ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανάσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανάσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Μαΐου 03, 2022

Nα χαίρεσαι και συ αδελφέ με τη Θεοτόκο, καθώς χάρηκαν και οι θείες Μυροφόρες, η Μαγδαληνή Μαρία, η Σαλώμη και η Ιωάννα.



Μπορείς, αν θέλεις, να γίνεις και συ στη ψυχή σαν αυτές, όπως σε προτρέπει ο Θεολόγος Γρηγόριος λέγοντας: «κι αν είσαι κάποια Μαρία, ή Σαλώμη, ή Ιωάννα, δάκρυσε τα χαράματα, δες πρώτη το λίθο κυλισμένο, ίσως και τους αγγέλους κι αυτόν τον Ιησού»·
τα λόγια αυτά ερμηνεύοντας ο σχολιαστής Νικήτας λέει: «Μαρία Μαγδαληνή είναι κάθε ψυχή πρακτική, που καθαρίστηκε με το λόγο των ευαγγελικών εντολών, σαν από δαιμόνια, από την «προσπάθεια» (προσκόληση) της πρόσκαιρης αυτής ζωής.
Σαλώμη, που ερμηνεύεται ειρήνη, είναι η ψυχή εκείνη που νίκησε τα πάθη και υπέταξε το σώμα στη ψυχή, απέκτησε με τη θεωρία τη γνώση των όντων των πνευματικών νοημάτων και γι αυτό κατέχει την τέλεια ειρήνη.
Ιωάννα πάλι, ερμηνεύεται περιστερά, και είναι η ψυχή εκείνη η άκακη και γονιμότατη στις αρετές, που απέβαλε κάθε πάθος με την πραότητα και είναι θερμή στο να γεννά τα πνευματικά νοήματα με γνώση και διάκριση.
Αν γίνη τέτοια η ψυχή σου αγαπητέ, πήγαινε σαν τις Μυροφόρες με προθυμία και ταχύτητα – γιατί ο όρθρος αυτό φανερώνει – στον τάφο, δηλαδή στό βάθος της καρδιάς σου, που είναι κρυμμένος ο λόγος των επίγειων και των ουράνιων και ζήτησε με δάκρυα νοητά και αισθητά να μάθεις, αν αναστήθηκε ο λόγος της αρετης και της γνώσεως, που είναι μέσα σου.
Αν ζητήσεις με τέτοιο τρόπο, πρώτα θα δεις να φεύγει από την καρδιά σου ο λίθος, δηλαδή η πώρωση της ασάφειας του λόγου, και αφού φύγει αυτή θα δεις τους αγγέλους, δηλαδή τις κινήσεις της συνειδήσεώς σου να σου κηρύττουν, ότι αναστήθηκε μέσα σου ο λόγος της αρετής και της γνώσεως, που είχε νεκρωθεί από την αμαρτία· επειδή στη ψυχή του φαυλοβίου ανθρώπου ο λόγος δεν ενεργεί, αλλά είναι σαν νεκρός.
Έπειτα θα δεις κι αυτόν τον ίδιο το λόγο να σου εμφανίζεται στό νου γυμνός και χωρίς τύπους και σύμβολα και να γεμίζει τις νοερές δυνάμεις της ψυχής σου από χαρά πνευματική.
Αφού λοιπόν πληροφορηθείς έτσι την Ανάσταση του λόγου με την πρακτική Μαρία, δηλαδή τη Μαγδαληνή, που είναι τύπος της πρακτικής ασκήσεως, να χαίρεσαι μαζί μέ την άλλη Μαρία, τή Μητέρα του Θεού, που είναι ο τύπος της θεωρητικής ζωής, η οποία αφού πήγε πρώτη και είδε μια φορά την Ανάσταση του Υιού της, πληροφορήθηκε και ησύχασε και δεν ξαναπήγε στον τάφο, σαν τις άλλες μυροφόρες, επειδή η θεωρία προηγείται και αντιλαμβάνεται απλά και άμεσα, ενώ η πράξη ακολουθεί και αποκτά τη γνώση με την πείρα.

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ

Τρίτη, Μαΐου 18, 2021

Ολιβιέ Κλεμέντ-Η Ζώσα Ζωή(απόσπασμα)



Στὴ Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία, τὸν καιρὸ τῶν διωγμῶν, ἀποκαλοῦσαν τοὺς Χριστιανοὺς «ἐκείνους ποὺ δὲν φοβοῦνται τὸν θάνατο». Ἡ ἐμπειρία τοῦ μαρτυρίου (κι ὁ 20ος αἰώνας ἀνέδειξε ἀναμφίβολα περισσότερους μάρτυρες ἀπ’ ὅσους ὁλόκληρη ἡ προγενέστερη ἱστορία τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου) εἶναι μία μυστικὴ ἐμπειρία, μία ἐμπειρία, δηλαδή, Πασχάλια. Στὸ Χριστιανισμό, κάθε μυστικὴ ἐμπειρία τελικὰ δὲν μπορεῖ νἆναι στὴν πραγματικότητα παρὰ μόνο ἐμπειρία τοῦ Πάσχα.


Ὁ μάρτυρας εἶναι ἕνας ὁποιοσδήποτε ἄνθρωπος, καθόλου ἕνας ἀσκητής, ἕνας ἄνθρωπος ὅμως γεμάτος μὲ πίστη. Τὴ στιγμὴ τοῦ πιὸ μεγάλου πόνου δὲν γίνεται σκληρὸς κι ἄκαμπτος, οὔτε ἐπαναστατεῖ, ἀλλὰ παραδίδεται στὸ Χριστό, ταυτίζεται μὲ τὸν Ἐσταυρωμένο καὶ μαζί Του συγχωρεῖ τοὺς δήμιούς του, παρακαλώντας: «Πάτερ, ἅφες αὐτοῖς, οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λκ. κγ', 34). Τὸν πλημμυρίζει τότε ἡ χαρὰ τῆς ἀνάστασης καὶ συχνὰ τὸν λυτρώνει ἀπὸ τὸν πόνο.

Ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς καλούμαστε, μ’ ἕνα τρόπο πολὺ ταπεινὸ καὶ διαφορετικὸ ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλο, νὰ ζήσουμε αὐτὴ τὴν ἐμπειρία ἀργὰ ἤ γρήγορα, ἴσως στὴν ἐπιθανάτιά μας ἀγωνία....

«Ἐγὼ εἰμι ἡ Ἀνάστασις καὶ ἡ Ζωή• ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἄν ἀποθάνῃ, ζήσεται• καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰώνα». ( Ἰωάν. ια', 25-26).

Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ὑψηλὴ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία, ὁ Χριστιανισμὸς δὲν ἀγγέλλει πρῶτα, οὔτε μοναχά, τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς. Σ’ ἀντίθεση μὲ τὸν Ἰουδαϊσμό, δὲν ἀγγέλλει μόνο τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν τὴν ἔσχατη ὥρα τοῦ κόσμου. Ὁ Χριστιανισμὸς ἀγγέλλει τὴν ἐν Χριστῷ ἀνάστασή μας ἀπὸ τώρα. Κηρύττει τὴ μυστική, μὰ πραγματική, παρουσία τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν ἀπὸ τώρα. Ἀγγέλλει στὸν κόσμο ὅτι ἡ αἰωνία ζωὴ ἀρχίζει ἀπὸ ἐδῶ κάτω στὴ γῆ καὶ πὼς «ὁ ἄλλος κόσμος», ἐν Χριστῷ βρίσκεται στὴν καρδιά, στὰ ἐνδόμυχα τοῦ κόσμου τούτου. Ὁ Πὼλ Ἐλυὰρ ἦταν προφητικὸς ὅταν ἔγραφε: «Ὑπάρχει ἕνας ἄλλος κόσμος ποὺ εἶν’ ὡστόσο σὲ τοῦτο δῶ τὸν κόσμο μέσα».

Λέγεται γιὰ τὸν μυθιστοριογράφο Τολστόη πὼς ἦταν «ἕνας ἐνορατικός της σάρκας», πὼς ἔβλεπε τὸ μυστήριο μέσα στὴν ἴδια τὴν πυκνότητα τῶν ὄντων καὶ τῶν πραγμάτων. Αὐτὸ θὰ μποροῦσε νἆναι ἕνας ἀρκετὰ καλὸς ὁρισμὸς τοῦ Χριστιανοῦ σὰν Πασχάλιου ἄνθρωπου, σὰν ἐνορατικοῦ τοῦ Πασχάλιου μυστηριακοῦ χαρακτήρα τοῦ ὄντος.

Ὁ θάνατος, μὲ τὴν τρομερὴ καὶ καθολικὴ ἔννοια αὐτοῦ τοῦ ὅρου, δὲν ὀρθώνεται πιὰ μπροστά μας, ἀλλ’ ἀποτελεῖ παρελθοῦσαν κατάσταση, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε καὶ τὸ Βάπτισμα μᾶς ἔχει ἐνδύσει καὶ περιβάλει μὲ τὴν ἀνάστασή του. Ἀπὸ δῶ καὶ μπρὸς ὅλες οἱ καταστάσεις θανάτου, ποὺ πρέπει νὰ διέλθουμε, περιλαμβανομένου καὶ τοῦ σωματικοῦ μας θανάτου («κἄν ἀποθάνῃ, ζήσεται») εἶναι μοναχὰ περάσματα (διαπορεύσεις), ἰσάριθμα πάσχα (ξέρουμε ὅτι ἡ λέξη «πεσσὰχ» σημαίνει «πέρασμα»), ὅπου ἡ ζωὴ λαμπικάρεται καὶ γίνεται πιὸ καθάρια καὶ διαφανής, πιὸ ἔντονη. Μᾶς συμβαίνει κάποτε νὰ περπατᾶμε νωρὶς τὸ πρωὶ σὲ μία βουνοκορφή, πού, σταματώντας τὶς ἀκτίδες, ποὺ ἀκόμα χαμοφέγγουν, ὁροθετεῖ ἀνάμεσα σκιᾶς καὶ φωτός. Ἔτσι πορευόμαστε κι ἐμεῖς ἀνάμεσα βραδύνοντος θανάτου καὶ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ποὺ ἔρχεται. Στὸ βάθος τῆς καρδίας μας «μεταβεβήκαμεν (ἤδη) ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν».

«Ξέρω πὼς δὲν θ’ ἀποθάνω», ἔγραφε ἕνας Ἕλληνας μυστικὸς συγγραφέας τοῦ 11ου αἰώνα, «γιατί νοιώθω ὁλόκληρη τὴ ζωή, ποὺ ἀναβλύζει μέσα μου». Ὅλα, καὶ τὶς αἰσθήσεις καὶ τοὺς λογισμούς μας, τὴν ὀδύνη μας καὶ τὴν εὐτυχία μας καὶ τὴν ὑποδοχὴ προσώπων καὶ πραγμάτων, πρέπει νὰ τὰ αἰωροῦμε ἀσταμάτητα μέσα σ’ αὐτὸ τὸν ὠκεανὸ Φωτός, γιὰ νὰ μᾶς κατακλύσει, καὶ γιὰ ν’ ἀκτινοβολεῖ ἀπό μᾶς, ἀνάλαφρη καὶ δυνατή, ἡ χαρὰ τοῦ ὑπάρχειν.

Τὴν ἀγαθὴ δύναμη, ποὺ μᾶς ἔρχεται μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο καὶ ποὺ ἀναβλύζει, «ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς», ἀπὸ τὸ ἅγιο τῆς Θείας Εὐχαριστίας ποτήριο, χρέος ἔχουμε νὰ τὴν καταχωροῦμε στὴν ἱστορία. Ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ πάνω στὸν ἅδη καὶ τὸ θάνατο ἀπαιτεῖ νὰ μαχόμαστε ἐνάντια σ’ ὅλες τὶς μορφὲς θανάτου, ἐνάντια σ’ ὅλες τὶς καταχθόνιες καταστάσεις, μέσα στὰ πλαίσια τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς κοινωνίας• ἐνάντια στὴ φυσικὴ ἤ τὴν ἠθικὴ ὑποδούλωση, ἐνάντια στὴ μοναξιά, τὸ βασανισμό, τὴ δολοφονία καὶ τὴν αὐτοκτονία, ἐνάντια στὸ ψεῦδος καὶ τὴν ἐκλεπτυσμένη γοητεία τοῦ μηδενὸς καὶ τῆς ἀνυπαρξίας, ἐνάντια στὸ καθετὶ ποὺ ἀποξηραίνει καὶ σκληρύνει ἐδῶ τὶς καρδιές, κι ἀλλοῦ τὴ γῆ καὶ τὰ σώματα.

Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου μᾶς ἐλευθερώνει ἀπὸ τὶς ὁλοκληρωτικὲς οὐτοπίες, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἡ Χριστιανωσύνη δὲν προφυλάχτηκε πάντα. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Βασιλεία αὐτὴ ἀναδύεται ἤδη μέσα στὴν εἰρήνη, τὸ κάλλος καὶ τὴν ἀγάπη τῆς θ. λειτουργίας καὶ τῆς θεωρίας μᾶς ἐλευθερώνει ἀπὸ τὶς ἀπογοητεύσεις καὶ τὶς πικρίες, ποὺ καθιστοῦν τὸν ἄνθρωπο κυνικὸ καὶ σκληρό.

Τίποτα δὲν εἶναι περισσότερο δημιουργὸ ἱστορίας ἀγαθῆς ἀπὸ τὸ μυστήριο τοῦ Πάσχα (καὶ κατὰ συνέπεια ἀπὸ τὴν προσδοκία καὶ τὴν προβίωση τῆς Ἐπιστροφῆς τοῦ Χριστοῦ), ποὺ γίνεται τωρινὴ πραγματικότητα μέσα στὴν ἱκετήρια μεσιτεία τῶν μοναχῶν, ποὺ σκεπάζει τὸν κόσμο μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα ἀδελφότητας τῶν εὐχαριστιακῶν κοινοτήτων, τῶν ἀπαρχῶν αὐτῶν κοινωνικῆς ἐπανένωσης, ἐκεῖ ποὺ παντοῦ πληθύνονται τραγικὰ οἱ ἀθεράπευτες κοινωνικὲς πληγές, τὰ γκουλὰγκ ἤ οἱ ἀναίσθητες μεγαλουπόλεις, ἀλλὰ καὶ μέσα στὶς ὁράσεις τῶν προφητῶν, ποὺ βλέπουν νὰ ἀνατέλλει ἡ ζωή, μέσα στὴν ἤρεμη δύναμη τῶν «βασιλέων» ἐκείνων, ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ τὴν κοινωνία τῶν προσώπων καὶ τὸ κάλλος. Τὸ «μυστήριο τοῦ θυσιαστηρίου», ἔλεγε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, εἶναι ἀξεχώριστο ἀπὸ τὸ «μυστήριο τοῦ ἀδελφοῦ».

Ἡ ἀληθινὴ «θεολογία τῆς ἀπελευθέρωσης» εἶναι θεολογία τοῦ Πάσχα• ὄχι μοναχὰ ἕνας ἐπαναστατικὸς (καὶ πνευματικὸς ἐπίσης) συμβολισμὸς ἑνὸς λαοῦ, ποὺ ἀποσπᾶται ἀπὸ τὴν Αἰγυπτιακὴ δουλεία, ἀλλὰ καὶ γονιμοποίηση τῆς Ἱστορίας μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ περιλαμβάνει καὶ τὶς ἀπαραίτητες μορφὲς κοινωνικῆς ἀπελευθέρωσης, ἀλλὰ καὶ τὶς σχετικοποιεῖ καὶ τὶς ἐπαναπροσανατολίζει ὄχι πρὸς μίαν ἱστορία, ποὺ θὰ εἶναι σίγουρα ἐπιτυχὴς μέσα στὰ δικά της ὅρια, ἀλλὰ πρὸς τὴν Ἔλευση τοῦ Κυρίου.

Μόνο ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀνάστασή μας ἐν Αὐτῷ μποροῦν νὰ μεταμορφώσουν στὰ μύχια τῆς ψυχῆς μας τὸ μῖσος σὲ ἐμπιστοσύνη καὶ νὰ κάνουν ὥστε νὰ ἀναφανοῦν ἄνθρωποι ἐλευθερωμένοι ἀπὸ τὸ θάνατο, τὸν θεμελιώδη, πνευματικὸ θάνατο, καὶ κατὰ συνέπεια ἱκανοὶ νὰ πραγματοποιοῦν μέσα στὴν ἱστορία ἀπελευθερωτικὰ κατορθώματα, ποὺ νὰ μὴ ὑποδουλώνουν τὸν ἄνθρωπο διαφορετικά, κατορθώματα ἀγάπης νοήμονος, μαχητικῆς καὶ δημιουργικῆς, ποὺ θὰ περιορίσουν κι ὕστερα θὰ μεταθέσουν στὸ ἐσωτερικο τοῦ ἀνθρώπου τὴ βία καὶ θὰ συντρίψουν τὰ αἴτια καὶ τὰ παράγωγά της.

Ἴσαμε τὴν Ἔλευση τοῦ Χριστοῦ πορευόμαστε μέσα στὴ σποδὸ τοῦ θανάτου, ἀλλὰ τὸ ζωοποιὸν Πνεῦμα, τὸ Πνεῦμα τῆς Ἀνάστασης — ἂν Τὸ ἀφήσουμε νὰ μᾶς διαπεράσει — διασκορπίζει κάποτε καὶ διαλύει τὴ σποδὸ τούτη γιὰ νὰ μᾶς ἀποκαλύψει τοὺς ἀπαστράπτοντες πολύτιμους λίθους τῆς Πασχάλιας Πολιτείας, ὅπου ἐπὶ τέλους ὁ θάνατος ἀποκαλύπτεται νεκρὸς καὶ ὁ κόσμος φανερώνεται μεταμορφωμένος.

Τρίτη, Μαΐου 11, 2021

Αὐτό εἶναι τό τριπλό δῶρο τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ

 Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Κύριός μας, εἰσέρχεται μετά τήν Ἀνάσταση, κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, καί ἐμφανίζεται, «οὔσης ὀψίας», στούς μαθητές Του. Κομίζει στούς Ἀποστόλους τρία δῶρα, καί σέ ἀνταπόδοση τούς δίνει τήν ἐντολή ἤ τούς παραγγέλλει νά φέρουν εἰς πέρας μία ἀποστολή. Ποιά εἶναι αὐτά τά τρία ἀναστάσιμα δῶρα καί ποιά ἡ ἀποστολή ποὺ τά συνοδεύει;

Τό πρῶτο δῶρο εἶναι τό δῶρο τῆς Εἰρήνης; «Ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καί ἔστη εἰς τό μέσον, καί λέγει αὐτοῖς• εἰρήνη ὑμῖν» (Ἰωάν. 20,19). Ἡ εἰρήνη σημαίνει μία αἴσθηση κατεύθυνσης: Ὄχι τήν ἀπουσία πειρασμῶν καί ἀγώνα -αὐτά συνεχίζονται μέχρι τέλους τῆς ζωῆς μας- ἀλλά τήν ἀπουσία ἐκείνης τῆς σύγχυσης, τῆς παραζάλης καί τῆς ἀβεβαιότητας, πού κάνουν τόν ἄνθρωπο νά παραλύει. Τέτοια ἦταν ἡ κατάσταση τῶν μαθητῶν. Ὅταν εἶδαν τόν Κύριό τους νά πεθαίνει στό Σταυρό, ἀπογοητεύτηκαν βαθιά καί τράπηκαν σέ φυγή, ὅπως τά πρόβατα χωρίς ποιμένα. Δέν εἶχαν ἰδέα τί θά ἔπρατταν στή συνέχεια. Ὅμως τώρα πού συνάντησαν τόν ἀναστημένο Σωτήρα, ἔχουν πλέον μέσα τούς εἰρήνη. Ἔχουν μία αἴσθηση προσανατολισμοῦ καί ξέρουν πού πηγαίνουν.

Τό δεύτερο δῶρο εἶναι τό δῶρο τῆς Χαρᾶς: «ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταί ἰδόντες τόν Κύριον» (Ἰωάν. 20,20). Ἡ ἀπόγνωση πού ἔνιωσαν οἱ μαθητές ὅταν εἶδαν τόν Χριστό σταυρωμένο μετατράπηκε τώρα σέ ἀγαλλίαση. Συντετριμμένοι προηγουμένως, ζαρωμένοι ἀπό τό φόβο πίσω ἀπό κλειδωμένες πόρτες, μεταμορφώνονται ἔξαφνα ἀπό μία μεγάλη χαρά.

Τό τρίτο δῶρο εἶναι τό σημαντικότερο ὅλων, εἶναι ἡ δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: «Ἐνεφύσησε καί λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον» (Ἰωάν. 20,22). Προεξοφλώντας τήν πληρέστερη ἀποκάλυψη κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ὁ ἀναστημένος Χριστός καθιστᾶ τοὺς Ἀποστόλους «πνευματοφόρους». Αὐτό, ἀπό μία ἄποψη, μπορεῖ κανείς νά τό δεῖ ὡς τό πλήρωμα τοῦ σκοποῦ τῆς Ἐνσάρκωσης: ὅπως βεβαιώνουν οἱ Πατέρες, «ὁ Λόγος ἐνσαρκώθηκε γιά νά μπορέσουμε ἐμεῖς νά ἀξιωθοῦμε τό Ἅγιο Πνεῦμα». Ὅπως λέει καί ὁ Βλαδίμηρος Λόσκυ: «Ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα μας -προσωπική καί ἀναφαίρετη στόν καθένα μας- εἶναι τό θεμέλιο ὅλης τῆς χριστιανικῆς ζωῆς».





Αὐτό εἶναι τό τριπλό δῶρο τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ: Εἰρήνη, Χαρά καί Ἅγιο Πνεῦμα. Ὅμως τά δῶρα ὑπάρχουν πάντα γιά νά μοιράζονται μέ τούς ἄλλους καί νά γίνονται χρήσιμα γιά τό καλό τῶν ἄλλων γι’ αὐτό καί τό τριπλό δῶρο κουβαλᾶ μαζί του καί μία πρόσκληση ἀποστολῆς. «Καθώς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς» (Ἰωαν. 20, 21): ἡ Εἰρήνη, ἡ Χαρά καί ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συνεπάγονται τό στάλσιμο τῶν Ἀποστόλων σέ μία ἀποστολή. Πρέπει νά προεκτείνουν τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ στό χρόνο καί τό χῶρο, φέρνοντας τό δικό Του μήνυμα συγχωρήσεως στούς ἀπεγνωσμένους καί ἐξουθενωμένους. Ἐνδυναμώθηκαν διά τοῦ Πνεύματος γιά νά κομίσουν μαρτυρία: «ὑμεῖς δέ ἐστε μάρτυρες τούτων» (Λουκ. 24,48).

Κι ὡστόσο, ὁ Κύριος, καθώς προσφέρει τά τρία δῶρα Του καί ἐμπιστεύεται στούς Ἀποστόλους ἕνα ἔργο, κάνει καί κάτι ἄλλο: «Ἔδειξεν αὐτοῖς τάς χεῖρας καί τήν πλευράν» (Ἰωάν, 20,20). Γιατί; Δέν χωρᾶ καμία ἀμφιβολία πώς νά τούς διαβεβαιώσει πώς αὐτός πού στέκεται μπροστά τους εἶναι πράγματι Ἐκεῖνος ὁ Ἴδιος, ἀναστημένος ἀπό τούς νεκρούς μέ τό ἴδιο φυσικό σῶμα πού ὑπέφερε πάνω στό Σταυρό. Ὅμως ὑπάρχει σίγουρα κι ἕνας βαθύτερος λόγος. Ἄν ὁ Σωτήρας τούς δείχνει τά πέντε στίγματα τῶν πληγῶν τοῦ Πάθους, νωπά ἀκόμα στή σάρκα Του, εἶναι γιά νά τούς καταστήσει σαφές πώς μόνο ἕνας τρόπος ὑπάρχει νά ἐκπληρώσουν μέ ἐπιτυχία τήν ἀποστολή πού τούς παρέδωσε. Κι αὐτός ὁ τρόπος εἶναι νά Τόν ἀκολουθήσουν στό δρόμο τοῦ Σταυροῦ, νά μοιραστοῦν μαζί Του τήν οὐσιαστική αὐτοπροσφορά Του, νά βαστάξουν «ἐν τῷ σώματι, τά στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ» (Γαλ. 6,17). «Ὑμεῖς ἐστε μάρτυρες τούτων» (Λουκ. 24,48): ὅσο ὁ καθένας μας γίνεται μάρτυρας, δηλαδή σύν-πάσχει καί σύν-μαρτυρεῖ μαζί μέ τό Χριστό, ὅσο εἴμαστε ἐκτεθειμένοι, ἀνοιχτοί στό πόνο τῶν διπλανῶν μας, τόσο θά μποροῦμε κι ἐμεῖς νά εἴμαστε ἀληθινοί ἀπόστολοι.

Στίς βιτρίνες τῶν γραφείων κηδειῶν ὑπάρχει κάποιες φορές ἡ ἐπιγραφή «Δεχόμαστε παραγγελίες στεφάνων ἤ σταυρῶν». Ὅμως στή πραγματικότητα δέν ὑπάρχει δυνατότητα ἐπιλογῆς μεταξύ τῶν δύο: δέν μποροῦμε νά φορέσουμε τό στεφάνι τῆς ἀναστάσιμης νίκης, ἄν δέν σηκώσουμε μαζί μέ τό Χριστό τό Σταυρό. Κατά τό Μεσαίωνα, τά «πασχάλια μνήματα», οἱ κατασκευές δηλαδή ἐκεῖνες πού ἑτοιμάζονταν γιά νά στολίσουν κάθε Πάσχα τούς ἀγγλικούς ναούς, ἔφεραν πάνω τους τήν ἐπιγραφή «Vincit qui patitur» – «Αὐτός πού πάσχει νικᾶ». Αὐτό συνέβη μέ τό Σωτήρα μας καί αὐτό πρέπει νά συμβεῖ καί μέ μᾶς. Ἄς βαστάξουμε λοιπόν στό σῶμα μας τά στίγματα τοῦ σταυρωθέντα Ἰησοῦ, καί στή συνέχεια, μέ τή δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θά μοιραστοῦμε μαζί μέ τούς ἄλλους τήν Εἰρήνη καί τή Χαρά τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ!

επισκ. Διοκλείας Κάλλιστος

Τετάρτη, Μαΐου 05, 2021

...κατόρθωμα ὄχι μόνο ἀνδρῶν, ἄλλα καὶ γυναικῶν καὶ παρθένων καὶ μικρῶν παιδιῶν...



Μεγίστη ἀπόδειξη τῆς Ἀναστάσεως εἶναι ὅτι ὁ Ἐσφαγμένος Χριστὸς ἔδειξε μετὰ τὸν θάνατο τόση δύναμη, ὥστε ἔπεισε τοὺς ζωντανοὺς νὰ περιφρονήσουν καὶ πατρίδα καὶ σπίτι καὶ φίλους καὶ συγγενεῖς καὶ τὴν ἴδια τὴ ζωή τους γιὰ χάρη του καὶ νὰ προτιμήσουν μαστιγώσεις καὶ κινδύνους καὶ θάνατο. Αὐτὰ δὲν εἶναι κατορθώματα νεκροῦ κλεισμένου στὸν τάφο, ἀλλὰ ἀναστημένου καὶ ζωντανοῦ.

Πρόσεξε παρακαλῶ: Οἱ ἀπόστολοι, ὅταν μὲν ζοῦσε ὁ Διδάσκαλος ἀπὸ τὸν φόβο τοὺς τὸν πρόδωσαν κι ἐξαφανίσθηκαν ὅλοι. Ὁ Πέτρος μάλιστα τὸν ἀρνήθηκε μὲ ὅρκο τρεῖς φορές. Ὅταν ὅμως πέθανε ὁ Χριστός, αὐτὸς ποὺ τὸν ἀρνήθηκε τρεῖς φορὲς καὶ πανικοβλήθηκε μπροστὰ σὲ μίαν ὑπηρετριούλα, τόσο ἀπότομα ἄλλαξε, ὥστε ν᾿ ἀψηφήσει ὁλόκληρο λαὸ καὶ μέσ᾿ στὴ μέση του Ἰουδαϊκοῦ ὄχλου νὰ διακηρύξει ὅτι ὁ σταυρωθεὶς καὶ ταφεὶς ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν τὴν τρίτη ἡμέρα καὶ ὅτι ἀνέβηκε στὰ οὐράνια. Καὶ τὰ κήρυξε ὅλα αὐτὰ χωρὶς νὰ ὑπολογίσει τὴ φοβερὴ μανία τῶν ἐχθρῶν καὶ τὶς συνέπειες.

Ποῦ βρῆκε αὐτὸ τὸ θάρρος; Ποῦ ἀλλοῦ, παρὰ στὴν Ἀνάσταση. Τὸν εἶδε καὶ συνομίλησε μαζί του καὶ ἄκουσε γιὰ τὰ μέλλοντα ἀγαθά, κι ἔτσι ἔλαβε δύναμη νὰ πεθάνει γι᾿ Αὐτὸν Καὶ νὰ σταυρωθεῖ μὲ τὴν κεφαλὴ πρὸς τὰ κάτω. Τὸ ἐξόχως σπουδαῖο εἶναι ὅτι ὄχι μόνο ὁ Πέτρος καὶ ὁ Παῦλος καὶ οἱ λοιποὶ ἀπόστολοι, ἄλλα, καὶ ὁ Ἰγνάτιος, ποὺ οὔτε κὰν τὸν εἶδε οὔτε ἀπόλαυσε τὴ συντροφιά του, ἔδειξε τόση προθυμία γιὰ χάρη του, ὥστε γι᾿ Αὐτὸν πρόσφερε θυσία τὴ ζωή του. Καὶ μόνο ὁ Ἰγνάτιος καὶ οἱ ἀπόστολοι; Καὶ γυναῖκες καταφρονοῦν τὸν θάνατο, πού, πρὶν ἀναστηθεῖ ὁ Χριστός, ἦταν φοβερὸς καὶ φρικώδης ἀκόμη καὶ σὲ ἄνδρες καὶ μάλιστα ἁγίους.

Ποιὸς τοὺς ἔπεισε ὅλους αὐτοὺς νὰ περιφρονήσουν τὴν παροῦσα ζωή; Φυσικὰ δὲν εἶναι κατόρθωμα ἀνθρώπινης δυνάμεως νὰ πειστοῦν τόσες μυριάδες, ὄχι μόνο ἀνδρῶν, ἄλλα καὶ γυναικῶν καὶ παρθένων καὶ μικρῶν παιδιῶν, νὰ πειστοῦν νὰ θυσιάσουν τὴν παροῦσα ζωή, νὰ τὰ βάλουν μὲ θηρία, νὰ περιγελάσουν τὴ φωτιά, νὰ καταπατήσουν κάθε εἶδος τιμωρίας καὶ νὰ σπεύσουν πρὸς τὴ μέλλουσα ζωή!
Καὶ ποίος, παρακαλῶ, τὰ κατόρθωσε ὅλ᾿ αὐτά; Ὁ νεκρός; Ἀλλὰ τόσοι νεκροὶ ὑπῆρξαν καὶ κανένας δὲν ἔκανε τέτοια πράγματα. Μήπως ἦταν μάγος καὶ ἀγύρτης; Πλῆθος μάγοι καὶ ἀγύρτες καὶ πλάνοι πέρασαν, ἄλλα ξεχάστηκαν ὅλοι, χωρὶς ν᾿ ἀφήσουν τὸ παραμικρὸ ἴχνος μαζὶ μὲ τὴ ζωή τους ἔσβησαν κι οἱ μαγγανεῖες τους. Ἡ φήμη ὅμως κι ἡ δόξα κι οἱ πιστοὶ τοῦ Χριστοῦ κάθε μέρα αὐξάνουν κι ἁπλώνονται σ᾿ ὅλη τὴν οἰκουμένη.
Οἱ ἄπιστοι φρίττουν κι οἱ πιστοὶ διακηρύττουν:

Χριστὸς ἀνέστη! Ἀληθῶς ἀνέστη!


ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

Παρασκευή, Μαΐου 01, 2020

Ἡ Ζῶσα Ζωή-Clement Olivier


Ὁ ἄνθρωπος, μέσα στὴν ἀλήθεια τοῦ προσώπου του, εἶναι εἰκόνα τοῦ ζῶντος Θεοῦ• κι ἡ εἰκόνα αὐτή, σὰν ἀπὸ ἔνστικτο, τείνει πρὸς τὸ πρότυπό της. Ὁ Θεὸς ὡστόσο δὲν εἶναι μοναχὰ «ἡ ζῶσα ζωή»• εἶναι συνάμα ἡ ἀγάπη, ποὺ σέβεται κι ἀναμένει μέσα στὴ σιωπή, εἶναι ἡ ἀγάπη, ποὺ δὲν ἐπιβάλλεται.

Ὅταν μνημονεύουμε τὸ «προπατορικὸ» ἁμάρτημα («προπατορικὸ» καὶ διαρκές), ποὺ ὅμως εἶναι λιγότερο προπατορικὸ ἤ ὑπάρχον ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ τὸν «παράδεισο», δὲν κάνουμε τίποτε ἄλλο παρὰ μόνο διαπιστώνουμε μὲ τὸν Ἰωάννη στὸν πρόλογο τοῦ Εὐαγγελίου του ὅτι ὁ ἄνθρωπος στρέφει τὰ νῶτα στὸν Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης — Θεὸ καὶ ὅτι μέσα στὴ σκιά, ποὺ ἔτσι δημιουργεῖται, ξεσποῦν οἱ δυνάμεις τοῦ κακοῦ καὶ βασιλεύει ὁ θάνατος. Ὁ τυφλὸς δυναμισμὸς τῆς «εἰκόνας», ἀφοῦ προσκρούει στὸ φράγμα τοῦ πεπερασμένου, ἀποσύρεται καὶ ἐκφυλίζεται σὲ εἰδωλολατρεία, καθιστώντας ἀκόμα πιὸ πυκνὰ τὰ «σκοτάδια», πάνω στὰ ὁποία τὸ φῶς τῆς ἀγάπης δὲν μπορεῖ νὰ ἐνεργήσει κατ’ ἄμεσο τρόπο, ἀφοῦ τὰ «σκοτάδια» αὐτὰ σημαίνουν τὴν ἄρνησή του καί, κατὰ συνέπεια, τὴν ἀπουσία του.

Ἔτσι, ἡ καθ’ ὅλα καλὴ καὶ ἀγαθὴ ζωή, ποὺ ὁ Δημιουργός, ἀπαρνημένος ἀπὸ τὴ δημιουργία Του, μᾶς χαρίζει ἀδιάλειπτα, ἀνακατεύεται μὲ θάνατο, ποὺ ἔχει ὄχι μονάχα τὴν ἔννοια τοῦ σωματικοῦ θανάτου, ἀλλὰ μία ἔννοια καθολική, ὅπως αὐτὴ ἀπαντᾶται καθημερινά. Τὸ ἄγχος καὶ τὸ μῖσος κουλουργιάζονται ἀδελφωμένα στὸ βάθος τοῦ εἶναι μας καί, σὰν ἀποτέλεσμα, ὁ χωρισμὸς ἀπὸ τὸ Θεὸ μετατρέπεται σὲ διαχωρισμὸ καὶ διάσταση μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Γιατί ἡ ἀπουσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ κόλαση. Ἔτσι, ἀναμιγνύονται μέσα στὴν ὕπαρξή μας ἡ νοσταλγία τοῦ «παραδείσου» καὶ τὸ βίωμα, τὸ πολὺ πραγματικὸ βίωμα - τοῦ θανάτου καὶ τῆς κόλασης.

Ὡστόσο, ἂν ὁ ζῶν Θεός, ἂν ὁ ἀγαπῶν Θεὸς δὲν μπορεῖ, ἐπιβάλλοντας δεσποτικὰ τὴν ἐξουσία Του, νὰ καταργήσει καὶ νὰ ἐξαλείψει τὰ σκότη, μπορεῖ ὅμως νὰ δεχτεῖ τὴ Σταύρωση ἐκεῖ στὰ σκοτάδια ἀπὸ ἀγάπη, νὰ ρθεῖ μπορεῖ, ἀκόμα καὶ ἐκεῖ ὅπου εἶναι ἀπών, γιὰ νὰ πληρώσει τὰ πάντα μὲ τὸ Φῶς Του. Ἡ ἐκλογὴ τοῦ Ἰσραὴλ φτάνει τὸ ἀπόγειό της στὸ «ναὶ» τῆς Παρθένου Μαρίας, σ’ αὐτὴ τὴν πλήρη καὶ ὁλοκληρωτικὴ ὑποδοχὴ κι ἀποδοχή, μέσα σὲ μιὰ ψυχὴ καὶ ἕνα σῶμα, ποὺ μιὰ γυναίκα προσφέρει στὸν Θεῖον Ἐξόριστο, γιὰ νὰ δώσει τέλος στὴν ἐξορία Του καὶ νὰ Τοῦ ἐπιτρέψει νὰ ξαναρχίσει τὴ δημιουργία Του ἐκ τῶν ἔνδον.

Ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος ὁ Λυῶνος (Β' αἰώνας), στοχαζόμενος πάνω στὸ «σημεῖον Ἰωνᾶ», γιὰ τὸ ὁποῖο μιλᾶ ὁ Ἰησοῦς, ἔγραφε: « Ὁ Θεὸς ἀνέχτηκε νὰ καταποθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ μεγάλο θηρίο, τὸν ὑπαίτιο κάθε ἀνομίας, ὄχι γιὰ νὰ τὸν δεῖ νὰ ἐξαφανίζεται καὶ νὰ χαθεῖ ὁλότελα, ἀλλὰ γιατί θεμελίωνε καὶ προπαρασκεύαζε τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας, ποὺ ὁ Λόγος ἐξεπλήρωσε σύμφωνα μὲ τὸ «σημεῖον Ἰωνᾶ»,.... ἔτσι ποὺ ὁ ἄνθρωπος, δεχόμενος μιὰ σωτηρία ἀνέλπιστη, νὰ ἀναστηθεῖ «ἐκ νεκρῶν» καὶ νὰ δοξολογεῖ τὸν Θεό, ἐπαναλαμβάνοντας τὰ προφητικὰ λόγια τοῦ Ἰωνᾶ: « Ἐβόησα ἐν θλίψει μου πρὸς Κύριον τὸν Θεόν μου, καὶ εἰσήκουσέν μου ἐκ κοιλίας ἅδου» (πρβλ. Ἰων. β' 3) (πρβλ. PG 7.942 B-C).

Ὁ Χριστός, στὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του στὴ γῆ, ζωῆς ποὺ ὁλόκληρη «ἤγετο» ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, παρουσιάζεται, γιὰ νὰ ἐπαναλάβουμε τὰ λόγια του Ἰωάννου, σὰν Ζωὴ καὶ Φῶς, σὰν «τὸ φῶς τῆς ζωῆς» (Ἰωαν. η' 12), δηλαδὴ σὰν καθαρὰ ζωή, σὰν ζωὴ ζῶσα, δίχως ἴχνος σκιᾶς, δίχως τὴν παραμικρὴ μετοχὴ στὸ θάνατο.

Γεννιόμαστε γιὰ ν’ ἀποθάνουμε- ὁ θάνατος ἔχει ἐγχαραχτεῖ στὴν ὕπαρξή μας κατὰ τὴ γέννησή μας. Ὁ Ἰησοῦς γεννᾶται γιὰ νὰ ζήσει καὶ γιὰ νὰ ζωοποιήσει• τίποτε δὲν τὸν χωρίζει ἀπὸ τὸν Ἥλιο τῆς Θεότητος, ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς• τὸ ζωοποιοῦν Πνεῦμα ἀναπαύεται μέσα Του καὶ ἡ ἴδια ἡ Παρθενική Του γέννηση ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι ἐλεύθερος ἀπὸ τὶς ἀδιαπέραστα παχυλὲς καὶ χωριστικὲς προϋποθέσεις καὶ καταστάσεις τῆς θνητῆς μας ὕπαρξης.

Εἶναι ἑκούσια, ἀπὸ ἀγάπη καὶ ἀπὸ ὀντολογικὴ συμπάθεια καὶ ἀλληλεγγύη μὲ μᾶς ποὺ ὁ Ἰησοῦς προσλαμβάνει καὶ δέχεται σὰν δικές του ὅλες τὶς δικές μας καταστάσεις θανάτου καὶ ἅδη, ἴσαμε ποὺ τὰ πάντα καὶ οἱ πάντες νὰ «καταποθῶσιν ὑπὸ τῆς ζωῆς» (πρβλ. Β' Κορ ε', 4), στὸ Γολγοθᾶ, κατὰ τὴν εἰς ἅδου θριαμβευτική Του κάθοδο. Ὁ Ἰησοῦς εἶναι «ὁ ἄμωμος ἀμνός», ποὺ «αἵρει τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου». Τὸ ἀπατηλὸ «οἴδημα» τῶν παθῶν Του παραμένει ξένο ἀλλὰ Ἐκεῖνος ἐκθέτει τὸ πρόσωπό Του στὶς ἐξουθενωτικές τους συνέπειες. Πάθη ἐκεῖνα εἰδωλολατρείας, γίνονται τὸ Πάθος ἐκείνου ποὺ δὲν παύει νὰ εἶναι, ἐν Πνεύματι, ἡ ὁμοούσια εἰκὼν τοῦ Πατρός.

Μόνον ὁ Ἰησοῦς γνώρισε ἀληθινὰ τί σημαίνει ὁ θάνατος, γιατί Ἐκεῖνος μέτρησε τὴν ἀπειροσύνη του καὶ «ἐκ τῶν ἔξω» καὶ «ἐκ τῶν ἔσω». Ἐκεῖνος, ὁ Ζῶν, ποὺ μπορεῖ νὰ πεῖ στὴ Μάρθα, ὑπενθυμίζοντάς της τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν τὴν ἔσχατη μέρα, ἀφήνει νὰ γίνει δέσμιος τοῦ θανάτου καὶ τοῦ ἅδη.

Καὶ ἤδη, ἀντικρύζοντας ὁ Ἰησοῦς τὸν φίλο του Λάζαρο, ποὺ τὸ σῶμα του εἶχεν ἀρχίσει νὰ μυρίζει ἄσχημα, δάκρυσε. Αὐτὸ τὸ συντομώτατο ἐδάφιο μᾶς μιλάει γιὰ τὰ δάκρυα τὰ πιὸ παράδοξα καὶ τὰ πιὸ σημαντικὰ ὁλόκληρης τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἀντιμετωπίζεται ἤδη ὁ Πονηρός, ὁ «Φονεύς», κι ἡ παντοδύναμη κλήση μὲ τὸ «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω» ἀναγγέλλει ἤδη τὸ Πάσχα, ποὺ δὲν εἶναι τοῦ Χριστοῦ μονάχα ἡ ἀνάσταση, μὰ καὶ ἡ δική μας κοινὴ ἀνάσταση ἐν Αὐτῷ.

Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ «ἔγερση» τοῦ Λαζάρου ἑορτάζεται τὴν παραμονὴ τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων, μιὰ βδομάδα ἀκριβῶς πρὶν τὸ Ἅγιο Σάββατο, τὸ ὁποῖο καὶ προτυπώνει.

Μπροστὰ στὸ νεκρὸ Λάζαρο ὁ Θεὸς πάσχει κατὰ τρόπο ἀνθρώπινο τὴ φθορά μας καὶ τὸ πένθος μας. Στὴ Γεθσημανή, ὁ Θεὸς βιώνει καὶ πάσχει σὰν ἄνθρωπος τὶς ἐπαναστάσεις καὶ τὶς ἐπιθανάτιες ἀγωνίες μας. Στὸ Σταυρὸ ἀπάνω, ὁ Θεός, ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος, γνωρίζει τὴ δική του ἀπουσία καὶ «βοᾶ φωνῇ μεγάλῃ»: «Θεέ μου, Θεέ μου, ἱνατὶ μὲ ἐγκατέλιπες;» Κι ἡ εἰς ἅδου κάθοδος τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τελεῖται ἤδη ἐκεῖ, στὴν πληρότητά της.

Ὁ ἅδης μας, ἡ δική μας κόλαση τῆς ἀμφιβολίας καὶ τῆς ἀπόγνωσης, τῆς ἐπανάστασης καὶ ἑνὸς θεμελιακοῦ μηδενισμοῦ, παρεμβάλλεται γιὰ μιὰ στιγμὴ ἀνάμεσα στὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸν Του τὸν ἀγαπητό, ὡσὰν νὰ διασπᾶται ἡ ἄπειρή Τους ἑνότητα.

Τότε ὅλα μεταστρέφονται καὶ ἀλλάζουν καὶ ὁ Ἴδιος ὁ σταυρός, ὅπως τὸ ὑπογραμμίζει ἔντονα τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννου, γίνεται «ἔξαρση» καὶ δοξολογία. Ἡ ἄβυσσος τοῦ ἅδη καὶ τοῦ θανάτου γίνεται φευγαλέα ἀτμίδα σὰν μιὰ ἄσημη, γελοία σταγόνα μίσους μέσα στὸν ὠκεανὸ τῆς Θείας ἀγάπης- ἡ ἀπόσταση ἀνάμεσα στὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ δὲν εἶναι πιὰ ὁ τόπος τοῦ ἅδη, ἀλλὰ ἡ χώρα τοῦ Πνεύματος καὶ ἡ Μεταμόρφωση πραγματώνεται, ὄχι πιὰ στὸ ὄρος, ἀλλὰ μέσα στὴν ἄβυσσο τὴν ἴδια τοῦ σκότους — ὅλα παραδίδονται στὴν ἁρπαγὴ τῆς ἀνάστασης.

Αὐτὸ τὸ ἆσμα εἶναι ποὺ ἀκούραστα ψάλλουμε τὴ νύκτα τοῦ Πάσχα: «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος».

Ὁ Ματθαῖος, λίγες γραμμὲς μετὰ ποὺ θυμίζει τὸ λόγια, ποὺ ὁ Ἰησοῦς «ἐβόησε φωνῇ μεγάλῃ» πάνω στὸ σταυρὸ («Ἠλί, ἠλί, λαμὰ σαβαχθανί»), γράφει: «....καὶ τὰ μνημεῖα ἀνεώχθησαν καὶ πολλὰ σώματα τῶν κεκοιμημένων ἁγίων ἠγέρθη, καὶ ἐξελθόντες ἐκ τῶν μνημείων μετὰ τὴν ἔγερση αὐτοῦ...» (Ματθ. κζ', 52-53). Ἀπὸ τότε ἴσαμε σήμερα, ὑπάρχουν συνέχεια ἄνθρωποι, ποὺ ἐξέρχονται ἀπὸ τὰ δικά τους μνημεῖα...

Ἡ ἀληθινὴ εἰκόνα τῆς Ἀνάστασης εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς εἰς Ἅδου καθόδου, εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς τῶν ὅλων ἀναστάσεως.

Ὁ θριαμβεύων Χριστός, περιβεβλημένος τὸ φῶς τῆς δόξας Του, ποὺ ὑποδηλώνει τὴν ὑπερβατικότητά Του, θρυμματίζει κάτω ἀπὸ τὰ πόδια Του τὶς πύλες τοῦ ἅδη, παίρνει τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα, ὄχι ἀπὸ τὸ χέρι, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν καρπὸ τοῦ χεριοῦ - παίρνει δηλαδὴ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ τὸν καθένα μας — καὶ τοὺς κάνει ν’ ἀναπετάσουν κυριολεκτικὰ ἔξω ἀπὸ τοὺς τάφους τους.

Ἀπὸ τότε, μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ παντοῦ στὸν κόσμο (ἀλλά, στὴν πραγματικότητα, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ποὺ φέρει μέσα της τὸν κόσμο), τὸ Χέρι τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔπαψε νὰ σχίζει τὰ σκοτάδια, καί, ἔτσι ὅπως εἶναι διάτρητο, νὰ μᾶς χαρίζει «τὸ Φῶς τῆς Ζωῆς».

Ἔτσι προσδιορίζεται τὸ νόημα τοῦ Πάσχα. Ὁ Θεὸς ἐνσαρκώνεται καὶ «κατέρχεται» ἴσαμε κάτω στὸ θάνατο καὶ τὸν ἅδη γιὰ νὰ μᾶς διανοίξει, διὰ μέσου τῆς ἀναστημένης ἀνθρώπινης φύσης του, τὴν ὁδὸ τῆς ζώσης ζωῆς, τὴν ὁδὸ τῆς ἔγερσης καὶ τῆς ἀγαθῆς ἰσχύος, τὴν ἴδια τὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. «Θεὸς ἐνηνθρώπησεν», λέγουν οἱ Πατέρες, «ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν » (PG 25, 192Β)• ἤ ἀκόμη: «Ὁ Θεὸς προσέλαβε σάρκα διὰ νὰ δυνηθῆ ὁ ἄνθρωπος νὰ λάβη Πνεῦμα» Καὶ ἡ θέωση, ἔτσι ὅπως ὁρίζεται ἀπότομα, δὲν σημαίνει τὴν κατάργηση τοῦ ἀνθρωπίνου, μὰ τὴν πληρότητά του, γιατί ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἀληθινὰ ἀνθρώπινος παρὰ μόνο «ἐν Θεῶ». Θὰ μπορούσαμε νὰ τάξουμε τὴν πιὸ κάτω προοδευτικὴ σειρά: Ἀνάσταση = Θέωση = ζωοποίηση μιᾶς ζωῆς, ποὺ εἶναι πιὸ ἰσχυρὴ ἀπὸ τὸ θάνατο = ἡ υἱοθεσία μας ἐν τῷ Υἱῷ = ἡ Χριστοείδειά μας ἐν τῷ Πνεύματι.

Στὸν «Μέγαν Κατατηχητικὸν Λόγον» του ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης συνοψίζει μὲ τὰ πιὸ κάτω λόγια τὸ μυστήριο τοῦ Πάσχα: «Ἐπεῖ οὖν ἔδει γενέσθαι ὅλης τῆς φύσεως ἡμῶν ἐκ τοῦ θανάτου πάλιν ἐπάνοδον, οἰωνεὶ χείρα τῷ κειμένῳ ὀρέγων, καὶ διὰ τοῦτο πρὸς τὸ ἡμέτερον ἐπικύψας πτῶμα, τοσοῦτον τῷ θανάτῳ προσήγγισεν, ὅσον τῆς νεκρότητος ἅψασθαι καὶ ἀρχὴν δοῦναι τὴν φύσιν τῆς ἀναστάσεως τῷ ἰδίῳ σώματι, ὅλον συναναστήσας τὸν ἄνθρωπον τῇ δυνάμει» PG 45, 80Β).

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος ὁ Ἀλεξανδρείας γράφει στὴν 5η του Ὁμιλία πάνω στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Λουκᾶ:

«Ἦταν ἀναγκαῖο νὰ ἐπιστραφεῖ καὶ ἀποκατασταθεῖ στὴ νεκρὴ σάρκα ἡ μέθεξη στὴ ζωοποιὸ δύναμη τοῦ Θεοῦ ( Ἐδῶ ἡ λέξη «σάρκα» ὑποδηλώνει ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα, ὅλη τὴ φύση). Ἀλλὰ ἡ ζωοποιὸς δύναμη τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ Λόγος, ὁ μονογενὴς Υἱός. Αὐτὸν εἶναι, ποὺ μᾶς ἀπέστειλε ὡς Σωτήρα καὶ Λυτρωτή....

Ζωὴ ἐκεῖνος κατὰ φύσιν, προσέλαβε σάρκα ὑποταγμένη στὴ φθορὰ μὲ σκοπὸ νὰ καταστρέφει μέσα της τὴν ἰσχὺν τοῦ θανάτου καὶ νὰ τὴν μεταμορφώσει μέσα στὴ ζωή. Ὅπως τὸ σίδερο, ὅταν τεθεῖ σὲ ἐπαφὴ μὲ τὴ φωτιά, πυρακτώνεται, ἔτσι καὶ ἡ σάρκα, μετὰ ποὺ θὰ δεχτεῖ μέσα της τὸ ζωοποιὸ Λόγο... Ἔτσι ἐνδύθηκε Ἐκεῖνος τὴ σάρκα μας γιὰ νὰ τὴ λυτρώσει ἀπὸ τὸ θάνατο».

Τοῦ λοιποῦ, «τὸ ζῆν Χριστὸς» (Φιλιπ. α, 21), γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στοὺς Φιλιππησίους. Μὲ τὴν Ἀνάληψη, ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀγκαλιάζει ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα καί, μέσῳ της, πάσαν σάρκα τῆς γῆς, εἰσῆλθε στὸν Τριαδικὸ χῶρο, στὸ «Φῶς τῆς Ζωῆς».

Ὁ κόσμος ἔχει μυστικὰ γίνει τὸ σῶμα «τοῦ Λόγου τῆς Ζωῆς». Ἀλλὰ ὁ ἔνθεος κόσμος, ὁ κόσμος δηλαδὴ ποὺ δέχτηκε τὸ Θεό, δὲν ἐπιβάλλεται περισσότερο ἀπ’ ὅσο ἐπιβάλλεται ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ἡ κοσμικὴ «καιομένη βάτος» μένει καλυμμένη ἀπὸ λάσπη, αἷμα καὶ τέφρα λόγω τῆς τυφλότητας καὶ τοῦ μίσους μας, λόγω τοῦ χωρισμοῦ μας.

Ὁ Θεὸς ἀπὸ δῶ καὶ πέρα δὲν εἶναι πιὰ ἀπὼν ἀπὸ πουθενά, ἀλλὰ μέσα στὸ κακὸ καὶ τὴ φρίκη δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι παρὰ μόνο σταυρωμένος, ἀνιστάμενος ὡστόσο καὶ ἀνασταίνοντάς μας, μέσα στὸ μυστηριακὸ βάθος τῆς Ἐκκλησίας, μέσα στὴν Ἐκκλησία σὰν κοινότητα βαπτισματικὴ καὶ εὐχαριστιακή. Γιατί, ἀπὸ τὴν Πεντηκοστὴ καὶ δῶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο μᾶς προσφέρει τὸ σῶμα τοῦ «Λόγου τῆς Ζωῆς» μέσα στὴν Ἐκκλησία σὰν μυστήριο τοῦ Ἀναστάντος. Θρυμματίστηκαν οἱ πύλες τοῦ θανάτου κι οἱ πύλες τοῦ ἅδη δὲν θὰ κατισχύσουν• ἡ Ἐκκλησία, ὄχι σὰν ἁπλὸς θεσμὸς κι οὔτε σὰν ἁπλὴ κοινότητα πιστῶν, ἀλλὰ σὰν Μυστήριο τῆς Ζώης συνιστᾶ τὸ ξέφωτο ἄνοιγμα, ποὺ διαμέσου του δὲν παύει νὰ ἐγχέεται στὸν κόσμο μιὰ ἀγάπη πιὸ δυνατὴ ἀπὸ τὸ θάνατο, ἡ δύναμη καὶ ἡ χαρὰ τοῦ Πάσχα.

Ὅλες οἱ ἀπιστίες κι οἱ ἀποστασίες τῶν Χριστιανῶν δὲν μπόρεσαν καὶ δὲν θὰ μπορέσουν νὰ γεμίσουν καὶ νὰ βουλώσουν αὐτὴ τὴ ρωγμή, ποὺ ὁ «Ζωοποιὸς σταυρὸς» ἄνοιξε στὸ σατανικὸ ἐπικάλυμμα «τοῦ κόσμου τούτου» κι ἡ πραγματικὴ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ θαύματος τοῦ Πάσχα, ποὺ προσφέρεται στὸ Βάπτισμα καὶ τὴν Εὐχαριστία καὶ γίνεται δεκτὸ στὴν ἁγιότητα.

Τὸ Βάπτισμα μᾶς κάνει νὰ κατεβαίνουμε στὸν ἅδη μαζὶ μὲ τὸ Χριστὸ καὶ νὰ ἀνιστάμεθα μαζί Του. Ἀσφυκτιοῦμε μέσα στὰ ἀκάθαρτα νερὰ τοῦ θανάτου γιὰ νὰ ἀναδυθοῦμε ξαφνικὰ καὶ νὰ ἀναπνεύσουμε τὸ ἄπειρο, γιὰ νὰ «ἀναπνεύσουμε τὸ Πνεῦμα», πολὺ πάνω ἀπὸ τὸ χρόνο, ποὺ σκοτώνει, καὶ τὸ χῶρο, ποὺ χωρίζει.

Ἡ χάρη τοῦ Βαπτίσματος, ἔλεγαν οἱ Πατέρες, εἶναι ἡ «ρίζα τῆς ἀνάστασής μας». Σπείρει μέσα μας «τὸ σῶμα τῆς δόξης» (πρβλ. Φιλιπ. γ' 21) καὶ γεμίζει μὲ φῶς τὰ βάθη τῆς καρδίας.

Ὅλα βρίσκουν τὸ ἀποκορύφωμά τους στὸ κεντρικὸ μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας, ποὺ εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἐνεργοποίηση τοῦ Πάσχα στὸ παρὸν καὶ προβίωση τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ Χριστοῦ. «Στὴ μυστικὴ τράπεζα», ἔγραφε κάποιος Βυζαντινὸς μυστικός, «βρίσκει κανεὶς τὴ ζωὴ στὴν πιὸ μεγάλη της ἔνταση καὶ ζωντάνια». Ὁ δὲ Πάστερνακ παρατηροῦσε ὅτι ἡ αἰωνιότητα δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μόνο ἡ ζωή, «μονάχα λίγο πιὸ ἔντονη».

Ἐκεῖνοι, ποὺ μεταλαμβάνουν τῶν ἀχράντων μυστηρίων στὴ Θεία Εὐχαριστία, ἐνσωματώνονται στὸ Χριστὸ τοῦ Πάσχα καὶ τῆς Ἀνάστασης μὲ τὸν πιὸ ρεαλιστικὸ τρόπο καὶ καταφλέγονται ἀπὸ τὸ πῦρ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιατί ἡ Θεία Εὐχαριστία εἶναι «Πνεῦμα καὶ Πῦρ», σύμφωνα μὲ τὴ Συριακὴ παράδοση.

Μέσα σ’ αὐτὴ τὴν προοπτική, ἡ ἀσκητικὴ καὶ πνευματικὴ ζωὴ παρουσιάζεται σὰν ἡ ἐμβάθυνση σ’ ἕνα Πασχάλιο βίωμα, σὰν ἐνσυνειδητοποίηση τῆς ἀνάστασής μας μέσα στὸν Ἀναστάντα Κύριο.

Μὲ τὴ «μνήμη τοῦ θανάτου» ἀντιλαμβανόμαστε τὴ θεμελιακή μας συμμετοχὴ στὸ θάνατο καὶ τὸν ἅδη. Ὡστόσο, ἀντίθετα μὲ ὅ,τι κάνουν ὅλες οἱ ἐκφάνσεις τῆς σύγχρονης λογοτεχνίας καὶ φιλοσοφίας τοῦ σαρκασμοῦ, τῆς χλεύης καὶ τοῦ μηδενισμοῦ, ἡ «μνήμη τοῦ θανάτου» δὲν εἶναι στραμμένη πρὸς τὸ μηδέν, ἀλλὰ πρὸς τὸ σαρκωθέντα Θεό, γιὰ πάντα νικητὴ τοῦ μηδενὸς καὶ τῆς ἀνυπαρξίας.

«Νῦν τὰ πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανὸς τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια», διαλαλεῖ ἡ βυζαντινὴ Πασχαλινὴ λειτουργία. Ἡ «μνήμη τοῦ θανάτου» μετατρέπεται ἔτσι σὲ «μνήμη Θεοῦ», αὐτοῦ τοῦ Θεανθρώπου ποὺ δὲν παύει τὴν κάθοδό του στὸν ἅδη μας, γιὰ νὰ μᾶς ἀφαρπασει ἀπὸ τὸν τάφο κρατώντας μας ἀπὸ τὸν καρπὸ τοῦ χεριοῦ...

Δὲν πρόκειται ἐδῶ γιὰ μιὰν ἐμπειρία, ποὺ ἐπιφυλάσεται σὲ μερικοὺς εἰδικούς τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ἡ Πασχάλια κίνηση ἀπὸ τὸ θάνατο στὴν ἀνάσταση δίνει τὸ ρυθμὸ καὶ στὴν πιὸ ταπεινὴ χριστιανικὴ ὕπαρξη (ἀναμφίβολα δὲ καὶ σὲ κάθε ὕπαρξη)....

Γνωρίζουμε ὁ καθένας μας στιγμές, ὅπου κάθε διέξοδος φαίνεται νἆναι κλεισμένη ἀπὸ τὴν ἀποτυχία, τὸ μῖσος ἤ τὸ πένθος. Ἂν τότε δὲν μετατρέψουμε τὴν ἀπελπισία σὲ ὁλοσχερῆ ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης καὶ πίστης, ἂν ἀφήσουμε τὸν ἑαυτό μας γιὰ νὰ μᾶς πάρει τὸ Χέρι τοῦτο, ποὺ εἶναι πάντα ἁπλωμένο σὲ μᾶς μέσα στὴ νύκτα, ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι πρόκειται γιὰ μία «ρωγμὴ καὶ ἄνοιγμα τῆς στάθμης» τοῦ βαπτίσματος, ὅποτε μᾶς κατακλύζει ἡ Πασχάλια εἰρήνη, δύναμη καὶ ἀνακαίνιση.

Τὰ δάκρυα τῆς πίκρας καὶ τῆς θλίψης γίνονται δάκρυα εὐγνωμοσύνης. Ὁ Θεὸς μᾶς ἀναπλάθει μ’ ἀφετηρία τὰ δάκρυά μας, τὰ βαπτισματικὰ ἐκεῖνα ὕδατα, ποὺ μέσα τους διαλύεται ἡ σκληρότητα τῆς καρδιᾶς. Ἡ καρδιὰ στὸν πλατυσμὸ της ἀνοίγεται στὰ μέγιστα βάθη της, ἀπειροσύνη φωτὸς Πασχαλινοῦ.

Στὴ Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία, τὸν καιρὸ τῶν διωγμῶν, ἀποκαλοῦσαν τοὺς Χριστιανοὺς «ἐκείνους ποὺ δὲν φοβοῦνται τὸν θάνατο». Ἡ ἐμπειρία τοῦ μαρτυρίου (κι ὁ 20ος αἰώνας ἀνέδειξε ἀναμφίβολα περισσότερους μάρτυρες ἀπ’ ὅσους ὁλόκληρη ἡ προγενέστερη ἱστορία τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου) εἶναι μία μυστικὴ ἐμπειρία, μία ἐμπειρία, δηλαδή, Πασχάλια. Στὸ Χριστιανισμό, κάθε μυστικὴ ἐμπειρία τελικὰ δὲν μπορεῖ νἆναι στὴν πραγματικότητα παρὰ μόνο ἐμπειρία τοῦ Πάσχα.

Ὁ μάρτυρας εἶναι ἕνας ὁποιοσδήποτε ἄνθρωπος, καθόλου ἕνας ἀσκητής, ἕνας ἄνθρωπος ὅμως γεμάτος μὲ πίστη. Τὴ στιγμὴ τοῦ πιὸ μεγάλου πόνου δὲν γίνεται σκληρὸς κι ἄκαμπτος, οὔτε ἐπαναστατεῖ, ἀλλὰ παραδίδεται στὸ Χριστό, ταυτίζεται μὲ τὸν Ἐσταυρωμένο καὶ μαζί Του συγχωρεῖ τοὺς δήμιούς του, παρακαλώντας: «Πάτερ, ἅφες αὐτοῖς, οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λκ. κγ', 34). Τὸν πλημμυρίζει τότε ἡ χαρὰ τῆς ἀνάστασης καὶ συχνὰ τὸν λυτρώνει ἀπὸ τὸν πόνο.

Ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς καλούμαστε, μ’ ἕνα τρόπο πολὺ ταπεινὸ καὶ διαφορετικὸ ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλο, νὰ ζήσουμε αὐτὴ τὴν ἐμπειρία ἀργὰ ἤ γρήγορα, ἴσως στὴν ἐπιθανάτιά μας ἀγωνία....

«Ἐγὼ εἰμι ἡ Ἀνάστασις καὶ ἡ Ζωή• ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἄν ἀποθάνῃ, ζήσεται• καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰώνα». ( Ἰωάν. ια', 25-26).

Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ὑψηλὴ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία, ὁ Χριστιανισμὸς δὲν ἀγγέλλει πρῶτα, οὔτε μοναχά, τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς. Σ’ ἀντίθεση μὲ τὸν Ἰουδαϊσμό, δὲν ἀγγέλλει μόνο τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν τὴν ἔσχατη ὥρα τοῦ κόσμου. Ὁ Χριστιανισμὸς ἀγγέλλει τὴν ἐν Χριστῷ ἀνάστασή μας ἀπὸ τώρα. Κηρύττει τὴ μυστική, μὰ πραγματική, παρουσία τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν ἀπὸ τώρα. Ἀγγέλλει στὸν κόσμο ὅτι ἡ αἰωνία ζωὴ ἀρχίζει ἀπὸ ἐδῶ κάτω στὴ γῆ καὶ πὼς «ὁ ἄλλος κόσμος», ἐν Χριστῷ βρίσκεται στὴν καρδιά, στὰ ἐνδόμυχα τοῦ κόσμου τούτου. Ὁ Πὼλ Ἐλυὰρ ἦταν προφητικὸς ὅταν ἔγραφε: «Ὑπάρχει ἕνας ἄλλος κόσμος ποὺ εἶν’ ὡστόσο σὲ τοῦτο δῶ τὸν κόσμο μέσα».

Λέγεται γιὰ τὸν μυθιστοριογράφο Τολστόη πὼς ἦταν «ἕνας ἐνορατικός της σάρκας», πὼς ἔβλεπε τὸ μυστήριο μέσα στὴν ἴδια τὴν πυκνότητα τῶν ὄντων καὶ τῶν πραγμάτων. Αὐτὸ θὰ μποροῦσε νἆναι ἕνας ἀρκετὰ καλὸς ὁρισμὸς τοῦ Χριστιανοῦ σὰν Πασχάλιου ἄνθρωπου, σὰν ἐνορατικοῦ τοῦ Πασχάλιου μυστηριακοῦ χαρακτήρα τοῦ ὄντος.

Ὁ θάνατος, μὲ τὴν τρομερὴ καὶ καθολικὴ ἔννοια αὐτοῦ τοῦ ὅρου, δὲν ὀρθώνεται πιὰ μπροστά μας, ἀλλ’ ἀποτελεῖ παρελθοῦσαν κατάσταση, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε καὶ τὸ Βάπτισμα μᾶς ἔχει ἐνδύσει καὶ περιβάλει μὲ τὴν ἀνάστασή του. Ἀπὸ δῶ καὶ μπρὸς ὅλες οἱ καταστάσεις θανάτου, ποὺ πρέπει νὰ διέλθουμε, περιλαμβανομένου καὶ τοῦ σωματικοῦ μας θανάτου («κἄν ἀποθάνῃ, ζήσεται») εἶναι μοναχὰ περάσματα (διαπορεύσεις), ἰσάριθμα πάσχα (ξέρουμε ὅτι ἡ λέξη «πεσσὰχ» σημαίνει «πέρασμα»), ὅπου ἡ ζωὴ λαμπικάρεται καὶ γίνεται πιὸ καθάρια καὶ διαφανής, πιὸ ἔντονη. Μᾶς συμβαίνει κάποτε νὰ περπατᾶμε νωρὶς τὸ πρωὶ σὲ μία βουνοκορφή, πού, σταματώντας τὶς ἀκτίδες, ποὺ ἀκόμα χαμοφέγγουν, ὁροθετεῖ ἀνάμεσα σκιᾶς καὶ φωτός. Ἔτσι πορευόμαστε κι ἐμεῖς ἀνάμεσα βραδύνοντος θανάτου καὶ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ποὺ ἔρχεται. Στὸ βάθος τῆς καρδίας μας «μεταβεβήκαμεν (ἤδη) ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν».

«Ξέρω πὼς δὲν θ’ ἀποθάνω», ἔγραφε ἕνας Ἕλληνας μυστικὸς συγγραφέας τοῦ 11ου αἰώνα, «γιατί νοιώθω ὁλόκληρη τὴ ζωή, ποὺ ἀναβλύζει μέσα μου». Ὅλα, καὶ τὶς αἰσθήσεις καὶ τοὺς λογισμούς μας, τὴν ὀδύνη μας καὶ τὴν εὐτυχία μας καὶ τὴν ὑποδοχὴ προσώπων καὶ πραγμάτων, πρέπει νὰ τὰ αἰωροῦμε ἀσταμάτητα μέσα σ’ αὐτὸ τὸν ὠκεανὸ Φωτός, γιὰ νὰ μᾶς κατακλύσει, καὶ γιὰ ν’ ἀκτινοβολεῖ ἀπό μᾶς, ἀνάλαφρη καὶ δυνατή, ἡ χαρὰ τοῦ ὑπάρχειν.

Τὴν ἀγαθὴ δύναμη, ποὺ μᾶς ἔρχεται μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο καὶ ποὺ ἀναβλύζει, «ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς», ἀπὸ τὸ ἅγιο τῆς Θείας Εὐχαριστίας ποτήριο, χρέος ἔχουμε νὰ τὴν καταχωροῦμε στὴν ἱστορία. Ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ πάνω στὸν ἅδη καὶ τὸ θάνατο ἀπαιτεῖ νὰ μαχόμαστε ἐνάντια σ’ ὅλες τὶς μορφὲς θανάτου, ἐνάντια σ’ ὅλες τὶς καταχθόνιες καταστάσεις, μέσα στὰ πλαίσια τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς κοινωνίας• ἐνάντια στὴ φυσικὴ ἤ τὴν ἠθικὴ ὑποδούλωση, ἐνάντια στὴ μοναξιά, τὸ βασανισμό, τὴ δολοφονία καὶ τὴν αὐτοκτονία, ἐνάντια στὸ ψεῦδος καὶ τὴν ἐκλεπτυσμένη γοητεία τοῦ μηδενὸς καὶ τῆς ἀνυπαρξίας, ἐνάντια στὸ καθετὶ ποὺ ἀποξηραίνει καὶ σκληρύνει ἐδῶ τὶς καρδιές, κι ἀλλοῦ τὴ γῆ καὶ τὰ σώματα.

Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου μᾶς ἐλευθερώνει ἀπὸ τὶς ὁλοκληρωτικὲς οὐτοπίες, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἡ Χριστιανωσύνη δὲν προφυλάχτηκε πάντα. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Βασιλεία αὐτὴ ἀναδύεται ἤδη μέσα στὴν εἰρήνη, τὸ κάλλος καὶ τὴν ἀγάπη τῆς θ. λειτουργίας καὶ τῆς θεωρίας μᾶς ἐλευθερώνει ἀπὸ τὶς ἀπογοητεύσεις καὶ τὶς πικρίες, ποὺ καθιστοῦν τὸν ἄνθρωπο κυνικὸ καὶ σκληρό.

Τίποτα δὲν εἶναι περισσότερο δημιουργὸ ἱστορίας ἀγαθῆς ἀπὸ τὸ μυστήριο τοῦ Πάσχα (καὶ κατὰ συνέπεια ἀπὸ τὴν προσδοκία καὶ τὴν προβίωση τῆς Ἐπιστροφῆς τοῦ Χριστοῦ), ποὺ γίνεται τωρινὴ πραγματικότητα μέσα στὴν ἱκετήρια μεσιτεία τῶν μοναχῶν, ποὺ σκεπάζει τὸν κόσμο μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα ἀδελφότητας τῶν εὐχαριστιακῶν κοινοτήτων, τῶν ἀπαρχῶν αὐτῶν κοινωνικῆς ἐπανένωσης, ἐκεῖ ποὺ παντοῦ πληθύνονται τραγικὰ οἱ ἀθεράπευτες κοινωνικὲς πληγές, τὰ γκουλὰγκ ἤ οἱ ἀναίσθητες μεγαλουπόλεις, ἀλλὰ καὶ μέσα στὶς ὁράσεις τῶν προφητῶν, ποὺ βλέπουν νὰ ἀνατέλλει ἡ ζωή, μέσα στὴν ἤρεμη δύναμη τῶν «βασιλέων» ἐκείνων, ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ τὴν κοινωνία τῶν προσώπων καὶ τὸ κάλλος. Τὸ «μυστήριο τοῦ θυσιαστηρίου», ἔλεγε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, εἶναι ἀξεχώριστο ἀπὸ τὸ «μυστήριο τοῦ ἀδελφοῦ».

Ἡ ἀληθινὴ «θεολογία τῆς ἀπελευθέρωσης» εἶναι θεολογία τοῦ Πάσχα• ὄχι μοναχὰ ἕνας ἐπαναστατικὸς (καὶ πνευματικὸς ἐπίσης) συμβολισμὸς ἑνὸς λαοῦ, ποὺ ἀποσπᾶται ἀπὸ τὴν Αἰγυπτιακὴ δουλεία, ἀλλὰ καὶ γονιμοποίηση τῆς Ἱστορίας μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ περιλαμβάνει καὶ τὶς ἀπαραίτητες μορφὲς κοινωνικῆς ἀπελευθέρωσης, ἀλλὰ καὶ τὶς σχετικοποιεῖ καὶ τὶς ἐπαναπροσανατολίζει ὄχι πρὸς μίαν ἱστορία, ποὺ θὰ εἶναι σίγουρα ἐπιτυχὴς μέσα στὰ δικά της ὅρια, ἀλλὰ πρὸς τὴν Ἔλευση τοῦ Κυρίου.

Μόνο ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀνάστασή μας ἐν Αὐτῷ μποροῦν νὰ μεταμορφώσουν στὰ μύχια τῆς ψυχῆς μας τὸ μῖσος σὲ ἐμπιστοσύνη καὶ νὰ κάνουν ὥστε νὰ ἀναφανοῦν ἄνθρωποι ἐλευθερωμένοι ἀπὸ τὸ θάνατο, τὸν θεμελιώδη, πνευματικὸ θάνατο, καὶ κατὰ συνέπεια ἱκανοὶ νὰ πραγματοποιοῦν μέσα στὴν ἱστορία ἀπελευθερωτικὰ κατορθώματα, ποὺ νὰ μὴ ὑποδουλώνουν τὸν ἄνθρωπο διαφορετικά, κατορθώματα ἀγάπης νοήμονος, μαχητικῆς καὶ δημιουργικῆς, ποὺ θὰ περιορίσουν κι ὕστερα θὰ μεταθέσουν στὸ ἐσωτερικο τοῦ ἀνθρώπου τὴ βία καὶ θὰ συντρίψουν τὰ αἴτια καὶ τὰ παράγωγά της.

Ἴσαμε τὴν Ἔλευση τοῦ Χριστοῦ πορευόμαστε μέσα στὴ σποδὸ τοῦ θανάτου, ἀλλὰ τὸ ζωοποιὸν Πνεῦμα, τὸ Πνεῦμα τῆς Ἀνάστασης — ἂν Τὸ ἀφήσουμε νὰ μᾶς διαπεράσει — διασκορπίζει κάποτε καὶ διαλύει τὴ σποδὸ τούτη γιὰ νὰ μᾶς ἀποκαλύψει τοὺς ἀπαστράπτοντες πολύτιμους λίθους τῆς Πασχάλιας Πολιτείας, ὅπου ἐπὶ τέλους ὁ θάνατος ἀποκαλύπτεται νεκρὸς καὶ ὁ κόσμος φανερώνεται μεταμορφωμένος.


Τρίτη, Απριλίου 21, 2020

Πρὸς Ἐμμαούς - Fr. Lev Gillet


«…Καὶ ἰδοὺ δύο ἐξ αὐτῶν ἦσαν πορευόμενοι ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ εἰς κώμην ἀπέχουσαν σταδίους ἑξήκοντα ἀπὸ ῾Ιερουσαλήμ, ᾗ ὄνομα ᾿Εμμαούς … Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὁμιλεῖν αὐτοὺς καὶ συζητεῖν καὶ αὐτὸς ὁ ᾿Ιησοῦς ἐγγίσας συνεπορεύετο αὐτοῖς…» (Λουκ. κδ΄, 13-15)
Ἀξίζει πράγματι νὰ μελετήσουμε, νὰ ἐξετάσουμε καλύτερα τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς πλησίασε τὸν Κλεόπα καὶ τὸν ἄλλο μαθητὴ καθ’ ὁδὸν πρὸς Ἐμμαούς.
Τὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια περιγράφουν πολλοὺς τρόπους, μὲ τοὺς ὁποίους πλησίαζε ὁ Χριστὸς τοὺς ἀνθρώπους, ἢ οἱ ἄνθρωποι ἔσπευδαν νὰ πλησιάσουν τὸν Χριστό. Κάποιες φορές, οἱ ἄνθρωποι πηγαίνουν πρὸς τὸν Χριστό. Κάποιες ἄλλες, ὁ Χριστὸς πηγαίνει πρὸς τοὺς ἀνθρώπους· τοὺς πλησιάζει κατὰ πρόσωπο, ἄμεσα. Ἄλλοτε, ὁ Χριστὸς προχωρεῖ μὲ δική του πρωτοβουλία, εἰσέρχεται, παρεμβάλλεται στὸ δρόμο τους, στὴν πορεία τῆς ζωῆς τους, καὶ τοὺς περιμένει. Ἔτσι ὁ Ἰησοῦς, καθήμενος «ἐπὶ τοῦ φρέατος τοῦ Ἰακὼβ» προσκαρτεροῦσε, ἀνέμενε τὴν Σαμαρείτιδα νὰ ἔλθει.
Στὴ περίπτωση τῶν μαθητῶν, ποὺ «ἐπορεύοντο εἰς Ἐμμαούς», ἡ προσέγγιση εἶναι διαφορετική. Ἡ περικοπὴ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου δίνει τὴν ἐντύπωση ὅτι ὁ Κύριος δὲν ἦλθε νὰ τοὺς πλησιάση κατὰ πρόσωπο, ἐμπρός τους· ὅτι δὲν βάδιζε πρός ἀντίθετη κατεύθυνση, ὥστε νὰ ἔλθη πρὸς συνάντησή τους. Ἔτσι, οἱ μαθητές δὲν τὸν εἶδαν νὰ ἔρχεται πρὸς αὐτοὺς ἀπὸ κάποια ἀπόσταση. Φαίνεται σαφῶς ὅτι ὁ Χριστός, βαδίζοντας πίσω τους σέ κάποια ἀπόσταση, τελικά ἐπετάχυνε τὸ βῆμα του καὶ τοὺς πλησίασε. Ἀρχικά, βάδιζε δίχως νὰ ἀντιληφθοῦν οἱ μαθητές ὅτι τοὺς συνώδευε, ἕως ὅτου τοὺς πλησίασε τόσο, ὅσο νὰ ἀκούει τὸν ἦχο τῆς συνομιλίας τους. Τέλος, τοὺς πρόφθασε καί, φθάνοντας στό πλευρό τους, ἔλαβε εὐθὺς μέρος στὸ διάλογο, στὴ συζήτηση ποὺ εἶχαν.
Ἡ προσέγγισή Του δὲν ἦταν μόνο τοπική, ἀλλὰ καὶ πνευματική. Ὅπως τοὺς πλησίαζε, ὁ Ἰησοῦς ἀντελήφθη ὅτι ἦσαν «σκυθρωποί», θλιμμένοι δηλαδὴ καὶ στενοχωρημένοι. Νομίζω ὅτι, τὶς περισσότερες φορές, ὁ Χριστὸς πλησιάζει ὄχι τόσο τὰ σώματα ἀλλὰ τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων· καὶ τὶς πλησιάζει μὲ ἕνα τρόπο ἀνάλογο ἐκείνου, ποὺ πλησίασε τοὺς μαθητές κατὰ τὴν πορεία τους πρὸς Ἐμμαούς.
Κάποιοι ἄνθρωποι συναντοῦν τὸν Ἰησοῦν «κατὰ πρόσωπον»· Τὸν γνωρίζουν λίγο ἕως πολύ· γνωρίζουν πῶς νὰ ἀπευθυνθοῦν πρὸς Αὐτόν, καὶ ἔχουν μάθει νὰ ἀντιλαμβάνωνται πότε Ἐκεῖνος ἀπευθύνεται πρὸς αὐτούς. Ὅμως σήμερα, γιὰ τὸν περισσότερο κόσμο, ὁ Χριστὸς εἶναι ἕνας ἄγνωστος. Ἔτσι, ὡς ἕνας ἄγνωστος λοιπόν, τοὺς πλησιάζει προφθάνοντάς τους καθ’ ὁδόν, ὅπως καὶ τοὺς μαθητές πρὸς Ἐμμαούς. Τοὺς πλησιάζει μὲ τέτοιο τρόπο, ὡς νὰ εἶναι κάποιος ἄγνωστος σʼ αὐτούς, ἀλλὰ ἄγνωστος συγγενής τους.
Συνήθως, σκεπτόμαστε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, δίχως νὰ ἔχουμε τὴν παραμικρή πρόθεση νὰ ἀναμείξουμε τὸν Χριστὸ στοὺς συλλογισμούς μας. Καὶ νά, ποὺ ὁ Χριστὸς παρεμβάλλεται στὴ σκέψη μας χωρὶς νὰ τὸ παρατηρήσουμε. Εἰσχωρεῖ στὸ νῆμα τῶν συλλογισμῶν μας, στὰ κύματα τῶν συναισθημάτων μας. Δὲν γνωρίζουμε πῶς βρέθηκε ἐκεῖ, ἀλλὰ λίγο – λίγο συνειδητοποιοῦμε ὅτι ἕνας καινούριος παράγοντας συμμετέχει στὴ δραστηριότητα τῆς ψυχῆς μας, τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου. Εἴτε γνωρίζουμε εἴτε δὲν γνωρίζουμε πῶς λέγεται ὁ παράγοντας αὐτός, μᾶς ἐπιβάλλεται· ἀκόμη καὶ ἂν ἀρνούμαστε νὰ δεχθοῦμε ὅσα μᾶς ὑποβάλλει, δὲν μποροῦμε νὰ μὴ τὸν ὑπολογίσουμε.
Μία σκέψη ἢ μία αἴσθηση, ὁποὺ ὁ Χριστὸς μᾶς ἐμπνέει, ἀνοίγουν νέες προοπτικές. Οἱ μαθητές πρὸς Ἐμμαοὺς ἦσαν σκυθρωποὶ καὶ τεθλιμμένοι, ὅση ὥρα βρίσκονταν ἀπορροφημένοι στὶς σκέψεις καὶ τοὺς συλλογισμούς τους. Ὅμως, ὅταν ὁ Κύριος βρέθηκε μεταξύ τους καὶ ἄρχισε τὴν ἑρμηνεία τῶν Γραφῶν, ὅλα ἔγιναν φωτεινά, ὅλα τὰ προβλήματα λύθηκαν, ὅλα εἰρήνευσαν. Ἐκεῖνοι, ὁποὺ προηγουμένως συζητοῦσαν καὶ ἐπιχειρηματολογοῦσαν ἀτέρμονα, ἔπαυσαν τώρα. Ὅλες οἱ περιπλοκὲς λύθηκαν, ὅλοι οἱ λαβύρινθοι βρῆκαν διέξοδο, ἐμπρὸς στὴν ἤρεμη βεβαιότητα, τὴν ὁποίαν παρέχει ὁ μόνος διδάσκαλος, ὁ Ἰησοῦς Χριστός.
Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ ἐμᾶς. Ὅλοι, κάποιες στιγμές, εἴμαστε προσκυνητές πρὸς Ἐμμαούς, βαδίζοντας μέσα στὸ πνευματικὸ σκοτάδι τῆς νύκτας, ὁποὺ ἄρχισε νὰ πέφτει, μὲ τὶς ἀμφιβολίες μας, τὰ ἄγχη μας, τὶς ἀγωνίες μας, τὶς ἀντιζηλίες μας, τὶς διεκδικήσεις μας, τὴ νοησιαρχία μας, τὶς καχυποψίες μας, τὶς ἐσωτερικὲς καὶ ἐξωτερικές μας συγκρούσεις. Ὅμως κάποιος, ποὺ μᾶς παρακολουθεῖ στὴν πορεία τῆς ζωῆς μας, τρέχει, μᾶς προφθάνει, καὶ «συνεμπαίνει» στὶς σκέψεις καὶ τὰ συναισθήματά μας. Καὶ τότε, μία μεγάλη διαύγεια, μία μεγάλη σαφήνεια καὶ καθαρότητα εἰσβάλλει στὸ νοῦ καὶ στὴ σκέψη μας· μία μεγάλη ἡσυχία κυριαρχεῖ στὴν ψυχή μας. Δὲν γνωρίζουμε ἴσως τὴν ὑπέρτατη ζωντανὴ παρουσία Ἐκείνου, ποὺ διεβεβαίωσε ὅτι Αὐτὸς εἶναι ἡ Ἀνάστασις, ἀλλά, ὅπως καὶ οἱ μαθητές πρὸς Ἐμμαούς, οἱ ὁποῖοι πίεζαν τὸν Κύριο νὰ μὴ φύγει, ἀλλὰ νὰ μείνει μαζί τους, ἡ ψυχή μας ὁλόκληρη κραυγάζει πρὸς τὸν ἄγνωστο αὐτὸν Παντοδύναμο: «Μεῖνον μεθ’ ἡμῶν»…

Δευτέρα, Ιουνίου 03, 2019

Πώς εξηγείται η πρόσληψη τροφής από τον Αναστάντα και το αναστημένο Σώμα του Χριστού


Από την διήγηση του Ευαγγελιστού Λουκά για μια εμφάνιση του Χριστού στους Μαθητάς φαίνεται ότι ο Χριστός έφαγε ενώπιόν τους μέρος από ψητό ψάρι και μέλι από κηρήθρα. Βέβαια, το Σώμα του Χριστού μετά την Ανάσταση δεν είχε ανάγκη τροφής, το έκανε όμως ο Χριστός για να βεβαιωθούν οι Μαθητές ότι δεν ήταν φάντασμα, αλλά είχε πνευματικό και μεταμορφωμένο σώμα. Φυσικά, επειδή στο Σώμα του Χριστού μετά την Ανάσταση δεν υπήρχε πεπτικό σύστημα, γι’ αυτό και η τροφή αυτή αναλώθηκε από την θεία ενέργεια και δεν μεταποιήθηκε κατά τον συνήθη στους ανθρώπους τρόπο. Όπως η φωτιά καταναλώνει το κερί, έτσι και η θεότητα του Χριστού κατηνάλωσε την τροφή που έλαβε. Αυτό το παράδειγμα χρησιμοποιείται συγκαταβατικά και δεν έχει απόλυτη εφαρμογή, γιατί η φωτιά που λυώνει το κερί συντηρείται από καύσιμη ύλη, ενώ τα πνευματικά σώματα δεν χρειάζονται τροφή για να συντηρηθούν (άγ. Γρηγόριος Παλαμάς).

Το ότι ο Χριστός έφαγε μέρος από ψητό ψάρι και μέρος από μέλι κηρήθρας είναι συμβολικά σημεία, που δείχνουν το μυστήριο του προσώπου Του. Η ανθρώπινη φύση ομοιάζει με το ψάρι, που κολυμπούσε στην υγρότητα του ηδονικού και εμπαθούς βίου. Ο Χριστός προσέλαβε αυτήν την φύση την ήνωσε στην υπόστασή Του, την καθάρισε από κάθε εμπαθή διάθεση με το πυρ της θεότητος (ψητό ψάρι) και την έκανε ομόθεη και διάπυρη. Επίσης η κηρήθρα με το μέλι ομοιάζει με την δική μας ανθρώπινη φύση, γιατί, όπως το μέλι υπάρχει μέσα στην κηρήθρα, έτσι και μέσα στο σώμα μας υπάρχει ο λογικός θησαυρός καί, κυρίως, στους πιστεύοντας υπάρχει στην ψυχή και το σώμα η Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Τρώγει από αυτά ο Χριστός, γιατί θεωρεί φαγητό του την σωτηρία του καθενός μας (άγ. Γρηγόριος Παλαμάς).

Επίσης, η χρησιμοποίηση από τον Χριστό, μετά την Ανάστασή Του, των στοιχείων του άρτου και του ιχθύος δείχνει το πρόσωπο και το έργο Του για την σωτηρία του ανθρώπου. Κυρίως, φανερώνει το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, αφού ο άνθρωπος τότε κοινωνεί του ζωντανού άρτου και του ζωντανού ιχθύος που είναι Αυτός ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Χριστός, ο Οποίος προσέλαβε την δική μας ανθρώπινη φύση καί, αφού την θέωσε, μας δίνει τον Εαυτό Του για να θεωθούμε και εμείς. Βέβαια, η θέωση δια των μυστηρίων, και κυρίως δια του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας, δεν γίνεται μηχανικά και μαγικά, αλλά ανάλογα με την πνευματική κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Έτσι, ανάλογα με την πνευματική μας κατάσταση ενεργεί και το μυστήριο της θείας Κοινωνίας.


Ο Χριστός σε μια από τις εμφανίσεις στους Μαθητάς Του, βλέποντας να υπάρχουν στην καρδιά τους λογισμοί περί Αυτού, είπε: "ίδετε τας χείράς μου και τους πόδας μου, ότι αυτός εγώ ειμι, ψηλαφήσατέ με και ίδετε, ότι πνεύμα, σάρκα και οστέα ουκ έχει, καθώς εμέ θεωρείτε έχοντα" (Λουκ. κδ', 39). Εδώ φαίνεται ότι υπάρχει σώμα, άρα δεν ήταν φαντασία, αλλά δεν ήταν το σώμα, όπως το γνώριζαν μέχρι τότε οι Μαθητές.

Είναι γνωστόν ότι ο Χριστός με την ενανθρώπησή Του προσέλαβε την ανθρώπινη φύση και έγινε τέλειος άνθρωπος, και μάλιστα προσέλαβε και τα λεγόμενα αδιάβλητα πάθη, όπως την φθαρτότητα και την θνητότητα, στα οποία αδιάβλητα πάθη συγκαταλεγόταν η πείνα, η δίψα, ο κόπος, ο ύπνος κλπ. Όμως, ο Χριστός μετά την Ανάσταση απέβαλε όλα τα λεγόμενα φυσικά πάθη, ήτοι "φθοράν, πείναν τε και δίψαν, ύπνον και κάματον και τα τοιαύτα". Αποβάλλοντας όμως τα λεγόμενα αδιάβλητα πάθη δεν απέβαλε ούτε την ψυχή ούτε το σώμα. Με την Ανάληψή Του στους ουρανούς παρέλαβε το σώμα και την ψυχή, την λογική και νοερά, την θελητική και ενεργητική. Έτσι, κάθεται στα δεξιά του Θεού με ολόκληρη την ανθρώπινη τεθεωμένη φύση. Με αυτόν τον τρόπο ενεργεί και θεϊκά, με την πρόνοια, την συντήρηση και την κυβέρνηση όλων, και ανθρώπινα, ενθυμούμενος την διατριβή του πάνω στην γη και γνωρίζοντας ότι προσκυνείται από ολόκληρη την λογική κτίση (άγ. Ιωάννης Δαμασκηνός).

Το αναστημένο Σώμα του Χριστού ήταν απαθές και αθάνατο, κεκοσμημένο με την θεία δόξα, αλλά όμως ήταν σώμα "τήν προτέραν έχον περιγραφήν" (Μακάριος Χρυσοκέφαλος). Έτσι, καίτοι απέβαλε όλα τα αδιάβλητα πάθη, δεν απέβαλε όμως τα φυσικά ιδιώματα, "ήτοι το ποσόν, το ποιόν, το είναι εν είδει, το τριχή διαστατόν, και το περιγραπτόν εν τόπω και περιοριστικόν". Γιατί, αν απέβαλε αυτά, δεν θα ήταν πραγματικό σώμα, αλλά έκσταση και έξοδος από τους όρους της ανθρωπίνης φύσεως (άγ. Νικόδημος αγιορείτης).

Όπως ο Χριστός με την ενανθρώπησή Του δεν βγήκε έξω από τους όρους της ανθρωπίνης φύσεως, έτσι και μετά την Ανάστασή Του η θεωθείσα ανθρώπινη σάρκα δεν ετράπη της οικείας φύσεως, δηλαδή δεν απέβαλε τα φυσικά της ιδιώματα. Και αυτό συνέβη γιατί παρέμειναν και μετά "τήν ένωσιν αί τε φύσεις ασύμφυτοι και αι τούτων ιδιότητες αλώβητοι" (άγ. Ιωάννης Δαμασκηνός). Γι’ αυτό, άλλωστε, ο Χριστός, ενώ βρίσκεται στους ουρανούς, αγιογραφείται από την Εκκλησία με περιγραπτό σώμα. Ο Χριστός στους ουρανούς δεν έχει ούτε σάρκα, όπως εμείς την γνωρίζουμε, ούτε είναι ασώματος και άϋλος, αλλά κάτι μεταξύ αυτών (άγ. Γρηγόριος Θεολόγος). Πρόκειται για σώμα πνευματικό και αφθαρτοποιημένο, αλλά πάντως για σώμα. Ο Χριστός παραμένει στους αιώνες Θεάνθρωπος, αφού οι δύο φύσεις από τότε που ενώθηκαν παραμένουν αχώριστες και αδιαίρετες.

Ακόμη και η ψυχή του Χριστού γνωρίζει σαφώς ότι είναι ενωμένη καθ’ υπόσταση με τον Θεό Λόγο και επίσης προσκυνείται και αυτή μαζί με τον Θεό, ως ψυχή του Θεού, και όχι απλώς ως ψυχή (άγ. Ιωάννης Δαμασκηνός).

Έτσι, λοιπόν, το Αναστημένο Σώμα του Χριστού, αποβάλλοντας όλα τα αδιάβλητα πάθη, το θνητό και παθητό, παρέμεινε σώμα, αλλά πνευματικό, ομόθεο, ήταν περιγραπτό, είχε όλα τα διακριτικά γνωρίσματα που είχε πρίν. Διήνυε τεράστιες αποστάσεις σε δευτερόλεπτα, εισερχόταν και εξερχόταν κεκλεισμένων των θυρών και εξήλθε "εσφραγισμένου του μνήματος", αλλά ήταν πραγματικό σώμα και όχι φάντασμα. Το ότι δεν Τον καταλάβαιναν πολλές φορές οι Μαθητές και τον θεωρούσαν φυσικό άνθρωπο, ήταν γιατί δεν ήθελε ο Χριστός να φανερωθή. Όταν ήθελε φανερωνόταν, και τότε οι Μαθητές ανεγνώριζαν ότι ήταν ο Κύριος.

μητρ. ναυπάκτου ιερόθεος, η ανάσταση του χριστού

Τετάρτη, Μαΐου 15, 2019


Στίς βιτρίνες τῶν γραφείων κηδειῶν ὑπάρχει κάποιες φορές ἡ ἐπιγραφή «Δεχόμαστε παραγγελίες στεφάνων ἤ σταυρῶν». Ὅμως στή πραγματικότητα δέν ὑπάρχει δυνατότητα ἐπιλογῆς μεταξύ τῶν δύο: δέν μποροῦμε νά φορέσουμε τό στεφάνι τῆς ἀναστάσιμης νίκης, ἄν δέν σηκώσουμε μαζί μέ τό Χριστό τό Σταυρό. Κατά τό Μεσαίωνα, τά «πασχάλια μνήματα», οἱ κατασκευές δηλαδή ἐκεῖνες πού ἑτοιμάζονταν γιά νά στολίσουν κάθε Πάσχα τούς ἀγγλικούς ναούς, ἔφεραν πάνω τους τήν ἐπιγραφή «Vincit qui patitur» – «Αὐτός πού πάσχει νικᾶ». Αὐτό συνέβη μέ τό Σωτήρα μας καί αὐτό πρέπει νά συμβεῖ καί μέ μᾶς. Ἄς βαστάξουμε λοιπόν στό σῶμα μας τά στίγματα τοῦ σταυρωθέντα Ἰησοῦ, καί στή συνέχεια, μέ τή δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θά μοιραστοῦμε μαζί μέ τούς ἄλλους τήν Εἰρήνη καί τή Χαρά τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ!
επισκ. Διοκλείας Κάλλιστος

Κυριακή, Απριλίου 28, 2019

ΓΙΑΤΙ ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΗΣ ΚΕΡΑΣΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΟΜΟΡΦΑ


Μερικοὶ σὰν γνήσιοι ὀπαδοὶ τοῦ Πλάτωνα λένε ὅταν πεθαίνει κανείς: «Πρέπει νὰ χαίρεσαι γιατί ἡ ψυχή του εἶναι κοντὰ στὸ Θεό». Ὅμως τότε τί νόημα ἔχει ἡ ἀνάσταση; Ὄχι! Ὁ θάνατος εἶναι κάτι ποὺ πρέπει νὰ κλάψουμε, μᾶς καλεῖ νὰ κλάψουμε ἡ νεκρώσιμη ἀκολουθία τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ὄχι μόνο εἶναι ἡ ἐγγύηση τῆς ἀνάστασης αὐτῶν ποὺ ἀγαπῶ ἀλλὰ καὶ μιᾶς ἄλλης ποιότητας ζωῆς. Γιατὶ τώρα ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι γιὰ πάντα ἑνωμένη μὲ τὸν Θεό, ἀχώριστα καὶ ἀσύγχυτα. Εἶναι τὸ ἔσχατο μυστήριο, τὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἄλλο νὰ ἀγαπᾶς κάτι, πχ. τὸ σκύλο σου καὶ ἄλλο νὰ γίνεσαι σκύλος. Ἄλλο τὸ συναίσθημα καὶ ἄλλο τὸ νὰ γίνεσαι ἕνα μὲ κάτι. Τὸ ἴδιο ἔκανε ὁ Θεὸς γιὰ μᾶς. Γιατὶ μᾶς ἀγαπᾶ. Μᾶς ἀγαπᾶ χωρὶς κανένα λόγο, καμία ἀναγκαιότητα, οὔτε γιατί τὸ ἀξίζουμε ἡ ὄχι.
Καταλαβαίνω ὅτι τὰ λουλούδια δὲν ἔχουν πιὰ τὴν ὀσμὴ τοῦ θανάτου ἀλλὰ τὴν εὐωδία τοῦ παράδεισου. Γιατὶ ἀκόμα κι αὐτά, ὁλόκληρη ἡ κτίση θὰ ζήσει, ἀφοῦ τελικὰ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ φέρει ὅλη τὴν κτίση, ζεῖ μέσα στὴν τελειότητα τοῦ Θεοῦ. Τώρα πιὰ ἀκόμα καὶ ὁλόκληρη ἡ κτίση μπορεῖ νὰ ἐλπίζει. Ὁ Παῦλος ποὺ ἄκουσε τὸ κρυφὸ κλάμα καὶ τὸ στεναγμὸ τῆς κτίσης ὅλης, ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ μεγάλοι δάσκαλοι τῆς Ἀνατολῆς, ποὺ ἀναζητοῦν τὴν τελειότητα στὸ δρόμο τῆς ἁρμονίας τῆς φύσης, - ἁρμονίας ποὺ πρὶν δὲν ὑπῆρχε γιατί πίσω ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ κρύβεται ὁ θάνατος- μόνο τώρα μποροῦν νὰ μοῦ ποῦν γιατὶ τὰ ἄνθη τῆς κερασιᾶς εἶναι ὄμορφα.

π.Ιωνάς Μούρτος

Κυριακή, Οκτωβρίου 07, 2018

Επιστρέφοντας από μία κηδεία που δεν έγινε...


Ο Ιησούς πλησιάζει στη Ναΐν, θα «σταθεί για λίγο εδώ,όπως καί στηΣυχάρ.Καμία ενέργεια του Ιησού συμπτωματική:γνωρίζει με ποιόν θα συναντηθεί.

«Καί ιδού έξεκομίζετο τεθνηκώς...»Την «εκφορά» νεκρού μοναχογιού χήρας, ακραίο περιστατικό δυστυχίας μιας ανθρώπινης ψυχής.Σχεδόν όλες (οι συναντήσεις του Ιησού ήταν -καί  είναι- με τίς ακρότητες του ανθρώπι­νου πόνου, όχι φιλοσοφικές ή καί «κατ' όνομα» θεολογικές, θωπείες...
 Στίς συναντήσεις αυτές καί τότε καί τώρα ό νικημένος δεν είναι ό άνθρωπος· ό άνθρωπος είναι ό Αγα­πημένος του Ιησού «ψυχή καί σώματι!»Ό νικημένος είναι ό θάνατος, προ­σωρινά καί στην επέκταση των αιώνων οριστικά· ή αμαρτία, ή αρρώστια, πλή­ρως προσωρινή καί στην «επέκταση» οριστική· ή ανθρώπινη λύπη για όσα. μόνο πρέπει καί μπορεί να λυπάται κα­νείς...
  Ό αγαπημένος του Ιησού είναι ό άνθρωπος!Τα βλέμματα του Ιησού καί της όδυρομένης μητέρας συναντιούνται: «ωραίος ως όρθιος» ό Νυμφίος της Εκκλησίας. Ό Ιησούς αντιδρά πρώτος: «έσπλαγχνίσθη έπ' αυτή...» 
Κύριε, είμαστε πολύ βιαστικοί να τε­λειώνουμε με κάθε θλιβερό... «καθήκον» την αγάπη, τα «σπλάγ­χνα» οίκτιρμών, την εϋσπλαγχνία -το νόημα πού της δίνουμε είναι νόθο- τα χαρακτηρίσαμε «καθήκοντα»· διευκο­λύνει... καί προσθέσαμε καί τα «κοινω­νικά» για την περίσταση: «ό καφές στο παραπλεύρως κέντρον».Εσύ, Κύριε, δεν κάνεις το «καθήκον» Σου! Είσαι Ο ΕΥΣΠΛΑΓΧΝΟΣ!Δεν «ερμηνεύεται» ό όρος! Το καταλαβαίνουμε  Όταν Σε συναντήσουμε στον πόνο μας!                        
    
-Αρκεί να «κάνουμε πέρα» όλους τους επαγγελματίες εκμετάλλευσης του πόνου μας, δεν είναι εύκολο! «Βοήθησον ήμίν!»Επιστρέφοντας από μία κηδεία πού δεν έγινε, ή χήρα της Ναΐν ζούσε αυτό πού μπορούμε να ζήσουμε, εάν ό θανατηφόρος εγωισμός μας παραμε­ρίσει. .. καί το ζητήσουμε: Κύριε, σπλαγχνίσου μας! Είναι καί κάποιες περιστάσεις σκληρότερες από μια κη­δεία...Στό τέλος-τέλος, εύσπλαγχνία δεν είναι μια... «λύπηση» για όσα δυ­σάρεστα συμβαίνουν στους αδελφούς μας· μια κάποια «συμπάθεια» ψυχρή, περιβεβλημένη με ύφος ευσέβειας, ευγενική λόγω καλής ανατροφής, άδάπανη, όσο είναι δυνατόν!Ή απόσταση από το «κοινωνικό μας κράτος» ως την εύσπλαγχνία του Ιησού είναι τεράστια. Ή εύσπλαγχνία είναι μορφή - ή μορφή- της θεϊκής αγά­πης! Ένα τίμιο καί έστω ελάχιστο, μι­κρό δώρο εύσπλαγχνίας καί... Ίσως ξε­χασμένο, θα είναι ή προσευχή μας για τους ανθρώπους πού οί δικοί τους έστω καί λίγο, είναι οί προσφιλείς τους τεθνεώτες...
Ή βυθισμένη στη λύπη της γυναίκα περιμένει. Κοιτάζει αυτόν πού το πρό­σωπο Του ακτινοβολεί θεϊκή αγάπη. Ό Ιησούς θα προχωρήσει στην πρώτη εντολή Του, την απευθύνει πάντα «κατ' ευθείαν στον πονεμένο», ορφα­νό, άρρωστο, φυλακισμένο, ανάπηρο, εκμηδενισμένο από την ανθρώπινη κακία. Κύριε, την απευθύνεις σήμερα σε όλους μας· μα, τί συμβαίνει καί δεν ακούμε; «Μη κλαίε...» Εκείνος πού θα «εξαλείψει πάν δάκρυον» στο τέλος του διαδρόμου «ζωή-θάνατος» με όλη τη γλυκύτητα της προστακτικής του φωνής καί αγάπης, επιβάλλει στην πε­ρίλυπη καί κλαίουσα «να μην κλαίει»!Το ανθρώπινο κλάμα, ωστόσο, δε θα σταματήσει από τη Ναΐν καί έπει­τα... Ωκεανοί δακρύων, Κύριε, καί μέρα-νύχτα. Οι άνθρωποι θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να πνίγονται στο δάκρυ τους οι αδελφοί μας, ακόμα κι όταν αυτό δεν προκαλείται τόσο φυ­σικά από μια μεγάλη λύπη!
 Δεν μας ενδιαφέρει το κλάμα των ανθρώπων! Ούτε καί το κλάμα των παιδιών! Αυτή είναι ή δόξα της τρίτης χιλιετίας...Στίς τραγικές νύχτες της δικής μας Ναΐν... «ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΠΟΛΗ ΠΛΕΟΝ Η ΝΑΪΝ» είναι ολό­κληρη ή γη μας, ας ακουστεί ή φωνή αγγέλου Σου «καί εξαλείψει ό Θεός πάν δάκρυον εκ των οφθαλμών αυτών!»Κύριε, δεν είμαστε οι «εκλεκτοί» Σου, όμως, σε ικετεύουμε: συντόμευε το χρόνο του μαρτυρίου μας!Ό κόσμος πού  συνοδεύει,  δεν εντυπωσιάζεται απλά από την παρου­σία Σου,παγώνει στη θέση του, αισθά­νεται ότι κάτι θα συμβεί. "Αν ό Ιησούς δεν είπε παραπάνω από δύο κουβέ­ντες, ας συγκρατήσουμε την κίνηση του χεριού Του μόλις «οι βαστάζο­ντες έστησαν»«ήψατο τής σορού». ( Ή απόλυτη   κυριαρχία αγάπης πού  ασκεί ό Ιησούς στο ανθρώπινο σώμα!
 Κανένας δεν αγάπησε καί το ανθρώπινο σώμα. Κύριε, μετέδωσες «την χάρη της επιθέσεως των χειρών Σου» στους ιερείς δια των αποστό­λων Σου καί για τις ασθένειες των ανθρώπων καί για τη μετάδοση της θείας χάριτος με τα Μυστήρια της Εκ­κλησίας... Σέ ευχαριστούμε πού άπλωσες καί απλώνεις το χέρι Σου! «Νεανίσκε, σοί λέγω έγέρθητι...» Το παλικάρι προσκαλείται να επανέλθει στη ζωή! Μοιάζει να λέει ό Ιησούς: «γυναίκα της Ναΐν, ό μοναχογιός σου σού χρειάζεται πολύ..., μην κλαις στον χαρίζω καί πάλι ζωντανό!»
Όσο πολύτιμο καί αν είναι το «ανθρώπινο στήριγμα», δεν επαρ­κεί... Όταν βρεθούμε στη μεγάλη λύ­πη, στη μέγιστη ανάγκη, το καταλα­βαίνουμε, Κύριε!... Είναι μια δωρεά Σου να το καταλάβουμε καί να Σέ ζη­τήσουμε καί να φανείς, ν' ακούσουμε εντός μας τη φωνή Σου «ίδού,πάρειμι», είμαι εδώ... «Μη κλαίε!» Με κά­ποιο δικό Σου πρόσωπο, ή ένα περι­στατικό πού ανατρέπει τα προηγούμενα, είσαι εδώ! Ωστόσο, καί το ανθρώπινο στήριγμα όταν μας είναι αναγκαίο, δεν μας το στερείς!   
 Αν «χάσω» αγαπημένο μου προσωπο, Κύριε, καί τίποτε δεν είναι σε θέση να με παρηγορήσει, αυτό μπορε ίνα σημαίνει: δεν έχω ακόμα νιώσει τη δική Σου αγάπη.Στή Ναΐν, ο Ιησούς δεν κάνει λό­γο για «ανάσταση νεκρών-άφεση άμαρτιών-ζωήν αίώνιον». Μίλησε σε άλλες περιπτώσεις πολύ καθαρά για αυτά. Εδώ λέει μια λέξη: «μη κλαίε» μια φράση-έντολή: «Νεανίσκε σοί λέγω έγέρθητι». Σφραγίζει με το όνομα Του τη Ζωή καί την Ανάσταση καί ή σφραγίδα αυτή ΔΕΝ ΑΠΟΣΥΡΕΤΑΙ.
Κάτι πού αλλάζει οριστικά στη Ναΐν: ό χρόνος είναι μια χρήσιμη-συμβατική μονάδα να μετριούνται κάποια γεγονότα.Η αδελφική σχέση χρόνος-θάνατος καταλύεται!
Πότε θα έλθει ό καιρός Σου, να επισκεφθείς τίς αμέτρητες δικές μας
Νάίν, να «σταθούν οι βαστάζοντες», να σταματήσουν οι έξόδιοι τεθνηκότων καί νεκρών!

του Γεωργίου Σχίζα-Πειραική Εκκλησία Σεπτ 2007

Ανάρτηση απο προσκυνητή(proskinitis)