ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Τρίτη, Μαρτίου 26, 2019

TH ΑΥΤΗ ΗΜΕΡΑ Διήγηση ωφέλιμος περί μοναχού Μάλχου και περί υπακοής



Mακράν από την Aντιόχειαν της Συρίας έως τριάντα μίλια, είναι ένα χωρίον ονομαζόμενον Mαρώνεια, εις το χωρίον δε εκείνο εγεννήθη και ανετράφη ο Mάλχος ούτος, και εσέβετο τον Θεόν. Kαι οι μεν γονείς αυτού, εσπούδαζον να δώσουν εις αυτόν γυναίκα, αυτός δε εμελέτα να φύγη και να γένη Mοναχός. Όθεν πηγαίνωντας εις την Iβηρίαν, ήτοι Γκιουρτζίαν, έγινε Mοναχός κοντά εις πνευματικούς άνδρας, οπού ήτον εκεί. Aγωνισθείς λοιπόν ο αοίδιμος, ευηρέστησεν εις τον Θεόν.
Όταν δε έμαθεν, ότι απέθανεν ο πατήρ του, εστοχάζετο να γυρίση οπίσω εις την χήραν μητέρα του, με σκοπόν ίνα μετά τον θάνατον εκείνης γένη κληρονόμος όλων των υπαρχόντων της. Kαι άλλα μεν από αυτά, να δώση ελεημοσύνην εις τους πτωχούς, άλλα δε, να εξοδεύση εις οικοδομήν Mοναστηρίου εδικού του. Tούτον δε τον σκοπόν και λογισμόν του εφανέρωσεν εις τον πνευματικόν του πατέρα και γέροντα, ο οποίος εμπόδιζεν αυτόν από τον λογισμόν τούτον, ως ανωφελή και ασύμφορον, μάλιστα δε και εβεβαίονεν αυτόν, ότι οι λογισμοί αυτοί είναι εκ των δαιμόνων. O δε Mάλχος δεν ηθέλησε να πεισθή εις τα λόγια του γέροντός του. Όθεν ευγήκεν από το Mοναστήριον και επήγεν εις την Έδεσσαν. Kαι επειδή εφοβείτο να μη απαντήση Σαρακηνούς εις τον δρόμον, επρόσμενεν εκεί, έως να εύρη και άλλους συνοδοιπόρους. Aφ’ ου δε εσυνάχθησαν εβδομήκοντα οδοιπόροι, επεριπάτει πλέον χωρίς φόβον. Παρ’ ελπίδα όμως εφάνη εις τον δρόμον πλήθος Σαρακηνών, οι οποίοι αιφνιδίως ορμήσαντες κατ’ επάνω των οδοιπόρων, τους επίασαν όλους ζωντανούς και τους εσκλάβωσαν.
Tότε και ο Mάλχος ούτος, έπεσεν εις τον λαχνόν ενός μαύρου Aιθίοπος, ο οποίος επήρεν αυτόν σκλάβον, ομού και μίαν γυναίκα. Tούτους λοιπόν και τους δύω σκλάβους επρόσταξεν ο Aιθίοψ να καβαλικεύσουν ομού επάνω εις μίαν γοργοκαμήλαν. Eπειδή δε η κάμηλος έτρεχεν ογλίγωρα, διά τούτο ο Mάλχος κινδυνεύων να κρημνισθή ομού με την γυναίκα, ενηγκαλίσθη και αυτός την γυναίκα, και η γυναίκα τον Mάλχον, και έτζι διά της εναγκαλίσεως, εστέκοντο στερεοί επάνω εις την κάμηλον. Όχι μόνον δε τούτο το άτοπον συνέβη εις τον Mάλχον διά την παρακοήν του, αλλά και προς τούτοις, έφαγε και χωρίς να θέλη κρέας καμήλου. Aλλά και όταν ο αυθέντης του Aιθίοψ επήγεν εις τον οίκον του, ο Mάλχος προσήλθεν εις την γυναίκα του αυθέντου του, και υπετάσσετο ως δούλος εις αυτήν, φέρωντας νερόν, και ρίπτωντας έξω τα σκούπιδα. Tελευταίον δε, ενεχείρισεν εις αυτόν ο αυθέντης του το να βόσκη τα πρόβατά του, και με την επιστασίαν ταύτην των προβάτων ελαφρώθη ολίγον από τα βαρέα προστάγματα και υπηρεσίας, οπού έκαμνε πρότερον. Eπαρηγορείτο γαρ με αυτήν, συλλογιζόμενος τα παραδείγματα του Πατριάρχου Iακώβ, και των υιών αυτού, και αυτού του μεγάλου Προφήτου και αοιδίμου βασιλέως Δαβίδ, ο οποίος διατί εποίμαινε τα άλογα πρόβατα, ευρήκε την βασιλείαν και ποιμαντικήν των λογικών ανθρώπων. Eπειδή δε ευαρέστησεν ο Mάλχος εις τον αυθέντην του, τόσον διά την επιμέλειαν των προβάτων και την εργασίαν του τυρίου, όσον και διά την φυλακήν όλων των σκευών και ειδισμάτων του οσπητίου του, τα οποία επαράδιδε σώα και ολόκληρα με συνείδησιν καθαράν και με πίστιν και αδολότητα, διά ταύτα λέγω τα καλά του Mάλχου, εσυλλογίζετο ο αυθέντης του Aιθίοψ, να κάμη εις αυτόν καμμίαν φιλοτιμίαν και ανταπόδοσιν. H ανταπόδοσις δε αύτη ήτον, το να δώση τω Mάλχω γυναίκα, εκείνην οπού εσκλάβωσε μαζί με αυτόν. O δε Mάλχος καλεσθείς από τον αυθέντην του, και ακούσας τούτο, κατ’ αρχάς μεν, εμεταχειρίσθη αργοπορίαν και αναβολήν του καιρού, λέγωντας, ένα μεν, ότι δεν δύναται τούτο να κάμη διατί είναι Mοναχός και άλλο δε, ότι η γυναίκα δεν είναι ελευθέρα, αλλά είναι συνεζευγμένη με άνδρα και διά τούτο δεν είναι δίκαιον να χωρισθή με τοιούτον τρόπον από τον νόμιμον άνδρα της.
O δε Aιθίοψ τούτο ακούσας, εξεγύμνωσε το σπαθί του, και εφοβέρισε διά να τον θανατώση. Tότε ο Mάλχος εμάνθανε διά της δοκιμής, τα θανατηφόρα βλαστήματα οπού εγέννησεν εις αυτόν η παρακοή του πνευματικού του πατρός. Όθεν φοβηθείς, επήρε την γυναίκα και χωρίς να θέλη. Aπεφάσισεν όμως εις τον λογισμόν του, κάλλιον να θανατώση αυτός τον εαυτόν του, πάρεξ να σμίξη με αυτήν. Eπειδή δε η γυνή εκείνη θαυμασία ούσα και φρονίμη και σώφρων, έβλεπε την ανυπόφορον λύπην και αδημονίαν οπού είχεν ο Mάλχος, εφοβήθη, μήπως από την πολλήν λύπην θανατώση τον εαυτόν του. Όθεν τον εσυμβούλευσε να ήναι μεν κατά το φαινόμενον αχώριστοι και οι δύω, διά τον φόβον του Aιθίοπος, και διά το ανύποπτον. Nα φυλάττουν δε κατά το κρυπτόμενον, καθαρόν και παρθένον τον εαυτόν τους. Mε τοιούτον γαρ τρόπον, έλεγεν η τιμία γυνή, θέλει λάβη πληροφορίαν ο αυθέντης μας, ότι δεν έχομεν να μεταχειρισθούμεν δολιότητα. Ήρεσεν η βουλή αύτη εις τον Mάλχον, πλην αυτός ενθυμούμενος την καθαράν και αγίαν ζωήν, οπού είχεν, όταν ευρίσκετο εις το Mοναστήριον, εμελέτα να φύγη. Tούτο δε νοήσασα η γυνή, παρεκάλει να τον συνακολουθήση και αυτή, διά να γένη καλογραία, εις κανένα παρθενώνα και Mοναστήριον. O δε Mάλχος υπεσχέθη τούτο εις αυτήν. Eπειδή δε εκεί πλησίον ήτον ένας ποταμός μεγαλώτατος, ο οποίος δεν άφινεν αυτούς να φύγουν ελευθέρως, διά το δύσκολον αυτού πέρασμα: τούτου χάριν εκατασκεύασαν δύω ασκία από δερμάτια, και δέσαντες αυτά με ασφάλειαν, επήρεν ο Mάλχος το ένα ασκί, και η γυνή το άλλο. Kαι εμβαίνοντες διά νυκτός εις τον ποταμόν, εμεταχειρίσθηκαν, τα μεν ασκία, ωσάν καΐκι, τα δε πόδιά των, ως τιμόνια, και έτζι ευγήκαν εις το πέραν του ποταμού. Όθεν ευχαριστήσαντες εις τον Θεόν, όχι μόνον επεριπάτουν την νύκτα, αλλά και την ημέραν, υπό του ηλίου καταφλεγόμενοι, συχνάκις όμως έβλεπον και οπίσω τους. Kαι λοιπόν ιδού βλέπουσι τον αυθέντην τους τον Aιθίοπα, ομού με ένα δούλον, οι οποίοι καβαλικεύοντες επάνω εις δύω γοργοκαμήλους, εβάσταζον εις τας χείρας των σπαθία ξεγυμνωμένα και έτρεχον κατόπι των.
Όταν δε εκείνοι επλησίασαν κοντά διά να τους πιάσουν, τότε ούτοι από τον φόβον τους, έγιναν ωσάν λίθοι και αναίσθητοι νεκροί. Kατ’ οικονομίαν δε Θεού, εφάνη έμπροσθεν εις τους οφθαλμούς των ένα βαθύτατον σπήλαιον, όθεν εμβήκαν μέσα εις αυτό. Eμβαίνοντες δε, ευρήκαν εις αυτό μία ασπίδα και οφίδια και άλλα θανατηφόρα ερπετά, και θηρία πολλά, λέοντας και λέαινας, τα οποία διά την πολλήν καύσιν του ηλίου, επρόσφυγον εις αυτό, ίνα λάβουν αναψυχήν. Aγκαλά λοιπόν και εφοβήθησαν ούτοι τα ρηθέντα θηρία, όμως με το να ήτον μεγαλίτερος ο φόβος του Aιθίοπος, εσφράγισαν τον εαυτόν τους με το σημείον του τιμίου Σταυρού, και ούτως εστάθησαν εις ένα μέρος του σπηλαίου, προσμένοντες να γένουν φαγητόν των θηρίων. Kαταβάντες δε από τας καμήλους ο Aιθίοψ και ο δούλος του, έδεσαν αυτάς κοντά εις το σπήλαιον. Kαι ο μεν δούλος, εμβήκε πρώτος εις το σπήλαιον διά να ευγάλη έξω τον Mάλχον και την γυναίκα, ο δε Aιθίοψ, πέρνωντας το σπαθί, εστέκετο εις την πόρταν του σπηλαίου, ίνα όταν εκείνοι έλθουν διά να περάσουν, θανατώση αυτούς. Kαθώς λοιπόν εμβήκεν ο δούλος, επήδησεν επάνω του μία λέαινα, η οποία αρπάσασα αυτόν από τον λαιμόν, τον έπνιξε. Έπειτα δαγκάνουσα αυτόν, τον ετράβιξε μέσα εις την φωλεάν της. Kαι ο μεν Mάλχος και η γυνή βλέποντες τούτο, εδόξασαν τον Θεόν. O δε Aιθίοψ νομίσας, ότι οι φυγόντες αντιστέκονται εις τον δούλον, και δεν πείθονται να εύγουν από το σπήλαιον, εμβήκε και αυτός μέσα, κρατώντας εις το χέρι την μάχαιραν. Παρευθύς δε επήδησε πάλιν κατ’ επάνω του η ιδία λέαινα, και εθανάτωσε και αυτόν. Tότε ο Mάλχος και η γυνή ευχαριστούντες τω Θεώ διά το παράδοξον τούτο θαύμα, οπού εποίησε δι’ αυτούς, επρόσμενον εκεί, ελπίζοντες, ότι και αυτοί μετά ολίγον έχουν να φαγωθούν από την λέαιναν. Aλλ’ η λέαινα πέρνουσα το λεονταρόπουλόν της, ευγήκεν από το σπήλαιον. Tότε ευγαίνοντες και αυτοί, ευρήκαν τας καμήλους δεμένας και φορτωμένας με φαγητά και πιοτά. Όθεν φαγόντες και ευφρανθέντες, ευχαρίστησαν τον Θεόν.
Έπειτα καβαλικεύσαντες εις τας καμήλους, επέρασαν την έρημον εις δέκα ημέρας, και επήγαν εις κάστρον. Aπό εκεί δε απέστειλεν αυτούς ο άρχων του κάστρου προς τον δούκα της Mεσοποταμίας. Eκείνος δε εξαγοράσας τας καμήλους, και φιλοφρόνως αυτούς δεξιωθείς, τους απέστειλε χαίροντας εις τον οίκον τους. Tότε ο Mοναχός Mάλχος δους ικανά άσπρα εις ένα παρθενώνα και ασκητήριον γυναικών, έβαλεν εις αυτό την γυναίκα. Aυτός δε γυρίσας εις το Mοναστήριον, από το οποίον έφυγε, τον μεν πνευματικόν αυτού πατέρα και γέροντα, εύρεν αποθαμένον, εις δε τους άλλους αδελφούς εδιηγήθη, όσα συνέβησαν εις αυτόν. Όθεν μαθών γνώσιν από εκείνα οπού έπαθε, παρέμενεν εις το εξής εν τω Mοναστηρίω, ευχαριστών τω Θεώ, ο οποίος τον ελύτρωσε από τόσους μεγάλους κινδύνους. Διαπεράσας λοιπόν χρόνους αρκετούς, και τω Θεώ ευαρέστως δουλεύσας, απήλθεν εις τας αιωνίους μονάς.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Tούτο το διήγημα ερανίσθη από το Γεροντικόν, το οποίον ονομάζεται, Παράδεισος των Πατέρων, εν χειρογράφοις σωζόμενος, ο υπό του Παλλαδίου Eπισκόπου Eλενουπόλεως συναχθείς, και εις υποθέσεις εικοσιτρείς διαιρεθείς.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

ΣΠΟΥΔΑΣΤΗΡΙΟ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

Δευτέρα, Μαρτίου 25, 2019

Έλα λοιπόν, αρχάγγελε, γίνε υπηρέτης του φοβερού και κρυμμένου μυστηρίου!


Έλα λοιπόν, αρχάγγελε, γίνε υπηρέτης του φοβερού και κρυμμένου μυστηρίου, εξυπηρέτησε το θαύμα. Βιάζομαι εξαιτίας της ευσπλαχνίας μου να κατέβω από τον ουρανό και να αναζητήσω τον πλανεμένο Αδάμ. Η αμαρτία εξασθένησε τον άνθρωπο, που πλάσθηκε σύμφωνα με την εικόνα μου, σάπισε το δημιούργημα των χεριών μου και θάμπωσε την ομορφιά πού έπλασα. Ο λύκος κατατρώει το δημιούργημά μου, είναι έρημη η θέση του στον παράδεισο, το δένδρο της ζωής φυλάγεται από την πύρινη ρομφαία, έχει κλείσει πια ο τόπος της τρυφής. Επιθυμώ να ελεήσω τον κατατρεγμένο άνθρωπο και να συλλάβω τον εχθρό διάβολο. Επιθυμώ αυτό το μυστήριο να μην το μάθουν όλες οι ουράνιες δυνάμεις, σε σένα μόνο τον εμπιστεύομαι. Πήγαινε λοιπόν στην παρθένο Μαρία. Πήγαινε στη ζωντανή πόλη, για την οποία ο προφήτης έλεγε· “ Πόλη του Θεού, δοξασμένα και εξαίσια ειπώθηκαν για σένα”. Πήγαινε στον λογικό μου παράδεισο, πήγαινε προς την πύλη της ανατολής, πήγαινε στο άξιο κατοικητήριο του Λόγου μου, πήγαινε στον δεύτερο ουρανό που βρίσκεται πάνω στη γη, πήγαινε στο ελαφρό και ταχυκίνητο σύννεφο, πληροφόρησέ την για τη βροχή της παρουσίας μου, πήγαινε στο αγίασμα που ετοιμάστηκε για μένα, πήγαινε στον νυμφικό κοιτώνα της ενανθρωπήσεως, πήγαινε στον αμόλυντο νυμφικό κοιτώνα της κατά σάρκα γεννήσεώς μου. Μίλησε στα αυτιά της λογικής κιβωτού, προετοίμασέ τα να μ’ ακούσουν χωρίς να τα τρομάξεις, ούτε να ταράξεις την ψυχή της Παρθένου. Κόσμια εμφανίσου στον έμψυχο ναό μου, πες σ’ αυτήν πρώτα τη χαρούμενη είδηση. Εσύ πες στη Μαριάμ το “ Χαίρε Κεχαριτωμένη”, ώστε εγώ να ελεήσω την εξουθενωμένη Εύα».
Τ’ άκουσε αυτά ο αρχάγγελος και όπως ήταν φυσικό μονολογούσε· « Παράξενη είναι αυτή η υπόθεση, ξεπερνάει κάθε σκέψη αυτό που ειπώθηκε. Ο φοβερός στα Χερουβίμ, ο αθέατος στα Σεραφίμ, ο ακατάληπτος σ’ όλες τις ουράνιες αγγελικές δυνάμεις, υπόσχεται μια ξεχωριστή επικοινωνία στην κόρη, προμηνύει μια αυτοπρόσωπη παρουσία του, μάλλον υπόσχεται μια είσοδο διά μέσου της ακοής και βιάζεται αυτός που καταδίκασε την Εύα να δοξάσει τόσο πολύ τη θυγατέρα της; Λέει “ας ετοιμαστεί η είσοδός μου διά μέσου της ακοής”. Όμως είναι δυνατόν ανθρώπινη κοιλιά να χωρέσει τον αχώρητο; Πραγματικά αυτό το μυστήριο είναι φοβερό».
Ενώ αυτά είχε στο νου του ο άγγελος, ο Δεσπότης του λέει· «Γιατί ταράζεσαι και παραξενεύεσαι Γαβριήλ; Δεν σ’ έστειλα προηγουμένως στον ιερέα Ζαχαρία; Δεν του μετέφερες τη χαρμόσυνη είδηση της γεννήσεως του Ιωάννη; Δεν επέβαλες την τιμωρία της σιωπής στον ιερέα που δεν σε πίστεψε; Δεν καταδίκασες τον γέροντα σε αφωνία; Εσύ δεν το ανακοίνωσες κι εγώ το επικύρωσα; Δεν ακολούθησε τη χαρμόσυνη είδησή σου η πράξη; Δεν συνέλαβε η στείρα γυναίκα; Δεν υπάκουσε η μήτρα της; Δεν εξαφανίστηκε η αρρώστια της ατεκνίας; Δεν υποχώρησε η απραξία της φύσης; Τώρα δεν κυοφορεί αυτή που προηγουμένως ήταν στείρα; Μήπως για μένα τον Δημιουργό υπάρχει κάτι που είναι ακατόρθωτο; Πως λοιπόν σε κυρίεψε η αμφιβολία;».
Τι απάντησε ο άγγελος; « Δέσποτα, το να θεραπεύσεις τα σφάλματα της φύσης, το να ηρεμήσεις την τρικυμία των παθών των ανθρώπων, το να ανακαλέσεις στη ζωή νεκρωθέντα ανθρώπινα μέλη, το να διατάξεις τη φύση ώστε να γεννήσει μια στείρα γυναίκα, το να θεραπεύσεις τη στείρωση σε γερασμένα μέλη, το να μετασχηματίσεις ένα γερασμένο ξερό καλάμι σε χλοερό, το να κάνεις την άγονη γη ξαφνικά πηγή σπαρτών, είναι πράγματα που γίνονται πάντοτε με τη δική σου δύναμη. Μάρτυρες που αποδεικνύουν όλα τα παραπάνω είναι η Σάρρα, η Ρεβέκκα και η Άννα, οι οποίες, ενώ ήταν υποδουλωμένες στη φοβερή ασθένεια της στειρώσεως, απελευθερώθηκαν από σένα. Το να γεννήσει όμως παρθένος χωρίς τη συμμετοχή άνδρα, αυτό ξεπερνάει όλους τους νόμους της φύσης, αλλά και προαναγγέλλει τη δική σου παρουσία στην κόρη. Εσένα δεν σε χωρούν τα πέρατα του ουρανού και της γης, πως θα σε χωρέσει μια παρθενική μήτρα;». Ο Δεσπότης απάντησε· « Πως με χώρεσε η σκηνή του Αβραάμ;». Ο άγγελος είπε· « Επειδή, Δέσποτα, υπήρχε ένα πέλαγος φιλοξενίας, εκεί εμφανίστηκες στον Αβραάμ, δηλαδή στη σκηνή του, που ήταν δίπλα στο δρόμο και τη ξεπέρασες, επειδή τα πάντα γεμίζει η παρουσία σου. Πώς θα φέρεις το πυρ της θεότητος στη Μαριάμ; Ο θρόνος σου φλέγεται ακτινοβολώντας από την αίγλη σου και θα μπορέσει η ευκολόκαυστη παρθένος να σε δεκτεί;».
Ο Δεσπότης λέει· « Πράγματι, αν η φωτιά στην έρημο έβλαψε τη βάτο, κατά τον ίδιο τρόπο και η παρουσία μου θα βλάψει τη Μαρία. Αν εκείνη η φωτιά, η οποία σκιαγραφούσε την παρουσία από τον ουρανό της θεϊκής φωτιάς πότιζε τη βάτο και δεν την έκαιγε, τι θα έλεγες για την αλήθεια που κατεβαίνει από τον ουρανό όχι σαν πύρινη φλόγα, αλλά σαν βροχή;».
Τότε πλέον ο άγγελος εκτέλεσε τη διαταγή που πήρε και αφού παρουσιάστηκε στην Παρθένο της είπε πανηγυρικά· «“Χαίρε, Κεχαριτωμένη, ο Κύριος είναι μαζί σου”. Ποτέ πια ο διάβολος δεν θα είναι εναντίον σου, γιατί το σημείο που πλήγωσε ο εχθρός σου προηγουμένως, σ’ αυτό πρώτα – πρώτα τώρα ο ιατρός της σωτηρίας επιθέτει το έμπλαστρο. Από εκεί όπου εμφανίστηκε ο θάνατος, από εκεί μπήκε η ζωή. Από τη γυναίκα προέρχονται όλες οι συμφορές, αλλά και από τη γυναίκα πηγάζουν όλα τα καλά. Χαίρε Κεχαριτωμένη, μη ντρέπεσαι σαν να είσαι αιτία καταδίκης. Θα γίνεις μητέρα αυτού που καταδίκασε και λύτρωσε τον άνθρωπο. Χαίρε, αμίαντη μητέρα του Νυμφίου Χριστού στην ορφανή ανθρωπότητα. Χαίρε, εσύ που καταπόντισες στη μήτρα σου τον θάνατο της μητέρας της ανθρωπότητας Εύας. Χαίρε, ο ζωντανός ναός του Θεού. Χαίρε, συ που είσαι εξίσου κατοικία ουρανού και γης. Χαίρε, ευρύχωρε τόπε της απόρρητης φύσης». Αφού όλα αυτά έτσι έχουν, εξαιτίας της ήλθε ο γιατρός για τους αρρώστους, «ο ήλιος της δικαιοσύνης, για να φωτίσει αυτούς που ζουν στο σκοτάδι», η άγκυρα για όλους τους ταλαιπωρημένους και το ασφαλισμένο λιμάνι. Γεννήθηκε ο Δεσπότης των δούλων που μισούνται αδιάλλακτα, ο σύνδεσμος της ειρήνης, εμφανίσθηκε ο λυτρωτής των αιχμαλώτων δούλων, η ειρήνη αυτών που βρίσκονται σε πόλεμο. «Αυτός βέβαια είναι η ειρήνη μας», την οποία ειρήνη μακάρι να απολαύσουμε όλοι μας με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα, τιμή και δύναμη τώρα και πάντοτε και σ’ όλους τους αιώνες. Αμήν.

από Ομιλία εις τον ευαγγελισμόν της Θεοτόκου, Ιωάννου του ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Κυριακή, Μαρτίου 24, 2019

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου



Την ημέρα αυτή που ακολουθεί λίγο μετά την εαρινή ισημερία, καθώς το σκοτάδι της νύχτας φθάνει στο τέρμα της υπεροχής του έναντι της ημέρας και αρχίζει να υπερτερεί το φως, η Εκκλησία εορτάζει τη σύλληψη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και την κάθοδο, στο σκότος και τον ζόφο του κόσμου, του Ηλίου της Δικαιοσύνης, η οποία ανέστρεψε τον ρου του χρόνου και της ιστορίας και από κάθοδο προς τον άδη τον έκανε ανύψωση προς την οριστική άνοιξη της αιωνιότητας.

Ρίζα και αρχή όλων των δεσποτικών εορτών, στις οποίες μνημονεύουμε κατ’ έτος τη Σωτηρία μας, η εορτή αυτή του Ευαγγελισμού (1) πρέπει να εορτάζεται πάντα στην ίδια ημερομηνία, επειδή σύμφωνα με αρχαία παράδοση ο κόσμος δημιουργήθηκε από τον Θεό κατά τον μήνα Μάρτιο και στις 25 Μαρτίου ακριβώς ο Αδάμ, πλανηθείς από την υπόσχεση του όφεως και θέλοντας να γίνει θεός, παρέβη τη θεία εντολή και εξορίστηκε από τον Παράδεισο. (2) Άρμοζε λοιπόν η ίαση της φύσεώς μας να επιτελεστεί, ως δεύτερη δημιουργία, διά των ιδίων μέσων και τις ίδιες ημέρες όπως η πτώση μας. Και καθώς το ανθρώπινο γένος υποδουλώθηκε στον θάνατο διά της παρακοής της Εύας, στην άνοιξη του κόσμου, άρμοζε να λυτρωθεί κατά τον Μάρτιο μήνα διά της υπακοής της Παρθένου. Αναπτύσσοντας με θαυμαστό τρόπο αυτή τη θεολογία των αντιστοιχιών στην Οικονομία της Σωτηρίας, ο άγιος Ειρηναίος Λουγδούνου γράφει σχετικά: «Και ως εκείνη εξηπατήθη εις το παρακούσαι του Θεού, ούτω και αυτή επείσθη υπακούσαι τω Θεώ, ίνα της παρθένου Εύας η Παρθένος Μαρία γένηται παράκλητος· και ως συνεδέθη τω θανάτω το γένος των ανθρώπων διά παρθένου, ελύθη διά παρθένου, αντιταλαντευθείσης της παρθενικής παρακοής διά της παρθενικής υπακοής». (3)

Μετά την πτώση μας ο Θεός, μακροθυμών μέσα στην άπειρη ευσπλαχνία του, προετοίμασε σιγά σιγά την ανθρωπότητα, από γενεά σε γενεά, με γεγονότα άλλοτε ευμενή και άλλοτε δυσμενή, στην πραγματοποίηση του Μεγάλου Μυστηρίου, το οποίο κρύπτεται προαιωνίως στην Τριαδική Βουλή, την Ενανθρώπηση του Λόγου. Ενώ ο Κύριος γνώριζε ήδη εκ των προτέρων ποιο θα ήταν το σφάλμα του ανθρώπου και οι τραγικές του συνέπειες, παρ’ όλα αυτά δημιούργησε την ανθρώπινη φύση έχοντας κατά νουν το τέρμα αυτού του μυστηρίου, ώστε να ετοιμάσει μια μητέρα, (4) η οποία με την ωραιότητα της άσπιλης ψυχής της, περιβεβλημένης με τα στολίδια όλων των αρετών, θα είλκυε πάνω της το βλέμμα του Παντοδύναμου και θα απέβαινε νυφική παστάδα του Λόγου, δοχείον του τα πάντα Περιέχοντος, Παλάτιον του Επουρανίου Βασιλέως και πέρας του θείου σχεδίου.

Έξι μήνες μετά τη θαυματουργή σύλληψη εκείνου που επρόκειτο να είναι σε όλα Πρόδρομος του Σωτήρος (Λουκ. 1:17), ο Γαβριήλ, ο Άγγελος της θείας ευσπλαχνίας, στάλθηκε από τον Κύριο στη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας, προς την Παρθένο Μαρία, η οποία μετά την έξοδό της από τον Ναό είχε μνηστευθεί τον δίκαιο και αγνό Ιωσήφ, ώστε να γίνει εκείνος φύλακας της παρθενίας της. Φανερώθηκε αιφνίδια στην κατοικία με ανθρώπινη όψη κρατώντας ράβδο και χαιρέτησε εκείνην που θα γινόταν των δακρύων της Εύας η λύτρωσις, λέγοντας: «Χαίρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σού» (Λουκ. 1:28). Παραξενεμένη από την εμφάνιση αυτή, η Μαρία άφησε να πέσει το αδράχτι της, και ταραγμένη από τα λόγια αυτά του ασώματου, αναρωτιόταν μήπως αυτό το χαρμόσυνο άγγελμα δεν ήταν, όπως και στην Εύα, παρά μια ακόμη πλάνη από εκείνον που μπορεί να μετασχηματίζεται σε άγγελο φωτός (Β’ Κορ. 11:14). Ο άγγελος όμως την καθησύχασε λέγοντας: «Μη φοβού, Μαριάμ· εύρες γαρ χάριν παρά τω Θεώ. Μη παραξενεύεσαι από την εμφάνισή μου και από αυτά τα χαρμόσυνα λόγια, επειδή, πλανηθείσα άλλοτε από τον όφι, η φύση σου καταδικάσθηκε σε κόπους και ωδίνες, γιατί ήρθα να σου αναγγείλω την αληθινή χαρά και την απολύτρωση από την κατάρα της πρώτης μητέρας (πρβλ. Γεν. 3:16). Ιδού συλλήψη και τέξη υιόν –εκπληρώνοντας την πρόρρηση του προφήτου Ησαΐα που έλεγε: Ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν (Ησ. 7:14)– και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν (που σημαίνει Σωτήρ). Ούτος έσται μέγας και υιός υψίστου κληθήσεται (Λουκ. 1:30)».

Ακούγοντας τα απίστευτα αυτά λόγια η παρθένος αναφώνησε: «Πώς έσται τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω;» Δεν έθετε σε αμφισβήτηση τα θεία λόγια από έλλειψη πίστεως, όπως ο Ζαχαρίας που τιμωρήθηκε γι’ αυτό με αλαλία (Λουκ. 1:20), αλλά αναρωτήθηκε τίνι τρόπω το μυστήριο αυτό μπορούσε να πραγματοποιηθεί στην περίπτωσή της, χωρίς τη γαμήλια ένωση, που είχε καταστεί ο νόμος αναπαραγωγής του γένους των ανθρώπων του υποταγμένου στη φθορά. Κατανοώντας τις αμφιβολίες της, ο Άγγελος δεν την έψεξε καθόλου αλλά της εξήγησε τον καινοφανή τρόπο αυτής της συλλήψεως: «Πνεύμα άγιον επελεύσεται επί σε, και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι». Κατόπιν, αφού της υπενθύμισε ότι η Ελισάβετ, την οποία αποκαλούσαν «στείρα», συνέλαβε υιό στα γεράματά της, της κατέδειξε ότι Θεός όπου βούλεται νικάται φύσεως τάξις (5) και τη διαβεβαίωσε ότι με την επέλευσή του το Άγιο Πνεύμα επρόκειτο να επιτελέσει θαύμα εισέτι μεγαλύτερο από τη δημιουργία του κόσμου. Κλίνας τους ουρανούς, ο Βασιλεύς του σύμπαντος, ο τα πάντα πληρών, εαυτόν εκένωσεν (Φιλ. 2:7), από άφατη συγκατάβαση, ώστε να κατοικήσει εντός της, να ανακραθεί σε ένωση με την ανθρώπινη φύση ασυγχύτως, και να ενδυθεί την ανθρώπινη σάρκα, βαμμένη με το παρθενικό αίμα της, σαν βασιλική πορφύρα.

Κλίνοντας τότε το βλέμμα της ταπεινά στη γη, αποδεχόμενη το θείο σχέδιο με όλο της το θέλημα, η Παρθένος αποκρίθηκε: «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου!»

Με τα λόγια αυτά αποδέχθηκε –και μαζί της όλη η ανθρώπινη φύση– την έλευση σε αυτήν της θείας δυνάμεως που της μετέδιδε ο λόγος του Αγγέλου. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή συντελέστηκε η σύλληψη του Σωτήρος. Ο Υιός του Θεού γίνεται Υιός του ανθρώπου: ένα Πρόσωπο σε δύο φύσεις. Ο Θεός ενδύεται την ανθρωπότητα και η Παρθένος γίνεται αληθινά Θεοτόκος, έτσι ώστε χάριν αυτής της ανταλλαγής φυσικών ιδιοτήτων, οι άνθρωποι, λυτρωμένοι από την φθορά, δύνανται να γίνουν υιοί Θεού κατά χάριν.

Η εκπλήρωση του μυστηρίου αυτού της Ενανθρωπήσεως, αγνώστου ακόμη και στους αγγέλους, δεν υπήρξε επομένως μόνον έργο του Πατρός, εν τη συγκαταβάσει του, του Υιού που κατήλθε εκ των ουρανών, και του Πνεύματος που επισκίασε την Παρθένο, αλλά ο Κύριος προσδοκούσε αυτήν, που την είχε διαλέξει από όλες τις γυναίκες, να πάρει ενεργό μέρος με την ελεύθερη και εκούσια συγκατάθεσή της, ώστε η Σωτηρία του ανθρωπίνου γένους να αποτελέσει έργο από κοινού του θείου θελήματος και της ανθρωπίνης πίστεως. Επομένως διά μέσου μιας ελεύθερης συνέργιας της ανθρωπότητος με τη θεία βουλή εκπληρώθηκε το Μέγα Μυστήριο, που προετοιμαζόταν προ πάντων των αιώνων: «Εκείνος ενηνθρώπησεν ίνα ημείς θεοποιηθώμεν», (6) και η Παρθένος, η Νύμφη η ανύμφευτη, αποβαίνει για την ανακαινισμένη φύση μας πηγή και αιτία παντός αγαθού.

Προαναγγελθείσα από τις προτυπώσεις των προφητών, όπως η άφλεκτος βάτος (Γεν. 3:14), το όρος του οποίου ου ετμήθη λίθος (Δαν. 2:34) η πύλη η κεκλεισμένη από την οποία θα διέλθει μόνον ο Θεός (Ιεζ. 44:2), η Θεοτόκος είναι η ζώσα Κλίμαξ (Γεν. 28:10-17) διά της οποίας κατήλθε ο Θεός και επιτρέπει στους ανθρώπους να ανέλθουν στον ουρανό. Ανοίγεται στους ανθρώπους ένας νέος τρόπος υπάρξεως: η παρθενία, χάρις στην οποία το σώμα του ανθρώπου κατά το παράδειγμά της καλείται να γίνει ναός Θεού (Α’ Κορ. 3:16· 6:19).

Η κτίση ολόκληρη, που υπετάγη άλλοτε στη φθορά από την αμαρτία του ανθρώπου, προσδοκούσε και εκείνη το «Ναι!» της Παρθένου, που ανήγγελλε την απαρχή της λύτρωσης. Γι’ αυτό σήμερα τα ουράνια και τα επίγεια ενωμένα σχηματίζουν εορταστική χορωδία με τους υιούς του Αδάμ, για να δοξάσουν τον Θεό τιμώντας τη σύλληψή Του δια της ανύμφευτης μητρός Του.



________________

(1) Η εορτή του Ευαγγελισμού καθιερώθηκε επί βασιλείας Ιουστινιανού (περί το 542).

(2) Αναφέρεται επίσης ότι κατά τον μήνα Μάρτιο ο εβραϊκός λαός εξήλθε από την Αίγυπτο και διέσχισε την Ερυθρά Θάλασσα αβρόχοις ποσί, ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ανέστη εκ νεκρών στις 25 Μαρτίου και ότι η τελική ανάσταση και η Κρίση θα λάβουν χώρα και αυτές την ίδια ημερομηνία.

(3) Άγιος Ειρηναίος, Κατά αιρέσεων Ε’, 19, 1, SC 153, 249-251.

(4) Είναι η διδασκαλία του αγίου Νικολάου Καβάσιλα στην Ομιλία εις τον Ευαγγελισμόν 8 (Η Θεομήτωρ, «Επί τας πηγάς», Αθήνα 1968, σελ. 150) εμπνευσμένη πιθανόν από τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή.

(5) Τρίτο Στιχηρό Εσπερινού του Ευαγγελισμού, και Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ομιλία εις την Γέννησιν, PG 56, 385.

(6) Αγίου Αθανασίου, Περί ενανθρωπήσεως του Λόγου 54, PG 25, 192· Προς Αδέλφιον, 4, PG 26, 1077.



(Από το βιβλίο: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου. Τόμος έβδομος, Μάρτιος, σελ. 248. Ίνδικτος, Αθήναι 2006)

alopsis

...εγνώρισε τόσο τον γινωσκόμενον, όσον είχε γνωρισθή αυτός από εκείνον που γνωρίζει τα πάντα...


Ο Γρηγόριος έφθασε στην ακρότητα της πράξεως και της θεωρίας, περισσότερο από τoν καθένα. Λοιπόν, ο τρισόλβιος εκάθισε σε έναν τόπον στον ιερόν Άθω, αθόρυβο και απλησίαστο και, αφού ανέβη επάνω από κάθε αισθητόν και κάθε σύγχυση (ας χρησιμοποιήσω για τoν εαυτόν του τα λόγια τα ιδικά του), δίδεται όλος στην νοεράν επιστροφή και εστίαση της προσοχής στoν έσω άνθρωπον, ή μάλλον στην επιστροφήν όλων των δυνάμεων της ψυχής προς τον νου, πράγμα θαυμαστόν και να το λέγη κανείς. Και σπεύδει να αποπλύνη με το πένθος, το αποκρουστικόν προσωπείον το οποίο του προξένησε η περιπλάνησις στα γήινα. Και αφού ηνάγκασε σε περιορισμό με βίαν ισχυρά το πολυπόρευτον της διανοίας του, συνάπτεται με την Θεαρχικήν Τριάδα δια της συνεπτυγμένης και νοεράς προσευχής, και έκαμε το μοναδικόν του νου τριαδικόν, αν και δεν έπαυε να είναι ενιαίον. Καρτερώντας δε επί πολύν χρόνο στην κατάστασιν αυτή την γεννητικήν των απορρήτων μυστηρίων, και καθαρίζοντας όλο και περισσότερο τoν εαυτόν του, τoν αποσπογγίζει από κάθε δαιμονικήν επήρεια, αλλά και τoν απαλλάσσει από κάθε τι επίκτητο, έστω και αν αυτό είναι από τα πλέον αθώα και δεν ρυπαίνει τoν νου.
Αφού λοιπόν, κατά τον θείον Μάξιμον, ανήλθε όχι μόνον επάνω από τα πάθη, αλλά και επάνω από τους λόγους περί παθών, ούτε επάνω μόνον από την φύση, αλλά και επάνω απo τους λόγους της φύσεως, ούτε επάνω γενικώς από oσα νοητά δεν υπερβαίνουν την φαντασία, αλλά και από τους λόγους των, δέχεται στην καρδία του τoν ενυπόστατον φωτισμό της θείας χάριτος, και έτσι ευρίσκει μέσα του άλλον ουρανόν και άλλον ήλιον και την νοητήν σιγήν, η οποία επακολουθεί, φυσικώς στην κατάστασιν αυτή, την οποίαν ο Απόστολος Ιούστος ονομάζει ιεράν αφθεγξίαν, κατα την οποίαν ενεργείται ο λεγόμενος εγκάρδιος και εκπληκτικός έρως, όπως λέγει ο θείος Σιναϊτης Γρηγόριος. Με αυτήν την εσωτερικήν εργασίαν οδεύοντας μέσα στην οδό του θείου φωτός, αρπάζεται και αυτός όπως ο Παύλος, όχι μόνον κατά τον νου και τις άλλες ψυχικές δυνάμεις, αλλά και κατ’ αυτήν την αίσθησιν, (πλήν της αναπνοής) με μίαν ολικήν και υπερφυσικήν αρπαγή, κατά την οποίαν γεννάται ο προς τον Κύριον εκστατικός έρως, όπως λέγει ο αυτός Σιναϊτης Γρηγόριος. Και ύστερα ανεβαίνει σε όρη αιώνια, ή ανάγεται όχι με την φαντασία της διανοίας αλλά με μίαν απόρρητο δύναμη του Πνεύματος, «είτε εν σώματι είτε εκτός του σώματος» μη γνωρίζων. Και, ω του θαύματος, γίνεται θεατής των υπερκοσμίων, όπου ακούει αλάλητα ρήματα, πράγμα το οποίο δεν ημπορεί να φανερωθή ή να εκφρασθή και να επιτευχθή.
Ακολούθως δε, αφού έφθασε στον υπέρφωτο γνόφο της θείας πηγής, όπως λέγει ο κρυφιομύστης Διονύσιος, όπου είναι κεκαλυμμένα τα απλά και απόλυτα και άτρεπτα μυστήρια της θεολογίας, καταξιώνεται να ιδή και να γνωρίση διά μέσου της αβλεψίας και της αγνωσίας τον «υπέρ θέον και γνώσιν» με το να μην ιδή και να μη γνωρίση. Διότι αυτό είναι η πραγματική όρασις και γνώσις. Και για να μιλήσω συνοπτικά, μένει όλος άνθρωπος κατά την ψυχή και το σώμα στην φύση, αλλά γίνεται όλος Θεός κατά την ψυχή και το σώμα με την απειρόδωρο χάρη της θεώσεως, όπως λέγει ο θεοφόρος Μάξιμος: «ηνώθη με τον κατά φύσιν Θεόν και εγνώρισε τόσο τον γινωσκόμενον, όσον είχε γνωρισθή αυτός από εκείνον που γνωρίζει τα πάντα».

Ο άγιος Νικόδημος για τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά

Σάββατο, Μαρτίου 23, 2019

Κυριακή 24-3-2019: Προεόρτια Ευαγγελισμού Υπεραγίας Θεοτόκου


Κάθε γλώσσα, εὐγνώμονου ἀνθρώπου, ὅπως εἶναι φυσικό, τιμᾶ τήν Παρθένο καί Θεοτόκο, καί μιμεῖται ὅσο τοῦ ἐπιτρέπουν οἱ δυνάμεις του τόν ἄρχοντα τῶν ἀγγέλων Γαβριήλ. Ἄλλος Τῆς ἀπευθύνει τό «χαῖρε», ἐξαιτίας τοῦ Κυρίου πού γεννήθηκε ἀπό Αὐτήν καί ἐμφανίσθηκε στό ἀνθρώπινο γένος ὡς ἄνθρωπος. Ἄλλος Τῆς ἀπευθύνει τό λόγο καί λέει: «ὁ Κύριος προέρχεται ἀπό Σένα» (Λουκ. 1, 28). Ὁ ἕνας Τήν ἐπονομάζει Μητέρα τοῦ φωτός, ὁ ἄλλος Ἀστέρι τῆς ζωῆς. Ἄλλος Τήν ἀποκαλεῖ Θρόνο τοῦ Θεοῦ, ἄλλος Ναό πλατύτερο ἀπό τόν οὐρανό καί ἄλλος Καθέδρα ὄχι κατώτερη ἀπό τήν καθέδρα ἐκείνη τῶν Χερουβείμ.
Ἄλλος πάλι Τήν ὀνομάζει Κῆπο ἄσπαρτο, εὔφορο, ἀκαλλιέργητο· ἀμπέλι μέ ἄφθονα σταφύλια, ἀκμαῖο, ἀνέγγιχτο· τρυγόνα καθαρή, περιστέρα ἁγνή· σύννεφο πού συλλαμβάνει τίς βροχές χωρίς φθορά· σάκκο πού κρύβει μαργαριτάρι λαμπρότερο ἀπό τόν ἥλιο· μεταλλεῖο ἀπό τό ὁποῖο προέρχεται ὁ λίθος πού καλύπτει ὅλη τή γῆ, χωρίς κανένας νά τόν λατομεῖ (Δαν. 2,45)· πλοῖο γεμάτο ἀπό φορτίο καί πού δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό κυβερνήτη· θησαυροφυλάκιο πού φέρνει πλοῦτο.
Ἄλλοι πάλι Τήν ὀνομάζουν λυχνάρι χωρίς φιτίλι, πού ἀνάβει ἀπό μόνο του· Κιβωτό πιό πλατειά, πιό ἐπιμήκη καί πιό ἔνδοξη ἀπό ἐκείνη τοῦ Νῶε. Ἐκείνη ἦταν κιβωτός ζώων, ἐνῶ Αὐτή εἶναι ἡ Κιβωτός ζωῆς. Ἐκείνη ἦταν κιβωτός φθαρτῶν ζώων, Αὐτή εἶναι ἡ Κιβωτός τῆς ἄφθαρτης ζωῆς. Ἐκείνη κράτησε τόν Νῶε, ἐνῶ Αὐτή τόν Δημιουργό τοῦ Νῶε. Ἐκείνη εἶχε δύο καί τρεῖς ὀρόφους, ἐνῶ Αὐτή ὅλο τό πλήρωμα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Γιατί καί τό Πνεῦμα ἦταν παρόν, καί ὁ Πατέρας Τήν ἐπισκίασε, καί ὁ Υἱός κατασκήνωσε μέσα Της, ὡς βρέφος κυοφορούμενος. Λέει ἡ Ἁγία Γραφή: «Πνεῦμα Ἅγιο θά ἔρθει ἐπάνω σου καί θά σέ ἐπισκιάσει ἡ δύναμη τοῦ Ὑψίστου. Γι᾽ αὐτό καί τό ἅγιο πού θά γεννηθεῖ, θά ὀνομασθεῖ Υἱός τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 1,35).
Βλέπεις πόσο μεγάλο εἶναι τό ἀξίωμα τῆς Θεοτόκου Παρθένου; Γιατί ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ Δημιουργός τοῦ κόσμου, κρατήθηκε ἀπό Αὐτήν ὡς βρέφος, καί ξαναέπλασε τόν Ἀδάμ, καί ἁγίασε τήν Εὔα, καί κατάργησε τό δράκοντα, καί ἄνοιξε τόν παράδεισο, καί ἄφησε ἄφθαρτη τή σφραγίδα τῆς παρθενικῆς μήτρας. Πολύ φυσικά καί σύμφωνα μέ τή λογική καί τά δύο. Ἄνοιξε τόν παράδεισο, ἐπειδή ἐπρόκειτο νά φέρει καί νά ὁδηγήσει ὁ Ἴδιος μέσα τό Ληστή καί ὅλους τούς κληρονόμους τῆς Βασιλείας. Ἀσφάλισε τή σφραγίδα τῆς παρθενικῆς μήτρας, ἐπειδή Αὐτός πού ἔπαιρνε σάρκα ἦταν ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, καί δέν εἶχε ἀνάγκη ἀπό καμμιά θύρα γιά τήν εἴσοδο ἤ ἔξοδο Του.
Σέ Σένα λοιπόν, Παρθένε, οἱ Προφῆτες ἀπονέμουν τούς ἐπαίνους, καί ὁ καθένας ἐξυμνεῖ Σέ τήν Θεοφόρο ἀνάλογα μέ τό πῶς καί πόσο, τοῦ ἔχουν ἀποκαλυφθεῖ τά μυστήρια αὐτά. Καί ἄλλος Σέ ἀποκαλεῖ ράβδο τοῦ Ἰεσσαί δείχνοντας ἔτσι τό ἄτρωτο καί ἀκέραιο τῆς παρθενίας Σου. Ἄλλος Σέ παρουσιάζει ὡς βάτο πού φλέγεται ἀλλά δέν καίγεται, γιά νά ὑπαινιχθεῖ μ᾽ αὐτό καί τόν Μονογενή πού προσέλαβε σάρκα καί παράλληλα τήν Παρθενία τῆς Θεοτόκου. Γιατί ἡ Παρθένος φλεγόταν, ἀλλά δέν καιγόταν, ἐπειδή γέννησε χωρίς νά φθαρεῖ ἡ μήτρα Της. Συνέλαβε καί παρέμεινε σφραγισμένη ἡ μήτρα. Θήλασε καί διαφύλαξε τούς μαστούς Της ἀνέγγιχτους. Κράτησε στά χέρια Της παιδί, καί τόν πατέρα Του δέν γνώρισε. Ἔγινε μητέρα, καί χωρίς νά ἔχει γίνει νύφη. Τρεφόταν Υἱός, καί ὁ Πατέρας δέν παραβρισκόταν.
Τό χωράφι καρποφοροῦσε, καί ὁ καρπός δέν ἀνῆκε σέ κανένα γεωργό. Ἀπέδωσε καρπό τόν καιρό τοῦ θερισμοῦ, χωρίς νά ἔχει δεχθεῖ σπόρο. Ποτάμι ἔτρεχε καί ἡ πηγή ἀπό παντοῦ ἦταν κλεισμένη, γιά νά ἀποδειχθεῖ ἔτσι Παρθένε, ὅτι καί μητέρα ἔγινες, καί δέν ὑπέφερες ὅσα περνᾶνε οἱ μητέρες. Γέννησες σάν γυναίκα καί δέν δέχθηκες φθορά ὡς γυναίκα. Κυοφοροῦσες σύμφωνα μέ τόν νόμο τῆς φύσεως, ἀφοῦ περίμενες τόν καιρό τόν πόνων τοῦ τοκετοῦ, ἀλλ᾽ ὅμως συνέλαβες ἔξω ἀπό τόν νόμο τῆς φύσεως.
Ἄλλος Σέ ἀποκάλεσε Πύλη κλεισμένη πού εἶσαι στραμμένη πρός τήν ἀνατολή, καί πού εἰσάγει τόν Βασιλιά ἐνῶ οἱ πόρτες εἶναι κλειστές (Ἰεζ. 44,2). Κατά τόν ἴδιο τρόπο
Σέ ὀνόμασε καί πύλη πού ὁδηγεῖς πρός τά ἔξω, ἐπειδή ἔγινες πόρτα πού ὁδήγησε στήν ἐπίγεια ζωή τόν Μονογενή. Καί Σέ ὀνόμασε Πύλη πού βρίσκεται στραμμένη πρός τήν ἀνατολή, ἐπειδή τό φῶς τό ἀληθινό, πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο πού ἔρχεται στόν κόσμο, προέρχεται ἀπό τήν κοιλιά Σου, σάν ἀπό κάποιο βασιλικό θάλαμο. Ἐσύ ἔβαλες μέσα Σου τόν Βασιλιά, ἐνῶ οἱ πόρτες ἦταν κλειστές, καί πάλι ἔτσι Τόν πέρασες ἔξω. Γιατί ὁ Βασιλιάς τῆς δόξας δέν ἄνοιξε τίς πόρτες τῆς μήτρας Σου, οὔτε χαλάρωσε τό φραγμό τῆς παρθενίας Σου, οὔτε ὅταν συλλαμβανόταν, ἀλλά καί οὔτε ὅταν γεννιόταν. Ἐσένα ὀνόμασε Κῆπο κλεισμένο καί Πηγή σφραγισμένη ὁ Νυμφίος πού προῆλθε ἀπό Σένα, καί προφήτευσε στά Ἄσματα (Ἆσμ, Ἀσ. 4,12).
Κῆπο κλεισμένο Σέ ὀνόμασε, ἐπειδή Ἐσένα δέν Σέ ἄγγιξε δρεπάνι φθαρτό ἤ τρυγητός. Ἄνθος ἐπίσης, πού βλάστησε καθαρά ἀπό τή ράβδο τοῦ Ἰεσσαί στό γένος τῶν ἀνθρώπων Σέ ἀποκάλεσε, γιά νά δείξει ὅτι καλλιεργήθηκες μόνο ἀπό τό καθαρό καί ἄσπιλο Πνεῦμα. Σέ ὀνόμασε Πηγή σφραγισμένη, γιατί ὁ ποταμός τῆς ζωῆς, πού προῆλθε ἀπό Σένα, πλημμύρισε τήν οἰκουμένη. Ἀλλά κάδος γάμου τή δική Σου πηγή ποτέ δέν τήν ἄντλησε.
Γιά Σένα ὁ Δαβίδ, καί παίρνοντας ἀπό Σένα τήν ἔμπνευση, δέν παύει νά κρούει τό ψαλτήρι καί νά ψάλλει: «Ἀναστήσου, Κύριε, νά πᾶς στόν τόπο τῆς ἀναπαύσεώς Σου, Σύ καί ἡ Κιβωτός τοῦ ἁγιάσματός Σου» (Ψαλμ. 131,8). «Ἀναστήσου». Ἀπό ποῦ; Ἀπό τούς κόλπους τοῦ Πατέρα, ὄχι γιά νά χωριστεῖς ἀπό τόν Πατέρα (γιατί αὐτό δέν ἐπιτρέπεται οὔτε νά τό σκέφτεται κανείς, οὔτε καί νά τό λέει), ἀλλά γιά νά ἐκπληρώσεις κατά τή Θεία Οἰκονομία, αὐτό πού ἀπό τήν ἀρχή, πρίν ἀπό τούς αἰῶνες καί πρίν ἀπό τίς γενεές, εἶχε ὁρισθεῖ. «Ἀναστήσου», γιά νά σηκώσεις τούς πεσμένους, γιά νά ἀνορθώσεις αὐτούς πού βρίσκονται νεκρωμένοι. «Ἀναστήσου», γιά νά πάρεις πίσω ἀπό τόν ἐχθρό αὐτό πού Σοῦ ἀνήκει καί μέχρι τώρα τυραννιέται ἀπό αὐτόν. «Ἀναστήσου, Κύριε, νά πᾶς στόν τόπο τῆς ἀναπαύσεώς σου», σ᾽ Αὐτήν πού διάλεξες πάνω στή γῆ, καί πού Τήν ἔταξες στή Βηθλεέμ, στό σπήλαιο, στή φάτνη καί στά σπάργανα. Γιατί στούς οὐρανούς δέν ἔχεις ἀνάγκη ἀπό ἀνάπαυση, ἀφοῦ Ἐσύ εἶσαι ἡ ἀνάπαυση ὅλης τῆς κτίσης.
Στή γῆ ὅμως γιά χάρη μας ὑποφέρεις τά ἀνθρώπινα. Φυσικά, δέν ἐννοῶ τήν πείνα καί τή δίψα, τά ὁποῖα ὑπέμεινες. Γιατί καί πεινώντας, Ἐσύ εἶσαι ὁ Ἄρτος τῆς ζωῆς, καί διψώντας, Σύ εἶσαι ἡ παρηγοριά αὐτῶν πού διψοῦν. Γιατί Ἐσύ ἔγινες ποταμός ἀφθαρσίας. Καί ἐνῶ κοπιάζεις περπατώντας στήν ξηρά, δρασκελίζεις ἄκοπα πάνω στῆς θάλασσας τά κύματα.
 «Σήκω, Κύριε, νά πᾶς στόν τόπο τῆς ἀναπαύσεώς Σου, Σύ καί ἡ κιβωτός τοῦ ἁγιάματός Σου». Εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι ἡ κιβωτός ἐδῶ εἶναι ἡ Παρθένος, ἡ Θεοτόκος. Γιατί ἄν Ἐσύ εἶσαι τό μαργαριτάρι, εὔλογα Ἐκείνη εἶναι ἡ Κιβωτός. Ἐφόσον Σύ εἶσαι Ἥλιος, φυσικά ἡ Παρθένος θά ὀνομασθεῖ οὐρανός. Ἐπειδή Σύ εἶσαι ἄνθος ἀμάραντο, ἄρα ἡ Παρθένος εἶναι φυτό ἀφθαρσίας, ὁ παράδεισος τῆς ἀθανασίας. Βλέποντας αὐτά στήν Παρθένο ὁ Ἠσαΐας προφήτεψε λέγοντας: «Νά, ἡ Παρθένος θά συλλάβει, καί θά γεννήσει γιό, καί θά τόν ὀνομάσουν Ἐμμανουήλ» (Ἠσ. 7,14). Νά ἡ Παρθένος.
Ποιά; Ἡ ξεχωριστή ἀνάμεσα στίς γυναῖκες, ἡ διαλεχτή ἀνάμεσα στίς Παρθένες, τό σεμνό στολίδι τῆς φύσης μας, τό καύχημα τοῦ δικοῦ μας πηλοῦ· Αὐτή πού ἀπάλλαξε ἀπό τή ντροπή τήν Εὔα, καί ἀπό τήν ἀπειλή τόν Ἀδάμ· Αὐτή πού ἔκοψε τό θράσος τοῦ δράκοντα καί τήν Ὁποία δέν ἄγγιξε καπνός ἐπιθυμίας, οὔτε Τήν ἔβλαψε τό σκουλήκι τῆς ἡδυπάθειας. «Νά, ἡ Παρθένος θά συλλάβει». Ἀπό ποῦ, προφήτη; Δέν θά τό πῶ, λέει. Γιατί αὐτό τό μυστικό εἶναι προνόμιο ἀποκλειστικά φυλαγμένο γιά τό Γαβριήλ.

Φοβᾶμαι τό πρωτάκουστο, χαρούμενο μήνυμα· θορυβοῦμαι ἀπό τά πολύ ἀσυνήθιστα λόγια. «Πῶς θά γίνει αὐτό σέ μένα, ἀφοῦ δέν ἔχω ἄνδρα;». Πῶς θά γίνω μητέρα, ἀφοῦ δέν ἔχω γίνει νύφη; Δέν καταστράφηκε τό ἄνθος τῆς ἁγνότητας, δέν ἔλυσα τόν ζωστήρα τῆς παρθενίας, δέν χαλάρωσα τό δεσμό τῆς μήτρας, δέν κατήργησα τή σφραγίδα τῆς μήτρας. Καί ὁ Ἄγγελος ἀμέσως πρόσθεσε: «Θά ἔρθει Ἅγιο Πνεῦμα σέ Σένα καί θά Σέ σκιάσει δύναμη τοῦ Ὑψίστου» (Λουκ. 1,35). Δηλαδή· Ἄν εἶχες ἄνδρα δέν θά γεννοῦσες Θεό, ὁ Ὁποῖος καταδέχθηκε νά πάρει γιά χάρη Σου, μέσα ἀπό Σένα μορφή δούλου, χωρίς φθορά. Δέν θά γινόσουν ὄργανο γιά νά πάρει σάρκα Ἐκεῖνος ὁ Ὁποῖος δημιούργησε τά πάντα. Ἀλλ᾽ ἐπειδή εἶσαι καθαρή ἀπό συζυγική σχέση, ἐπειδή κράτησες τό ναό ἀδιάφθορο καί ἐπειδή διατήρησες τή σκηνή μακριά ἀπό κάθε ρύπο, γι᾽ αὐτό καί ὁ Πατέρας ἔρχεται σέ Σένα, καί τό Πνεῦμα Σέ ἐπισκιάζει, καί ὁ Μονογενής γεννιέται ἀπό Σένα, ὡς ἄνθρωπος.
Ἐσύ λοιπόν νά μήν ἀμφιβάλεις καθόλου γιά τά μυστήρια πού θά ἐπακολουθήσουν. Νά μήν ἀμφιβάλεις γεννώντας στό σπήλαιο τόν Δημιουργό ὅλης τῆς κτίσης. Νά μήν παραξενευτεῖς καθώς θά τοποθετεῖς στή φάτνη Ἐκεῖνον πού κάθεται πάνω στά Χερουβείμ, καί πού στή γῆ δέν βρίσκεται τόπος γιά νά Τόν δεχτεῖ. Μήν ἐκπλαγεῖς πού θά εἶσαι μητέρα τοῦ Βασιλιά τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς. Γιατί μέ τή θέλησή Του γεννιέται φτωχός ἀπό Σένα, γιά νά χαλιναγωγήσει τούς πλούσιους καί νά γίνει στήριγμα ὑπομονῆς γιά τούς φτωχούς, καί δάσκαλος εὐχαριστίας.

άγιος Ησύχιος Ιεροσολύμων, στην αγία Μαρία Θεοτόκο ( αποσπάσματα)
 

Κυριακή Β΄Νηστειών

Σέ ἕναν ἀπό τους Ψαλμούς διαβάζουμε τόν παρακάτω στίχο· «Οἱ σπείροντες ἐν δάκρυσιν, ἐν ἀγαλλιάσει θεριοῦσι..» (Ψαλμ. 125, 5)12. ῎Αν στίς ἑβδομάδες τῆς προετοιμασίας πού πέρασαν, ἀντικρύσαμε νά καθρεφτίζεται στίς παραβολές ὅ,τι εἶναι ἄσχημο καί ἀνάξιο γιά μᾶς, ἄν σταθήκαμε μπροστά στό κριτήριο τῆς συνειδήσεώς μας καί τοῦ Θεοῦ, τότε ὄντως ἔχουμε σπείρει τή σωτηρία μας ἐν δάκρυσι. Καί ὅμως, ὑπάρχει ἀκόμη χρόνος, διότι ἀκόμη κι ὅταν μπαίνουμε στόν καιρό τῆς συγκομιδῆς, ὁ Θεός μᾶς δίνει ἕνα περιθώριο· προχωρώντας πρός τή Βασιλεία, πρός τήν ῾Ημέρα τῆς ᾿Αναστάσεως, μποροῦμε ἀκόμη, κάθε στιγμή, μέ τήν προοπτική τῆς σωτηρίας, ἐνώπιον τῆς νίκης τοῦ Θεοῦ, νά στρεφόμαστε πρός αὐτόν μέ εὐγνωμοσύνη καί συντριβή μαζί καί νά λέμε, «῎Οχι, Κύριε! Μπορεῖ νά εἶμαι ὁ ἐργάτης τῆς ἑνδεκάτης ὥρας, ἀλλά δέξου με, ὅπως τό ἔχεις ὑποσχεθεῖ!».
Τήν περασμένη Κυριακή ἑορτάσαμε τόν θρίαμβο τῆς ᾿Ορθοδοξίας, τήν ἡμέρα κατά τήν ὁποία ἡ ᾿Εκκλησία διακήρυξε ὅτι νομιμοποιεῖται καί ἔχει τό δικαίωμα νά ἀπεικονίζει τή μορφή τοῦ Χριστοῦ· ἡ διακήρυξη δέν ἀφοροῦσε τήν τέχνη, ἀλλά ἦταν μιά βαθιά θεολογική ὁμολογία τῆς ᾿Ενσαρκώσεως. ῾Η Παλαιά Διαθήκη μᾶς ἔλεγε ὅτι ὁ Θεός δέν ἀπεικονίζεται μέ κανένα τρόπο διότι εἶναι ἕνα ἀπύθμενο μυστήριο· δέν ἔχει οὔτε ὄνομα ἐκτός ἀπό τό μυστηριῶδες ὄνομα τό ὁποῖο γνωρίζει ὁ ῞Υψιστος ᾿Αρχιερεύς. Στήν Καινή Διαθήκη ὅμως μάθαμε, καί γνωρίζουμε ἀπό ἐμπειρία, ὅτι ὁ Θεός ἔγινε ῎Ανθρωπος, ὅτι τό πλήρωμα τῆς Θεότητος κατοίκησε καί ἐξακολουθεῖ νά κατοικεῖ γιά πάντα ἐν σαρκί· ἄρα ὁ Θεός ἔχει ἕνα ἀνθρώπινο ὄνομα (᾿Ιησοῦς) καί ἕνα ἀνθρώπινο πρόσωπο, πού μπορεῖ νά ἀναπαρασταθεῖ σέ εἰκόνες. Συνεπῶς, κάθε εἰκόνα εἶναι μία ὁμολογία τῆς βεβαιότητάς μας ὅτι ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος· καί ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά ἐπιτύχει -μέ τρόπο τραγικό καί ἔνδοξο μαζί- τήν ὑπέρτατη ἀλληλεγγύη μ’ ἐμᾶς, νά γίνει ἕνας ἀπό μᾶς ὥστε νά γίνει ὁ καθένας μας ἕνα ἀπό τά παιδιά τοῦ Θεοῦ. «Αὐτός ἐνηνθρώπισεν ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν», ὅπως λέει καί ἡ Γραφή. Γι’ αὐτό ἤδη ἀπό τήν ἑβδομάδα πού μᾶς πέρασε μπορούσαμε νά εὐφραινόμαστε· καί ἐνῶ, μιά ἑβδομάδα πρίν, ἤδη προετοιμαζόμαστε νά συναντήσουμε αὐτό τό θαῦμα, αὐτό τό θάμβος τῆς ᾿Ενσάρκωσης, ἡ ᾿Εκκλησία μας, χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά, ἔψαλλε τόν Κανόνα τοῦ Πάσχα· Χριστός ᾿Ανέστη ἐκ νεκρῶν· διότι δέν πρόκειται γιά μία μελλοντική ὑπόσχεση, ἀλλά γιά μία παρούσα βεβαιότητα, μία ἀνοικτή πόρτα γιά νά εἰσέλθουμε διά τοῦ Χριστοῦ, διά τῆς Θύρας, ὅπως ὀνομάζει τόν ῾Εαυτό Του, στήν αἰωνιότητα.
Σήμερα, μνημονεύουμε τόν ῞Αγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ἕναν ἀπό τούς μεγάλους ῾Αγίους τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ὁ ὁποῖος ἀπέναντι στήν αἵρεση καί τήν ἀμφιβολία, διακήρυξε ἐκ τῶν ἔσω τήν ἐμπειρία τῶν ἀσκητῶν καί ὅλων τῶν πιστῶν· ὅτι δηλαδή ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ἕνα κτιστό δῶρο· ὁ ἴδιος ὁ Θεός εἶναι πού ἐκφράζει τόν ῾Εαυτό Του σέ μᾶς, ὥστε πλημμυρισμένοι ἀπό τήν παρουσία Του καί ἔχοντας ὡς μοναδική προϋπόθεση τήν ἀποδοχή Του μέσα μας, νά ἀνοιχτοῦμε σταδιακά πρός Αὐτόν καί νά γίνουμε κάπως διαφανεῖς σ’ αὐτό τό Φῶς, καί σιγά σιγά, ὅλο καί πιό πολύ νά μετέχουμε στή Θεία φύση Του.
Αὐτό δέν εἶναι ἁπλῶς μιά ὑπόσχεση ἀλλά μία βεβαιότητα καθώς ἔχει συμβεῖ σέ χιλιάδες χιλιάδων ἀνδρῶν καί γυναικῶν, τούς ὁποίους ἐμεῖς τιμοῦμε ὡς ῾Αγίους· ἔγιναν θείας φύσεως κοινωνοί καί ἀποτελοῦν γιά μᾶς μιά ἀποκάλυψη καί μιά σιγουριά γιά τό τί καλούμαστε νά εἴμαστε καί νά γίνουμε.
Σήμερα λοιπόν, κάνουμε ἄλλο ἕνα βῆμα πού μᾶς φέρνει στή χαρά καί τή δόξα τοῦ Πάσχα. Σέ ἄλλη μία ἑβδομάδα θά ὑμνήσουμε τόν Σταυρό· τόν Σταυρό πού ἦταν ὁ φόβος καί ὁ τρόμος τῶν κακούργων καί ἔχει γίνει τό σημεῖο τῆς νίκης καί τῆς σωτηρίας. Γιά μᾶς εἶναι τό σημάδι ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δέν ἔχει μέτρο, δέν ἔχει ὅρια, εἶναι τόσο βαθιά ὅσο ᾿Εκεῖνος, ἀγκαλιάζει τά πάντα ὅπως ᾿Εκεῖνος καί εἶναι, ὄντως, ἡ νίκη της τόσο τραγική ὅπως καί ὁ Θεός μας εἶναι Θεός τραγικός καί νικητής μαζί, Αὐτός πού ἐμπνέει τό δέος ἀλλά καί ἀκτινοβολεῖ τό ἱλαρό φῶς πού ψάλλουμε στόν ῾Εσπερινό.
῎Ας ἑτοιμαστοῦμε λοιπόν γιά τό ἑπόμενο γεγονός πού εἶναι ἡ θέα τοῦ Σταυροῦ· ἄς Τόν κοιτάξουμε κι ἄς δοῦμε σ’ αὐτόν τό σημεῖο τῆς θείας ἀγάπης, μιά νέα βεβαιότητα γιά τό ἐφικτό τῆς σωτηρίας μας· κι ὅταν ὁ χορός θά ψάλλει -τούτη τή φορά πιό δυνατά- τόν Κανόνα τῆς ᾿Αναστάσεως, ἄς συνειδητοποιήσουμε ὅτι βῆμα πρός βῆμα ὁ Θεός μᾶς ὁδηγεῖ στή νίκη πού ᾿Εκεῖνος ἔχει κερδίσει, καί τήν ὁποία θέλει νά μοιραστεῖ μαζί μας.
Στή συνέχεια, θά προχωρήσουμε γιά νά ἀκούσουμε τόν ῞Αγιο ᾿Ιωάννη τῆς Κλίμακος, πού διδάσκει πῶς νά δεχτοῦμε τή χάρη πού προσφέρει ὁ Θεός, πῶς νά γίνουμε ἄξιοί Του. Καί στό ἑπόμενο σκαλοπάτι θά δοῦμε τή νίκη τοῦ Θεοῦ στό πρόσωπο τῆς ῾Οσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας καί θά φθάσουμε στό κατώφλι τῆς Μεγάλης ῾Εβδομάδος. ῎Ας μήν ξεχνᾶμε ὅτι τώρα εἴμαστε στήν περίοδο τῆς καινότητος, σέ μιά περίοδο πού μᾶς ἀποκαλύπτεται ἡ νίκη τοῦ Θεοῦ καί ἐμεῖς καλούμαστε νά τήν περιπτυχθοῦμε, νά ἀνταποκριθοῦμε μέ εὐγνωμοσύνη· μιά εὐγνωμοσύνη πού θά μᾶς κάνει νέους ἀνθρώπους, καί φυσικά χαρούμενους ἀνθρώπους. Καί ἡ χαρά μας θά εἶναι μιά χαρά πού προσφέρει τά δάκρυά μας ὡς ἀπάντηση στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, μιά χαρά πού ἀποτελεῖ τήν ὑπεύθυνη ἀνταπόκρισή μας στή θεία ἀγάπη.
*
Σέ κάθε Θεία Λειτουργία, ἰδιαίτερα ὅμως στίς περιόδους τῆς ἄσκησης καί τῆς περισυλλογῆς (ὅπως ἡ Σαρακοστή), πολλοί ἀπό μᾶς προσερχόμαστε στή Θεία Κοινωνία. Κι ὅμως, πολλές φορές οὔτε καταλαβαίνουμε βαθιά τί ἔχει συμβεῖ -δέν ἐννοῶ διανοητικά, ἀλλά μέ ὅλη τήν καρδιά καί τό εἶναι μας- οὔτε (ἀκόμα χειρότερα) φέρουμε τούς καρπούς πού θά ’πρεπε νά φέρουμε.
Δέν καταλαβαίνουμε πάντα ὅτι στή Θεία Κοινωνία γινόμαστε ἕνα μέ τόν Χριστό. Σύμφωνα μέ τήν εἰκόνα πού μᾶς δίνει ὁ ῞Αγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἡ θεότητα τοῦ Χριστοῦ καί ἡ καθαρή, τέλεια, ἀναμάρτητη ἀνθρωπότητά Του διεισδύουν μέσα μας κατά τόν ἴδιο τρόπο πού ἡ φωτιά εἰσχωρεῖ καί διαπερνᾶ ἕνα ξίφος πού πυρακτώθηκε μέσα σ’ ἕνα καμίνι. ᾿Από κρύο μέταλλο πού ἦταν, ὅταν τό βγάλουμε ἔξω εἶναι ὅλο φωτιά, σέ τέτοιο βαθμό πού μποροῦμε τώρα νά κάψουμε μέ τό σίδερο καί νά κόψουμε μέ τή φωτιά. Αὐτό συμβαίνει καί σ’ ἐμᾶς (ἔστω σπερματικά), ὅταν δεχόμαστε τή Θεία Κοινωνία. Γινόμαστε κοινωνοί τῆς ἀναμάρτητης, τέλειας καί καθαρῆς ἀνθρωπότητας τοῦ Χριστοῦ· καί αὐτή εἶναι ξέχειλη ἀπό τή θεία Του φύση καί οὐσία.
Αὐτό συμβαίνει κάθε φορά πού κοινωνοῦμε. Τό παίρνουμε εἴδηση; Μᾶς καταλαμβάνει ὄντως δέος; Δεχόμαστε τήν Κοινωνία μέ τήν αἴσθηση ὅτι ἔχουμε γίνει τώρα, μ’ ἕναν τρόπο ἄρρητο, σχεδόν ἀπίστευτο, ὅ,τι εἶναι ὁ Χριστός· ὄχι πλήρως, ὄχι σέ βαθμό τελειότητας, ἀλλά κατά ἕνα βαθμό πού συνεχῶς θά αὐξάνεται, ἄν συνεχίσουμε νά παραμένουμε πιστοί σ’ αὐτό πού μᾶς δίνεται; ᾿Αλλά ἄν ἔχουν πράγματι ἔτσι τά πράγματα, τότε τά λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου, κινούμενα ἀπό θεία ἔμπνευση, ἀποτελοῦν ταυτόχρονα καί μία προειδοποίηση· ὅταν λέει ὅτι ὅσοι ἔχουν βαπτιστεῖ στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ὅσοι κοινωνοῦν, εἶναι τόσο ἑνωμένοι μαζί Του, ὥστε ὅ,τι κάνουν συμβαίνει καί στόν ἴδιο τόν Χριστό, τότε ὅταν ἁμαρτάνουμε μέ τά λόγια, τά ἔργα ἤ τίς σκέψεις μας, εἶναι σάν νά ὑποβάλλουμε ὄχι μόνο τόν ἑαυτό μας ἀλλά καί τόν Χριστό στή ντροπή τῆς ἀποτυχίας μας.
῎Αν ὄντως πιστεύουμε ὅτι μέ τή Θεία Κοινωνία ἑνωνόμαστε μέ τόν Χριστό μέ τόν τρόπο πού μᾶς τό περιέγραψε πιό πάνω ὁ ἅγιος Γρηγόριος, τότε, πῶς πρέπει νά προετοιμαζόμαστε γι’ αὐτό; Μέ πόσο δέος καί εὐλάβεια θά πρέπει νά προσερχόμαστε! ᾿Αλλά καί πῶς ἐκ τῶν προτέρων θά ἑτοιμάζουμε τόν ἑαυτό μας, ἐξετάζοντας τήν ψυχή μας, τή ζωή μας, τίς σχέσεις μας, καθετί πού μᾶς ἀφορᾶ, ὥστε νά ἀπορρίψουμε ὅ,τι δέν μπορεῖ νά ἑνωθεῖ μαζί Του καί νά ἐνισχύσουμε τό ἐλάχιστο ἴσως πού μπορεῖ νά προσληφθεῖ ἀπό Αὐτόν! Πῶς θά ἑτοιμάζουμε τόν ἑαυτό μας, ὥστε νά αὐξηθοῦμε ἐν Χριστῷ, ὥσπου σταδιακά νά φθάσουμε σ’ αὐτό πού ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὀνομάζει «μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ»!
᾿Αλλά καί ὅταν ἔχουμε λάβει τή Θεία Εὐχαριστία, πόσο προσεκτικά πρέπει νά πορευόμαστε, πόσο προσεκτικά νά βαδίζουμε στή ζωή μας, πόσο καθαρές πρέπει νά διατηροῦμε ὄχι μόνο τίς πράξεις μας, οἱ ὁποῖες ἀπορρέουν ἀπό αὐτό πού ἔχουμε μέσα μας, ἀλλά καί τίς σκέψεις μας· οἱ κινήσεις τῆς καρδιᾶς μας πόσο ἅγιες πρέπει νά γίνουν! ῞Ολα αὐτά δέν μποροῦν νά γίνουν μέ μία κίνηση τῆς βουλήσεως ἤ τῆς ἐπιθυμίας μας, ἀλλά μέσα ἀπό τή διαρκή προσπάθεια νά εἴμαστε ἄξιοι τοῦ γεγονότος ὅτι γίναμε Σῶμα Χριστοῦ, καθένας χωριστά, ἀλλά καί ὡς κοινότητα. Κι αὐτό εἶναι ἐπίσης κάτι πού δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε· κοινωνός τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ δέν γίνεται ὁ καθένας ἀτομικά, ὡς ἐάν ἦταν ἀποκομμένος ἀπό τούς ἄλλους. ῞Ολοι οἱ ἐν Χριστῷ εἶναι ἕνα, καί διδασκόμαστε ὅτι τό ὅλο σῶμα τῆς ᾿Εκκλησίας εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ σαρκωμένη παρουσία Του σ’ αὐτόν τόν κόσμο· ἀτελής ναί, ἀλλά παρουσία. Δέν εἴμαστε φῶτα οὔτε ὁ καθένας μας ξεχωριστά οὔτε ὅλοι μαζί· μποροῦμε ὅμως νά γίνουμε μία φλογίτσα, πού ἴσως ἁπλά νά τρεμοπαίζει, ἀλλά ταυτόχρονα νά κάνει καί λιγότερο πηχτό τό σκοτάδι αὐτοῦ τοῦ κόσμου ἀκυρώνοντας τήν παντοδυναμία του.
῎Ας προετοιμαζόμαστε λοιπόν γιά τήν Εὐχαριστία, ἐρευνώντας τή ζωή μας ἀπό κάθε ἄποψη καί ἀπορρίπτοντας ὅλα ὅσα μόνο νά καοῦν μποροῦν μέσα στή φωτιά τοῦ Χριστοῦ. ῎Ας καλοδεχθοῦμε τόν ἐρχομό Του καί ἄς Τοῦ ἐπιτρέψουμε νά εἰσχωρήσει μέσα μας ὅπως ἡ φωτιά εἰσχωρεῖ στό σίδερο τῆς ψυχῆς, γιά τό ὁποῖο μιλᾶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος. Καί κατόπιν, ἐάν ἔχουμε ἔστω καί λίγο κατανοήσει τί μᾶς συμβαίνει, ἄς εἶναι ἡ ζωή μας μιά πράξη εὐγνωμοσύνης, μιά μαρτυρία ὅτι ὁ Κύριός μας δέν ἔζησε καί δέν πέθανε μάταια, ὅτι ἄξιζε νά δώσει τόν ἑαυτό Του γιά μᾶς, ἄξιζε νά ὑποστεῖ τήν ταπείνωση νά κάνει ἐμᾶς δοχεῖα τῆς παρουσίας Του σ’ αὐτόν τόν κόσμο. ῾Η εὐγνωμοσύνη θά ’πρεπε νά μᾶς παρακινήσει σέ μία ζωή περισσότερο ἄξια τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ. ῎Ας στοχαστοῦμε πάνω σ’ αὐτά κατά τίς ἑβδομάδες πού ἔρχονται, πρίν ἀπό τή Μεγάλη ῾Εβδομάδα, ὥστε νά μποῦμε στήν περίοδο τῶν Παθῶν προετοιμασμένοι νά μοιραστοῦμε μαζί Του τόν δρόμο τοῦ Σταυροῦ· νά παραιτηθοῦμε ἀπό καθετί πού Τόν φόνευσε, Τόν ταπείνωσε, Τόν πρόδωσε, καί νά εἰσέλθουμε μαζί Του στήν αἰώνια ζωή!
+μητρ. Αντώνιος Bloom



Παρασκευή, Μαρτίου 22, 2019

Ωφέλιμες διηγήσεις για την προσευχητική δύναμη των Χαιρετισμών

Α.Από τις διδαχές του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού.(διασκευασμένο κείμενο)
Στα παλιά χρόνια, δηλαδή πριν από το 1800, κάποιος εκεί τότε, – υπήρχαν πολλοί λησταί, όπως είναι γνωστό, που στήνανε καρτέρι στα σταυροδρόμια, και λήστευαν τους περαστικούς,- κάποιος λοιπόν απ’ αυτούς τους αρχιληστάς είχε βάλει μερικούς συντρόφους, να στήνουν το καρτέρι τους σε ένα σταυροδρόμι που ήτο αναγκαστικό πέρασμα για τους περαστικούς πεζοπόρους, από τη μια πόλη στην άλλη. Και όποιος περνούσε, είτε ήταν μόνος του, είτε ήταν δύο είτε τρείς, τους λήστευαν.Και μετά τους άφηναν να φεύγουν, δεν τους έκαναν κακό. Δεν τους τραυμάτιζαν, δεν τους κακοποιούσαν.Κάποτε πέρασε απ’ αυτό το σταυροδρόμι και ένας άγιος μοναχός. Εκείνος, – τον σταμάτησαν βέβαια και τον λήστεψαν, τι να πάρουν από έναν μοναχό, τέλος πάντων, ό,τι είχε – δεν έφυγε. Παρακάλεσε τους ληστάς να τον οδηγήσουν στο λημέρι του αρχηγού τους, – λέει «τι τον θέλεις;»
-Α, λέει, θα σας πώ κάτι πολύ σπουδαίο. Σε λίγο θα περάσει ένας πολύ μεγάλος και πλούσιος έμπορος φορτωμένος διαμάντια, αλλά, θέλω να του πώ, πώς θα είναι ντυμένος, για να τον καταλάβετε, γιατί θάχει μαζί του πολλά τα κουρέλια.
Έτσι και έγινε, όχι για να μην του χαλάσουν το χατίρι, αλλά για τις απολαβές που θα είχε.Τον πήγαν λοιπόν… μόλις συναντήθηκε ο μοναχός με τον αρχιληστή, του λέγει ότι θα καλέσεις όλους τους ανθρώπους εδώ, για να τους πω αυτό το μεγάλο νέο, διότι είναι πολύ σπουδαίο.
Πράγματι λοιπόν, εκείνος τους μάζεψε.
Α, λέει, κάποιος λείπει. Να μου τον φέρετε κι αυτόν εδώ.
Λέει, τι τον θέλεις, αυτός μαγειρεύει τώρα για το μεσημέρι.
Όχι, να τον φέρετε.
Πάνε λοιπόν, εκείνος δεν ήθελε να ’ρθεί, και τον άρπαξαν με το ζόρι, και τον έφεραν μπροστά στο μοναχό.
Μόλις ο μάγειρας αντίκρισε τον μοναχό, δεν ήθελε να τον βλέπει.Αλλά ούτε και ο μοναχός γύρισε να τον δει.
Αντιθέτως ο μάγειρας άρχισε να τρέμει, να τρέμει πολύ.
Τον ρωτάει λοιπόν ο μοναχός.
- Γιατί τρέμεις μάγειρα;
- Ε, – αναγκάστηκε εκείνος να ομολογήσει, – ότι ήταν διάβολος που είχε μετασχηματιστεί σε άνθρωπο, για να παρακολουθεί από κοντά αυτόν τον αρχιληστή.Ο αρχιληστής όμως αυτός, είχε μια πολύ καλή συνήθεια.Προσευχόταν στην Παναγία καθημερινά. Και πώς προσευχόταν; – λέει.
Διάβαζε κάθε μέρα τους Χαιρετισμούς. Πρωί και μεσημέρι και βράδυ. Την καλή αυτή συνήθεια την πήρε απ’ τη μάνα του. Την πήρε απ’ το σπίτι του, που του είχε μάθει τους Χαιρετισμούς από μικρό παιδί, και έτσι τους ήξερε από στήθους. Δηλαδή από μνήμης, και τους έλεγε χωρίς να τους διαβάζει.Βέβαια, αργότερα πήρε τον κακό το δρόμο κι έγινε ληστής, παρά ταύτα όμως, τους Χαιρετισμούς δεν τους είχε αφήσει ούτε μια μέρα. Έτσι η Παναγία βρισκόταν κοντά του και τον φύλαγε.Και τον φύλαγε επειδή περίμενε μια ευκαιρία η Παναγία για να τον σώσει, να τον φέρει σε μετάνοια, ν’ αλλάξει ζωή, να σωθεί.
Ο μάγειρας διάβολος, είχε σταλεί πάλι απ’ τον αρχισατανά για να τον σκοτώσει και να πάρει την ψυχή του στην Κόλαση. Δεν μπορούσε όμως γιατί τον εμπόδιζαν οι Χαιρετισμοί της Παναγίας. Περίμενε λοιπόν μια ευκαιρία. Ποια; Το πότε θα ξεχνούσε έστω και μία φορά, έστω και μια μέρα, να απαγγείλει ο αρχιληστής τους Χαιρετισμούς της Παναγίας. Τότε θα ήταν αφύλακτος από την προστασία Της, θα προκαλούσε για τη μοιρασιά, ανάμεσα στους ληστάς και τους συντρόφους του κάποια φασαρία, εκείνοι με την προτροπή βέβαια του διαβόλου μάγειρα, θα τον σκότωναν και έτσι θάπαιρνε την ψυχή του στην Κόλαση.
Μα η Παναγία τον προστάτευε και τον προστάτευε χάριν των Χαιρετισμών. Μπορεί να ήτο ληστής, αλλά δεν ήταν φονιάς. Παρά ταύτα όμως τους Χαιρετισμούς δεν τους άφησε. Μπορεί η ζωή του να ήτο άσχημη, να ήτο κακή, να ήτο αντιευαγγελική αλλά ο Θεός όμως που δεν θέλει το θάνατο του αμαρτωλού ως το επιστρέψαι και ζείν αυτόν, και ακούγοντας και τις μεσιτίες και τις παρακλήσεις της Παναγίας Μητρός Του, του έδωσε την ευκαιρία για να σωθεί. Μόλις λοιπόν ο αρχιληστής άκουσε αυτή την ομολογία από τον μάγειρο διάβολο, αμέσως φωτίσθηκε. Κατάλαβε τα τραγικά του λάθη. Τις αμαρτίες του, και κείνη τη στιγμή μετανόησε, και σώθηκε.
Η μετάνοιά του συγκλόνισε και τους άλλους ληστάς, τους συντρόφους του, και με τις οδηγίες του αγίου εκείνου μοναχού όλοι τους οδηγήθηκαν στο μεγάλο μυστήριο της ευσπλαχνίας του Θεού, δηλαδή στην Ιερά Εξομολόγηση. Και με την έμπρακτη αποκατάσταση όλων των κλοπιμαίων, όλοι οι λησταί μαζί με τον αρχιληστή εσώθησαν.
Τους έσωσαν οι Χαιρετισμοί της Παναγίας.Οι Χαιρετισμοί λοιπόν χριστιανοί μου, έχουν τεράστια σωτηριώδη σημασία, όταν τους διαβάζουμε ή τους απαγγέλουμε κάθε βράδυ με πίστη και ευλάβεια. Μας χαρίζουν την πλέον αποτελεσματική βοήθεια στην προσπάθειά μας και στον αγώνα που κάνουμε κάθε μέρα, για να νικήσουμε τα πάθη μας. Για να νικήσουμε το κακό, την αμαρτία και τον διάβολο.
——————————————————————————————
Β.Πώς η Θεοτόκος ανέστησε και έσωσε πόρνο κληρικό.
Στο βιβλίο -ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ ΣΩΤΗΡΙΑ αναφέρεται το εξής γεγονός.
Κάποτε ζούσε ένας κληρικός ευλαβέστατος προς την Αειπάρθενο Θεοτόκο ,προσευχόταν δε σε αυτή πολλές φορές .Μάλιστα δε διάβαζε κάθε μέρα με πολύ κατάνυξη και ευλάβεια τους 24 Οίκους του Ακαθίστου.΄Ομως παρασύρθηκε στην πορνεία.Και μιά μέρα καθώς επέστρεφε στο σπίτι του,γυρίζοντας από το πορνείο,περνώντας από ένα γεφύρι ,εδιάβαζε προσευχές πρός την Παναγία .Κάποια στιγμή σκόνταψε και με την συνέργεια του διαβόλου έπεσε και έπεσε στο ποτάμι και πνίγηκε.
Αμέσως άρπαξαν την ψυχή οι δαίμονες για να την πάνε στήν γέενα.Αλλά η πρέσβειρα των Κεκοιμημένων πολυεύσπλαχνος Δέσποινα ,αμέσως βρέθηκε εκεί και τούς προστάζει να πάνε την ψυχή στον Δίκαιο Κριτή για να αποφασίσει Εκείνος.Την πήγαν και έδειξαν οι δεινοί φορολόγοι όλες τις αμαρτίες του και ιδιαίτερα την τελευταία της πορνείας, για την οποία έλεγαν στον Κριτή ,ότι ως δίκαιος δεν πρέπει να κάνει έλεος σε αυτή την ψυχή ,αλλά να τούς την δώσει ,επειδή απέθανε σε ανομία θανάσιμη.
Από το άλλο μέρος ,ο κοινός προστάτης και βοηθός των αμαρτωλών ,η Πολυεύσπλαγχνος Δέσποινα είπετα εξής.
¨”Είναι γραμμένο στην Αγία Γραφή -Όπου ευρώ σε ,εκεί και κρινώ σε.Τήν ώρα που ετελευτησεν ο ιερεάς ,διάβαζε την ακολουθία του και προσευχόταν πρός εμένα,λέγοντας τον ασπασμόν του Αγγέλου ,όπως συνήθιζε πάντοτε ,ως δούλος μου ευλαβής.Επομένως δεν έχετε δικαώμα σε αυτή την ψυχή γιατί ειναι δική μου”
Τότε πρόσταξε ο Κριτής ένα Άγγελο να φέρει την γλώσσα του κληρικού εκεί μπροστά. Ο Άγγελος αμέσως πήγε στο ποτάμι έβγαλε την γλώσσα του πεθαμένου κληρικού και την φέρνει στο Κριτήριο.Πάνω σε αυτή ήταν γραμμένα τα εξής.”Χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία”
Είπε στην συνέχεια ο Κύριος στην ψυχή.<Επέστρεψε στο σώμα και κάνε μεγάλη μετάνοια διότι δεν έχει καμμία εξουσία σε σένα ο Διάβολος ,εξ αιτίας της ευλάβειας που έχεις πρός την Μητέρα μου.Διότι αυτή είναι η σωτηρία του ανθρωπίνου γένους και πρέπει να την σέβεσθε ,όσο μπορείτε.Κήρυξε στους ανθρώπους την πολύ μεγάλη πρός εμένα παρρησία αλλά και την δύναμη και νίκη κατά των δαιμόνων .
Έτσι λυτρώθηκε ο κληρικός δύο θανάτων.Ο Αγγελος έβαλε την την ψυχή στο σώμα και το έβγαλε από τον βυθό και αναχώρησε για τον ουρανό.Ο δε κληρικός αναστήθηκε και στην συνέχεια απαρνήθηκε τα εγκόσμια και έγινε μοναχός ,ώστε να βιώσει την μεγάλη μετάνοια που του είπε ο Δίκαιος Κριτής Χριστός.
Γ.Διηγήσεις π.Στεφ.Αναγνωστόπουλου.
Στα χρόνια τα δικά μου τα παιδικά, μεταξύ του 1930 μέχρι και το ’45, ενθυμούμαι ότι διάβαζαν τους Χαιρετισμούς, προσέξτε το αυτό, διάβαζαν τους Χαιρετισμούς πάνω από τους ετοιμοθανάτους! Όταν αυτοί είχαν ρόγχο, όταν είχαν πέσει σε κώμα, όταν δεν μπορούσαν να απελευθερωθούν από το σώμα. Για ποιο λόγο; Για να διώξει η Παναγία τα δαιμόνια και να βοηθήσει την έξοδο της ψυχής από το σώμα. Αυτό άλλωστε το ζητάμε κάθε φορά που λέμε το μικρό απόδειπνο και θα το ακούσουμε σε λίγο από τους ιεροψάλτες μας. «Και εν τω καιρώ της εξόδου μου, την αθλία μου ψυχή περιέπουσα»…τι θα πει «περιέπουσα»; Να περιβάλλει, να σκεπάσει, να προστατεύσει η Παναγία την ψυχή μας. «Και τας σκοτεινάς όψεις των πονηρών δαιμόνων πόρρω αυτής απελαύνουσα». Να διώξει δηλαδή, τις όψεις, τα πρόσωπα και την παρουσία των δαιμόνων, των σατανάδων και των διαβόλων από τον ετοιμοθάνατο δικό μας άνθρωπο και συγγενή. Επίσης, διάβαζαν τους χαιρετισμούς σε άρρωστα παιδιά και στους δαιμονισμένους, όπως και το Τετραβάγγελο.
Αυτό σημαίνει ότι η Παναγία μας, δια μέσου των Χαιρετισμών που διαβάζουμε κάθε μέρα αναλαμβάνει για λογαριασμό μας και χτυπά αλύπητα τον διάβολο, δημιουργώντας του πληγές και θανάσιμα τραύματα. Το ψάλλαμε προηγουμένως, το προσέξατε; Το τόνισα και το τόνισα θριαμβευτικά όταν είπα «Χαίρε, το των δαιμόνων πολυθρήνητον τραύμα».
Με τους Χαιρετισμούς λοιπόν και την αληθινή μας μετάνοια, με τη ζωντανή μας πίστη, με την αποχή μας από την αμαρτία, ακόμα και των λογισμών και των σκέψεων…και σεις μικροί και σεις μεγάλοι και μείς οι κληρικοί και πρώτος εγώ …και την ενεργουμένη αγάπη, η Υπεραγία Θεοτόκος με τις πρεσβείες της τότε, μας ανεβάζει στον Παράδεισο. Ενώ συγχρόνως, καταποντίζει στα τάρταρα όλα τα δαιμόνια που μας πειράζουν και που θέλουν την αιώνια καταστροφή της ψυχής μας, που ζητούν την κόλασή μας. Και αυτό το διακηρύσσουμε, θα το πούμε την ερχομένη Παρασκευή, στη δευτέρα στάση των Χαιρετισμών όταν θα ομολογήσουμε και θα πούμε «Χαίρε, η κατάπτωσις των δαιμόνων».
Ενθυμούμαι τα παλιά εκείνα χρόνια που δεν υπήρχαν τα μέσα και οι ευκολίες , πόσο εταλαιπωρούντο ορισμένες νύφες ή και κόρες, και σε μια συγκεκριμένη περίπτωση μάλιστα και μια ανιψιά, οι οποίες για χρόνια πολλά, επεριποιούντο κατάκοιτους ανθρώπους.
Η βρώμα να απλώνεται όχι μόνο μέσα στο σπίτι και να μυρίζουν τα πάντα αλλά και έξω από αυτό. Αλλά όμως, η αυταπάρνησις, η αγάπη…
Και μία εξ αυτών, κατόπιν συμβουλής ενός τότε ιεροδιακόνου, άρχιζε τη νύχτα να διαβάζει γονατιστή δίπλα στο κρεβάτι, στην ώρα που εκείνη εβυθίζετο στον ύπνο και στη νάρκη, λόγω της καταστάσεως που είχε, να διαβάζει τους χαιρετισμούς της Παναγίας. Και έβλεπε λοιπόν να εξέρχεται τότε μία ευωδία η οποία να καθαρίζει όλο το σπίτι. Ήταν μερικές φορές τόσο δυνατή αυτή, που δεν ήξερε από πού έβγαινε, ώστε την έπνιγε και μερικές φορές αναγκαζόταν να ανοίγει τα παράθυρα, για να μπορεί να αναπνεύσει. Υπήρξαν και μάρτυρες οι οποίοι έλεγαν, περνώντας έξω απ’ το σπίτι, «Να η Δεσποινούλα πάλι θυμιατίζει»! Αλλά δεν θυμιάτιζε η Δεσποινούλα. Εθυσιαζόταν δίπλα σ’ αυτήν την υπέργηρη θεία, την οποία είχαν εγκαταλείψει νύφες και κόρες. Κάθε βράδυ, κάθε βράδυ, της διάβαζε και μια φορά, και δυο φορές, γιατί όταν διαπίστωνε λοιπόν, ότι κατά την διάρκεια που διάβαζε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας, έβγαινε τόση ευωδία, – βέβαια ανταποκρινόταν η Παναγία στη θυσία της, γιατί τι έλεγε; Τώρα περιποιούμαι την Παναγία, αν ήταν αυτή άρρωστη, αφού έχω και το όνομά της, δεν θα έτρεχα εγώ να την περιποιηθώ; Έτρεχε λοιπόν. Και το θαύμα … Βλέποντας ότι πολλές φορές, ότι κατά την διάρκεια των χαιρετισμών, ηπλώνετο τόση χάρις, απ’ την Παναγία σαν αμοιβή για την ολοήμερη θυσία της, και τη νυκτερινή ακόμα, βλέποντας αυτό το πράγμα, επαναλάμβανε τους Χαιρετισμούς, και τους έλεγε και δυο και τρείς και πέντε και δέκα φορές. Μια φορά δεν χόρτασε, και κατάφερε να τους λέει τους Χαιρετισμούς όλη τη νύχτα. Σκεφτείτε δηλαδή αν ήταν πέντε έξι ώρες, θα τους είπε περισσότερο από εικοσιτέσσερεις φορές. Τι ευλογία και τι χάρις.
……………………………………………………………………………………….
Ενθυμούμαι μία θεία η οποία είχε την καλή διάθεση να πλένει τους κεκοιμημένους και τους νεκρούς, και ακόμα και αυτούς τους ζητιάνους τους εγκαταλελειμμένους σε οποιοδήποτε μέρος της πόλεως, αρκεί να την φώναζαν. Μέσω του συζύγου της, ήξερε ορισμένες φορές, και αντιλαμβανόταν τον θάνατον αυτών των ανθρώπων, τους έπλενε, τους καθάριζε, τους ετοίμαζε, έτοιμοι για να τους κηδέψουν την επομένη μέρα.
Ξέρετε κάποτε μου είπε ένα μυστικό της. – Έχει κοιμηθεί τώρα αυτή. Δεν πρόκειται να μας ακούσει, ούτε και να υπερηφανευτεί γι’ αυτό που θα πούμε.
– Μια φορά που προσηύχετο, την ανέβασε ο Θεός στο ταβάνι! Η αμοιβή για τους κεκοιμημένους. Για την περιποίηση αυτή. Η αμοιβή για τους γέροντες και τις γερόντισσες που είναι κατάκοιτες. Αυτό είναι το μάθημα. Διότι όταν τους ξέπλενε, έλεγε τους Χαιρετισμούς.
Να το θυμάστε αυτό. Και υπάρχουν και μερικές ψυχές οι οποίες λένε και ομολογούνε σήμερα, ότι τους Χαιρετισμούς φροντίζουν να τους λένε όλη την ημέρα, όποτε ευκαιρούν και όποτε τους δίνεται αυτή η δυνατότητα, μέσα στην πληθώρα βέβαια των υποχρεώσεων που έχει μια μητέρα μέσα σένα σπίτι και σε μια οικογένεια.
Είθε όλοι σας ως γυναίκες, κυρίως σε σας απευθύνομαι, και τις μικρές και τις μεγάλες, να της μοιάσετε, και θα έχετε αμοιβή και καλήν απολογία μπροστά στο φοβερό βήμα του Χριστού, διότι σύμφωνα με το μ’ αυτό που θα ύστερα οι ψάλτες μας εδώ, θα απαγγείλουν και που το διαβάζετε και σεις στα σπίτια σας, το «Άσπιλε, αμόλυντε, άφθορε, άχραντε, αγνή Παρθένε», θα έρθει η Παναγία στην απολογία μας ενώπιον του φοβερού βήματος του Χριστού, και θα σταθεί συνήγορος και θα μας υπερασπιστεί για να κερδίσουμε την αιώνια ζωή. Αυτή την αιώνια ζωή, μέσω της αγάπης μας προς την Υπεραγία Θεοτόκο, που φαίνεται και με την απαγγελία των Χαιρετισμών, είθε να την αξιωθείτε όλοι σας, και μαζί με σας, και μεις.
Επιμέλεια:πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου