ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Σάββατο, Ιανουαρίου 20, 2018

Κυριακή του Ζακχαίου(η νοσταλγία)-π. Αλεξ. Σμέμαν



Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γιὰ νὰ μᾶς προετοιμάσει γιὰ τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἀρχίζει νὰ μᾶς ἀναγγέλλει τὸν ἐρχομὸ της ἕναν ὁλόκληρο μήνα πρὶν αὐτὴ ἀρχίσει. Πόσο δύσκολο εἶναι νὰ καταλάβει ὁ ἄνθρωπος πὼς πέρα ἀπὸ τὴν ἀφοσίωσή του στὶς ἀναρίθμητες ἀσχολίες τῆς ζωῆς, θὰ πρέπει νὰ ἀφιερώσει ἐπίσης φροντίδα γιὰ τὴν ψυχή, γιὰ τὸν ἐσωτερικό του κόσμο.

Ἄν εἴμασταν λίγο πιὸ σοβαροί, θὰ βλέπαμε πόσο σημαντική, οὐσιαστικὴ καὶ θεμελιώδης εἶναι ἡ φροντίδα τῆς ψυχῆς. Θὰ κατανοούσαμε τότε τὸν ἀργὸ καὶ μυστηριώδη ρυθμὸ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Γνωρίζουμε φυσικὰ τὸ νόημα ποὺ ἔχει ἡ τροφὴ γιὰ τὴ ζωή μας. Μερικὲς τροφὲς εἶναι καλὲς καὶ θρεπτικές, ἄλλες εἶναι ἀνθυγιεινές· κάποιες εἶναι βαριές, πρέπει νὰ προσέξουμε. Προσπαθοῦμε πολὺ νὰ ἐξασφαλίσουμε πὼς ἡ τροφὴ ποὺ τρῶμε εἶναι καλὴ γιά μᾶς.

Καὶ εἶναι κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ εὐσεβὲς ρητορικὸ σχῆμα ὅταν λέμε πὼς καὶ ἡ ψυχὴ χρειάζεται νὰ τραφεῖ, πὼς «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος» (Ματθ. 4,4). Ὅλοι μας ξέρουμε πὼς χρειαζόμαστε χρόνο γιὰ διάβασμα, γιὰ στοχασμό, γιὰ συζήτηση, γιὰ διασκέδαση. Ἀκόμη κι αὐτὰ ὅμως τὰ φροντίζουμε πολὺ λίγο, τὰ προσέχουμε ἐλάχιστα, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς ὑγιεινῆς. Ἐπιδιώκουμε τὸ ἐλαφρὺ διάβασμα, τὰ πειράγματα ἀντὶ γιὰ τὴ συζήτηση, τὴ διασκέδαση ἀντὶ γιὰ τὴν ψυχαγωγία.

Δὲν καταλαβαίνουμε πὼς ἡ ψυχὴ παθαίνει δυσκοιλιότητα πολὺ εὐκολότερα ἀπ’ ὅ,τι τὸ πεπτικό μας σύστημα, καὶ πὼς οἱ συνέπειες μιᾶς δυσκοίλιας ψυχῆς εἶναι πολὺ πιὸ ἐπιβλαβεῖς. Τόσος χρόνος ἀφιερώνεται στὰ ἐξωτερικὰ πράγματα, καὶ πολὺ λίγος στὴν ἐσωτερικὴ ζωή. Πλησιάζουμε ὅμως τώρα αὐτὴ τὴν ἐποχὴ τοῦ ἔτους ποὺ ἡ Ἐκκλησία μᾶς κάλει νὰ θυμηθοῦμε τὴν ὕπαρξη αὐτοῦ τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀνθρώπου καὶ νὰ θορυβηθοῦμε ἀπὸ τὴν ἀμνησία μας, ἀπὸ τὸν δίχως νόημα παραλογισμὸ μέσα στὸν ὁποῖο βρισκόμαστε, ἀπὸ τὴ σπατάλη τοῦ πολύτιμου χρόνου ποὺ μᾶς ἔχει δοθεῖ τόσο φειδωλά, ἀπὸ τὴν ἄγαρμπη καὶ μικροπρεπῆ σύγχυση μέσα στὴν ὁποία ζοῦμε.

Ἡ Σαρακοστὴ εἶναι καιρὸς μετανοίας, καὶ μετάνοια εἶναι ἡ ἐπανεξέταση, ἡ ἐπανεκτίμηση, τὸ νὰ βαθύνει κανεὶς καὶ νὰ φέρει τὰ πάνω κάτω. Μετάνοια εἶναι τὸ ἐπώδυνο ξεσκέπασμα τοῦ παραμελημένου, ξεχασμένου, μολυσμένου «ἐσωτερικοῦ» ἀνθρώπου.

Ἡ πρώτη ἀναγγελία τῆς σαρακοστῆς, ἡ πρώτη ὑπενθύμιση προέρχεται ἀπὸ μία μικρὴ εὐαγγελικὴ ἱστορία γιὰ ἕναν ἐντελῶς ἀσήμαντο ἄνθρωπο, «μικρὸν τῷ δέμας», ποὺ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ φοροεισπράκτορα ποὺ ἐξασκοῦσε, τὸν χαρακτήριζε, τὴν ἐποχὴ ἐκείνη καὶ σ’ ἐκείνη τὴν κοινωνία, ὡς πλεονέκτη, ἀπάνθρωπο καὶ ἀνέντιμο.

Ὁ Ζακχαῖος ἤθελε νὰ δεῖ τὸν Χριστό· τὸ ἤθελε τόσο πολύ, ὥστε ἡ ἐπιθυμία του τράβηξε τὴν προσοχὴ τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ ἐπιθυμία εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ παντός. Ὅπως λέει τὸ εὐαγγέλιο, «ὅπου γὰρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν» (Ματθ. 6,21). Τὰ πάντα στὴ ζωὴ μας ἀρχίζουν μὲ κάποια ἐπιθυμία, ἐπειδὴ ὅ,τι ἐπιθυμοῦμε εἶναι καὶ αὐτὸ ποὺ ἀγαποῦμε, αὐτὸ ποὺ μᾶς τραβάει ἀπὸ τὰ μέσα, αὐτὸ στὸ ὁποῖο παραδινόμαστε. Γνωρίζουμε πὼς ὁ Ζακχαῖος ἀγαποῦσε τὸ χρῆμα, καὶ κατὰ τὴ δική του παραδοχὴ γνωρίζουμε πὼς γιὰ νὰ τὸ ἀποκτήσει δὲν εἶχε κανένα ἐνδοιασμὸ νὰ κλέβει ἄλλους. Ὁ Ζακχαῖος ἦταν πλούσιος καὶ ἀγαποῦσε τὸν πλοῦτο, ἀλλὰ μέσα του ἀνακάλυψε μιὰ ἄλλη ἐπιθυμία,ἤθελε κάτι ἄλλο, καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιθυμία ἔγινε κεντρικὴ στιγμὴ τῆς ζωῆς του.

Αὐτὴ ἡ εὐαγγελικὴ ἱστορία θέτει ἕνα ἐρώτημα στὸν καθένα μας: τί ἀγαπᾶμε, τί ἐπιθυμοῦμε, -ὄχι φυσικὰ ἐπιπόλαια, ἀλλὰ βαθιά. Δὲν ὑπάρχει κανένας μυστηριώδης δάσκαλος ποὺ νὰ περπατᾶ στὴν πόλη σας, ποὺ νὰ περιβάλλεται ἀπὸ τὸ πλῆθος. Εἶναι ὅμως ἔτσι; Δὲν ὑπάρχει κάποια μυστηριώδης κλήση ποὺ περνᾶ κάθε στιγμὴ ἀπὸ τὴ ζωή σας· καὶ κάπου στὰ βάθη τῆς ψυχῆς σας, δὲν αἰσθανεσθε κάποιες φορὲς μιὰ νοσταλγία γιὰ κάτι τὸ διαφορετικὸ ἀπ’ αὐτὸ ποὺ γεμίζει τὴ ζωή σας ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ; Σταματῆστε γιὰ μιὰ στιγμή, προσέξτε, εἰσέλθετε στὴν καρδιά σας, ἀφουγκραστεῖτε τὸ ἐσωτερικό σας, καὶ θὰ βρεῖτε μέσα σας τὴν ἴδια ἀκριβῶς παράξενη καὶ ὄμορφη ἐπιθυμία.

Ὁ Ζακχαῖος ἦρθε ἀντιμέτωπος χωρὶς αὐτὸ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει, εἶναι κάτι ὅμως ποὺ σχεδὸν ὅλοι μας φοβούμαστε καὶ τὸ καταπιέζουμε μὲ τὸ θόρυβο καὶ τὴ ματαιότητα ὅλων αὐτῶν ποὺ μᾶς περιστοιχίζουν. «Ἰδοὺ ἐστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω» (Άποκ. 3,20). Ἀκοῦς τὸ σιγανὸ κτύπημα; Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη πρόσκληση τῆς ἐκκλησίας, τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ τοῦ Χριστοῦ: ἐπιθύμησε κάτι ἄλλο, πάρε μιὰ βαθιὰ ἀναπνοὴ ἀπὸ κάτι ἄλλο, θυμήσου κάτι ἄλλο. Καὶ τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ σταματᾶμε γιὰ νὰ ἀκούσουμε αὐτὴ τὴν κλήση εἶναι σὰν ἕνα φρέσκο καὶ εὐχάριστο ἀεράκι νὰ φυσᾶ στὸ μουχλιασμένο ἀέρα τῆς ἄχαρης ζωῆς μας, καὶ ἀρχίζει ἔτσι ἡ ἀργὴ ἐπιστροφή.

Ἐπιθυμία. Ἡ ψυχὴ παίρνει μιὰ βαθιὰ ἀνάσα. Ὅλα γίνονται -ἔχουν κιόλας γίνει- διαφορετικά, νέα, ἀπεριόριστα σημαντικά. Ὁ ἀνθρωπάκος, μὲ τὰ ματιὰ του καρφωμένα στὸ χῶμα πάνω σὲ γήινες ἐπιθυμίες, τώρα παύει νὰ εἶναι ἀνθρωπάκος καθὼς ἀρχίζει ἡ νίκη μέσα του. Ἐδῶ βρίσκεται ἡ ἀρχή, τὸ πρῶτο βῆμα ἀπὸ τὰ ἔξω πρὸς τὰ μέσα, πρὸς αὐτὴ τὴ μυστηριώδη πατρίδα ποὺ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, συχνὰ ἀσυνείδητα, νοσταλγοῦν καὶ ἐπιθυμοῦν.

εδώ

Παρασκευή, Ιανουαρίου 19, 2018

Όταν ο Παπουλάκος "συνάντησε" τους Ινδιάνους





Όλοι οι ευαίσθητοι και προβληματισμένοι σύγχρονοι άνθρωποι συγκινούνται με την απάντηση του Ινδιάνου αρχηγού Seattle στον πρόεδρο των ΗΠΑ Franklin Pierce, το 1854, όπου του εξηγεί γιατί δε μπορεί να του πουλήσει τη γη της φυλής του (που "δεν της ανήκει, αλλά οι άνθρωποι ανήκουν σ’ αυτήν").
Ακριβώς αυτό έκανε κι ο Παπουλάκος: υπερασπίστηκε το δικό του πολιτισμό απέναντι στον εισαγόμενο, που τον εισήγαγαν οι ξένοι εξουσιαστές, σε βάρος του δικού του (του δικού μας). Και μάλιστα τα 'βαλε μ' ένα παντοδύναμο (μπροστά στον πολίτη) κράτος, με μια ισχυρή Εκκλησία (ισχυρή απέναντί του, κατά τα άλλα όργανο του κράτους) και τελικά θυσίασε τη ζωή του γι' αυτό. Κι όμως, πολλοί συγκινούνται π.χ. για τοΘεόφιλο Καΐρη, μοναχό που τον καταδίκασε σε περιορισμό η Εκκλησία για τις αιρετικές του απόψεις (τις οποίες μάλιστα απέκρυπτε, παριστάνοντας τον ορθόδοξο μοναχό), αλλά θυμώνουν όταν ακούσουν καλό λόγο για τον Παπουλάκο.
Αν για μας ήταν προτιμότερη η δυτική τεχνολογία από τις δικές μας (οικολογικές) μεθόδους παραγωγής και μετακίνησης και το δικό μας τρόπο ζωής, γιατί δεν είχε λάθος κι ο Ινδιάνος αρχηγός; Ή μήπως οι Ινδιάνοι είχαν ένα σοφό πολιτισμό, ενώ οι Ρωμιοί (εμείς) δεν είχαν σοφία (και φιλοσοφία);
Οποιοσδήποτε λαός στην κόσμο αντιστέκεται στο δυτικό ιμπεριαλισμό και την αποικιοκρατία, και καλά κάνει. Μια εστία αντίστασης ήταν και ο Παπουλάκος (μαζί με τον Κοσμά Φλαμιάτο και άλλους συνοδοιπόρους του, και παλαιότερα τους αγίους Κολυβάδες - άλλο κόκκινο πανί για τους προοδευτικούς).
Όταν ο Daniel Quin γράφει στον Ισμαήλ πως οι άνθρωποι δεν είναι πιο σημαντικοί από τις τσούχτρες, η άποψή του χειροκροτείται διεθνώς ως εναλλακτική και ενδιαφέρουσα - ο Παπουλάκος, επειδή συμβαίνει να είναι χριστιανός, λοιδωρείται ως σκοταδιστής.
Το 1744 η Ιροκέζικη Ομοσπονδία των Έξι Εθνών απάντησε στους Λευκούς, που πρότειναν να πάνε κάποια Ινδιανόπουλα να σπουδάσουν στο κολλέγιο του Γουΐλλιαμσμπουργκ:
"...Μερικοί από τους νέους μας πήγαν παλαιότερα σε κολλέγια των βόρειων επαρχιών, διδάχτηκαν όλες σας τις επιστήμες, όμως, όταν ξαναγύρισαν πίσω σε μας, ήταν κακοί στο τρέξιμο, αγνοούσαν όλους τους τρόπους επιβίωσης σ' ένα δάσος, ήταν ανίσχυροι απέναντι στην αρκούδα, το κρύο ή την πείνα, δεν ήξεραν καν πώς να φτιάξουν ένα καλύβι, να πιάσουν ένα ελάφι ή να σκοτώσουν τον εχθρό, δε μιλούσαν καλά τη γλώσσα μας και, επομένως, δεν ήταν κατάλληλοι για κυνηγοί, πολεμιστές ή σύμβουλοι. Δεν ήταν καλοί για τίποτε απολύτως.
Παρότι δεν θα τη δεχτούμε, η ευγενική σας πρόταση οπωσδήποτε δε μας υποχρεώνει λιγότερο απέναντί σας και, για να σας δείξουμε πόσο το εννοούμε αυτό, αν οι κύριοι από τη Βιρτζίνια μας στείλουν έξι αγόρια τους, θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για την εκπαίδευσή τους. Θα τους διδάξουμε όλα όσα γνωρίζουμε και θα τους κάνουμε άνδρες" (Βενιαμίν Φρανκλίνος, Οι Ινδιάνοι, εκδ. "Ελεύθερος Τύπος", Αθήνα 1995, σελ. 11-12).
Αυτό απάντησαν οι σοφοί Ινδιάνοι. Αυτό έλεγε κι ο Παπουλάκος, όταν κήρυττε πως "τα άθεα γράμματα θα καταστρέψουν τον τόπο μας". Κοιτάξτε γύρω σας, δείτε τους δρόμους που έχει πάρει η νέα γενιά και η κοινωνία ολόκληρη (μια κοινωνία βουτηγμένη μέχρι τα κατάβαθα της ψυχής της στη σύγχρονη τεχνολογία και επιστήμη) και πείτε στον εαυτό σας με ειλικρίνεια αν είχε ή όχι δίκιο.



διαβάστε ολόκληρο το εξαιρετικό αφιέρωμα του ΝΕΚΡΟΥ για τον άγιο Παπουλάκο εδώ


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2012/01/blog-post_9954.html#ixzz54dXeDeic

Τρίτη, Ιανουαρίου 16, 2018

Η προσευχή της Εκκλησίας


Η προσευχή του πλήθους έχει μεγάλη δύναμη, όταν συνυπάρχει και η αρετή. Αυτό υπονοεί η αγία Γραφή όταν λέει: «προσευχή εκτενής προς τον Θεόν εγίνετο υπό της Εκκλησίας υπέρ αυτού» (Πραξ. ιβ’, 5). Τόσο ισχυρά ήταν η προσευχή αυτή, ώστε αν και η φυλακή ήταν κλειστή, και ο Πέτρος ήταν σιδηροδέσμιος και κοιμόταν μεταξύ δύο φυλάκων, τον απελευθέρωσε. Όταν όμως δεν υπάρχει αρετή, αλλά κακία, η προσευχή του πλήθους είναι τελείως ανίσχυρη. Απόδειξη τούτου οι Ισραηλίτες, που ήταν πολυάριθμοι ως η άμμος της θάλασσας (Ησ. ι’, 22) και όμως χάθηκαν, καθώς και οι επί της εποχής του Νώε, που ήταν άπειροι και καταστράφηκαν υπό του κατακλυσμού. Διότι τη δύναμη στην προσευχή δεν τη δίνει απλώς ο μεγάλος αριθμός των συμπροσευχομένων, αλλ’ η προσθήκη της αρετής τούτων σε αυτήν.

Ιερός Χρυσόστομος

Δευτέρα, Ιανουαρίου 15, 2018

Ο άγιος Ιωάννης ο φτωχός για τον Χριστό και καλυβίτης


Με τους Συναξαριστές, που τόσο πολύ αγαπάμε εμείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, φέρνουμε στη μνήμη μας τους άθλους των Αγίων της Εκκλησίας μας.
Η πνευματικότητα της Εκκλησίας ασκήθηκε ιδιαίτερα από τους καθημερινά εορταζόμενους Αγίους, οι οποίοι παρουσίασαν τους εαυτούς τους ξένους του βίου αυτού και γενναίους μαχητές εναντίον του κόσμου και του σώματος και των επαναστάσεων που έρχονται απ’ αυτά.
******
Ο όσιος Ιωάννης, ο δια Χριστόν Πτωχός, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη επί βασιλείας Λέοντος Α΄ (457-474). Γιός του πλούσιου και ισχυρού συγκλητικού Ευτρόπιου, έλαβε εξαιρετική μόρφωση από ονομαστούς διδασκάλους και επέδειξε από παιδί μεγάλη ευλάβεια. Όντας ακόμη δωδεκαετής, συνάντησε μια ημέρα έναν μοναχό της Μονής των Ακοιμήτων ο οποίος ετοιμαζόταν να αναχωρήσει για προσκύνημα στα Ιεροσόλυμα, και τον πίεσε να του μιλήσει για την πολιτεία των μοναχών, την άσκηση, την αδιάλειπτο δοξολογία και την απερίσπαστο προσευχή τους. Τον χαροποίησε τόσο η περιγραφή της αγγελικής βιοτής που διάγουν θνητοί άνθρωποι, ώστε ζήτησε από τον μοναχό να του υποσχεθεί ότι θα τον έπαιρνε μαζί του όταν θα επέστρεφε στην Βασιλεύουσα. Με πρόφαση ότι το χρειαζόταν για τα μαθήματα στο σχολείο, ζήτησε και έλαβε από τους γονείς του ένα περικαλλές χειρόγραφο Ευαγγέλιο, με στάχωση, επιχρυσωμένη και κοσμημένη με μαργαριτάρια. Το έφερε πάντα μαζί του ως το πολυτιμότερο αγαθό του, και όταν ο γέροντας επέστρεψε από τα Ιεροσόλυμα, έφυγε κρυφά από την πατρική οικία παίρνοντας μαζί μονάχα αυτό το Ευαγγέλιο.

