ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Πέμπτη, Νοεμβρίου 14, 2019

Παρθενία και ελεημοσύνη


Όμως καλή μεν και μεγάλη αρετή είναι η παρθενία, αλλά άνευ της ελεημοσύνης τίποτα δεν ωφελεί η παρθενία. Οι φρόνιμες Παρθένες είχαν την παρθενία, αλλά είχαν και την ελεημοσύνη σαν δύο φτερά, οι δε άφρονες είχαν την παρθενία, την μεγάλη αρετή, τον μέγα κόπο κατόρθωσαν, αλλά τον μικρό κόπο, δηλαδή την ελεημοσύνη, δεν την έκαμαν. Γι’ αυτό τις Παρθένες εκείνες, οι οποίες δεν είχαν την ελεημοσύνη, τις επονόμασε ο Κύριος μωρές και άφρονες. Τούτο το κακό κάνουν και σήμερα μερικοί άνθρωποι, άνδρες ή γυναίκες, οι οποίοι κατορθώνουν αρετές μεγάλες, όμως καταφρονούν τις μικρές…
»Γι’ αυτό και οι φρόνιμες Παρθένες θυμήθηκαν και γέμισαν τα αγγεία τους με έλαιο. Ποια αγγεία; Τις κοιλιές των φτωχών, την ένδυση των γυμνών, την παραμυθία των ορφανών. Θυμήθηκαν, ότι η «πίστη χωρίς των έργων νεκρά εστί» (Ιακ. β΄26). Διότι ο αετός με ένα φτερό δεν μπορεί να πετάξει υψηλά. Γι’ αυτό έκαναν μεσίτες προς τον Κύριο τους φτωχούς. Οι πεινώντες τρέφονταν και οι λαμπάδες των λύχνων ήταν πολύ αναμμένες. Οι φτωχοί ευχαριστούσαν και ο Νυμφίος ερχόταν. Η Ελεημοσύνη σπέρνονταν και ο Νυμφίος, τον οποίο περίμεναν, ευτρεπιζόταν. Οι μωρές όμως στεκόντουσαν, κρατώντας τις λαμπάδες των λύχνων χωρίς έλαιο, και φαινόντουσαν από τον Νυμφίο από μακριά. Πως; Διότι ένα και μόνο είχαν κατόρθωμα. Δηλαδή την παρθενία είχαν, την δε ελεημοσύνη και φιλανθρωπία δεν είχαν, την μεν τιμή του σώματος είχαν, την δε φιλοξενία απεστράφησαν. Ποιο ήταν το τέλος; Αργοπορώντας του Νυμφίου, νύσταξαν οι Παρθένες και κοιμόντουσαν, δηλαδή άργησε να έρθει ο Νυμφίος και αυτές νύσταξαν, κοιμήθηκαν, δηλαδή πέθαναν…
»Και λοιπόν ήρθε τότε η ώρα της των νεκρών αναστάσεως… Εν καιρώ μεσονυκτίου ήρθε το φως, ο Νυμφίος. Τότε οι φρόνιμες προϋπάντησαν τον Νυμφίο και ήρθαν με αυτόν στους γάμους και τότε κλείσθηκε η θύρα του νυμφικού οίκου… Και επιθυμούσαν οι άφρονες να προϋπαντήσουν και αυτές τον Νυμφίο, διότι γι’ αυτό αρνήθηκαν τα καλά του κόσμου και την δόξα και αποδέχθηκαν την θλίψη, την στεναχώρια, την παρθενία. Επειδή όμως δεν είχαν ελεημοσύνη, βρήκαν κλεισμένη την ουράνια Βασιλεία… ‘‘Αμήν λέγω ημίν, ούκ οίδα υμάς’’.
»Αν λοιπόν οι Παρθένες με το να μην είχαν την φιλοπτωχία, διώχθηκαν από τον φοβερό Κριτή, εμείς οι αμαρτωλοί ποια ελπίδα έχουμε, αφού ούτε παρθενία έχουμε, ούτε ελεημοσύνη;»


ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Εἰς τὴν παραβολὴν τῶν δέκα παρθένων, καὶ περὶ ἐλεημοσύνης(απόσπασμα)

Τετάρτη, Νοεμβρίου 13, 2019

O δικαιότερος από τους ανθρώπους


Έζησε μια ζωή άριστη ανάμεσα στους ανθρώπους και άσκησε συνεχώς την αρετή, κι έπαθε τόσα δεινά που ελάχιστοι άνθρωποι τα έχουν πάθει. Κανείς άνθρωπος κάτω από τον ήλιο δεν υπήρξε δικαιότερος από εκείνον, ούτε έπαθε χειρότερα από εκείνον κανένας από τότε που υπάρχουν οι άνθρωποι. Κι όμως, ενώ έβλεπε πολλούς άλλους, που ζούσαν στην αμαρτία, να είναι χαρούμενοι και να απολαμβάνουν τα αγαθά αυτού του κόσμου, ο ίδιος ευχαριστούσε τον Θεό για τα παθήματά του και προέτρεπε και τους άλλους να κάνουν το ίδιο. Από εκείνον λοιπόν να παραδειγματίζεστε. Γιαυτό κι εσύ, όταν δεις τον αμαρτωλό να χαίρεται, όταν τον δεις να υπερηφανεύεται, όταν τον δεις να νικά τους εχθρούς του, να εκδικείται εκείνους που τον λύπησαν, και να μην έχει υποστεί καμιά βλάβη, αλλά από παντού να κερδίζει χρήματα, όλοι να τον τιμούν να τον κολακεύουν, και συ, αντίθετα, να βρίσκεσαι σε άσχημη κατάσταση, μέσα σε συμφορές, σε συκοφαντίες, σε εχθρότητες, μη νομίσεις ότι είσαι κανένας παραπεταμένος, αλλά αφού σκεφθείς τον Παύλο που βρέθηκε κι αυτός στη δική σου άσχημη κατάσταση, όρθωσε το φρόνημά σου, ανάστησε το ψυχικό σου σθένος και μη νικηθείς από τη θλίψη και τη στενοχώρια.

