ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Τρίτη, Ιανουαρίου 15, 2019

Συνάντηση του Αντωνίου του μεγάλου με τον όσιο Παύλο τον Θηβαίο


…Ο αββάς Παύλος έφτασε στην ηλικία των εκατό και δεκατριών ετών.Τότε και ο Μέγας Αντώνιος ήταν ενενήντα χρόνων και πολλές φορές σκεπτόταν και απορούσε λέγοντας. Άραγε θα υπάρχη άλλος Μοναχός στην πιο βαθειά έρημο; Μια νύκτα ήλθε Άγγελος Κυρίου και του λέγει: Πήγαινε γρήγορα στο βάθος της έρημου, να βρεις τον Αββά Παύλο, ο οποίος είναι πιο ενάρετος από σένα και θα λάβεις μεγάλη ωφέλεια από αυτόν. Όταν άκουσε αυτά δεν καθυστέρησε καθόλου, αλλά αφού περιφρόνησε την αδυναμία των γηρατειών, την μεγάλη οδοιπορία και όλα τα άλλα εμπόδια, ξεκίνησε το πρωί και περπατώντας όλη την ημέρα εκαίγετο από τον καφτερό ήλιο. Είχε όμως την ελπίδα στον Κύριο ότι θα του δείξει τον έμψυχο θησαυρό, και δεν σκεπτόταν καθόλου τις δυσκολίες του δρόμου.
Την τρίτη ημέρα είδε ένα λιοντάρι, που ανέβαινε βιαστικά σε ένα βουνό. Ο δε Όσιος γνωρίζοντας ότι ο Θεός τον άκουσε, ακολούθησε το θηρίο και έτσι έφθασε στο σπήλαιο. Τότε το μεν λιοντάρι μπήκε στο σπήλαιο, ο δε όσιος έμεινε απ’ έξω. Έτσι, αφού άφησε για την αγάπη κάθε δειλία και φόβο, ξεκίνησε γρήγορα να μπει μέσα σε αυτό και από την βιασύνη του σκόνταψε σε μια πέτρα και κτύπησε λίγο το πόδι του.
Ακούγοντας τον θόρυβο ο ευρισκόμενος μέσα στο σπήλαιο Όσιος Παύλος, έκλεισε την πόρτα, ο δε όσιος Αντώνιος τον παρακαλούσε από έξω λέγοντας: ”Σε παρακαλώ για τον Κύριο, Όσιε Πάτερ, άνοιξέ μου για να δω το σεβάσμιο πρόσωπο σου.” Ο δε Όσιος Παύλος, θέλοντας να τον δοκιμάσει δεν άνοιγε. Έτσι, επειδή δεν μπορούσε ο μακάριος Αντώνιος από τον κόπο της οδοιπορίας και το κτύπημα να στέκεται όρθιος, έπεσε με το πρόσωπο στην γη και έμεινε έτσι εξ ώρες να τον παρακαλεί. 
Βλέποντας τον ήλιο να πλησιάζει την δύση του, παρακαλούσε πιο θερμά τον Όσιο να του ανοίξει την είσοδο. Ο δε Όσιος τον ρώτησε από μέσα ποιος ήταν, από που ήλθε και τι ζητούσε. Ο Αντώνιος του αποκρίθηκε λέγοντάς του την αλήθεια και πρόσθεσε: Άνθρωπε του Θεού, γνωρίζω πως δεν είμαι άξιος να σε δω και να συναντηθούμε, αλλά μάθε ότι δεν φεύγω από δω αν δεν απολαύσω την ποθούμενη μου θέα σου και τα γλυκύτατα σου λόγια. Γι’ αυτό περπάτησα ο γηραιός τόσο δρόμο ,και δεν λογάριασα τόση ταλαιπωρία, και βάσανα και τον φόβο των θηρίων, ω επώνυμε και μιμητά του Παύλου, τα άγρια θηρία φιλοξενείς και τον κατ’ εικόνα Θεού άνθρωπο, αν και αμαρτωλό και ανάξιο αποστρέφεσαι; …αλλά δεν φεύγω από εδώ έως να μου ανοίξεις , ακόμα και να πεθάνω έξω από την πόρτα σου, κι έτσι νεκρός να ελέγχω και να κατηγορώ αφώνως την ασπλαχνία σου. Αυτά έλεγε ο Αντώνιος κλαίγοντας.

Και απαντώντας του ο Παύλος “χαριέντως” του λέγει: Όποιος ζητεί δεν φοβερίζει κι όποιος κατηγορεί δεν δακρύζει. Και ανοίγοντάς του τον υποδέχεται εγκάρδια: “Καλώς ήρθες αδελφέ και συνεργάτα Αντώνιε”. Έτσι αφού κατασπάσθηκε ο ένας τον άλλο εν φιλήματι αγίω και αφού συνομιλούσαν με λόγια θεϊκά, αισθάνθηκαν μεγάλη πνευματική ευφροσύνη και αγαλλίαση. Έπειτα είπε ο Παύλος προς τον Αντώνιο: Τι ανάγκη είχες αδελφέ να κακοπαθήσεις τόσο να έλθεις έως εδώ , για να δεις έναν σαπρό και άχρηστο γέροντα ο οποίος πρόκειται σε λίγο να πεθάνει;…
Κι ενώ συνομιλούσαν οι Άγιοι, βλέπουν πάνω σε ένα κλαδί δένδρου, κόρακα να βαστάζει ένα ολόκληρο άρτο, ο οποίος αφού πέταξε από το δένδρο τοποθέτησε τον άρτο ανάμεσα τους. Ενώ θαύμαζε ο Όσιος Αντώνιος αυτό το παράδοξο του είπε ο Όσιος : Στα αλήθεια, αδελφέ Αντώνιε, πολύ φιλάνθρωπος και Ελεήμων είναι ο Κύριος χορηγώντας σπόρο σε αυτόν που σπέρνει και άρτο για τροφή. Εξήντα χρόνια είναι όπου μου φέρνει την τροφή ο κόρακας αυτός, όπως είδες και όχι ένα άρτο, αλλά το μισό και σήμερα για την παρουσία σου διπλασίασε ο αγαθός Τροφεύς και Δεσπότης την τροφή.

Ευχαρίστησαν τον Θεό και οι δυο και πήγαν στην πηγή να δειπνήσουν («παξιμαδήσουσι»). «Και φιλονικούντες ώραν πολλήν ως ταπεινόφρονες, συνερίζουνταν τις να κόψη τον άρτον, να ευλογήση την τράπεζαν, κι επροτίμα ένας τον άλλον τους»… «Τέλος, συμφώνως έλαβε πας ένας τον άρτον από το ένα μέρος.» Και τον έκοψαν μαζί εις το Όνομα του Κυρίου. …Αφού έφαγαν ο Όσιος, έκαναν αγρυπνία όλη την νύκτα, προσευχόμενοι και δοξολογούντες τον Κύριο, και το πρωί είπε ο Παύλος προς τον Αντώνιο. Είναι πολλές μέρες, όπου μου απεκάλυψε ο Κύριος μας, ότι κατοικείς σε αυτή την έρημο, και μου υποσχέθηκε ότι θα σε ιδώ προτού τελειώσει η ζωή μου. Τώρα λοιπόν κατά την υπόσχεση σε απέστειλε να ενταφιάσεις το σώμα μου.
Όταν άκουσε αυτά ο Μέγας Αντώνιος, έτρεχαν τα δάκρυα του σαν ποτάμι , κλαίοντας για τον χωρισμό και τον παρακαλούσε θερμά να κάνη δέηση προς τον Κύριο, για να πάει και αυτός στην συνοδεία του.
Σε παρακαλώ για την αγάπη μου, να μην βαρεθείς μέσα στους άλλους κόπους σου, αλλά να μου φέρεις τον μανδύα που σου έδωσε ο Επίσκοπος (Μέγας) Αθανάσιος, διότι έχω πολλή ευλάβεια να ενταφιάσεις με εκείνον το λείψανό μου.
Αυτό, βέβαια, το έλεγε ο Παύλος μόνον ως πρόφαση, ώστε να μην είναι παρών κατά την κοίμησή του ο Αντώνιος και λυπηθεί περισσότερο. Και ούτε είχε ανάγκη από το ιμάτιο κατά τον θάνατο. Θαυμάζοντας ο Αντώνιος το «προορατικόν πνεύμα» του Οσίου, τον ευλαβείτο ως Άγγελο και δακρύζοντας του φίλησε τα χέρια και τα μάτια. Και ζητώντας του συγχώρεση, έφυγε γρήγορα για το κελί του.
Αφού πήρε λίγη τροφή επήρε τον μανδύα που του είπε και έτρεχε γρήγορα προς αυτό που επιθυμούσε, διψώντας τον Παύλο, βλέποντας προς τον Παύλο, “τον οποίον είχεν τροφήν σώματος, πνοήν και αναψυχήν της ψυχής του”.. Προσπαθούσε όσο μπορούσε πιο γρήγορα να περπατήσει, επειδή φοβόταν μήπως και δεν τον φθάσει ζωντανό για να πάρει την ευλογία του.
Αφού περπάτησε όλη την πρώτη ημέρα και μέρος από την δεύτερη, είδε στο δρόμο με τους νοερούς οφθαλμούς της ψυχής του τάγματα, Αγγέλων, Προφητών και χορούς Αποστόλων, στρατεύματα Μαρτύρων και Όσιων και μαζί με αυτούς, την ψυχή του Παύλου να λάμπει περισσότερο από το χιόνι, την οποίαν πήγαιναν με πολλή χαρά στα ουράνια. Όταν είδε αυτά έπεσε με το πρόσωπο στην γη, και αφού έβαλε άμμο στο κεφάλι του, κτυπούσε το πρόσωπο του “οδυρόμενος”. Αφού έκλαψε πολλή ώρα, έτρεχε και αισθανόταν τόσο δύναμη στο σώμα του, σαν να ήταν νέος και ακόμη περισσότερο.