Όταν ο Ιωάννης έφθασε στην Μονή των Ακοιμήτων, συγκίνησε τον ηγούμενο με την θέρμη του και τα δάκρυά του και κατάφερε να τον πείσει να τον κείρει και να τον ενδύσει το μοναχικό Σχήμα την ίδια κιόλας ημέρα, πάρα το νεαρό της ηλικίας του, χωρίς να τον υποβάλει στην κανονική δοκιμασία. Από τότε επέδειξε θαυμαστό ζήλο στους ασκητικούς αγώνες και ξεπέρασε γρήγορα στην αρετή τους εμπειρότερους μοναχούς. Επί τρία χρόνια δεν έτρωγε παρά μόνον τις Κυριακές, μετά την θεία Κοινωνία, και είχε τόσο πολύ αδυνατίσει που κανένας δεν αναγνώριζε πλέον τον νεαρό και λεπτεπίλεπτο αριστοκράτη. Ο διάβολος, φθονώντας την πρόοδό του, εξαπέλυσε εναντίον του λυσσαλέο πόλεμο με αδιάκοπους λογισμούς ανάμνησης των γονέων του, παρακινώντας την νεανική καρδιά να τους επισκεφθεί. Οι επανειλημμένες εξομολογήσεις, ο πολλαπλασιασμός των νηστειών και τα άφθονα δάκρυα δεν κατάφεραν να τον απαλλάξουν από αυτόν τον ολέθριο λογισμό. Τελικά, έλαβε από τον ηγούμενο ευλογία να επιστρέψει στην οικογενειακή εστία, όχι για να υποταγεί νικημένος στον πειρασμό, αλλά για να αγωνιστεί κατά μέτωπο εναντίον του διαβόλου, με την δύναμη του Χριστού και την προσευχή των αγίων Πατέρων. Βγαίνοντας από το μοναστήρι άλλαξε τα ρούχα του με τα κουρέλια ενός ζητιάνου και οδοιπορώντας πολλές ημέρες έφθασε νύχτα, κατάκοπος στην θύρα του οικογενειακού ανάκτορου, αγνώριστος ύστερα από τόσους ασκητικούς αγώνες και ρακένδυτος. Οι υπηρέτες τον περιμάζεψαν και τον λυπήθηκαν, καθώς όμως απαγορευόταν να περιθάλπουν ζητιάνους, έλαβαν από τον κύριό τους την άδεια να τον εγκαταστήσουν όχι μακριά από την είσοδο, σε μια πτωχική καλύβα, για να τον προστατεύσουν από το δριμύ κλίμα. Μια ημέρα, καθώς η μητέρα του, θλιμμένη ακόμη από την στέρηση του πολυαγαπημένου γιού της, έβγαινε να πάει στην εκκλησία, παρατήρησε με αποστροφή αυτόν τον ζητιάνο, τρόμαξε από την αγριότητα του προσώπου του και πρόσταξε στο εξής να μένει κλεισμένος μέσα στην καλύβα, αν δεν ήθελε να τον διώξουν.

 
Τρία ολόκληρα χρόνια ο άγιος Ιωάννης έζησε έτσι έγκλειστος, έκθετος στην περιφρόνηση των γονιών του, στην χλεύη και την κακομεταχείριση των υπηρετών και των περαστικών. Μη αρκούμενος στις ακούσιες θλίψεις, πρόσθετε στην εκούσια προσφορά του στον Κύριο την νηστεία και την αδιάλειπτο προσευχή. Μια νύχτα εμφανίστηκε ο Χριστός και του είπε: «Χαίρου, Ιωάννη, ότι νίκησες τον διάβολο με την υπομονή και αντέκρουσες τα τεχνάσματά του. Το τέλος του αγώνα σου πλησιάζει, σε τρεις ημέρες άγγελοι θα έλθουν να σε πάρουν και να σε φέρουν εις εμέ».
 
 Ο Ιωάννης παρήγγειλε στην οικοδέσποινα να καταδεχθεί να τον επισκεφθεί προτού πεθάνει. Η μητέρα του, ξαφνιασμένη στην αρχή από αυτό το αίτημα, ήλθε στην καλύβα. Ο πτωχός, που τόσο καιρό τον είχε περιφρονήσει, την ευχαρίστησε θερμά για την φιλοξενία της, της ζήτησε την χάρη να ταφεί μέσα στην καλύβα αυτή με τα ρούχα του, και της πρόσφερε το χρυσό Ευαγγέλιο που του είχε δώσει δέκα χρόνια πρωτύτερα. Η καρδιά της αναπήδησε στο αντίκρισμα του χειρογράφου. Έτρεξε να το δείξει στον σύζυγό της και ύστερα ήρθαν και οι δυό τους να παρακαλέσουν τον ζητιάνο να τους αποκαλύψει που βρήκε ένα τόσο πολύτιμο αντικείμενο. Με το πρόσωπο μουσκεμένο από τα δάκρυα ο άγιος του είπε: «Είμαι ο Ιωάννης ο γιός σας, και για την αγάπη του Χριστού πήρα αυτό το βιβλίο που μου προσφέρατε, ωσάν χρηστό ζυγό και ελαφρό φορτίο (Ματθ. 11, 29) και αποφάσισα να ζήσω σαν ξένος».
 
 Οι γονείς, με ανάμεικτα αισθήματα χαράς που τον ξαναβρήκαν και θλίψης για τον επικείμενο θάνατό του, κρατούσαν στην αγκαλιά τους τον γιό τους. Όλη η Κωνσταντινούπολη συγκινήθηκε μαθαίνοντας την ηρωική ιστορία του οσίου Ιωάννη και συμπόνεσε τους γονείς του. Πλήθη συνέρευσαν στην κηδεία αυτού το εκούσιου μάρτυρα, που έγινε στην άθλια καλύβα του, στο μέρος της οποίας οικοδομήθηκε αργότερα ναός όπου η χάρη του Θεού, διά των προσευχών του αγίου Ιωάννη του Πτωχού, επιτέλεσε πολλά θαύματα.
 
(Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ)

Οι δύο καλόγεροι(διδακτική ιστορία)

Δυο καλόγεροι που πήγαιναν σε προσκύνημα , έφτασαν στο πέρασμα ενός ποταμού. Εκεί είδαν μια πολύ όμορφη κοπέλα , που αναρωτιόταν τι να κάμει , μιας που το ποτάμι ήταν βαθύ και δεν μπορούσε να το περάσει.  Χωρίς πολλά πολλά , ο ένας από τους δύο καλόγερους , την πήρε στην πλάτη του και την πέρασε στην άλλη όχθη , όπου την άφησε στην στεριά στις όχθες του ποταμού . Ύστερα οι καλόγεροι συνέχισαν το δρόμο τους . Ο άλλος καλόγερος όμως , μετά από μια ώρα άρχισε να γκρινιάζει : " Ασφαλώς δεν ήταν σωστό ν΄ αγγίξεις τη γυναίκα . Είναι αντίθετο προς τις εντολές Του Θεού να έρχεσαι σε στενή επαφή με γυναίκες . Πώς μπορείς να κάνεις κάτι που είναι αντίθετο με τους κανόνες των μοναχών ; " Ο καλόγερος που κουβάλησε τη γυναίκα , προχωρούσε σιωπηλός . Κάποια στιγμή όμως είπε : " Eγώ κουβάλησα τη γυναίκα και την άφησα στην όχθη του ποταμού πριν από μια ώρα ! Για μένα τέλειωσε εκείνο το γεγονός ... εσύ γιατί την κουβαλάς ακόμη ; " ...
 
 
 http://aoratigonia.blogspot.com/


Κυριακή, Ιανουαρίου 14, 2018

Εξομολόγηση και θεία Κοινωνία, του πατρός Αλεξ. Σμέμαν


Όταν η μετάληψη ολόκληρης της σύναξης σε κάθε Λειτουργία, που εξέφραζε τη μετοχή στην ακολουθία, έπαψε να είναι ο κανόνας και αντικαταστάθηκε από την πρακτική της σπάνιας προσέλευσης, έγινε πλέον φυσικό ότι θα προηγούνταν αυτής της προσέλευσης το μυστήριο της Μετανοίας –δηλαδή της εξομολόγησης και καταλλαγής των πιστών με την Εκκλησία, με τη μεσιτεία της συγχωρητικής ευχής.
Η πρακτική αυτή – επαναλαμβάνω, φυσική και προφανής στην περίπτωση της σπάνιας προσέλευσης στη θεία Κοινωνία - επέτρεψε την εμφάνιση μιας νέας θεωρίας στους κόλπους της Εκκλησίας, σύμφωνα με την οποία η Μετάληψη για το σώμα των λαϊκών γίνεται αδύνατη χωρίς το μυστήριο της εξομολόγησης, σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει για τον κλήρο. Έτσι, η εξομολόγηση προηγείται υποχρεωτικά – πάντοτε και σε κάθε περίπτωση - της μετάληψης. Τολμώ να δηλώσω υπεύθυνα ότι η θεωρία αυτή (που βρήκε ευρεία εφαρμογή στη Ρωσική Εκκλησία) δεν θεμελιώνεται με κανένα τρόπο στην Παράδοση, αλλά κατάφορα έρχεται σε σύγκρουση με το ορθόδοξο δόγμα της Εκκλησίας για την Κοινωνία και την Εξομολόγηση.

Για του λόγου το αληθές κανείς δεν έχει παρά να θυμηθεί την ουσία του μυστηρίου της Μετανοίας. Εξ αρχής η εξομολόγηση στην εκκλησιαστική συνείδηση και διδασκαλία ήταν το μυστήριο της συμφιλίωσης με την Εκκλησία για όσους είχαν αφοριστεί απ’ αυτήν, δηλαδή εκείνους που είχαν αποκλειστεί από την ευχαριστιακή σύναξη. Γνωρίζουμε ότι, αρχικά, η ιδιαίτερα αυστηρή εκκλησιαστική πειθαρχία επέτρεπε μία τέτοια συμφιλίωση άπαξ στη διάρκεια του βίου του μετανοούντα, αλλά αργότερα, ειδικά μετά την είσοδο στην Εκκλησία ολόκληρου του πληθυσμού, ο συγκεκριμένος κανόνας έγινε πιο χαλαρός. Στην ουσία του, το Μυστήριο της Μετανοίας ως μυστήριο συμφιλίωσης με την Εκκλησία αφορούσε εκείνους μόνο που η Εκκλησία είχε αφορίσει για αμαρτίες και πράξεις επ’ ακριβώς οριζόμενες στην Κανονική παράδοσή της. Κάτι, άλλωστε, που γίνεται φανερό κι από την συγχωρητική ευχή: “Αδελφέ, δι’ ό ήλθες προς τον Θεό, και προς εμέ, μη αισχυνθής, ου γαρ εμοί αναγγέλεις, αλλά τω Θεώ, εν ώ ίστασαι”. (Παρεμπιπτόντως, οφείλουμε να χρησιμοποιούμε την ορθή ευχή της συγχωρήσεως κι όχι την άλλη, ξένη στις ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, εκδοχή της, – “Εγώ, ο ανάξιος ιερέας, με την εξουσία που μου έχει δοθεί, σε απαλλάσσω...” - που είναι λατινογενούς προέλευσης και παρεισέφρησε στα λειτουργικά μας βιβλία κατά την περίοδο της επικράτησης στοιχείων της Δυτικής θεολογίας ανάμεσα στους Ορθοδόξους).
Όλα αυτά δεν σημαίνουν, βέβαια, ότι οι “πιστοί”, δηλαδή οι “μη αφορισμένοι”, θεωρούνταν από την Εκκλησία αναμάρτητοι. Καταρχήν, σύμφωνα με την ορθόδοξη διδασκαλία κανένα ανθρώπινο όν δεν είναι αναμάρτητο, με εξαίρεση την Υπεραγία Θεοτόκο, τη Μητέρα του Κυρίου. Κατά δεύτερον, η προσευχή για την συγχώρεση και άφεση των αμαρτιών είναι αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της Λειτουργίας (βλ. τον Τρισάγιο Ύμνο και τις δύο “Ευχές των πιστών”). Τέλος, η Εκκλησία πάντοτε φρονούσε ότι η Θεία Κοινωνία προσφέρεται “εις άφεσιν αμαρτιών”. Έτσι το θέμα εδώ δεν είναι η αναμαρτησία, που καμία συγχωρητική ευχή δεν είναι ικανή να την επιτύχει. Αλλά η διάκριση που πάντοτε γινόταν από την Εκκλησία ανάμεσα στην αμαρτία που εξορίζει τον άνθρωπο από τη ζωή της χάριτος της Εκκλησίας, και στην αμαρτωλότητα που αναπόφευκτα συνοδεύει τη ζωή κάθε ανθρώπινου όντος “που ζεί εν τω κόσμω και ενδύεται σάρκα”. Θα λέγαμε ότι μέσα στην ακολουθία της Λειτουργίας η φθαρείσα από την αμαρτία φύση μας “αναπλάθεται” όπως ομολογούμε στις ευχές των πιστών πριν από την προσφορά των θείων Δώρων. Ενώπιον του Αγίου Ποτηρίου, τη στιγμή της πρόσληψης των Μυστηρίων, παρακαλούμε για συγχώρεση των αμαρτιών “εκουσίων τε και ακουσίων, εν λόγοις ή έργοις, εν γνώση και αγνοία” και εμπιστευόμαστε ότι, στο μέτρο της μετανοίας μας, θα λάβουμε αυτή την συγχώρεση.
Όλα αυτά βεβαίως σημαίνουν – και κανείς δεν το αρνείται - ότι ο μόνος πραγματικός όρος για την προσέλευση στα θεία Μυστήρια είναι η μετοχή μας στο Σώμα της Εκκλησίας, μετοχή που αντιστρόφως βρίσκει την πληρότητά της με την πρόσληψη των μυστηρίων. Η Μετάληψη δίνεται προς “άφεση αμαρτιών και ίαση ψυχών τε και σωμάτων”, πράγμα που υποδηλώνει με σαφήνεια, τι άλλο, παρά τη μετάνοια, τη συναίσθηση της πλήρους αναξιότητάς μας και τη συνείδηση της Κοινωνίας ως θείου δώρου που κανένα επίγειο όν δεν είναι “άξιο” να λάβει. Όλο το νόημα της προετοιμασίας για την Κοινωνία, όπως ορίστηκε από την Εκκλησία (στην Ακολουθία της θείας Μεταλήψεως) δεν είναι να δημιουργήσει στον άνθρωπο το αίσθημα της “αξιότητας” αντίθετα, σκοπεύει στο να δείξει σ’ αυτόν την άβυσσο του ελέους και της άπειρης αγάπης του Θεού: “Τέκνον μου πνευματικόν, ο τη εμή ταπεινότητι εξομολογούμενος, εγώ ο ταπεινός και αμαρτωλός ουκ ίσχύω αφιέναι αμάρτημα επί της γης, ειμή ο Θεός... ο συγχωρήσας Δαυΐδ, διά Νάθαν του Προφήτου, τα ίδια εξομολογήσαντι αμαρτήματα, και Πέτρω την άρνησιν, κλαύσαντι πικρώς, και Πόρνη δακρυσάση επί τους αυτού πόδας, και Τελώνη και Ασώτω, αυτός ο Θεός, συγχωρήσαι σοι δι’ εμού του αμαρτωλού πάντα, και εν τω νυν αιώνι, και εν τω μέλλοντι^ και ακατάκριτόν σε παραστήσαι εν τω φοβερώ Βήματι”. Ενώπιον της Τράπεζας του Κυρίου, η μόνη “αξιωσύνη” των κοινωνούντων είναι αυτή η βαθιά συναίσθηση της “αναξιότητάς τους”. Αυτή είναι η αρχή της σωτηρίας.
Είναι επομένως υψίστης σημασίας για μας να κατανοήσουμε ότι η μετατροπή του μυστηρίου της εξομολόγησης σε μία αναγκαστική προϋπόθεση για την Κοινωνία, όχι μόνο συγκρούεται με την Παράδοση, αλλά προφανώς την παραμορφώνει. Διαστρέφει καταρχήν το δόγμα της Εκκλησίας, δημιουργώντας δύο κατηγορίες μελών, η μία από τις οποίες είναι αφορισμένη στην πραγματικότητα από την Ευχαριστία. Επιπλέον, στρεβλώνει το νόημα και πλήρωμα της εκκλησιαστικής μετοχής. Δεν προκαλεί έκπληξη κατά συνέπεια το γεγονός ότι αυτοί που ο Απόστολος καλεί “συμπολίτες των αγίων και οικείους του Θεού” (Εφεσ. 2:19) γίνονται και πάλι “εθνικοί”, “εκκοσμικεύονται” και η μετοχή τους στην Εκκλησία μετριέται και ορίζεται με χρηματικούς όρους οφειλών και “δικαιωμάτων”. Αλλά, επίσης, αυτό που παραμορφώνεται είναι το δόγμα περί της θείας Κοινωνίας που γίνεται πλέον αντιληπτό ως το μυστήριο για τους λίγους “εκλεκτούς” και όχι ως το μυστήριο της Εκκλησίας των αμαρτωλών που μέσα από το άπειρο έλεος του Χριστού μεταμορφώνονται διαρκώς σε Σώμα Κυρίου. Και τελικά, ανάλογα διαστρέφεται και η διδασκαλία για την εξομολόγηση. Παραποιημένη σε υποχρεωτική προϋπόθεση της Μετάληψης, αρχίζει όλο και πιο φανερά να υποκαθιστά την πραγματική ετοιμότητα για την Ευχαριστία, που δεν είναι άλλη από τη γνήσια εσωτερική μετάνοια, αυτή που έχει εμπνεύσει όλες τις ευχές προ της θείας Κοινωνίας. Ύστερα από μία τρίλεπτη εξομολόγηση και συγχωρητική ευχή ο άνθρωπος αισθάνεται πλέον “δικαιούχος” του μυστηρίου, “άξιος”, ίσως και απαλλαγμένος από τις αμαρτίες του, αισθάνεται με άλλα λόγια το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό στο οποίο μας καλεί η αληθινή μετάνοια.
Με ποιο τρόπο λοιπόν μία τέτοια πρακτική εμφανίστηκε και καθιερώθηκε, ώστε σήμερα πολλοί να την υπερασπίζονται ως την πλέον ορθόδοξη; Για να απαντήσουμε στην ερώτηση πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τρεις παράγοντες: Έχουμε ήδη αναφερθεί στον ένα: Πρόκειται για την επιφανειακή και χλιαρή προσέγγιση της πίστης και της ευσέβειας από την ίδια τη χριστιανική κοινότητα, που οδήγησε αρχικά στην σπάνια Μετάληψη και τελικά στον υποβιβασμό της σε άπαξ του έτους “υποχρέωση”. Είναι ξεκάθαρο ότι ο πιστός που προσέρχεται στο ιερό Μυστήριο μία φορά τον χρόνο οφείλει πράγματι να “συμφιλιωθεί” με την Εκκλησία, μέσα από μία εξέταση της συνείδησης και της ζωής του κατά το μυστήριο της Εξομολόγησης.
Ο δεύτερος παράγοντας είναι η επιρροή της μοναστικής πρακτικής, που βέβαια στο σύνολό της είναι ιδιαίτερα ευεργετική για την Εκκλησία. Οι μοναχοί λοιπόν, γνώριζαν και ασκούσαν εξ’ αρχής την πρακτική της “έκθεσης των λογισμών” και της πνευματικής καθοδήγησης των απείρων από τον πιο έμπειρο της κοινότητας. Αλλά - κι αυτό είναι το ουσιώδες - αυτός ο πνευματικός πατέρας ή “γέροντας” δεν ήταν απαραίτητα ιερέας, αφού η πνευματική καθοδήγηση συνδεόταν με την πνευματική εμπειρία και όχι την ιεροσύνη.
Στα Βυζαντινά μοναστικά τυπικά του 7ου-8ου αιώνα οι μοναχοί απαγορεύεται να αποφασίζουν μόνοι τους για την προσέλευση ή την αποχή τους από το Άγιο Ποτήριο, χωρίς δηλαδή τη συγκατάθεση του πνευματικού τους πατέρα, καθώς “η εξαίρεση εαυτού από την Κοινωνία είναι η εφαρμογή του ιδίου θελήματος”. Στις γυναικείες μονές παρόμοια άδεια απαιτείται από την ηγουμένη. Παρατηρούμε, λοιπόν, πώς η εξομολόγηση εδώ είναι μη μυστηριακού τύπου και βασίζεται στην πνευματική εμπειρία και την διαρκή καθοδήγηση. Ωστόσο, αυτού του είδους η πρακτική έχει έντονο αντίκτυπο στο καθαυτό μυστήριο της Εξομολόγησης. Στη διάρκεια της πνευματικής παρακμής (της οποίας την αληθινή έκταση και σημασία ανακαλύπτει κανείς μέσα στους κανόνες της λεγομένης Συνόδου του Τρούλου του 6ου αιώνα), τα μοναστήρια παρέμειναν τα κέντρα της πνευματικής μέριμνας και νουθεσίας των λαϊκών. ...] Ο λαός με φυσικό τρόπο ταύτισε αυτό το είδος της πνευματικής καθοδήγησης με την μυστηριακή εξομολόγηση. Θα πρέπει, ωστόσο, να τονίσουμε ότι την ικανότητα της πνευματικής καθοδήγησης δεν διαθέτει ο κάθε ενοριακός ιερέας, αφού αυτή προϋποθέτει βαθιά πνευματική εμπειρία, χωρίς την οποία η “καθοδήγηση” μπορεί να οδηγήσει, και στην πραγματικότητα συχνά οδηγεί, σε αληθινές πνευματικές τραγωδίες. Αυτό που ενδιαφέρει εδώ, είναι ότι το μυστήριο της μετανοίας συνδέθηκε κατά μία έννοια με την πνευματική καθοδήγηση, την επίλυση “δυσκολιών” και “προβλημάτων"^ κατ’ επέκταση στην παρούσα ενοριακή ζωή ταυτίστηκε με τις “μαζικές” ολιγόλεπτες εξομολογήσεις που εστιάζονται κυρίως στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής, όπου η όποια νουθεσία και ανέφικτη γίνεται, αλλά και είναι πιθανό ότι φέρει περισσότερη βλάβη παρά όφελος. Η πνευματική καθοδήγηση πρέπει να αποσυνδεθεί από την μυστηριακή εξομολόγηση, έστω κι αν αυτή η τελευταία είναι προφανώς το απώτερο τέλος κι ο σκοπός της.
Ο τρίτος και αποφασιστικός παράγοντας ήταν, φυσικά, η επίδραση της Δυτικής, Σχολαστικής και δικανικής κατανόησης της μετανοίας. Έχουν πολλά γραφεί για την “δυτική υποδούλωση” της Ορθόδοξης θεολογίας, αλλά φοβάμαι πώς λίγοι άνθρωποι συνειδητοποιούν το βάθος και το αληθινό νόημα της στρέβλωσης στην οποία η Δυτική επιρροή οδήγησε την ίδια τη ζωή της Εκκλησίας και πάνω απ’ όλα την κατανόηση των Μυστηρίων. Αυτό γίνεται φανερό στο μυστήριο της μετανοίας. Η σοβαρή παραμόρφωση εδώ συνίσταται στην μετατόπιση του νοήματος του μυστηρίου από την μετάνοια και την εξομολόγηση στην στιγμή της “άφεσης” που προσλαμβάνεται δικανικά. Η Δυτική Σχολαστική θεολογία διαχώρισε σε δικανικές κατηγορίες την ίδια την ουσία της αμαρτίας και, αντίστοιχα, την έννοια της άφεσης. Η τελευταία πηγάζει εδώ όχι από την αλήθεια, δηλαδή την αυθεντική φύση της μετανοίας, αλλά από την εξουσία του ιερέως. Εάν για την αρχική ορθόδοξη κατανόηση του μυστηρίου της εξομολόγησης ο ιερέας είναι ο παρευρισκόμενος μάρτυρας της μετανοίας, και ως εκ τούτου μάρτυρας της πλήρους “καταλλαγής με την Εκκλησία εν Χριστώ Ιησού...”, ο Λατινικός νομικισμός υπερτονίζει την εξουσία του ίδιου του ιερέως να δίνει άφεση αμαρτιών. Έτσι προκύπτει η ολότελα καινοφανής για το Ορθόδοξο δόγμα, αλλά αρκετά δημοφιλής σύγχρονη πρακτική της “άφεσης-απαλλαγής” χωρίς εξομολόγηση. Η αρχική διάκριση ανάμεσα σε αμαρτίες –αφορισμούς από την Εκκλησία (από τους οποίους προέκυπτε η ανάγκη της μυστηριακής συμφιλίωσης με το Εκκλησιαστικό Σώμα) και της αμαρτωλότητας που δεν εξέβαλε τον πιστό εκτός Εκκλησίας, εκλογικεύθηκε από τον Δυτικό Σχολαστικισμό σε διαχωρισμό ανάμεσα στις λεγόμενες θανάσιμες και εξαγοράσιμες (συγγνωστές) αμαρτίες. Οι πρώτες, έχοντας απομακρύνει τον άνθρωπο από την “κατάσταση της χάριτος” απαιτούν μυστηριακή εξομολόγηση και άφεση, ενώ οι υπόλοιπες χρήζουν μόνο εσωτερικής μεταμέλειας. Στην Ορθόδοξη Ανατολή, ωστόσο, και ιδιαίτερα στη Ρωσία (κάτω από την επίδραση της Λατινόφρονος θεολογίας του Πέτρου Μογίλα και των μαθητών του) η θεωρία αυτή κατέληξε στην υποχρεωτική και δικανική σύνδεση ανάμεσα στην εξομολόγηση-άφεση και την Ευχαριστία.
Κατά έναν ειρωνικό τρόπο η πιο ολοφάνερη “διείσδυση” των Λατίνων αντιμετωπίζεται από μεγάλο αριθμό πιστών ως ορθόδοξη νόρμα, ενώ η πιο απλή απόπειρα για επαναξιολόγηση της πρακτικής κάτω από το φως του αυθεντικού ορθοδόξου δόγματος της Εκκλησίας και των μυστηρίων καταγγέλλεται ως “Ρωμαιοκαθολική”! 
π.Αλεξάνδρου Σμέμανπηγή: http://www.oodegr.com/

Σάββατο, Ιανουαρίου 13, 2018

Κυριακή μετά τα Φώτα: Ένα αναστάσιμο ευαγγέλιο για την μετάνοια


Tο σημερινό ευαγγέλιο , αγαπητοί χριστιανοί, είναι ένα ευαγγέλιο αναστάσιμο. Δεν είναι αναστάσιμο γιατί αναφέρεται άμεσα στην Ανάσταση του Κυρίου, ούτε επειδή διαβάζεται στην πασχάλια εβδομαδιαία σύναξη της Κυριακής. Είναι αναστάσιμο γιατί αναφέρεται σε ένα καινό-καινούριο φως- που έλαμψε στον κόσμο της σκιάς του θανάτου, στον κόσμο της αμαρτίας, το φως του Χριστού, και σε μια νέα ζωή, μια ζωή χαρμολύπης,τη ζωή της μετάνοιας, την ζωή της βασιλείας του θεού.

Το ότι η μετάνοια συνδέεται με την ανάσταση του Χριστού, αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στην αγία γραφή. Αμέσως μετά την ανάσταση και πριν την ανάληψη ο Κύριος έστειλε τους μαθητές του να κηρύξουν μετάνοια στα έθνη εις άφεσιν αμαρτιών. Αλλά και οι απόστολοι ενώπιον του ιουδαϊκού λαού,την ημέρα της Πεντηκοστής, κήρυξαν μετάνοια δηλ επιστροφή και βάπτισμα στο όνομα του  Αναστημένου Κυρίου Ιησού.
Ωστόσο είναι πιο προφανής ο λόγος που καθιστά τη σημερινή ευαγγελική περικοπή αναστάσιμη, ευαγγέλιο χαράς, ελπίδας και πνευματικής ανάτασης. Πριν από την κάθοδο του Κυρίου στον Άδη , αμέσως μετά τον σταυρό και τον θάνατο, έχουμε μία άλλη κάθοδο του Χριστού σε έναν άλλο άδη, σε ένα τόπο κλαυθμού και οδυρμού. Είναι αυτή η παρουσία του Κυρίου Ιησού στην Γαλιλαία των εθνών, στην Γαλιλαία όπου επλεόνασε η αμαρτία, η οδύνη και ο θάνατος , για να περισσεύσει η χάρη και η σωτηρία.Είναι τόσο παραστατική η εικόνα του αγνού και Αναμάρτητου Αμνού του Θεού στον Ιορδάνη πριν από λίγο. Στέκεται στην σειρά να βαπτιστεί με ανθρώπους αμαρτωλούς! Τόσο αμαρτωλούς, για τους οποίους ένας σύγχρονος πατέρας λέει ότι τα νερά του Ιορδάνη είχαν φορτιστεί και φορτωθεί βαριά με τις αμαρτίες τους. Από τα ευαγγέλια μαθαίνουμε ή υποθέτουμε ποιοί ήταν αυτοί. Τελώνες και πόρνες, οι οποίοι κατά την διαβεβαίωση του Κυρίου αργότερα, προήγαν τους ιουδαίους άρχοντες στην βασιλεία του Θεού. Στρατιωτικοί και δημόσιοι υπάλληλοι διεφθαρμένοι, συκοφάντες, εκβιαστές, άνθρωποι του χυδαίου ανταγωνισμού. Και κοντά σε αυτούς άνθρωποι θρησκόληπτοι και άλλοι χωρίς έργα που έμοιαζαν με άχυρα έτοιμα να ριχτούν στην φωτιά. Δεν μπορεί ο καθένας μας να αναγνωρίσει τον εαυτό του σε όλους ή σε κάποιους τουλάχιστον από αυτούς; Σίγουρα ναι! Αυτή λοιπόν είναι η αντοπροσωπευτική γενεά των ανθρώπων, με την οποία επέλεξε ο Χριστός να συγχρωτιστεί, θέλοντας να καταδείξει ποιούς ήρθε να ελεήσει και να σώσει σε ουσιαστικό φυσικό επίπεδο.Η σάρκωση και η επιφάνεια του Λόγου, του Υιού του Θεού στον κόσμο, είναι η μεγάλη αποκάλυψη , η παρουσία του Θεού, η παροχή της ζωής και του φωτός σε ένα κόσμο απελπισίας, ασέβειας, αποπνικτικής κακίας και άγνοιας. Εξάλλου, η Γαλιλαία της εποχής του Ιησού, αγαπητοί χριστιανοί, είναι ο ίδιος ο κόσμος μας , ο κόσμος που ζει στην πλάνη του διαβόλου και βρίσκει την αληθινή ζωή και σωτηρία στο πρόσωπο του Χριστού, στην ίδια την Εκκλησία.

Ο Ιερός Χρυσόστομος σημειώνει ότι ο Χριστός δεν άρχισε το κήρυγμα Του επαναλαμβάνοντας τα του Προδρόμου. Δηλαδή περί αξίνης, πυρός και τελικής καταδίκης των αμαρτωλών, αλλά με την μετάνοια. Με την δυνατότητα μετάνοιας, με την ευκαιρία μετάνοιας. Με την αναφορά όχι στην συντέλεια, αλλά στην βασιλεία. Πράγματι, ενώ ο Χριστός ποτέ δεν απέκρυψε την τραγική κατάληξη όλων όσων μείνουν άγευστοι και αδιάφοροι στην επίσκεψη του Θεού, αρχικά έρχεται να δηλώσει με ηρεμία και μεγάλη μακροθυμία ότι τώρα Αυτος είναι ανάμεσα στον λαό Του. Τώρα, είναι η ώρα και η στιγμή ο λαός να Τον αναγνωρίσει και να Τον ακολουθήσει στην ουράνια διαδρομή προς την βασιλεία. Δεν έρχεται με αξίνη, ως ηδύνατο, αλλά με ανοιχτά και απλωμένα τα χέρια προς τους ανθρώπους.

Η μετάνοια, αδελφοί μου, αυτή η ουσία του κηρύγματος του Προδρόμου, των αποστόλων, των προφητών, των πατέρων, το πρώτο κήρυγμα του ιδίου του Χριστού, είναι μια κατασυκοφαντημένη και κακοποιημένη έννοια στις μέρες μας. Συνδέεται με μια ζωή απελπισίας, κακουχιών, ύποπτης υποκριτικής θρησκευτικότητας, με έναν λόγο παρωχημένο, στομφώδη και φαρισαϊκό.. Δεν έχουμε συνειδητοποιήσει πώς μέσα στους κόλπους και την παράδοση της μητέρας μας, της ορθόδοξης εκκλησίας, η μετάνοια είναι μια ζωή μακαριότητας, δηλαδή μυστικής χαράς και ευτυχίας. Είναι η ευλογημένη χαρμολύπη, η πολιτεία των ταπεινών και των αγνών ανθρώπων, αυτών για τους οποίους ο Χριστός είπε: «μακάριοι αυτοί που πενθούν γιατί θα παρηγορηθούν». Το πένθος αυτό , δεν είναι πένθος κοσμικό, που μυρίζει θάνατο και απελπισία, αλλά είναι ή ίδια η ζωή της κατά Χριστόν ταπείνωσης. Μιας ζωής που συναντάμε στους αγίους. Σ’αυτούς που δεν ανέχονται την ντροπή και την ασθένεια της αμαρτίας και ενώ είναι δίκαιοι και ευλαβείς συνειδητοποιούν την αμαρτωλότητα και την ελαχιστότητα τους ενώπιον του Θεού. Σ’αυτούς που δεν απαιτούν τα υψηλά, τα αξιώματα,τα ις διακρίσεις, τους επαίνους και μένουν σαν νεκροί μπροστά στην απατηλότητα και τη ματαιότητα του κόσμου. Σ’αυτούς που ενώ αγαπούν την ζωή και δεν την αποστρέφονται, ωστόσο ζουν μια ζωή λαθότητας, κρύβοντας την αρετή τους από τους άλλους και επιλέγουν σαν τις μέλισσες απ’αυτόν τον κόσμο ότι αγνό,αυθεντικό και ψυχωφέλιμο, με διάκριση και απλότητα. Αυτούς που συναισθάνονται το υψηλό μυστήριο του Θεού και καταγελούν όλη την ανθρώπινη ματαιότητα και πολυπραγμοσύνη.

Τέλος,  αγαπητοί μου, η ζωή της μετανοίας είναι καθαρά μυστηριακή και εκκλησιαστική ζωή. Ο μετανοϊκός άνθρωπος τρέφεται από την θεία ευχαριστία, την εξομολόγηση, τις ακολουθίες της εκκλησίας. Ζεί με αυτοπροσφορά, κένωση, προσευχή, διακονία,θυσία και κύρια με πίστη και ελπίδα, γι’αυτό και ζει εσωτερικά γαλήνιος και χαρούμενος. Ο νέος κόσμος του Θεού, ο μυστηριακός κόσμος της Εκκλησίας που εγκαινίασε ο Χριστός με την επιφάνεια Του στον κόσμο, είναι ο κόσμος της ανάστασης, της ζωής και του φωτός.



ππκ 2010-2014-2018(συρραφή)

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails