ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Τετάρτη, Ιουλίου 26, 2017

«ΟΙ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ ΚΑΙ Ο ΠΙΣΤΟΣ» ΙΕΡΟΜ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ




Η ασθένεια είναι μία επίσκεψη του Θεού προς τον άνθρωπο. Είναι μία εκδήλωση της αγάπης Του, που έχει ως σκοπό την θεραπεία της ψυχής μας από την αρρώστια της αμαρτίας. «Ο Θεός δίνει τις αρρώστιες για την υγεία της ψυχής», λένε οι άγιοι Πατέρες.

Ο ιερός Χρυσόστομος μιλώντας για τον παράλυτο, που επί τριάντα οκτώ χρόνια περίμενε την θεραπεία του, λέγει ότι η αρρώστια του «έδειξε την φιλανθρωπία του Θεού. Διότι πραγματικά, το να τον παραδώσει ο Θεός σε τέτοια αρρώστια, και το να παρατείνει την αρρώστια τόσο πολύ καιρό, είναι απόδειξη πολύ μεγάλης φροντίδος. Όπως ο χρυσοχόος βάζει το χρυσάφι στο χωνευτήρι και το αφήνει να δοκιμάζεται στην φωτιά μέχρις δότου το δει να γίνεται τελείως καθαρό, έτσι κάνει και ο Θεός: Επιτρέπει να δοκιμάζονται οι ανθρώπινες ψυχές στις συμφορές τόσο, όσο να γίνουν καθαρές και διάφανες, και να αποκομίσουν πολλή ωφέλεια από την δοκιμασία αυτή. Επομένως και αυτό είναι ένα είδος ευεργεσίας, και μάλιστα το μεγαλύτερο», καταλήγει ο Άγιος. Εάν οι λόγοι του ιερού Χρυσοστόμου μας φαίνονται υπερβολικοί, θα πρέπει να εξετάσουμε γιατί η αρρώστια θεωρείται ευεργεσία του Θεού. Η απάντηση, σύμφωνα με τους θεοφόρους Πατέρες, βρίσκεται στην πατρική φιλανθρωπία του Θεού, που με αγάπη και σοφία βρίσκει τον τρόπο να θεραπεύσει την άρρωστη ψυχή μας. Οι αρρώστιες, όπως και οι άλλες θλίψεις που παραχωρεί ο Θεός στην ζωή μας, είναι, κατά τους αγίους Πατέρες, «φάρμακα που θεραπεύουν την ψυχή μας και την πολυχρονισμένη κακία που βρίσκεται στο βάθος της, καθώς έχουν μέσα τους το πικρό και δηκτικό, και μπορούν να δώσουν στην ψυχή την υγεία ευκολότερα από τα άλλα μέσα», δηλαδή την νηστεία, την αγρυπνία, κλπ.

Η πνευματική ωφέλεια που προξενεί η σωματική ασθένεια είναι μία πραγματικότητα που βίωσαν όλοι οι Άγιοι της Εκκλησίας μας. Γι’ αυτό ακριβώς, όταν ο Κύριος τους επισκεπτόταν με την ασθένεια, δεν ζητούσαν να απαλλαγούν από αυτήν, αλλά να τους δώσει δύναμη να υπομείνουν.

Ένας Γέροντας, που υπέφερε από υδρωπικία, έλεγε στους αδελφούς που πήγαιναν να τον περιποιηθούν: «Πατέρες εύχεσθε, ώστε να μην προσβάλει παρόμοια ασθένεια την ψυχή μου. Όσο για την σωματική ασθένεια, παρακαλώ τον Θεό να μην με θεραπεύσει αμέσως, διότι αν και ο εξωτερικός μας άνθρωπος φθείρεται, ο εσωτερικός όμως ανακαινίζεται μέρα με την ήμερα». Αισθανόταν δηλαδή ο Άγιος αυτός, κατά το πρότυπο του αποστόλου Παύλου, την αυξανόμενη ωφέλεια στην ψυχή του από την οδυνηρή αυτή ασθένεια.

Ο μακαριστός γέροντας Παΐσιος μιλώντας από την εμπειρία της μεγάλης δοκιμασίας του έλεγε: «Όταν το σώμα δοκιμάζεται, τότε η ψυχή αγιάζεται... Μεγάλη τιμή θα μου έκαμε ο Χριστός να υπέφερα ακόμη περισσότερο για την αγάπη Του, αρκεί να με ενίσχυε, ώστε να αντέχω, και μισθό δεν θέλω... Όσο ωφελήθηκα από την αρρώστια δεν ωφελήθηκα από όλη την άσκηση που είχα κάνει μέχρι τότε». «Μεγάλο πράγμα η υγεία, άλλα και το καλό που προσφέρει η αρρώστια, η υγεία δεν μπορεί να το δώσει! Πνευματικό καλό! Είναι πολύ μεγάλη ευεργεσία, πολύ μεγάλη! Καθαρίζει τον άνθρωπο από την αμαρτία, και μερικές φορές του εξασφαλίζει και μισθό. Η ψυχή του ανθρώπου είναι σαν το χρυσάφι και η αρρώστια είναι σαν την φωτιά που την καθαρίζει. Βλέπεις, και ο Χριστός είπε στον απόστολο Παύλο: Η δύναμις μου εν ασθενεία τελειούται. Όσο περισσότερο ταλαιπωρηθεί με κάποια αρρώστια ο άνθρωπος, τόσο περισσότερο εξαγνίζεται και αγιάζεται, αρκεί να κάνει υπομονή και να την δέχεται με χαρά... Η σωματική αρρώστια βοηθά στην θεραπεία της πνευματικής αρρώστιας. Την εξουδετερώνει με την ταπείνωση πού φέρνει».

Αξίζει να αναφερθεί εδώ ή μαρτυρία μιας εκλεκτής ψυχής που έπασχε από μυασθένεια πάνω από 30 χρόνια και εκοιμήθη πριν από λίγο καιρό σε άσυλο ανιάτων:

«Η καρδιά μου αγαπούσε δυνατά τον Πλαστουργό της. Αυτός ήταν ο πλούτος και η τροφή μου! Αλλά αν όλα τα χρόνια ήμουν κάτω από την προστασία και την αγάπη Του, το 1980... βρέθηκα σε καταιγισμό αγάπης!... Από το κεφάλι μέχρι τα δάκτυλα των ποδιών μου ήμουν ακίνητη... Τα μάτια δεν άνοιγαν για να δουν, αλλά και όταν άνοιγαν τα έβλεπα ή θαμπά ή διπλά. Δεν μπορούσα να μιλήσω καθόλου,... τα πνευμόνια δεν λειτουργούσαν από μόνα τους. Είχα πάντα οξυγόνο, μερικές φορές και αναπνευστήρα... Είχα για 3 συνεχή χρόνια ορό χωρίς να παίρνω από το στόμα ούτε μια κουταλιά γάλα. Έτσι δοκίμασα στον τέλειο βαθμό της την πείνα και την δίψα... Η δόση των καθημερινών μου φαρμάκων έφθανε τα 60-70 χάπια με άδειο τελείως στομάχι. Πολλές φορές πλησίασα την γεύση του θανάτου.

»Όλα αυτά φαίνονταν σαν ταλαιπωρίες, όμως η πραγματικότητα ήταν άλλη. Ποτέ δεν θα μπορέσω να περιγράψω την γλυκύτητα και την εσωτερική ανάπαυση και χαρά... Βυθίζομαι σε ωκεανούς χαράς και ευτυχίας. Και αιτία αυτών η μακροχρόνια ασθένεια μου».

Έλεγε ο μακαριστός γέροντας Πορφύριος: «Ευχαριστώ τον Θεό, που μου έδωσε πολλές αρρώστιες. Πολλές φορές του λέω: «Χριστέ μου, η αγάπη σου δεν έχει όρια». Το πώς ζω είναι ένα θαύμα. Μέσα στις άλλες μου αρρώστιες έχω και καρκίνο στην υπόφυση... Πονάω φοβερά. Προσεύχομαι όμως σηκώνοντας τον Σταυρό του Χριστού με υπομονή... Πονάω πολύ, υποφέρω, αλλά είναι πολύ ωραία η αρρώστια μου. Την αισθάνομαι ως αγάπη του Χριστού. Κατανύγομαι και ευχαριστώ τον Θεό. Είναι για τις αμαρτίες μου. Είμαι αμαρτωλός και προσπαθεί ο Θεός να με εξαγνίσει. Όταν ήμουν δεκαέξι χρονών παρακαλούσα τον Θεό να μου δώσει μια βαριά αρρώστια, έναν καρκίνο, για να πονάω για την αγάπη Του και να Τον δοξάζω μέσα από τον πόνο... Ο Θεός δε λησμόνησε το αίτημα μου, και μου έδωσε αυτήν την ευεργεσία μετά από τόσα χρόνια! Τώρα δεν παρακαλώ τον Θεό να μου πάρει αυτό που Του ζήτησα. Χαίρομαι που το έχω, για να γίνω κι εγώ συμμέτοχος στα πάθη Του από την πολλή μου αγάπη. Έχω την παιδεία του Θεού. «Ον γαρ αγαπά Κύριος παιδεύει». Η αρρώστια μου είναι μία ιδιαίτερη εύνοια του Θεού που με καλεί να μπω στο μυστήριο της αγάπης Του... Γι’ αυτό δεν προσεύχομαι να με κάνει ο Θεός καλά. Προσεύχομαι να με κάνει καλό».

Τρίτη, Ιουλίου 25, 2017

Dostoyefsky Fyodor-Σχετικά με το ψεύδος



Mιὰ φορά, πρόσφατα, σὲ βαγόνι, ἔτυχε ν’ ἀκούσω ὁλόκληρη πραγματεία γιὰ τὸν ἀθεϊσμό. Ὁ ὁμιλητὴς ἦταν ἕνας κύριος ἀπὸ ἐκείνους τοὺς κοσμικοὺς καὶ τεχνοκρατικοὺς κύκλους, ποὺ κατὰ τὰ ἄλλα εἶχε τὴ σκυθρωπή, ἀλλὰ ἀρρωστημένη δίψα γιὰ ἀκροατές.

Ἄρχισε τὴν ὁμιλία του ἀπὸ τὰ μοναστήρια. Δὲν γνώριζε τίποτα σχετικὰ μὲ τὰ μοναστήρια καὶ αὐτὸ φάνηκε ἀπὸ τὶς πρῶτες κι ὅλας λέξεις: δεχόταν τὴν ὕπαρξη τῶν μοναστηριῶν ὡς κάτι τὸ ἀδιαίρετο ἀπὸ τὰ δόγματα τῆς πίστης, φανταζόταν ὅτι τὰ μοναστήρια συντηροῦνται ἀπὸ τὸ κράτος καὶ στοιχίζουν πολὺ ἀκριβὰ στὸ δημόσιο ταμεῖο καί, ξεχνώντας ὅτι οἱ μοναχοὶ εἶναι μιὰ ἀπολύτως ἐλεύθερη ἑταιρεία προσώπων, ὅπως καὶ ὁποιαδήποτε ἄλλη, ἀπαιτοῦσε στὸ ὄνομα τοῦ φιλελευθερισμοῦ τὴν καταστροφή τους, σὰ νὰ ἦταν κάποιο τυραννικὸ καθεστώς. Ὁλοκλήρωσε τὴν ὁμιλία του μὲ ἐπιχειρήματα τοῦ ἀπόλυτου καὶ ἀπέραντου ἀθεϊσμοῦ στὴ βάση τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν καὶ τῶν μαθηματικῶν. Φοβερὰ συχνὰ ἀναφερόταν στὶς φυσικὲς ἐπιστῆμες καὶ τὰ μαθηματικά, χωρὶς νὰ παραθέτει, ἄλλωστε, οὔτε ἕνα ἐπιχείρημα δανεισμένο ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐπιστῆμες κατὰ τὴ διάρκεια ὁλόκληρης τῆς διατριβῆς του. 

Μιλοῦσε παρόλα αὐτὰ μόνος του, ἐνῷ οἱ ὑπόλοιποι ἄκουγαν: «Θὰ διαπαιδαγωγήσω τὸ γιό μου νὰ εἶναι τίμιος ἄνθρωπος, αὐτὸ εἶναι ὅλο κι ὅλο», συμπέρανε τελειώνοντας, ἔχοντας φανερὰ τὴν πεποίθηση ὅτι τὰ ἀγαθὰ ἔργα, ἡ ἠθικὴ καὶ ἡ τιμιότητα εἶναι κάτι τὸ δεδομένο καὶ τὸ ἀπόλυτο, ποὺ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τίποτα καὶ τὸ ὁποῖο πάντα μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ βρεῖ στὴν τσέπη του, ὅταν τὸ ἔχει ἀνάγκη, χωρὶς κόπους, ἀμφιβολίες καὶ παρεξηγήσεις. Καὶ αὐτὸς ὁ κύριος εἶχε ἀσυνήθιστη ἐπιτυχία. Μαζί του ἦταν ἀξιωματικοί, γέροντες, κυρίες καὶ μεγάλα παιδιά. Τὸν εὐχαρίστησαν θερμὰ φεύγοντας γιὰ τὴν μεγάλη εὐχαρίστηση ποὺ τοὺς ἔδωσε καὶ μία κυρία μάλιστα, μητέρα μιᾶς οἰκογένειας, ντυμένη στὰ μετάξια καὶ πολὺ ὄμορφη, γελώντας εὐχάριστα, δυνατά, τοῦ ἀνακοίνωσε ὅτι τώρα πλέον εἶναι πεισμένη ὅτι στὴν ψυχή της ὑπάρχει «μόνο ἀτμός». Καὶ αὐτὸς ὁ κύριος ἔφυγε μὲ ἕνα ἀσυνήθιστο συναίσθημα σεβασμοῦ πρὸς τὸν ἑαυτό του.

Αὐτὸς λοιπὸν ὁ σεβασμὸς εἶναι ποὺ μὲ κάνει νὰ χάνω τὰ μυαλά μου. Τὸ ὅτι ὑπάρχουν βλάκες καὶ φλύαροι, φυσικὰ δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς καταπλήσσει• αὐτὸς ὅμως ὁ κύριος εἶναι φανερὸ ὅτι δὲν εἶναι βλάκας. Πιθανὸ νὰ μὴν εἶναι οὔτε καὶ ἀπατεώνας, οὔτε καὶ ἀχρεῖος• μπορεῖ μάλιστα νὰ εἶναι τίμιος ἄνθρωπος καὶ καλὸς πατέρας. Αὐτὸς ἁπλὰ δὲν κατανοοῦσε ἀπολύτως τίποτα ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ἀποφάσισε νὰ κρίνει. Δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ μὴν τοῦ ἦρθε στὸ μυαλὸ ἡ σκέψη μετὰ ἀπὸ μία ὥρα, ἡμέρα ἢ μήνα: «Φίλε μου, Ἰβὰν Βασίλιεβιτς (ἢ ὅπως ἀλλιῶς τὸν ἔλεγαν), συζητοῦσες, ἀλλὰ δὲν γνωρίζεις τίποτα γιὰ ὅλα αὐτὰ ποὺ ἔλεγες. Βλέπεις, αὐτὸ τὸ γνωρίζεις καλύτερα ἀπὸ τὸν καθένα. Νά, λοιπόν, ποὺ ἀναφερόσουν στὶς φυσικὲς ἐπιστῆμες καὶ τὰ μαθηματικὰ − ὅμως γνωρίζεις καλύτερα ἀπ’ ὅλους ὅτι τὰ φτωχὰ μαθηματικὰ ποὺ ἔμαθες στὸ δικό σου σχολεῖο ἀπὸ καιρὸ τώρα τὰ ἔχεις ξεχάσει, ἄλλωστε ποτὲ δὲν τὰ κατεῖχες καλά, ἐνῷ ποτέ σου δὲν εἶχες καμιὰ σχέση μὲ τὶς φυσικὲς ἐπιστῆμες. Πῶς τότε μιλοῦσες; Μὲ ποιό δικαίωμα δίδασκες τοὺς ἄλλους; Γιατὶ καταλαβαίνεις πολὺ καλὰ ὅτι τὸ μόνο ποὺ ἔκανες ἦταν νὰ ψεύδεσαι• καὶ δὲν φτάνει αὐτό, ἀλλὰ μέχρι σήμερα ἐξακολουθεῖς νὰ εἶσαι ὑπερήφανος γιὰ τὸν ἑαυτό σου• δὲ ντρέπεσαι καθόλου;».

Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ ἀναρωτηθεῖ, ἄσχετα μὲ τὸ ὅτι θὰ ἦταν ἀπασχολημένος μὲ «ὑποθέσεις» καὶ δὲν θὰ εἶχε καθόλου χρόνο νὰ ἀναζητᾶ ἀπαντήσεις σὲ ἀργόσχολες ἐρωτήσεις. Εἶμαι ἀναμφισβήτητα πεπεισμένος ὅτι αὐτὲς οἱ σκέψεις, ἔστω καὶ φευγαλέα, πέρασαν ἀπὸ τὸ μυαλό του. Αὐτὸς ὅμως δὲ ντράπηκε, δὲ φιλοτιμήθηκε! Αὐτὴ ἡ γνωστοῦ εἴδους ἀναισχυντία τοῦ Ρώσου διανοουμένου εἶναι ἕνα σημαντικό, κατὰ τὴ γνώμη μου, φαινόμενο. Καὶ δὲ σημαίνει ἀπολύτως τίποτα τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὴ βρίσκεται παντοῦ καὶ πάντα καὶ ὅτι ὅλοι τὴν ἔχουν συνηθίσει καὶ βαρεθεῖ• παρόλα αὐτὰ ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένει γεγονὸς ἀξιοθαύμαστο καὶ ἀξιοπερίεργο. Μᾶς μαρτυρεῖ γιὰ τὴν ἀδιαφορία ποὺ κυριαρχεῖ ἀπέναντι στὴν κρίση τοῦ ἴδιου μας τοῦ ἑαυτοῦ ἐνώπιον τῆς συνείδησής μας ἤ, πράγμα ποὺ εἶναι τὸ ἴδιο, μᾶς μαρτυρεῖ γιὰ τὴν ἀσυνήθιστη ἔλλειψη σεβασμοῦ ἀπέναντι στὸν ἑαυτό μας καὶ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ἀπογοήτευση καὶ τὴν ἀπώλεια κάθε ἐλπίδας ὅτι μπορεῖ νὰ συμβεῖ κάτι τὸ ἀνεξάρτητο καὶ σωτήριο γιὰ τὸ ἔθνος, ἀκόμη καὶ στὸ μέλλον, ἀπὸ τέτοιους ἀνθρώπους καὶ τέτοια κοινωνία. Τὸ ἀκροατήριο, δηλαδὴ ἡ ἐπιφάνεια, τὸ εὐρωπαϊκὸ περίβλημα, ὁ νόμος ποὺ ἔχει δοθεῖ ἀπὸ τὴν Εὐρώπη «ἅπαξ διὰ παντός» − αὐτὸ τὸ ἀκροατήριο ἔχει καταλυτικὴ ἐπίδραση σὲ κάθε Ρῶσο.


πηγη





Μακαρία ἡ κοιλία σου, ἡ βαστάσασα ἀληθῶς,
τὴν τὸ φῶς τοῦ κόσμου
ἔνδον ἐν κοιλίᾳ βαστάσασαν,
καὶ οἱ μαστοί σου ὡραῖοι,
οἱ θηλάσαντες τὴν θηλάσασαν Χριστόν, 
τὴν τροφὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν,
ὃν καθικέτευε τοῦ ῥυσθῆναι ἡμᾶς
ἀπὸ πάσης θλίψεως,
καὶ προσβολῆς τοῦ ἐχθροῦ,
καὶ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Δευτέρα, Ιουλίου 24, 2017

Μιὰ ὀρθόδοξη θεώρησι τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη καὶ τὸν Θεόδωρο Ντοστογιέφσκυ


Αποτέλεσμα εικόνας για Παπαδιαμάντη καὶ ΝτοστογιέφσκιΑποτέλεσμα εικόνας για Ντοστογιέφσκι                         τοῦ π. Ἀθανασίου Γέφτιτς

Μόλις εἶχε τελειώσει ὁ Α´ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ εἶχε καταρρεύσει ἡ Γερμανία, ἐνῷ οἱ Μπολσεβίκοι στὴν Ρωσσία εἶχαν νικήσει, ὁ γερμανὸς (λογοτέχνης) Χέρμαν Ἔσσε ἔγραφε, σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα κείμενά του (1919), γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκυ περίπου τὰ ἑξῆς: «Αὐτὸς εἶναι ἐπικίνδυνος γιὰ τὴν Δύσι. Οἱ ἥρωές του, οἱ Καραμαζώφ, εἶναι ἀνατολικοὶ τύποι, πολὺ ἐπικίνδυνοι, σκοτεινοί, μὲ ἀσιατικὸ βάθος καὶ ἀποτελοῦν ἄμεσο κίνδυνο γιὰ τὸν δυτικὸ ἄνθρωπο». Αὐτὴ ἡ πόλωση, «Ἀνατολικοὶ – Δυτικοί», ποὺ ἔβλεπε τότε ὁ Ἔσσε, τὴν ἔχουν λίγο-πολὺ καὶ σήμερα οἱ περισσότεροι, ποὺ γράφουν γιὰ μᾶς τοὺς ὀρθοδόξους λαούς…


Εἶναι, ὅμως, τραγικὴ εἰρωνεία τῆς ἱστορίας ὅτι ὁ Χ. Ἔσσε, ἀφοῦ πέρασε καὶ ὁ Β´ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ πάλι οἱ Γερμανοὶ ἠττήθησαν στὰ Βαλκάνια, ἔγινε βουδδιστής, δηλαδὴ ἄκρως Ἀνατολικός. Καὶ διερωτᾶται κανείς, μήπως οἱ λεγόμενοι Δυτικοὶ εἶναι πιὸ κοντὰ στοὺς ἄπω Ἀνατολίτες, παρὰ σὲ μᾶς ἐδῶ τοὺς κοντινοὺς Βαλκάνιους. Ὅμως, ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, ὄχι μόνο ποὺ δὲν εἴμαστε Δυτικοί, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ Ἀνατολικοί του Ἔσσε· δὲν εἴμαστε Εὐρωπαῖοι τοῦ Ἔσσε, ἀλλ᾿ ἀκόμη λιγότερο Ἀσιάτες του...

Οἱ ἥρωες τοῦ Ντοστογιέφσκυ καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη δὲν κατατάσσονται στὰ σχήματα αὐτά, οὔτε ἐξηγοῦνται ἀπὸ αὐτά: «Ἀνατολὴ-Δύσι, Εὐρώπη-Ἀσία, Ἀνατολικοί-Δυτικοί». Ἡ γεωγραφικὴ καὶ πνευματικὴ πατρίδα τους, ἀλλὰ καὶ ἡ δική μας, εἶναι ἡ Ἀνατολικὴ Μεσογειακὴ λεκάνη μὲ τὰ περίχωρά της, ὅπου περιλαμβάνονται ἡ χερσόνησος τοῦ Αἴμου, τὰ Βαλκάνια (ἀλλὰ καὶ ἡ Ρωσσία), ἡ Μ. Ἀσία, ἡ Παλαιστίνη, ἡ Μεσοποταμία, ἡ Αἴγυπτος, ἡ Β. Ἀφρικὴ καὶ ἡ Ν. Ἰταλία, δηλαδὴ ἡ γεωγραφικὴ καὶ πνευματικὴ περιοχὴ τοῦ Βυζαντίου, ὅπου γεννήθηκε ὁ Χριστιανισμός, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀρχαῖος ἑλληνικὸς πολιτισμός, καὶ ὅπου γεννήθηκε καὶ ἀναπτύχθηκε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μὲ τὴν παράδοσί της τὴν ζωντανή.

Τὰ πρόσωπα, ποὺ βρίσκομε στὰ ἔργα τοῦ Ντοστογιέφσκυ καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη, δὲν μπαίνουν καὶ δὲν ἐξηγοῦνται στὰ πλαίσια αὐτά: «Ἀνατολή-Δύσι», οὔτε στὴν πόλωσι αὐτήν: «Εὐρώπη-Βαλκάνια». Ὄχι πῶς δὲν εἶναι καὶ Ἀνατολικοὶ καὶ Δυτικοί, ἀλλὰ δὲν ἐξαντλοῦνται σ᾿ αὐτὸ τὸ σχῆμα, ὅπως δὲν ἐξαντλούμεθα ἐμεῖς σήμερα μὲ τὸ νὰ χωριζώμεθα σὲ Εὐρωπαίους καὶ Βαλκάνιους…

Ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Ντοστογιέφσκυ γεννήθηκαν καὶ ἀνατράφηκαν σ᾿ αὐτὸ τὸ ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικὸ περιβάλλον. Εἶναι γνωστὴ ἡ σχέσι καὶ τῶν δυό με τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία καὶ εἰδικὰ μὲ τὰ Μοναστήρια, καὶ διαπιστώνεται αὐτὴ ἡ σχέσι στὰ ἔργα τους, μὲ διαφορὲς βέβαια, ἀλλὰ καὶ μὲ μία ἐσωτάτη ταυτότητα. Οἱ Κολλυβάδες τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ οἱ Στάρετς (Γέροντες) τοῦ Ντοστογιέφσκυ ἦσαν φορεῖς τῆς ζωντανῆς αὐτῆς παραδόσεως τοῦ Ἡσυχασμοῦ. Οἱ Στάρετς τῆς Ρωσίας –καὶ ὄχι μόνον τῆς Ὄπτινα στὰ μετέπειτα ἔργα τοῦ Ντοστογιέφσκυ, ἀλλὰ καὶ τοῦ (ἁγίου) Τύχωνος τοῦ Ζαντόνκ, ἐπισκόπου καὶ ἀσκητοῦ– καὶ οἱ Κολλυβάδες μαρτυροῦν προσωπικά, καὶ ὄχι μόνο με τὰ ἔργα τους ἣ τὰ γραπτά τους, ἐκεῖνο ποὺ βρίσκεται στὸ βάθος τῆς ἀνθρωπολογίας τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ: Τὸ ἀνθρώπινο πρόβλημα, ἡ ἀνθρώπινη μοίρα, ἂν θέλετε, ἢ τὸ πεπρωμένο του· ὄχι, ὅμως, μὲ τὴν ἐξωχριστιανικὴ ἔννοια τοῦ κρίματος ἢ τῶν κριμάτων τοῦ Θεοῦ. Κι ἑπομένως μαρτυροῦν γιὰ τὸ ἀνθρωπολογικὸ καὶ ἀνθρωπιστικὸ πρόβλημα.

Πόσα χρωστᾶ ὁ Ντοστογιέφσκυ στὰ Μοναστήρια, στὸν ἅγιο Τύχωνα καὶ στοὺς Στάρετς ἐν συνεχείᾳ καὶ πόσα χρωστᾶ ὁ Παπαδιαμάντης στὸν πατέρα του ἱερέα, ἀλλὰ καὶ στὴν παράδοση τῶν Κολλυβάδων στὴν Σκιάθο… Ἀπὸ τὰ παιδικά τους χρόνια ἦσαν πολὺ ποτισμένοι μὲ τὶς ἐμπειρίες αὐτὲς καί, ὅπως λένε καὶ οἱ δυό, ἀλλὰ τὸ ἐκφράζω μὲ τὰ λόγια του Κ. Παλαμᾶ, ὅτι ἦσαν παιδιά: «Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πάντα αὐτό, ποὺ ἦταν παιδί». Ἴσως δὲν τὸ ξέρομε ἀκριβῶς, ἀλλὰ ξέρομε ὅτι μένει πάντα μέσα του, καὶ στὸν πλέον ἀλλαγμένο ἄνθρωπο –ἀλλαγμένο ἀπὸ τὴν ἡλικία, ἀπὸ τὰ πάθη, ἀπὸ τὴν σκέψι– μένει κάτι ἀπὸ τὸ παιδί. Καὶ ἦσαν παιδιὰ ὅταν ἔζησαν τὴν βαθειὰ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, τὴν βαθειὰ ἐμπειρία τῶν ἡρῴων της Βίβλου, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἔτσι νὰ πῶ.

Ὁ Ντοστογιέφσκυ τὸ περιγράφει βάζοντας τὸν στάρετς Ζωσιμᾶ, ποὺ ὡς μικρὸς βρέθηκε στὸν ναὸ τὴν Μ. Ἑβδομάδα, ὅταν διαβαζόταν τὸ βιβλίο τοῦ Ἰώβ. Καὶ εἶναι γνωστό, πὼς ἐκεῖ ἔζησε ὁ στάρετς Ζωσιμᾶς, δηλαδὴ ὁ ἴδιος ὁ Ντοστογιέφσκυ, τὸ μεγάλο μυστήριο, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ πεπερασμένη γήινη μορφὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ αἰώνια Ἀλήθεια, ἡ μορφὴ τοῦ Θεοῦ, συναστήθηκαν, ἀγγίχτηκαν μαζί. Καὶ ἡ γήινη δικαιοσύνη –μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀληθείας, διότι τὸ ῥωσσικὸ «πράβδα» ἔχει καὶ τὴν ἔννοια τῆς ἀληθείας– συναντήθηκε μὲ τὴν αἰώνια ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ Ἰὼβ ἀπήντησε: «Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας».

Ὁ Παπαδιαμάντης, στὸ καταπληκτικὸ κείμενό του: «Φωνὴ αὔρας λεπτῆς», γραμμένο τὸ 1901, (σχολιάζοντας) ἕνα εἱρμὸ ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τοῦ προφήτου Ἠλιοῦ, γράφει: «Ὁ Θεὸς ἐφανερώθη εἰς τὸν Προφήτην ὄχι ἐν τῷ πνεύματι τῷ βιαίῳ, ὄχι ἐν τῷ συσσεισμῷ, ὄχι ἐν πυρί, ἀλλ᾿ ἐν φωνῇ αὔρας λεπτῆς. Καὶ ἡ φωνὴ τῆς αὔρας τῆς λεπτῆς εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ πράου Ἰησοῦ, εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ Εὐαγγελίου».

Ἐν συνεχείᾳ τελειώνει τὸ πολὺ μικρὸ καὶ πολὺ χαρακτηριστικὸ αὐτὸ ἄρθρο –γιὰ νὰ ποῦμε ὅτι δὲν εἶναι ὅλα τὰ διηγήματα, οὔτε ἀκόμη λιγότερο ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ Παπαδιαμάντη τῆς ἴδιας ἀξίας, οὔτε τοῦ Ντοστογιέφσκυ, στὸ ἴδιο ἐπίπεδο, ἀφοῦ ὡς ἄνθρωποι πάλευαν καὶ ἀποτύπωναν– τελειώνει ἀναφέροντας τὸ ποίημα τοῦ Πινδάρου, ὅπου «οἰονεὶ (:σὰν νὰ) προφητεύει» γιὰ τὸν Χριστό, ἀφοῦ «τοιοῦτος Θεός, ἥρως καὶ ἄνθρωπος οὐδεὶς ἄλλος ὑπάρχει, εἰ μὴ ὁ Ἰησοῦς Χριστός».

Φαίνεται μία μεγάλη ἀγάπη τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ γιὰ τὸν Χριστό. Εἶναι γνωστὸ τὸ γράμμα τοῦ Ντοστογιέφσκυ στὸν Φονβίζιν (τὸ 1854), ποὺ λέει παράδοξα: «Ἂν ἡ ἀλήθεια, ἂς ὑποθέσωμε, θὰ ἀπέκλειε τὸν Χριστό, ἐγὼ θὰ ἔμενα μὲ τὸν Χριστὸ κι ὄχι μὲ τὴν ἀλήθεια». Παράδοξο, παραδοξότατο, (ἀφοῦ ὁ Χριστὸς ὁ ἴδιος εἶναι ἡ Ἀλήθεια, ἡ Αὐτοαλήθεια, Ἰωάν. ιδ´ 6), ἀλλ᾿ ἀληθηνέστατο. Ὁ Τ. Χρυσάφης, σ᾿ ἕνα βιβλίο του, γράφει γιὰ τὴν θεολογικὴ σκέψι τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ λέει: «Σπάνια συναντοῦμε τὴν λέξι Θεός. Στὰ γραπτά του μιλάει γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ ἀπευθύνεται στὸν Χριστό». Ὁ Τέσλαν Μίλος ἔχει γράψει ἕνα ἄρθρο γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκυ καὶ λέει: «Δὲν βρῆκε τὸν Θεό, ἔχασε τὸν Θεὸ καὶ πιάστηκε ἀπὸ τὸν Χριστό». Καὶ τὸ θεωρεῖ κατάντημα τοῦ Ντοστογιέφσκυ αὐτό. Ὅμως, τί ἄλλο θὰ μποροῦσε νὰ γράψη ἕνας καθολικὸς καὶ ποῦ ἀλλοῦ θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ὁδηγήση ἡ θρησκεία του; Πῶς νὰ καταλάβη γιατί ὁ Ντοστογιέφσκυ πιάστηκε ἀπὸ τὸν Χριστό…

Ὁ Παπαδιαμάντης τὴν ἴδια ὁμολογία δίνει ὅταν λέῃ: «Ἐν ὅσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ δὲν θὰ παύσω πάντοτε νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου…». Διότι δὲν ἀρκεῖ κάποιος θεός, οὔτε κάποια θρησκεία. Ὁ Θεός μας εἶναι Θεὸς ἐνσαρκωμένος στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Θεὸς ποὺ δὲν ἔλαβε σάρκα, ποὺ δὲν ἔζησε τὸν πόνο μας τὸν ἀνθρώπινο, τὴν ὕπαρξί μας, τὰ βάσανά μας, τί νὰ τὸν κάνωμε; Ἔτσι καὶ οἱ θεοὶ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ποὺ ὁ Πλήθων στὴν «Γυφτοπούλα» (τοῦ Παπαδιαμάντη) θέλει νὰ τοὺς ἀποκαταστήσῃ, ὅπως ὁ Ἰουλιανὸς ὁ παραβάτης πρίν, εἶναι νεκροί.

Ὁ Ντοστογιέφσκυ πέρασε ἀπὸ τὸν μεγάλο πειρασμὸ (τῆς Εὐρώπης) καὶ μπολιάστηκε πάρα πολὺ ἀπὸ τὴν Δύσι, καὶ δὲν μποροῦσε (ἴσως) νὰ μὴ μπολιαστῇ. Διότι «ἀνένδεκτον (:ἀδύνατον) ἐστι τοῦ μὴ ἐλθεῖν τὰ σκάνδαλα», τοὺς πειρασμοὺς (Λουκ. ιζ´ 1). Ἀλλὰ πρέπει νὰ ξέρωμε ὅτι «πειρασμὸς ἡμᾶς οὐκ εἴληφεν (:κατέλαβε) εἰ μὴ ἀνθρώπινος» (Α´ Κορ. Ι´ 12). Εἶναι ἀναπόφευκτο νὰ περάσωμε κι ἐμεῖς (τέτοιο πειρασμό), διότι εἶναι ὄχι γεωγραφικές, ἀλλὰ πνευματικὲς κατηγορίες αὐτές. Ὁ δυτικὸς ἄνθρωπος εἶναι μέσα μας, εἶναι ὁ παλαιὸς Ἀδάμ. Καὶ παλεύουμε μέσα μας νὰ βγοῦμε, ἂν ὄχι Ἀνατολίτες, νὰ βγοῦμε τουλάχιστον ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, ἄνθρωποι ὀρθόδοξοι, πέστε τὸ Βαλκάνιοι, Βυζαντινοί, Ἕλληνες, Σέρβοι, Ῥῶσσοι, κτλ, πάντως μὲ διαφορετικὴ γεῦσι ζωῆς, μὲ πείρα ἀνθρώπου διαφορετικὴ ἀπὸ ὅ,τι εἶναι ὁ δυτικὸς ἄνθρωπος.

Αὐτὸ ποὺ λέμε «δυτικὸς ἄνθρωπος», ἐμφωλεύει πάντα μέσα μας. Ἤξερε ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Ντοστογιέφσκυ τὴν χριστιανικὴ ἀλήθεια, ὅτι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεότητος ῥέπει πρὸς τὸ πονηρό. «Ἐκ νεότητός μου πολλὰ πολεμεῖ με πάθη». Γράφει τὸ 1875 σὲ μία ἐπιστολή του ὁ Παπαδιαμάντης: «Εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ὑπάρχει μία ῥοπή, μία τάσις πρὸς τὴν διαφθοράν. Θέλει κανεὶς νὰ χαλασθῇ καὶ διὰ τούτου χαλνιέται». Στὸν «Χρῖστο Μηλιώνη» μὲ ἄλλα λόγια γράφει: «Τὰ ὅρια τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς κακίας εἶναι τοσοῦτον δυσδιάκριτα ἐν τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει, ὥστε οἱ νεώτεροι ἐκ τῶν φιλοσοφούντων ἔχουν δίκαιον νὰ ἀνακηρύξουν ὡς ὅλως ἀνωφελῆ καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν ψυχολογίαν, ὅπως ἀνεκήρυξαν καὶ τὴν μεταφυσικήν».

Λέει κι ἄλλα ὁ Παπαδιαμάντης γιὰ τὸ σκοτεινὸ ἄντρο τῆς συνειδήσεως τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ἀλλοῦ πάλι: «Ἡ αἰωνία τάσις τῆς ἀνθρωπίνης καρδίας εἰς τὸ νὰ ἀγαπᾷ πᾶν τὸ μισητόν». Καὶ μιλάει γιὰ αὐτολατρεία: «Ἐπέστη ὁ καιρὸς τῆς αὐτολατρείας καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι θρησκεῖαι κατηργήθησαν». Ὁ κ. Μπαστιᾶς, (στὸ ὡραῖο βιβλίο του γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη), μιλάει γιὰ αὐτολατρεία τοῦ οὐμανισμοῦ, τοῦ ἀνθρωπισμοῦ. Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης τὸ εἶχε πῆ πολὺ πρὶν στὸν Μεγάλο Κανόνα του: «Αὐτείδωλον ἐγενόμην». Αὐτὸ εἶναι ἡ Δύσι: αὐτείδωλον. Καὶ αὐτὸ εἶναι μέσα μου…

Ὁ Ντοστογιέφσκυ εἶχε πολὺ μπολιαστεῖ ἀπὸ τὴν Εὐρώπη κι ἔλεγε: «Εἶναι χώρα τῶν θαυμάτων, ἀλλ᾿ εἶναι νεκροταφεῖο. Εἴμαστε εὐγνώμονες, πήραμε πάρα πολλὰ ἀπὸ τὴν Εὐρώπη καὶ θὰ πάρωμε καὶ τὴν εὐχαριστοῦμε, ἀλλ᾿ εἶναι πλέον καιρὸς νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὴν “αἰχμαλωσία τῆς Αἰγύπτου”, ἀπὸ τὴν Εὐρώπη». Αὐτὸ ἔχει πολλὴ σημασία ἂν τὸ μετρᾶμε μὲ τὶς διαστάσεις ἑνὸς Ντοστογιέφσκυ. Νομίζω πὼς καὶ ὁ Παπαδιαμάντης πέρασε κι αὐτὸς ἀπὸ τὸν βαθὺ πειρασμὸ τῆς Δύσεως. Ἦταν ἄνθρωπος εὐρωπαῖος, σύγχρονος, μορφωμένος, διαβασμένος, μετέφρασε (δυτικὰ ἔργα), ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἀκριβῶς τὴν μέτρησε…, δὲν εἶπε ἀνάθεμα στὴν Εὐρώπη, ἀλλὰ τὴν ζοῦσε μέσα του.

Αὐτὸ εἶναι τὸ δράμα τοῦ ἀνθρώπου, τὸ δράμα τῶν λαῶν, ποὺ σήμερα ζοῦμε ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι λαοί. Γιατί τόσο δὲν θέλουν τοὺς Ῥώσσους, τοὺς Σέρβους καὶ τοὺς Ἕλληνες; Γιατὶ εἶναι ἀπρόβλεπτοι, ἀπροσδόκητοι. Αὐτοὶ θέλουν τὸ σίγουρο, θέλουν τὸ καλούπι, θέλουν νὰ ἐλέγχουν. Αὐτὸ εἶναι φιλαρχία δαιμονικὴ στὸ βάθος τῆς στάσεως τῆς Εὐρώπης, γιὰ γνῶσι καὶ γιὰ κυριαρχία καὶ γιὰ ὅ,τι φαίνεται. Ὁ π. Ἰουστίνος (Πόποβιτς) ἐμμένοντας στὸν Ντοστογιέφσκυ –δὲν ξέρω ἂν διάβασε τὸν Παπαδιαμάντη, δὲν τὸν ἀναφέρει– ἔλεγε ὅτι Παπισμὸς κατὰ βάθος εἶναι στὴν Εὐρώπη ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής. Ἡ νοοτροπία αὐτὴ νὰ κατέχῃς τὸν ἄλλον, νὰ τὸν γνωρίζῃς, νὰ τὸν κάνῃς εὐτυχισμένο, ἀλλὰ κατὰ τὰ μέτρα σου.

Κι ἐδῶ ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς, ὁ πράος, ὁ ταπεινός, ὁ ἀδύναμος, ποὺ φανερώνεται στὰ πρόσωπα τῶν ἡρῴων του Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ, ἀλλὰ δὲν σῴζει βίαια, σῴνει καὶ καλά. Δὲν ἔσωσε τὴν «Φραγκογιαννοῦ τὴν φόνισσα», ποὺ δὲν μετάνοιωσε, δὲν ἔσωσε τὴν «κα Αὐγούστα», ποὺ κι ἐκείνη δὲν μετάνοιωσε. Γιατὶ ἡ αὐτομεμψία ἀπὸ μόνη της δὲν σῴζει. Σῴζει ὁ Θεὸς βλέποντας τὸν ἄνθρωπο νὰ ξεχύνεται, νὰ καταγκρεμίζη τὰ εἴδωλα καὶ αὐτείδωλά του, τὴν αὐτοθρησκεία του, τὴν αὐτολατρεία του καὶ νὰ προσφέρῃ λατρεία στὸν Θεό.

Τὸ καλὸ καὶ χαρακτηριστικό του Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ εἶναι ὅτι αὐτοὶ δὲν φτιάχνουν πρόσωπα, ἀλλὰ περιγράφουν, παριστάνουν. Στὸν Ντοστογιέφσκυ βλέπει κανεὶς μία πολυφωνία καὶ μία διαλογικότητα, δηλαδὴ τὸν πλοῦτο τῆς καθολικότητας τῆς Ἐκκλησίας, τὸν πλοῦτο τῆς ἰδιοφορφίας, τῆς ἰδιοπροσωπίας. Καὶ σ᾿ ὅλα τὰ ἱστορήματα τοῦ Παπαδιαμάντη (εἶναι) μαζεμένος ὁλόκληρος λαός, ἕνα ἑλληνικὸ πανηγύρι, κι ἁπλώνεται μία ὁμοαλήθεια. Αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ ἔλεγε ὁ Ντοστογιέφσκυ μὲ τὴν «σόμπορνοστ» (:ἑνότητα ἐν τῇ ποικιλίᾳ), ὄχι ἐπιβαρυμένη μὲ τὴν ἔννοια τῶν Σλαβοφίλων του Σολόβιεφ, ἀλλὰ μ᾿ ἐκείνη ποὺ τῆς ἔδωσε στὴν ὁμιλία του γιὰ τὸν (μεγάλο ῥῶσσο ποιητή) Πούσκιν, ὅπου εἶπε ὅτι ὁ Πούσκιν εἶναι «πανάνθρωπος», ἀντὶ τοῦ εὐρωπαίου «ὑπερανθρώπου».

Στὴν ὁμιλία αὐτὴ τοῦ 1880 ὁ Ντοστογιέφσκυ εἶπε: «Ταπεινώσου ὑπερήφανε ἄνθρωπε…». Καὶ σὲ λίγο ἐκοιμήθη († 1911) μὲ τὴν χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως, μὲ τὴν Θ. Κοινωνία, ἀλλὰ κυρίως μὲ τὸ Εὐαγγέλιο τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς ἀνθρώπους…


Κυριακή, Ιουλίου 23, 2017

Η αγία Πελαγία και η εύρεση της εικόνας της Παναγίας της Τήνου




Δεν έχει περάσει παρά ένας χρόνος από την ιστορική ήμερα, που ο επίσκοπος  Πατρών Γερμανός ύψωσε το λάβαρο της επαναστάσεως. Στο μοναστήρι του Κεχροβουνίου, πού φαντάζει κάτασπρο πάνω στο νησάκι της Τήνου, η μοναχή Πελαγία, υστέρα από τη βραδινή προσευχή, αποσύρθηκε στο κελί της να ησυχάσει. Ε­νώ είχε αποκοιμηθεί, ένοιωσε ξαφνικά μιαν άρρητη ευωδία, κι αμέσως άκουσε την πόρτα του κελιού ν’ ανοίγει με πάταγο. Μια μεγαλόπρεπη γυναίκα, πού άστραφτε σαν Βασίλισσα, μπήκε μέσα και στάθηκε απέναντι από το κρεβάτι της.
- Σήκω γρήγορα, της είπε. Πήγαινε να συναντήσεις τον Σταματέλλο Καγκάδη, και πες του πώς στο χωράφι του Αντώνη Δοξαρά είναι χωμένη χρόνια τώρα ή ει­κόνα μου. Να φροντίσει να τη βγάλει και να χτίσει το σπίτι μου.
Ή γερόντισσα ξύπνησε τρομαγμένη, άλλα από τα­πείνωση δεν υπάκουσε στην εντολή.
Την άλλη εβδομάδα, την ώρα πού ή μοναχή προ­σευχόταν, δέχτηκε στον ίδιο τόπο για δεύτερη φορά την επίσκεψη της Παναγίας. Τη φορά αυτή ή Θεοτόκος συνόδευε τα λόγια της μ’ ένα γλυκό μειδίαμα, σαν να έλεγε: «Γνωρίζω τούς λογισμούς και δισταγμούς σου, άλλα μη φοβάσαι. Εσένα διάλεξα για να εκπληρώσεις τη βουλή μου. Λοιπόν, μη διστάζεις».
Αλλά ο δισταγμός κρατούσε ακόμη δέσμια την αγα­θή γερόντισσα. Γ’ αυτό η Θεοτόκος την επισκέπτεται και τρίτη φορά, την 29η Ιουλίου 1822, σε ώρα πάλι προσευχής. Την είδε τότε η μοναχή να στέκεται μπρο­στά της ακίνητη και να εκπέμπει τριγύρω της ένα ουράνιο φως, απαλό και λευκό. Ύστερα κάρφωσε το βλέμ­μα επάνω της και είπε:
- Πελαγία, γιατί δεν υπάκουσες στην εντολή μου; Την επαναλαμβάνω τώρα για τελευταία φορά.
Εκείνη τρομαγμένη επιστράτευσε όλο το θάρρος της και ρώτησε:
- Ποιά είσαι, Κυρία, πού με διατάζεις τέτοια πράγ­ματα και οργίζεσαι μαζί μου;
Τότε η Κυρία φάνηκε πώς ανέκτησε την πρώτη γλυκύτητα, σήκωσε το χέρι σαν να έδειχνε όλο τον κόσμο και είπε χαριτωμένα:
- «Ευαγγελίζου γη χαράν μεγάλην».
- «Αινείτε ουρανοί Θεού την δόξαν», ψέλλισε ή μο­ναχή κι έπεσε στα γόνατα.
Ή καμπάνα σήμανε για τον όρθρο. Ή μοναχή Πελαγία σηκώθηκε, έκανε τον σταυρό της και κατηφόρισε για τον ναό. "Όταν διηγήθηκε στην ηγούμενη το δράμα της, εκείνη την άκουσε με προσοχή και δέος. Τέλος της είπε:
- Πελαγία, το όραμά σου είναι θεϊκό και σε μακα­ρίζω. Αύριο το πρωί να ενεργήσεις σύμφωνα με την εν­τολή πού έλαβες.
Την επομένη η εκλεκτή της Παναγίας ξεκίνησε για την Κάρυά, όπου συνάντησε τον Σταματέλλο Καγκάδη. Κι αυτός συγκινημένος την παρέπεμψε στον επίσκοπο Γαβριήλ.
Ο επίσκοπος παρακολούθησε δακρυσμένος την αφήγηση. Ύστερα με σοβαρή καιτρεμάμενη φωνή έ­δωσε την ακόλουθη εξήγηση:
- Το δράμα σου, γερόντισσα, είναι πολύ σημαντικό. Η Παναγία, ή υπέρμαχος Στρατηγός, πού πάντοτε μάς προστατεύει, είδε τα δεινοπαθήματά μας, γ’ αυτό ευαγ­γελίζεται στο δούλο γένος μας την απελευθέρωση του από τον βαρβαρικό ζυγό. Και μάς φανερώνει την αγία εικόνα της, για να ενδυναμώσει το έθνος μας στον αγώνα αυτό.
Οι καμπάνες του ιερού ναού των Ταξιαρχών αναστατώνουν τούς κατοίκους. Ο δεσπότης με λόγια θερμά συγκλονίζει τον λαό, ο όποιος με θρησκευτική έξαρση αποδύεται στην προσπάθεια για την εύρεση της εικό­νας.
Ζητούν αμέσως άδεια από τη γυναίκα τού Δοξαρά, για ν’ αρχίσουν τις ανασκαφές στο κτήμα του. Εκείνη όμως αρνείται, με τη δικαιολογία ότι δεν έχει τέτοια πληρεξουσιότητα από τον σύζυγό της, ό όποιος λείπει στην Κων/πολη. Εξ άλλου το κτήμα είναι καλλιεργη­μένο και δεν πρέπει να καταστραφεί.
Τη νύχτα βλέπει στον ύπνο της φοβερό όνειρο. Έ­νας άγριος φουστανελοφόρος την απειλεί πώς, αν δεν δώσει την άδεια, θα την εξοντώσει. Τρομαγμένη εκείνη ξυπνά και τρέχει να βγει από το σπίτι. Στην πα­ραζάλη της όμως, αντί ν’ ανοίξει την πόρτα του δωμα­τίου, άνοιξε της ιματιοθήκης και κλείστηκε μέσα. Το πρωί τη βρήκαν εκεί λιπόθυμη. Μόλις συνήλθε ειδοποίησε τον Επίσκοπο πώς όχι μόνο δίνει την άδεια, άλ­λα προσφέρει  και το ίδιο ακόμη το κτήμα για ανέγερση ναού, αν βρεθεί ή εικόνα.
Έτσι λοιπόν αρχίζουν οι ανασκαφές στο κτήμα του Δοξαρά  τον Σεπτέμβριο του 1822. Δουλεύουν εργάτες απ' όλο το νησί, αλλά η εικόνα δεν φανερώνεται. Ο ζήλος μαραίνεται και σε δύο μήνες το σκάψιμο σταματά.
Τότε επεμβαίνει ή Μεγαλόχαρη με νέο θαύμα για να υπενθυμίσει στους κατοίκους το χρέος τους. Η σύζυ­γος και η αδελφή του Καγκάδη, τον όποιο η Θεοτόκος υπέδειξε ονομαστικά για την εύρεση της εικόνας: αρρωσταίνουν βαριά. Ο κίνδυνος αυτός τον κάνει να συ­ναισθανθεί την ιερή ευθύνη πού είχε επωμιστεί από τη Θεοτόκο. Σπεύδει λοιπόν στον επίσκοπο και τον παρακαλεί να προκαλέσει γενική κινητοποίηση αρχόντων και λαού. Είναι πρόθυμος και χρήματα να δώσει προ- κειμένου να ξαναρχίσουν οι ανασκαφές.
Πράγματι το σκάψιμο ξαναρχίζει. Οι χωρικοί δου­λεύουν με βάρδιες, άλλα τούς τριγυρίζει και πάλι η αποκαρδίωση. Η μεγάλη όμως ήμερα πλησιάζει. Στις 30 Ιανουαρίου 1823 σκάβουν με τη σειρά τους στο χωράφι οι Φαλαταδιανοί. Γύρω στο μεσημέρι η όξινα τού Δημήτρη Βλάσση χτυπά πάνω σε ξύλο. Ρίγησε ο ευλαβής χωρικός από συγκίνηση, και πλημμυρισμένος χαρά πήρε στα χέρια το κομμάτι πού βρήκε.
Πράγματι, είχε βρει την εικόνα, άλλα μόνο τη μισή τον Άγγελο. Σε λίγο βρήκαν και την άλλη μισή. Κάποια αξίνα την είχε χωρίσει στα δύο, χωρίς να βλάψει καθόλου τα πρόσωπα. Η τομή από θεία επέμβαση είχε γίνει κάθετα. Η ιερή εικόνα καθαρίστηκε και πρόβαλε η γλυκειά  μορφή της Παρθένου. Παριστάνει τον Ευαγγελισμό και πρόκειται για ένα αριστούργημα τέχνης.
(Εμφανίσεις και θαύματα της Παναγίας σελ. 67. Ιεράς Μονής  Παρακλήτου)

Σάββατο, Ιουλίου 22, 2017

Ἡ εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ (Κυριακή Ζ΄ Ματθαίου)


Ιωήλ Φραγκάκου
Μητροπολίτου Εδέσσης

«Ἐλέησον μς, υἱὲ Δαυίδ»
Πολλ θαύματα γιναν μ τν πίκληση τοῦ ὀνόματος το Χριστοῦ. Ὁ ἴδιος, ταν πήγαινε πρς τ πάθος Του, επε: «,τι ν ατήσητε ν τῷ ὀνόματί μου, τοτο ποιήσω» (ωάν. 14,13). πίσης, ταν ναλαμβανόταν στος ορανος κι διδε τς τελευταες ποθκες στος μαθητές Του, πάλι τος τόνισε: «ν τῷ ὀνόματί μου δαιμόνια κβαλοσι, γλώσσαις λαλήσουσι καινας...» (Μάρκ. 16,17). Μ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησο θὰ ἔκαναν θαύματα οἱ Ἀπόστολοι. Πράγματι τσι γινε. Τν χωλ πο καθόταν ξω π’ τ Ναό, οἱ Ἀπόστολοι Πέτρος καὶ Ἰωάννης τν θεράπευσαν πικαλούμενοι τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησο Χριστο (Πράξ. 3,6). ς δομε μὲ ἁπλ λόγια τὸ ὄνομα τοΚυρίου μας.

Τὸ ὄνομα το Κυρίου ησο
Σήμερα κούσαμε στ Εαγγέλιο τος δύο τυφλος νὰ ἐπικαλονται τὸ ὄνομα το Κυρίου κα ν ζητον π’ Ατν ν τος λεήσει (Ματθ. 9,27). Ὁ ἱερς Χρυσόστομος λέγει πς δν πγαν πλς ν συναντήσουν τ Χριστό, «λλ μεγάλα βοντες κα οδν τερον ἢ ἔλεον προβαλλόμενοι», δηλαδφώναζαν πολ δυνατά, τὸ ὄνομα το Χριστο κα τίποτε λλο δ ζητοσαν παρ νὰ ἐπιδείξει λεος σ’ ατος ὁ Ἰησος. Τ γλυκύτατο νομα τοΧριστο δν εναι νθρώπινο, λλ θεο κα οράνιο. Δ δόθηκε στ Χριστὸ ἀπὸ ἀνθρώπους, λλ’ π’ τν οράνιο Πατέρα Του (Ματθ. 1,21). Εναι τγλυκ μελέτημα το νο, τς γλώσσας κα τς καρδις τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης ναφέρει πς κάποιος Χριστιανς πέθανε πάνω στν τάφο το Κυρίου φωνάζοντας «ησο Χριστέ, γλυκεαγάπη». Εναι λήθεια πς οἱ ἐνέργειες το Χριστο φανερώνονται μέσα στὰ ὀνόματα, πως π.χ. σοφία, ερήνη, χαρά, Κύριος, Βασιλεύς, Θες κ. ἄ. Ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου δν εναι φηρημένη, λλ’ πευθύνεται σ’ να συγκεκριμένο πρόσωπο ποὺ ἔχει νομα κι εναι ζωνταν πρόσωπο, πομπορε ν’ ἀγαπήσει κα νὰ ἔλθει σ’ πικοινωνία μ τος λλους. Ατ τπρόσωπο εναι ὁ Ἰησος Χριστός. λθε σ’ πικοινωνία μαζί μας, μςγάπησε, γινε νθρωπος παρομοιοπρόσωπος μέ μς.

Τὸ ὄνομά Του συνδέεται μ τ σωτηρία μας. Κάτω π τὸ ὄνομα ατθ βρομε τ σωτηρία μας, επαν οἱ Ἀπόστολοι στος ρχοντες τοῦ Ἰσραλ (Πράξ. α,ι΄ 2). Τὸ ὄνομα ησος χει περιεχόμενο νεξάντλητο. Εναιντολογικ συνδεδεμένο μ’Ατόν. Εναι να κανάλι μέσα π τὸ ὁποορχεται χάρη σέ μς κα γεμίζει λο τ εναι μας μ τν παρουσία το Θεο, μς μεταδίδει ζω κα δύναμη.

 εχ τοῦ Ἰησο
Ἡ ἐπίκληση τν δύο τυφλν, δηλαδὴ «ἐλέησον μς, υἱὲ Δαυίδ» (Ματθ. 9,27), εναι μι παραλλαγ τς γνωστς προσευχς «Κύριε ησοΧριστέ, Υἱὲ το Θεοῦ, ἐλέησον μς» πο συνηθίζουμε ν χαρακτηρίζουμες εχ τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ εχ ατ δν εναι φεύρεση τν μοναχν, λλ’πως εδαμε παραπάνω, τν προσευχ ατ τ συνέστησε  Χριστς κα τχρησιμοποίησαν οἱ Ἀπόστολοι. Εναι να μαστίγιο ναντίον τν δαιμόνων: «ησοῦ ὀνόματι μάστιζε πολεμίους», γράφει ὁ ἅγιος ωάννης τς Κλίμακας. προσευχ ατ κρύβει μέσα της τ μυστήριο τς γίας Τριάδος. Ὁ Ἰησος εναι Υἱὸς το Πατέρα κα τὸ ἔλεος καὶ ἡ χάρη ρχεται σ μς μ τὸ Ἅγιο Πνεμα.  εχ τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησο χαρίζει στν νθρωπο ποὺ συνεχς τ χρησιμοποιε, δύναμη, γρήγορση, καθαρότητα νο, τ χάρισμα τν ζωοποιν δακρύων, γάπη γι τος δελφούς μας, πόθο γι τ σωτηρία μας κα γενικ συνδέει τν νθρωπο μ τ Θεό.

 χρησιμοποίηση τς εχς
Γι ν μπορέσει ν καρποφορήσει  εχ τοῦ Ἰησο, θ πρέπει νταπεινώσουμε τν αυτό μας κα ν’ γαπήσουμε τ Χριστό. ναςγιορείτης λεγε πώς, ταν λέμε «Κύριε ησο Χριστέ, λέησον μς», ντονίζουμε τ ρμα, δηλαδὴ «ἐλέησον μς», πως τ τόνιζαν ο σημερινοτυφλοί το Εαγγελίου. Ν ταπεινώνουμε τν αυτό μας, ν κλαμε γι τςμαρτίες μας, ν’ ναγνωρίζουμε στ Θε τν προτεραιότητα στ ζωή μας κιτσι θὰ ἔχουμε καρποφορία μέσα μας. ταν λέμε τ λόγια μ μιπνευματικ ξηρότητα κα χωρς ν’ γαπμε Ατν ποὺ ἐπικαλούμεθα, τότε δν μπορομε ν καρποφορήσουμε πνευματικά.  χωρς προσοχ προσευχὴ ἀφήνει μέσα μας να κενό.

δελφοί μου,
Τ λόγια πο επαν ο τυφλοί, θ μπορούσαμε ν πομε πς ταν να θερμ «Κύριε ησο Χριστέ, λέησον μς» κι μως βρκαν να χανς πέλαγος σωτηρίας. ς προσευχηθομε κι μες λέγοντας τν εχ ζωντανά, γι ν μς λεήσει  Θεός.

από το ΠΡΟΣΧΩΜΕΝ

Αγαπώντας την αγαπώσα( Μαρία Μαγδαληνή)






Αύριο τιμάμε μια από τις πλέον αγαπημένες μου αγίες, την ισαπόστολο και μυροφόρο Μαρία την Μαγδαληνή και ένιωσα την ανάγκη και κάθισα και έγραψα μόλις όλα τα παρακάτω, από αγάπη για την αγία, έτσι άναρχα και αυθόρμητα και αδόμητα και όπως μου είπε η καρδιά μου, εν παραφορά παραφοράς .
Θέλει καλή θέληση να το διαβάσετε γιατί δεν είναι μόνο οι παρερμηνείες για την αγία Μαρία πού εξακολουθούν να υπάρχουν ανάμεσα μας , αλλά και το μετανοϊκό μας ήθος δεν είναι ορθόδοξο, αλλά βολευόμαστε με ζαχαρόπηκτα χαπάκια πού είναι ξένα στο ήθος μας. Και δεν έχει να κάνει με την γνώση, αλλά το τί έχει ο καθένας μας στην καρδιά του
Όταν ήμουν μικρός είχε πέσει στα χέρια μου ο βίος της και μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση η αφοσίωση και η αγάπη της στον Χριστό. Και έτσι με την θερμή της νεανικής καρδιάς και την αγνότητα πού είχαμε όταν είμαστε παιδιά, εντυπώθηκε μέσα μου βαθιά η τιμή και η αγάπη προς το πρόσωπο της.
Μεγαλώνοντας και ερχόμενος σε επαφή, όχι μόνο με την ορθόδοξη χαρά και πνευματικότητα, αλλά κυρίως με την θρησκευτική σαχλαμάρα πού επικρατεί σαν θόρυβος πάνω στην απλή σιωπηλή αλήθεια,διάβασα μύθους και μυθεύματα για το πρόσωπο της από «δικούς» και ξένους , πιο πολύ από «δικούς» και εξοργίστηκα και ταράχτηκα. Αυτή η εικόνα της μετανοούσας πρώην πόρνης πού τα δίνει όλα μετά στον Χριστό και ζει με το ενοχικό αυτομαστίγωμα μέχρι το τέλος. Αυτός ο ρομαντισμός μιας κόρης με τα ξέπλεκα μαλλιά με όλη αυτή την στομφώδη γοητεία και έμφαση περί σεξ. Το σεξ πουλάει εκτός της εκκλησίας πάρα πολύ, πόσο μάλλον σε θρησκευτικά περιβάλλοντα,πού αντιποιούνται το εκκλησιαστικό ήθος και όπου υπεισέρχεται εύκολα και ακμάζει κάθε συναισθηματισμός. Το σεξ πουλάει είτε κατακριτικά ως αμαρτία, είτε κάνοντας κανείς την αγιογραφία του και απαλύνοντας τις εντυπώσεις για κάποιες συμπεριφορές πού κινούνται γύρω από αυτό. Υπάρχει μια εμμονή γενικά γύρω από το σεξ είτε κατακριτικά, είτε με όλη αυτή την άνεση του «μπασμένου» ανθρώπου στον κόσμο, στις θρησκείες, αλλά δεν θα αναλύσω εγώ τις αιτίες του φαινομένου.
Αλλά τί πιο ρομαντικότερο και συναισθηματικότερο από την μετανοούσα ψυχή, πού γονατιστή σε μια σκοτεινή γωνιά ενός γοτθικού ή βυζαντινού ναού αναπέμπει χείρας εις ουρανόν,προς τον υπερυψωμένο εξουθενωτικό τρούλο , όχι με πνεύμα συντριβής ως ο τελώνης, αλλά με επιδεικτική μετάνοια, θέμα για έναν αναγεννησιακού τύπου πίνακα, πού γλυκαίνει επιφανειακά την καρδιά.
Τί πιο απενοχοποιητικό από την αγγίξασα ή μη αγγίξασα με επιφανειακή συναισθηματική αγάπη μετανοούσα μυροφόρου, για όσους και όσες είχαν εκστάσεις και οράματα και μείξεις με το Ιερό Σώμα του Χριστού ως «πνευματικές εμπειρίες» υπέρτερες,περί ων βλακώδης ο λόγος. Δηλαδή οι θρησκευτικοί άνθρωποι και ιδιαίτερα της εσπερίας, από όπου για υποκειμενικούς και άσχετους λόγους προήλθε και η πλάνη, θέλουν να ξεπλύνουν μια ζωή ανομίας με μια στιγμή επιδεικτικής αγάπης και με την καλλιέργεια ενός επιφανειακού συναισθήματος, θέλοντας να αποκτήσουν αυτό πού μια Οσία Μαρία Αιγυπτία της καθ ημάς παραδόσεως απέκτησε μετά από σαρανταεπτά χρόνια στην έρημο με ουσιαστική και εις βάθος συντριβή και μετάνοια.Πόσο λοιπόν εύκολα δέχτηκαν μια Μαγδαληνή Μαρία, δυναμικής ακολούθου του Ιησού, στον σταυρό, στην ταφή, στην ανάσταση, ως πρότυπο μιας τέτοιας θρησκευτικότητας και πόσο εύκολα την υιοθετήσαμε και εμείς και ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλο μας.
Και όσο για την ένταση της αγάπης , πώς μπόρεσαν να σκεφτούν πώς οι θεατρινισμοί της στιγμής όση μαεστρία κι αν δείχνουν, μπορούν να ανταγωνιστούν σε πιστότητα και ένταση το βάθος της αγάπης της αμαρτωλής πού προσέγγισε τον Χριστό, η οποία συγχωρέθηκε για τις αμαρτίες της τις πολλές, γιατί αγάπησε πολύ ή του ληστή πού με ένα βαθύ Μνήσθητι εξαγόρασε έναν ολόκληρο βίο και πολιτεία, λες και ο Θεός μυκτηρίζεται και ευμενίζεται με τύπους εξωτερικούς και με την αποδοχή των ανθρώπων.
Και ας μην αναφερθούμε και στις παγανιστικές γνωστικές δοξασίες περί Μαγδαληνής πού γέννησαν κοντά στα άλλα και τον φεμινισμό, γιατί θα παρεκκλίνουμε πολύ.
Η αγάπη και η δύναμη της Μαγδαληνής δεν χρειάζονται μυθώδεις σάλτσες και στηρίγματα. Μια δυναμική γυναίκα, μάλλον πλούσια και μάλλον προχωρημένης ηλικίας αν κρίνουμε από την θέση της και το κύρος της ανάμεσα στις μυροφόρες, πού αφοσιώθηκε στον Χριστό. Αγάπη κραταιά ως ο θάνατος και ως τον θάνατο.Αγάπη πού δεν υπολογίζει σταυρωτές και φρουρούς του τάφου, αγάπη πού αξιώνεται πρώτη μαζί με την Θεοτόκο παρακαλώ, το Χαίρετε μετά την Ανάσταση.
Πώς να μην αγαπήσεις μια τέτοια προσωπικότητα! Ιδιαίτερα όταν είναι τόσο μουντζουρωμένη με τις φοβίες, τους πόθους και τις ανοησίες του καθενός όπου λέει θρησκεύεται…Και αισθάνεσαι και εσύ ο ολίγος, μέσα σε μια παραφορά παιδικής αγάπης, πώς θέλεις να προστατέψεις την εικόνα της από κάθε καπηλεία και από κάθε καρικατούρα «καλής» ή κακής πρόθεσης…

έγραφα χθες 21-7-17 στο ΦΒ

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails