ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεοφάνεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεοφάνεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Ιανουαρίου 06, 2022

ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ


Ἐλᾶτε λοιπόν νά ἰδεῖτε παράδοξα θαύματα. Ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης λούζεται στοῦ Ἰορδάνη τά νερά. Ἡ φωτιά βουτάει καί σμίγει μέ τά νερά. Καί ὁ Θεός ἀπ̉ ἄνθρωπο ἁγιάζεται.
Σήμερα ὁλόκληρη ἡ κτίση βροντοφωνάζει καί ἀνυμνεῖ: «Εὐλογημένος νά ̉σαι Σύ πού ἔρχεσαι στ̉ ὄνομα τοῦ Κυρίου!!» Σύ πού ἔρχεσαι διά τῆς Προνοίας Σου μέσα ἀπ᾿ ὅλα τά κτίσματά Σου. Σύ πού συντηρεῖς τό ὕψος τοῦ στερεώματος καί ἔντεχνα ὁδηγεῖς σάν ἥμερο ἄλογο μέ χαλινάρι τήν τροχιά τοῦ Ἥλιου. Σύ πού βάζεις σέ τάξη χωρίς διόλου ν᾿ ἀνακατεύονται τά πλήθη τῶν ἀστέρων καί μᾶς κερνᾶς πλούσια ἀγέρα γιά νά ἀναπνέουμε ἀσταμάτητα ζωή. Σύ πού ζεσταίνεις καί ζωογονεῖς τή μάννα γῆ ὥστε νά μᾶς χαρίζει τούς καρπούς της ὁλοχρονίς. Σύ πού δαμάζεις καί σταματᾶς τή πολυκύμαντη θάλασσα ζώνοντάς την ὁλοτρόγυρα μ᾿ ἕνα μικρούτσικο χαλινάρι ἀπό ἀμμοχάλικο. Σύ πού σπρώχνεις τά νερά ἀπό τῆς γῆς τά σπλάχνα καί φτιάχνεις τίς πηγές. Σύ πού καθοδηγεῖς τίς ποταμίσιες ὄχθες νά πορεύονται χωρίς χαμό καί περιπλάνηση ὡς τή θάλασσα.
Τοῦτα ὅλα τά θαυμάσια ἀναλογιζόμαστε καί ἀπό τά κατάβαθά μας βγαίνει ἡ κραυγή: «Εὐλογημένος Σύ πού ἔρχεσαι στ̉ ὄνομα τοῦ Κυρίου».
— Πές μας λοιπόν, Ποιός εἶν᾿ Αὐτός, μακάριε Δαυΐδ;
— Ὁ Κύριος καί ὁ Θεός μας πού μᾶς φανερώθηκε μ᾿ ἀνθρώπινη μορφή.
Ἀλλά δέν τό λέει αὐτό μόνον ὁ προφήτης Δαυΐδ. Τό λέει καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πού συμφωνεῖ μαζί του καί διδάσκει: «Μᾶς φανερώθηκε ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ πού σώζει κάθε ἄνθρωπο καί μᾶς διδάσκει ὅλους μας». Ὄχι μερικούς ἀλλά ὅλους μας. Σ᾿ ὅλους, Ἰουδαίους καί Ἕλληνες χαρίζει μέ τό βάπτισμα τή σωτηρία καί ὑποδείχνει τό σωτήριο αὐτό λουτρό σάν εὐεργέτημα δοσμένο δωρεάν σέ κάθε ἀνθρώπινη ψυχή πού τό ζητάει.
Ἐλᾶτε νά δεῖτε πρωτόγνωρο κατακλυσμό, πολύ μεγαλύτερον καί δυνατότερον ἀπ᾿ ἐκεῖνον πού γίνηκε τήν ἐποχή τοῦ Νῶε. Ἐκεῖ τό νερό ἔπνιξε τούς ἀνθρώπους καί ἐδῶ τό νερό τοῦ βαπτίσματος, κείνους πού εἶχαν πεθάνει πνευματικά ξαναζωντάνεψε, μέ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ πού σήμερα βαπτίστηκε. Ἐκεῖ ὁ Νῶε ἔφτιαξε κιβωτό στέρεα ἀπό ξύλα καί ἐδῶ ὁ Χριστός ὁ νοητός Νῶε, προσέλαβε ἀπό τήν ἄφθορο παρθένο Μαρία τήν κιβωτό τοῦ σώματος. Ἐκεῖ ὁ Νῶε ἄλοιψε τήν κιβωτό ἐξωτερικά μέ ἄσφαλτο πίσσα. Ἐδῶ ὁ Χριστός δυνάμωσε καί περιφρούρησε τήν κιβωτό τοῦ σώματος μέ τό χρῖσμα τῆς πίστεως. Ἐκεῖ περιστερά πού βάσταζε κλαδί ἐληᾶς προμήνυσε τήν εὐωδιά τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. Ἐδῶ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον μέ τή μορφή ὁλόασπρης περιστερᾶς παρουσιάστηκε καί σ᾿ ὅλους φανέρωσε τόν ἐλεήμονα Κύριο.
Ἀλλά μέ καταπλήττει ἡ ὑπερβολική ταπείνωση τοῦ Κυρίου. Γιατί δέν ἀρκέστηκε, Αὐτός ὁ γεννημένος τέλειος Υἱός ἀπό τέλειο Πατέρα, νά γεννηθῆ καί ἐπί γῆς τέλειο βρέφος ἀπό τά σπλάχνα μιᾶς γυναίκας. Δέν ἀρκέστηκε Ἐκεῖνος πού εἶναι σύνθρονος μέ τόν Θεό Πατέρα νά λάβει τή μορφή τοῦ δούλου ἀλλά καί σάν τόν τελευταῖο ἁμαρτωλό προσέρχεται νά βαπτισθεῖ.
Ἀλλά ἄς μή γίνει ἡ κοινή γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους εὐεργεσία σκάνδαλο γι᾿ αὐτούς πού τούτη τήν ὥρα μέ ἀκοῦνε. Γιατί βαπτίζεται ὁ Δεσπότης πάντων Χριστός ὄχι γιατί ἔχει ἀνάγκη ἀπό ψυχικό καθαρισμό, ἀλλά γιά νά οἰκονομήσει μέ δυό τρόπους τό συμφέρον τῶν ψυχῶν μας, ὥστε καί μέ τό νερό νά μᾶς δωρήσει τήν ἁγιαστική χάρη καί νά προτρέψει τόν καθένα μας νά βαπτιστεῖ.
Καθώς μᾶς λέει ὁ ἱερός Εὐαγγελιστής, ἦρθε ὁ Ἰησοῦς ἀπό τή Γαλιλαία στόν Ἰορδάνη ὅπου βρισκόταν ὁ Ἰωάννης γιά νά βαπτιστεῖ ἀπ̉ αὐτόν.
Τό τί συνέβηκε τότε ἀδερφοί μου δέν μπορεῖ νά τό χωρέσει νοῦς ἀνθρώπινος. Γιατί ξεπερνᾶνε κάθε θέαμα καί ἄκουσμα ὅσα συνέβηκαν ἐκεῖ. Τρέμει ὁ νοῦς. Χάνεται ἡ λαλιά μή τολμώντας νά ἐξιστορίσει τά ἀνέκφραστα. Γι‹ αὐτό λοιπόν καί ὅταν εἶδε ὁ Ἰωάννης τόν Δεσπότη μας Χριστό νά τόν πλησιάζει, μέ πολύ καρδιοχτύπι, πέφτοντας καί ἀγκαλιάζοντας τά πόδια Του τοῦ εἶπε παρακλητικά:
— Γιατί βιάζει ἐμένα τόν ἀδύνατο ἄνθρωπο ὁ Παντοδύναμος Θεός μου νά κάνω κάτι πού ξεπερνάει τίς δυνάμεις μου; Δέν εἶμαι ἐγώ σέ θέση νά ἐπιχειρήσω κάτι τέτοιο. Πῶς νά τολμήσω νά Σέ βαπτίσω; Πότε συνέβηκε νά καθαριστεῖ ἡ φωτιά ἀπό τό ξερό χορτάρι; Πότε ἔπλυνε ἡ λάσπη τήν πηγή; Πῶς νά βαπτίσω Ἐσένα τόν Κριτή τῆς οἰκουμένης ἐγώ ὁ ὑπεύθυνος γιά τόσες ἁμαρτίες; Πῶς νά Σέ βαπτίσω Δέσποτά μου; Δέν βλέπω ἁμαρτία πάνω Σου. Δέν ἔχεις πέσει θῦμα τῆς κατάρας τοῦ προπάτορα Ἀδάμ. Δέν ἔχεις καθόλου λερωθεῖ ἀπό τήν ἁμαρτία. Γιατί ἄν καί ἔκλινες οὐρανούς καί κατέβηκες, τίποτα ἀπό τά θελήματα τοῦ Θεοῦ Πατέρα δέν παρέβηκες. Τί κάνεις Δέσποτά μου; Γιατί μ᾿ ἀναγκάζεις νά κάνω κάτι πού ξεπερνάει τίς δυνάμεις μου; Ποτέ καί τίποτα δέν τόλμησα νά κάνω ἀπ᾿ ὅλα ὅσα παροργίζουν τήν ἀγαθωσύνη Σου. Σάν δουλικό πιστό γεμάτο ἀγάπη καί σεβασμό γιά τόν ἀφέντη του πρότρεξα καί ἐμήνυσα στόν κόσμο τήν παρουσία Σου. Ἐνῶ βρισκόμουνα ἀκόμη μέσ᾿ τήν κοιλιά τῆς μάννας μου, δανείστηκα τήν γλώσσα της καί Θεό τοῦ κόσμου Σέ ἐκήρυξα. Ὅλους τούς προετοίμασα νά Σέ δεχθοῦν, νά Σ᾿ ἀπαντήσουν. Πές μου λοιπόν Κύριέ μου, πῶς θ᾿ ἀνεχθεῖ νά δεῖ ὁ ἥλιος τόν Παντοκράτορα Θεό ἔτσι νά ἐξευτελίζεται ἀπό τήν τόλμη ἑνός δούλου Του καί δέν θά ρίξει καυτερές φωτοβολίδες νά μέ κατακάψει, ὅπως ἔκανε ἐκείνους τούς καιρούς τούς ἄσωτους Σοδομίτες; Πῶς θά ἀντέξει ἡ γῆ νά δεῖ Ἐκεῖνον πού ἁγιάζει τούς ἀγγέλους, ἀπέριττα νά βαπτίζεται ἀπό χέρι ἀνθρώπου ἁμαρτωλοῦ καί δέν θ᾿ ἀνοίξει τά σπλάχνα της γιά νά μέ καταπιεῖ, ὅπως ἔκανε τόν Ἀβειρών καί τόν Δαθάν; Πῶς νά βαπτίσω Δέσποτά μου Ἐσένα πού δέν μολύνθηκες ἀπό τής φυσικῆς γέννησης τό λέρωμα; «Ἐξ ἀσπόρου γαστρός, ἄσπορος προῆλθε καρπός». Πῶς λοιπόν ἐγώ ὁ χιλιολερωμένος ἀπό τήν ἁμαρτία ἄνθρωπος νά ἁγνίσω τόν Θεό; Θεό ἀναμάρτητο; Ἐγώ ἔχω ἀνάγκη νά βαπτιστῶ ἀπό Σένα καί Σύ ἔρχεσαι σέ μένα; Μ᾿ ἔστειλες νά βαπτίζω, Κύριέ μου, καί δέν παράκουσα τήν ἐντολή Σου. Πρότρεπα ὅλους πρός τό βάπτισμα καί τούς ἔλεγα: «Ὁμολογῆστε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου τίς ἁμαρτίες σας, γιατί Αὐτός εἶναι ὁ μόνος ἀγαθός. Αὐτός πού ἔρχεται πίσω μου δέν εἶναι βλοσυρός καί αὐστηρός. Εἶναι ἀγαθός καί Υἱός Πατέρα Ἀγαθοῦ. Δέν φέρεται γιά λίγο μονάχα μ᾿ ἀγαθωσύνη καί ὕστερα νά ἀλλάζει διάθεση γιά τόν ἁμαρτωλό ἄνθρωπο, ἀλλά τό ἔλεός Του μένει εἰς τόν αἰώνα. Καί ἐπειδή τό ἔλεός Του εἶναι ἀμέτρητο γι᾿ αὐτό καί οἱ οὐράνιες δυνάμεις ἀνυμνώντας Τοῦ ἔλεγαν:
«Εὐλογημένος Σύ πού ἔρχεσαι στ̉ ὄνομα τοῦ Κυρίου». Ὁ Κύριος καί ὁ Θεός μας μᾶς φανερώθηκε. Μᾶς φανερώθηκε ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καί διέλυσε τό σκοτάδι τῆς ἄγνοιας πού μᾶς περιέλουζε. Μᾶς φανερώθηκε ὁ οὐράνιος Τσοπάνης καί ἔδιωξε ἀπό τό κοπάδι τῶν παιδιῶν Του τούς λύκους τοῦ διαβόλου. Μᾶς φανερώθηκε ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Πατρός καί χάρισε μέ τό βάπτισμα τήν υἱοθεσία στούς πιστούς. Μᾶς φανερώθηκε ἡ ζωή ὁλόκληρου τοῦ κόσμου καί μέ τό θάνατό Του θανάτωσε τόν θάνατο ὡς ἀθάνατος καί ἀξίωσε νά ζήσουν ζωή ἀθάνατη, ἐκεῖνοι πού εἶχαν πέσει στή φθορά καί στό θάνατο.
Ἀλλά ἐνῶ ἐγίνονταν ὅλα αὐτά, ὁ Θεός Πατέρας ἀγαλώμενος μέ τήν ὑπερβολική ταπείνωση τοῦ Υἱοῦ, ἀνοίγει διάπλατα τίς πύλες τοῦ οὐρανοῦ καί μέ βροντερή φωνή ξεχειλισμένη ἀπό αἰσθήματα πού πλημμυρίζουνε μιά πατρική καρδιά, ἀνακράζει: «Αὐτός εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός».
Καί γιά νά μήν μπερδευτεῖ ὁ νοῦς ὅσων ἀκούγανε ὅλα τοῦτα -ἄν εἶναι δηλαδή Υἱός ὁ Βαπτιστής ἤ ὁ Χριστός- ἔρχεται τό Ἅγιον Πνεῦμα, σάν ἄσπρο περιστέρι καί δείχνει Ἐκεῖνον πού βαπτιζόταν καί πού ὁ Θεός Πατέρας τόν μαρτυροῦσε στούς ἀνθρώπους σάν μονογενή Υἱό Του.
Σ᾿ Αὐτόν πρέπει ἡ δόξα, τό κράτος, ἡ τιμή καί ἡ προσκύνηση σήμερα καί πάντοτε καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
 Ἁγίου  Πρόκλου Πατριάρχου Κων/λεως

Τρίτη, Ιανουαρίου 04, 2022

Ομιλία στην αγρυπνία των Θεοφανείων († Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος Bloom)



Ἡ ἡμέρα τῶν Θεοφανείων εἶναι ἡ μέρα ποὺ ὅλος ὁ κόσμος ἀναγεννᾶται καὶ γίνεται μέτοχος τῆς ἁγιότητος τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ συγχρόνως εἶναι ἡ μέρα κατὰ τὴν ὁποία ὁ Χριστός, εἰσέρχεται στὴν ὁδὸ πρὸς τὸν Γολγοθά.

Ἦλθε στὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστή, ὄχι γιὰ νὰ καθαριστεῖ, ἐπειδὴ ἦταν ἀναμάρτητος, σὰν Θεὸς καὶ συνάμα κατέστη ἁγνὸς ὡς πρὸς τὴν ἀνθρώπινη φύση Του καθ’ ὅλην τὴν διάρκεια τῆς ἱστορίας τοῦ Ἰσραὴλ ἀπὸ ἐκείνους τοὺς προγόνους ποὺ εἶχαν προσφέρει τὴ ζωή τους στὸν Θεό, καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἁγιότητα ἔφτασε στὸ κορύφωμά της στὴν καθαρότητα τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἦταν τόσο ἁγνή, τόσο ἄμεμπτη ποὺ μποροῦσε νὰ εἰσέλθει στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἐκεῖ ὅπου οὔτε ὁ Ἀρχιερέας δὲν τολμοῦσε νὰ εἰσέλθει, ἐκτὸς ἀπὸ μία φορὰ τὸ χρόνο μετὰ ἀπὸ ἕναν ἰδιαίτερο ἁγιασμό.

Ὁ Χριστὸς εἶχε ἀνάγκη νὰ καθαριστεῖ. Ἀλλὰ ἐκεῖνα τὰ νερά, ὅπου εἶχαν πλυθεῖ ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοὶ ποὺ εἶχαν ἔλθει στὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστὴ ὁμολογώντας τὸ κακὸ ποὺ βάραινε τὴ ζωή τους, ἦταν βαριὰ ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτωλότητας καὶ ἑπομένως ἐξαιτίας τῆς θνητότητας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Εἶχαν γίνει νερὰ θανατηφόρα, καὶ σ’ αὐτὰ τὰ νερὰ εἶναι ποὺ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς καταδύεται ἐκείνη τὴν ἡμέρα σηκώνοντας στοὺς ὤμους Του τὴν θνητὴ φύση ἀποτέλεσμα τῆς ἀνθρώπινης ἁμαρτίας.

Ἔρχεται, ἀθάνατος ὡς πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα καὶ τὴν Θεότητά Του, καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ ἐνδύεται τὴν θνητότητα τοῦ ἁμαρτωλοῦ κόσμου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς πορείας Του πρὸς τὸν Γολγοθά. Αὐτὴ τὴν ἡμέρα θαυμάζουμε τὴν ἀτελείωτη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ ὅπως σὲ κάθε ἄλλη περίσταση, ὁ ἄνθρωπος ἔπρεπε νὰ λάβει μέρος στὸ σχέδιο ποὺ ὁ Θεὸς εἶχε προνοήσει γιὰ τὴ σωτηρία του. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ὁ Θεὸς ἔρχεται καὶ μοιράζεται τὴν θνητή μας φύση, ὁ λόγος ποὺ ἔρχεται καὶ μᾶς σώζει. Τὸ ἀποκορύφωμα τῆς Θείας Οἰκονομίας γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου θὰ ἔλθει στὸν Γολγοθὰ ὅταν θὰ πεῖ, «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί μὲ ἐγκατέλειψες;» Θὰ εἶναι ἡ στιγμὴ ποὺ ὁ Θεός, ὅπως ὅταν ἦταν ἐνδεδυμένος τὴν ἀνθρώπινη φύση Του, θὰ ἔχει χάσει τὴν ἐπαφή Του μὲ τὸν Πατέρα μετέχοντας στὸ πεπρωμένο τῆς ἀνθρωπότητας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔσχατη πράξη Θεικὴς ἀγάπης.

Συνεπῶς ἂς θαυμάσουμε, ἂς ἀναρωτηθοῦμε, καὶ ἂς λατρέψουμε αὐτὴ τὴν Θεικὴ ἀγάπη, καὶ ἂς μάθουμε ἀπὸ Ἐκεῖνον· ἐπειδὴ εἶπε στὸ Εὐαγγέλιο, «Σᾶς ἔδωσα ἕνα παράδειγμα. Ἀκολουθεῖστε το.» Καλούμαστε, ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἁμαρτωλῆς καὶ θνητῆς φύσης μας, νὰ βαστάξουμε τὰ βάρη ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου στὴ ζωὴ καὶ στὸν θάνατο. Ἂς μάθουμε ἀπ’ αὐτό. Θεωροῦμε ὅτι εἶναι τόσο δύσκολο νὰ βαστάξουμε τὰ βάρη ἀκόμα κι ἐκείνων ποὺ ἀγαπᾶμε· καὶ πρακτικὰ εἶναι ἀδύνατο νὰ ἐπωμιστοῦμε τὰ βάρη τῶν ἀνθρώπων ποὺ δὲν ἀγαπᾶμε μὲ μιὰ εἰλικρινῆ, φυσικὴ τρυφερότητα. Ἂς μάθουμε, ἐπειδὴ διαφορετικὰ δὲν θὰ ἔχουμε μάθει τὸ πρῶτο μάθημα ποὺ θὰ μᾶς δώσει ὁ Χριστός, ὅταν εἰσέλθει στὴν διακονία Του.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 08, 2021

Ὁμιλία στὴν ἀγρυπνία τῶν Θεοφανείων-Anthony Bloom



Ἡ ἡμέρα τῶν Θεοφανείων εἶναι ἡ μέρα ποὺ ὅλος ὁ κόσμος ἀναγεννᾶται καὶ γίνεται μέτοχος τῆς ἁγιότητος τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ συγχρόνως εἶναι ἡ μέρα κατὰ τὴν ὁποία ὁ Χριστός, εἰσέρχεται στὴν ὁδὸ πρὸς τὸν Γολγοθά.


Ἦλθε στὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστή, ὄχι γιὰ νὰ καθαριστεῖ, ἐπειδὴ ἦταν ἀναμάρτητος, σὰν Θεὸς καὶ συνάμα κατέστη ἁγνὸς ὡς πρὸς τὴν ἀνθρώπινη φύση Του καθ’ ὅλην τὴν διάρκεια τῆς ἱστορίας τοῦ Ἰσραὴλ ἀπὸ ἐκείνους τοὺς προγόνους ποὺ εἶχαν προσφέρει τὴ ζωή τους στὸν Θεό, καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἁγιότητα ἔφτασε στὸ κορύφωμά της στὴν καθαρότητα τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἦταν τόσο ἁγνή, τόσο ἄμεμπτη ποὺ μποροῦσε νὰ εἰσέλθει στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἐκεῖ ὅπου οὔτε ὁ Ἀρχιερέας δὲν τολμοῦσε νὰ εἰσέλθει, ἐκτὸς ἀπὸ μία φορὰ τὸ χρόνο μετὰ ἀπὸ ἕναν ἰδιαίτερο ἁγιασμό.

Ὁ Χριστὸς εἶχε ἀνάγκη νὰ καθαριστεῖ. Ἀλλὰ ἐκεῖνα τὰ νερά, ὅπου εἶχαν πλυθεῖ ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοὶ ποὺ εἶχαν ἔλθει στὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστὴ ὁμολογώντας τὸ κακὸ ποὺ βάραινε τὴ ζωή τους, ἦταν βαριὰ ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτωλότητας καὶ ἑπομένως ἐξαιτίας τῆς θνητότητας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Εἶχαν γίνει νερὰ θανατηφόρα, καὶ σ’ αὐτὰ τὰ νερὰ εἶναι ποὺ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς καταδύεται ἐκείνη τὴν ἡμέρα σηκώνοντας στοὺς ὤμους Του τὴν θνητὴ φύση ἀποτέλεσμα τῆς ἀνθρώπινης ἁμαρτίας.

 



Ἔρχεται, ἀθάνατος ὡς πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα καὶ τὴν Θεότητά Του, καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ ἐνδύεται τὴν θνητότητα τοῦ ἁμαρτωλοῦ κόσμου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς πορείας Του πρὸς τὸν Γολγοθά. Αὐτὴ τὴν ἡμέρα θαυμάζουμε τὴν ἀτελείωτη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ ὅπως σὲ κάθε ἄλλη περίσταση, ὁ ἄνθρωπος ἔπρεπε νὰ λάβει μέρος στὸ σχέδιο ποὺ ὁ Θεὸς εἶχε προνοήσει γιὰ τὴ σωτηρία του. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ὁ Θεὸς ἔρχεται καὶ μοιράζεται τὴν θνητή μας φύση, ὁ λόγος ποὺ ἔρχεται καὶ μᾶς σώζει. Τὸ ἀποκορύφωμα τῆς Θείας Οἰκονομίας γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου θὰ ἔλθει στὸν Γολγοθὰ ὅταν θὰ πεῖ, «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί μὲ ἐγκατέλειψες;» Θὰ εἶναι ἡ στιγμὴ ποὺ ὁ Θεός, ὅπως ὅταν ἦταν ἐνδεδυμένος τὴν ἀνθρώπινη φύση Του, θὰ ἔχει χάσει τὴν ἐπαφή Του μὲ τὸν Πατέρα μετέχοντας στὸ πεπρωμένο τῆς ἀνθρωπότητας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔσχατη πράξη Θεικὴς ἀγάπης.

Συνεπῶς ἂς θαυμάσουμε, ἂς ἀναρωτηθοῦμε, καὶ ἂς λατρέψουμε αὐτὴ τὴν Θεικὴ ἀγάπη, καὶ ἂς μάθουμε ἀπὸ Ἐκεῖνον· ἐπειδὴ εἶπε στὸ Εὐαγγέλιο, «Σᾶς ἔδωσα ἕνα παράδειγμα. Ἀκολουθεῖστε το.» Καλούμαστε, ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἁμαρτωλῆς καὶ θνητῆς φύσης μας, νὰ βαστάξουμε τὰ βάρη ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου στὴ ζωὴ καὶ στὸν θάνατο. Ἂς μάθουμε ἀπ’ αὐτό. Θεωροῦμε ὅτι εἶναι τόσο δύσκολο νὰ βαστάξουμε τὰ βάρη ἀκόμα κι ἐκείνων ποὺ ἀγαπᾶμε· καὶ πρακτικὰ εἶναι ἀδύνατο νὰ ἐπωμιστοῦμε τὰ βάρη τῶν ἀνθρώπων ποὺ δὲν ἀγαπᾶμε μὲ μιὰ εἰλικρινῆ, φυσικὴ τρυφερότητα. Ἂς μάθουμε, ἐπειδὴ διαφορετικὰ δὲν θὰ ἔχουμε μάθει τὸ πρῶτο μάθημα ποὺ θὰ μᾶς δώσει ὁ Χριστός, ὅταν εἰσέλθει στὴν διακονία Του. Ἀμήν.


Τετάρτη, Ιανουαρίου 06, 2021

Ἐπιφάνεια τοῦ Χριστοῦ

 



 

Βασιλείου Στογιάννου

Ἐπιφάνεια εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Μία ἀποκάλυψη τοῦ Ἴδιου τοῦ Θεοῦ, ποὺ σημαίνει πρῶτα-πρῶτα ἀληθινὴ θεογνωσία. Ἀποκαλύπτεται ὁ Θεὸς στὸν ἄνθρωπο, ὄχι σὰν φοβερὸς καὶ ἀποτρόπαιος, ὅπως τὸν πίστευαν οἱ εἰδωλολάτρες οὔτε σκληρὸς καὶ ἄτεγκτος κριτής, ὅπως τὸν φανταζόταν ὁρισμένοι ἰουδαϊκοὶ κύκλοι. Ὁ Θεὸς ποὺ φανερώνεται ἀπὸ τὸν Χριστὸ δὲν εἶναι μία ψυχρὴ λογικὴ ἐξήγηση τοῦ σύμπαντος, ὅπως νόμιζαν οἱ φιλόσοφοι οὔτε ὁ ὁδηγὸς ἑνὸς μόνο λαοῦ στὴν πορεία του, ὅπως πίστευε ὁ Ἰσραήλ.

Ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται μὲ τὴν Ἐπιφάνειά του ὡς Πατέρας στοργικὸς ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἀνεξάρτητα ἀπὸ φυλετικές, πολιτικές, πολιτιστικὲς ἢ καὶ θρησκευτικὲς ἀκόμη παραδόσεις. Ὁ Θεὸς εἶναι Πατέρας τῶν ἀνθρώπων ὄχι μόνον ὡς Δημιουργός, ἀλλὰ κυρίως ὡς Πατέρας τοῦ Χριστοῦ, τοῦ μεγάλου πρωτότοκου ἀδελφοῦ ὅλων μας. Καὶ ἀποκαλύπτει αὐτὴ τὴ νέα του σχέση μὲ τὸν ἄνθρωπο ὁ Θεὸς ὄχι μέσα ἀπὸ βροντὲς καὶ καπνούς, ὅπως ἄλλοτε στὸ Σινά, ἀλλὰ μὲ τὴν ταπεινὴ ἀνθρώπινη μορφὴ τοῦ Χριστοῦ. Ἡ σκηνὴ κατὰ τὴ Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ, ὅπως μετὰ ἡ Μεταμόρφωση καὶ ἡ Ἀνάσταση εἶναι σκηνὴ δόξας καὶ ἀποκάλυψη τῆς Θείας μεγαλειότητας. Δὲν ἔχουν ὅμως σὰν στόχο νὰ καταπλήξουν τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ νὰ τοῦ θυμίσουν πὼς ἡ καινούρια θεογνωσία προέρχεται ἀπὸ τὸν Ἴδιο τὸν Λόγο ποὺ ἔγινε σάρκα καὶ ὄχι ἀπὸ ἕναν οἱοδήποτε ἄνθρωπο. Κι ἀκόμα οἱ λίγες ἀκτίνες τῆς δόξας ἀφήνουν τὸν ἄνθρωπο νὰ δεῖ ἀπὸ τώρα, ὅσο μπορεῖ, τὸ νέο κόσμο κοντὰ στὸν Θεὸ Πατέρα του.

Περισσότερο ὅμως ἀπὸ τὴ δόξα, μᾶς ἀποκαλύπτει ἡ Ἐπιφάνεια τὴ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ἐνσάρκωση τοῦ Λόγου εἶναι δεῖγμα περίτρανο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ὅσοι βιάζονται νὰ δοῦν γύρω τους σκοτάδι καὶ ἀντιμετωπίζουν τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη στὴ γῆ χωρὶς νόημα, δὲν ἔχουν παρὰ νὰ θυμηθοῦν τὴ φιλανθρωπία, ὅπως φανερώθηκε ἀπὸ τὴν Ἐπιφάνεια τοῦ Λόγου. Θὰ ἀνακαλύψουν τότε πὼς ὁ Θεὸς Πατέρας βρίσκεται πάντα κοντά μας, δίπλα μας, ἀκόμη καὶ ὅταν ἐμεῖς τὸν ἐγκαταλείπουμε -κυρίως τότε!

Ἔτσι ἡ ἀληθινὴ θεογνωσία γίνεται πηγὴ ἐλπίδας γιὰ τὸν ἄνθρωπο, φῶς γιὰ τὴν καθημερινή του πορεία μέσα στὴ σκιὰ τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἁμαρτίας.

Ἡ Ἐπιφάνεια τοῦ Λόγου εἶναι ὅμως καὶ ἀληθινὴ κοσμογνωσία. Ὄχι φυσικὰ μὲ τὴν ἔννοια ποὺ δίνει ἡ φυσικὴ καὶ οἱ συναφεῖς ἐπιστῆμες. Ἡ ἀνακάλυψη τῶν μυστικῶν τῆς κτίσεως καὶ ἡ διατύπωση τῶν νόμων ποὺ τὰ διέπουν ἀφέθηκε ἀπὸ τὸν Θεό στὸ λογικό τοῦ ἀνθρώπου καὶ στὴ δύναμη τοῦ νοῦ του. Ὁ Θεὸς προίκισε τὸν ἄνθρωπο μὲ πολλὲς ἱκανότητες, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ βρεῖ μέσα ἀπὸ τὰ μονοπάτια τῆς ἐπιστήμης τὸ θαῦμα τῆς δημιουργίας καὶ νὰ ἀχθεῖ καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο στὸν Δημιουργό. Τὰ μεγάλα ὅμως ἐρωτήματα γιὰ τὴν πορεία τοῦ κόσμου ὡς κατοικίας τοῦ ἀνθρώπου μένουν πάντα ἀναπάντητα ἀπὸ τὴν ἐπιστήμη. Γιατί ἡ ἐπιστήμη βλέπει περιορισμένα τοπικὰ καὶ χρονικά, ὅπως περιορισμένος εἶναι κι ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος. Τὸ πολὺ-πολὺ φτάνει μέχρι τὴ διατύπωση τῶν μεγάλων ἐρωτημάτων. Ἐκεῖ σταματᾶ, περιμένοντας μία ἀπάντηση ἀπὸ ἀλλοῦ. Κι ἐδῶ ἔρχεται ἡ ἀπάντηση τῆς Ἐπιφάνειας τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν θεόπνευστων μαθητῶν καὶ ἀποστόλων του. Δὲν εἶναι ἀπάντηση σὲ λεπτομέρειες, ἀλλὰ στὸ σύνολο. Μιλᾶ ἡ ἀποκάλυψη γιὰ τὴν παρέλευση τοῦ παρόντος σχήματος τοῦ κόσμου καὶ γιὰ τὴν προοδευτικὴ ἀνάκτησή του ἀπὸ τὴν παντοδύναμη δεξιὰ τοῦ Ὑψίστου. Μὲ εἰκόνες καὶ παραβολὲς μᾶς ἀποκαλύπτει ἕνα νέο κόσμο ποὺ κατοικεῖ ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. Μᾶς σκιαγραφεῖ ἕνα κόσμο χωρὶς κακὸ καὶ ἁμαρτία, χωρὶς φθορὰ καὶ θάνατο. Ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ εἶναι φανερὴ καὶ στὴ νέα, ἀληθινὴ κοσμογνωσία…

Ἡ Ἐπιφάνεια τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅμως καὶ ἀληθινὴ ἀνθρωπογνωσία Ἡ πιὸ μεγάλη ἀποκάλυψη γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν πραγματικὴ φύση του, γιὰ τὴ θέση του μέσα στὸν κόσμο καὶ τὴν πορεία του τόσο ἀτομικὰ ὅσο καὶ συλλογικά, γιὰ τὸ προσωπικὸ καὶ ὁμαδικὸ μέλλον του, ὅλα αὐτὰ ἔχουν ἀποκαλυφθεῖ μιά γιὰ πάντα μὲ τὴν Ἐπιφάνεια τοῦ Λόγου, μὲ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀναστροφὴ τοῦ ἀνάμεσά μας. Ὅσο εὔκολα ὅμως θυμόμαστε τὴ θεϊκὴ φύση τοῦ Χριστοῦ τόσο δύσκολα φέρνουμε στὸ νοῦ μας τὴν ἀνθρώπινη φύση Του -αὐτὴ ποὺ μᾶς ἔδωσε τὴ νέα ἀνθρωπογνωσία, ποὺ μᾶς ἄνοιξε τὸ μυστικὸ κόσμο τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς.

Ἐπιφάνεια εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ μὲ ἀνθρώπινη μορφὴ πάνω στὴ γῆ. Εἶναι ὅμως καὶ ἀποκάλυψη τῆς ἐσώτερης οὐσίας τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί ὁ Χριστὸς παίρνει τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ τὴν ἀναπλάσει, τὴν ἀνακαινίζει, τὴν ἀναγεννᾶ. Οἱ πατέρες τῆς ἐκκλησίας ἐπιμένουν πολὺ σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο. Γιατί ἀκριβῶς συνδέεται μὲ τὴ χριστιανικὴ εἰκόνα γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ξέρουμε τὸν ἄνθρωπο, γιατί ὁ Χριστός μᾶς τὸν ἀποκάλυψε σ’ ὅλο τὸ βάθος του, σ’ ὅλη τὴν ἔκταση τῶν σχέσεών του μὲ τὸν Θεό, τὸν κόσμο καὶ τοὺς συνανθρώπους. Κοντολογίς, ξέρουμε ποιοὶ εἴμαστε, γιατί ξέρουμε ποιὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος, ὁ Χριστός. Μὲ τὸν Χριστὸ ἀποκτήσαμε ἕνα καθρέφτη, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ συγκρίνουμε κάθε φορά τὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ βλέπουμε πόσο ἔχουμε ἀποκτήσει τὴν πραγματικὰ ἀνθρώπινη μορφή.

Ἡ νέα, ἀληθινὴ εἰκόνα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ἀποκάλυψε μὲ τὴν παρουσία του στὴ γῆ ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι βέβαια πάντα εὐχάριστη γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Γιατί τοῦ δείχνει γυμνὴ τὴν ἀλήθεια, τοῦ θυμίζει πόσο λίγο εἶναι ἄνθρωπος, πόσο λίγο συμπεριφέρεται ὡς ἄνθρωπος, πόσο λίγο λογαριάζει τὴν ἀνθρώπινη ὑπόσταση τῶν συνανθρώπων του. Νὰ γιατί οἱ ἄνθρωποι φαίνονται πολλὲς φορὲς πρόθυμοι νὰ δεχτοῦν τὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ τὸ ἐγκαταλείπουν γρήγορα, ἀμέσως μόλις γίνει λόγος γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη ὡς ὁμοίωση μὲ τὸν Χριστό…

Ἄνθρωπος εἶναι ὁ γιὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ἀδελφός του Χριστοῦ. Σ’ αὐτὴ τὴν ἁπλὴ πρόταση συνοψίζεται ἡ νέα ἀνθρωπογνωσία. Ἁπλὴ στὴ διατύπωση, ἀλλά μὲ συνέπειες ἀνυπολόγιστες γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὴν καθημερινὴ πράξη μας. Γιατί θεμελιώνει τὴν ὕπαρξή μας στὴ σχέση μας μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα καὶ τὴ φιλανθρωπία του. Γιατί μᾶς συνδέει μὲ τὴν ἄκρα ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ. Γιατί μᾶς κάνει νὰ βλέπουμε τὸν κόσμο μὲ τὰ μάτια τῆς ἐλπίδας τοῦ νέου, μεταμορφωμένου καὶ αἰώνιου κόσμου. Κι ὅλα τοῦτα μπορεῖ νά φαίνονται ὄμορφα καὶ ἑλκυστικὰ ὅσο μένουν στὴ θεωρία. Μόλις ὅμως ἔλθει ἡ ὥρα ποὺ πρέπει νὰ μεταβληθοῦν σὲ πράξη, ποὺ πρέπει νὰ κατευθύνουν τὴ ζωή μας καὶ τὶς καθημερινὲς συναλλαγές μας, ἀρχίζει νὰ μεταβάλλεται ἡ εἰκόνα. Ἡ ἀνθρωπογνωσία μᾶς γίνεται βάρος καὶ βαρεία ἐπιταγή, ποὺ προσπαθοῦμε νὰ ἀποφύγουμε μὲ κάθε τρόπο καὶ μ’ ὁποιαδήποτε δικαιολογία. Ἡ ἀνθρωπογνωσία ἀποκτᾶ τότε καὶ μία ἄλλη διάσταση: γίνεται κριτήριο, δικαστήριο φοβερὸ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ὅσο δὲν ἀνοίγει διάπλατη τὴν καρδιὰ του σ’ ὅλη τὴν ἀλήθεια καὶ σ’ ὅλη τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Αὐτὴ ἡ τελευταία διάσταση τῆς Ἐπιφάνειας, ἡ κρίση ποὺ ἐπιφέρει γιὰ τὸν ἄνθρωπο, φαίνεται νὰ λειτουργεῖ ὑποτονικὰ μέσα στὸ χριστιανικὸ κόσμο τὸν τελευταῖο καιρό. Ἀπόδειξη ἡ πνευματικὴ ραθυμία τοῦ καιροῦ μας καὶ ἡ πρακτικὰ ἀντιπνευματικὴ καὶ ἀντικοινωνικὴ στάση τῶν πολλῶν. Ἡ ἀνθρωπογνωσία μας ἔφτασε νὰ περιορίζεται στὴ γνώση τοῦ ἐξωτερικοῦ, τῆς ὕλης καὶ μάλιστα σὲ μία ἀτομοκρατικὴ διάσταση. Εἶναι κι αὐτὸ μία τρανὴ ἀπόδειξη γιὰ τὸ πόσο ἀπομακρύνεται ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τὸ χειρότερο εἶναι πὼς δὲν ὑποψιάζονται κἄν οἱ πολλοὶ τὴν ὕπαρξη τῆς ἐλπίδας, τῆς πνευματικῆς ἀναγεννήσεως καὶ τῆς ἀλλαγῆς ποὺ ἔφερε στὸν κόσμο ὁ ἐπιφανεῖς Λόγος τοῦ Θεοῦ. Παχυλὴ ἄγνοια, πρακτικὸς ὑλισμὸς καὶ κυρίως ἡ ἀντιπνευματικὴ ἀτμόσφαιρα –δημιούργημα τῶν πολέμων-, συντελοῦν στὴν παραθεώρηση τῆς ἀληθινῆς ἀνθρωπογνωσίας, τῆς ἀληθινῆς κοσμογνωσίας, τῆς ἀληθινῆς θεογνωσίας ποὺ ἔφερε στὸν κόσμο, θεῖο καὶ λυτρωτικὸ δῶρο ὁ Χριστός.

Ἡ ἐπιφάνεια τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι μία ἱστορία ποὺ ἀνήκει στὸ παρελθόν. Εἶναι τὸ παρόν, ἡ βεβαία ἐλπίδα τοῦ κόσμου. Εἶναι ἡ αἰσιόδοξη προοπτικὴ γιὰ ἕνα νέο κόσμο, γιὰ μία νέα σχέση μὲ τὸν Θεό, γιὰ μία νέα ἀγαπητικὴ σχέση μὲ τοὺς συνανθρώπους. Ἀρκεῖ νὰ εἶναι ἕτοιμος ὁ ἄνθρωπος νὰ δεχτεῖ τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου…

Ἀπό τό βιβλίο: «Ἡ Ἐκκλησία στὴν ἱστορία καὶ τὸ παρόν».

Ἔκδ. Π. Πουρναρὰ

imaik

Τρίτη, Ιανουαρίου 05, 2021

«Εὐλογημένος Σύ πού ἔρχεσαι στ̉ ὄνομα τοῦ Κυρίου»

Φάνηκε ὁ Χριστός στόν κόσμο καί τόν ἄχαρο κόσμο στόλισε μ᾿ ἀπέραντη εὐφροσύνη. Σήκωσε πάνω Του τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, καί καταπάτησε γιά πάντα τόν ἐχθρό τοῦ κόσμου. Ἅγιασε τίς πηγές τῶν ὑδάτων καί φώτισε τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Θαύματα μίχθηκαν μέ μεγαλύτερα θαύματα. Σήμερα, ἀπό τή χαρά πού ἔφερε ὁ Σωτήρας μας Χριστός, χωρίστηκαν ἡ γῆ καί ἡ θάλασσα καί ἀπ᾿ ἄκρη ὡς ἄκρη γέμισε ὁ κόσμος εὐφροσύνη.

Ἐλᾶτε λοιπόν νά ἰδεῖτε παράδοξα θαύματα.

 Ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης λούζεται στοῦ Ἰορδάνη τά νερά. Ἡ φωτιά βουτάει καί σμίγει μέ τά νερά. Καί ὁ Θεός ἀπ̉ ἄνθρωπο ἁγιάζεται. Σήμερα ὁλόκληρη ἡ κτίση βροντοφωνάζει καί ἀνυμνεῖ:

 «Εὐλογημένος νά ̉σαι Σύ πού ἔρχεσαι στ̉ ὄνομα τοῦ Κυρίου!!» Σύ πού ἔρχεσαι διά τῆς Προνοίας Σου μέσα ἀπ᾿ ὅλα τά κτίσματά Σου. Σύ πού συντηρεῖς τό ὕψος τοῦ στερεώματος καί ἔντεχνα ὁδηγεῖς σάν ἥμερο ἄλογο μέ χαλινάρι τήν τροχιά τοῦ Ἥλιου. Σύ πού βάζεις σέ τάξη χωρίς διόλου ν᾿ ἀνακατεύονται τά πλήθη τῶν ἀστέρων καί μᾶς κερνᾶς πλούσια ἀγέρα γιά νά ἀναπνέουμε ἀσταμάτητα ζωή. Σύ πού ζεσταίνεις καί ζωογονεῖς τή μάννα γῆ ὥστε νά μᾶς χαρίζει τούς καρπούς της ὁλοχρονίς. Σύ πού δαμάζεις καί σταματᾶς τή πολυκύμαντη θάλασσα ζώνοντάς την ὁλοτρόγυρα μ᾿ ἕνα μικρούτσικο χαλινάρι ἀπό ἀμμοχάλικο. Σύ πού σπρώχνεις τά νερά ἀπό τῆς γῆς τά σπλάχνα καί φτιάχνεις τίς πηγές. Σύ πού καθοδηγεῖς τίς ποταμίσιες ὄχθες νά πορεύονται χωρίς χαμό καί περιπλάνηση ὡς τή θάλασσα. Τοῦτα ὅλα τά θαυμάσια ἀναλογιζόμαστε καί ἀπό τά κατάβαθά μας βγαίνει ἡ κραυγή: «Εὐλογημένος Σύ πού ἔρχεσαι στ̉ ὄνομα τοῦ Κυρίου».

Χάνεται ἡ λαλιά μή τολμώντας νά ἐξιστορίσει τά ἀνέκφραστα. Γι‹ αὐτό λοιπόν καί ὅταν εἶδε ὁ Ἰωάννης τόν Δεσπότη μας Χριστό νά τόν πλησιάζει, μέ πολύ καρδιοχτύπι, πέφτοντας καί ἀγκαλιάζοντας τά πόδια Του τοῦ εἶπε παρακλητικά: — Γιατί βιάζει ἐμένα τόν ἀδύνατο ἄνθρωπο ὁ Παντοδύναμος Θεός μου νά κάνω κάτι πού ξεπερνάει τίς δυνάμεις μου; Δέν εἶμαι ἐγώ σέ θέση νά ἐπιχειρήσω κάτι τέτοιο. Πῶς νά τολμήσω νά Σέ βαπτίσω; Πότε συνέβηκε νά καθαριστεῖ ἡ φωτιά ἀπό τό ξερό χορτάρι; Πότε ἔπλυνε ἡ λάσπη τήν πηγή; Πῶς νά βαπτίσω Ἐσένα τόν Κριτή τῆς οἰκουμένης ἐγώ ὁ ὑπεύθυνος γιά τόσες ἁμαρτίες; Πῶς νά Σέ βαπτίσω Δέσποτά μου; Δέν βλέπω ἁμαρτία πάνω Σου. Δέν ἔχεις πέσει θῦμα τῆς κατάρας τοῦ προπάτορα Ἀδάμ. Δέν ἔχεις καθόλου λερωθεῖ ἀπό τήν ἁμαρτία. Γιατί ἄν καί ἔκλινες οὐρανούς καί κατέβηκες, τίποτα ἀπό τά θελήματα τοῦ Θεοῦ Πατέρα δέν παρέβηκες.

 Ὁ Κύριος καί ὁ Θεός μας μᾶς φανερώθηκε. Μᾶς φανερώθηκε ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καί διέλυσε τό σκοτάδι τῆς ἄγνοιας πού μᾶς περιέλουζε. Μᾶς φανερώθηκε ὁ οὐράνιος Τσοπάνης καί ἔδιωξε ἀπό τό κοπάδι τῶν παιδιῶν Του τούς λύκους τοῦ διαβόλου. Μᾶς φανερώθηκε ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Πατρός καί χάρισε μέ τό βάπτισμα τήν υἱοθεσία στούς πιστούς. Μᾶς φανερώθηκε ἡ ζωή ὁλόκληρου τοῦ κόσμου καί μέ τό θάνατό Του θανάτωσε τόν θάνατο ὡς ἀθάνατος καί ἀξίωσε νά ζήσουν ζωή ἀθάνατη, ἐκεῖνοι πού εἶχαν πέσει στή φθορά καί στό θάνατο.

ἍγιοςΠρόκλος Πατριάρχης Κων/λεως

Δευτέρα, Ιανουαρίου 04, 2021

Βιάζομαι νὰ χαθεῖ ὁ κρυμμένος στὰ νερὰ ἐχθρός, ὁ πρίγκηπας τοῦ σκότους



Ὁ Χριστὸς ἦλθε γιὰ νὰ εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ποὺ φωτίζει αὐτοὺς ποὺ κάθονταν στὰ σκοτάδια (Ματθ. 4, 16) ἀπὸ ἐκεῖ δὲ τὸ ὄνομα τῆς «Ἑορτῆς τῶν φώτων». Ἐνῶ ὁ Χριστὸς κατέβαινε στὰ νερά, ἡ φωτιὰ ἄναψε μέσα στὸν Ἰορδάνη, εἶναι ἡ Πεντηκοστὴ τοῦ Κυρίου καὶ ὁ προεικονισμένος Λόγος, μὲ στύλο φωτὸς δείχνει ὅτι τὸ βάπτισμα εἶναι φωτισμός, γέννηση τῆς ὑπάρξεως στὸ θεῖο φῶς. Ἄλλοτε τὴν παραμονὴ τῆς ἑορτῆς γινόταν τὸ βάπτισμα τῶν κατηχουμένων καὶ ὁ ναὸς ἦταν πλημμυρισμένος ἀπὸ φῶς, σημεῖο μυήσεως στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ. Ὁ μάρτυρας αὐτοῦ τοῦ φωτός, ὁ ἅγιος Ἰωάννης εἶναι δοσμένος στὸ γεγονὸς γιατὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι «ὁ λύχνος ὁ καιόμενος καὶ φαίνων» καὶ οἱ ἄνθρωποι ἔρχονταν «ἀγαλλιαθῆναι ἐν τῷ φωτὶ αὐτοῦ» (Ἰω. 5, 35). Ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὴ μορφὴ ἑνὸς περιστεριοῦ ἐκφράζει τὴν κίνηση τοῦ Πατρὸς ποὺ φέρεται πρὸς τὸν Υἱό του. Ἐξ ἄλλου, ἐξηγεῖται, κατὰ τοὺς Πατέρες, κατ᾿ ἀναλογία μὲ τὸν κατακλυσμὸ καὶ τὸ περιστέρι μὲ τὸν κλάδο ἐλαίας, σημεῖο τῆς εἰρήνης. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ φέρεται ἐπάνω ἀπὸ τὰ ἀρχέγονα νερὰ ἀνέδειξε τὴ Ζωή, ἐπίσης αὐτὸ ποὺ αἰωρεῖται ἐπάνω στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη, προκαλεῖ τὴ δεύτερη γέννηση τοῦ νέου δημιουργήματος. Ὁ Χριστὸς παριστάνεται ὀρθὸς ἐνάντια πρὸς τὸ βυθὸ τοῦ νεροῦ σκεπασμένος ἀπὸ τὰ κύματα τοῦ Ἰορδάνη. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἀποστολῆς του, ὁ Ἰησοῦς ἀντιμετωπίζει τὰ κοσμικὰ στοιχεῖα ποὺ περιέχουν σκοτεινὲς δυνάμεις: τὸ νερό, τὸν ἀέρα καὶ τὴν ἔρημο.

Ἡ διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης εἶναι ἀπὸ τὶς μορφὲς τοῦ βαπτίσματος: ἡ νίκη ἀπὸ τὸ Θεὸ τοῦ δράκοντος τῆς θαλάσσης, τοῦ τέρατος Rahab. Ἕνα ἰδιόμελο τῆς ἑορτῆς κάνει νὰ κατανοήσουμε τὸν Κύριο λέγοντας στὸν Ἰωάννη Βαπτιστή: Προφήτη, ἔλα νὰ μὲ βαπτίσεις… Βιάζομαι νὰ χαθεῖ ὁ κρυμμένος στὰ νερὰ ἐχθρός, ὁ πρίγκηπας τοῦ σκότους, γιὰ νὰ ἀπελευθερώσω τὸν κόσμο ἀπὸ τὰ δίχτυα του παραχωρώντας του τὴν αἰώνια ζωή. Ἔτσι, μπαίνοντας στὸν Ἰορδάνη ὁ Κύριος, καθαρίζει τὰ νερά: Σήμερα τὰ κύματα τοῦ Ἰορδάνη μεταβάλλονται σὲ φάρμακο καὶ ὅλη ἡ δημιουργία ποτίζεται μὲ μυστικὰ κύματα… (εὐχὴ ἁγίου Σωφρονίου). Εἶναι ὅλο τὸ σύμπαν ποὺ δέχεται τὴν ἁγιοποίησή του: Ὁ Χριστὸς βαπτίζεται· βγαίνει ἀπὸ τὸ νερὸ καὶ μὲ αὐτὸ ἀποκαλύπτει τὸν κόσμο (ἰδιόμελο τοῦ Κοσμᾶ). Σπάζει τὸ κεφάλι τῶν δρακόντων καὶ ἀναζωογονεῖ τὸν Ἀδάμ, εἶναι ἡ ἀνάπλαση τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως, ἡ ἀναγέννησή της στὸ καθαριστικὸ λουτρὸ τοῦ μυστηρίου. Ὁ Δίδυμος Τυφλὸς καθορίζει: «ὁ δὲ Κύριος ἔδωκέ μοι μητέρα τὴν κολυμβήθραν (Ἐκκλησία), πατέρα τὸν Ὕψιστον, ἀδελφὸν τὸν δι᾿ ἡμᾶς βαπτισθέντα Σωτῆρα». Στὴν εἰκόνα μὲ τὸ δεξιό του χέρι ὁ Χριστὸς εὐλογεῖ τὰ νερὰ καὶ τὰ ἑτοιμάζει νὰ γίνουν τὰ νερὰ τῆς βαπτίσεως ποὺ ἁγιάζει μὲ τὴν ἴδια του κατάδυση. Τὸ νερὸ ἀλλάζει σημασία, ἄλλοτε εἰκόνα τοῦ θανάτου (κατακλυσμὸς), εἶναι τώρα ἡ πηγὴ τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς (Ἀποκ. 21, 6· Ἰω. 4, 14).
Μυσταγωγικὰ τὸ νερὸ τῆς βαπτίσεως δέχεται τὴν ἀξία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Στὰ πόδια τοῦ Κυρίου, στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη, ἡ εἰκόνα δείχνει δύο μικρὲς ἀνθρώπινες μορφές, εἰκονογράφηση τῶν παλαιοδιαθηκικῶν κειμένων ποὺ ἀποτελοῦν μέρος τῆς ἀκολουθίας: «τί σοί ἐστι, θάλασσα ὅτι ἔφυγες, καὶ σὺ Ἰορδάνη, ὅτι ἐστράφης εἰς τὰ ὁπίσω» (Ψαλμ.113, 5). Τὸ τροπάριο (ἦχος Δ´) ἐξηγεῖ: «Ἀπεστρέφετο ποτέ, ὁ Ἰορδάνης ποταμός, τῇ μηλωτῇ Ἐλισσαιέ, ἀναληφθέντος Ἠλιοὺ καὶ διῃρεῖτο τὰ ὕδατα ἔνθεν καὶ ἔνθεν· καὶ γέγονεν αὐτῷ ξηρὰ ὁδὸς ἡ ὑγρὰ εἰς τύπον ἀληθῶς τοῦ Βαπτίσματος, δι᾿ οὗ ἡμεῖς τὴν ῥέουσαν τοῦ βίου διαπερῶμεν διάβασιν». Εἰκόνα συμβολικὴ ποὺ μιλᾶ γιὰ τὴ μετάνοια ἀκόμη ἀόρατη τῆς κοσμικῆς φύσεως, τῆς μεταστροφῆς τῆς ὀντολογίας της. Ἡ εὐλογία τῆς ὑδρόβιας φύσεως ἁγιάζει τὴν ἴδια ἀρχὴ τῆς ἐπίγειας ζωῆς. Γι᾿ αὐτό, μετὰ τὴ θεία λειτουργία γίνεται ὁ μεγάλος ἁγιασμὸς τῶν ὑδάτων (ἑνὸς ποταμοῦ, μιᾶς πηγῆς ἢ ἐντελῶς ἁπλὰ ἑνὸς δοχείου τοποθετημένου μέσα στὴν ἐκκλησία). Μιλώντας γιὰ τὰ μὴ ἁγιασμένα νερά, εἰκόνα τοῦ θανάτου – κατακλυσ-μοῦ ἡ λειτουργία τὰ ὀνομάζει ὑδατόστρωτο τάφο.
Πραγματικά, ἡ εἰκόνα δείχνει τὸν Ἰησοῦ νὰ εἰσέρχεται στὰ νερά, στὸν ὑγρὸ τάφο. Αὐτὸς ἐδῶ ἔχει τὴ μορφὴ ἑνὸς σκοτεινοῦ σπηλαίου (εἰκονογραφικὴ μορφὴ τοῦ ἅδη) περιέχοντας ὅλο τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου (εἰκόνα τοῦ ἐνταφιασμοῦ, ποὺ προσφέρεται στὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος μὲ ὁλικὴ κατάδυση, μορφὴ τοῦ πασχαλίου τριημέρου), γιὰ νὰ ἀποσπάσει τὸν ἀρχηγὸ τῆς φυλῆς μας στὴ ζοφερὴ διαμονή. Συνεχίζοντας τὸν προκαταβολικὸ συμβολισμὸ τῆς Γεννήσεως, ἡ εἰκόνα τῶν Θεοφανείων δείχνει τὴν προκάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη: «καταβὰς ἐν τοῖς ὕδασιν ἔδησε τὸν ἰσχυρόν». Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, σχολιάζει: ἡ κατάδυση καὶ ἡ ἀνάδυση εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς καθόδου στὸν ἅδη καὶ τῆς ἀναστάσεως.
Ὁ Χριστὸς παριστάνεται γυμνός, εἶναι ντυμένος μὲ τὴν ἀδαμικὴ γυμνότητα καὶ ἔτσι ἀποδίδει στὴν ἀνθρωπότητα τὸ ἔνδοξο παραδεισιακὸ ἔνδυμά της.

Παύλος Ευδοκίμωφ

Κυριακή, Ιανουαρίου 03, 2021

Ας συνταχθούμε, πιστοί, νοερά στον Ιορδάνη για να δούμε σαφέστατα θαύμα μέγα



Ξενίας δεσποτικῆς καὶ ἀθανάτου τραπέζης, ἐν πενιχρῷ Σπηλαίῳ πρὶν ἀπολαύσαντες· νῦν πρὸς Ἰορδάνην δράμωμεν, μυστήριον ὁψόμενοι ξένον, τὸ τῆς ἄνω λαμπρότητος πρόξενον.[1]

Αφού απολαύσαμε πριν φιλοξενίας δεσποτικής και αθάνατης Τράπεζας μέσα στο φτωχό Σπήλαιο, ας σπεύσουμε τώρα προς τον Ιορδάνη για να δούμε παράδοξο μυστήριο, που θα μας προξενήσει την άνω λαμπρότητα.

Φαιδροτέρα ἡλίου γέγονεν, ἡ παρελθοῦσα ἑορτὴ τῶν Γενεθλίων Χριστοῦ· λαμπρὰ καὶ ἐπίφωτος δείκνυται ἡ ἐπερχομένη τῆς θείας Ἐπιφανείας αὐτοῦ. Ἐν ἐκείνῃ Ποιμένες, μετ᾿ Ἀγγέλων δοξολογοῦντες, προσεκύνησαν Θεὸν ἐνανθρωπήσαντα· ἐν ταύτῃ δὲ τοῦ Δεσπότου ὁ Ἰωάννης ἁψάμενος τῇ δεξιᾷ χειρί, σὺν τρόμῳ ἔλεγεν· Ἁγίασον ἐμὲ καὶ τὰ ὕδατα, ὁ μόνος ἔχων τὸ μέγα ἔλεος.[2]

Πιο λαμπρή και από τον Ήλιο ήταν η γιορτή που πέρασε των γενεθλίων του Χριστού· λαμπρή και ακτινοβόλα φαίνεται τούτη η γιορτή που έρχεται της θείας Του Επιφανείας. Σε εκείνη οι ποιμένες μαζί με τους Αγγέλους δοξάζοντας προσκύνησαν τον Ενανθρωπήσαντα Θεό, σε τούτη δε ο Ιωάννης αγγίζοντας με το δεξί του χέρι το Δεσπότη, έλεγε γεμάτος τρόμο: αγίασε εμένα και τα ύδατα, Συ που μόνος παρέχεις το μέγα έλεος.

Φαιδρὰ μὲν ἡ παρελθοῦσα ἑορτή, ἔνδοξος δὲ ἡ παροῦσα Ἡμέρα. Ἐν ἐκείνῃ τῷ Σωτῆρι Μάγοι προσεκύνησαν· ἐν ταύτῃ δὲ τὸν Δεσπότην, δοῦλος κλητὸς ἐβάπτισεν. Ἐκεῖ Ποιμένες ἀγραυλοῦντες, εἶδον καὶ ἐθαύμασαν· ὧδε φωνὴ τοῦ Πατρὸς τὸν μονογενῆ Υἱὸν ἐκήρυξε.[3]

Λαμπρή μεν η γιορτή που πέρασε, γεμάτη δόξα όμως είναι και η παρούσα ημέρα. Σε εκείνη οι Μάγοι προσκύνησαν το Σωτήρα, σε τούτη δε βάπτισε το Δεσπότη δούλος για τούτο προορισμένος. Εκεί οι ποιμένες, που στους αγρούς ξενυχτούσαν είδαν και θαύμασαν. Εδώ η φωνή του Πατέρα κήρυξε το μονογενή Υιό.

Όπως έχουμε δει, η λέξη «επιφάνεια» σημαίνει «αποκάλυψη» ή «εμφάνιση». Χρησιμοποιείται για το γεγονός της βαπτίσεως του Χριστού γιατί στον Ιορδάνη ήταν που, βαπτισμένος από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, ο Ιησούς εμφανίστηκε στον κόσμο και αποκάλυψε τον εαυτό Του ως Μεσσία, Υιό Θεού και έναν της Αγίας Τριάδας.

Η πρώτη δημόσια εμφάνιση του Κυρίου λαμβάνει χώρα κατά τη βάπτισή Του για έναν πολύ εύλογο λόγο. το βάπτισμα είναι το σύμβολο του θανάτου και της Αναστάσεως. Ο Χριστός ήλθε στη γη με σκοπό να πεθάνει και να αναστηθεί. Το βάπτισμα είναι σύμβολο της μετάνοιας για τις αμαρτίες μας και η συγχώρεσή τους. Ο Χριστός ήλθε ως ο Αμνός του Θεού που παίρνει επάνω Του την αμαρτία του κόσμου με σκοπό να την εξαλείψει. Το βάπτισμα είναι σύμβολο εξαγιασμού. Ο Χριστός ήλθε για να εξαγιάσει όλη τη δημιουργία. Το βάπτισμα είναι τελικά σύμβολο της ριζικής ανακαινίσεως. Όταν κάποιος βαπτίζεται, το παλαιό παύει και το καινούριο εισέρχεται. Και ο Χριστός εμφανίστηκε στη γη για να φέρει όλα τα πράγματα σε ένα τέλος και να τα ανακαινίσει. Η πράξη του βαπτίσματος, συνεπώς, περιέχει συμβολικά ολόκληρο το μυστήριο του Χριστού, τον πλήρη σκοπό της ελεύσεώς Του.

Ο Χριστός δε χρειαζόταν ο ίδιος να βαπτιστεί. Αυτό φαίνεται καθαρότατα στα Ευαγγέλια. Έπρεπε να βαπτιστεί για χάρη μας, με σκοπό να εκπληρώσει «πᾶσαν δικαιοσύνην» (Ματθ. 3:15).

Το βάπτισμα του Ιωάννη ήταν «βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν». Οι άνθρωποι έρχονταν στον Ιωάννη για να βαπτισθούν «ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας αὑτῶν». Ο Κύριος Ιησούς δεν είχε ανάγκη μετάνοιας. Ως Υιός του Θεού εν σαρκί δεν είχε διαπράξει καμία αμαρτία. Η βάπτισή Του, συνεπώς, εκδηλώνει την απόλυτη ταύτισή Του με τα αμαρτωλά Του δημιουργήματα. Γίνεται στην κυριολεξία ένας από εμάς, όχι μόνο στην ανθρώπινη φύση μας, μα και στην αμαρτωλότητά μας· όχι μόνο στην επί γης ζωής μας, αλλά και στο θάνατό μας. Γιατί καθώς έγραψε ο Απόστολος παύλος, «τὸν γὰρ μὴ γνόντα ἁμαρτίαν ὑπὲρ ἡμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησεν, ἵνα ἡμεῖς γενώμεθα δικαιοσύνη Θεοῦ ἐν αὐτῷ» (Β΄ Κορ. 5:21).

Στον εορτασμό της Εκκλησίας για τα Επιφάνεια του Κυρίου στον Ιορδάνη, οι πιστοί έχουν τη δυνατότητα να δουν τον Ιησού να γίνεται από κάθε άποψη ίδιος με αυτούς, να μπαίνει στα ύδατα για να ταυτισθεί με την πεπτωκυία κατάστασή τους με σκοπό να της δώσει ένα τέλος και να τους αναπλάσει εκ νέου για τη ζωή στη Βασιλεία του Θεού. Πείθονται μέσω αυτής της λειτουργικής εμπειρίας ότι Αυτός είναι πράγματι ο Χριστός, ο Υιός του Ζώντος Θεού, που ήλθε για να σώσει τον κόσμο.

Συνέλθωμεν πιστοὶ νοητῶς, πρὸς τὰς τοῦ Ἰορδάνου ῥοάς, θαῦμα μέγα, ὅπως ἴδωμεν σαφῶς· ὁ Κτίστης γὰρ τῶν ὅλων, ἐπιφανεὶς ὡράθη, καὶ βαπτισθῆναι παραγέγονε.[4]

Ας συνταχθούμε, πιστοί, νοερά στον Ιορδάνη για να δούμε σαφέστατα θαύμα μέγα. Διότι ο Κτίστης των όλων φανερώθηκε πλήρως και ήλθε για να βαπτισθεί.

Ἀπὸ τῆς Βηθλεέμ, ἐπὶ τὸν Ἰορδάνην, μεταβῶμεν· ἐκεῖ γὰρ τὸ φῶς τοῖς ἐν σκότει, αὐγάζειν ἤδη ἄρχεται.[5]

Από τη Βηθλεέμ ας μεταβούμε στον Ιορδάνη· διότι εκεί το φως έρχεται ήδη να φωτίσει εκείνους που βρίσκονται στο σκοτάδι.

Οἱ δαιτυμόνες τῆς Θεοῦ τροφῆς, τῆς Βηθλεὲμ τῷ λόγῳ κατατρυφήσαντες, σὺν Ἀγγέλοις τε δοξάσαντες, καὶ Ποιμέσι καὶ Μάγοις, τὸν σαρκωθέντα, νῦν πρὸς Ἰορδάνην μυστικῶς, πορευθῶμεν ὀψόμενοι, μυστήριον τὸ μέγα, ὅπερ ἥκει Χριστὸς ἐκτελέσων· ὃν ὑπερυψοῦμεν, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.[6]

Οι καλεσμένοι στο Τραπέζι του Θεού που στη Βηθλεέμ απολαύσαμε τον Θείο Λόγο και που μαζί με τους Αγγέλους, τους ποιμένες και τους Μάγους δοξάσαμε Αυτόν που σαρκώθηκε, τώρα μυστικά προς τον Ιορδάνη ας πορευθούμε για να δούμε μυστήριο μέγα το οποίο ήλθε ο Χριστός για να πράξει· τον οποίο υπερυψώνουμε σε όλους τους αιώνες.

Νόμου πληρωτὴς κατὰ σάρκα χρηματίσας, ἦλθεν ὁ Χριστός, ἀπαρχὴν τῆς σωτηρίας, ἐπὶ τὸν Ἰορδάνην, ἐκτελέσαι ὡς εὔσπλαγχνος· καὶ τῷ Βαπτιστῇ καθυποκλίνει τὴν κορυφὴν πιστῶς βοῶντι· Λαοὶ κράξωμεν· Εὐλογημένος ὁ φανείς, Θεὸς ἡμῶν δόξα σοι.[7]

Ήλθε ο Χριστός κατά τη σάρκα εκπληρώνοντας το Νόμο και πραγματοποιώντας την πρώτη πράξη της σωτηρίας τώρα ως εύσπλαχνος έρχεται στον Ιορδάνη και υποκλίνει την κεφαλή Του στον Ιωάννη που με πίστη ανακράζει: Λαοί ας κραυγάσουμε. Ευλογημένος Αυτός που φανερώθηκε, ο Θεός μας, δόξα σε Σένα.

[1] Απόδειπνο της τρίτης προεόρτιας ημέρας των Θεοφανείων, 4 Ιανουαρίου.

[2] Όρθρος της πρώτης προεόρτιας ημέρας των Θεοφανείων, 2 Ιανουαρίου.

[3] Εσπερινός της τρίτης προεόρτιας ημέρας των Θεοφανείων, 4 Ιανουαρίου.

[4] Εσπερινός της δεύτερης προεόρτιας ημέρας των Θεοφανείων, 3 Ιανουαρίου.

[5] Όρθρος της δεύτερης προεόρτιας ημέρας των Θεοφανείων, 3 Ιανουαρίου.

[6] Απόδειπνο της τρίτης προεόρτιας ημέρας των Θεοφανείων, 4 Ιανουαρίου.

[7] Όρθρος της δεύτερης προεόρτιας ημέρας των Θεοφανείων, 3 Ιανουαρίου.

π. Θωμάς Χόπκο, Χειμωνιάτικη Πασχαλιά, Αθήνα, εκδ. Ακρίτας, 1994

πηγή:ι.ν.αγίου θωμά

Δευτέρα, Ιανουαρίου 06, 2020

Είδε την φύση ανεστραμμένη!


Το 1910 ένα δωδεκάχρονο αγόρι σένα μικρό χωριό της Ηπεί­ρου, το Παλαιοσέλι Κονίτσης, ξημερώνοντας τα Θεοφάνεια (στις τέσ­σερις περίπου το πρωί) σηκώθηκε και βγήκε στην αυλή. Τα πάντα ήσαν σκεπασμένα από χιόνι και το κρύο πολύ δυνατό.

Μόλις το παιδί άνοιξε την πόρτα κι έκανε το πρώτο βήμα, κοκάλωσε από την έκπληξη και τον θαυμασμό. Είδε ολόκληρη τη φύση ανε­στραμμένη! Τα είδε δηλαδή όλα ανάποδα. Τ
α βουνά, τα σπίτια, τα δέν­δρα, ακόμη και τον ουρανό πού ήταν καθαρός και γεμάτος αστέρια. Τα κλαδιά κάτω και οι ρίζες των δένδρων επάνω. Οι στέγες με τα κεραμί­δια των σπιτιών κάτω και τα θεμέλια τους επάνω. Οι μάνδρες των αυλών και αυτές ανάποδα. Και τα βουνά το ίδιο… Και τον Αώο ποταμό να κυλά αντίστροφα, από κάτω προς τα πάνω!

Τί το παράδοξο; Μήπως ή Εκκλησία μας αυτή την ήμερα δεν βε­βαιώνει θριαμβευτικά: «Ό Ιορδάνης εστράφη εις τα οπίσω…»; Όταν το παιδί κάπως συνήλθε από την γλυκεία εκείνη έκπληξη, γύ­ρισε, για να μπει μέσα στο σπίτι και είδε ότι όλα ήσαν πλέον φυσικά. Στράφηκε όμως αμέσως προς τα έξω… Και να, ή αύτη ανεστραμμένη φύσις… Ή ίδια προηγούμενη ακατάληπτη εικόνα σε μια γαληνόμορφη, παράξενη, αχνή και διάχυτη φωτοχυσία!… Δεν ήταν από το πάλλευκο χιόνι πού είχε καλύψει σε μεγάλο ύψος τα πάντα· ούτε από τον κατακάθαρο ουρανό με το πλήθος των αστέρων. Όχι ήταν κάτι άλλο, πού κυρίευσε τις αισθήσεις και την παιδική ψυχούλα αυτού του αγοριού. Ήταν μια πρωτόγνωρη γαληνόμορφη φωτοχυσία, τέτοια πού δεν ξανάζησε ποτέ μέχρι πού πέθανε ογδόντα τεσσάρων ετών. Και το δωδε­κάχρονο εκείνο αγόρι, ήταν ό πατέρας μου.

Πόσες άραγε ψυχές αμόλυντες και αγνές θα έχουν δει το παραδοξώτατο αυτό γεγονός της ανεστραμμένης φύσεως;
Τις δύο – τρεις φορές πού μου διηγήθηκε ό πατέρας μου αυτό το γεγονός, με τις ίδιες πάντοτε λέξεις, ή φωνή του ήταν σιγανή, ταπεινή και από τα μάτια του έτρεχαν συνεχώς δάκρυα, πού προκαλούσαν κατάνυξη και δέος!…


Πηγή: ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ, ΠΑΤΡΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Κυριακή, Ιανουαρίου 05, 2020

Σχόλια επί της εικόνας των Θεοφανείων


Ὁ Χριστὸς ἦλθε γιὰ νὰ εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ποὺ φωτίζει αὐτοὺς ποὺ κάθονταν στὰ σκοτάδια (Ματθ. 4, 16) ἀπὸ ἐκεῖ δὲ τὸ ὄνομα τῆς «Ἑορτῆς τῶν φώτων». Ἐνῶ ὁ Χριστὸς κατέβαινε στὰ νερά, ἡ φωτιὰ ἄναψε μέσα στὸν Ἰορδάνη, εἶναι ἡ Πεντηκοστὴ τοῦ Κυρίου καὶ ὁ προεικονισμένος Λόγος, μὲ στύλο φωτὸς δείχνει ὅτι τὸ βάπτισμα εἶναι φωτισμός, γέννηση τῆς ὑπάρξεως στὸ θεῖο φῶς. Ἄλλοτε τὴν παραμονὴ τῆς ἑορτῆς γινόταν τὸ βάπτισμα τῶν κατηχουμένων καὶ ὁ ναὸς ἦταν πλημμυρισμένος ἀπὸ φῶς, σημεῖο μυήσεως στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ. Ὁ μάρτυρας αὐτοῦ τοῦ φωτός, ὁ ἅγιος Ἰωάννης εἶναι δοσμένος στὸ γεγονὸς γιατὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι «ὁ λύχνος ὁ καιόμενος καὶ φαίνων» καὶ οἱ ἄνθρωποι ἔρχονταν «ἀγαλλιαθῆναι ἐν τῷ φωτὶ αὐτοῦ» (Ἰω. 5, 35). Ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὴ μορφὴ ἑνὸς περιστεριοῦ ἐκφράζει τὴν κίνηση τοῦ Πατρὸς ποὺ φέρεται πρὸς τὸν Υἱό του. Ἐξ ἄλλου, ἐξηγεῖται, κατὰ τοὺς Πατέρες, κατ᾿ ἀναλογία μὲ τὸν κατακλυσμὸ καὶ τὸ περιστέρι μὲ τὸν κλάδο ἐλαίας, σημεῖο τῆς εἰρήνης. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ φέρεται ἐπάνω ἀπὸ τὰ ἀρχέγονα νερὰ ἀνέδειξε τὴ Ζωή, ἐπίσης αὐτὸ ποὺ αἰωρεῖται ἐπάνω στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη, προκαλεῖ τὴ δεύτερη γέννηση τοῦ νέου δημιουργήματος. Ὁ Χριστὸς παριστάνεται ὀρθὸς ἐνάντια πρὸς τὸ βυθὸ τοῦ νεροῦ σκεπασμένος ἀπὸ τὰ κύματα τοῦ Ἰορδάνη. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἀποστολῆς του, ὁ Ἰησοῦς ἀντιμετωπίζει τὰ κοσμικὰ στοιχεῖα ποὺ περιέχουν σκοτεινὲς δυνάμεις: τὸ νερό, τὸν ἀέρα καὶ τὴν ἔρημο.
Ἡ διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης εἶναι ἀπὸ τὶς μορφὲς τοῦ βαπτίσματος: ἡ νίκη ἀπὸ τὸ Θεὸ τοῦ δράκοντος τῆς θαλάσσης, τοῦ τέρατος Rahab. Ἕνα ἰδιόμελο τῆς ἑορτῆς κάνει νὰ κατανοήσουμε τὸν Κύριο λέγοντας στὸν Ἰωάννη Βαπτιστή: Προφήτη, ἔλα νὰ μὲ βαπτίσεις… Βιάζομαι νὰ χαθεῖ ὁ κρυμμένος στὰ νερὰ ἐχθρός, ὁ πρίγκηπας τοῦ σκότους, γιὰ νὰ ἀπελευθερώσω τὸν κόσμο ἀπὸ τὰ δίχτυα του παραχωρώντας του τὴν αἰώνια ζωή. Ἔτσι, μπαίνοντας στὸν Ἰορδάνη ὁ Κύριος, καθαρίζει τὰ νερά: Σήμερα τὰ κύματα τοῦ Ἰορδάνη μεταβάλλονται σὲ φάρμακο καὶ ὅλη ἡ δημιουργία ποτίζεται μὲ μυστικὰ κύματα… (εὐχὴ ἁγίου Σωφρονίου). Εἶναι ὅλο τὸ σύμπαν ποὺ δέχεται τὴν ἁγιοποίησή του: Ὁ Χριστὸς βαπτίζεται· βγαίνει ἀπὸ τὸ νερὸ καὶ μὲ αὐτὸ ἀποκαλύπτει τὸν κόσμο (ἰδιόμελο τοῦ Κοσμᾶ). Σπάζει τὸ κεφάλι τῶν δρακόντων καὶ ἀναζωογονεῖ τὸν Ἀδάμ, εἶναι ἡ ἀνάπλαση τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως, ἡ ἀναγέννησή της στὸ καθαριστικὸ λουτρὸ τοῦ μυστηρίου. Ὁ Δίδυμος Τυφλὸς καθορίζει: «ὁ δὲ Κύριος ἔδωκέ μοι μητέρα τὴν κολυμβήθραν (Ἐκκλησία), πατέρα τὸν Ὕψιστον, ἀδελφὸν τὸν δι᾿ ἡμᾶς βαπτισθέντα Σωτῆρα». Στὴν εἰκόνα μὲ τὸ δεξιό του χέρι ὁ Χριστὸς εὐλογεῖ τὰ νερὰ καὶ τὰ ἑτοιμάζει νὰ γίνουν τὰ νερὰ τῆς βαπτίσεως ποὺ ἁγιάζει μὲ τὴν ἴδια του κατάδυση. Τὸ νερὸ ἀλλάζει σημασία, ἄλλοτε εἰκόνα τοῦ θανάτου (κατακλυσμὸς), εἶναι τώρα ἡ πηγὴ τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς (Ἀποκ. 21, 6· Ἰω. 4, 14).
Μυσταγωγικὰ τὸ νερὸ τῆς βαπτίσεως δέχεται τὴν ἀξία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Στὰ πόδια τοῦ Κυρίου, στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη, ἡ εἰκόνα δείχνει δύο μικρὲς ἀνθρώπινες μορφές, εἰκονογράφηση τῶν παλαιοδιαθηκικῶν κειμένων ποὺ ἀποτελοῦν μέρος τῆς ἀκολουθίας: «τί σοί ἐστι, θάλασσα ὅτι ἔφυγες, καὶ σὺ Ἰορδάνη, ὅτι ἐστράφης εἰς τὰ ὁπίσω» (Ψαλμ.113, 5). Τὸ τροπάριο (ἦχος Δ´) ἐξηγεῖ: «Ἀπεστρέφετο ποτέ, ὁ Ἰορδάνης ποταμός, τῇ μηλωτῇ Ἐλισσαιέ, ἀναληφθέντος Ἠλιοὺ καὶ διῃρεῖτο τὰ ὕδατα ἔνθεν καὶ ἔνθεν· καὶ γέγονεν αὐτῷ ξηρὰ ὁδὸς ἡ ὑγρὰ εἰς τύπον ἀληθῶς τοῦ Βαπτίσματος, δι᾿ οὗ ἡμεῖς τὴν ῥέουσαν τοῦ βίου διαπερῶμεν διάβασιν». Εἰκόνα συμβολικὴ ποὺ μιλᾶ γιὰ τὴ μετάνοια ἀκόμη ἀόρατη τῆς κοσμικῆς φύσεως, τῆς μεταστροφῆς τῆς ὀντολογίας της. Ἡ εὐλογία τῆς ὑδρόβιας φύσεως ἁγιάζει τὴν ἴδια ἀρχὴ τῆς ἐπίγειας ζωῆς. Γι᾿ αὐτό, μετὰ τὴ θεία λειτουργία γίνεται ὁ μεγάλος ἁγιασμὸς τῶν ὑδάτων (ἑνὸς ποταμοῦ, μιᾶς πηγῆς ἢ ἐντελῶς ἁπλὰ ἑνὸς δοχείου τοποθετημένου μέσα στὴν ἐκκλησία). Μιλώντας γιὰ τὰ μὴ ἁγιασμένα νερά, εἰκόνα τοῦ θανάτου – κατακλυσ-μοῦ ἡ λειτουργία τὰ ὀνομάζει ὑδατόστρωτο τάφο.
Πραγματικά, ἡ εἰκόνα δείχνει τὸν Ἰησοῦ νὰ εἰσέρχεται στὰ νερά, στὸν ὑγρὸ τάφο. Αὐτὸς ἐδῶ ἔχει τὴ μορφὴ ἑνὸς σκοτεινοῦ σπηλαίου (εἰκονογραφικὴ μορφὴ τοῦ ἅδη) περιέχοντας ὅλο τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου (εἰκόνα τοῦ ἐνταφιασμοῦ, ποὺ προσφέρεται στὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος μὲ ὁλικὴ κατάδυση, μορφὴ τοῦ πασχαλίου τριημέρου), γιὰ νὰ ἀποσπάσει τὸν ἀρχηγὸ τῆς φυλῆς μας στὴ ζοφερὴ διαμονή. Συνεχίζοντας τὸν προκαταβολικὸ συμβολισμὸ τῆς Γεννήσεως, ἡ εἰκόνα τῶν Θεοφανείων δείχνει τὴν προκάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη: «καταβὰς ἐν τοῖς ὕδασιν ἔδησε τὸν ἰσχυρόν». Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, σχολιάζει: ἡ κατάδυση καὶ ἡ ἀνάδυση εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς καθόδου στὸν ἅδη καὶ τῆς ἀναστάσεως.
Ὁ Χριστὸς παριστάνεται γυμνός, εἶναι ντυμένος μὲ τὴν ἀδαμικὴ γυμνότητα καὶ ἔτσι ἀποδίδει στὴν ἀνθρωπότητα τὸ ἔνδοξο παραδεισιακὸ ἔνδυμά της.

ΠΑΥΛΟΣ ΕΥΔΟΚΙΜΩΦ

Σάββατο, Ιανουαρίου 04, 2020

Κυριακή πριν τα Φώτα: Εορτή ταπείνωσης και βαπτίσματος


+π. Λεβ Ζιλέ 
Τὰ Θεοφάνεια εἶναι ἡ πρώτη δημόσια ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ. Μετὰ τὴ Γέννησή Του στὴ Βηθλεέμ, ὁ Κύριός μας εἶχε ἀποκαλυφθεῖ σὲ μερικοὺς προνομιούχους. Σήμερα ὅμως, ὅλοι ὅσοι περικύκλωναν τὸν Ἰωάννη, δηλαδὴ οἱ μαθητές του, καὶ ὅλο τὸ πλῆθος ποὺ εἶχε κατεβεῖ στὴν ὄχθη τοῦ Ἰορδάνη, γίνονται μάρτυρες μιᾶς πολὺ ἐπισημότερης φανέρωσης τοῦ Ἰησοῦ.
Σὲ τί συνίσταται αὐτὴ ἡ φανέρωση; Ἔχει δύο πτυχές. Ἀφ’ ἑνὸς ὑπάρχει ἡ πτυχὴ τῆς ταπεινώσεως στὴν ὁποία ὑπόκειται ὁ Κύριος, καὶ ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύεται ἀπὸ τὸ βάπτισμα. Ἀφ’ ἑτέρου, ἡ πτυχὴ τῆς δόξας, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύεται ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη μαρτυρία ποὺ ὁ Πρόδρομος δίνει γιὰ τὸν Ἰησοῦ καί, σ’ ἕνα ἐπίπεδο ἀπείρως ἀνώτερο, ἡ θεία μαρτυρία ποὺ ὁ Πατὴρ καὶ τὸ Πνεῦμα παρέχουν γιὰ τὸν Υἱό.
Θὰ ἐξετάσουμε ἀπὸ κοντὰ καὶ τὶς δύο πτυχές· πρῶτα ὅμως ἂς κρατήσουμε τοῦτο: κάθε φανέρωση τοῦ Χριστοῦ, τόσο μέσα στὴν Ἱστορία ὅσο καὶ στὴν ἐσωτερικὴ ζωὴ κάθε ἀνθρώπου, εἶναι φανέρωση δόξας καὶ ταπεινώσεως ταυτοχρόνως. Ὅποιος διαχωρίζει αὐτὲς τὶς δύο πτυχὲς τοῦ Χριστοῦ, κάνει σφάλμα ποὺ διαστρεβλώνει ὅλη τὴν πνευματικὴ ζωή. Δὲν μπορῶ νὰ πλησιάσω τὸν δοξασμένο Χριστὸ χωρὶς τὴν ἴδια στιγμὴ νὰ πλησιάσω τὸν ταπεινωμένο Χριστό, οὔτε νὰ πλησιάσω τὸν Χριστὸ στὴν ταπείνωση Τοῦ χωρὶς τὴ δόξα Του. Ἂν ἐπιθυμῶ νὰ φανερωθεῖ μέσα μου, μέσα στὴ ζωή μου, αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει παρὰ μόνον ἂν ἀγκαλιάσω Αὐτὸν ποὺ ὁ ἱερὸς Αὐγουστίνος μὲ θερμὴ ἀφοσίωση ὀνόμαζε ὁ ταπεινὸς Χριστὸς καὶ ἂν μὲ τὸ ἴδιο σκίρτημα λατρεύσω Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι Θεός, Βασιλεὺς καὶ Νικητής. Νὰ τὸ πρῶτο δίδαγμα τῶν Θεοφανείων.
Ἡ ταπείνωση τῶν Θεοφανείων συνίσταται στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Χριστὸς ὑποβάλλει τὸν ἑαυτό Του στὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου ποὺ εἶναι βάπτισμα μετανοίας. Ἐκεῖνος κατ’ ἀρχὴν ἀρνεῖται, ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς ἐπιμένει: «Ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην». (Ματθ. 3:13-15). Χωρὶς ἀμφιβολία, ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ κανένα ἐξαγνισμὸ ἐκ μέρους τοῦ Ἰωάννη, ἀλλὰ τὸ βάπτισμα ποὺ πρόσφερε ὁ Ἰωάννης, αὐτὸ τὸ βάπτισμα τῆς μετανοίας μὲ σκοπὸ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, προετοίμαζε γιὰ τὴ Βασιλεία τοῦ Μεσσία. Καὶ ὁ Ἰησοῦς, πρὶν κηρύξει τὴν ἔλευση αὐτῆς τῆς Βασιλείας, θέλησε νὰ περάσει καὶ νὰ κάνει κι ὁ Ἴδιος χρήση ὅλων τῶν προπαρασκευαστικῶν φάσεων.
Ἐνῶ ἦταν Αὐτὸς τὸ πλήρωμα, θέλησε νὰ ἀναλάβει ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ἦταν ἀκόμη ἀτελῆ καὶ ἀσυμπλήρωτα. Δεχόμενος ὅμως τὸ Ἰωάννειο βάπτισμα ὁ Ἰησοῦς ἔκανε κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ μία ἁπλὴ ἐπιδοκιμασία καὶ ἐπίσημη ἐπικύρωση μιᾶς τελετῆς πρὶν τὴν μεταβάλλει, πρὶν τὴν ἐντάξει ὡς ἀτελῆ στὸ τέλειο. Αὐτὸς ποὺ ἦταν ἀναμάρτητος ἔγινε φορέας τῶν ἁμαρτιῶν μας, τῆς ἁμαρτίας τοῦ κόσμου, καί, στὸ ὄνομα ὅλων τῶν ἁμαρτωλῶν, ἔκανε μία δημόσια κίνηση μετανοίας. Θέλησε ἀκόμη νὰ μᾶς διδάξει τὴν ἀνάγκη τῆς μετανοίας καὶ τῆς μεταστροφῆς· πρὶν ἀκόμη πλησιάσουμε τὸ χριστιανικὸ βάπτισμα, πρέπει νὰ δεχτοῦμε τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννη, δηλαδὴ νὰ περάσουμε ἀπὸ μία ἀλλαγὴ νοῦ, ἀπὸ μία ἐσωτερικὴ καταστροφή. Πρέπει νὰ ἐπιδείξουμε ἀληθινὴ συντριβὴ γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Σὲ ὅ,τι μᾶς ἀφορᾶ, ἡ μετάνοια εἶναι ἡ ταπεινὴ πλευρὰ τῶν Θεοφανείων.
Καὶ ἐδῶ, πρέπει νὰ ὑπερβοῦμε τὸν περιορισμένο ὁρίζοντα τοῦ Ἰωάννειου βαπτίσματος, γιὰ νὰ θυμηθοῦμε ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε βαπτισμένοι ἐν Χριστῷ. Τὸ χριστιανικό μας βάπτισμα μᾶς ἔπλυνε καὶ μᾶς ἐξάγνισε. Κατήργησε μέσα μας τὸ προπατορικὸ ἁμάρ- τημα καὶ μᾶς ἔκανε καινὴ κτίση. Προφανῶς ἤμαστε παιδιὰ ὅταν βαπτιστήκαμε. Ἡ χάρη τοῦ Μυστηρίου ὑπῆρξε ἡ θεία ἀνταπόκριση ὄχι στὸ δικό μας προσωπικὸ αἴτημα, ἀλλὰ στὴν πίστη ἐκείνων ποὺ μᾶς ὁδήγησαν στὸ βάπτισμα καὶ στὴν πίστη ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας ποὺ μᾶς ἀναδέχθηκε. Ἡ βαπτιστικὴ λοιπὸν αὐτὴ χάρη ὑπῆρξε κατὰ κάποιο τρόπο προσωρινὴ καὶ ὑπὸ προϋποθέσεις: μεγαλώνοντας καὶ ἀποκτώντας συνείδηση τῶν πραγμάτων, θὰ ἐπικυρώναμε μέσα ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη ἐπιλογή μας τὴν πράξη τοῦ βαπτίσματός μας.
Τὰ Θεοφάνεια εἶναι καθ’ ὑπερβολὴ ἡ γιορτὴ τοῦ βαπτίσματος, ὄχι μόνον τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ δικοῦ μας. Εἶναι μία θαυμαστὴ εὐκαιρία νὰ ἀνανεώσουμε τὸ πνεῦμα τοῦ βαπτίσματος ποὺ δεχθήκαμε καὶ νὰ ἀναζωπυρώσουμε τὴ χάρη τὴν ὁποία μᾶς ἐπιδαψίλευσε. Διότι, ἡ χάρη τῶν Μυστηρίων, ἀκόμη κι ἂν διακοπεῖ ἢ ἀνασταλεῖ λόγω τῆς ἁμαρτίας, μπορεῖ νὰ ἀναβιώσει μέσα μας, ἐὰν στραφοῦμε καὶ πάλι εἰλικρινὰ πρὸς τὸν Θεό. Στὴ σημερινὴ γιορτὴ τῶν Θεοφανείων, ἂς ζητήσουμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς λούσει καὶ πάλι, πνευματικά, ὄχι μὲ τὴν ὑλικὴ ἔννοια, στὰ νερὰ τοῦ βαπτίσματός μας. Ἂς βυθίσουμε ἐκεῖ τὴν παλιὰ ἁμαρτωλή μας φύση, διότι τὸ βάπτισμα εἶναι ἕνας μυστικὸς θάνατος- ἂς διασχίσουμε τὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα ποὺ χωρίζει τὴν αἰχμαλωσία ἀπὸ τὴν ἐλευθερία καὶ ἂς βαπτιστοῦμε μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦ στὸν Ἰορδάνη, γιὰ νὰ καθαριστοῦμε, ὄχι ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Ἰωάννη ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 03, 2020

«Εὐλογημένος Σύ πού ἔρχεσαι στ̉ ὄνομα τοῦ Κυρίου»


Φάνηκε ὁ Χριστός στόν κόσμο καί τόν ἄχαρο κόσμο στόλισε μ᾿ ἀπέραντη εὐφροσύνη. Σήκωσε πάνω Του τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, καί καταπάτησε γιά πάντα τόν ἐχθρό τοῦ κόσμου. Ἅγιασε τίς πηγές τῶν ὑδάτων καί φώτισε τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Θαύματα μίχθηκαν μέ μεγαλύτερα θαύματα.
Σήμερα, ἀπό τή χαρά πού ἔφερε ὁ Σωτήρας μας Χριστός, χωρίστηκαν ἡ γῆ καί ἡ θάλασσα καί ἀπ᾿ ἄκρη ὡς ἄκρη γέμισε ὁ κόσμος εὐφροσύνη. Ἡ σημερινή γιορτή ἀποκαλύπτει μεγαλύτερα θαύματα ἀπό ἐκείνη τῆς Χριστουγεννιάτικης νυχτιᾶς. Γιατί κείνη τήν νύχτα πού μᾶς πέρασε χαιρότανε μονάχα ἡ γῆ, καθώς βάσταζε πάνω της στήν ἀγκαλιά τῆς φάτνης τόν Παντοκράτορα Θεό. Σήμερα ὅμως, πού γιορτάζουμε τά Θεοφάνεια, εὐφραίνεται μαζί της καί ἡ θάλασσα. Καί εὐφραίνεται γιατί διά μέσου τοῦ Ἰορδάνη λαβαίνει μέρος καί αὐτή στήν εὐλογία τοῦ ἁγιασμοῦ.
Στήν γιορτή τῆς θείας Γέννησης ὁ Θεός φάνηκε βρέφος μικρό, νιογέννητο, δείχνοντας ἔτσι τή δική μας νηπιότητα. Σήμερα ὅμως τόν βλέπουμε τέλειο ἄνθρωπο, τέλειο Υἱό, ἀπό τέλειο Πατέρα γεννημένον. Ἐκεῖ φανέρωσε τό θεῖο βρέφος τό ἀστέρι πού ἀνέτειλε ἀπό τήν ἀνατολή, καί ἐδῶ ὁμολογεῖ γι᾿ Αὐτόν ἀπό τόν οὐρανό ὁ Θεός Πατέρας, ἀπό τόν Ὁποῖον γεννήθηκε πρό τῶν αἰώνων. Ἐκεῖ Τοῦ πρόσφεραν -ὡσάν σέ βασιλιά- δῶρα οἱ Μάγοι, πού πεζοπόρησαν ἀπό τήν ἀνατολή. Ἐδῶ ἄγγελοι ἀπό τόν οὐρανό φερμένοι Τοῦ πρόσφεραν τή διακονία πού πρέπει μόνο σέ Θεό. Ἐκεῖ τυλίχτηκε μέσα στά σπάργανα καί ἐδῶ λύνει μέ τό βάπτισμα τίς σειρές τῶν παραπτωμάτων καί τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας μας. Ἐκεῖ ὁ βασιλιάς τῶν οὐρανῶν ντύθηκε σάν βασιλική ἀλουργίδα τόν κόσμο, ἐδῶ ἡ πηγή τῆς ζωῆς ντύνεται ὁλόγυρα τά ποταμίσια κύματα.
«Εὐλογημένος Σύ πού ἔρχεσαι στ̉ ὄνομα τοῦ Κυρίου». Ὁ Κύριος καί ὁ Θεός μας μᾶς φανερώθηκε. Μᾶς φανερώθηκε ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καί διέλυσε τό σκοτάδι τῆς ἄγνοιας πού μᾶς περιέλουζε. Μᾶς φανερώθηκε ὁ οὐράνιος Τσοπάνης καί ἔδιωξε ἀπό τό κοπάδι τῶν παιδιῶν Του τούς λύκους τοῦ διαβόλου. Μᾶς φανερώθηκε ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Πατρός καί χάρισε μέ τό βάπτισμα τήν υἱοθεσία στούς πιστούς. Μᾶς φανερώθηκε ἡ ζωή ὁλόκληρου τοῦ κόσμου καί μέ τό θάνατό Του θανάτωσε τόν θάνατο ὡς ἀθάνατος καί ἀξίωσε νά ζήσουν ζωή ἀθάνατη, ἐκεῖνοι πού εἶχαν πέσει στή φθορά καί στό θάνατο.

 Ἁγίου  Πρόκλου Πατριάρχου Κων/λεως

Πέμπτη, Ιανουαρίου 02, 2020


Τη β΄του μηνός Ιανουαρίου, τα Προεόρτια των Φώτων.
Δεῦτε ἅπαντες πιστοί, τὴν Ἰουδαίαν ἀφέντες, διέλθωμεν τὴν ἔρημον τοῦ Ἰορδάνου, καὶ θεασώμεθα σήμερον ἐκεῖ, τὸν δι' ἡμᾶς ἐπιφανέντα σαρκί, τὸ Βάπτισμα αἰτοῦντα, ἐν τοῖς ῥείθροις τοῦ Ἰορδάνου, τὸν Βαπτιστὴν παραιτούμενον, καὶ βοῶντα τῷ φόβῳ. Οὐ τολμῶ χειροθετῆσαι τῇ πηλίνῃ παλάμῃ τὸ πῦρ. Ὁ Ἰορδάνης καὶ ἡ θάλασσα ἔφυγον, Σωτήρ, καὶ ἀπεστράφησαν· κἀγὼ πῶς ἐπιθήσω ἐπὶ τὴν κορυφήν σου χεῖρα, ἣν τρέμει τὰ Σεραφίμ; Ἀνεχώρησεν ὁ Ἰορδάνης, ὡς ἐδέξατο τὴν Ἠλιού, δι' Ἐλισσαίου μηλωτὴν· πῶς μὴ δύῃ εἰς χάος καὶ βάθος, βλέπων γυμνὸν σε ἐν τοῖς ῥείθροις; πῶς δὲ μὴ φλέξῃ με, ὅλος ἐκ σοῦ πυρουμένος; Τὶ βραδύνεις Βαπτιστά, τοῦ βαπτίσαι τὸν Κύριόν μου; ὁ Ἰορδάνης βοᾷ πρὸς Ἰωάννην. Τὶ τῶν πολλῶν κωλύεις τὴν κάθαρσιν, πᾶσαν τὴν κτίσιν ἡγίασεν, ἄφες ἁγιάσαι κἀμὲ καὶ τῶν ὑδάτων τὴν φύσιν, ὅτι εἰς τοῦτο ἐπεφάνη.
(Δοξαστικόν Αποστίχων, ποίημα Ανδρέου Ιεροσολυμίτου).

Κυριακή, Ιανουαρίου 06, 2019

Φωνή Κυρίου επί των υδάτων- π. Αλεξ. Σμέμαν

Ὑπάρχει ὡστόσο κι ἕνα δεύτερο ἀκόμη βαθύτερο καὶ πιὸ χαρούμενο νόημα στὸ βάπτισμα τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη. Μετὰ τὴν ἀκολουθία τῶν Θεοφανείων οἱ πιστοὶ ἀφήνουν τὴν ἐκκλησία καὶ πηγαίνουν νὰ ἁγιάσουν τὰ ὕδατα. Τὰ θριαμβικὰ καὶ δοξαστικὰ λόγια τοῦ ψαλμοῦ ἀντηχοῦν: “Φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων” (Ψαλμ. 28, 3), καὶ μᾶς φανερώνεται τὸ νόημα καὶ ἡ σημασία τοῦ νεροῦ ὡς εἰκόνα τῆς ζωῆς, ὡς εἰκόνα τοῦ κόσμου καὶ ὅλης τῆς δημιουργίας. Καὶ αὐτὸς ποὺ κατέρχεται στὸ νερό, ποὺ καταδύεται στὸ νερό, ποὺ ἑνώνεται μαζί του ἐρχόμενος στὸν κόσμο γιὰ τὴ σωτηρία καὶ τὴν ἀναγέννησή του, αὐτὸς εἶναι ὁ Θεός. Ὁ κόσμος ἀποκομμένος ἀπὸ τὸν Θεό, Τὸν ξέχασε, σταμάτησε νὰ Τὸν βλέπει, καὶ καταδύθηκε στὴν ἁμαρτία, στὸ σκοτάδι καὶ στὸν θάνατο. Ὁ Θεὸς ὅμως δὲν ξέχασε τὸν κόσμο. Ἐδῶ,στὸ βάπτισμά Του, ὁ Θεὸς μᾶς ἐπιστρέφει τὸν κόσμο, νὰ λάμπει ἀπὸ τὴ δόξα τῶν ἀστέρων καὶ τὴν ὀμορφιὰ ποὺ εἶχε τὴν πρώτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας. “Εάν τις διψᾶ, ἐρχέσθω πρὸς με καὶ πινέτω, ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ…. ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος” ( Ἰωάν. 7, 37-38). Τὸ καθετὶ σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, μαζὶ καὶ ἡ ὕλη, ἡ ἴδια ἡ οὐσία του, γιὰ ἄλλη μία φορὰ γίνεται δρόμος γιὰ τὸν Θεό, κοινωνία μαζί Του, ἀνάπτυξη μέσα στὴν πλησμονὴ τῆς αἰώνιας ζωῆς. Αὐτὸ ποὺ γιορτάζουμε τὴ χαρμόσυνη καὶ λαμπρὴ ἡμέρα τῶν Θεοφανείων εἶναι ὁ ἐρχομὸς τοῦ Θεοῦ στὴ δημιουργία Του, “καὶ ἰδοὺ ἀνεώχθησαν αὐτῷ οἱ οὐρανοὶ” ( Ματθ.3,16 ). Δὲν γνωρίζουμε τί ἀκριβῶς ἔνιωσε ὁ Ἰωάννης ὅταν τὰ χέρια του ἀκούμπησαν τὸ Σωτήρα, ἢ πῶς εἶδε τοὺς οὐρανοὺς νὰ ἀνοίγουν, ἢ πῶς ἄκουσε τὴ φωνή. Ἡ στιγμὴ ὅμως αὐτὴ ἦταν ἀναμφίβολα γι’ αὐτὸν μία στιγμὴ ἐκτυφλωτικοῦ φωτός, ὅταν τὰ πάντα ἄστραψαν καὶ πῆραν φωτιὰ μὲ τὴ χαρὰ τῆς ἀρχικῆς ὁ μορφιᾶς τῆς δημιουργίας, καθὼς ὁ κόσμος γιὰ ἄλλη μία φορὰ ἀποκαλύφθηκε ὡς κόσμος τοῦ Θεοῦ, ἐξαγνισμένος, καθαρός, ἀναγεννημένος, πλήρης δόξας καὶ εὐχαριστίας.
“Ὁ Χριστὸς ἦρθε γιὰ νὰ ἀνακαινίσει ὅλη τὴν κτίση”. Γιορτάζουμε τὴν ἀνακαίνιση ὅταν βλέπουμε τὸν ἱερέα νὰ ραντίζει τὴν ἐκκλησία, ἐμᾶς, τὰ σπίτια μας, τὴ φύση καὶ ὅλο τὸν κόσμο μὲ τὸ καινούριο, τὸ ἅγιο, τὸ θεϊκὸ νερό· καὶ ὅταν βλέπουμε τοὺς ἀνθρώπους νὰ στριμώχνονται γιὰ νὰ μετάσχουν σ’ αὐτὸ τὸ «ζῶν ὕδωρ» ποὺ ρέει στὴν αἰώνια ζωή. Ἔτσι ὅποιος διψᾶ, ἂς ἔρθει σ’ Αὐτὸν γιὰ νὰ λάβει τὸ δῶρο τοῦ «ζῶντος ὕδατος», τὸ δῶρο τῆς νέας ζωῆς, καθαρὸς καὶ ἀναγεννημένος.
+π. Αλεξ. Σμέμαν
από το βιβλίο "εορτολόγιο"
από την ιστοσελίδα ΙΜ Προδρόμου Καρέα