ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεγάλη εβδομάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεγάλη εβδομάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Απριλίου 13, 2022

Η Σταύρωση-Π. Ευδοκίμωφ


Ο σταυρωμένος Αμνός πριν από τη δημιουργία του κόσμου εισέρχεται στην Ιστορία για να σταυρωθεί από τον Πόντιο Πιλάτο στα Ιεροσόλυμα. Ο Μοναδικός χωρίς κηλίδα ούτε σκιά, έρχεται στο δηλητηριασμένο κόσμο από την αμαρτία. Η εχθροπραξία, το οντολογικό μίσος του Διεστραμμένου προς τον Άγιο, τον Καθαρό, τον Αθώο πετυχαίνει μια τέτοια πυκνότητα που ο Σταυρός γίνεται φανερά αδυσώπητος: «ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἁμαρτωλῶν» (Ματθ. 26, 45), στα χέρια επίσης του Θεού αυτού του κόσμου…
Στην Ενσάρκωσή του, ο Λόγος πήρε την ολότητα της ανθρώπινης φύσεως, όλοι και κάθε ένας βρίσκονται εκεί. Ο πρώτος και ο δεύτερος Αδάμ αποτελούν δύο πόλους, δύο κέντρα που συνυπάρχουν σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα και σε κάθε άνθρωπο «ὅπου γὰρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν» (Ματθ. 6, 21), κάθε ένας μπορεί ελεύθερα να εκλέξει την υπαρξιακή του βάση. Το αντικειμενικό και παγκόσμιο θεμέλιο της σωτηρίας εφαρμόζεται σε κάθε ανθρώπινο γένος, αλλά η σωτηρία συμπληρώνεται πραγματικά, αναλαμβάνεται προσωπικά, ονομαστικά, στην ελεύθερη εκλογή του κάθε ενός και είναι το απέραντο δράμα του Θεού αυτού του ίδιου. Ο Θεός μπορεί το παν χωρίς να καταναγκάσει τον άνθρωπο να τον αγαπήσει, λέγει το περίφημο λόγιο των Πατέρων της Εκκλησίας. Ο Υιός του Θεού παρουσιάζεται εμπρός στον πατέρα του σαν «Υιός του Ανθρώπου». Ο δεύτερος Αδάμ ταυτίζεται με τον πρώτο και εισέρχεται στη Γεθσημανή τη θανάσιμη νύχτα της αγωνίας: «Νῦν ἡ ψυχή μου τετάρακται… ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἦλθον εἰς τὴν ὥραν ταύτην!» ( Ιω. 12, 27). Ο Χριστός δέχτηκε ελεύθερα την αμαρτία του κόσμου. Ἴδε ὁ Ἄνθρωπος, και αλλού: «δεν είμαι πια εγώ που ζω, είναι ο Χριστός που ζει μέσα μου», τα ανθρώπινα εγώ των δύο Αδάμ συμπίπτουν, συνταυτίζονται. Είναι ο «τρελλός έρως» (μανικός έρως κατά την έκφραση του Νικολάου Καβάσιλα) του Θεανθρώπου, η αγάπη του – όριο για τον έκπτωτο αδελφό του.
Ο Πατήρ προτείνει το ποτήρι των ανθρωπίνων αδικιών στον Υιό του, τον υποχρεώνει να υπερβεί τον τρόμο, τη φρίκη της ανθρώπινης φύσεώς του όχι εμπρός στο φυσικό πόνο, αλλά εμπρός στο συντριπτικό βάρος του παγκόσμιου Αμαρτήματος, εμπρός στο μυστηριώδες και φοβερό πέρασμα από τις πύλες του θανάτου. Η κραυγή του να απωθήσει το ποτήρι δεν εισακούστηκε από τον Πατέρα, η ανθρώπινη ελευθερία του όφειλε να δεχθεί το Σταυρό.
Πώς ο άνθρωπος μπορεί να καταλάβει την Αγάπη που είναι κατά το μέτρο του Θεού; Για το Χριστό να δεχθεί το Σταυρό σημαίνει να βάλει στο εσωτερικό του εαυτού του, κατά συμπάθεια το Αμάρτημα του κόσμου σαν να ήταν το ίδιο το δικό του… Ο Σταυρός έχει κάνει να μεσουρανήσει η άβυσσος της αθωότητος και η άβυσσος του ζόφου στην ίδια κραυγή: Αββά ο Πατήρ…
Στην κένωση η θεότης σιωπά και η ανθρωπότης κραυγάζει. Ο Θεός παίρνει επάνω του την απάντηση με τη δική του Δικαιοσύνη, αναλαμβάνει την τελευταία συνέπεια της δημιουργικής ενεργείας του. Η Αγάπη παίρνει επάνω της το Αμάρτημα του κόσμου για να συγχωρήσει κάθε αμαρτωλό… «Ἔρχεται γὰρ ὁ τοῦ κόσμου ἄρχων, καὶ ἐν ἐμοὶ οὐκ ἔχει οὐδέν» (Ιω. 14, 30). «Ὁ πατὴρ μὲ ἀγαπᾶ, ὅτι ἐγὼ τίθημι τὴν ψυχήν μου… οὐδεὶς αἴρει αὐτὴν ἀπ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ ἐγὼ τίθημι αὐτήν, ἀπ’ ἐμαυτοῦ… ταύτην τὴν ἐντολὴν ἔλαβον παρὰ τοῦ πατρός μου» ( Ιω. 10, 18). Σε ορισμένες εικόνες βλέπει κανείς τον Άνθρωπο του πόνου μεταμορφώνοντας σ’ αυτόν όλη την ανθρώπινη οδύνη, τον Ελκόμενο, να ανεβαίνει αυτός ο ίδιος την κλίμακα στερεωμένη επάνω στο σταυρό… «ἀλλ’ αὕτη ἐστὶν ὑμῶν ἡ ὥρα καὶ ἡ ἐξουσία τοῦ σκότους» (Λουκ. 22, 53). Είναι μια βία, προσβολές και ανθρωποκτονία που έχουν γίνει δεκτές ελεύθερα.
Ο Θεός ζητεί από τον Αβραάμ τη θυσία του υιού του, χωρίς καμμιά εγγύηση. Χωρίς ολόκληρη την αποδοχή τοποθετημένη έξω από κάθε εγγύηση, η πίστη του Αβραάμ δεν θα έφθανε στην τελευταία αλήθεια της, στον αγωνιστικό βαθμό της. Το τόσο καταπληκτικό κείμενο της προς Εβραίους επιστολής (11, 31-39) περιγράφει την εξαίρετα τραγική τύχη των προφητών. Υπάρχει εκεί ολόκληρη μια θεολογία της ήττας και της απάτης, αλλά στο φως της αυτές οι ήττες αποκαλύπτονται οι πιο μεγάλες επιτυχίες: πραγματικά ο Θεός είχε υπ’ όψη του για εμάς κάτι το καλύτερο… καλύτερο από μια φανερή επιτυχία. Η ύπαρξη των προφητών είναι μια προεικόνιση και ταυτίζεται με το τραγικό της τύχης του Θεού στον κόσμο. Το «ἐσφαγμένον Ἀρνίον» από καταβολής κόσμου κρεμάστηκε επάνω από την άβυσσο χωρίς μορφή ούτε περιεχόμενο, αυτό που θέλει να πει επίσης στερημένο από κάθε εγγύηση. Οι αισιόδοξες θεοδικίες δημιουργούν πάντοτε το ευθύγραμμο και ορθολογικό σύστημα των φίλων του Ιώβ. Λοιπόν, η ανθρώπινη ελευθερία, «η δεύτερη ελευθερία», όπως λέγουν οι Πατέρες, για να είναι αληθινή, δηλαδή κατά τη θεία εικόνα, έπρεπε να είναι απρόβλεπτη επίσης για το Θεό, να γίνεται τέτοια με την ελεύθερη απόφασή του να ρίξει στην πανσοφία του το κάλυμμα της κενώσεώς του. Ο Θεός εγκαταλείπει την κορυφή της σιωπής του και διακινδυνεύει το παράλογο στοίχημα που κρατεί η Αγάπη του. Επάνω στο Σταυρό ο Θεός κατά του Θεού, έχει πάρει το μέρος του ανθρώπου. Θυσιάζει τον Υιό του χωρίς να σταματήσει κανείς Άγγελος το θάνατό του, αντί εγγυήσεως: «πλὴν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἆρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς;» (Λουκ. 18, 8).
Ο ζωοποιός Σταυρός είναι η μοναδική απάντηση στη δίκη του αθεϊσμού επάνω στη βασιλεία του κακού. Υπάρχει θέση να εφαρμόσουμε στο Θεό την πιο παράδοξη έννοια, εκείνη της αδυναμίας που σημαίνει τη σωτηρία με την ελεύθερη αγάπη: Ο Θεός παρουσιάζεται και δηλώνει την αγάπη του, παρακαλεί που ανταμείβεται κάποιος… απωθημένος, περιμένει στη θύρα… Για κάθε τι καλό που μας κάνει, δεν ζητεί σ’ ανταλλαγή αυτού παρά την αγάπη μας· σ’ αντάλλαγμα της αγάπης μας, μας απαλλάσσει από όλη την οφειλή μας.
Απέναντι στην οδύνη, απέναντι σε κάθε μορφή κακού, η μόνη ολόκληρη απάντηση είναι να πούμε ότι ο Θεός είναι αδύνατος και ότι δεν μπορεί παρά να υποφέρει μ’ εμάς. Ασθενής βέβαια, όχι σ’ όλη του την παντοδυναμία, αλλά στη σταυρωμένη Αγάπη του… Επάνω στο σταυρό ο Χριστός ανέλαβε αυτή την ίδια τη θνητότητα. Η δύναμη του θανάτου είναι στην αυτονομία του, αλλά ο Χριστός δίνει το θάνατό του στον Πατέρα, και γι’ αυτό εν Χριστώ είναι ο θάνατος που πεθαίνει: με το θάνατο ενίκησε το θάνατο. Από τότε κανείς άνθρωπος δεν πεθαίνει πιά μόνος του,ο Χριστός πεθαίνει με αυτόν για να τον αναστήσει με αυτόν.

Κυριακή, Μαΐου 02, 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ


"μὴ φοβοῦ· ἐγώ εἰμι ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος καὶ ὁ ζῶν, καὶ ἐγενόμην νεκρός, καὶ ἰδοὺ ζῶν εἰμι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, καὶ ἔχω τὰς κλεῖς τοῦ θανάτου καὶ τοῦ ᾅδου" ( Αποκ. α΄17-18).
Κοντάκιον
Εἰ καὶ ἐν τάφῳ κατῆλθες ἀθάνατε, ἀλλὰ τοῦ ᾍδου καθεῖλες τὴν δύναμιν, καὶ ἀνέστης ὡς νικητής, Χριστὲ ὁ Θεός, γυναιξὶ Μυροφόροις φθεγξάμενος. Χαίρετε, καὶ τοῖς σοῖς Ἀποστόλοις εἰρήνην δωρούμενος ὁ τοῖς πεσοῦσι παρέχων ἀνάστασιν.
Τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ Κυριακῇ τοῦ Πάσχα, αὐτὴν τὴν ζωηφόρον Ἀνάστασιν ἑορτάζομεν τοῦ Κυρίου, καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Στίχοι
Χριστὸς κατελθὼν πρὸς πύλην ᾍδου μόνος
Λαβὼν ἀνῆλθε πολλὰ τῆς νίκης σκῦλα.
ΣΥΝΑΞΑΡΙΟΝ
Τη σημερινή γιορτή την ονομάζουμε Πάσχα. Στην εβραϊκή γλώσσα Πάσχα σημαίνει διάβαση, πέρασμα. Αυτή την ημέρα, την Κυριακή, ο Θεός άρχισε απ’ το μηδέν τη Δημιουργία του κόσμου. Αυτή την ημέρα βοήθησε τούς Ισραηλίτες να περάσουν την Ερυθρά Θάλασσα (τους άνοιξε διάβαση, πέρασμα) και τους λύτρωσε απ’ τη δουλεία του Φαραώ. Αυτή την ημέρα, την Κυριακή, κατέβηκε ο Κύριος από τον ουρανό (κατά τον Ευαγγελισμό) και κατοίκησε στη μήτρα της Αειπαρθένου Μαρίας. Αυτή την ημέρα άρπαξε ο Θεός όλο το ανθρώπινο γένος απ’ τον πυθμένα του Άδη, το ανέβασε στον ουρανό και το οδήγησε στην αρχαία δόξα της αφθαρσίας. Βέβαια, όταν κατέβηκε στον Άδη, δεν τους ελευθέρωσε όλους, αλλά μόνο όσους θέλησαν να πιστέψουν σ’ Αυτόν. Σε όλες όμως τις ψυχές των αγίων απ’ τη Δημιουργία του κόσμου μέχρι τότε, χάρισε την ελευθερία και τους έδωσε τη δυνατότητα ν’ ανεβούν στον ουρανό. Γι’ αυτό το λόγο με υπερκόσμια και πανευφρόσυνη χαρά γιορτάζουμε σήμερα με λαμπρότητα την Ανάσταση, δείχνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο το πόσο μεγάλη χαρά πήρε η ανθρώπινη φύση μας από την πλούσια δωρεά του πανελεήμονος Κυρίου και Θεού μας. Κι ακόμα δίνουμε τον ασπασμό της αγάπης ο ένας στον άλλον, δείχνοντας την κατάργηση της έχθρας και την ένωση μας με το Θεό και τους αγγέλους.
Η Ανάσταση του Κυρίου έγινε ως εξής: Ενώ οι στρατιώτες φύλαγαν τον τάφο, κατά τα μεσάνυχτα έγινε σεισμός. Κι αυτό, επειδή κατέβηκε ένας Άγγελος κι απομάκρυνε το λίθο απ’ τη θύρα του μνημείου. Όταν οι φύλακες συνήλθαν κι είδαν τι έγινε, απ’ το φόβο τους έφυγαν. Τότε ήλθαν οι γυναίκες «ὀψὲ Σαββάτου», όπως λέει το Ευαγγέλιο, δηλ. στη μέση περίπου της νύχτας του Σαββάτου.
Πρώτα-πρώτα η Ανάσταση έγινε φανερή στη Μητέρα του Θεού, η οποία καθόταν απέναντι απ’ τον τάφο μαζί με τη Μαρία τη Μαγδαληνή, όπως λέει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος. Για να μην είναι όμως αμφιβαλλόμενη υπόθεση η Ανάσταση, οι Ευαγγελιστές δεν αναφέρουν ότι την είδε πρώτα η Μητέρα Του, αλλά η Μαρία η Μαγδαληνή. Αυτή είδε και τον άγγελο που καθόταν πάνω στο λίθο κι έσκυψε και είδε και τους άλλους αγγέλους μέσα στον τάφο. Αυτοί μάλιστα της μίλησαν και της ανήγγειλαν την Ανάσταση. «Αναστήθηκε», της είπαν· «δεν είναι εδώ· να ο τόπος που είχαν τοποθετήσει το νεκρό». Η Μαρία, λοιπόν, μόλις άκουσε αυτά, τρέχει και πηγαίνει στους ένθερμους μαθητές, τον Πέτρο και τον Ιωάννη, και τους φέρνει τη χαρμόσυνη είδηση. Κι όταν αυτή επέστρεφε μαζί με την άλλη Μαρία (την Παναγία), τις συνάντησε ο Χριστός λέγοντάς τους: «Χαίρετε». Αυτό έγινε, γιατί έπρεπε το φύλο των γυναικών, το οποίο άκουσε πρώτο τη θλιβερή απόφαση: «Με λύπες θα γεννάς τα παιδιά σου», αυτό πρώτο ν’ ακούσει και τη χαρμόσυνη αγγελία της Αναστάσεως. Αυτές, λοιπόν, απ’ την πολλή αγάπη που είχαν για τον Διδάσκαλο, πλησιάζουν για να βεβαιωθούν πραγματικά για το γεγονός, και γονατίζοντας αγγίζουν τα άχραντα πόδια Του. Ο Πέτρος εν τω μεταξύ κι ο Ιωάννης πήγαν στο μνημείο. Ο Πέτρος έσκυψε μόνο, είδε το μνημείο κι έφυγε. Ο Ιωάννης όμως μπήκε και μέσα. Αυτός εξέτασε με περισσότερη περιέργεια κι άγγιξε το σινδόνι και το σουδάριο, με τα οποία είχαν τυλίξει το σώμα και το κεφάλι του Ιησού.
Την ώρα του όρθρου η Μαρία η Μαγδαληνή ξαναήλθε με άλλες γυναίκες για να βεβαιωθεί καλύτερα. Στην αρχή κάθισε έξω από τον τάφο κι έκλαιγε. Κι όταν έσκυψε να κοιτάξει μέσα, είδε δύο αγγέλους με απαστράπτουσα λαμπρότητα, οι οποίοι επιτιμώντας την κατά κάποιον τρόπο, της είπαν: «Γυναίκα, γιατί κλαις; Ποιον ζητάς; Ζητάς τον Ιησού το Ναζαρηνό, τον Εσταυρωμένο; Αναστήθηκε, δεν είναι εδώ». Κι αμέσως σηκώθηκαν όλες φοβισμένες και βλέποντας μπροστά τους τον Κύριο, έφυγαν. Η Μαρία όμως γύρισε πίσω και βλέπει πάλι το Χριστό να είναι εκεί. Νομίζοντας, λοιπόν, ότι είναι ο κηπουρός (γιατί το μνήμα ήταν μέσα στον κήπο) λέει: «Κύριε, αν Τον πήρες εσύ, πες μου που Τον έβαλες κι εγώ θα Τον πάρω». Κι όταν αυτή έστρεψε ξανά πίσω το βλέμμα της προς τους αγγέλους του τάφου, ο Σωτήρας μας της είπε: «Μαρία». Εκείνη τότε κατάλαβε τη γνώριμη και γλυκιά φωνή του Χριστού και θέλησε να Τον αγγίξει. Όμως Εκείνος της είπε: «Μη μ’ αγγίζεις, δεν ανέβηκα ακόμα στον Πατέρα μου» (γιατί ο Χριστός γνώριζε ότι Τον θεωρούσε ακόμη άνθρωπο), «Πήγαινε στους αδελφούς και πες τους όσα είδες κι άκουσες». Και βέβαια, η Μαγδαληνή αυτό έκανε. Όταν πλέον ξημέρωσε η μέρα ήλθε και πάλι στον τάφο μαζί με τις υπόλοιπες. Αυτές μαζί με την Ιωάννα και τη Σαλώμη ήλθαν στο μνημείο όταν πλέον είχε ανατείλει ο ήλιος. Γενικά ο ερχομός των γυναικών στο μνημείο έγινε σε διαφορετικούς χρόνους. Κι ανάμεσά τους ήταν κι η Θεοτόκος. Αυτή (η Θεοτόκος) είναι η Μαρία (η μητέρα) του Ιωσή που λέει το Ευαγγέλιο. Ο Ιωσής ήταν υιός του Ιωσήφ του μνήστορος. Θα πρέπει πάντως να πούμε ότι είναι άγνωστο πότε ακριβώς αναστήθηκε ο Κύριος. Άλλοι λένε με το πρώτο λάλημα του πετεινού, άλλοι όταν έγινε ο σεισμός κι άλλοι διαφορετικά.
Όταν έγιναν αυτά, κάποιοι απ’ τη στρατιωτική φρουρά ήλθαν στους αρχιερείς και τους ανέφεραν όλα όσα συνέβησαν. Αυτοί όμως δίνοντάς τους χρήματα τους έπεισαν να πουν ότι ήλθαν οι μαθητές Του τη νύκτα και Τον έκλεψαν.
Το βράδυ της ημέρας αυτής, καθώς οι Μαθητές ήταν συγκεντρωμένοι όλοι μαζί εξ αιτίας του φόβου των Ιουδαίων κι ενώ οι πόρτες του σπιτιού ήταν καλά κλεισμένες και ασφαλισμένες, εισήλθε ο Χριστός. Αυτό έγινε, γιατί το σώμα Του δεν ήταν πλέον σαν το δικό μας, αλλά άφθαρτο. Τούς χαιρέτησε με το συνήθη χαιρετισμό της ειρήνης. Αυτοί, όταν Τον είδαν, χάρηκαν υπερβολικά. Κι Εκείνος με το φύσημα της πνοής Του τους έδωσε τελειότερα την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος (το Ευαγγέλιο αναφέρει «ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς: “Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον”»).
Όσο για το πώς λέγεται ότι ο Χριστός αναστήθηκε τριήμερος (σε τρεις μέρες) ισχύουν τα εξής: Το βράδυ της Πέμπτης και η ημέρα της Παρασκευής λογίζονται σαν μία ημέρα (24ωρο), γιατί έτσι μετρούν οι Εβραίοι το ημερονύκτιο (το λένε νυχθήμερο δηλ. νύχτα + ημέρα). Η νύχτα της Παρασκευής και η ημέρα του Σαββάτου είναι δεύτερο νυχθήμερο. Τρίτο νυχθήμερο είναι η νύχτα του Σαββάτου και η ημέρα της Κυριακής, κατά την οποία έγινε η Ανάσταση του Κυρίου.
Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.

Σάββατο, Μαΐου 01, 2021

Αν μπορούσα να πειστώ ότι έχω πεθάνει μαζί με τον Χριστό...



 «Κατακολουθήσασαι δὲ αἱ γυναῖκες, αἵτινες ἦσαν συνεληλυθυῖαι αὐτῷ ἐκ τῆς Γαλιλαίας, ἐθεάσαντο τὸ μνημεῖον καὶ ὡς ἐτέθη τὸ σῶμα αὐτοῦ, ὑποστρέψασαι δὲ ἡτοίμασαν ἀρώματα καὶ μύρα, καὶ τὸ μὲν Σάββατον ἡσύχασαν κατὰ τὴν ἐντολήν…». Στη ζωή κάθε μαθητή του Ιησού υπάρχουν περίοδοι που ο Διδάσκαλος φαίνεται να έχει αποσυρθεί και να απουσιάζει. Είναι κατά κάποιο τρόπο στον τάφο. Οι γυναίκες της Γαλιλαίας μας υποδεικνύουν ποια θα πρέπει να είναι η στάση μας αυτές τις στιγμές: είδαν τον τάφο, ήξεραν πού ήταν ο Ιησούς. Και εμείς, ακόμη κι όταν ο Ιησούς μοιάζει να μην απαντά, ακόμη κι αν παραμένει αόρατος, δεν θα πρέπει να αμφιβάλλουμε ότι είναι εδώ. Το βλέμμα μας πρέπει να παραμένει καρφωμένο, αν όχι επάνω Του, τουλάχιστον προς τη δική Του κατεύθυνση. Οι γυναίκες δεν μένουν άπρακτες. Δεν λένε: «Τώρα πια δεν γίνεται τίποτε». Ετοίμασαν αρώματα για να αλείψουν το Σώμα Του. Συνεχίζουν να το τιμούν, ακόμη και τώρα που κείται χωρίς ζωή. Παρομοίως και κατά τις περιόδους που ο Ιησούς σιωπά και κρύβεται, ας μη σταματάμε να Τον έχουμε στο κέντρο της λατρείας μας. Ας ετοιμάσουμε μύρα -μύρα αγάπης και καλών έργων- για να προσφέρουμε ήδη από τώρα στον Φίλο που δεν βλέπουμε αλλά όταν και πάλι μας χαρίσει την παρουσία Του, γιατί το ξέρουμε ότι αυτό θα συμβεί. Στις ετοιμασίες των γυναικών δεν υπάρχει ίχνος εκνευρισμού· τηρούν την αργία του Σαββάτου, ξεκουράζονται. Η περίοδος που ο Ιησούς είναι στον τάφο, είναι η μυστική, κεκρυμμένη περίοδος της ζωής μας κοντά Του, μαζί Του, ο χρόνος της αναμονής και της σιωπής. Το Μέγα Σάββατο είναι η γιορτή των μυστικών Του φίλων που ο κόσμος αγνοεί και που εκείνοι δεν θέλουν να γίνουν γνωστοί, παρά μόνο στον Ίδιο.


Η ειρήνη του Μεγάλου Σαββάτου είναι στραμμένη προς το μεγάλο γεγονός του πρωινού της Κυριακής, προς τη δύναμη και τη χαρά της Αναστάσεως. Αλλά αυτή η ειρήνη πρέπει να διατηρηθεί: αυτές ακριβώς οι εξωτερικές προετοιμασίες για το Πάσχα εισβάλλουν και εμποδίζουν πολλούς από τους πιστούς να διατηρήσουν την ατμόσφαιρα της ησυχίας και της σιωπής.

Ας διαβάσουμε επίσης για άλλη μια φορά τα λόγια του αποστόλου Παύλου προς τους Ρωμαίους: «Συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον… Οὕτω καὶ ὑμεῖς λογίζεσθε ἑαυτοὺς νεκροὺς μὲν εἶναι τῇ ἁμαρτίᾳ ζῶντας δὲ τῷ Θεῷ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν». (Ρωμ. 6:4, 11) Αν μπορούσα να πειστώ ότι έχω πεθάνει μαζί με τον Χριστό, έχω ταφεί μαζί με Αυτόν, η πνευματική μου ζωή θα γινόταν τόσο πιο απλή και τόσο πιο εύκολη. Σε κάθε πειρασμό, σε καθετί που εκτρέπει την προσοχή μου από το ένα και μοναδικό «οὗ ἐστὶ χρεία» θα απαντούσα. «Τι να το κάνω; Έχω πεθάνει. Είμαι στον τάφο του Διδασκάλου μου.» Αντί να συζητώ και να μάχομαι με τη ζωή, θα τοποθετούμην εξαρχής από την άλλη πλευρά (εννοείται ότι πρόκειται για τις αμαρτωλές επιθυμίες) και νεκρός για τον κόσμο της αμαρτίας, θα ζούσα πια μονίμως «ἐν Χριστῷ». Πρόκειται εδώ για μια πνευματική τακτική του να «συνθάπτομαι» με τον Κύριό μου, τακτική αποτελεσματική και προσιτή υπό όλες τις συνθήκες.

+ μ. Lev Gillet

Μεγα Σάββατο: Η Ταφή και ο Σαββατισμός του Θεού



 Ἀνάστα, ὁ Θεός, κρῖνον τὴν γῆν, ὅτι σὺ κατακληρονομήσεις ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι.

Στίχ. Ὁ Θεὸς ἔστη ἐν συναγωγῇ Θεῶν, ἐν μέσῳ δὲ θεοὺς διακρινεῖ.
Ἀνάστα, ὁ Θεός, κρῖνον τὴν γῆν, ὅτι σὺ κατακληρονομήσεις ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι.
Στίχ. Ἕως πότε κρίνετε ἀδικίαν, καὶ πρόσωπα ἁμαρτωλῶν λαμβάνετε;
Ἀνάστα, ὁ Θεός, κρῖνον τὴν γήν, ὅτι σὺ κατακληρονομήσεις ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι.
Στίχ. Κρίνατε ὀρφανῷ καὶ πτωχῷ, ταπεινὸν καὶ πένητα δικαιώσατε.
Ἀνάστα, ὁ Θεός, κρῖνον τὴν γῆν, ὅτι σὺ κατακληρονομήσεις ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι.
Στίχ. Ἐξέλεσθε πένητα καὶ πτωχόν, ἐκ χειρὸς ἁμαρτωλοῦ ῥύσασθε αὐτόν.
Ἀνάστα, ὁ Θεός, κρῖνον τὴν γῆν, ὅτι σὺ κατακληρονομήσεις ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι.
Στίχ. Οὐκ ἔγνωσαν, οὐδὲ συνῆκαν, ἐν σκότει διαπορεύονται, σαλευθήτωσαν πάντα τὰ θεμέλια τῆς γῆς.
Ἀνάστα, ὁ Θεός, κρῖνον τὴν γῆν, ὅτι σὺ κατακληρονομήσεις ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι.
Στίχ. Ἐγὼ εἶπα· Θεοί ἐστε, καὶ υἱοὶ Ὑψίστου πάντες· ὑμεῖς δὲ ὡς ἄνθρωποι ἀποθνῄσκετε, καὶ ὡς εἷς τῶν ἀρχόντων πίπτετε.
Ἀνάστα, ὁ Θεός, κρῖνον τὴν γῆν, ὅτι σὺ κατακληρονομήσεις ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι.
Από τη διήγηση του βιβλίου της Γενέσεως γνωρίζουμε ότι την έβδομη ημέρα, μετά τη δημιουργία του κόσμου, ο Θεός «κατέπαυσεν ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ, ὧν ἐποίησεν.
Καὶ εὐλόγησεν ὁ Θεὸς τὴν ἡμέραν τὴν ἑβδόμην καὶ ἡγίασεν αὐτὴν, ὅτι ἐν αὐτῇ κατέπαυσεν ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ, ὧν ἤρξατο ὁ Θεὸς ποιῆσαι» (κεφ. 2, 2-3). Η ημέρα αυτή ονομάστηκε Σάββατο, που σημαίνει ανάπαυση, ημέρα αφιερωμένη από τους Εβραίους στο Θεό, την οποία τηρούσαν με απόλυτο τρόπο, ακολουθώντας, βέβαια, και την εντολή του δεκαλόγου που επέτασσε να εργάζονται έξι ημέρες, «τῇ δὲ ἑβδόμῃ σάββατα Κυρίῳ τῷ Θεῷ» (Δευτ. 5,13). Είναι γνωστές οι σφοδρές αντιδράσεις των Φαρισαίων, κάθε φορά που ο Χριστός θεράπευε έναν ασθενή κατά την ημέρα αυτή, όπως είναι γνωστές και οι αποστομωτικές απαντήσεις του Χριστού, με αποκορύφωμα το παρακάτω: «Τὸ Σάββατον διὰ τὸν ἄνθρωπον ἐγἐνετο καὶ οὐχ ὁ ἄνθρωπος διὰ τὸ Σἀββατον» (Μαρκ. 2, 27).
Αναφέρθηκα στην ημέρα αυτή, επειδή η ημέρα του Μεγάλου Σαββάτου, ημέρα που ο Χριστός βρίσκεται «ἐν τάφῳ», συνδέθηκε από τους Πατέρες και τους υμνογράφους με το σαββατισμό, δηλαδή με την ανάπαυση, του Θεανθρώπου Χριστού: ο Χριστός σήμερα «ἐν τάφῳ σαββατίζει». Τι σημαίνει όμως αυτό; Μετά τη δημιουργία του κόσμου, ο Θεός ευλόγησε την έβδομη ημέρα, επειδή τότε ολοκληρώθηκε οριστικά και άρχισε να «λειτουργεί» ο κόσμος, ως το νέο δημιούργημα, δείχνοντας έτσι στους ανθρώπους ότι το Σάββατο ήταν ο χρόνος μεταξύ του τέλους ενός έργου και της αρχής ενός άλλου, τον οποίο θα έπρεπε να αφιερώνουν στο δημιουργό, αναπαυόμενοι, προτού ξεκινήσουν το νέο δημιουργικό εξαήμερο. Και ο Χριστός, αφού ολοκλήρωσε το έργο Του πάνω στο Σταυρό με το «τετέλεσται», βρίσκεται τώρα ως άνθρωπος στον τάφο, από τον οποίο θα ανατείλει με την Ανάσταση ο νέος κόσμος της Βασιλείας του Θεού. Ο Χριστός, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, αγιάζει και ευλογεί και αυτός την έβδομη ημέρα του Σαββάτου, καθώς λέγει ο υμνωδός: «ἑβδόμην σήμερον ηγίασας… παράγεις γὰρ τὰ σύμπαντα, καὶ καινοποιεῖς, σαββατίζων Σωτήρ μου, καὶ ἀνακτώμενος». Που σημαίνει ότι, όπως ευλόγησε μετά τη δημιουργία το Σάββατο, έτσι και τώρα το αγιάζει, επειδή βρίσκεται μέσα στον τάφο και σαββατίζει σωματικώς. Την ίδια στιγμή, όμως, που ως άνθρωπος ο Χριστός βρίσκεται στον τάφο, ως Θεός αλλάζει τα σύμπαντα και τα ανακαινίζει, ανακαλώντας τα από τη φθορά στην αφθαρσία και από «τὸ κακῶς εἶναι εἰς τὸ εὖ εἶναι»,όπως γράφει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Ο σαββατισμός, επομένως, του Χριστού στον τάφο δεν συνιστά χρόνο «απραξίας» Του ως Θεού, αλλά προετοιμασία για μια νέα δημιουργία, για μια αναδημιουργία του κόσμου. Η ταφή του Χριστού είναι μια προσωρινή και φαινομενική νίκη του κακού, όντως μεγάλος πειρασμός και μέγα σκάνδαλο για τον άνθρωπο. Ωστόσο, ο τάφος του Χριστού δεν είναι το τέλος, αλλά η αρχή του νέου κόσμου, που θα ξεπηδήσει μαζί με τον αναστάντα Χριστό μέσα από τα σπλάχνα του Άδη.
Αυτή την ανακαινιστική δύναμη που κρύβει ο σαββατισμός του Θεού παρουσιάζει ο υμνωδός στο παρακάτω τροπάριο: «Σήμερον συνέχει τάφος, τὸν συνέχοντα παλάμῃ τὴν Κτίσιν, καλύπτει λίθος, τὸν καλύψαντα ἀρετῇ τοὺς οὐρανούς, ὑπνοῖ ἡ ζωή, καὶ ᾍδης τρέμει, καὶ Ἀδὰμ τῶν δεσμῶν ἀπολύεται. Δόξα τῇ σῇ οἰκονομίᾳ, δι' ἧς τελέσας πάντα σαββατισμὸν αἰώνιον, ἐδωρήσω ἡμῖν, τὴν παναγίαν ἐκ νεκρῶν σου Ἀνάστασιν». Δηλαδή : «Σήμερα κρατεί μέσα του ο τάφος Αυτόν που στην παλάμη Του κρατεί όλη την κτίση και η πέτρα σκεπάζει αυτόν που με την αρετή Του καλύπτει τους ουρανούς. Η ζωή κοιμάται, αλλά ο Άδης τρέμει και ο Αδάμ ελευθερώνεται από τα δεσμά. Δόξα στο σωτηριώδες έργο Σου, με το οποίο έφερες εις πέρας κάθε αιώνιο σαββατισμό και μας χάρισες την πανάγια Ανάστασή Σου από τους νέκρούς». Ο Χριστός, η ζωή και το φως, κοιμάται και αναπαύεται εντός του τάφου φαινομενικά μόνο, διότι η ανάπαυση και ο σαββατισμός Του δεν είναι τίποτε άλλο από την προετοιμασία για τη μεγάλη έφοδο της Ζωής, δια της οποίας ο άνθρωπος θα ελευθερωθεί από τα δεσμά του θανάτου. Ο Χριστός, λέγει άλλο τροπάριο της ημέρας, «ἀναπεσὼν κεκοίμηται ὡς λέων», έγειρε, δηλαδή, και κοιμήθηκε σαν λιοντάρι, σαν παντοδύναμος βασιλιάς. Και όπως ο βασιλιάς εξακολουθεί να βασιλεύει και να έχει τη δύναμή του και όταν κοιμάται, έτσι και ο Χριστός εξακολουθεί να είναι ο δυνατός Βασιλιάς και όταν βρίσκεται στον τάφο.
Βέβαια, μπροστά στο θέαμα του τάφου του Χριστού η ανθρώπινη ψυχή εξίσταται και απορεί, επειδή δεν μπορεί να πιστέψει σ’ αυτό που βλέπει. Πώς είναι δυνατόν ο Θεός, ο δημιουργός του κόσμου να βρίσκεται στον τάφο; Πώς είναι δυνατόν ο παντοδύναμος Θεός να είναι τόσο αδύναμος; Αυτό το παράδοξο εκφράζει ο παρακάτω ύμνος, δίδοντας ταυτόχρονα και την απάντηση: «Τί τὸ ὁρώμενον θέαμα; τίς ἡ παροῦσα κατάπαυσις; Ὁ Βασιλεὺς τῶν αἰώνων, τὴν διὰ πάθους τελέσας οἰκονομίαν, ἐν τάφῳ σαββατίζει, καινὸν ἡμῖν παρέχων σαββατισμόν». Δηλαδή: «Τι είναι το παράδοξο θέαμα που βλέπω; Τι σημαίνει το καταλάγιασμα που παρουσιάζεται μπροστά στα μάτια μου; Ο αιώνιος Βασιλιάς, αφού ολοκλήρωσε το σωτηριώδες έργο Του, αναπαύεται στον τάφο, δωρίζοντάς μας καινούργιο σαββατισμό». Η ταφή του Χριστού είναι η αρχή του δικού μας σαββατισμού, της δικής μας ταφής, από την οποία θα βγούμε ως καινούργιοι, ανακαινισμένοι άνθρωποι, όπως και ο Χριστός «ανέτειλεν ἐκ τοῦ τάφου ὡραῖος».
Την αλήθεια αυτή δίνει πολύ παραστατικά ο παρακάτω ύμνος: «Τὴν σήμερον μυστικῶς, ὁ μέγας Μωϋσῆς προδιετυποῦτο λέγων· Καὶ εὐλόγησεν ὁ Θεός, τὴν ἡμέραν τὴν ἑβδόμην· τοῦτο γάρ ἐστι τὸ εὐλογημένον Σάββατον, αὕτη ἐστίν ἡ τῆς καταπαύσεως ἡμέρα, ἐν ᾗ κατέπαυσεν ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ, ὁ Μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, διὰ τῆς κατὰ τὸν θάνατον οἰκονομίας, τῇ σαρκὶ σαββατίσας, καὶ εἰς ὃ ἦν, πάλιν ἐπανελθών, διὰ τῆς Ἀναστάσεως, ἐδωρήσατο ἡμῖν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ὡς μόνος ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος» Δηλαδή: «Ο Μωϋσής προεικόνισε τη σημερινή ημέρα, όταν είπε: και ευλόγησε ο Θεός την έβδομη ημέρα, που είναι το ευλογημένο Σάββατο. Αυτή είναι η ημέρα της ανάπαυσης, η ημέρα κατά την οποία σταμάτησε όλα Του τα έργα ο Μονογενής Υιός του Θεού, αναπαυόμενος ως άνθρωπος. Επανήλθε όμως σ’ αυτό που ήταν (δηλαδή στη θεότητα) και δώρισε σε μας την αιώνια ζωή, επειδή είναι αγαθός και φιλάνθρωπος». Ο σαββατισμός του Θεού συνδέεται από τον υμνογράφο με την Ανάσταση, με τη νίκη του Χριστού κατά του θανάτου, μια νίκη στην οποία και ο άνθρωπος είναι συμμέτοχος και κοινωνός. Έκτοτε, ο τάφος για τους χριστιανούς δεν είναι το τέλος, αλλά καιρός αναπαύσεως και αναμονής της τελικής νίκης και ανάστασης. Το μεγαλείο της πίστης μας ως ορθοδόξων είναι η Ανάσταση, το Πάσχα, αυτό το πέρασμα από το θάνατο στη ζωή. Κι αν το κακό και ο θάνατος νικούν προσωρινά, την τελευταία λέξη την έχει ο Χριστός, αυτός που είναι το Φως, η Αλήθεια και η Ζωή.
Γιάννης Γ. Τσερεβελάκης

MEΓΑ ΣΑΒΒΑΤΟΝ


"καὶ εὐλόγησεν ὁ Θεὸς τὴν ἡμέραν τὴν ἑβδόμην καὶ ἡγίασεν αὐτήν· ὅτι ἐν αὐτῇ κατέπαυσεν ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ, ὧν ἤρξατο ὁ Θεὸς ποιῆσαι"
(Γεν. β 3)
Κοντάκιον
Τὴν ἄβυσσον ὁ κλείσας, νεκρὸς ὁρᾶται, καὶ σμύρνῃ καὶ σινδόνι ἐνειλημμένος, ἐν μνημείῳ κατατίθεται, ὡς θνητὸς ὁ ἀθάνατος. Γυναῖκες δὲ αὐτὸν ἦλθον μυρίσαι, κλαίουσαι πικρῶς καὶ ἐκβοῶσαι· Τοῦτο Σάββατόν ἐστι τὸ ὑπερευλογημένον, ἐν ᾧ, Χριστὸς ἀφυπνώσας, ἀναστήσεται τριήμερος.
Ὁ Οἶκος
Ὁ συνέχων τὰ πάντα ἐπὶ σταυροῦ ἀνυψώθη, καὶ θρηνεῖ πᾶσα ἡ Κτίσις, τοῦτον βλέπουσα κρεμάμενον γυμνὸν ἐπὶ τοῦ ξύλου, ὁ ἥλιος τὰς ἀκτῖνας ἀπέκρυψε, καὶ τὸ φέγγος οἱ ἀστέρες ἀπεβάλλοντο, ἡ γῆ δὲ σὺν πολλῷ τῷ φόβῳ συνεκλονεῖτο, ἡ θάλασσα ἔφυγε, καὶ αἱ πέτραι διερρήγνυντο, μνημεῖα δὲ πολλὰ ἠνεῴχθησαν, καὶ σώματα ἡγέρθησαν ἁγίων Ἀνδρῶν. ᾍδης κάτω στενάζει, καὶ Ἰουδαῖοι σκέπτονται συκοφαντῆσαι Χριστοῦ τὴν Ἀνάστασιν, τὰ δὲ Γύναια κράζουσι· Τοῦτο Σάββατόν ἐστι τὸ ὑπερευλογημένον, ἐν ᾧ Χριστὸς ἀφυπνώσας, ἀναστήσεται τριήμερος.
Τῷ ἁγίῳ καὶ μεγάλῳ Σαββάτῳ, τὴν θεόσωμον Ταφήν, καὶ τὴν εἰς ᾍδου Κάθοδον τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἑορτάζομεν δι' ὧν τῆς φθορᾶς τὸ ἡμέτερον γένος ἀνακληθέν, πρὸς αἰωνίαν ζωὴν μεταβέβηκε.
Στίχοι
Μάτην φυλάττεις τὸν τάφον, κουστωδία.
Οὐ γὰρ καθέξει τύμβος αὐτοζωΐαν.

ΣΥΝΑΞΑΡΙΟΝ
Στην πρώτη Δημιουργία του κόσμου ο Θεός ολοκλήρωσε τα πάντα μέσα σε πέντε μέρες και την έκτη μέρα έπλασε το κυριότερο δημιούργημα Του, τον άνθρωπο. Κατόπιν την έβδομη ήμερα αναπαύτηκε ύστερα απ’ όλα τα έργα Του και αγίασε την ημέρα αυτή ονομάζοντάς την Σάββατο, πράγμα το οποίο σημαίνει ανάπαυση. Έτσι ακριβώς και κατά την εργασία του νοητού κόσμου ο Χριστός, αφού έκανε τα πάντα με τρόπο άριστο και όπως έπρεπε, την έκτη ημέρα, τη Μεγάλη Παρασκευή, κατά την οποία σταυρώθηκε, έπλασε ξανά το φθαρμένο άνθρωπο και τον έκανε καινούριο, δηλαδή τον ανακαίνισε με το ζωηφόρο Του Σταυρό και με το θάνατό Του. Κι ύστερα, την εβδόμη ημέρα, το Μεγάλο Σάββατο, σταμάτησε για πάντα τα έργα Του πάνω στη γη και κοιμήθηκε εκείνον το ζωηφόρο ύπνο, ο οποίος ζωοποίησε κι έσωσε και τη δική μας ξεπεσμένη φύση.
Κατεβαίνει, λοιπόν, ο Λόγος του Θεού σωματικώς στον τάφο. Κατεβαίνει και στον Άδη με την αμόλυντη και θεϊκή ψυχή Του, η οποία χωρίστηκε από το σώμα Του με το θάνατό Του. Την αγία Του ψυχή την παρέδωσε στα χέρια του Πατέρα Του πεθαίνοντας, στον οποίο προσέφερε και το αίμα Του, χωρίς Εκείνος να Του το ζητήσει, για να γίνει λύτρο για μας που μας είχε αιχμαλωτίσει η αμαρτία. Δεν κρατήθηκε όμως στον Άδη η ψυχή του Κυρίου μας, όπως οι ψυχές των άλλων αγίων. Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Αφού Αυτός δε συμμετείχε καθόλου, όπως εκείνες, στην κατάρα που μας κληροδότησαν οι προπάτορές μας, ο Αδάμ και η Εύα. Ούτε, βέβαια, ο εχθρός μας, ο Διάβολος, πήρε εκείνο το Αίμα, με το οποίο εμείς εξαγοραστήκαμε, παρόλο που μας κατείχε. Δε μπορούσε να το κάνει, παρά μόνο αν του το επέτρεπε ο ίδιος ο Θεός, Τον οποίο αιχμαλώτισε μόνο για λίγο ο ληστής Διάβολος.
Κατοίκησε, λοιπόν, στον τάφο, ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός με το σώμα, αλλά και με την θεότητά Του, η οποία ήταν άκρως ενωμένη με τη σάρκα Του. Παρευρίσκετο με το ληστή στον Παράδεισο, αλλά ταυτόχρονα βρισκόταν και στον Άδη με τη θεωμένη ψυχή Του και συγχρόνως ήταν και μαζί με τον Πατέρα και με το Άγιο Πνεύμα ως απερίγραπτος (πανταχού παρών) Θεός. Παντού βρισκόταν ταυτόχρονα και η θεϊκή φύση Του δεν έπασχε καθόλου ούτε πάνω στο Σταυρό, ούτε μέσα στον τάφο.
Υπέστη, βεβαίως, φθορά το σώμα του Κυρίου μας, δηλαδή χωρίστηκε η ψυχή από το σώμα. Ωστόσο όμως, δεν έπαθε την παραμικρή διαφθορά, δηλαδή ούτε η σάρκα Του διαλύθηκε, ούτε τα μέλη Του αφανίστηκαν, όπως όλων των άλλων νεκρών. Έτσι ο Ιωσήφ (ο από Αριμαθαίας) κατεβάζει το άγιο σώμα του Κυρίου μας και το θάβει μέσα σ’ ένα καινούριο μνήμα, σ’ έναν κήπο κοντά στους Ιουδαίους (που δεν ήταν άγνωστος στους Ιουδαίους). Τοποθετεί μάλιστα μπροστά στην είσοδο του μνήματος έναν υπερβολικά μεγάλο λίθο.
Εν τω μεταξύ οι Ιουδαίοι πλησιάζουν την Παρασκευή τον Πιλάτο και του λένε: «Κύριε, θυμηθήκαμε ότι εκείνος ο πλάνος είπε, όταν ζούσε, ότι θα αναστηθεί μετά από τρεις ημέρες. Σε παρακαλούμε λοιπόν, αφού έχεις την εξουσία, να διατάξεις τους στρατιώτες σου να ασφαλίσουν τον τάφο, (μην τυχόν και τον κλέψουν τη νύχτα οι μαθητές του κι υστέρα διαδώσουν ότι αναστήθηκε)». Αλίμονο, κακοί συκοφάντες! Αν ήταν λαοπλάνος, τότε γιατί δίνετε σημασία στα λόγια που είπε όσο ζούσε; Αφού πραγματικά πέθανε! (Τι έχετε να φοβηθείτε;). Άλλωστε πότε ο Ίδιος σας είπε «Θα αναστηθώ;» Μάλλον το συμπεράνατε μόνοι σας αυτό, απ’ το παράδειγμα του Ιωνά, που σας ανέφερε. Αχάριστοι άνθρωποι, πιστέψατε ότι αν ασφαλιστεί ο τάφος σίγουρα δε θα κλαπεί το σώμα Του. Μα δεν καταλαβαίνετε πως ό,τι κάνετε πρόκειται να στραφεί εναντίον σας;…
Έτσι ο Πιλάτος έδωσε την άδειά του κι αυτοί με μια στρατιωτική φρουρά σφράγισαν με επιμέλεια και ασφάλισαν τον τάφο. Κι αυτό έγινε κατά θεία οικονομία, ώστε οι φρουροί να είναι έμπιστοι των Ιουδαίων και το σφράγισμα του τάφου να γίνει απ’ τα δικά τους χέρια. Γιατί, αν η φρουρά δεν ήταν δική τους, θα μπορούσε να αμφισβητηθεί η Ανάσταση του Χριστού!
Όμως τώρα πλέον ο Άδης απ’ τον φόβο του στρέφεται προς τα πίσω και νιώθει ίλιγγο, γιατί αισθάνεται να βασανίζεται από μία δύναμη ασυγκρίτως ανώτερή του. Ύστερα από λίγο, επειδή κατάπιε άδικα το Χριστό, το στέρεο και ακρογωνιαίο λίθο, θα ξεράσει όλους εκείνους (τους ανθρώπους) που εδώ κι αιώνες κατέφαγε, με τους οποίους γέμισε την αχόρταγη και παμφάγο κοιλιά του.
Τῇ ἀνεκφράστῳ σου συγκαταβάσει, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Παρασκευή, Απριλίου 30, 2021



Μακαρίζω τα χέρια σου, Ιωσήφ, που υπηρέτησαν και ψηλάφισαν τα θεόσωμα χέρια και πόδια του Ιησού, που έσταζαν ακόμη αίμα. Μακαρίζω τα χέρια σου, που άγγιξαν την αιμορροούσα πλευρά του Θεού πριν από τον πιστό – άπιστο Θωμά που είχε αξιέπαινη περιέργεια. Μακαρίζω το στόμα σου που γέμισε αχόρταγα και ασπάσθηκε το στόμα του Ιησού κι’ από εκεί γέμισε με Άγιο Πνεύμα. Μακαρίζω τα μάτια σου που ενώθηκαν με τα μάτια του Ιησού, και από εκεί πήραν το αληθινό φως. Μακαρίζω το πρόσωπο σου που πλησίασε το πρόσωπο του Θεού. Μακαρίζω τους ώμους σου που σήκωσαν Αυτόν που βαστάζει όλους. Μακαρίζω το κεφάλι σου που το άγγιξε ο Ιησούς, η κεφαλή των πάντων. Μακαρίζω τα χέρια σου στα οποία βάσταξες Αυτόν που βαστάζει τα πάντα. Μακαρίζω τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο, γιατί έγιναν Χερουβίμ μπροστά στα Χερουβίμ σηκώνοντας και μεταφέροντας επάνω τους τον Θεό. Γιατί έγιναν υπηρέτες του Θεού μπροστά στα εξαπτέρυγα Σεραφίμ, όχι με τα φτερά, αλλά με τα σεντόνια καλύπτοντας και τιμώντας τον Κύριο. Αυτόν που τρέμουν τα Χερουβίμ Τον μεταφέρουν επάνω στους ώμους τους ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος και γεμίζουν από έκσταση όλες οι τάξεις των ασωμάτων Αγγέλων.

[Άγιος Επιφάνιος Σαλαμίνος] 

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ




Τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ Παρασκευῇ, τὰ ἅγια καὶ σωτήρια καὶ φρικτὰ Πάθη τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπιτελοῦμεν, τοὺς ἐμπτυσμούς, τὰ ῥαπίσματα, τὰ κολαφίσματα, τὰς ὕβρεις, τοὺς γέλωτας, τὴν πορφυρᾶν χλαίναν, τὸν κάλαμον, τὸν σπόγγον, τὸ ὄξος, τοὺς ἥλους, τὴν λόγχην, καὶ πρὸ πάντων, τὸν σταυρόν, καὶ τὸν θάνατον, ἃ δι' ἡμᾶς ἑκὼν κατεδέξατο, ἔτι δὲ καὶ τὴν τοῦ εὐγνώμονος Λῃστοῦ, τοῦ συσταυρωθέντος αὐτῷ, σωτήριον ἐν τῷ Σταυρῷ ὁμολογίαν.
Στίχοι εἰς τὴν Σταύρωσιν
Ζῶν εἶ Θεὸς σύ, καὶ νεκρωθεὶς ἐν ξύλῳ,
Ὦ νεκρὲ γυμνέ, καὶ Θεοῦ ζῶντος Λόγε.
Ἕτεροι εἰς τὸν εὐγνώμονα Λῃστὴν
Κεκλεισμένας ἤνοιξε τῆς Ἐδὲμ πύλας,
Βαλὼν ὁ Λῃστὴς κλεῖδα τό, Μνήσθητί μου.
Κοντάκιον
Τὸν δι' ἡμᾶς Σταυρωθέντα, δεῦτε πάντες ὑμνήσωμεν· αὐτὸν γὰρ κατεῖδε Μαρία ἐπὶ τοῦ ξύλου, καὶ ἔλεγεν· Εἰ καὶ σταυρὸν ὑπομένεις, σὺ ὑπάρχεις ὁ Υἱὸς καὶ Θεός μου.
Ὁ Οἶκος
Τὸν ἴδιον Ἄρνα, ἡ ἀμνὰς θεωροῦσα πρὸς σφαγὴν ἑλκόμενον, ἠκολούθει Μαρία, τρυχομένη μεθ' ἑτέρων γυναικῶν, ταῦτα βοῶσα· Ποῦ πορεύῃ Τέκνον, τίνος χάριν, τόν ταχὺν δρόμον τελεῖς; μὴ ἕτερος γάμος πάλιν ἐστὶν ἐν Κανᾷ; Κᾀκεὶ νῦν σπεύδεις, ἵνα ἐξ ὕδατος αὐτοῖς οἶνον ποιήσης; συνέλθω σοι Τέκνον, ἢ μείνω σοι μᾶλλον, δός μοι λόγον Λόγε, μὴ σιγῶν παρέλθῃς με, ὁ ἁγνὴν τηρήσας με· σὺ γὰρ ὑπάρχεις ὁ Υἱὸς καὶ Θεός μου.
ΣΥΝΑΞΑΡΙΟΝ
Αφού ο Κύριός μας παραδόθηκε από το φίλο και μαθητή Του, που τον πούλησε για τριάντα αργύρια, πρώτα-πρώτα οδηγείται στον Άννα, τον αρχιερέα. Αυτός με τη σειρά του Τον στέλνει στον Καϊάφα. Εκεί Τον φτύνουν στο πρόσωπο και Τον χτυπούν στο μάγουλο. Την ώρα μάλιστα που Τον εμπαίζουν και Τον περιγελούν, ακούει να Του λένε· «Προφήτευσέ μας, Χριστέ, ποιος σε χτύπησε»; Εκεί ήλθαν και ψευδομάρτυρες που Τον κατηγορούσαν ότι είπε: «Γκρεμίστε αυτόν το ναό, και σε τρεις μέρες θα τον ξαναχτίσω». Επιπλέον ισχυρίζονταν ότι ονόμασε τον εαυτό Του Υιό του Θεού. Τότε κι ο αρχιερέας μη μπορώντας τάχα ν’ αντέξει τη βλασφημία, έσχισε το χιτώνα του.
Όταν ξημέρωσε, οδηγείται στον Πιλάτο, στο Πραιτώριο, όμως οι Ιουδαίοι -λέει το Ευαγγέλιο- δε μπήκαν μέσα, για να μη μολυνθούν, γιατί ήθελαν να φάνε το Πάσχα καθαροί…!
Βγαίνει, λοιπόν, έξω ο Πιλάτος και τους ρωτάει «Τι τον κατηγορείτε;». Κι επειδή δεν Του βρήκε τίποτα επαρκές για κατηγορία, Τον στέλνει πίσω στον Καϊάφα. Εκείνος όμως πάλι Τον γύρισε στον Πιλάτο, γιατί ο Καϊάφας ήταν αυτός ο οποίος παρακινούσε τους Ιουδαίους να Τον σκοτώσουν. Ο Πιλάτος τότε τους λέει: «Πάρτε τον εσείς, κρίνετέ τον σύμφωνα με το νόμο σας, και σταυρώστε τον». Αυτοί όμως του απαντούν « Εμάς δε μας επιτρέπεται να σκοτώσουμε κανέναν», προκαλώντας έτσι τον Πιλάτο να Τον σταυρώσει. Ρωτάει, λοιπόν, το Χριστό ο Πιλάτος, αν είναι βασιλιάς των Ιουδαίων. Εκείνος το παραδέχεται, αλλά διευκρινίζει ότι είναι αιώνιος Βασιλιάς. «Δεν είναι σ’ αυτόν τον κόσμο η Βασιλεία μου», του λέει. Ο Πιλάτος, επειδή θέλει να Τον ελευθερώσει, αρχικά λέει στους Ιουδαίους ότι δε βρίσκει καμιά πειστική κατηγορία εναντίον Του. Έπειτα τους προβάλλει το έθιμο της εορτής, δηλαδή το να απελευθερώνει κάθε χρόνο έναν από τους φυλακισμένους. Όμως σ’ αυτούς ο Βαραββάς είναι πιο αρεστός από το Χριστό. Έτσι ο Πιλάτος, κάνοντας το χατίρι των Ιουδαίων, πρώτα-πρώτα μαστιγώνει τον Ιησού. Ύστερα τους Τον ξαναπαρουσιάζει δεμένο και κυκλωμένο από στρατιώτες, ντυμένο με μια κόκκινη χλαμύδα, να φοράει αγκάθινο στεφάνι, να κρατάει ένα καλάμι στο δεξί Του χέρι και να εμπαίζεται από τους στρατιώτες που Του έλεγαν: «Χαίρε, βασιλιά των Ιουδαίων!». Έτσι, αφού έκανε όλες αυτές τις παρανομίες για να τους ευχαριστήσει, πάλι τους λέει ο Πιλάτος: «Δεν του βρίσκω καμία κατηγορία για να τον καταδικάσω ως ένοχο θανάτου». Αυτοί όμως επέμεναν: «Εμείς θα τον τιμωρήσουμε, γιατί ονομάζει τον εαυτό του υιό του Θεού». Καθώς λέγονταν όλα αυτά, ο Ιησούς σώπαινε. Κι οι όχλοι κραύγαζαν προς τον Πιλάτο: «Σταύρωσέ τον, σταύρωσέ τον». Ήθελαν να Τον καταδικάσουν σε ατιμωτικό θάνατο, για να εξαλείψουν μ’ αυτόν τον τρόπο κάθε καλή ανάμνηση γι’ Αυτόν. Τότε ο Πιλάτος, για να τους κάνει να ντραπούν (και να σκεφθούν πιο συνετά), τους λέει: «Το Βασιλιά σας να σταυρώσω;» Αυτοί όμως απαντούν ότι δεν έχουν άλλο βασιλιά εκτός από τον Καίσαρα. Κι επειδή δεν κατάφεραν τίποτα κατηγορώντας Τον μόνο ως βλάσφημο, γι’ αυτό ακριβώς αναφέρουν τον Καίσαρα, για να ικανοποιήσουν μ’ αυτόν τον τρόπο τη μανία τους (για την καταδίκη του Χριστού). Γιατί είχαν ένα νόμο που έλεγε ότι, όποιος θεωρεί τον εαυτό του βασιλιά, αντιστέκεται στον Καίσαρα. Κι ενώ συνέβαιναν αυτά, η γυναίκα του Πιλάτου του στέλνει αγγελιοφόρο ζητώντας του να αθωώσει τον Ιησού, γιατί τη νύχτα κατατρόμαξε και βασανίστηκε για χάρη Του από φοβερά όνειρα. Του λέει λοιπόν: «Μην αναμιχθείς στην υπόθεση αυτού του δικαίου ανθρώπου. Ήδη όλη τη νύχτα, ταλαιπωρήθηκα πολύ για χάρη Του». Έτσι εκείνος, αφού ένιψε τα χέρια του, θεώρησε ότι τάχα απαλλάχτηκε από την ευθύνη για εκείνο το αθώο αίμα που θα χυνόταν. Οι Ιουδαίοι πάλι από κάτω φώναζαν: «Το αίμα του ας πέσει σ’ εμάς και στα παιδιά μας. Εάν τον αφήσεις ελεύθερο δεν θα είσαι φίλος του Καίσαρα». Τότε, λοιπόν, ο Πιλάτος Τον έδεσε, παρόλο που ήταν σίγουρος ότι δεν έφταιγε, και Τον παρέδωσε στη σταυρική καταδίκη, αφού πρώτα ελευθέρωσε το Βαραββά. Όταν τα είδε αυτά ο Ιούδας, πήγε και πέταξε τα αργύρια στο Ναό (μπροστά στους αρχιερείς) κι αφού έφυγε από κει, κρεμάστηκε από ένα δέντρο. Όμως δεν πέθανε αμέσως, αλλά πρήστηκε τόσο πολύ, ώστε έσπασε στη μέση και χύθηκαν έξω τα εντόσθιά του. Έτσι τιμωρήθηκε ο προδότης μ’ αυτόν τον τόσο εξευτελιστικό και φρικιαστικό τρόπο.
Οι στρατιώτες, αφού πρώτα ενέπαιξαν τον Ιησού χτυπώντας Τον με το καλάμι στο κεφάλι, Του φόρτωσαν το Σταυρό. Σύντομα όμως αγγάρευσαν το Σίμωνα τον Κυρηναίο να τον σηκώσει στον υπόλοιπο δρόμο. Έφτασαν στον τόπο του Κρανίου περίπου την τρίτη ώρα της ημέρας, (δηλαδή κατά τις εννέα το πρωί), κι εκεί Τον σταύρωσαν. Δίπλα Του, αριστερά και δεξιά, κρέμασαν και άλλους δύο ληστές, για να θεωρηθεί απ’ όσους θα Τον έβλεπαν κι Εκείνος σαν κακούργος. Και μάλιστα, για να Τον εξευτελίσουν μοιράστηκαν μεταξύ τους τα ιμάτιά Του. Τον άρραφο χιτώνα Του όμως τον έριξαν σε κλήρο (για να μην τον σχίσουν). Όλα αυτά τα έκαναν με τόση υπερβολή, σα να ήταν μεθυσμένοι. Κι όχι μόνο αυτά, αλλά και πάνω στο Σταυρό Τον χλεύαζαν λέγοντας: « Εμπρός, λοιπόν, εσύ που θα γκρέμιζες το Ναό και σε τρεις μέρες θα τον ξανάχτιζες, σώσε τον εαυτό σου». Κι ακόμα: «Άλλους έσωσε, τον εαυτό του όμως δε μπορεί να τον σώσει». Και πάλι: « Αν είναι βασιλιάς του Ισραήλ, ας κατέβει τώρα απ’ το σταυρό και θα τον πιστέψουμε». Βέβαια, αν έλεγαν αλήθεια, έπρεπε αμέσως χωρίς δισταγμό να πιστέψουν σ’ αυτόν, γιατί αποδείχθηκε ότι ήταν Βασιλιάς όχι μόνο του Ισραήλ, αλλά και όλου του κόσμου. Αλλιώς, τι ήθελε ο ήλιος κι έκρυψε τις ακτίνες του για τρεις ολόκληρες ώρες, και μάλιστα στη μέση της ημέρας; Ασφαλώς για να γίνει το Πάθος ολοφάνερο σε όλους. Και η γη γιατί σείστηκε; Οι πέτρες γιατί άνοιξαν, αν όχι για να ελέγξουν τη σκληρότητα των Ιουδαίων; Κι ακόμα δεν αναστήθηκαν πολλά σώματα νεκρών, για να επιβεβαιώσουν την κοινή Ανάσταση και για να φανερώσουν τη δύναμη του Πάσχοντος; Και τέλος, το καταπέτασμα του Ναού που σχίσθηκε στα δυο, δεν έδειχνε κατά κάποιο τρόπο το θυμό του Ναού για Εκείνον που έπασχε και δοξαζόταν μέσα σ’ αυτόν; Εξάλλου, ο Ναός δεν ξεσκέπαζε μ’ αυτόν τον τρόπο κι αυτά που ως τότε ήταν κρυμμένα για τους ανθρώπους;
Την τρίτη ώρα, λοιπόν, σταυρώθηκε ο Χριστός, όπως λέει ο Ευαγγελιστής Μάρκος. Κι από την έκτη ώρα ως την ενάτη (δηλαδή από τις δώδεκα το μεσημέρι ως τις τρεις το απόγευμα), έγινε σκοτάδι σε όλη τη γη. Τότε κι ο Λογγίνος ο Εκατόνταρχος, βλέποντας όλα αυτά τα παράδοξα και ιδίως το ότι εσκοτίσθει ο ήλιος, ομολόγησε μεγαλόφωνα: «Αληθινά, αυτός ήταν Υιός του Θεού!».
Εν τω μεταξύ ο ένας από τους ληστές έβριζε τον Ιησού. Ο άλλος όμως τον εμπόδιζε κι έντονα τον μάλωνε κι ομολογούσε πως είναι Υιός του Θεού. Τότε κι ο Σωτήρας μας ανταμείβοντάς τον για την πίστη του, του υπόσχεται ότι θα μείνει για πάντα μαζί Του στον Παράδεισο.
Τελικά αφού εκτοξεύθηκε κατά του Χριστού κάθε είδος ύβρεως, ο Πιλάτος έγραψε κι επιγραφή από πάνω Του, η οποία έλεγε: «Αυτός είναι ο Ιησούς, ο Ναζωραίος, ο Βασιλιάς των Ιουδαίων». Βέβαια, οι Εβραίοι τον πίεζαν να μη γράψει έτσι, αλλά να γράψει ότι Εκείνος είπε πως είναι βασιλιάς τους. Μα ο Πιλάτος τους αποκρίθηκε: «Ο,τι έγραψα, έγραψα».
Έπειτα, όταν ο Σωτήρας μας είπε: «Διψώ», ανακάτεψαν ύσσωπο (ένα πολύ πικρό χορτάρι) με ξύδι και Του το πρόσφεραν. Τότε Εκείνος είπε: «Τετέλεσται», δηλαδή όλα πια τελείωσαν, κι αφού έγειρε το κεφάλι παρέδωσε το Πνεύμα. Ύστερα όλοι Τον εγκατέλειψαν κι έφυγαν. Η μητέρα Του όμως καθόταν δίπλα στο Σταυρό μαζί με την αδελφή της τη Μαρία, την κόρη του Κλωπά. (Αυτή τη Μαρία ο Ιωακείμ τη γέννησε για χάρη του Κλωπά που είχε πεθάνει άτεκνος). Επιπλέον δίπλα στο Σταυρό καθόταν κι ο Ιωάννης, ο αγαπημένος Του μαθητής.
Οι αγνώμονες Ιουδαίοι, λοιπόν, μην ανεχόμενοι να βλέπουν τα σώματα κρεμασμένα στο Σταυρό (επειδή ήταν σπουδαία η ημέρα του Πάσχα και η Παρασκευή), ζήτησαν απ τον Πιλάτο να συντρίψουν τα σκέλη των καταδίκων, για να επισπευθεί ο θάνατός τους. Και πράγματι, έσπασαν τα κόκαλα των δύο ληστών, γιατί ήταν ακόμα ζωντανοί. Όταν όμως έφτασαν στον Ιησού, βλέποντάς Τον ήδη νεκρό, δίστασαν να το κάνουν. Ένας όμως από τους Ρωμαίους στρατιώτες, για να κάνει το απάνθρωπο χατίρι των αχαρίστων Ιουδαίων, σήκωσε το δόρυ του και λόγχισε το Χριστό στη δεξιά πλευρά Του. Κι αμέσως χύθηκε αίμα και νερό. Το ένα ήταν για την ανθρώπινη φύση του Ιησού, ενώ το άλλο για τη θεϊκή. Κι επιπλέον, το αίμα συμβόλιζε τη Μετάληψη των θείων αγιασμάτων, ενώ το νερό το Βάπτισμα. Κι εκείνη η δίκρουνη πηγή αποτέλεσε πραγματικά τη βάση των Μυστηρίων της πίστεώς μας. Αυτά τα είδε κι ο Ιωάννης και τα επιβεβαιώνει κι είναι αληθινή η μαρτυρία του, γιατί ήταν παρών σε όλα και τα καταγράφει. Εξάλλου, αν ήθελε να γράψει ψέματα, δε θα συνέγραφε κι εκείνα που φαίνονται ότι προξενούν ντροπή στο Διδάσκαλό του (όπως π.χ. η ειρωνική επιγραφή κι ο λογχισμός). Ο Ιωάννης, λένε, ότι καθώς ήταν τότε παρών, συγκέντρωσε το θείο και υπεράγιο Αίμα που έρρεε από τη ζωήρρυτη πλευρά, μέσα σε κάποιο δοχείο που βρήκε εκεί κοντά.
Όλα αυτά συνέβησαν μ’ αυτόν τον υπερφυσικό τρόπο. Κι όταν έφτασε πια το δειλινό, βγαίνει ο Ιωσήφ απ’ την Αριμαθαία, ένας μαθητής που κρυβόταν εξ αρχής, όπως κι οι υπόλοιποι. Αυτός πηγαίνει με τόλμη στον Πιλάτο, που ήταν γνωστός του, και ζητάει το σώμα του Ιησού. Εκείνος του επιτρέπει να το πάρει. Κι ο Ιωσήφ το κατέβασε απ’ το Σταυρό με όλη του την ευλάβεια. Όταν σε λίγο έπεσε η νύχτα, ήλθε κι ο Νικόδημος, φέρνοντας κάποιο μείγμα φτιαγμένο από σμύρνα και αλόη, κατάλληλο για τη περίσταση. Αυτοί οι δυο Τον τύλιξαν μ’ ένα σεντόνι, όπως συνήθιζαν οι Ιουδαίοι να ενταφιάζουν, και Τον τοποθέτησαν εκεί κοντά, στο μνημείο που είχε σκαλίσει από πέτρα για τον εαυτό του ο Ιωσήφ και στο οποίο κανείς άλλος δεν είχε ταφεί πρωτύτερα. Τον έβαλαν μάλιστα στο κενό μνήμα μη τυχόν, όταν αναστηθεί ο Ιησούς, οι εχθροί Του ειπούν, ότι άλλος αναστήθηκε.
Ο Ευαγγελιστής, μάλιστα, επίτηδες αναφέρει το μείγμα της αλόης και της σμύρνας, που είναι δύο πολύ κολλητικές ουσίες, για να μη νομίσουν οι Ιουδαίοι ότι ο Ιησούς κλάπηκε, όταν δουν το σουδάριο και το σεντόνι εγκατελειμμένα στον τάφο. Γιατί πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό; Και να το ήθελαν οι μαθητές Του, δε θα μπορούσαν να το κάνουν, γιατί δεν είχαν τόση άνεση χρόνου και τόση τόλμη, ώστε να καθίσουν να τα ξεκολλήσουν απ’ το σώμα Του και να τ’ αφήσουν εκεί μέσα. Όλα αυτά, τα οποία έγιναν με τόσο παράδοξο τρόπο την ημέρα της Παρασκευής θέσπισαν οι θεοφόροι Πατέρες μας να τα φέρνουμε κι εμείς σήμερα στη μνήμη μας με συντριβή καρδιάς και με κατάνυξη.
Πρέπει να ξέρουμε όμως ότι ο Κύριός μας σταυρώθηκε την έκτη ημέρα της εβδομάδας, δηλαδή την Παρασκευή, επειδή στην αρχή της Δημιουργίας του κόσμου, ο άνθρωπος πλάστηκε την έκτη ημέρα. Αλλά και την έκτη ώρα της ημέρας καρφώθηκε ο Κύριος στο Σταυρό, επειδή όπως λένε, κι ο Αδάμ την ίδια ώρα άπλωσε τα χέρια του κι έφαγε τον απαγορευμένο καρπό και πέθανε. Έπρεπε, δηλαδή, ο άνθρωπος, να αναπλαστεί και πάλι, την ίδια ακριβώς ώρα μ’ εκείνη που συντρίφτηκε απ’ το διάβολο και νικήθηκε.
Ο Ιησούς σταυρώθηκε σε κήπο, γιατί κι ο Αδάμ στον κήπο του Παραδείσου αμάρτησε. Η πικρή γεύση που αισθάνθηκε ο Κύριός μας όταν ήπιε το ξύδι με τον ύσσωπο, θεράπευσε τη ζημιά που προκάλεσε ο Αδάμ με τη γεύση του απαγορευμένου γλυκού καρπού στον Παράδεισο. Το ράπισμα που δέχτηκε ο Κύριος, φανέρωνε τη δική μας απελευθέρωση. Το φτύσιμο κι η ατιμωτική πορεία Του έδειχνε την προς εμάς τιμή. Το αγκάθινο στεφάνι φανέρωνε την απομάκρυνση της κατάρας από πάνω μας. Η πορφυρή χλαμύδα συμβόλιζε τους δερμάτινους χιτώνες, δηλαδή την ανθρώπινη φύση που φόρεσαν εκείνη την ημέρα ο Αδάμ και η Εύα, αλλά και τη βασιλική στολή που μας χάρισε ύστερα ο Ιησούς. Τα καρφιά συμβόλιζαν την προηγούμενη ολοκληρωτική ακινητοποίησή μας από την αμαρτία. Ο Σταυρός θύμιζε το ξύλο (δηλαδή το δέντρο) στον Παράδεισο. Η λογχευμένη πλευρά του Ιησού εικόνιζε την πλευρά του Αδάμ, απ’ όπου δημιουργήθηκε η Εύα, απ’ την οποία προήλθε η παράβαση. Η λόγχη μας θυμίζει την πύρινη ρομφαία με την οποία φυλασσόταν ο Παράδεισος (και με την οποία ο άγγελος έδιωξε τους Πρωτοπλάστους από εκεί). Το νερό που έτρεξε από την πλευρά Του, ήταν εικόνα του Βαπτίσματος. Το αίμα και το καλάμι σήμαιναν ότι ο Χριστός σαν βασιλιάς μας χάρισε την αρχαία πατρίδα, σαν με έγγραφο γραμμένο με κόκκινα γράμματα. Λέγεται μάλιστα ότι το κρανίο του Αδάμ βρισκόταν εκεί όπου σταυρώθηκε ο Χριστός, η κεφαλή όλων μας. Βαπτίστηκε, λοιπόν, κι ο Αδάμ με το αίμα του Χριστού που χύθηκε εκεί. Λέγεται μάλιστα ο Γολγοθάς Κρανίου τόπος, γιατί ακριβώς εκεί, τον καιρό του κατακλυσμού η γη έβγαλε έξω το κρανίο του Αδάμ κι ήταν θέαμα φοβερό να το βλέπει κανείς. Γι’ αυτό το λόγο ο σοφός βασιλιάς Σολομών, από σεβασμό στον προπάτορά μας Αδάμ έβαλε το στρατό του και κάλυψε με πολλές πέτρες την περιοχή. Έτσι ο τόπος αυτός από τότε ονομάστηκε Λιθόστρωτο. Λένε μάλιστα κάποιοι έγκριτοι άγιοι Πατέρες πως η παράδοση αναφέρει ότι και ο ίδιος ο Αδάμ τάφηκε εκεί από κάποιον άγγελο. Εκεί, λοιπόν, όπου ήταν το πτώμα του Αδάμ, εκεί παρουσιάστηκε κι ο ουράνιος αετός, ο Χριστός, ο αιώνιος Βασιλιάς, ο νέος Αδάμ, για να θεραπεύσει με το ξύλο του Σταυρού τον παλαιό Αδάμ που είχε ξεπέσει και αμαρτήσει με το πρώτο εκείνο ξύλο, το δέντρο της παρακοής.
Τῇ ὑπερφυεῖ καὶ περὶ ἡμᾶς παναπεῖρῳ σου εὐσπλαγχνίᾳ, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.
Ἀδελφοί, ὁ λόγος ὁ τοῦ σταυροῦ τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί, τοῖς δὲ σῳζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστι. γέγραπται γάρ· ἀπολῶ τὴν σοφίαν τῶν σοφῶν, καὶ τὴν σύνεσιν τῶν συνετῶν ἀθετήσω. Ποῦ σοφός; Ποῦ γραμματεύς; Ποῦ συζητητὴς τοῦ αἰῶνος τούτου; οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου; Ἐπειδὴ γὰρ ἐν τῇ σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας τὸν Θεόν, εὐδόκησεν ὁ Θεὸς διὰ τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος σῶσαι τοὺς πιστεύοντας. Ἐπειδὴ καὶ ᾽Ιουδαῖοι σημεῖον αἰτοῦσι καὶ ῞Ελληνες σοφίαν ζητοῦσιν· ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, ᾽Ιουδαίοις μὲν σκάνδαλον, ῞Ελλησι δὲ μωρίαν· αὐτοῖς δὲ τοῖς κλητοῖς, ᾽Ιουδαίοις τε καὶ ῞Ελλησι, Χριστὸν Θεοῦ δύναμιν καὶ Θεοῦ σοφίαν· ὅτι τὸ μωρὸν τοῦ Θεοῦ σοφώτερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί, καὶ τὸ ἀσθενὲς τοῦ Θεοῦ ἰσχυρότερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί. (A΄Κορ.)

Πέμπτη, Απριλίου 29, 2021



Πότε ήταν ατιμασμένος; Όταν οι ταύροι χτυπούσαν με τα κέρατα και ο ταύρος στεκόταν ήσυχος, όταν το λιοντάρι ωρυόταν και οι ταύροι στέκονταν αγέρωχοι, όπως έχει γραφεί στους ψαλμούς, «Με περικύκλωσαν πολλά και με τριγύρισαν ταύροι καλοθρεμμένοι. Άνοιξαν το στόμα τους εναντίον μου, όπως το λιοντάρι που αρπάζει και ωρύεται» (Ψαλμ. κα΄ 12).

Πότε ήταν ατιμασμένος; Όταν γάβγιζαν τα σκυλιά και ο Δεσπότης έδειχνε ανοχή. Όταν οι λύκοι άρπαζαν και το πρόβατο δεν έφερνε αντίσταση. Όταν ο ληστής δεχόταν πρόσκληση στη ζωή, ενώ η ζωή του κόσμου συρόταν στο θάνατο. Όταν έβγαζαν εκείνη την άτακτη και ολέθρια φωνή, «θάνατος, θάνατος, σταύρωσέ Τον. Το αίμα Του πάνω μας και στα παιδία μας» (Ιωάν. ιθ΄ 15, Ματθ. κζ΄ 25), οι φονιάδες του Κυρίου και των προφητών, οι θεομάχοι, οι μισόθεοι, οι υβριστές του νόμου, οι πολέμιοι της χάριτος, οι εχθροί της πίστεως, οι συνήγοροι του διαβόλου, τα γεννήματα των εχιδνών, οι ψιθυριστές, οι κατήγοροι, οι σκοτισμένοι στη διάνοια, η ζύμη των Φαρισαίων (Ματθ. ιστ΄ 6, Μαρκ. η΄ 15, Λουκ. ιβ΄ 1), το συνέδριο των δαιμόνων, οι μιαροί, οι κακότατοι, οι ψιθυριστές, οι μισόκαλοι. Και δίκαια φώναζαν «θάνατος, θάνατος, στάυρωσέ Τον», διότι τους βάραινε η παρουσία της Θεότητος με σάρκα και τους στενοχωρούσε ο έλεγχος για τον τρόπο της ζωής τους. Είναι συνήθεια οι αμαρτωλοί να μισούν τη συναναστροφή με τους δικαίους.
Πότε ήταν ατιμασμένος; Όταν φραγγέλωσαν και βασάνισαν το άγιο σώμα Εκείνου που υπέφερε τα πάθη με τη θέλησή Του, για να θεραπεύσει τις παλιές πληγές των αμαρτημάτων μας. Όταν σήκωνε το ξύλο του Σταυρού επάνω στους ώμους Του, τρόπαιο κατά του διαβόλου. Όταν φορούσαν αγκάθινο στεφάνι σ’ Εκείνον που στεφανώνει όσους πιστεύουν σ’ Αυτόν. Όταν έντυσαν με πορφύρα περιπαιχτικά Αυτόν που χαρίζει αφθαρσία σε όσους ξαναγεννιούνται με νερό και Πνεύμα Άγιο (Ιωαν. γ΄ 5, Ματθ. κζ΄ 48). Όταν κάρφωσαν στο ξύλο του Σταυρού Αυτόν που είναι Κύριος της ζωής και του θανάτου.
Πότε ήταν ατιμασμένος; Όταν οι στρατιώτες θριάμβευαν περιπαίζοντας το Δεσπότη της ουρανίας στρατιάς των Αγγέλων.
Πότε ήταν ατιμασμένος; Όταν έδεσαν σε καλάμι σπόγγο γεμάτο ξύδι και Τον πότισαν και έδιναν χολή σ’ Αυτόν που τους έριξε το μάνα (Εξ. ιστ΄ 13-15). Όταν έσπαζαν οι πέτρες και σκιζόταν το καταπέτασμα του Ναού κατάπληκτα από το θράσος των ασεβών. Όταν ο ήλιος πενθούσε και ντυνόταν το σκοτάδι σαν σάκο, πενθώντας την πτώση των Ιουδαίων. Διότι η ημέρα θρηνούσε τις συμφορές των Ιουδαίων, όταν η Ζωή, δηλαδή ο Χριστός, ήταν κρεμασμένος ανάμεσα σε δύο Ληστές, και ο ένας Τον χλεύαζε και Τον κατηγορούσε, ο δε άλλος με τη μετάνοιά του άρπαζε τον Παράδεισο (Λουκ. κγ΄ 39-43).
Πότε ήταν ατιμασμένος; Όταν το σώμα παραδινόταν για να ταφεί.
Πότε ήταν ταπεινωμένος; Όταν οι στρατιώτες Τον φύλαγαν και η γη έκρυβε Αυτόν που στήριξε τη γη επάνω στα νερά (Γεν. α΄ 9). Όταν οι Απόστολοι κρύβονταν, μην μπορώντας να υποφέρουν τους πολλούς πειρασμούς.
Όμως πρόσεχε, αγαπητέ, τα θαύματα του Θεού και τα κατορθώματα της χαράς που ήλθε μετά το πάθος. Ο ατιμασμένος μεταβαλλόταν σε ένδοξο και η χαρά του κόσμου ανασταίνεται άφθαρτη μαζί με το σώμα. Τότε είχε ωδίνες τοκετού η γη και κυοφόρησε η ημέρα. Και ο θάνατος απέβαλε τη ζωή των όλων. Διότι δεν ήταν δυνατόν ο θάνατος να κρατήσει Εκείνον που κρατά τα πάντα με το λόγο Του.

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Λόγος εις την φωτοφόρον και αγίαν Ανάστασιν

“τω μώλωπι [πληγή] αυτού ημείς ιάθημεν” (Ησαΐας 53: 5).



Θεραπευόμαστε δια των πληγών του Χριστού. Αυτό προφήτευσε , ο προφήτης του Θεού και τώρα εμείς το γνωρίζουμε, ότι η προφητεία του είναι αληθινή. Δια του Πάθους του Χριστού, σωθήκαμε από τα αιώνια βάσανα. Δια του Πανάμωμου Αίματός Του, καθαριζόμαστε από τη λέπρα της αμαρτίας και ξαναζωντανεύουμε. Το αίμα και το σώμα μας έγιναν ακάθαρτα από τα αμαρτωλά πάθη, αλλά κυρίως το πνεύμα μας, η φωλιά και η πηγή της σωματικής ακαθαρσίας, έγινε πρώτα ακάθαρτο. Μπορεί ο ακάθαρτος να καθαριστεί από το ακάθαρτο; Μπορεί ένα βρώμικο λινό να πλυθεί με βρώμικο νερό; Δεν μπορεί.

Μόνον αυτό που είναι καθαρό μπορεί να πλύνει αυτό που είναι ακάθαρτο. Ακόμη και οι ειδωλολάτρες αισθάνονται ότι η ανθρωπότητα είναι ακάθαρτη. Όμως, αυτοί, [οι παγανιστές] θέλουν να καθαρίσουν με κάτι ακάθαρτο το ακάθαρτο, πρώτον επικαλούμενοι ακάθαρτα πνεύματα και λατρεύοντάς τα. Και δεύτερον, προσφέροντας ακάθαρτες θυσίες, είτε ανθρώπων είτε ζώων.

Μια μόνο σταγόνα του Αίματος του Πανάμωμου Χριστού μπορεί να καθαρίσει την ανθρωπότητα περισσότερο από όλες τις ειδωλολατρικές θυσίες από την αρχή του κόσμου. Γιατί; Επειδή το Αίμα του Χριστού είναι αγνό και όλα τα άλλα είναι ακάθαρτα.
Οι γιατροί λαμβάνοντας μία σταγόνα από ένα ισχυρό φάρμακο και διαλύοντάς το, εμβολιάζουν πολλούς ανθρώπους με αυτό για να τους προστατεύσουν από ασθένειες. Εμείς αραιώνουμε το αίμα του Χριστού με νερό στο άγιο Ποτήριον και στη συνέχεια το πίνουμε, γιατί λέγεται ότι όταν τρύπησαν το σώμα του Κυρίου με ένα δόρυ «εξήλθεν αίμα και ύδωρ» (Ιωάννης 19:34). Τέτοια δύναμη υπάρχει σε μια σταγόνα του Αίματός Του, ώστε ο κόσμος όλος θα μπορούσε να καεί από αυτήν! Αυτό είναι το πανάσπιλο Αίμα, το μόνο αναμάρτητο αίμα του μόνου Αναμαρτητου, το πανακήρατο Αίμα, το μόνο Πανάχραντο Αίμα στον κόσμο.

Ω, εάν οι άνθρωποι γνώριζαν μόνο ποια είναι η δύναμη της απόλυτης καθαρότητας! Όλοι οι ακάθαρτοι από την αμαρτία θα έσπευδαν να καθαριστούν από τον Πάναγνο Χριστό, και όλοι οι ανήμποροι θα έσπευδαν να μεταλάβουν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού [Θεία Κοινωνία], και όλοι οι άπιστοι θα πίστευαν στον Χριστό. Διότι εδώ υπάρχουν τρία και τα τρία είναι καθαρά και τα τρία καθαρίζουν: καθαρό πνεύμα, καθαρό αίμα και καθαρό σώμα. Και μόνο το καθαρό μπορεί να καθαρίσει το ακάθαρτο. Μόνο το υγιές μπορεί να θεραπεύσει το ασθενές, και μόνον αυτό που είναι ισχυρό μπορεί να εγείρει το αβοήθητο.

Ω Κύριε, Παντοδύναμε Κύριέ μας, καθάρισέ μας τους αμαρτωλούς με το Αίμα των πληγών Σου, των αθώων και πάναγνων πληγών Σου.

Ότι Σοι πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων! Αμήν.

άγιος Νικόλαος Βελιμόροβιτς, ο Πρόλογος της Αχρίδος

Τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ Πέμπτῃ, οἱ τὰ πάντα καλῶς διαταξάμενοι θεῖοι Πατέρες, ἀλληλοδιαδόχως ἔκ τε τῶν θείων Ἀποστόλων, καὶ τῶν ἱερῶν Εὐαγγελίων, παραδεδώκασιν ἡμῖν τέσσαρά τινα ἑορτάζειν, τὸν ἱερὸν Νιπτῆρα, τὸν μυστικὸν Δεῖπνον (δηλαδὴ τὴν παράδοσιν τῶν καθ' ἡμᾶς φρικτῶν Μυστηρίων), τὴν ὑπερφυᾶ Προσευχήν, καὶ τὴν Προδοσίαν αὐτήν.




Επειδή ο Αμνός του Εβραϊκού Πάσχα επρόκειτο να θυσιαστεί την Παρασκευή, ήταν ταιριαστό τον τύπο να τον ακολουθήσει η αλήθεια. Έπρεπε δηλαδή κι ο Χριστός που είναι ο Αμνός του Καινούριου Πάσχα, να θυσιαστεί κι Αυτός την Παρασκευή. Γι’ αυτό, λοιπόν, ο Χριστός τη νύχτα της Μεγάλης Πέμπτης παρέδωσε στους Μαθητές Του το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας (που είναι η διαιώνιση της Θυσίας Του). Αυτό το έκανε γιατί οι Εβραίοι θεωρούσαν πως η εσπέρα ανήκει στην επόμενη μέρα. Άρα η βραδιά εκείνη λογιζόταν ως Παρασκευή, κι ο Χριστός θυσιαζόμενος (με την Θεία Ευχαριστία) εκείνο το βράδυ, εκπλήρωνε μ’ αυτόν τον τρόπο και τον τύπο και τις προφητείες (ότι πρέπει ο Αμνός να θυσιαστεί την Παρασκευή).
Το βράδυ εκείνο της Πέμπτης ο Χριστός έφαγε το (νομικό) Πάσχα μαζί με τους Μαθητές Του σύμφωνα με όλους τους τύπους που υπαγόρευε ο Μωσαϊκός νόμος. Οι Εβραίοι δηλαδή έτρωγαν το Πάσχα όρθιοι, με ζωσμένα τα ενδύματά τους, φορώντας υποδήματα στα πόδια και στηριζόμενοι σε βακτηρίες (ραβδιά). Κι όλα αυτά ο Χριστός τα έκανε ακριβώς έτσι -σύμφωνα με τη γνώμη διαφόρων ερμηνευτών και μεταξύ αυτών και του ιερού Χρυσοστόμου- για να δείξει ότι δεν είναι παραβάτης του Νόμου. Μετά όμως απ’ το νομικό Πάσχα, το όποιο ήταν ο τύπος, ακολούθησε η αλήθεια, που ήταν η παράδοση της θυσίας του Μυστικού Πασχαλίου Αμνού (δηλ. του Χριστού μέσω της Θείας Ευχαριστίας).
Το Δείπνο εκείνο το ετοίμασε ο Ζεβεδαίος. (Αυτός ήταν ο άνθρωπος που βάσταζε τη στάμνα με το νερό, όπως εξηγεί ο Μέγας Αθανάσιος, έστω κι αν κάποιοι άλλοι είχαν διαφορετική άποψη). Τότε, λοιπόν, ο Ιησούς εισάγει σε τελειότερο μυστήριο τους Μαθητές Του και τους παραδίδει το Μυστήριο του δικού μας Πάσχα στο ανώγειο εκείνο του Μυστικού Δείπνου, όταν πλέον ήταν νύχτα. Κάθισε, λέει, στα ανάκλιντρα (ανεκλίθη) μαζί με τους δώδεκα Μαθητές Του, όταν θα γινόταν το δείπνο (δείπνο είναι το φαγητό μέσα στη νύχτα). {Προσέξτε ότι αυτό δεν ήταν το «νομικό» εβραϊκό Πάσχα, γιατί εδώ έχουμε δείπνο, κάθισμα, άρτο (δηλ. ένζυμα) και νερό, ενώ στο εβραϊκό Πάσχα τα έχουμε όλα ψητά στη φωτιά και άζυμα}.
Πριν ν’ αρχίσει το δείπνο (έτσι λέει ο ιερός Χρυσόστομος) ο Ιησούς σηκώνεται από το τραπέζι, ενώ όλοι είχαν καθίσει, αφήνει κάτω τα ιμάτιά Του, βάζει νερό στο νιπτήρα (δοχείο) και τα κάνει όλα μόνος Του. Με τον τρόπο αυτό θέλει να οδηγήσει σε συναίσθηση τον Ιούδα και να υπενθυμίσει στους Μαθητές Του ότι δεν πρέπει να επιζητούν τα πρωτεία. Με παρόμοιο τρόπο τους διδάσκει και μετά από τη νίψη των ποδιών, λέγοντας: «Όποιος θέλει να είναι πρώτος, να είναι τελευταίος απ’ όλους». Και με την πράξη Του βάζει σαν πρότυπο τον Εαυτό Του. Φαίνεται ότι πρώτα έπλυνε τα πόδια του Ιούδα, ο οποίος είχε καθίσει με περισσή αναίδεια. Έπειτα πήγε στον Πέτρο. Αυτός όμως, ως πιο ορμητικός απ’ όλους, στην αρχή σταματάει το Διδάσκαλο, αλλά ύστερα υποχωρεί με την καρδιά του, γιατί τον ελέγχει ο Κύριος.
Όταν έπλυνε τα πόδια των Μαθητών και τους υπέδειξε αυτόν τον παράξενο τρόπο της υψώσεως με την ταπείνωση, πήρε πάλι τα ιμάτιά Του και ξανακάθισε. Και τότε άρχισε να τους νουθετεί ν’ αγαπούν ο ένας τον άλλον και να μην επιζητούν το ποιος θα είναι πρώτος. Ενώ έτρωγαν, άρχισε να τους μιλάει για ένα άλλο θέμα, την προδοσία. Κι ενώ με το λόγο αυτό θορυβήθηκαν όλοι (για το ποιος είναι ο προδότης), ο Ιησούς στρέφεται και λέει με ήρεμο τρόπο μόνο στον Ιωάννη: «Αυτός, στον οποίο θα δώσω το ψωμί που θα βάλω στο κρασί, αυτός είναι εκείνος που θα με προδώσει». Γιατί αν ο Πέτρος είχε ακούσει το λόγο αυτό, σαν παρορμητικός χαρακτήρας που ήταν, θα χειροδικούσε με τον Ιούδα. Και πάλι είπε: «(Είναι) αυτός που έβαλε μαζί μ’ Εμένα το χέρι στο τρυβλίο (δοχείο)». Αφού έγιναν και τα δύο αυτά, μετά από μικρή σιωπή πήρε ψωμί στα χέρια Του και είπε: «Λάβετε φάγετε». Το ίδιο έκανε και με το ποτήρι με το κρασί λέγοντας: «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτό ἐστι τὸ αἷμά μου, τὸ τῆς Καινῆς Διαθήκης· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν» (Ερμηνεία: «Πάρτε και φάτε – Πιέστε απ’ αυτό όλοι, γιατί αυτό είναι το αίμα Μου, της νέας Συμφωνίας. Αυτό να κάνετε για να Με θυμάστε»). Φυσικά κάνοντας αυτά έτρωγε κι έπινε μαζί τους. Πρόσεξε μάλιστα ότι το Σώμα Του το ονομάζει άρτο, (άρα κανονικό ψωμί, ένζυμο), κι όχι άζυμο. Αυτά τα λόγια δείχνουν ότι πρέπει να ντρέπονται όσοι βάζουν στην αναίμακτη θυσία άζυμα (όπως οι παπικοί). Μετά απ’ τη στιγμή κατά την οποία έφαγε εκείνο το ψωμί ο Ιούδας, μπήκε μέσα του ο Σατανάς. Τον πείραζε, βέβαια, και νωρίτερα, αλλά τώρα μπήκε και κατοίκησε εντελώς μέσα του. Και λέει το Ευαγγέλιο ότι έφυγε τότε και συμφώνησε με τους αρχιερείς να τους Τον παραδώσει στην τιμή των τριάντα αργυρών νομισμάτων (τριάκοντα αργύρια).
Στη συνέχεια οι Μαθητές μετά το Δείπνο βγήκαν στο όρος των Ελαίων σε μια τοποθεσία που ονομάζεται Γεθσημανή. Κι ύστερα από πολλά τους λέει ο Ιησούς: «Όλοι σας θα με αρνηθείτε αυτή τη νύχτα». Ο Πέτρος τότε είπε: «Κι αν όλοι Σε αρνηθούν, εγώ δεν πρόκειται να Σε αρνηθώ». Ήταν βαθειά προχωρημένη η νύχτα κι ο Ιησούς του λέει: «Πριν να λαλήσει δυο φορές ο πετεινός, εσύ θα μ’ αρνηθείς τρεις φορές» Πράγματι, από συνήθεια ο πετεινός λαλεί όχι μόνο μια φορά, αλλά και δυο και τρεις. Έτσι κι έγινε, πράγμα που γέμισε με πολύ δέος τον Πέτρο. Του το έκανε αυτό ο Θεός, για να του δείξει το πόσο ασθενική είναι η φύση μας. Ταυτόχρονα, επειδή αργότερα του έδωσε -θα λέγαμε- στα χέρια του όλη την οικουμένη, του το έκανε να μάθει απ’ αυτό πόσο ευμετάβολη είναι η φύση μας και να είναι γεμάτος συγγνώμη σε όσους αμαρτάνουν.
Όμως η τριπλή άρνηση του Πέτρου ήταν και συμβολική: Συμβόλιζε την τριπλή αμαρτία όλων των ανθρώπων προς το Θεό. Πρώτη αμαρτία ήταν η παράβαση της εντολής του Αδάμ. Δεύτερη ήταν η παράβαση του γραπτού (Μωσαϊκού) νόμου και τρίτη ήταν η αθέτηση του ίδιου του Ευαγγελικού κηρύγματος (και της σαρκώσεως του Λόγου). Αργότερα, όταν ο Πέτρος μετάνιωσε, ο Χριστός θεράπευσε τρισσώς τη τριπλή άρνησή του, λέγοντας τρεις φορές: «Πέτρο, Με αγαπάς;» Μετά απ’ αυτά, δείχνοντας πόσο φοβερός είναι ο θάνατος για όλους τους ανθρώπους, λέει στους μαθητές Του: «Περίλυπη είναι η ψυχή μου μέχρι θανάτου». Κι αφού απομακρύνθηκε λίγο, όσο πετάμε την πέτρα, προσευχήθηκε και είπε τρεις φορές: «Πατέρα μου, αν δε μπορεί αυτό το ποτήρι να απομακρυνθεί από μένα χωρίς να το πιω, γεννηθήτω το θέλημά Σου». Αυτά τα έλεγε και σαν άνθρωπος, αλλά και με σκοπό να ξεγελάσει το διάβολο, για να νομίσει εκείνος, επειδή θα Τον έβλεπε να φοβάται, ότι είναι απλός άνθρωπος (και όχι Θεός) κι έτσι να μην εμποδίσει την εξέλιξη του μυστηρίου του σταυρικού θανάτου Του. Όταν ύστερα επανήλθε και βρήκε τους Μαθητές Του να κοιμούνται βαθιά, απευθύνθηκε στον Πέτρο και του είπε: «Δε μπορέσατε ούτε μία ώρα να μου συμπαρασταθείτε και να αγρυπνήσετε μαζί Μου»; Ήταν σα να του έλεγε: «Εσύ, που με διαβεβαίωνες ότι θα είσαι μαζί μου μέχρι το θάνατο, τώρα κοιμάσαι, όπως οι υπόλοιποι;» Κι αφού πέρασε πέρα από το χείμαρρο των Κέδρων, όπου υπήρχε κάποιος κήπος, κάθισε εκεί μαζί με τους Μαθητές Του. Συνήθιζε να πηγαίνει συχνά σ’ αυτό το μέρος και γι’ αυτό ήξερε τον τόπο και ο Ιούδας.
Αυτός λοιπόν, ο Ιούδας, αφού πήρε μαζί του μερικούς από τη στρατιωτική φρουρά και ακολουθούμενος από όχλο, ήλθε εκεί και τους έδειξε ποιος ήταν ο Χριστός με φίλημα, όπως είχε συμφωνήσει μαζί τους. Αυτό το συμφώνησε, γιατί πολλές φορές που Τον είχαν πιάσει, Αυτός χανόταν μέσα από τα χέρια τους. Και τους ξέφευγε. Αυτή τη φορά όμως ο ίδιος ο Χριστός προχωράει προς αυτούς και τους λέει: «Ποιον ζητάτε;» Ωστόσο αυτοί, ακόμα και τότε δεν Τον γνώρισαν. Όχι γιατί τους εμπόδιζε η νύχτα! Είχαν, λέει, φακούς αναμμένους και λαμπάδες. Απ’ το φόβο τους όμως έπεσαν κάτω κι έφυγαν. Κι όταν ήλθαν πάλι, τους ξαναρώτησε ο Ιησούς. Ο Ιούδα τότε Του έδωσε το φίλημα, όπως είχε συμφωνήσει με όλους αυτούς. Κι ο Χριστός του είπε: Φίλε, είναι ώρα γι’ αυτό το οποίο ήλθες». Και συνέχισε: «Βγήκατε να Με συλλάβετε με ξύλα και μαχαίρια, σα να είμαι ληστής». Η επιχείρησή τους αυτή έγινε τη νύχτα, γιατί φοβόντουσαν μήπως γίνει καμιά εξέγερση απ’ το λαό. Τότε ο Πέτρος, που ήταν ο πιο ορμητικός, έβγαλε το μαχαίρι που είχε μαζί του (έρχονταν από δείπνο κι είχαν τα σχετικά μαζί τους), χτύπησε το δούλο του αρχιερέως, που ονομαζόταν Μάλχος και του έκοψε το δεξί αυτί. Αυτό είχε συμβολική σημασία: Έδειχνε κατά κάποιο τρόπο ότι ο αρχιερέας δεν άκουγε καλά και δε δίδασκε σωστά το νόμο του Θεού. Ο Χριστός όμως έλεγξε τον Πέτρο, λέγοντάς του ότι δεν είναι σωστό αυτός, που έχει ακούσει τόσα πνευματικά λόγια (είναι πνευματικός άνθρωπος) να καταφεύγει τώρα στη βία της μαχαίρας. Και γιάτρεψε το αυτί του Μάλχου.
Εκείνοι τότε, αφού συνέλαβαν τον Ιησού, Τον έφεραν δεμένο στην αυλή του αρχιερέα Άννα, που ήταν πεθερός του Καϊάφα. Εκεί ήταν συγκεντρωμένοι όλοι όσοι ήταν εναντίον του Χριστού, οι Φαρισαίοι κι οι Γραμματείς. Εδώ έγιναν τα γνωστά, τα σχετικά με τον Πέτρο και την υπηρέτρια και η άρνηση του Πέτρου. Κι ενώ πλέον είχε περάσει η νύχτα, ο πετεινός λάλησε τρεις φορές. Κι ο Πέτρος θυμήθηκε το λόγο του Χριστού κι έκλαψε πικρά. Όταν σχεδόν ξημέρωσε, οδήγησαν το Χριστό απ’ τον Άννα στον Καϊάφα, τον αρχιερέα. Εκεί οι Ιουδαίοι Τον έφτυσαν (για να Τον εξευτελίσουν) και κάλεσαν ψευδομάρτυρες. Κι όταν άρχισε να φέγγει η μέρα, ο Καϊάφας Τον έστειλε στον Πιλάτο. Αυτοί που Τον μετέφεραν όμως δε μπήκαν μέσα στο Πραιτώριο, για να μη μολυνθούν και να μπορέσουν να φάνε καθαροί το Πάσχα τους. Απ’ αυτό συμπεραίνουμε ότι παρανόμησαν οι Ιουδαίοι, όπως λέει ο θείος Χρυσόστομος, γιατί μετέθεσαν το Πάσχα. Έπρεπε, δηλαδή, να φάνε για Πάσχα εκείνο το βράδυ της Πέμπτης (όπως και ο Χριστός με τους μαθητές Του), αλλά αυτοί το ανέβαλαν, για να ασχοληθούν με την εξόντωση του Χριστού. Αυτό, όπως είπαμε, το αποδεικνύει η πράξη του Ιησού, ο Οποίος έφαγε για το Πάσχα το βράδυ εκείνο με τους μαθητές Του και τους παρέδωσε το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Γιατί, όπως είπαμε στην αρχή, η αλήθεια έπρεπε να ακολουθήσει την προεικόνιση, που ήταν ο νομικός τύπος. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μας λέει ότι όλα έγιναν τη νύχτα της Πέμπτης, πριν απ’ την εορτή του Πάσχα. Γι’ αυτό γιορτάζουμε σήμερα, τη Μεγάλη Πέμπτη, κι εμείς για να ενθυμούμεθα με δέος όλα εκείνα τα φοβερά κι απόρρητα που συνέβησαν εκείνο το βράδυ».
Τῇ ἀφάτῳ σου εὐσπλαγχνίᾳ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.