 ( Από τον λόγο του αγίου περί μοίρας και προνοίας).

Δευτέρα, Νοεμβρίου 11, 2019



Εκτός από τον άγιο Ιωάννη τον Ελεήμονα, εμβληματικό άγιο της Ελεημοσύνης,η Εκκλησία μας πανηγυρίζει και τον άγιο Μαρτίνο επίσκοπο Γαλλίας τον ελεήμονα.
Ο Άγιος Μαρτίνος ήταν ρωμαίος στρατιώτης στην υπηρεσία του Καίσαρα. Είχε καταταγεί πολύ μικρός, μόλις 15 χρονών. Ένα πολύ κρύο βράδυ με χιόνι καθώς καβαλούσε το άλογο του βλέπει έναν ζητιάνο, εξαθλιωμένο που κινδύνευε να πεθάνει από το κρύο. Επειδή δεν είχε τίποτα να προσφέρει στον ζητιάνο για να τον βοηθήσει, έβγαλε την χλαίνη του, πήρε το σπαθί του και την έκοψε στα δυο. Πρόσφερε το ένα κομμάτι στον ζητιάνο για να σκεπαστεί και να ζεσταθεί λίγο. Το ίδιο βράδυ είδε στο όνειρο του να εμφανίζεται ο Χριστός με τη μορφή του ζητιάνου και να τον επαινεί γιατί αν και κατηχούμενος φέρθηκε σαν τέλειος χριστιανός. Μετά από αυτό, έφυγε από τον στρατό και βαφτίστηκε Χριστιανός.Όταν έγινε επίσκοπος παρέμεινε ελεήμων και έφθασε να θαυματουργεί σε μεγάλο βαθμό. Μάλιστα όταν έμπαινε σε μια πόλη οι ανάπηροι ζητιάνοι τον απέφευγαν, γιατί μόνο η επαφή μαζί του έφερνε την ίαση και αυτοί δεν ήθελαν να χάσουν τα έσοδα από την επαιτεία τους. Ένα άλλο αξιοσημείωτο από τον βίο του, είναι η μαρτυρία των μαθητών του, ότι είχε αποκτήσει την νοερά και αδιάλειπτη προσευχή.

Σάββατο, Νοεμβρίου 09, 2019

KΥΡΙΑΚΗ Η΄ΛΟΥΚΑ: «Και τις εστί μου πλησίον;»


Γερμανός Β΄Κων/πόλεως

«Και τις εστί μου πλησίον;». Ο Νόμος ονομάζει πλησίον κάθε άνθρωπον που χρειάζεται βοήθεια, και λέγεται πλησίον επειδή όλοι οι άνθρωποι πλησιάζουμε, είμεθα κοντά ο ένας στον άλλον. Ενώ ο Νομικός εθεωρούσε πλησίον τον ίσον στην αρετή, γι’ αυτό, ως υπερήφανος που ήταν είπε, και ποίος είναι πλησίον μου, δηλαδή ενάρετος σαν εμένα; Και ο Χριστός του αποδεικνύει με ωραιοτάτην παραβολήν σοφώτατα, ότι την εντολήν αυτή την εκπληρώνει όποιος συμπαρίσταται και βοηθεί τον αδελφόν του σε ώρα ανάγκης. «Λαμβάνοντας τον λόγον δε ο Ιησούς είπεν: ένας άνθρωπος κατέβαινεν από την Ιερουσαλήμ προς την Ιεριχώ, και έπεσε πάνω σε ληστάς, οι οποίοι τον εξέδυσαν, τον επλήγωσαν και, αφήνοντάς τον μισοπεθαμένον, έφυγαν. Συνέβη δε να κατεβαίνη στον δρόμον εκείνον ένας ιερεύς, και όταν τον είδε, αντί να τον βοηθήση, τον άφησε και έφυγεν. Ομοίως και ένας Λευίτης, ερχόμενος στον τόπον εκείνον και βλέποντας αυτόν, τον προσεπέρασε και απεμακρύνθη. Κάποιος δε Σαμαρείτης που περιπατούσε σ’ εκείνον τον δρόμον, ήλθε εκεί, και όταν τον είδε τον ευσπλαγχνίσθη και τον επλησίασε, έβαλε λάδι και κρασί στις πληγές του και, αφού τον ανέβασε στο υποζύγιόν του, τον επήγε σε ένα πανδοχείον και τον επεμελήθη. Και την επαύριον, αναχωρώντας, έβγαλε δύο δηνάρια και τα έδωσε στον πανδοχέα λέγοντας. Επιμελήσου τον και όσα εξοδεύσης τα πληρώνω στην επιστροφήν».
Με την παραβολήν αυτήν ο πολυέλεος Κύριος μας διδάσκει να σπλαγχνιζώμεθα τον πλησίον και να βοηθούμε όσον ημπορούμε τους ενδεείς και πτωχούς, διότι δεν υπάρχει οφελιμωτέρα αρετή από αυτήν, επειδή ωφελούνται και τα δύο μέρη. Ο πτωχός και άπορος ωφελείται σωματικώς, λαμβάνοντας τα αναγκαία της φύσεως, και εκείνος που τον ελεεί, ωφελείται ψυχικώς, πράγμα που είναι καλλίτερον. Πλην όμως το νόημα της παραβολής αυτής είναι ότι ο Κύριος την είπε για τον εαυτόν του, ότι δηλαδή έδειξεν ο φιλάνθρωπος τόσην ευσπλαγχνίαν και αγαθότητα στον πληγωμένον άνθρωπον. Και ακούστε την εξήγηση, ώστε να λάβετε πολλήν ωφέλειαν και κατάνυξιν.
Η ανθρωπίνη φύσις κατέβαινεν από την Ιερουσαλήμ, η οποία ερμηνεύεται όρασις ειρήνης, δηλαδή από την ειρηνικήν διαγωγήν, στην Ιεριχώ, η οποία είναι χαμηλή και πνιγηρά από τον καύσωνα [Η Ιεριχώ είναι από τα χαμηλώτερα μέρη της γης, ευρισκομένη 270 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της Θαλάσσης], που σημαίνει ότι ο άνθρωπος ήλθε στην εμπαθή και κτηνώδη ζωήν. Και δεν είπε κατέβη, αλλά κατέβαινεν, διότι η ανθρωπίνη φύσις τρέχει και αυτή στον κατήφορον, όπως τα ύδατα των ποταμών, και προσέχει όλως δι’ όλου στην λάσπην και τον βόρβορον της αμαρτίας. Αυτή έπεσε πάνω στους ληστάς δαίμονας, οι οποίοι της αφήρεσαν το ένδυμα της αρετής και έπειτα την επλήγωσαν με αμαρτήματα διάφορα. Διότι οι δαίμονες πρώτα μας απογυμνώνουν από τους καλούς λογισμούς και από την σκέπην και βοήθειαν του Θεού, και τότε μας πληγώνουν με αμαρτήματα και μας αφήνουν ερήμους της θείας χάριτος. Είπε δε ότι οι δαίμονες άφησαν την φύσιν των ανθρώπων μισαποθαμένην, επειδή το σώμα, που είναι το ήμισυ μέρος του ανθρώπου, έγινε θνητόν και απέθανεν, η δε ψυχή έμεινεν αθάνατος. Να το εξηγήσωμε και με άλλον τρόπον: η ανθρωπίνη φύσις δεν έμεινεν εντελώς απεγνωσμένη, ούτε εθανατώθη τελείως, αλλά της έμεινεν η ελπίδα στον Χριστόν, ότι δηλαδή Αυτός θα την θεραπεύση, όπως και έγινε. Επειδή τον θάνατον που επροξένησεν ο πρώτος Αδάμ στην ανθρωπότητα, τον εθανάτωσεν ο αθάνατος Κύριος. Ιερέα και Λευίτην ονομάζει τον Νόμον και τους Προφήτες, οι οποίοι ήθελαν μεν να βοηθήσουν την ανθρωπίνην φύσιν, αλλά δεν είχαν τη δυνατότητα, διότι οι πληγές ήσαν ανίατες για την ανθρωπίνην δύναμη. Όθεν, αντί να βοηθήσουν, υπεχώρησαν. Αυτό σημαίνει το «αντιπαρήλθε».
Επ’ αυτού ο Απόστολος λέγει: το αίμα των ταύρων και των τράγων δεν ημπορούσε να συγχωρήση αμαρτήματα. Το δε «κατά συγκυρίαν» έχει την εξής έννοιαν: ότι ο Νόμος εδόθη πρωτύτερα για την ανθρωπίνην ασθένειαν, επειδή οι άνθρωποι δεν ημπορούσαν από την αρχή να δεχθούν το Ευαγγέλιον του Χριστού. Γι’ αυτό λέγει για τον ιερέα και τον Λευίτην «κατά συγκυρίαν», δηλαδή δεν ήλθαν επί τούτου οι Προφήτες για να θεραπεύσουν τον άνθρωπον, αλλά το έφερεν, το απαιτούσε η περίστασις. Ο Κύριος όμως και Θεός μας, που οι Ιουδαίοι τον έλεγαν υβριστικά Σαμαρείτην, ήλθεν επί τούτου, με αυτόν τον σκοπό, να μας θεραπεύσει ως εύσπλαγχνος. Και αφού εσαρκώθη με τρόπον ανέκφραστον, έγινεν άνθρωπος, όπως ένας ο φιλάνθρωπος από την πολλήν αυτού αγαθότητα. Και δεν άφησε το κακόν αθεράπευτον, αλλά έδεσε καλά τα τραύματα και έβαλε λάδι και κρασί, δηλαδή τον λόγον της διδασκαλίας. Με το έλαιον εννοεί την ευσπλαγχνίαν, και με τον οίνον το στυπτικόν και αυστηρόν της δικαιοσύνης. Όταν ακούης τον Κύριο να λέγη «Δεύτε προς με πάντες, καγώ αναπαύσω υμάς», και άλλα όμοια, αυτά φανερώνουν το έλαιον, την ιλαρότητα δηλαδή και την ευσπλαγχνίαν. Και όταν πάλι λέγει «Πορεύεσθε εις το σκότος» και τα τοιαύτα, φανερώνει τον οίνο, δηλαδή την αυστηρότητα της κρίσεως. Ακόμη, και με άλλον τρόπον, έλαιον νοείται η ανθρωπίνη διαγωγή, και οίνος η θεϊκή. Ο Θεάνθρωπος Κύριος λοιπόν ενεργεί άλλοτε ως Θεός και άλλοτε ως άνθρωπος. Και όταν μεν έτρωγεν, έπινεν, εκοιμάτο και άλλα όμοια έπραττε, εγνωρίζετο ως άνθρωπος. Τούτο είναι το έλαιον, επειδή δεν μετεχειρίζετο ζωήν σκληράν και επίπονον. Όταν δε πάλιν ενήστευε πολλές ημέρες, περιπατούσε στην θάλασσαν ή άλλα όμοια έκαμεν, εγνωρίζετο Θεός παντοδύναμος. Οίνον λοιπόν να εννοήσης την θεότητα, την οποία δεν ημπορούσε κανείς να την υποφέρη άκρατον, χωρίς το έλαιον της ανθρωπίνης του φύσεως. Επειδή λοιπόν ο Κύριος μας έσωσε ως Θεός και άνθρωπος, γι’ αυτό λέγει ότι μας έβαλεν οίνον και έλαιον, με τα οποία λυτρώνονται όσοι βαπτίζονται και θεραπεύονται από τα ψυχικά τραύματα. Και πρώτα μεν χρίονται με το έλαιον του μύρου, έπειτα μεταλαμβάνουν και το Θείον αίμα, τον οίνον δηλαδή.
Και ανέβασεν ο Κύριος την πληγωμένην μας φύσιν «εις το ίδιον υποζύγιον», την εσήκωσε δηλαδή επάνω του ο φιλεύσπλαχνος, επειδή μας έκαμε μέλη του και κοινωνούς του ιδικού του σώματος και μας ανύψωσε στην προτέραν αξίαν. Πανδοχείον ονόμασε την Εκκλησία, η οποία τους δέχεται όλους. Διότι ο παλαιός Νόμος τους Μωαβίτες και τους Αμμωνίτες δεν τους εδέχετο. Αλλά τώρα η Εκκλησία του Χριστού δέχεται κάθε έθνος, και πόρνους και τελείως τους πάντες, όπως έχει γραφεί στις Πράξεις των Αποστόλων.
Επειδή όταν συνεστήθη η Εκκλησία, έγινε δηλαδή το Πανδοχείον από όλα τα έθνη, η πίστις εξηπλώθη. Τότε έγινε και η δωρεά του Αγίου Πνεύματος και η χάρις επληθύνετο. Λοιπόν όλοι οι Απόστολοι και Διδάσκαλοι και Αρχιερείς, λογίζονται ως πανδοχείς, εις τους οποίους ο Κύριος έδωσε τα δύο δηνάρια, δηλαδή την Παλαιάν και την Νέαν Διαθήκην, που έχουν και οι δύο την εικόνα και τα λόγια του Βασιλέως. Αυτά τα δύο δηνάρια άφησεν ο Κύριος όταν ανέβαινε στους Ουρανούς, και τα παρέδωσε στους Αποστόλους του και σ’ όλους τους Αρχιερείς, ιερείς και διδασκάλους, λέγοντας «ο εάν προσδαπανήσης εν τω επανέρχεσθαί με αποδώσω σοι».
Και αληθώς πολλά εξώδευσαν οι μακάριοι Απόστολοι, και πολύ εκοπίασαν για να σπείρουν την Διδασκαλία σε κάθε τόπον. Αλλά και οι κατά καιρούς Διδάσκαλοι πολλά εδαπάνησαν και αυτοί και κοπίασαν. Και τον μισθόν όμως μέλλει να τον απολαύσουν πλούσιον όταν επιστρέψη πάλιν ο Κύριος, δηλαδή στην Δευτέραν αυτού Παρουσίαν και επάνοδον. Τότε θα του ειπή κάθε ένας από αυτούς: «Κύριε, δύο δηνάριά μοι έδωκας, ιδού άλλα δύο προσεδαπάνησα», και ο Κύριος θα τους ειπή: «ευ, δούλοι αγαθοί και πιστοί, εισέλθετε εις την χαράν του Κυρίου σας».
Ακούστε την παραβολήν με συντομίαν σαφέστερα και καθαρώτερα. Ο Σαμαρείτης είναι ο Χριστός που εσαρκώθη από την υπερευλογημένην αειπάρθενον Μαρίαν, την υπερένδοξον Μητέρα του, το «ίδιον κτήνος», το ζώον του, είναι το σώμα του Χριστού. Οίνος ο διδασκαλικός λόγος, έλαιον η φιλανθρωπία. Το πανδοχείον είναι η Εκκλησία, ο πανδοχεύς οι Απόστολοι, οι Αρχιερείς και Διδάσκαλοι. Δύο δηνάρια, η παλαιά και η νέα Γραφή και η αγάπη προς τον Θεόν και προς τον πλησίον. Και επάνοδος του Σαμαρείτου, η Δευτέρα του Χριστού Παρουσία και έλευσις.
Αφού ετελείωσεν ο Κύριος αυτήν την θαυμασίαν παραβολήν, ηρώτησε τον Νομικόν: «Ποίος από αυτούς τους τρεις σου φαίνεται ότι έγινε Πλησίον εκείνου που έπεσε πάνω στους ληστάς; Και αυτός του είπε: εκείνος που του έδειξε ευσπλαγχνία. Τότε του είπεν ο Κύριος: Πήγαινε και κάνε και συ το ίδιο». Με τα λόγια αυτά ο Κύριος μας διδάσκει να γινώμεθα μιμηταί του στην ευσπλαγχνία και την συμπάθεια, να ελεούμε τους ενδεείς και τους πτωχούς και να τους βοηθούμεν όσον ημπορούμε, είτε καλοί είναι είτε πονηροί. Επειδή όπως έκαμεν εκείνος, ο πανοικτίρμων και πολυέλεος προς εμάς τους αχαρίστους και εσταυρώθη και έπαθε για την αγάπη μας, έτσι θέλει να συμπάσχωμε και εμείς με τους αδελφούς και να τους βοηθούμε χωρίς προφάσεις. Και πρέπει να υπακούωμε σ’ αυτόν ως τέκνα γνήσια, εάν ποθούμε να γίνωμε και κληρονόμοι της Βασιλείας του. Όταν λοιπόν ιδούμε τον αδελφόν και πλησίον μας να θλίβεται από την πείναν και δίψαν, και να βασανίζεται από τις συμφορές και τις δυστυχίες, να είναι πληγωμένος και πονεμένος από τις αδικίες, μην τον παραβλέψωμεν όπως ο ιερεύς και τον αφήσωμε αβοήθητον, ούτε να αλλάξωμε δρόμον όπως ο Λευίτης, αλλά ας δείξωμε προς αυτόν συμπάθειαν και καλωσύνην. Ας τον κοιτάζωμε με βλέμμα εύσπλαγχνον, ας ανοίξωμε τα ώτα στους στεναγμούς και τα δάκρυά του, ας κατεβούμε από το υποζύγιον της υπερηφανείας, της αλογίας και της ματαιότητος. Ας σταλάξωμε έλαιον φιλανθρωπίας και ας δέσωμε τις πληγές του με λόγους παρηγορίας. Και ας τον ανεβάσωμε στο καλό υποζύγιο, να τον φέρωμε στον οίκο μας, να παρηγορήσωμε την συμφοράν του, σύμφωνα με το παράδειγμα που μας έδωσεν ο Κύριος, κατά την δύναμή μας. Και αν δεν έχωμε τα απαραίτητα προς εξυπηρέτηση και παρηγορίαν του, μη μας φανή δύσκολο και βαρυνθούμε τον κόπον, αλλά ας τον πάμε στο πανδοχείον, να παρακινήσωμεν εκείνους οι οποίοι έχουν δύναμη να τον βοηθήσουν. Ακόμη ας παρακαλέσωμε τον Θεόν, εάν είναι κατά το θέλημά του, να του ελαφρώση και να σμικρύνη την παίδευση. Και ακόμη ας φροντίζωμε και για την σωτηρία των αδελφών και πλησίον μας, διότι όπως είμεθα χρεώστες να τους βοηθούμε στα σωματικά, έτσι πρέπει να τους νουθετούμε και στα ψυχικά και να τους διδάσκωμε τα ψυχωφελή και σωτήρια, να τους παρακινούμε προς βίον ενάρετον. Έτσι γινόμεθα πρόξενοι της σωτηρίας των, καθώς μας διδάσκει και ο Απόστολος, λέγοντας: «ας έχωμεν φιλαδελφίαν ο ένας προς τον άλλον, να αγαπούμε τον πλησίον, καθώς ο Θεός ηγάπησεν ημάς και έδωκε τον Υιόν αυτού τον μονογενή λύτρον υπέρ ημών». Ας γίνωμε λοιπόν και εμείς συμπαθείς και αγαθοί προς τους πλησίον και όχι αμελείς και άσπλαγχνοι. Και άλλοτε ας τους βοηθούμε στις ανάγκες του σώματος, άλλοτε ας τους διορθώνωμε και ας τους οδηγούμε στην οδό της σωτηρίας, για να έχωμε περισσότερον μισθόν.

από alopsis

Πέμπτη, Νοεμβρίου 07, 2019

Οι δύο φωτεινότατοι οφθαλμοί του παντεπόπτου Θεού




Ο Μιχαήλ και ο Γαβριήλ είναι οι δύο φωτεινότατοι οφθαλμοί του παντεπόπτου Θεού, με τους οποίους βλέπει και φωτίζει όλον τον ορατόν και αόρατον κόσμον. Μιχαήλ και Γαβριήλ είναι αι δύο κραταιόταται χείρες του Παντοκράτορος, με τας οποίας διοικεί όλα τα πάντα, ουράνια και επίγεια. Μιχαήλ και Γαβριήλ είναι οι δύο ταχύτατοι και μυριόπτεροι πόδες του πανταχού παρόντος Κυρίου, με τους οποίους περιέρχεται και εμπεριπατεί όχι μόνον την οικουμένη όλην, αλλ’ έως και αυτάς τας αΰλους ψυχάς των ανθρώπων, έως και αυτάς τας σκοτεινοτάτας αβύσσους. Διά τούτο εις μίαν στιγμήν βλέπεις αυτούς να ευρίσκωνται εις το ένα άκρον του κόσμου, και εις την άλλην στιγμήν να ευρίσκωνται εις το άλλο άκρον, τώρα να θαυματουργούσιν εις την στεριά και τώρα να αρπάζωσιν από τα βάθη της αβύσσου τους καταβυθισθέντας.
Μιχαήλ, ο Άγγελος του θείου φόβου. Γαβριήλ, ο Άγγελος της θείας χαράς. Μιχαήλ, η παιδευτική δεξιά του Δικαίου. Γαβριήλ, η ελεημονητική δεξιά του Φιλάνθρωπου. Μιχαήλ, ο επί των δυνάμεων, Γαβριήλ, ο εξ απορρήτων. Μιχαήλ, το βλοσυρό όμμα του Κριτού. Γαβριήλ, το ήμερον βλέμμα του Προνοητού. Μιχαήλ, αι φοβεραί φωναί και βρονταί και αστραπαί και σάλπιγγες της καταβάσεως του Θεού εν τω Όρει Σινά. Γαβριήλ, αι γαληναί αύραι, οι ήμεροι ασπασμοί, τα ιλαρά φώτα και αι αψοφητί επί πόκον ερχόμενε σταγόνες της καταβάσεως του Θεού Λόγου εις την κοιλίαν της Μαριάμ. Μιχαήλ, ο έξοχος διάκονος του Παλαιού Νόμου. Γαβριήλ, ο εκλεκτός υπηρέτης της νέας χάριτος του Ευαγγελίου.
Καθώς ο Νόμος περιέχεται εν τω Ευαγγελίω και το Εύαγγέλιον εν τω Νόμω, τοιουτοτρόπως εν τω Μιχαήλ ευρίσκεται ο Γαβριήλ και εν τω Γαβριήλ ευρίσκεται ο Μιχαήλ και ένας με τον άλλον είναι ηνωμένοι περισσότερον παρά όπου είναι η ψυχή με το σώμα. Διά τούτο, οπού ο Μιχαήλ εκεί και ο Γαβριήλ και οπού ο Γαβριήλ εκεί και ο Μιχαήλ. Πάντοτε και πανταχού οι δύο αχώριστοι. Αχώριστοι εις τον Ουρανόν, αχώριστοι εις την Πάλαιαν Διαθήκην, αχώριστοι εις την Νέαν.
Ο Μιχαήλ είχε λόγον της εισαγωγικής πράξεως, διότι υπηρετεί εις τον Νόμον, όστις κατά Παύλον παιδαγωγός γέγονεν ημίν εις Χριστόν. Ο Γαβριήλ είχε λόγον τελειωτικής θεωρίας, διότι υπηρετήσεν εις το μυστήριον του Χριστού, όστις ήτο το τέλος του Νόμου και το συμπέρασμα. Ο Μιχαήλ ήταν αρχή και ο Γαβριήλ τέλος. Ο Μιχαήλ προπαιδευτής και ο Γαβριήλ τελειωτής. Ο Μιχαήλ Άλφα και ο Γαβριήλ Ωμέγα. Και λοιπόν, αν κατά τους Θεολόγους οι Θρόνοι κρίνωσι, τα Σεραφείμ μας θερμαίνωσι, τα Χερουβείμ μας σοφίζωσιν, αι Κυριότητες κελεύωσιν, αι Δυνάμεις ενεργώσιν, αι Εξουσίαι διατηρώσιν, αι Αρχαί εθναρχώσιν, οι Αρχάγγελοι τα της πίστεως διοικώσι και οι Άγγελοι λειτουργώσιν, όμως ο Μιχαήλ καί ο Γαβριήλ, ως τούτων πάντων ταξιάρχαι, περισσότερον μας κρίνουσι, μας θερμαίνουσι και μας σοφίζουσι, περισσότερον μας κελεύουσι, μας ενεργούσι και μας διατηρούσι, περισσότερον εθναρχούσι, διοικούσι την πίστιν και μας λειτουργούσι.
Και οι δύο ομού ένα σκοπό έχουν: την σωτηρίαν των ανθρώπων και το να πληρώσουν το του Θεού πανάγαθο θέλημα.
[Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης , Λόγος εις τους αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ]

Μιχαήλ ο ενδοξώτατος, Γαβριήλ ο χαριέστατος


Mιχαήλ ο ενδοξότατος και λαμπρότατος ταξιάρχης των ασωμάτων Δυνάμεων, πολλάς ευεργεσίας και χάριτας φαίνεται ότι έδειξεν εις το γένος των ανθρώπων, τόσον εν τη Παλαιά Διαθήκη, όσον και εν τη Nέα χάριτι του Eυαγγελίου. Διότι αυτός εφάνη πρώτον εις τον Πατριάρχην Aβραάμ. Έπειτα εις τον Λωτ, όταν ελύτρωσεν αυτόν με τας θυγατέρας του από το θεόπεμπτον πυρ, και από την καταστροφήν των Σοδόμων. Mετά ταύτα εφάνη εις τον Πατριάρχην Iακώβ, όταν ελύτρωσεν αυτόν από τας φονικάς χείρας του αδελφού του Hσαύ. Aυτός επροπορεύετο έμπροσθεν της παρεμβολής των υιών Iσραήλ, όταν ελευθερώθησαν από την σκλαβίαν των Aιγυπτίων, και με τον στύλον του πυρός και της νεφέλης, ευκόλυνεν εις εκείνους την δυσκολίαν της οδοιπορίας. Aυτός εφάνη εις τον μάντιν Bαλαάμ, όταν εκείνος επήγαινε διά να καταρασθή τον Iσραηλιτικόν λαόν, φοβερίζωντας αυτόν και φανερά εμποδίζωντας από το τοιούτον κίνημα. Aυτός και προς τον Iησούν του Nαυή ερωτήσαντα, απεκρίθη. «Eγώ αρχιστράτηγος Kυρίου νυνί παραγέγονα». Oύτος και εν τη νέα χάριτι εχώνευσε τους ποταμούς, τους οποίους μίαν φοράν απέλυσαν οι δυσσεβείς εναντίον του εν Xώναις αγιάσματός του, και εναντίον του θείου Nαού του.
Kαι άλλα δε πολλά ιστορούνται δι’ αυτόν εν ταις θεοπνεύστοις Γραφαίς. Διά τούτο και ημείς προστάτην αυτόν και φύλακα της ζωής ημών προβαλλόμενοι, την πάνσεπτον αυτού πανήγυριν εορτάζομεν σήμερον, η οποία και Σύναξις ονομάζεται δι’ αιτίαν τοιαύτην.
O διά υπερβολήν υπερηφανίας επαρθείς κατά του πάντων Ποιητού και Δεσπότου Διάβολος, και καυχησάμενος να βάλη τον θρόνον του επί των νεφελών του ουρανού, και να γένη όμοιος τω Yψίστω, καθώς περί αυτού γράφει ο Hσαΐας (Hσ. ιδ΄, 14), ούτος, λέγω, επειδή ευθύς οπού ενόησε ταύτα και εβουλήθη, εξέπεσεν από την ουράνιον δόξαν και από το αρχαγγελικόν αυτού αξίωμα. Kαθώς είπεν εν Eυαγγελίοις ο Kύριος. «Eθεώρουν τον Σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα» (Λουκ. ι΄, 18). Oμοίως δε και το υποτασσόμενον εις αυτόν τάγμα των Aγγέλων, απεσκίρτησεν από Θεού διά υπερηφάνειαν, διά τούτο εξέπεσε και αυτό μαζί με τον αρχηγόν του Διάβολον. Kαι έγιναν όλοι ομού σκοτεινοί αντί φωτεινοί. Kαι δαίμονες, αντί Άγγελοι. Tότε λοιπόν λέγεται, ότι ο μέγας ούτος αρχιστράτηγος Mιχαήλ, βλέπωντας την ελεεινήν των Aγγέλων έκπτωσιν, εκατάλαβε την αιτίαν της τοιαύτης εκείνων πτώσεως. Kαι διά τούτο με την υποταγήν και ταπείνωσιν, την οποίαν έδειξεν ως δούλος ευχάριστος και οικέτης πιστός προς τον εδικόν του Δεσπότην Θεόν, διεφύλαξε, τόσον την εδικήν του δόξαν και λαμπρότητα την παρά Θεού χαρισθείσαν, όσον και την δόξαν των άλλων Aγγελικών ταγμάτων. Όθεν διά την υποταγήν και ευγνωμοσύνην του ταύτην, εδιωρίσθη παρά του Θεού Παντοκράτορος, να ήναι πρώτος των Aγγελικών τάξεων.
Συνάξας γαρ και ενώσας εις έν τους χορούς των Aγγέλων, εφώναξεν εις αυτούς το «Πρόσχωμεν». Ήτοι ας προσέξωμεν και ας εννοήσωμεν, τι έπαθον ούτοι οι εκπεσόντες δαίμονες διά την υπερηφανίαν τους, οίτινες προ ολίγου ήτον μαζί με ημάς Άγγελοι. Kαι ας στοχασθώμεν τι μεν είναι ο Θεός, τι δε είναι ο Άγγελος. O μεν γαρ Θεός, είναι Δεσπότης και Δημιουργός ημών των Aγγέλων. Hμείς δε οι Άγγελοι, είμεθα δούλοι και κτίσματα του Θεού. Kαι έτζι ανύμνησε και εδόξασε τον των απάντων Θεόν, αναβοήσας εκείνον βέβαια τον θείον και αγγελικόν ύμνον με όλους τους Aγγέλους, «Άγιος, Άγιος, Άγιος Kύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης αυτού». Tο τοιούτον λοιπόν μυστήριον εξ αρχαίας παραδόσεως παραλαβόντες ημείς, την παρούσαν εορτήν εορτάζομεν. Σύναξιν αυτήν ονομάζοντες των Aγγέλων: τουτέστι προσοχήν, ομόνοιαν και ένωσιν.
+ Mαζί δε με τον Aρχάγγελον Mιχαήλ εορτάζομεν σήμερον και τον ωραιότατον και χαριέστατον Aρχάγγελον Γαβριήλ. Διατί και αυτός πολλάς ευεργεσίας εποίησεν εις το ανθρώπινον γένος, τόσον εν τη Παλαιά, όσον και εν τη Nέα Διαθήκη. Ον μεν γαρ τη προφητεία του Δανιήλ φέρεται αυτολεξεί το όνομά του, όταν εξήγησεν εις τον Δανιήλ την όρασιν, οπού είδε περί των βασιλέων Mήδων και Περσών και Eλλήνων. «Γαβριήλ, γάρ φησι, συνέτισον εκείνον (τον Δανιήλ δηλ.) την όρασιν» (Δαν. η΄, 16). Kαι πάλιν ο αυτός Γαβριήλ εφανέρωσεν εις τον αυτόν Δανιήλ, ότι μετά εβδομήκοντα εβδομάδας χρόνων, ήγουν μετά τετρακοσίους εννενήντα επτά χρόνους, έχει να έλθη ο Xριστός. «Kαι ιδού, φησιν, ανήρ Γαβριήλ, ον είδον εν τη οράσει εν τη αρχή πετόμενος, και ήψατό μου ωσεί ώραν θυσίας εσπερινής, και συνέτισέ με», και τα εξής (Δαν. θ΄, 21). Aυτός είναι οπού ευηγγέλισε και την γυναίκα του Mανωέ, ότι έχει να γεννήση τον Σαμψών. Aυτός είναι οπού ευηγγέλισε τον Iωακείμ και την Άνναν, ότι μέλλουν να γεννήσουν την κυρίαν και Δέσποιναν Θεοτόκον.
Έν δε τη Nέα Διαθήκη, αυτός είναι οπού ευηγγέλισε τον Ζαχαρίαν, εστώς εκ δεξιών επί του θυσιαστηρίου του θυμιάματος, ότι έχει να γεννήση τον μέγαν Iωάννην τον Πρόδρομον. Aυτός έτρεφε και την Αειπάρθενον Mαριάμ δώδεκα χρόνους μέσα εις τα Άγια των Aγίων με τροφήν ουράνιον. Aυτός δη αυτός, και ποίος αμφιβάλλει, ευηγγέλισε την αυτήν Θεοτόκον, ότι μέλλει να γεννήση εκ Πνεύματος Aγίου τον Yιόν και Λόγον του Θεού. Aυτός εφάνη εις το όραμα του Iωσήφ, ως θέλουσι πολλοί, και είπεν εις αυτόν να μη φοβηθή, αλλά να παραλάβη Mαριάμ την γυναίκα του, επειδή το εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματός εστιν Aγίου. Aυτός εφάνη και εις τους ποιμένας και ευηγγέλισεν αυτούς, ότι ετέχθη ο Σωτήρ του κόσμου Xριστός. Kαι αυτός εν οράματι είπεν εις τον Iωσήφ να πάρη το Παιδίον και την Mητέρα αυτού και να φύγη εις Aίγυπτον. Kαι πάλιν αυτός ο ίδιος είπεν αυτώ να επιστρέψη εις την γην Iσραήλ. Πολλοί δε των ιερών διδασκάλων και ασματογράφων γνωματεύουσιν, ότι ο θείος Γαβριήλ ήτον ο λευχειμονών εκείνος Άγγελος, όστις κατελθών από τον Oυρανόν, απεκύλισε τον λίθον από της θύρας του μνημείου του ζωοδότου Iησού, και εκάθητο επάνω αυτού. Kαι αυτός ήτον ο ευαγγελίσας τας Mυροφόρους περί της αναστάσεως του Kυρίου. Kαι διά να ειπούμεν καθολικώς, ο θειότατος Γαβριήλ υπηρέτησεν εις το Mυστήριον της ενσάρκου οικονομίας του Θεού Λόγου απ’ αρχής έως τέλους. Διά τούτο και η Eκκλησία του Xριστού παρέλαβε να συνεορτάζη αυτόν μαζί με τον Aρχάγγελον Mιχαήλ, και να επικαλήται την παρ’ αυτού χάριν και βοήθειαν.

άγιος Νικόδημος Αγιορείτης

Δευτέρα, Νοεμβρίου 04, 2019

Διδαχές αγίου Γεωργίου Καρσλίδη (εορτάζει σήμερα)


Μια μέρα καθόταν ο Γέροντας έξω από το σπίτι μου. Ήρθε μια γυναίκα και συζήτησε αρκετή ώρα μαζί του. Ο Γέροντας επαίνεσε κάποια γνωστή της. Τότε η γυναίκα του λέει:
-Γιατί, πάτερ, την επαινείς τόσο;
-Αυτή, μάνα μου, και τι δεν έκανε. Πεθαμένους ξημέρωσε (δηλαδή ξενυχτούσε στα σπίτια που είχαν νεκρό), ορφανά βοήθησε, γεφύρια έχτισε, ελεημοσύνες έκανε.
-Πάτερ, γι’ αυτήν δεν άκουσα καλά λόγια.
-Τα κακά λόγια άκουσες και τα καλά δεν άκουσες; Αυτής τα στραβά άκουσες, τα δικά σου δεν τα ξέρεις;
-Πάτερ, τι έκανα η κακομοίρα;
- Όταν ζυγίζεις τη μισή οκά για μια κι έκλεβες στη ζυγαριά, δεν το σκεφτόσουν; Δούλεψες για τον διάβολο. Εκείνα λογάριασες και τα δικά σου δε λογάριασες;
Η γυναίκα σιώπησε και κατέβασε το κεφάλι της.
***
Την ημέρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ήλθαν να τον δουν 4-5 γυναίκες επιστρέφοντας από μία βάπτιση, που είχε γίνει στο χωριό. Μόλις τις είδε, είπε: «Πήγατε στη βάπτιση και φεύγοντας κουτσομπολεύατε το φαγητό που σας παρέθεσαν, αν ήταν καλό ή όχι…». Εκείνες τον κοιτούσαν και χαμογελούσαν. Ο Γέροντας τότε είπε αυστηρά: «Μη γελάτε… Είναι πολύ κακό να σε ταϊζει ο άλλος και συ να τον κατηγορείς για ό,τι σου προσφέρει».
***
«Ο Θεός φροντίζει για όλους. Η απελπισία είναι σχεδόν απιστία».
***
«Να μην κάθεσθε την ώρα της θ. Λειτουργίας. Ο νους σας να μην πετάει εδώ κι εκεί. Όσο θα είσθε στην εκκλησία να το πάρετε απόφαση, να διαθέσετε όλο τον χρόνο στην προσευχή».
***
Σε μια γυναίκα που άφησε αβοήθητη μια μητέρα που γεννούσε και πέθανε το παιδί της στάθηκε πολύ αυστηρός στην ασπλαχνία της. Μετά την εξομολόγηση της είπε: «Για να συγχωρεθείς, θα πας στο σπίτι σου, και θα παρακαλέσεις πολύ την Παναγία να σε βοηθήσει να κάνεις τον κανόνα σου. Θα πας να ζητιανέψεις σε εφτά χωριά. Από το πρωί ως το βράδυ θα ζητιανεύεις στο ένα χωριό και ότι μαζεύεις θα το μοιράζεις σε φτωχούς και ορφανά. Αυτό θα το κάνεις επί μία εβδομάδα». Η γυναίκα ρώτησε αν μπορεί να μοιράσει χρήματα δικά της, για μην εκθέσει την οικογένειά της. Ο Γέροντας όμως επέμενε: «Το αμάρτημα αυτό δεν συγχωρείται με χρήματα, αλλά με ζητιάνεμα, για να ταπεινωθείς, για να φύγει ο εγωισμός, για να πέσει η μύτη ως το χώμα».
***
Σε κάποιον που αποφάσισε να διαλύσει τον γάμο του επειδή η πεθερά του επενέβαινε αδιακρίτως στα του οίκου του, τον συμβούλευσε ο Γέροντας: «Την γυναίκα δεν την χωρίζουν εύκολα. Αυτή σου την έδωσε εσένα ο Θεός, να υποφέρεις μαζί της».
***
Είπε σε κάποιον προσκυνητή για την αντιδικία: «Σου έκανε εκείνο, του έκανες εσύ, σου έκανε εκείνος, πάλι του έκανες εσύ… Αυτά δεν τελειώνουν. Εσύ δεν έπρεπε να συνεχίσεις την ανταπόδοση του κακού».
***
«Οι υποσχέσεις στον Θεό δεν πρέπει να αθετούνται».
***
«Να μη σκέπτεσθε μόνο τι θα φάτε, τι θα φορέσετε, τι μεγάλο σπίτι θα χτίσετε. Να κτυπάτε τις πόρτες των φτωχών, των αρρώστων, των ορφανών. Περισσότερο να προτιμάτε τα σπίτια των θλιμμένων παρά των χαρούμενων. Εάν κάνετε καλά έργα, θα έχετε μεγάλο μισθό από τον Θεό. Θ’ αξιωθείτε να δείτε θαύματα, και στην άλλη ζωή θα έχετε απέραντη αγαλλίαση».
***
«Πάντα να ζείτε σεμνά και ταπεινά, δίχως εγωισμό… Πάντα να φροντίζετε ν’ αγαπάτε τους γέρους, τα ορφανά, τους αρρώστους. Να συναναστρέφεστε με φτωχούς και με ανθρώπους που οι άλλοι τους ταπεινώνουν».
***
Είπε ο Γέροντας σε προσκυνήτρια της μονής: «Στον φτωχό που σου ζήτησε να του δώσεις ψωμί δεν του έδωσες και τώρα ήρθες να κάνεις σαρανταλείτουργο για να επιδειχθείς;»
***
«Η Παναγία δεν θέλει μεγάλες λαμπάδες, ελεημοσύνη στους φτωχούς θέλει».
***
Είπε σε μια γυναίκα που τον συνάντησε στο μοναστήρι: «Τι; πηγαίνεις κάθε ημέρα στην Εκκλησία και δεν έχεις συγχωρεθεί με τα παιδιά σου;».
***
Σε μια νέα γυναίκα είπε: «Εσύ για την αγάπη που έδειξες στην κατάκοιτη μητέρα σου έκανες πολύ καλά. Ο Θεός σου τα συγχώρεσε όλα».
***
«Ο γεωργός όταν αρχίσει να οργώνει για να σπείρει, βλέπει πάντα εμπρός και προχωρεί, δεν γυρίζει να δει πίσω του και ο Θεός τον προστατεύει».
***
Έλεγε ο Γέροντας ότι αυτά που σώζουν τον άνθρωπο είναι «τα έργα τα καλά του Θεού, η ταπείνωση, η υπακοή, η αγάπη, η ελεημοσύνη».
***
Ο Γέροντας παρ’ ότι περιστοιχιζόταν από τόσο πολύ κόσμο, που τον εκτιμούσε και τον υπεραγαπούσε, αισθανόταν μόνος του. Δεν είχε ανθρώπους να τον καταλάβουν καλά, να τον μιμηθούν, να τον διαδεχθούν. Αναπαυόταν στο θέλημα του Κυρίου. Σε στιγμές ειλικρίνειας και πόνου αναφωνούσε: «Πολλά τα πρόβατα, αλλά πολύ λίγο το γάλα».

από ιστοσελίδα ι.μ δράμας