ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ρωμαίικα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ρωμαίικα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 20, 2018

Λόγια σοφά,γνήσια,χριστιανικά,επίκαιρα!



Τα Χριστούγεννα, τα Φώτα, η Πρωτοχρονιά, κι άλλες γιορτές, για πολλούς ανθρώπους δεν είναι καθόλου γιορτές και χαρούμενες μέρες, αλλά μέρες που φέρνουνε θλίψη και δοκιμασία. Δοκιμάζονται οι ψυχές εκείνων που δεν είναι σε θέση να χαρούνε, σε καιρό που οι άλλοι χαίρουνται. Παρεκτός από τους ανθρώπους που είναι πικραμένοι από τις συμφορές της ζωής, τους χαροκαμένους, τους αρρώστους, οι περισσότερο, πικραμένοι, είναι εκείνοι που τους στενεύει η ανάγκη να γίνουνε τούτες τις χαρμόσυνες μέρες ζητιάνοι, διακονιαρέοι. Πολλοί απ’ αυτούς μπορεί να μη δίνουνε σημασία στη δική τους ευτυχία, μα γίνουνται ζητιάνοι για να δώσουνε τη χαρά στα παιδιά τους και στ’ άλλα πρόσωπα που κρέμουνται απ’ αυτούς. Οι τέτοιοι κρυφοκλαίνε από το παράπονό τους κι’ αυτοί είναι οι πιο μεγάλοι μάρτυρες, που καταπίνουνε την πίκρα τους μέρα νύχτα, σαν το πικροβότανο.

Ίσα-ίσα αυτές τις αγιασμένες μέρες που θα’πρεπε να σμίξουνε πιο κοντά οι άνθρωποι συναμεταξύ τους, «να περιπτυχθώσιν αλλήλους», ίσια ίσια αυτές τις μέρες αποξενώνουνται περισσότερο ο ένας από τον άλλον, χωρίζουνται σε δύο στρατόπεδα ολότελα ξένα τόνα στ’ άλλο, σχεδόν εχθρικά. Από τη μια μεριά είναι οι ευτυχισμένοι οι καλοπερασμένοι, οι καλότυχοι, κι από την άλλη μεριά είναι οι δυστυχισμένοι κι οι παραπεταμένοι. Αναμεσά τους «χάσμα μέγα εστήρικται» κατά τις γιορτές. Κανένα γεφύρι δεν ενώνει τις δυο ακροποταμιές, ενώ τις άλλες μέρες έρχουνται σε περισσότερη συνάφεια. Οι πλούσιοι κι όσοι έχουνε τον τρόπο τους κάνουνε, αλλοίμονο! το παν για να επιδείξουνε τα πλούτη και τα αγαθά τους στους λιμασμένους. Κι’ αυτό γίνεται στ’ όνομα του Χριστού, που γεννήθηκε πάμφτωχος μέσα στο παχνί! Για την γέννηση του φτωχού Χριστού δεν γιορτάζουνε οι φτωχοί σαν και Κείνον, μα γιορτάζουνε οι πλούσιοι, που παίρνουνε για αφορμή την πτώχεια του για να δείξουνε τα πλούτη τους. Μα άραγε, ανάμεσα σε δυστυχισμένους μπορεί να νοιώση κανένας ευτυχισμένον τον εαυτό του;

Μονάχα ένας αναίσθητος μπορεί να νοιώσει τέτοια ευτυχία. Όσο για κείνον που θέλει να επιδείξη στον πεινασμένον και στον στερημένον την ελεεινή του αυτή ευτυχία, αυτός είναι αληθινό κτήνος. Και μ’ όλα ταύτα, υπάρχουνε πολλοί τέτοιοι ανάμεσά μας, στα χρόνια μας, ένω ήτανε σπάνιοι στα παλαιότερα. Είναι κι’ αυτό ένα από τα ωραία που μας έφερε ο μέγας πολιτισμός από τα μεγάλα κέντρα!

Οι γιορτές οι δικές μας σταθήκανε πάντα θρησκευτικές, και γι’ αυτό είχανε κάποιον άλλο χαρακτήρα από τις γιορτές που γιορτάζουνε άλλα έθνη, προπάντων σήμερα, που χωρίς κάποιες αυτοσχεδιασμένες σκηνοθεσίες χωρίς καμμιά σημασία για το πνεύμα του ανθρώπου. Σ’ αυτές τις ψευτογιορτές ξαμολούνται όλα τα βάρβαρα και εγωιστικά πάθη του ανθρώπου, που κυττάζει μονάχα την ευχαρίστηση της σάρκας. Ενώ οι δικές μας γιορτές, επειδή, όπως είπα, έχουνε τη ρίζα τους στη θρησκεία, ήτανε σεμνές, πνευματικές, ώστε να μη σκανδαλίζουνε τους φτωχούς, όσο είναι μπορετό σε σαρκικούς ανθρώπους. Οι πλούσιοι κι οι νοικοκυραίοι αποφεύγανε να πληγώσουνε τους φτωχότερους, και νοιώθανε την ανάγκη να τους ζεστάνουνε και κείνους, στέλνοντας κρυφά στα σπίτια τους διάφορα δώρα, με τρόπο, ώστε να μη τους ταπεινώσουνε, κι έτσι η διαφορά να φαίνεται όσο μπορούσε λιγότερη...

Αδέρφια μου. Φυλάξτε τα ελληνικά συνήθεια μας, γιορτάστε όπως γιορτάζανε οι πατεράδες σας, και μη ξεγιελιώσατε με τα ξένα κι άνοστα πυροτεχνήματα. Οι δικές μας οι γιορτές αδελφώνουν τους ανθρώπους, τους ενώνει η αγάπη του Χριστού. Μην κάνετε επιδείξεις.«Ευφρανθήτε εορτάζοντες». Ακούστε τι λένε τα παιδάκια που λένε τα κάλαντα: «Και βάλετε τα ρούχα σας, εύμορφα ενδυθήτε, στην εκκλησίαν τρέξετε, με προθυμίαν μπήτε, ν’ ακούσετε με προσοχήν όλην την υμνωδίαν, και με πολλήν ευλάβειαν την θείαν λειτουργίαν. Και πάλιν σαν γυρίσετε εις το αρχοντικόν σας, ευθύς τραπέζι στρώσετε, βάλτε το φαγητόν σας. Και τον σταυρόν σας κάνετε, γευθήτε, ευφρανθήτε. Δόστε και κανενός φτωχού «όστις να υστερήται». Αθάνατη ελληνική φυλή! Φτωχή μα αρχοντομαθημένη, βασανισμένη, μα χαρούμενη και καλόκαρδη περισσότερο από τους ευτυχισμένους της γης, που τους μαράζωσε η καλοπέραση.

Ναι, αδερφοί μου Έλληνες, χαίρετε μαζί με κείνους που χαίρουνται και κλαίτε μαζί με κείνους που κλαίνε, και σ’ αυτή μονάχα θα βρήτε ανακούφιση. Δίνετε στους άλλους απ’ ό,τι έχετε. Το παραπάνω απ’ ότι έχει κανένας ανάγκη, το κλέβει από τον άλλον. «Μακάριον το διδόναι μάλλον, ή λαμβάνειν».

φώτης κόντογλου, οι ελληνικές εορτές και τα αγνά έθιμα μας(χριστούγεννα 1958)

Τρίτη, Μαρτίου 13, 2018

Μνήμη Υπομονής Οσίας της από των βασιλείων (της αγίας δεσποίνης Ελένης Δραγάση-Παλαιολόγου)




...Τον παλιό καιρό, συλλογιζότανε, σ' αυτούς εδώ τους δρόμους περνούσαν οι δικοί μας αυτοκράτορες, τώρα περνά η σάρα και η μάρα”. Εκείνοι ήταν αυτοκράτορες άξιοι του ονόματος, ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος, ο Νικηφόρος Φωκάς, ο Ιωάννης Τσιμισκής, ο Μανουήλ Κομνηνός, πανύψηλοι, ντυμένοι στο χρυσάφι σαν δεσποτάδες, με τις ωραίες ξανθές γενειάδες τους, με το σεβάσμιο ύφος τους, που είχες όρεξη να τους φιλήσεις το χέρι, τρομεροί όταν αντίκριζαν τον εχθρό, πράοι και γλυκομίλητοι σαν καλοί πατεράδες, όταν είχαν να κάμουν με φίλους. Ή ο καημένος ο Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος ο γλυκύτατος...
...“Ξέπεσε ο κόσμος!” Επίσης, τώρα με τον πόλεμο, ο παππούς συνήθιζε να λέει: “Εγώ είμαι νεόφτωχος!” Το έλεγε δυνατά, προκλητικά, για να δείξει πόσο λίγο εκτιμούσε τους νεόπλουτους. Έτσι και τα έθνη, φαίνεται, ήτανε νεόπλουτα και νεόφτωχα. “Είμαστε ένα έθνος νεόφτωχο”...Ήτανε κάτι ευγενικό να είσαι νεόφτωχος, κάτι καθώς πρέπει και περήφανο και σου έδινε ένα ύφος αδικημένο και συμπαθητικό.
Γιώργος Θεοτοκάς

Παρασκευή, Ιανουαρίου 19, 2018

Όταν ο Παπουλάκος "συνάντησε" τους Ινδιάνους





Όλοι οι ευαίσθητοι και προβληματισμένοι σύγχρονοι άνθρωποι συγκινούνται με την απάντηση του Ινδιάνου αρχηγού Seattle στον πρόεδρο των ΗΠΑ Franklin Pierce, το 1854, όπου του εξηγεί γιατί δε μπορεί να του πουλήσει τη γη της φυλής του (που "δεν της ανήκει, αλλά οι άνθρωποι ανήκουν σ’ αυτήν").
Ακριβώς αυτό έκανε κι ο Παπουλάκος: υπερασπίστηκε το δικό του πολιτισμό απέναντι στον εισαγόμενο, που τον εισήγαγαν οι ξένοι εξουσιαστές, σε βάρος του δικού του (του δικού μας). Και μάλιστα τα 'βαλε μ' ένα παντοδύναμο (μπροστά στον πολίτη) κράτος, με μια ισχυρή Εκκλησία (ισχυρή απέναντί του, κατά τα άλλα όργανο του κράτους) και τελικά θυσίασε τη ζωή του γι' αυτό. Κι όμως, πολλοί συγκινούνται π.χ. για τοΘεόφιλο Καΐρη, μοναχό που τον καταδίκασε σε περιορισμό η Εκκλησία για τις αιρετικές του απόψεις (τις οποίες μάλιστα απέκρυπτε, παριστάνοντας τον ορθόδοξο μοναχό), αλλά θυμώνουν όταν ακούσουν καλό λόγο για τον Παπουλάκο.
Αν για μας ήταν προτιμότερη η δυτική τεχνολογία από τις δικές μας (οικολογικές) μεθόδους παραγωγής και μετακίνησης και το δικό μας τρόπο ζωής, γιατί δεν είχε λάθος κι ο Ινδιάνος αρχηγός; Ή μήπως οι Ινδιάνοι είχαν ένα σοφό πολιτισμό, ενώ οι Ρωμιοί (εμείς) δεν είχαν σοφία (και φιλοσοφία);
Οποιοσδήποτε λαός στην κόσμο αντιστέκεται στο δυτικό ιμπεριαλισμό και την αποικιοκρατία, και καλά κάνει. Μια εστία αντίστασης ήταν και ο Παπουλάκος (μαζί με τον Κοσμά Φλαμιάτο και άλλους συνοδοιπόρους του, και παλαιότερα τους αγίους Κολυβάδες - άλλο κόκκινο πανί για τους προοδευτικούς).
Όταν ο Daniel Quin γράφει στον Ισμαήλ πως οι άνθρωποι δεν είναι πιο σημαντικοί από τις τσούχτρες, η άποψή του χειροκροτείται διεθνώς ως εναλλακτική και ενδιαφέρουσα - ο Παπουλάκος, επειδή συμβαίνει να είναι χριστιανός, λοιδωρείται ως σκοταδιστής.
Το 1744 η Ιροκέζικη Ομοσπονδία των Έξι Εθνών απάντησε στους Λευκούς, που πρότειναν να πάνε κάποια Ινδιανόπουλα να σπουδάσουν στο κολλέγιο του Γουΐλλιαμσμπουργκ:
"...Μερικοί από τους νέους μας πήγαν παλαιότερα σε κολλέγια των βόρειων επαρχιών, διδάχτηκαν όλες σας τις επιστήμες, όμως, όταν ξαναγύρισαν πίσω σε μας, ήταν κακοί στο τρέξιμο, αγνοούσαν όλους τους τρόπους επιβίωσης σ' ένα δάσος, ήταν ανίσχυροι απέναντι στην αρκούδα, το κρύο ή την πείνα, δεν ήξεραν καν πώς να φτιάξουν ένα καλύβι, να πιάσουν ένα ελάφι ή να σκοτώσουν τον εχθρό, δε μιλούσαν καλά τη γλώσσα μας και, επομένως, δεν ήταν κατάλληλοι για κυνηγοί, πολεμιστές ή σύμβουλοι. Δεν ήταν καλοί για τίποτε απολύτως.
Παρότι δεν θα τη δεχτούμε, η ευγενική σας πρόταση οπωσδήποτε δε μας υποχρεώνει λιγότερο απέναντί σας και, για να σας δείξουμε πόσο το εννοούμε αυτό, αν οι κύριοι από τη Βιρτζίνια μας στείλουν έξι αγόρια τους, θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για την εκπαίδευσή τους. Θα τους διδάξουμε όλα όσα γνωρίζουμε και θα τους κάνουμε άνδρες" (Βενιαμίν Φρανκλίνος, Οι Ινδιάνοι, εκδ. "Ελεύθερος Τύπος", Αθήνα 1995, σελ. 11-12).
Αυτό απάντησαν οι σοφοί Ινδιάνοι. Αυτό έλεγε κι ο Παπουλάκος, όταν κήρυττε πως "τα άθεα γράμματα θα καταστρέψουν τον τόπο μας". Κοιτάξτε γύρω σας, δείτε τους δρόμους που έχει πάρει η νέα γενιά και η κοινωνία ολόκληρη (μια κοινωνία βουτηγμένη μέχρι τα κατάβαθα της ψυχής της στη σύγχρονη τεχνολογία και επιστήμη) και πείτε στον εαυτό σας με ειλικρίνεια αν είχε ή όχι δίκιο.



διαβάστε ολόκληρο το εξαιρετικό αφιέρωμα του ΝΕΚΡΟΥ για τον άγιο Παπουλάκο εδώ


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2012/01/blog-post_9954.html#ixzz54dXeDeic

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 27, 2017

Χριστούγεννα στο βυζάντιο -- Φαίδων Κουκουλές


Χριστούγεννα στο βυζάντιο
 του Φαίδωνος Κουκουλέ
 
επιμέλεια -διασκευή: Θάνος Δασκαλοθανάσης
          Η εορτή της του Χριστού γεννήσεως, τα γενέθλια του Ιησού,γιορτή που ο Ιωάννης ο  Χρυσόστομος την ονομάζει << την σεμνότερη και μητέρα όλων των γιορτών>>, δεν είναι ίσως σε πολλούς γνωστό, ότι, ως αυτοτελής γιορτή, δεν γιορταζόταν κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Τότε κατά την 5η Ιανουαρίου, από το τέλος της τρίτης εκατονταετηρίδας, γιορτάζονταν τα Επιφάνεια και μαζί με αυτήν γιορτάζονταν  και η γέννηση του Χριστού.
           Ως ιδιαίτερη μέρα γιορτής των Χριστουγέννων ορίστηκε κατά τον 4ο αιώνα στη Δύση η 25η Δεκεμβρίου, μετά από πολλές συζητήσεις και διχογνωμίες, αφού πουθενά στην Παλαιά ή στην Καινή Διαθήκη δεν αναφέρεται ποιον μήνα και ποιαν μέρα γεννήθηκε ο Κύριος. Ορίστηκε λοιπόν η γιορτή των Χριστουγέννων από την Εκκλησία, που επιθυμούσε να αντικαταστήσει με χριστιανική γιορτή την ειδωλολατρική γιορτή του αήττητου Ήλιου, που γιορτάζονταν την ημέρα εκείνη.
          Στην Ανατολή η εορτή των Χριστουγέννων εισήχθη κατά το τελευταίο τέταρτο του 4ου αιώνος, όπως βεβαιώνει ο ιερός Χρυσόστομος σε ομιλία του στην Αντιόχεια το 386.  Είναι σίγουρο ότι μεταξύ των ακροατών και του ιεράρχου, υπήρχαν και αυτοί που αντιδρούσαν στην καθιέρωση της γιορτής τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Όταν μάλιστα το 378 γιορτάστηκαν για πρώτη φορά τα Χριστούγεννα στη Βασιλεύουσα, υπάρχουν μαρτυρίες ότι υπήρχαν και πάλι αντιδράσεις.
          Όπως κι αν έχει, από την στιγμή που εισήχθηκε η γιορτή, επικράτησε χάρη στις ενέργειες σπουδαίων Ιεραρχών, και κυρίως του Χρυσόστομου, αλλά και του Γρηγορίου του Θεολόγου, του οποίου ο πρώτος στην Πόλη λόγος κατά την 25η Δεκεμβρίου 380 αρχιζε ως εξής: <<Χριστός γεννᾶται, δοξάσατε· Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε· Χριστὸς ἐπὶ γῆς, ὑψώθητε>>
        Οι Βυζαντινοί κατά την ημέρα των Χριστουγέννων φαίνεται ότι εντός του ναού σχημάτιζαν σπήλαιο και μέσα σε αυτό εναπόθεταν στρωμνή, στην οποία τοποθετούσαν ένα παιδί, που παρίστανε τον Ιησού. Αυτό  με σαφήνεια μαρτυρεί ο Θεόδωρος Βαλσαμών ερμηνεύοντας τον 83ο κανόνα της εν Τρούλλω συνόδου.
           Κατά τους βυζαντινούς χρόνους υπήρχε συνήθεια για να τονωθεί η λεχώνα γυναίκα, ιδιαίτερα για το θηλασμό, να δίνουν το λεγόμενο λοχόζεμα, μια σούπα δηλαδή με σιμιγδάλι, αλλά και άλλα είδη, βούτυρο και μέλι.
           Το λοχόζεμα συνήθιζαν οι βυζαντινοί πρόγονοί μας να στέλνουν σε φιλικά σπίτια την επόμενη των Χριστουγέννων, προς τιμή των λοχείων της Παναγιάς. Το έθιμο αυτό δεν ενέκρινε η Εκκλησία και το απαγόρευσε αφού η Παναγία <<ούκ έγνω λοχείαν>>. Η απαγόρευση αυτή όμως δεν εξάλειψε το έθιμο  το οποίο συνεχιζόταν και στα κατοπινά χρόνια.
         Κατά τις μεγάλες εορτές συνηθιζόταν να καλλωπίζονται οι οικείες, να στολίζονται οι πόρτες και τα παράθυρα και να καθαρίζονται οι δρόμοι. Αυτό γινόταν και κατά την εορτή της Γεννήσεως του Κυρίου, οπότε  «…κατά διαταγήν του επάρχου της (κάθε) πόλεως, ου μόνον καθαρισμός των οδών εγένετο, αλλά και στολισμός διαφόρων κατά διαστήματα στηνομένων στύλων με δενδρολίβανα, κλάδους μύρτου και άνθη εποχής>>.
          Κατά το Δωδεκαήμερο γνωρίζουμε ότι τα παιδιά γυρνούσαν τα σπιτια, από τις πρώτες πρωινές ώρες μεχρι το δειλινό και με αυλούς  και με σύριγγες (μουσικό όργανο) έλεγαν τα κάλαντα.
         Περί των καλανδιστών κατά τα Χριστούγεννα κατά τον ΙΒ΄ αι. μαρτυρεί και ο Ι. Τζέτζης γράφων:
«…Και όσοι κατ’ αρχίμηνον την Ιανουαρίου και τη Χριστού γεννήσει δε και Φώτων ημέρα, οπόσοι περιτρέχουσι τας θύρας προσαιτούντες μετά ωδών και επωδών και λόγους εγκωμίων…».
          Από τους στίχους πληροφορούμεθα ότι εκτός από τις ευχές, τα παιδία έλεγαν και εγκώμια προς τους νοικοκυραίους ανάλογα με τα σημερινά: << πολλά ΄παμε τ΄ αφέντη μας, ας πούμε της κυράς μας>>, ζητώντας και την αμοιβή τους.
         Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα κάλαντα τα έλεγαν όχι μόνο παιδιά αλλά και ενήλικοι συνοδεία ορχήστρας, περιφερόμενοι μέχρι τη βαθειά νύυχτα, και δεν αποχωρούσαν από το σπιτι που καλαντούσαν, αν πρώτα δεν αμείβονταν.
          Και δυστυχώς δεν ήταν μόνο αυτοί που <<ενοχλούσαν>>. Επειδή κατά την ημέρα αυτή, όπως και κατά τις επόμενες του Δωδεκαήμερου, γίνονταν οι μεταμφιέσεις, μασκαρεμένοι χτυπούσαν τις πόρτες, με φωνές και αστεϊσμούς ενοχλώντας τους οικοδεσπότες.
         Τις ημέρες των μεγάλων εορτών και ευχάριστων γεγονότων, υπήρχε η συνήθεια, κατόπιν αδείας του αυτοκράτορα, να γίνονται ιπποδρομικοί αγώνες για τους οποίους οι Βυζαντινοί κυριολεκτικά παθιάζονταν. Έτσι λοιπόν την ημέρα των Χριστουγέννων γίνονταν αγώνες στον Ιππόδρομο παρουσία του βασιλιά και πλήθους θεατών. Το γεγονός αυτό βέβαια δεν άρεσε στην Εκκλησία, η οποία θα προτιμούσε ο λαός να βρίσκεται στους ναούς και όχι στα στάδια. Η αντίδρασή της όμως δεν φαίνεται να είχε αποτέλεσμα, όσον αφορά την τέλεση των αγώνων.
         Το γιορτινό τόνο της ημέρας φυσικά τον έδιναν τα ανάκτορα, όπου γινόταν προετοιμασία για την πομπική μετάβαση του βασιλιά, την προέλευσιν ή πρόκενσον, όπως έλεγαν, από το ιερό παλάτι ως την Αγία Σοφία.
        Κατά τον Κων/νο τον Πορφυρογέννητο την ημέρα της του Χριστού γεννήσεως, ο βασιλιάς φορώντας την χλαμύδα και το στέμμα και συνοδευόμενος από πατρίκιους, συγκλητικούς και στρατηγούς, έβγαινε από τα ανάκτορα και διά μέσου της κεντρικής οδού της Βασιλεύουσας, της Μέσης Οδού, κατευθυνόταν προς την Αγία Σοφία, επευφημούμενος από το λαό που του εύχονταν <<πολλά τα έτη>> <<πολλοί υμίν οι χρόνοι>>, <<πολυχρόνιοι ποιήσαι ο Θεός την αγίαν βασιλεία σου>> και έψαλλαν σε ήχο τρίτο σχετικούς προς την ημέρα ύμνους.
         Όταν ο βασιλιάς έφτανε στη Μεγάλη Εκκλησιά, στον εξωνάρθηκα ο πραιπόζιτος του έβγαζε από το κεφάλι το στέμμα, προχωρώντας στον νάρθηκα συναντούσε τον πατριάρχη και μαζί έμπαιναν στον κυρίως ναό. Έπειτα, αφού έφτανε στο ιερό και προσκυνούσε, μετέβαινε στη θέση του στο μουτατώριον, από όπου σηκωνόταν, όταν ήταν η ώρα να κοινωνήσει. Κατά την επιστροφή στα ανάκτορα, σε πέντε σημεία της Πόλης οι Πράσινοι και οι Βένετοι τον επευφημούσαν και του απηύθυναν τις ίδιες ευχές.
        Ας σημειωθεί ότι κατά την μετάβασή τους στην Μεγάλη Εκκλησιά για τη γιορτή των Χριστουγέννων οι βασιλείς άκουγαν και ύμνους και ευχές και στα Λατινικά.
         Την λαμπρή και ένδοξη μέρα των Χριστουγέννων οι βασιλείς έδιδαν επίσημο γεύμα στα ανάκτορα, στο οποίο ήταν καλεσμένοι άρχοντες και αντιπρόσωποι ξένοι αλλά και δώδεκα φτωχοί κατά το παράδειγμα των δώδεκα μαθητών του Κυρίου. Όταν έτρωγαν, δεν ήταν καθισμένοι αλλά ανακεκλιμένοι κατά την αρχαία συνήθεια, ευχόμενοι κατά διαστήματα μεταξύ τους αλλά και προς τον βασιλιά τις ανάλογες με την ημέρα ευχές, ενώ οι καλλίφωνοι ψάλτες της Αγίας Σοφίας και των Αγίων Αποστόλων έψαλλαν: << Η Γέννησις σου Χριστέ ο Θεός ημών, ανέτειλε τω κόσμω το φως το της γνώσεως>>
      Την ημέρα αυτή εξαιτίας της ιερότητάς της, με βασιλική διαταγή απαγορεύονταν να συλλαμβάνεται και να φυλακίζεται κάποιος που έκανε μικροπαραπτώματα, όχι όμως αν είχε υποπέσει σε σοβαρά εγκλήματα. Στο ίδιο πνεύμα, αποφυλακίζονταν, όσοι ήταν έγκλειστοι και εξέτιαν μικρές ποινές.
Φαίδων Κουκουλές, <<Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός>>

Τετάρτη, Μαΐου 31, 2017

Η μελαγχολία τών Παλαιολόγων-Φώτη Κόντογλου


Αποτέλεσμα εικόνας για περιβλεπτος,μυστρας παλαιολογος ,κοντογλου
 Τὸν καιρὸ ποὺ δούλευα στὸν Μυστρᾶ, τύχαινε πολλὲς φορὲς νὰ βρεθῶ μοναχὸς μέσα στὴν Περίβλεπτο. Τ᾿ ἀπόγεμα ἡ ἐκκλησία σκοτείνιαζε κι ἀγρίευε. Ἀπὸ πάνου ἀπὸ τὴν σκαλωσιὰ ἄκουγα πατήματα.
 «Κανένα φάντασμα θὰ περπατᾷ», συλλογιζόμουνα, καὶ γύριζα τὸ κεφάλι μου πάντα κατὰ τὸ μέρος ποὺ στεκόντανε ζωγραφισμένοι οἱ στρατιῶτες καὶ οἱ πολεμάρχοι. Στεκόντανε στὴ σειρὰ ἕνα γῦρο, λίγο ψηλότερα ἀπὸ τὸ χῶμα, οἱ περισσότεροι μὲ βγαλμένα μάτια, τρυπημένοι στὸ στῆθος, πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτοὺς κομματιασμένοι ἀπὸ τὶς σπαθιές. Σὲ πολλὰ κεφάλια εἶχε ἀπομείνει γερὸ ἕνα μάτι μοναχά, μὰ κεῖνο τὸ μάτι ἔβλεπε σὰν δέκα ζωντανά.Μνήσθητί μου, Κύριε! Χρόνια πέρασα μέσα σὲ κείνη τὴν ἐκκλησιά, καὶ μ᾿ ὅλα τοῦτα ἀνατρίχιαζα, σύγκρυο μὲ διαπερνοῦσε. Κεῖνοι οἱ χορταριασμένοι τοῖχοι ἤτανε ζωντανοί, καρδιὲς χτυπούσανε, νεῦρα τανυζόντανε, σπαθιά, σαργίτες, ταρκάσια, σκουτάρια τρίζανε ἀπάνω στὰ κορμιά. «Καὶ ἰδού, σεισμὸς καὶ προσήγαγε τὰ ὀστᾶ, ἑκάτερον πρὸς τὴν ἁρμονίαν αὐτοῦ. Καὶ εἶδον· καὶ ἰδοὺ ἐπ᾿ αὐτὰ νεῦρα καὶ σάρκες ἐφύοντο, καὶ ἀνέβαινεν ἐπ᾿ αὐτὰ δέρμα ἐπάνω. Καὶ εἰσῆλθεν εἰς αὐτὰ τὸ πνεῦμα καὶ ἔζησαν καὶ ἔστησαν ἐπὶ τῶν ποδῶν αὐτῶν, συναγωγὴ πολλὴ σφόδρα».

  Ἐτοῦτοι εἶναι οἱ τελευταῖοι στρατιῶτες τοῦ Παλαιολόγου, τότε ποὺ ἤρτανε καὶ πιάσανε γιὰ μετερίζι τῆς ἀπελιπισίας τὸ φημισμένο βουνὸ τοῦ Ταϋγέτου, σιμὰ στὴν ἀρχαία Σπάρτη. Ἀνεμοδαρμένο ἀπάνου στὸν βράχο, μαραζωμένο, τὰ μάτια τους μελανιασμένα καὶ λαμπερὰ ἀπὸ τὴν θέρμη, ἀπὸ τὴν ἀγρύπνια καὶ τὴν ἀγωνία. Ἀνατολῖτες, στρατολογημένοι ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Σηλύβριας, τῆς Μαύρης Θάλασσας, τὴν Ἀγχίαλο, τὴν Καβάρνα, κι ἄλλοι ντόπιοι ἀπ᾿ τὸν Δρόγγο τῶν Σκορτῶν, τὸ Σάλαβρο, τὸ Βοίτουλο, τὴ Μάνη, τὴ Γρεμπενή, τὸν Ἀϊτὸ κ.ἀ., αἵματα παλιά. Δὲν εἶναι στρατιῶτες βαριοί, μὲ κορμιὰ δυνατά. Τὰ χέρια τους καὶ τὰ ποδάρια τους εἶναι κοκκαλιασμένα, τὰ κορμιὰ λιγνά, περπατᾶνε ἐλαφρὰ σὰν φαντάσματα, πολεμιστὲς ἑνὸς βασιλείου ποὺ δὲν εἶναι τούτου τοῦ κόσμου. «Θεία παρεμβολή, θεηγόροι ὁπλῖται παρατάξεως Κυρίου». Σὰν τὸν ἀφέντη τους τὸν Κωνσταντῖνο, ξέρουνε τὸ κακὸ τὸ ριζικό τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για περιβλεπτος,μυστρας παλαιολογος ,κοντογλου
Κι οἱ ἄλλοι οἱ σύντροφοί τους εἶναι παραπονεμένοι, μὰ τοῦτος εἶναι πολὺ θλιμμένος, φαρμάκι στάζει ἀπὸ τὸ στόμα του. Στέκεται σὰν πουλὶ ἀναφτερουγιασμένο. Στό ῾να χέρι του βαστᾷ ἀλαφρὰ τὸ δοξάρι καὶ τ᾿ ἄλλο τ᾿ ἀκουμπᾷ ἀπάνω στὸ σπαθί. Ἀπὸ τὸ λαιμό του εἶναι κρεμασμένη ἡ περικεφαλαία πίσ᾿ ἀπὸ τὴν ὡραία κεφαλή του, στὸν ἕναν ὦμο του ἔχει ριγμένο τὸ ταρκάσι μὲ τὶς σαγίτες καὶ στὸν ἄλλον ὦμο τὸ σκουτάρι του.
Ὧρες καθόμουνα καὶ κουβέντιαζα μαζί του σὲ μιὰ γλῶσσα ποὺ δὲ χρειάζεται μηδὲ στόμα γιὰ νὰ τὴ πεῖ, μηδὲ ἀφτί, γιὰ νὰ τὴν ἀκούσει. Τὸν ἄκουγα ποὺ μοῦ μιλοῦσε ἀπὸ τὸν ἄλλο κόσμο, σὰν τ᾿ ἀγέρι ποὺ φυσᾷ ἀπάνου στ᾿ ἄγρια χορτάρια πού ῾ναι φυτρωμένα σὲ κάστρο ρημαγμένο, μὰ καταλάβαινα καθαρὰ τί μοῦ ῾λεγε.
 Τοῦτος ὁ στρατιώτης δὲν εἶναι κανένας ἄντρας δυνατός, μὲ κορμὶ ἀντρειωμένο, χεροδύναμος καὶ φοβερός. Τὸ κορμί του εἶναι ἀλαφρὸ καὶ λυγερό, τὰ ποδάρια του ψιλὰ καὶ μακριὰ σὰν τοῦ ζαρκαδιοῦ. Κεῖνα τὰ δάχτυλα τῶν χεριῶν του εἶναι ἴδια κοντύλια ψιλοπελεκημένα, ἴδια ἁγιοκέρια, κι ἀπορεῖς πῶς κρατᾶνε ἄρματα. Τὸ κεφάλι του γέρνει στὸν ὦμο του σὰν τοῦ Χριστοῦ. Τέτοιο κεφάλι ποιὸ πινέλο νὰ τὸ ζωγράφισε! Ζωγράφος εἶμαι κι ἐγώ, κι ὅμως ἀπορῶ γιὰ τὴν τόση τέχνη. Ἀπὸ ποιὸ μέρος ᾖρθε τοῦτο τὸ χέρι, ποὺ κράτησε τὸ πινέλο, γιὰ νὰ τυπώσει αὐτὰ τὰ πικραμένα μάτια, αὐτὸ τὸ πηγοῦνι, αὐτὸ τὸ στόμα, αὐτὰ τὰ μαλλιά! 
Τί μυστήριο κρύβεται μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν καθρέφτη π᾿ ἀντιφεγγίζει τὶς χαρὲς ἑνὸς ἄλλου κόσμου! Καὶ τί εὐτυχία γιὰ μᾶς, νὰ φτάξει ἴσαμε τὰ χρόνια μας ἕνα τέτοιο δῶρο ἐξαίσιο! Πρόσωπο γλυκομελάχρινο, ψημένο ἀπὸ τὸν ἥλιο τῆς Ἀνατολῆς, στὰ μέρη ποὺ πολεμοῦσε γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ἀπὸ τὰ μισοσφαλισμένα μάτια του βγαίνει μία ἀντιφεγγιὰ γλυκιά, ἤρεμη καὶ θλιμμένη.

Σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο δὲν βρέθηκε, μηδὲ θὰ βρεθεῖ τέχνη ὅμοια μὲ τῆς Ἀνατολῆς, νὰ δίνει τέτοιο πάθος καὶ τέτοιο γλυκὸ παράπονο στὰ πλάσματά της. Ὅποιος ἔχει καρδιὰ θερμή, ἐκεῖνος θὰ μὲ καταλάβει. Καμιὰ τέχνη δὲ μεταχειρίστηκε τόσο ἁπλὰ μέσα καὶ καμιὰ τέχνη δὲν ἔπιασε τέτοια πράματα. Ἀπὸ κοντά, τὰ μάτια εἶναι δυὸ πινελιές, μιὰ μαύρη καὶ μίαν ἄσπρη, ἡ μύτη εἶναι καμωμένη μὲ δυὸ ἐλαφρὲς γραμμές! Δὲν εἶναι λοιπὸν μεγάλο μυστήριο; Τί θέλουνε νὰ ποῦνε αὐτοὶ ποὺ μιλᾶνε γιὰ φυσικὰ καὶ γιὰ ἀνατομίες καὶ γιὰ ἐπιστῆμες καὶ γιὰ ὀφθαλμολογίες καὶ τέτοια; Ἐδῶ δὲν ὑπάρχει μηδὲ φυσικό, μηδὲ ἀφύσικο, μηδὲ τίποτα. Ἐδῶ ὑπάρχει αὐτὸ τὸ ἀνεξερεύνητο μυστήριο, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ πιάσει μηδὲ ὁ σοφὸς Σολομῶντας, μὲ λόγια, μὲ σκολειὰ καὶ μὲ φιλοσοφίες. «Δώρημα τέλειον ἄνωθεν καταβαῖνον ἐκ τοῦ πατρὸς τῶν φώτων». Φλόγα ἄπιαστη, ἀκατανόητη πνοή!

Αποτέλεσμα εικόνας για περιβλεπτος,μυστρας παλαιολογος ,κοντογλου
Ἡ τέχνη τῆς ἀνατολικῆς χριστιανοσύνης εἶναι καθαρὴ θροφὴ γιὰ τὸ πνεῦμα καὶ χαρὰ γιὰ τὰ μάτια. Τὸ ἰδεῶδες της Ἀνατολῆς ἀπέχει ἀπὸ τὸ ἰδεῶδες τῆς Δύσης ὅσο κι ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τὴ γῆ. Μὲ τὸ πάθος ἡ Ἀνατολὴ πέτυχε τὸ ἐξωτικὸ ἀποτέλεσμα ποὺ ζητᾷ τὸ πνεῦμα σὰν ἐλάφι διψασμένο. Ἡ Δύση ἔκανε ἀνάμεσα στὰ ἔθνη ἐκεῖνα ὅπως ὁ Προμηθέας, καὶ πῆγε τὸ φῶς σ᾿ ἐκείνους ποὺ ζούσανε στὸ σκοτάδι. Πῆγε καὶ κούρνιασε στὴν ἀϊτοφωλιά, στὸ Τολέδο, Ἀνατολίτης ντερβίσης, κήρυκας τῆς ἐγκράτειας στὴν τέχνη τῆς ζωγραφικῆς, βαριεστισμένος ἀπὸ τὰ πανηγύρια τῆς Βενετιᾶς. Ὅπως ἤτανε κατατρεγμένοι οἱ Βυζαντινοὶ ποὺ σκαλώνανε στὰ βράχια τοῦ Μυστρᾶ, ἔτσι κι ὁ Θεοτοκόπουλος πῆγε καὶ φώλιασε στὸ Τολέδο.


Παρασκευή, Μαΐου 05, 2017

ΤΟ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ

Ο Βυζαντινός Ιστορικός και πολιτικός, Νικήτας Χωνιάτης



Κωνσταντίνος Χολέβας – Πολιτικός Επιστήμων
Ο Μάιος είναι ο μήνας της Κωνσταντινουπόλεως. Αυτές τις ημέρες η Βασιλεύουσα και γενικότερα το κράτος της Ρωμανίας, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, μάς έρχονται πιο συχνά στον νου. Στις 11 Μαΐου 330 ο Μέγας Κωνσταντίνος τέλεσε τα εγκαίνια της Νας Ρώμης, της Κωνσταντίνου-πόλεως. Στις 21 Μαΐου τιμούμε τη μνήμη του ιδρυτού, Αγίου Κωνσταντίνου και της μητρός του Αγίας Ελένης. Στις 29 Μαΐου θυμόμαστε αυτούς που έπεσαν στα τείχη της Πόλης κατά την Άλωση του 1453 με ηγέτη τον Εθνομάρτυρα Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.
Αναλογίζομαι, λοιπόν, αν εμείς οι Νεοέλληνες γνωρίζουμε και εκτιμούμε την προσφορά του Βυζαντινού κράτους, το οποίο τότε απεκαλείτο Ρωμανία. Τι μαθαίνουν οι μαθητές και οι φοιτητές μας σήμερα για τον Ελληνορθόδοξο Πολιτισμό μιας Αυτοκρατορίας, της οποίας ο βίος διήρκεσε επί 11 αιώνες; Φοβούμαι ότι υποτιμούμε το δικό μας Βυζάντιο. Στα σχολικά βιβλία γίνεται προσπάθεια συρρικνώσεως της σχετικής ύλης ή υπερτονίζονται οικονομικές παράμετροι της βυζαντινής περιόδου εις βάρος του σημαντικού πολιτιστικού μεγέθους και της οικουμενικής πνευματικής ακτινοβολίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Β΄ Λυκείου οι εκπαιδευτικοί έχουν λάβει οδηγία να μην διδάσκουν το κεφάλαιο για τους Θεσσαλονικείς ιεραποστόλους, τον Κύριλλο και τον Μεθόδιο. Είναι επίσης δυσάρεστο ότι, στις εκφράσεις που χρησιμοποιεί ο λαός μας, ο όρος «βυζαντινισμός» έχει λάβει αρνητική σημασία. Αν διαβάσουμε ξένους ιστορικούς και μελετητές θα διαπιστώσουμε ότι πολλοί Δυτικοί μελετούν και εκτιμούν το Βυζάντιο/Ρωμανία περισσότερο από τους Έλληνες.
Διάβαζα προσφάτως το μυθιστόρημα «Μπαουντολίνο» του διάσημου Ιταλού συγγραφέως και πανεπιστημιακού Ουμπέρτο Έκο. Ο Έκο, ο οποίος απεβίωσε τον Φεβρουάριο του 2016, στο πολυσέλιδο αυτό βιβλίο παρουσιάζει την καταστροφή της Κωνσταντινουπόλεως από τους Σταυροφόρους το 1204. Ο ήρωάς του, ο Ιταλός παραμυθάς Μπαουντολίνο, συναντά στην Κωνσταντινούπολη τον γνωστό Βυζαντινό ιστορικό και πολιτικό Νικήτα Χωνιάτη και υποτίθεται ότι τον διασώζει από τη φονική και ληστρική μανία των Ευρωπαίων Σταυροφόρων. Μέσα από τους διαλόγους των δύο πρωταγωνιστών ο Έκο παρουσιάζει τη μορφωτική διαφορά μεταξύ του άξεστου Ιταλού και του λογιωτάτου και θεολογούντος Νικήτα Χωνιάτη. Ο Χωνιάτης, καταγόμενος από τις Χώνες της Μικράς Ασίας όπου έγινε και το θαύμα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ που εορτάζουμε στις 6 Σεπτεμβρίου, κατέγραψε στη «Χρονική Διήγηση» την ιστορία της περιόδου των Αυτοκρατόρων Κομνηνών και Αγγέλων μέχρι το 1206. Είναι αυτόπτης μάρτυς των απαράδεκτων λεηλασιών, στις οποίες προέβησαν οι Σταυροφόροι της Δ΄ Σταυροφορίας εις βάρος των ελληνικών και χριστιανικών θησαυρών της Κωνσταντινουπόλεως. Από τον Χωνιάτη μαθαίνουμε με λεπτομέρεια τι και πώς εκλάπη από την Βασιλεύουσα και μεταφέρθηκε στη Δύση. Ο Έκο έχει μελετήσει όλο το έργο του Νικήτα Χωνιάτη. Πόσοι Έλληνες άραγε γνωρίζουν σήμερα το όνομα και την προσφορά του σπουδαίου Βυζαντινού ιστορικού;
Σεβασμό προς το Βυζάντιο δείχνει και ο αείμνηστος Βρετανός ιστορικός Στήβεν Ράνσιμαν. Το βιβλίο «Ο Βυζαντινός Πολιτισμός» (ελληνική έκδοση από τον Γαλαξία) αποτελεί μία λεπτομερή και αντικειμενική, κατά το δυνατόν, παρουσίαση του πολιτισμού αυτού που στηρίχθηκε επάνω σε τρία θεμέλια: Την Ορθοδοξία, την Ελληνική Γλώσσα και Παιδεία και την πολιτειακή και νομική υποδομή της Ρώμης. Ο Ράνσιμαν θαυμάζει το μορφωτικό επίπεδο των Βυζαντινών, οι οποίοι μάθαιναν από στήθους μεγάλα αποσπάσματα από τα Ομηρικά έπη.
Στο βιβλίο του με τίτλο «Ο Αριστοτέλης στο Μον-Σαιν-Μισέλ- Οι ελληνικές ρίζες της χριστιανικής Ευρώπης» (εκδόσεις ΟΛΚΟΣ, 2009) ο Γάλλος ιστορικός Συλβαίν Γκουγκενέμ αμφισβητεί την αντίληψη ότι η Δύση ανακάλυψε την ελληνική γνώση κατά τον Μεσαίωνα χάρη στις αραβικές μεταφράσεις. Αποδεικνύει ότι η Ευρώπη διατηρούσε πάντα επαφή με τον ελληνικό κόσμο. Το αββαείο του Μον-Σαιν-Μισέλ αποτελούσε ένα δραστήριο κέντρο μετάφρασης των έργων του Αριστοτέλη ήδη από τον 12ο αιώνα, ενώ οι πρώτες μεταφράσεις των ευρωπαίων λογίων προηγήθηκαν αρκετές δεκαετίες των αραβικών, οι οποίες ήταν κυρίως έργο των χριστιανών Αράβων. Ακόμα και ο τομέας της ισλαμικής φιλοσοφίας (Αβικένας, Αβερρόης) παρέμεινε εν μέρει ξένος προς το ελληνικό πνεύμα. Μέσα από τεκμηριωμένη έρευνα και μελέτη των πηγών, ο συγγραφέας επιχειρεί να αποδείξει ότι οι ρίζες της σημερινής Ευρώπης είναι χριστιανικές και ελληνικές.
Ο επίσης Γάλλος ιστορικός Ζεράρ Βαλτέρ στο βιβλίο του «Η Καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο» (εκδόσεις Παπαδήμα) μιλά με θαυμασμό για την τεχνολογία των Βυζαντινών. Είχαν κατορθώσει να εξαφανίζουν ηθοποιό από την σκηνή την ώρα της παραστάσεως! Στον τομέα της στρατιωτικής τεχνολογίας είναι γνωστό ότι οι Βυζαντινοί πρόγονοί μας αμύνθηκαν έναντι διαφόρων εισβολέων με το θαυμαστό «υγρόν πυρ».
Ο Αμερικανός Τίμοθυ Μίλλερ έχει ασχοληθεί ενδελεχώς με την πρόοδο των Βυζαντινών στην Ιατρική. Περιγράφει το Νοσοκομείο της Μονής Παντοκράτορος στην Κωνσταντινούπολη (γύρω στο 1100), το οποίο παρείχε δωρεάν περίθαλψη σε απόρους άνδρες και γυναίκες. (Το βιβλίο του «Η γέννησις του Νοσοκομείου στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία» εξεδόθη στα ελληνικά από την Ιερά Μητρόπολη Θηβών και Λεβαδείας).
Το Βυζαντινό κράτος βοήθησε τους Σλαβικούς λαούς να γνωρίσουν την Ορθοδοξία και να αποκτήσουν αλφάβητο, τέχνη και νομοθεσία. Σήμερα εκατομμύρια Ρώσων, Ουκρανών, Σέρβων, Βουλγάρων κ.ά. χρησιμοποιούν το Κυριλλικό αλφάβητο, δηλαδή μία παραλλαγή της ελληνικής γραφής των βυζαντινών χρόνων. Ο Ρωσικής καταγωγής Βρετανός Βυζαντινολόγος Ντιμίτρι Ομπολένσκι έγραψε ότι οι Ορθόδοξοι λαοί στη Θεία Λατρεία διατηρούν το πνεύμα μιας «Βυζαντινής Κοινοπολιτείας».

Άρθρο στην εφημερίδα ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ, 3 Μαΐου 2017

Δευτέρα, Απριλίου 17, 2017

Ο άνθρωπος πού γελούσε χωρίς λόγο...


Υπάρχουν άνθρωποι πού δεν σοκάρονται ή σκανδαλίζονται για το αν νηστεύουν ή καταλύουν οι άλλοι τις σαρακοστές και την μεγάλη Εβδομάδα. Απλώς αισθάνονται θλίψη γιατί συνειδητοποιούν πώς χάθηκε μια για πάντα το ιδανικό των παιδικών τους χρόνων, όταν όλοι μετείχαν από κοινού και καρδιακά, όχι τυπολατρικά, και στις πένθιμες και στις χαρμόσυνες εκκλησιαστικές κλήσεις και ευκαιρίες. Όταν πάσα η κτίσις ηλλοιούτο φόβω, οι άνθρωποι ξενυχτούσαν κλαίγοντας κάτω από τον σταυρό και δεν ήξεραν πού να βάλουν την χαρά τους ανήμερα το πάσχα και γελούσαν χωρίς(;) λόγο.Γι αυτό ας είμαστε επιεικείς. Δεν φαρισαΐζουν όλοι.Κάποιοι έχουν ΑΠΛΩΣ συναισθήματα. Ανθρώπινο...Πολύ ανθρώπινο...


Ο άνθρωπος πού γελούσε χωρίς λόγο... Είναι μια πρόταση σε κάποιο χριστουγεννιάτικο ή πασχαλινό διήγημα του Παπαδιαμάντη ή του Κόντογλου, δεν θυμάμαι ποιό απ όλα. Ο φτωχούλης αυτός είχε επιτέλους γεμάτο το στομάχι του, είχε πιεί κρασί και απολάμβανε την προσοχή και την παρέα καλών ανθρώπων.Η σκηνή λαμβάνει χώρα έξωαπό ένα ξωκκλήσι μετά από την θεία λειτουργία,όπου βγαίνουν όλοι για να συνεστιαστούν σαν τις αρχαίες αγάπες. Και μας λέει ο συγγραφέας πώς ο τάδε συμμετείχε στην ευθυμία "γελώντας δίχως λόγο". Βέβαια, λόγος υπήρχε και μάλιστα βαθύς και ο συγγραφέας τον ήξερε. Ο άνθρωπος αυτός ο φτωχός και ανίδεος από μεγάλες φιλοσοφίες και εμβαθύνσεις, απολάμβανε τα υλικά ευχαριστηριακά δώρα και πάνω απ όλα την κοινωνία με τα πρόσωπα της αγάπης. Όπου μετά το συμπόσιον της Πίστεως λάβαινε χώρα μια άλλη λειτουργία, "η μετά την θείαν λειτουργίαν λειτουργία" κατά το πατερικόν. Οπου ομοθυμαδόν τα ιερά των ρωμαίων ορθοδόξων πρόσωπα απολάμβαναν την συντροφιά ο ένας του άλλου και κατέρχοταν αντάμα και ο Χριστός. Ρωμαίικο ιδανικό!

ππκ

Πέμπτη, Μαρτίου 16, 2017

Η ρωμέικη παράδοση και τρία αγγλοσαξωνικά τσιτάτα





Επειδή γίναμε όλοι σοφοί κατά κόσμον και αρεσκόμαστε σε εύκολες αποφθεγματικές δηλώσεις, ας δούμε τρία σπουδαία τσιτάτα της αγγλοσαξωνικής ηθικής και πώς πρέπει ως γνήσιοι ρωμηοί να αντιπαρατιθέμεθα έναντι τους:


- Είμαστε ό,τι τρώμε: Αλήθεια είμαστε ό,τι τρώμε; Είναι εύκολο σε έναν κόσμο χορτάτων ανθρώπων με χιλιάδες επιλογές κατανάλωσης να ψάχνουμε για δίαιτες και διατροφές και λύσεις επιπέδου. Όταν όμως πάνω από το ήμισυ του πλανήτη λιμοκτονεί, αυτή η δήλωση μοιάζει να εκπορεύεται από την γαστέρα και όχι από την καρδία. 

Τί αντιπαραθέτουμε εμείς; Είμαστε ό,τι προσφέρουμε σε αυτόν που πεινάει! Αν έχω ένα κομμάτι ψωμί θα το κόψω στην μέση να το μοιραστώ με τον πεινασμένο.Αυτό λέει η δικαιοσύνη του Θεού. Και αν είμαι και λίγο τρελός εν Χριστώ, αυτό το κομμάτι το ψωμί θα το μοιράσω σε δυο πεινασμένος και γω θα μείνω νηστικός. Μετά θα έχω όλη την ευχέρεια και τα "μούτρα" να φιλοσοφώ περί εδεσμάτων και διαίτης.


-Ο χρόνος είναι χρήμα: Φυσικά, σε ένα μοντέλο κοινωνίας, πού ο άλλος είναι πεδίο εκμετάλλευσης και εγώ διψώ για τον ζωτικό μου χώρο, με κάθε νόμιμο και παράνομο τίμημα, δεν είναι μόνον ο χρόνος χρήμα. Χρήμα είναι τα πάντα. Το χρήμα είναι ο δεσπότης και ο τύραννος μου.

Τί αντιπαραθέτουμε εμείς; Πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα, όσα ουκ υπάρχει μετά θάνατον, μία ροπή και ταύτα πάντα θάνατος διαδέχεται. Μόνο το παρόν μας ορίζουμε τίποτα άλλο και ας αρχίσουμε να το βιώνουμε πνευματικά, ευχαριστηριακά, ποιοτικά. Όσο για τον χρόνο είνα μια ψευδαίσθηση. Αλλοι τον βιώνουν γραμμικά και άλλοι κυκλικά. Χρόνος είναι αυτό πού ορίζω εγώ με την παρουσία μου στον κόσμο και αυτό πού επεκτείνεται πέρα από την ζωή μου αυτήν εδώ και προσδοκώ να την βιώσω με τον Χριστό.


-Σέβομαι, όποιον μόνο κερδίσει τον σεβασμό μου: Φυσικά και το κάνεις, αφού ο ατομισμός και όλη αυτή η λογική του, σε έχουν χρίσει κέντρο και αυτοκράτορα του σύμπαντος. Αλήθεια, πιστεύεις πώς σου φτάνει μια ζωή να σεβαστείς πρώτον τον εαυτό σου, για να κερδήσεις και τον σεβασμό και των άλλων; Ή μήπως βλέπεις τους άλλους σαν ένα μέσο για να αισθανθείς εσύ καλύτερα; Τελικά, μήπως ζούμε σε έναν κόσμο μικρόνοης ανταλλακτικής φιλοσοφίας; Δώσε μου για να σου δώσω;Ο μεγαλόψυχος, συνειδητοποιημένος άνθρωπος, δεν περιμένει τον σεβασμό του άλλου για να ανταποδώσει.Εμπνέει σεβασμό με αυτό πού είναι και επειδή πολλές φορές, σχεδόν πάντα είναι και ταπεινός, απορεί για έναν τέτοιον σεβασμό των άλλων προς το πρόσωπο του και δεν συνειδητοποιεί πόσο μεγάλος είναι, μπροστά στην μακάρια ταπείνωση του.

Τί αντιπαραθέτουμε εμείς: Και την πέτρα πού πατάς, να σκύβεις και να την φιλάς με ευγνωμοσύνη και σεβασμό γιατί βρέθηκε εκεί και την πάτησες και κάθετι να το σέβεσαι και να το αγαπάς, άψυχο και έμψυχο και να καίεται η καρδία σου υπερ πάσης κτίσεως, κατά τον λόγο του αββά Ισαάκ του Σύρου. Μην ζητάς τον σεβασμό και την αγάπη των άλλων. Να τα δίνεις εσύ πρώτα , χωρίς ιδιοτέλεια και χωρίς να περιμένεις ανταλλάγματα και θα προστεθούν και αυτά και περισσότερα. Αυτή είναι η ουσία της ορθόδοξης ασκητικής και αγάπης και το κέντρο της ελληνικής μαγκιάς και ατόφιας λαϊκής κουλτούρας. Το ρωμέϊκο ήθος.


ππκ

Κυριακή, Απριλίου 03, 2016

Η πολεμική φύση της πίστης μας


ηράκλειος



Τρεῖς σταυροὺς ἐπήξατο ἐν Γολγοθᾶ ὁ Πιλᾶτος, δύο τοῖς λῃστεύσασι, καὶ ἕνα τοῦ Ζωοδότου, ὃν εἶδεν ὁ ᾍδης, καὶ εἶπε τοῖς κάτω· Ὦ λειτουργοί μου καὶ δυνάμεις μου τίς ὁ ἐμπήξας ἧλον τῇ καρδίᾳ μου; ξυλίνῃ με λόγχῃ ἐκέντησεν ἄφνω καὶ διαρρήσομαι, τὰ ἔνδον μου πονῶ, τὴν κοιλίαν μου ἀλγῶ, τὰ αἰσθητήριά μου, μαιμάσσει τὸ πνεῦμά μου, καὶ ἀναγκάζομαι ἐξερεύξασθαι τὸν Ἀδὰμ καὶ τοὺς ἐξ Ἀδάμ, ξύλῳ δοθέντας μοι· ξύλον γὰρ τούτους εἰσάγει πάλιν εἰς τὸν Παράδεισον.


Μετά σου λέει δεν είμαστε "πολεμική" πίστη. 

Υπάρχει μεγαλύτερος πόλεμος και δυναμισμός, από την αναμέτρηση του Θεανθρώπου με τον Άδη-θάνατο, συνεκδοχή του σατανά; Ένας πόλεμος πού μεταφέρεται στον καθημερινό πνευματικό αγώνα του πιστού.

 Όχι απλά υπέρβαση και εκμηδένιση του θανάτου, όπως το βρίσκουμε στις ηρωϊκές ιδεολογίες. Όχι απλώς συμφιλίωση με τον θάνατο, όπως επιχειρούσαν οι των ελευσινίων μυστηρίων. Μάχη σώμα με σώμα, σκληρή, επίπονη, με επιμονή, θάρσος, καθημερινές πτώσεις και καθημερινές μικρές νίκες. 

Όπλο είναι ο σταυρός. Όπλον ειρήνης αήττητον τρόπαιον. 

Όλα τα τροπάρια του Σταυρού είναι πολεμικά. Μια χριστιανική οικουμένη σε διαρκή πόλεμο με τον βαρβαρισμό,την ειδωλολατρία, τον μυστικισμό, αργότερα με τον στυγνό ορθολογισμό.

Ένας πόλεμος πού ανάγει στον εσωτερικό πνευματικό και αόρατο πόλεμο, αλλά και εμπνέεται από αυτόν μέσα στην ιστορία.

Σωσον Κύριε τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου, νίκας τοις βασιλεύσι κατά βαρβάρων δωρούμενος και το σον φυλάττων διά του Σταυρού σου πολίτευμα. 

Εδώ αναιρείται και σταματα κάθε πασιφισμός και δεν υπάρχει περιθώριο για το "σφάξε με αγά μου να αγιάσω".

 Ο χριστιανός είναι μαχητής. Είτε αυτό αφορά την ιστορική του πορεία ως γένος ή την εσωτερική και πνευματική πορεία ως μονάδα θεούμενη.

Όλα τα άλλα είναι στάσιμα, επικίνδυνα και ελώδη ύδατα. Υπεύθυνα για την παράδοση μας στους μεγάλους και μικρούς θανάτους αυτής της ζωής.

Σάββατο, Μαρτίου 26, 2016

Η "αγία" ελληνική αθυροστομία του 21


Διαβάζεις Μακρυγιάννη, θυμάσαι την αθυροστομία του Καραϊσκάκη και ...χορταίνεις την απλή, ανεπιτήδευτη θέρμη του έλληνα Χριστιανού, εκείνου του αιώνα. Τα διαβάζεις ασκανδάλιστα, δεν σοκάρεσαι, γιατί νιώθεις πώς δεν ανήκεις και συ στους νεοχριστιανούς με τις ταπεινοσχημίες, με τους εύκολους σκανδαλισμούς και την πονηρία της παρθενοφανείας.Νιώθεις πώς οι καταβολές σου είναι κάπου εκεί.Αγνοί άνθρωποι. Ιερή  αγανάκτιση. Ποιός από εμάς τους συγχρονους "πράους", "αγαπησιάρηδες", "ηθικούς" χριστιανούς μπορεί να διεκδικήσει αυτή την αγνότητα του άνθρακα πού αγγίζει τα χείλη, χωρίς να μιαίνει την καρδιά; Προτεσταντοποιηθήκαμε. Φροντίζουμε για την καλή έξωθεν μαρτυρία και το φαίνεσθαι. Αυτά μας ορίζουν σαν χριστιανούς. Δεν ήταν άγιοι οι παραπάνω ήρωες με την κλασσική καλή έννοια του Συναξαρίου των πολλές φορες ιησουϊτών πού είναι στα πράγματα και κανείς άγιος της Εκκλησίας μας δεν θα μεταχειρίζοταν τέτοο λεξιλόγιο. Δεν ήταν όμως και υποκριτές και φαρισαίοι σαν και εμάς. Είναι αυτή η σπάνια αγνότητα με την οποία όσιοι Ασκητές μιλούσαν για προβλήματα σεξουαλικά, και οι ληστές του Κόντογλου και των Γεροντικών διήγαν βίον ληστρικόν διαβάζοντας παράλληλα τους Χαιρετισμούς στην Αγνή Θεοτόκο.Χωρίς να μιανθούν. Εμείς σήμερα μιαινόμαστε με την .... πιό άσπιλη αγνότητα μας.Πλην όμως κανείς μας δεν έχει την ταπείνωση του μεγάλου καππαδόκη: Και γυναίκα δεν γνώρισα και παρθένος δεν είμαι. Ψιλά τα νοήματα και ψηλά...

από ανάρτηση μας στο ΦΒ

Παρασκευή, Μαΐου 29, 2015

Φώτης Κόντογλου - Τὸ ἀληθινὸ Βυζάντιο. Ἡ ἀρχοντικὴ καὶ βασιλικὴ πολιτεία


Τί ἤτανε, ἀληθινά, ἐκεῖνο τὸ Βυζάντιο, ἐκείνη ἡ Κωνσταντινούπολη; Παραμυθένιος κόσμος! Ὄχι μοναχὰ ἡ ἀρχαία πολιτεία, μὰ κι ἡ καινούρια, ὡς τοῦ σουλτὰν-Χαμὶτ τὰ χρόνια. Εἶχα γνωρίσει ἕναν χριστιανὸ Ἀνατολίτη κοσμογυρισμένον, ποὺ ἔζησε πολλὰ χρόνια στὴν Εὐρώπη καὶ στὴν Ἀμερική, στὴ Λόντρα, στὸ Παρίσι, στὴ Ρώμη, στὴ Νέα Ὑόρκη. «Ὅλες αὐτὲς οἱ μεγάλες πολιτεῖες, μοῦ ἔλεγε, εἶναι σπουδαῖες, μὰ σὰν τὴν Κωνσταντινόπολη δὲν ὑπάρχει ἄλλη στὴν οἰκουμένη, κι οὔτε βρίσκεται στὸν ντουνιὰ τέτοια ἐπίσημη ἀρχοντικιὰ καὶ βασιλικὴ πολιτεία».

Στὰ χρόνια τῶν Βυζαντινῶν «ἡ βασιλεύουσα Πόλις» θὰ εἶχε μιὰ ἐξωτικὴ κι ἀλλόκοτη μεγαλοπρέπεια. Χίλιοι κουμπέδες (τροῦλλοι) κατάχρυσοι λαμποκοπούσανε μέσα στὴ βλογημένη αὐτὴ ἀφεντοπολιτεία. Στὴ μέση στεκότανε, σὰν ἥλιος, ἡ Ἅγια Σοφιά, καὶ γύρω της ἤτανε σκορπισμένες οἱ ἄλλες ἐκκλησίες μὲ τοὺς χρυσοὺς κουμπέδες, σφαῖρες οὐράνιες, ποὺ λὲς καὶ γυρίζανε γύρω στὸν ἥλιο. Δὲν φαινόντανε πὼς ἤτανε κτίρια κανωμένα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ σὰν νὰ κατεβήκανε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ σταθήκανε ἀπάνω στὴ γῆ. Κι ἀπὸ μέσα ἤτανε καταστολισμένες μὲ ψηφιά, μὲ χρωματιστὰ μάρμαρα, μὲ σμάλτα, μὲ ζωγραφιές, ποὺ θαρροῦσε κανένας πὼς μπαίνει σὲ οὐράνια παλάτια. Εἴχανε δίκιο οἱ παλιοὶ Κινέζοι ποὺ λέγανε πὼς αὐτὰ τὰ κτίρια ἤτανε «κάποια παλάτια μεγάλα καὶ λαμπερά, ποὺ ἀπὸ μέσα μοιάζανε σὰν τὰ χρυσὰ φτερὰ τοῦ φασιανοῦ τὴν ὥρα ποὺ πετᾶ».
Ἀνάμεσα στὶς ἀκαταμέτρητες ἐκκλησιές, στὰ παλάτια καὶ στὰ μοναστήρια, ποὺ σκεπάζανε ἀνεξερεύνητα μυστήρια, ἤτανε χτισμένα τὰ σπίτια καὶ τὰ ἀμέτρητα παζάρια ποὺ μερμήγκιαζε ὁ κόσμος, κόσμος καλοπερασμένος, τὰ χάνια, τὰ μαγαζιά, φωλιὲς γεμάτες ζωὴ καὶ κίνηση. Ἐδῶ κι ἐκεῖ πρασινίζανε κάποια περιβόλια μὲ ψηλὰ δέντρα μέσα στὴν πολιτεία, μὰ ἕνα γύρω τὴ ζώνανε, σὰν ὁλόδροσο στεφάνι, ἀνθισμένοι κῆποι, δάση μὲ πλατάνια, μὲ δρῦς, μὲ κυπαρίσσια, μὲ καβάκια (λεῦκες), ποὺ ρίχνανε τὸν πυκνὸ ν ἴσκιο τους ἀπάνω σὲ ξωτικὰ κιόσκια, σὲ βρύσες μὲ κρυσταλλένια νερά, ἐνῶ ἀπὸ παντοῦ χλιμιντρούσανε χαρούμενα τὰ λυγερὰ ἄτια (ἄλογα) τῆς Ἀνατολῆς, κι ἀκουγόντανε κάτι τραγούδια ποὺ μοιάζανε μὲ ψαλμῳδίες. Ἀνάμεσα στὰ δέντρα βοσκούσανε ζαρκάδια.

Μὰ σὰν γύριζε κανένας τὴ ματιά του κατὰ τὴ θάλασσα, εὐφραινότανε ἀκόμα πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸ θαυμαστὸ πανόραμα. Ὁ Βόσπορος, αὐτὸς ὁ ἐξαίσιος θαλασσινὸς ποταμός, δρόσιζε μὲ τὰ νερά του τὰ πόδια τῆς πολιτείας, ρεματίζοντας ἀνάμεσα σ᾿ αὐτὴ καὶ στὴν καταπράσινη Ἀνατολή, μὲ τὴ Χρυσούπολη καὶ μὲ τὰ παλάτια ποὺ παραθερίζανε οἱ Κωνσταντινουπολίτες. Ὅπου νὰ στεκότανε ἄνθρωπος ἔβλεπε μπροστά του ἕνα μαγικὸ θέαμα, τὶς ἥμερες ἀκρογιαλιὲς τοῦ μπογαζιοῦ ἀνάμεσα στὰ δέντρα ποὺ βουΐζανε ἀπὸ τὸ γλυκὸ φύσημα τ᾿ ἀγεριοῦ. Ἀκαταμέτρητο πλῆθος ἀπὸ καράβια λογιῶν λογιῶν, ἀπὸ βάρκες, ἀπὸ μαοῦνες, ἀπὸ καΐκια, ἀπὸ μπιαντάδες, ἀρμενιζανε παντοῦ, ἀλλὰ μὲ πανιὰ κι ἀλλὰ μὲ κουπιά. Τὰ λιμάνια ἤτανε γεμάτα ἀπὸ καράβια ἀραγμένα στοὺς μόλους ἢ φουνταρισμένα ἀνοιχτά. Κάστρα θεόρατα, τρίδιπλα κι ἀκατάλυτα, ζώνανε τὴν ἀξετίμητη πολιτεία, ἀπὸ στεριὰ κι ἀπὸ θάλασσα, μὲ χίλιες καστρόπορτες, μ᾿ ἀμέτρητες τάμπιες καὶ πύργους, ὅλα ἀρματωμένα καλὰ μὲ στρατό, μὲ βάρδιες ποὺ ξαγρυπνούσανε.

Τὸ Σαββατόβραδο, κατὰ τὸ δειλινό, ἡ ἀτμόσφαιρα γέμιζε ἀπὸ τὴ γλυκειὰ βουὴ ποὺ κάνανε χιλιάδες καμπάνες καὶ ποὺ ἀνέβαινε σὰν ψαλμωδία ἀπάνω ἀπὸ τὴν ἁγιασμένη πολιτεία, ἀπὸ τὴ Νέα Σιών, «ἦχος καθαρὸς ἑορταζόντων». Πανηγυρικὴ μεγαλοπρέπεια! Μοναχὰ τὸ Βυζάντιο κατέβασε στὴ γῆ τὴν οὐράνια ἁρμονία.
Γιὰ τοὺς Βυζαντινούς, ἡ πατρίδα τοὺς ἤτανε ἡ Κιβωτὸς τῆς ἀληθινῆς θρησκείας, καὶ εἴχανε πόθο νὰ τραβήξουνε μέσα σ᾿ αὐτὴ ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς, καὶ νὰ τὰ σώσουνε φωτισμένα ἀπὸ τὸ ἀνέσπερο φῶς τοῦ Εὐαγγελίου. Γι᾿ αὐτό, ἕνας αὐτοκράτορας μιλώντας στοὺς στρατηγούς του ποὺ πηγαίνανε νὰ πολεμήσουνε καταπάνω σὲ βάρβαρους λαούς, τοὺς παράγγελνε νὰ φέρνονται μὲ εὐσπλαγχνία στοὺς νικημένους καὶ νὰ μὴν τοὺς βιάζουνε νὰ πληρώνουνε φόρους. «Ἐμεῖς, ἔλεγε, δὲν θέλουμε νὰ σκλαβώσουμε τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ ἡ δόξα μας κι ἡ τιμή μας εἶναι νὰ γίνουνε εὐτυχισμένοι κι ἐλεύθεροι μαζί μας». Ὅσοι ἀλλόθρησκοι πηγαίνανε στὴν Πόλη ἀπὸ ξένες χῶρες ἀπορούσανε πὼς γινότανε οἱ χριστιανοί, ποὺ εἴχανε τέτοια πλούσια καὶ μεγαλόπρεπη πολιτεία, νὰ λατρεύουνε γιὰ θεό τους ἕναν ταπεινόν, τυραννισμένον, καρφωμένον ἀπάνω σ᾿ ἕνα ξύλο, ἐνῷ περιμένανε νὰ δοῦνε νὰ προσκυνᾶνε κάποιο εἴδωλο χρυσοντυμένο, μὲ περήφανη ὄψη, μὲ κορμὶ γίγαντα.

Στὸ Βυζάντιο ἡ θρησκεία βασίλευε ἀπάνω σὲ ὅλα. Μὲ ὅλη τὴ ζωηρὴ δραστηριότητα ποὺ εἴχανε οἱ Βυζαντινοὶ στὰ ἐγκόσμια, ἡ σκέψη τους κι ἡ καρδιά τους ἤτανε πάντα γυρισμένη στὴν ἄλλη ζωή, στὴν αἰώνια ζωή. Στὸ νοῦ τους εἴχανε μέρα νύχτα τὰ λόγια του Παύλου: «Οὐ γὰρ .εχομεν ὦδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν». Τούτη ἡ ἀφοσίωση στὴ μέλλουσα ζωή, στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἔκανε ὥστε καὶ τὸ σύστημα τῆς ἐπίγειας ζωῆς τους νὰ πάρει κάποιον χαρακτῆρα αἰωνιότητας, σὰν μιὰ ἀτελὴς προεικόνιση «ἐκείνου τοῦ καινοῦ αἰῶνος, τοῦ θαυμαστοῦ». Ὄχι μοναχὰ τὰ θρησκευτικὰ αἰσθήματά τους, μὰ καὶ τὰ κοσμικά, εἴχανε χαρακτῆρα λειτουργικόν. Γιὰ ὅποιον εἶναι σὲ θέση νὰ νοιώσει καλὰ τί εἶναι αὐτὸ τὸ «λειτουργικό», ποτὲς ἄλλη φορὰ ἡ ὁμαδικὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων δὲν ἔφταξε σ᾿ ἕνα τέτοιο πνευματικὸ ὕψος. Ὅσοι θελήσανε καὶ θέλουνε νὰ κρίνουνε τὸ Βυζάντιο μὲ τὸν συνηθισμένον χονδροειδῆ ἀντιπνευματικὸν τρόπο καὶ μὲ τὶς γνωστὲς ἀνόητες εὐφυολογίες, καὶ νὰ τὸ γελοιοποιηθοῦνε σὲ βαθμὸ ποὺ νὰ ὀνομάζουνε «βυζαντινισμὸ» κάθε ἀφηρημένη συζήτηση καὶ οὐτοπία, αὐτοὶ φανερώνουνε μ᾿ αὐτὸ πόσο ἀνίδεοι εἶναι ἀπὸ ἀληθινὴ πνευματικότητα, μὲ ὅλους τοὺς ψεύτικους τίτλους τῆς σοφίας καὶ τῆς ἐπιστήμης ποὺ εἶναι στολισμένοι.

Τὸ Βυζάντιο εἶναι πολὺ λεπτὸ πρᾶγμα γιὰ νὰ μπορέσουνε νὰ τὸ πιάσουνε τὰ χοντροκανωμένα ἐργαλεῖα τους. Τὸ Βυζάντιο εἶναι ἡ ἀληθινὴ χριστιανικὴ θρησκεία, ἀνάμεσα στὰ ψεύτικα καὶ ἐλεεινὰ παραμορφωμένα ὁμοιώματά της, ποὺ τὰ φτιάξανε λαοὶ βάρβαροι καὶ ὑλιστές, ἀνίκανοι νὰ τὴν καταλάβουνε καὶ νὰ τὴν αἰσθανθοῦνε. Γιὰ τοῦτο, τὸ Βυζάντιο κρίνεται ἀπὸ τοὺς λεγόμενους σοφοὺς τοῦ κόσμου ὅπως κρίνεται τὸ Εὐαγγέλιο, δηλ. σὰν μωρία, μπροστὰ στὴ δική τους γνώση, κι ἡ γνώμη τους ἴσια-ἴσια, πὼς τὸ Βυζάντιο εἶναι «μωρία», πιστοποιεῖ πὼς ἀληθινὰ στάθηκε ἡ Νέα Σιών, ἡ ἔμψυχος κιβωτός, ποὺ μέσα σ᾿ αὐτὴ φυλάχθηκε ἡ ἐπαγγελία τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους πὼς θὰ γίνουνε τέκνα του, καὶ «ἡ μακαρία ἐλπὶς τῆς αἰωνίου ζωῆς». Ὅσο νοιώσανε οἱ ὑλικοὶ ἄνθρωποι τί λέγει ὁ Παῦλος γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ γιὰ τὴ σοφία τοῦ Θεοῦ, ἄλλο τόσο νοιώσανε κι οἱ ἱστορικοὶ κι οἱ ἐπιστήμονες τῆς κοσμικῆς γνώσης, «οἱ συζητηταὶ τοῦ αἰῶνος τούτου» ὅπως λέγει ὁ Παῦλος, τί εἶναι τὸ Βυζάντιο.
Νά, τί λέγει ὁ Παῦλος γιὰ τὴν ψεύτικη σοφία τους καὶ γιὰ τὴν ἀληθινή του Θεοῦ: «Οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου; Ἐπειδὴ γὰρ ἐν τῇ σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας τὸν Θεόν, εὐδόκησεν ὁ Θεὸς διὰ τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος σῶσαι τοὺς πιστεύοντας. Ἐπειδὴ καὶ Ἰουδαῖοι σημεῖον αἰτοῦσι, καὶ Ἕλληνες σοφίαν ζητοῦσιν, ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρίαν, αὐτοῖς δὲ τοῖς κλητοῖς, Ἰουδαίοις τε καὶ Ἕλλησι, Χριστὸν Θεοῦ δύναμιν καὶ Θεοῦ σοφίαν». «Τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνῃ, καὶ τὰ ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρά, καὶ τὰ ἀγενῆ τοῦ κόσμου καὶ τὰ ἐξουθενωμένα ἐξελέξατο ὁ Θεὸς καὶ τὰ μὴ ὄντα (τὶς οὐτοπίες καὶ τὶς θρησκοληψίες), ἵνα τὰ ὄντα (τὶς θετικὲς ἐπιστῆμες, τὸν ὀρθολογισμό, καὶ τὴν ἐμπειρικὴ γνώση) καταργήσῃ». «Σοφίαν δὲ λαλοῦμεν ἐν τοῖς τελείοις, σοφίαν δὲ οὐ τοῦ αἰῶνος τούτου, οὐδὲ τὸν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου, τῶν καταργουμένων. Ἀλλὰ λαλοῦμεν σοφίαν τοῦ θεοῦ ἐν μυστηρίῳ, τὴν ἀποκεκρυμμένην, ἣν προώρισεν ὁ Θεὸς πρὸ τῶν αἰώνων εἰς δόξαν ἡμῶν, ἣν οὐδεὶς τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου ἔγνωκεν». (Νομίζει κανεὶς πὼς αὐτὰ τὰ λόγια τὰ λέγει τὸ Βυζάντιο). «Μηδεὶς ἑαυτὸν ἐξαπατάτω. Εἴ τις δοκεῖ σοφὸς εἶναι, μωρὸς γενέσθω, ἵνα γένηται σοφός. Ἡ γὰρ σοφία τοῦ κόσμου τούτου, μωρία παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν». «Ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστόν, ὑμεῖς δὲ φρόνιμοι ἐν Χριστῷ. Ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ὑμεῖς δὲ ἰσχυροί. Ὑμεῖς ἔνδοξοι, ἡμεῖς δὲ ἄτιμοι».
Ἀπάνω στὸ Βυζάντιο ἤτανε γραμμένος ὁ λόγος τοῦ Παύλου: «ὁ καυχώμενος, ἐν Κυρίω καυχάσθω». Ὅλες οἱ καρδιές, ἀπὸ τὸν βασιλιᾶ ὡς τὸν πιὸ φτωχὸν καντηλανάφτη ἡ βαρκάρη, ἡ στρατιώτη ἢ ξωχάρη, αὐτὰ τὰ λόγια εἴχανε μέσα. Ἡ προσευχὴ ἤτανε ἡ ζωή τους. Κι ἡ τυπικὴ ἀκόμα εὐσέβεια σὲ κάποιους αὐτοκράτορες ἢ ἄρχοντες, δείχνει πὼς ὑποταζόντανε στὸν πνευματικὸ νόμο τῆς θρησκείας κι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἤτανε σὲ θέση νὰ τὸν νοιώσουνε καὶ νὰ εὐφρανθοῦνε ἀπὸ τὴ γλυκύτητα «τοῦ ζῶντος ὕδατος τοῦ ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον». Ἀκόμα κι ἐκεῖνοι ποὺ δὲ μπορούσανε νὰ νικήσουνε τὴ φυσικὴ κακία τους, ἤτανε εὐλαβεῖς, ἕνα πρᾶγμα παράδοξο.
 
Ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς ἔκανε κάθε μέρα τὴν προσευχή του, καὶ στὸν πόλεμο φοροῦσε ἀπὸ μέσα, κάτω ἀπὸ τὸν θώρακά του ἕνα παλιόρασο τοῦ θείου του ἀσκητῆ Γεωργίου τοῦ ἐν τῷ Μαλεῷ ποὺ εἶχε ἁγιάσει, γιὰ νὰ τὸν φυλάγει. Ὁ Ἀλέξιος Κομνηνὸς ὅποτε ἤτανε νὰ πάγει σὲ καμμιὰ ἐκστρατεία, ἔβαζε τὰ πολεμικὰ σχέδιά του κάτω ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα, κι ὅλη τὴ νύχτα προσευχότανε γονατιστὸς ἀπάνω στὰ σκαλοπάτια τοῦ ἱεροῦ, καὶ τὸ πρωὶ ἔπαιρνε τὸ σχέδιο ποὺ ἔβγαινε κάτω ἀπὸ τὸ σκέπασμα τῆς ἁγίας Τράπεζας, γιατὶ πίστευε πὼς τοῦ τὸ ἔδινε ὁ ἀρχάγγελος Μιχαήλ. Ὁ Ἰωάννης Τσιμισκὴς γονάτιζε σὰν παιδὶ μπροστὰ στὴν ἁγία Τράπεζα τῆς Ἁγίας Σοφίας παρακαλώντας μὲ δάκρυα νὰ τοῦ δώσει ὁ θεὸς ἕναν ἄγγελο φύλακα ποὺ νὰ τὸν φωτίζει κατὰ τὸν πόλεμο.
Ὅσο σφίγγεται τὸ Βυζάντιο ἀπὸ τοὺς βαρβάρους, κι ὅσο ἡ ψυχὴ ὑποφέρνει καὶ πονᾷ, τόσο γυρίζει τὰ μάτια του κατὰ τὸν οὐρανό. Ὁ βασιλιὰς Θεόδωρος Δούκας ὁ Λάσκαρις σύνθεσε τὸν Μέγαν Παρακλητικὸν Κανόνα στὴν Παναγία, ποὺ εἶναι γεμάτος ἀπὸ συντριβή, ταπείνωση καὶ πίστη. Ὁ Λέων ὁ Σοφὸς ἐποίησε τὰ ἐξαίσια Ἑωθινὰ ποὺ τὰ ψέλνουνε στὸν Ὄρθρο κάθε Κυριακὴ κι ὁ γυιός του Κωνσταντῖνος φιλοτέχνησε τὰ Ἐξαποστειλαρια. Κι ἄλλοι πολλοὶ βασιλιάδες ψέλνανε ἢ ὑμνογραφούσανε. Ἄλλα κι οἱ ὁμιλίες ποὺ κάνανε στοὺς στρατιῶτες καὶ στὸν λαό, εἴχανε κι ἐκεῖνες ὕφος θρησκευτικὸ κι ἤτανε γεμάτες εὐλάβεια καὶ πίστη. Ὁ πικραμένος λόγος ποὺ ἔβγαλε ὁ τελευταῖος βασιλιὰς τοῦ Βυζαντίου, Κωνσταντῖνος ὁ Παλαιολόγος, ἤτανε σὰν νεκρώσιμο τροπάρι. Τὸ Βυζάντιο εἶναι ἡ προεικόνιση ἀπάνω στὴ γῆ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ὅσο ἤτανε δυνατὸ νὰ πραγματοποιηθεῖ ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἀτέλεια μέσα στὸν κόσμο τῆς φθορᾶς.
Σὰν μπήκανε οἱ Σταυροφόροι σ᾿ αὐτὴ τὴν πολιτεία τοῦ Χριστοῦ, δὲν καταλάβανε τίποτα ἀπὸ τὸν μυστικὸν πλοῦτο ποὺ ἔκλεινε μέσα της, μ᾿ ὅλο ποὺ λεγόντανε Χριστιανοί. Αὐτοὶ θαμπωθήκανε ἀπὸ «τὸ ἔξωθεν τοῦ ποτηριοῦ καὶ τῆς παροψίδος», ἀπὸ τὰ κτίρια, ἀπὸ τὰ πλούτη της, ἀπὸ τὰ ὑλικὰ πράγματα ποὺ κρύβανε ἀπὸ κάτω τους τὰ πνευματικὰ μυστήρια, ὅπως ἡ στολὴ τοῦ ἀρχιερέως συμβολίζει, μὲ τὸ χρυσάφι καὶ τὶς πολύτιμες πέτρες, τὴν πνευματικὴ μεγαλοπρέπεια τῆς λατρείας. Ἐκεῖνοι οἱ βάναυσοι τυχοδιῶκτες κυττάζανε μὲ λαιμαργία τὰ ἀκριβὰ στολίσματα τῆς Πόλης, καὶ θέλανε νὰ τ᾿ ἁρπάξουνε γιὰ νὰ τὰ φᾶνε.
Ποῦ νὰ καταλάβουνε πὼς ἐκείνη ἡ μεγάλη ἐκκλησιὰ ἤτανε ἐκκλησιὰ τῆς Σοφίας τοῦ Θεοῦ. Κανωμένη κατὰ τὸν ναὸ τοῦ Σολομῶντος, ποὺ τὸν στόλισε μὲ ὅ,τι ἀκριβὸ καὶ θαυμαστὸ εἶχε ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ τιμήσει τὸν Θεό. Ποῦ νὰ καταλάβουνε ἐκείνη τὴν ἀρχιτεκτονική, ἐκείνη τὴν ἁγιογραφία, τὰ σκεύη, τὴν ψαλμῳδία, τὴν ὑμνῳδία, ποὺ ὅλα ἤτανε ἦχοι ποὺ βγαίνανε ἀπὸ σάλπιγγες πνευματικές. Αὐτοὶ ἅρπαξανε τὰ μαλάματα, τὰ δισκοπότηρα, τ᾿ ἀρτοφόρια, τὰ ἄμφια, τὰ καπάκια ἀπὸ τὰ Εὐαγγέλια, ἀκόμα καὶ τὰ χρυσὰ ψηφιὰ ἀπὸ τοὺς τοὺς τοίχους. Τὰ βιβλία, ποὺ εἶχε μυριάδες, τὰ κυττάζανε μὲ ἀπορία, σὲ τί θὰ μπορούσανε νὰ χρειασθοῦνε, καὶ τὰ πετούσανε. Τὸ ἴδιο καὶ τὰ ἐξαίσια εἰκονίσματα, ἔργα ἀξετίμητα, τὰ καίγανε ἀπὸ φανατισμό, ἢ λιανίζανε κρέας ἀπάνω τους. Τέτοιος εἶχε καταντήσει ὁ Χριστιανισμὸς σ᾿ αὐτοὺς τοὺς ὑλόφρονες βαρβάρους, ποὺ καταβρωμίζανε τὴν πηγὴ ἀπ᾿ ὅπου τὸν πήρανε.
Γστερα ἀπὸ αἰῶνες οἱ ἀπόγονοί τους ἡμερέψανε, χτίσανε μεγάλες πολιτεῖες, ἀνοίξανε πανεπιστήμια, κάνανε βιβλιοθῆκες, μουσεῖα, ἀκαδημίες. Μὰ μὲ ὅλα αὐτά, δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ νοιώσουνε πάλι τί εἶναι τὸ Βυζάντιο, ὄχι στὴν ἐξωτερική του δψῆ, ἀλλὰ στὴ βαθειὰ οὐσία του, τὴν πνευματική. Γι᾿ αὐτοὺς εἶναι κεκλεισμένη ἡ Πύλη ἡ κατὰ Ἀνατολάς. Γιατὶ ἐργάζονται «διὰ τὴν βρῶσιν τὴν ἀπολλυμένην», ἐπειδή, κατὰ τὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη, «ὁ ὧν ἐκ τῆς γῆς, ἐκ τῆς γῆς ἐστι καὶ ἐκ τῆς γῆς λαλεῖ». Ἐρευνοῦν ἐξωτερικὰ μὲ «τὸν νοῦν τῆς σαρκὸς αὐτῶν», χωρὶς νὰ μποροῦνε νὰ πᾶνε πιὸ βαθειὰ ἀπ᾿ ὅ,τι νοιώθουνε οἱ σαρκικὲς αἰσθήσεις. Δὲν ἔχουνε «πνευματικὸν ὀφθαλμόν, οὔτε πνευματικὸν οὖς» καὶ «ψηλαφοῦσι τοῖχον ἐν τῷ σκότει». Οὔτε κὰν ὑποπτεύονται, μέσα στὴν ἀλαζονεία τους, πὼς ὑπάρχει τίποτα «τὸ τιμιώτατον», κάτω ἀπὸ τὴν ταφόπετρα ποὺ τὴν ψάχνουνε καὶ ποὺ τὴ μελετοῦνε μὲ τὸ ἐγκόσμιο σύστημά τους. Δὲν ἔχουνε αὐτὶ γιὰ νὰ ἀκούσουνε «τοὺς ἀλαλήτους στεναγμοὺς τοῦ Πνεύματος», ποὺ βγαίνουνε ἀπὸ τὰ νεκρὰ καὶ ξερὰ κόκκαλα ποὺ σκαλίζουνε σὰν τυμβωρῦχοι.
Ἕνας ἅγιος γράφει: «Αἰσχρόν ἐστι τοὺς φιλοσάρκους περὶ τῶν πνευματικῶν πραγμάτων ἐρευνῆσαι, ὥσπερ καὶ πόρνην περὶ σωφροσύνης λαλῆσαι. Οἱ ἔχοντες τὴν πεποίθησιν αὐτῶν ἐν τοῖς σαρκικοῖς, οἱ τοιοῦτοι ὡς ἐν νυκτομαχίᾳ διάγουσι, καὶ σκότος ψηλαφοῦσιν, ἔξωθεν ὄντες τῆς χώρας τῆς ζωῆς καὶ τοῦ φωτός. Ἐκείνη γὰρ ἡ χώρα τοῖς ἀγαθοῖς καὶ ταπεινόφροσι, καὶ τοῖς καθαρίσασι τὰς ἑαυτῶν καρδίας κεκλήρωται».
Τὸ Βυζάντιο εἶναι ὅπως «ἡ Ἱερουσαλὴμ καὶ ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ,ἡ ἐντὸς ἡμῶν κεκρυμμένη. Αὐτὴ ἡ χώρα νεφέλη ἐστὶ τῆς δόξης τοῦ θεοῦ, εἰς ἣν μόνον οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ εἰσελεύσονται τοῦ θεάσασθαι τὸ πρόσωπον τοῦ Δεσπότου καὶ καταυγασθῆναι τοὺς νόας αὐτῶν διὰ τῆς ἀκτῖνος καὶ λαμπηδόνος τοῦ φωτὸς Αὐτοῦ».


   Μυστικὰ Ἄνθη, Ἀθήνα 1992, δ´ ἔκδοση, Ἀστήρ, σελ. 93‐99