ΙΕΡΕΑΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Σάββατο, Μαΐου 18, 2013

Κυριακή των Μυροφόρων ήτοι ή γ΄από του πάσχα



Mετά από κάθε μεγάλη εορτή η Εκκλησία μας συνηθίζει να μας καλεί σε εορταστική σύναξη για να τιμήσουμε τους δευτεραγωνιστές του δράματος και του ιερού γεγονότος πού πανηγυρίσαμε. Έτσι μετά το Πάθος και την τριήμερον έγερσιν και την μνήμη της ψηλάφησης του Θωμά, η Εκκλησία προβάλει κάποια ηρωϊκά και αξιομίμητα πρόσωπα πού έλαβαν συμμετοχή στα Πάθη και έγιναν μάρτυρες της ανάστασης του Χριστού: Τους δύο ιουδαίους άρχοντες Ιωσήφ, ηγεμόνα της Αριμαθαίας και τον νομοδιδάσκαλο Νικόδημο και αυτές τις Μυροφόρες Γυναίκες πού ακολούθησαν τον Χριστό στον Γολγοθά και τον Τάφο και αξιώθηκαν να γίνουν μάρτυρες της Αναστάσεως, ότι ηγάπησαν πολύ.


Ο Ιωσήφ ο ευσχήμων και δίκαιος, είναι ένα πρόσωπο, πού εμφανίζεται στα ευαγγέλια αμέσως την ημέρα του Πάθους και μετά τον θάνατο του Χριστού. Αιτεί το σώμα από τον Πιλάτο και θάβει τον διδάσκαλο του, σε καινό μνημείο πού προετοίμαζε για τον εαυτό του. Πληροφορούμαστε επίσης πώς ήταν επίσημο πρόσωπο και πώς περίμενε και αυτός την βασιλεία του Θεού, πράγμα πού μπορεί να σημαίνει πώς ήταν ένας κρυφός μαθητής του Χριστού, διά τον φόβο των Ιουδαίων ή ένας πολύ ευλαβής και ευσεβής άνθρωπος. Ο Νικόδημος είναι αυτός ο νυχτερινός μαθητής του Ιησού με τον οποίο διαλέχτηκε κάποτε σε υψηλό θεολογικό επίπεδο και πού προσπάθησε εις μάτην να υποστηρίξει τον Χριστό ενώπιον του συνεδρίου. Αυτός έφερε μια τεράστια ποσότητα μύρων στην ταφή του Χριστού για να τιμήσει τον διδάσκαλο Του.Και οι δύο ήταν άνθρωποι της εξουσίας και με υπόληψη ενώπιον των ιουδαϊκών και ρωμαϊκών αρχών.Και όμως αυτή την τους την υπόληψη και κοινωνική θέση καταφέρνουν από την αγάπη την πολλή ή από την καρδιακή τους εντιμότητα και με γενναιότητα ψυχής να μην την υπολογίσουν. Ενώ ακόμα ο όχλος μαίνεται και οι άρχοντες της αμαρτίας επικρατούν και ο Ιησούς φαίνεται ότι νικάται και εξουθενώνεται και μαθητές και απόστολοι διασκορπίζονται και κρύβονται, τα δυο αυτά ιερά πρόσωπα δείχνουν γενναιότητα και αυτοθυσία. Περιστοιχίζουν τον ηττημένο και αποσυνάγωγο και εβδελυγμένον θεωρούμενον ως νεκρόν, ον απεδοκίμασαν οι θρησκευτικοί άρχοντες του λαού τους και τον θάβουν επιμελώς και τιμητικά με βασιλικές τιμές.

Ζούμε σε μια εποχή πού η εξουσία ταυτίζεται άμεσα με την πνευματική και υλική διαφθορά και η διαφθορά αυτή διαχέεται ως ατομισμός και δίψα για διάκριση, επιβίωση, αυτοπροβολή, συντήρηση του ειδώλου( Image) και στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Όποιος δεν βαδίζει με τον συρμό και πολύ περισσότερο όποιος δεν αγωνίζεται να επιβληθεί εξουσιαστικά στο κοινωνικό στερέωμα όχι μόνο καταποντίζεται αλλά και αναγνωρίζεται ως περιθωριακός και μηδαμινός.Η στάση των ευσχημόνων ανδρών δεν είναι προκλητική μόνον για την εποχή τους. Είναι εκτός έθους και στην σημερινή ανταγωνιστική και απόλυτα εικονολατρική εποχή. Είναι πολύ γενναίο να πηγαίνεις ενάντια στο ρεύμα και στις κοινωνικές αρχές και συμβάσεις, είναι ανοίκειο να επιβάλεις εσύ το πρέπον επειδή υπάρχει προσωπική ηθική συνείδηση, γιατί η συνείδηση των πολλών είναι η μεγέθυνση της ατομικότητας τους. Ιερό είναι το επιβαλλόμενο και ό,τι επικρατεί. Λοιπόν, οι ευσεβείς είναι ασεβείς για τον κόσμο και οι φειλεύσπλαχνοι μαίνονται, άρα και οι έντιμοι είναι επικίνδυνοι και κάθε αλτρουισμος τρέφει την καχυποψία.Ο νους μας δεν μπορεί να συλλάβει δύο άρχοντες να υπερβαίνουν τα νενομισμένα και να φέρονται με τέτοια ανθρώπινη τρυφερότητα και εντιμότητα σε έναν αποστάτη του γένους και της κοινωνίας. Ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος είναι οι ήρωες της αγάπης και της αυτοθυσίας, αυτό πού εμείς που λεγόμαστε οι πολλοί και το σύνολον έχουμε απαίτηση απο την άρχουσα τάξη να ασπαστεί και να υποδυθεί: τον ρόλο της θυσίας και της προσφοράς, το σπάσιμο κάθε αλυσίδας πού συγκρατεί την τυρανία του φόβου, της επιβολής και της διάκρισης. Η φιλευσπλαχνία και η αγάπη για την αλήθεια, την έμπρακτη αλήθεια είναι το αεί ζητούμενον.Φτάνει εμείς ως σύνολο να απεκδυθούμε την διαφθορά και την προκατάληψη και να εννοήσουμε πώς οι άρχοντες δεν είναι οι ιεροφάντες του καθεστώτος και του πρέποντος και εμείς οι ακόλουθοι τους, αλλα οι ποιητές του αυτονόητου που έρχονται και να μας εκφράσουν, αλλά και να μας διδάξουν δίνοντας το παράδειγμα της γενναίας απόφασης. Αλλιώς αποτελούμε μαζί τους ένα αξιολύπητο σύνολο.


Στεκόμαστε και στην στάση των Μυροφόρων Γυναικών για τις οποίες θα μπορούσαν να ειπωθούν πολλά περισσότερα.Βουβά αλλά ενεργά πρόσωπα. Στέκονται κάτω από τον Σταυρό. Παρακολουθούν το Θείο Δράμα στιγμή προς στιγμή, απόντων των φίλων και μαθητών. Συνοδεύουν τον Νεκρό ως τον Τάφο. Και πάλι αγνοώντας την δύναμη και την βαναυσότητα της φρουράς, επειδή η τεράστια αγάπη νικάει τον φόβο, τρέχουν μέσα στην νύχτα στον τάφο για να μυρίσουν τον νεκρό.Η διήγηση των ευαγγελίων είναι πολύ συγκινητική. Στα τόσα τρομερά γεγονότα και σημεία, στο σκοτάδι, στον σεισμό, στον θάνατο της ελπίδας, στις ραδιουργίες των αρχόντων, στο μένος και την σκληρότητα του όχλου, παρεμβάλεται μια σκηνή καθημερινή και πολύ απλή: Κάποιες γυναίκες  θρηνούν τον νεκρό, σαν οποιοδήποτε νεκρό πεφιλημένο, όπως όλες οι γυναίκες του κόσμου, όπως σε κάθε νεκρό σε κάθε τόπο και χρόνο. Τηρούν την αργία του Σαββάτου σαν κάτι το θρησκευτικό, ανθρώπινο και συνηθισμένο. Και πρωΐ της Κυριακής όπως κάθε γυναίκα πού συμπονά, αγαπά και φροντίζει, τρέχουν προς τον Τάφο για να τιμήσουν τον αγαπημένο νεκρό. Οι στρατιώτες και ο λαός αφήνουν απείραχτες και αδίωκτες αυτές τις γυναίκες. Ίσως τις θεωρούν ταπεινές και αμελητέες.Οι γυναίκες πού θρηνούν τον νεκρό τους.Και όμως αυτή η ταπείνωση και η λαθότητα ειναι μεγαλειώδεις!Αυτή η αυτονόητη, αρχέγονη, κοινή μα τόσο τεράστια αγάπη της γυναίκας, πού διακονεί, συμπονά, συμπαραστέκεται, φροντίζει, αυτή η πανανθρώπινη συνήθεια πού είναι κοινό έθος σε κάθε γυναίκα κάθε λαού και κάθε εποχής, εξαγιάζεται και ανταμοίβεται. Η αγάπη πάντα νικά και ανταμείβεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Όμώς η αγάπη της γυναίκας ήρθε η ώρα να τελειωθεί και να λάβει ολοκλήρωση: Το ευαγγέλιο της Ανάστασης, η συνάντηση με τον Αναστημένο, το Χαίρετε, η ανταμοιβή να λάβουν το ρόλο των πρώτων ευαγγελιστών όλων των εποχών. Η αγάπη, η ανόθευτη αγάπη επιτέλους παίρνει το πρώτο βραβείο. Όποιος αγαπά απλοϊκά και αυτονόητα, αγαπάται από τον Χριστό και πλείονα χάριν κομίζει, την χάρη της αναστάσιμης χαράς και ειρήνης.

Με το παράδειγμα των δύο ανδρών και την ανταμοιβή των μυροφόρων, ας ασκήσουμε την απόλυτη αγάπη και αφοσίωση και μείς στον Νυμφίο και Διδάσκαλο της Εκκλησίας και να αξιωθούμε της πασχάλιας χαράς και ειρήνης στους αιώνες.Χριστός Ανέστη!



σαββατον 18-5-2013 ππκρ.

Κυριακή, Μαΐου 12, 2013

Αγίου Γρηγορίου Παλαμά :[Περί της εβδόμης και ογδόης ημέρας]


Σε έξι μέρες ο Θεός κατασκεύασε και διακόσμησε όλο το αισθητό τούτο σύμπαν, επίσης έπλασε και ζωοποίησε το μόνο ζώο με αίσθηση και νου, τον άνθρωπο. Κατά την έβδομη μέρα κατέπαυσε από όλα τα έργα Του, όπως μας δίδαξε το άγιο Πνεύμα με τη γλώσσα του Μωυσή. «Και ευλόγησε ο Θεός την εβδόμη μέρα, και την αγίασε».Πως λοιπόν ευλόγησε κι’ αγίασε αυτή την ημέρα, στην οποία δεν έπραξε τίποτα? Πως δεν ευλόγησε την «μία» την πρώτη που είναι υπερεξαίρετη, κατά την οποία παρήγαγε το σύμπαν από το μη ον.
Πώς και δεν ευλόγησε κάποια άλλη επόμενη μέρα, είτε αυτή που στερέωσε τον ουρανό, είτε αυτή που συστάθηκε η γη? Γιατί δεν ευλόγησε μάλλον την έκτη που ανέδειξε τον άνθρωπο γνωστικό ζώο κατ’ εικόνα και ομοίωση Του?
Και όμως ευλόγησε την έβδομη μέρα, που είναι μέρα απραξίας.

Μερικοί εκθειάζουν τον αριθμό επτά (Ιώσηπος, Φίλων), γιατί λέγουν ότι είναι αγέννητος, αλλά και παρθένος αφού δεν γεννά. Όμως και η μονάδα είναι εντελώς αγέννητη, αλλά και γεννητική κάθε αριθμού. Μιλάνε για τις επτά μέρες της εβδομάδος, επτά πλανήτες, σ’ επτά μέρες διχοτομείται η σελήνη, και σε άλλες επτά γίνεται πανσέληνος κ.ο.κ.
Κάθε αριθμό αν τον εξετάσουμε, θα βρούμε κάτι καλό, και θαυμαστά ταιριαστό. Λόγου χάρη ο αριθμός έξη είναι πρώτος μεταξύ των τελείων αφού εξισώνεται πριν από τους άλλους στα μέρη του, γι’ αυτό και το σύμπαν ολοκληρώθηκε σ’ αυτόν.
Όμως ο Μωυσής κατά κανένα τρόπο δεν εμφάνισε το Θεό ως επαινέτη του αριθμού. Λαμβάνοντας αφορμή από τα ίδια τα λόγια του Μωυσή, λέμε για πιο λόγο ευλόγησε
την εβδόμη μέρα. Λέγει ότι: «κατέπαυσε ο Θεός την έβδομη μέρα από όλα τα έργα του τα οποία άρχισε να εκτελεί». Επομένως υπάρχουν έργα του Θεού, που ούτε άρχισε να εκτελεί, ούτε έπαυσε να εκτελεί.
Ευλόγησε λοιπόν και αγίασε την έβδομη μέρα κατά την οποία έπαυσε να πράττει τα αισθητά, σαν είδος επανόδου στο ύψος του θεοπρεπώς, που βέβαια ποτέ δεν εγκατέλειψε, διδάσκοντας εμάς να βρεθούμε κατά δύναμην, σ’ εκείνην την κατάπαυση που είναι η κατά το νου μας θεωρία και ανύψωση προς το Θεό. Αυτό είναι το ένα αίτιο της ευλογίας της έβδομης ημέρας. Και παρήγγειλε ο Μωυσής να τηρείται αργία, αλλά μόνο από τα έργα που βοηθούν το σώμα, ενώ για τη ψυχή παρήγγειλε ενέργεια.

Άλλο αίτιο είναι η πρόβλεψη του δημιουργού, περι της εκτροπής του ανθρώπου προς το χειρότερο, μέχρι δηλ. καταστροφής και φυλακής στον Άδη, την αχρήστευση όλου του κόσμου, αλλά και το μελλοντικό ανακαινισμό του ανθρώπου. Αυτή η ανακαίνιση ενεργήθηκε με την ενανθρώπηση του Θεού, την κατάβαση στον Άδη του Χριστού δια του θανάτου, και την ανάκληση των ψυχών από αυτόν το Σάββατο.
Τελείωση της εβδόμης μέρας είναι η όγδοη μέρα, η Κυριακή κατά την οποία έγινε η ανάσταση του Κυρίου. Δεν είναι μόνο όγδοη μέρα, αλλά και η πρώτη των μετ’ έπειτα από αυτή, γι’ αυτό και ο Μωυσής την ονόμασε όχι «πρώτη», αλλά «μια», ως ανώτερη από τις άλλες, μα και ως προοίμιο της μιας και ανέσπερης μέρας του μέλλοντος
αιώνος.

Γι’ αυτό και ο Κύριος εμφανίσθηκε την Κυριακή, τη μέρα της αναστάσεώς του, στους μαθητές του, ενώ απουσίαζε ο Θωμάς. Και πάλι στην όγδοη μέρα, δηλαδή την Κυριακή, (πού τιμάμε σήμερα). Στο ίδιο σπίτι με κλειστές τις πόρτες εμφανίζεται στο διστακτικό Θωμά, για να τον οδηγήσει στην πίστη. Από τότε διαρκώς η Εκκλησία του Χριστού επιτελεί τις συνάξεις, κυρίως τις Κυριακές. Και γι’ αυτό δεν πρέπει κανείς να απουσιάζει από τις ιερές και θεοπαράδοτες συνάξεις, και εγκαταλειφθεί δίκαια από το Θεό και πάθη κάτι παρόμοιο με το Θωμά, που δεν ήλθε στην ώρα του. Ο Θωμάς όταν ήταν απών από τη σύναξη, έγινε άπιστος, όταν δε επανήλθε με τους πιστεύοντας, τότε δεν αστόχησε στη πίστη του. Επομένως να επισκεπτόμαστε συχνά την Εκκλησία τις Κυριακές, σχολάζοντας από τα επίγεια έργα μας, χωρίς απουσίες για να λαβαίνουμε την ειρήνη και να αυξάνουμε τη πίστη μας.

Σάββατο, Μαΐου 11, 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ



Η ανάσταση του Χριστού αποτελεί μαζί με την εξουθενωτική σταύρωση Του και τον θάνατο Του μετ'ανόμων, το μεγαλύτερο σκάνδαλο της ανθρώπινης ιστορίας.Η εικόνα του εξουθενωμένου Θεού πού κατέβηκε στον τάφο- και τάφο δωρισμένο - και στον άδη μαζί με τους απ'αιώνος δεσμίους , συμπεριλαμβανομένων και των κολασμένων της γης , αποτελεί σκάνδαλο για την παγκόσμια θεολογία των υπερηρώων και των ημιθέων, των παντοδυνάμων και αθανάτων και μωρία κατά τον απόστολο Παύλο για όσους νόες θεωρούνται εξελιγμένοι και πνευματέμφοροι. Ακόμα και όταν ο Κύριος ξεπροβάλλει από τον τάφο νικητής και λαβαροφόρος, κατά τις δυτικές αναπαραστάσεις, οι φιλόσοφοι του αιώνος τούτου, προσκρούουν στην λογική και στο πέρας της, στο μέγα ζητούμενον και συσκεπτόμενον: στην νικη του εσχάτου εχθρού , πού είναι ο θάνατος και μάλιστα αυτός ο φόβος του θανάτου. Γιατί αυτή είναι η τυρρανία και ο φόβος και το μικρόβιο πού κατατρώει την παγκόσμια σκέψη και τις δημιουργεί φορτία δυβάσταχτα και δυσερμήνευτα κενά. Ο κάθε άνθρωπος,σκεπτόμενος ή μη γεννιέται με την κατάρα αυτού του φόβου. Της αγωνίας ενός ταξιδιού πού λέγεται ζωή και πού καταλήγει σε μια άβυσσο δυσπρόσιτη και τρομαχτική:την σιγουριά του θανάτου. Οι φιλόσοφοι πού επιχείρησαν να φτάσουν στην υπέρβαση ή την κατανόηση αυτού του φόβου τρελάθηκαν ή απελπίστηκαν και συμφιλιώθηκαν με την κατάρα του θανάτου, διά της αυτιχειρίας, χωρίς να τον νικήσουν.

Από αυτόν τον φόβο δεν εξαιρέθηκε ούτε ο έμπιστος μαθητής, αυτός πού ήταν στον κύκλο των δώδεκα, αυτός πού έγινε αυτήκοος και αυτόπτης και μύστης σημείων και θαυμάτων, ακόμα και νεκραναστάσεων:ο Θωμάς της σημερινής περικοπής. Ο Θωμάς έζησε , διά τον φόβο των Ιουδαίων , μακρόθεν το θείο δράμα και σίγουρα είδε τον θάνατο πάνω στον σταυρό, ψηλάφησε την πλευρά την λογχευμένη, είδε την ταφή και το τέλος, όπως νόμιζε. Είδε το σκότος να κυριαρχεί προς στιγμήν παντοδύναμο, να καταπίνει τον ήλιο της δικαιοσύνης, είδε τα μεσσιανικά όνειρα να δύουν και να χάνονται μέσα σε έναν χαρισμένο τάφο. Και τάφος σημαίνει τέλος. Πέραν από τον τάφο δεν νίκησε κανείς.Οι δυνάμεις του σκότους νίκησαν, η φυσική ροή επιβλήθη, οι ιουδαϊκές αρχές κατέπνιξαν το ευαγγέλιο, οι μαθητές διώκονται, οι θύρες κλείονται, η φωνή της αγάπης εσίγησε. Άρα η απελπισία πάντα νικά. Άρα ο θάνατος κυριεύει. Μην βρίσκοντας κουράγιο να θρηνήσει καν τον διδάσκαλο του, απομακρύνεται και έτσι την στιγμή της ανάστασης, την στιγμή της υπέρβασης του λογικού, της μεγάλης ανατροπής και νίκης απουσιάζει, νικάται από τον φόβο και την απελπισία και χάνει την στιγμή πού ο Αναστημένος Χριστός παρουσιάζεται στους Δέκα και δίνει την Ειρήνη. Ειρήνη πνευματική αλλά και Ειρήνη καθησυχαστική, ότι όντως Χριστός Ανέστη, ότι όντως κατανικήθηκε ο θάνατος και ευτελίστηκε μια για πάντα η σιγουριά του. Γι αυτό και καταφεύγει σαν κάθε κοινός και αδύναμος άνθρωπος στην ασφάλεια του ρεαλισμού και της εμπειρίας: Αν δεν ψηλαφήσω δεν πιστεύω! Και ιδού μεθ' ημέρας οκτώ παρουσιάζεται Αναστημένη η Ειρήνη και πάλι και καθησυχάζει τον φόβο και την απελπισία. "Έλα και ψηλάφησε" και " μακάριοι αυτοί πού πιστεύουν χωρίς να δούν" . Για αυτό και η ομολογία. Ομολογία Χαράς και Υπέρβασης: Ο Κυριος μου και ο θεός μου! Είναι Κύριος ο νικητής του θανάτου, ο καθαιρέτης του φόβου και Θεός αυτός πού κατόρθωσε το ακατόρθωτο, άξιος να προσκυνείται και να δοξολογείται. Είναι ο ελευθερωτής όχι από τον φόβο και την σιγουριά του θανάτου, αλλα και από αυτόν τον θάνατο.

Η ορθόδοξη πίστη λοιπόν, πού έχει στο κέντρο την Ανάσταση, την απόλυτη απελευθέρωση από την δυναστεία του θανάτου, είναι αποκάλυψη εμπειρική. Είναι συνάντηση με τον Αναστημένο πού παρέχει την ειρήνη και προσκαλεί σε εμπειρική σχέση και σε ψηλάφηση και ονομάζει μακάριους δηλ. άγιους αυτούς που είναι σίγουροι από την πίστη, προτού δούν και ψηλαφήσουν. Ο Χριστός δεν είναι απρόσιτος μετά την ανάσταση, δεν είναι αναπαυμένος σε θρίαμβο πανθεϊκό και υψηλά στον ουρανό, καταδυναστεύοντας την αιχμαλωσία. Γιατί αιχμάλωτος είναι αυτός ο ίδιος ο θάνατος και ο Χριστός για λογαριασμό του καθένα μας προσκαλεί να συνεορτάσουμε Αυτόν, πάσχα αιώνιον και να συμπατήσουμε τον θάνατο μαζί Του. Μας συναντά στο υπερώο, τουτέστιν στην Εκκλησία, πού είναι ο τόπος της ειρήνης, δηλαδή της συμφιλίωσης, του καθησυχασμού, της αποκάλυψης της βασιλείας Του, όπου έσχατος εχθρός κατηργήθη ο αρχαίος τύρρανος, ο θάνατος και ο φόβος του θανάτου. Σε αυτή την μυστηριακή σχέση , σε αυτό το συμφιλιωτικό πεδίο της Εκκλησίας και δη της μυστηριακής ζωής και του ορθόδοξου Ησυχασμού, ο Αναστάς είναι παρών και ψηλαφητός. Εκεί αίρονται τα κλείθρα κάθε απιστίας και έαρ μυρίζει, έαρ ζωοποιόν και πάσχα αιώνιον.Ας μετάσχουμε της εμπειρίας, συναναστημένοι με τον Χριστό.Η τελευταία πλάκα, το τελευταίο εμπόδιο πού κρατούσε δέσμια την ανθρώπινη φύση ήρθη και κατετροπώθη. Ας μετάσχουμε λοιπόν στην νίκη του Θεανθρώπο, στην εκδίκηση Του για το ανθρώπινο γένος όλων των εποχών, αγαλλομένω ποδί πάσχα κροτούντες αιώνιον.



π π κρουσκος 11-5-2013

Δευτέρα, Μαΐου 06, 2013

Εγκώμιον εις τον Μεγαλομάρτυρα Γεώργιον



Ποίον λοιπόν εγών να εγκωμιάσω περισσότερον; Τον Γεώργιον, οπού έκαμε τον εαυτόν του άξιον της τοσαύτης χάριτος, ώστε οπού να ενοικίση τον Θεόν μέσα εις την καρδίαν του και να χύση δι΄αυτόν τον ίδιον αίμα του; Ή να εγκωμιάσω τον Θεόν οπού ενεδυνάμωσε τον μάρτυρά του και τόσης χάριτος το ανθρώπινον γένος ηξίωσε; Διατί, τις δεν θέλει, θαυμάσει την υπερβολήν της αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπον; Ότι ημείς μεν ως ασυγχώρητα αμαρτήσαντες, χρεωστούμεν αν όχι άλλο, αλλά το ολιγώτερον ολιγώτερον να υπομείνωμεν πόνους πικροτάτους, δια να ξεπληρώσωμεν την ηδονήν της εν τω Παραδείσω γεύσεως οπού δια του προπάτορος Αδάμ απολαύσαμεν, και δια την ηδονήν των προαιρετικών αμαρτιών οπού επράξαμεν˙  ίνα μη λέγω, ότι χρεωστούμεν ευχαρίστως με πάθος και θάνατον να ανταμείψωμεν το πάθος και τον θάνατον οπου έπαθε ο Χριστός δια λόγου μας, χωρίς να ελπίζωμεν να λάβωμεν δια τούτο κανένα στέφανον˙  και τώρα γίνεται το εναντίον, και ο παθών και θανατωθείς υπέρ ημών Δεσπότης, αυτός και αναξίους όντας ημάς αποδέχεται, και κατοικεί δια της χάριτός του εις τους μάρτυρας, και τους συμβοηθεί εις το μαρτύριον ˙  και όχι μόνον τούτο, αλλά και χαρίζει εις αυτούς αμαραντίνους στεφάνους, και τους ανταμείβει με δωρεάς ανωτάτας, και με εκείνα τα αγαθά, «α οφθαλμός ου είδε και ους ουκ ήκουσε, και επι καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη»˙  και με εκείνα τα χαρίσματα, εις τα οποία επιθυμούν να παρακύψουν και αυτοί οι ουράνιοι Άγγελοι ˙  και κάμνει τους δι΄αυτόν πάσχοντας, συγκληρονόμους της εδικής του Βασιλείας.
άγιος γεώργιος ο τροπαιοφόρος
Το δε θαυμαστώτερον είναι τούτο, ότι και μισθόν και πληρωμήν δίδει εις αυτούς, όχι κατά χάριν και δωρεάν, αλλά κατά χρέος και οφειλήν˙  και μόνον εάν προσέλθη τινάς εις αυτόν μετά πίστεως αδιστάκτου, λέγει εις αυτόν εκείνα οπού είπε και προς τον Αβραάμ, «ου μη σε ανω, ουδ΄ου μη σε εγκαταλίπω». Τόση πολλή και μεγάλη είναι η του Θεού προς τους ανθρώπους αγάπη και αγαθότης. Όντως λοιπόν, καλά είπεν ο προφήτης Δαυΐδ «εγώ δε είπα εν τη εκστάσει μου, πάς άνθρωπος ψεύστης» ˙  διατί όσα και αν ειπή τινάς προς δοξολογίαν Θεού, ποτέ δεν λέγει κανένα άξιον, αλλά πάντως ανάξιον, διατί η φύσις δεν χωρεί το άξιον, όχι μόνον των η ανθρώπων, αλλά και αυτή η φύσις των πρώτων και υψηλοτάτων Αγγέλων.
Δια τούτο, ως μοι φαίνεται, με μόνην την σιωπήν το ακατάληπτον και υπεράξιον της θείας αγαθότητος οι Άγγελοι φανερώνουσι ˙  και με την σιωπήν τιμώσι περισσότερον τον Θεόν, παρά με τον λόγον, ως πολύ της του Θεού αξίας κατώτερον. Αλλ΄ίσως ήθελεν ειπή τινάς ˙  και αν εμαρτάνει και ηγωνίζετο, τι θαυμαστόν είναι ανίσως υπέμεινεν ανδρείως τοσαύα βάσανα; Τούτο γαρ δεν ήτον του Γεωργίου κατόρθωμα, αλλά της χάριτος του ενοικούντος Χριστού εις τον Γεώργιον ˙  «όπου γαρ βούλεται Θεός, νικάται φύσεως τάξις» ˙ προς τον οποίον ημείς ταύτα αποκρινόμεθα. Αληθώς ω αγαπητέ, η χάρις του ενοικούντος Χριστού το παν εκατόρθωσεν, αλλά τι ήτον εκείνο οπού επροξένησεν εις τον Γεώργιον την του Χριστού ενοίκησιν; Στοχάσου λοιπόν πρώτον την αιτίαν της του Χριστού ενοικήσεως, και τότε στοχάσου και τα εξ αυτής κατορθώματα. Την μεν ουν αιτίαν της ενοικήσεως ταύτης, αυτός ο Κύριος δια του υιού της βροντής εις ημάς εφανέρωσεν, ειπών, «εάν τις αγαπά με, αγαπηθήσεται υπο του Πατρός μου ˙  και εγώ αγαπήσω αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα, και μονήν παρ΄αυτώ ποιήσωμεν».
Ώστε το αίτιον της του Χριστού ενοικήσεως είναι η αγάπη. «Ο έχων γαρ, φησί, τας εντολάς μου, και τηρών αυτάς, εκείνος έστιν ο αγαπών με». Επειδή λοιπόν ο Γεώργιος εφύλαξε τας εντολάς του Κυρίου και με το έργον τον ηγάπησε, δια τούτο και αυτός παρά του Χριστού ηγαπήθη, και εγκάτοικον εποίησεν ον ηγάπησεν ˙  επειδή δε ο Χριστός εις τον Γεώργιον εκατοίκησεν, αξίως και όχι κατά χάριν, ετίμησεν αυτόν με του μαρτυρίου την αμοιβήν. Ότι δε το μαρτύριον είναι αμοιβή και μισθός έργων αγαθών, αυτού του Κυρίου άκουσον οπού βεβαιοί τούτο εις το κατά Μάρκον Ευαγγέλιον λέγων, ότι έχει να δώση πληρωμήν εις τους αξίους δια τους διωγμούς οπού λαμβάνουσιν υπέρ της αγάπης του. Το πρώτον λοιπόν του Γεωργίου κατόρθωμα, και της του Χριστού αγάπης πρόξενον, είναι το να κατασκευάση τον εαυτόν του άξιον της ενοικήσεως του Χριστού με την της ζωής του καθαρότητα ˙  και μ΄όλον οπού ήτον εις ηλικίαν νέαν, και εις αξίαν στρατιωτικήν, το οποίον εις τους ανθρώπους να ευρεθή είναι πολλά δύσκολον.
Δεύτερον δε κατόρθωμα του Γεωργίου εστάθη, το να αγαπήση προθύμως το μαρτύριον, και να ετοιμάση εις τούτο τον εαυτόν του με την των υπαρχόντων του διαμοίρασιν. Κοντά εις αυτά τρίτον κατόρθωμα τούτου είναι, το να επικαλείται σοφώς βοηθόν του τον ενοικούντα Χριστόν, και έτζι δια της εις αυτόν πίστεως και ελπίδος, να εμβαίνη εις τα υπέρ αυτού μαρτύρια. Αυτά είναι του Γεωργίου αι αρεταί και τα κατορθώματα, άρνησις κόσμου και των εν κόσμω, ζωής καθαρότης, πίστις αδίστακτος, προθυμία του μαρτυρίου, καρδίας ταπείνωσις, από τας οποίας αρετάς ταύτας καμμία άλλη ανωτέρα δεν είναι, και χωρίς αυτάς δεν είναι δυνατόν να δείξη τινας την εις Θεόν αγάπην του.
Αυτάς τας αρετάς έχοντας προ του μαρτυρίου ο θείος Γεώργιος και με αυτάς πολλήν δείξας την εις Θεόν αγάπην, υπερβαλλόντως παρά του Θεού και αυτός ηγαπήθη, και φανερά εδέχθη εις την καρδίαν του τον δικαίως αυτόν αγαπήσαντα Κύριον. Δια τούτο με το να ετοιμασθή τοιουτοτρόπως πρωτύτερα από τους αγώνας, δεν εταράχθη εν τω καιρώ των αγώνων ˙   «ητοιμάσθην γαρ φησί και ουκ εταράχθην»˙  αλλά νικήσας εστεφανώθη, με το να είχε τον Χριστόν έτοιμον βοηθόν. Αυτός γαρ με το να ηξεύρη την ασθένειαν της ανθρωπίνης φύσεως, και το εύκολον αυτής εις υπερηφάνειαν, ούτε το παν της νίκης αφίνει εις το χέρι και δύναμιν την εδικήν μας, δια να μη πάθωμεν ένα από τα δύο ταύτα κακά, και ή να νικηθώμεν ως από την ασθένειάν μας, ή να κρημνισθώμεν ως ο Φαρισαίος από την έπαρσίν μας.
Αλλ΄ούτε πάλιν μόνος ο Χριστός το παν κατορθώνει της νίκης μας, δια να μην είμεθα και ημείς πάντη αργοί και άχρηστοι, και δια να πληρώσωμεν και ημείς κανένα από τα πολλά χρέη μας. Όθεν πραγματευόμενος δια πάντων την σωτηρίαν μας ο φιλάνθρωπος, κατά το μέτρον της πίστεως του καθ΄ενός, ούτω παρακαλούμενος δίδει την βοήθειαν, και ζητούμενος ευρίσκεται, και εις τους κρούοντας ανοίγει τα σπλάχνα του θείου ελέους του, και βοηθεί εις τους κινδυνεύοντας, και συμπολεμεί με αυτούς, και διαφενδεύει όλους εκείνους, οπού προθυμηθούν να πάθουν δια την αγάπην του, μη αφίνωντας αυτούς να πάθουν υπέρ την δύναμίν τους, αλλά μαζί με τον πειρασμόν, ως λέγει ο Παύλος, ίνα με τούτον τον τρόπον λάβουν και τον της δικαιοσύνης αμάραντον στέφανον. Όσοι όμως δια την αμέλειάν μας κρατούμεθα από το γεώδες φρόνημα της σαρκός, και τας αμαρτίας επιθυμούμεν, μένομεν έρημοι από την βοήθειαν του Θεού.
Διό και φοβούμεθα και πίπτομεν, και ουδέ να σταθώμεν δυνάμεθα, όταν μας τύχη κανένας πειρασμός. Δια τούτο είναι ανάγκη και χρεία εις ημάς, παντοτινά να ενθυμούμεθα και να φυλάττωμεν την Δεσποτικήν εκείνην εντολήν την λέγουσαν, «Γρηγορείτε και προσεύχεσθε, ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν» ˙ το δε να γρηγορή τινας και να προσεύχετα, άλλο δεν θέλει να ειπή, παρά το να γνωρίζωμεν την εδική μας ασθένειαν, και παντοτινά να επικαλούμεθα την θείαν βοήθειαν. Ο κορυφαίος Πέτρος υποσχόμενος να αποθάνη δια τον Κύριον, και μη ζητήσας την του Κυρίου βοήθειαν, εμπιστευθείς εις την προθυμίαν του πνεύματός του εφάνη η ασθένεια της σαρκός του νικήτρια της προθυμίας του πνεύματός του, δια τούτο και ο Κύριος προς αυτόν αποτεινώσας τον λόγον, έλεγε, «Γρηγορείτε και προσεύχεσθε ίνα μη εισέλθητε εις πειραμόν, το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σάρξ ασθενής», και χρεία είναι εις εσάς της εδικής μου βοηθείας.
Αυτόν λοιπόν τον Κύριον ημών Ιησού Χριστόν ας επικαλούμεθα και ημείς εις όλας τας περιστάσεις και ανάγκας μας σωτήρα και λυτρωτήν μας, δια μέσου του σήμερον εορταζομένου περιδόξου αοιδίμου και αληθώς τροπαιοφόρου, και καλλινίκου μάρτυρος Γεωργίου, παρακαλούντες να γίνεται το θέλημά του και εις ημάς, καθώς γίνεται και εις τους ουρανούς, δια να είναι ένα και το αυτό φρόνημα και η διάθεσις προς αυτόν, τόσον ημών των επιγείων ανθρώπων, όσον και των ουρανίων αγγέλων ˙  και ούτω να πληρούται εις ημάς η θεία αυτού προς τον Πατέρα φωνή, την οποίαν ενώνωντας ημάς πάντας προς τον Θεόν, έλεγεν, «ίνα καθώς εγώ και συ Πάτερ έν εσμέν ˙  και αυτοί εν ημίν έν ώσιν ˙  εγώ εν αυτοίς, και συ εν εμοί ˙ ίνα ώσι τετελειωμένοι εις έν» , δηλαδή εις ένα θεϊκόν φρόνημα. Εάν δε ημείς αγαπήσωμεν τον Χριστόν και κρατήσωμεν αυτόν, και δεν τον αφήσωμεν, έως ου να τον εμβάσωμεν μέσα εις το ταμείον της καρδίας μας, καθώς γέγραπται εις το άσμα «εκράτησα αυτόν, και ουκ αφήκα αυτόν, έως ου εισήγαγον αυτόν εις οίκον μητρός μου, και εις ταμείον της συλλαβούσης με»˙ εάν λέγω με τοιούτον τρόπον αγαπήσωμεν, και ενοικήσωμεν τον Χριστόν εις τον εαυτόν μας, τότε και αυτός ο Χριστός θέλει ενεργεί και εις ημάς εκείνο οπού είπε και προς τον Αβραάμ, «ου μη σε ανω, ουδ΄ου μη σε εγκαταλείπω», και δεν θέλει μας εγκαταλείψει να πέσωμεν εις πειρασμόν, αλλ΄έχει να μας λυτρώση από του πονηρού, και από κάθε ψυχοφθόρον βλάβην και μεθοδείαν αυτού καθώς ελύτρωσε και τον σημερινόν θεόφρονα και πολύαθλον, και αληθώς πανένδοξον Μάρτυρα Άγιον Γεώργιον.
Ώστε οπού να ημπορούμεν και ημείς να λέγωμεν χορεύοντες εκείνο το ψαλμικόν, «η ψυχή ημών ως στρουθίον ερρύσθη εκ της παγίδος των θηρευόντων, η παγίς συνετρίβη, και ημείς ερρύσθημεν, η βοήθεια ημών εν ονόματι Κυρίου, του ποιήσαντος τον ουρανόν και την γην». Διατί όλη η δύναμις της σωτηρίας μας εν καιρώ θλίψεως, άλλου δεν είναι, ει μη μόνον αυτού του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού του αληθινού Θεού και Σωτήρος ημών ˙  δια του οποίου, και μετά του οποίου πρέπει και αξίως χρεωστείται τω συνανάρχω Πατρί και τω ομοουσίω και ζωοποιώ Πνεύματιπάσα η δόξα, και η τιμή και η προσκύνησις, μεγαλωσύνη τε και μεγαλοπρέπεια, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων.

Απόδοση-ερμηνεία: Αγ. Νικοδήμου Αγιορείτου, έκδ. Ι. Κελλίον Σκουρταίων, Άγιο Όρος

Σάββατο, Μαΐου 04, 2013

ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ ΕΠΙ ΤΩ ΑΓΙΩι ΠΑΣΧΑ 2013


+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕΩι ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ - ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ ΤΩ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝΔΟΞΩΣ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
 Αδελφοί συλλειτουργοί και τέκνα ευσεβή και φιλόθεα της Εκκλησίας,
Χριστός Ανέστη!
 Η αναγγελία της Αναστάσεως υπό των Μυροφόρων προς τους Μαθητάς του Χριστού εθεωρήθη υπό αυτών παραλήρημα. Και όμως η είδησις, η εκληφθείσα ως παραλήρημα, εβεβαιώθη ως  Α λ η θ ε ι α. Ο αναστημένος Ιησούς ενεφανίσθη εις τους Μαθητάς Του επανειλημμένως.
Εις την εποχήν μας το κήρυγμα της Αναστάσεως ακούεται και πάλιν ως παραλήρημα δια τους ορθολογιστάς. Εν τούτοις, οι πιστοί όχι μόνον πιστεύομεν, αλλά και βιούμεν την Ανάστασιν ως  γ ε γ ο ν ο ς  αληθέστατον. Την μαρτυρίαν μας επισφραγίζομεν, εάν χρειασθή, δια της θυσίας της ζωής μας, διότι εν Χριστώ Αναστάντι υπερβαίνομεν τον θάνατον και απαλλασσόμεθα από τον φόβον αυτού. Το στόμα μας είναι πλήρες χαράς εν τω λέγειν  Α ν ε σ τ η  ο  Κ υ ρ ι ο ς. Οι Άγιοί μας, κατά κόσμον νεκροί, ζουν μεταξύ μας, απαντούν εις τα αιτήματά μας. Ο μεταθανάτιος κόσμος είναι αληθέστερος του προθανατίου. Ο Χριστός ανέστη και ζη μεταξύ ημών. Υπεσχέθη ότι θα είναι μαζί μας έως της συντελείας του αιώνος. Και πράγματι είναι. Φίλος και αδελφός και θεραπευτής και χορηγός παντός αγαθού.
Ευλογητός ο Θεός, ο Αναστάς εκ των νεκρών και χαριζόμενος εις πάντας ζωήν την αιώνιον. Που σου θάνατε το νίκος; Ανέστη ο Χριστός, "και τον πάλαι άμετρα καυχώμενον, ως γελοίον παιζόμενον έδειξε" (πρβλ. Κανών Σταυροανα-στάσιμος Δ  ἤχου, Θ  Ὠδή, ποίημα Ιωάννου Δαμασκηνού). Τα πάντα πεπλήρωται Φωτός και αι καρδίαι μας χαράς ανυπερβλήτου.
Και όχι μόνον χαράς, αλλά και δ υ ν α μ ε ω ς. Ο πιστεύων εις την Ανάστασιν δεν φοβείται τον θάνατον• και ο μη φοβούμενος τον θάνατον είναι ψυχικώς άκαμπτος και αλύγιστος, διότι ο,τι δια τους πολλούς και απίστους είναι η φοβερωτέρα απειλή, δια τον πιστόν χριστιανόν είναι μικράς σημασίας γεγονός, διότι είναι η  ε ι σ ο δ ο ς  εις την ζωήν. Ο πιστός χριστιανός ζη την ανάστασιν και προ του φυσικού θανάτου του.
Η συνέπεια του βιώματος της Αναστάσεως είναι η  μ ε τ α β ο λ η  του κόσμου. Ενθουσιάζει την ψυχήν. Και η ενθουσιώδης ψυχή ελκύει εις τον δρόμον της τας άλλας ψυχάς, αι οποίαι συγκινούνται από τα αληθινά βιώματα της χαράς της αθανασίας. Η Ανάστασις του Χριστού και η ιδική μας ανάστασις δεν είναι μία θεωρητική αλήθεια. Είναι  δ ο γ μ α  της πίστεώς μας. Είναι μία χειροπιαστή πραγματικότης. Είναι η δύναμις η νικήσασα τον κόσμον, παρά τους εναντίον της σκληροτάτους διωγμούς. "Αύτη εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών" (Α  Ἰωάν. ε , 4) εις την Ανάστασιν. Δια της Αναστάσεως ο άνθρωπος γίνεται κατά χάριν Θεός. Δια της νίκης του αναστασίμου φωτός επί των ακαθάρτων παθών, ενιδρύεται εις την ψυχήν μας έρως θείος και αγάπη τις ξένη, τον ανθρώπινον όρον υπερβαίνουσα.
Χριστός Ανέστη, λοιπόν! Αι καρδίαι μας είναι πλημμυρισμέναι από το Αναστάσιμον φως και την αναστάσιμον χαράν. Προσερχόμεθα με γνησιότητα και απλότητα εις τον Αναστάντα Χριστόν. Διότι, ως λέγει ο Προφητάναξ Δαυΐδ, ο επόπτης των καρδιών μας άνωθεν Θεός "καρδίαν συντετριμμένην και τεταπει-νωμένην ουκ εξουδενώσει" (Ψαλμ. Ν ,19).
Η Ανάστασις είναι η δύναμίς μας, η ελπίς μας, η χαρά μας, το αγαλλίαμά μας. Δια της Αναστάσεως υπερβαίνομεν τον πόνον και την θλίψιν δι' όλα τα κακά της φυσικής επιγείου ζωής. Η Ανάστασις είναι η απάντησις του Θεού εις την απορίαν του πληγωμένου από τα δεινά του κόσμου ανθρώπου.
Εις τας δυσκολίας και τα παθήματα, τα οποία διέρχεται σήμερον ο κόσμος, ημείς δεν αποκάμνομεν. Η επί το αυτό σύναξις των φοβισμένων Μαθητών του Κυρίου εις το Υπερώον της Σιών μας ενδυναμώνει. Δεν φοβούμεθα, διότι αγαπώ-μεν τους πάντας, όπως ηγάπησεν ημάς Εκείνος και την ψυχήν Αυτού έθηκεν υπέρ ημών. Θεανδρικώς ο Αναστάς Κύριος αοράτως μας  συνοδεύει. Αρκεί να έχωμεν, -και έχομεν-  α γ α π η ν. Και με την αγάπην επιγινώσκομεν του Μυστηρίου την δύναμιν. Του  Μυστηρίου!
Και αν άλλοι διστάζουν ανθρωπίνως και "δράγματα στοιβάζουν πράξεων τας θημωνίας" (πρβλ. Στιχηρά Εσπερινού Κυριακής Ασώτου), ημείς καυχώμεθα. Και εάν ημείς δεν "απολικμίζωμεν φιλευσπλαγχνία το άχυρον των έργων της αδικίας και τα πάθη μας και δεν καταστρώνωμεν άλωνα μετανοίας", ο Αναστάς Χριστός είναι Αγάπη και διαλύει το κάθε είδους σκότος και τον φ ο β ο ν γύρω μας  και εισέρχεται εντός ημών και εις τον κ ο σ μ ο ν, των θυρών των καρδιών μας πολλάκις κεκλεισμένων.  Και "μένει μεθ  ἡμῶν" μονίμως δια του  σ τ α υ ρ ο υ  της  α γ α π η ς.  Το  κάλεσμά Του είναι η  ε ι ρ η ν η.  Την Εαυτού ειρήνην χαρίζει εις ημάς. Οι ισχυροί του κόσμου τούτου επαγγέλλονται και υπόσχονται ειρήνην, μηδέποτε εμπειρικώς πραγματοποιουμένην. Η δύναμις της Θείας Αγάπης και Ειρήνης και Σοφίας μένει έξω από κάθε ανθρώπινον πανικόν. Δεν ευρίσκεται εις το περιθώριον της πραγματικότητος ούτε εις την περιφέρειαν κάποιων ατομικών δοξασιών. Είναι η καρδία και το κέντρον των γεγονότων. Είναι η  κ α ρ δ ι α  της ανθρωπότητος. Είναι το  κ ε ν τ ρ ο ν  της ζωής. Είναι η κυριεύουσα ζώντων και νεκρών. Είναι η  Α λ η θ ε ι α.
Η αδιαφιλονίκητος υπεροχή της  Δ υ ν α μ ε ω ς  κρατεί αοράτως τα  η ν ι α  και κατευθύνει τα π α ν τ α, καθ' ην ώραν πολλοί επώνυμοι κατ  ἄνθρωπον "σκότος εις τας φρένας έχουν".
Την περίοδον της σημερινής γενικής  α π ο σ υ ν θ ε σ ε ω ς  παγκοσμίως, η ελπίς πάντων των περάτων της γης, η Σοφία του Θεού, είναι η  π α ρ ο υ σ ι α  της ουρανίας  σ υ ν θ ε σ ε ω ς  και αρμονίας. Τον καιρόν της  κ α τ α ρ ρ ε υ σ ε ω ς  και του προσδοκωμένου θανάτου υπάρχει το γεγονός της Αναστάσεως και η ενίσχυσις της πεποιθήσεως επί τον Κύριον.
 Η ειρήνη του θανάτω τον θάνατον δια της κενώσεως Αυτού πατήσαντος και η χαρά της α γ α π η ς  διαχέονται και θεραπεύουν τον στενάζοντα και οδυνώμενον πάντοτε σύγχρονον "α ν θ ρ ω π ο ν"  και την συνωδίνουσαν και συστενάζουσαν μετ' αυτού κτίσιν, την "απολύτρωσιν και την υιοθεσίαν απεκδεχομένους" (πρβλ. Ρωμ. η , 20-23) της "ελευθερίας της δόξης των τέκνων του Θεού".
Αληθώς Ανέστη ο Κύριος, πατέρες και αδελφοί και τέκνα!
           Ἅγιον Πάσχα 2013
                   † Ο Κωνσταντινουπόλεως
   διάπυρος προς Χριστόν Αναστάντα                                                                                              
       εὐχέτης πάντων υμών

Εξοχική Λαμπρή – Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη



Καλὰ τὸ ἔλεγεν ὁ μπάρμπα-Μηλιός, ὅτι τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐκινδύνευον νὰ μείνουν οἱ ἄνθρωποι οἱ χριστιανοί, οἱ ξωμερίτες, τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα, ἀλειτούργητοι. Καὶ οὐδέποτε πρόρρησις ἔφθασε τόσον ἐγγὺς νὰ πληρωθεῖ, ὅσον αὐτή· διότι δὶς ἐκινδύνευσε νὰ ἐπαληθεύσῃ ἀλλ᾿ εὐτυχῶς ὁ Θεὸς ἔδωκε καλὴν φώτισιν εἰς τοὺς ἁρμοδίους καὶ οἱ πτωχοὶ χωρικοί, οἱ γεωργοποιμένες τοῦ μέρους ἐκείνου, ἠξιώθησαν καὶ αὐτοὶ νὰ ἀκούσωσι τὸν καλὸν λόγον, καὶ νὰ φάγωσι καὶ αὐτοὶ τὸ κόκκινο αὐγό.
Ὅλα αὐτά, διότι τὸ μὲν ταχύπλουν, αὐτὸ τὸ προκομμένον πλοῖον, τὸ ὁποῖον ἐκτελεῖ δῆθεν τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ τῶν ἀτυχῶν νήσων καὶ τῆς ἀπέναντι ἀξένου ἀκτῆς, σχεδὸν τακτικῶς δὶς τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ τὶς δυὸ ἀλλαξοκαιριές, τὸ φθινόπωρον καὶ τὸ ἔαρ, βυθίζεται, καὶ συνήθως χάνεται αὔτανδρον· εἶτα γίνεται νέα δημοπρασία, καὶ εὑρίσκεται τολμητίας τις πτωχὸς κυβερνήτης, ὅστις δὲν σωφρονίζεται ἀπὸ τὸ πάθημα τοῦ προκατόχου του, ἀναλαμβάνων ἑκάστοτε τὸ κινδυνωδέστατον ἔργον· καὶ τὴν φορὰν ταύτην, τὸ ταχύπλουν, λήγοντος τοῦ Μαρτίου, τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ τοῦ χειμῶνος γενομένου, εἶχε βυθισθεῖ· ὁ δὲ παπᾶ-Βαγγέλης, ὁ ἐφημέριος ἅμα καὶ ἡγούμενος καὶ μόνος ἀδελφὸς τοῦ μονυδρίου τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ἔχων κατ᾿ εὔνοιαν τοῦ ἐπισκόπου καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐξάρχου καὶ πνευματικοῦ τῶν ἀπέναντι χωρίων, καίτοι γέρων ἤδη, ἔπλεε τετράκις τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ πᾶσαν τεσσαρακοστήν, εἰς τὰς ἀντίκρυ ἐκτεινομένας ἀκτὰς ὅπως ἐξομολογήσῃ καὶ καταρτίσῃ πνευματικῶς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους δουλοπάροικους, τοὺς «κουκουβίνους ἢ κουκοσκιάχτες», ὅπως τοὺς ὀνόμαζον, σπεύδων, κατὰ τὴν Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, νὰ ἐπιστρέψῃ ἐγκαίρως εἰς τὴν μονήν του, ὅπως ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα. Ἀλλὰ κατ᾿ ἐκεῖνο τὸ ἔτος, τὸ ταχύπλουν εἶχε βυθισθεῖ, ὡς εἴπομεν, ἡ συγκοινωνία ἐκόπη ἐπὶ τίνας ἡμέρας, καὶ οὕτως ὁ παπᾶ-Βαγγέλης ἔμεινεν ἀκουσίως, ἠναγκασμένος νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα πέραν τῆς πολυκυμάντου καὶ βορεοπλήκτου θαλάσσης, τὸ δὲ μικρὸν ποίμνιόν του, οἱ γείτονες τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, οἱ χωρικοὶ τῶν Καλυβιῶν ἐκινδύνευον νὰ μείνωσιν ἀλειτούργητοι.
Τινὲς διετύπωσαν γνώμην νὰ παραλάβωσι τὰς γυναίκας καὶ τὰ τέκνα των καὶ νὰ κατέλθωσιν εἰς τὴν πολίχνην, ὅπως ἀκούσωσι τὴν Ἀνάστασιν καὶ λειτουργηθῶσιν ἀλλ᾿ ὁ μπάρμπα-Μηλιός, ὅστις ἔκαμνε τὸν προεστὸν εἰς τὰ Καλύβια, καὶ ἤθελε νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα ὅπως αὐτὸς ἐνόει, ὁ Φταμηνίτης, ὅστις δὲν ἤθελε νὰ ἐκθέσῃ τὴν γυναίκα του εἰς τὰ ὄμματα τοῦ πλήθους, καὶ ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης, χωρικός, ὅστις «τὰ ἤξευρεν ἀπέξω ὅλα τὰ γράμματα τῆς Λαμπρῆς», ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο ν᾿ ἀναγνώσῃ τίποτε «ἀπὸ μέσα» καὶ ἐπεθύμει νὰ ψάλλῃ τὸ «Σῶμα Χριστοῦ μεταλάβετε» – οἱ τρεῖς οὗτοι ἐπέμειναν, καὶ πολλοὶ ἠσπάσθησαν τὴν γνώμην των, ὅτι ἔπρεπε ἐκ παντὸς τρόπου νὰ πείσωσιν ἕνα τῶν ἐν τῇ πόλει ἐφημερίων ν᾿ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια, νὰ τοὺς λειτουργήσῃ.
Ὁ καταλληλότερος δέ, κατὰ τὴν γνώμην πάντων, ἱερεὺς τῆς πόλεως ἦτον ὁ παπᾶ-Κυριάκος, ὅστις δὲν ἦτον «ἀπὸ μεγάλο τζάκι», εἶχε μάλιστα καὶ συγγένειαν μὲ τινὰς τῶν ἐξωμεριτῶν καὶ τοὺς κατεδέχετο. Ἦτον ὀλίγον τσάμης, καθὼς ἔλεγαν. Δὲν ἔτρεφε προλήψεις. Ἠκούετο μάλιστα, ἐδῶ κι ἐκεῖ, ὅτι ὁ ἱερεὺς οὗτος εἶχε καὶ τὴν συνήθειαν «ν᾿ ἀποσώνῃ τὰ παιδιά» εἰς τοὺς κόλπους τῶν μητέρων, τῶν ἐνοριτισσῶν του. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ ἔλεγον οἱ ἀστεῖοι ἢ οἱ φθονεροί, καὶ μόνον οἱ ἀνόητοι τὸ ἐπίστευον. Ὁ ἐφημέριος οὖτος ὡς οἱ πλεῖστοι του γνησίου ἑλληνικοῦ κλήρου, πλὴν μικροῦ ἐλευθεριασμοῦ, ἦτο κατὰ τὰ ἄλλα ἄμεμπτος.
Τοῦτο ναί, ἀληθεύει· ἀλλ᾿ οἱ ἔγγαμοι ἱερεῖς, πενόμενοι καὶ δυσπραγοῦντες, ἐπιτακτικὴν ἔχοντες ἀνάγκην νὰ θρέψωσι τὰ τέκνα των, φαίνονται ὡς πλεονέκται, καὶ καταντῶσι νὰ μὴ τρέφωσι πλέον ἐμπιστοσύνην οὐδ᾿ εἰς αὐτοὺς τοὺς συλλειτουργοὺς των. Τοῦτο ἔπασχε καὶ ὁ παπᾶ-Κυριάκος, ὅστις ἐπεθύμει μὲν νὰ ὑπάγῃ νὰ κάμῃ Ἀνάστασιν εἰς τοὺς χωρικούς, διότι ἦτο ἀνοιχτόκαρδος, καὶ ἤθελε νὰ χαρῇ καὶ αὐτὸς ὀλίγην Ἀνάστασιν καὶ ὀλίγην ἄνοιξιν, ἀλλ᾿ ἐδυσπίστει εἰς τὸν συνεφημέριόν του, καὶ ἔπειτα δὲν ἤθελε ν᾿ ἀφήσῃ τὴν ἐνορίαν μὲ ἕνα μόνον ἱερέα τοιαύτην ἡμέραν. Ἀλλ᾿ αὐτὸς ὁ παπᾶ-Θοδωρῆς ὁ Σφοντύλας, ὁ συνεφημέριός του, τὸν παρεκίνησε νὰ ὑπάγῃ εἰπῶν, ὅτι καλὸν ἦτο νὰ μὴ χάσωσι καὶ τὸ εἰσόδημα τῶν Καλυβιῶν, αἰνιττόμενος ὅτι τά τε ἐκ τοῦ ἐνοριακοῦ ἔσοδα καὶ τὰ τῆς ἐξοχικῆς παροικίας, ἀμφότερα ἐξίσου θὰ τὰ ἐμοιράζοντο.
Τοῦτο δὲν ἔπεισε τὸν παπᾶ-Κυριάκον, τῷ ἐνέπνευσε μάλιστα πλείονας ὑποψίας ἀλλ᾿ ὅτε ἠρώτησε τὴν γνώμην τοῦ συλλειτουργοῦ του, ἦτο ἤδη κατὰ τὰ ἐννέα δέκατα ἀποφασισμένος νὰ ὑπάγει· ἔπειτα ὑπεχρέωσε τὸν υἱόν του Ζάχον, μορφάζοντα καὶ μεμψιμοιροῦντα, νὰ παραμείνῃ ἐν τῷ ἐνοριακῷ ναῶ κατάσκοπος εἰς τὸ ἱερὸν Βῆμα, νὰ παραλάβῃ τὸ μερίδιον τῶν προσφορῶν καὶ συλλειτουργικῶν, καὶ μόνον μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας, ὄτε θὰ ἀνέτελλεν ἤδη ἡ ἡμέρα, ν᾿ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια παρ᾿ αὐτῷ.
Ἡ πούλια ἦτο ἤδη ὑψηλά, «τέσσαρες ὦρες νὰ φέξει», καὶ ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης, ἀφοῦ ἐξύπνησε τὸν ἱερέα, κατασκευάσας πρόχειρον σήμαντρον ἐκ στερεοῦ ξύλου καρυᾶς καὶ πλῆκτρον, περιήρχετο τὰ Καλύβια θορυβωδῶς, κρούων, ὅπως ἐξεγείρῃ τοὺς χωρικούς.


Εἰσῆλθον εἰς τὸ μικρὸν ἐξωκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Εἷς μετὰ τὸν ἄλλον προσήρχοντο οἱ χωρικοὶ μὲ τὰς χωρικάς των καὶ μὲ τὰ καλά των ἐνδύματα.
Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν Εὐλογητόν.
Ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης ἤρχισε νὰ τὰ λέγῃ ὅλα ἀπ᾿ ἔξω, τὴν προκαταρκτικὴν προσευχὴν καὶ τὸν Κανόνα, τὸ «Κύματι θαλάσσης».
Ὁ παπᾶ-Κυριάκος προέκυψεν εἰς τὰ βημόθυρα, ψάλλων τὸ «Δεῦτε λάβετε φῶς».
Ἤναψαν τὰς λαμπάδας κι ἐξῆλθον ὅλοι εἰς τὸ ὕπαιθρον ν᾿ ἀκούσωσι τὴν Ἀνάστασιν. Γλυκείαν καὶ κατανυκτικὴν Ἀνάστασιν ἐν μέσῳ τῶν ἀνθούντων δένδρων, ὑπὸ ἐλαφρᾶς αὔρας σειομένων εὐωδῶν θάμνων καὶ τῶν λευκῶν ἀνθέων τῆς ἀγραμπελιᾶς, «neige odorante du printemps».
Ψαλέντος τοῦ Χριστὸς Ἀνέστη, εἰσῆλθον πάντες εἰς τὸν ναόν. Θὰ ἦσαν τὸ πολὺ ἑβδομήκοντα ἄνθρωποι, ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παῖδες.
Ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸν Κανόνα τοῦ Πάσχα, ὁ δὲ ἱερεὺς ἅμα ἀντιψάλλων αὐτῷ ἐξ ἀνάγκης, ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ Βήματος, ἠτοιμάζετο νὰ πάρῃ καιρὸ καί, ἀφοῦ τελέσῃ τὸν ἀσπασμόν, νὰ ἔμβῃ εἰς τὴν λειτουργίαν.
Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰσῆλθεν ἢ μᾶλλον εἰσόρμησεν εἰς τὸ ναΐδριον, ἀκολουθούμενος ὑπὸ δυὸ ἄλλων ὁμηλίκων του, δωδεκαετὴς περίπου παῖς, ὑψηλὸς ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν του, ἀσθμαίνων καὶ ἐν ἐξάψει. Ἦτο ὁ Ζάχος, ὁ υἱὸς τοῦ παπᾶ-Κυριάκου.
Εἰσέβαλε πνευστιῶν εἰς τὸ ἱερὸν Βῆμα καὶ ἤρχισε νὰ ὁμιλῇ πρὸς τὸν ἱερέα. Ἡ φωνή του ἠκούετο ἀπὸ τοῦ χοροῦ, ἀλλ᾿ αἱ λέξεις δὲν διεκρίνοντο.
Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ἐντούτοις:
«Παπᾶ, παπᾶ!…»
(Τὰ παπαδοπούλα ἀπεκάλουν συνήθως παπὰ τὸν πατέρα των).
«Παπᾶ, παπᾶ!… Ὁ παπᾶ-Σφοντύλας ἀπ᾿ τὴν ὀξώπορτα… τὶς λειτουργίες… ἀπ᾿ τ᾿ ἅϊ-Βῆμα ἡ πεθερά του… κι ἡ παπαδιά… κουβαλοῦν… ἀπ᾿ τὴν ὀξώπορτα… τὶς λειτουργίες… ἀπ᾿ τ᾿ ἅϊ-Βῆμα… κι ἡ πεθερά του… κι ἡ παπαδιά…»
Μόνον ὁ παπᾶ-Κυριάκος ἦτο ἱκανὸς νὰ βγάλῃ νόημα ἀπὸ τὰ ἀσυνάρτητα ταῦτα καὶ ἀσθματικὰ λόγια τοῦ υἱοῦ του. Ἰδοὺ δὲ πῶς ἐξήγησε τὰ λεγόμενα: «Ὁ παπᾶ-Θοδωρὴς ὁ Σφοντύλας, ὁ σύντροφός του εἰς τὴν ἐνορίαν, ἔκλεπτε τὰς προσφοράς, μεταβιβάζων αὐτᾶς διὰ τῆς ἐξωθύρας τοῦ ἱεροῦ Βήματος εἰς χεῖρας τῆς συζύγου καὶ τῆς πενθερᾶς του».
Ἴσως τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ ἦτο τόσον ἀληθές, ὅσον ὁ Ζάχος ἤθελε νὰ τὸ παραστήσῃ. Διότι οὖτος ἀγαπῶν, ὡς ὅλοι οἱ νέοι, τὴν ἐξοχὴν καὶ τὴν διασκέδασιν, μετὰ δυσκολίας εἶχεν ὑπακούσει εἰς τὸ πατρικὸν κέλευσμα ὅπως μείνῃ εἰς τὴν πόλιν, καὶ ἀφορμὴν θὰ ἐζήτει διὰ νὰ τὸ στρίψῃ καὶ μεταβῇ εἰς νυκτερινὴν ἐκδρομὴν εἰς τὰ Καλύβια, ἀφοῦ μάλιστα εὐκόλως εὕρισκε συνοδοιπόρους ὀμήλικας.
Ἀλλ᾿ ὁ παπᾶ-Κυριάκος δὲν ἐσυλλογίσθη τίποτε. Ἐξήφθη ἀμέσως, ἠγανάκτησε, δὲν ἐκρατήθη. Ἤμαρτεν. Ἀντὶ δὲ νὰ καταφέρῃ σφοδρὸν ράπισμα κατὰ τῆς παρειᾶς τοῦ υἱοῦ του καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἥσυχος τὸ καθῆκον του… ἀπέβαλεν εὐθὺς τὸ ἐπιτραχήλιον, ἐξεδύθη τὸ φαιλόνιον, καὶ διασχίσας τὸν ναὸν ἐξῆλθεν, ἀποφεύγων τὸ βλέμμα τῆς πρεσβυτέρας του, ἥτις τὸν ἔβλεπεν ἔντρομος.
Ἀλλ᾿ ὁ μπάρμπα-Μηλιὸς κάτι ὑπόπτευεν ἐκ τῶν κινήσεων τούτων καὶ ἐξῆλθε κατόπιν του.
Εἰς πεντήκοντα δὲ βημάτων ἀπόστασιν ἀπὸ τοῦ ναοῦ, μεταξὺ τριῶν δένδρων καὶ δυὸ φρακτῶν, ὁ ἑπόμενος διάλογος συνήφθη:
«Παπᾶ, παπᾶ, ποῦ πᾶς;»
«Θὰ ῾ρθῶ, βλογημένε, τώρα ἀμέσως πίσω».
Δὲν ἤξευρε τί νὰ εἴπῃ. Ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι εἶχεν ἀπόφασιν νὰ καταβῇ εἰς τὴν πόλιν, νὰ ζητήσῃ λόγον διὰ τὴν κλοπὴν ἀπὸ τὸν συνεφημέριόν του! Εἰς τὸ βάθος δὲ τῆς συνειδήσεως τοῦ ἔλεγεν, ὅτι εἶχε καιρὸν νὰ ἐπιστρέψῃ πρὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου καὶ τελέσῃ τὴν λειτουργίαν.
«Ποῦ πᾶς;» ἐπέμενεν ὁ μπάρμπα-Μηλιός.
«Ἂς διαβάζῃ ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων κι ἔφθασα».
Ἐλησμόνει, ὅτι ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης δὲν ἠδύνατο ν᾿ ἀναγνώσῃ ἄλλα, ἢ ὅσα ἀπὸ στήθους ἐγνώριζεν.
«Ἀφήνω καὶ τὴν παπαδιά μου ἐδῶ, βλογημένε», ἐπανέλαβε ὁ παπᾶ-Κυριάκος, ἀμηχανῶν τί νὰ εἴπῃ. «Σᾶς ἀφήνω τὴν παπαδιά μου!»
Καὶ λέγων ἔτρεχεν.
Ὁ μπάρμπα-Μηλιὸς ἐπανῆλθε κατηφὴς ἐντὸς τοῦ ναοῦ.
«Καλὰ τὸ ἔλεγα ἐγώ», ἐψιθύρισε.


Μεγίστη ἀπορία ἐπεκράτει ἐν τῷ παρεκκλησίῳ. Οἱ χωρικοὶ ἐκοίταζον ἐρωτηματικῶς ἀλλήλους. Ψιθυρισμοὶ ἠκούοντο.
Αἱ γυναῖκες ἠρώτων τὴν παπαδιὰν νὰ εἴπῃ αὐταῖς τί τρέχει· ἀλλ᾿ αὕτη ἦτο ἡ ὀλιγότερον πάντων τῶν ἄλλων γνωρίζουσα.
Ἐντούτοις ὁ ἱερεὺς ἔτρεχεν, ἔτρεχεν. Ὁ ψυχρὸς ἀὴρ ἐδρόσισεν ὀλίγον τὸ μέτωπόν του.
«Καὶ πῶς νὰ θρέψω ἐγὼ τόσα παιδιά», ἔλεγεν, «ὀκτώ, μὲ τὸ συμπάθιο, κι ἡ παπαδιὰ ἐννιά, κι ἐγὼ δέκα! Ὁ ἕνας νὰ σὲ κλέφτῃ ἀπ᾿ ἐδῶ, κι ὁ ἄλλος ἀπ᾿ ἐκεῖ!»
Πεντακόσια βήματα ἀπὸ τοῦ ναοῦ ὁ δρόμος ἐκατηφόριζε, καὶ κατήρχετο τὶς εἰς ὡραίαν κοιλάδα. Εἷς νερόμυλος εὐρίσκετο ἐπὶ τῆς κλιτύος ἐκείνης, παρὰ τὴν ὁδόν.
Ἀκούσας ὁ ἱερεὺς τὸν ἠδὺν μορμυρισμὸν τοῦ ρύακος, αἰσθανθεὶς ἐπὶ τοῦ προσώπου του τὴν δρόσον, ἐλησμόνησεν, ὅτι εἶχε νὰ λειτουργήσῃ (πῶς καὶ ποῦ νὰ λειτουργήσῃ;) καὶ ἔκυψε νὰ πίῃ ὕδωρ. Ἀλλὰ τὸ χεῖλος του δὲν εἶχε βραχεῖ ἀκόμη, καὶ αἴφνης ἐνθυμηθείς, ἀνένηψεν.
«Ἐγὼ ἔχω νὰ λειτουργήσω», εἶπε, «καὶ πίνω νερό;»
Καὶ δὲν ἔπιε.
Τότε ἦλθεν εἰς αἴσθησιν.
«Τί κάμνω ἐγώ», εἶπε, «ποῦ πάω;»
Καὶ ποιήσας τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ εἶπεν:
«Ἥμαρτον, Κύριε! Ἥμαρτον! Μὴ μὲ συνερισθῇς».
Ἐπανέλαβε δέ:
«Ἐὰν ἐκεῖνος ἔκλεψεν, ὁ Θεὸς ἂς τὸν… συγχωρήσῃ κι ἐκεῖνον κι ἐμέ. Ἐγὼ πρέπει νὰ κάμω τὸ χρέος μου…»
Ἠσθάνθη δάκρυ βρέχον τὴν παρειάν του.
«Ὤ, Κύριε», εἶπεν ὁλοψύχως, «ἥμαρτον, ἥμαρτον! Σὺ παρεδόθης διὰ τὰς ἁμαρτίας μας καὶ ἡμεῖς σὲ σταυρώνομεν κάθε μέρα».
Καὶ ἐστράφη πρὸς τὸν ἀνήφορον, σπεύδων νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ παρεκκλήσιον, ὅπως λειτουργήσῃ.
«Καὶ ἤθελα νὰ πιῶ καὶ νερό», εἶπε. «Δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ λειτουργήσω. Ἀλλὰ πῶς νὰ κάμω; Δὲν πρέπει νὰ μεταλάβω. Θὰ λειτουργήσω χωρὶς μετάληψιν, δὲν εἶμαι ἄξιος!… Δεῦτε τοῦ καινοῦ της ἀμπέλου γεννήματος!… Ἐγὼ ἄξιος δὲν εἶμαι!»
Καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν, ὅπου μετ᾿ ἀγαλλιάσεως οἱ χωρικοὶ τὸν εἶδον.
Ἐτέλεσε τὴν ἱερὰν μυσταγωγίαν καὶ μετέδωκεν εἰς τοὺς πιστούς, φροντίσας νὰ καταλύσῃ διὰ στόματος αὐτῶν ὅλον τὸ ἅγιον ποτήριον. Αὐτὸς δὲν ἐκοινώνησεν, ἐπιφυλαττόμενος νὰ τὸ εἴπῃ εἰς τὸν πνευματικὸν καὶ πρόθυμος νὰ δεχθῇ τὸν κανόνα.
Περὶ τὴν μεσημβρίαν, μετὰ τὴν Δευτέραν Ἀνάστασιν, οἱ χωρικοὶ τὸ ἔστρωσαν ὑπὸ τὰς πλατάνους παρὰ τὴν δροσερὰν πηγήν.
Ὡς τάπητας εἶχον τὴν χλόην καὶ τὰ χαμολούλουδα, ὡς τράπεζαν πτέριδας καὶ κλάδους σχοίνων.
Ἡ δροσερὰ αὔρα ἐκίνει μετὰ θροῦ τοὺς κλώνας τῶν δένδρων καὶ ὁ Φταμηνίτης μὲ τὴν λύραν του ἀντέδιδε φθόγγους λιγυρούς.
Ἡ ὡραία Ξανθή, ἡ σύζυγος τοῦ Φταμηνίτου, ἐκάθητο μεταξὺ τῆς μητρός της Μελάχρως καὶ τῆς θεία-Κρατήρως, τῆς πενθερᾶς της, φροντίζουσα νὰ ἔχῃ ἐν μέρει τὰς παρειὰς κεκαλυμμένας μὲ τὴν μανδήλαν, καὶ νὰ βλέπῃ μᾶλλον πρὸς τὸν κορμὸν τῆς γιγαντιαίας πλατάνου, ὅπως μὴ τὴν κοιτάζωσιν οἱ ἄνδρες καὶ ζηλεύει ὁ σύζυγός της.
Ἡ ἀδελφή της, τὸ Ἀθῶ, δεκαπεντούτις κόρη, ἄγαμος, ἄφροντις, ὡραία καὶ αὐτή, ποσάκις δὲν τὴν ἐπείραζε, λέγουσα:
«Ἀρή, τί τὸν ἤθελες, ἀρή; Δὲν τὸν ἔπαιρνα, νὰ μοῦ χαρίζανε τὸν οὐρανὸ μὲ τ᾿ ἄστρα… Καλύτερα νὰ γινόμουν καλόγρια!»
Τὸ βέβαιον ἦτο, ὅτι ὁ Φταμηνίτης δὲν διέπρεπεν οὔτ᾿ ἐπὶ κάλλει, οὔτ᾿ ἐπὶ μεγέθει σώματος, ἀλλ᾿ ἀνεπλήρου τὰς ἐλλείψεις ταύτας δι᾿ εὐστροφίας σώματος καὶ πνεύματος, καὶ διὰ φαιδρότητος καὶ εὐθυμίας.
Ὁ παπᾶ-Κυριάκος προήδρευε τοῦ συμποσίου, ἔχων ἀπέναντι τοῦ τὴν παπαδιάν, βραχύσωμον, στρογγυλοπρόσωπον, μελαχρινήν, ἀγαθοτάτην, ἥτις ἐν ἀθωότητι ἐξεκόλαπτε σχεδὸν κατ᾿ ἔτος ἓν παπαδόπουλον, χωρὶς νὰ τὴν μέλει οὔτε διὰ παλληκαροβότανα, οὔτε διὰ στερφοβότανα, περὶ ἃ τυρβάζουσιν ἄλλαι γυναῖκες.
Δεξιόθεν τοῦ ἱερέως ἐκάθητο ὁ μπάρμπα-Μηλιός, προεστὼς ἅμα καὶ πρόθυμος θεράπων τῆς κοινότητος, ἠξεύρων νὰ ψήνει, ὡς οὐδεὶς ἄλλος, τὸ ἀρνί, λιανίζων μεθοδικότατα δι᾿ ὅλους, καὶ τρώγων ἅμα καὶ προπίνων.
Εἰς τὰς προπόσεις μάλιστα δὲν εἶχεν ἐφάμιλλον. Μετὰ τὴν σύντομον καὶ τυπικὴν τοῦ ἱερέως πρόποσιν, ἐγερθεὶς ὁ μπάρμπα-Μηλιός, κρατῶν τὴν τσότραν τὴν ἐπταόκαδον, ἤρχισε νὰ χαιρετίζῃ τοὺς πάντας καὶ ἕνα ἕκαστον ὡς ἑξῆς:


«Χριστὸς Ἀνέστη! Ἀληθινὸς ὁ Κύριος! Ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς πάντας τοὺς αἰώνας!»
Εἶτα μετὰ τὸ προοίμιον εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν:
«Γειά σας! Καλὴ γειά! Διάφορο! Καλὴ καρδιά! Παπᾶ μ᾿, νὰ χαίρεσαι τὸ πετραχήλι σ᾿! Παπαδιά, νὰ χαίρεσαι τὸν παπᾶ σ᾿ καὶ τὰ παιδάκια σ᾿! Ξάδελφε Θοδωρῆ, νὰ ζήσεις νὰ τὰ χαίρεσαι! Κουμπάρε Παναγιώτ᾿, ὅπως ἔτρεξες μὲ τὸ λάδ᾿, νὰ τρέξεις καὶ μὲ τὸ κλῆμα! Σ᾿μπεθέρα Κρατήρα, νὰ χαίρεσαι, μ᾿ ἕναν καλὸν γαμπρό! Ἀνεψιὲ Γιώργη, τίμια στέφανα! Στὸ γάμο σας νὰ χαροῦμε! Κουμπάρα Κυπαρίσσου, μὲ μιὰ καλὴ νύφη νὰ ζήσεις νὰ χαρεῖς! Ἐβίβα ὅλοι! Τέ-πέρ-τέ. Πάντα χαρούμενοι! Στὴν ὑγειά σας! Συμπεθέρα Ξανθή, καλὴ λευτεριά! Στὴν ὑγειά σας! Πάντα χαρούμενοι! Πάντα με τὸ καλό!».
Καὶ ἀνάλογος πρὸς τὸ πρόσωπον ὑπῆρξε ἡ πόσις.
Ἀλλὰ καὶ ὁ Φταμηνίτης ἠθέλησε νὰ προπίῃ κατ᾿ ἄλλον ὅμως στενότερον τρόπον· ἠθέλησε νὰ βρῇ τὴν γυναίκα του, καὶ ἠνάγκασεν αὐτὴν ν᾿ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν πρόποσιν.
«Μπρόμ!»
«Πιὲ κι δώ᾿ μ᾿!»
«Μὲ κρασί!»
«Καλῶς τ᾿ν ἀγάπη μ᾿ τὴ χρυσή!»
Καὶ πιὼν αὐτὸς μετεβίβασε τὴν τσότραν εἰς τὴν ὡραίαν Ξανθή, ἥτις ἔβρεξε τὰ χείλη.
Εἶτα ἤρχισαν τὰ ἄσματα. Ἐν πρώτοις τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, ὕστερον τὰ θύραθεν. Ὁ μπάρμπα-Μηλιὸς θελήσας νὰ ψάλῃ καὶ αὐτὸς τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, τὸ ἐγύριζε πότε εἰς τὸν ἀμανὲ καὶ πότε εἰς τὸ κλέφτικο.
Ἀλλ᾿ ὁ πλέον ἰδιόρρυθμος πάντων τῶν ψαλτῶν ἦτο ὁ μπάρμπα-Κίτσος, γηραιὸς χωροφύλαξ, Χειμαρριώτης, παλαιὸς τακτικός, λησμονημένος ἀπὸ τῆς βαυαρικῆς ἐποχῆς ἐν τῇ νήσῳ. Ἀμφέβαλλε καὶ αὐτὸς ἂν τὸν εἶχαν περασμένον εἰς τὰ μητρῶα· πότε τοῦ ἔστελναν μισθόν, πότε ὄχι. Ἐφόρει χιτώνα μὲ ἀνοικτὰς θυρίδας, βραχείαν περισκελίδα μέχρι τοῦ γόνατος καὶ τουζλούκια. Ὁ δήμαρχος τοῦ τόπου (διότι ὑπῆρχε, φεῦ! καὶ δήμαρχος) τὸν εἶχε στείλει νὰ κάμει Πάσχα εἰς τὰ Καλύβια, διὰ νὰ φυλάξῃ δῆθεν τὴν τάξιν, καίτοι οὐδεμιᾶς φυλάξεως ἦτο ἀνάγκη. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι τὸν ἔστειλε νὰ καλοπεράσῃ πλησίον τῶν ἀνοιχτόκαρδων ἐξωμεριτῶν, οἵτινες τοῦ ἤρεσκον τοῦ μπάρμπα-Κίτσου, ἂς τοὺς ἔλεγον καὶ «τσουπλακιές» ἢ «χαλκοδέρες». Ἐὰν ἔμενεν ἐν τῇ πόλει, ὁ δήμαρχος θὰ ἦτον ὑπόχρεως νὰ τὸν φιλεύσῃ τὸν μπάρμπα-Κίτσον, καθὼς τὸν εἶχαν κακομάθει οἱ προκάτοχοί του, ἔλεγε – νὰ τὸν φιλεύσῃ κουλούραν καὶ αὐγά. Τί ἔθιμα!
Ὁ μπάρμπα-Κίτσος, ἀφοῦ ἠσπάσθη τρὶς ἢ τετράκις τὴν τσότραν, ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, κατ᾿ ἰδιάζοντα αὐτῷ τρόπον, ὡς ἑξῆς:
Κ᾿στὸ – μπρὲ – Κ᾿ στὸς Ἀνέστη
ἐκ νεκρῶν θανάτων θάνατον μπατήσας
κι ἔντοις ἔντοις μνήμασι
ζωήν, παμμακάριστε!
Καὶ ὅμως, μεθ᾿ ὅλην τὴν ἰδιορρυθμίαν ταύτην, οὐδεὶς ποτὲ ἔψαλλεν ἱερὸν ἄσμα μετὰ πλείονος χριστιανικοῦ αἰσθήματος καὶ ἐνθουσιασμοῦ, ἑξαιρουμένου ἴσως τοῦ γνωστοῦ ἐν Ἀθήναις γηραιοῦ καὶ σεβασμίου Κρητός, τοῦ ψάλλοντος τὸ «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν…» μὲ τὴν ἑξῆς προσθήκην: «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν, τῶν μὴ προσκυνούντων, οἱ κερατάδες! τὴν εἰκόνα σου τὴν σεπτήν, τὴν ἱστορηθείσαν ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου Λουκᾶ…»
Ἀληθεῖς ὀρθόδοξοι Ἕλληνες!
Περὶ τὴν δείλην εἶχεν ἀρχίσει ὁ χορός, χορὸς κλέφτικος (διότι αἱ γυναῖκες ἐπεφυλάττοντο διὰ τὴν Δευτέραν καὶ τὴν Τρίτην, ὅπως χορεύσωσι τὸν συρτὸν καὶ τὴν καμάρα), καὶ ὁ παπᾶ-Κυριάκος, μετὰ τῆς παπαδιᾶς καὶ τοῦ Ζάχου, ὅστις ἐγλύτωσε τὸ ξύλο χάριν τῆς ἡμέρας (διότι ὁ πατήρ του εἶχε θυμώσει εἶτα κατ᾿ αὐτοῦ, ὡς γενομένου αἰτίου τῆς χασμωδίας ἐκείνης), ἀποχαιρετήσαντες τὴν συντροφίαν, κατῆλθον εἰς τὴν πολίχνην.
Ὁ παπᾶ-Κυριάκος ἔδωκε πλῆρες εἰς τὸν συνεφημέριόν του τὸ ἀπὸ τῆς ἐξοχῆς μερίδιον, καὶ οὔτε κατεδέχθη νὰ κάμῃ λόγον περὶ τῆς ὑποτιθεμένης κλοπῆς.
Ἐντούτοις ὁ παπᾶ-Θοδωρῆς οἴκοθεν τῷ εἶπεν, ὅτι τὸ ἐκ τῆς ἐνορίας μερίδιον του εὐρίσκετο ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ, τοῦ παπᾶ-Θοδωρῆ. Ἔκρινε καλόν, εἶπε, νὰ μετακομίσῃ διὰ τῆς ἐξώθυρας τοῦ ἁγίου Βήματος οἴκαδε καὶ τὰ δυὸ μερίδια, διὰ νὰ μὴ βλέπουν τινὲς τῶν ἄγαν ἐπιπολαίων καὶ γλωσσαλγῶσιν, ὅτι οἱ ἱερεῖς ἔχουν δῆθεν πολλὰ εἰσοδήματα. «Ὁ κόσμος ξιππάζεται(;)», εἶπεν, «ἅμα μᾶς ἰδῇ μίαν καλὴ μέρα νὰ πάρουμε τίποτε λειτουργίες, καὶ δὲν συλλογίζεται πόσες ἑβδομάδες καὶ μῆνες παρέρχονται ἄγονοι!»
Ἐντεῦθεν ἡ παρανόησις τοῦ Ζάχου.

Αγίου Επιφανίου, Αρχιεπισκόπου Κωνσταντίας της Κύπρου ΛΟΓΟΣ στο Άγιο και Μεγάλο Σαββάτο

...Εκείνος που χθες, μέσα στην άπειρη συγκατάβασή του δεν καλούσε να τον βοηθήσουν οι λεγεώνες των Αγγέλων, λέγοντας στον Πέτρο, ότι είναι στο χέρι μου να παρατάξω τώρα αμέσως, περισσότερες από δώδεκα λεγεώνες Αγγέλων (Ματθ. 26, 53), σήμερα κατέρχεται με τον θάνατό Του κατά του Άδου και του θανάτου, του τυράννου, όπως ταιριάζει σε Θεό και Κυρίαρχο, επί κεφαλής των αθανάτων και ασωμάτων στρατευμάτων και των αοράτων ταγμάτων, όχι με δώδεκα μόνο λεγεώνες, αλλά με μύριες μυριάδες και χίλιες χιλιάδες Αγγέλων, Αρχαγγέλων, Εξουσιών, Θρόνων, Εξαπτερύγων, Πολυομμάτων, ουρανίων ταγμάτων, τα οποία, ως Βασιλέα και Κύριό τους, προπέμπουν, δορυφορούν και τιμούν τον Χριστό. Όχι, ότι συμμαχούν και συμπολεμούν μαζί Του. Όχι, ποτέ! Γιατί από ποια συμμαχία έχει ανάγκη ο παντοδύναμος Χριστός; Τον συνοδεύουν γιατί χρωστούν πάντοτε και ποθούν να είναι κοντά στον Θεό τους. Οι άγγελοι έτρεχαν σαν δορυφόροι οπλίτες, ωπλισμένοι με ξίφη και σαν αστραπόμορφοι κεραυνοβόλοι, ωπλισμένοι με τους θεϊκούς και παντοδύναμους κεραυνούς του Βασιλιά τους, οι οποίοι πρόφθαιναν με πολύ ζήλο και ξεπερνούσαν ο ένας τον άλλο στη γρηγοράδα, υπακούοντας στο θεϊκό μόνο νεύμα και κάνοντας έργο και πράξη τη διαταγή και στεφανωμένοι με το στέφανο της νίκης κατά της παρατάξεως των εχθρών και τυράννων. Γι αυτό και κατέβαίνουν στα υποχθόνια δεσμωτήρια των πανάρχαιων νεκρών, που ήταν μέσα στην καρδιά του Άδη και βαθύτερα απ’ όλη τη γη, για να βγάλουν από εκεί μέσα τους αλυσοδεμένους και από αιώνες τώρα κεκοιμημένους.
19. Μόλις δε φάνηκε στα κλεισμένα απ’ όλες τις πόρτες, τα ανήλια και κατασκότεινα δεσμωτήρια, στα υπόγεια και τα σπήλαια του Άδη η θεϊκή και λαμπρή παρουσία του Κυρίου, προβαίνει εμπρός απ’ όλους ο αρχιστράτηγος Γαβριήλ, επειδή είχε συνηθίσει να φέρνει χαράς ευαγγέλια στους ανθρώπους, και με φωνή δυνατή, αρχαγγελικότατη, έντονη και λιονταρίσια φωνάζει προς τις αντίπαλες δυνάμεις: «άρατε πύλας οι άρχοντες υμών». Και μαζί του φωνάζει ο Μιχαήλ: «γκρεμισθήτε προαιώνιες πύλες». Έπειτα οι Δυνάμεις συμπληρώνουν: «κάνετε πέρα παράνομοι θυρωροί». Οι δε Εξουσίες διατάζουν με εξουσία: «Σπάστε άλυτες αλυσίδες». Κι ένας άλλος Αρχάγγελος προσθέτει: «Αίσχος σε σας, ανάλγητοι τύραννοι».
Και καθώς συμβαίνει όταν παρουσιασθεί μια φοβερή, αήτητη και παντοδύναμη βασιλική στρατιωτική παράταξη, φρίκη μαζί και τρόμος και ταραχή και οδυνηρός φόβος κυριεύει τους εχθρούς του ακαταγώνιστου Στρατηγού, το ίδιο έγινε ξαφνικά, μόλις παρουσιάσθηκε τόσο παράδοξα ο Χριστός στα καταχθόνια του Άδη. Από επάνω μια δυνατή αστραπή τύφλωνε τα πρόσωπα των εχθρικών δυνάμεων του Άδη και ταυτόχρονα ακούονταν βροντερές στρατιωτικές φωνές που διέταζαν: «Αρατε πύλας, όχι ανοίξετε, αλλά ξερριζώστε τις από τα θεμέλια, βγάλτε τις τελείως από τον τόπο τους, ώστε να μη μπορούν πιά να ξανακλείσουν. Αρατε πύλας οι άρχοντες υμών, όχι γιατί δεν μπορεί να τις ανοίξει ο Κύριός μας, που όταν θέλει, διατάζει και μπαίνει με κλεισμένες τις πόρτες, αλλά σας διατάζει, σαν δραπέτες δούλους, να σηκώσετε και να μεταφέρετε αυτές τις προαιώνιες πύλες. Γιά τούτο και δεν διατάζει τους όχλους σας, αλλά σας που παρουσιάζεσθε σαν αρχηγοί τους: άρατε πύλας, οι άρχοντες υμών» (Ψαλμ. 23´ 7-10).
Από τώρα και έπειτα δε θα είστε πια άρχοντες κανενός, παρόλο που κάκιστα κυριαρχήσατε πάνω στους μέχρι τώρα κεκοιμημένους. Ούτε αυτών θα είστε πλέον άρχοντες, ούτε άλλων, ούτε των εαυτών σας ακόμη. Αρατε πύλας, γιατί ήρθε ο Χριστός, η ουράνια θύρα. Ανοίξτε δρόμο σ’ Αυτόν που έβαλε το πόδι Του στη φυλακή του Άδη. Το όνομά του είναι Κύριος και ο Κύριος έχει το δικαίωμα και τη δύναμη να περάσει τις πύλες του θανάτου. Γιατί την μεν είσοδο του θανάτου τη φτιάξατε σεις, Αυτός δε ήρθε για να επιτύχει το πέρασμά της. Γι αυτό ανοίξτε γρήγορα και μη αργοπορείτε. Ανοίξτε και κάντε γρήγορα. Ανοίξτε και μη αναβάλλετε. Αν νομίζετε πως θα σας περιμένουμε, κάνετε λάθος. Θα διατάξουμε τις ίδιες τις πύλες να ανοίξουν αυτομάτως και χωρίς να βάλουμε χέρι: Ανοίξτε πύλες αιώνιες!
20. Και μόλις οι αγγελικές δυνάμεις εβόησαν, την ίδια στιγμή άνοιξαν οι πύλες! Την ίδια στιγμή έσπασαν οι αλυσίδες και οι μοχλοί. Έπεσαν τα κλειδιά και συγκλονίσθηκαν τα θεμέλια της φυλακής. Οι εχθρικές δυνάμεις ετράπησαν σε άτακτη φυγή, ο ένας έσπρωχνε τον άλλο, άλλος μπερδευόταν στα πόδια του άλλου και καθένας φώναζε στο διπλανό του να φεύγει γρήγορα. Έφριξαν, συγκλονίσθηκαν, τα έχασαν, ταράχθηκαν, άλλαξε το χρώμα τους, φοβήθηκαν, στάθηκαν και απόρησαν, απόρησαν και τρόμαξαν. Ο ένας έμεινε με ανοιχτό στόμα. Αλλος έκρυψε το πρόσωπο μέσα στα γόνατά του. Αλλος έπεσε κάτω, παγωμένος από το φόβο. Αλλος στάθηκε ακίνητος, σαν νεκρός. Αλλος κυριεύθηκε από δέος και άλλος έτρεξε να σωθεί σε βαθύτερο μέρος.
21. Την ώρα αυτή ο Χριστός αποκεφάλισε τους σαστισμένους τυράννους. Τότε χαλάρωσαν τα χαλινάρια τους και ρωτούσαν: «Ποιός είναι αυτός ο βασιλεύς της δόξης; Ποιός είναι αυτός που ήρθε εδώ, κάνοντας τόσα παράδοξα πράγματα; Ποιός είναι αυτός ο βασιλεύς της δόξης, που κατορθώνει τώρα στον Άδη, αυτά που δεν έγιναν ποτέ; Ποιός είναι αυτός ο βασιλεύς της δόξης, που βγάζει από εδώ τους προαιώνιους φυλακισμένους; Ποιός είναι αυτός που διέλυσε και κατέλυσε το αήτητο κράτος και το θράσος μας; »
Σ’ αυτούς απαντούσαν οι δυνάμεις του Κυρίου και τους έλεγαν: «Θέλετε να μάθετε ποιός είναι αυτός ο βασιλεύς της δόξης; Είναι ο Κύριος, ο κραταιός και δυνατός, ο Κύριος, ο δυνατός και πανίσχυρος και αήττητος στον πόλεμο. Είναι εκείνος, ελεεινοί και παράνομοι τύραννοι, που σας εξόρισε και σας έρριξε κάτω από τις ουράνιες αψίδες. Είναι αυτός που συνέτριψε μέσα στα νερά του Ιορδάνη τις κεφαλές των δρακόντων σας. Είναι εκείνος που πάνω στο Σταυρό του σας έκανε θέατρο, σας διαπόμπευσε και σας αφαίρεσε κάθε δύναμη. Είναι αυτός που σας έδεσε και σας έρριξε στο ζόφο και στην άβυσσο. Αυτός είναι που θα σας εξοντώσει τελειωτικά μέσα στην αιώνια φωτιά και τη γέεννα. Μην αργείτε, μην περιμένετε, αλλά τρέξτε γρήγορα και βγάλτε τους φυλακισμένους, τους οποίους μέχρι τώρα κακώς έχετε καταπιεί. Από εδώ κι εμπρός καταλύεται το κράτος σας. Καταργείται η τυραννική εξουσία σας. Η αλαζονεία σας καταπατήθηκε οικτρά. Η υπερήφανη καύχησή σας ξεκουρελιάσθηκε. Η δύναμή σας έσβησε και χάθηκε για πάντα»
22. Αυτά φώναζαν οι νικήτριες δυνάμεις του Κυρίου στις δυνάμεις του εχθρού και συγχρόνως ενεργούσαν με βιασύνη. Αλλοι γκρέμιζαν τη φυλακή από τα θεμέλια της. Αλλοι καταδίωκαν τους εχθρούς που έφευγαν για να σωθούν στα βαθύτερα μέρη. Αλλοι έτρεχαν και ερευνούσαν τα υπόγεια, τα φρούρια καα τα σπήλαια. Και όλοι, από διάφορες κατευθύνσεις καθένας, έφερναν τους δεσμώτες εμπρός στον Κύριο. Αλλοι έδεναν τον τύραννο, ενώ άλλοι απελευθέρωναν τους προαιώνιους δεσμώτες. Και άλλοι μεν έτρεχαν μπροστά από τον Κύριο, καθώς προχωρούσε βαθύτερα. Αλλοι δε τον ακουλουθούσαν νικηφόροι, ως Θεό και Βασιλέα.


LinkWithin

Related Posts with Thumbnails




ask2use.com: Επιτρέπεται η αντιγραφή όλου του κειμένου

ask2use.com: Μόνο για μη-κερδοσκοπική χρήση

ask2use.com: Υποχρεωτική η αναφορά πηγής









Επιτρέπεται η αντιγραφή και ιεραποστολική αξιοποίηση των κειμένων πού θα βρείτε εδώ, είτε ημετέρων ή αντεγραμμένων από άλλους ιστοχώρους, ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ από ορθόδοξα ή φιλορθόδοξα ιστολόγια με υποχρέωση την αναφορά πηγής και συγγραφέως του κειμένου και την μη περικοπή αυτού για οποιονδήποτε λόγο.
Τα ανυπόγραφα άρθρα και όσα δεν αναφέρουν πηγή ανήκουν στον υποφαινόμενο ιστολόγο.
Συνήθως οι εικόνες πού χρησιμοποιώ, παρέχονται από την αναζήτηση google.Αν νομίζετε ότι η ανάρτηση τους θίγει δικαιώματα σας, ειδοποιήστε να τις κατεβάσω.

Ευχαριστώ.