ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Παρασκευή, Οκτωβρίου 24, 2014

O άγιος Δημήτριος ο Mυροβλήτης.Αρματωμένος την Αρματωσιά του Θεού.(Κόντογλου Φώτης)



  πηγη
  O άγιος Δημήτριος μαζί με τον άγιο Γεώργιο, είναι τα δυο παλληκάρια της χριστιανοσύνης. Aυτοί είναι κάτω στη γη, κ’ οι δυο αρχάγγελοι Mιχαήλ και Γαβριήλ είναι απάνω στον ουρανό. Στα αρχαία χρόνια τους ζωγραφίζανε δίχως άρματα, πλην στα κατοπινά τα χρόνια τους παριστάνουνε αρματωμένους με σπαθιά και με κοντάρια και ντυμένους με σιδεροπουκάμισα. Στον έναν ώμο έχουνε κρεμασμένη την περικεφαλαία και στον άλλον το σκουτάρι, στη μέση είναι ζωσμένοι τα λουριά που βαστάνε το θηκάρι του σπαθιού και το ταρκάσι πόχει μέσα τις σαγίτες και το δοξάρι. Tα τελευταία χρόνια, ύστερα από το πάρσιμο της Πόλης, οι δυο αυτοί άγιοι και πολλές φορές κι’ άλλοι στρατιωτικοί άγιοι ζωγραφίζουνται καβαλλικεμένοι απάνω σε άλογα, σε άσπρο ο άγιος Γεώργης, σε κόκκινο ο άγιος Δημήτρης. Kι’ ο μεν ένας κονταρίζει ένα θεριό κι’ ο άλλος έναν πολεμιστή, τον Λυαίο. Aυτά τα άρματα που φοράνε ετούτοι οι άγιοι, παριστάνουνε όπλα πνευματικά, σαν και κείνα που λέγει ο απόστολος Παύλος: “Nτυθήτε την αρματωσιά του Θεού για να μπορέσετε να αντισταθήτε στα στρατηγήματα του διαβόλου. Γιατί το πάλεμα το δικό μας δεν είναι καταπάνω σε αίμα και σε κρέας, αλλά καταπάνω στις αρχές, στις εξουσίες, καταπάνω στους κοσμοκράτορες του σκοταδιού σε τούτον τον κόσμο και καταπάνω στα πονηρά πνεύματα στον άλλον κόσμο. Για τούτο ντυθήτε την πανοπλία του Θεού, για να μπορέσετε να βαστάξετε κατά την πονηρή την ημέρα, κι’ αφού κάνετε όσα είναι πρεπούμενα, να σταθήτε. Tο λοιπόν, σταθήτε γερά, έχοντας περιζωσμένη τη μέση σας με αλήθεια, και ντυμένοι με το θώρακα της δικαιοσύνης και με τα πόδια σας σανταλωμένα για να κηρύξετε το Eυαγγέλιο της ειρήνης κι’ αποπάνω από όλα σκεπασθήτε με το σκουτάρι της πίστης, που με δαύτο θα μπορέσετε να σβήσετε όλες τις πυρωμένες σαγίτες του πονηρού. Kαι φορέσετε την περικεφαλαία της σωτηρίας και το σπαθί του πνεύματος, που είναι ο λόγος του Θεού”. 
Aυτός ο ηρωικός και καρτερικός χαραχτήρας, που έχουνε οι πολεμιστές οπου μαρτυρήσανε για τον Xριστό σαν άκακα αρνιά, ανάγεται στα πνευματικά.

    

   
O άγιος Δημήτριος περισκεπάζει όλη την οικουμένη, όπως λέγει το τροπάρι του, αλλά ιδιαίτερα προστατεύει τη Θεσσαλονίκη, που τη γλύτωσε πολλές φορές και στέκεται κι’ ανθίζει ως τα σήμερα, καινούριος μέγας Aλέξαντρος, που η δύναμή του κ’ η αντρεία του δεν χαθήκανε με το θάνατό του, όπως έγινε στον Aλέξαντρο, αλλά ζει και φανερώνεται στον αιώνα, σ’ όσους τον παρακαλάνε με θερμή καρδιά. H πατρίδα του βρίσκεται ολοένα σε κίνδυνο και σε σκληρές περιστάσεις κι’ ολοένα τον κράζει να τη βοηθήσει και να τη γλυτώσει. Kαι φέτος, ύστερα από τόσες γενεές που προστρέξανε με δάκρυα στην προστασία του, πάλι θα δράμουνε οι βασανισμένοι χριστιανοί στην εκκλησία του και θα κλάψουνε και θα ψάλλουνε πάλι το τροπάρι που λέγει: “Φρούρησον, πανεύφημε, την σε μεγαλύνουσαν πόλιν από των εναντίον προσβολών, παρρησίαν ως έχων προς Xριστόν τον σε δοξάσαντα”.

      
          

O άγιος Δημήτριος, ο μεγαλομάρτυς και μυροβλύτης, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στα 260 μ.X. Oι γονιοί του ήτανε επίσημοι άνθρωποι κι’ ο Δημήτριος κοντά στη φθαρτή δόξα που είχε από το γένος του, ήτανε στολισμένος και με χαρίσματα άφθαρτα, με φρονιμάδα, με γλυκύτητα, με ταπείνωση, με δικαιοσύνη και με κάθε ψυχική ευγένεια. Όλα τούτα ήτανε σαν ακριβά πετράδια που λάμπανε απάνω στην κορόνα που φορούσε, κι’ αυτή η κορόνα ήτανε η πίστη στον Xριστό. Eκείνον τον καιρό βασίλευε στη Pώμη ο Διοκλητιανός κ’ είχε διορισμένον καίσαρα, στα μέρη της Mακεδονίας και στα ανατολικά, ένα σκληρόκαρδο και αιμοβόρον στρατηγό που τον λέγανε Mαξιμιανό, θηρίο ανθρωπόμορφο, όπως ήτανε όλοι αυτοί οι πολεμάρχοι, που βαστούσανε κείνον τον καιρό με το σπαθί τον κόσμο, ο Διοκλητιανός, ο Mαξέντιος, ο Mαξιμίνος, ο Γαλέριος, ο Λικίνιος, πετροκέφαλοι, αγριοπρόσωποι, δυνατοσάγωνοι, πικρόστομοι, με λαιμά κοντά και χοντρά σαν βαρέλια, αλύπητοι, φοβεροί. Aυτός διώρισε τον Δημήτριο άρχοντα της Θεσσαλονίκης κι’ όταν γύρισε από κάποιον πόλεμο, μάζεψε τους αξιωματικούς στη Θεσσαλονίκη για να κάνουνε θυσία στα είδωλα. Tότε ο Δημήτριος είπε πως είναι χριστιανός και πως δεν παραδέχεται για θεούς τις πελεκημένες πέτρες. O Mαξιμιανός φρύαξε και πρόσταξε να τον δέσουνε και να τον φυλακώσουνε σ’ ένα λουτρό. Όσον καιρό ήτανε φυλακισμένος, ο κόσμος πρόστρεχε με θρήνο κι’ άκουγε τον Δημήτριο που δίδασκε το λαό για την πίστη του Xριστού. Ένα παλληκαρόπουλο, ο Nέστορας, πήγαινε κι’ αυτός κάθε μέρα κι’ άκουγε τη διδασκαλία του. Eκείνες τις ημέρες, παλεύανε πολλοί αντρειωμένοι μέσα στο στάδιο κι’ ο Mαξιμιανός χαιρότανε γι’ αυτά τα θεάματα· μάλιστα είχε σε μεγάλη τιμή έναν μπεχλιβάνη που τον λέγανε Λυαίο, άνθρωπο θηριόψυχο και χεροδύναμο, ειδωλολάτρη και βλάστημο, φερμένον από κάποιο βάρβαρο έθνος. Bλέποντας ο Nέστορας πως τους είχε ρίξει κάτω όλους αυτός ο Λυαίος, και πως καυχιότανε πως είχε τη δύναμη του Άρη και πως κανένας ντόπιος δεν αποκοτούσε να παλέψει μαζί του, πήγε στη φυλακή και παρακάλεσε τον άγιο Δημήτριο να τον βλογήσει για να ντροπιάσει τον Λυαίο και τον Mαξιμιανό και τη θρησκεία τους. Kι’ ο άγιος Δημήτριος έκανε την προσευχή του και τον σταύρωσε και παρευθύς έδραμε ο Nέστορας στο στάδιο και πάλεψε με κείνον τον άγριο το γίγαντα και τον έριξε χάμω και τον έσφαξε. Tότε ο Mαξιμιανός έγινε θηρίο από το θυμό του και μαθαίνοντας πως ο Nέστορας ήτανε χριστιανός και πως τον είχε βλογήσει ο Δημήτριος, πρόσταξε να τους σκοτώσουνε. Σαν πήγανε στη φυλακή οι στρατιώτες, τρυπήσανε τον Δημήτριο με τα κοντάρια και έτσι πήρε τ’ αμάραντο στέφανο, στις 26 Oκτωβρίου 296· μάλιστα είναι γραμμένο πως σαν είδε τους στρατιώτες να ρίχνουνε τα κοντάρια καταπάνω του, σήκωσε ψηλά το χέρι του και τον πήρανε οι κονταριές στο πλευρό, για να αξιωθεί το τρύπημα της λόγχης που δέχτηκε ο Xριστός στην πλευρά του κ’ έβγαλε αίμα και νερό η λαβωματιά του. Tον Nέστορα τον αποκεφαλίσανε την άλλη μέρα έξω από το κάστρο. Oι χριστιανοί σηκώσανε τα άγια λείψανα και τα θάψανε αντάμα, κι’ από τον τάφο έβγαινε άγιο μύρο που γιάτρευε τις αρρώστιες, για τούτο τον λένε και μυροβλύτη. Aπάνω στον τάφο χτίσθηκε εκκλησιά, τον καιρό που βασίλεψε ο μέγας Kωνσταντίνος. Στα κατοπινά χρόνια χτίσθηκε η μεγάλη εκκλησιά η τωρινή και στα 1143 ο βασιλέας Mανουήλ ο Kομνηνός έστειλε και πήρε στην Kωνσταντινούπολη την εικόνα του αγίου και την έβαλε στο μοναστήρι του Παντοκράτορος που ήτανε χτισμένη η εκκλησία του από τους Kομνηνούς και που τη λένε σήμερα Zεϊρέκ και την είχανε κάνει παλαιότερα τεκέ οι ντερβίσηδες. Στα εικονίσματά του είναι ζωγραφισμένος απάνω σε κόκκινο αντρειωμένο άλογο, που κοιτάζει σαν άνθρωπος, ομορφοσελωμένο, στολισμένο με χάμουρα και με γκέμια χρυσά, με τα μπροστινά ποδάρια σηκωμένα στον αγέρα, με την ουρά ανακαμαριασμένη, αλαφιασμένο από τον Λυαίο που κείτεται ματοχωμένος χάμω, τρυπημένος από το κοντάρι του αγίου Δημητρίου.  ( σ.σ.
Ο άγ. Δημήτριος στην εικόνα του δε σκοτώνει το βάρβαρο παλαιστή Λυαίο ,όπως εσφαλμένα έχει γραφτεί, αλλά τον πολεμοχαρή τσάρο των Βουλγάρων Ιωαννίτζη, που οι Βυζαντινοί τον αποκαλούσαν "Σκυλογιάννη", ενώ ήταν έτοιμος να επιτεθεί στη Θεσσαλονίκη το 1207.
Πώς όμως ένας άγιος εικονίζεται να σκοτώνει έναν άνθρωπο;
 Ο Σκυλογιάννης πέθανε από πλευρίτιδα, αλλά ο θάνατός του αποδόθηκε σε θεία δίκη. Σε ιστορικό κείμενο (Σταυράκιος) αναφέρεται όραμα, όπου ο άγιος εμφανίστηκε να ρίχνει το κοντάρι του στο σκληρό πολιορκητή, για να σώσει το λαό της πόλης του. Δε σκότωσε λοιπόν με τα όπλα του ο άγιος το Σκυλογιάννη, αλλά ο θάνατός του από ασθένεια λίγο πριν χτυπήσει τη Θεσσαλονίκη αποδόθηκε σε θεία παρέμβαση, που σταμάτησε τους κατακτητικούς πολέμους του, με τη μεσιτεία του αγίου Δημητρίου προς το Θεό (συμβολικά, "τον κοντάρεψε"
).
 Στα καπούλια του, πίσω από τον Άγιο, είναι καβαλλικεμένος σε μικρό σχήμα ένας καλόγερος. Eίναι ο επίσκοπος Γαβριήλ, δεσπότης του Δαμαλά, που τον πιάσανε σκλάβο οι κουρσάροι μπαρμπερίνοι στα 1603 και τον πουλήσανε στο Aλγέρι, στον μπέη, που τον επήρε στο σεράγι του. Kάθισε κάμποσα χρόνια σκλάβος και παρακαλούσε μέρα νύχτα με δάκρυα να τον λευτερώσει ο άγιος Δημήτριος. Όπου, μια μέρα σαν αύριο, παραμονή τ’ αγίου Δημητρίου, τον είδε στον ύπνο του πως πήγε με τ’ άλογο και τον έβαλε καβάλλα και φύγανε από την Aραπιά. Kαι σαν ξύπνησε το πρωί, βρέθηκε λεύτερος στη Θεσσαλονίκη και δόξασε το Θεό και τον άγιο Δημήτριο και μπήκε σ’ ένα καράβι και πήγε στον Πόρο κι’ από τότε στα εικονίσματά του ζωγραφίζανε και το δεσπότη.

   
   
Λοιπόν αύριο το βράδυ θα προστρέξουνε πάλι οι Θεσσαλονικιώτες κ’ οι άλλοι χριστιανοί στη μεγάλη πανήγυρη και θα παρακαλέσουνε με συντριβή τον ένθερμο προστάτη τους να τους δώσει βοήθεια σε τούτες τις δεινές περιστάσεις. Kαι θα μαζευτούνε ο λαός ο ορθόδοξος κ’ οι άρχοντες κ’ οι δεσποτάδες και παπάδες και καλόγεροι και θα ψάλουνε στο μεγάλον εσπερινό τα κατανυχτικώτατα τροπάρια, με το μουσικό μέλος της Oρθοδοξίας· γιατί η Θεσσαλονίκη είναι η κιβωτός που σώθηκε η ορθόδοξη λατρεία από τον κατακλυσμό της φραγκολεβαντινιάς που πάγει να μας πνίξει με τους ανούσιους νεωτερισμούς της. Eκεί θα συναχτούνε οι καλοί οι ψαλτάδες που ψέλνουνε ακόμα με κείνη τη σοβαρή ψαλμωδία που κρατά από τότε που θεμελιώθηκε η σεβάσμια τούτη εκκλησία, πούναι το καύχημα κ’ η παρηγοριά της Aνατολής, ύστερα από την Aγιά Σοφιά της Kωνσταντινούπολης. Kαι μεθαύριο στη λειτουργία, θα ψάλουνε στους Aίνους τα εξαίσια προσόμοια που είναι γεμάτα πόνο και ελπίδα και αγιασμένον ενθουσιασμό. Tάχει συνθέσει ένας από τους γλυκύτερους ποιητές της εκκλησίας μας, ο άγιος Θεοφάνης ο Γραπτός, ψυχή πονεμένη και καρτερική. Kαι θα σας εξηγήσω με λίγα λόγια πως βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη και μελώδησε αυτά τα συγκινητικά τροπάρια.
  
    
   
Aυτός ο άγιος μαζί με τον αδελφό του τον Θεόδωρο λέγονται “Θεόδωρος και Θεοφάνης οι Γραπτοί”. Γεννηθήκανε στην Παλαιστίνη και γινήκανε μοναχοί και ύστερα χειροτονηθήκανε παπάδες και ησυχάσανε στο μοναστήρι του αγίου Σάββα. Ήτανε κι’ οι δυο σπουδασμένοι στο έπακρο και γνωρίζανε κατά βάθος την ελληνική και την αραβική γλώσσα.
Φαίνεται πως οι αληθινοί χριστιανοί πρέπει παντοτινά να βασανίζουνται, γιατί, σαν περάσανε οι διωγμοί από τους ειδωλολάτρες, αρχίσανε άλλοι διωγμοί από τους αιρετικούς χριστιανούς. Kι’ όσοι βασανισθήκανε από τους ειδωλολάτρες γινήκανε μάρτυρες, κι’ όσοι βασανισθήκανε από τους χριστιανούς αιρετικούς γινήκανε ομολογητές. Tέτοιοι ομολογητές είναι και γράφουνται και τα δυο τούτα αγιασμένα αδέλφια, ο Θεόδωρος κι’ ο Θεοφάνης. Γιατί τους καταδίωξε ο Λέοντας ο Ίσαυρος, που ήτανε εικονομάχος και τους φυλάκωσε και τους έδειρε και ύστερα τους εξώρισε στον Πόντο. Kι’ ο μεν Θεόδωρος τελείωσε τον αγώνα στη δεύτερη εξορία που τους έστειλε ο Θεόφιλος, ο τρίτος εικονομάχος αυτοκράτορας ύστερα από τον Λέοντα, και πέθανε σ’ ένα ερημονήσι που το λέγανε Aρουσία, μέσα σε μεγάλα δεινά και σε στερήσεις. O δε Θεοφάνης εξωρίσθηκε στη Θεσσαλονίκη κ’ εκεί, σκλάβος και τυραννισμένος, σύνθεσε με κλαυθμό ψυχής αυτά τα τροπάρια, που με δαύτα ικετεύει τον άγιο Δημήτριο να γλυτώσει τη χριστιανοσύνη από τους ασεβείς και τυραννικούς ανθρώπους, και τη Θεσσαλονίκη από τους βαρβάρους που τη ζώνανε. Kαι λέγουνται Γραπτοί, επειδή ο Θεόφιλος πρόσταξε και τυπώσανε με πυρωμένο σίδερο απάνω στα μέτωπά τους ένα αδιάντροπο ποίημα που έκανε κάποιος αυλοκόλακας. O άγιος Θεοφάνης, άμα πέθανε ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, ψηφίσθηκε επίσκοπος Nικαίας και εκοιμήθη, γέροντας γεμάτος από πνευματική ευωδία, στα 850 μ.X. O Nικηφόρος Kάλλιστος τον λέγει ηδύφωνον μουσικόν αυλόν κι’ ο Σουΐδας ποιητήν. Έγραψε πολλές υμνωδίες σε διάφορες γιορτές, σύνθεσε και κανόνα συγκινητικό στον βασανισμένον αδελφό του τον Θεόδωρο.  
  
 
Aπό τα τροπάρια των Aίνων που είπαμε, το πρώτο έχει περισσότερον πόνο και πάθος και σ’αυτό συνεταίριαξε ο ποιητής τεχνικά τη θλίψη του για το διωγμό της ορθοδοξίας με το υμνολόγημα του αγίου και με την καρτερική ελπίδα για τη σωτηρία της θεοσκέπαστης Θεσσαλονίκης, που και κείνον τον καιρό βρισκότανε σε αγωνία. Aυτά τα τροπάρια ταιριάζουνε πάντα στις δεινές δοκιμασίες που πέρασε απανωδιαστά η Θεσσαλονίκη από τον καιρό του Διοκλητιανού ίσαμε σήμερα. Παρακάτω βάζω αυτό το τροπάρι και το μεταγυρίζω στην απλή γλώσσα, πλην χωρίς να μπορέσω να σιμώσω στο πρωτόγραφο:
     
“Δεύρο, μάρτυς Xριστού, προς ημάς, σου δεομένους συμπαθούς επισκέψεως και ρύσαι κεκακωμένους τυραννικαίς απειλαίς και δεινή μανία της αιρέσεως· υφ’ ης ως αιχμάλωτοι και γυμνοί διωκόμεθα, τόπον εκ τόπου διαρκώς διαμείβοντες και πλανώμενοι εν σπηλαίοις και όρεσιν. Oίκτιρον ουν, πανεύφημε, και δος ημίν άνεσιν· παύσον την ζάλην και σβέσον την καθ’ ημών αγανάκτησιν, Θεόν ικετεύων, τον παρέχοντα τω κόσμω το μέγα έλεος”.
 
         

“Έλα, μάρτυρα του Xριστού, σε μας, που έχουμε μεγάλη ανάγκη από τη συμπονετικιά σου την επίσκεψη και γλύτωσέ μας από τις τυραννικές φοβέρες κι’ από τη δεινή μανία της αιρέσεως· που μας κατατρέχει σα νάμαστε σκλάβοι και περπατούμε γυμνοί δώθε και κείθε κι’ αλλάζουμε ολοένα τόπο με τόπο και πλανιόμαστε σαν τ’ αγρίμια στα βουνά και στα σπήλαια. Λυπήσου μας, πανεύφημε, και δώσε μας ανάπαψη, πάψε τη ζάλη και σβήσε την αγανάχτηση που σηκώθηκε καταπάνω μας, παρακαλώντας το Θεό, που δίνει στον κόσμο το μέγα έλεος”. 
  

Δευτέρα, Οκτωβρίου 20, 2014

Ασφυκτικός εκκαλογερισμός των εν κόσμω



Γνωστός φιλόλογος και θεολόγος ευφυολογώντας έντεχνα για τον εκκαλογερισμό του χριστιανικού ήθους παροτρύνει να  μην επαναλαμβάνουμε στερεότυπα και μονότονα το "κάνω υπακοή" σαν να λέμε"κάνω παιχνίδι" ή "κάνω το κέφι μου". 

Η υπακοή ειναι όντως πολύ σοβαρό θέμα. Υπακοή κάνουν οι υποτακτικοί μοναχοί στον γέροντα τους και εμείς οι εν κόσμω, κληρικοί και λαϊκοί στην σύνοδο πού εκφράζει την εκκλησιαστική κοινή συνείδηση. Ενίοτε και στον επίσκοπο.

Εμείς οι εν κόσμω έχουμε πνευματικό, εξομολόγο, όχι ΓΕΡΟΝΤΑ. Ας το εννοήσουμε επιτέλους. 
Και μάλιστα όταν τίθεται θέμα δογματικής ή ηθικής φύσεως δεν του χρωστάμε τίποτα. Απομακρυνόμαστε από αυτόν, χωρίς ενδοιασμούς και μεταφυσικές τύψεις-ενοχές. Ο σωστός πατέρας θα εμπνεύσει στα παιδιά του αγάπη και εμπιστοσύνη, δεν απαιτεί από αυτά υποταγή και εξάρτηση.

Τρομάζω με τον εκκαλογερισμό του εκκλησιαστικού ήθους. Ακούς συνεχώς ευλόγησον και ευλόγησον λες και είμαστε στην Θηβαΐδα. Είναι ανόσιο να υιοθετούμε καλογερικούς τρόπους χωρίς να επωμιζόμαστε το σχήμα και τις ευθύνες των μοναχων. Κύριοςοίδε ποιά αμαρτήματα μας θέλουμε να ξεπλύνουμε με αυτήν την τροποποίηση πίστης και ήθους προς το καλογερικότερον που φαντάζει ευσεβέστερον των εν κόσμω.

Αν και πιστεύω πώς όλα αυτά γίνονται για να προβληθεί το ησυχαστικό ήθος( ιδιότυπο ομως και διαστρεβλωμμένο ησυχαστικό ήθος) και να μην καλλιεργείται αντίσταση και αγωνιστικότητα στους εν κόσμω χριστιανούς, αλλά να τα δέχονται όλα, αιρέσεις, καταφρόνηση των κανόνων, προσβολές προσωπικές και κατά της εκκλησίας, καταπίεση κτλ άβουλα και χωρίς αντίδραση.

Σαν τους χίπις ένα πράγμα.Πασιφισμός και δουλεία.
Ισλαμιστές. Πού θα πεί υποταγμένοι! 

Εκ τούτων γάρ εἰσιν οἱ ἐνδύνοντες εἰς τὰς οἰκίας καὶ αἰχμαλωτίζοντες γυναικάρια σεσωρευμένα ἁμαρτίαις, ἀγόμενα ἐπιθυμίαις ποικίλαις, πάντοτε μανθάνοντα καὶ μηδέποτε εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν δυνάμενα.( Β Τιμόθεον) .

 Ο προφητικός και πάντα επίκαιρος λόγος του αποστόλου Παύλου ας συνετίσει κάποιους που αφήνουν την έρημο για να ανοίξουν μαγαζιά ψυχών στον κόσμο.Αν και κατά βάθος το θεωρώ εξαιρετικά δύσκολο και ανεφάρμοστο χωρίς θεϊκή παρέμβαση.Πώς να διακυβεύσουμε την ευσεβοφάνεια μας πού μας δίνει πόντους θρησκευτικής γνησιοτητας στους αδαείς και αμαρτωλούς; Ποτέ των ποτών! Αχ εγωϊσμοι άμετροι. Μπήκαν οι ανισόρροποι στην εκκλησία και εκτόπισαν τους ενδιαφερομένους και τους ασταθείς πλην αγνούς που αηδίασαν πια με όλα αυτα. Γενικώς οι εκκλησιαστικές μας κοινότητες πλανοκρατούνται.

Ο καλός ο πνευματικός είναι σαν τον ήλιο. Δεν μπαίνει στο σπίτι σου για να σε κάψει και να σε αφομοιώσει, αλλά στέκεται εκεί ταπεινά και ακτινοβολεί φως και ζεστασιά. Και συ πού κρυώνεις πάς δίπλα του να ζεσταθείς.

Σάββατο, Οκτωβρίου 18, 2014

Kυριακή Γ΄Λουκά: Η ανάσταση του νέου στην Ναΐν

Στο αυριανό ευαγγέλιο υπάρχει μια δραματική σκηνή αναμέτρησης πού τα λέει όλα: Η πομπή του Χριστού μπαίνει πανηγυρικά στην πόλη, η νεκροπομπή βγαίνει με θρήνους από αυτήν . Η ζωή συναντιέται μετωπικά με τον θάνατο. Αυτή η στιγμή είναι από τις πιό δραματικές και εύγλωττες του ευαγγελίου. Είναι μια εικόνα τετ α τετ. Μια σιωπή πριν την καταιγίδα και την μάχη, πού προϊδεάζει την χαρά.Είναι μια εικόνα πού συμπυκνώνει την οικονομία. Ο Θεός εισέρχεται στον κόσμο των ανθρώπων, ο θάνατος εγκαταλείπει τον κόσμο τους.

Ούτε είναι φυσικός ο θάνατος , ούτε ο άνθρωπος πλάστηκε για να πεθάνει. Ποτέ δεν θα συμφιλιωθούμε με τον θάνατο, γιατί είναι έξω από μας. Ο πρώτος θάνατος είχε την υπαιτιότητα του στον ίδιο τον άνθρωπο. Ο Κάιν σκότωσε τον αδελφό του, ο οποίος αδελφός έγινε θνητός επειδή ο πατέρας του μνηστεύτηκε τον θάνατο με την αποστασία από τον Θεό.Λοιπόν κάθε θάνατος είναι παραλογισμός αφύσικος, πού θυμίζει στον άνθρωπο την αποστασία του και την αδυναμία του να ζήσει κατά χάριν αθάνατος και την ροπή του προς το κακό.Η Αποκάλυψη αναφέρεται στον θάνατο ως έσχατο ΕΧΘΡΟ του ανθρώπου. Πολλές φορές ο θάνατος αναφέρεται ως ανάσχεση της διαιώνισης της αμαρτίας και ανάπαυση. Και είναι. Γιατί ο άνθρωπος είναι αδύναμος και με ροπή προς την αυτοκαταστροφή. Μόνο έτσι μπορούμε να νοήσουμε τον θάνατο ώς δώρο και παραχώρηση του Θεού, αλλά ποτέ ως υπαιτιότητα Του.Μνήμη θανάτου δεν είναι θέλξη προς τον θάνατο, αλλά συναίσθηση πώς απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις.Αν ο θάνατος ήταν ευεργετικός δεν θα είχαμε θάνατο του Χριστού ούτε κάθοδο στον Άδη. Ο Χριστός είναι ο τελευταίος νεκρός. Ο θάνατος του Χριστού στον σταυρό είναι ο τελευταίος θάνατος.Μετά μπορούμε να μιλάμε για κοίμηση. Η κοίμηση προϋποθέτει εγρήγορση, κοινή ανάσταση. Αυτό είναι το ζητούμενο και αυτό μας απασχολεί ιδιαίτερα.Γιατί, η πίστη και η προσδοκία μας δεν είναι θανατοκεντρική, αλλά αναστάσιμη.

To αυριανό ευαγγέλιο είναι πολύ σκληρό για πολλούς γονείς πού έχασαν τα παιδιά τους και γενικότερα για όλους εμάς πού βιώνουμε το πένθος της απώλειας, δηλαδή για όλους ανεξαιρέτως. Τί το παραπάνω είχε αυτή η χήρα στην Ναΐν απ'όλες τις μητέρες πού θρηνούν τον χαμό των παιδιών τους; Τί το παραπάνω είχαν οι συγγενείς του Λαζάρου και ο Ιάειρος απ'όλους τους πενθούντες της γης; Τί το ιδιαίτερο είχαν αυτοί οι νεκροί πού ανέζησαν και δεν ανέζησαν όλοι οι άλλοι και μάλιστα οι προσφιλείς μας;

Ο Χριστός δεν ανέστησε τους παραπάνω για να ζήσουν αιώνια από κει και πέρα, για να ζήσουν σαν νεκροζώντανοι ή κατά χάριν αθάνατοι σε διαφορά από όλους τους άλλους ανθρώπους. Γιατί και ο νέος της Ναΐν και ο Λάζαρος και η κόρη του Ιάειρου σε κάποια συγκεκριμμένη στιγμή ξαναέζησαν τον θάνατο. Όλα αυτά έγιναν και συνέβησαν για να πιστοποιηθεί ζωντανά πώς ο Χριστός είναι η Ανάσταση και η Ζωή, ο Κύριος του Θανάτου και πώς η κοινή ανάσταση είναι τόσο ασφαλής και σίγουρη όσο η βιολογική ζωή και πώς ο θάνατος είναι μια πραγματικότητα πού θα καταργηθεί!


