημονία, κακότητα και μίσος, αντιπαλότητα και παραποίηση, φθορά και καταστροφή, εγωκεντρισμός και θεοποίηση των κτισμάτων. Ο κόσμος σε πολλές περιπτώσεις πορεύεται αντίστροφα. Σε μια κλίμακα οπισθοδρόμησης και πτώσης που κατάληξη έχει τον παμφάγο άδη και την ανυπαρξία. Η εκκλησιαστική και ασκητική ζωή είναι ο δρόμος που πάει ίσια, εξελικτικά προς την πραγμάτωση, την δικαίωση, την θέωση, το φυσικό , το αληθινό, το αυθεντικό,το θεϊκό. Η Εκκλησία κάθε χρονική στιγμή αλλά ιδιαίτερα την σαρακοστή, τώρα δηλαδή που μας βγάζει στην έρημο της άσκησης στην αυτογνωσία, μας προτείνει την συμπόρευση με το λογικό, αυτό που ο εσκοτισμένος νους βλέπει ως παράλογο γιατί συνήθισε να συμπορεύεται με την αμαρτία και να ηδονίζεται μέσα σ'αυτήν. Και ότι είναι λογικό είναι πάντα εκκλησιαστικό. Νηστεία και σαρακοστή σημαίνει κυρίως επιστροφή στην Εκκλησία και στον τρόπο ζωής που αυτή προτείνει, επιστροφή στο δρόμο της.

Το δίλημμα της σαρακοστής και το αεί δίλημμα που θέτει η Εκκλησία ως πραγματικότητα στον άνθρωπο κάθε εποχής είναι: δαιμονισμός ή θέωση. Και στις δύο περιπτώσεις ο άνθρωπος δεν μπορεί να διακρίνει την αλήθεια ή να αποδείξει και να αποτινάξει το ψέμα παρά μόνο μέσα από ένα ασφαλές και διαυγέστατο μέσο: το δίπτυχο προσευχή και νηστεία. 

Καλό υπόλοιπο και καλό παράδεισο.

Παρασκευή, Μαρτίου 27, 2009

Δ΄ Χαιρετισμών


"Χαίρε , κιβωτέ χρυσωθείσα τω Πνεύματι, χαίρε, θησαυρέ της ζωής αδαπάνητε"

Τελευταία σταυροπροσκύνηση


Τελευταία σταυροπροσκύνηση σήμερα. Αμέσως μετά την απόλυση της ενάτης, ο ιερέας έρχεται πάλι στο μέσον του ναού, υψώνει τον Σταυρό και ψάλλει το τροπάρι "Σώσον Κύριε τον λαόν σου...". Έπειτα πάλι "Τον Σταυρόν σου προσκυνούμεν δέσποτα..." και όσοι παρευρίσκονται στο ναό για την τέλεση της Προηγιασμένης προσκυνούν ευλαβικά. Είναι οι ίδιοι που άκουσαν στο χτεσινό απόδειπνο τους χαιρετισμούς του Σταυρού και εκατανύχθησαν.Πολλοί είναι και οι περαστικοί που έχουν μπει εκείνη την ώρα στο ναό "για να ανάψουν  ένα κερί στον Χριστό", συνήθεια απαραίτητη και ευλαβική στην ορθόδοξη Κάλυμνο. Προσκυνούν και αυτοί με χαρά για την συγκυρία.

Ο σταυρός μέσα στο ναό προσκυνείται.  Απ'εξω από τα παράθυρα έρχεται η βοή της πόλης. Άλλοι ανυποψίαστοι και άλλοι υποψιασμένοι. Το μυστήριο του Σταυρού και της στάσης του κόσμου ενώπιον μας. Όμως δεν είναι ώρα για περαιτέρω προβληματισμούς. Σημαίνει η ώρα της "Ευλογημένης". Και πάλι χαρά μυστική και αναφαίρετη...

Μετά την απόλυση ο ιερέας θα μοιράσει στο λαό μαζί με το αντίδωρο ότι απέμεινε από τα λουλούδια και τα δεντρολίβανα που στολίζουν τον δίσκο και ο σταυρός έχει πάει ήδη στη θέση του στο σκευοφυλάκιο μέχρι τον επόμενο αγιασμό.

Τα νοήματα του όμως έχουν αφήσει τα ίχνη τους στις σαρακοστινές ψυχές μας...

Πέμπτη, Μαρτίου 26, 2009

Γνώρισαν τον Χριστό...




Γνώρισαν τον Χριστό...

















...μέσα από την Πείνα τους!!! 

(Παύλος Σιδ.)

Τετάρτη, Μαρτίου 25, 2009

Η σάρκωση του Λόγου


καθ. Γ. Π. Πατρώνου


Με τη σάρκωση του Λόγου έχουμε ένα θείο υπερφυσικό γεγονός που εισβάλλει στο φυσικό και πεπτωκότα κόσμο μας. Αλλ’ αυτό δεν είναι γεγονός της πεπτωκυϊας μας φύσης και δεν εμπίπτει στις διαδικασίες και λειτουργίες της αμαρτωλής ανθρώπινης πραγματικότητας.Για τις συνθήκες και τους νόμους του πεπτωκότος κόσμου είναι αδύνατο οιαδήποτε σύλληψη και γέννηση να μην υπεισέρχεται στις φυσιολογικές διαδικασίες του «πολλαπλασιασμού του είδους». Η σάρκωση όμως του Λόγου, για τα ιερά κείμενα, δεν έχει την έννοια της διαιώνισης του «ιστορικού είδους» του πεπτωκότος Αδάμ. Το «γεννώμενον δεν έρχεται να συμπληρώσει τη γραμμή των «υιών της απωλείας», αλλ’ έρχεται ως «Υιός Θεού» και γι’ αυτό απαρχής «άγιον κληθήσεται», αφού είναι «καρπός» της «δυνάμεως του Υψίστου», κατά το κείμενο, και της συγκεκριμένης «επελεύσεως του Αγίου Πνεύματος». Το «επί σε» κάνει το γεγονός συγκεκριμένο και προσωπικό μέσα στον ιστορικό χρόνο. Έτσι, ο Ιησούς Χριστός δεν είναι καρπός και γέννημα του πρώτου Αδάμ και του πεπτωκότος ανθρώπου. Έρχεται στην ιστορία ως ο «δεύτερος και έσχατος Αδάμ» και γίνεται «γενάρχης» και «πρωτότοκος» μιας νέας ανθρωπότητας, ενός νέου εσχατολογικού «γένους», εκείνου του λαού του Θεού και της Εκκλησίας.

Στο διάλογο Αγγέλου και Μαρίας και στην αναγγελία της γέννησης του Ιησού Χριστού έχουμε και την αρχαγγελική επιβεβαίωση, ότι «ουκ αδυνατήσει παρά τω Θεώ παν ρήμα». Στο ερώτημα για το «αδύνατον» του ανθρώπου, «πως έσται τούτο», έρχεται η απάντηση για το «δυνατόν» του Θεού, «ουκ αδυνατήσει παν ρήμα». Εδώ το «αδύνατο» της ανθρώπινης φύσης και το «ακατανόητο» του ιστορικού γεγονότος υπερβαίνονται ουσιαστικά μέσα στη «νέα λογική» του θαύματος. Εκεί κατανοούνται τα πάντα μόνο με την πράξη της αποδοχής. Και όταν μιλάμε εδώ για «θαύμα», δεν εννοούμε κάποια «κατάλυση» του φυσικού μας κόσμου και των νόμων του, έστω και αν υπερβαίνεται συγκεκριμένα η «φυσική τάξη». Γιατί το θαύμα, μπορούμε να πούμε, πως βρίσκεται στην κατ’ ουσία «φύση» των πραγμάτων.

Με το «θαύμα», το οποιοδήποτε θαύμα, έχουμε την πραγματική επάνοδο της δημιουργίας στην πλέον «κατά φύσιν» πραγματικότητά της, στην κατάσταση της «αποκατάστασης» και «παλιγγενεσίας» της δημιουργίας, από την αλλοτρίωση, τη φθορά και το θάνατο, που όλα αυτά σημαίνουν μ’ ένα λόγο «πτώση», στη νέα «εδεμική κατάσταση» της Βασιλείας του Θεού. Ο Λόγος παίρνει «σάρκα» με τον Ευαγγελισμό («ο Λόγος σάρξ εγένετο», Ιωάν. 1, 14), γεννιέται ως άνθρωπος, εισέρχεται στην ιστορία και στον κόσμο της φθοράς, πεθαίνει πάνω στο σταυρό, αλλά δεν γίνεται κόσμος πτωτικός, δηλαδή «σάρκα», φθορά και θάνατος. Με το Σώμα του και το Θάνατό του καταλύεται η φθορά και ο θάνατος στην κατ’ ουσία έννοια της ανθρώπινης φύσης. Έτσι, το κακό νικιέται και δεν διαιωνίζεται. Η φθορά και ο θάνατος εγκλωβίζονται στην ιστορική και κοσμική πραγματικότητα, όπου και αναιρούνται με την ανάσταση και δεν επεκτείνονται στην αιωνιότητα.




Από το βιβλίο
«Η ιστορική πορεία του Ιησού»
Γεωργίου Π. Πατρώνου

Εκδόσεις Δομός


copy από Ενοριακά

Η μαγιά του Μακρυγιάννη


«Εκεί πού 'φκιανα τις θέσεις στους Μύλους, ήρθε ο Ντερνύς να με ιδεί: Μου λέγει:
»- Τι κάνεις αυτού; Αυτές οι θέσες είναι αδύνατες· τι πόλεμο θα κάνετε με τον Μπραΐμη αυτού;
»Του λέγω:
»- Είναι αδύνατες οι θέσες κι εμείς. Όμως είναι δυνατός ο Θεός που μας προστατεύει, και θα δείξομε την τύχη μας σαυτές τις θέσες τις αδύνατες. Κι αν είμαστε ολίγοι στο πλήθος του Μπραΐμη, παρηγοριόμαστε μέναν τρόπο· ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος παλαιόθε και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά. Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν. Και όταν κάνουν αυτήνη την απόφαση, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν. Η θέση όπου είμαστε σήμερα εδώ είναι τοιούτη. Και θα ιδούμε την τύχη μας οι αδύνατοι με τους δυνατούς.
»- Τρε μπιεν, λέγει κι αναχώρησε ο ναύαρχος»

25 Μαρτίου 1821-2009



Ως πότε παλικάρια, να ζούμε στα στενά,
μονάχοι σα λεοντάρια, σταις ράχαις στα βουνά;
Σπηλιαίς να κατοικούμε, να βλέπωμεν κλαδιά,
να φεύγωμ' απ' τον κόσμον, για την πικρή σκλαβιά;
Να χάνωμεν αδέλφια, πατρίδα και γονείς,
τους φίλους, τα παιδιά μας, κι όλους τους συγγενείς;
Καλλιώναι μίας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνοι, σκλαβιά και φυλακή.


Τι σ' ωφελεί αν ζήσεις, και είσαι στη σκλαβιά;
στοχάσου πως σε ψαίνουν, καθ' ώραν στην φωτιά.
Βεζύρης, δραγουμάνος, αφέντης κι αν σταθής
ο τύραννος αδίκως σε κάμνει να χαθής.
Δουλεύεις όλ' ημέρα, σε ό,τι κι αν σε πη,
κι' αυτός πασχίζει πάλιν, το αίμα σου να πιη.
Ο Σούτζος, κι' ο Μουρούζης, Πετράκης, Σκαναβής
Γκίκας και Μαυρογένης, καθρέπτης, ειν' να ιδής.
Ανδρείοι καπετάνοι, παπάδες, λαϊκοί,
σκοτώθηκαν κι' αγάδες, με άδικον σπαθί.
Κι' αμέτρητ' άλλοι τόσοι, και Τούρκοι και Ρωμιοί,
ζωήν και πλούτον χάνουν, χωρίς καμμιά 'φορμή.
Ελάτε μ' έναν ζήλον, σε τούτον τον καιρόν,
να κάμωμεν τον όρκον, επάνω στον σταυρόν.

Συμβούλους προκομμένους, με πατριωτισμόν
να βάλωμεν εις όλα, να δίδουν ορισμόν.
Οι νόμοι ναν' ο πρώτος, και μόνος οδηγός,
και της πατρίδος ένας, να γένη αρχηγός.
Γιατί κ' η αναρχία, ομοιάζει την σκλαβιά,
να ζούμε σαν θηρία, είν' πλιο σκληρή φωτιά.
Και τότε με τα χέρια, ψηλά στον ουρανόν
ας πούμ' απ' την καρδιά μας, ετούτα στον Θεόν.

Εδώ σηκώνονται οι πατριώται ορθοί,
και υψώνοντες τας χείρας προς τον ουρανόν,
κάμνουν τον όρκον.

Όρκος κατά της τυραννίας και της αναρχίας.


Ω βασιλεύ του κόσμου, ορκίζομαι σε σε,
στην γνώμην των τυράννων, να μην έλθω ποτέ.
Μήτε να τους δουλεύσω, μήτε να πλανηθώ,
εις τα ταξίματά τους, για να παραδοθώ.
Εν όσω ζω στον κόσμον, ο μόνος μου σκοπός,
για να τους αφανίσω, θε νάναι σταθερός.
Πιστός εις την πατρίδα, συντρίβω τον ζυγόν,
αχώριστος για ναμαι, υπό τον στρατηγόν.
Κι αν παραβώ τον όρκον, ν' αστράψ' ο ουρανός,
και να με κατακάψη, να γένω σαν καπνός.


Τέλος του όρκου


Σ' ανατολή και δύσι, και νότον και βοριά,
για την πατρίδα όλοι, νάχωμεν μια καρδιά.
Στην πίστιν του καθ' ένας, ελεύθερος να ζη,
στην δόξαν του πολέμου, να τρέξωμεν μαζί.
Βουλγάροι κι' Αρβανήτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί,
Αράπηδες και άσπροι, με μια κοινήν ορμή,
Για την ελευθερίαν, να ζώσωμεν σπαθί,
πως είμαστ' αντριωμένοι, παντού να ξακουσθή.

Όσ' απ' την τυραννίαν, πήγαν στην ξενητιά
στον τόπον του καθ' ένας, ας έλθη τώρα πλιά.
Και όσοι του πολεμου, την τέχνην αγροικούν
Εδώ ας τρέξουν όλοι, τυράνους να νικούν.
Η Ρούμελη τους κράζει, μ' αγκάλαις ανοιχταίς,
τους δίδει βιό και τόπον, αξίαις και τιμαίς.
Ως ποτ' οφφικιάλος, σε ξένους Βασιλείς;
ένα να γένης στύλος, δικής σου της φυλής.
Κάλλιο για την πατρίδα, κανένας να χαθή
ή να κρεμάση φούντα, για ξένον στο σπαθί.

Και όσοι προσκυνήσουν, δεν είναι πλιό εχθροί,
αδέλφια μας θα γένουν, ας είναι κ' εθνικοί.
Μα όσοι θα τολμήσουν, αντίκρυ να σταθούν,
εκείνοι και δικοί μας, αν είναι, ας χαθούν.

Σουλιώταις και Μανιώταις, λιοντάρια ξακουστά
ως πότε σταις σπηλιαίς σας, κοιμάστε σφαλιστά;
Μαυροβουνιού καπλάνια, Ολύμπου σταυρ' αητοί,
κι' Αγράφων τα ξεφτέρια, γεννήστε μια ψυχή.
Ανδρείοι Μακεδόνες, ορμήσετε για μια,
και αίμα των τυράννων, ρουφήστε σα θεριά.
Του Σάββα και Δουνάβου, αδέλφια Χριστιανοί,
με τ' άρματα στο χέρι, καθ' ένας ας φανή,
Το αίμα σας ας βράση, με δίκαιον θυμόν,
μικροί μεγάλ' ομώστε, τυράννου τον χαμόν.
Λεβέντες αντριωμένοι, Μαυροθαλασσινοί,
ο βάρβαρος ως πότε, θε να σας τυραννή.
Μην καρτερήτε πλέον, ανίκητοι Λαζοί,
χωθήτε στο μπογάζι, μ' εμάς και σεις μαζί.
Δελφίνια της θαλάσσης, αζδέρια των νησιών,
σαν αστραπή χυθήτε, χτυπάτε τον εχθρόν.
Της Κρήτης και της Νύδρας, θαλασσινά πουλιά,
καιρός ειν' της πατριδος, ν' ακούστε την λαλιά.
Κι' οσ' είστε στην αρμάδα, σαν άξια παιδιά,
οι νόμοι σας προστάζουν, να βάλετε φωτιά.
Μ' εμάς κι εσείς Μαλτέζοι, γεννήτ' ένα κορμί,
κατά της τυραννίας, ριχθήτε με ορμή.
Σας κράζει η Ελλάδα, σαν θέλει σας πονεί,
ζητά την συνδρομήν σας, με μητρικήν φωνή.

Τι σκέκεις Παζβαντζιόγλου, τόσον εκστατικός;
τεινάξου στο Μπαλκάνι, φώλιασε σαν αητός.
Τους μπούφους και κοράκους, καθόλου μην ψηφάς,
με τον ραγιά ενώσου, αν θέλης να νικάς.

Συλήστρα και Μπραϊλα, Σμαήλι και Κιλί,
Μπενδέρι και Χωτήνι, εσένα προσκαλεί.
Στρατεύματα σου στείλε, κ' εκείνα προσκυνούν
γιατί στην τυραννίαν, να ζήσουν δεν μπορούν.
Γγιουρντζή πλιά μη κοιμάσαι, συκώσου με ορμήν,
τον Προύσια να μοιάσης, έχεις την αφορμήν.
Και συ που στο Χαλέπι, ελεύθερα φρονείς
πασιά καιρόν μη χάνεις, στον κάμπον να φανής.
Με τα στρατεύματά σου, ευθύς να συκωθής,
στης Πόλης τα φερμάνια, ποτέ να μη δοθής.
Του Μισιριού ασλάνια, για πρώτη σας δουλειά,
δικόν σας ένα μπέη, κάμετε βασιλιά.
Χαράτζι της Αιγύπτου, στην Πόλ' ας μη φανή,
για να ψοφήσ' ο λύκος, όπου Σας τυραννεί.
Με μια καρδιάν όλοι, μια γνώμην, μια ψυχή,
χτυπάτε του τυράννου, την ρίζα να χαθή.
Ν' ανάψωμεν μια φλόγα, σε όλην την Τουρκιά,
να τρέξ' από την Μπόσνα, και ως την Αραπιά

Ψηλά στα μπαϊράκια, συκώστε τον σταυρόν,
και σαν αστροπελέκια, χτυπατε τον εχθρόν.
Ποτέ μη σταχασθήτε, πως είναι δυνατός,
καρδιοκτυπά και τρέμει, σαν τον λαγόν κι' αυτός.

Τρακόσοι Γγιρτζιαλήδες, τον έκαμαν να ιδή,
πως δεν μπορεί με τόπια, μπροστά τους να ευγή.
Λοιπόν γιατί αργήτε, τι στέκεσθε νεκροί;
ξυπνήστε μην είστε ενάντιοι κ' εχθροί.
Πως οι προπάτορές μας, ορμούσαν σα θεριά,
για την ελευθερίαν, πηδούσαν στη φωτιά.
Έτζι κ' ημείς, αδέλφια, ν' αρπάξωμεν για μια
τ' άρματα, και να βγούμεν απ' την πικρή σκλαβιά.
Να σφάξωμεν τους λύκους, που στον ζυγόν βαστούν,
και Χριστιανούς και Τούρκους, σκληρά τους τυραννούν.
Στεργιάς και του πελάγου, να λάμψη ο σταυρός,
και στην δικαιοσύνην, να σκύψη ο εχθρός.

Ο κόσμος να γλυτώση, απ' αύτην την πληγή,
κ' ελεύθεροι να ζώμεν, αδέλφια εις την γη.


(Ρήγας, Θούριος)

Το μαρτυρικό τέλος του αγίου πατριάρχη Γρηγορίου




Ο σουλτάνος στράφηκε πρώτα εναντίον του μεγάλου διερμηνέως. Για την ενοχοποίησή του χρησιμοποιήθηκε σκευωρία. Τη Μεγάλη Δευτέρα, 4 Απριλίου, ενώ πήγαινε στην υπηρεσία του, άγνωστος τον πλησίασε έξω από την πόρτα του «πασά - καπούσου» και του έδωσε επιστολή με υπογραφή του Αλεξάνδρου Υψηλάντη. Ο Μουρούζης αναγνώρισε ότι η υπογραφή ήταν πλαστή και παρουσίασε αμέσως την επιστολή στον τούρκο υπουργό των Εξωτερικών, που τον καθησύχασε. Αλλά, ενώ έβγαινε από την αίθουσα, τον άρπαξε ο δήμιος και τον οδήγησε στο «γιαλί - κιοσκιού», όπου σε λίγα λεπτά εμφανίσθηκε ο ίδιος ο σουλτάνος, για να παρακολουθήσει τη θανάτωση του μεγάλου διερμηνέως. Εκείνος πρόφθασε και του φώναξε στην τουρκική γλώσσα:


«Αιμοβόρε σουλτάνε! σουλτάνε άδικε! σουλτάνε άθλιε! η τελευταία ώρα της βασιλείας σου εσήμανε αι ωμότητές σου τιμωρηθήσονται ο Θεός εκδικήσοι σοι το ελληνικόν έθνος». Αμέσως θανατώθηκε από τον δήμιο με αποκεφαλισμό. Έτσι τελείωσε τη ζωή του, σε ηλικία 32 ετών, ο Κωνσταντίνος Μουρούζης, «αναμφιβόλως», όπως γράφει o Κούμας, «ο αγαθοφρονέστατος πάντων των συγχρόνων του φαναριωτών».

