ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άφρων πλούσιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άφρων πλούσιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Νοεμβρίου 18, 2018


Και ποιόν αδικώ, λέει ο πλεονέκτης πλού­σιος, με το να ενδιαφέρομαι για την περιου­σία μου; Αλήθεια; Αλλά πές μου, ποιά είναι η περι­ουσία σου, ποιά είναι τα δικά σου; Από πού τα έλαβες και τα έφερες στη ζωή; Πραγματι­κά, συμπεριφέρονται πολλές φορές οι πλού­σιοι όπως κάποιος που πιάνει θέση στο θέα­τρο, για να έχει καλή θέα, και έπειτα εμποδί­ζει τους μετέπειτα εισερχόμενους να βρουν κι αυτοί κάποια θέση, δικαίωμα που είναι κοι­νό για όλους. Δηλαδή καταλαμβάνουν οι πλούσιοι τα κοινά αγαθά, τα ιδιοποιούνται, μόνο και μόνο επειδή έτυχε να έλθουν στα χέρια τους πριν από τους άλλους. Είναι αληθινό πως, αν ο καθένας κρατούσε αυτό που του χρειαζόταν, για να ικανοποιή­σει τις ανάγκες του, και το περίσσευμα το έδι­νε σε όσους το είχαν ανάγκη, τότε δεν θα υ­πήρχε κανένας φτωχός. Δεν βγήκες γυμνός από την κοιλιά τής μη­τέρας σου; Δεν θα επιστρέψεις πάλι γυμνός στη γη; Κι αυτά που έχεις τώρα από πού τα έχεις; Αν μου πεις ότι τα έχεις από την τύχη, είσαι άθεος, διότι δεν αναγνωρίζεις τον Δημιουργό , ούτε ευχαριστείς τον Δωρεοδότη. Αν όμως παραδέχεσαι ότι τα έλαβες από τον Θεό, πες μου το λόγο για τον οποίο τα έλαβες. Μή­πως ο Θεός είναι άδικος και μοιράζει σε μας άνισα όσα χρειαζόμαστε σ’ αυτή τη ζωή; Για­τί εσύ να είσαι πλούσιος και εκείνος να είναι φτωχός; Για κανένα άλλο λόγο, παρά για να αποδειχθείς εσύ καλός οικονόμος και να λά­βεις τη Χάρη και τον μισθό τής καλής διαχειρήσεως και της πονετικής καρδιάς σου προς τους αδελφούς. Και εκείνος, ο φτωχός, για να τιμηθεί με τα μεγάλα έπαθλα της υπομονής που θα καταθέσει, λόγω της έλλειψης των αναγκαίων. Εσύ όμως τα περιέλαβες όλα τα αγαθά στους ακόρεστους κόλπους της πλεονεξίας και νομίζεις ότι κανέναν δεν αδικείς, ενώ τό­σους και τόσους αποστερείς και δεν δίνεις τί­ποτα σε κανέναν.

Μέγας Βασίλειος

Σάββατο, Νοεμβρίου 17, 2018

Kυριακή Θ΄Λουκά: Εις τον" καθελώ μου τας αποθήκας"...


Παραδείγματα  για τους πειρασμούς, που προέρχονται από την ευημερία, υπάρχουν πολλά. 

Ένα απ’ αυτά είναι και ο άφρονας πλούσιος της παραβολής του Ευαγγελίου που μόλις τώρα αναγνώσαμε. Ο πλούσιος αυτός, ενώ είχε πολλά πλού­τη στα χέρια του, επιθυμούσε να αποκτήσει περισσότερα. Και ο φιλάνθρωπος Θεός δεν τον καταδίκασε από την αρχή για την αγνώ­μονα συμπεριφορά του, αλλά πάντοτε στον υπάρχοντα πλούτο του πρόσθετε και άλλον, μήπως τυχόν κάποτε επερχόταν κόρος στην ψυχή του και οδηγείτο στην ημερότητα και στην ανθρωπιά. 

Ας δούμε όμως τι μας λέει το χωρίο αυτό: «Ενός ανθρώπου πλούσιου τα χωράφια είχαν μεγάλη σοδειά. Και αυτός έπεσε τότε σε αγχώ­δη συλλογή και έλεγε: Τί να κάνω; Πού να συ­γκεντρώσω και να αποθηκεύσω τα εισοδήματά μου;». Και, ύστερα από μεγάλο ταλανισμό και συλλογή, είπε: «Αυτό θα κάνω: Θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και θα κτίσω μεγαλύτερες και εκεί θα συγκεντρώσω όλα τα γεννήματα και τα αγαθά μου». Γιατί όμως να έχουν τόση μεγάλη σοδειά τα χωράφια ενός ανθρώπου που δεν επρόκει­το να κάνει κανένα καλό από τα αγαθά που θα μάζευε; Αυτό έγινε, για να φανεί καθαρότερα η μακροθυμία του Θεού και να γίνει ξεκάθαρο μέ­χρι ποιο σημείο εκτείνεται η αγαθότητά Του. Διότι ο Κύριος «βρέχει και για τους δίκαιους και για τους άδικους και ανατέλλει τον ζωογόνο ήλιο Του και για τους πονηρούς και για τους αγαθούς». Η αγαθότητα όμως αυτή του Θεού επισω­ρεύει μεγαλύτερη κόλαση για τους πονηρούς. Τί έκανε ο Θεός στην περίπτωση του άφρονα πλούσιου; Εριξε τις βροχές στη γη που καλ­λιέργησαν τα χέρια του πλεονέκτη. Εδωσε τον ήλιο, για να βλαστήσουν οι σπόροι και να πολλαπλασιαστούν οι καρποί με την ευφο­ρία. Όλα λοιπόν όσα προέρχονται από τον Θεό είναι πάρα πολύ καλά. Διότι ο Θεός προσφέ­ρει κατάλληλη γη, εύκρατες καταστάσεις αέ­ρων, άφθονα σπέρματα, τη συνεργία των βο­διών για το όργωμα των χωραφιών και όλα τα άλλα, τα οποία συντελούν στο να ακμάζει η γε­ωργία. 

Τί στάση κράτησε όμως ο πλούσιος αυτός άνθρωπος απέναντι σ’ όλα αυτά; Μεμψιμοι­ρία, μισανθρωπία, ανελεημοσύνη, άρνηση κά­θε προσφοράς προς τον συνάνθρωπο. Αυτά αντιπαρέθεσε προς εκείνα που του παραχώ­ρησε ο Ευεργέτης του. Δεν σκέφτηκε ότι θά ‘τανε καλό να διαμοιράσει το πλεόνασμα στους φτωχούς αδελφούς του. Δεν λογάριασε καθό­λου την εντολή που λέει: «Μην αρνηθείς να βοηθήσεις τον φτωχό»· και «το έλεος και η καλή διάθεση προς τους ενδεείς, ας μη σε εγκαταλείπουν». Επίσης λησμόνησε την προ­τροπή που λέει: «Να μοιράζεις το ψωμί σου μ’ αυτόν που πεινάει». Ετσι, αν και όλοι οι Προφήτες και οι διδά­σκαλοι το διαλαλούν, όμως δεν εισακούονταν από τον Πλούσιο. Αλλά, ενώ οι αποθήκες έσπα­ζαν από τα αποθηκευμένα αγαθά, η άπληστη καρδιά του δεν χόρταινε. Διότι, με το να προ­σθέτει πάντοτε τα νέα εισοδήματα στα παλαιά και με το να αυξάνει με τις ετήσιες συγκομι­δές τον πλούτο του, έφθασε στο αδιέξοδο και έπεσε σε άγχος και αμηχανία. Η πλεονεξία δη­λαδή δεν του επέτρεπε να θυσιάσει κάτι από τα παλαιά εισοδήματα και έτσι δεν είχε πια τη δυνατότητα να διευθετήσει τα νέα, λόγω του μεγάλου πληθωρισμού και της παραγωγής. Γι’ αυτό τα σχέδιά του ήταν ανεφάρμοστα και οι φροντίδες ανυπέρβλητες. «Τί να κάνω;». Ποιός δεν θα ελεούσε αυτόν τον ταλαίπωρο, που είχε πέσει σε τέτοια μέ­ριμνα και σκλαβιά; Δύστυχος και ταλαίπωρος μπροστά στη μεγάλη σοδειά. Ελεεινός μπρο­στά στα αγαθά του παρόντος κόσμου. Ακό­μη πιο ελεεινός όμως μπροστά στα προσδοκώ­μενα. Η γη δεν αποδίδει για τον πλούσιο εισο­δήματα. Αναβλαστάνει γι’ αυτόν στεναγμούς. Δεν του συγκεντρώνει ευφορία καρπών, αλλά μέριμνες, στενοχώριες και φοβερό άγχος. Θρη­νεί και οδύρεται παρόμοια μ’ αυτούς που είναι φτωχοί. Μήπως και αυτός που πιέζεται από τη φτώ­χεια δεν βγάζει απ’ την καρδιά του την ίδια κραυγή; «Τί να κάνω; Πού να βρω τροφές; Πού να βρω ενδύματα;». Τα ίδια λέει και ο πλούσιος. Οδύνη έχει στην καρδιά του. Τον κατατρώει η μέριμνα. Αυτό που ευφραίνει τους άλλους, αυτό λιώ­νει τον πλεονέκτη. Διότι δεν χαίρεται που το σπίτι του είναι γεμάτο απ’ όλα, αλλά κεντά την ψυχή του ο πλούτος που ξεχειλίζει και ξεχύνεται άφθονος. Η έννοια του είναι τι θα τα κάνει όλα αυτά τα αγαθά. Ο τρόμος του είναι μήπως, καθώς ξεχειλίζει ο πλούτος του, χυθεί προς τους έξω και γίνει αφορμή να ελε­ηθεί κάποιος φτωχός.


Άνθρωπε, έλα στον εαυτό σου και σκέψου Εκείνον που σου χορηγεί όλα αυτά τα αγα­θά. Σκέψου ποιος είσαι. Αναλογίσου σε πό­σα πράγματα σε κατέστησε οικονόμο ο Θεός. Από Ποιόν τα έλαβες. Γιατί προτίμησε εσένα μέσα σε τόσους ανθρώπους. Είσαι υπηρέτης αγαθού και φιλάνθρωπου Θεού. Είσαι οικο­νόμος των συνανθρώπων σου. Μη θεωρείς ότι όλα αυτά δόθηκαν για τη δική σου γαστέρα. Γι’ αυτά που κρατάς στα χέρια σου, να σκέ­πτεσαι σαν να είναι ξένα. Σε ευφραίνουν για λίγο χρόνο, έπειτα διαλύονται και χάνονται. Γι’ αυτά όλα όμως θα σου ζητηθεί λόγος με πολύ μεγάλη ακρίβεια. Παραταύτα, εσύ όλα αυτά τα έχεις αμπαρώσει με θύρες και κλει­δαριές. Τα ασφάλισες καλά και επαγρυπνείς και μεριμνάς και φροντίζεις και σκέπτεσαι, έχοντας ως ασύνετο σύμβουλο τον εαυτό σου· «τί θα κάνω;». Ήταν πολύ εύκολο να απαντήσει ο πλεονέκτης αυτός πλούσιος στον εαυτό του και να του πει: Θα χορτάσω τις ψυχές αυτών που πει­νούν. Θα ανοίξω τις αποθήκες και θα προσκα­λέσω όλους τους φτωχούς. Θα μιμηθώ τον Ιωσήφ στη φιλανθρωπία. Θα κάνω γενναιόδω­ρες προτάσεις στους αναγκεμένους: «Όσοι δεν έχετε ψωμί και πεινάτε, ελάτε σε μένα. Ο καθένας να πάρει από την άφθονη δωρεά που μου παραχώρησε ο Θεός· σαν από κοινή πη­γή, να πάρει όσο του χρειάζεται και του είναι αρκετό». Αλλά εσύ, πλεονέκτη πλούσιε, δεν είσαι τέ­τοιος. Που να τα βρεις εσύ αυτά τα λόγια; Εσύ φθονείς τους ανθρώπους, αν τους δεις κάτι να απολαμβάνουν. Εσύ σκέφτεσαι πονηρά στο βάθος της ψυχής σου και φροντίζεις, όχι πως θα δώσεις στους άλλους τα αναγκαία, αλλά πως θα τα αποθηκεύσεις και θα τα στερήσεις απ’ αυτούς. Βρίσκονταν μπροστά του αυτοί που θα έ­παιρναν την ψυχή του και αυτός συζητούσε με τον εαυτό του για τα υλικά αγαθά. Τη νύ­κτα αυτή θα παραλάμβαναν την ψυχή του και αυτός είχε την ψευδαίσθηση πως θα ζήσει πολ­λά χρόνια και θα απολαμβάνει. Του δόθηκε χρόνος να σκεφθεί το καθετί και να δεχθεί την απόφαση που άξιζε στην προαίρεσή του.
Αυτό να μην το κάνεις εσύ, αδελφέ. Γι’ αυτό το λόγο το αναφέρει η Αγία Γραφή, για να αποφύγουμε να μοιάσουμε στον άφρονα Πλούσιο. Να μιμηθείς τη γη, αγαπητέ μου. Να καρποφορήσεις όπως εκείνη. Να μη φανείς κατώτερος από την άψυχη γη. Η γη εκτρέφει τους καρπούς της, όχι για τη δική της απόλαυση, αλλά για τη δική σου εξυπηρέτηση. Εσύ όμως, αν κάνεις κάποιο καλό έργο, αν δείξεις αγάπη σ’ αυτόν που έχει ανάγκη, η Χάρη δεν θα δοθεί σε κάποιον άλλον, αλλά εσένα θα επισκιάσει. Διότι πρέπει να ξέ­ρεις ότι, για κάθε φιλόστοργη και ελεήμονα κίνησή μας προς τον πλησίον μας, λαμβάνου­με Χάρη, λόγω του ότι ανοιγόμαστε προς τον αδελφό και του δείχνουμε αγάπη. Δίνεις λ. χ. σ’ αυτόν που πεινά. Εσύ κερδίζεις μ’ αυτό που δίνεις, διότι παίρνεις πολλή Χάρη. Είναι όπως ο σπόρος του σιταριού που, όταν πέσει στη γη, πολλαπλασιάζεται και γίνεται πηγή πλου­τισμού για τον σπορέα. Ετσι και το ψωμί που δόθηκε στον φτωχό, φέρνει εκ των υστέρων πλούσια την ωφέλεια σ’ αυτόν που το πρόσφε­ρε, στον ελεήμονα. Ας είναι λοιπόν για σένα η συγκομιδή της γεωργικής σου εργασίας, αρχή της επουράνιας σποράς. 
Aπόσπασμα από την "Ομιλία Βασιλείου του Μεγάλου, στο χωρίο του Ευαγγελίου “Καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω” (Λουκά 12, 18) και για την πλεονεξία".

από alopsis.gr 

Σάββατο, Νοεμβρίου 18, 2017

Ένατη Κυριακή του Λουκά: Η αφροσύνη της απληστίας


Τις τελευταίες αυτές Κυριακές, συχνά το ευαγγέλιο αναφέρεται στον πλούτο και την ασπλαχνία. Διότι ο χειμώνας ο οποίος έρχεται,είναι βαρύς για κάθε φτωχό και πένητα και ο άνθρωπος κάθε εποχής δεν έχει το δικαίωμα να περιορίζεται στην λατρεία του εαυτού του και την δουλεία στην απληστία του, αλλά να κοιτάζει τον αδελφό του πού στερείται, γιατί κάθε χειμώνας είναι δυσβάσταχτος για τον ταπεινό και πολύ λαό .Οι πατέρες οι οποίοι διέταξαν την σειρά των ευαγγελίων μιμούνται θα λέγαμε τον Απόστολο Παύλο, ο οποίος πριν από  τον βαρύ χειμώνα σε καιρό πείνας έγινε επαίτης για τον Χριστόν με την περίφημη λογία, τον έρανο δηλαδή των εκκλησιών για την δοκιμαζόμενη εκκλησία της Ιουδαίας.

Ο Ιερός Χρυσόστομος ορίζει τον πλούτο ως κάτι το άψυχο και αδιάβλητο, το οποίο δεν μπορεί να είναι κακό, παρά μόνον στην άκριτη διαχείριση του από τον καθένα μας. Ο ίδιος ωστόσο πατέρας παραδέχεται πώς οι πλούσιοι είναι ελεεινότεροι ζητιάνοι από τους φτωχούς, γιατί αναπτύσσουν μια αρρωστημένη εξάρτηση από τα υλικά αγαθά, από την ακόρεστη δίψα για πλούτο και έτσι εξαχρειώνονται και γίνονται δούλοι της ύλης. Ο ίδιος ο Χριστός ανάμεσα σε όλα τα δαιμόνια, ονόμασε τον μαμωνά, την χαλδαϊκή θεότητα του πλούτου,σαν ανταγωνιστή του Θεού στην καρδιά των ανθρώπων. Και είπε με έμφαση πως κάθε άνθρωπος δεν μπορεί παρά να είναι ή δούλος στον Θεό ή δούλος στον μαμμωνά. Η πρόκριση της λατρείας αυτού του δαιμονίου, αυτού του πάθους, έναντι όλων των άλλων , αποδεικνύει τον μεγάλο και επικίνδυνο πειρασμό, αυτού του σκοτεινού έρωτα.

Λένε οι πατέρες:"Ρίζα πάντων κακών η φιλαργυρία". Η απληστία στην πράξη της κατήντησε τα έθνη υπόδουλα και δυστυχισμένα, ενώ η πονηρή μεθοδεία των οικονομιστών εξαθλίωσε συνειδήσεις, λαούς και πρόσωπα. Και πόσο ακριβά το πληρώνουμε όλοι σήμερα, την εποχή της περιβόητης οικονομικής κρίσης!Όταν υποδουλωθήκαμε στο χρήμα, υποδουλωθήκαμε στην θεραπεία ποικίλλων παθών και αλοίμονο χάσαμε και την πνευματική και την σωματική μας περιουσία και ελευθερία.

Αδηφάγος ο άνθρωπος, καταστροφικός για την φύση, καταστροφικός για τον αδελφό του, επινοητικός στην εύρεση τρόπων, ώστε να ξεχειλίσει το μάτι και η κοιλία με αγαθά υλικά και πρόσκαιρα, εις βάρος κάθε συνειδησιακής ηθικής, κάθε αξίας, έναντι και ενάντια του Δικαιοκρίτη Θεού! Ο άνθρωπος καταφέρνει να ξεχνάει τον θάνατο, το αιφνίδιο και ανέλπιστο του θανάτου. Οι ευλογημένες ψυχές γνωρίζοντας την αλήθεια πως "στον καθένα μας επίκειται να πεθάνει και μετά τούτο κρίσις", προσεύχονται στον Θεό, να τους βρει η έξοδος από τούτον τον κόσμο πνευματικά έτοιμους. Όσοι όμως θεοποίησαν την ματαιότητα του κόσμου, όχι μόνο δεν σκέφτονται την ώρα του θανάτου, αλλά καταφέρνουν να εξοβελίζουν από την σκέψη και την ζωή τους την φρικτή πραγματικότητα.Από την άλλη,ένας διανοητής  αυτού του αιώνα υπογραμμίζει ότι όσο ο άνθρωπος θυμάται τον θάνατο, πέφτει με τα μούτρα στην ικανοποίηση της σάρκας και των αισθήσεων του, για να προλάβει να κατακτήσει και να γευτεί τα πάντα, πριν πεθάνει.Γιατί στο νού του έχει ένα μεταθανάτιο Μηδέν. Την ανυπαρξία κοινωνίας ή μη κοινωνίας με τον Θεό. Μα μια τέτοια κοιλία και όχι άνθρωπος πλέον, ούτε με τα γήινα θα καταφέρει να χορτάσει, ούτε τα ουράνια θα απολαύσει ποτέ.Αυτή η ελεεινή πραγματικότητα επεκτείνει την έννοια του πλουσίου, δηλαδή του εγωϊστή και άθεου άνθρωπου σε κάθε τάξη  οικονομική και κοινωνική, στον άνθρωπο της "διπλανής πόρτας", μια υπενθύμιση ακόμα και σε εμάς τους ίδιους. 


Η Εκκλησία αυτή την περίοδο προβάλλει το εκκλησιαστικό αγαθό της νηστείας. Το ονομάζουμε αγαθό γιατί είναι από πολλές απόψεις. Και εκκλησιαστικό γιατί δεν είναι επιλογή προσωπική, αλλά κοινωνική έκφραση ολόκληρου του σώματος, κοινή εξωτερική έκφραση πού ερμηνεύεται ως δόσιμο της Εκκλησίας και του καθένα μας χωριστά προς τον κόσμο πού στερείται και πάσχει. Όταν νηστεύω εκτιμώ την αξία της ολιγάρκειας, εκτιμώ το δίκαιο και την αδικία ταυτόχρονα, γιατί γίνομαι σπλαχνικότερος στους λιγότερο ευνοημένους.Η στέρηση με βοηθά στην ταπείνωση, στην μνήμη του πρόσκαιρου, με φέρνει στην θέση αυτού πού στερείται και αδικείται, αυτού πού μοιράζεται την κοινή φύση και πορεία με μένα, στην φιλοσοφία και υπέρβαση του θανάτου.Γιατί ο θάνατος τρομάζει τους υλοπαθείς και τους αμαρτωλούς, αυτούς πού αγαπούν τον εαυτό τους και όχι τους φιλοσόφους των ουσιαστικών πραγμάτων αυτού του βίου. Και πάνω απ'όλα  με την νηστεία ξεριζώνω την καταραμένη φιλαργυρία. Δεν ζω για μένα, αλλά ο Χριστός πού μορφώνεται και ζεί μέσα μου, αρχίζει και ζεί για τον άλλο, γίνεται ο άλλος. Μοιράζομαι το ψωμί μου και κάτι περισσότερο: το στερούμαι για να το διανείμω. Η αφροσύνη της απληστίας, η τρέλα του ειδώλου εγώ θεραπεύεται με αυτό το μοίρασμα και το δόσιμο. 

Ας βγούμε λοιπόν από την φυλακή του εαυτού μας, μήπως βρούμε την πραγματική ελευθερία. Η Εκκλησία μας δίνει συνεχώς πνευματικές ευκαιρίες και αφορμές με έμπρακτα παραδείγματα και μακρές περιόδους επιστροφής, όπως αυτή η σαρακοστή των χριστουγέννων. Ας την εκμεταλλευτούμε στο έπακρον!

ππκ 2013, διορθωση σήμερα 18-11-17

Σάββατο, Νοεμβρίου 16, 2013

Την Κυριακή του άφρονα πλουσίου





Θα λέγαμε πώς υπάρχει στο κυριακοδρόμιο της Εκκλησίας μας μια φθινοπωρινή τριλογία σχετικά με το πάθος του πλουτισμού και τον ίδιο τον πλούτο, της οποίας τριλογίας μέρος είναι η αυριανή παραβολή του άφρονα πλούσιου. Τα άλλα δύο μέρη αναφέρονται στην παραβολή του πλούσιου γείτονα του δικαίου Λαζάρου πού είδαμε προ δεκαπέντε ημερών και του πλούσιου νέου της ιγ΄Κυριακής πού θα συναντήσουμε σε λίγες μέρες.Ο λόγος είναι προφανής και έχει ξαναδιατυπωθεί από δώ. Ο χειμώνας είναι βαρύς για κάθε φτωχό και πένητα και ο άνθρωπος κάθε εποχής δεν έχει το δικαίωμα να περιχαρακώνεται ειδωλολατρικά στην θεραπεία και λατρεία του εαυτού του και της απληστίας του, αλλά να κοιτάζει τον αδελφό του πού στερείται, γιατί κάθε εποχή ακμής ή παρακμής, κάθε χειμώνας ,σε καιρό ειρήνης ή πολέμου είναι δυσβάσταχτος για τον ταπεινό λαό της γης. Οι διατάξαντες την σειρά των περικοπών πατέρες και ερμηνείς του χρόνου στην Εκκλησία μας, ορθώς μιμούνται τον Απόστολο Παύλο, ο οποίος προ του βαρέως χειμώνος και του λιμού της Ιουδαίας, προέβαλλε ως επαίτης διά Χριστόν την επαινετή λογία, τον έρανο για τους πάσχοντες και υστερούμενους αδελφούς.

Καν ο Ιερός Χρυσόστομος ορίζει τον πλούτο ως κάτι το άψυχο και αδιάβλητο, το οποίο δεν μπορεί να είναι κακό, παρά μόνον στην άκριτη διαχείριση του από τον καθένα μας, ο ίδιος ωστόσο πατέρας παραδέχεται πώς οι πλούσιοι είναι ελεεινότεροι ζητιάνοι από τους φτωχούς, γιατί αναπτύσσουν μια αρρωστημένη εξάρτηση από τα υλικά αγαθά, από την ακόρεστη δίψα για πλούτο και έτσι εξαχρειώνονται και γίνονται δούλοι της ύλης. Ο ίδιος ο Χριστός αντιδιαστέλλει μεταξύ Θεού και μαμμωνά, της χαλδαϊκής θεότητας του πλούτου, διακηρύσσοντας πώς κάθε άνθρωπος δεν μπορεί παρά να είναι ή δούλος στον Θεό ή δούλος στον μαμμωνά. Η πρόκριση αυτού του δαιμονίου, αυτού του πάθους, έναντι όλων των άλλων σε αντιδιαστολή με την λατρεία του Θεού, αποδεικνύει τον μεγάλο και επικίνδυνο πειρασμό, αυτού του σκοτεινού έρωτα. Ρίζα πάντων κακών η φιλαργυρία. Η απληστία στην πράξη της κατήντησε τα έθνη υπόδουλα και δυστυχισμένα, ενώ η πονηρή μεθοδεία των οικονομιστών εξαθλίωσε συνειδήσεις, λαούς και πρόσωπα. Και πόσο ακριβά το πληρώνουμε όλοι σήμερα, την εποχή της περιβόητης οικονομικής κρίσης!Όταν υποδουλωθήκαμε στο χρήμα, υποδουλωθήκαμε στην θεραπεία ποικίλλων παθών και αλλοίμονο χάσαμε και την πνευματική και την σωματική μας περιουσία και ελευθερία.

Αδηφάγος ο άνθρωπος, καταστροφικός για την φύση, καταστροφικός για τον αδελφό του, επινοητικός στην εύρεση τρόπων, ώστε να πληρώσει τον οφθαλμό και την κοιλία με αγαθά υλικά και πρόσκαιρα, εις βάρος κάθε συνειδησιακής ηθικής, κάθε αξίας, έναντι και ενάντια του Δικαιοκρίτου Θεού!Και το τραγικότερο όλων; Όταν αναπτύσσουμε συζήτηση ή διδασκαλία ή απλώς διανοούμαστε επί της παραβολής πού θα διαβαστεί αύριο, πλάθουμε αυτομάτως και έχουμε προ οφθαλμών μας έναν απρόσωπο πλούσιο άνθρωπο, δυστυχισμένο και τάχα διαφορετικό από εμάς τους καθαρούς πένητες. Με απλά λόγια εντελώς διαφορετικό από τον ενάρετο και πτωχό μας εαυτό. Είναι ξεκάθαρο και κατανοητό πώς ορισμένοι άνθρωποι είναι περισσότερο ικανοί προς το πλουτίζειν με έντιμούς ή ανέντιμους τρόπους. Και άλλοι φαντάζουν πιό ευνοημένοι από τα συμβάντα και τα γεγονότα, ενώ ο γραφικός φιλάργυρος και μεγαλοκαρχαρίας είναι ευδιάκριτα πρόσωπα στο κοινωνικό στερέωμα. Ποιός όμως θα διακρίνει την αφροσύνη της απληστίας και της ικανοποίησης του εγώ στις καθημερινές μέριμνες και στα μικροσυμφέροντα μας; Ποιός όμως θα έχει το θάρρος και την διάκριση να κατατάξει τον εαυτό του μετά του άφρονος πλούσιου, έστω και αν οι δικές του επιθυμίες και δραστηριότητες, έστω και οι θυσίες των αξιών και της προσωπικότητας του μοιάζουν ελαχιστότερες από το "καπιταλιστικό κτήνος"; Ο Χριστός δεν μιλησε για ποσότητες αλλά για ποιότητα χαρακτήρα, βιώματος, επιλογών. Η απληστία, η αδιαφορία για τον άλλο, η θεραπεία της αυτού μεγαλειότητας του εαυτού μας, η σύυληψη μεγαλόπνοων σχεδίων χωρίς μνήμη θανάτου και ταπείνωσης, δεν αφορά αποκλειστικα τα υψηλά οικονομικά στρώματα,τα οποία συχνά αφορίζουμε από την σωτηρία λόγω κοινού φθόνου,  αλλά το καθένα μας, τον καθένα άνθρωπο, τον άνθρωπο του μέσου όρου, επιρρεπή πάντα  στα πάθη του.

Η Εκκλησία αυτή την περίοδο προβάλλει το εκκλησιαστικό αγαθό της νηστείας. Το ονομάζουμε αγαθό γιατί είναι από πολλές απόψεις. Και εκκλησιαστικό γιατί δεν είναι επιλογή προσωπική, αλλά κοινωνική έκφραση ολόκληρου του σώματος, κοινή εξωτερική έκφραση πού ερμηνεύεται ως δόσιμο της Εκκλησίας και του καθένα μας χωριστά προς τον κόσμο πού στερείται και πάσχει. Όταν νηστεύω εκτιμώ την αξία της ολιγάρκειας, εκτιμώ το δίκαιο και την αδικία ταυτόχρονα, γιατί γίνομαι σπλαχνικότερος στους λιγότερο ευνοημένους.Η στέρηση με βοηθά στην ταπείνωση, στην μνήμη του πρόσκαιρου, με φέρνει στην θέση αυτού πού στερείται και αδικείται, αυτού πού μοιράζεται την κοινή φύση και πορεία με μένα, στην φιλοσοφία και υπέρβαση του θανάτου.Ο θάνατος τρομάζει τους υλοπαθείς και τους αμαρτωλούς, αυτούς πού αγαπούν τον εαυτό τους και όχι τους φιλοσόφους των ουσιαστικών πραγμάτων αυτού του βίου. Και πάνω απ'όλα  με την νηστεία ξεριζώνω την καταραμένη φιλαργυρία. Δεν ζω για μένα, αλλά ο Χριστός πού μορφώνεται και ζεί μέσα μου, αρχίζει και ζεί για τον άλλο, γίνεται ο άλλος. Μοιράζομαι το ψωμί μου και κάτι περισσότερο: το στερούμαι για να το διανείμω. Η αφροσύνη της απληστίας, η τρέλα του ειδώλου εγώ θεραπεύεται με αυτό το μοίρασμα και το δώσιμο. 

Ας βγούμε λοιπόν από την φυλακή του εαυτού μας, μήπως βρούμε την πραγματική ελευθερία. Η Εκκλησία μας δίνει συνεχώς πνευματικές ευκαιρίες και αφορμές με έμπρακτα παραδείγματα και μακρές περιόδους επιστροφής, όπως αυτή η σαρακοστή των χριστουγέννων. Ας την εκμεταλλευτούμε στο έπακρον!


ππκρ. 16-11-13