Το πένθος της απώλειας δεν πρέπει να καταλογίζεται με ηθικιστικό τρόπο ως αμαρτία. Πολλές φορές το βλέπουμε σαν αναισθησία ή μοιρολατρεία ή πώρωση ανωτερότητας σε χριστιανούς ανθρώπους και διακρίνουμε πώς ο αδιάκριτος ευσεβισμός μας καθιστά θηρία αναίσθητα.Από το ιδιο αίμα και το χώμα είμαστε με τον εκλιπόντα γι αυτό και επαναστατούμε και θλιβόμαστε.Αλλοίμονο σε αυτόν πού δεν δακρύζει. Η θεός ή δαίμονας είναι, δεν είναι κάτι το ανθρώπινο. Όμως η απελπισία είναι χειρότερη από τον ίδιο τον θάνατο. Είναι η εικόνα του νεκροζώντανου ανθρώπου. Όλα με μέτρο. Χρειάζεται μια συναίσθηση και μια προετοιμασία ανά πάσα στιγμή πού διαφεύγει στον άνθρωπο σχεδόν πάντα. Γιατί διψάμε για ζωή, διψάμε για να νικήσουμε την ζωή και όχι για να νικήσουμε τον θάνατο και την ιδέα του, ως κάποιο βαθμό πάντα.Όσο ο άνθρωπος είναι δεμένος με τον θάνατο, τόσο είναι εξαρτημένος και από την ζωή. Δεν λέω πώς αυτό δεν είναι ανθρώπινο ή ότι είναι μεμπτό. Λέω απλά πώς μας αποξενώνει από την ιδέα του θανάτου, ενώ είναι τόσο αφύσικος όσο και αναμενόμενος.
Στο ορθόδοξο ήθος μας, έχουμε ένα άλλο είδος πένθους, ο οποίο και με παράδοξο τρόπο μακαρίζεται. Ο Κύριος μακαρίζει τους πενθούντες γιατί θα παρηγορηθούν και αυτούς πού κλαίνε γιατί θα γελάσουν και αναφέρεται στο πένθος της διαρκούς, ζωντανής και εσωτερικής μετάνοιας για την αμαρτία την δική μας και την αμαρτία του κόσμου, πού ταπεινώνει και εξημερώνει τον άνθρωπο και τον καθιστά διαρκώς να έχει μνήμη Θεού και μνήμη θανάτου. Οι κατά Θεόν πενθούντες μπροστά στον άκαιρο θάνατο ενός παιδιού ή νέου ανθρώπου, συλλογίζονται και συναισθάνονται μια άλλη πραγματικότητα: Πώς όσο νεότερος ο εκλιπών, τόσο λιγότερη η διατριβή του με τα δεινά και τις αμαρτίες και τα πάθη του κόσμου. Τα πικρά δάκρυα χύνονται κυρίως για τον εαυτό και για τους άλλους, πού ενώ τους δίνεται καιρός, δηλαδή ευκαιρία στην ζωή παραμένουν αμετανόητοι και πωρωμένοι και δεν βάζουν αρχή σωτηρίας. Για αυτό και ο διαρκώς πενθών θρηνεί για τα ατιμασμένα γηρατειά, στα οποία η έξη και η συνήθεια παγίωσαν την αμαρτία περισσότερο και εντονότερα , παρά στην κοίμηση ενός νέου ανθρώπου.Δεν σώζεται αυτόματα ο ακαίρως αποθανών, αποδημεί όμως συνηθέστερα με ελαφρύτερο το φορτίο. Άλλωστε ο σοφός Σολομών μας παροτρύνει να ενθυμούμαστε τον Πλάστη μας, πριν έρθει η ημέρα η φοβερά της κατάπτωσης και της φυσικής αδυναμίας, όταν ο αγώνας δεν θα μπορεί πλέον να είναι τόσο έντονος και όπου η διάθεση ελαττούται και μειώνεται και όπου η συνήθεια βασιλεύει και κυριαρχεί. Και αυτός ο θάνατος πλακώνει και ψυχή και σώμα και νεκρώνει και την αντίδραση και την διάθεση και την απόφαση. Αυτός ο θάνατος θα πρέπει να μας προβληματίζει εντονότερα.

Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2013/10/k.html#ixzz3GU4L9FHP

Σάββατο, Οκτωβρίου 11, 2014

Κυριακή των Πατέρων της Ζ΄Οικουμενικής Συνόδου: Η αίρεση




H Eκκλησία μας αυτή την Κυριακή μας προβάλλει την παραβολή του σπορέως και την μνήμη των αγίων Πατέρων της Ζ΄οικουμενικής Συνόδου,
η οποία εκήρυξε εικονιζόμενον τον εσαρκωμένο Λόγο και Υιό του Θεού και έδωσε τέλος στις γνωστικιστικές και πλατωνικές απόψεις περί θείου. Εξάλλου, ο απόστολος της σημερινής ημέρας είναι αφιερωμένος στον αιρετικό άνθρωπο, μία πληγή, ένα ασθενές και ετοιμοθάνατο, αν όχι αποκομμένο πλήρως μέλος, στο σώμα της Εκκλησίας. Θα σταθούμε σε ολίγα σημεία περί αίρεσης, κάνοντας όσο πιό πολύ σαφή γίνεται την θέση της εκκλησίας.

Πρώτον, πρέπει να καταστήσουμε σαφές, πώς στην ύποπτη εποχή πού ζούμε , είναι σχεδόν παράνομο να μιλάμε για τις αιρέσεις εν ονόματι της δημοκρατικής ανοχής και της υδαρής αγαπολογίας, πού δοκιμάζει τους ασθενέστερους και πλέον επιρρεπείς στην κολακεία χριστιανούς, ποιμένες και εκ του ποιμνίου. Η αίρεση για την εκκλησία αποτελεί παραχάραξη στην άπαξ παραδεδομένη από τον Κύριο και τους αποστόλους αλήθεια, μία εκλογή αλήθειας ή μάλλον μια παρουσίαση αλήθειας με υποκειμενικά κριτήρια. Η Εκκλησία από νωρίς ξεχωρίζει και διακρίνει την αίρεση από τον αιρετικό. Αποφθεγματικά είναι γνωστό πώς "μισούμε την αίρεση,αλλά όχι τον αιρετικό". Στην παράδοση μας δεν τίθενται ιεροεξεταστικά κριτήρια. Ο αιρετικός θεωρείται ως συμπαθές θύμα του ιδίου του εγωισμού του και η αίρεση αποτέλεσμα μιας αλαζονείας ιδιότυπης, στην οποία παραδίνεται κάποιος αποπτύοντας την μακαρία απλότητα και την εκκλησιαστική υπακοή.Η Εκκλησία θεραπεύει διά της ορθοδοξίας , αλλά και αποκόβει το μέλος από το σώμα της εγκαίρως και συνοδικώς εκφραζόμενη , ούτως ώστε όπως χαρακτηριστικά λέγεται " να μην μεταδοθεί η ασθένεια και στα άλλα".

Πρώτον χαρακτηριστικό της αίρεσης είναι η ακατάσχετη ηθικολογία και μια στυγνή πουριτανική επιμονή στην καθαρότητα, πού μέσα στους κόλπους της εκκλησίας ονομάζεται και ευσεβισμός. Τα σκάνδαλα των κληρικών και των λαϊκών μεγεθύνονται, παρουσιάζονται με αρρωστημένη σχεδόν εμμονή στο κοινό. Ο αποκομμένος, παραδομένος σε μια αυτολατρεία και αυτοδικαίωση , συγκρίνει τον εαυτό του , ιδανικοποιημένο και εκφραστή μιας ιδία ηθικής καθαρότητας, με όλους τους άλλους και επιμένει να θεωρεί ανώτερο πάσης αμαρτίας τον τύπο του, κολαζομένους δε τους άλλους. Πρόκειται για έναν αρρωστημένο ζήλο χωρίς ευσπλαχνία, χωρίς συμπάθεια για τον συναμαρτωλό, μια θεώρηση της εκκλησίας εντελώς δικανική και αυστηρή, σχεδόν απάνθρωπη. Η Εκκλησία δεν αντιμετωπίζεται σαν συνάθροιση ασθενών ανθρώπων πού επιζητούν την υγεία, αλλά σαν σώμα δύο ταχυτήτων στο οποίο προτεραιότητα έχουν οι κατ'επίφασιν αναμάρτητοι.

Σύνηθες χαρακτηριστικό των αιρετικών είναι η απολυτοποίηση της Γραφής. Η Γραφή αντιμετωπίζεται σαν ένας απόλυτος και αλάθητος ηθικός και νομικός κώδικας από έναν πλαστό νομοθέτη θεό. Η παρερμηνεία και οι εύκολες περικοπές για να στηρίξουν προφάσεις και ανακρίβειες είναι στο πρόγραμμα των αιρετικών. Επαναλαμβάνοντας στεγνά και μονότονα ρητά από τις Γραφές και μάλιστα παραποιημένα, επιχειρούν με σοφιστικες διαδικασίες να επιβάλουν υποκειμενικότητες και πλάνες και να διασπειρουν πανικό στους ανυποψίαστους, πού για αυτούς αποτελεί απόδειξη αμάθειας και αμαρτωλού βίου. Ο αιρετικός αγνοεί την Γραφή ως έργο της Εκκλησίας και άρα την Εκκλησία ως αποκλειστική ερμηνεύτρια των Γραφών, εφ όσον το άγιο Πνεύμα της Γραφής είναι το αυτό και αρμόδιο της Εκκλησίας. Αγνοεί την ταπείνωση, την απλότητα, την υπακοή, τον ασκητικό βίο, την πίστη πού σημαίνει εμπιστοσύνη στην παράδοση της ερμηνείας. Αγνοεί τέλος τον λειτουργικό χώρο και χρόνο εντός του οποίου διασαφηνίζονται και πληρώνονται τα αποστολικά και γραφικά χωρία, το ευαγγέλιο.

Αρχαία αίρεση στην εκκλησία και μητέρα των αιρέσεων είναι ο γνωστικισμός. Ένα θρησκευτικό σύστημα πού υποτίθεται αναζητά μια απόκρυφη γνώση σε έναν κόσμο πνευματικό και εξαίρει ή δαιμονοποιεί την ύλη. Οι γνωστικιστές αναζητούν τον αληθινό Θεό στον κόσμο των νεφελών και θεωρούν τον κόσμο δαιμονικό κατασκεύασμα.Έτσι δημιουργείται μια εντύπωση ελιτιστών ανωτέρων ανθρώπων, αποκομμένων από την φυσική πραγματικότητα και κεχωρισμένων από τον δαιμονικό κόσμο των πολλών πού μαστίζονται από την αγνωσία. Εύκολα μπορούμε να διακρίνουμε τέτοιους ανθρώπους μέσα στην Εκκλησία. Ο γνωστικισμός σήμερα επιβιώνει στην θεωρητική μασονία και σε άλλα φιλοσοφικά συστήματα, τα οποία γοητεύουν σαν κάτι διαφορετικό, χωρίς όμως να δίνουν απαντήσεις. Πρόκειται περισσότερο για ομάδες πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων με ένα φιλοσοφικό ένδυμα, από το οποίο λείπει και αυτή η θεωρητική ομοιομορφία.

Άλλο χαρακτηριστικό των αιρέσεων είναι η εξάρτηση από  και η λατρεία του ποιμένα. Άνθρωποι πού απέτυχαν να επιβληθούν μέσα στην Εκκλησία και πολύ συχνά να καταξιωθούν στην κοινωνία των ανθρώπων, αναλαμβάνουν εργολαβικά την διαποίμανση ψυχών μέσα σε σέχτες και παραθρησκευτικές ομάδες. Ενώ απορρίπτουν το αλάθητο της συνοδικότητας και κάθε έννοια ιεραρχίας και πνευματικής πληρότητας μέσα στην κανονική Εκκλησία, τα οποία ονομάζουν εξουσιασμό, αναλαμβάνουν οι ίδιοι να εξουσιάζουν με δυναστική συνέπεια ψυχές και ζωές ανθρώπων. Η εξάρτηση από τον ποιμένα, πού αναλαμβάνει ρόλο αλάθητου καθοδηγητή και τυρρανίσκου είναι αρρωστημένη, έντονη και δεν επιδέχεται κριτικής και αμφισβήτησης. Τίθενται σε κίνδυνο οι ψυχές, η σωματική και πνευματική υγεία, η ζωή η ίδια πολλές φορές, η αξιοπρέπεια και η περιουσία ανθρώπων , πού σε κάποια φάση αδυναμίας εμπιστεύτηκαν σε ανθρώπους ομοιοπαθείς και μελλοθάνατους την ίδια τους την ύπαρξη.

Οφείλουμε να αναφερθούμε στα συστήματα αυτοπραγμάτωσης και αναζήτησης εαυτού, ανατολικών περισσότερο δοξασιών παρά αιρέσεων θα λέγαμε, αν σε όλα αυτά βέβαια πολύ συχνά δεν ανακάτευαν τον Χριστό και την Εκκλησία. Άνθρωποι παρακινημένοι από το συρμό και από ποταπές μεταφυσικές ανησυχίες,  προσπαθούν να επιτύχουν στην ζωή με υλιστικά κριτήρια, επιλέγοντας διάφορες τεχνικές ανατολικής προέλευσης. Αλλοι αναζητούν τον εσώτερο εαυτό τους δαπανώντας ύπαρξη, ψυχή, χρόνο και χρήμα σε περίπλοκες και ακατανόητες τεχνικές, μόνο και μόνο γιατί τις επιβάλλει η μόδα. Ο εσώτερος εαυτός μας είναι κάτι πού αποτελεί αντικείμενο της ορθόδοξης μυστικής και ασκητικής παράδοσης. Μεσα στην Εκκλησία επιτυγχάνουμε την λύτρωση και την προκοπή στην τελειότητα σαν μέλη μιας κοινωνίας ανθρώπων και όχι σαν ξεχωριστά άτομα πού απλώς τυγχάνει να συμβιώνουν και να υποφέρουν , αν όχι να υπερέχουν από τους άλλους.

Τέλος, δεν θα παραλείψουμε να αναφερθούμε στις χιλιαστικές δοξασίες και στις εγκόσμιες βλέψεις πού εμπνέουν και στηρίζουν πολλές αιρέσεις. Ο Χριστός μας αποσαφήνισε πώς η βασιλεία των ουρανών δεν έρχεται μετά παρατηρήσεως αλλά "εντός ημών εστί" και η Εκκλησία μας δεν παραλείπει να μας υπενθυμίζει πώς "όταν τον κόσμον κερδήσωμεν,τότε τον τάφον οικήσωμεν". Χωρίς η εκκλησία να αγνοείτην ομορφιά και την χρηστικότητα αυτού του κόσμου (και το αντίθετο θα αποτελούσε αίρεση), μας διδάσκει όμως την ματαιότητα του και κηρύσσει Ιησούν Χριστόν βασιλέα σε ένα διαφορετικό βασίλειο. Όχι έναν εξουσιαστη αντί-χριστο πού τάζει φθαρτά πλούτη και μεγαλεία, αλλά αυτόν τον βασιλέα της ειρήνης πού παρέχει την πνευματική και αιώνια βασιλεία. Κάνοντας ο Χριστιανός χρήση του καλού κόσμου πού έπλασε ο Θεός , δεν επιθυμεί να εξουσιάσει και να επιβληθεί πάνω στους άλλους, αλλά να γίνει για τον αδελφό ζωντανή και περιφερόμενη ειρήνη και βασιλεία του Θεού, ώστε να επικρατήσει το θέλημα Του και επί της γης.

Σαφές είναι πόσο επίκαιρη και σοβαρή είναι η πραγματικότητα και η παγίδα της αίρεσης εντός και εκτός εκκλησίας. Ο Χριστιανός με καλλιέργεια της εσωτερικής αληθινής ταπείνωσης, με κόπο και άσκηση στην υπακοή στην εκκλησιαστική εμπειρία, με λειτουργική ζωή και κατάλληλη καθοδήγηση στην ανάγνωση και ερμηνεία των γραφών ,με συχνή μυστηριακή ζωή και μια καλή αμφίδρομη σχέση με τους πατέρες του, στερεώνεται στην χαρά και την χάρη της ορθοδοξίας και πραγματώνεται στην κοινωνία των αδελφών του. Ας αγαπήσουμε την πίστη, δηλαδή την εμπιστοσύνη στην εκκλησιαστική εμπειρία. Θα αποφύγουμε σίγουρα το βάραθρο και την θανατερή αρρώστια της αίρεσης.


Σάββατον 11-10-2014 ππκ

Πέμπτη, Οκτωβρίου 09, 2014

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΥΡ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟ ΜΩΡΑΙΤΙΔΗ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΚΑΛΟΓΕΡΟ



Επανάληψη επί τη μνήμη Ανδρονίκου και Αθανασίας


Ἔζησε τὴν ζωή του καὶ ποτὲ δὲν ἐλησμόνησε πὼς ἦταν ἕνας παροδίτης καὶ ποτὲ δὲν πῆρε τὴν προσοχή του ἀπὸ τὴν ἀναμενόμενη πρόσκληση τοῦ κυβερνήτη. Συνέχεια φρόντιζε νὰ καθαρίζῃ τὴν ψυχή του καὶ σιγὰ σιγὰ ἄρχισε νὰ ἀπαρνιέται τὰ ἐγκόσμια. Τώρα πιὰ δὲν εἶναι ὁ λογοτέχνης ποὺ δούλευε τὸν τρόπο τῆς ἔκφρασής του. Εἶναι ὁ πιστὸς ποὺ ἀναζητεῖ καὶ στὸν λόγο του μιὰ πρόσθετη λύτρωση. Παλεύει μέσα του ὁ τεχνίτης τοῦ λόγου μὲ τὸν πιστό. Δὲν τὸν ἐνδιαφέρουν τὰ ἄλλα βιβλία καὶ ἄρθρα του, ὁ καημός του εἶναι νὰ τυπωθῇ ὁ τόμος τῶν 400 σελίδων ποὺ μὲ πλούσια σχόλια ἀφιέρωσε στὶς ὁμιλίες τοῦ Μεγάλου Βασιλείου στὶς ἀφιερωμένες στοὺς Ψαλμοὺς τοῦ Δαυΐδ, καθὼς καὶ στὰ ἀφιερωμένα στὸν Γρηγόριο τὸν Θεολόγο (Ναζιανζηνό), «Παρθενίας ἐγκώμιον» κ.ἄ.. Ἀπομακρύνεται ἀπὸ ὅλες τὶς ἄλλες μελέτες του καὶ ἀγκιστρώνεται στὰ Πατερικὰ κείμενα καὶ σὲ ὕμνους πρὸς τὸν Δημιουργό. Στὴν ἄκρη ἡ κλασσικὴ φιλολογία, ὅπου τὸ πᾶν εἶναι ἐνσυνείδητο, τὸ πᾶν ὑποβάλλεται κάτω ἀπὸ τὸ φῶς τῆς λογικῆς. Τὸν ἐνδιαφέρει ὁ θρησκευτικὸς ὕμνος, τὸ θυμίαμα, ἡ προσευχή, τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα, ἡ «εἰς Κύριον ἀποδημία». Δυστυχῶς, ὁ θησαυρὸς τῶν ἔργων του, παράδεισος σωστός, ἔμεινε ἀθέατος ἀπὸ τοὺς πολλούς.
Ὡς καθηγητὴς στὸ Βαρβάκειο Γυμνάσιο μένει ὑποχρεωτικὰ στὴν Ἀθήνα. Ἡ μόνη ἀπόλαυσή του εἶναι νὰ ἐπισκέπτεται τὰ σκιαθίτικα καράβια στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ. Πατώντας τὴν κουβέρτα τῶν καραβιῶν τῆς πατρίδας του, ἔχει τὴν συναίσθηση πὼς πατεῖ τὰ ἀγαπημένα χώματά της. Ἔτσι «Τοῦ βοριᾶ τὰ κύματα», ποὺ ἔγινε καὶ τίτλος τοῦ βιβλίου του, τοῦ φέρνουν τὰ χαιρετίσματα ἀπὸ τὸ ἀγαπημένο του νησί.
Τὸ 1900 φεύγει ἀπὸ τὴν δημόσια ὑπηρεσία. Στὴν οὐσία παύθηκε ἀπὸ τὸ Βαρβάκειο Γυμνάσιο, γιατὶ δὲν ὑπῆρχαν χρήματα νὰ πληρωθῇ. Τὴν ἑπόμενη χρονιὰ παντρεύτηκε μὲ τὴν Βασιλικὴ Φουλάκη, ποὺ τὴν γνώρισε στὶς ἀγρυπνίες τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου. Τὴν βαθειά του πίστη τὴν μεταβίβασε καὶ στὴν γυναίκα του, ποὺ μαζί της πρὶν ἀκόμα παντρευτοῦν, γύριζαν μαζὶ στὶς ἐκκλησίες. Κι ὅταν παντρεύτηκαν στὸ σπίτι τους ἔβαλαν εἰκόνες καὶ κεριά, προσεύχονταν μαζί, ἔψελναν τὸν ἑσπερινό. Κάποτε μιὰ γριὰ Σκιαθίτισσα πῆγε στὴν Αἰδηψὸ γιὰ νὰ κάνῃ λουτρά. Ἔμαθε πὼς ἦταν ἐκεῖ ὁ κυρ-Ἀλέκος μὲ τὴν γυναίκα του, νιόπαντροι, καὶ πῆγε νὰ τοὺς δῇ. Τοὺς βρῆκε νὰ κάθονται στὸ δωμάτιο ποὺ εἶχαν νοικιάσει τὴν ὥρα ποὺ ἔψελναν ἑσπερινό. Ξαφνιασμένη τοὺς ρώτησε: «Ὁσπιτεύετε ἢ καλογερεύετε;».
Λένε πὼς δὲν εἶχαν ἄλλο δεσμὸ μεταξύ τους ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Δὲν εἶχαν συναναστροφὲς μὲ ἄλλους ἀνθρώπους. Ὁ Μωραϊτίδης γλιστροῦσε ἀθόρυβα καὶ βιαστικὰ ἀνάμεσα στὸ πλῆθος, μὲ τὴν ἀπεριποίητη βιβλική του γενειάδα, γιὰ νὰ γίνη ἄφαντος νὰ χωθῇ γρήγορα στὸ ἱερὸ τοῦ σπιτιοῦ του μὲ τὰ μανουάλια καὶ τὰ ψαλτήρια, ὅπου ἱερουργοῦσε σὰν παπᾶς σὲ ἐρημοκκλήσι. Καὶ ἡ ἀγαπημένη του γυναίκα δὲν ἦταν παρὰ μιὰ ταπεινὴ ἐκκλησάρισσα στὸν μικρὸ ἐκεῖνο καὶ παράδοξο ναό. Τὰ τελευταῖα χρόνια εἶχε ἐνδυθῆ τὸ μοναχικὸ σχῆμα μὲ τὸ ὄνομα Ἀθανασία.
Ὁ θάνατος τῆς συμβίας του
Δὲν κράτησε ὅμως πολὺ ἡ συμβίωσή τους ἐκείνη. Ἡ γυναίκα του, μοναχὴ Ἀθανασία, πεθαίνει καὶ αὐτὸ τὸν βυθίζει σὲ μεγάλο πένθος καὶ σὲ μεγαλύτερη σιωπή.
Σὲ μιὰ ἐπιστολή του μὲ ἡμερομηνία 30-10-1915, ἀπὸ τὴν Σκιάθο πρὸς τὴν Ἡγουμένη τοῦ μοναστηριοῦ Κεχροβουνίου τῆς Τήνου, τὴν Θεοδώρα, μὲ τὴν ὁποία συνδέθηκε πνευματικά, θὰ γράψῃ ἀναφερόμενος στὸν θάνατο τῆς συζύγου του:
«Ὁ θάνατός της ὑπῆρξε κοίμησις, ἐλαφρὰ μετάστασις ἀπὸ μίαν ζωὴν εἰς τὴν ἄλλην. Δὲν μοῦ λέγεις, πὼς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπολαύσω ἐγὼ αὐτὸ τὸ μακάριον τέλος; Διαβάζω ὡσὰν νὰ ἔχω στάδιον ἐμπρός μου, κάμνω σχέδια πάντοτε καὶ σκέψεις διαφόρους. Κι ἐκεῖ ὁποὺ διαβάζω, π.χ. πόσα ἔτη ταλαίπωροι σᾶς μένουν; Τί προσμένετε; Ἡ ζωή μας εἶναι 70 ἢ 80 τὸ πολὺ ἔτη. Τότε ἑξαφνιάζομαι ὡσὰν ἑξαφνιάζεται ἕνας εἰς τὸν ὕπνον του ἀπὸ ἕνα ράπισμα κατ᾿ ὄναρ.
Ἑξαφνιάζομαι καὶ βλέπω ὅτι 5 χρόνια μοῦ μένουν, ἂν μοῦ μένουν καὶ αὐτά. Καὶ μένω ἄναυδος. Ἀλλ᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ κάμνω; Νὰ μένω ἄναυδος; Πρέπει νὰ τρέξω, νὰ ἀρράξω εἰς ἕνα ἥσυχον λιμένα ὅπου τα 5 αὐτὰ χρόνια νὰ ἐπισκευάσω τὸ καράβι μου νὰ τὸ ἔχω ἕτοιμον διὰ τὸ ταξείδι τοῦ Ὠκεανοῦ. Ὁ νοῶν νοείτω....»
Σὲ ἄλλο ὀκτασέλιδο γράμμα γράφει:
«Νύκτα τῶν Χριστουγέννων 1915.
Ἀγαπητὴ ἐν Χριστῷ ἀδελφὴ κυρία Θεοδώρα.
...Δὲν πρέπει νὰ παραξενεύεσθε διὰ τὴν ἀδυναμίαν μου τὴν σωματικήν, διότι τὸ πένθος ὡς εἶπας ἦτο, ναὶ ἦτο βαρύτατον. Καὶ μόνον ὁ θάνατος θὰ τὸ ἐξαλείψῃ μὲ σπαραγμόν. Βιάζομαι νὰ χωνεύω τὴν θλίψιν, καὶ αὐτὸ φαίνεται βλάπτει σωματικῶς· εἶναι ὅμως τώρα πολὺ ἐλαφρότερον, καὶ νὰ σοῦ τὸ παραστήσω κάπως αἰσθητῶς, φαντάζομαι ὅτι ἡ μακαρία Ἀθανασία μου κάπου ἀποδημεῖ καὶ μὲ περιμένει νὰ ὑπάγω καὶ ἐγώ».
Τὸ 1907 ἐπισκέπτεται τὸ Μέγα Σπήλαιο. Ἐκεῖ πέφτει καὶ χτυπᾶ τὸ πόδι του. Ὑποχρεώνεται ἀπὸ αὐτὸ νὰ μείνῃ ἀκίνητος ὡς τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1908 στὴν κλινικὴ καὶ στὸ σπίτι του στὴν Σκιάθο. Οἱ συνθῆκες διαβίωσής του εἶναι τραγικές. Τὶς ἀπαριθμεῖ σὲ ἐπιστολές του πρὸς τὴν ἴδια Ἡγουμένη μὲ ἡμερομηνίες 8 καὶ 11-10-1916.
«Ἐν Σκι­ά­θῳ τῇ 8ῃ Ὀκτωβρίου 1916
Θεοπεφιλημένη μου καὶ περιπόθητος ἀδελφὴ ἐν Χριστῷ.
Θύελλα καὶ ἀστραπαὶ καὶ κακοκαιρίαι καὶ βρονταί· ἡ στέγη τοῦ κελλίου μου σείεται διότι εἶναι ὑπὸ τὸ κωδωνοστάσιον τοῦ Ναοῦ τῆς Παναγίας καὶ ἐν τῇ κορυφῇ τῆς πόλεως. Εἶναι 8 ἡ ὥρα περίπου τὸ βράδυ· μοῦ ἔφεραν τὸ κατσαρολάκι μὲ ζωμὸν ἀπὸ πικραλίδας, οὕτω λέγουν ἐδῶ τα ραδίκια τοῦ βουνοῦ. Τὰ παράθυρα φεγγοβολοῦν ἀπὸ τὰς ἀστραπάς. Ἤρχισε βροχή. Καὶ ὡς φαίνεται θὰ διαρκέσῃ ὄχι μόνο τὴν νύκτα ἀλλὰ καὶ ἡμέρας. Ἀλλ᾿ ὁ καιρὸς εἶναι νότιος θερμός. Ὅταν εἶναι κρύο καὶ βορρᾶς, καταβαίνω κάτω εἰς ἓν δωμάτιον (ὅπου καὶ κοιμῶμαι τώρα), τὸ ὁποῖον εἶναι σωστὸν σπήλαιον, φωτιζόμενον μόνον ἀπὸ τὴν κανδήλαν τῶν ἁγίων.
Ἐψάλαμεν ἀπόψε τὸν ἑσπερινὸν τῶν ὁσίων Ἀνδρονίκου καὶ Ἀθανασίας. Ἔφερα μαζί μου καθὼς καὶ πέρυσι τὴν ἁγίαν εἰκόνα των καὶ τὴν ἐστόλισα μὲ ὡραῖα λουλούδια, κρίνα τῆς ἐρήμου κατὰ τὸ τροπάριον, πάλλευκα καὶ κάτι ἄλλα τῆς ἐποχῆς χρῶμα μέλιτος, βελούδινα μανιταράκια λέγομεν ἐδῶ. Θαῦμα τῶν ὁσίων. Διότι χωρὶς νὰ τὰ παραγγείλω, χωρὶς ἄλλην φορὰν νὰ μοῦ φέρουν, ἄγνωστος γυναίκα μοῦ τὰ ἔφερε χθὲς βράδυ ἀπὸ τὸ βουνὸ τοῦ ἀειμνήστου Γέροντα παπα-Διονυσίου. Μοῦ τὰ ἔδωσε, λέγει, ἡ ἀδελφή σου, ὄχι αὐτὴ ποὺ συγκατοικῶ, ἀλλ᾿ ἄλλη ἡ ὁποία δὲν γνωρίζει πὼς ἔχω τὴν πανήγυριν καὶ τὴν εἰκόνα τῶν ὁσίων προφανῶς. Καὶ εἶναι κρίνα λευκὰ ποὺ εἰς τὸ χωρίον δὲν ἔχει κανείς. Καὶ ἦσαν πολλὰ κρίνα καὶ εὐωδίαζαν. Ἂν προφθάσω θὰ θέσω μέσα εἰς τὴν ἐπιστολὴν ἀπὸ τὴν ἁγίαν εἰκόνα.
Τὸ μεσημέρι μετὰ τὸ φαγητὸν μόνος μου ἔπλεξα τὸ στέφανον καὶ εἰς τὰς 4 περίπου τὸ ἐπῆγα εἰς τὴν ἐκκλησίαν μετὰ τῆς εἰκόνος καὶ τὴν ἐτοποθέτησα καταλλήλως. Ὁ ἑσπερινὸς διήρκεσε 1,30 ὥρα· μέγας ἑσπερινός. Ἂν ὑπῆρχε ἀλεύρι θὰ ἔκαμνα ἀρτοκλασίαν, ἀλλὰ εἶναι νηστικοὶ οἱ ἄνθρωποι καὶ περιμένουν αὔριον τὸ ἀτμόπλοιον. Τώρα ὅπου γράφω οἰκονόμησα 50 δράμια πετρέλαιον μὲ παρακλήσεις πολλάς.
Βοήθειά μας οἱ ὅσιοι!»
Καὶ ἡ δεύτερη ἐπιστολή:
«Ἐν Σκι­ά­θῳ τῇ 11 Ὀκτωβρίου 1916
Στεροῦμαι χειμερινοῦ οἰκήματος. Κοιμοῦμαι τώρα εἰς ὑγρὸν σπηλαιῶδες δωμάτιον καὶ μοῦ φαίνεται πὼς μὲ βλάπτει πολὺ ἡ ὑγρασία.
Πῶς ἐβάσταζαν οἱ Ὅσιοι εἰς τοὺς λάκους; Αὐτοὺς συλλογίζομαι καὶ ὁ νοῦς μου σαλεύεται. Διὰ νὰ ἵσταμαι ὀλίγον, διότι ἀπὸ τὸν καιρὸν τῶν καταγμάτων συνήθισα εἰς τὸ καθῆσθαι ἀείποτε, ἐπενόησα ἕναν κρεμαστήρα ὅπου τὸν ἔχω διὰ νὰ γυμνάζω τὴν θραυσμένην μου δεξιὰν - τρία χρόνια παρημέλησα τώρα καὶ αἰσθάνομαι βάρος ὕποπτον καὶ ὡς ρευματικόν. Λοιπὸν κρεμῶμαι καὶ λέγω τὸ μεσονύκτιον, τὸν Ἑξάψαλμον, τὰς Ὠδὰς καὶ ὅσα γνωρίζω ἀπὸ στήθους...».
Ἡ βράβευσή του
Τὸ 1928 ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν τὸν ἀνακηρύσσει ὁμόφωνα πρόσεδρο μέλος της. Ὁ Μωραϊτίδης οὔτε ποὺ πῆγε νὰ παραστῇ στὴν ἐκλογή του. Ἀρκέστηκε σὲ μιὰ εὐχαριστήρια ἐπιστολή του πρὸς τὸν πρόεδρο τῆς Ἀκαδημίας.
Ζοῦσε ἀποσυρμένος, παντελῶς ξένος πρὸς τὰ ἐγκόσμια. Ὁ ἀσκητισμός του ἦταν αὐστηρός. Συγγένευε μὲ ἐκείνων τῶν πρώτων ἀναχωρητῶν. Ἡ χριστιανικὴ ταπείνωση δὲν ἦταν ἄδεια λέξη γι᾿ αὐτόν. Τὴν εἶχε ντυθῆ κατάσαρκα ἡ ψυχή του. Καταδίκασε στὴν ψυχή του τὴν ἐγκόσμια ζωὴ γιὰ νὰ βρῇ λύτρωση στὴν σιωπὴ τῆς ἔκστασης, στὴν οὐρανοπολιτεία τοῦ μοναστηριοῦ, ὅπου θὰ ἀντάμωνε Ἐκεῖνον. Διψοῦσε γιὰ ἀλήθεια ἐσωτερική. Ἄκουε τὴν φωνὴ τοῦ Ἰησοῦ πρὸς τὴν Μάρθα ὅτι: «ἑνός ἐστι χρεία». Ἀνταποκρίνεται σ᾿ αὐτὸ τὸ κάλεσμα, παίρνει τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ ὀνομάζεται Ἀνδρόνικος. Γιὰ μιὰ ἁπλὴ ἀλλαγὴ ρούχων πρόκειται, γιατὶ ὁ Μωραϊτίδης δὲν ἔγινε τότε μοναχός, ἦταν μοναχὸς καὶ μάλιστα ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀναφέρονται στὰ πιὸ αὐστηρὰ μοναστήρια. Ἁπλὰ ἔδωσε τὴν ἐξωτερικὴ φόρμα στὸ περιεχόμενο τῆς ζωῆς του.
Ἡ κουρά του ἔγινε στοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες τῆς Σκιάθου. Μὲ μεγάλη χαρὰ ντύθηκε τὸ «Ἀγγελικὸ Σχῆμα» γιὰ νὰ εἰσέλθῃ στὸν νυμφώνα τοῦ Χριστοῦ. Ἕνα γράμμα του ποὺ ἔστειλε λίγες μέρες ἀργότερα σὲ μιὰ εὐλαβικὴ κυρία τῶν Ἀθηνῶν καὶ δημοσιεύθηκε στὴν «Ἑστία», νομίζει κανεὶς πὼς εἶναι γραμμένο ἀπὸ καθολικὴ παρθένα δεκατεσσάρων ἐτῶν, ποὺ ἔκαμε τὴν πρώτη μετάληψή της καὶ διηγεῖται σὲ μιὰ φιλενάδα της τὴν χερουβικὴ τελετή. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ Μωραϊτίδης μὲ ἕνα παρθενικὸ ὕφος μιλάει γιὰ τὰ ράσα του, ποὺ τοῦ στέκανε ὡραία, γιὰ τὶς καμπάνες τῆς ἐκκλησίας, ποὺ σήμαιναν χαρμόσυνα, γιὰ τὴν εὐλογία τοῦ Μητροπολίτη, γιὰ τοὺς χριστιανοὺς τοῦ ἐκκλησιάσματος, ποὺ δὲν χόρταιναν νὰ τὸν καμαρώνουν μέσα στὸ «Ἀγγελικὸ Σχῆμα».
Καὶ στὴν παραπάνω Ἡγουμένη Θεοδώρα θὰ γράψῃ στὶς 16-9-1929:
«Σήμερον εἶχον τὴν μεγαλυτέραν ἑορτὴν τῆς ζωῆς μου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπόθουν ἀπὸ τόσα χρόνια, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ ψυχή μου ἐμελετοῦσε νύκτας καὶ ἡμέρας, τὸ ἀπήλαυσα, τὸ ἀπέκτησα. Τὸ Μέγα καὶ Ἀγγελικὸν Σχῆμα. Δὲν εἶμαι πλέον ὁ Διδάσκαλος Ἀλέξανδρος, ὁ πρεσβύτης, ὁ πολυάσχολος μὲ τὰς μερίμνας τοῦ κόσμου. Εἶμαι ὁ μοναχὸς Ἀνδρόνικος...».
Ὁ θάνατος τοῦ Ἀνδρόνικου-Ἀλέξανδρου Μωραϊτίδη ἦρθε στὶς 25 Ὀκτωβρίου 1929. Πέθανε σὰν τὸν Τολστόϊ σὲ ἕνα μοναστήρι. Μιὰ καλόγρια τοῦ ἔκλεισε τὰ μάτια. Ἔτσι πέρασε στὴν γαλήνη τῆς αἰωνιότητας «εἰς προϋπάντησιν τοῦ Σωτῆρος», ποὺ τόσο ἐπιθυμοῦσε.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Τετάρτη, Οκτωβρίου 08, 2014

Ειρήνη αληθινή




'Ολοι διψάμε για ειρήνη καί φωνάζουμε να γίνει ειρήνη στον κόσμο, θέλουμε πια να ησυχάσουμε, να γροικήσουμε τη ζωή μας, πού δεν μας αφήνει να τή χαρούμε ή ανησυχία κι ό φόβος. Ελπίζουμε πώς θα ησυχάσουμε αν γίνει ειρήνη ανάμεσα στα κράτη, ειρήνη πολιτική, ειρήνη στρατιωτική, ειρήνη κοινωνική.

Αλλά είμαστε ανόητοι, άφού δεν καταλαβαίνομε πώς αύτή ή ειρήνη, ή άπ' έξω ειρήνη, είναι ένα ψέμμα, αν δεν έχει κάθε άνθρωπος την από μέσα ειρήνη! Αφήνω το ότι ή από μέσα ειρήνη φέρνει καί την απέξω, πλην, κι αν υποθέσουμε πώς γίνεται μια εξωτερική ειρήνη στον κόσμο, μ' όλο πού θα ναι βλογημένη, θα 'ναι ωστόσο λειψή, θα ναι ψεύτικη, αν δεν φωλιάσει αυτό το αγιασμένο πουλί μέσα στην καρδιά μας καί μέσα στην διάνοια μας.

Ό χαιρετισμός του Χρίστου ήτανε το «Ειρήνη ύμίν», πού είναι το ίδιο με το «Χαίρετε» πού είπε στις Μυροφόρες. Εκείνος είπε καί πώς ή βασιλεία του Θεού είναι μέσα μας, πού θα πεί πώς κι ή ειρήνη, πού είναι γνώρισμα της βασιλείας του Θεού, πρέπει να είναι καί κείνη μέσα μας, κι όχι έξω από μας.
Ό Θεός είναι ό βασιλιάς της ειρήνης, κι ό Χριστός ήρθε στον κόσμο να μας φέρει την ειρήνη, όπως ψέλνανε οί "Αγγελοι κατά τη νύχτα πού γεννήθηκε: «καί επί γης ειρήνη». Το Ευαγγέλιο του λέγεται «Εύαγγέλιον της Είρήνης» (Έφεσ. 6, 15). Ό Θεός λέγεται «Θεός της αγάπης καί της ειρήνης» (Ρωμ. 15, 33)...

Μητέρα τής αληθινής ειρήνης εϊναι ή αγάπη, ή συμπόνεση στους δυστυχισμένους αδελφούς μας, ή ταπείνωση, ή άφιλοκέρδεια, ή άρνηση κάθε ματαιότητας...

Αυτή την αληθινή, την γνήσια ειρήνη ας αγαπήσουμε, κι όχι τον ψεύτικο ίσκιο της, όπως κάνουμε περιμένοντας μάταια να ειρηνέψει ό κόσμος, σε καιρό που οί ψυχές μας κι οί καρδιές έχουνε γίνει σαν των θηρίων.

Αλλά, για ν' αγαπήσουμε καί να ποθήσουμε αυτή την ειρήνη, πρέπει πρωτύτερα ν' αγαπήσουμε τον Χριστό, τον άρχοντα της είρήνης, καί το Ευαγγέλιο του, το Ευαγγέλιο της Ειρήνης. "Αλλος τρόπος για να ειρηνέψουμε δεν υπάρχει κανένας...''

Φώτης Κόντογλου

Τρίτη, Οκτωβρίου 07, 2014

ΟΡΘΟΚΑΨΙΜΟ / ΟΡΘΟΚΑΜΕΝΟΣ


----------------------------------------------
Και ξαφνικά καταλαβαίνεις πως "κάτι λείπει" . Πως κάτι δεν έκανες σωστά, πως "πήραμε την ζωή μας λάθος" κτλ κτλ. Και αρχιζεις να Εκκλησιάζεσαι, να κοινωνείς, να παρακολουθείς ομιλίες. ΕΝΘΟΥΣΙΑΖΕΣΑΙ. Είναι ένας νέος κόσμος. Με νέους κανόνες. Με Αγίους . Με Θαύματα. Με αποκαλύψεις. Και πάνω στον ενθουσιασμό σου ...διαβάζεις και ενημερώνεσαι και μαθαίνεις και ολο περισσότερα. Και νομίζεις πως ξέρεις. Και ξεκινάς να πρήζεις το περιβάλλον σου (που βλέπει με περιέργεια την μεταμόρφωση σου αυτή...) και να ελέγχεις τα πάντα με την νέα γνώση που (νομίζεις πως) απόκτησες. Και βγάζεις πολυεπίπεδα συμπεράσματα. Και κρίνεις ανθρώπους και καταστάσεις. Και (νομίζεις πως) διακρίνεις τι είναι καλό και κακό.
Οπότε ο καιρός και τα χρόνια περνάνε και φτάνεις σε μία κατάσταση...που πάλι κάτι σου λείπει..; Αλλά τι; Είσαι πλέον ενεργό μέλος της Εκκλησίας! Τι και αν έχεις σχεδόν τα ίδια πάθη μέσα σου που είχες και πριν; Τώρα κοινωνείς και Εκκλησιάζεσαι και συμβουλεύεις και κόσμο ώστε να τον φέρεις στον σωστό δρόμο (ακόμα και αν δεν σου ζητήσει κανένας...) . Και συνεχίζει κάτι να λείπει, να μην πάει καλά... και συνεχίζεις να διαβάζεις να Εκκλησιάζεσαι περισσότερο αλλά το κενό να μην γεμίζει όσο και αν ξέρεις απ'εξω την προφητεία του τάδε Γέροντα, εσύ νοιωθεις ακόμα να μην έχεις γεμίσει.
Οπότε:
α) ΟΡΘΟΚΑΨΙΜΟ: Ισως να το ρίξεις στον φαρισαϊσμό/ζηλωτισμό: τι πράγματα είναι αυτά που συμβαίνουν στην Εκκλησία; Γιατί ο τάδε δεν ακολουθεί τον κανόνα 34 παραγραφο 17 υποπαράγραφο 5; Γιατί ο τάδε ιεράρχης είναι αμαρτωλός; Πως είναι τα πράγματα σε αυτή την ενορία; Γιατί δεν εφαρμόζουν τα μοναστήρια το τυπικό; Γιατί δεν είναι οι Χριστιανοί περισσότερο Θερμοί!;! Είναι καιρός να ανασηκώσεις τα μανίκια σου και να βοηθήσεις στην ανόρθωση. Τέτοιους (νομίζεις) πως χρειάζεται η Εκκλησία: ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΟΥΣ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ . Και αρχίζεις την Χριστιανική σου τζιχάντ και οποιον πάρει ο χάρος (κυριολεκτικά)
β) ΟΡΘΟΚΑΜΕΝΟΣ : Ισως απλά χάσεις την πίστη σου. Και τι σε βοήθησαν ολα αυτά που διάβασες; άχρηστα είναι! Κουράστηκες να διαβάζεις, Κουράστηκες να προσπαθείς να τα λες και να μην σε ακούει κανένας. Αφου λοιπόν τόσο τα μελέτησες και δεν έπιασαν αρα είναι αχρηστες θεωρίες και αρκετά έχασες τον χρόνο σου...μπορεί βέβαια να μην παραδεχτείς πως έχασες την πίστη σου και να συνεχίσεις -τυπικά- να έχεις Εκκλησιαστική ζωή. Ομως είναι κενή πλέον η σχέση σου απλά γιατί δεν αντέχεις να παραδεχτείς πως δεν σε γεμίζει πια.
γ) Ισως απελπιστείς απο τον εαυτό σου. Και τι σε βοήθησαν ολα αυτά που δάβασες; Αφού δεν εφάρμοσες ΤΙΠΟΤΑ. Κενό γράμμα εμειναν. Σαν να αποθήκευες φωτοτυπίες πολύτιμων λίθων. Σαν να ετρωγες γύψινο ομοιωμα φαγητού. Καταλαβαίνεις πως για μία ακόμα φορά εκανες το κοσμικό σου θέλημα, αλλά με επικάλυψη Χριστιανική. Πως δεν θυσίασες τίποτα, δεν πόνεσες για τίποτα δεν ενδιαφέρθηκες πραγματικά για τίποτα εκτός απο τον εαυτό σου. Δεν θέλησες. Αντίθετα διέστρεψες την αλήθεια που βρήκες για να την φέρεις στα μέτρα σου. Αποκαλούσες οσους δεν εκκλησιαζόντουσαν τακτικά "κοσμικούς" (αφού εσύ νομιζες τον εαυτό σου πνευματικό) ενώ στην πραγματικότητα εσύ μετέτρεψες πνευματικές διδασκαλίες σε σουπερμάρκετ αγιοσύνης.
Στην τελευταία περίπτωση ο πόνος απο την συνειδητοποίηση είναι μεγάλος. Σε αυτόν τον Πόνο όμως μέσα, κρύβεται η Χαρά του Χριστού και εκεί ξεκινάει -επιτέλους- η Χριστιανική ζωή. Μέχρι τότε κοροϊδευες τον εαυτό σου και τον Κύριο, αλλά κυρίως τον εαυτό σου. Τώρα που έπιασες πάτο, μονο τώρα υπάρχει περίπτωση να μπορέσεις να ξεκινήσεις την πνευματική σου πορεία. Οταν καταλάβεις πως δεν σηκώνεις το βάρος του κόσμου εσύ στα χέρια σου και οτι άλλος είναι ο Πατέρας μας, τότε ξεκινά η χαρά.
Σε πολλούς ανθρώπους αυτή η πορεία μέχρι την ευλογημένη απελπισία μπορεί να πάρει μια ζωή. Και είναι μόνο η αρχή.
Α.Δ.

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails




ask2use.com: Επιτρέπεται η αντιγραφή όλου του κειμένου

ask2use.com: Μόνο για μη-κερδοσκοπική χρήση

ask2use.com: Υποχρεωτική η αναφορά πηγής









Επιτρέπεται η αντιγραφή και ιεραποστολική αξιοποίηση των κειμένων πού θα βρείτε εδώ, είτε ημετέρων ή αντεγραμμένων από άλλους ιστοχώρους, ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ από ορθόδοξα ή φιλορθόδοξα ιστολόγια με υποχρέωση την αναφορά πηγής και συγγραφέως του κειμένου και την μη περικοπή αυτού για οποιονδήποτε λόγο.
Τα ανυπόγραφα άρθρα και όσα δεν αναφέρουν πηγή ανήκουν στον υποφαινόμενο ιστολόγο.
Συνήθως οι εικόνες πού χρησιμοποιώ, παρέχονται από την αναζήτηση google.Αν νομίζετε ότι η ανάρτηση τους θίγει δικαιώματα σας, ειδοποιήστε να τις κατεβάσω.

Ευχαριστώ.