Επακολούθησαν όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα θανατώσεις εγκρίτων Ελλήνων. Έτσι, θανατώθηκαν ο βάνος Μαυροκορδάτος, ο Παναγιώτης Χαντζέρης, ο βάνος Νικόλαος Χαντζέρης, ο σπαθάρης Δημήτριος Χαντζέρης, ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος από την Πελοπόννησο, ο Αντώνιος Τσίρας από την Πελοπόννησο και ο γιός του Στέφανος, ο βάνος Παναγιώτης Τσέγκης, ο Τσορμπατσόγλου με άλλους τέσσερεις άγνωστους, ο αγάς Αλέξανδρος Ράλλης, ο παχάρνικος Γεώργιος και ο κλουτσιάρης Ζαφείρης από τα Θεράπεια και άλλοι.

Εν τω μεταξύ η Πύλη διέταξε τον πατριάρχη να στείλη απογραφή των ελληνικών οικογενειών που έμεναν στο Φανάρι με τα ονόματα των ανδρών, τις πατρίδες και τα επαγγέλματά τους. Ήθελε να έχει κατάλογο των «αρχοντικών» προσώπων και των μετοίκων Πελοποννησίων, Στερεοελλαδιτών και Αιγαιοπελαγιτών, ώστε να επιλέγει εύκολα τα θύματα, ανάλογα με τις αποφάσεις της κάθε φορά. Επειδή δεν υπήρχε τέτοια απογραφή, ανέλαβαν να την πραγματοποιήσουν δύο Τουρκοκρήτες, που γνώριζαν ελληνικά, με δύο εφημέριους ως οδηγούς των.

Συγχρόνως εκδόθηκε διάταγμα, που απαγόρευε με ποινή θανάτου την αναχώρηση των ραγιάδων υπό οποιαδήποτε σημαία. Ζητήθηκε σχετική συγκατάθεση των πρέσβεων των ευρωπαϊκών δυνάμεων και δόθηκε. Απέκτησαν έτσι οι τουρκικές αρχές το δικαίωμα να ενεργούν έρευνα στα πλοία των δυνάμεων αυτών. Έστειλαν μάλιστα οι πρέσβεις διαταγές στους προξένους των σε όλη την οθωμανική επικράτεια, να μην παρέχουν στους Έλληνες άσυλο ή υπεράσπιση, ούτε να επιτρέπουν στους πλοιάρχους να δέχωνται φυγάδες. Μόνο o πρέσβυς της Ρωσίας Στρόγανωφ δεν παραδέχθηκε το απάνθρωπο αυτό διάταγμα της Πύλης και υποστήριξε ότι αντέβαινε στις Συνθήκες. Με το μέτρο αυτό της απαγορεύσεως των αναχωρήσεων ήθελε η Πύλη να αποτρέψει την ενίσχυση των επαναστατών στην Ελλάδα με φυγάδες, αλλά και να έχει στην Κωνσταντινούπολι και τις άλλες πόλεις «επί το προχειρότερον πλείονα θύματα κατά τας περιστάσεις».



Ο πατριάρχης είχε τη δυνατότητα να διαφύγει παρ' όλα αυτά τα μέτρα, αλλά έκρινε πάντοτε, ότι όφειλε να παραμείνη ως το τέλος στη θέση του. Στις προτροπές να φύγη, όταν γνώσθηκε η επανάσταση της Πελοποννήσου, απάντησε, όπως αναφέρει βιογράφος του:

«Με προτρέπετε εις φυγήν μάχαιρα θα διέλθη τας ρύμας της Κωνσταντινουπόλεως και λοιπών πόλεων των Χριστιανικών επαρχιών. Υμείς επιθυμείτε, όπως εγώ μετημφιεσμένος καταφύγω εις πλοίον ή κλεισθώ εν οικί οιουδήποτε ευεργετικού ημών πρεσβευτού, ν' ακούω δ' εκείθεν πως οι δήμιοι κατακρεουργούσι τον χηρεύσαντα λαόν ουχί. Εγώ δια τούτο είμαι Πατριάρχης, όπως σώσω το έθνος μου, ουχί δε όπως απολέσω τούτο δια της χειρός των γενιτσάρων. Ο θάνατός μου ίσως επιφέρει μεγαλυτέραν ωφέλειαν παρα η ζωή μου. Οι ξένοι Χριστιανοί ήγεμόνες δεν θα θεωρήσωσιν αδιαφόρως πως η πίστις αυτών εξυβρίσθη εν τω προσώπω μου. Οι Έλληνες, οι άνδρες της μάχης, θα μάχωνται μετά μεγαλυτέρας μανίας, όπερ συχνάκις δωρείται την νίκην εις τούτο είμαι πεπεισμένος. Βλέπετε μεθ' υπομονής εις ό,τι και αν μου συμβεί... Ναι ας μη γείνω χλεύασμα των ζώντων δεν θα ανεχθώ ώστε εις τας οδούς της 0δησσού, της Κερκύρας και της Αγκώνος διερχόμενος εν μέσω των αγίων να με δακτυλοδεικτώσι λέγοντες :Ιδού έρχεται ο φονεύς Πατριάρχης. Αν το έθνος μου σωθεί και θριαμβεύσει τότε πέποιθα ότι θα μου αποδώσει θυμίαμα επαίνου και τιμών, διότι εξεπλήρωσα το χρέος μου... Υπάγω όπου με καλεί ο νους μου, ο μέγας κλήρος του έθνους και ο πατήρ ο ουράνιος, ο μάρτυς των ανθρωπίνων πράξεων».

Ως το Μεγάλο Σάββατο οι τούρκοι είχαν θανατώσει μόνο λαϊκούς Έλληνες. «Έμεινε...», όπως γράφει ο Κούμας, «να επιφερθή ποινή εις τον κλήρον, ως εγγυητήν της υπακοής των Χριστιανών. Δια να γείνη επαισθητοτέρα, και ως καθόλου του Χριστιανικού γένους επαγομένη, επρόσμενεν η Οθωμανική αυλή την ημέραν του Πάσχα» και αποφάσισεν να θανωτώση και τον ίδιο τον πατριάρχη.

Στις 10 το πρωί της Κυριακής του Πάσχα, 10ης Απριλίου, έφτασε στα Πατριαρχεία ο νέος μέγας διερμηνέας Σταυράκης Αριστάρχης και κατευθύνθηκε στη μεγάλη αίθουσα, το «μεγάλον συνοδικόν». Ανέβηκε τότε εκεί και ο πατριάρχης, και συνδιαλεγόταν μαζί του, ενώ εκείνος έκρυβε τον λόγο της αποστολής του και την ταραχή του όσο μπορούσε. Έφτασαν σε λίγο οι αρχιερείς που κατοικούσαν κοντά, αμέσως ακούσθηκε θόρυβος από άλογα στην αυλή και παρουσιάστηκαν στην αίθουσα, «μορφήν φέροντες τεράτων! αγριωπών», όπως γράφει ο Φιλήμων, «ο γενιτσάραγας, ο μποσταντσίμπασης, ο τσαουσλάρ εμινή, ο κεσεδάρης του υπουργού τωv εξωτερικών και άλλοι πολλοί ..,. μέχρι πεντήκοντα».

Ο Πατριάρχης τότε κατάλαβε τον λόγο της παρουσίας τους και ζήτησε να του φέρουν «τον τρίβωνα και το επανωκαλύμαυχον». Τα φόρεσε και αποσύρθηκε στο κάτω μέρος της αίθουσας. Ο μέγας διερμηνέας σηκώθηκε όρθιος και διάβασε διάταγμα παύσεως του πατριάρχη και εξορίας του. Ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε', που δεν ήταν πια ούτε αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ούτε πατριάρχης, στράφηκε, στην έξοδο της αίθουσας. Τον περιστοίχισαν τότε οι τούρκοι και ο κεσεδάρης τον οδήγησε στην αποβάθρα του Φαναρίου όπου τον επιβίβασαν σε ακάτιο μαζί με τον ανεψιό του Δημήτριο και τον ιεροδιάκονο Αγάπιο, που τον συνόδευαν. Το ακάτιο όμως, αντί να κατευθυνθεί προς το Καδίκιοϊ (Χαλκηδόνα), τον τόπο της εξορίας, σύμφωνα με το διάταγμα, στράφηκε προς το γιαλί - κιοσκιού, οπότε φάνηκε ότι είχε αποφασισθεί η θανάτωση του πατριάρχη. Μετά την αποβίβαση τον έκλεισαν στην τρομερή φυλακή του μποσταντσίμπαση.



Εν τω μεταξύ στα Πατριαρχεία, όπου είχαν συγκεντρωθεί για την εκλογή νέου πατριάρχη, οι αρχιερείς, οι ηγεμόνες Αλέξανδρος Καλλιμάχης και Σκαρλάτος Καλλιμάχης, ο μέγας διερμηνέας, ο μέγας λογοθέτης της Εκκλησίας Στέφανος Μαυρογένης, οι πρόκριτοι και οι προϊστάμενοι των Συντεχνιών, διάβασε πάλι ο μέγας διερμηνέας το διάταγμα για την έκπτωση του πατριάρχη και την εκλογή νέου:

«Επειδή ο πατριάρχης Γρηγόριος εφάνη ανάξιος του πατριαρχικού θρόνου, αχάριστος και άπιστος προς την Πύλην και ραδιούργος, γίνεται έκπτωτος της θέσεώς του και τω προσδιορίζεται διαμονή εις το Καδίκιοϊ μέχρι δευτέρας διαταγής... Μη επιθυμούσα η Υψηλή Πύλη να στερήσει τους πιστούς της υπηκόους από της πνευματικής κηδεμονίας του κοινού πατρός των, διατάττει να εκλέξωσι πατριάρχην κατά την ανέκαθεν συνήθειά των».

Η εκλογή όμως καθυστερούσε. Οι καταλληλότεροι για τον πατριαρχικό θρόνο αρχιερείς παρακαλούσαν να μην εκλεγούν. Έφθασε τότε νέα, αυστηρή διαταγή της Πύλης, να γίνη αμέσως η εκλογή. Τελικά δέχθηκε ο Πισιδίας Ευγένιος, Φιλιππουπολίτης. Εφοδιάσθηκε αμέσως με τη συστατική αναφορά και πήγε στην Πύλη σύμφωνα με τα καθιερωμένα. Όταν γύρισε, έγινε δεκτός με τις συνηθισμένες τυπικές τιμές και επακολούθησε η δοξολογία μέσα σε ατμόσφαιρα κατήφειας, θλίψεως και αγωνίας.

Μετά την αναχώρηση από την Πύλη του νέου πατριάρχη οι τούρκοι βγάλανε από τη φυλακή τον πατριάρχη Γρηγόριο, τον επιβίβασαν πάλι σε ακάτιο με συνεπιβάτη τον κοτσίμπαση (αρχιβασανιστή) και απομάκρυναν τους δικούς του συνοδούς. Το ακάτιο, κυκλωμένο από άλλα, με 4 ως 5 στρατιώτες, κατευθύνθηκε πίσω στην αποβάθρα του Φαναρίου, όπου και αποβίβασαν τον πατριάρχη με τα χέρια του δεμένα πίσω. Εκεί άγριο πλήθος Τούρκων ενόπλων και στρατιωτών είχε συγκεντρωθεί και περίμενε, γαυριώντας, να παρακολουθήσει τη θανάτωση του αρχηγού των Ελλήνων, "ως πρώτου δήθεν και κυρίου αρχηγού της επαναστάσεως της Πελοποννήσου."

Ο πατριάρχης Γρηγόριος προχώρησε λίγα βήματα, γονάτισε και έσκυψε το κεφάλι, περιμένοντας το μαχαίρι του δημίου. Αλλά ο κοτσίμπασης του έδωσε λάκτισμα και του είπε αγρία «καλκ γιου ρου» (σήκω και προχώρα) και, όπως ο πατριάρχης από το γήρας και την εξάντληση δεν μπορούσε να σηκωθεί, τον βοήθησε o ίδιος. Δυό στρατιώτες τον υποβάσταζαν για να συνεχίσει την πορεία στον ανηφορικό δρόμο προς τα Πατριαρχεία.

Όταν έφτασαν εκεί χρειάσθηκε να περιμένουν. Είχε αποφασιστεί για τον πατριάρχη θάνατος με απαγχονισμό και ως θέση η μεσαία από τις τρείς εξωτερικές θύρες των Πατριαρχείων ετοίμαζαν τότε την αγχόνη με δοκούς που έμπηγαν στον θριγκό του τοίχου επάνω από τη θύρα αυτή και δεν είχε τελειώσει ακόμη η εργασία. Κατά τον χρόνο της αναμονής ο πατριάρχης προσευχόταν. Όταν όλα συμπληρώθηκαν, ο μποσταντσήμπασης του είπε με βροντώδη φωνή, όπως αναφέρει ο Φιλήμων: «Κακούργε, ουκ ει συ ο διαφθείρας τους δούλους του σουλτάνου, του καταφυγίου του κόσμου; ουκ ει συ ο ωθήσας τους απίστους υπηκόους εις την αποστασίαν;...» και έδωσε διαταγή στους δημίους. Αυτοί τον έσυραν στην αγχόνη. Ο θάνατός του επήλθε αμέσως.


Στο στήθος του αναρτήθηκε έγγραφο, που ανέφερε την αιτία της καταδίκης του:

«Επειδή χρέος των ανωτέρων και των αρχηγών, οιουδήποτε έθνους, είναι το επαγρυπνείν νυχθημερόν επί των εις την επιτήρησιν αυτών εμπεπιστευμένων προσώπων, το πληροφορείσθαι περί πασών των πράξεων αυτών και αναφέρειν εις την κυβέρνησιν πάντα τα μεταξύ αυτών ανακαλυπτόμενα εγκλήματα και οι Πατριάρχαι, όντες επίσης, ως εκ της θέσεως αυτών, ανώτεροι και αρχηγοί των υπηκόων, οίτινες ζώσιν εν ασφαλεία υπό την σκιάν της αυτοκρατορικής εξουσίας, οφείλουσιν, ίνα προ πάντων ώσιν άμωμοι, έντιμοι, χρηστοί και ειλικρινείς κεκτημένοι δε τας ιδιότητας ταύτας, αφ' ου εννοήσωσι τας αγαθάς και κακάς κλίσεις λαού τίνος, οφείλουσιν, ίνα προλαμβάνωσιν εγκαίρως τας κακάς δι' απειλών τε και συμβουλών, εν ανάγκη δια τιμωριών κατά τα παραγγέλματα της θρησκείας αυτών, και πληρούσιν ούτω μέρος της ευγνωμοσύνης ην οφείλουσι τη υψηλή Πύλη δια τας ευεγερσίας και τας ελευθερίας, ην απολαύουσιν υπό την αγοθοεργόν αυτής σκιάν.

Αλλ' ο άπιστος Έλλην Πατριάρχης, όστις όμως έδωκε προηγουμένως τοσαύτα αφοσιώσεως δείγματα, δεν ηδυνήθη να μη συμμεθέξη νυν εις τας στάσεις και την επανάστασιν του έθνους αυτού, επιχειρισθείσαν υπό διαφόρων διεφθαρμένων ανθρώπων, επιλαθομένων εαυτών και παρασυρομένων υπό διαβολικών και χιμαιρικών ιδεών χρέος δε αυτού ην, όπως διδάξη τους αμαθείς, ότι προέκειτο ενταύθα περί επιχειρήσεως ματαίας, ουδέποτε δυναμένης ίνα πραγματοποιηθή, επειδη τα κακα σχέδια ουδέποτε θριαμβεύουσι κατα της μωαμεθανικης ισχύος και θρησκείας, λαβουσών την ύπαρξιν αυτών παρά του θεού από χιλίων και πλέον ετών, και διατηρηθησομένων μέχρι της τελευταίας κρίσεως, ως βεβαιεί ημάς ο ουρανός δια αποκαλύψεων και θαυμάτων. Εν τούτοις ένεκα της διαφθοράς της καρδίας αυτού ου μόνον δεν εγνωστοποίησεν, ουδ' ετιμώρησε τους απλούς ανθρώπους, οίτινες επλανήθησαν, αλλά, κατά πάσαν πιθανότητα, αυτός ο ίδιος μετέσχε κρυφίως ως αρχηγός της επαναστάσεως, ώστε αναποφεύκτως σχεδόν άπαν το Ελληνικόν έθνος, εν υπάρχουσι πολλοί αθώοι και δυστυχείς υπήκοοι, ουδέ την ελαχίστην ταύτης γνώσιν έχοντες, θέλει καταστραφή ίσως εκ θεμελίων και καταστή το αντικείμενον της οργής του Θεού.

Όταν η αστυνομία επληροφορήθη περί της επαναστάσεως, και αφ' ου αυτή εγνώσθη υπό του κοινού, η υψηλή Πύλη, υπό μόνης της συμπαθείας προς τους δυστυχείς αυτής υπηκόους ορμουμένη, εζήτησεν ίνα επαναγάγη αυτούς δια της γλυκύτητος εις την οδόν της σωτηρίας, και διεύθυνεν επί τούτω προς τον Πατριάρχην προσταγήν, διαλαμβάνουσαν διαταγάς και συμβουλάς αναλόγους προς τον σκοπόν τούτον, μετά διαταγής προς τον Πατριάρχην, όπως αναθεματίση πάντα τα μέρη του τόπου, ένθα ο τρόπος ούτος κατέστη αναγκαίος κατά των συμμετασχόντων της επαναστάσεως υπηκόων.

Άλλ' αντί να δαμάση αυτούς, και πρώτος αυτός να επανέλθη εις το χρέος αυτού, αυτός ο άπιστος υπήρξεν υπέρ πάντα άλλον ο άξων πασών των αταξιών, των μέχρι του δεδιαταραξασών την κοινήν ησυχίαν, επείσθημεν, ότι και αυτός εγεννήθη εις Πελοπόννησον, και ότι συμμετέσχε πασών των βιαίων πράξεων, ας τινές υπήκοοι πεπλανημένοι έπραξαν εκεί και εις την επαρχίαν των Καλαβρύτων. Ούτω λοιπόν αυτός ο ίδιος υπήρξεν αίτιος της εξοντώσεως και της απωλείας, ην βεβαίως θέλουσιν υποστεί τη βοήθεια του Θεού. Επειδή δε επείσθημεν απανταχόθεν περί της προδοσίας αυτού ου μόνον κατά της υψηλής Πύλης, αλλά και κατά του ιδίου αυτού έθνους, αναγκαίον κατέστη, όπως αφαιρεθή το σώμα του από της γης και δια τούτο απηγχονίσθη, ίνα χρησιμεύση εις παράδειγμα δια τους λοιπούς.»

Εξεδόθη την 19 του μηνός Ρετζέπ έτος 1230
(10 Απριλίου 1821)








[copy από http://www.egolpio.com/HISTORY/patriarxis_gr_e.htm]

25 Mαρτίου: Γιορτή εθνικής αυτογνωσίας ή μίσους;



Αφιερωμένο στον/στην κύριο/κυρία με την φαρμακομύτη στο σκίτσο από πάνω, αλλά και σε "άλλους":



Μπροστά η ζωή, κι όποια ζωή· το πίσω
πάντα είν’ αστένεια κι είναι χαλασμός·

ήρωα, φοβάμαι να σ’ ακολουθήσω,

ο λόγος σου είν’ αξήγητος χρησμός –

– Ο λόγος μου η ξεγύμνωτη είν’ αλήθεια

κι η αλήθεια είναι σεισμός και πειρασμός,



σαλπίστε τον το λόγο μου στα πλήθια.

Πίσω και πίσω, πάλε απ’ την αρχή!

Ροδοζαχαρωμένα παραμύθια,



αθώα για σας δεν είναι πια η ψυχή.

Χτύπα, απαρνήσου, λαβωνε, βλαστήμα.

σβήσε, ξανά ν’ αναστηθείς, φυλή! –



– Το Εικοσιένα; – Αστοχασιά και κρίμα! –

* * *

Ζαγάρια και τσακάλια και κοκόροι,
σηκωτοί κάθε τόσο στο ποδάρι,
μόρτηδες, λούστροι, αργοί, λιμοκοντόροι.

Στον αφέντη χαρά που τούς λανσάρει!
Και ποια είναι τα σωστά, ποια τα μεγάλα
που την ορμή τούς δίνουν και τη χάρη;

Προδότες οι Τρικούπηδες. Κρεμάλα!
Κι οι Ψυχάρηδες; Γιούχα! Πλερωμένοι.
Νά η Ελλάδα! Αρσακιώτισσα δασκάλα,

με λογιότατους παραγιομισμένη.
Κι ο Ρωμιός; Αφερίμ! Μυαλό; Κουκούτσι.
Από τον καφενέ στην Πόλη μπαίνει,

του ναργελέ κρατώντας το μαρκούτσι.

* * *

Στ’ ακάθαρτα κυλήστε μας του βούρκου,
και πιο βαθιά. Πατήστε μας με κάτι
κι από το πόδι πιο σκληρό του Τούρκου.

Διαβασμένοι, ντοτόροι, σπιρουνάτοι,
ρασοφόροι, δασκάλοι, ρουσφετλήδες,
οικοπεδοφαγάδες, αβοκάτοι,

κομματάρχηδες και κοτσαμπασήδες,
και της γραμματικής οι μανταρίνοι
και της πολιτικής οι φασουλήδες,

ταρτούφοι, ραμπαγάδες, ταρταρίνοι!
– Αμάν! Αγά, στα πόδια σου! άκου! στάσου! –
Βυζαντινοί, Γασμούλοι, Λεβαντίνοι.

Ρωμέικο να! Με γεια σου, με χαρά σου.

* * *

Σκύλος κοκαλογλείφτης φέρνει γύρα
κρακ! τακ! της γειτονιάς τους τενεκέδες.
Ο ποσαπαίρνης με το θεσιθήρα

για την πατρίς καυγά στους καφενέδες.
Οι γάτοι λυγεροί στα κεραμίδια
ταιριάζουν ερωτόπαθους γιαρέδες.

Φαγοπότι, ξαπλωταριό, τα ίδια.
Τα θέατρα, τις ταβέρνες, τα πορνεία,
φάμπρικες, μπάνκες, σπίτια αποκαΐδια,

τ’ ανταμώνει αττικότατη αρμονία.
Και κοιμισμένη στα όνειρά της βλέπει
μουρλή γλωσσοκοπάνα Πολιτεία

τον Περικλή. Μα ο Χασεκής τής πρέπει.

* * *

Οι βωμοί συντριμμένοι, και σβησμένα

τα πολυκάντηλα όλα της λατρείας.

Ούτ’ η Αθηνά, πολεμική παρθένα,



και μήτε η ευλογία της Παναγιάς.

Σ’ αρχαία και νέα, παλάτια και ρημάδια

τ’ άδειο παντού· το κρύο της αθεΐας.



Σαν αγριμιών και σαν αρνιών κοπάδια,

ζουν οι ζωές, τρων, τρώγονται και πάνε.

Κι απάνου απ’ όλα των θεών τα βράδια



υπέρθεα ξωτικά φεγγοβολάνε

μακριά από μας Ιδέα και Επιστήμη.

Βάρβαροι σε ναούς τις προσκυνάνε.


Τ' άτι σου ακόμα μας πατά, Μπραΐμη!




Κ. Παλαμάς, Σατιρικά Γυμνάσματα

Όταν ξεχάσουμε το 21 ξεχνάμε και που πάμε. Προσγειωθήτε ή απογειωθήτε.
Ξεκαβαλλήστε όμως τα καλάμια ή σηκωθείτε από τη λάσπη του ραγιά...


[Η εικόνα και ο τίτλος αντιγραφή από το blog του misha]

Τρίτη, Μαρτίου 24, 2009

Το μεγάλο ΝΑΙ από μία ταπεινή...


Τον μήνα τον έκτο της εγκυμοσύνης της Ελισάβετ, ήρθε απεσταλμένος από τον Θεό ο αρχάγγελος Γαβριήλ στο καταφρονεμένο χωριό της Ναζαρέτ σε μια παρθένα δεκαπεντάχρονη και ασήμαντη κόρη την Μαριάμ΄, για να της ευαγγελιστεί πώς θα γεννήσει τον Χριστό του Κυρίου!

Ασήμαντη; Ναι. Ασήμαντη για τους ανθρώπους. Ένα στοιχείο αδιάφορο στην τερατική ρωμαϊκή αυτοκρατορία,σε μια επαρχία τόσο κακόφημη και αποχαρακτηρισμένη από τους προκατειλλημένους, κάπου σε μια γωνιά του χαοτικού κράτους. Η Μαριάμ ήταν μια φτωχή παιδούλα για τους γύρω της. Ορφανή από πατέρα και μητέρα, μεγαλωμένη με έξοδα του ναού, κάτω από την προστασία ενός φτωχού και γέρου ξυλουργού που έφερε τον τίτλο μνήστωρ. Η δαβιτική καταγωγή της ένα στοιχείο τυχαίο μέσα στην αχλύ του αιώνα.Οι προοπτικές της να ζήσει ως χωριατοπούλα δίπλα σε έναν χωριάτη, θεοσεβούμενο μεν αλλά οι ανθρώποι συνήθως δεν νοιάζονται για τέτοια "ανόητα" και "ψιλά" πράγματα. Οι ιερείς λοιπόν συνέχιζαν να προσφέρουν θυσίες στον Ιαχβέ,οι γραμματείς έσκυβαν πάνω από τον νόμο και έσχιζαν τρίχες πασχίζοντας να διακρίνουν το θείο θέλημα. Η Ιουδαία γέμισε με ζηλωτές και ψευδοπροφήτες που έπαιρναν στο λαιμό τους αθώο κόσμο και έσερναν το ανάθεμα πάντων και στην μακρυνή Ρώμη ο "θείος Αύγουστος" καμάρωνε αλύγιστος πάνω στο θρόνο του "θηρίου της αποκαλύψεως", "θεϊκός" και "κύριος της οικουμένης". Και αυτή η αμαρτία βασίλευε σαν ψηλαφητό σκοτάδι στον κόσμο, ενώ κάθε μέρα περιγελούσαν τις επαγγελίες των Δικαίων και των προφητών. Το ευλογημένο "λείμμα" από την άλλη, ατένιζε καθημερινώς τον ναό για να δει τον "άγγελο Κυρίου" και σε κάθε γέννηση αγοριού έψαχνε σημεία και αποκαλύψεις στον ουρανό...

Ασήμαντη όμως; Ότι για τους ανθρώπους είναι υψηλό για τον Θεό είναι βδελυρό. Και ο Κύριος από κοπρίας ανιστά πένητα, καθαίρει δυνάστες από θρόνους και υψώνει ταπεινούς,ευαρεστείται στους πτωχούς και εξουθενώνει τους πλουτούντας κενούς. Αυτή η "ασήμαντη" ήταν η σημαντικότερη θυγατέρα του Αδάμ που πέρασε από την γη. Δεν ήταν μόνο η αγνότητα της και η ζωή της στο Ναό που την κοσμούσε με θείες χάριτες, ήταν με δύο λόγια η "προεκλελεγμένη" από τους αιώνες. Η Μαριάμ της Ναζαρέτ ήταν εκείνη που έγινε Παναγία και Θεοτόκος. Η σιών στην οποία ο βασιλιάς αναπαυτηκε. Ο δρόμος του Θεού ειναι να σημαίνει αυτούς που περιφρονούν οι κοινοί και πολλοί. Ο Κύριος βλέπει την μυστική ζωή, την αγνοτητα, τα δάκρυα , την πίστη, τις προσευχές, την άσκηση στις αρετές. Ότι για εμάς παράδοξο και δύσκολο για Εκείνον καλό και ευλογημένο. Η Παναγία παρθένα ήταν το άστρο της οικουμένης, το σφραγισμένο κοχύλι που θα αποκάλυπτε τον νοητό μαργαρίτη. Αλήθεια ποιός θα μπορούσε να το φανταστεί; Δεν έμενε παρά μόνο το μεγάλο "ΝΑΙ". Η Μαριάμ υπέγραψε διαθήκη με τον Θεό! Τότε τα πάντα ανεστράφησαν, η Ιστορία πήρε τον δρόμο της , ο Ερχομός του Μεγάλου θεού βρήκε την δίοδο και την στιγμή του μέσα στον δικό μας χωροχρόνο. Η ταπεινή Κόρη της Ναζαρέτ με τη συνέργεια της στο Μεγάλο Σχέδιο είχε πεί το "ΝΑΙ" για να σωθεί ο κόσμος....

Ευαγγελίζου γή χαράν μεγάλην...





Βουλήν προαιώνιον, αποκαλύπτων σοι Κόρη, Γαβριήλ εφέστηκε, σέ κατασπαζόμενος, καί φθεγγόμενος, Χαίρε γή άσπορε, χαίρε βάτε άφλεκτε, χαίρε βάθος δυσθεώρητον, χαίρε η γέφυρα, πρός τούς ουρανούς η μετάγουσα, καί κλίμαξ η μετάρσιος, ήν ο lακωβ εθεάσατο, χαίρε θεία στάμνε τού Μάννα, χαίρε λύσις τής αράς, χαίρε Αδάμ η ανάκλησις, μετά σού ο Κύριος.



Φαίνη μοι ως άνθρωπος, φησίν η άφθoρος Κόρη, πρός τόν Αρχιστράτηγον, καί πώς φθέγγη ρήματα υπέρ άνθρωπον, μετ' εμού έφης γάρ, τόν Θεόν έσεσθαι, καί σκηνώσειν εν τή μήτρα μου, καί πώς γενήσομαι, λέγε μοι χωρίον ευρύχωρον, καί τόπος αγιάσματος, τού τοίς Χερουβίμ επιβαίνοντος; Μή με δελεάσης απάτη, ου γάρ έγνων ηδονήν, γάμου υπάρχω αμύητος, πώς ούν παίδα τέξομαι!



Θεός όπου βούλεται, νικάται φύσεως τάξις, φησίν ο Ασώματος, καί τά υπέρ άνθρωπον διαπράττεται. Τοίς εμοίς πίστευε, αληθέσι ρήμασι, Παναγία υπεράμωμε. Η δέ εβόησε, Γένοιτό μοι νύν ως τό ρήμά σου, καί τέξομαι τόν άσαρκον, σάρκα εξ εμού δανεισάμενον, όπως αναγάγη τόν άνθρωπον, ως μόνος δυνατός, εις το αρχαίον αξίωμα, διά τής συγκράσεως

Δευτέρα, Μαρτίου 23, 2009

Το δέντρο της Ζωής.



Σταυρέ το δέντρο της Ζωής.
Από δέντρο παρακοής έφαγε ο πατέρας μας
το μεσημέρι εκείνο της άγνοιας του
και του Άδη έγινε δούλος,πτώμα βαρύ.
Το μεσημέρι εκείνο της λύτρωσης
ο Αδελφός μου Εκείνος και Κύριος
πάνω σου κρεμάμενος από τον Άδη με λύτρωσε.
Και έγινε η εσπέρα της παρακοής νύκτα απελπισίας.
Και έγινε η εσπέρα της καταλλαγής ημέρα της ελπίδας.
Κλειδί της σωτηρίας μου είσαι. Φως ορθρινό που με γεμίζει χαρά.
Χαίρε που στα κλαδιά σου στέκονται για μια στιγμή
μαύροι κοράκοι οι αμαρτίες μου. Χαίρε, που πεταρίζουν μακρυά λευκά
περιστέρια σαν άγγελοι της άφεσης μου.
Χαίρε σφουγγάρι που μάζεψες στάλα στάλα το δάκρυ, χαίρε τριαντάφυλλο που
φίλησαν τα πέταλα σου το αίμα.
Χαίρε, που στολίζεις τα παράθυρα του όρθρου, χαίρε που σφραγίζεις την έξοδο της εσπέρας. Χαίρε του μεσημεριού παρηγοριά, χαίρε την νύχτα γιασεμί που λευκαίνεις.
Χαίρε, πρόγευμα των ασκητών, χαίρε δείπνο των μυστικών.
Χαίρε το στεφάνι των ασπίλων παρθένων, χαίρε της μητέρας που λαφρώνεις την προσμονή.
Φρουρός γίνε και φύλακας μας, Δέντρο χαριτωμένο της ζωής.

Σταυρέ σε είδε ο Άδης και ταράχτηκε. Καρφί στα σωθικά του μπήκες.
Και ξερνούσε τους απ'αιώνος νεκρούς ο παγγέλαστος.
Εσύ είσαι μπαστούνι των τυφλών και ανάβλεψη όλων των σκοτισμένων.
Στις κεραίες σου αναπαύεται το πανάγιο το Αίμα. Γραφίδα εσύ με την
οποία υπογράφτηκε βασιλικό διάταγμα χάρης!
Εσύ το τρόπαιο , εσύ και ο δρόμος.
Όργανο της ανάστασης, ο βασιλιάς νέος Δαβίδ με σένα άρμοσε τη μουσική
τη θεϊκή της σωτηρίας. Με σένα έπαιξε παιάνα της χαράς.
Χαίρε τετράχορδη κιθάρα που πυκνώνεις τον αέρα, χαίρε αυλέ της κατάνυξης που διαλύεις το νέφος.
Χαίρε σπαθί που τεμαχίζεις τον δράκοντα, χαίρε σκοινί που απλώνονται οι προσευχές μας.
Χαίρε ζωής ταμείο, χαίρε αμφιλύκη στιλπνή της χαράς μας.
Χαίρε που ανεβαίνουν οι οδοιπόροι ακούραστα, χαίρε που κατεβαίνουν οι λογισμοί τους στα βάραθρα.
Χαίρε, που είσαι δοχείο στου ταπεινού το θυμίαμα, χαίρε που είσαι σχολείο στου περηφάνου το ρώτημα.
Χαίρε που αγιάζεις και γαλανίζει το σύμπαν, χαίρε που πλατειάζεις και ανασταίνεται το πέραν.
Φρουρός γίνε και φύλακας μας, Δέντρο χαριτωμένο της ζωής.

Άλλοι σε είπαν θησαυροφυλάκιο της χάρης.Άλλων τα χείλη με στιφάδα γλυκειά
η άρθρωση σου ευφραίνει.Οι μάρτυρες σε κρατούσαν δόρυ και ασπίδα και έμεναν άτρωτοι. Οι όσιοι ιστίο και σανίδα σε μεταχειρίστηκαν και βρήκαν τις ακτές της Εδέμ νύμφες καλές να τους καλοσωρίζουν.
Χαίρε εσύ που νικάς τις σειρήνες,χαίρε εσύ που στα σκιάχτρα σκορπίζεις τον τρόμο. Χαίρε εσύ που οικοδομείς τα άριστα, χαίρε εσύ που ξεθεμελιώνεις τα άχρηστα.
Χαίρε βουνό που ανατέλλει ο άδυτος ήλιος, χαίρε κοιλάδα που ξαπλώνει το βασιλικό λιοντάρι.
Χαίρε ανθρώπου η βαθύτατη νήψη,χαίρε αγγέλου το υψηλότατο θαύμασμα.
Χαίρε, των νηπίων η ακατάληπτη δόξα, χαίρε των σοφών της αισχύνης το φίμωτρο.
Χαίρε, λαμπάδα που καίς και δροσίζεις, χαίρε παστάδα του γάμου της χαρμολύπης.
Φρουρός γίνε και φύλακας μας, Δέντρο χαριτωμένο της ζωής.

Σταυρέ , μαζί με την άνοιξη ανέτειλε πάλι και το δικό σου κάλλος. Στις σανίδες σου κελαηδούν οι νοητές αηδόνες:"Σταύρωση και χαρά! Σταύρωση και χαρά"! Από σένα ο ήλιος βγαίνει και πάλι βουτά στου χρόνου το αείφορο πέλαγος.Εσύ νόημα δίνεις στη σελήνη και θαμπώνεις την αστρινή νύχτα με τις λαμπηδόνες των διδαγμάτων σου. Αποκούμπι των γερόντων, γίνε σείστρο δοξολογίας στων νηπίων το στόμα, εσύ που καταρτίζεις στο στόμα των βρεφών το ωσαννά, εσύ που των μεγάλων ανατρέπεις τα σχέδια και των μικρών τα όνειρα θεώνεις.
Χαίρε που υπάρχεις της εαρινής ισημερίας το άγγελμα, χαίρε που διασκεδάζεις του φθινοπώρου το άγονο. Χαίρε που αποτινάζεις του χειμώνα το ψύχος, χαίρε τύπε του θέρους δρεπανηφόρε υπέρλαμπρε. Χαίρε της θαλάσσης απροσμάχητο κράτος, χαίρε της θαλάσσης αφροδίαιτο κάλλος. Χαίρε, που ζωγραφίζεις κοκκινάδα στον κάμπο, χαίρε που στεφανώνεις με γυαλάδα τα όρη.Χαίρε, της πόλης που ξαποστέλνεις κενή την πεζότητα, χαίρε κοντυλοφόρε που χαράζεις των αγροίκων την ποίηση. Χαίρε , δέντρο και λουλούδι που μυρίζεις μητρικά, χαίρε βότσαλο στον ήλιο που θαμπώνεις τα στοιχειά.
Φρουρός γίνε και φύλακας μας, Δέντρο χαριτωμένο της ζωής.

Κυριακή, Μαρτίου 22, 2009

"Μπροστά στο δικαστήριο της σταυρωμένης αγάπης..."





Του πατρός Αλεξάνδρου Σμέμαν

Από τα παμπάλαια χρόνια, το βράδυ του Σαββάτου της τρίτης εβδομάδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ο σταυρός μεταφέρεται στο κέντρο του ναού, και ολόκληρη η ακόλουθη εβδομάδα είναι γνωστή ως εβδομάδα του Σταυρού.Ξέρουμε πως η Μεγάλη Τεσσαρακοστή αποτελεί μια προετοιμασία για τη Μεγάλη Εβδομάδα, τότε που η Εκκλησία θα ανακαλέσει στη μνήμη της τον πόνο, τη σταύρωση και το θάνατο του Ιησού Χριστού πάνω στο σταυρό. Η προβολή του σταυρού στη μέση της Σαρακοστής, μας υπενθυμίζει το σκοπό της βαθύτερης και εντατικότερης εκκλησιαστικής ζωής κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής. Έτσι είναι ο κατάλληλος τόπος εδώ, για να σκεφτούμε το ρόλο του σταυρού, αυτού του σημαντικότατου και χαρακτηριστικότατου όλων των Χριστιανικών συμβόλων.

Το σύμβολο αυτό έχει δύο στενά αλληλένδετες σημασίες. Αφενός είναι ο σταυρός του Χριστού, αυτό το αποφασιστικό όργανο με το οποίο ολοκληρώθηκε η επίγεια ζωή και διακονία του Χριστού.
Είναι η ιστορία ενός φοβερού και τρομακτικού μίσους ενάντια σ’ Αυτόν που ολόκληρη η διδασκαλία Του επικεντρώθηκε στην εντολή της αγάπης, και που ολόκληρο το κύρυγμά Του ήταν μια κλήση σε αυτοθυσία στο όνομα της αγάπης. Ο Πιλάτος, ο Ρωμαίος κυβερνήτης στον οποίο μεταφέρθηκε ο Χριστός, αφού Τον συνέλαβαν, Τον εκτύπησαν και Τον έφτυσαν, λέει, «εν αυτώ ουδεμίαν αιτίαν ευρίσκω» (Ιωάν. 19, 4). Αυτό όμως προκάλεσε ένα ισχυρότερο ξέσπασμα: «Σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν!» φωνάζει το πλήθος. Έτσι ο σταυρός του Χριστού θέτει ένα αιώνιο πρόβλημα, που σκοπεύει στο βάθος της συνειδήσεως: γιατί η καλωσύνη ξεσήκωσε όχι μόνο αντίθεση, αλλά και μίσος; Γιατί η καλωσύνη σταυρώνεται πάντοτε σ’ αυτόν τον κόσμο;

Συνήθως αποφεύγουμε να δώσουμε απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, επιρρίπτοντας την ευθύνη σε κάποιον άλλο: αν ήμασταν εκεί, αν ήμουν εκεί εκείνη την τρομερή νύχτα, δε θα είχα συμπεριφερθεί όπως οι άλλοι. Αλλοίμονο όμως, κάπου βαθιά στη συνείδησή μας γνωρίζουμε πως αυτό δεν είναι αλήθεια. Ξέρουμε πως οι άνθρωποι που βασάνισαν, σταύρωσαν και μίσησαν τον Χριστό δεν ήταν κάποιου είδους τέρατα, κατεχόμενα από κάποιο ιδιαίτερο και μοναδικό κακό. Όχι, ήταν «όπως όλοι μας». Ο Πιλάτος προσπάθησε ακόμη και να υπερασπιστεί τον Ιησού, να μεταπείσει το πλήθος, προσφέρθηκε ακόμη και να απελευθερώσει το Χριστό ως κίνηση καλής θελήσεως, χάριν της εορτής, όταν κι αυτό απέτυχε, στάθηκε μπροστά στο πλήθος και ένιψε τα χέρια του, δείχνοντας τη διαφωνία του σ’ αυτό το φόνο.

Με λίγες πινελιές το ευαγγέλιο σχεδιάζει την εικόνα αυτού του παθητικού Πιλάτου, του τρόμου του, της γραφειοκρατικής του συνειδήσεως, της δειλής του αρνήσεως να ακολουθήσει τη συνείδησή του.

Δε συμβαίνει όμως ακριβώς το ίδιο στη δική μας ζωή και στη ζωή γύρω μας; Δεν είναι αυτή η πιο κοινότυπη, η πιο τυπική ιστορία;
Δεν είναι παρών συνεχώς μέσα μας κάποιος Πιλάτος;
Δεν είναι αλήθεια πως όταν έρθει η στιγμή να πούμε ένα αποφασιστικό, αμετάκλητο όχι στο ψεύδος, στην αδικία, στο κακό και στο μίσος, ενδίδουμε στον πειρασμό να «νίψουμε τας χείρας μας»; Πίσω από τον Πιλάτο ήταν οι Ρωμαίοι στρατιώτες, οι οποίοι όμως υπερασπιζόμενοι τον εαυτό τους θα μπορούσαν να πουν: εκτελέσαμε απλώς διαταγές,μάς είπαν να «ουδετεροποιήσουμε» κάποιον ταραχοποιό που προκαλούσε αναστάτωση και αταξία, για ποιο πράγμα μιλάτε λοιπόν; Πίσω από τον Πιλάτο, πίσω από τους στρατιώτες ήταν το πλήθος, οι ίδιοι άνθρωποι που έξι μέρες πριν φώναζαν «Ωσαννά», καθώς υποδέχονταν θριαμβευτικά το Χριστό, κατά την είσοδό του στην Ιερουσαλήμ, μόνο που τώρα η κραυγή τους ήταν «Σταύρωσον αυτόν!» Έχουν όμως και γι’ αυτό μια εξήγηση. Δεν είναι οι ηγέτες τους, οι διδάσκαλοί τους και οι κυβερνήτες τους αυτοί που τους έλεγαν πως ο άνθρωπος αυτός ήταν ένας εγκληματίας, που κατέλυσε τους νόμους και τις συνήθειες, και γι’ αυτό, βάσει του νόμου, «πάντοτε βάσει του νόμου, πάντοτε σύμφωνα με το υπάρχον καταστατικό», πρέπει να πεθάνει…; Έτσι κάθε συμπαίκτης σ’ αυτό το τρομακτικό γεγονός είχε δίκαιο «από την πλευρά του», όλοι δικαιώθηκαν. Όλοι μαζί όμως δολοφόνησαν έναν άνθρωπο στον οποίον «ουδέν ευρέθη αίτιον». Η πρώτη σημασία του σταυρού συνεπώς είναι η κρίση του κακού, ή μάλλον της ψευδοκαλωσύνης αυτού του κόσμου, μέσα στον οποίο πανηγυρίζει αιώνια το κακό, και ο οποίος προωθεί τον τρομακτικό θρίαμβο του κακού πάνω στη γη.

Αυτό μας μεταφέρει στη δεύτερη σημασία του σταυρού. Μετά το σταυρό του Χριστού ακολουθεί ο δικός μας σταυρός, για τον οποίο ο Χριστός είπε, «ει τις θέλει οπίσω μου έρχεσθαι,… αράτω τον σταυρόν αυτού καθ’ ημέραν και ακολουθείτω μοι» (Λουκ. 9, 23).
Αυτό σημαίνει πως η επιλογή που είχε να κάνει ο καθένας εκείνη τη νύχτα –ο Πιλάτος, οι στρατιώτες, οι αρχηγοί, το πλήθος κι ο καθένας μέσα στο πλήθος – είναι μια επιλογή που τίθεται συνεχώς και σε καθημερινή βάση μπροστά μας.
Εξωτερικά, η επιλογή έχει να κάνει με κάτι φαινομενικά ασήμαντο για μας, ή δευτερεύον. Για τη συνείδηση όμως τίποτε δεν είναι πρώτο ή δεύτερο, αλλά το καθετί μετράται αν είναι αληθινό ή ψεύτικο, καλό ή κακό.
Το να σηκώνεις λοιπόν το σταυρό σου καθημερινά δεν είναι απλώς το να αντέχεις τα φορτία και τις μέριμνες της ζωής, αλλά πάνω απ’ όλα το να ζεις αρμονικά με τη συνείδησή σου, το να ζεις μέσα στο φως της κρίσεως της συνειδήσεως.
Ακόμη και σήμερα, με όλο τον κόσμο να κοιτάζει, ένας άνθρωπος στον οποίο «ουδέν ευρέθη αίτιον» μπορεί να συλλαμβάνεται, να βασανίζεται, να κτυπιέται, να φυλακίζεται ή να εξορίζεται. Όλα αυτά δε «επί τη βάσει του νόμου», χάριν της υπακοής και πειθαρχίας, όλα στο όνομα της τάξεως, για το καλό όλων. Πόσοι Πιλάτοι δε νίπτουν τα χέρια τους, πόσοι στρατιώτες δε σπεύδουν να εκτελέσουν τις διαταγές της στρατιωτικής ιεραρχίας, πόσοι άνθρωποι υπάκουα, δουλόπρεπα δεν τους χειροκροτούν, ή τουλάχιστον δεν κοιτάζουν σιωπηλά το κακό που θριαμβεύει;

Καθώς μεταφέρουμε το σταυρό, καθώς τον προσκυνούμε, καθώς τον ασπαζόμαστε, ας σκεφτούμε τη σημασία του. Τί μας λέει, σε τί μάς καλεί; Ας θυμηθούμε το σταυρό ως επιλογή από την οποία κρέμονται τα πάντα στον κόσμο, και που χωρίς αυτόν όλα στον κόσμο γίνονται θρίαμβος του κακού και του σκότους. Ο Χριστός είπε,«εις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον» (Ιωαν. 9, 39). Σ’ αυτή την κρίση, μπροστά στο δικαστήριο της σταυρωμένης αγάπης, της αλήθειας και της καλωσύνης,δικάζεται ο καθένας μας.


Από το βιβλίο
«Εορτολόγιο- Ετήσιος Εκκλησιαστικός Κύκλος»


Σάββατο, Μαρτίου 21, 2009

Ημέρα ποίησης


Παγκόσμια ημέρα ποίησης σήμερα.
Δύο αγαπημένα ποιήματα, ένα από Σκαρίμπα και ένα από Καββαδία.


ΒΑΠΟΡΙ


Νάναι ως νάχης φύγει — με τους ανέμους — καβάλλα
στο άτι της σιγής κι' όλα να πάης
και vάv' πολλά καράβια, πολλή θάλασσα — μεγάλα
σύγνεφα πάνω — οι άνθρωποι κι' ο Μάης.

Κι' εντός μου εμένα να βρυχιέται — όλο να τρέμει —
βαρύ ένα βαπόρι και κατόπι
πάλι εσύ κι' ο Μάης κι' οι ανέμοι
κι' έπειτα πάλιν οι ανθρώποι, οι ανθρώποι.

Και νάναι όλα απ' ό,τι φεύγει —και δε μένει—
σε μια πόλη ακατοίκητη, κι' εντός μου
ακυβέρνητο, όλο να σε πηγαίνει το καράβι
έξω απ' την τρικυμία τούτου κόσμου.

Cambay's water

Φουντάραμε καραμοσάλι στο ποτάμι.
Είχε ο πιλότος μας το κούτελο βαμμένο
"κι αν λείψεις χίλια χρόνια θα σε περιμένω"
ωστόσο οι κάβοι σου σκληρύναν την παλάμη.

Θολά νερά και μίλια τέσσερα το ρέμα,
οι κούληδες τρώνε σκυφτοί ρύζι με κάρι,
ο καπετάνιος μας κοιτάζει το φεγγάρι,
που 'ναι θολό και κατακόκκινο σαν αίμα.

Το ρυμουλκό σφύριξε τρεις και πάει για πέρα,
σαράντα μέρες όλο εμέτραγες τα μίλια,
μ' απόψε - λέω - φαρμάκι κόμπρα είχες στα χείλια,
την ώρα που 'πες με θυμό: "Θα 'βγω άλλη μέρα..."

Τη νύχτα σου 'πα στο καμπούνι μια ιστορία,
την ίδια που όλοι οι ναυτικοί λένε στη ράδα,
τα μάτια σου τα κυβερνούσε σοροκάδα
κι όλο μουρμούριζες βραχνά: "Φάλτσο η πορεία..."

Ξημέρωσε κ' ήρθε ο φακίρης με τα φίδια,
η Μαχαράνα του Μαζόρ δε φάνηκε όμως!...
Μ' αισχρές κουβέντες τον επείραζε ο λοστρόμος
και του πετούσε απά στα φίδια του σκουπίδια.

Σαλπάρουμε! Μας περιμένουν στο Μπραζίλι.
Το πρόσωπό σου θα το μούσκεψε το αγιάζι.
Ζεστόν αγέρα κατεβάζει το μπουγάζι
μα ούτε φουστάνι στη στεριά κι ούτε μαντήλι.

Και ένα κινέζικο ... bonus

Κυλάει ακόμα σιωπηλός ο ποταμός ο Κή
και στήνουν θρήνο τα πουλιά στα βαλτοτόπια χάμου.
Είχα πλεξούδα ολόμεστη κείνη τη μέρα στα μαλλιά
κι ήρθες κοντά μου.

Ήσουν αμούστακο παιδί, απ' άλληνε γενιά,
κι είχες πραμάτειες ζηλευτές σ'ένα σακί στον ώμο
και στρατοκόπος διάβαινες κοντά στο πλάγιασμα του Ηλιού
από του Τσίν το δρόμο.

Κι ως τα βατράχια κράζανε μες σ'ένα φως μενεξελί
κι ήταν τα μούσκλα δροσερά π'ανάλαφρα πατούσα,
ψιλή κουβέντα πιάσαμε, κι εγώ γελούσα χαρωπά,
όλο γελούσα.

Είπες κυρά σου θα γενώ, θα σμίξουμε παντοτινά,
κι είχα γι' αγάπης μαρτυριά τον όρκο στην τιμή σου.
Και τότες άλλαξα στρατί και διάβηκα τον ποταμό
κι ήρθα μαζί σου.

Αλήθεια, πότε αντίκρυσα για πρώτη μου φορά
αδιάφορα τα μάτια σου, θαρρώ το' χω ξεχάσει.
Μα τώρα πια τί ωφελεί ? Έχουν περάσει τρεις χρονιές
κι έχω γεράσει.

Κυριακή Γ' Νηστειών: Σταυροπροσκύνηση




Τρίτη Κυριακή των Νηστειών, αγαπητοί μου χριστιανοί, και η στρατευομένη του Χριστού Εκκλησία, από περάτων έως περάτων της οικουμένης, υψώνει σήμερα στο μέσο των Ιερών Ναών το Τίμιο και Ζωοποιό ξύλο του Σταυρού για προσκύνηση των πιστών και ψάλλει: «τον Σταυρόν σου προσκυνούμεν Δέσποτα και την Αγίαν σου Ανάστασιν υμνούμεν και δοξάζομεν».

Το Τρισμακάριστο Ξύλο, ο Ζωηφόρος Σταυρός, επάνω στον οποίο έπαθε τον ατιμωτικό και φρικτότατο θάνατο ο απαθείς την Θεότητα Υιός και Λὀγος του Θεού, από ξύλο ατιμίας και καταδίκης έγινε ξύλο μυριόφυτο, ξύλο δόξης, τιμής και ευλογίας για τους πιστούς, αιτία δύναμης και ζωής ηθικής.

Ο Τετραμερής Σταυρός του Κυρίου, μετέβαλε την όψη της ανθρωπότητας γιατί κατέλυσε την πολύθεο πλάνη του αρχαίου κόσμου και ανύψωσε την αληθινή και ουράνιο θρησκεία της αγάπης. Κατήργησε τις υλικές και πομπώδεις θυσίες και ανύψωσε την αληθινή και πνευματική λατρεία. Κατήργησε την κατάρα του Νόμου και το θάνατο, και ως καλλίρρους ποταμός διέχυσε και διαχέει παντού την ειρήνη και την ευλογία στους πιστούς.

«Σταυρός ο φύλαξ πάσης της οικουμένης, Σταυρός η ωραιότης της Εκκλησίας, Σταυρός Βασιλέων το κραταίωμα, Σταυρός πιστὠν το στήριγμα, Σταυρός αγγέλων η δόξα και το δαιμόνων το τραύμα».

Ο θάνατος του Κυρίου μας επάνω στο Σταυρό Του είναι η ζωή και τό στήριγμα των πιστών. Οι πιστοί ατενίζοντες τον Τίμιο Σταυρό ενισχύθηκαν και αγωνίστηκαν γενναίως εναντίον της κακίας και του Σατανά. Έγιναν ισχυροί και ήρωες χαρακωμένοι με την μεγίστη αρετή της αυταπάρνησης.

Ο άνθρωπος της κάθε εποχής χωρίς την χάρη και την δύναμη του Τιμίου Σταυρού είναι ασθενής και αδύναμος και δεν μπορεί να εκτελέσει τις ηθικές εκείνες εντολές για να σωθεί και να ξαναβρεί και πάλι τον Παράδεισο, την Εδέμ.

Ο άνθρωπος της κάθε εποχής χωρίς την χάρη και την δύναμη του Τιμίου Σταυρού απομακρύνεται του υψηλού προορισμού του, πού είναι η είσοδός του πάλι στον Παράδεισο. Να γιατί η φιλόστοργος Μητέρα Εκκλησία μας σοφώς καθώρισε να υψώνεται σήμερα στο μέσο των Ιερών Ναών ο Τίμιος και Ζωηφόρος Σταυρός του Κυρίου μας, για να ενισχύονται οι πιστοί στον αγώνα της αρετής και να μπορέσουν να διαπεράσουν αισίως την πολυτάραχο θάλασσα της ζωής και να φθάσουν στο γαλήνιο λιμάνι.

Δυστυχώς όμως, σήμερα οι περισσότεροι χριστιανοί δεν έχουμε την αρετή της αυταπάρνησης και δεν αγωνιζόμαστε για να απαλλαγή η ψυχή μας από τά πάθη, τά μίση και τις κακίες και να ενωθούμε με τον Χριστό, τον μόνο αληθινό Θεό.

Αυταπάρνηση, λοιπόν, χρειάζεται να έχει ο κάθε ένας από εμας, εάν πράγματι θέλουμε να λεγόμαστε χριστιανοί, όχι στην ταυτότητα αλλά στην καρδιά, στην πράξη, και συνάμα να είμαστε αδέλφια του Μεγάλου αδελφού μας του Ιησού Χριστού, ο Οποίος για εμάς σήκωσε το Σταυρό Του και για εμάς έπαθε εκουσίως, ο Μόνος αναμάρτητος.

Ο Ιησούς Χριστός μας καλεί και μας προσκαλεί, την αγία αυτή ημέρα της Σταυροπροσκύνησης, στον υψηλό και ιερό αγώνα κατά της κακίας, πού είναι η απάρνηση του εαυτού μας, η απάρνηση του εγώ μας: «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι».

Η σημαία του Χριστού είναι αιματόβρεκτος, είναι σημαία αγώνων κατά της κακίας. Ας αγωνιστούμε, αδελφοί μου, κάτω από την σημαία του Εσταυρωμένου Ιησού για να κυριεύσουμε τά οχυρά φρούρια της θεοστηγούς αμαρτίας και τότε νικητές και θριαμβευτές θα μπούμε στην αιώνιο και ακατάλυτο Πόλη, της οποίας τεχνίτης και δημιουργός είναι ο Θεός. ΑΜΗΝ.

+ Ο.Λ.Κ.Α. Παΐσιος.

Παρασκευή, Μαρτίου 20, 2009

Γ΄ Χαιρετισμών


"Χαίρε δένδρον αγλαόκαρπον , εξ'ου τρέφονται πιστοί"

Πέμπτη, Μαρτίου 19, 2009

Αγίου Ισαάκ Σύρου: Πειρασμοί και θλίψεις



Όπως πλησιάζουν τα βλέφαρα το ένα το άλλο, έτσι και οι πειρασμοί είναι κοντά στους ανθρώπους. Και αυτό το οικονόμησε ο Θεός να είναι έ­τσι, με σοφία, για να έχουμε ωφέλεια. για να κρούεις δηλ. επίμονα, εξαιτίας των θλίψεων, τη θύρα του ελέους του Θεού και για να μπει μέσα στο νου σου, με το φόβο των θλιβερών πραγμάτων, ο σπόρος της μνήμης του Θεού, ώστε να πας κοντά του με τις δεήσεις, και να αγιασθεί η καρδιά σου με τη συνεχή ενθύμησή του. Και ενώ εσύ θα τον παρακαλείς, αυτός θα σε ακούσει...

Ο πορευόμενος στο δρόμο του Θεού πρέπει να τον ευχαριστεί για όλες τις θλίψεις που τον βρίσκουν, και να κατηγορεί και να ατιμάζει τον αμελή εαυτό του, και να ξέρει ότι ο Κύριος, που τον αγαπά και τον φροντίζει, δε θα του παραχωρούσε τα λυπηρά, για να ξυπνήσει το νου του, αν δεν έδειχνε κάποια αμέλεια. Ακόμη μπορεί να επέτρεψε ο Θεός κάποια θλίψη, διότι ο άνθρωπος έχει υπερηφανευθεί, οπότε ας το καταλάβει και ας μην ταραχθεί κι ας βρίσκει την αιτία στον εαυτό του, ώστε το κακό να μη γίνει διπλό, δηλ. να υποφέρει και να μη θέλει να θεραπευθεί. Στο Θεό που είναι η πηγή της δικαιοσύνης, δεν υπάρχει αδικία. Αυτό να μην περάσει από το νου μας.

Μην αποφεύγεις τις θλίψεις, διότι βοηθούμενος απ' αυτές μαθαίνεις καλά την αλήθεια και την αγάπη του Θεού. Και μη φοβηθείς τους πειρασμούς, διότι μέσα από αυτούς βρίσκεις θησαυρό. Να προσεύχεσαι να μην εισέλθεις στους ψυχικούς πειρασμούς όσο για τους σωματικούς, να ετοιμάζεσαι να τους αντιμετωπίσεις με όλη τη δύναμή σου, γιατί χωρίς αυτούς δεν μπορείς να πλησιάσεις το Θεό. Μέσα σ' αυτούς εμπεριέχεται η θεία ανάπαυση. Όποιος αποφεύγει τους σωματικούς πειρασμούς, αποφεύγει την αρετή.

Χωρίς πειρασμούς η πρόνοια του Θεού για τον άνθρωπο δε φανερώνεται, και είναι αδύνατο, χωρίς αυτούς, να αποκτήσεις παρρησία στο Θεό, και να μάθεις τη σοφία του αγίου Πνεύματος και, ακόμη, δε θα μπορέσει να στεριωθεί μέσα στην ψυχή σου ο θεϊκός πόθος. Προτού να έρθουν οι πειρασμοί, ο άνθρωπος προσεύχεται στο Θεό σαν ξένος. Από τότε όμως που θα εισέλθει σε πειρασμούς για την αγάπη του Θεού, και δεν αλλάξει γνώμη, έχει το Θεό, να πούμε, υποχρεωμένο απέναντί του, και ο Θεός τον λογαριάζει για γνήσιο φίλο του. Διότι πολέμησε και νίκησε τον εχθρό του, για να εκπληρώσει το θέλημα του Θεού.



Ο Θεός δεν δίνει μεγάλο χάρισμα χωρίς να προηγηθεί μεγάλος πειρασμός γιατί ανάλογα με την σφοδρότητα των πειρασμών ορίσθηκαν τα χαρίσματα από τη σοφία του Θεού, την οποία όμως δεν καταλαβαίνουν συνήθως οι άνθρωποι. Από το μέγεθος των μεγάλων θλίψεων που σου στέλνει η πρόνοια του Θεού, καταλαβαίνεις πόση τιμή σου κάνει η μεγαλοσύνη του. Διότι ανάλογη με τη λύπη που δοκιμάζεις είναι και η παρηγοριά που δέχεσαι.

Αν με ρωτήσεις ποια είναι η αιτία για όλα αυτά, σου απαντώ: Η αμέλεια σου. γιατί δε φρόντισες να βρεις τη γιατρειά τους. Η γιατρειά όλων αυτών είναι μία, και μ' αυτή ο άνθρωπος βρίσκει αμέσως στην ψυχή του την παρηγοριά που ποθεί. Και ποια λοιπόν είναι αυτή η γιατρειά; Είναι η ταπεινοφροσύνη της καρδιάς. Χωρίς αυτήν είναι αδύνατο να χαλάσεις το φράχτη των πειρασμών. απεναντίας μάλιστα βρίσκεις ότι οι πειρασμοί είναι ισχυρότεροι και σε εξουθενώνουν....

Κατά το μέτρο της ταπεινοφροσύνης, σου δίνει ο Θεός και τη δύναμη να υπομένεις τις συμφορές σου. Και κατά το μέτρο της υπομονής σου, το βάρος των θλίψεών σου γίνεται ελαφρό και, έτσι, παρηγοριέσαι. Και όσο παρηγοριέσαι, τόσο η αγάπη σου προς το Θεό αυξάνει. Και όσο αγαπάς το Θεό, τόσο μεγαλώνει η χαρά που σου χαρίζει το άγιο Πνεύμα. Ο εύσπλαχνος Πατέρας μας, θέλοντας να βγάλει σε καλό τους πειρασμούς των πραγματικών του παιδιών, δεν τους παίρνει, παρά τους δίνει τη δύναμη να τους υπομείνουν. Όλα αυτά τα αγαθά (την παρη­γοριά, την αγάπη, τη χαρά) τη δέχονται οι αγωνιστές ως καρπό της υπομονής, για να φτάσουν οι ψυχές τους στην τελειότητα. Εύχομαι ο Χριστός και Θεός μας να μας αξιώσει με τη χάρη του να υπομένουμε την πίκρα των πειρασμών για την αγάπη του και με ευχαριστίες της καρδιάς μας. Αμήν.

[απο το www.impantokratoros.gr]