ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προφήτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προφήτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Ιουλίου 19, 2019

ΕΓΚΩΜΙΟΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΠΟΝ ΕΝΔΟΞΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗΝ ΗΛΙΑΝ (Βασιλείου Σελευκείας)


Τὸν μακάριον, λοιπόν, ἐκεῖνον καὶ μεγάλον Ἠλίαν, τὸν προφήτην, αὐτόν, ποὺ εἶναι πιὸ ἐπάνω ἀπὸ τὰ νέφη, ἡ χήρα ἐκείνη, ἡ ὁποία ὑμνήθηκε καὶ ἐπαινέθηκε πολύ, φιλότιμα τὸν ὑποδέχθηκε κάποτε, ἔχοντας μόνον μίαν μικρὴν φούχταν ἀλεῦρι, νικώντας μὲ τὸν πόθον τῆς φιλοξενίας τὸ βάθος τῆς φτώχειας της. Ἐγὼ δὲ τώρα, αὐτὸ τὸ ποίμνιον τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ πού, ἐνῷ οἱ δυνάμεις μου δὲν τὸ ἐπιτρέπουν, ἀναγκάζομαι νὰ φιλοξενήσω, μὲ μίαν γλῶσσαν, ἡ ὁποία εἶναι πιὸ φτωχὴ ἀπὸ τὴν φούχτα τὸ ἀλεύρι, πῶς θὰ παραθέσω τράπεζαν; καὶ ποιὸν καμψάκη (δοχεῖον λαδιοῦ καὶ ἄλλων ὑγρῶν) θὰ εὕρω, νὰ πηγάζῃ, γιὰ νὰ ὑποδεχθῶ αὐτὴν τὴν ὥραν τὴν νύμφην τοῦ Χριστοῦ; Χρησιμοποίησε ἐσὺ γιὰ ἐμᾶς, ὦ μακαρία χήρα, λίγο ἀλεύρι τῆς πίστεως.
Μᾶλλον δὲ ἐσὺ ὁ ἴδιος, ὦ μακάριε Ἠλία, ἐσὺ ποὺ ἔθρεψες ἐκείνην τὴν χήραν, ποὺ σὲ ἔθρεψε, εἶπε καὶ σὲ ἐμᾶς ἕνα λόγον φιλανθρωπίας ἀνεξάντλητον. Γιατὶ αὐτὸς ὁ λαὸς εἶναι τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μαζὶ μὲ τὸν Μωϋσῆν ὕμνησεν ἐπάνω στὸ ὄρος τὴν ἐνανθρώπησιν. Ὄχι, βέβαια, ἐκεῖνος ὁ λαὸς τοῦ Μωϋσέως, ὁ ἀχάριστος πρὸς τὸν εὐεργέτην, διὰ τὴν ἀχαριστίαν τῶν ὁποίων ἐζήτησες καὶ ἐπῆρες τὴν τιμωρίαν των, ἀφοῦ τοὺς ἔκρινες. Διότι εἶδεν ὁ προφήτης τὸν λαὸν τῶν Ἰουδαίων, νὰ τρέφεται πλούσια μὲ τὰ ἀγαθά, ποὺ προῆλθαν ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, νὰ ἀγνοοῦν ὅμως τὸν αἴτιον καὶ δωρητὴν τῆς τροφῆς. Νὰ μετατρέπουν τὴν θείαν φιλανθρωπίαν σὲ πρᾶξιν ἀσεβείας καὶ νὰ στρέφουν τὸν σεβασμόν των ἀπὸ τὸν Κτίστην Θεὸν εἰς τοὺς δαίμονας. Τότε ὁ προφήτης, ἀφοῦ ἔκανε τὸν θυμὸν σύμμαχον καὶ βοηθὸν τῆς εὐσεβείας, ἔβγαλε μεγάλην φωνήν, ἐπιβάλλοντας στὸν οὐρανὸν νόμον ἀνομβρίας καί, ἀφοῦ ἔδεσε τὴν ἀπόφασιν μὲ ὅρκον, ἐκλείδωσε τὰ σύννεφα. «Ζῇ Κύριος, δὲν θὰ ὑπάρξῃ αὐτὰ τὰ χρόνια δροσιὰ ἡ βροχὴ ἐπάνω εἰς τὴν γῆν». Ὢ θυμὸς εὐσεβείας! Ὢ γλῶσσα, χαλινάρι τοῦ οὐρανοῦ! Ὢ φιλανθρωπία τοῦ Δεσπότου! Παραχωρεῖ στὸν δοῦλον, νὰ διοικήσῃ τὴν κτίσιν. Ἐντράπηκε ἀπὸ τὸν ζῆλον τῆς εὐσεβείας (τοῦ προφήτου) καὶ παρεχώρησε τὰ ἡνία τῆς κτίσεως. «Ζῇ Κύριος». Ὁρκίζεται κατὰ τοῦ Δημιουργοῦ, ὥστε ἡ κτίσις, ἐπειδὴ θὰ ἐντραπῇ τὸν ὅρκον, νὰ συγκρατήσῃ τὴν ἐνέργειαν. «Ζῇ Κύριος». Ἐπειδή, λέγει, οἱ Ἰουδαῖοι συγκατατέθηκαν στὴν λατρείαν τῶν εἰδώλων, ἐπειδὴ ἐγκατέλειψαν τὸν ζωοποιὸν Θεὸν καὶ παρέδωσαν τοὺς ἑαυτούς των στοὺς νεκροποιοὺς δαίμονας, ἂς διδαχθοῦν τώρα μὲ τὶς συμφορές των τὸν Ζῶντα Θεόν. Καὶ ἂς ἐκπαιδευθοῦν στὸν θάνατον μὲ ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων πεθαίνουν. Ἂς δεχθοῦν τὴν πεῖναν, ὡς παιδαγωγόν, στὴν εὐσέβειαν, ἂς μάθουν τὸν χορηγὸν τῶν βροχῶν, πληττόμενοι ἀπὸ τὴν ἀνομβρίαν.
Φοβοῦμαι ὅμως τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Θεοῦ. Διότι γνωρίζω, ὅτι γρήγορα πείθεται ἀπὸ τὰ δάκρυα, γνωρίζω, ὅτι λυγίζει ἀπὸ τὶς ἱκεσίες, γνωρίζω, ὅτι μὲ μίαν μικρὴν μετάνοιαν μειώνει καὶ παίρνει πίσω τὶς τιμωρίες. Φοβοῦμαι, λοιπόν, μήπως, πρὶν τὴν ὥραν της, λύσῃ τὴν ἀνομβρίαν καὶ ἔτσι τὸ φάρμακον τῆς τιμωρίας δὲν φέρῃ κανένα ἀποτέλεσμα καὶ μήπως μείνη πάλι ἀγνώμων ὁ λαὸς αὐτός, καταφρονώντας τὴν ἀγαθότητα τοῦ Δεσπότου. Τί νὰ κάνω λοιπόν; Μὲ ὅρκον θὰ πιέσω καὶ αὐτὴν τὴν ἴδιαν τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἂν μοῦ πῇ ὁ Θεός, ὅταν αὐτοὶ Τὸν ἱκετεύουν: «Νὰ δώσω τὴν βροχὴν στοὺς ἀνθρώπους, Ἠλία;» Θὰ πῶ πρὸς Αὐτόν. «Ὄχι. Ζῇ Κύριος, δὲν θὰ ὑπάρξῃ αὐτὰ τὰ χρόνια δροσιὰ ἢ βροχὴ ἐπάνω στὴν γῆ, παρὰ μόνον διὰ τοῦ στόματός μου». Βάζουν σὲ περιορισμὸν τὴν φύσιν οἱ λέξεις. Ἂς εἶναι. Κρατᾷς τὸν οὐρανόν. Γιατὶ θέλεις νὰ κατέχῃς καὶ τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Θεοῦ; Ἂς εἶναι. Ἐναντίον τῶν συνανθρώπων σου προτείνεις τιμωρίαν. Γιατί ὅμως ἁρπάζεις καὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Δεσπότου; Ἐσὺ ἐδέσμευσες τὰ σύννεφα, νὰ μὴ βρέχουν, ἀλλὰ τουλάχιστον ἐπίτρεψε στὸν Ποιητήν, νὰ ὁμιλήσῃ. «Ὄχι. Ζῇ Κύριος. Μόνον διὰ τοῦ στόματός μου». Μὲ ἔστειλες, λέγει, στὸν λαόν, ὡς παιδαγωγὸν τῆς θεοσεβείας, μὲ ἔκανες διδάσκαλον ἑνὸς πλήθους ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν σέβονται τὸν Θεόν, δῶσε καὶ τὴν ἐξουσίαν τῆς τιμωρίας. Γνωρίζω, ποιὸ εἶναι τὸ μέτρον τῆς τιμωρίας γιὰ αὐτούς, ποὺ ἀσεβοῦν κατὰ τὴν ἀξίαν των. «Μόνον διὰ τοῦ στόματός μου».
Ὁ Θεὸς ὑποχωρεῖ καὶ δίνει στὸν Ἠλίαν τὴν ἐξουσίαν. Λυπᾶται, βέβαια, καὶ συμπονεῖ αὐτούς, ποὺ ἀξίζει νὰ τιμωρηθοῦν, σέβεται, ὅμως, τὸν ζῆλον τοῦ προφήτου. Νικημένος καὶ ἀπὸ τὶς δύο πλευρὲς ὁ Δεσπότης τῶν ὅλων, τί νὰ κάνει; Ἀφοῦ ἀνέμιξε τὴν σοφίαν μὲ τὴν καλωσύνην, χρησιμοποιεῖ τὴν ἀνάγκην. Δίνει, βέβαια, στὸν προφήτην τὴν ἐξουσίαν τῆς ἀνομβρίας, ἀλλά, μαλακώνοντας τὴν ὀργήν του, τὸν καθιστᾷ συμμετέχον καὶ αὐτὸν τῆς τιμωρίας. Καταδικάζει καὶ τὸν προφήτην μαζὶ μὲ τὸν λαόν, ἀναγκάζοντάς τον, νὰ γίνῃ ἀκουσίως φιλάνθρωπος γιὰ τοὺς συνανθρώπους του. Ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴν ἀποθάνη ὁ εὐσεβὴς ἐπίσης ἀπὸ τὴν πεῖναν μαζὶ μὲ τοὺς ἀσεβεῖς, παραβιάζει κρυφὰ τὴν ἀπόφασίν Του χορηγώντας του τὴν τροφήν. Τὸν τρέφει, λοιπόν, μὲ κόρακες, γιὰ νὰ λύσῃ αὐτὸς τὴν τιμωρίαν τῆς πείνας, νιώθοντας ἀποστροφὴν γιὰ τὴν τροφήν, ποὺ θὰ ἔπαιρνε ἀπὸ ἕνα ἀκάθαρτον ζῷον. «Διατάσσω, λέγει, τοὺς κόρακες, νὰ σὲ τρέφουν». Βλέπε τὴν θείαν σοφίαν. Ὁ κόρακας κατηγορεῖται μέσα στὴν Ἁγίαν Γραφήν, σὰν ἕνα ζῷον, τὸ ὁποῖον μισεῖ τὰ παιδιά του. Γιατί, ἀφοῦ γεννήσουν, ἀρνοῦνται τὴν συγγένειαν καὶ δὲν φροντίζουν γιὰ τὴν τροφὴν τῶν παιδιῶν των. Ἀλλὰ ἡ Θεία Πρόνοια κυβερνᾶ ὅλην τὴν πλάσιν καὶ στὰ νεογέννητα πουλιὰ οἰκονομεῖ μυστικὰ τὴν τροφὴν μὲ μερικὰ μικρὰ ζῷα. Καὶ αὐτὴν τὴν Θείαν Πρόνοιαν ὑμνώντας ὁ προφήτης Δαυὶδ ψάλλει «Καὶ τοῖς νεοσσοῖς τῶν κοράκων τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν» (Ψαλμ. 146, 9). «Δίνω ἐντολήν, λέγει, στοὺς κόρακες, νὰ σὲ τρέφουν». Οἱ προδότες τῶν παιδίων των, ἐργάτες τῆς δικῆς σου τροφῆς. Νὰ μὴ γίνῃς, λοιπόν, χειρότερος ἀπὸ τοὺς κόρακες, ποὺ μισοῦν τὰ τέκνα των, νὰ μὴ μιμηθῇς τὴν δικήν των μισοτεκνίαν, ὅσον ἀφορᾷ στοὺς Ἰουδαίους, ἀλλὰ νὰ μιμηθῆς τὴν φροντίδα των καὶ περιποίησίν των γιὰ σένα. Οἱ κόρακες ἐξεπέρασαν τὴν φύσιν των, λειτουργώντας ἔτσι γιὰ σένα. Ξεπέρασε καὶ ἐσὺ μὲ τὴν φιλανθρωπίαν τὴν κακίαν τῶν Ἰουδαίων καὶ μὴ γίνεσαι πιὸ ἀπάνθρωπος ἀπὸ τοὺς κόρακες γιὰ τοὺς συναθρώπους σου. Νιῶσε ντροπήν, βλέποντας τοὺς κόρακες, νὰ γίνωνται κήρυκες φιλανθρωπίας.
Ἀλλά, μόλις εἶδεν ὁ Θεὸς τὸν Ἠλίαν ἀνένδοτον, σταματᾶ τοὺς κόρακες, νὰ τὸν ὑπηρετοῦν, σταματᾷ τὴν τροφήν, γιὰ νὰ τοῦ ἀλλάξῃ τὴν γνώμην. Ἂν καί, δίχως τὴν συμφωνίαν τοῦ προφήτου, ἦταν εὔκολη στὸν Θεὸν ἡ παραχώρησις βροχῆς, δὲν ἤθελε, νὰ λύσῃ τὴν ἀπόφασίν του ἀγαπητοῦ του δούλου, καὶ συμπονώντας τὸν Ἠλίαν δὲν τὸν πρόσβαλε, συνεχίζοντας, νὰ τιμωρῇ ἐκείνους. Μὲ σοφίαν δὲ ἐμεθόδευε τὰ σχετικὰ μὲ τὸν προφήτην. Διότι, μόλις εἶδεν αὐτό, ποὺ εἶπαν, νὰ μὴν ὑποχωρῇ καὶ νὰ νικᾷ τὴν βίαν τῆς πείνας μὲ τὴν ἐπιμονὴν τῆς γνώμης, μᾶλλον μόλις τὸν εἶδε, νὰ τρέφεται πλούσια μὲ τὴν τιμωρίαν τῶν ἀσεβῶν, τὸν προστάζει, νὰ περάσῃ διαδοχικὰ ἀπὸ διαφόρους τόπους καὶ νὰ προχωρήσῃ βιαστικὰ πρὸς Σαραφθᾶ. Τὸν στέλνει σὲ μιὰ γυναῖκα χήραν. Αὐτόν, ποὺ μὲ τὴν φωνήν του τὴν φύσιν χήραν κατέστησε. «Διατάσσω, λέγει, μία γυναῖκαν χήρα νὰ σὲ τρέφῃ». Μόνον ποὺ δὲν εἶπεν. Ἐὰν δὲν ἐντρέπεσαι τὴν τροφήν, μὴ σβήσῃς τὴν ἀγανάκτησιν. Χήρα καὶ φτωχὴ καὶ ἐπὶ πλέον εἰδωλολάτρισσα ἐπιλέγεται. Ἢ γιὰ νὰ λυπηθῇ τὴν φτώχειάν της ἢ ὡς εἰδωλολάτρισσας, νὰ ἀποστραφῇ τὴν τροφήν της καὶ γίνῃ καὶ δίχως τὴν θέλησίν του φιλάνθρωπος καὶ λύσῃ τὰ σύννεφα, ποὺ ἐδέθησαν μὲ τὴν σιωπήν. Ἀλλὰ δὲν παραιτεῖται ὁ Ἠλίας, ἀπὸ τὸ νὰ βαδίζῃ πρὸς τὴν χήραν. Καὶ αὐτὴ ἐλέγχει τὴν φτώχειαν μὲ τὸ σχῆμα. Διότι ἑτοίμασε τὴν τροφὴν μαζὶ καὶ τὸν τάφον. Καὶ γίνεται ζητιάνος τῆς χήρας, αὐτός, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ στόματός του καὶ τῶν χειλέων του ἔδεσε τὶς κλειδαριὲς τοῦ οὐρανοῦ.
Καὶ αὐτὴ τί λέει; «Ζῇ Κύριος ὁ Θεός σου». Αὐτόν, τὸν ὁποῖον βλέπεις ζητιάνον, τὸν τιμᾷς σὰν προφήτην; Ἀπὸ ποῦ γνωρίζεις, ὅτι εἶναι προφήτης; Θυμήσου ἀγαπητὲ τὰ λόγια του Θεοῦ πρὸς τὸν Ἠλίαν. «Διατάσσω, λέγει, χήρα, νὰ σὲ διατρέφῃ». Καὶ εἶναι ὁλοφάνερον, ὅτι, δι᾿ ἀποκαλύψεως εἶχε πλήρως φανερωθῆ στὴ χήραν ἡ παρουσία τοῦ προφήτου.
Καὶ ἦταν ἡ θέα τῶν ὀφθαλμῶν ὑπενθύμισις τοῦ δράματος, ποὺ εἶδε κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ὕπνου. Ἀνεγνώρισε, λοιπόν, τὴν ἀξίαν τοῦ παρόντος καὶ ἐθρηνοῦσε γιὰ τὴν φτώχειαν. «Ζῇ Κύριος ὁ Θεός σου λέγει, δὲν ὑπάρχει σὲ μένα ψωμί, παρὰ μόνο μία φούχτα ἀλεύρι στὴ στάμναν καὶ λίγο λάδι στὸν καμψάκην. Ἀλλά, νά, ἐγὼ μαζεύω δύο ξυλαράκια καὶ θὰ εἰσέλθω καὶ θὰ φτιάξω τροφὴν γιὰ μένα καὶ τὰ παιδιά μου καὶ θὰ φᾶμε καὶ θὰ ἀποθάνωμεν». Τὸ τελείωμα τῆς τροφῆς μας θὰ εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ θανάτου μας. Θὰ παραθέσω αὐτήν, τὴν τελευταίαν τράπεζαν. Μέτρον τῆς ζωῆς γιὰ μᾶς στάθηκε ἡ φούχτα τοῦ ἀλεύρου. Μίαν προθεσμίαν περιμένομεν τῆς τροφῆς καὶ τοῦ θανάτου. Ἐπόνεσεν ὁ προφήτης μὲ τὴν φωνὴν τῆς μητέρας ἐκείνης. Εὐσπλαχνίζεται τὴν μητέρα, ποὺ βασανίζεται ἀπὸ τὴν πεῖναν μαζὶ μὲ τὰ παιδιά της, εἶδε τὰ μητρικὰ σπλάγχνα, νὰ σπαράζουν ἀπὸ τὴν πεῖναν τῶν παιδιῶν της καὶ ἄφησε φωνήν, ἡ ὁποία εἶχε γλυκύτητα φιλανθρωπίας. «Αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος. Ἡ στάμνα τοῦ ἀλεύρου δὲν θὰ ἀδειάσῃ καὶ ὁ καμψάκης μὲ τὸ λάδι δὲν θὰ λιγοστέψη μέχρι τὴν ἡμέραν, ποὺ θὰ στείλη ὁ Κύριος βροχὴν στὴ γῆν». Γιὰ πρώτη φορὰ ὑπόσχεται βροχήν, τακτοποιεῖ καὶ στολίζει τὰ σύννεφα μὲν τὴν ἐλπίδα καὶ χρησιμοποιεῖ, γιὰ πηγὴν τῆς τροφῆς, τὴν στάμναν. Καὶ ὅση εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς ἡμέρας, τόση θὰ εἶναι καὶ ἡ προμήθεια τῆς στάμνας. Κάθε ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ χήρα εἶχεν ἀνάγκην, τρυγοῦσε καρποὺς ἀπὸ τὴν στάμναν.
Ἀλλὰ ἔτσι, καὶ αὐτὸς ἔκανε τὸν χρόνον νὰ περισσεύῃ καὶ ἡ πεῖνα κυριαρχοῦσε καὶ ἡ κτίσις ἔγινε, σὰν κατεργασμένον μέταλλον. Ὁ προφήτης ὅμως δὲν συνθηκολογοῦσε. Τί κάνει λοιπὸν ἡ πηγὴ τῆς φιλανθρωπίας;
Μὲ τρίτον τέχνασμα περικυκλώνει τὸν προφήτην, μὲ τὸ ὁποῖον νὰ ἡττηθῇ ὁ Ἠλίας καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ, νὰ καμφθῇ πρὸς φιλανθρωπίαν. Γιατί παρουσιάζεται ἀρρώστια καὶ ὁ υἱὸς τῆς χήρας ἔφευγε ἀπ᾿ αὐτὴν τὴν ζωήν. Πρόσταγμα Θεοῦ διέταζε τὴν ψυχήν, νὰ φύγῃ ἀπὸ τὸ σῶμα. Καὶ παρίσταται ἡ χήρα στὸν προφήτην. «Τί ὑπάρχει ἀνάμεσά σε μένα καὶ σὲ σένα ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ; Ἦλθες σὲ μένα, γιὰ νὰ μοῦ θυμήσῃς τὶς ἁμαρτίες μου καὶ νὰ θανατώσῃς τὸν υἱόν μου;». Μακάρι, λέγει, νὰ εἶχα χαθῇ ἀπὸ τὴν πεῖναν. Μακάρι ἐρχόμενος ὁ θάνατος νὰ μὲ ἔπαιρνε, πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατον τοῦ παιδιοῦ μου. Τώρα, ὅμως, χορηγώντας μου τὴν τροφήν, μοῦ διεφύλαξες ἕνα τέτοιο θέαμα; Ἀποροῦσε γιὰ τὸ συμβὰν ὁ Ἠλίας καὶ θαυμάζοντας γιὰ τὴν φιλοξενίαν τῆς γυναικὸς ζητοῦσε, νὰ μάθῃ γιὰ τὸν θάνατον τοῦ παιδιοῦ της. Καὶ ἀναζητώντας βρῆκε τὸ ὑπάρχον τέχνασμα τοῦ Θεοῦ γι᾿ αὐτόν, τὸν θάνατον τοῦ παιδιοῦ. Καὶ στὸν Θεὸν προσπίπτει καὶ ἀναγγέλλει τὸ τέχνασμα.
«Ἀλλοίμονο Κύριε, ὁ μάρτυρας τῆς χήρας, Σύ, τῆς ἔκαμες κακὸν καὶ ἐθάνατωσες τὸν υἱόν της;». Κατάλαβα τὸ ἐναντίον μου τέχνασμα. Ἀντιλήφθηκα, τί μοῦ προξένησες. Ἀπαιτεῖς ἀπὸ ἐμένα ἀνταπόδοσιν φιλανθρωπίας, ὥστε, ὅταν ἐγὼ ἱκετεύσω γιὰ τὸ παιδὶ τῆς χήρας, «Λῦσε, ὦ Κτῖστα», τὸν θάνατον τοῦ παιδιοῦ», νὰ μοῦ ἀνταποδώσῃς καὶ Σὺ τὴν ἰδίαν ἀμοιβήν, «Λῦσε λοιπὸν καὶ ἐσὺ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἀνομβρίας κατὰ τοῦ παιδός μου Ἰσραήλ». Γίνομαι, λοιπόν, μαθητής Σου τῆς φιλανθρωπίας, ὑπηρέτης Σου πραότατος. Δεῖξε, ὦ Δέσποτα, τὸν θάνατον, νὰ ἐξημερώνεται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Ἂς μάθῃ τὰ γνωρίσματα τῆς φιλανθρωπίας Σου. Ἂς φθάσουν καὶ μέχρι τὸν Ἅδη τὰ δείγματα τῆς καλωσύνης Σου. Ἂς λυθοῦν καὶ ἡ τιμωρία τῶν ζώντων καὶ οἱ φύλακες τῶν κεκοιμημένων.
Τὴν εὐχὴν τοῦ προφήτου τὴν ἐπακολούθησεν ἡ ζωὴ τοῦ παιδιοῦ καὶ ὁ ἀνίκητος γιὰ τοὺς ἀνθρώπους θάνατος, ἐμάθαινε ἀπὸ τὸν Ἠλίαν τὴν ἧτταν καὶ θρηνοῦσε, γιατὶ παραβιάσθηκεν ἀπὸ τὴν προφητικὴν γλῶσσαν. Διότι τοῦ ἀπέσπασαν τὸν πρῶτον του νεκρὸν καὶ ἐδιδασκόταν, νὰ πενθῇ κι᾿ αὐτὸς σὰν τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ ἔλεγε: Τί μεταβολὴ εἶναι αὐτὴ τῶν πραγμάτων, ἐνῷ δὲν τὴν περίμενα; Νεκροὶ ἐπιστρέφουν στὴν ζωὴν καὶ ψυχὲς κατοικοῦν ξανὰ μετὰ τὸν θάνατον στὰ σώματά των. Λύνεται ὁ νόμος τοῦ θανάτου, ποὺ ἐγράφη μέσα εἰς τὸν Παράδεισον. Ἔχω ὅμως ἐνέχυρον τῆς ἐξουσίας μου τὰ παραπτώματα τῶν φυλακισμένων. Τὰ ὅπλα μου κατὰ τῶν ἀνθρώπων, τῶν ἀνθρώπων τὰ πταίσματα. Τόσον πλῆθος δικαίων εὑρίσκεται στὴν κυριαρχίαν μου καὶ ἀπὸ τὰ δίκτυά μου κανεὶς δὲν δραπετεύει. Χιλιάδες ἁμαρτωλοὶ εἶναι κλεισμένοι στὶς φυλακές μου. Ὁ μόνος, ποὺ μὲ ἐλύπησεν εἶναι ὁ Ἐνώχ, ποὺ ἐπάτησε τὴν ἐξουσίαν μου ἀπὸ πεῖραν, διότι, ἂν καὶ ὑπέκειτο στοὺς νόμους τῆς φύσεως, ἐφάνηκεν ἀνώτερος ἀπὸ τὸν νόμον τοῦ θανάτου. Τώρα δὲ καὶ αὐτούς, ποὺ εἶχα στὴν κατοχήν μου καὶ αὐτῶν τὴν ζωὴν δίνω πίσω. Μὲ μάταιες ἐλπίδες ἐξεγελοῦσα τὸν ἑαυτόν μου καὶ ἐνόμιζα, ὅτι ἡ ὀργὴ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους δὲν θὰ σβήσῃ. Ἴσως, καὶ ἂν τὸν ἱκετεύσουν ἰδιαιτέρως, νὰ λύσῃ καὶ τὸ «Γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ». Διότι, ἂν ἐσεβάσθηκε τὴν φωνὴν ἑνὸς δικαίου καὶ μοῦ ἐστέρησε τὴν ἐξουσίαν τῶν νεκρῶν, φοβοῦμαι, μήπως οἱ ἄνθρωποι ἀρχίσουν, νὰ μὲ περιπαίζουν λέγοντας, «Ποῦ σου, θάνατε, τὸ νῖκος; Ποῦ σου, ᾅδη, τὸ κέντρον;».
Ὁ υἱός, λοιπόν, τῆς χήρας παρεδόθη στὶς μητρικὲς ἀγκάλες καὶ ὁ Ἠλίας, ἀφοῦ μὲ τὰ τεχνάσματα τοῦ Θεοῦ ἐλύγισε πρὸς φιλανθρωπίαν, ἔστειλε στοὺς ἀνθρώπους τὴν βροχὴν μὲ τὰ σύννεφα. Καὶ πάλιν ὁ οὐρανὸς ἐνδύεται μὲ σύννεφα καὶ ἡ γῆ ἀποβάλλει τὴν χηρείαν τῆς ἀκαρπίας. Πάλιν ἡ κτίσις διὰ τῆς βροχῆς ἀνανεώθηκε. Τὰ ἁμαρτήματα ὅμως τῶν ἀνθρώπων καθόλου δὲν ὀλιγόστευαν. Ὁ Θεός, ὅμως, βλέποντας τὸν Ἠλίαν, νὰ φλογίζεται πάλιν ἀπὸ ζῆλον ἐναντίον τῶν ἀσεβῶν καὶ μὲ μάχαιρα νὰ θερίζῃ τὸ πλῆθος τῶν ψευδοπροφητῶν μὲ πύρινον ἅρμα τὸν παίρνει σὲ ἄλλον τόπον μέσα ἀπὸ τοὺς ἀσεβεῖς. Εἶπε δὲ περίπου αὐτὰ πρὸς τὸν προφήτην. «Θαυμάζω τὸν ζῆλον σου Ἠλία καὶ παραδέχομαι τὴν ἀρετήν σου. Οἱ γενεὲς ὅμως τῶν ἀνθρώπων ἔχουν ἔντονη κλίσιν πρὸς τὴν ἁμαρτίαν. Καὶ ἐάν, ἀνάλογη μὲ τὶς ἁμαρτίες ἐπιφέρων τὴν τιμωρίαν θὰ ἐκλείψῃ τὸ ἀνθρώπινον γένος, κυβερνώμενον ἀφιλανθρώπως. Σὲ ἐσένα εἶναι πολὺ βαρύ, νὰ βλέπῃς αὐτούς, ποὺ ἁμαρτάνουν. Σὲ Ἐμένα, ὅμως, ποὺ εἶμαι Δεσπότης, ὑπάρχει ἄγραφος νόμος φιλανθρωπίας. Γιατί Ἐγὼ ὁ Ἴδιος παρουσίασα τὸν Ἑαυτόν Μου ἐγγράφως ὀφειλέτην τοῦ καλοῦ. Καὶ ἐὰν σκεφθῶ ποτὲ τὴν τιμωρίαν ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας, ἐντρέπομαι τὸν νόμον τῆς φιλανθρωπίας, ποὺ λέγει: «Δὲν θέλω τὸν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἀλλὰ νὰ ἐπιστρέψῃ πρὸς Ἔμενα καὶ νὰ ζήσῃ».
Ἐσὺ μέν, λοιπόν, δέξου, νὰ μείνῃ ἐλεύθερος ὁ τόπος τῆς διαφθορᾶς καὶ ἂς συμπολιτεύεσαι μαζὶ μὲ τὸ σῶμα σου μὲ τοὺς ἀγγέλους. Ἐγὼ δὲ θὰ ἔλθω πρὸς τοὺς ἀνθρώπους διὰ οἰκονομίας καὶ θὰ ἐπισπεύσω διὰ τὴν σωτηρίαν των. Θὰ λάβω πρῶτα τὴν ἀνθρώπινην φύσιν καὶ θὰ θεραπεύσω τὰ πάθη τους μὲ τὸ πάθος καὶ θὰ λύσω τὸν θάνατον μὲ θάνατον. Γιατὶ αὐτὰ διεκήρυττε στοὺς ἀνθρώπους ὁ πρὶν ἀπὸ ἐσένα προφήτης Ἡσαΐας, λέγοντας: «Μὲ τὸ τραῦμα του ἐμεῖς ἐθεραπευθήκαμε». Εἰς Αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 17, 2018

Το όραμα του βασιλιά και ο προφήτης Δανιήλ


Μετά το δεύτερο έτος της αλώσεως της Ιερουσαλήμ, ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ είδε όραμα θαυμαστό, το οποίο, όταν ξύπνησε, παρευθύς το ελησμόνησε. Τότε συγκάλεσε τους μάγους και τους σοφούς των Χαλδαίων, και τους ονειροκριτές, και τους σημειολύτες, τους είπε: «Όραμα είδα φοβερό και θαυμαστό και όταν ξύπνησα, το ελησμόνησα θέλω λοιπόν να μου ειπείτε και το όραμά μου και την ερμηνεία του τι σημαίνει»...

Απεκρίθησαν οι μάγοι: «Βασιλεύ πολυχρονημένε, πες μας το όνειρό σου, καί ημείς να το διαλύσομε». 
Λέγει σ’ αυτούς ο βασιλεύς: «Καί το όνειρό μου να ειπείτε καί την ερμηνεία του, διότι μέλλετε κακώς να αποθάνετε». 
Απεκρίθησαν οι μάγοι: «Το ζήτημά σου, βασιλεύ, δεν δύναται άνθρωπος να το ορίσει, μόνον οι θεοί τους οποίους προσκυνούμε δύνανται να βρουν και το όνειρό σου, καί την ερμηνεία του». 

 Τότε ο βασιλεύς θυμωθείς απεφάσισε να φονεύσει όλους τους σοφούς και τους μάγους των Χαλδαίων, όπου και αν ευρίσκονται. Άρχισαν λοιπόν οι υπηρέτες του βασιλέως να φονεύουν τους μάγους, ήλθαν δε να φονεύσουν καί τον Προφήτη Δανιήλ και τους Τρεις Παίδας, ως όντας και αυτούς από το τάγμα των σοφών. Τότε επήγε ο Δανιήλ και ευρίσκει τον σωματοφύλακα του βασιλέως, Αριώχ ονόματι, και πίπτει στους πόδας του λέγων: 
«Παρακαλώ σε, δεήσου προς τον βασιλέα να υπομείνει αυτήν την νύκτα, καί εάν δεν βρω εγώ το όραμα του καί την ερμηνεία του, ας κάμει ό,τι ορίσει».
 Επήγε λοιπόν ο Αριώχ και εδεήθη του βασιλέως, ο οποίος όρισε να παύσουν από τον φόνο μέχρι της αύριον. Τότε ο Προφήτης έκαμε δέηση προς τον Θεό ολονύκτιο μετά των Τριών Παίδων και ο Θεός, δια να θαυμαστώσει τους δούλους του, του απεκάλυψε το όραμα του βασιλέως' το δε πρωί, όταν ανέτειλε η ημέρα, παρεκάλεσε πάλι τον Αριώχ να τον υπάγει έμπροσθεν του βασιλέως, για να του ειπεί το όραμά του καί την εξήγησή του.

Καθώς επήγε ο Δανιήλ ενώπιον του βασιλέως, είπε προς αυτόν:
 «Μη νομίσεις, ω βασιλεύ, ότι από σοφία ανθρωπίνη γνώρισα εγώ το όραμά σου, διότι εδώ είναι και άλλοι σοφότεροι από εμέ' αλλ' ο Θεός, ο οποίος είναι εν τω ουρανώ, Αυτός αποκαλύπτει μυστήρια. Αυτός έδειξε και προς την βασιλεία σου τι μέλλει, να γίνει στους έσχατους καιρούς, είναι δε το όραμα το οποίο έδειξε Θεός στην βασιλεία σου το εξής: Σύ, βασιλεύ, κοιτόμενος στην κλίνη σου, διελογίζεσο τι μέλλει γενέσθαι κατά τις έσχατες ημέρες, και ο Θεός σου έδειξε τούτου το όραμα. Έβλεπες ότι ήταν μία εικόνα μεγάλη, της οποίας η όψη ήταν υψηλή κατά πολλά και φοβερά η κεφαλή της ήταν από χρυσό καθαρό, οι χείρες της καί το στήθος της ήσαν αργυρά, η κοιλία της και οι μηροί της ήσαν χάλκινοι, οι κνήμες των ποδών της ήσαν σιδηρές' οι δε πόδες μέρος μεν ήσαν σίδηροι, μέρος δε ήταν οστράκινο.
 Θεωρών λοιπόν την εικόνα εκείνη, είδες, ω βασιλεύ, σα να εκόπη λίθος εκ του όρους, δίχως χειρός ανθρώπου, καί εκτύπησε την εικόνα εκείνη στους πόδας τους σιδηρούς και οστρακίνους' τότε ελεπτύνθη το όστρακο, ο σίδηρος, ο χαλκός, ο άργυρος, ο χρυσός, και έγιναν ως κονιορτός από άλωνος θερινής, και ο άνεμος διεσκόρπισε τον κονιορτό εκείνον, τόσον ώστε δεν εφάνη πλέον ο τόπος αυτών ο λίθος δε εκείνος, ο οποίος εκτύπησε την εικόνα, έγινε όρος μέγα και εσκέπασε όλη την γη. Αυτό είναι το ενύπνιό σου, ω βασιλεύ' να σου ειπώ δε τώρα καί την εξήγησή του.

 Η χρυσή κεφαλή είναι η βασιλεία σου, οι δύο χείρες οι αργυρές και το στήθος είναι η βασιλεία των Περσών και των Μήδων, οι οποίες θέλουν έλθει κατόπιν από σε, η βασιλεία δε αυτή θέλει είναι πτωχότερα από την ιδική σου, καθώς και το αργύριο είναι κατώτερο από τον χρυσό' η κοιλία και οι μηροί οι χάλκινοι είναι η μετά την βασιλεία των Περσών μέλλουσα να έλθει βασιλεία των Ελλήνων, την οποία θέλει αυξήσει ο βασιλεύς Αλέξανδρος, φονεύων τον βασιλέα της Περσίας Δαρείο' μετά από αυτή θέλει έλθει η βασιλεία των Ρωμαίων, που θα είναι ισχυροτέρα από τις άλλες βασιλείες, καθώς και ο σίδηρος είναι δυνατότερος από τον χαλκό και τον άργυρο και τον χρυσό.
 Το δε γιατι οι πόδες ήσαν μέρος μεν σιδηροί, μέρος δε οστράκινοι, δηλώνει, ότι πολλά μεν έθνη θα είναι κατά τον καιρό εκείνο μεμιγμένα στον κόσμο, όμως αυτά θα έχουν διαφόρους θρησκείες, και δεν θα πιστεύουν όλοι σε ένα Θεό, αλλά θα είναι απ’ αλλήλων κεχωρισμένοι κατά την πίστη, καθώς και ο σίδηρος, όταν αναλύσει, δεν ενώνεται με το όστρακο. 
Κατά δε τις ημέρες εκείνες της τελευταίας βασιλείας θέλει αναστήσει ο Θεός του ουρανού Βασιλεία, η οποία δεν θέλει διαφθαρεί εις τον αιώνα και τέλος δεν θα έχει». Τούτο δε έλεγε ο Προφήτης, σημαίνων την επ’ εσχάτων των χρόνων Γέννηση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του αχειροτμήτου Λίθου, η οποία εγένετο εκ του Όρους του νοητού, δηλαδή της Παρθένου, άνευ θελήματος ανδρός.

Όταν άκουσε αυτά ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ έπεσε επί πρόσωπο καί προσεκύνησε τον Δανιήλ, καί είπε «Αληθώς ο Θεός τον οποίο συ προσκυνείς, αυτός είναι ο Θεός, ο οποίος αποκαλύπτει κρύφια μυστήρια». Αφού έδωσε μεγάλα χαρίσματα στον Προφήτη, το κατέστησε πρώτον επάνω στους λογιστές της βασιλείας του. Ο δε Δανιήλ παρεκάλεσε τον βασιλέα και ετίμησε και τους Τρεις Παίδες τους συγγενείς του, και τους έκαμε άρχοντες στις πόλεις και τις επαρχίες, αυτόν δε τον έκαμε άρχοντα στην αυλή του βασιλέως.

 «Νέος Θησαυρός» του Γεωργίου Σουγδουρή

από Προσκυνητής

Πέμπτη, Ιουλίου 20, 2017

Ο προφήτης Ηλίας...

O προφήτης Hλίας είναι πολύ τιμημένος από εμάς τους Έλληνες. Όπου να πας θα δεις ρημοκλήσια του απάνω στις κορφές των βουνών, από τα μικρά ως τα μεγάλα. O άγιος Nικόλας φυλάγει τη θάλασσα κι' ο προφήτης Hλίας τα βουνά. Mέσα στα ρημοκλήσια του είναι ζωγραφισμένος από κείνους τους παληούς μαστόρους σαν τσομπάνος με τη φλοκάτα, με μαλλιά και γένια ανακατεμένα και στριφτά σαν αγριόπρινος, γερακομύτης σαν αητός, με μάτια φλογερά. Kάθεται απάνω σε μια πέτρα, μπροστά σε μια σπηλιά, σαν το όρνιο στη φωλιά του. Έχει ακουμπισμένο το κεφάλι του στην απαλάμη του, και κοιτάζει κατά πίσω, σαν να ακούγει τη φωνή του Θεού που του μιλά μέσα σε κείνα τα άσπλαχνα κράκουρα. Aπό πάνω του πετά ο κόρακας μ' ένα κομμάτι κρέας, και χυμίζει κατά κάτω να του το δώσει. Όπως είναι ζωγραφισμένος μέσα στο ρημοκλήσι του, θαρρείς πως βρίσκεσαι αληθινά μέσα στη σπηλιά του, και ακούς τον αγέρα που βουΐζει στα χορτάρια και τα όρνια που κράζουνε κόβοντας γύρους από πάνω από το βουνό. Kανένα παμπάλαιο θυμιατήρι είναι κρεμασμένο δίπλα του απάνω στον καπνισμένον τοίχο, κανένα κερί σβηστό στέκεται μπηγμένο στον άμμο σ' ένα μανουάλι βουνίσιο σαν τον άγιο που είναι ο νοικοκύρης εκείνου του ρημοκλησιού. Kάθε χρόνο, στις 20 Iουλίου, έρχουνται αποβραδύς οι χριστιανοί από το χωριό με τον παπά, και τον προσκυνάνε τον προφήτη Hλία, ανάβουνε τα καντήλια, θυμιάζουνε, και ψέλνει κανένας γέρος και λέγει τα στιχηρά της μνήμης του, και κείνος ακούγει με το άγριο κεφάλι του ακουμπισμένο στο χέρι του, κι' ο κόρακας βαστά το ίσιο με τη βραχνή φωνή του: "Xαίροις επίγειε Άγγελε και ουράνιε άνθρωπε, Hλία μεγαλώνυμε. Xαίροις Hλία ζηλωτά, των παθών αυτοκράτωρ. Ω του θαύματος! O πήλινος άνθρωπος, ουρανούς του βρέχειν υετόν ουκ έδωκεν, και ουρανούς ανατρέχει εν πυρίνω άρματι". Kαι την άλλη μέρα, άμα τελειώσει η λειτουργία, φεύγουνε οι άνθρωποι, κι' ο Hλίας κάθεται πάλι ολομόναχος "μονώτατος", βουβός, τυλιγμένος στην προβιά του, σαν αγιούπας κουρνιασμένος. Xιλιάδες χρόνια κάθεται έτσι, άλλες πολλές θα κάθεται, "έως του ελθείν την ημέραν Kυρίου την μεγάλην και επιφανή".


(από το Ο πύρινος άγιος Ηλίας ο Θεσβίτητης,γίγαντες ταπεινοί, Aκρίτας 2000)


Τετάρτη, Ιουλίου 19, 2017

Η παιδαγωγία του Θεού στον ζηλωτή προφήτη κατά τον Ι. Χρυσόστομο




απόσπασμα εισήγησης Σεβ. Γορτύνης κ. Ιερεμίου

Ὑπάρχει μία σπουδαία ὅσο καί τολμηρή ὁμιλία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου περί τοῦ προφήτου Ἠλία. Τήν παραθέτω συντόμως.
 Κατά τήν ὁμιλία αὐτή ὁ Θεός προσπάθησε πολύ νά κάνει τόν ζηλωτή προφήτη του ἐπιεικῆ καί φιλάνθρωπο, χωρίς ὅμως... νά τό πετύχει. Ἡ ὁμιλία παρουσιάζει τόν Ἠλία νά ἀπορεῖ γιά τήν ἀγάπη καί τήν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ στούς ἀποστάτες Ἰσραηλῖτες, γιατί ἔβλεπε ὅτι μέ αὐτήν δέν ἐπέρχεται ἡ διόρθωσή τους.
Πίστευε δέ ὅτι ἡ διόρθωση αὐτή τοῦ λαοῦ θά ἔλθει μέ μία τιμωρία, αὐστηρή τιμωρία ἐναντίον του. Γι᾽ αὐτό – ὅπως τό παρουσιάζει ἡ ὁμιλία τοῦ ἱεροῦ Πατρός – τόλμησε νά παρουσιαστεῖ στόν Θεό καί νά τόν «δέσει» μέ ὅρκο νά δώσει τιμωρία στούς Ἰσραηλῖτες, ὅπως τήν σκεπτόταν αὐτός, καί νά μή λύσει τήν τιμωρία αὐτή, ἄν δέν τό πεῖ ὁ ἴδιος!...
«Εἰ μή διά στόματός μου», εἶπε! Ὁ προφήτης Ἠλίας ζήτησε ἀπό τόν Θεό νά δώσει ἀνομβρία στήν γῆ γιά τρία ἔτη καί ἕξι μῆνες. Ἡ ὁμιλία παρουσιάζει τόν Θεό νά «συνέχεται», νά συμπιέζεται· ἀπό τήν μιά μεριά ἤθελε νά ἀκούσει τόν ζηλωτή του προφήτη Ἠλία, ἀλλά καί ἀπό τήν ἄλλη μεριά εὐσπλαγχνιζόταν τόν λαό γιά τό κακό τῆς ἀνομβρίας καί τῆς πείνας, πού θά τοῦ συνέβαινε.
 Γι᾽ αὐτό καί κάνει μέν τό θέλημα τοῦ Ἠλία, ἀλλά καί τόν βοηθεῖ νά γίνει φιλάνθρωπος, ὥστε σύντομα αὐτός νά τόν παρακαλέσει γιά τήν λύση τῆς τιμωρίας. Πρῶτα-πρῶτα ὁ Θεός «συγκολάζει τῷ λαῷ τόν προφήτην»!
Ἀφοῦ ὁ Ἠλίας ζήτησε ἀνομβρία γιά τόν λαό, θά ὑπαχθεῖ καί ὁ ἴδιος στήν τιμωρία αὐτή!... Φροντίζει ὅμως ἰδιαίτερα ὁ Θεός γιά τόν προφήτη του, γι᾽ αὐτό καί τόν τρέφει μυστικά καί θαυμαστά. Καί λέγομε «θαυμαστά», γιατί τόν τρέφει μέ ἕναν κόρακα, πού τοῦ πήγαινε κρέας.
Ὁ κόρακας ὅμως, σχολιάζει ὁ Χρυσόστομος, εἶναι ζῶο «μισότεκνον», γιατί δέν ἀγαπᾶ τά νεογνά του, ἀφοῦ δέν τά τρέφει.
Γι᾽ αὐτό καί ὁ ψαλμωδός Δαυΐδ παριστάνει τά μικρά τῶν κοράκων νά ἐπικαλοῦνται τόν Θεό γιά τροφή, ἀφοῦ ὁ πατέρας τους δέν τούς τήν δίνει: «Τοῖς νεοσσοῖς τῶν κοράκων τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν (τόν Θεόν)» (Ψαλμ. 146,9).


 Ὅπως ὁ κόρακας εἶναι μισότεκνος, ἔτσι καί ὁ Ἠλίας ἦταν μισότεκνος πρός τούς Ἰουδαίους ἕνεκα τῆς ἀποστασίας τους.
Ἀλλά νά τώρα πού ὁ κόρακας μεταβάλλεται καί γίνεται φιλάνθρωπος καί πηγαίνει τροφή στόν Ἠλία. Αὐτό ἦταν τό μυστικό μάθημα, πού ἤθελε ὁ Θεός νά δώσει στόν προφήτη του: Νά γίνει μεσίτης γιά τούς Ἰουδαίους, ὅπως ὁ κόρακας μετέβαλε τήν φύση του καί γίνεται μεσίτης τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ πρός αὐτόν (τόν Ἠλία) καί τοῦ πηγαίνει τροφή στόν καιρό τῆς πείνας.
Ὁ προφήτης Ἠλίας ὅμως δέν διδάχθηκε ἀπό τό μάθημα αὐτό ἤ μᾶλλον δέν θά τό ἐνόησε καί καθόλου, γι᾽ αὐτό καί ὁ Θεός τοῦ ἀφαιρεῖ τώρα τήν διατροφή του ἀπό τόν κόρακα, ὥστε νά πιεστεῖ ἀπό τήν πείνα καί νά πρεσβεύσει στόν Θεό νά λυθεῖ ἡ τιμωρία.
Ἀλλά ὁ Ἠλίας ἦταν τόσο πολύ χολωμένος γιά τήν ἀποστασία τοῦ Ἰσραήλ ἀπό τόν Θεό, ὥστε, ὄχι! Δέν ἤθελε νά παρακαλέσει γι᾽ αὐτούς πού ζοῦσαν ἀκόμη στήν ἀποστασία τους. Ἀφοῦ, λοιπόν, ὁ προφήτης Ἠλίας δέν διδάχθηκε ἀπό τό μάθημα τοῦ κόρακα, ἔφερε ὁ Θεός ἔτσι τά πράγματα νά διδαχθεῖ ἀπό μιά εἰδωλολάτρισσα χήρα γυναίκα.


Ἀκοῦστε: Ἡ πείνα ἔθλιβε τόν Ἠλία καί ὁ Θεός τοῦ εἶπε: «Φύγε ἀπ᾽ ἐδῶ καί πήγαινε ἔξω ἀπό τό Ἰσραήλ, στά Σαρεφθά τῆς Σιδωνίας καί ἐκεῖ θά πῶ σέ μιά χήρα ἐθνική γυναίκα νά σέ διαθρέψει». Ἀπαγορευόταν τότε ἡ ἐπικοινωνία τῶν Ἰουδαίων μέ τούς Ἐθνικούς καί γι᾽ αὐτό ὁ Θεός, ἑρμηνεύει ὁ Χρυσόστομος, εἶπε στόν Ἠλία νά πάει σέ ἐθνική γυναίκα νά τόν διαθρέψει, ὥστε νά σιχαθεῖ τήν τροφή ἀπό εἰδωλολάτρισσα καί νά μεσιτεύσει στόν Θεό νά στείλει βροχή καί νά πάψει ἡ τιμωρία τῆς πείνας. Οὔτε ὅμως καί ἀπό αὐτό ὁ Ἠλίας κάμφθηκε σέ φιλανθρωπία ὑπέρ τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλά πῆγε μακρυά στά Σαρεφθά τῆς Σιδωνίας γιά νά τραφεῖ ἐκεῖ.
 Ὁ Θεός ὅμως ἔκανε ἐκεῖ τήν χήρα γυναίκα νά τοῦ μιλήσει σκληρά, ἐνῶ μάλιστα αὐτός βρισκόταν σέ μεγάλη πείνα· καί αὐτό τό ἔκανε γιά νά πονέσει καί νά γίνει φιλάνθρωπος. Στόν πεινασμένο, λοιπόν, προφήτη ἡ χήρα ἐθνική γυναίκα τοῦ εἶπε: «Δέν ἔχω καθόλου ψωμί παρά μόνο μιά χούφτα ἀλεύρι στό πιθάρι καί λίγο λάδι στό δοχεῖο.
Θά τά ἑτοιμάσω γιά μένα καί γιά τά παιδιά μου, θά τά φᾶμε καί μετά θά πεθάνουμε» (Γ´ Βασ. 17,22). Αὐτά τά λόγια τῆς χήρας γυναίκας πρέπει νά πόνεσαν τόν Ἠλία. «Αὐτή ἡ γυναίκα – θά σκέφθηκε – ὑποφέρει περισσότερο ἀπό μένα, γιατί ἐγώ ὑποφέρω μόνος, ἐνῶ αὐτή ὑποφέρει καί μέ τά παιδιά της. Ἄς μή γίνω λοιπόν πρόξενος θανάτου στήν χήρα γυναίκα πού μέ δέχθηκε σπίτι της».


Ὅπως φαίνεται, τώρα γιά πρώτη φορά ὁ Ἠλίας ὁμιλεῖ φιλάνθρωπα. Ὅπως λέγει ὁ Χρυσόστομος «χαυνοῦται πρός τήν φωνήν (τῆς χήρας), ἄρχεται λοιπόν φιλανθρωπίας ἐν ἑαυτῷ περιφέρειν μελέτην». Τώρα ὁ Ἠλίας εὐλογεῖ τήν τροφή τῆς γυναίκας νά μή λείψει ἀπό τό σπίτι της καί τώρα γιά πρώτη φορά μιλάει γιά λύση τῆς τιμωρίας καί ὅτι ὁ Θεός θά στείλει βροχή στήν γῆ.
 Εἶπε, λοιπόν, στήν ἀπελπισμένη χήρα γυναίκα: «Τό πιθάρι μέ τό ἀλεύρι δέν θ᾽ ἀδειάσει καί τό λάδι στό δοχεῖο δέν θά λιγοστέψει, μέχρι τήν ἡμέρα πού ὁ Κύριος θά στείλει βροχή στήν γῆ» (Γ´ Βασ. 17,14).


Ἄς παρατηρήσουμε ὅμως μαζί μέ τόν Χρυσόστομο, ὅτι ἀκοῦμε μέν τόν προφήτη Ἠλία νά λέει στήν χήρα ὅτι θά ἔρθει κάποτε βροχή στή γῆ, δέν τόν ἀκοῦμε ὅμως νά προσεύχεται γι᾽ αὐτό, ὥστε νά σταματήσει γρήγορα ἡ ἀνομβρία.
Γι᾽ αὐτό ὁ Θεός βοηθεῖ τόν προφήτη του νά προοδεύσει στήν φιλανθρωπία, πού τώρα ἄρχισε νά τοῦ ἐμφανίζεται, καί κάνει νά πεθάνει τό παιδί τῆς χήρας! Αὐτό πόνεσε πολύ τήν χήρα, ἡ ὁποία καί πα- ραπονέθηκε στόν προφήτη.
Ὁ Ἠλίας τῆς ἔδωσε τήν εὐλογία στό σπίτι της νά μή λείψει ἡ τροφή ἀπ᾽ αὐτό, ἀλλά γιά τήν χήρα –ὅπως τήν παρουσιάζει νά λέει ὁ Χρυσόστομος – θά ἦταν καλύτερα νά πέθαινε μέ τό παιδί της ἀπό τήν πείνα, ὅπως τό εἶπε ἀπό τήν ἀρχή στόν προφήτη, παρά νά ζεῖ τώρα αὐτή καί νά βλέπει νεκρό τό παιδί της.
Καί ὁ προφήτης τοῦ Θεοῦ ὄχι ἁπλῶς λυπόταν, ἀλλά καί ντρεπόταν γιά τό θέαμα, ὅπως τό ὑποθέτει ὁ Χρυσόστομος. Θά σκεπτόταν: «Προτοῦ νά ἔρθω καί νά φιλοξενηθῶ ἀπό τήν γυναίκα, αὐτή ἦταν εὔτεκνος. Τώρα μέ τήν φιλοξενία μου τῆς πέθανε τό ἀγαπητό της παιδί καί αὐτή ὀδύρεται. Αὐτόν τόν μισθό ἔδωσα στήν γυναίκα γιά τήν καλή της φιλοξενία;» Σκεπτόμενος, λοιπόν, τό συμβάν καί ντρεπόμενος γι᾽ αὐτό ἄρχισε νά ἐννοεῖ ὅτι τό συμβάν δέν εἶναι φυσικό, ἀλλά προέρχεται ἀπό τόν Θεό καί ὅτι κάτι θέλει νά τοῦ πεῖ ὁ Θεός μέ αὐτό.
Ἀλλά κατάλαβε ὁ Ἠλίας τήν τέχνη καί τόν σκοπό τοῦ Θεοῦ: Ἤθελε νά τόν κάνει σπλαγχνικό πρός τόν Ἰσραήλ. Ἄς μεταφράσω τήν σχετική περικοπή ἀπό τήν ὁμιλία τοῦ Χρυσοστόμου. Ὁ ἱερός πατήρ παριστάνει τόν Ἠλία νά λέγει: «Δέν εἶναι τό συμβάν φυσικός θάνατος· εἶναι, Θεέ, ἀπό τήν δική σου τέχνη καί κατ᾽ ἀνάγκην μέ κάνεις φιλάνθρωπο.
 Ὥστε, ὅταν σοῦ πῶ, “Ἐλέησε Κύριε τό νεκρό παιδί τῆς χήρας”, θά μοῦ πεῖς καί σύ – “Ἐλέησε τό παιδί μου τόν Ἰσραήλ”. Μέ ὠθεῖς γιά φιλανθρωπία, Θεέ. Καταλαβαίνω τά τεχνάσματά σου Κύριε, γιατί ὅταν θά σοῦ πῶ ἐγώ, “Σῶσε τόπαιδί τῆς χήρας τό νεκρό”, θά μοῦ πεῖς: “Οἰκτείρησε καί σύ τόν Ἰσραήλ τόν νεκρό ἀπό τήν πείνα.
Μοῦ ζητᾶς χάρη, ἀλλά κάνε καί σύ χάρη. Λύσε τήν ἀπόφαση τοῦ λιμοῦ καί λύνω καί ἐγώ τόν θάνατο τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας”».  Τότε, λοιπόν, ὅταν εἶδε ὁ Θεός ὅτι ὁ Ἠλίας ἔγινε φιλανθρωπότερος, τότε τόν στέλνει στόν Ἀχαάβ νά τοῦ ἀναγγείλει ὅτι θά λυθεῖ ἡ τιμωρία: «Πορεύθητι – τοῦ εἶπε – καί ὄφθητι τῷ Ἀχαάβ καί δώσω ὑετόν ἐπί πρόσωπον τῆς γῆς» (Γ´ Βασ. 18,1).


 Ἄς παρατηρήσουμε ὅμως ὅτι ὁ Θεός ἔδωσε στόν προφήτη νά πεῖ αὐτά τά λόγια φιλανθρωπίας γιά τήν λύση τοῦ λιμοῦ, ὅταν καί ὁ ἴδιος ὁ προφήτης ἔγινε φιλανθρωπότερος. Καί ἄς παρατηρήσουμε ἀκόμη ὅτι δέν ἔλυσε ὁ Θεός μόνος του τόν λιμό χωρίς πρῶτα νά τό ἀναγγείλει ὁ προφήτης του, ὁ ὁποῖος καί προανήγγειλε τήν ἔναρξη τοῦ λιμοῦ.
 Τρέχει, λοιπόν, τώρα ὁ προφήτης Ἠλίας σέ ὅλη τήν χώρα καί κηρύττει τήν λύση τῆς τιμωρίας, ὅτι θά ἔρθει βροχή στήν γῆ. Ἀλλά ἐκεῖ πού πήγαινε νά κηρύξει αὐτό τό χαρμόσυνο μήνυμα, ἔβλεπε πάλι ἀσέβειες καί παραβάσεις τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καί σκεπτόταν νέα τιμωρία κατά τοῦ λαοῦ. «Πάλιν τήν αὐτῶν ἀσέβειαν θεασάμενος, ἐμελέτα τινά τιμωρίαν κατ᾽ αὐτῶν ἀπόφασιν λυπηράν». Βλέποντας, λοιπόν ὁ Θεός τόν Ἠλία, λέει ὁ Χρυσόστομος, ὅτι δέν εἶναι συμπαθητικός στά ἁμαρτήματα τῶν ἀνθρώπων, τόν χωρίζει ἀπ᾽ αὐτούς, δέν τόν ἀφήνει νά κατοικήσει μαζί τους!


 Σάν νά τοῦ λέει, ὅπως τό φαντάζεται ὁ Χρυσόστομος: «Ἐγώ, ὦ Ἠλία, γνωρίζω τόν ζῆλο σου καί ἀναγνωρίζω τήν πολιτεία σου. Ὅμως, εὐσπλαγχνίζομαι τούς ἁμαρτωλούς ὅταν τιμωροῦνται πολύ. Ἀλλά ἐσύ ἐκδικεῖσαι πολύ τήν ἀσέβεια, οἱ ἄνθρωποι ὅμως συνεχῶς ἁμαρτάνουν. Σᾶς χωρίζω ἀπό τό νά συγκατοικεῖτε. Ἐσύ, ἀφοῦ δέν μπορεῖς νά ὑπομένεις τούς ἁμαρτωλούς, πήγαινε μέχρι τόν οὐρανό. Στήν γῆ θά κατέβω Ἐγώ. Ἄν ἐσύ, Ἠλία, μείνεις γιά πολύ στήν γῆ θά χαθεῖ τό ἀνθρώπινο γένος, γιατί συνεχῶς θά τούς τιμωρεῖς. Τί θά γίνει, λοιπόν; Πήγαινε, Ἠλία, μέχρι στόν οὐρανό. Δέν μπορεῖ ἡ φωτιά νά εἶναι μαζί μέ τά καλάμια! Σοῦ δίνω τήν χαρά νά συγκατοικεῖς μέ ἀναμάρτητους· μεῖνε μαζί μέ τούς χορούς τῶν ἀγγέλων. Πήγαινε, λοιπόν, πρός τόν οὐρανό. Μέ τούς ἁμαρτωλούς θά κατοικήσω ἐγώ. Ἐγώ, πού θέλω νά φέρω στόν ὦμο μου τό πλανεμένο πρόβατο. Ἐγώ πού θά πῶ σέ ὅλους τούς ἁμαρτωλούς: “Ἐλᾶτε σέ μένα ὅλοι οἱ βεβαρυμένοι”· δέν θά σᾶς κολάσω, ἀλλά “θά σᾶς ἀναπαύσω”».


 Tά ἴδια περίπου γιά τόν προφήτη Ἠλία λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος καί σέ μία του ἄλλη ὁμιλία ἀφιερωμένη σ᾽ αὐτόν (MPG 50,725-736). Λέγει δηλαδή ὅτι ὁ Θεός εἶναι φιλάνθρωπος καί ὄχι ἀπάνθρωπος καί ἤθελε ἔτσι νά κάνει καί τόν προφήτη του Ἠλία. Γι᾽ αὐτό ὁ Θεός, λέγει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, ἔδωσε τό «δεσμεῖν» καί «λύειν» στόν ἄνθρωπο ἱερέα καί ὄχι σέ ἄγγελο, διότι ὁ ἱερεύς, σάν ἄνθρωπος μέ σάρκα, θά κατανοεῖ τόν πειρασμό καί τό ἁμάρτημα τοῦ ἐξομολογουμένου πιστοῦ, ἐνῶ ὁ ἄγγελος θά τοῦ ἀπέκοπτε τήν κεφαλήν! «Εἰ γάρ ἦν ἄγγελος ἱερεύς καί ἔλαβε τινά πορνεύσαντα, εὐθύς ἀνῄρει αὐτόν, αὐτός τῷ πάθει τοῦτο οὐ συμπεπλεγμένος. Διά τοῦτο, εἰ ἔλαβε ἄγγελος τήν ἐξουσίαν τοῦ ἱερατεύειν, οὐκ ἐδίδασκεν, ἀλλ᾽ εὐθέως ἀνῄρει διά τό ἐκεῖνον μή εἶναι τοιοῦτον, εἰς ὀργήν αὐτόν ἔφερε κατά τοῦ τοιούτου. Ἀλλά διά τοῦτο ἄνθρωπος ἐπιστεύθη, εἰδώς τά πλημμελήματα ἑαυτοῦ καί ἐκ πείρας ἔχων, ἵνα συγγινώσκῃ τοῖς ἁμαρτάνουσι, καί μή κινῆται διά τῆς ὀργῆς καί μή κενῶται διά τῆς ὀργῆς ἡ Ἐκκλησία» (MPG 50,728)!


 Καί γι᾽ αὐτό μάλιστα, λέγει ὁ Χρυσόστομος, ὁ Χριστός ἐπέτρεψε ὁ Πέτρος, στόν ὁποῖο ἔδωσε τό «δεσμεῖν» καί «λύειν», νά ἁμαρτήσει μέ τήν ἄρνησή του, φοβηθείς μία ὑπηρέτρια, γιά νά εἶναι ὁ ἴδιος ἐπιεικής στούς χριστιανούς.
 Καί γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς, συνεχίζει λέγοντας ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, ἐπέτρεψε ὁ Θεός καί ὁ Ἠλίας, πρίν ἀπό τόν Πέτρο, νά πέσει στό ἴδιο ἁμάρτημα μέ αὐτόν, στό ἁμάρτημα τῆς δειλίας σέ μία γυναίκα, γιά νά γίνει καί φιλάνθρωπος ὁ ζηλωτής προφήτης του.


 Πραγματικά, ὁ Ἠλίας ἐφοβήθη τήν Ἰεζάβελ καί γι᾽ αὐτό ἔφυγε πολύ μακράν τοῦ Ἰσραήλ, στά Σαρεφθά τῆς Σιδωνίας. Καί λέγει ὡραῖα ὁ Χρυσόστομος: «Αἱ δύο ἀκροπόλεις (Ἠλίας καί Πέτρος) ὑπό γυναικός ἠλέγχθησαν· Πέτρος κόρην ἐφοβήθη καί Ἠλίας τήν Ἰεζάβελ· τοῖς αὐτοῖς περιέπεσον ἁμαρτήμασι...
Νῦν δέ ἐδείχθη Ἠλίας καί αὐτός ἁμαρτίᾳ ὑπεπτωκώς, τοῦ Θεοῦ συγχωρήσαντος καί ἐπινοοῦντος, ἵνα ἐξ ὧν αὐτός φιλανθρωπίας ἔτυχε, καί αὐτός ᾖ πρός τούς ἄλλους μή ἀπάνθρωπος» (MPG 50,734)!



Δευτέρα, Μαρτίου 18, 2013

...υἱοὺς ἐγέννησα καὶ ὕψωσα, αὐτοὶ δέ με ἠθέτησαν...

 
 
 
Tη Καθαρά Δευτέρα το πρωϊ διαβάζεται το πρώτο κεφάλαιο από το βιβλίο του Ησαΐα.
Η όραση αυτή αφορά τον αποστάτη Ισραήλ και παρουσιάζει μια φοβερή μεγαλειώδη εικόνα. Ο ίδιος ο Κύριος καλεί μάρτυρες τον Ουρανό και την Γη σε αυτά πού θα εξαγγείλει στον λαό Του, δια του προφήτη Του. 
Πρόκειται για μια επίσημη στιγμή. Μάρτυρες όχι ανθρώπινοι αλλά αυτός ο Ουρανός και αυτή η γή. Εξαγγέλων όχι κάποιος κατήγορος ή ρήτορας αλλά Αυτός ο Ίδιος ο Κύριος των Δυνάμεων( ότι Κύριος ελάλησεν). Ελέγχει την τυπολατρεία και την ανομία των Ιουδαίων, ονομάζοντας τους, λαό και άρχοντες, όχι πλέον Εκλεκτό λαό, αλλά λαό Σοδόμων και Γομόρρας. Απορρίπτει τις νηστείες, τις αργίες και τις εορτές τους, αποστρέφεται τις θυσίες ως Ανενδεής και ζητάει έλεος, μετάνοια και αγαθοεργία, υπεράσπιση των αδικουμένων, εξιλέωση και καθαρότητα, ΣΥΝΔΙΑΛΛΑΓΗ και ΚΑΤΑΛΛΑΓΗ μαζί Του. Τέλος, απαιτεί την επιστροφή και μετάνοια για την σωτηρία του Ισραήλ, τον οποίον αλλιώς περιμένει αυτοκαταστροφή και απώλεια.

Τεράστιας σημασίας και δυναμικής προφητικό κείμενο. Δραματικά επίκαιρο. Κάθε λέξη λες και απευθύνεται στην σύγχρονη Εκκλησία, λαό και κλήρο και μάλιστα στον αποστάτη λαό των ελληνορθοδόξων. Αξίζει να το ξαναδιαβάσουμε για να μάθουμε τί είμαστε και τί οφείλουμε και ποιός ο τρόπος σωτηρίας μας πλέον.Γιατί Προφητεία αυτό σημαίνει. Ερμηνεία του θελήματος του Θεού διά των θεουμένων και υποταγή στο θέλημα και τον δρόμο Του και όχι αόριστη μελλοντολογία και κολακεία των ώτων .
Καλή επιστροφή. 
Το αφήνω αμετάφραστο για το μεγαλείο του κειμένου. αλλά και επειδή είναι ιδιαίτερα εύληπτο και κατανοητό.
Oι υπογραμμίσεις και οι παρενθέσεις είναι από το site ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΟΡΑΣΙΣ, ἣν εἶδεν ῾Ησαΐας υἱὸς ᾿Αμώς, ἣν εἶδε κατὰ τῆς ᾿Ιουδαίας καὶ κατὰ ῾Ιερουσαλὴμ ἐν βασιλείᾳ ᾿Οζίου καὶ ᾿Ιωάθαμ καὶ ῎Αχαζ καὶ ᾿Εζεκίου, οἵ ἐβασίλευσαν τῆς ᾿Ιουδαίας. ῎Ακουε οὐρανὲ καὶ ἐνωτίζου γῆ, ὅτι Κύριος ἐλάλησεν· υἱοὺς ἐγέννησα καὶ ὕψωσα, αὐτοὶ δέ με ἠθέτησαν. ἔγνω βοῦς τὸν κτησάμενον καὶ ὄνος τὴν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ· ᾿Ισραὴλ δέ με οὐκ ἔγνω καὶ ὁ λαός με οὐ συνῆκεν (Ὁ λαὸς δὲν μὲ ἀναγνωρίζει ὡς κύριόν του, δὲν ἔχει οὔτε στοιχειώδη κατανόηση γιὰ μένα). οὐαὶ ἔθνος ἁμαρτωλόν, λαὸς πλήρης ἁμαρτιῶν, σπέρμα πονηρόν, υἱοὶ ἄνομοι· ἐγκατελίπατε τὸν Κύριον καὶ παρωργίσατε τὸν ἅγιον τοῦ ᾿Ισραήλ. τί ἔτι πληγῆτε προστιθέντες ἀνομίαν; (γιατί ἐξακολουθεῖτε νὰ πληγώνεστε, προσθέτοντες ἁμαρτίες στὶς ἁμαρτίες;) πᾶσα κεφαλὴ εἰς πόνον καὶ πᾶσα καρδία εἰς λύπην. ἀπὸ ποδῶν ἕως κεφαλῆς οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῷ ὁλοκληρία, οὔτε τραῦμα οὔτε μώλωψ οὔτε πληγὴ φλεγμαίνουσα· (ὅλο τὸ σῶμα σας εἶναι μιὰ πληγή) οὐκ ἔστιν μάλαγμα ἐπιθῆναι οὔτε ἔλαιον οὔτε καταδέσμους. ἡ γῆ ὑμῶν ἔρημος, αἱ πόλεις ὑμῶν πυρίκαυστοι· τὴν χώραν ὑμῶν ἐνώπιον ὑμῶν ἀλλότριοι κατεσθίουσι αὐτήν, καὶ ἠρήμωται κατεστραμμένη ὑπὸ λαῶν ἀλλοτρίων. ἐγκαταλειφθήσεται ἡ θυγάτηρ Σιὼν ὡς σκηνὴ ἐν ἀμπελῶνι καὶ ὡς ὀπωροφυλάκιον ἐν σικυηράτῳ (ἀγρὸς ἀγγουριῶν), ὡς πόλις πολιορκουμένη· καὶ εἰ μὴ Κύριος σαβαὼθ ἐγκατέλιπεν ἡμῖν σπέρμα, ὡς Σόδομα ἂν ἐγενήθημεν καὶ ὡς Γόμορρα ἂν ὡμοιώθημεν.

᾿Ακούσατε λόγον Κυρίου, ἄρχοντες Σοδόμων· προσέχετε νόμον Θεοῦ λαὸς Γομόρρας. τί μοι πλῆθος τῶν θυσιῶν ὑμῶν; λέγει Κύριος· πλήρης εἰμὶ ὁλοκαυτωμάτων κριῶν, καὶ στέαρ ἀρνῶν καὶ αἷμα ταύρων καὶ τράγων οὐ βούλομαι, οὐδὲ ἂν ἔρχησθε ὀφθῆναι μοι. τίς γὰρ ἐξεζήτησε ταῦτα ἐκ τῶν χειρῶν ὑμῶν; πατεῖν τὴν αὐλήν μου  οὐ προσθήσεσθαι· ἐὰν φέρητε σεμίδαλιν, μάταιον· θυμίαμα, βδέλυγμά μοί ἐστι· τὰς νουμηνίας ὑμῶν καὶ τὰ σάββατα καὶ ἡμέραν μεγάλην οὐκ ἀνέχομαι· νηστείαν καὶ ἀργίαν καὶ τὰς νουμηνίας ὑμῶν καὶ τὰς ἑορτὰς ὑμῶν μισεῖ ἡ ψυχή μου· ἐγενήθητέ μοι εἰς πλησμονήν, οὐκέτι ἀνήσω τὰς ἁμαρτίας ὑμῶν (σᾶς χόρτασα, μοῦ καθίσατε στὸ στομάχι, δὲν θὰ ἀνεχθῶ πλέον τὶς ἁμαρτίες σας). ὅταν ἐκτείνητε τὰς χεῖρας ὑμῶν πρός με, ἀποστρέψω τοὺς ὀφθαλμούς μου ἀφ᾿ ὑμῶν, καὶ ἐὰν πληθύνητε τὴν δέησιν, οὐκ εἰσακούσομαι ὑμῶν· αἱ γὰρ χεῖρες ὑμῶν αἵματος πλήρεις. λούσασθε καὶ καθαροὶ γίνεσθε, ἀφέλετε τὰς πονηρίας ἀπὸ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν μου, παύσασθε ἀπὸ τῶν πονηριῶν ὑμῶν, μάθετε καλὸν ποιεῖν, ἐκζητήσατε κρίσιν, ρύσασθε ἀδικούμενον, κρίνατε ὀρφανῷ καὶ δικαιώσατε χήραν· καὶ δεῦτε διαλεχθῶμεν, λέγει Κύριος· καὶ ἐὰν ὦσιν αἱ ἁμαρτίαι ὑμῶν ὡς φοινικοῦν, ὡς χιόνα λευκανῶ, ἐὰν δὲ ὦσιν ὡς κόκκινον, ὡς ἔριον λευκανῶ. καὶ ἐὰν θέλητε καὶ εἰσακούσητέ μου, τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς φάγεσθε· ἐὰν δὲ μὴ θέλητε, μηδὲ εἰσακούσητέ μου, μάχαιρα ὑμᾶς κατέδεται· τὸ γὰρ στόμα Κυρίου ἐλάλησε ταῦτα.