Όταν έφθασε στο σπήλαιο, βρήκε τον Όσιο γονατιστό και είχε προς τον ουρανό υψωμένα τα χέρια του και το πρόσωπο. Επειδή νόμισε λοιπόν ότι ήταν ακόμη ζωντανός και προσευχόταν, συμπροσευχόταν και αυτός πολλή ώρα και έβλεπε με προσοχή εάν κουνηθεί κάποιο μέλος του Αγίου ή αν στενάξει ή αν κάνη κάτι που κάνουν οι ζωντανοί, για να γνωρίσει την αλήθεια. Αφού πέρασε πολύ ώρα και καθόλου δεν κινήθηκε, κατάλαβε ότι τελείωσε προσευχόμενος. Τότε πήγε με πολλή ευλάβεια και αγκάλιασε εκείνο το σεβασμιότατο λείψανο και συνεχώς το ασπάζονταν, κλαίοντας επειδή δεν τον γνώρισε πολύ πιο μπροστά για να απολαύσει την συνομιλία του προς ψυχική του ωφέλεια. 
Αφού τύλιξε αυτό με τον μανδύα, που έφερε, είπε τους συνήθεις ψαλμούς και όσα τροπάρια ήξευρε και θέλοντας να τον ενταφιάσει δεν ήξερε πως να σκάψει την γη επειδή δεν πήρε μαζί του κάποιο εργαλείο όταν αναχώρησε από το κελί του.

Στεκόταν λοιπόν στεναχωρημένος, σκεπτόμενος να μην φύγει “έως να του στείλη ο Κύριος εξ ύψους βοήθειαν”. Τότε βλέπει να έρχονται τρέχοντας προς αυτόν δύο “φοβερώτατοι” λέοντες από το βάθος της έρημου . Στην αρχή μεν φοβήθηκε σαν άνθρωπος. Αλλά στήριξε την καρδιά του προς τον Κύριο κι έμεινε χωρίς φόβο. Τα δε λιοντάρια αφού πλησίασαν πρώτα στον μακάριο Παύλο κουνούσαν τις ουρές τους και με τις γλώσσες τους, έγλειφαν τα πόδια του, σαν να ήταν ζωντανός. Έπειτα όταν κατάλαβαν ότι ο Άγιος είχε τελειώσει, μούγκρισαν πέφτοντας στα πόδια του με πολλή θλίψη σαν άνθρωποι. Ο δε Όσιος θαύμασε βλέποντας ότι και τα θηρία είχαν στεναχωρηθεί για την αναχώρηση του Παύλου. “Αφού δε επέρασεν ολίγον η λύπη τους, ηγέρθησαν” και έσκαψαν την γη με τα νύχια τους κάνοντας τάφο ίσα ακριβώς με το λείψανο, και έβγαλαν το χώμα με τα πόδια τους. Έπειτα πήγαν στον Αντώνιο σαν να του ζητούσαν ευλογία “δια τον μισθόν του κόπου τους”, κουνώντας τις ουρές τους και τα αυτιά τους και έβαλαν κάτω το κεφάλι τους και έκαναν και άλλα τέτοια σχήματα.
Ο δε Όσιος Αντώνιος αφού ύψωσε τα χέρια του προς τον ουρανό αυτά προσευχήθηκε: «Κύριε ο Θεός που τα γνωρίζεις όλα, που χωρίς την εντολή Σου ούτε φύλλο από το δένδρο δεν πέφτει, ούτε πουλί στην γη δεν κατεβαίνει, Συ Κύριε, όπως γνωρίζεις, δώσε και τον μισθό στα θηρία αυτά».
Αυτά αφού είπε ο θείος Αντώνιος, έκανε με το χέρι του σημείο στα λιοντάρια για να αναχωρήσουν. Αυτά αφού πήγαν πάλι στο ιερό λείψανο του Παύλου και κατεσπάσθηκαν αυτό αναχώρησαν.

Ο δε Αντώνιος, βαστάζοντας το ιερό λείψανο το ενταφίασε το έτος 341, στις 15 Ιανουαρίου. Ο Άγιος Παύλος γεννήθηκε το έτος 227 στην Θηβαΐδα της Αιγύπτου, το δε έτος 250 έφυγε στην έρημο. Έζησε δε στο σπήλαιο 91 έτη, όλα δε τα χρόνια του ήσαν 114.
Περίμενε δε ο Μέγας Αντώνιος ακόμη μία ημέρα, για να δη εάν έλθει πάλι ο κόρακας με τον άρτο, αλλά δεν φάνηκε. Και αφού έγινε κληρονόμος της στολής του Οσίου Παύλου, επήρε εκείνο το ένδυμα των φοινίκων και επέστρεψε στο Μοναστήρι διηγούμενος στους Μοναχούς όλα τα προηγούμενα, την δε στολή του Οσίου Παύλου την είχε σε τόση μεγάλη τιμή και καύχημα, ώστε την φορούσε το Άγιον Πάσχα και τις άλλες μεγάλες εορτές.
Πηγή: Νέος Παράδεισος Αγαπίου Λάνδου μοναχού του Κρητός
iconandlight

Δευτέρα, Ιανουαρίου 14, 2019

Οι άγιοι αββάδες οι εν Σινά και Ραϊθώ


Όπως αναφέρει ο ιερός συναξαριστής, ήδη από την εποχή του Διοκλητιανού (τέλη του 3ου αιώνα) είχαν φονευτεί από τους Σαρακηνούς (Βλέμμυες) της περιοχής οι πρώτοι αββάδες.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση των 38 αββάδων εν Σινά, πρόκειται για οσίους πατέρες, που ζούσαν μέσα στις σπηλιές του όρους Σινά την αγία μοναχική ζωή κατά τον 5ο αιώνα μ.Χ. Αλλ' η ευσεβής ζωή τους ταράζεται ξαφνικά μια μέρα, με τρόπο άγριο και αιματηρό. Διότι στίφη βαρβάρων, που λυσσούσαν κατά της χριστιανικής πίστης, φάνηκαν στις κατοικίες των Χριστιανών αναχωρητών.
Οι Άγιοι αυτοί μπροστά στη σφαγή και το θάνατο έδειξαν θαυμαστή ανδρεία και αφοβία. Κανένας δεν αρνήθηκε την πίστη του. Οι βάρβαροι τους έσφαξαν μέσα στις καλύβες τους και αυτοί πέθαναν προσευχόμενοι, ψάλλοντας ύμνους, δοξολογίες και ευχαριστίες στον Θεό. Από όλους τους μοναχούς λίγοι σώθηκαν. Τη νύκτα φάνηκε φλόγα πυρός, που κατέκαιε όλο το Όρος και η φλόγα ανερχόταν μέχρι τον ουρανό. Το είδαν αυτό οι βάρβαροι και φοβήθηκαν, ρίξανε τα όπλα τους και έφυγαν.
Αυτοί που σφαγιάστηκαν πρώτα ήταν 38, έχοντας διάφορες πληγές στα σώματά τους. Από αυτούς βρέθηκαν δύο ζωντανοί, ο Σάββας και ο Ησαΐας. Αυτοί που φονεύτηκαν, άλλοι μεν είχαν τελείως κομμένα τα κεφάλια τους, ενώ από άλλους το δέρμα κρατούσε από το ένα μέρος, κι άλλοι ήταν κομμένοι στα δύο. Αυτούς οι δύο μοναχοί αφού μάζεψαν τα λείψανα των σφαγιασθέντων, τους έθαψαν με μεγάλη σεμνότητα, κι αυτοί μας διηγήθηκαν τα σχετικά με αυτούς.
Δύο μέρες μακριά από το όρος Σινά, προς την Ερυθρά θάλασσα, ήταν ή έρημος της Ραϊθού, στο εσωτερικό της οποίας ζούσαν Χριστιανοί αναχωρητές. Ήταν συγκεντρωμένοι πάνω σ' ένα όρος. Αλλά την ίδια μάλλον ημέρα (κατ' άλλους νωρίτερα, την 22α Δεκεμβρίου), που έγινε η σφαγή των πατέρων στο όρος Σινά, ένας βάρβαρος λαός από την Αραβία, οι Βλέμμυες, αποφάσισαν να εξολοθρεύσουν και τους πατέρες που βρίσκονταν στην έρημο της Ραϊθού. Αυτοί ήταν περίπου τριακόσιοι και αφού πήραν αιχμαλώτους τις γυναίκες και τα παιδιά των Φαρανιτών, πήγαν στο Κάστρο, όπου είχαν την εκκλησία τους οι Άγιοι Πατέρες.
Εκείνοι, μόλις αντιλήφθηκαν τους βαρβάρους, έκλεισαν την πόρτα του Ναού και περίμεναν. Ο ηγούμενος της Μονής Παύλος, ο οποίος θεωρείται ότι καταγόταν από την πόλη των Πατρών, συγκέντρωσε τους αδελφούς όλους μέσα στο Ναό και τους απηύθυνε λόγια γενναία και συγκινητικά. Τους θύμισε ότι σκοπός της ζωής τους είναι ο Χριστός και η βασιλεία Του. Ότι γι' αυτήν ήταν όλες οι προσευχές, οι μελέτες, οι πόθοι και τα έργα τους. Και ότι τώρα τους παρουσιάζεται λαμπρότατη ευκαιρία ν' αποκτήσουν τον στέφανο του μαρτυρίου, χύνοντας και αυτό το αίμα τους για τον μισθαποδότη Κύριό τους. Τους παρεκίνησε επίσης να ευχηθούν, ακόμα και γι’ αυτούς τους δυστυχισμένους που θα τους σκότωναν. Οι πατέρες συμφώνησαν με τα λόγια αυτά, και όλοι μαζί προσευχήθηκαν.
Μόλις τελείωσαν την προσευχή τους, έσπασαν την πόρτα και μπήκαν στο μοναστήρι οι βάρβαροι Βλέμμυες, σπέρνοντας παντού το θάνατο με ιδιαίτερη αγριότητα. Τις σφαγές των πατέρων αυτών διηγήθηκαν ο μακάριος Νείλος ο Ασκητής, ο οποίος είχε διατελέσει έπαρχος Κωνσταντινουπόλεως, ο μοναχός Αμμώνιος στη Διήγησή του, καθώς και ο μοναχός Αναστάσιος ο Σιναΐτης κατά τον 7ο μ.Χ. αιώνα. Η δε Εκκλησία κατέταξε στους Αγίους της τους μάρτυρες μοναχούς, που σφράγισαν την πίστη τους με το αίμα τους. Αρχικά η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμούσε τη μνήμη των εν Σινά και Ραϊθώ αναιρεθέντων οσίων Αββάδων (Πατέρων) στις 28 Δεκεμβρίου, αργότερα όμως επικράτησε να εορτάζεται στις 14 Ιανουαρίου.


saint.gr

Σάββατο, Ιανουαρίου 12, 2019

Kυριακή μετά τα Φώτα :Και τους έντυσε με φως...


Μακαρίου του Αιγυπτίου , ομιλία β 
῾Ο βασιλιάς τοῦ σκότους πού μπῆκε μέσα στήν ψυχή, αὐτός ὁ πονηρός ἄρχοντας, ἀφοῦ αἰχμαλώτισε τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν ἀρχή, τήν κάλυψε καί τήν ἔνωσε μέ τή σκοτεινή του δύναμη. Συνέβη τότε πως γίνεται ταν θέλουν νά κάνουν κάποιον βασιλιά. Τόν ντύνουν βασιλικά ροῦχα, τοῦ φοροῦν ἀπό τό κεφάλι μέχρι τά νύχια βασιλικά ροῦχα. ῎Ετσι ἔντυσε κι ὁ διάβολος τήν ψυχή καί ὁλόκληρη τήν ὑπόστασή της μέ τήν ἁμαρτία. ῎Ετσι τή μόλυνε ὁλόκληρη καί ὁλόκληρη τήν αἰχμαλώτισε στό βασίλειό του. Δέν ἄφησε οὔτε ἕνα μέρος τῆς ψυχῆς πού νά μή τό κάνει δικό του, οὔτε τούς λογισμούς, οὔτε τό νοῦ, οὔτε τό σῶμα, ἀλλά τήν ἔντυσε μέ τήν στολή τοῦ βασιλείου τοῦ σκότους. Διότι, πως στό σῶμα ταν ἀσθενήσει δέν ὑποφέρει μόνο ἕνα μέρος ἤ ἕνα μέλος του, ἀλλ᾿ ὑποφέρει ὅλος ὁ ἄνθρωπος, ἔτσι καί ἡ ψυχή ὁλόκληρη ἀρρώστησε καί πάσχει ἀπό τά πάθη τῆς κακίας καί τῆς ἁμαρτίας. ῎Εντυσε λοιπόν μέ τήν κακία του, δηλαδή μέ τήν ἁμαρτία ὁ πονηρός ὁλόκληρη τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, πού εἶναι τό βασικό μέλος καί μέρος τοῦ ἀνθρώπου, καί ἔτσι ἔγινε τό σῶμα παθητό καί φθαρτό. Διότι ὅταν ὁ ἀπόστολος λέει· “ἀποβάλετε καί πετάξτε ἀπό πάνω σας τόν παλαιό ἄνθρωπο” (῎Εφεσ. 4,22) ἐννοεῖ ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο, καί τά μάτια μέ ἄλλα μάτια, τό κεφάλι μέ ἄλλο κεφάλι, τά αὐτιά μέ ἄλλα αὐτιά, τά χέρια μέ ἄλλα χέρια, τά πόδια μέ ἄλλα πόδια. Διότι ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο, σῶμα καί ψυχή, τόν μόλυνε καί τόν ἔκανε κομάτια ὁ πονηρός.
 ῾Ολόκληρο τόν ἄνθρωπο τόν ἔντυσε μέ τήν ἁμαρτία καί τόν ἔκανε παλαιό καί βδελυρό ἄνθρωπο, ἀκάθαρτο καί θεομάχο, ἀνυπότακτο στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιά νά μή μπορεῖ νά βλέπει πλέον ὁ ἄνθρωπος ὅπως θέλει, ἀλλά νά βλέπει πονηρά, καί νά ἀκούει πονηρά, καί τά πόδια του νά τρέχουν γιά νά κάνουν τό κακό, καί τά χέρια του νά δουλεύουν στήν παρανομία, καί ἡ ψυχή του νά λογίζεται πονηρά.
῎Ας παρακαλέσουμε λοιπόν καί ἐμεῖς τόν Θεό νά πετάξει ἀπό πάνω μας τόν παλαιό ἄνθρωπο, διότι μόνο Αὐτός μπορεῖ νά πετάξει ἀπό πάνω μας τήν ἁμαρτία. ᾿Επειδή εἶναι πιό δυνατοί ἀπό ἐμᾶς αὐτοί πού μᾶς αἰχμαλώτισαν καί μᾶς κρατοῦν στό βασίλειό τους. Αὐτός μᾶς ὑποσχέθηκε τι θά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό αὐτή τήν βαριά αἰχμαλωσία. Συμβαίνει κι ἐδῶ τι ἀκριβῶς καί μέ τήν ἁμαρτία πού ἔχει ἐνωθεῖ μέ τήν ψυχή, γιατί ἄλλη ἡ φύση τῆς ψυχῆς καί ἄλλη τῆς ἀμαρτίας. ῞Οταν λοιπόν ὑπάρχει ἥλιος καί φυσάει ἕνα ἀεράκι, που ὁ μέν ἥλιος ἔχει δικό του σῶμα καί δική του φύση, ἐπίσης καί ὁ ἄνεμος ἔχει δικό του σῶμα καί δική του φύση, καί κανείς δέν μπορεῖ νά διαχωρίσει τόν ἄνεμο ἀπό τόν ἥλιο, παρά μόνο ὁ Θεός, ἄν σταματήσει τόν ἄνεμο γιά νά μή πνέει πλέον.
Εἶναι ἀδύνατο λοιπόν νά χωρισθεῖ ἡ ψυχή ἀπό τήν ἁμαρτία ἄν δέν σταματήσει καί δέν ἀπομακρύνει ὁ Θεός τόν πονηρό αὐτό ἄνεμο πού κατοικεῖ μέσα στήν ψυχή καί στό σῶμα. Νά τό ποῦμε καί ἀλλοιῶς. ῞Οπως κάποιος πού βλέπει ἕνα πτηνό πού πετάει, καί θέλει καί ὁ ἴδιος νά πετάξει, μή ἔχοντας ὅμως φτερά, εἶναι ἀδύνατο νά πετάξει, ἔτσι συμβαίνει καί στόν ἄνθρωπο. “Τό νά ἐπιθυμεῖ μέν τό καλό, τό νά εἶναι δηλαδή καθαρός, ἄμεμπτος, ἀμόλυντος, καί νά μήν ἔχει κακία μέσα του καί νά εἶναι πάντα μέ τόν Θεό, αὐτό εἶναι στό χέρι του” (Ρωμ. 7,18), τή δυνατότητα ὅμως καί νά πετύχει τήν ἐπιθυμία του δέν τήν ἔχει. Θέλει μέν νά πετάξει στόν θεϊκό ἀέρα καί στήν ἐλευθερία τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἄν ὅμως δέν ἀποκτήσει φτερά, δέν μπορεῖ νά τό κάνει αὐτό.
῎Ας παρακαλέσουμε λοιπόν τόν Θεό νά μᾶς δώσει τά φτερά τῆς περιστερᾶς τοῦ ἁγίου Πνεύματος, γιά νά πετάξουμε πρός Αὐτόν καί ἐκεῖ νά ἀναπαυθοῦμε. Καί νά διαχωρίσει καί νά ἀπομακρύνει τόν πονηρό ἄνεμο ἀπό τήν ψυχή καί τό σῶμα μας, δηλαδή τήν ἁμαρτία πού κατοικεῖ στά μέλη τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματός μας. Διότι μόνο Αὐτός μπορεῖ αὐτό νά τό κάνει. Εἶπε: “Νά ὁ ᾿Αμνός τοῦ Θεοῦ πού θά πάρει πάνω Του τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου” (᾿Ιω. 1,29). μόνο Αὐτός ἔκανε αὐτή τή φιλανθρωπία στούς ἀνθρώπους πού πιστεύουν σ᾿ Αὐτόν. Διότι τούς λυτρώνει ἀπό τήν ἁμαρτία. Καί σ᾿ ἐκείνους πού πάντοτε προσδοκοῦν καί ἐλπίζουν καί Τόν παρακαλοῦν ἀκατάπαυστα χαρίζει τήν ἀνέκφραστη αὐτή σωτηρία.
῾Ο ἄνθρωπος πού ἔχει πέσει στά χέρια τοῦ διαβόλου, τοῦ ἄρχοντα αὐτοῦ τῆς νύχτας καί τοῦ σκοταδιοῦ, μοιάζει μέ ὅλα ἐκεῖνα τά φυτά καί τά σπαρτά πού τή σκοτεινή κι ὁλόμαυρη νύχτα, σείονται καί τινάζονται, ἀπό τόν ἄγριο ἄνεμο. ῾Ο ἄνθρωπος αὐτός ἐπειδή βρίσκεται πλέον μέσα στό πνευματικό σκοτάδι ταράσσεται ὁλόκληρος ἀπό τό φοβερό ἄνεμο τῆς ἁμαρτίας, σείεται, ταράσσεται καί πάσχει ὁλόκληρη ἡ φύση του, ἡ ψυχή του, ὁ νοῦς του καί οἱ λογισμοί του. Κανένα μέλος σωματικό ἤ πνευματικό αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου δέν μένει ἐλεύθερο καί ἀνεπηρέαστο, ἀπό τήν ἁμαρτία πού φωλιάζει μέσα του.
Τό ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει καί μέ τήν ἡμέρα τή φωτεινή πού πνέει ὁ θεϊκός ἄνεμος τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Αὐτός ὁ ἄνεμος φυσάει καί δροσίζει τίς ψυχές πού βρίσκονται στό θεϊκό φῶς τῆς ἡμέρας καί διέρχεται ὅλη τήν ὕπαρξή τους· τήν ψυχή, τούς λογισμούς, ἀκόμα καί τά σωματικά μέλη τοῦ ἀνθρώπου ἀνακουφίζει καί εἰρηνεύει μέ θεϊκή καί ἀνείπωτη ἀνάπαυση. Αὐτό ἐννοοῦσε καί ὁ ᾿Απόστολος ὅταν ἔγραφε· “ἐμεῖς δέν εἴμαστε τέκνα τῆς νύχτας καί τοῦ σκότους. ῞Ολοι σας εἴσαστε τέκνα τοῦ φωτός καί τῆς ἡμέρας” (Α΄ Θεσσ. 5,5).
Καί ὅπως ὅταν πλανήθηκε ὁ τέλειος ἄνθρωπος ντύθηκε τόν παλαιό ἄνθρωπο καί φοράει ἀπό τότε τό ἔνδυμα τῆς βασιλείας τοῦ σκότους, ἔνδυμα βλασφημίας, ἀπιστίας, ἀφοβίας τοῦ Θεοῦ, ματαοδοξίας, ὑπερηφάνειας, φιλαργυρίας, ἐπιθυμίας κακῆς, καί τά ἄλλα ὅμοια ἐνδύματα τῆς βασιλείας τοῦ σκότους, τά κουρελιασμένα καί ἀκάθαρτα καί βρωμερά, ἔτσι πάλι ἐδῶ. ῞Οσοι ἀπέβαλαν τόν παλαιό καί δόλιο ἄνθρωπο (Κολ. 3,9). Σ᾿ αὐτούς ὁ Χριστός ἔβγαλε τά ἐνδύματα τῆς βασιλείας τοῦ σκότους καί τούς ἔντυσε μέ τόν καινούργιο καί ἐπουράνιο ἄνθρωπο τόν ᾿Ιησοῦ Χριστό κατά τόν ἴδιο τρόπο. ῎Αλλαξε τά μάτια μέ τά καινούργια μάτια, τά αὐτιά μέ τά καινούργια αὐτιά, τό κεφάλι μέ τό καινούργιο κεφάλι, ὥστε νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὁλόκληρος καθαρός καί νά φέρει τήν ἐπουράνια μορφή (Α Κορ. 15,47-49).
Καί τούς ἔντυσε ὅλους αὐτούς ὁ Κύριος μέ τά ἐνδύματα τῆς ἀνέκφραστης βασιλείας τοῦ φωτός. Μέ τά ἐνδύματα τῆς πίστης, τῆς ἐλπίδας, τῆς ἀγάπης, τῆς χαρᾶς, τῆς εἰρήνης, τῆς ἀγαθότητας, τῆς καλωσύνης, καί μέ ὅλα τά ἄλλα παρόμοια ἐνδύματα, ἐνδύματα φωτεινά, ἐνδύματα ζωῆς, ἐνδύματα θεϊκά, πού χαρίζουν ζωή καί ἀπερίγραπτη ἀνάπαυση ῞Οπως λοιπόν ὁ ῎Ιδιος ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη καί χαρά καί εἰρήνη καί ἔλεος καί ἀγαθοσύνη, τέτοιος νά ἀξιωθεῖ μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ νά γίνει καί ὁ νέος ἄνθρωπος.
Καί ὅπως ἀκριβῶς ἡ βασιλεία τοῦ σκότους καί ἡ ἁμαρτία εἶναι κρυμμένα μέσα στήν ψυχή μέχρι τήν ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως, ὁπότε καί αὐτό τό σῶμα τῶν ἁμαρτωλῶν θά καλυφθεῖ μέ τό σκοτάδι πού βρίσκεται ἀπό τώρα κρυμμένο μέσα στήν ψυχή, κατά τόν ἴδιο τρόπο καί ἡ βασιλεία τοῦ φωτός καί ἡ ἐπουράνια εἰκόνα, δηλαδή ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός, φωτίζει τώρα κατά τρόπο μυστικό τήν ψυχή καί βασιλεύει στήν ψυχή τῶν ἁγίων. Κρυμμένος ὄντας ἀπό τά ἀνθρώπινα μάτια, βλέπεται ὁ Χριστός μόνο μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς μέχρι τήν ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως, ὁπότε καί τό σῶμα θά καλυφθεῖ καί θά δοξασθεῖ μέ τό φῶς τοῦ Κυρίου, πού ὑπάρχει ἀπό τώρα μέσα στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. ῎Ετσι θά βασιλεύσει καί τό σῶμα μαζί μέ τήν ψυχή, πού ἀπό τώρα ζεῖ τή βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, καί θά ἀναπαύεται καί θά φωτίζεται μέ τό αἰώνιο φῶς.
῎Ας εἶναι δοξασμένα τό ἔλεος καί ἡ εὐσπλαχνία Του, διότι ἐλεεῖ καί φωτίζει τούς δούλους Του. Γιατί τούς λυτρώνει ἀπό τή βασιλεία τοῦ σκότους καί τούς χαρίζει τό φῶς Του καί τή βασιλεία Του. Σ᾿ Αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα καί ἡ δύναμη στούς ἀτελεύτητους αἰῶνες. ᾿Αμήν.
Ἑρμηνευτική Ἀπόδοση:
Ἀδελφότης Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου Καρέα

Παρασκευή, Ιανουαρίου 11, 2019

Oι τρεις πειρασμοί του Κυρίου


Πριν από το δικό του Πάσχα και πριν από το Πάσχα του λαού Του ο Χριστός εισέρχεται στην έρημο (Ματθ. 4, 1). Και όπως ο παλαιός Ισραήλ με τον Μωυσή έμεινε σαράντα χρόνια, έτσι και ο Χριστός μένει σαράντα ημέρες μέσα στη δοκιμασία της ερήμου, όπου αντιμετωπίζει από τον πειραστή διάβολο τρεις πειρασμούς.
Ο πρώτος πειρασμός ήταν ο «βιολογικός» πειρασμός, ο πειρασμός της πείνας και της δίψας (Ματθ. 4,2). Ο πονηρός, μετά σαράντα ημέρες νηστείας και άσκησης του Χριστού, του λέγει: «Εάν είσαι υιός του Θεού, κάνε τις πέτρες ψωμί για να χορτάσεις την πείνα σου και την πείνα του κόσμου. Ξεκινάς για το έργο Σου και ξεχνάς ότι ο κόσμος πεινά. Ικανοποίησε πρώτα τις υλικές του ανάγκες και μετά προσπάθησε να τους οδηγήσεις στην πνευματική ζωή».
Ο Χριστός στην πρόκληση του πονηρού αρνείται να μετατρέψει τις πέτρες σε ψωμί. Δεν υπόσχεται κανέναν υλικό παράδεισο, αλλά δημιουργεί ένα προηγούμενο και μια πνευματική παράδοση για τον λαό Του με την απάντησή Του: «Ο άνθρωπος δε ζει μόνο με το ψωμί, τα υλικά αγαθά, αλλά με τον λόγο του Θεού που δίδει περιεχόμενο στη ζωή του». Η πίστη και η πνευματική ζωή δεν μπορεί να υποτάσσονται στην καθημερινή ανάγκη. Η ορθόδοξη ζωή είναι η υπέρβαση της καθημερινότητας, είναι η είσοδος διά της ερήμου της ιστορίας στον χώρο της αιωνιότητας. Ο πειρασμός αυτός έχει ιδιαίτερη σημασία για μια κοινότητα, για έναν κόσμο που οικοδομείται.

Ο δεύτερος πειρασμός του Ιησού Χριστού στην έρημο ήταν ο πειρασμός της πνευματικής επάρκειας και πνευματικής ανεξαρτησίας από τη Χάρη και την παρουσία του Θεού. Είναι ένα είδος πειρασμού «αυτοσυνειδησίας». Ο πειραστής διάβολος παραλαμβάνει τον Ιησού, μας αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, και τον οδηγεί στον Ναό, όπου διατυπώνει μέσα σε ιερό μάλιστα χώρο τον πειρασμό του: «Εάν είσαι υιός του Θεού, πέσε κάτω από τη στέγη του Ναού, γιατί είναι γραμμένο ότι δε θα πάθεις τίποτε, αφού ο Θεός θα δώσει εντολή για Σένα στους αγγέλους Του και θα σε σηκώσουν στα χέρια τους» (Ματθ. 4, 6).
Ο διάβολος προκαλεί τον Χριστό να κάνει κάποιο θαύμα, για να αποδείξει τη θεία Του προέλευση. Αντιλαμβάνεται κανείς τί θα σήμαινε, εάν έστω προς στιγμήν, αμφέβαλε ο Χριστός για τη φύση του προσώπου Του και της αποστολής Του· εάν ήθελε, σύμφωνα με τον πειρασμό, να δοκιμάσει, τη σχέση Του με τον Θεό Πατέρα και να βεβαιωθεί για τον εαυτό Του και τις δυνατότητές Του.
Αν τώρα ο πειρασμός αυτός μεταφερθεί στον χώρο του ανθρώπου και της ανθρώπινης κοινωνίας, τότε μπορούμε να αντιληφθούμε γιατί ο κόσμος και ο άνθρωπος σήμερα βρίσκεται σε κατάσταση ελλείψεως αυτογνωσίας και αυτοσυνειδησίας. Πόσες φορές ο κόσμος δεν αναζητά από την πίστη θαύματα για να πιστέψει; Ο Κύριος, όμως, δεν ενδίδει στον μεγάλο αυτό πειρασμό- γιατί θέλει η πίστη του ανθρώπου να μη στηρίζεται σε θαυματουργικές πράξεις ή εξωτερικά τεκμήρια. Η πίστη στον Θεό, που είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος, είναι ουσιαστικά μια ελεύθερη και αγαπητική αποδοχή που δικαιώνεται μόνο από τους καρπούς της.

Ο τρίτος πειρασμός της ερήμου είναι ο πειρασμός της εξουσίας και της δυνάμεως. «Εάν πέσεις και με προσκυνήσεις, θα σου δώσω όλα τα βασίλεια του κόσμου» (Ματθ. 43). Είναι πολύ χαρακτηριστικό πως στην έρημο ο διάβολος δεν έρχεται ν’ αποτρέψει τον Ιησού από τη μεσσιανική αποστολή Του και να τον απομακρύνει από την άσκηση μιας κάποιας εξουσίας. Ο Ιησούς Χριστός καλείται από τον σατανά να γίνει Μεσσίας του διαβόλου και να ασκήσει την εξουσία αυτή επάνω σ’ όλους τους λαούς της γης στο όνομα του πειραστή.
Ο τρίτος αυτός πειρασμός ανακεφαλαιώνει κατά τρόπο απτό και ωμό την τραγική ιστορία του ανθρώπου διά μέσου των αιώνων, μια Ιστορία πολέμων και βιαιοτήτων, αρπαγών και διεκδικήσεων. Μια ιστορία ασκήσεως εξουσίας όχι εν ονόματι της αλήθειας και του Θεού, αλλά εν ονόματι του ψεύδους και του διαβόλου. Μια ιστορία που δεν οδήγησε ποτέ τον άνθρωπο σε ελευθερία αλλά σε χίλιες δυό μορφές δουλείας.

Ο Χριστός, μέσα στο Ευαγγέλιο, δίδει το μέτρο και το νόημα της ηγεσίας. Η εξουσία συνδέεται όχι με την καταδυνάστευση αλλά με τη διακονία και την προσφορά. «Ξέρετε ότι οι άρχοντες καταδυναστεύουν τα έθνη και οι μεγάλοι τα καταπιέζουν. Αυτό δε θα γίνεται σ’ εσάς, αλλά εκείνος που θέλει να γίνει μεγάλος ανάμεσά σας θα είναι διάκονός σας, και εκείνος που θέλει να είναι πρώτος, αυτός θα είναι δούλος σας, όπως ακριβώς ο Υιός του Ανθρώπου δεν ήλθε να υπηρετηθεί, αλλά να διακονήσει και να δώσει τη ζωή του λύτρο αντί πολλών».
Μ’ αυτές τις τρεις αρχές ο Χριστός ξεκινά το τρίχρονο θείο έργο Του και συντελείται πραγματικά κάτι θαυμαστό: Ο λαός που βρισκόταν στο σκοτάδι και την απειλή του θανάτου είδε να ανατέλλει μέγα και λαμπρό Φως. Το Φως αυτό είναι η Χάρη του Θεού, το Φως της Θεότητας. Ο Κύριος καλεί σε μετάνοια και αλλαγή τον άνθρωπο, γιατί η Βασιλεία του Θεού δεν είναι πια ένα μακρινό όραμα, αλλά μια πραγματικότητα που είναι απτή στο πρόσωπο του Μεσσία Χριστού και βιώνεται μέσα στη Θεία Ευχαριστία και την Εκκλησία. Ας παρακαλάμε, λοιπόν, τον άγιο Θεό να φωτίζει το σκότος του νου μας, γιατί, όταν φωτιστεί το σκοτάδι του νου μας, τότε γινόμαστε ολοκληρωμένοι άνθρωποι, φωτόμορφα τέκνα της Εκκλησίας.
(Αγαθαγγέλου, επισκόπου Φαναρίου, «Η ζύμη του Ευαγγελίου», εκδ. Αποστολική Διακονία)

Τρίτη, Ιανουαρίου 08, 2019

O Πέτρος ο αμαρτωλός και οι δίκαιοι ιουδαίοι

Ο μέγας Αγιασμός σε καμία περίπτωση δεν είναι ισότιμος ή υποκατάστατος της Θείας Κοινωνίας.Αυτή η παρανόηση ξεκινά από το έθος της Εκκλησίας μας να μην αφήνει κανέναν απαρηγόρητο, αλλά να μεταδίδει τον μεγάλο αγιασμό σαν ανάσα παρηγοριάς και ενίσχυσης στους χριστιανούς , οι οποίοι για διάφορους λόγους, είναι για κάποιο διάστημα σε ακοινωνησία δηλ κωλύονται να λάβουν την Θεία Κοινωνία. Εδώ ακριβώς ανοίγει ένα θέμα. Από την πρακτική αυτή συνάγεται ότι -ναι- στην Εκκλησία μας για θεραπευτικούς λόγους ισχύουν επιτίμια, ισχύουν κωλύματα για την Θεία Κοινωνία. Και αυτό όχι προς τιμωρία και παραδειγματισμό- με ποινικούς δικανικούς όρους- αλλά μέσα στα πλαίσια της θεραπευτικής. Γιατί όλα στην ορθόδοξη Εκκλησία είναι θεραπευτική.Μόνο θεραπευτική! Ας γίνει κατανοητό. Όπως το φάρμακον στην ιατροφιλοσοφία και στην πράξη της θεραπευτικής μπορεί να είναι λύτρωση ζωής και ίαμα και ταυτόχρονα θανάσιμη καταδίκη, κατά περίσταση και κατά ασθένεια, το ίδιο συμβαίνει με πνευματικούς όρους για την Θεία Κοινωνία. Αλλά οι παλαιότεροι είχαν ταπείνωση, είχαν συναίσθηση, είχαν σεβασμό, φόβο Θεού, δεν ήταν παρτάλια σαν κι εμάς. Εμείς όταν ακούμε κώλυμα ή επιτίμιο ή αποχή για ένα διάστημα από την Θεία Κοινωνία, κυριευόμαστε από εγωϊσμό, από κατάθλιψη, από οργή. Νιώθουμε σεσημασμένοι, τιμωρημένοι, περιθωριοποιημένοι, στοχοποιημένοι. Αλλοίμονο! "Να στερηθώ εγώ ο τέλειος, ο άγιος,ο δίκαιος την Θεία Κοινωνία και να κοινωνούν οι ...αμαρτωλοί"! "Αλλοίμονο να με διώξει ο παπάς από την Εκκλησία, να με φορτίσει ενοχές, να με βλέπει ο κύκλος μου και να με δείχνει με το δάχτυλο" Πωπω ντροπή! Κακός ο παπάς, κακός ο πνευματικός, κακιά η Εκκλησία! ΑΓΙΟΣ ΕΓΩ!
Μα μήπως όλα αυτά δεν δείχνουν εξαρχής, ότι ούτε τί είναι Θεία Κοινωνία ξέρω, ούτε της Θείας Κοινωνίας δεν είμαι εξ αρχής άξιος, ούτε στην Εκκλησία ανήκω, μα στον εαυτό μου και τον περί εμέ κύκλο, πυρηνικό κύκλο με κέντρο κάποιον "γέροντα" που μου χαϊδεύει τα αυτιά, "που μπορεί να δει ό,τι δεν βλέπουν οι άλλοι", "που είναι εκεί γεμάτος κατανόηση ", "που πάντα με ηρεμεί και με δέχεται όπως είμαι", "που κοντά του βρήκα έναν Χριστό όπως τον φαντάζομαι", "που δεν με γεμίζει ενοχές" , "που μου εξασφαλίζει μια αποκάλυψη εντελώς διαφορετική και εύκολα προσβάσιμη, σε σχέση με την παραδοσιακή Εκκλησία", "που ποτέ δεν θα μου εμπνεύσει το ερώτημα αν αξίζω να είμαι κοντά στον Χριστό, παρά μόνο αν οφείλει ο Χριστός να μου κάνει χώρο δίπλα Του" κλπ

Μα δεν ξέρω τελικά, αν ισχύει αυτό που λέει η καλογερική παραβολή ότι στην κόλαση τρία πατώματα κάτω είναι οι επίσκοποι, πάνω τους πατάνε οι πνευματικοί, πάνω τους οι ιερείς και τέλος τα "πνευματικοπαίδια".

 Ο Πέτρος πότε έγινε Απόστολος; Όχι όταν συνάντησε τον Χριστό, ούτε όταν έβλεπε θαύματα, ούτε όταν άκουγε την διδασκαλία Του. Αλλά μόνο τότε τον κάλεσε ο Χριστός όταν έπεσε κάτω στην γή και φώναξε: Φυγε από κοντά μου Κύριε, γιατί είμαι άνθρωπος αμαρτωλός!!!! Τότε ήταν πιο κοντά στον Χριστό από ποτε!

από ανάρτηση μου στο fb 

Γιατί ο Θεός έγινε άνθρωπος-π.Γ. Μεταλληνός


Κουρασμένος ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος ἀπὸ τὶς διάφορες γιορτές, ποὺ κατάντησαν τυπικὴ ἐκπλήρωση κοινωνικῶν συμβατικοτήτων, ἀντιμετωπίζει καὶ τὰ Χριστούγεννα χωρὶς ἐσωτερικὴ προσέγγισή τους. Οἱ περισσότεροι ἀκόμη καὶ οἱ κατὰ τὰ ἄλλα θρησκευτικοὶ βλέπουμε τὰ Χριστούγεννα σὰν μιὰ μεγάλη οἰκογενειακὴ ἑορτή, ποὺ προσφέρει τὴν εὐκαιρία νὰ ξαναμαζευθεῖ ἡ σκορπισμένη οἰκογένεια γύρω ἀπὸ τὸν Χριστὸ τῆς φάτνης στὸ χριστουγεννιάτικο δένδρο, ποὺ βγῆκε καὶ αὐτὸ ἀπὸ τὸ ντουλάπι, γιὰ νὰ στολίσει γιὰ μερικὲς μέρες κάποια γωνιὰ τοῦ σπιτιοῦ μας. Σήμερα ὅμως, καλεῖται ὁ καθένας μας νὰ θέσει στὸν ἑαυτὸ του τὸ ἐρώτημα: τί σημαίνουν τὰ Χριστούγεννα γιὰ μένα; Εἶναι ἡ ἐξατομίκευση τοῦ γενικότερου ἐρωτήματος: «Γιατί ἔγινε ὁ Θεὸς ἄνθρωπος», ποὺ ἀπασχόλησε τὰ μεγαλύτερα πνεύματα τῆς ἱστορίας.
«…Ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν»
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ εἶναι ἡ γέννηση τοῦ Αἰώνιου Θεοῦ ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπο, μιὰ Μάνα, τὴν Παναγία, καὶ ἡ εἴσοδος τοῦ Θεανθρώπου μέσα στὴν ἱστορία. Αὐτό, ποὺ δὲν μπόρεσαν οὔτε μὲ τὴν φαντασία τους νὰ πλησιάσουν οἱ σοφοί τοῦ κόσμου, ἔγινε σὲ μιὰ δεδομένη στιγμὴ πραγματικότητα. Ὁ Ἄκτιστος Θεὸς γίνεται «ὃ οὐκ ἦν», γιὰ τὴ σωτηρία μας. Αὐτός, ποὺ τὸ σύμπαν δὲν τὸν χωρεῖ, «χωρεῖται ἐν γαστρί». Ὁ ἄπειρος Θεὸς αὐτοπεριορίζεται μέσα στὴν ἀνθρώπινη φύση, ποὺ πῆρε ἀπὸ τὴν Πάναγνη Θεοτόκο. Στὴ γλώσσα τῶν Ἁγίων Πατέρων μας αὐτὸ ὀνομάζεται «συγκατάβασις». Συγκαταβαίνει ὁ Θεός. Ὁ πέρα ἀπὸ κάθε μέτρο καὶ μέγεθος γίνεται μικρός. Ὁ ἀσύλληπτος ἀπὸ κάθε δύναμη αἰσθήσεως γίνεται αἰσθητὸς καὶ ἁπτὸς καὶ ὁρατός. Γιατί; Γιὰ νὰ κοινωνήσει μαζί μας. Αὐτομεταφράζεται ὁ Θεὸς στὴ δική μας γλώσσα, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ Τὸν δεχθοῦμε καὶ νὰ Τὸν καταλάβουμε. Ἂν μᾶς μιλοῦσε τὴν οὐράνια γλώσσα, δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ Τὸν πιστεύσουμε· γι’ αὐτὸ μιλεῖ τὴ δική μας γλώσσα, τὴν ἐπίγεια (Ἰωάν. γ’ 12). Ἔτσι πραγματοποιεῖ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς αὐτό, ποὺ ἀπέτυχε ὁ ἄνθρωπος νὰ κατορθώσει.
Ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε «κατ’ εἰκόνα» τοῦ Χριστοῦ. Τὸ πρότυπό του (τὸ «ἀρχέτυπόν» του) ἦταν ὁ Χριστός, ὡς Θεάνθρωπος. Σ’ αὐτὸ τὸ «ἀρχέτυπον» ὄφειλε νὰ ὑψωθεῖ ὁ ἄνθρωπος. Νὰ καθαρισθεῖ δηλαδὴ καὶ νὰ ἀγαπήσει τὸ Θεὸ τόσο, ὥστε ὁ Θεὸς νὰ ἔλθει νὰ σκηνώσει μέσα του καὶ νὰ φανερωθεῖ μέσα στὴν ἱστορία ὁ Θεάνθρωπος. Ὁ ἐκτροχιασμὸς ἀπὸ αὐτὴ τὴν πορεία ἀπετέλεσε τὴν πτώση τοῦ ἀνθρώπουΤὴν ἀποτυχία τοῦ ἀνθρώπου θεραπεύει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. «Ὅταν ἦλθεν ὁ καθορισμένος – ἀπὸ τὸν Θεὸν – καιρὸς τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας», «ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ». Ποὺ σημαίνει: Ἦλθε ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς «αὐτεπάγγελτος», ὅπως θὰ πεῖ εὔστοχα ὁ ποιητὴς τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, γιὰ νὰ μᾶς «ἐξαγοράση» ἀπὸ τὴν κατάρα τοῦ Νόμου καὶ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν υἱοθεσία. Ὁ ἐνανθρωπήσας Θεὸς ἔγινε «ὑπὸ Νόμον», περιετμήθη καὶ ἔκαμε ὅλα ὅσα ἀπαιτοῦσε ὁ παλαιοδιαθηκικὸς νόμος, καὶ ἐπλήρωσε (Ματθ. ε´ 17) ὅλο τὸν Νόμο, μένοντας μακριὰ ἀπὸ κάθε ἁμαρτία. Ἔτσι, ἔμεινε ὁ Κύριος ἔξω ἀπὸ τὴν κατάρα τοῦ Νόμου, ποὺ λέγει: «ἐπικατάρατος πᾶς ἄνθρωπος, ὃς οὐκ ἐμμένει ἐν πᾶσι τοῖς λόγοις τοῦ νόμου, τοῦ ποιῆσαι αὐτοὺς» (Δευτ. κζ’26). Ἐξεπλήρωσε, λοιπόν, Αὐτὸς ὁλόκληρο τὸ Νόμο, ἐξαγοράζοντάς μας ἀπὸ τὴν κατάρα τοῦ Νόμου, ἀφοῦ ἐμεῖς δὲν μπορούσαμε ποτὲ νὰ φυλάξουμε ὅλα τὰ προστάγματά του. Ἐλευθερώνοντάς μας δὲ ἀπὸ τὴν κατάρα τοῦ Νόμου καὶ ἑνώνοντάς μας μαζί Του μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα, μᾶς χαρίζει τὴν υἱοθεσία, μᾶς καθιστᾶ υἱοὺς τοῦ Θεοῦ κατὰ χάριν. Ἡ υἱοθεσία μας, λοιπόν, ἡ ἕνωσή μας μὲ τὸν Χριστό, ἡ θέωσή μας, εἶναι ὁ στόχος τῆς σαρκώσεώς Του. Αὐτὸς εἶναι ὁ μοναδικὸς «προορισμὸς» τοῦ ἀνθρώπου, ὁ μοναδικὸς σκοπὸς τῆς ζωῆς μας.

Θεμέλιο τῆς σωτηρίας μας
Ὁ Χριστός μας μὲ τὴν «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου» σάρκωσή του γεννήθηκε ἐλεύθερος ἀπὸ ὅλες τὶς συνέπειες τῆς ἁμαρτίας, τὸν πόνο, τὸν θάνατο. Ὅπως ὅμως ἀπὸ φιλανθρωπία (ἀγάπη γιὰ τὸν ἄνθρωπο) σαρκώθηκε ὁ Θεός, ἔτσι ἀπὸ ἀγάπη δέχθηκε νὰ ἀναλάβει καὶ τὶς συνέπειες τῆς δικῆς μας ἁμαρτίας, τὸν πόνο καὶ τὸν θάνατο. Ἀνέλαβε ὅλη τὴν ἀνθρώπινη πραγματικότητα, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἁμαρτία. Αὐτὸ τὸ ἔκαμε, γιὰ νὰ συντρίψει τὴν ἁμαρτία μας καὶ τὶς συνέπειές της, μέχρι τὸν θάνατο, στὴν δική Του ἀνθρώπινη φύση. Γι’ αὐτὸ δέχθηκε ὁ Χριστὸς νὰ φθάσει μέχρι τὸ πάθος τοῦ Σταυροῦ. Γι’ αὐτὸ φορτωμένος τὶς δικές μας ἁμαρτίες κατέβηκε μέχρι τὸν Ἅδη. Κατέβηκε μέχρι τὸ τελευταῖο σκαλοπάτι τῆς δικῆς μας πτώσεως, γιὰ νὰ θανατώσει τὴν ἁμαρτία μας στὸν Σταυρό Τουνὰ τὴν θάψει στὰ βάθη τοῦ ᾅδη, καὶ νὰ ἀναστήσει ὁλοκάθαρη καὶ φωτισμένη τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἀνεβάζοντάς την μέχρι τὸ βασίλειο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μὲ τὴν Ἀνάληψή Του. Νὰ λοιπόν, γιατί ἡ Ὀρθοδοξία δὲν περιορίζεται στὶς συναισθηματικότητες, ποὺ γεννᾶ ὁ σταυρός, τὸ πάθος, τοῦ Χριστοῦ, ὅπως συμβαίνει ἔξω ἀπὸ αὐτήν. Γιατί τὸ θεμέλιο τῆς σωτηρίας μας εἶναι ἡ σάρκωση τοῦ Θείου Λόγου. Χωρὶς τὴ Σάρκωση καὶ τὰ Χριστούγεννα δὲν νοεῖται ἡ σταύρωση τοῦ Χριστοῦ, ὁ θάνατος καὶ ἡ Ἀνάστασή Του. Ὁ Ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς λέγει, ὅτι ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ Λόγου εἶναι «τὸ μακάριον, δι᾽ ὃ τὰ πάντα συνέστησαν τέλος». Γιὰ τὴν ἐνανθρώπηση, δηλαδή, ἔγιναν ὅλα τὰ κτίσματα, ἀφοῦ ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὁ ἁγιασμὸς τοῦ κόσμου εἶναι ὁ μοναδικὸς σκοπὸς τῆς δημιουργίας.

Μετοχὴ στὴ σωτηρία
Ὁ Θεῖος Λόγος μὲ τὴν σάρκωσή Του ἕνωσε στὸ Πρόσωπό Του τὸ κτιστὸ μὲ τὸ ἄκτιστο, τὸν Θεὸ μὲ τὸν ἄνθρωπο. Ὅ,τι ὅμως συνέβη στὴν ἀτομικὴ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, συμβαίνει καὶ στὸν καθένα μας. Μὲ τὴν σάρκωσή Του ὁ Χριστὸς μᾶς ἕνωσε ὅλους μαζί Του. Μὲ τὸ βάπτισμά μας μετέχουμε στὸ γεγονὸς τῆς σαρκώσεως, ἐνοφθαλμιζόμασθε στὴν θεωμένη ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ μας, γιὰ νὰ ταφοῦμε (νὰ πεθάνουμε) μαζί Του καὶ νὰ ἀναστηθοῦμε μαζί Του. Γιὰ νὰ γίνει ὅμως ὁλόκληρη ἡ σωτηρία μας, πρέπει καὶ τὸ πρόσωπό μας (τὸ ἐγώ μας, ἡ θέλησή μας) νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Χριστό. Καὶ αὐτὸ συμβαίνει, ὅταν καθαρθοῦμε ἀπὸ τὰ πάθη μας καὶ ἀφήσουμε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο νὰ κατοικήσει μέσα μας. Αὐτὸ μᾶς ὑπενθυμίζει σήμερα ὁ Ἀπ. Παῦλος. Ἀπόδειξη τοῦ ὅτι ἀξιωθήκαμε νὰ γίνουμε «υἱοὶ» Θεοῦ λέγει εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Ἁγ. Πνεύματος μέσα μας, τὸ Ὁποῖο προσεύχεται μέσα στὴν καρδιά μας (Γαλ. 4,6). Εἶναι ἡ «νοερὰ εὐχὴ» ἤ «προσευχὴ τῆς καρδίας», γιὰ τὴν ὁποία μιλοῦν οἱ ἅγιοι Πατέρες μας. Μὲ τὴν χάρη καὶ συνέργεια τοῦ Ἁγ. Πνεύματος μένουμε ἑνωμένοι μὲ τὸν Χριστὸ και ἁγιάζεται ὅλη ἡ ζωή μας. Μὲ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μετέχουμε στὴν ἐν Χριστῷ σωτηρία, σωζόμασθε, θεούμεθα. Ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ συνεχὴς ἀγώνας τοῦ πιστοῦ νὰ μείνει μέσα στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, νὰ ἔχει μέσα του Πνεῦμα Ἅγιον, γιὰ νὰ ἁγιάζεται ὅλη ἡ ζωή μας, καὶ ἡ προσωπικὴ καὶ ἡ κοινωνική. Γιὰ νὰ μεταμορφώνεται σὲ ζωή Χριστοῦ ὁλόκληρη ἡ ζωή μας.

(“Ορθόδοξος Τύπος”)

Δευτέρα, Ιανουαρίου 07, 2019

Σύναξις του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου


Η Εκκλησία συνηθίζει την επαύριο ορισμένων Δεσποτικών και Θεομητορικών εορτών να τιμά εκείνον που υπηρέτησε το εν λόγω μυστήριο• σήμερα, επαύριο των Θεοφανείων, τιμά τον Βαπτιστή και Πρόδρομο, και τον εγκωμιάζει ως μεγαλύτερο των προφητών, μείζονα εν γεννητοίς γυναικών, φωνή του Λόγου, κήρυκα της χάριτος, χελιδόνα αναγγέλλουσα την Άνοιξη την πνευματική, Λύχνο του Θείου Φωτός, πνευματική αυγή αναγγέλουσα τον Ήλιο της Δικαιοσύνης, επίγειο άγγελο και ουράνιο άνθρωπο που βρίσκεται στο μεταίχμιο γής και ουρανού και ενώνει την Παλαιά με την Καινή Διαθήκη.
Εστάλη από τον Θεό ως φωνή βοώντος εν τη ερήμω, για να αναγγείλει και να προετοιμάσει την έλευση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και ολοκληρώνει ο Ιωάννης την αποστολή του βαπτίζοντας τον Κύριο στον Ιορδάνη ποταμό: Αυτή ουν η χαρά η εμή πεπλήρωται εκείνον δει αυξάνειν, εμέ δε ελαττούσθαι (Ιω. 3,  30).  Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και μετά την φανέρωση της χάριτος και τον μαρτυρικό του θάνατο, ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής παραμένει για τους χριστιανούς ο «Πρόδρομος», με την πνευματική έννοια, του Χριστού.
Πρότυπο εγκρατείας, παρθενίας, μετανοίας και κάθαρσης από τα πάθη δια της ασκήσεως και της προσευχής, καθίσταται μυσταγωγός του μοναχικού βίου και αδιάκοπα προετοιμάζει δι’ ημάς την οδόν που οδηγεί στον Κύριο. Ακολουθώντας το μήνυμα μετανοίας του Τιμίου Προδρόμου μπορούμε επάξια να προετοιμασθούμε ώστε να λάβουμε το άγιο Βάπτισμα και, μιμούμενοι μετά τον φωτισμό την άγια βιοτή του στην έρημο, θα μπορέσουμε να διαφυλάξουμε την χάρη και να την κάνουμε να αυξάνει αδιάκοπα, εως ότου ο Χριστός σκηνώσει μέσα μας με όλη την δόξα της Αναστάσεώς του.
***
Όμως, την ημέρα αυτή εορτάζουμε και το γεγονός της μεταφοράς στην Κωνσταντινούπολη της τιμίας Χειρός του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, που έγινε κατά τον ακόλουθο τρόπο:
Το σκήνωμα του Τιμίου Προδρόμου το εναφίασαν οι μαθητές του στην Σεβάστεια, όπου λίγο αργότερα έφθασε ο Ευαγγελιστής Λουκάς και πήρε την δεξία του Προδρόμου ώστε να την καταθέσει στην πατρίδα του την Αντιόχεια, όπου το τίμιο λείψανο επιτέλεσε πολλά θαύματα. Μεταξύ άλλων διηγούνται ότι οι ειδωλολάτρες της πόλης συνήθιζαν να θυσιάζουν κάθε χρόνο μια παρθένα κόρη, η οποία μόλις είχε μπει στην εφηβία, σ’ έναν φοβερό δράκοντα που τον τιμούσαν ως θεό. Μια ημέρα, ο πατέρας της δύστυχης κόρης που είχε επιλεγεί για την θυσία, προσέτρεξε στην εκκλησία όπου ετιμάτο το πολύτιμο λείψανο για να ζητήσει την βοήθεια του Τιμίου Προδρόμου, και άρπαξε κρυφά ένα του δάκτυλο. Την ώρα που, ενώπιον όλου του λαού, οι ιερείς των ειδώλων ετοιμάζονταν να ρίξουν την κόρη στο ορθάνοικτο στόμα του τέρατος, ο πατέρας έρριξε μέσα το δάκτυλο του αγίου και στην στιγμή το θηρίο έπεσε νεκρό. Ως έκφραση ευγνωμοσύνης έκτισαν εκεί μια λαμπρή εκκλησία προς τιμή του Προδρόμου.
Πολλά χρόνια αργότερα, οι ευσεβείς αυτοκράτορες Κωνσταντίνος Ζ΄ και Ρωμανός Β΄ πληροφορήθηκαν τα αναρίθμητα θαύματα που επιτέλσε το τίμιο λείψανο της χειρός του Προδρόμου και έδωσαν εντολή σ’ έναν διάκονο, ονόματι Ιώβ, να το φέρει στην Κωνσταντινούπολη. Η υποδοχή της δεξιάς του Βαπτιστού και Προδρόμου του Χριστού στην Βασιλεύουσα έλαβε χώρα το βράδυ ακριβώς της παραμονής των Θεοφανείων.

(Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ)