ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Σάββατο, Μαΐου 18, 2019

Κυριακή Παραλύτου: Στο πέμπτο εωθινό ευαγγέλιο


Την ίδια εκείνη ημέρα της Ανάστασης, δύο μαθητές, ο Λουκάς και ο Κλεόπας, φεύγουν από τα Ιεροσόλυμα και πορεύονται εις Εμμαούς, συζητώντας "περί πάντων των συμβεβηκότων τούτων". Μπορούμε να εννοήσουμε πώς συμβεβηκότα είναι τα περί του Πάθους και του θανάτου του δασκάλου τους, αλλά και περί της αποδοκιμασίας Του από το ιουδαϊκό έθνος. Αυτό πρέπει να στοίχιζε ιδιαίτερα στους ακολούθους του Χριστού, οι οποίοι πίστευαν πώς ο Χριστός ήταν ο κοσμικός βασιλέας, πού θα αποκαθιστούσε την βασιλεία του Ισραήλ και θα τους έδινε εξουσία. Προφανώς , τους τσάκιζε επίσης η θλίψη και το πένθος σε προσωπικό επίπεδο για το τέλος του αγαπημένου τους Ιησού. Σε αυτήν την κρίσιμη στιγμή της απελπισίας , παρουσιάζεται ο Χριστός δίπλα τους και συμπορεύεται μαζί τους. Αυτοί μεν παρερμήνευσαν τον Χριστό και το έργο Του, αλλά ο Κύριος από φιλανθρωπία δεν θέλει να τους αφήσει στο σκοτάδι και την απιστία.Ο ευαγγελιστής μας λέει πώς "εκρατούντο οι οφθαλμοί" των δύο μαθητών δηλαδή τα μάτια τους και η αντίληψη τους, ήταν από τον Θεό δέσμια κατά κάποιον τρόπο, ούτως ώστε να μην γνωρίσουν αμέσως τον Κύριο τους. Και αυτό γιατί έπρεπε η αποκάλυψη να γίνει σταδιακά. Πρώτον να τους πλησιάσει, δεύτερον να τους ερμηνεύσει την Γραφή και έπειτα να αναχθούν στο νόημα της και να αναγνωρίσουν τον Χριστό . 

Ο Κύριος υποκρίνεται πώς δεν γνωρίζει τίποτα από αυτά πού συζητούν προκειμένου να τους δώσει την ευκαιρία να αποκαλύψουν οι ίδιοι την ανεπάρκεια και την αγωνία τους προς αυτόν. Αποκρινόμενος ο Κλεόπας δηλώνει κατάπληξη πού ο συνοδοιπόρος τους δεν γνωρίζει αυτά πού συνέβησαν στην Ιερουσαλήμ, δηλαδή τα περί Ιησού του Ναζωραίου, πού αναδείχθηκε προφήτης μέγας μπροστά στον Θεό και  ανάμεσα στον λαό με λόγο και έργα, αποδοκιμάστηκε από άρχοντες και ιερατείο, παραδόθηκε από αυτούς στον Σταυρό της ατίμωσης, ενώ οι μαθητές του πίστευαν πώς αυτός θα λύτρωνε τον Ισραήλ.Προφήτης λέγεται ο Χριστός ως αγγελιαφόρος και ποιητής του θελήματος και του θαυμαστού έργου του Θεού Πατέρα στον κόσμο, αλλά και ευαγγελιστής Του.Επίσης, είναι σημαντικό για να καταλάβουμε την έκπληξη και απογοήτευση των μαθητών να θυμηθούμε πώς όποιος πέθαινε στον σταυρό ήταν άνομος και καταραμένος. Πώς είναι δυνατόν λοιπόν αυτός πού νόμιζαν για βασιλιά του Ισραήλ να πεθάνει ως κακούργος και καταραμένος από τον νόμο του Μωϋσή;Η απογοήτευση λοιπόν και ο σκανδαλισμός τους ήταν πολύ μεγάλος, γιατί έτρεφαν κοσμικά μεσσιανικά όνειρα πολιτικού περιεχομένου και διεψεύσθησαν οικτρά.Και ήδη είναι τρίτη ημέρα από την ατιμωτική σταύρωση, του λένε, χωρίς να επιστρέψει για να πληρώσει τα όνειρα του λαού του Ισραήλ. Αλλά κοντά σε αυτά τα φοβερά, είναι και η μαρτυρία κάποιων γυναικών και μαθητών πού πήγαν στο μνημείο και το βρήκαν κενό. Καν οι μυροφόρες τους είπαν περί αγγέλου και αναστάσεως, αυτοί όμως δεν είδαν ούτε ανάσταση, ουτε αναστημένο και παραμένουν έκπληκτοι. Τα λόγια λοιπόν των δύο μαθητών κρύβουν την πιό θανατερή απελπισία , πού φτάνει τα όρια της βλασφημίας ακόμα και ίσως της αποδοκιμασίας του προσώπού του ίδιου του Χριστού, για τα όνειρα πού, κατά τους μαθητές, τους υπέβαλε ο ίδιος, έτι ζων.

Εδώ έρχεται ο Χριστός να διασκεδάσει την απιστία και να αποσοβήσει το σκάνδαλο. Ανενδεής είναι ο Θεός, αλλά είναι η αγάπη Του για το ανθρώπινο γένος , πού είναι δέσμιο στην αγνωσία και την αντίληψη για την κυριαρχία του θανάτου, Τον παρακινεί τινί τρόπω στην αποκάλυψη Του στους εκλεκτούς, ούτως ώστε να βαδίσουν την οδό και να βρούν την αλήθεια και την ζωή. Τους μέμφεται λοιπόν και τους λέει πώς είναι ανόητοι και πώς το πνεύμα τους είναι αργό και βαρύ έτσι ώστε να κινηθεί προς την αλήθεια και να δεί πώς όλα αυτά για το Πάθος και την Ατίμωση, είχαν προφητευτεί από τους δίκαιους της ΠΔ, τους οποίους ονομάζει προφήτες συλλήβδην. Και άρχισε από Μωσέως και από των Γραφών να τους εξηγεί τις μεσσιανικές αναφορές στο Πάθος και την Ανάσταση και την δόξα του Χριστού, πού ερμηνεύεται ως βασιλεία. Δόξα του μεσσία στα ευαγγέλια εννοείται και λέγεται η ώρα του θανάτου και η μέρα της ανάστασης Του και η αποκατάσταση Του στα δεξιά του ΘεούΕχει επίσης και την έννοια της Εκκλησίας ως ζωσας βασιλείας στον ιστορικό κόσμο. Ονομάζεται επίσης ώρα του Υιού του Ανθρώπου.Επομένως , αυτό πού θεωρείται ονειδισμός και ατίμωση για τους ιουδαίους και σκάνδαλο για τους ελληνομαθείς σοφούς, θα πεί αργότερα ο απόστολος Παύλος,δηλαδή ο σταυρός, είναι το καύχημα και η δόξα του Θεού μέσα στον κόσμο και η κυριαρχία Του, αλλά και η δοξαστική φανέρωση της αγάπης Του. Επίσης σημαντικό είναι πώς από τον ίδιο τον Χριστό μαθαίνουμε,και αυτό είναι αυθεντία,πώς  τα βιβλία του Μωϋσή και οι Γραφές, δηλαδή, ο Νόμος, οι προφήτες και οι ψαλμοί και σύνολη η Παλαιά Διαθήκη, έχουν ως κέντρο τον Χριστό. Πρωταγωνιστής και της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης είναι ο Χριστός. Στην πρώτη προαναγγέλεται στον κόσμο με τύπους και σκιά, στη δε δεύτερη αποκαλύπτεται φανερά. Η δε Καινή ερμηνεύει την Παλαιά και η Παλαιά προτυπώνει την Καινή. Συνεπώς, η παλαιά διαθήκη δεν είναι βίβλος της ιουδαϊκής θρησκείας και μυθολογία ιστορική των εβραίων, αλλά σύνολο βιβλίων, υπαγορευμένο από το άγιο Πνεύμα στους προφήτες, πού αναγγέλει και προετοιμάζει τον ερχομό του Μεσσία.Δεν είναι θρησκευτική ή λογοτεχνική παράδοση ενός έθνους, αλλά ιερά κείμενα της Εκκλησίας, ισότιμα με αυτήν την Καινή και την Ιερά της Παράδοση.Ορθότερα, κομμάτι της ίδιας της εκκλησιαστικής μας Παράδοσης. Μια χριστολογική αποκάλυψη στον κόσμο.

Φτάνοντας σχεδόν στους Εμμαούς, ο Κύριος προσποιείται πώς πορεύεται σε μακρυνότερο μέρος. Αλλά οι δύο μαθητές εντυπωσιασμένοι και θερμαινόμενοι στην καρδιά από την διδαχή του, τον κρατούν σχεδόν με την βία για να Τον φιλοξενήσουν. Μάλιστα, ο Κλεόπας του λέει να μείνει μαζί τους, γιατι πλησιάζει η νύχτα και η μέρα πάει να τελειώσει. Στον αιώνα τον ζοφερό του κόσμου, της μεγάλης νύχτας της αμαρτίας, εκεί πού νομίζουμε πώς απουσιάζει ο Θεός και το κακό κυριαρχεί, η ψυχή του Χριστιανού, δέεται με αγωνία να παραμείνει πλησίον της ο Κύριος και να συνεχίζει να της δίνει φως και παρηγοριά με την παρουσία Του. Αλλά και η νύχτα είναι στοιχείο αποκαλυπτικό και εσχατολογικό. Νύχτα θα εμφανιστεί το δεύτερον ο Χριστός για να αποκαταστήσει τον άνθρωπο και να αναγγείλει την ανατολή της νέας ημέρας της βασιλείας Του. Ενώ ανακλίνονται στο δείπνο την ώρα πού κόβει τον άρτο για να τον μοιράσει ως σπουδαίο πρόσωπο, κατά το έθος των ιουδαίων,και αφού ευλογεί και τον μοιράζει, εκείνοι μολις τότε Τον αναγνωρίζουν και εκείνος γίνεται άφαντος από αυτούς. Είναι ισχυρή ευχαριστηριακή αναφορά. Πότε και πού γνωρίζουμε τον Χριστό; Στο δείπνο και στην ευλογία και την  κλάση και την διανομή του άρτου. Δηλαδή στην Θεία Κοινωνία.Στην λειτουργική μυστηριακή ζωή μας. Και έγινε άφαντος από αυτούς λέγουν οι πατέρες, γιατί εισήλθε εντός της καρδίας των δύο μαθητών. Αυτής της ίδιας καρδιάς, η οποία τόση ώρα κατεκαίετο από πνευματική μυστική δύναμη και καθαρτήρια φωτιά, για να δεχθεί τώρα ολόκληρον τον Χριστό!

Οι δύο μαθητές μόλις τότε ομολογούν ο ένας στον άλλο, πόσο ήταν αδιανόητο το γεγονός ότι δεν Τον αναγνώρισαν εξ αρχής, αφού την ώρα πού τους άνοιγε τα μάτια, ερμηνεύοντας τις Γραφές, ένιωθαν την καρδιά τους να κατακαίεται. Την πραγματικότητα αυτη την βλέπουμε ολοκάθαρα στην οικονομία και θεία διάταξη της Θείας Λειτουργίας. Προηγείται η ανάγνωση των Γραφών. Το Ιερό Ευαγγέλιο, το αποστολικό ανάγνωσμα και το κήρυγμα( το οποίο δεν είναι περιττό , αλλά λειτουργικό και καίριο στοιχείο της Ιερουργίας) . Ωστόσο, το ευαγγέλιο και η ακρόαση του θερμαίνει και κατακαίει την καρδία και την διάνοια μας με την δύναμη της αλήθειας και της αποκάλυψης Του στον κόσμο. Πότε όμως τελικά  φωτίζει; Στην τελείωση και την κορύφωση της Θείας Ιερουργίας. Όταν ο πιστός κοινωνεί των αχράντων μυστηρίων και η φλόγα της καρδίας γίνεται φωτισμός και γνώση των ρημάτων και των αποκαλύψεων. Η Εκκλησία μας λοιπόν είναι ευχαριστηριακή εκκλησία. Οι Γραφές ερμηνεύονται χριστολογικά, δηλαδή με κέντρο το πρόσωπο του Χριστού και το έργο Του στον κόσμο και ιδία υπό το πρίσμα της Αναστάσεως. Ερμηνεύονται όμως και μυστηριακά και λειτουργικά, δηλαδή εντός της ιερουργίας και εντός του Σώματος και του φυσικού και πνευματικού χώρου της Εκκλησίας. Εκτός Εκκλησίας η Γραφή είναι ένα ωραίο ανάγνωσμα θρησκευτικού και λογοτεχνικού περιεχομένου και υψηλού πολιτισμού, το οποίο ζεσταίνει επιφανειακά, αλλά δεν φωτίζει, ούτε αφήνει το ανεξίτηλο σημάδι της σε μια καρδιά η οποία διψά. Πολλές φορές δε και παράλογη και απόκοσμη. Εντός όμως της εκκλησιαστικής ζωής ερμηνεύεται ορθά και γίνεται πράξη και ζωή και ύδωρ αλλόμενον εις ζωήν.Επίσης, εδώ φαίνεται η υπεροχή του Ποτηρίου , της μετοχής στο Σώμα και το Αίμα του Χριστού, της Θείας Ευχαριστίας, έναντι του Ιερού Ευαγγελίου. Δείτε ότι το ευαγγέλιο μεταφέρεται από το σκευοφυλάκιο στο μέσο του Ναού, ενω το Ποτήριον παραμένει πάντα πάνω στην Αγία Τράπεζα, στο κέντρον του Ναού.Από την μετοχή στο Ποτήριο εγράφη το ευαγγέλιο και το ευαγγέλιο οδηγεί στην μετοχή του Ποτηρίου. Γι αυτό και επιγραμματικά το μεν Ποτήριο, δηλαδή τα Άχραντα Δώρα είναι αυτός ο Λόγος του Θεού, δηλαδή ο ίδιος ο Χριστός παρών με το Σώμα και το Αίμα Του, ενώ το Ιερό Ευαγγέλιο είναι ο λόγος για τον Λόγο του Θεού, δηλαδή λόγος διά τον Χριστό. Υπάρχει μια προτεραιότητα της Θείας Ευχαριστίας στην πνευματική ζωή, όχι απλά λογική, αλλά μέσα στην ανάγκη της Ζωής μου εν Χριστώ.

Οι δύο μαθητές τρέχουν προς τα Ιεροσόλυμα και αναγγέλουν στους ένδεκα και σε όλους τους ακολούθους του Χριστού, την εμφάνιση Του σε αυτούς, αυτά πού συνέβησαν στην οδό και στην κλάση του άρτου. Αλλά και οι ένδεκα τους πληροφορούν πώς ηγέρθη ο Κύριος όντως, στα αλήθεια και πώς το γνωρίζουν από εμπειρία γιατί φανερώθηκε στον Σίμωνα. Σίμωνας εδώ μάλλον εννοείται ο Σίμων Πέτρος, αλλά δεν μας δίνεται άλλη πληροφορία για την εμφάνιση του Αναστάντος σε Αυτόν , παρά μόνο πώς οι μαθητές είναι πλέον σίγουροι για την Ανάσταση. Ας μην απορούμε, αγαπητοί αδελφοί, πού ο Χριστός εμφανίστηκε ταυτόχρονα στον Σίμωνα και μακρυά στους Εμμαούς στους δύο μαθητές. Διότι μετά την Ανάσταση το σώμα Του είναι πραγματικό μεν , πνευματικό δε και δεν υπόκειται στους νόμους του χώρου,του χρόνου και της απόστασης.

Αυτό πού είναι σημαντικό στην σημερινή περικοπή και πρέπει καλώς να εννοήσουμε είναι πώς στην πορεία μας σε αυτόν τον κόσμο, δεν είμαστε μόνοι. Γιατί, ο Αναστημένος Χριστός, όπως κάποτε στον δρόμο προς Εμμαούς, έτσι συμπορεύεται με τους αγαπημένους Του σε αυτήν την ζωή , ερμηνεύοντας τους κατά κάποιον τρόπο τις Γραφές και τους Προφήτες, δηλαδή με την αιώνια αλήθεια του ευαγγελίου Του, πού οδηγεί εις ζωήν αιώνιον. Και όχι μόνο πορεύεται εντός μας και χαράζει οδό και αλήθεια, αλλά παρακάθεται σε δείπνο μυστικό , εντός της εκκλησίας Του και μας τροφοδοτεί με άρτον ουράνιον και ποτήριον Ζωής. Γι αυτό και πίστη και ομολογία ακράδαντη του χριστιανου είναι τα εξής ρήματα πού είπε στους εκλεκτούς Του μετά την Ανάσταση: Και ιδού  εγω μεθ ημών Ειμί  έως της συντελείας του αιώνος. Και αυτό δεν είναι η υπόσχεση ενός νεκρού διδασκάλου, αλλά η φανέρωση ανά πάσα στιγμή του Ζωντανού μας Θεού.
Αμην

εγραφα 22-6-2015 


Κυριακή του Παραλύτου: Ο Κύριος έρχεται κοντά στον άνθρωπο


Η Αγία Γραφή κι η εκκλησιαστική ιστορία μάς προσφέρουν τα μεγαλύτερα παραδείγματα υπομονής σε βάσανα πρωτάκουστα στους ανθρώπους. Το σημερινό ευαγγέλιο περιγράφει ένα τέτοιο παράδειγμα μεγάλης και μακρόχρονης υπομονής στον πόνο. Κι όχι μόνο αυτό. Κάνοντας την περιγραφή τού δύστυχου ανθρώπου που ήταν παράλυτος για τριάντα οκτώ χρόνια, με υπομονή κι ελπίδα, το ευαγγέλιο μας αποκαλύπτει ταυτόχρονα ή μάλλον μας διαβεβαιώνει για δύο μεγάλα μυστήρια. Το πρώτο είναι πως ο άνθρωπος αυτός, που ήταν τόσα χρόνια άρρωστος, χρωστούσε την αιτία τής αρρώστιας του στον ίδιο, στην αμαρτία του. Το δεύτερο είναι πως ο παντοδύναμος Κύριος Ιησούς θε­ράπευσε τον άρρωστο με τη θεϊκή του δύναμη, λέγοντας τα εξής: «έγειρε, άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει» (Ιωάν. ε’ 8). Με τα λόγια αυτά αποκαλύφτηκαν για μια ακόμα φορά η θεϊκή αγάπη Του για το ανθρώπινο γένος κι η θεϊκή Του δύναμη, που επιφανειακά καλύπτονταν με το παραπέτασμα της ανθρώπινης σάρκας.Εκείνο τον καιρό «ανέβη ο Ιησούς εις Ιεροσόλυμα, έστι δε εν τοις Ιεροσολύμοις επί τη προβατική κολυμβήθρα, η επιλεγόμενη Εβραϊστί Βηθεσδά, πέντε στοάς έχουσα» (Ιωάν. ε’ 1,2). Πριν πάει στα Ιεροσόλυμα ο Κύριος βρισκόταν στη Γαλιλαία. Στην αγία πόλη πήγε για τη γιορτή. Δεν είναι εύκολο να συμπεράνουμε ποια ήταν η γιορτή αυτή. Ήταν το Πάσχα, η Πεντηκοστή ή η γιορτή τού Καθαρισμού; Δε μας είναι απαραίτητο όμως να γνωρίζουμε. Αν ήταν κάτι ουσιαστικό, ο ευαγγελιστής θα το είχε ξεκαθαρίσει.
Η Προβατική Κολυμβήθρα ή Βηθεσδά, πήρε τ’ όνομά της από τη γειτονική Προβατική Πύλη (βλ. Νεεμ. α’ 1, 32), απ’ όπου περνούσαν τα πρόβατα που προορίζονταν για θυσία, για να τα πλύνουν πρώτα στην κολυμβήθρα. Η κολυμβήθρα αυτή υπάρχει ακόμα στην Ιερουσαλήμ, αν και ερειπωμένη και δε χρησιμοποιείται πια. Την εποχή τού ευαγγελιστή όμως η κολυμβήθρα ήταν σε χρήση, γι’ αυτό και χρησιμοποιεί ενεστώτα χρόνο: έστι δε εν τοις Ιεροσολύμοις επί τη προβατική κολυμβήθρα.
Γύρω από την κολυμβήθρα υπήρχαν πέντε στεγασμένοι χώροι, για να φιλοξενούν τους πολλούς αρρώστους ανθρώπους που κατέφευγαν εκεί για να θεραπευτούν. «Εν ταύταις κατέκειτο πλήθος πολύ των ασθενούντων, τυφλών, χωλών, ξηρών, εκδεχομένων την του ύδατος κίνησιν. άγγελος γαρ κατά καιρόν κατέβαινεν εν τη κολυμβήθρα, και εταράσσετο το ύδωρ· ο ουν πρώτος εμβάς μετά την ταραχήν τού ύδατος υγιής εγίνετο ω δήποτε κατείχετο νοσήματι» (Ιωάν. ε’ 3-4). Σ’ αυτόν τον περίεργο τόπο μαζεύονταν απ’ όλα τα μέρη άνθρωποι που υπόφεραν από διάφορες αρρώστιες, για να βρουν τη θεραπεία που μάταια είχαν αναζητήσει από ανθρώπους σε άλλους τόπους. Το νερό αυτό δεν είχε από μόνο του θεραπευτικές ιδιότητες. Ήταν απλό φυσικό νερό με μίγματα μεταλλικά. Η θεραπευτική ιδιότητά του ήταν θεϊκή, προερχόταν από ουράνιες δυνάμεις. Κι αυτό είναι σαφές από το γεγονός ότι τις θεραπευτικές αυτές ιδιότητες τις αποκτούσε από καιρό σε καιρό, μόνο όταν με τη θεία πρόνοια άγγελος του Θεού κατέβαινε και τάραζε το νερό.
Τί περίεργη, τί δραματική σκηνή! Φανταστείτε τους χώρους στις πέντε στοές να κατακλύζονται από τους πιο απελπισμένους και πονεμένους ανθρώπους που έρχονταν από παντού! Φανταστείτε πέντε χώρους γεμάτους πόνο, θλίψη, δάκρυα και διαγκωνισμούς. Γύρω τους υπήρχε μια πόλη γεμάτη κόσμο που αναζητούσε την άνεση, κυνηγούσε τον πλούτο κι αγωνιζόταν ν’ αποκτήσει δόξα, τιμές κι εξουσία, υπήρχαν άνθρωποι που τόσο με το σώμα όσο και με την ψυχή τους ήταν σα νά ’παιζαν κωμωδία. Εδώ όμως υπήρχε η αγωνία τού θανάτου που ήταν κοντά κι ο μοναδικός τόπος όπου ήταν όλα τα μάτια γυρισμένα: το νερό. Κι ο μοναδικός που περίμεναν: ο άγγελος. Μία και μοναδική η επιθυμία τους: να θεραπευτούν.
Τί αξία έχει η υγεία για σάς; θα τους ρωτούσε κανείς. Μήπως για χάρη τής παγκόσμιας αυτής κωμωδίας, ψυχικής και σωματικής, που παίζεται γύρω σας; Δεν είναι αρκετή αυτή που παίζεται παντού, χωρίς τη δική σας συμμετοχή; Ή μήπως για να υπηρετήσετε το Θεό; Μα δεν υπηρετούν το Θεό εκείνοι που υπομένουν τα πάντα για χάρη Του με υπομονή κι ελπίδα; Ή μήπως αναζητείτε την υγεία μόνο για την υγεία και τη ζωή μόνο για τη ζωή; Μα ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα. Όταν ο Θεός σάς έστειλε στον κόσμο αυτόν, τό ’κα­νε για κάποιο σκοπό. Όταν σας έδωσε την υγεία, είχε κάποιο σκοπό. Λέει ο Ιώβ: «Ουχί πειρατήριόν εστιν ο βίος ανθρώπου επί της γης και ώσπερ μισθίου αυθημερινού η ζωή αυτού;» (Ιώβ ζ’ 1). Ο άνθρωπος που υπηρετεί στο στρατό πρέπει να εκπαιδεύεται για να μάχεται και να νικά. Αν είναι μισθοφόρος, περιμένει την αμοιβή του όταν τελειώσει η υπηρεσία του. Ζωή όμως για χάρη τής ζωής, επίγεια ζωή για χάρη τής επίγειας ζωής και υγεία για χάρη τής υγείας, σημαίνουν ζωή άσκοπη και υγεία άσκοπη. Στην ουσία μιλάμε για ζωή και υγεία για χάρη τής κωμωδίας τής αμαρτίας. Κι αυτό είναι σαν δίκοπο μαχαίρι που μπήγεται στο στομάχι.
Πέντε στοές γεμάτες με ανάπηρους· τί περίεργος χώρος για την άσκηση της υπομονής και της ελπίδας στο Θεό! Τί περίεργη, τί ζωντανή εικόνα! Τί παράδοξη και ψηλαφητή απεικόνιση της κατάστασης όπου δαπανούν τη ζωή και την υγεία τους όλοι οι κάτοικοι τής πόλης! Και για ποιό σκοπό; Για ν’ αγοράσουν αμαρτία, να μαζέψουν αμαρτία.
Οι πέντε στοές στην Προβατική Κολυμβήθρα έχουν καταρρεύσει εδώ και πολλά, πάρα πολλά χρόνια. Μη νομίζετε όμως πως η ιστορία τής ανθρώπινης θλίψης και της φτώχειας που κείτεται θαμμένη στα ερείπιά της έχει τελειώσει. Μη νομίζετε πως αυτή είναι μια μεμονωμένη ιστορία, πως βρίσκεται μακριά από σας και πως δεν έχει τίποτα κοινό με τη δική σας ζωή. Δεν έχει υποπέσει στις αισθήσεις σας συγκεντρωμένος πόνος και θλίψη, δάκρυα και στεναγμοί, αμαρτία κι ανομία, πονηρές και κακές σκέψεις, τυφλές επιθυμίες και άνομα πάθη, ατελέσφορες προσπάθειες και φρούδες ελπίδες; Αχ Βηθεσδά, Βηθεσδά, πόσο παγκόσμια είσαι! Σε σένα ο άγγελος τού Θεού εκείνη την εποχή λειτουργούσε σαν τον ποιμένα που σώζει ένα ένα τα χαμένα πρόβατά του, ωσότου εμφανιστεί ο Ποιμήν των πάντων, αγγέλων κι ανθρώπων. Ένας σιωπηλός άγγελος, υπηρέτης τού Δημιουργού του, τάραζε το νερό για να πλύνει το άρρωστο πρόβατο από τη μόλυνση της αμαρτίας. Κι όταν κατέβηκε σε σένα ο καλός Ποιμένας, ο σαρκωμένος Λόγος τού Θεού, με το δημιουργικό λόγο Του απομάκρυνε την αμαρτωλή μόλυνση και σε άδειασε. Αυτός ήταν ο Καλός Ποιμένας. Γι’ αυτό το λόγο η κολυμβήθρα αυτή προφητικά είχε ονομαστεί προβατική. «Τα πρόβατα τής φωνής αυτού ακούει, και τα ίδια πρόβατα καλεί κατ’ όνομα και εξάγει αυτά… και τα πρόβατα αυτώ ακολου­θεί, ότι οίδασι την φωνήν αυτού» (Ιωάν. ι΄ 3, 4). Τα πρόβατα ακούνε τη φωνή τού Καλού Ποιμένα.«Ην δέ τις άνθρωπος εκεί τριάκοντα και οκτώ έτη έχων εν τη ασθενεία αυτού. τούτον ιδών ο Ιησούς κατακείμενον, και γνούς ότι πολύν ήδη χρόνον έχει, λέγει αυτώ· θέλεις υγιής γενέσθαι; απεκρίθη αυτώ ο ασθενών· Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω, ίνα όταν ταραχθή το ύδωρ, βάλη με εις την κολυμβήθραν· εν ω δε έρχομαι εγώ, άλλος προ εμού καταβαίνει» (Ιωάν. ε’ 5-7). Ο παντογνώστης Κύριος είχε δει από πριν κι από μακριά ποιός τον ζητούσε, ποιός τον είχε ανάγκη. Δεν πέρασε τυχαία από τη λίμνη για να πάει στη χώρα των Γαδαρηνών, για παράδειγμα, όπως ίσως νόμιζαν οι σύντρο­φοί Του. Εκείνος γνώριζε πως εκεί βρίσκονταν δύο άνθρωποι δαιμονισμένοι που έπρεπε να τους θεραπεύ­σει. Ούτε βρέθηκε τυχαία στην πόλη τής Ναΐν την ώρα που μετέφεραν το νεκρό γιό τής χήρας. Εκείνος προγνώριζε πως εκεί τον περίμενε ένα μεγάλο έργο, σ’ εκείνον τον τόπο κι εκείνη την ώρα. Με τον ίδιο τρόπο δε βρέθηκε τυχαία στην Ιερουσαλήμ για τη γιορτή, όποια κι αν ήταν αυτή, ούτε και βρέθηκε πάλι από τύχη ή από περιέργεια στο χώρο των πέντε στοών, στο χώρο τού πόνου και της θλίψης. Όλα έγιναν σύμφωνα με την ακριβή προόρασή Του για τον τόπο και το χρόνο. Είναι φανερό πως στην Ιερουσαλήμ δεν ήρθε για τη γιορτή, όπως νόμιζαν οι μαθητές Του, αλλά για τον άρρωστο άνθρωπο, γι’ αυτό που έμελλε να του προσφέρει.
Ο συγκεκριμένος παράλυτος άνθρωπος ήταν πολύ-πολύ άρρωστος. Μια αρρώστια που κρατάει τριάντα οκτώ μέρες, στους ανθρώπους μοιάζει ατέλειωτη. Τί να πούμε τώρα για μια αρρώστια που κρατάει τριάντα οκτώ χρόνια; Το πόσο γρήγορα ή αργά περνάει η αρρώστια, εξαρτάται από τη δική μας στάση, από τη δική μας διάθεση. Οι χαρούμενες ώρες έχουν φτερά, περνάνε γρήγορα. Οι ώρες του πόνου όμως είναι άπτερες, συχνά δεν έχουν ούτε πόδια και περνάνε πολύ αργά. Για έναν παράλυτο άνθρωπο, φαίνεται νά ‘χει παραλύσει κι ο ίδιος ο χρόνος. Ο χρόνος για εκείνον μοιάζει ακίνητος, όπως είναι κι ο ίδιος. Αν το χρόνο αυτό των τριάντα οκτώ ετών τον πολλαπλασιάσεις τουλάχιστο με το τρία, θα πλησιάσεις περίπου το χρόνο του ανθρώπου που είναι υγιής, κινητικός, δημιουργικός και χαρούμενος. Ο παραλυτικός είχε ζήσει τόσο όσο ζει ο υγιής άνθρωπος, για έναν αιώνα, και μάλιστα κατάκοιτος, στο κρεβάτι του. Αντί να τον κυνηγάει ο χρόνος, τον κυνηγούσε αυτός, τον έσπρωχνε.
Τί ηρωική υπομονή είχε ο άνθρωπος αυτός! Τί υπεράνθρωπες προσπάθειες θα κατέβαλε για να συρθεί ως την κολυμβήθρα τη στιγμή που ο άγγελος του Θεού τάραζε το νερό! Τί σταθερή ελπίδα είχε στη θεραπεία του από μέρα σε μέρα, από χρόνο σε χρόνο, ακόμα κι από δεκαετία σε δεκαετία! Μ’ όλο που ο άνθρωπος αυτός υπέφερε τόσο πολύ για τις αμαρτίες του, δεν μπορούμε παρά να τον θαυμάζουμε. Όταν τον φέρνουμε στο νου μας, δεν μπορεί παρά να σκεφτόμαστε τόσους αδύναμους χαρακτήρες -άνδρες και γυναίκες, νέους και νέες- στις μέρες μας που, αν και υφίστανται πολύ λιγότερη πίεση, σηκώνουν τα χέρια τους, παραιτούνται από τη ζωή κι αναχωρούν για την άλλη αυτόχειρες.
«Θέλεις υγιής γενέσθαι;», τον ρώτησε ο μοναδικός φίλος που έσκυψε ποτέ κοντά του, στο κρεβάτι του, τα τριάντα οκτώ αυτά χρόνια. «Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω», του απάντησε ο άρρωστος. Ο τυφλός έχει κάποιον οδηγό, ο ανάπηρος έχει συγγενείς, ο αδύνατος έχει φίλους. Εγώ δεν έχω κανέναν στον κόσμο ολόκληρο να με λυπηθεί και να με βάλει στο νερό τη στιγμή που παίρνει τη θεραπευτική δύναμη. Την ώρα που προσπαθώ να συρθώ στο νερό άλλος προλαβαίνει, μπαίνει πρώτος και θεραπεύεται κι εγώ πρέπει να ξανακάνω την ίδια επώδυνη προσπάθεια για να γυρίσω στο κρεβάτι μου. Κι αυτό γίνεται για τριάντα οκτώ ολόκληρα χρόνια τώρα. Δεν έχω ούτε χρήματα ούτε υπηρέτη. Ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους στην Ιερουσαλήμ, από τους άνεργους ως τους πλούσιους και δυνατούς, δεν υπάρχει ούτε ένας και μοναδικός για ν’ απλώσει το χέρι του και να σε βοηθήσει για χάρη της ψυχής του; Δεν μπορούσε τουλάχιστο να στείλει τον υπηρέτη του και να σε βοηθήσει; Όχι, ούτε ένας. Έπρεπε να ‘ρθει κάποιος Άνθρωπος από τη Γαλιλαία, να κάνει ένα τριήμερο και κουραστικό ταξίδι, την ώρα που πολλοί άνεργοι και χασομέρηδες γυρνούν ανέμελα στην πόλη μέρα νύχτα, λίγα μόλις μέτρα μακριά από το κρεβάτι σου; Υπάρχουν, Κύριε, πολλοί περπατούν κοντά μου, μα εγώ «άνθρωπον ουκ έχω». Κι υπάρχουν τόσο πολλοί ιερείς! Δες το ναό, απέναντι ακριβώς από το δρόμο. Αμέτρητοι ιερείς διαβάζουν το νόμο του Θεού και διδάσκουν τους ανθρώπους να δίνουν ελεημοσύνες. Και δε βρέθηκε κανένας τους να έρθει ή έστω να στείλει κάποιον για να σε βοηθήσει; Έτσι είναι, Κύριε. Εκεί στο ναό υπάρχουν πολλοί ιερείς. Εγώ όμως «άνθρωπον ουκ έχω». Υπάρχουν πολλοί Ιουδαίοι, χιλιάδες χιλιάδων, που συνάχτηκαν στην Ιερουσαλήμ για τη γιορτή. Κανένας τους όμως δεν ενδιαφέρεται για έναν πονεμένο και ήσυχο άνθρωπο. Ενδιαφέρονται για το Σάββατο. Χιλιάδες χιλιάδων απ’ αυτούς ήρθαν μόνο για να προσευχηθούν και να προσκυνήσουν το Σάββατο, όπως οι πατέρες του προσκύνησαν τη χρυσή αγελάδα στην έρημο. Χιλιάδες χιλιάδων Ιουδαίοι, μα εγώ «άνθρωπον ουκ έχω».
Εδώ βρέθηκε ένας άνθρωπος, ο μοναδικός άνθρωπος! Εδώ είναι ο Κύριος, που αγαπά περισσότερο από το συγγενή και το φίλο, που υπηρετεί πιο πιστά από τον υπηρέτη. Δεν έκανε το μακρύ και κουραστικό ταξίδι από τη Γαλιλαία ως την Ιερουσαλήμ για το Σάββατο και τη γιορτή, αλλά για χάρη ενός πονεμένου άνθρωπου. Ήρθε ώστε με τα έργα του, κι όχι με λόγια, να καταγγείλει τη φοβερή έλλειψη αγάπης ενός λαού που τα αισθητήρια του έχουν αμβλυνθεί. Ο Άνθρωπος ήρθε για χάρη του ανθρώπου. «Λέγει αυτώ ο Ιησούς· έγει­ρε, άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει, και ευθέως εγένετο υγιής ο άνθρωπος, και ήρε τον κράβαττον αυτού και περιεπάτει» (Ιωάν. ε’ 8-9). Από τη στιγμή αυτή και προφανώς για πάντα, ο άγγελος σταμάτησε να έρχεται και να ταράζει το νερό στη Προβατική Κολυμβήθρα. Γιατί εμφανίστηκε ο Μεσσίας, ο Κύριος των αγγέλων, που θεραπεύει χωρίς μεσάζοντες. Ενόσω οι άνθρωποι βρίσκονταν κάτω από το Νόμο, υπηρέτες του Νόμου, ο Κύριος χρησιμοποιούσε τους δούλους του. Τώρα που ήρθε η χάρη κι ο Νόμος ατόνησε, έρχεται ο ίδιος ο Κύριος κοντά στον άνθρωπο, όπως ο πατέρας στα παιδιά του. Ο ίδιος, με τα ίδια του τα χέρια, τους προσφέρει τις δωρεές του.
Ίσως ρωτήσει κάποιος: Γιατί ο Κύριος δεν έκανε στον άρρωστο άνθρωπο τη συνηθισμένη ερώτηση: Πιστεύεις; Γιατί δεν ερεύνησε να δει αν υπήρχε πίστη μέσα του, όπως έκανε με πολλούς άλλους; Μα η πίστη του ανθρώπου αυτού δεν ήταν ολοφάνερη; Τριάντα οκτώ χρόνια κείτονταν υπομονετικά σ’ ένα συγκεκριμένο τόπο, με την ελπίδα πως θα λάβει βοήθεια από τον ουρανό. Δεν πιστεύει μόνο στη θαυματουργική ενέργεια του αγγέλου του Θεού. Κατά κάποιο τρόπο πιστεύει και στον Κύριο Ιησού, μ’ όλο που δεν τον αποκαλεί Κύριο. Δεν είπε, «Ναι, Κύριε, θέλω να γίνω καλά, μα άνθρωπον ουκ έχω». Θα πρέπει με την ευκαιρία αυτή να θυμηθούμε πως ο Κύριος θεράπευσε πολλούς δαιμονισμένους και κωφάλαλους, χωρίς να τους ρωτήσει για την πίστη τους. Τους θεράπευσε απλά από αγάπη. Έτσι και στη Βηθεσδά τότε ο Κύριος ενήργησε από τη μια από αγάπη προς τον άνθρωπο που υπόφερε για τόσο μακρύ διάστημα, σ’ ένα περιβάλλον ελεεινό. Από την άλλη μεριά τώρα, έδρασε έτσι και μ’ ένα σκοπό· για να καταδείξει την έλλειψη αγάπης όχι μόνο των κατοίκων της Ιερουσαλήμ, αλλά όλων των ανθρώπων της εποχής, που έβλεπαν τον συνάνθρωπό τους να υποφέρει και δεν κουνάγανε το δαχτυλάκι τους για να βοηθήσουν. Και τέλος, ο Κύριος σκόπιμα θεράπευσε τον παραλυτικό ημέρα Σάββατο, αν και θα μπορούσε να το κάνει αυτό και Παρασκευή, αν ήθελε. Το έκανε αυτό για να καταγγείλει την ειδωλολατρική προσκύνηση των Ιουδαίων στην ημέρα του Σαββάτου. Να δείξει πως ο άνθρωπος αξίζει περισσότερο από το Σάββατο, πως η αγάπη αξίζει περισσότερο από οποιοδήποτε είδος νομικής τυπολατρείας. Η πράξη αυτή του Χριστού έχει τη μοναδική σφραγίδα του τρόπου που ενεργεί ο Θεός: να στοχεύσει σε πολλούς στόχους ταυτόχρονα.
«Ην δε σάββατον εν εκείνη τη ημέρα, έλεγον ουν οι Ιουδαίοι τω τεθεραπευμένω· σάββατόν εστιν ουκ έξεστί σοι άραι τον κράβαττον» (Ιωάν. ε’ 9-10). Τί στρεψόδικες ψυχές έχουμε εδώ! Πόσο κλεισμένες καρδιές! Αντί να χαρούν που ένα σερνάμενο σκουλήκι στάθηκε όρθιο και ξανά ’γινε άνθρωπος, αντί να τον συγχαρούν που αποκαταστάθηκε η υγεία του, αντί να ξεσηκώσουν την πόλη ολόκληρη, να τους καλέσουν όλους για να δοξάσουν το ζωντανό και στοργικό Θεό, αντί για όλ’ αυτά εξοργίστηκαν με τον άνθρωπο επειδή κουβαλούσε στους ώμους του το κρεβάτι του και ξαναγύριζε υγιής στο σπίτι του. Αν μπροστά στα μάτια τους είχε αναστηθεί κάποιος νεκρός άνθρωπος ημέρα Σάββατο, δε θα είχαν θαυμάσει για την ανάστασή του αλλά θα τον ρωτούσαν: «Γιατί είσαι σκονισμένος και λερωμένος σήμερα, που είναι Σάββατο;»
«Απεκρίθη αυτοίς· ο ποιήσας με υγιή, εκείνος μοι είπεν άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει. ηρώτησαν ουν αυτόν· τίς εστιν ο άνθρωπος ο ειπών σοι, άρον τον κράβαττόν σοι και περιπάτει;» (Ιωάν. ζ’ 11,12). Εδώ έχουμε μια ακόμα απόδειξη της τυφλότητας των Ιου­δαίων, της τυπολατρικής και μαγικής αντίληψηςπου είχαν για το Σάββατο. Ο άνθρωπος που θεραπεύτηκε μιλάει πρώτη φορά για τη θεραπεία του, την ομολογεί ως το πιο σπουδαίο πράγμα, και δεύτερο για το κρεβάτι που κουβαλάει στους ώμους του. Οι Ιουδαίοι δεν ενδιαφέρονται καθόλου για τη θεραπεία του, για την ίδια τη ζωή του που άλλαξε. Αφού άκουσαν την απάντησή του, θα ήταν φυσικό να τον ρωτήσουν μετά: «Ποι­ός είναι ο άνθρωπος που σε θεράπευσε;» Μα όχι. Εκείνο που ρωτούν είναι το άλλο, το δευτερεύον και συμπτωματικό: Τίς εστιν ο άνθρωπος ο ειπών σοι, άρον τον κράβαττόν σοι και περιπάτει; Πόσο διεφθαρμένος κατάντησε ο περιούσιος λαός! Δέστε τι καρποί βλάστησαν στη γη που εξέθρεψε το Μωυσή, τον Ησαΐα, το Δαβίδ! Η άλλοτε γνωστή ευλάβεια των Ισραηλιτών εξελίχτηκε σε μια σαββατολατρεία. Η ιερατική υπηρεσία τού Ζώντος Θεού έγινε μιααστυνομική εγρήγορση και παρακολούθηση της τάξεως τής θεάς που ονομάζεται «Σάββατο»!
«Ο δε ιαθείς ουκ ήδει τίς εστιν· ο γαρ Ιησούς εξένευσεν όχλου όντος εν τω τόπω» (Ιωάν. ε’ 13). Ο θεραπευμένος άνθρωπος είχε κοιτάξει από το κρεβάτι του τα μάτια τού Κυρίου. Είχε νιώσει τη ζωοποιό ανάσα Του, είχε γνωρίσει τη θαυματουργική Του δύναμη. Παρ’ όλ’ αυτά όμως δεν μπορούσε να τους δώσει το όνομα του θεραπευτή του ή να τους πει από που ερχόταν. Ο Κύριος με το που πραγματοποίησε τη θεραπεία χάθηκε μέσα στο πλήθος κι άφησε τα πράγματα να εξελιχτούν μόνα τους. Εκείνος είναι ο σπορέας. Σπέρνει τον καλό σπόρο και τον αφήνει ν’ αναπτυχθεί και με τον καιρό να καρποφορήσει, ανάλογα με τον τόπο όπου έπεσε. Ο Κύριος έκανε το καλό έργο, το θεϊκό, τόσο σε δύναμη όσο και σε αγάπη, κι αποσύρθηκε για να γλιτώσει τον έπαινο των ανθρώπων, όπως είπε λίγο αργότερα: «Δόξαν παρά ανθρώπων ου λαμβάνω» (Ιωάν. ε’ 41). Φεύγει μακριά από τους ανθρώπους για να μη τον φθονήσουν, όπως γίνεται συνήθως. Φεύγει όμως για να δώσει παράδειγμα και σ’ όλους εμάς που λεγόμαστε χριστιανοί. Το καλό έργο τελειοποιείται και δικαιώνεται όταν γίνεται μόνο από αγάπη για τον άνθρωπο και για τη δόξα τού Θεού. Όλοι εκείνοι που επιθυμούν να κάνουν καλά έργα, ας μη τα κάνουν από ματαιότητα, για να προσελκύσουν τον έπαινο των ανθρώπων. Όποιος επιδείχνει τα καλά του έργα σε κοινή θέα, μοιάζει με τον άνθρωπο που βάζει τα πρόβατα ανάμεσα στους λύκους. Γι’ αυτό και πρέπει να προσέχουμε πολύ τα καλά μας έργα, ν’ αποφεύγουμε να προκαλούμε τον έπαινο ή το φθόνο των άλλων. Όποιος γυρεύει σκόπιμα τον έπαινο των άλλων, ξέχωρα από το καλό του έργο, θα κάνει και δύο κακά: Τον έπαινο, που θα βλάψει τον ίδιο προσωπικά, και το φθόνο, που θα βλάψει τους άλλους.
«Μετά ταύτα ευρίσκει αυτόν ο Ιησούς εν τω ιερώ και είπεν αυτώ· ίδε υγιής γέγονας· μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρον σοι τι γένηται» (Ιωάν. ε’ 14). Ο Κύριος θεράπευσε το σώμα και τώρα αναβιβάζει το γεγονός αυτό σε ανώτερη σφαίρα, στην πνευματική του διάσταση. Κάνει τον θεραπευμένο να συνειδητοποιήσει ότι η πηγή κι η αιτία τής φοβερής του αρρώστιας ήταν η αμαρτία. Και τον προειδοποιεί να πάψει ν’ αμαρτάνει. Ίνα μη χείρον σοί τι γένηται.
Δεν είναι γνωστό σε τί είδος αμαρτίας είχε πέσει ο άνθρωπος αυτός, μα ούτε και μας βοηθάει η γνώση αυτή. Ξέρουμε πως ο Θεός αποστρέφεται κάθε αμαρτία, πως η αμαρτία μας απομακρύνει από κοντά Του. Γνωρίζουμε πως κάθε αμαρτία για την οποία δεν έχουμε μετανοήσει, αργά ή γρήγορα θα προκαλέσει πόνο, θα φέρει βάσανα. Μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρον σοί τι γένηται. Τώρα ο Θεός σού έδειξε το έλεός Του, η αμαρτία σου συχωρέθηκε. Μην εξακολουθείς να πειράζεις το Θεό όμως, μη τον προκαλείς. Γιατί τότε, αντί για την ευσπλαχνία τού Θεού, ίσως συναντήσεις τη δικαιοκρισία Του. Αν κατόρθωσες να δικαιωθείς ενώπιον του Θεού για την προηγούμενη αμαρτία σου, με μια ανεπαρκή γνώση για τη δύναμή Του, μετά απ’ αυτό που έγινε δε θα μπορέσεις να βρεις δικαιολογία.
Αυτή είναι μια θαυμάσια αλλά και φοβερή προειδοποίηση προς όλους μας. Πως αν για μια φορά νιώσαμε το έλεος του Θεού πάνω μας δεν πρέπει να ξαναμαρτήσουμε, μήπως μας βρει κάτι χειρότερο απ’ αυτό που μας λύτρωσε ο Θεός.
«Απήλθεν ο άνθρωπος και ανήγγειλε τοις Ιουδαίοις ότι Ιησούς εστιν ο ποιήσας αυτόν υγιή» (Ιωάν. ε’ 15). Είδε ότι ωφελήθηκε ο άνθρωπος κι είπε στους Ιουδαίους πως τον έκανε καλά ο Ιησούς. Το έκανε αυτό με καλή πίστη, με καλές προθέσεις. Τον ρωτήσανε για τον Ιησού κι αυτός νόμισε πως ήταν καλό να το πει. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ένιωσε πως το όφειλε αυτό στον ευεργέτη του, έπρεπε να γνωρίσει το όνομά του στους άλλους, να το μάθουν όλοι, και μάλιστα εκείνοι που τον ρώτησαν. Βρισκόταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του τριάντα οκτώ χρόνια. Το μόνο που σκεφτόταν όλ’ αυτά τα χρόνια ο φτωχός άνθρωπος, ήταν οι πόνοι του. Ούτε να φανταστεί δεν μπορούσε πόσο πονηρές ήταν οι καρδιές εκείνων που ρωτούσαν για τον Ιησού. Πώς θα μπορούσε να υποψιαστεί πως εκείνοι δε ρωτούσαν για να δοξάσουν τον Ιησού σαν θαυματουργό, μα για να τον θανατώσουν, επειδή δεν τήρησε την αργία τού Σαββάτου;
Πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα το σημείο αυτό. Πηγαίνει και λέει στους Ιουδαίους πως ο Ιησούς ήταν που τον θεράπευσε. Κατέχεται ολόκληρος από τη σκέψη τής θεραπείας και του θεραπευτή του. Οι Ιουδαίοι, αντίθετα, κατέχονταν από τη σκέψη τού σαββατισμού, της μη τήρησης του Σαββάτου. Σ’ αυτές τις περίεργες στιγμές, εκείνος ίσως δεν καταλάβαινε τη διαφορά τού τρόπου που σκέφτονταν για τον Ιησού, από τη μια αυτός κι από την άλλη οι Ιουδαίοι. Συνεπαρμένος από το θαύμα τους μεταδίδει τη δική του εκδοχή, τις μεγάλες και ευχαριστήριες σκέψεις για την επίσκεψη που δέχτηκε από το Θεό, για το καλό που του έκανε ο Θεός. Δεν είναι σε θέση να παρατηρήσει τη στενομυαλιά και τις πονηρές διαθέσεις τους, που κρύβονταν όπως τα φίδια κάτω από τα φυλλώματα. Η σκέψη κι η διάθεσή του ήταν να δοξολογήσει τον Κύριο Ιησού, τον ευεργέτη του. Η σκέψη κι η διάθεση των Ιουδαίων ήταν να τον θανατώσουν. «Οι Ιουδαίοι εζήτουν αυτόν αποκτείναι», γράφει ο ευαγγελιστής (Ιωάν. ε’ 16). Γιατί ήθελαν να τον σκοτώσουν; Μήπως επειδή ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που πρόσεξε το δυστυχή παράλυτο τα τριάντα οκτώ αυτά χρόνια; Μάλιστα, γι’ αυτό. Αλλά και για έναν άλλο λόγο. Επειδή ο Κύριος ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που έδωσε μεγαλύτερη σημασία στη ζωή ενός ανθρώπου, από την τυπολατρία τού σαββατισμού των Ιου­δαίων.
Ο Κύριος πέρασε απαρατήρητος ανάμεσα από τις παγίδες και τις ενέδρες τής κακίας των Ιουδαίων, σκορπίζοντας με λόγο και έργα το ευαγγέλιο της αγάπης για τους ανθρώπους, ως τη στιγμή που αποφάσισε πως ήρθε η ώρα να παραδοθεί στα χέρια των Ιουδαίων. Για να δείξει τη μεγαλοσύνη Του με την ταπείνωσή Του, να νικήσει το θάνατο με το θάνατό Του. Σ’ Αυτόν πρέπει η τιμή κι η δόξα, μαζί με τον Πατέρα και το Αγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν

αγίου Νικολάου Αχρίδος, Kυριακή του Παραλύτου

Τετάρτη, Μαΐου 15, 2019


Στίς βιτρίνες τῶν γραφείων κηδειῶν ὑπάρχει κάποιες φορές ἡ ἐπιγραφή «Δεχόμαστε παραγγελίες στεφάνων ἤ σταυρῶν». Ὅμως στή πραγματικότητα δέν ὑπάρχει δυνατότητα ἐπιλογῆς μεταξύ τῶν δύο: δέν μποροῦμε νά φορέσουμε τό στεφάνι τῆς ἀναστάσιμης νίκης, ἄν δέν σηκώσουμε μαζί μέ τό Χριστό τό Σταυρό. Κατά τό Μεσαίωνα, τά «πασχάλια μνήματα», οἱ κατασκευές δηλαδή ἐκεῖνες πού ἑτοιμάζονταν γιά νά στολίσουν κάθε Πάσχα τούς ἀγγλικούς ναούς, ἔφεραν πάνω τους τήν ἐπιγραφή «Vincit qui patitur» – «Αὐτός πού πάσχει νικᾶ». Αὐτό συνέβη μέ τό Σωτήρα μας καί αὐτό πρέπει νά συμβεῖ καί μέ μᾶς. Ἄς βαστάξουμε λοιπόν στό σῶμα μας τά στίγματα τοῦ σταυρωθέντα Ἰησοῦ, καί στή συνέχεια, μέ τή δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θά μοιραστοῦμε μαζί μέ τούς ἄλλους τήν Εἰρήνη καί τή Χαρά τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ!
επισκ. Διοκλείας Κάλλιστος

Τη ΙΕ ' του αυτού μηνός Μνήμη του οσίου πατέρα μας ΠΑΧΩΜΙΟΥ του Μεγάλου


...Μία ημέρα, άγγελος Κυρίου παρουσιάσθηκε στον Παχώμιο κατά την αγρυπνία του και του είπε τρεις φορές: «Παχώμιε, το θέλημα του Θεού είναι να διακονείς το γένος των ανθρώπων, για να τους συμφιλιώσεις μαζί Του». Από τότε, άνθρωποι από τα γειτονικά χωριά συγκεντρώθηκαν γύρω του για να διάγουν από κοινού τον ασκητικό βίο. Ο καθένας ζούσε χωριστά, κατά το δοκούν, και συνεισέφερε το μερίδιό του στις υλικές ανάγκες της αδελφότητος. Ο Παχώμιος έθετε τον εαυτό του ταπεινά στην υπηρεσία τους, ετοιμάζοντας την τροφή που επιθυμούσαν, δεχόμενος τους επισκέπτες και φροντίζοντας τους αδελφούς όταν ασθενούσαν, ενώ ο ίδιος αρκείτο πάντα σε ψωμί και αλάτι. Οι αγροικοι αυτοί άνθρωποι δεν έδειχναν, ωστόσο, απέναντί του κανέναν σεβασμό, και μάλιστα τον κορόιδευαν κιόλας. Ο άνθρωπος του Θεού έκανε υπομονή πέντε χρόνια, μέχρι την ημέρα που, έχοντας λάβει εντολή από τον Θεό κατά την διάρκεια μιάς ολονύχτιας προσευχής, τους επέβαλε έναν κανόνα κοινής ζωής και έδιωξε με απόφασή του όλους εκείνους που δεν ήθελαν να συμμορφωθούν. Νέοι υποψήφιοι για τον μοναχικό βίο παρουσιάστηκαν, καί ο Παχώμιος, αφού τους δοκίμασε επαρκώς, τους επέβαλε να ζούν «κατά τας Γραφάς» έχοντας τα πάντα κοινά, σε πλήρη ισότητα, κατά το παράδειγμα της αποστολικής κοινότητος (βλ. Πραξ. 2). Υπηρετώντας όλους, όπως και προηγουμένως, τους δίδαξε να βαστάζουν τον σταυρό τους για να ακολουθούν τον Χριστό και να έχουν μοναδική μέριμνα στον νού τους τα λόγια του Κυρίου. Λέγεται πως άγγελος, με μοναχική περιβολή, του υπέδειξε τον τύπο της ενδυμασίας τους και του παρέδωσε μία πλάκα στην οποία ήταν χαραγμένος ο Κανόνας της αδελφότητος, «όριζε να δίνεται φαγητό και νερό στον καθένα ανάλογα με την κράση του και την εργασία του, δίχως να εμποδίζονται εκείνοι που επιθυμούσαν να εγκρατεύονται περισσότερο, όφειλαν να ζούν σε ξεχωριστά κελλιά, χωρισμένοι κατά «οίκους», σύμφωνα με τον χαρακτήρα τους η τις ενασχολήσεις τους, και να συναθρίζονται τρεις φορές την ημέρα για να αναπέμπουνστόν Θεό δώδεκα ευχές, που αποτελούνταν από Ψαλμούς και προσευχές. Όταν ο Παχώμιος αντέτεινε ότι οι προσευχές δεν ήσαν πολλές, ο άγγελος αποκρίθηκε; «όλα όσα ορίζω διασφαλίζουν ότι ακόμη και οι μικροί θα μπορούν να τηρούν τον Κανόνα, δίχως να αποθαρρύνονται, όσο για τους τελείους, αυτοί δεν έχουν ανάγκη νόμου, αφού στο κελλί τους αφιερώνουν όλη την ζωή τους στην θεωρία του Θεού». Όταν οι αδελφοί έφθασαν τους εκατό, ο Παχώμιος τους έκτισε ναό μέσα στο μοναστήρι και την Κυριακή καλούσε έναν ιερέα από το χωρίο να τελέσει την θεία Λειτουργία, διότι αρνούνταν να χειροτονηθεί κληρικός κάποιος από τους μοναχούς, από φόβο μήπως διαταραχθεί από ματαιοδοξία και αντιζηλία η επιτευχθείσα αρμονία τους.
από Νέο Συναξαριστή,Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου

Τρίτη, Μαΐου 14, 2019

Και ο Θεός δεν θέλει να χαθώ...

ιδού γαρ φόβω παρίσταμαί σοι, εις το πέλαγος του ελέους σου την απόγνωσιν απορρίψας της ψυχής μου...( ευχή της εκκλησίας μας)

Με ρωτάνε:Μα πώς μπορώ να συγχωρήσω κάποιον που μου έκανε κακό και εξακολουθεί να μου κάνει κακό;Απαντώ ότι αν η συγχώρεση δεν είναι πια στις μέρες μας η ουσία της πίστης μας και είναι τα ωραία λόγια και οι καλές προθέσεις,είμαστε χαμένοι.
Θα μου πεις:εσύ πάτερ συγχωράς;Απαντώ:Όχι!Πολύ δύσκολα.Δεν έχω ίχνος ταπείνωσης πάνω μου και πληγωνομαι όταν ο άλλος μου κάνει κακό.Μπορεί να μνησικακήσω για πολύ μεγάλο διάστημα και μετά ,όχι οτι θα συγχωρέσω,αλλα θα ατονήσει η μνήμη και το κακό δεν θα αποτελεί προτεραιότητα.Μπορεί ακόμα να συμφιλιωθώ ή απλά να αδιαφορήσω για το πρόσωπο που με πίκρανε.
Αυτό όμως θα ενεργεί μέσα μου σαν σκοτεινή ουσία και δεν θα θεραπευτώ.

Πιστεύω όμως με όλη μου την δυναμη ότι επειδή καταλαβαίνω πόσο λάθος είμαι και οδηγούμαι στον γκρεμό, θα δει ο Θεός την αθλιότητα και την αδυναμια μου και θ' ακούσει την κραυγή της απογνωσης και της ντροπής μου και θα με ενισχύσει ώστε να μαθω να συγχωρώ.Γιατί χωρίς συγχώρεση ειλικρινή Θεού Πρόσωπο δεν θα δώ... Και ο Θεός δεν θέλει να χαθώ.

Κυριακή, Μαΐου 12, 2019

Είχε δε αυτάς τρόμος και έκστασις!

Οι Μυροφόρες τα είχαν χάσει. Πού βρίσκονταν, στον ουρανό ή στη γη; Με ποιόν μιλούσαν; Τί άκουσαν; Τέτοια πράγματα ούτε στον ύπνο τους δεν τα βλέπουν οι άνθρωποι. Μα αυτό που βλέπουν και ακούν τώρα δεν είναι όνειρο, είναι αληθινό. Απ’ όλα όσα έγιναν, προκύπτει πως ζούσαν μια πραγματικότητα.
Τί ευλογημένος είναι ο φόβος κι ο τρόμος που νιώθει ο άνθρωπος όταν βλέπει ανοιγμένους τους ουρανούς, όταν ακούει μια χαρούμενη φωνή από την αληθινή, αθάνατη και ποθεινή πατρίδα του! Δεν είναι μικρό πράγμα να δεις έναν αθάνατο άγγελο του Θεού, ούτε ν’ ακούσεις μια φωνή που βγαίνει από αθάνατα χείλη. Πιό εύκολα αντέχεις να δεις το πρόσωπο και ν’ ακούσεις τον ορυμαγδό ολόκληρου του φθαρτού σύμπαντος, παρά να δεις το πρόσωπο και ν’ ακούσεις τη φωνή κάποιου αθάνατου όντος που δημιουργήθηκε πριν από το σύμπαν, που το κάλλος του είναι ασύγκριτα ανώτερο από την ανοιξιάτικη αυγή. Όταν ο προφήτης Δανιήλ, ο άνθρωπος του Θεού, άκουσε τη φωνή του αγγέλου, μονολόγησε: «Ουχ υπελείφθη εν εμοί ισχύς, και η δόξα μου μετεστράφη εις διαφθοράν, και ουχ εκράτησα ισχύος… ήμην κατανενυγμένος, και το πρόσωπόν μου επί την γην» (Δανιήλ, ι’ 8,9).
Πώς λοιπόν να μην τις πιάσει φόβος και τρόμος τις αδύναμες γυναίκες; Πώς να μη φύγουν γρήγορα από το μνημείο; Πώς θα μπορούσαν ν’ ανοίξουν το στόμα τους και να μιλήσουν; Με τί λόγια να πουν αυτά που είδαν; Κύριε, η δόξα Σου είναι ανέκφραστη! Εμείς οι θνητοί άνθρωποι ευκολότερα μπορούμε να την εκφράσουμε με τη σιωπή και τα δάκρυά μας παρά με λόγια.

άγιος νικόλαος αχρίδος

Σάββατο, Μαΐου 11, 2019

Κυριακή των Μυροφόρων: Το έργο και οι μιμητές του Ιωσήφ της Αριμαθαίας


Πρέπει να δώσουμε προσοχή στην αξιέπαινη τόλμη του μακαρίου Ιωσήφ, που καταγόταν από την Αριμαθαία, και να μιμηθούμε την αγαθή προαίρεση και πράξη του (Ματθ. κζ’ 57-60, Μάρκ. ιε’ 42-46, Λουκ. κγ’ 50-54, Ιω. ιθ’ 38-42). Διότι εάν το αγαθό έργο, που έκανε ο Ιωσήφ στον Κύριό μας Ιησού Χριστό, το μελετούμε μέσα στην ψυχή μας, να που κι εμείς σαν ακριβώς σε σεντόνι (Ματθ. κζ’ 59, Μάρκ. ιε’ 46, Λουκ. κγ’ 53) μέσα στην καρδιά μας τυλίγουμε το σώμα του Κυρίου, περιστρέφοντας στη διάνοιά μας την αγία ταφή Του και στη μνήμη της ψυχής το τοποθετούμε, ώστε ποτέ να μη λησμονούμε το μυστήριό Του. Ποιος, λοιπόν, δεν θα θαυμάσει τον σεμνό Ιωσήφ (Μάρκ. ιε’ 43), ο οποίος με το να προτιμήσει την ευσέβεια και την αγάπη προς τον Χριστό, παρέβλεψε τους φόβους και πήγε στον Πιλάτο και ζήτησε το σώμα του Κυρίου (Ματθ. κζ’ 58, Μάρκ. ιε’ 43, Λουκ. κγ’ 52, Ιω. ιθ’ 38); Δεν έσβησε την πίστη του το βουλευτικό αξίωμά του, δεν τον εμπόδισε ο πλούτος (Ματθ. κζ’ 57), ούτε έγινε κώλυμα ο φόβος της σωματικής κοπώσεως, αλλά και το αξίωμα -διότι ήταν βουλευτής (Μάρκ. ιε’ 43, Λουκ. κγ’ 50), δηλαδή έφορος της αγοράς πραγμάτων- και τον πλούτο και το σώμα του, αφήνοντάς τα προκαταβολικά στην άκρη, έσπευσε να λάβει πριν από όλα τον Χριστό. Δεν τον φόβισε η εναντίον του Χριστού έχθρα των Ιουδαίων, αλλά τόλμησε και ζήτησε και πήρε και απαίτησε να ταφεί ο Κύριος.
Επαινώ την πίστη σου, Ιωσήφ. Μακαρίζω την προαίρεσή σου. Υποκλίνομαι με σεβασμό στο έργο σου. Ελεεινολογώ τους ανθρώπους εκείνους, που αγαπούν τους φίλους τους τον καιρό της ευημερίας τους και τους πλησιάζουν, τον καιρό όμως της δυστυχίας τους τους αποστρέφονται και τους αποφεύγουν.
Επειδή, λοιπόν, είναι μακάριο το έργο του Ιωσήφ, ας το μιμηθούμε. Και πώς θα το μιμηθούμε; Ακούστε, αδελφές μου. Είναι κάποιος κλεισμένος στη φυλακή, καταδικασμένος, περιφρονημένος, μισημένος από συγγενείς και φίλους και γείτονες; Ας πάμε στη φυλακή να τον επισκεφθούμε, να τον ελευθερώσουμε από τη φυλακή, να εγγυηθούμε γι’ αυτόν, να συνεισφέρουμε όλοι και καλύπτοντας τα χρέη του με το σεντόνι της συνεισφοράς μας και της άρσεως του βάρους του, να τα θάψουμε (Ματθ. κε’ 36). Είναι ο άλλος κατάκοιτος από αρρώστια; Ας τον υπηρετήσουμε, ας του προσφέρουμε αυτά που απαλύνουν την αρρώστια του, ας δέσουμε τα τραύματά του και με τη θεραπεία, ας θάψουμε τους πόνους του στην υγεία (Ματθ. κε’ 36). Είναι ένας άλλος αιχμάλωτος; Ας τον εξαγοράσουμε, ας τον βγάλουμε από τα χέρια αυτών που τον κρατούν, ας τον ελευθερώσουμε και ας τον οδηγήσουμε στην πατρίδα του, για να τον κρατήσουμε έτσι και στην ευσέβεια. Άλλος ζει μέσα στις απολαύσεις τού βίου και γενικά περνά τη ζωή του μέσα στα πράγματα του κόσμου; Να τον συμβουλέψουμε και με την καλή συμβουλή να τον πιάσουμε και μαζί του να πάμε προς την Εκκλησία και με την παρουσία του εκεί να τον βγάλουμε έξω από τους μάταιους δρόμους της ζωής του. Εάν κάνουμε αυτά, με οσιότητα ενταφιάζουμε το σώμα του Ιησού και μιμούμαστε τον Ιωσήφ.
Αλλά μάθετε, αδελφές μου, πως κι η καθεμιά σας μόνη της μπορεί να εφαρμόσει τον τρόπο του Ιωσήφ. Η κακή συνήθεια και η πονηρή έξη είναι ο Πιλάτος. Της καθεμιάς σας το σώμα είναι και μέλος τού Χριστού. Διότι όλοι οι Χριστιανοί είμαστε σώμα και μέλη του Χριστού (Α’ Κορ. στ’ 15, ιβ’ 17). Όποιος έχει θεοφιλή λογισμό και αγαπά να εφαρμόζει τις εντολές του Χριστού, είναι μαθητής τού Χριστού και ονομάζεται Ιωσήφ. Όποιος, λοιπόν, ελευθερώσει τα σαρκικά του μέλη και τα αισθητήρια του σώματός του από την πονηρή συνήθεια και τα απομακρύνει από τον κακό τρόπο ζωής και την κακή διαγωγή, προσευχόμενος προς τον Θεό νύχτα και ημέρα για να γλιτώσει από τη διάπραξη της αμαρτίας, αυτός ζητά και παίρνει το σώμα τού Ιησού, «διότι όποιος ζητά λαβαίνει και όποιος ψάχνει βρίσκει» (Ματθ. ζ’ 8). Όταν ο Ιωσήφ ζήτησε, πήρε το σώμα τού Κυρίου (Ματθ. ηζ’ 58-59, Μάρκ. ιε’ 43-45, Λουκ. κγ’ 52-53, Ιω. ιθ’ 38). Και εσύ, ζητώντας από τον Θεό να σε απομακρύνει από την αμαρτία, λαβαίνεις αυτό που ζητάς και βγάζεις το σώμα σου έξω από τη δουλεία των κακών. Ο Ιωσήφ κατεβάζοντας το σώμα του Κυρίου από τον Σταυρό και αγοράζοντας σεντόνι και τυλίγοντάς το, το τοποθέτησε στο καινούργιο του μνήμα (Ματθ. κζ’ 59-60, Μάρκ. ιε’ 46, Λουκ. κγ’ 53, Ιω. ιθ’ 40-42). Και κάθε άνθρωπος που εγκατέλειψε την αμαρτία και ζει με σωφροσύνη και συχνάζει στην εκκλησία και αγαπά τις αρετές και εξασκεί την ελεημοσύνη και δέχεται την ακτημοσύνη και εφαρμόζει τη νηστεία, στην καρδιά του φουσκώνει από υψηλοφροσύνη και κενοδοξία, όταν σκέφτεται τις αρετές του. Όταν όμως επικαλείται τον Κύριο και φέρνει στη μνήμη του τα αμαρτήματά του, τότε ταπεινώνεται και παρακαλεί τον Κύριο να αποκαθηλωθεί από αυτά, και δεν υπερηφανεύεται, ούτε υψηλοφρονεί. Αυτός, λοιπόν, με την ανάμνηση των κακών που έπραξε, γκρεμίζοντας το φρόνημά του από την υψηλοφροσύνη των κατορθωμάτων του και φτάνοντας στην ταπεινοφροσύνη, αυτός εξαγοράζει και την ψυχή του από τα πάθη όπως το σεντόνι (ο.π.). Διότι, όποιος ταπεινώνεται στο φρόνημα και κοπιάζει σωματικά στα αγαθά έργα, βρίσκει συγχώρηση των παραλείψεών του, και όποιος ξεφεύγει από τα αμαρτήματα και ελευθερώνεται από αυτά, εξαγοράζει οπωσδήποτε την ψυχή του. Διότι κάθε ψυχή που εργάζεται την αμαρτία έχει πουληθεί από την ίδια την προαίρεσή της και μέχρι τότε που κατέχεται στα αμαρτήματα είναι δούλη και γηρασμένη και έχει ρυπαρή συνείδηση, όταν όμως με ταπείνωση και σωματικό κόπο ελευθερωθεί από τα κακά, θεωρείται καθαρή, γιατί παίρνοντας την άφεση των αμαρτιών αποβάλλει τον ρύπο που προέρχεται από τα πάθη. Διότι λέει ο Ψαλμωδός, «δες την ταπείνωσή μου και τον κόπο μου και συγχώρησε όλες τις αμαρτίες μου» (Ψαλμ. κδ’ 18). Όταν, λοιπόν, η ψυχή θα βρει άφεση των δικών της αμαρτημάτων, τότε γίνεται λευκό σεντόνι, επειδή έχει αποκτήσει καθαρή καρδιά που είναι χωρισμένη από κάθε ρύπο.
Όταν, λοιπόν, έτσι ζει ο άνθρωπος και με τα έργα της μετάνοιας (Πράξ. κστ’ 20) και με την ενθύμηση των αμαρτημάτων του ταπεινώνεται, τότε καταθέτει στο μνημονευτικό της ψυχής τη σωτήρια πολιτεία του Χριστού. Και όπως ακριβώς ο Ιωσήφ, όταν έθαψε το σώμα του Κυρίου κύλησε μεγάλο λίθο στη θύρα του μνημείου (Ματθ. κζ’ 60, Μάρκ. ιε’ 46), έτσι και ο άνθρωπος που εργάζεται τα καλά έργα, κάνοντας σαν κάποιο καινούργιο μνημείο την καρδιά του (Ματθ. κζ’ 60), θάβει και αποθησαυρίζει σ’ αυτήν την συναναστροφή με τον Κύριο επάνω στη γη και τις θύρες της ψυχής, που είναι οι αισθήσεις του σώματος, τοποθετεί κλειδαριά, για να μη κλαπεί ο αγαθός θησαυρός.

αγίου Θεολήπτου Φιλαδελφείας- Λόγος στην Κυριακή των Μυροφόρων και στον Ιωσήφ, που καταγόταν από την Αριμαθαία