ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 19, 2014

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ὁ κόσμος του, ὁ κόσμος μας

Μαρία Σαμλίδου
«Ἐβαπτίσθη τῇ Δευτέρᾳ ἡμέρα τοῦ Πάσχα καί ὠνομάσθη Ἀλέξανδρος· ἔτυχε δέ τότε, ἐνῷ ὁ βαπτίζων αὐτόν παπά – Νικόλαος ἔρριπτε τό ἔλαιον εἰς τήν κολυμβήθραν, νά σχηματισθῇ αὐτομάτως ἐπί τοῦ ὕδατος αὐτῆς σταυρός διά τοῦ ἐλαίου· τό δέ περίεργον τοῦτο συμβεβηκός ἐξήγησεν ὁ παπά – Νικόλαος εἰπῶν ὅτι αὐτό τό παιδί θά γίνῃ μεγάλο».
(Ἀπό γράμμα τοῦ παπά – Γιώργη Ρήγα τοῦ Σκιάθιου στόν ἐκδότη Δικαίο).
Ὅσοι ξυπάζονται μέ κάθε τί πού δέν εἶναι γέννημα αὐτοῦ τοῦ τόπου, ἀλλά ἔρχεται ἀπό ἔξω καί εἶναι φράγκικο, λογαριάσανε τόν Παπαδιαμάντη ὡς ἠθογράφο.
Εἶναι ἠθογράφος ὁ Παπαδιαμάντης, γιατί ὁ κόσμος του κινεῖται μέσα στά ἔθιμα, τά ὀρθόδοξα καί ἑλληνικά. Αὐτό, ὅμως, δέ σημαίνει πώς οἱ ἄνθρωποι πού ἔστησε δέν εἶναι βαθύτατα ἀνθρώπινοι.
Ὁ κόσμος του εἶναι γεμᾶτος ἀπό ἀνθρώπους ὁλοκλη-ρωμένους, εἴτε εἶναι ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, εἴτε εἶναι ἄνθρωποι τοῦ διαβόλου, εἴτε, τέλος, ταλαντεύονται ἀνάμεσα στό καλό καί στό κακό. Εἶναι ἄνθρωποιΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΙ. Καί πραγμα-τικός εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού δέν πασχίζει νά παρουσιαστῇ διαφορετικός ἀπό ἐκεῖνον πού εἶναι. Εἴτε καλοί, εἴτε κακοί, εἴτε δίκαιοι ἤ ἄδικοι, εἴτε ἅγιοι ἤ δαιμονικοί, δέν εἶναι ἀντίγραφα ἀπό ξένα πρότυπα. Δέν εἶναι μασκαρεμένοι. Εἶναι ἄνθρωποι ριζωμένοι βαθιά στή γῆ πού τούς γέννησε. Ὁ κόσμος του γεννιέται, ζεῖ καί πεθαίνει μέσα στό κλῖμα τῆς παράδοσης.
Οἱ ἄνθρωποί του δέ σαλεύουνε στό κενό. Δέν ἀρμενίζουν στά...
κουτουροῦ. Δέν ἀκολουθοῦν τό φύσημα τοῦ ἀέρα. Θεός τους δέν εἶναι ἡ μίμηση καί ἡ μόδα. Καί ὅταν λέω μόδα, δέν ἐννοῶ τό περίβλημα, τό ἐφήμερο, τό διακοσμητικό, ἀλλά αὐτό πού σφραγίζει τήν τέχνη, τή μουσική, τήν ἐπιστήμη, τή λογο-τεχνία, τή φιλοσοφία, γιατί ὄχι καί αὐτήν ἀκόμη τή θεολογία.
Καί τό χειρότερο καί πιό καταπληκτικό εἶναι ὅτι ἐμείς οἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι μέ φλάμπουρο δύο ξόανα, τό νέο – ποιός μπορεῖ νά ὁρίσῃ, τελικά, τί εἶναι νέο – καί τήν πρόοδο – τήν ταλαιπωρημένη καί καθυστερημένη – πέφτουμε ἀπό ψευδαίσ-θηση σέ ψευδαίσθηση. Τό ἄθροισμά τους συνεπάγεται μον-τερνισμό.
            Οἱ ἔχοντες καί κατέχοντες εἶναι μοιραῖα οἱ πρῶτοι καί οἱ μόνιμα «μοντέρνοι» κάθε ἐποχῆς. Ὁ ἐκσυγχρονισμός εἶναι τό τερτίπι τους. Μόνον ὁ λαός ἔχει ἔθιμα καί μόνον ὁ λαός ἔδινε στόν Παπαδιαμάντη τήν εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου πού δέν ξεριζώθηκε. Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι εἶχαν τήν ἔγνοιά του καί τήν ἀγάπη του.
            Ὁ κόσμος του εἶναι ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων ἀδύνατων, πού ἀγαπούσανε, πού πονούσανε, πού ἁμαρτάνανε, πού μετανοι-ώνανε, πού πεθαίνανε, ὅπως πεθαίνουμε ὅλοι μας. Ἦταν ἄν-θρωποι φτιαγμένοι ἀπό κάποια διαφορετική πάστα, ἀπό τούς ἐκσυγχρονισμένους.
            Ὁ κόσμος του ἦταν πάντα σέ ἀντιπαράθεση πρός τόν κόσμο τόν πλούσιο, τόν ἐξευρωπαϊσμένο μέ τίς ἀνέσεις του καί τίς ἀστικές του μικροφιλοδοξίες, πού ἔχουν γιά ἰδανικό τή σταδι-οδρομία, τήν κοινωνική προβολή καί καταξιώση, τήν ἄνεση. Αὐτόν τόν κόσμο τῶν δουλοπάροικων πού ἔχουν στραμμένες τίς αἰσθήσεις τους καί τίς ζωές τους στά πρότυπα τῆς Φρα-γκιᾶς.
            Στό διήγημά του «Λαμπριάτικος Ψάλτης» γράφει: «Τά πλεῖστα τῶν ὑπ’ ἐμοῦ γραφέντων ἐορτασίμων διηγημάτων ἔχουσιν, ἀς μοῦ ἐπιτραπῇ ὁ λατινικός ὅρος a priori τήν ὑπό-θεσιν, εἶναι δηλαδή μᾶλλον θρησκευτικά». Αὐτός ὁ χαρα-κτηρισμός τῶν διηγημάτων του, ἀπό τόν ἴδιο τόν Παπαδια-μάντη λύνει πολλές ἀπορίες.
Οἱ δρόμοι τῆς εὔκολης φιλολογίας ἤ λογοτεχνίας εἶναι ξώ-πετσοι, ὅπως καί οἱ ἀνατριχίλες τῆς ἐπιδερμίδας.
            Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, ὅμως, ἡ ὁποία ἀνασκάφτει προσε-κτικά ὁ Παπαδιαμάντης, εἶναι ἄλλο πρᾶγμα.   Ἡ ἀγωνία καί ἡ λαχτάρα γιά τό θεό – γνωρίσματα κι ἐπιθυμίες τῆς ψυχῆς τοῦ καθενός μας, ἀκόμα καί ἐκείνων πού τό ἀρνοῦνται ἤ προ-σπαθοῦν νά ξεχάσουν – εἶναι ξάνοιγμα σέ ἀνοιχτά πέλαγα, εἶναι σύλληψη ζωῆς στό πιό βαθύ της νόημα, εἶναι περιοχή πνευματική, ὅπου δέν εἶναι γιά τόν καθένα. Εἶναι ὅμως, γιά τούς ἀθώους τῆς γνώσης, τούς ταπεινούς, τούς ἁπλούς.
            Ἔτσι ἁπλός, φτωχός καί ὄχι θεολόγος μέ διπλώματα εἶναι ὁ παπά-Διανέλλος. Φτωχές καί ἀπλοϊκές εἶναι καί οἱ γυναῖκες πού τόν συνοδεύουνε τρεῖς ὧρες δρόμο, ἔως τό ἐκκλησάκι τοῦ Ἅη-Γιάννη τοῦ Προδρόμου. Δέν παριστάνουν πώς τάχα ἔχουνε ἀνησυχίες, οὔτε θεολογοῦνε, οὔτε συζητᾶνε ἀνούσια καί κομπαστικά. Καταφέρνον, ὅμως, νά στήσουνε ἕνα διάλογο, πού εἶναι μεστός ἀπό οὐσία καί πνεῦμα.
            Μιά ἁπλῆ γυναίκα ρωτᾶ τόν παπᾶ γιά ἕναν ἄνθρωπο πού ὅλοι τόν λογαριάζουνε γιά πεθαμένο, καθώς τόν εἶχε πλακώ-σει μάγγανος. Τοῦ κάνανε μνημόσυνα καί ἕνας ἄγγελος ἔπαιρνε τό πιάτο μέ τά κόλλυβα καί τά πήγαινε στόν πλακω-μένο κι ἔτρωγε. Ἐπί μέρες ἀνάσαινε ἀπό μία τρύπα. Ἐπιτέ-λους κατάφερε νά σηκώσῃ τό μάγγανο καί να λευθερωθῇ. Ποιά ἦταν τώρα ἡ ἀπορία τῆς γυναίκας; Γιατί ὁ ἄγγελος Κυρί-ου, ἀφοῦ τοῦ κουβαλοῦσε τά κόλλυβα γιά νά τρέφεται, δέν ἔ-κανε κάτι πιό ἁπλό, πιό γρήγορο καί πιό πρακτικό. Γιατί δέ σήκωνε τό μάγγανο ἀπό τήν ἀρχή γιά νά λευθερωθῇ ὁ ἄνθρωπος;
            Καί ὁ παπά-Διανέλλος ἀποκρίνεται:
«Γιατί ὁ σκοπός δέν ἦτανε νά δειχθῇ ἡ παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ, ὅπου εἶναι ἀποδεδειγμένη δι’ ἀπείρων θαυμάτων, ἀλλά νά φανερωθῇ μόνον ἡ δύναμη τῶν μνημοσύνων καί τῶν διά τοῦς νεκρούς προσφορῶν, καί ὅτι τίποτε, τό ὁποῖον θυσιάζει ὁ ἄνθρωπος, τίποτε τό ὁποῖον προσφέρει εἰς τόν θεόν, εἰς τούς φτωχούς, καμμία καλή πράξις, καμμία ἀρετή, καμμία ὑπομονή, κανέν μαρτύριον, κανέν δάκρυ, τίποτε δέ χάνεται. Ὅλα σπείρονται εἰς γῆν ἀγα-θήν, ὡς ὁ κόκκος τοῦ σίτου, εἶπεν ὁ Κύριος, ὅπου δέ πέσῃ εἰς τήν γῆν καί ἀποθάνει (καί τοιαῦτα εἶναι τά κόλλυβα, οἰούτοι καί οἱ νεκροί) πολύν καρπόν φέρει. Οἱ σπείροντες ἐν δάκρυσι, ἐν ἀγαλλιάσει θεριοῦσιν»
«Τό λέγει αὐτό τό Εὐαγγέλιον; Ρωτά ἡ γυναίκα»
«Τό λέγει τό ψαλτήρι, εἶναι λόγος Θεοῦ καί ἐμπνευσμένον ἀπό τό Πνεύμα τό Ἅγιον…»
Ὁ κόσμος τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι οἱ ὁρίζοντες του τόπου του. Οἱ περισσότεροι ἀπό ἐμᾶς πιστεύουμε πῶς οἱ ὁρίζοντες τοῦ «ἔξω ἀπό τόν τόπο μας» εἶναι πολύ μεγαλύτεροι. Οἱ τάχα μου δῆθεν εὐρύτεροι ὁρίζοντες εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς ξαναμ-μένης φαντασίας και ψευδαίσθησης.
Ὁ τόπος μας μέ τούς ἀνθρώπους του εἶναι μιά οὐσιαστική δειγματοληψία τῆς ἀνθρωπότητας. Καί κάτι περισσότερο: Εἶναι ὁ ΑΛΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.
Αὐτός, λοιπόν, ὁ ἄλλος ἄνθρωπος, δέν εἶναι, οὔτε τυφλός, οὔτε κουφός, οὔτε χωρίς αἰσθητήριο, οὔτε ἠλίθιος, ἀλλά ἀνοι-χτομάτης, μέ κρίση καί ἔνστικό, ἅρα ἐνόχληση μαζί και περι-πέτεια. Καί αὐτή ἡ περιπέτεια εἶναι πολύ πιό ἔντονη ἀπ’ ὅτι ἡ ἀδιαφορία πού χαρακτηρίζει τούς ὁρίζοντες τῆς Φραγκιᾶς.
Ἄλλο ὁ πλησίον, ἄλλο ἡ ἀνθρωπότητα. Ὁ πλησίον εἶναι ἐδῶ, δίπλα μας, παρέκει μας. Ἡ ἀνθρωπότητα εἶναι ἔννοια ἀφηρημένη καί ἄπιαστη. Οἱ σημερινοί ἄνθρωποι μετράνε μεγάλες ἰδέες, μεγάλες ἀγορές, μεγάλους πολιτισμούς, μεγάλες ἠπείρους, σ’ ἕνα καζάνι, αὐτός τῆς παγκοσμιοποί-ησης. Αὐτοί οἱ κόσμοι μέ τούς «εὐρεῖς ὁρίζοντες», ὅμως, στήν πραγματικότητα εἶναι πολύ πιό στενοί ἀπό ἕνα σοκκάκι τοῦ τόπου τῆς Σκιάθου.
Στίς μεγάλες πόλεις ἤ μητροπόλεις, ἀφοῦ εἶναι πρακτικά ἀδύνατο νά συνευρίσκωνται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μαζί, ἐπινόησαν μια πρακτική καί βολική διάσπαση: Οἱ ἄνθρωποι πού ἔχουν κοινά γούστα ἤ σκοπούς ἤ ἰδέες, φτιάξανε κλειστές ὁμάδες, πού στήν οὐσία δέν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρά κλίκες. Αὐτός, ὅμως, ὁ χωρισμός, ὄχι μονάχα δέν πλαταίνει τόν ὁρίζοντα, ἀλ-λά τόν στενεύει.
Μία πεζότατη σύνθεση, ἀπ’ ὅπου λείπει τό βασικό γνώρισμα τῆς ζωῆς: ὁ ἀντίλογος καί ἡ ποικιλία.
Στενά καί ἀποπνιχτικά, μία πλήξη ἀπό Ἄδη. Ἕνας κοσμικός ἀναχωρητισμός, ὅπου οἱ ἄνθρωποι θέλουν νά εἶναι ἀθέατοι, ὄχι ἐπειδή προτιμοῦν τήν προσευχή καί τήν ἐπικοινωνία           μέ τό Θεό, ἀλλά ἐπειδή προσπαθοῦν ν’ ἀποφύγουν τόν πλησίον.
Ὁ Μολιέρος πού ἤξερε αὐτήν τήν ἀλήθεια, γνώριζε πώς μέσα στό σπίτι του κιόλας, ὑπῆρχε μια καλή δειγματοληψία τῆς ἀνθρωπότητας, γι’ αὐτό καί κάθιζε ἀντίκρυ του τήν ὑπηρέτριά του καί τῆς διάβαζε τίς κωμωδίες του. Ὁ Παπαδια-μάντης ἔχει ἀπόλυτη συνείδηση, ὅτι τό γνήσιο φαίνεται παράδοξο καί τό φτιαχτό γίνεται πιστευτό.
Πῶς ν’ ἀντικρύσουμε τήν ἁπλῆ ἀλήθεια ἐμεῖς, οἱ ἐκσυγ-χρονισμένοι, ὅταν κάθε τί νέο γίνεται ἐπιτακτική ἀνάγκη; Χάνουμε κάθε μέρα πού περνάει τήν αἴσθηση τῆς πληρότητας τοῦ «τετελεσμένου», νομίζοντας ὅτι βλέπουμε καθαρά τό αὔριο. Φουτουρισμός στή λογοτεχνία καί στήν τέχνη. Νά κυνη-γᾶμε τά ἀφηρημένα, τά ἀσύλληπτα, τά ἀκατανόητα.
Ὁ Ζάχος καί τό μπουζούκι του στή «Στρίγγλα Μάννα», δέν ἐκφράζει πανανθρώπινες ἰδέες, ἀλλά πράγματα ἀνθρώπινα καί συγκεκριμένα.
Ὁ τόπος του, ὁ κόσμος του, οἱ ἄνθρωποι. Δε λιποταχτοῦν στούς εὐρεῖς ὁρίζοντες τῆς «Ἑσπερίας», παρά κάνοουν ἀκατόρ-θωτα πράγματα. Μπορεῖς νά εἶσαι ὁ παπά-Γιάννης πού, παρά τά χρόνια του, στέκεται ὄρθιος καί τήν ἴδια μέρα ὑποδέχεται τό Δεσπότη, θάβει τό ἔγγονι του, δέχεται τό συμπεθεριό τῆς νιόπαντρης κόρης του καί δέχεται ταυτόχρονα μιά κοινοποί-ηση πού τοῦ γνωστοποιεῖ τήν ἀπόφαση γιά ἕνα χρέος δύο χιλιάδων δραχμῶν. Καί ὅλα αὐτά μ’ ἐγκαρτέρηση καί ὑπομονή καί μέ δοξολογία στόν Παντοδύναμο. Ποῦ νά βρῆ κανείς εὐρύ-τερο ὁρίζοντα ἀπό αὐτόν;
Ὅταν σαρκάζῃ τόν «πολιτισμόν εἰς τό χωρίον», ὅταν λογαρι-άζῃ τούς κακούς ἀντιγραφεῖς τῶν τάχα μου ἀντιπροσω-πευτικῶν πολιτικῶν κομμάτων, ὡς χαλασοχώρηδες, ὅταν μᾶς δίνῃ ἀνάγλυφα τήν ἀποκρουστική εἰκόνα στίς ἐκλογές, ἀπό τή μιά τό τέρας τῆς ὀχλοκρατίας καί ἀπό τήν ἄλλη τό τέρος τῆς πλουτοκρατίας, τό κάνει μέ πόνο ψυχῆς, γιατί ὅλα αὐτά γί-νονται δῆθεν για τό λαό. Ἐνῷ ξέρει πώς, οὔτε ἀπό τό λαό πη-γάζουνε ὅλα αὐτά, οὔτε γιά τό καλό του γίνονται. Ξέρει ὅτι τό Προπατορικό ἁμάρτημα συνεχίζεται, ὅτι ἡ μίμησις Χριστοῦ ἔχει λησμονηθεῖ. Ξέρει, ἐπίσης, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον, πώς ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἡ ἰδανική ἀποστολική Ἐκκλησία, ἀλ-λά μιά Ἐκκλησία στά χέρια ἀνθρώπων που σκανδαλίζουν. Δέν εἶναι ἡ ἀκτημοσύνη, ἡ ὑπακοή καί ἡ παρθενία τῶν μοναχῶν πού δέν ἀρέσουν στόν λαό, ἀλλά ἡ ἰδιοκτησία, ἡ ἀνυπακοή καί οἱ σεξουαλικές ἁμαρτίες, πού ρίχνουνε τό μοναστικό βίο στά μάτια του. Δέν εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη, ἀλλά ἡ ἔλλειψη ταπει-νοφροσύνης, ἡ ἀλαζονεία καί ἡ προκλητικότητα πού κάνει τούς Χριστιανούς ἀποκρουστικούς. Ἄν ἡ Ἐκκλησία δέν ἔφτασε στούς ἀντικειμενικούς στόχους πού τῆς ἔταξε ὁ Χριστός, αὐτό σέ πολύ μεγάλο μέρος ὀφείλεται στά λάθη τῶν ἀνθρώπων τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ κόσμος του πασχίζει νά βρίσκεται πιο κοντά στό Θεό. Εἶναι ὀργανικά δεμένος μέ τή δημιουργία τοῦ Δημιουργοῦ του. Τή γῆ καί τή θάλασσα. Ὁ κόσμος του δέν εἶναι ἀποκομμένος ἀπό τό Θεό. Ἡ Γραφή, τό συναξάρι, ἡ λειτουργία, οἱ ἀκολουθί-ες εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ ἄνθρωπος. Ὅλα τ’ ἄλλα, τά θεωρη-τικά περισσεύουνε.
Στό διήγημα του «Ρεμβασμός τού Δεκαπενταύγουστου» πε-ριγράφει ἕναν ὀργίλο, ἀλλά ἄκακο γέρο, τό γέρο – Φραγκού-λα, ἔτσι ἀκριβῶς: «Ὁ γέρο – Φραγκούλας ἐπίστευε καί ἔκλαι-γεν, ναί ἤτον ἄνθρωπος ἀσθενής, ἠγάπα καί ἡμάρτανε καί με-τενόει». Σ’ αὐτόν τό χαρακτηρισμό – περιγραφή του γιά τό γέρο – Φραγκούλη, συνοψίζεται ἡ γνώμη τού Παπαδιαμάντη γι’ αὐτόν τόν κόσμο.
Στό διήγημά του «Μιά ψυχή» φανερώνει ποιοί εἶναι ζωντα-νοί κρίκοι στήν ἀλυσίδα τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί ποιοί εἶναι οἱ σπασμένοι κρίκοι τῆς φυσικῆς, τῆς σαρκικῆς, τῆς ὑλικῆς ζωῆς.
Ὅταν ἡ Εὐφροσύνη, ἡ πληγωμένη μητέρα τῆς μικρῆς Ἀγγε-λικούλας βλέπῃ τή νύχτα πάνω στό κρεβάτι τῆς πεθαμένης κόρης τής μια πεταλούδα νά γυροφέρνῃ τή φλόγα τῆς ἀναμμένης καντήλας πού ἔκαιγε πάνω στό προσκέφαλο του κρεβατιού πού πάνω ξεψύχισε ἡ Ἀγγελικούλα, πιστεύει ὅτι εἶναι ἡ ψυχή τῆς Ἀγγελικούλας. Αὐτή ἡ πίστη τῆς Εὐφροσύνης, δέν εἶναι πρόληψη, ὅπως θά τήν χαρακτήριζαν οἱ ὀρθολογι-στές, ἀλλά ἀγωνιώδης σύνδεση τοῦ ὁρατοῦ μέ τό ἀόρατο, τῆς ζωῆς τοῦ ἐπίγειου βίου μέ τήν αἰώνια πνευματική ζωή. Ἡ Εὐφροσύνη θλίβεται καί πονάει, ἐπειδή τό ὁρατό ἔγινε ἀόρατο, ἀλλά δέν ἀμφιβάλλει, οὔτε μιά στιγμή, πώς αὐτό τό ἀόρατο εἶναι καί αἰώνιο καί δέ γνωρίζει θάνατο, ἐνῷ τό ἄλλο, τό ὁρατό, μόνο προς τό θάνατο ὀδηγεῖ.
Ὁταν γυρίσανε ἀπό τό κοιμητήριο ἡ Εὐφροσύνη καί ἡ γριά ἡ μάνα της, ἡ γιαγιά τῆς πεθαμένης Ἀγγελικούλας, φανερώ-νουνε τή θεμελιακή τους ἀντίθεση. Κι ἡ γριά τήν πόνεσε τήν Ἀγγελικούλα, καί τήν ἔκλαψε, καί τήν μοιρολόγησε, ἐνῷ ἡ Εὐφροσύνη, πού τήν γέννησε, σώπαινε. Ἡ γριά εἶναι ἐκεῖνο πού ἐκφράζει ἡ πρόληψη. Ἐπικαλεῖται τά ἔθιμα γιά νά φάῃ και νά θρέψη τή σάρκα της. Ἔφαγε τηγανιτό ψάρι καί αὐγά. Μασάει ἀμύγδαλα καί ζητάει νά πιῇ μαστίχα, ἐπειδή δέν εἶχε κρασί καί ὄταν τῆς λένε πώς δέν πίνουνε μετά τό κρασί μαστίχα ἡ γριά μέ τή λαίμαργη καί ἀνυπάκουη σάρκα, λέει πώς οἱ Ρώσοι πού εἶναι καλοί Χριστιανοί, πίνουνε ρακί. Καί κατεβάζει τρία ποτήρια μαστίχα. Ὁ Τάσος καί ὁ Μήτσος, τ’ ἀδέλφια της πεθαμένης κοιμόνταν. Ὁλόκληρος χορός νεκρῶν πού εἶχαν θάψει τό νεκρό τους. Ἡ μόνη πού κρατοῦσε ζωντανἤ τήν ἐπαφή τῆς μιάς ζωής μέ τήν ἄλλη, ἦταν ἡ μάνα τῆς Ἀγγελικούλας. Οὔτε μιλούσε, οὔτε μοιρολογοῦσε, οὔτε ἔτρωγε, οὔτε ἔπινε μαστίχα. Ἄναβε μοναχά τό καντήλι στό προσκέ-φαλο τοῦ κρεβατιοῦ. Κί ἐκεῖ βλέπει τή μικρή, χρυσόφτερη πε-ταλούδα νά γυροφέρνῃ τή φλόγα τοῦ καντηλιοῦ. Τήν εἶδε νά πετᾷ γύρω ἀπό τή φλόγα γιά ἕνα ὀλόκληρο λεπτό καί ὕστερα νά χάνεται. Τήν εἶδε τή δεύτερη νύχτα καί μέ δάκρυα στά μάτια νομίζει πώς εἶναι ἡ ψυχή τῆς Ἀγγελικούλας. Μιά εὐχή φεύγει τότε ἀπό τά χείλη της: Νά ‘ναι γλυκά τά ὄνειρα τῆς Ἀγγελικούλας ἐκεῖ πού κοιμᾶται. Τήν βλέπει νά πετᾷ πρός τήν ὀροφή κι ὕστερα νά κατεβαίνῃ καί νά πίνῃ ἀπό τό λάδι τῆς καντήλας.
Μετά τό τρίτο βράδυ ἡ πεταλούδα δέν ξαναφάνηκε. Αὐτό, ὅμως, δέν ἐμπόδισε τήν Εὐφροσύνη νά πηγαίνῃ κάθε νύχτα πρός ἀντάμωσή της. Ἀγρυπνούσε, γύρευε ἐναγώνια νά εἶναι ὁ ζωντανός κρίκος ἀνάμεσα στίς δύο ζωές. Δέ λησμονοῦσε τό θάνατο, ὅπως ἡ ἐβδομηνταπεντάρα γριά, μάνα της, παραδο-μένη στό φαΐ καί τό ποτό. Πασχίζει νά ξεπεράσῃ τό θάνατο. Πῶς, ὅμως; Πιστεύοντας στήν ἄλλη, τήν αἰώνια ζωή. Οἱ ἄλλοι κλάψανε, μοιρολογήσανε, σκούξανε καί ὕστερα ξεχάσανε καί τό ρίξανε στό φαΐ, στή λογομαχία καί τόν ὕπνο. Ἡ Εὐφρο-σύνη, ὅμως, κράτησε ὄρθιο τό πνεύμα της. Δέν ἄφησε τίποτε νά θολώσῃ τή μνήμη της. Ζούσε, γιατί ἀγαποῦσε. Κι ἀγάπη σημαίνει θύμηση, σημαίνει πάθος πρός ἕνωση, σημαίνει λαχτάρα γιά τήν οὐσία πού εἶναι τό αἰώνιο καί τό ἀόρατο. Ζούσε ἡ Εὐφροσύνη, ἐπειδή, ἀκριβῶς, εἶχε μνήμη θανάτου.
Θάνατος δέν εἶναι τό τέλος. Μία φαινομενική ζωή, ὅμως, εἶ-ναι θάνατος. Θάνατος πνευματικός… Ἡ γέννηση καί ὁ θάνα-τος τοῦ σώματος εἶναι μία εἴσοδος καί μιά ἔξοδος. Καί ἔξοδος δέ σημαίνει τέλος, ἀλλά μετάσταση ἀπό ἐδῶ πρός τά ἐκεῖ.
Πρίν τελειώσω, ἀξίζει, νομίζω, ν’ ἀναφέρω ἕνα κομμάτι ἀπό τό γράμμα πού στείλανε οἱ τρεῖς ἀδερφές τοῦ Παπαδιαμάντη στό Γιάννη Βλαχογιάννη, γιά τίς τελευταίες μέρες καί ὧρες τῆς ζωῆς του.
«Ἀξιότιμε κύριε Βλαχογιάννη…
Τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα τόν ἐκτύπησε πόνος στήν ὠμοπλάτην του· μετά τρεῖς ἡμέρας ἐλιποθύμησε καί ὅταν συνῆλθε: «Τί μοῦ συνέβη; Τόσων ἐτῶν δέν ἐλιποθύμησα! Δέν βλέπετε ὅτι εἶναι προοίμια τοῦ θανάτου μου;». Ἦλθεν ὁ ἰατρός: Μπά, τί θέλεις ἐσύ, ἐδῶ; Θά κάνω πρῶτα τά χριστιανικά· Αὔριο θά ἔλθης» «Εἶχε ἐνύπνιον, εἶχε συγκοπάς. Τρεῖς φορές ἐκοινώνησε, τρεῖς τοῦ διάβασαν τήν μεγάλην εὐχήν, ἐν εἴδε ἐξομολογήσεως… μία μετά τό μεσονύκτιον ἐσηκώθη καί εἶπε: «Νά πάγω μιά εἰς τοῦ Ζιμπλοῦ», γειτονικόν παντοπωλεῖον καί ἐπειδή εκλονί-ζετο, τόν καθίσαμεν εἰς τήν καρέκλαν, καί ἄρχισε νά κλαίῃ σά μικρό παιδί. Τόν βάλαμε δίπλα καί μέσα σέ πέντε λεπτά ἐξέπνευσε. Ἔκλεισε μόνος του τά μάτια, χωρίς να τά πιάσῃ ἄλλος. Τήν Δευτέραν τόν θάψαμε καί χάσαμε τήν τελευταία ἐλπίδαν μας,… 3 Ἰανουαρίου 1911..
Ὅσο καί ἄν φαίνεται ὑπερβολικό, οἱ νεκροί σφραγίζουνε τή ζωή μας, εἴτε μᾶς ἀρέσει, εἴτε ὄχι. Καί κάποτε τά κοιμητήρια, πού τόσο φοβᾶται ὁ δυτικός πολιτισμός καί πού δέ φοβοῦνται οἱ ἁπλοῖ ἄνθρωποι στόν κόσμο τοῦ Παπαδιαμάντη, δέν εἶναι ἀσήμαντη ἀφετηρία ζωῆς.
         Χριστός Ἀνέστη                    Ἄνθρωπος Ἀνέστη.    
Περιοδικό ΄΄Λυχνάρι΄΄, ΑΡΙΔΑΙΑ, ΑΝΟΙΞΗ 2013
ΕΚΔΟΤΗΣ, Παρασίδης Χαράλαμπος
Ε.ΡΩ.

Το Χριστουγεννιάτικο Μήνυμα του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου




ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ  ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΟΙΣ
† Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΛΕΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
Ἀδελφοὶ καὶ Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,
«Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε!»
Ἐφάνη ἐπὶ τῆς γῆς ὁ Θεὸς καὶ ἐφανερώθη συγχρόνως ὁ τέλειος ἄνθρωπος καὶ ἡ ἀσύλληπτος ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Oἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι ἰδιαιτέρως ζῶμεν τὴν μεταπτωτικὴν κατάστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν καθημερινῶς διαπιστώνομεν μετὰ τοῦ Ψαλμῳδοῦ ὅτι «πάντεςἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός» (Ψαλμ. ΙΓ΄3 – Ρωμ. γ΄12-13).
Πρὸ τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Χριστοῦ δὲν ἠδύνατο ὁ ἄνθρωπος νὰ φαντασθῇ τὴν ἀσύλληπτον ἀξίαν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, διότι μετὰ τὴν πτῶσιν ἠσθένησε καὶ ἠλλοιώθη. Μόνον οἱ πολὺφωτισμένοι ἄνθρωποι διῃσθάνθησαν καὶ πρὸ Χριστοῦ τὴν ἀξίαν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καὶ εἰς τὴν ἀπορίαν τοῦ Ψαλμῳδοῦ «τί ἐστιν ἄνθρωπος, ὅτι μιμνήσκῃ αὐτοῦ;» (Ψαλμ. Η΄ 5), διεκήρυξαν: «ἠλάττωσας αὐτὸν βραχύ τι παρ᾿ἀγγέλους, δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτὸν» (ἐ.ἄ. 6).

Τὴν ὑπερτάτην αὐτὴν ἀξίαν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου ἐφανέρωσεν ὁ Θεάνθρωπος Κύριος καί, ἔκτοτε, ἐπαναλαμβάνουν κατ᾿ἔτος διακηρύξεις κρατῶν,κυβερνήσεων καὶ κοινωνικῶν ὁμάδων καὶ διεθνεῖς συμβάσεις ἀναφερόμεναι εἰς τὸν σεβασμὸν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καὶ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ.
Ἐν τούτοις, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας βλέπομεν καθημερινῶς τὸν χείριστον ἐξευτελισμὸν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, τὴν ἀτίμωσιν καὶ τὸν διασυρμὸν αὐτοῦ.Ὀφείλομεν, λοιπόν, ἐὰν θέλωμεν νὰ εἴμεθα ἄξιοι τῆς δόξης καὶ τιμῆς διὰ τῆς ὁποίας περιέβαλε τὸ ἀνθρώπινον πρόσωπον ὁ «δι᾿ἡμᾶς καθ᾿ἡμᾶς γενόμενος» Δημιουργός μας, νὰ πράξωμεν πᾶν τὸ δυνατὸν διὰ νὰ παύσῃ ἡ ἐσχάτως διογκουμένη ἐξευτελιστικὴ διὰ τὸ ἀνθρώπινον πρόσωπον συμπεριφορά.
Παρακολουθοῦμεν ἔκπληκτοι τὸ ἐπαναλαμβανόμενον συνεχῶς «δρᾶμα τῆς Βηθλεέμ». Διότι περὶ δράματος πρόκειται καὶ ὄχι περὶ χαρμοσύνου γεγονότος, ἐφ᾿ ὅσον ἀγνοεῖται ὁ σπαργανούμενος ἐν φάτνῃ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ δημιούργημά Του, ὁ ἄνθρωπος, δὲν ἀντιμετωπίζεται ὡς «εἰκὼν Θεοῦ».
Ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας καὶ ἡ θεολογία της διδάσκουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος καὶ τὸ ἀνθρώπινον σῶμα ἀξιοῦνται πλήρους σεβασμοῦ, διότι ἡνώθησαν μὲ τὸν Θεὸν εἰς τὸν σαρκωθέντα Κύριον. Ὅθεν, ὀφείλομεν ὅλοι νὰ ἐντείνωμεν τὰς προσπαθείας μας διὰ νὰ γίνῃ ὑπὸ πάντων σεβαστὴ ἡ ὑπερτάτη ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου.
Μετὰ πολλῆς συνοχῆς καρδίας καὶ βαθείας θλίψεως τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ ἡ ἡμετέρα Μετριότης παρακολουθοῦμεν τὰ ὁσημέραι ὀγκούμενα κύματα ταῦτα βίας καὶ βαρβαρότητος, τὰ ὁποῖα ἐξακολουθοῦν νὰ μαστίζουν διαφόρους περιοχὰς τοῦ πλανήτου μας, καὶ ἰδιαιτέρως τὴν Μέσην Ἀνατολήν, καὶ μάλιστατοὺς γηγενεῖς ἐκεῖ χριστιανούς, εἰς τὸ ὄνομα συχνάκις τῆς θρησκείας. Δὲν θὰ παύσωμεν δὲ νὰ διακηρύττωμεν ἀπὸ τοῦ Ἱεροῦ τούτου Κέντρου τῆς Ὀρθοδοξίας πρὸς πάντας, τοὺς ἀδελφοὺς Προκαθημένους τῶν Ὀρθοδόξων καὶ τῶν λοιπῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν, τοὺς ἐκπροσώπους τῶν Θρησκειῶν, τοὺς Ἀρχηγοὺς Κρατῶν, πρὸς πάντα ἄνθρωπον καλῆς θελήσεως, μάλιστα δὲ πρὸς τούς,κατόπιν ὑποκινήσεων ἤ μὴ θέτοντας τὴν ἰδίαν ζωὴν αὐτῶν εἰς κίνδυνον διὰ νὰ ἀφαιρέσουν ἀνθρωπίνους ζωάς, συνανθρώπους –δημιουργήματα καὶ αὐτὰ τοῦ Θεοῦ -, καὶ πρὸς πᾶσαν κατεύθυνσιν, ὅτι οὐδεμία εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ μορφὴ ἀληθοῦς καὶ γνησίας θρησκευτικότητος ἢ πνευματικότητος ἄνευ ἀγάπης πρὸς τὸ ἀνθρώπινον πρόσωπον. Οἱονδήποτε ἰδεολογικόν, κοινωνικὸν ἢ θρησκευτικὸν μόρφωμα περιφρονεῖ τὸν κατ᾿εἰκόνα Θεοῦ πλασθέντα ἄνθρωπον καὶ διδάσκει ἢ ἐπιτρέπει τὸν θάνατον συνανθρώπων μας, μάλιστα δὲ μὲ βάναυσον καὶ πρωτόγονον τρόπον, οὐδεμίαν ἀσφαλῶς ἔχει σχέσιν μὲ τὸν Θεὸν τῆς ἀγάπης.
Στρέφοντες, ἀδελφοὶ καὶ τέκνα, τοὺς ὀφθαλμούς μας εἰς τὴν κρατοῦσαν σήμερον ἐν τῷ κόσμῳ κατάστασιν ἀποστρέφομεν τὸ πρόσωπόν μας ἐκ τῶν θλιβερῶν γεγονότων μισαλλοδοξίας καὶ ἐχθρότητος, τὰ ὁποῖα μαστίζουν τὴν ἀνθρωπότητα καὶ φθάνουν πλέον, διὰ τῶν συγχρόνων μέσων γενικῆς ἐπικοινωνίας, εὐχερέστερον εἰς τὰς ἀκοὰς καὶ τὴν ὅρασίν μας προκαλοῦντα τρόμον διὰ τὰ ἐπερχόμενα δεινά, καὶ προβάλλομεν ὡς ἰσχυρὸν ἀντίδοτον εἰς τὴν σύγχρονον βίαν τὴν καταπλήξασαν τοὺς μάγους καὶ τὸν κόσμον «ἐσχάτην πτωχείαν» τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐνεργεῖ πάντοτε ὡς ἀγάπη. Αὐτὴ εἶναι ἡ μυστικὴ δύναμις τοῦ Θεοῦ, ἡ μυστικὴ δύναμις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ μυστικὴ δύναμις τοῦ γένους τῶν χριστιανῶν. Ἡ δύναμις ἡ ὁποία νικᾷ καὶ ὑπερβαίνει διὰ τῆς ἀγάπης τὴν κάθε εἴδους βίαν καὶ κακίαν.
Οὕτως ἀποτιμῶντες κατὰ τὰ ἐφετεινὰ Χριστούγεννα τὴν κατάστασιν τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων, εὐχόμεθα ὅπως βιώσωμεν οἱ πάντες τὴν χαρὰν τοῦ ἀπολύτου σεβασμοῦ τῆς ἀξίας τοῦ προσώπου, τοῦ συνανθρώπου, καὶ τὴν παῦσιν τῆς βίας κάθε μορφῆς, τὴν νίκην ἐπὶ τῆς ὁποίας διὰ τῆς ἀγάπης προβάλλει καὶ προσφέρει ὁ σάρκα λαβὼν «μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος», ὁ «Ἄρχων εἰρήνης» καὶ Σωτὴρ ἡμῶν Χριστός.
Αὐτοῦ τοῦ τεχθέντος καὶ ἐνανθρωπήσαντος Κυρίου τῆς δόξης, τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἀγάπης ἡ Χάρις καὶ τὸ ἄπειρον Ἔλεος καὶ ἡ εὐδοκία εἴησαν μετὰ πάντων.
Χριστούγεννα ,βιδ΄
† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Β α ρ θ ο λ ο μ α ῖ ο ς
διάπυρος πρὸς Θεὸν εὐχέτης πάντων ὑμῶν.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 18, 2014

Γιατί είναι πρέπον να δημοσιοποιείται η εκκλησιαστική πράξη φιλανθρωπίας

Συνήθως αυτές τις μέρες η Εκκλησία μέσω των μητροπόλεων και των κινήσεων αλληλεγγύης δέχεται κριτική επειδή δημοσιοποιεί τις κινήσεις βοηθείας πού κάνει προς τους έχοντες ανάγκη.

Σκληρή κριτική μάλιστα, όχι από τους απ'εξω, αλλά και από τους ημέτερους!

Γενικά, τους πολλούς δεν ξέρεις από πού να τους πιάσεις. Πάντα θα λένε. 

Αδιαφορούμε; Μας δείχνουν με το δάχτυλο! Ιδρώνουμε και κοπιάζουμε, πάλι εφευρίσκουν τον κακό λόγο. 

Αρρωστημένος λογισμός; Έλεγχος για την δική τους απραξία;Συντεταγμένος πόλεμος; 

Σας αφήνω να αποφασίσετε μόνοι σας. 

Κατά βάθος δεν έχει σημασία. Εμείς κάνουμε το ευαγγέλιο πράξη και ο κόσμος ας κάνει το δικό του μαύρο καθήκον της κατάκρισης. Την ουσία να κοιτάμε και τα άλλα τα σαρώνει ο καιρός και η ημέρα. Στερούνται σημασίας.

Δεν καταλάβατε καλά αγαπητοί μου το νόημα της εκκλησιαστικής πράξης. 

Ούτε για ματαιοδοξία πρόκειται, ούτε για επίδειξη! 

Την φιλανθρωπία και τα έργα αγάπης πού κάνει ο καθένας μας χωριστά, κληρικός ή λαϊκός, από την τσέπη του, είναι σωστό και ορθό να τα κρατάμε κρυφά και γνωστά μόνον στον Θεό. 

Την εκκλησιαστική όμως πράξη αγάπης οφείλουμε να την δημοσιοποιούμε

Πρώτον, επειδή δίνουμε το Παρόν και την Μαρτυρία σε έναν άχαρο και άσπλαχνο κόσμο, κατά το "την διακονίαν σου πληροφόρησον". 

Δεύτερον επειδή φιμώνουμε τους υποκριτές, πού ενώ δεν δίνουν του αγγέλου τους νερό κατά την λαϊκή ρήση και δεν έχουν κάνει τί ωφέλιμο στην ζωή τους,κατακρίνουν συνεχώς την εκκλησία για αδιαφορία.

Τρίτον, επειδή η εκκλησία τα βοηθήματα πού διανείμει δεν τα παίρνει ως μάννα εξ ουρανού, αλλά τα συλλέγει και πάλι από την εκκλησία, δηλαδή τον λαό της. Με λιγα λόγια τα διαχειρίζεται, δεν βγαίνουν από την τσέπη μας.

Και πρέπει να επιδεικνύει ακρίβεια και διαφάνεια!

Και όσο γι αυτούς πού λένε πώς μετατραπήκαμε σε ακτιβιστική οργάνωση από πνευματικό ίδρυμα, θεωρητικά και σε πολλά σημεία έχουν δίκιο. Στην πράξη όμως στερούνται πάσης δικαιοσύνης. Πνευματικό ζήτημα είναι ο άρτος. Ασκητική η φιλανθρωπία και ιερουργία η διακονία.

Δεν υπάρχει καθήκον σε τέτοια πράγματα λεπτά και ουσιαστικά. Αυτά είναι η φύση της Εκκλησίας.


από το φβ

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 17, 2014

Είμαστε αναίσθητοι που χαιρόμαστε για τα χριστούγεννα;

 
 
 
 
 
Όπου υπάρχει κρίση και φτώχεια, συνυπάρχει και η γκρίνια και η μιζέρια. Και όπου γκρίνια και μιζέρια, εκεί αναζητείται ο αποδιοπομπαίος τράγος.
 
Μέσα σε αυτή την αποπνικτική κατάσταση του πόνου, της ανέχειας και την κατάθλιψης, η Εκκλησία επιμένει τα Χριστούγεννα να μας βομβαρδίζει με εκρήξεις χαράς και πανήγυρης. Γνωρίζετε βέβαια πόσο ασύγχρονοι και σχεδόν ιερόσυλα βλάσφημοι φαντάζουμε στους απ εξω, επειδή διατηρούμε ιλαρή προσμονή για την εορτή και δεν φροντίζουμε να την κρύβουμε.
 
Κατά την ιωάννεια ρήση, η δική μας χαρά δεν είναι εκ του κόσμου τούτου, αλλά τέτοια πού κανείς δεν μπορεί να μας την αφαιρέσει. Μένουσα και αναφαίρετη. Οποιος την αγνοεί, την παρεξηγεί και την καταδικάζει. Τέτοια χαρά ειναι επίσης ζυμωμένη με πόνο, τον πόνο του ταπεινού και καταφρονεμένου από τον κόσμο, πού νιώθει χαρούμενος ακριβώς όταν παρεξηγείται και μπαίνει στο περιθώριο και κρατα σαν πολύτιμο φυλαχτό, αυτό πού οι πολλοί περιφρονούν και αγνοούν και βρίζουν.

 
Δεν είμαστε αναίσθητοι και τυφλοί πού χαιρόμαστε για τα Χριστούγεννα, ενώ γύρω μας υπάρχει τόσος πόνος και σωματικός και ψυχικός και πνευματικός. 
 
Τα δικά μας χριστούγεννα δεν περιστρέφονται γύρω από βιτρίνες, γεμάτα τραπέζια και ευκαιριακές ελεημοσύνες.
 
 Αλλά γύρω από την αποκάλυψη ενός προαιώνιου μυστηρίου σε ανθρώπινη σάρκα, γύρω από την αγία τράπεζα και γυρω από μια μυστική αναγέννηση. 
 
Και εξ άλλου :Χαρά νιώθουμε για την γέννηση Του, πόνο για την ταπείνωση Του. Χαρά για την Παναγία, πόνο για την φτώχεια της . Χαρά για τους ποιμένες και τους μάγους, πόνο για την αφιλόξενη Βηθλεέμ και τον Ηρώδη. Χαρά για τα στέφανα των νηπίων, πόνο για την σφαγή και τον θρήνο. Ποιός είπε πώς τα χριστούγεννα είναι πλαστή χαρά και ευδαιμονία; Ποιός είπε πώς στην χαρά της σωτηρίας δεν προσμετράται και ο προβληματισμός για την υποδοχή του Βασιλέα σε αυτόν τον σκληρό δαιμονικό κόσμο;

 
Η δική μας χαρά δεν είναι εφήμερη και εγωϊστική. Αλλωστε και ο πόνος μας για το ηθικό και πνευματικό κακό στον κόσμο δεν είναι επίσης εφήμερος και εποχιακός, αλλά κρατάει όλο τον χρόνο.
 
Όταν σβήσουν τα φώτα , όταν αδειάσουν τα τραπέζια και όταν και ο τελευταίος καταναλωτής πνίξει τις ενοχές του στην επιδεικτική και επιλεκτική φιλανθρωπία των εορτών,και μάλιστα πολλές φορές σε χέρια και πρόσωπα σκοτεινά, πού θέλουν να παίρνουν χωρίς να δίνουν, εμείς ακόμα χαρούμενοι θα μαστε και ακόμα πονεμένοι. Και πιό σωστά αεί χαρμολυπικοί. 
 
Γι αυτό μην μας κρίνετε. Δεν φταίμε ούτε για την κατάθλιψη , ούτε για την κατάπληξη σας.
 
Είναι αίμα η χαρά μας. Και χαρά το αίμα μας. Αν δεν την γευτείς δεν την καταλαβαίνεις. 


Αυτή ήταν η χαρά πού θεωρήθηκε ύψιστη βλασφημία σε έναν άχαρο κόσμο και γέμισε τις αρένες και τις φυλακές με σφάγια.


Γιατί ο άνθρωπος δεν θέλει την Ανάσταση του.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 16, 2014

O Παπαδιαμάντης για τα Χριστούγεννα




              «Ἐὰν τὸ Πάσχα εἶναι ἡ λαμπρότατη τοῦ Χριστιανισμοῦ ἑορτή, τὰ Χριστούγεννα βεβαίως εἶναι ἡ γλυκύτατη καὶ συγκινητικωτάτη, καὶ διὰ τοῦτο ἀνέκαθεν ἐθεωρήθη ὡς οἰκογενειακὴ κατ' ἐξοχὴν ἑορτή.
                 Ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ δὲ τὰ κατ' αὐτὴν ἀνεπτύχθησαν καὶ διετυπώθησαν ὄντως, ὥστε προσέλαβεν ἰδιόρρυθμον τίνα τύπον, καὶ ἤθη, ἔθιμα καὶ παραδόσεις ἰδιαίτεραι πρὸς αὐτὴν συνεκροτήθησαν καὶ ἐπ' αὐτῆς ἀντεπέδρασαν.
                Ὁλόκληρον φιλολογίαν ἀποτελούσι τὰ λεγόμενα Contes de Noel, τὰ Χριστουγεννιάτικα δήλ. παραμύθια, ὧν τίνα ἐξόχων συγγραφέων ἔργα εἶναι ὡραιότατα, βιβλιοθήκην δὲ ὁλόκληρον δύνανται νὰ γεμίσωσι τὰ κατ' ἔτος ἐκδιδόμενα Christmas Numbers, τὰ ἔκτακτα δήλ. φυλλάδια τῶν εἰκονογραφημένων περιοδικῶν τὰ δημοσιευόμενα ἐπὶ τῇ ἑορτῇ τῶν Χριστουγέννων, μετὰ καλῶν εἰκόνων καὶ ποικιλωτάτης τερπνῆς ὓλης.
              Οὐδὲν δὲ ἄπορον ἂν ἐν τῇ Δύσει ἰδίως ἀνεπτύχθη ἡ ἑορτὴ αὔτη, διότι ἐκ τῆς Δύσεως ἔχει ἂν ὄχι τὴν ἀρχήν, τουλάχιστον τὴν τάξιν καὶ τὴν σύστασιν.
             Γνωστὸν ὅτι πρῶτος ὁ θεῖος Χρυσόστομος, «ἐλθόντων τινῶν ἀπὸ τῆς Δύσεως καὶ ἀπαγγειλάντων», ἐκανόνισε τὴν ἑορτὴν ταύτην ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ἐκκλησίᾳ, ὄτε, κατ' αὐτὸν τὸν μήνα Δεκέμβριον τῇ ιε', ἐχειροτονήθη πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, περὶ τὰ τέλη τοῦ δ' αἰῶνος.
Διότι, φαίνεται, ἕως τότε ἐπεκράτει σύγχυσις, καὶ ἐωρτάζετο μὲν κατὰ τόπους ἡ Χριστοῦ Γέννησις, ἀλλ' ἐτέλουν τὴν ἑορτὴν ἄλλοι ἄλλοτε καὶ δὲν συνεφώνουν περὶ τῆς ἡμέρας. Ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία εἶχεν ὁρίσει ἀπ' ἀρχῆς τὴν κε' τοῦ Δεκεμβρίου καὶ τὴν ἡμέραν ταύτην ἔταξεν ἐν τῇ Ἀνατολῇ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος.
              Οὒχ ἧττον ὅμως ἡ Χριστοῦ Γέννησις ἐτιμάτο ἔκπαλαι ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ἐκκλησίᾳ, οἱ μέγιστοι δὲ τῶν Πατέρων, οἵτινες ἔζησαν κατὰ τὴν Δ' ἑκατονταετηρίδα, τὸν χρυσοῦν ἐκεῖνον αἰώνα τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, ὧν πολλοὶ εἶναι κατὰ τί ἀρχαιότεροί του Χρυσορρήμονος διδασκάλου, συνέθεσαν πανηγυρικοὺς καὶ ἐγκωμιαστικοὺς λόγους πρὸς τιμὴν τῆς ἡμέρας. Τὸ δημοτικώτατον ἐκεῖνο ᾄσμα, τὸ «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε, Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε, Χριστὸς ἐπὶ γῆς, ὑψώθητε», εἶναι κατὰ λέξιν ἠρανισμένον ἐκ τοῦ πανηγυρικοῦ του ἱεροῦ Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ, τοῦ καὶ Θεολόγου ἐπικαλουμένου. Ἐκ πανηγυρικοῦ λόγου ἐλήφθη ἐπίσης καὶ τὸ ἐξαποστειλάριον τῆς ἑορτῆς. «Ἐπεσκέψατο ἠμᾶς ἐξ ὕψους ὁ Σωτὴρ ἠμῶν, ἀνατολὴ ἀνατολῶν...» Ἡ τελευταία αὐτὴ φράσις, ἔχει τὸ προνόμιον, ὡς ἤκουσα, νὰ ἐμπνέη μέγαν ἐνθουσιασμὸν εἰς τοὺς ἀτυχήσαντας μὲν περὶ τὴν γλώσσαν, Ἕλληνας δὲ τὴν καρδίαν καὶ τὸ φρόνημα ἀδελφοὺς ἠμῶν τῆς Καισαρείας καὶ Καππαδοκίας, εὐλόγως καυχωμένους καὶ λέγοντας ὅτι «ἐξ Ἀνατολῆς τὸ φῶς».
             Ἐπειδὴ δὲ περὶ πανηγύρεων καὶ ἐγκωμίων ὁ λόγος, δὲν δύναμαι νὰ λησμονήσω τοὺς προσφιλεῖς μοὶ ἀσματογράφους, καὶ νὰ μὴ ἀποτείνω τὸν φόρον τοῦ θαυμασμοῦ μου εἰς πάντας μὲν τοὺς ποιητᾶς τῶν διαφόρων τῆς ἑορτῆς ὕμνων, ἀλλ' ἰδίως εἰς τοὺς συνθέτας τῶν δυὸ αὐτῆς Κανόνων, τὸν ἱερόν, λέγω, Κοσμᾶν, ποιητὴν τοῦ ἀ' Κανόνος, οὐ ἡ ἀρχὴ «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε...», καὶ τὸν πολὺν Ἰωάννην τὸν Δαμασκηνόν, ποιητὴν τοῦ β' Κανόνος, οὐ ἡ ἀρχὴ «Ἔσωσε λαόν...». Ὁ β' οὗτος Κανών, συγκείμενος ὅλος ἐκ δωδεκασυλλάβων ἰαμβικῶν στίχων (καθότι τὸ μέλος δὲν ἐπιτρέπει τρίβραχυν οὐδ' ἀνάπαιστον ἐν οὐδεμίᾳ τῶν διποδιῶν χώρα), ἔχει ὡς ἀκροστιχίδα τὸ ἤρωοελεγειον τοῦτο ἐπίγραμμα:
 
 
Ἐνείπης μελέεσσιν ἐφύμνια ταῦτα λιγαίνει
Υἵα Θεοῦ, μερόπων εἵνεκα τικτόμενον
Ἐν χθονί, καὶ λύοντα πολύστονα πήματα κόσμου
Ἀλλ' ἀνά, ῥητήρας ῥύεο τῶνδε πόνων.
Ἕν μόνον ᾆσμα θὰ παραθέσω ἐκ τοῦ ἰαμβικοὺ τούτου Κανόνος ὡς δεῖγμα τοῦ ὅλου:
Λύμην φυγοῦσα τοῦ θεούσθαι τῇ πλάνῃ,
Ἄλητον ὑμνεῖ τὸν κενούμενον Λόγον
Νεανικῶς ἅπασα σὺν τρόμῳ κτίσις,
Ἄδοξον εὖχος δειματουμένη φέρειν,
Ῥευστὴ γεγώσα, κἀν σοφὼς ἐκαρτὲρει.
 
            Καὶ ἐκ τοῦ πρώτου Κανόνος παραθέτω ἐπίσης τρία κατὰ σειρὰν τροπάρια της η' ᾠδῆς. Καὶ τὰ τρία ἀναφέρονται εἰς τὴν προσκύνησιν τῶν Μάγων, ἀλλ' ἐν μὲν τῷ α' καὶ γ' εὐφυῶς ἀντιπαραβάλλεται αὔτη πρὸς τὴν αἰχμαλωσίαν Βαβυλῶνος, ἐν δὲ τῷ β' γίνεται εὔγλωττος ὑπαινιγμὸς εἰς τὸν ψαλμὸν «Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν...». Τὰ τρία τροπάρια ἔχουσιν ὡς ἑξῆς :
             Ἕλκει Βαβυλῶνος ἡ θυγάτηρ παῖδας δορικτήτους Δαυΐδ, ἐκ Σιὼν ἐν αὐτῇ, δωροφόρους πέμπει δὲ μάγους παῖδας, τήν του Δαυΐδ θεοδόχον θυγατέρα λιτανεύσοντας, διὸ ἀνυμνοῦντες ἀναμέλψωμεν, εὐλογεῖται ἡ κτίσις πᾶσα τὸν Κύριον, καὶ ὑπερυψούτω, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Ὄργανα παρέκλινε τὸ πένθος ᾠδῆς, οὐ γὰρ ᾖδον ἐν νόθοις οἱ παῖδες Σιών. Βαβυλῶνος, λύει δὲ πλάνην πᾶσαν καὶ μουσικῶν ἁρμονίαν, Βηθλεὲμ ἐξανατείλας Χριστός, δι' ὁ ἀνυμνοῦντες, κτλ. Σκύλα Βαβυλὼν τῆς βασιλίδος Σιὼν καὶ δορίκτητον ὄλβον ἐδέξατο, θησαυροὺς Χριστὸς ἐκ Σιὼν δὲ ταύτης καὶ βασιλεῖς, σὺν ἀστέρι ὁδηγῷ ἀστροπολούντας ἕλκει, κτλ.κτλ.
              Καὶ κατὰ τὴν ἔννοιαν καὶ κατὰ τὴν γλώσσαν τὰ ἀνωτέρω παρατεθέντα ἀποσπάσματα, ἀδιστάκτως φρονῶ, ὅτι εἶναι ἐκ τῶν ὡραιοτέρων λεκτικῶν καλλιτεχνημάτων πάσης ἐποχῆς, καὶ τὸ λέγω χάριν ἐκείνων ἐκ τῶν ἡμετέρων, ὅσοι ἐκ προκαταλήψεως νομίζουσιν ὅτι δὲν ἐγράφοντο Ἑλληνικά, κατὰ τὸν Ζ' καὶ Η' αἰώνα, ὑποθέτοντες καλοκαγάθως, ὅτι τὰ παρ' ἠμῶν τῶν σημερινῶν γραφόμενα εἶναι Ἑλληνικά, καὶ ὅτι θ' ἀναγνωσθώσι ποτὲ ὡς Ἑλληνικὰ ὑπὸ τῶν ἐπιγιγνομένων.»


(«Ἐφημερίς» [ἀρ. 359, 25 Δεκεμβρίου 1887, 2γ.)
 

Κυριακή, Δεκεμβρίου 14, 2014

Ενδέκατη Κυριακή του Λουκά : Των αγίων προπατόρων






Κυριακή των αγίων προπατόρων . Διαβάζεται η παραβολή του μεγάλου δείπνου. 

Είναι μια ιστορία εκλεκτών προσκεκλημένων πού περιφρόνησαν την μεγάλη κλήση στο δείπνο. Και μετά τους αντικατέστησαν αυτοί πού έμεναν στο περιθώριο. Περικοπή συναγερμού για εμάς πού θεωρούμαστε εκλεκτοί και προσκεκλημένοι και περιφρονήσαμε την κλήση μας. Ποιοί είναι αυτοί οι άνθρωποι του περιθωρίου;Είναι αδελφοί μας πού η κοινωνία των ανθρώπων τους στέρησε την ύπαρξη και το δικαίωμα στο κοινωνικό στερέωμα, αλλά και η κοινωνία των θρησκευομένων το δικαίωμα στην σωτηρία. Άνθρωποι οπωσδήποτε με πάθη και αδυναμίες, πού όμως για έναν ανεξήγητο λόγο, ίσως λόγω της ταπείνωσης , της αγάπης προς τον Θεό, την απλότητα της καρδίας και την λαθότητα κρυφής πνευματικότητας αξιώθηκαν να γίνουν οι εκλεκτοί και από έσχατοι πρώτοι.


 Η γέννηση του Χριστού αλλάζει τα δεδομένα της κοινής ανθρώπινης ζωής και της ιστορίας του ανθρώπου. Όχι μόνον διχάζει την ιστορία ως χρονικό ορόσημο,ως ιστορία πρό και μετά Χριστόν, γιατί και αυτή η διάκριση με τον αντιχριστιανικό πόλεμο πού υφιστάμεθα σήμερα, μπορεί να εκλείψει ως ανθρώπινη. Αλλά επειδή διχάζει και ορίζει την ιστορία του ανθρώπου ουσιαστικά και πνευματικά. Πριν τον Χριστό ο άνθρωπος θεοποιούσε τις μέριμνες, τους φόβους, τις αισθήσεις και την διάνοια του, αλλά και αυτόν τον υλικό κόσμο. Μετά τον Χριστό, ο άνθρωπος καλείται στην εκκλησία, σε έναν θεανθρώπινο τρόπο ύπαρξης, στο αιώνιο δείπνο του Θεού, πού σημαίνει κοινωνία και τελείωση της φύσης του. Γι αυτό και ετούτη η παραβολή δύο Κυριακές πριν τα χριστούγεννα. Δεν είναι χρονική σύμπτωση βέβαια και υπόθεση των εορτών η κλήση. Αλλά ευκαιρία υπενθύμισης. Είμαστε κλητοί σε αυτήν την ζωή, πού είναι ένα στάδιο δοκιμασίας. Μπορεί να την εξαντλήσουμε βιολογικά και να παραδοθούμε στις εμπειρίες, τις μέριμνες της, τις μικροχαρές και τις μεγάλες θλίψεις της μέχρι να αφανιστούμε από προσώπου γης. Μπορεί όμως να αποδεχτούμε και την κλήση μας και να ζήσουμε την τελείωση. Στο χέρι μας είναι να είμαστε οι εκλεκτοί. Τα χριστούγεννα είναι η αναμόρφωση της φύσης μας προς την Θεότητα. Και είναι αιώνια υπόθεση.


Η πνευματική και κοσμική ατμόσφαιρα είναι αυτή των Χριστουγέννων, λοιπόν. Κάθε μεγάλο έργο χρειάζεται έναν νού να το σχεδιάσει και ένα σώμα να το πραγματοποιήσει. Και μετά μπαίνει και σφραγίδα γνησιότητας και δημιουργίας. Στην Σάρκωση του Λόγου, Νους ήταν ο Θεός Πατέρας, συλλαμβάνων το σχέδιο της οικονομίας, μετά του Υιού και του Πνεύματος.Σώμα και εργάτης και εργαστήριον η Θεοτόκος Μαρία, πού έθρεψε με το αίμα της και έδωσε υπόσταση σωματική στον Λόγο. Και σφραγίδα το Άγιο Πνεύμα πού συνέργησε στην σάρκωση του Υιού.Στο πρόσωπο της Θεοτόκου Μαριάμ πραγματοποιείται η σωτηρία και εκπροσωπείται η ανθρωπότητα. Ο άνθρωπος δεν εγκαταλείπεται ως ανύπαρκτος και υποδεέστερος, αλλά γίνεται συνεργάτης του Θεού για την σωτηρία του την ίδια.Τιμούμε την Θεοτόκο για την συνέργεια της στο μέγα μυστήριο. Και για χάρη της Θεοτόκου τιμούμε τους κατά σάρκαν προγόνους της, πού λέγονται προπάτορες. Για χάρη της Θεοτόκου, αυτοί υπήρξαν, ξεχώρισαν και αγίασαν. Δεν ήταν αυτοί πού οδήγησαν στην Θεοτόκο, αλλά η Θεοτόκος του μέλλοντος πού αυτοί εκλήθησαν από τον Θεό στο παρελθόν να παίξουν το ρόλο τους στην ιερά ιστορία. Εν πίστει τους προπάτορας εδικαίωσας. Γιατί εξ αυτών προήλθε η ρίζα της σωτηρίας, η Μάνα του Θεου, η πρώτη των ανθρώπων. Η εορτή των προπατόρων έχει ως κέντρο και αναφορά την Παναγία Μαριάμ.

Με αυτής της πρεσβείαις ας αξιωθούμε και εμείς τα αιώνια χριστούγεννα μας.


14-12-14 ππκ


Σάββατο, Δεκεμβρίου 13, 2014

Κάποτε ο κόσμος γιόρταζε Χριστούγεννα!

 
 
Κάποτε ο κόσμος γιόρταζε Χριστούγεννα!

Κάποτε!
Τότε που είχε η ζωή σκοπό, και νόημα ο αγώνας.
 
Τότε που οι Χριστιανοί λαχταρούσαν τα Χριστούγεννα, ετοιμάζονταν για τα Χριστούγεννα: Νήστευαν τη Σαρακοστή, προσεύχονταν, εξομολογούνταν, πρόσμεναν…
 
Τότε που η δασκάλα, ο δάσκαλος κρεμούσαν απ᾿ τα χείλη τους τα μάτια των παιδιών και στάλαζαν μες στην ψυχή το όνειρο: Να ᾿μουν κι εγώ εκεί· να ᾿μουν εκεί, στη Βηθλεέμ, στο στάβλο· «να ᾿μουν του στάβλου εν’ άχυρο…»!
 
Τότε που τα παιδιά ήταν παιδιά και μελωδούσαν με τους βοσκούς τα κάλαντα μες στη νυχτιά και περπατούσαν δρόμους και στενά πάνω στων Μάγων τ᾿ άλογα.
 
Τότε που μάζευ᾿ η γιορτή τα πλοία στην Πατρίδα απ᾿ τους λωτούς της ξενιτιάς κι έφερνε σπίτι τον πατέρα, στη μαύρη μάνα το παιδί, τον άντρα στη γυναίκα.
 
Έπειτα ήρθε λίβας δυτικός, το εμπόριο, και τα ᾿καψε· έκανε στάχτη τη γιορτή, τα όνειρα κουρέλι. Έδιωξε από τη Φάτνη τον Χριστό κι έβαλε τον χρυσό στη θέση του. Τα δώρα, τα ψώνια, τα ταξίδια σε άλλους τόπους μακρινούς έγιναν της γιορτής ο μόνος κι άχαρος σκοπός. Έγινε η γιορτή απόδραση, λες σαν φυλακισμένων, προς τα βουνά, στα χιόνια, σ᾿ άλλους λαούς και τόπους. Στους πέντε ανέμους σκόρπισε η Φάτνη της Βηθλεέμ, κι η φαμελιά κατάντησε «το σπίτι των ανέμων».
 
Τώρα η ιστορία αυτή φτάνει στο τέλος της. Μετά την ύπουλη υπονόμευσή της τόσων δεκαετιών, η εορτή δέχεται πια το χτύπημα κατάστηθα: Η δυτική δαιμονολατρία, την ώρα που κάποιο διπλανό παρανοϊκό σύστημα αντικαθιστούσε τα Χριστούγεννα με τα Σταλινούγεννα, μετέτρεψε τη Γέννηση του Χριστού σε γέννηση του οποιουδήποτε· Σήμερα δε η βρικολακιασμένη Ευρώπη, δήθεν για να μην ενοχλούνται οι αλλόθρησκοι, απαγορεύει ήδη σε μια μετά την άλλη τις μεγάλες πόλεις της εορταστικό διάκοσμο που να υπενθυμίζει τη ­Γέννηση του Χριστού. Φώτα μόνο, χωρίς το ­­­­­­Άστρο των Μάγων, χωρίς Φάτνη, αγ­­γέλους και βοσκούς.
 
Εορτάζει τα γενέ­θλια όλων και καταργεί σταδιακά τη Γέννηση του Σωτήρος. Καθιερώνει παγ­κόσμιες ημέρες για τα πιο γελοία πρά­γματα: ­­ύπνου, χορού, κέικ, ­μπύρας, γέλιου, ο­­­μοφυλοφοβίας, αριστερόχειρων κ.τ.λ., σβήνει δε τη μόνη άξια τιμής ημέρα του Χριστού.
 
Θαρρεί κανείς πως ακούει από τα βάθη των αιώνων τη μανιακή κραυγή των αφρόνων: «δεύτε και καταπαύσωμεν πάσας τας εορτάς του Θεού από της γης» (Ψαλ. ογ΄ [73] 8).
 
Εκ πρώτης όψεως αυτή η εξέλιξη φαν­τάζει αρνητική. Και αναμφιβόλως είναι θλιβερή, αφού ο κόσμος μας χάνει και το ελάχιστο χριστουγεννιάτικο χρώμα που του είχε απομείνει. Γεγο­νός που δεν μπορεί παρά να προκαλεί πόνο και θλίψη.
 
Στην πραγματικότητα όμως η ­ραγδαί­­ως εξελισσόμενη αυτή ­αρνητική α­­­­τμό­­σφαιρα αποτελεί το ­καταλληλότερο περιβάλλον για να ανακαλύψουμε τα αληθινά Χριστούγεννα. Είναι ­πλεο­νέ­κτημα και προνόμιο να ζει ­κανείς σ’ αυ­τή τη δραματική καμπή της ιστο­ρίας.
 
Πλεονέκτημα και προνόμιο, διότι ­δυ­σ­­κολότερα σ᾿ αυτές τις συνθήκες θα α­­­ποπροσανατολισθούμε, και φυσικότερα θα κινηθούμε στο βάθος και την ουσία της Εορτής. Ευκολότερα πλέον θα μπορέσουμε να απαλλαγούμε από τον επιδερμικό εορτασμό των φωταψιών και των εδεσμάτων, και θα αναζητήσουμε το αληθινό «φως το της γνώσεως» που ανατέλλει από το Σπήλαιο της Βηθλεέμ· θα ποθήσουμε την «τροφήν του παντός κόσμου», τον εν­ανθρωπήσαντα Θεό.
 
ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!

Το βρήκα στο FB, εδώ
εικόνα από stamps-gr.blogspot.com

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails




ask2use.com: Επιτρέπεται η αντιγραφή όλου του κειμένου

ask2use.com: Μόνο για μη-κερδοσκοπική χρήση

ask2use.com: Υποχρεωτική η αναφορά πηγής









Επιτρέπεται η αντιγραφή και ιεραποστολική αξιοποίηση των κειμένων πού θα βρείτε εδώ, είτε ημετέρων ή αντεγραμμένων από άλλους ιστοχώρους, ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ από ορθόδοξα ή φιλορθόδοξα ιστολόγια με υποχρέωση την αναφορά πηγής και συγγραφέως του κειμένου και την μη περικοπή αυτού για οποιονδήποτε λόγο.
Τα ανυπόγραφα άρθρα και όσα δεν αναφέρουν πηγή ανήκουν στον υποφαινόμενο ιστολόγο.
Συνήθως οι εικόνες πού χρησιμοποιώ, παρέχονται από την αναζήτηση google.Αν νομίζετε ότι η ανάρτηση τους θίγει δικαιώματα σας, ειδοποιήστε να τις κατεβάσω.

Ευχαριστώ.