ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τυφλός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τυφλός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, Ιουνίου 05, 2021

Κυριακή του Τυφλού: Χριστός το φως της ζωής



Ἡ σημερινὴ περικοπή, ποὺ περιγράφει τὴ θεραπεία τοῦ ἐκ γενετῆς Τυφλοῦ, κάνει λόγο γιὰ τὸ Φῶς τῆς ζωῆς, τὸ Φῶς τὸ Οὐράνιο, τὸν Χριστό. Παρατηρεῖται σὲ αὐτὴ ἀνάλογη κλιμάκωση στὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ σὲ σχέση μὲ τὴν περικοπὴτῆς προηγούμενης ἑβδομάδας. Ἡ Σαμαρείτιδα καὶ ὁ Τυφλὸς θεωροῦν ἀρχικὰ τὸν Χριστὸ ὡς ἄνθρωπο, στὴ συνέχεια ἀναγνωρίζουν ὅτι πρέπει νὰ εἶναι κάποιος ἀπὸ τοὺς Προφῆτες, ἐνῶ στὸ τέλος Τὸν προσκυνοῦν ὡς τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτήρα τοῦ κόσμου.

Ὁ Κύριος ἤδη βρισκόταν ἀντιμέτωπος μὲ τὸ ἀναβράζον μίσος τῶν Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι, μὲ τὴν πρόφαση ὅτι καταργοῦσε τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου, Τὸν ἐκδίωκαν ἀπὸ παντοῦ ὡς βλάσφημο, θορυβημένοι ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀποκαλοῦσε τὸν Ἑαυτό Του Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Τὸν εἶχαν κάνει τρόπον τινὰ ἀποσυνάγωγο καὶ Τοῦ εἶχαν στερήσει τὴ διδασκαλικὴ καθέδρα. Ὁ Κύριος ὅμως δὲν εἶχε ἀκόμη τελειώσει «τὸ ἔργον τοῦ Πέμψαντος Αὐτόν». Ἐφόσον δὲν Τοῦ ἐπέτρεπαν πλέον νὰ διδάσκει, τοὺς ἔστειλε τὸ «σημεῖο» Του, ἕνα ἁπλὸ ἄνθρωπο, τὸν ἐκ γενετῆς Τυφλό, γιὰ νὰ ἐλέγξει τὴν τύφλωση ὅσων νόμιζαν ὅτι ἦταν σοφοὶ καὶ διδάσκαλοι τοῦ Ἰσραήλ.

Ὁ νοῦς τῶν μαθητῶν πρὶν τὴν ἐπιδημία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἦταν ἀκόμη χοϊκός, γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν ἀντίκρισαν τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἐκ γενετῆς εἶχε στερηθεῖ τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν του, ἀπαίτησαν ἀπὸ τὸν Διδάσκαλό τους λογικὴ ἐξήγηση σχετικὰ μὲ τὴν αἰτία τῆς ἀναπηρίας. Δύο ἐνδεχόμενα περνοῦσαν ἀπὸ τὸν νοῦ τους: Ἢ ὅτι ἡ τύφλωση ὀφείλετο στὶς προσωπικές του ἁμαρτίες εἴτε στὶς ἁμαρτίες τῶν προγόνων του. Οἱ Ἀπόστολοι ἔθεσαν τὴν ἐρώτηση στὸ ἀνθρώπινο ἐπίπεδο, ὁ Κύριος ὅμως διανοίγει ἄλληπροοπτικὴ στὸ θέμα. Ἡ ἀνθρώπινη λογικὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἐξιχνιάσει «κριμάτων Αὐτοῦ ἀβύσσους».

Στὴν παρούσα ζωὴ δὲν ὑπάρχει ἀπάντηση σὲ ὅλα τὰ ἐρωτήματα, διότι οἱ ἀξίες καὶ οἱ πεποιθήσεις αὐτοῦ τοῦ κόσμου εἶναι σχετικές. Ὁ Θεὸς ὅμως δὲν ἐξαντλεῖται στὰ στενὰ ὅρια τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου. Ἡ μέριμνά Του καὶ ἡ φροντίδα Του εἶναι ἡ παλινόστηση τοῦ ἀνθρώπου στὴν «ἡτοιμασμένην αὐτῷ βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου». Τὰ παθήματα καὶ οἱ τραγωδίες αὐτῆς τῆς ζωῆς ἔρχονται σὲ δευτερεύουσα μοίρα, προκειμένου νὰ μπορέσει νὰ χορηγήσει στὸ πλάσμα Του «πλουσίαν εἴσοδον εἰς τὴν αἰωνίαν Βασιλείαν Αὐτοῦ». Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἐκφραζόταν μὲ πολὺ δυνατὸ τρόπο πάνω στὸ θέμα αὐτὸ λέγοντας ὅτι, «ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ σὲ αὐτὸ τὸν κόσμο ἐμφανίζεται ὡς κατάρα, καὶ ἡ κατάρα ὡς εὐλογία». Γιὰ παράδειγμα, ἡ φτώχια ἢ ἡ ἀρρώστια γιὰ τοὺς πολλοὺς εἶναι συμφορά, ἀλλὰ γιὰ ὅποιον ταπεινωθεῖ καὶ ἀντὶ νὰ πικραθεῖ μέσα του, στραφεῖ στὸν Θεὸ μὲ πνεῦμα παραδόσεως καὶ εὐχαριστίας, μπορεῖ νὰ μεταβληθεῖ, ὅπως ἡ πείρα ἀποδεικνύει,  στὴ μεγαλύτερη εὐλογία, σὲ ἀφορμὴ ἁγιασμοῦ.

Ὅταν ὁ Κύριος ἐπιτρέπει δοκιμασίες στὴ ζωή μας, μᾶς παρέχει τὴ δυνατότητα νὰ γνωρίσουμε τὸ ἀκαταίσχυντο τῆς δυνάμεώς Του, τὸ μεγαλεῖο τῆς χάριτός Του, τὸ θαῦμα τῆς σωτηρίας. Οἱ ἄνθρωποι ἀγνοώντας αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, τὸν καιρὸ τῶν θλίψεων ἀνθίστανται καὶ ἐπαναστατοῦν ἐνάντια σὲ Ἐκεῖνον ποὺ μᾶς δημιούργησε, ποὺ μᾶς ἀνέχεται καὶ ἀντὶ νὰ μᾶς βδελύσσεται, «οὐκ ἀπέστη πάντα ποιῶν» γιὰ τὴ σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου. Ἀντὶ νὰ διατυπώσουν τὴ σωτηριώδη ἐρώτηση: «Κύριε, πῶς νὰ συμπεριφερθῶ, ὥστε νὰ μὴν ἁμαρτήσω στὴ δοκιμασία ποὺ ὑφίσταμαι;», μὲ ὑπεροψία καὶ ἀφροσύνη ρωτοῦν: «Γιατί, Κύριε, νὰ περνάω τέτοια δοκιμασία;»· ἤ, ἀκόμη χειρότερα: «Γιατί, Κύριε, αὐτὴ ἡ συμφορὰ νὰ πέσει σὲ ἐμένα καὶ ὄχι σὲ κάποιον ἄλλο;». Κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο σκοτίζονται καὶ πέφτουν στὸ κατάκριμα τοῦ διαβόλου. Ὡστόσο, σύμφωνα μὲ τὴ διδαχὴ τῶν Ἀποστόλων, τὸν καιρὸ τῶν πειρασμῶν θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχουμε χαρὰ μεγάλη, διότι ἡ λύπη τῶν δοκιμασιῶν ἀνήκει στὰ πρόσκαιρα, ἐνῶ ὅταν ἡ πίστη μας δοκιμασθεῖ σὲ κάμινο καὶ βρεθεῖ «πολυτιμότερη χρυσίου», ἡ ἀγαλλίαση θὰ εἶναι αἰώνια.

Ὅπως Ἐκεῖνος, γιὰ νὰ δείξει τὸ μεγαλεῖο τῆς ἀγάπης Του, ὑψώθηκε στὸν Σταυρό, τάφηκε στὴ γῆ καὶ κατῆλθε στὰ κατώτατα τοῦ ἅδη, ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος μὲ παθήματα ἀποδεικνύει τὴν ἀσάλευτη πίστη του στὸν Θεό. Ὅταν ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει δοκιμασίες νὰ ταλαιπωρήσουν τὸν δοῦλο Του, τοῦ παρέχει τὸ προνόμιο νὰ φανερώσει τὴν ὀμορφιὰ τῆς ψυχῆς του καὶ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὸν Δημιουργό Του. Ὁ Κύριος διὰ τοῦ Πάθους καὶ τοῦ Σταυροῦ εἰσῆλθε στὴν αἰώνια δόξα Του. Καὶ ὁ ἄνθρωπος μὲ θλίψεις εἰσέρχεται στὴν αἰώνια Βασιλεία, γίνεται κοινωνὸς τῆς Θείας δόξας καὶ τὴν ἀντανακλᾶ σὲ ὅλη τὴ δημιουργία, ἐκπληρώνοντας κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο τὸν προορισμό του. Μὲ τὴν ἀνταπόκρισή μας στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ νὰ περάσουμε διὰ τῆς «στενῆς πύλης», γινόμαστε μέρος τῆς ὁδοῦ τοῦ Χριστοῦ καὶ μέσα ἀπὸ τὴν πτωχεία καὶ τὴν ἀδυναμία μας φανερώνεται στὸν κόσμο ἡ ἀλήθειά Του. Ἀντιθέτως, ἐὰν ὀλιγοψυχίσουμε καὶ δὲν δώσουμε στὸν Κύριο τὴν εὐκαιρία νὰ δείξει τὴ δύναμή Του, ἡ ὁποία «ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται», γινόμαστε οἱ «ἀνασταυροῦντες ἑαυτοῖς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ», ἀθετώντας κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο τὴ νίκη τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως, ἡ ὁποία «διὰ τοῦ αἰωνίου Πνεύματος» «μένει εἰς τὸ διηνεκές».

Ὁ Χριστὸς ἀποκάλυψε ὅτι εἶχε ἕνα καθορισμένο χρόνο γιὰ νὰ «τελειώσει» τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου, ποὺ Τοῦ ἀνέθεσε ὁ Οὐράνιος Πατέρας. Εἶπε στοὺς μαθητές: «Ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου». Στὸ ἐγγὺς μέλλον πλησίαζε ἡ νύχτα τοῦ Σταυροῦ, «ἡ ὥρα καὶ ἡ ἐξουσία τοῦ σκότους» καὶ ὁ Κύριος γνώριζε ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ τελειώσει τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου καὶ νὰ τὸ σφραγίσει μὲ τὸν θάνατο καὶ τὴν Ἀνάστασή Του. Ὡστόσο, ὁ Κύριος πάντοτε εἶναι «τὸ Φῶς τὸ ἀληθινόν, τὸ φωτίζον καὶ ἁγιάζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον». Ἑπομένως, ὁ περιοριστικὸς παράγοντας τοῦ χρόνου δὲν ἀπευθύνεται στὸν Θεό, ἀλλὰ στὸν ἄνθρωπο. Στὸν καθένα δίνεται ἕνα χρονικὸ διάστημα γιὰ νὰ ἐργασθεῖ τὸν ἁγιασμό του καὶ τὴ σωτηρία του. Ὁ Θεὸς εὐαγγελίζεται τὸν ἄνθρωπο μὲ τοὺς λόγους: «Ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας». Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ πεῖ τὸ «Ἀμὴν» στὴ διάρκεια τοῦ πρόσκαιρου παρόντος αὐτῆς τῆς ζωῆς.  Ἂν ἀμελήσει καὶ ἀναβάλει νὰ ἀνταποκριθεῖ στὴ φωνὴ τοῦ Κυρίου, δὲν εἶναι ἡ κραταιὰ δύναμη τοῦ Θεοῦ ποὺ θὰ ἐξασθενίσει, ἀλλὰ ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος σταδιακὰ ἀχρειώνεται, ἡ ὕπαρξή του στενεύει καὶ δὲν μπορεῖ πλέον νὰ χωρέσει «τηλικαύτην σωτηρίαν». Γιὰ ὅλους τοὺς πιστούς, ἀλλὰ εἰδικότερα γιὰ τοὺς μοναχούς, οἱ ὁποῖοι ζοῦν ὑπὸ συνθῆκες ποὺ εὐνοοῦν τὴν πιὸ ἀκριβὴ τήρηση τῶν ἐντολῶν, δὲν ὑπάρχει πιὸ πικρὴ διαπίστωση ἀπὸ τὴν τραγικὴ ἀνακάλυψη, ὅτι ὁ καιρὸς νὰ ἐπιτελέσουν «ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ»τοὺς διέφυγε μέσα ἀπὸ τὰ χέρια, ἐφόσον «χωρὶς ἁγιασμὸν οὐδεὶς ὄψεται τὸν Κύριον».

Ὁ Χριστὸς σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση δὲν θεράπευσε ἀμέσως τὸν τυφλό. Ἐφόσον οἱ Φαρισαῖοι Τοῦ εἶχαν στερήσει τὴ διδασκαλικὴ καθέδρα, χρησιμοποιεῖ ὁ Κύριος ἕνα ἐπιδεικτικὸ τρόπο θεραπείας γιὰ νὰ διδάξει μέσῳ ἑνὸς ἁπλοῦ ἀνθρώπου, τοῦ πρώην Τυφλοῦ. Λιτάνευσε τρόπον τινὰ τὸ θαῦμα, γιὰ νὰ μαρτυρήσει εὔγλωττα τὴν ἀλήθεια τῆς Θεότητας τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ τὸ ἴδιο τὸ γεγονός. Ἐπίσης, ὡς εὐγενὴς Θεός, δὲν σώζει τὸν ἄνθρωπο παρὰ τὴ θέλησή του καὶ χωρὶς τὴν ἔστω καὶ πενιχρὴ συνέργειά του. Ἂν ὁ ἄνθρωπος αὐτοβούλως θελήσει νὰ ὑποτάξει τὸ μικρό του θέλημα στὸ ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ, τότε λαμβάνει χώρα μεγάλο θαῦμα. Ὁ Κύριος ἔφτυσε στὸ χῶμα, ἔκανε πηλὸ καὶ ἔχρισε τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ. Οἱ ἱερεῖς συνοδεύουν τὴ χρίση τῶν πιστῶν μὲ εὐχές, ὅπως «εἰς ἴασιν ψυχῆς τε καὶ σώματος». Ἴσως καὶ ὁ Κύριος, γιὰ νὰ μεταδώσει πρῶτα φῶς στὰ μάτια τῆς ψυχῆς του, καθὼς ἄλειφε τὸν πηλὸ στὰ κλειστὰ μάτια τοῦ φτωχοῦ ζητιάνου νὰ ἔλεγε: «Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς».

Ὁ ὄχλος, βλέποντας παράδοξα καὶ μεγάλα νὰ λαμβάνουν χώρα, ἀναρωτιόταν ἂν ὁ Κύριος ἦταν ἀπὸ τὸν Θεὸ ἢ ἂν ἦταν ἁμαρτωλός, ἐφόσον κατέλυε τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου. Οἱ Φαρισαῖοι ὅμως βρῆκαν τὴν ἀφορμὴ ποὺ γύρευαν γιὰ νὰ Τὸν κατηγορήσουν. «Καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς». Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἐνεργεῖ τὸ κοφτερὸ καὶ δίκοπο μαχαίρι, ποὺ ἦλθενὰ βάλει ὁ Κύριος στὴ γῆ. Ἐνεργεῖ τὸ πῦρ Του, ποὺ ἄλλους φωτίζει καὶ ἄλλους κατακαίει. Ὁ Χριστὸς εἶναι καὶ ὁ Παράδεισος καὶ ἡ κόλαση γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Γιὰ ὅποιον ἀγαπήσει τὴν ἐπιφάνειά Του καὶ ἔχει σωστὴ σχέση μὲ Αὐτόν, ὁ Κύριος εἶναι Παράδεισος καὶ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση ἀνεκλάλητη. Γιὰ ὅσους ὅμως ἔχουν μείνει ἔξω ἀπὸ αὐτὴ τὴ σωστικὴ σχέση, ὁ Κύριος εἶναι κόλαση καὶ τὸ πῦρ τῆς ἀγάπης Του ἀφόρητο.

Ὅταν ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἐπιδημήσει στὸν ἄνθρωπο, δὲν μπορεῖ νὰ παραμείνει ὁ ἴδιος. Σκέφτεται καὶ συμπεριφέρεται διαφορετικά. Τὸ ζωοποιὸ καὶ δημιουργικὸ χέρι τοῦ Θεοῦ ποὺ τὸν ἀγγίζει, τὸν μεταπλάθει καὶ τὸν ἀνακαινίζει, διότι τοῦ μεταδίδει τὴ δική Του ἄπειρη ζωή. Ἀκόμη καὶ τὰ ἐξωτερικὰ χαρακτηριστικὰ ἀλλάζουν μὲ τὴ χάρη καὶ ἡ ἐσωτερικὴ ὀμορφιὰ ἀντανακλᾶται σὲ ὅλο τὸ εἶναι τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ γείτονες τοῦ Τυφλοῦ τὸν ἔβλεπαν καθημερινὰ νὰ ζητιανεύει στὴ γωνιά του, ἐντούτοις, ὅταν τοὺς ἀνέκριναν μετὰ τὴ θεραπεία, ἀδυνατοῦσαν νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν μὲ σιγουριά. Ὁ θεραπευμένος ὅμως στὴν ἐπαφή του μὲ τὸν Κύριο εἶχε λάβει ὑπόσταση ἀπὸ τὸ θεουργὸ πρόσταγμά του καὶ μποροῦσε νὰ πεῖ: «Ἐγώ εἰμι».

Ἀκολούθησαν ἀνακρίσεις ἐπὶ ἀνακρίσεων τοῦ Τυφλοῦ, ὁ ὁποῖος ἐξέθεσε τὰ γεγονότα μὲ σαφήνεια. Μὲ τὴν ἁπλότητά του κατακεραύνωσε τὴν ἀφροσύνη καὶ τὴν κακεντρέχεια τῶν Ἰουδαίων, ποὺ πάνω στὴν ὀργή τους ἀντέφασκαν. «Τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν», ἔλεγαν στὸν Τυφλὸ καυχώμενοι ὅτι οἱ ἴδιοι ἦταν μαθητὲς τοῦ Μωυσέως, ἐνῶ λίγο νωρίτερα βεβαίωναν, «τοῦτον οἴδαμεν πόθεν ἐστίν· ὁ δὲ Χριστὸς ὅταν ἔρχηται, οὐδεὶς γινώσκει πόθεν ἐστίν». Ἐὰν ἦταν γνήσιοι μαθητὲς τοῦ Μωυσέως, θὰ ἀναγνώριζαν τὸν Χριστό, διότι ἦταν Αὐτὸς γιὰ τὸν Ὁποῖο εἶχε μιλήσει ὁ Προφήτης. Ὅσοι ὅμως τυφλώνονται ἀπὸ ἀπιστία καὶ προπαντὸς ἀπὸ ὑπερηφάνεια συγχύζονται στὶς σκέψεις καὶ στοὺς λόγους τους, ἐνῶ ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος ἔχει νοῦ φωτισμένο, ποὺ βλέπει καθαρὰ καὶ ἀθόλωτα Ὁ πνευματικὰ τυφλὸς ἄνθρωπος ἔχει παύσει νὰ εἶναι δεκτικὸς τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἡ καρδιά του ἀπολιθώνεται καὶ βαραίνει ὄχι μόνο τὴ δική του ὕπαρξη, ἀλλὰ καὶ ὅλη τὴν κτίση. Τὸν σκοτασμὸ ἑπομένως ἀκολουθοῦν ἡ ἀπολίθωση καὶ ἡ πώρωση. Ὅλος ὁ κόπος καὶ ὁ μόχθος τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἐκζητᾶ Πρόσωπο Θεοῦ, εἶναι γιὰ νὰ ἐκλιπαρήσει ἀπὸ τὸν Κύριο ἐκεῖνο «τὸ πῦρ, τὸ ἱκανὸ νὰ λειώσει ἀκόμη καὶ τὰ πιὸ ἀνθεκτικὰ μέταλλα καὶ τοὺς λίθους», νὰ μεταβάλει τὴν πέτρα ποὺ φέρει στὸ στῆθος του σὲ εὔπλαστο κερί, ποὺ λειώνει ἀπὸ τὴ θέρμη τῆς θείας ἀγάπης.

Ἀκόμη καὶ οἱ γονεῖς τοῦ πρώην Τυφλοῦ ὅταν κλήθηκαν σὲ ἀνάκριση, γιὰ νὰ ἀποφύγουν τὴν κατάρα τοῦ ἀναθεματισμοῦ τους, ἂνὁμολογοῦσαν τὸν Χριστὸ ὡς Προφήτη, ἀπάντησαν μὲ μεγάλη σύνεση καὶ φρονιμάδα, ἀποποιούμενοι κάθε εὐθύνη· ὁ γιός τους ἄλλωστε «ἡλικίαν εἶχε». Πράγματι ὁ γιός τους ἀπέδειξε ὅτι εἶχε πνευματικὰ ὥριμη ἡλικία καὶ ἀνδρεῖο φρόνημα, καθὼς δὲν δίστασε νὰ ὁμολογήσει ὅτι ἐφόσον ὁ Θεὸς εἰσακούει τὶς προσευχὲς τῶν θεοσεβῶν, ὁ Ἰησοῦς δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ἐκ τοῦ Θεοῦ. Μίλησε μὲ πεποίθηση, διότι μὲ τὴν πίστη καὶ τὴν ὑπακοὴ ποὺ ἐπέδειξε, ἄνοιξαν οἱ ὀφθαλμοί του νὰ δεῖ τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ἀλλὰ συνάμα δέχθηκε καὶ ἕνα ἄλλο Φῶς· τὸ Φῶς τὸ ἀληθινό, τὸ αἰώνιο, τὸ Οὐράνιο.

Ταραγμένοι οἱ Φαρισαῖοι καὶ ἀποστομωμένοι ἀπὸ ἕνα πρώην τυφλὸ ἐπαίτη, «ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω». Ὡστόσο, ἐκείνη τὴ στιγμὴ τῆς ἀπορρίψεώς του ἔγινε ἐγνωσμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀδελφὸς τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶχε γίνει καὶ ὁ Ἴδιος ἀποσυνάγωγος ἀπὸ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν Του. Ἐπιλέγοντας νὰ ἀνήκει στὸν Κύριο καὶ ὄχι στὸν ἄρχοντα τοῦ κόσμου τούτου, ἔλαβε τὴ χάρη τῆς υἱοθεσίας καὶ ὁ μεγαλύτερος μακαρισμὸς ἐπαληθεύθηκε στὸ πρόσωπό του: «Μακάριοί ἐστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ῥῆμα καθ’ ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ». Οἱ ἀπερριμμένοι αὐτοῦ τοῦ κόσμου γίνονται οἱ πιὸ ἀγαπητοὶ πολίτες τοῦ Οὐρανοῦ. Ὁ Ἰησοῦς ἦλθε ὁ Ἴδιος νὰ τὸν βρεῖ καὶ ὁ πρώην Τυφλός, ἔχοντας ἀφομοιωθεῖ στὴν ὁδό Του, δὲν ἄργησε νὰ κάνει τὴν ὁμολογία τῆς πίστεως στὸν ἀληθινὸ Κύριο καὶ Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ Τὸν προσκυνήσει «ἐν Πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ».

Ὁ Χριστός, ὅπως συχνὰ ἐπανελάμβανε, ἦλθε γιὰ τοὺς «χρείαν ἔχοντας ἰατροῦ καὶ θεραπείας». «Ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι», ὁ Παντοκράτωρ Ἰησοῦς, λάμπει «πρὸ ςφωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν ταῖς καρδίαις» ὅσων κράζουν πρὸς Ἐκεῖνον ὅτι ποθοῦν νὰ ἀναβλέψουν, ἀψηφώντας τὴ λοιδορία καὶ τὸν χλευασμὸ τῶν ἀρχόντων τοῦ κόσμου τούτου. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει πλαστεῖ, ὄχι γιὰ τὴν ὅραση τῆς αἰσθητῆς δημιουργίας, ὅσο ὄμορφη καὶ ἂν εἶναι, ἀλλὰ γιὰ τὴν ὅραση τῶν θαυμασίων τοῦ Θεοῦ μέσα στὸ Φῶς τοῦ Προσώπου Του. Ἡ πνευματικὴ ὅραση παρέχεται ἀνάλογα μὲ τὴν πίστη. Καθίσταται ἐναργέστερη ὅσο πιὸ ἀπαρέγκλιτα ἐγκολπώνεται ὁ πιστὸς τὰ προστάγματα τοῦ Κυρίου καὶ ὅσο πιστότερα Τὸν ἀκολουθεῖ προσδεδεμένος μαζί Του μὲ τὸν ἀκατάλυτο δεσμὸ τῆς ἁγίας ἀγάπης.

Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἀναγνωρίζει τὴν πνευματική του πτωχεία καὶ τὴν τυφλότητα τῶν ὀφθαλμῶν τῆς ψυχῆς του, θρηνεῖ καὶ μὲ δάκρυα καθαρίζει ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὸ κάτοπτρο τῆς καρδιᾶς του ἀπὸ τὸν σπίλο τῆς ὑπερηφανείας καὶ τῶν παθῶν, ὥστε νὰ ἀντανακλᾶ τὴ λάμψη τῆς δόξας τοῦ Κυρίου σὲ ὅλη τὴν κτίση, ἐπιστρέφοντας τὰ πάντα μὲ εὐχαριστία στὸν Θεό.

Αρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρου

ιμαικ

Σάββατο, Μαΐου 23, 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ


Καὶ προχωρῶντας εἶδε κάποιον τυφλὸ ἐκ γενετῆς· τὸν ρώτησαν οἱ μαθηταὶ του καὶ τοῦ εἶπαν· «Δάσκαλε, ποιὸς ἁμάρτησε αὐτὸς ἤ οἱ γονεῖς του γιὰ νὰ γεννηθῆ τυφλός;» Βγαίνοντας ἀπὸ τὸ ἱερὸ ὁ Κύριος μηχανεύεται τρόπο νὰ διασκεδάση τὸν θυμὸ τῶν Ἰουδαίων καὶ βαδίζει γιὰ νὰ θεραπεύση τὸν τυφλό. Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο θέλει νὰ μαλακώση τὴν σκληρότητα καὶ τὴν ἀπείθειά τους, ἄν καὶ δὲν ἐδόχοντα αὐτοὶ καμμιὰ ἐπίδραση. Συνάμα τοὺς ἔδειχνε ὅτι δὲν εἶπε μάταια καὶ κομπαστικά «Πρὶν γίνη ὁ Ἀβραάμ, ἐγὼ ὑπῆρχα».
Νὰ ποὺ κάνει ἕνα θαῦμα ποὺ δὲν τὸ ἔκανε κανένας πρωτύτερα. Μπορεῖ ν’ ἄνοιξε κάποιος τὰ μάτια ἑνὸς τυφλοῦ· ὄχι ὅμως τυφλοῦ γεννημένου. Εἶναι φανερὸ λοιπὸν ὅτι σὰν Θεὸς ποὺ ὑπῆρχε καὶ πρὶν ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ κάνει αὐτὸ τὸ θαῦμα, ποὺ δὲν εἶχε γίνει ὡς τότε. Ἐπίτηδες πῆγε καὶ στὸν τυφλό· δὲν πῆγε ὁ τυφλός σ’ ἐκεῖνον. Ἔτσι λοιπὸν κι οἱ μαθητὲς ὅταν τὸν εἶδαν ποὺ παρατήρησε προσεκτικὰ τὸν τυφλό, τὸν ρώτησαν· «ποιὸς ἁμάρτησε αὐτὸς ἤ οἱ γονεῖς του, γιὰ νὰ γεννηθῆ τυφλός»; Φαίνεται ὅμως ἡ ἐρώτηση ἄστοχη. Πῶς θὰ μποροῦσε ν’ ἁμαρτήση αὐτὸς πρὶν γεννηθῆ; Γιατὶ βέβαια οἱ ἀπόστολοι δὲν παραδέχτηκαν τὶς ἑλληνικὲς φλυαρίες, ὅτι ἡ ψυχὴ πρὶν μπῆ στὸ σῶμα ζῆ σ’ ἄλλο κόσμο, ὅπου ἁμαρτάνει κι ἔπειτα ἡ εἴσοδός της στὸ σῶμα εἶναι σὰν τιμωρία γι’ αὐτό. Γιατὶ σὰν ψαράδες ποὺ ἦσαν οὔτε ποὺ θὰ εἶχαν ἀκούσει κάτι τέτοιο· αὐτὰ εἶναι τῶν φιλοσόφων σοφίες. Οἱ ἀπόστολοι ἄκουσαν τὸ Χριστὸ νὰ λέη πρὸς τὸν παράλυτο «Ἔγινες καλά, μὴν ξαναμαρτήσεις πιά, μὴ πάθης τίποτα χειρότερο». Ἀφοῦ εἶδαν τὸν τυλφὸ ἀποροῦν καὶ κάτι τέτοια σὰ νὰ συλλογίστηκαν. Καλὰ ἐκεῖνος ἔγινε παράλυτος ἀπὸ ἁμαρτήματα; Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρηση γι’ αὐτό. Ἀπὸ ἁμαρτήματα δικά του; Δὲν μπορεῖς νὰ τὸ πῆς ἀφοῦ εἶναι τυφλὸς ἐκ γενετῆς. Ἀπὸ ἁμαρτήματα γονέων; οὔτε αὐτὸ λέγεται γιατὶ δὲν τιμωρεῖται γυιὸς γιὰ τὸν πατέρα. Δὲν διατυπώνουν λοιπὸν αὐτὲς τὶς σκέψεις σὰν ἐρωτήσεις ἀλλὰ ἐκφράζουν τὴν ἀπορία τους. Κι ὁ Κύριος ἀπαντῶντας στὴν ἀπορία τοὺς λέει· Οὔτε αὐτὸς ἁμάρτησε (πῶς θὰ γίνονταν αὐτὸ πρὶν γεννηθῆ;) οὔτε οἱ γονεῖς του. Δὲν τὸ εἶπε ἐπειδὴ τοὺς ἀπαλλάσσει ἀπὸ ἁμαρτήματα. Γιατὶ δὲν εἶπε μόνο ὅτι «δὲν ἁμάρτησαν οἱ γονεῖς» ἀλλὰ συμπλήρωσε «γιὰ νὰ γεννηθῆ τυφλός». Ἁμάρτησαν βέβαια οἱ γονεῖς του ἀλλὰ δὲν ἦταν συνέπεια τῆς ἁμαρτίας ἡ ἀναπηρία. Γιατὶ δὲν εἶναι σωστὸ οἱ ἁμαρτίες τῶν πατέρων νὰ φορτώνωνται στὰ παιδιὰ ποὺ δὲν ἀδίκησαν τίποτα. Αὐτὸ διδάσκει ὁ Θεὸς μὲ τὸ στὸμα τοῦ Ἰεζεκιὴλ λέγοντας ὅτι «Δὲν ἰσχύει πιὰ ἡ μεταφορὰ ποὺ λέγεται: Οἱ πατέρες ἔφαγαν ἀγουρίδες καὶ μούδιασαν τὰ δόντια τῶν παιδιῶν». Καὶ μὲ τὸ χέρι τοῦ Μωυσῆ γράφει «Δὲν θὰ πεθάνει ὁ πατέρας γιὰ χάρη τοῦ παιδιοῦ». Πῶς ὅμως ἔχει γραφῆ «Ἀφίνει νὰ ξεσπάσουν στὰ παιδιὰ οἱ ἁμαρτίες τῶν γονέων ὡς τὴν Τρίτη καὶ τέταρτη γενεά;». Μπορεῖ κανένας νὰ πῆ πρῶτα ὅτι μήτε καθολικὸ κῦρος ἔχει αὐτὴ ἡ ἀπόφαση, μήτε ἔχει λεχθῆ γιὰ ὅλους παρὰ μόνο γι’ αὐτοὺς ποὺ ἐλευθερώθηκαν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο. Ὕστερα λογάριασε καὶ τὸ πνεῦμα τῆς ἀποφάσεως. Δὲ λέγει ὅτι γι’ αὐτό, ποὺ ἁμάρτησαν οἱ γονεῖς, τιμωροῦνται τὰ παιδιὰ, ἀλλὰ ὅτι οἱ ἁμαρτίες τῶν πατέρων, δηλαδὴ οἱ τιμωρίες γιὰ τὶς ἁμαρτίες θὰ ξεσπάσουν καὶ στὰ παιδιὰ τους σὰ νὰ ἔχουν πέσει στὰ ἴδια παραπτώματα. Γιὰ νὰ μὴ νομίσουν αὐτοὶ ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο ὅτι δὲ θὰ ὑποστοῦν τὶς ἴδιες τιμωρίες, ἀκόμα κι ἄν λιγώτερο ἀπὸ τοὺς γονεῖς ἁμαρτήσουν, τοὺς λέει ὅτι δὲ θὰ γίνη ἔτσι ἀλλὰ οἱ ἁμαρτίες τῶν πατέρων σας, δηλαδὴ οἱ τιμωρίες θὰ ξεσπάσουν καὶ σὲ σᾶς ἐπειδὴ δὲν γίνατε καλύτεροι ἀλλὰ πέσατε στὰ ἴδια ἤ καὶ χειρότερα παραπτώματα. Κι ἄν βλέπης, πολλὲς φορὲς ἀκόμα καὶ νήπια νὰ ἁρπάζωνται, γιὰ τιμωρία τάχα τῶν γονέων, νὰ ξέρης καλά, ὅτι ἀπὸ φιλανθρωπία, ὁ Θεὸς τὰ ἁρπάζει προτοῦ ζήσουν. Αὐτὸ συμβαίνει γιὰ νὰ μὴν γίνουν χειρότερα ἀπὸ τοὺς γονεῖς καὶ νὰ μὴ ζήσουν γιὰ κακὸ τῆς ψυχῆς τους καὶ πολλῶν ἄλλων. Ἀλλὰ αὐτὰ μένουν κρυμμένα στῶν θείων βουλῶν τὴν ἄβυσσο. Ἐμεῖς ἄς προχωρήσωμε.
Ἀπάντησε ὁ Ἰησοῦς· οὔτε αὐτὸς ἁμάρτησε οὔτε οἱ γονεῖς του, γιὰ νὰ γεννηθῆ τυφλὸς ἀλλὰ γιὰ νὰ γίνουν φανερὰ στὴν περίπτωσή του τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ. Ἐγὼ πρέπει νὰ ἐκτελῶ τὰ ἔργα ἐκείνου ποὺ μὲ ἔστειλε, ὅσο εἶναι μέρα. Ἔρχεται νύχτα, ὁπότε κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ἐργασθῆ. Ὅσο βρίσκομαι στὸν κόσμο, «εἶμαι τὸ κόσμου τὸ φῶς». Αὐτὸ ἀποτελεῖ δεύτερη ἀπορία. Θὰ ρωτοῦσε κανένας, πῶς τὸ εἶπε αὐτό; Ἀδικήθηκε ὁ ἄνθρωπος μὲ στέρηση τοῦ φωτὸς «γιὰ νὰ γίνουν φανερὰ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ»; Δὲν μποροῦσε νὰ φανερωθοῦν μ’ ἄλλο τρόπο; Σὲ τὶ ἀδικήθηκες; στερήθηκα τὸ φῶς, ἀπαντᾶ καὶ τί βλάβη προέρχεται ἀπ’ τὴ στέρηση τοῦ αἰσθητοῦ φωτός; τὸ ἀντίθετο, ἔχει εὐεργετηθῆ. Γιατὶ μαζὶ μὲ τὰ σωματικὰ μάτια φωτίστηκαν καὶ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς· ὥστε ἡ ἀναπηρία τὸν ὠφέλησε, ἀφοῦ μὲ τὴ θεραπεία γνώρισε τὸν ἀληθινὸ Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης. Δὲν ἀδικήθηκε λοιπὸν ὁ τυφλὸς ἀλλὰ ἔχει εὐεργετηθῆ. Ἔπειτα κάθε μελετητὴς τῶν θείων ἄς γνωρίζη ὅτι τὸ «ἵνα» καὶ «ὅπως» πολλὲς φορὲς στὴ Γραφὴ δὲν ἀπαντοῦν αἰτιολογικὰ ἀλλὰ ἀποτελεσματικά. Παράδειγμα τὸ χωρίο τοῦ Δαυίδ «ὅπως ἄν δικαιωθῆς ἐν τοῖς λόγοις σου» (Μέ ἀποτέλεσμα νὰ δικαιωθῆς στοὺς λόγους σου). Δὲν ἁμάρτησε ὁ Δαυίδ μὲ σκοπὸ νὰ δικαιωθῆ ὁ Θεός, ἀλλὰ αὐτὸ ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα. Μὲ τὴν ἁμαρτία τοῦ Δαυίδ πραγματοποιεῖται ἡ δικαίωση τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε τόσα ὅσα δὲν ἦταν ἄξιος νὰ λάβη κι αὐτὸς ἐπάτησε τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ καὶ κοντὰ στὴ μοιχεία διέπραξε φόνο καὶ ἔκαμε χρήση τῆς βασιλείας του ἀθετῶντας τὸ Θεό, τί ἄλλο ἀκολουθεῖ σὰν ἀποτέλεσμα παρὰ νὰ δικαιωθῆ ὁ Θεός στὴν κρίση του καὶ τὸ διάλογο πρὸς τὸν Δαυίδ καὶ νὰ πάρη τὴ νικῶσα ψῆφο καὶ νὰ καταδικασθῆ ὁ βασιλεύς; Γιατὶ ἐκείνου, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔλαβε τὴ βασιλεία, τοὺς νόμους ἀψήφησε ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἦταν βασιλεύς. Γιατὶ ἄν ἦταν ἰδιώτης δὲ θὰ μποροῦσε τόσο εὔκολα νὰ διαπράξη δύο τέτοια μεγάλα κακουργήματα. Καταλαβαίνεις ὅτι τὸ «ὅπως ἄν δικαιωθῆς» δὲν ἔχει σημασία αἰτιολογική (τελικοῦ αἰτίου) ἀλλὰ ἀποτελεσματική. Ἄπειρα παρόμοια συνατοῦμε καὶ στὸν ἀπόστολο Παῦλο, ὅπως τὸ χωρίο τῆς ἐπιστολῆς πρὸς Ρωμαίους. «Γιατὶ ἡ γνώση του Θεοῦ εἶναι ἀποδεδειγμένη στοὺς Ἕλληνες ὥστε νὰ εἶναι ἀναπολόγητοι». Δὲν ἔδωσε βέβαια ὁ Θεὸς στοὺς Ἕλληνες τὴ γνώση μὲ τὸ σκοπὸ νὰ εἶναι ἀναπολόγητοι στὰ σφάλματά τους. Τοὺς τὴν ἔδωσε γιὰ νὰ μὴ σφάλουν· κι ἔπειτα ἀφοῦ ἔσφαλαν, ἡ γνώση εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα τὴν ἀδυναμία τῆς ἀπολογίας. Καὶ τὸ ἄλλο χωρίο. «Ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νόμου ἔγινε γιὰ νὰ περισσέψη ἡ καταδίκη». Δὲν ἔγινε βέβαια γι’ αὐτὸ ἀλλὰ μᾶλλον γιὰ νὰ σταματήση ἡ ἁμαρτία. Κι ἐπειδὴ δὲ θέλησαν ἐκεῖνοι ποὺ δέχτηκαν τὸ νόμον νὰ τὴ σταματήσουν, ὁ νόμος ἔγινε αἰτία νὰ περισέψη ἡ ἁμαρτία. Γιατὶ περισσότεροι καὶ βαθύτερη γι’ αὐτοὺς λογαριάστηκε ἡ ἁμαρτία, ἐπειδὴ ἁμάρταναν μόλο ποὺ εἶχαν τὸ νόμο. Ἔτσι κι ἐδῶ ἡ φράση «ἵνα φανερωθῆ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ» δὲν ἔχει νόημα αἰτιολογικὸ ἀλλὰ ἀποτελεσματικό. Σὰν ἀποτέλεσμα τῆς θεραπείας του τυφλοῦ προέκυψε ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι κι ὁ οἰκοδόμος πολλὲς φορὲς ἄλλα μέρη τῆς οἰκοδομῆς τὰ τελειώνει κι ἄλλα τ’ ἀφήνει ἀτελειοποίητα. Κι ἔτσι, ἄν κάποτε δυσπιστήση κάποιος ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ δημιούργησε τὸ τέλειο, κατασκευάζοντας κι ἐκεῖνο τὸ ἀτελείωτο, μπορεῖ ν’ ἀποδείξη ὅτι αὐτὸς εἶναι καὶ τοῦ τελειωμένου τεχνίτης. Ὅμοια καὶ ὁ Θεός μας Ἰησοῦς θεραπεύοντας τὰ ἀνάπηρα μέλη μας καὶ ἀποκαθιστῶντας τὴν ὑγεία τους ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι ὁ δημιουργὸς καὶ τῶν ἄλλων μελῶν μας. Κι ὅταν εἶπε «γιὰ νὰ φανερωθῆ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ» μίλησε γιὰ τὸν ἑαυτό του κι ὄχι γιὰ τὸν Πατέρα. Γιατὶ ἡ δόξα ἐκείνου ἦταν φανερή, ἐνῶ ἔπρεπε νὰ φανερωθῆ κι ἡ δική του κι ἀκόμη ὅτι αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ εἶχε πλάσει τὸν ἄνθρωπο. Κι ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι μικρὴ δόξα νὰ ἀποδειχθῆ ὅτι αὐτὸς ποὺ παρουσιάστηκε σὰν ἄνθρωπος τώρα, ἔχει δημιουργήσει τὸν ἄνθρωπο, Θεὸς στὴν ἀρχή. Ὅτι αὐτὸ τὸ λέει γιὰ τὸν ἑαυτό του ἄσκουσε τὰ παρακάτω. Προσθέτει «Ἐγὼ πρέπει νὰ πραγματοποιῶ τὰ ἔργα ἐκείνου ποὺ μ’ ἔστειλε». Ἐγὼ πρέπει νὰ φανερώσω, λέει, τὸν ἑαυτὸ μου καὶ νὰ κάνω ἔργα, ποὺ ν’ ἀποδείξουν ὅτι κάνω τὰ ἴδια μὲ τὸν Πατέρα. Πρόσεξε ὅτι δὲν εἶπε τέτοια ἔργα ποὺ κάνει ὁ Πατέρας πρέπει νὰ παραγματοποιῶ κι ἐγώ. Ἀλλὰ ἐκεῖνα ποὺ κάνει ὁ Πατέρας. Πρέπει, λέγει, νὰ πραγματοποιῶ ἐκεῖνα τὰ ἴδια ἔργα ποὺ κάνει ἐκεῖνος ποὺ μ’ ἔστειλε κι αὐτὰ πρέπει καὶ νὰ ἐκτελῶ «ὅσο εἶναι ἡμέρα» δηλαδὴ ὅσο διαρκεῖ αὐτὴ ἡ ζωὴ καὶ μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ πιστεύουν σὲ μένα. Γιατὶ ἔρχεται νύχτα, ὁπότε κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ἐργασθῆ, δηλαδὴ νὰ πιστέψη. Ἔργο ὀνομάζει τὴν πίστη. Στὴ μέλλουσα ζωὴ κανένας δὲν μπορεῖ νὰ πιστέψει. Ἡ μέρα εἶναι ἡ παροῦσα ζωή; γιατὶ μποροῦμε νὰ ἐργασθοῦμε ὅπως ὅταν εἶναι ἡμέρα (Ὁ Παῦλος ὅμως τὴ ζωὴ αὐτὴ τὴν ἀποκαλεῖ νύχτα γιατὶ ἐδῶ ἁγνοοῦνται ποιοὶ πράττουν τὴν ἀρετὴ καὶ ποιοὶ τὴν κακία. Κι ἀκόμα γιατὶ συγκρίνει μ’ αὐτὴ τὸ φῶς ποὺ μέλλει νὰ περιλάμψη τοὺς δικαίους). Νύχτα εἶναι ἡ μέλλουσα ζωή, γιατὶ ἐκεὶ κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ἐργασθῆ (Αὐτὴν ὁ Παῦλος τὴν ἀποκαλεῖ ἡμέρα γιὰ τὴ λαμπρότητα τῶν δικαίων καὶ τὴν παρουσίαση τῶν πράξεων τοῦ καθενός). Στὴ μέλλουσα ζωὴ λοιπὸν δὲν ὑπάρχει πίστη ἀλλὰ θέλοντας μὴ θέλοντας θὰ ὑπακούσουν ὅλοι «Ὅταν λοιπὸν βρίσκωμαι στὸν κόσμο, εἶμαι φῶς τοῦ κόσμου». Γιατὶ μὲ τὴ διδασκαλία καὶ τὰ θαύματα φωτίζω τὶς ψυχές. Ὥστε πρέπει καὶ τώρα νὰ φωτίσω τὶς ψυχὲς πολλῶν θεραπεύοντας τὸν τυφλό καὶ φωτίζοντας τὶς κόρες τῶν ματιῶν. Ἀφοῦ εἶμαι φῶς πρέπει νὰ φωτίζω καὶ αἰσθητὰ καὶ πνευματικά.
«Αὐτὰ ἀφοῦ εἶπε ἔφτυσε, ἔκαμε πηλὸ ἀπὸ τὸ φτύμα κι ἀλείβοντας τὸν πηλὸ στὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ τοῦ εἶπε· πήγαινε καὶ πλύσου στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ, ποὺ θὰ πῆ ἀπεσταλμένος. Ἔφυγε, πλύθηκε κι ἦρθε βλέποντας».
Ἀφοῦ τὰ εἶπε αὐτὰ ὁ Ἰησοῦς δὲν ἔμεινε στὰ λόγια ἀλλὰ ἔφερε σὰν συμπλήρωμα καὶ τὸ ἔργο. Ἔφτυσε κάτω, καὶ ἀφοῦ ἔκαμε πηλό, ἅλλειψε τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ. Ἔδειξε μὲ τὸν πηλό ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος ποὺ ἔπλασε ἀπὸ πηλὸ τὸν Ἀδάμ. Γιατὶ τὸ νὰ πῆ ὅτι «Ἐγὼ εἶμαι ποὺ ἔπλασα τὸν Ἀδάμ» φαινόταν δύσκολο στοὺς ἀκροατάς του. Φανερωμένο μὲ τὰ ἔργα δὲ χτυποῦσε πιά. Γι’ αὐτὸ δημιουργεῖ τὰ μάτια, ἀπὸ πηλὸ μὲ τὸν ἴδιο δημιουργικὸ τρόπο ποὺ δημιούργησε καὶ τὸν Ἀδάμ. Καὶ δὲν ἔπλασε μονάχα τὰ μάτια, οὔτε τ’ ἄνοιξε μόνο, ἀλλὰ τοὺς χάρισε τὴν ὅραση. Αὐτὸ εἶναι τεκμήριο ὅτι ἐμφύσησε στὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν ψυχή. Γιατί, ἄν αὐτὴ δὲ λειτουργῆ, κι ἄν ἀκόμα τὸ μάτι εἶναι συγκροτημένο, ποτὲ δὲν μπορεῖ νὰ δῆ. Ἀλλὰ χρησιμοποίησε τὸ φτύμα γιὰ νὰ ξαναβρεθῆ τὸ φῶς. Αὐτὸ ἐπειδὴ ἦταν νὰ τὸν στείλη στὸ Σιλωάμ, γιὰ νὰ μὴν καταλογιστῆ τὸ θαῦμα στὴν δύναμιν τοῦ νεροῦ ἀλλὰ νὰ μάθωμε ὅτι ἡ δύναμη ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὸ στόμα του καὶ διαμόρφωσε καὶ τοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια. Γι’ αὐτὸ ἔφτυσε κάτω κι ἔκαμε πηλό. Καὶ πάλι γιὰ νὰ μὴ νομίσης ὅτι τὸ θαῦμα ἦταν τῆς γῆς τοῦ λέει νὰ νιφτῆ γιὰ ν’ ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὸν πηλό. Μερικοὶ ἔχουν τὴ γνώμη ὅτι δὲν ἔβγαλε τὸν πηλὸ ἀλλὰ μεταβλήθηκε σὲ μάτια καὶ τοῦ λέει νὰ πάη στὸ Σιλωὰμ γι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους. Πρῶτα γιὰ νὰ δοῦμε τὴν πίστη τοῦ τυφλοῦ καὶ πὼς ἦταν ὑπάκουος. Δὲ σκέφτηκε ἄν ἦταν ὁ πηλὸς ὅλο κι ὅλο καὶ τὸ φτύμα ποὺ τοῦ ἔδωσε τὰ μάτια, τί τοῦ χρειαζόταν ὁ Σιλωάμ ἤ τὸ νίψιμο; Ἀλλὰ ὑπάκουσε σ’ αὐτὸν ποὺ τὸν διέταξε. Κι ἔπειτα γιὰ νὰ ἀποστομώση τοὺς ἀχαρίστους Ἰουδαίους . Γιατὶ εἶναι φυσικὸ ὅτι τὸν εἶδαν πολλοὶ νὰ ἁλείφη στὰ μάτια τὸν πηλὸ καὶ θὰ παρακολουθοῦσαν μὲ προσοχή, γιὰ νὰ μὴ μποροῦν νὰ ποῦν ὕστερα αὐτὸς εἶναι καὶ δὲν εἶναι αὐτός. Καὶ τρίτο, παρουσιάζεται ὅτι δὲν ἦταν ἐχθρὸς τοῦ Νόμου καὶ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀφοῦ, ἔστειλε στὸ Σιλωάμ. Καὶ γιατὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς πρόσθεσε καὶ τὴν ἐξήγηση τοῦ Σιλωάμ; Γιὰ νὰ μάθωμε ὅτι κι ἐκεῖ ὁ Χριστὸς ἦταν ποὺ τὸν ἐθεράπευσε, καὶ ὅτι ὁ Σιλωάμ εἶναι τύπος τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως ὁ Χριστὸς εἶναι πνευματικὴ πέτρα, ἔτσι κι ὁ Σιλωάμ εἶναι πνευματικός. Καὶ καθὼς ὁ χείμαρρος αὐτὸς τοῦ Σιλωάμ ἔμοιαζε μ’ ἕνα φοβερὸ ρεῦμα, ἔτσι κι ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου, κρυφὴ καὶ ἄγνωστη στοὺς ἀγγέλους ὄλη τὴν ἁμαρτία κατακλύζει μὲ τὴ δύναμή της.
«Οἱ γείτονες ποὺ τὸν ἔβλεπαν ἀπὸ πρῶτα ὅτι ἦταν τυφλὸς ἔλεγαν· δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ καθισμένος ζητιάνευε; Ἄλλοι ἔλεγαν ὅτι αὐτὸς εἶναι· κι ἄλλοι πὼς εἶναι κάποιος ποὺ τοῦ μοιάζει. Κι ἐκεῖνος ἔλεγε ὅτι ἐγὼ εἶμαι. Πῶς λοιπὸν ἄνοιξαν τὰ μάτια σου; τοῦ παρατηροῦσαν. Κι αὐτὸς ἀποκρίθηκε. Κάποιος λεγόμενος Ἰησοῦς ἔκαμε πηλό, μοῦ ἔλειψε τὰ μάτια καὶ μοῦ εἶπε: Πήγαινε νίψου στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ. Πῆγα κι ἀφοῦ νίφτηκα ξαναεῖδα». Ξαφνιασμένοι ἀπὸ τὸ παράδοξο θαῦμα οἱ γείτονες δυσπιστοῦσαν. Κι ὅμως εἶχε ἔρθει στοῦ Σιλωὰμ μὲ ἀλειμμένα μὲ πηλὸ τὰ μάτια, γιὰ νὰ τὸν δοῦνε πολλοὶ καὶ νὰ μὴν ἀρνοῦνται ἔπειτα, ἐπειδὴ τάχα δὲν ἤξεραν. Ἀπιστοῦν ὅμως ἀκόμη. Καὶ δὲ σημειώνει τυχαῖα ὁ Εὑαγγελιστὴς ὅτι ἦταν ἐπαίτης, ἀλλὰ γιὰ νὰ δείξη τὴν ἀνείπωτη φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου, πῶς συγκατέβαινε ὡς τοὺς ἀσήμαντους τῆς ζωῆς, ὥστε μὲ πολὺ ἐνδιαφέρον νὰ θεραπεύη καὶ τοὺς ζητιάνους καὶ νὰ μάθωμε καὶ μεῖς νὰ μὴν καταφρονοῦμε τοὺς ἐλαχίστους. Κι ὁ τυφλὸς χωρὶς νὰ ντρέπεται οὔτε γιὰ τὴν πορηγούμενη ἀναπηρία του, οὔτε τὸ λαὸ νὰ φοβᾶται ὀμολογεῖ, ὅτι «ἐγὼ εἶμαι» διαλαλῶντας τὸν εὐεργέτη του· Ἕνας ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς. Ὀνομάζει ἄνθρωπο τὸν Κύριο, γιατὶ τίποτε ὡς τότε δὲν ἤξερε γι’ αὐτόν. Αὑτὸ ποὺ πρὶν ἀπὸ λίγο ἔμαθε, αὐτὸ ὁμολογεῖ. Καὶ πῶς ἤξερε, ὅτι εἶναι ὁ Ἰησοῦς; Ἀπὸ τὴ συνομιλία μὲ τοὺς μαθητάς. Ρώτησαν οἱ μαθηταὶ τὸν Κύριο γι’ αὐτὸν κι αὐτὸς παρέτεινε τὸ λόγο του. «Ὅτι πρέπει νὰ πραγματοποιῶ τὰ ἔργα ἐκείνου ποὺ μ’ ἔστειλε κι ὅτι εἶμαι φῶς τοῦ κόσμου». Τέτοια κανένας ἄλλος δὲν ἐδίδασκε παρὰ μονάχα ὁ Ἰησοῦς καὶ αὐτὰ τὰ ἔλεγε συχνά. Ἀπ’ αὐτὰ κατάλαβε ὁ τυφλὸς ὅτι εἶναι ὁ Ἰησοῦς. Τὸ ὅτι ἔκανε πηλὸ καὶ τοῦ ἄλειψε τὰ μάτια τὸ κατάλαβε ἀπὸ τὸ ἄγγιμα. Τὸ ὅτι ὅμως ἔφτυσε δὲν τὸ ἤξερε ἀκόμα, γιατὶ δὲν τὸ εἶχε δεῖ. Αὐτὸ ποὺ δὲν εἶχε ἀντιληφθῆ, οὔτε τὸ προσθέτει· ἔλεγε τὴν ἀλήθεια ὁ ἄνθρωπος.
«Ποῦ εἶναι ἐκεῖνος; τὸν ρώτησαν. Δὲν ξέρω, τοὺς λέει. Τὸν δείχνουν στοὺς Φαρισαίους αὐτὸν ποὺ ἦταν κάποτε τυφλός. Ἦταν Σάββατο τότε ποὺ ὁ Ἰησοῦς ἔκαμε τὸν πηλὸ καὶ τοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια. Τὸν ξαναρώτησαν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ξαναβρῆκε τὸ φῶς του. Καὶ τοὺς εἶπε· ἔβαλε πηλὸ στὰ μάτια μου, νίφτηκα καὶ βλέπω. Μερικοὶ Φαρισαῖοι ἔλεγαν ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔρχεται ἀπὸ τὸ Θεὸ, γιατὶ δὲν κρατεῖ τὸ Σάββατο. Κι ἄλλοι ἔλεγαν, πῶς μπορεῖ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος νὰ κάμη τέτοια σημαντικὰ πράγματα; Χωρίστηκαν μεταξύ τους». Ἐπειδὴ ὁ Κύριος, ὅταν ἔκανε θεραπεῖες καὶ θαύματα, συνήθιζε νὰ διαφεύγη ἀπὸ τὸ πλῆθος, γιατὶ δὲν ἤθελε νὰ κομπάζη, ὅταν ρώτησαν τὸν τυφλὸ «ποὺ εἶναι ἐκεῖνος;» ἀπάντησε δὲν ξέρω. Κι εἶπε τότε τὴν ἀλήθεια. Τὸν ὁδηγοῦν στοὺς Φαρισαίους, γιὰ νὰ τοῦ γίνουν περισσότερες καὶ δυσκολώτερες ἐρωτήσεις. Ὁ Εὐαγγελιστὴς σημειώνει, «ἦταν Σάββατο», γιὰ νὰ φανερώση τὴν πονηρία τους, ὅτι ἔβρισκαν προφάσεις γιὰ νὰ ὑποτιμήσουν τὸ Χριστὸ καὶ ὅτι τὸν κατηγοροῦσαν γιὰ τὴν παράβαση τοῦ Σαββάτου κι ὅτι προσπαθοῦσαν νὰ ξεχαστῆ τὸ θαῦμα. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν τὸν ρώτησαν πῶς βρῆκες τὸ φῶς σου ἀλλὰ πῶς σοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια; Ἐκτοξεύοντας στὸν Κύριον ἀποκλειστικὰ τὴν διαβολὴ ὅτι τάχα ἐργάστηκε τὸ Σάββατο τὸν πηλό. Κι αὐτὸς σὰ νὰ μιλοῦσε σ’ ἀνθρώπους ποὺ εἶχαν ἤδη ἀκούσει, δὲν ἀναφέρει οὐτε τ’ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ, οὔτε τί τοῦ εἶπε ὁ Κύριος παρὰ μόνο ὅτι «ἔβαλε στὰ μάτια μου πηλό, νίφτηκα καὶ βλέπω». Γιατὶ ἦταν φυσικὸ ὅτι οἱ Φαρισαῖοι θὰ εἶχαν ἀκούσει πιὸ μπροστὰ κι ἀπὸ κείνους ποὺ εἶχαν ὁδηγήσει τὸν τυφλό, σ’ αὐτοὺς καὶ εἶχαν ἴσως διατυπώσει τὴ διαβολὴ κατὰ τοῦ Κυρίου. «Κοιτάξτε τί κάνει τὸ Σάββατο ὁ Ἰησοῦς». Ἀξίζει νὰ προσέξωμε τὸ θάρρος τοῦ τυφλοῦ, πῶς μιλᾶ χωρὶς νὰ ξαφνιαστῆ μὲ τοὺς Φαρισαίους. Αὐτοὶ τὸν ἔφεραν γιὰ νὰ τρομάξη καὶ ν’ ἀρνηθῆ τὴ θεραπεία του. Κι αὐτὸς πιό δυνατά φωνάζει «Βλέπω». Μερικοὶ Φαρισαῖοι ἔλεγαν -ὄχι ὅλοι, οἱ πιὸ θρασεῖς- αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἀπὸ τὸ Θεό. Κι ἄλλοι ἔλεγαν πῶς μπορεῖ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος νὰ κάμη τέτοια μεγάλα; Βλέπεις ὅτι οἱ πολλοὶ μαλακώνουν ἀπὸ τὸ θαῦμα. Εἶναι Φαρισαῖοι κι ἄρχοντες· τοὺς συγκλονίζει ὅμως τὸ θαῦμα καὶ τὸ ὑπερασπίζουν. Χωρίστηκαν μεταξύ τους. Αὐτὴ ἡ διαίρεση πρῶτα γεννήθηκε στὸ λαό. Ἄλλοι ἔλεγαν ὅτι ἐξαπατᾶ τὸ λαό, καὶ ἄλλοι ὄχι. Τώρα παρουσιάζεται κι ἀνάμεσα στοὺς ἄρχοντες καὶ βλέπομε πολλοὺς Φαρισαίους νὰ χωρίζονται ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ νὰ ὑπερασπίζουν τὸ θαῦμα. Μόλο ποὺ χωρίστηκαν ὅμως, ἡ ἔνστασή τους γιὰ τὸ Χριστὸ ἦταν ἄτονη δὲν εἶχαν βεβαιότητα, ἀμφέβαλλαν μᾶλλον καὶ διχογνωμοῦσαν. Πῶς μπορεῖ, εἶπαν, ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος νὰ κάμη τέτοια; Αὐτὴ δὲν εἶναι μία ἄτονη ἔνστανση; Προσέξετε καὶ τὴν κακότητα ἐκείνων ποὺ ἔκαμαν τὴ διαβολή. Δὲν λένε ὅτι αὐτὸς δὲν εἶναι ἀπὸ τὸ Θεό, ἐπειδὴ θεραπεύει τὸ Σάββατο, ἀλλὰ ὅτι δὲν κρατεῖ τὸ Σάββατο, προβάλλοντας μὲ σκόπιμη ἀντιστροφὴ ὄχι τὴν εὐεργεσία ἀλλὰ τὴν παράβαση τῆς ἡμέρας. Προσέξετε καὶ τοῦτο· οἱ ἄρχοντες εἶναι πιὸ διστακτικοὶ στὸ καλὸ ἀπὸ ὅ,τι τὸ πλῆθος. Τὸ πλῆθος προηγήθηκε στὴ διχογνωμία καὶ δὲν συμφωνοῦσαν ὅλοι κατὰ τοῦ Χριστοῦ· οἱ ἄρχοντες ἔπαθαν ἀργότερα τὴν ἐπαινετὴ αὐτὴ διαίρεση. Γιατὶ ὑπάρχει καὶ καλὸ σχίμα· ὅπως λέει ὁ Κύριος· «Ἦρθα νὰ φέρω μαχαίρι στὴ γῆ», τὴ διαίρεση ποὺ ὁδηγεῖ στὸ καλὸ ὁπωσδήποτε καὶ τὴν εὐσέβεια.
Εἶπαν ξανὰ στὸν τυφλό· Σὺ τί ἔχεις νὰ πῆς γιὰ τὸ ὅτι σοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια; Κι αὐτὸς εἶπε, ὅτι εἶναι προφήτης. Δὲν πίστεψαν ὅμως οἱ Ἰουδαῖοι ὅτι ἦταν τυφλὸς καὶ βρῆκε τὸ φῶς του, ὥσπου φώναξαν τοὺς γονεὶς του καὶ τοὺς ρώτησαν· τοῦτος εἶναι ὁ γιός σας ποὺ λέτε ὅτι γεννήθηκε τυφλός; Πῶς τώρα βλέπει; Ποιοὶ ἦσαν αὐτοὶ ποὺ ρώτησαν τὸν τυφλό· σὺ τί ἔχεις νὰ πῆς γι’ αὐτό; Ἦσαν ἀπὸ τὴν μερίδα τῶν καλοδιάθετων. Εἶχαν παρατηρήσει, πῶς μπορεῖ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος νὰ κάμη τέτοια; Γιὰ νὰ μὴ φανῆ ὅτι συνηγοροῦσαν μάταια, φέρνουν σὰν μάρτυρα τὸν ἴδιο ποὺ εὐεργετήθηκε κι εἶχε νιώσει τὴ δύναμη, γιὰ νὰ ἀποστομώση τοὺς συκοφάντες. Πρόσεξε πόσα καλόβολα ρωτοῦν. Δὲν τοῦ εἶπαν· Τί ἔχεις νὰ πῆς ἐσὺ γιὰ τὸ ὅτι ἔκαμε τὸν πηλό; Καὶ ὅτι δὲν ἐκράτησε τὸ Σάββατο; Ἀλλὰ ἀναφέρουν τὸ θαῦμα, ὅτι σοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια. Καὶ μόνο δὲν παρακινοῦν· κι αὐτὸν ποὺ θεραπεύτηκε νὰ κάμη τὴ συνηγορία ποὺ ἔπρεπε γιὰ τὸ Χριστό. Τοῦ κάνουν ὑπομνήσεις καὶ τὸν ἐρεθίζουν. «Σοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια». Σ’ εὐεργέτησε, τοῦ λένε, ὥστε χρωστᾶς νὰ μιλήσης γι’ αὐτόν. Γι’ αὐτὸ κι ὁ τυφλὸς ὁμολογεῖ αὐτὸ ποὺ μποροῦσε ὅτι «Δὲν εἶναι ἁμαρτωλὸς ἀλλὰ ἀπὸ τὸ Θεό». Εἶναι προφήτης. Κι ἄς λένε ἄλλοι ὅτι δὲν εἶναι ἀπὸ τὸ Θεό, γιατὶ δὲν κρατᾶ τὸ Σάββατο. Νόμιζαν ὅτι ὁ Χριστὸς καταπατοῦσε τὸ Σάββατο ἐπειδὴ μὲ τὸ ἕνα δάχτυλο ἅλειψε τὸ πηλό. Αὐτοὶ ποὺ μὲ ὅλο τὸ χέρι τους ἔλυναν τὸ Σάββατο τὰ ζῶα τους γιὰ νὰ τὰ ποτίσουν, νόμιζαν πῶς ἦσαν εὐσεβεῖς. Φωνάζουν λοιπόν οἱ σκληροί καὶ ἀνυπάκουοι τοὺς γονεῖς, θέλοντας νὰ τοὺς βάλουν σὲ ἀμηχανία κι ἔτσι νὰ τοὺς κάνουν ν’ ἀρνηθοῦν τὴν ἀναπηρία τοῦ παιδιοῦ τους. Ἐπειδὴ ἐκεῖνοι δὲν μπόρεσαν νὰ κλείσουν τὸ στόμα ποὺ εὐγνωμονεῖ, φοβερίζουν τοὺς γονεῖς, περιμένοντας ὅτι ἔτσι θὰ χτυπήσουν τὸ θαῦμα. Τοὺς βάζουν στὴ μέση μὲ πολὺ θυμό τοὺς ἐρωτοῦν, καλύτερα, μὲ πολλὴ κακότητα. Δὲν τοὺς εἶπαν «τοῦτος εἶναι ὁ γιός σας ποὺ ἦταν τυφλός;» ἀλλὰ «αὐτὸς ποὺ σεῖς λέγατε». Μόνο ποὺ δὲν εἶπαν, αὐτὸς ποὺ σεῖς τὸν κάνατε τυφλό, καὶ διαλαλήσατε τὸ λόγο παντοῦ, διαδίδοντας πλαστὰ καὶ ψεύτικα πράγματα. Ὦ μιαροὶ Φαρισαῖοι! Ποιὸς πατέρας μποροῦσε νὰ πῆ τέτοια ψέματα γιὰ τὸ παιδί του; Μὲ τὰ δύο τοῦτα τοὺς στενοχωροῦν καὶ τοὺς πιέζουν, ν’ ἀρνηθοῦν τὸ γιό τους μὲ τὴ φράση «αὐτὸς ποὺ σεῖς λέγατε» καὶ μὲ τὴν ἄλλη «πῶς λοιπὸν τώρα βλέπει». Βλέπεις ὅτι σὰν ἀπόδειξη, τῆς πρώτης ψευτιᾶς τους, ὅτι τὸ παιδὶ εἶναι τυφλό, προσκομίζουν τὸ γεγονὸς ὅτι ἔπειτα αὐτὸς βλέπει. Ἤ τοῦτο εἶναι ψέμα, ὅτι τώρα βλέπει, ἤ ἐκεῖνο, ὅτι ἦταν τυφλός. Ὅμως τὸ πρῶτο εἶναι ἀληθινό, γιατὶ βλέπει· εἶναι ψέμα ἑπομένως αὐτὸ ποὺ διαδώσατε, ὅτι ἦταν πρῶτα τυφλός.
Τοῦ ἀπάντησαν οἱ γονεῖς του· Ξέρομε ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ γιὸς μας καὶ ὅτι γεννήθηκε τυφλός, πῶς ὅμως τώρα βλέπει, δὲν ξέρομε, οὔτε ξέρομε ποιός τοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια. Ὁ ἴδιος εἶναι ἀρκετὰ μεγάλος καὶ ρωτῆστε τον. Ἄς μιλήση ὁ ἴδιος γιὰ τὸν ἑαυτὸ του. Αὐτὰ εἶπαν οἱ γονεῖς του γιατὶ φοβοῦνταν τοὺς Ἰουδαίους. Γιατὶ εἶχαν ἤδη συμφωνήσει οἱ Ἰουδαῖοι, ἄν κάποιος ὁμολογήση ὅτι αὐτὸς ἦταν ὁ Χριστὸς νὰ γίνη ἀποσυνάγωγος. Γι’ αὐτὸ οἱ γονεῖς του εἶπαν· Ὁ ἴδιος εἶναι ἀρκετὰ μεγάλος καὶ ρωτῆστε τον. Τρεῖς ἐρωτήσεις ἀπηύθυναν οἱ Φαρισαῖοι στοὺς γονεῖς τοῦ τυφλοῦ, ἄν ἦταν γιὸς τους, ἄν γεννήθηκε τυφλὸς καὶ πῶς βρήκε τὸ φῶς του. Κι ἐκεῖνοι ἀπαντοῦν στὰ δύο ὅτι εἶναι γιός τους κι ὅτι γεννήθηκε τυφλός. Δὲν προσθέτουν καὶ τὸν τρόπο τῆς θεραπείας, γιατὶ δὲν τὸν ξέρουν. Καὶ τοῦτο ὅμως γίνεται γιὰ νὰ ὁμολογηθῆ πιὸ βέβαια ἡ ἀλήθεια. Μαρτυρεῖ γι’ αὐτὸ ὁ ἴδιος ποὺ δέχτηκε τὴν εὐεργεσία καὶ εἶναι καὶ πιὸ ἀξιόπιστος. Τὸ λένε κι οἰ γονεῖς του. Εἶναι ἀρκετὰ μεγάλος ὁ ἴδιος. Μήπως εἶναι νήπιο ἤ ἀνώριμος, ὥστε νὰ μὴν καταλαβαίνη πῶς ἔχει θεραπευτῆ; Τέτοια εἶπαν οἱ γονεῖς του, ἐπειδὴ φοβοῦνταν τοὺς Φαρισαίους. Τόσο ἀνώριμοι ἦσαν ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὸ παιδὶ χειρότεροι. Αὐτὸς στέκεται μάρτυρας τῆς ἀλήθειας ἀτρόμητος. Ἔτσι δέχτηκε φῶς καὶ στὰ μάτια τῆς ψυχῆς.
Φώναξαν γιὰ δεύτερη φορὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἦταν τυφλὸς καὶ τοῦ εἶπαν· Δόξασε τὸ Θεό. Ἐμεῖς γνωρίζουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἁμαρτωλός. Ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε· Ἄν εἶναι ἁμαρτωλὸς δὲν γνωρίζω. Ἕνα γνωρίζω ὅτι βλέπω ἐνῶ ἥμουν τυφλός. Τοῦ ξαναεῖπαν· τί σοῦ ἔκανε; πῶς σοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια; Τοὺς ἀπάντησε· Σᾶς τὸ εἶπα κιόλας καὶ δὲν τὸ ἀκούσατε· γιατὶ θέλετε νὰ τὸ ἀκούσετε πάλι; Μήπως θέλετε νὰ γίνετε καὶ σεῖς μαθηταί του; Τὸν μάλλωσαν καὶ τοῦ εἶπαν· Σὺ εἶσαι μαθητὴς ἐκείνου· ἐμεῖς εἴμαστε μαθηταὶ τοῦ Μωυσῆ. Ἐμεῖς ξέρομε ὅτι ὁ Θεὸς μίλησε στὸ Μωυσῆ, αὐτὸς δὲν ξέρομε ἀπὸ ποῦ εἶναι. Ἐπειδὴ οἱ γονεῖς ὑπέδειξαν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐρωτηθῆ ὁ γιός τους αὐτὸ κάνουν οἱ κακόβουλοι· τὸν φέρνουν λοιπὸν ὄχι γιὰ νὰ τὸν ρωτήσουν ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν ὑποβάλουν, ὥστε νὰ κατηγορήσει τὸ θεραπευτή του. Γιατὶ ἐκεῖνο τὸ «δόξασε τὸ Θεό» αὐτὸ σημαίνει. Ὁμολόγησε ὅτι ὁ Ἰησοῦς δὲν μοῦ ἔκανε τίποτε (αὐτὸ δόξα Θεοῦ· νὰ μὴ μαρτυρηθῆ κανένα καλὸ γιὰ τὸν Ἰησοῦ). Ἐμεῖς γνωρίζομε ὅτι εἶναι ἁμαρτωλός, πῶς λοιπὸν δὲν τὸν ἐξετάζετε ὅταν σᾶς προκαλοῦσε λέγοντας, ποιὸς ἀπὸ σᾶς μὲ ἐξετάζει γιὰ ἁμαρτία; Κι ὁ τυφλὸς λέει· ἄν εἶναι ἁμαρτωλὸς δὲν τὸ γνωρίζω, δηλαδὴ δὲν τὸ ἐξετάζω τώρα οὔτε ἔχω γνώμη. Γνωρίζω ὅμως φανερὰ ὅτι ἔκαμε σὲ μένα θαῦμα. Ἄς ἐξετάση καθένας τὴν πραγματικότητα κι ἄς ρίξη τὴν ψῆφο του. Κι ἔπειτα πάλι τὸν ρωτοῦσαν «τί σοῦ ἔκανε» θέλοντας νὰ κατηγορήσουν τὸ Σωτῆρα, ἐπειδὴ ἅλειψε τὸν πηλὸ. Κατάλαβε ὁ ἄνθρωπος ὅτι ρωτοῦσαν ὄχι γιὰ νὰ μάθουν ἀλλὰ γιὰ νὰ κατηγορήσουν καὶ τοὺς ἀπαντοῦσε πιὸ προκλητικά. «Μήτε νὰ σᾶς μιλήσω πιὰ δὲν σᾶς ἔχω ἄξιους. Πολλὲς φορὲς σᾶς εἶπα καὶ δὲν προσέξατε». Καὶ προσθέτει αὐτὸ ποὺ περισσότερο μπορεῖ νὰ τοὺς ἐρεθίση· Μήπως θέλετε νὰ γίνετε καὶ σεῖς μαθηταί του; Φανερώνει ὅτι αὐτὸς θέλει νὰ εἶναι μαθητής του. Τοὺς περιπαίζει καὶ τοὺς διακωμωδεῖ -ἤρεμα μιλῶντας- αὐτὸς ποὺ διαθέτει φρόνημα θαρραλέο καὶ ἄφοβο, ποὺ δὲν δειλιάζει γιὰ τὴ μανία τους. Ἔκεῖνοι τοῦ λένε ὑβριστικά· Σὺ εἶσαι μαθητὴς ἐκείνου· ἐμεῖς εἴμαστε μαθηταὶ τοῦ Μωυσῆ. Σ’ αὐτὸ ψεύδονται φανερά. Ἄν ἦσαν μαθηταὶ τοῦ Μωυσῆ θὰ ἦσαν καὶ τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως τοὺς ἔλεγε ὁ ἴδιος. «Ἄν πιστεύατε στὸ Μωυσῆ, θὰ πιστεύατε καὶ σ’ ἐμένα» καὶ δὲν εἶπαν ὅτι «ἐμεῖς ἀκούσαμε» ἀλλὰ «ἐμεῖς γνωρίζουμε» ὅτι ὁ Θεὸς μίλησε στὸ Μωυσῆ. Μολονότι οἱ πρόγονοί τους τοὺς ἄφησαν παράδοση, αὐτοὶ ἰσχυρίζονται ὅτι ἔχουν ἀκριβῆ γνώση γι’ αὐτὰ ποὺ παρέλαβαν μὲ τὴν ἀκοή. Ἐνῶ αὐτὸν ποὺ ἔβλεπαν μὲ τὰ μάτια τους νὰ θαυματουργῆ καὶ τὸν ἄκουαν νὰ λέγη θείους λόγους καὶ οὐράνιους, αὐτὸν τὸν ἀποκαλοῦσαν πλάνο. Βλέπετε ἀνοησία ποὺ προκαλεῖ ἡ κακία;
Τοὺς ἀπάντησε ὁ ἄνθρωπος· Σ’ αὐτὸ ὑπάρχει ἡ ἀπορία· ὅτι σεῖς δὲν ξέρετε ἀπὸ ποῦ ἔρχεται καὶ μοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια καὶ γνωρίζομε ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἀκούει τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀλλὰ ἄν εἶναι κανένας θεοφοβούμενος καὶ κάνει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, αὐτὸν ἀκούει. Ὡς τώρα ποτὲ δὲν ἔχει ἀκουσθῆ ὅτι ἄνοιξε κάποιος τὰ μάτια ἑνὸς γεννημένου τυφλοῦ. Ἄν αὐτὸς δὲν ἦταν ἀπὸ τὸ Θεὸ δὲ θὰ κατόρθωνε τίποτα. Σεῖς, τοὺς λέει, Ἰουδαῖοι, ἀποκρούετε ἐκεῖνον ποὺ μὲ θεράπευσε, γιατὶ τάχα δὲν ξέρετε ἀπὸ ποῦ εἶναι. Κι ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι γι’ αὐτὸ εἶναι πιὸ θαυμαστός. Γιατὶ κάποιος ποὺ δὲν εἶναι ἀπὸ σᾶς τοὺς ἐπίσημους, οὔτε ἀπὸ τοὺς δοξασμένους, κατορθώνει τόσο μεγάλα. Εἶναι λοιπὸν ἀπ’ ὅλα φανερό, ὅτι προέρχεται ἀπὸ μιὰ ἀνώτερη δύναμη, καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ καμμιὰ ἀνθρώπινη βοήθεια. Ἔπειτα ἐπειδὴ μερικοὶ ἀπ’ αὐτοὺς εἶχαν πεῖ «πῶς μπορεῖ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος νὰ κάνη τέτοια θαύματα;» παίρνει καὶ αὐτῶν τὴ σκέψη καὶ τοὺς ὑπενθυμίζει τὰ ἴδια τὰ λόγια τους. Γνωρίζομε ὅλοι, τοὺς λέει, ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἀκούει ἁματωλοὺς ἀλλὰ ἄν εἶναι κανένας θεοσεβούμενος καὶ κάνη τὸ θέλημά του, αὐτὸν ἀκούει. Πρόσεξε πὼς μ’ αὐτὰ ὄχι μόνο ἀπάλλαξε τὸν Κύριο ἀπὸ ἁμαρτίες ἀλλὰ τὸν παρουσιάζει ἀκόμα πὼς ἀρέσει πάρα πολὺ στὸ Θεὸ κι ὅτι κάνει πάντα τὸ θέλημά του. Ἀλλὰ ἄν εἶναι κάποιος θεοσεβούμενος καὶ κάνη τὸ θέλημά του. Κι ἐπειδὴ καταλάβαινε ὅτι αὐτοὶ ἤθελαν νὰ συσκιάσουν τὸ θαῦμα, γεμᾶτος ἀπὸ σύνεση πολλή, διαλαλεῖ τὴν εὐεργεσία. «Ἄν δὲν ἦταν ἀπὸ τὸ Θεό», δὲ θὰ πραγματοποιοῦσε τέτοιο θαῦμα. Ὅπως κανεὶς ὡς τώρα. Ἄνοιξαν ἴσως μάτια τυφλοῦ, ὄχι ὄμως χαλασμένα ἐκ γενετῆς ἀλλὰ ἀπὸ ἕνα πάθημα. Τὸ παράξενο εἶναι αὐτὸ ποὺ ἔγινε τώρα. Εἶναι ὁλοφάνερο λοιπὸν ὅτι αὐτὸς ποὺ ἔκανε τέτοιο θαῦμα εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ ἄνθρωπο. Ἀλλὰ μερικοὶ προβάλλουν τὴν ψυχρὴ καὶ σοφιστικὴ ἀπορία τους: «πῶς εἶπε ὅτι δὲν ἀκούει τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀφοῦ ὅταν προσεύχωνται νὰ τοὺς συγχωρεθοῦν οἱ ἁμαρτίες τοὺς ἀκούει, ἐπειδὴ εἶναι φιλάνθρωπος. Τί σημαίνει λοιπὸν αὐτὸ ποὺ λέει ἐδῶ ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἀκούει τοὺς ἁμαρταλωλούς; θὰ ἔπρεπε σ’ αὐτὸ νὰ μὴ δώσωμε καμμιὰ ἀπόκριση. Ὅμως πρέπει νὰ λεχτῆ ὅτι τὸ «ὁ Θεὸς δὲν ἀκούει τοὺς ἁμαρτωλοῦς» σημαίνει ὅτι ὁ Θεὸς δὲν παραχωρεῖ στοὺς ἁμαρτωλοὺς νὰ πραγματοποιοῦν θαύματα. Γιατὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ δὲν εἰσέρχεται σὲ σῶμα καταχρεωμένο ἀπὸ ἁμαρτίες. Ὅταν ὅμως ζητοῦν τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν τους ἀληθινὰ καὶ μὲ τὴν καρδιά τους, τοὺς ἀκούει ὄχι σὰν ἁμαρτωλοὺς ἀλλὰ σὰν ἀνθρώπους ποὺ μετανοοῦν. Εὔλογα λοιπὸν ἔχει λεχθῆ ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἀκούει τοὺς ἁμαρτωλούς. Γιατὶ δὲν δίνει στοὺς ἁμαρτωλοὺς μήτε τὴ χάρη τῶν θαυμάτων. Πῶς βέβαια ἐκείνους ποὺ καὶ νὰ ζητήσουν κάτι τέτοιο τοὺς μισεῖ, γιατὶ θέλουν νὰ οἰκειοποιηθοῦν πράγματα ποὺ καθόλου δὲν τοὺς ἀνήκουν, αὐτοὺς ὅταν ζητοῦν ἄφεση ὄχι σὰν ἁμαρτωλοὶ ἀλλὰ σὰν μετανοημένοι τοὺς ἀκούει; Πρόσεξε ὅτι εἶπε «ὅταν εἶναι θεοφοβούμενοι» καὶ πρόσθεσε «καὶ κάνουν τὸ θέλημά του». Ὑπάρχουν πολλοὶ θεοφοβούμενοι ποὺ δὲν κάνουν ὅμως τὸ θέλημά του. Πρέπει ὅμως νὰ ὑπάρχουν καὶ τὰ δύο καὶ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἐκτέλεση τοῦ θελήματός του, δηλαδὴ καὶ ἡ πίστη καὶ τὰ ἔργα, ἤ, ὅπως λέει ὁ Παῦλος, πίστη καὶ ἀγαθὴ συνείδηση. Γενικώτερα ἡ θεωρία καὶ ἡ πράξη. Τότε εἶναι ζωντανὴ ἡ πίστη, ὅταν συνοδεύεται κι ἀπὸ θεάρεστα ἔργα, τὰ ὁποῖα φέρνουν τὴν ἀγαθὴ συνείδηση ὅπως τὰ πονηρὰ ἔργα τὴν πονηρὴ συνείδηση. Καὶ τὰ ἔργα πάλι τότε εἶναι ζωντανά, ὅταν τὰ θερμαίνει ἡ πίστη. Χωρισμένα μεταξὺ τους εἶναι νεκρά. Ὅπως ἔχει λεχθῆ «πίστη χωρὶς ἔργα εἶναι νεκρή» καὶ τὰ ἔργα χωρὶς τὴν πίστη. Πρόσεξε πῶς ἡ ἀλήθεια δίδει τὴ δύναμη στὸν ἀσήματνο ζητιάνο νὰ μιλᾶ μὲ θάρρος, νὰ ἐλέγχη αὐτοὺς ποὺ οἱ Ἰουδαῖοι θεωροῦσαν μεγάλους καὶ ἐκτιμοῦσαν. Τόσο μεγάλη εἶναι ἡ δύναμή της καθὼς καὶ τοῦ ψεύδους ὁ δισταγμὸς καὶ ἡ δειλία.
Τοῦ ἀπάντησαν καὶ τοῦ εἶπαν· Ἐσὺ γεννήθηκες ὁλόκληρος μέσα στὴν ἁμαρτία καὶ θέλεις νὰ διδάξης ἐμᾶς; Τὸν πέταξαν ἔξω ἀπὸ τὴ συναγωγή. Ἔμαθε ὁ Ἰησοῦς ὅτι τὸν ἔβγαλαν ἔξω· τὸν ηὗρε καὶ τοῦ εἶπε. Σὺ πιστεύεις στὸ Γιὸ τοῦ Θεοῦ; Ἀποκριθηκε ἐκεῖνος. Ποιός εἶναι, Κύριε, γιὰ νὰ πιστέψω σ’ αὐτόν; Ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε, τὸν ἔχεις δεῖ κι αὐτὸς ποὺ μιλᾶ μαζί σου, ἐκεῖνος εἶναι. Πιστεύω Κύριε, εἶπε αὐτός, κι ἔπεσε στὰ πόδια του. Ὥσπου περίμεναν ὅτι ὁ ἄνθρωπος θὰ μιλοῦσε ὅπως ἤθελαν, τὸν καλοῦσαν καὶ τὸν ρωτοῦσαν καὶ μάλιστα ὄχι μιὰ φορὰ μόνο. Ὅταν ὅμως διαπίστωσαν ἀπὸ τὶς ἀπαντήσεις του ὅτι δὲν συμμεριζόταν τὴ γνώμη τους ἀλλὰ προτιμοῦσε τὴν ἀλήθεια, τὸν ἐξευτελίζουν πρῶτα ὅτι γεννήθηκε μέσα στὴν ἁμαρτία. Προβάλλουν ἀνόητα τὴν τύφλωσή του καὶ νομίζουν ὅτι πρὶν ἀπὸ τὴ γέννησή του καταδικάστηκε νὰ γεννηθῆ τυφλός. Εἶναι ὁλότελα παράλογο. Κι’ ἔπειτα τὸν βγάζουν ἔξω ἀπὸ τὸ ναό, κήρυκα τῆς ἀλήθειας οἱ γιοὶ τοῦ ψεύδους. Προσέξετε τὸ κέρδος. Τὸν βγάζουν ἀπὸ τὸ ναὸ καὶ τὸν βρίσκει ἀμέσως ὁ Κύριος τοῦ ναοῦ. Τὸν ἀτίμασαν γιὰ τὴν ἰδέα ποὺ εἶχε τὸ Χριστὸ καὶ τιμήθηκε μὲ πλήρη ἐπίγνωση τοῦ Γιοῦ τοῦ Θεοῦ. Τὸν βρῆκε ὁ Ἰησοῦς σὰ νὰ πῆγε ἐπίτηδες γι’ αὐτό, γιὰ νὰ τὸν παρηγορήση, ὅπως ἕνας ἀγωνοθέτης δέχεται τὸν ἀθλητὴ πού πολὺ κοπίασε καὶ στεφανώθηκε, καὶ τὶ τοῦ λέει; «Πιστεύεις στὸ Γιὸ τοῦ Θεοῦ;» Γιατὶ τὸ ρωτᾶ αὐτό; Ὕστερ’ ἀπὸ τόση ἀπολογία πρὸς τοὺς Ἰουδαίους καὶ τόσους λόγους ρωτᾶ ἄν πιστεύη; Δὲν τὸ κάνει αὐτὸ ἐπειδὴ δὲν ξέρει, ἀλλὰ θέλει νὰ γνωρίση τὸν ἑαυτὸ του στὸν τυφλό. Δὲν τὸν εἶχε δεῖ καθόλου μετὰ τὴ θεραπεία. Πῶς μποροῦσε, ἀφοῦ τὸν τραβοῦσαν ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ τὰ πάγκακα σκυλιὰ τῶν Ἰουδαίων. Γι’ αὐτὸ τὸν ρωτᾶ τώρα, ὥστε νὰ ρωτήση κι ἐκεῖνος ποιός εἶναι ὁ γιὸς τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τοῦ παρουσιάση ἔπειτα τὸν ἑαυτό του. Συνάμα τοῦ δείχνει ὅτι δίνει μεγάλη ἀξία στὴν πίστη του, σὰ νὰ λέη τέτοια· Μὲ ὕβρισε τόσος κόσμος, ἀλλὰ δὲν τοὺς ὑπολογίζω καθόλου· ἕνα μ’ ἐνδιαφέρει, ἡ πίστη. Κι ἐκεῖνος ρωτᾶ «ποιός εἶναι, Κύριε ὁ Γιὸς τοῦ Θεοῦ;» Ὁ λόγος του βγῆκε ἀπὸ τὸν πόθο τῆς ψυχῆς του. Καὶ ἡ ἀπάντηση· Τὸν εἶδες κι αὐτὸς ποὺ μιλάει μαζί σου, ἐκεῖνος εἶναι. Δὲν τοῦ εἶπε. Ἐγὼ εἶμαι ποὺ σὲ θεράπευσα, αὐτὸς ποὺ σοῦ εἶπε πήγαινε, νίψου. Τοῦ μίλησε πρῶτα συγκεκαλυμμένα κι ἀόριστα. Τὸν ἔχεις δεῖ τοῦ εἶπε κι ὕστερα πιὸ φανερά· Αὐτὸς ποὺ μιλάει μαζί σου, ἐκεῖνος εἶναι. Φαίνεται ὅτι ὁ Κύριος εἶπε ἐπίτηδες τὸν ἔχεις δεῖ, γιὰ νὰ τὸν κάνη ὁπωσδήποτε νὰ θυμηθῆ τὴ θεραπεία κι ὅτι ἔλαβε ἀπ’ αὐτὸν τὴν ἰκανότητα νὰ βλέπη. Καὶ ὅπως πιστεύει εὐθὺς ὁ ἄνθρωπος, δείχνει εὐθὺς ἔμπρακτα τὴ θερμὴ κι ἀληθινὴ πίστη του, προσκυνῶντας καὶ ἐπιβεβαιώνοντας τὸ λόγο μὲ τὸ ἔργο καὶ δοξάζοντάς τον σὰν Θεό. Γιατὶ ἔχει καθιερωθῆ μόνο στὸ Θεὸ ν’ ἀποδίδεται προσκύνηση.
Ὑποθέσετε τώρα ὅτι τὸ θαῦμα τοῦτο πραγματοποιήθηκε μεταφορικά. Ἀφότου καταδικαστήκαμε σὲ θάνατο κι ἀποφασίστηκε νὰ μεγαλώνωμε μέσα στοὺς πόνους, κάτι σὰν πηχτὸ νέφος καὶ δεμάτινο ροῦχο, ὅπως λένε τὰ ἱερὰ Λόγια ἁπλώθηκε στὰ πνευματικά μας μάτια. Ἔτσι τυφλὸς ἦταν εἴτε κάθε ἄνθρωπος ἐκ γενετῆς, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ ὅτι ἦταν ὑποκείμενος σὲ γένεση, μὲ τὴν ὁποία ἦταν συνδεδεμένη ἡ φθορὰ, εἴτε καὶ τὰ πλήθη τῶν ἐθνικῶν. Κι αὐτοὶ ἐκ γενετῆς τυφλοὶ ἦσαν, ὅπως οἱ Ἕλληνες. Ἐπειδὴ θεοποίησαν ὅσα ἦταν ὑποκείμενα στὴ γένεση καὶ στὴ φθορά, τυφλώθηκαν σύμφωνα μὲ τὴ ρήση «Σκοτίσθηκε ἡ ἀσύνετη καρδιά τους». Τέτοιοι ἦσαν κι οἱ μάγοι τῶν Περσῶν ποὺ δαπάνησαν τὴ ζωὴ τους σὲ φλυαρίες γιὰ τὴ γένεση καὶ τὰ γενέθλια. Αὐτὸν λοιπὸν τὸν τυφλό, σὰν ἐκπρόσωπο ἤ τοῦ ἀνθρώπου γενικά ἤ τοῦ ἐθνικοῦ ἀνθρώπου –εἶδε ὁ Ἰησοῦς. Ἐπειδὴ ἐκεῖνος δὲν μποροῦσε νὰ δῆ τὸ Δημιουργὸ μᾶς ἐπισκέφτηκε ὁ ἴδιος ἀπὸ εὐσπλαχνία, σὰν ἀνατολὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό. Καὶ πῶς τὸν εἶδε; Περνῶντας, ὄχι μένοντας δηλ. στὸν οὐρανό ἀλλὰ ἀφοῦ κατέβηκε ἀδειάζοντας ἀπὸ θεϊκὸ μεγαλεῖο κι ἀφοῦ, κατὰ τὸν Προφήτη ἔσκυψε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ κι εἶδε τοὺς ἐθνικούς, δὲν εἶχε δηλ. ἔρθει σ’ αὐτοὺς πιὸ μπροστά. Ἦρθε γιὰ τὰ χαμένα πρόβατα τῆς μάντρας τοῦ Ἰσραήλ. Ὕστερα σὰν παρέκκλιση ἀπὸ τὸ δρόμο του ἐπισκέφτηκε τὸ λαὸ ποὺ καθόταν στὸ σκοτάδι τῆς ὁλικῆς ἄγνοιας. Καὶ πῶς θεραπεύει τὴν τύφλωση; Φτύνοντας στὴ γῆ καὶ κάνοντας πηλό. Ὅποιος δηλαδὴ πιστέψη, ὅτι σὰ σταγόνα βροχῆς ποὺ πέφτει στὴ γῆ, κατέβηκε στὴν ἁγνὴ Παρθένο ὁ Λόγος, αὐτὸς θ’ ἁλείψη τὰ πνευματικὰ μάτια μὲ τὸν πηλὸ ἀπὸ τὸ φτύμα καὶ τὴ γῆ, δηλαδὴ μὲ ἕνα Χριστὸ ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ θεία οὐσία, σύμβολό της τὸ φτύμα, καὶ τὴν ἀνθρώπινη, ποὺ τὴ συμβολίζει ἡ γῆ, ἀπ’τὴν ὁποία προέρχεται τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου. Ἇραγε θὰ σταματήση τὴ θεραπεία ὡς τὸ σημεῖο ποὺ θὰ πιστέψη κανείς; Ὄχι βέβαια ἀλλὰ πρέπει νὰ πάη καὶ στὸ Σιλωὰμ, τὴν πηγὴ τοῦ Βαπτίσματος καὶ νὰ βαπτιστῆ στ’ ὄνομα τοῦ ἀπεσταλμένου δηλαδὴ τοῦ Χριστοῦ. Γιατὶ ὅσοι βαφτιστήκαμε πνευματικά, βαφτιστήκαμε στ’ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Κι ἀφοῦ βαφτιστῆ καθένας θὰ πέση καὶ σὲ πειρασμοὺς. Θὰ τὸν ὁδηγήσουν ἴσως δὲ βασιλιάδες κι ἄρχοντες, ἐξ αἰτίας τοῦ Χριστοῦ ποὺ τὸν ἐθεράπευσε. Πρέπει λοιπὸν νὰ εἴμασατε σταθεροὶ καὶ νὰ στεκώμαστε ἀκλόνητα στὴν ὁμολογία μας, νὰ μὴ μᾶς ὁδηγῆ ὁ φόβος στὴν ἄρνηση ἀλλὰ νὰ γίνωμε, ἄν χρειαστῆ ἀποδιωγμένοι κι ἀποσυγάγωγοι κατὰ τὸ λόγο «θὰ σᾶς μισήσουν ὅλοι γιὰ τὄνομά του καὶ θὰ σᾶς κάνουν ἀποσυνάγωγους». Κι ἄν βγάλουν ἔξω οἱ ἄνθρωποι αὐτὸν ποὺ θὰ ὁμολογήση, μισῶντας τον ἐξ αἰτίας τῆς ἀληθειας καὶ τὸν ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ἀκριβὰ τους, τὸν πλοῦτο καὶ τὴν δόξα, θὰ τὸν εὕρη ὁ Ἰησοῦς καὶ πιὸ πολὺ ἀπ’ ὅ,τι τὸν ἀτίμησαν οἱ ἐχθροὶ του, θὰ τὸν τιμήση ὁ Χριστὸς μὲ βαθύτερη ἐπίγνωση καὶ καθαρώτερη πίστη. Θὰ προσκυνήση τότε περισσότερο τὸ Χριστό, ποὺ φαίνεται σὰν ἄνθρωπος, εἶναι ὅμως καὶ γιὸς τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ δὲν εἶναι διαφορετικὸς ὁ Γιὸς τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ Γιὸ τῆς Μαρίας, αὐτὴ εἷναι ἡ ἀσέβεια τοῦ Νεστορίου, ἀλλὰ ἕνας κι ὁ ἴδιος ὁ Γιὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Πρόσεξε πῶς ὁ Κύριος, ὅταν ὀ τυφλὸς ρώτησε· ποιός εἶναι ὁ Γιὸς τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ πιστέψω σ’ αὐτόν, του ἀπάντησε· Καὶ τὸν ἔχεις δεῖ καὶ αὐτὸς ποὺ σοῦ μιλᾶ ἐκεῖνος εἶναι. Ποιὸς ὅμως μιλοῦσε; Ὄχι αὐτὸς ποὺ γέννησε ἡ Μαρία; Ὁ ἴδιος ἦταν ὁ Γιὸς τοῦ Θεοῦ, διαφορὰ δὲν ὑπάρχει. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἁγία Μαρία εἶναι κυριολεκτικὰ Θεοτόκος, ἀφοῦ γἐννησε κατὰ σάρκα Γιὸ τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἀδιαίρετος καὶ ἕνας, ἄν καὶ διπλός, καὶ εἶναι ὁ Κύριος ὁ Χριστός.
Καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπε. Ἐγὼ ἦρθα στὸν κόσμο τοῦτο γιὰ νὰ γίνη ξεχώρισμα, ὥστε αὐτοὶ ποὺ δὲ βλέπουν νὰ δοῦν κι αὐτοὶ ποὺ βλέπουν νὰ γίνουν τυφλοί. Τ’ ἄκουσαν αὐτὰ μερικοὶ Φαρισαῖοι, ποὺ ἦσαν μαζί του καὶ τοῦ εἶπαν μήπως εἴμαστε καὶ μεῖς τυφλοί; Κι ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· Ἄν ἤσαστε τυφλοὶ δὲ θὰ εἴχατε ἁμαρτία. Τώρα ὅμως ἰσχυρίζοντες ὅτι βλέπετε· ἡ ἁμαρτία σας λοιπὸν μένει. Ἐπειδὴ εἶδε ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι πιὸ πολὺ ζημιώθηκαν ἀπὸ τὸ θαῦμα καὶ δὲν ὠφελήθηκαν καὶ γι’ αὐτὸ τοὺς ἄξιζε μεγαλύτερη καταδίκη, παρατηρεῖ ὅτι «ὅπως φαίνεται κι ὅπως καταντοῦν τὰ πράγματα» ἐγὼ ἦρθα γιὰ ξεχώρισα, ἀντὶ νὰ πῆ γιὰ μεγαλύτερη τιμωρία καὶ καταδίκη, γιὰ νὰ βλέπουν αὐτοὶ ποὺ δὲν βλέπουν κι αὐτοὶ ποὺ βλέπουν –οἱ Φαρισαῖοι- νὰ γίνουν τυφλοί, στὰ μάτια τῆς ψυχῆς. Γιατὶ αὐτὸς ποὺ ἀπὸ τὴ γέννησή του δὲν ἔβλεπε τώρα βλέπει καὶ ψυχικὰ καὶ σωματικά. Ἐνῶ αὐτοὶ ποὺ νομίζουν ὅτι βλέπουν, ἔπαθαν τύφλωση τοῦ νοῦ. Δυὸ ἀναβλέψεις ἀναφέρει ἐδῶ καὶ δυὸ τυφλότητες. Οἱ Φαρισαῖοι ὅμως ποὺ στέκουν μ’ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα πάντα μπροστὰ στὰ αἰσθητά, ἐπειδὴ νόμισαν ὅτι μιλοῦσε γιὰ ἀναπηρία τῆς αἰσθήσεως, ρωτοῦν μήπως εἴμαστε καὶ μεῖς τυφλοί; Τὴ σωματικὴ μόνο τύφλωση ὑπολόγιζαν. Ὁ Κύριος θέλοντας νὰ τοὺς δείξη ὅτι εἶναι καλύτερο νὰ εἶναι τυφλοὶ στὸ σῶμα παρὰ ἄπιστοι τοὺς λέει· ἄν ἤσατε τυφλοὶ, δὲ θὰ εἴχατε ἁμαρτία. Ἄν εἴχατε πάθε ἀναπηρία ἀπὸ φυσικὸ λόγο, θὰ δινόταν κάποια συγγνώμη γιὰ τὴ νόσο τῆς ἀπιστίας. Τώρα ὅμως ποὺ λέτε ὅτι βλέπετε καὶ μάλιστα ποὺ γίνατε αὐτόπτες τοῦ θαύματος μὲ τὸν τυφλό, ἀφοῦ ἐξακολουθῆτε νὰ ἔχετε ἀκόμα τὴ νόσο τῆς ἀπιστίας, δὲ εἶστε ἄξιοι γιὰ συγγνώμη. Ἡ ἁμαρτία σας ἔμεινε ἀνεξάλειπτη καὶ θὰ τιμωρηθῆτε περισσότερο, ἐπειδὴ δὲν ὁδηγεῖσθε στὴν πίστη ὕστερα ἀπὸ τὸσα θαύματα ποὺ βλέπετε. Ἴσως μποροῦσε κι ἔτσι νὰ ἐννοήση κανένας τὴ φράση «ἄν ἤσαστε τυφλοὶ δὲ θὰ εἴχατε ἁμαρτία». Σεῖς μὲ ρωτᾶτε τοὺς λέει γιὰ σωμτικὴ τύφλωση, ἐπειδὴ αὐτὴν μόνο ντρέπεσθε. Ἐγὼ ὅμως ἐννοῶ τὴν ψυχικὴ σας τύφλωση. Ἄν ἤσαστε τυφλοί, δηλαδὴ δὲν γνωρίζετε τὶς Γραφές, δὲ θὰ εἴχατε τόσο μεγάλη ἁμαρτία, ἀφοῦ θὰ ἁμαρτάνατε χωρὶς νὰ ξέρετε. Τώρα ὅμως λέτε ὅτι βλέπετε καὶ προβάλλετε τοὺς ἑαυτοὺς σας σὰν φρόνιμους καὶ νομομαθεῖς· ὥστε αὐτοκατδικάζεστε καὶ ἡ ἁμαρτία σας εἶναι μεγαλύτερη γιατὶ ἁμαρτάνετε ἐνῶ γνωρίζετε.
[ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΥ αρχ/που Βουλγαρίας,ἑρμηνεία εἰς τὸ κατὰ Ἰωαν. Εὐαγγέλιον Κεφ. θ΄]



Σάββατο, Ιουνίου 01, 2019

Κυριακή του Τυφλού


Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ὁ τυφλὸς πρὶν τὴν συνάντησή του μὲ τὸν Χριστὸ δὲν εἶχε δεῖ ποτέ. Παντοῦ σκοτάδι· ἔπρεπε νὰ μαντεύει ἐξερευνώντας μὲ τὴν ἁφή τὰ πράγματα, νὰ χρησιμοποιεῖ τὴν φαντασία του. Δὲν εἶχε καθαρὴ εἰκόνα τῶν πραγμάτων.

Τότε συνάντησε τὸν Χριστό, καὶ Ἐκεῖνος τοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια. Καὶ ποιὸ ἦταν τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ εἶδε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος; Τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἡ ματιά Του· τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ ποὺ γίνεται ἄνθρωπος, γεμάτο προσοχή, συμπονετικὴ ἀγάπη νὰ στέκει ἐπάνω σ’ ἐκεῖνον μοναχά, ξέχωρα ἀπὸ τὸ πλῆθος. Ἦρθε πρόσωπο μὲ πρόσωπο μὲ τὸν Ζωντανό Θεὸ καὶ ἀντιμετώπισε τὸ θαῦμα ποὺ τόσο πολὺ μᾶς ἐκπλήσσει: Ὄτι ὁ θεὸς μπορεῖ νὰ ἐπικεντώσει τὴν προσοχή Του στὸν καθένα μας - ὅπως ὁ Καλός Ποιμὴν στὸ χαμένο πρόβατο – καὶ δὲν βλέπει τὸ πλῆθος ἀλλὰ τὸ ἕνα καὶ μοναδικὸ πρόσωπο.

Μετὰ ἀπὸ ὅ,τι ἔγινε, πιθανὸν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐρεύνησε τὰ πάντα γύρω του, καὶ ὅ,τι γνώριζε μόνο ἀπὸ περιγραφὲς, ἀπὸ φῆμες, ἔγινε πραγματικότητα - «τώρα βλέπω».

Συμβαίνει καὶ τώρα· μπορεῖ νὰ συμβεῖ στὸν καθένα μας. Ὅπως ὁ ἐκ γενετῆς τυφλὸς, ζοῦμε κι ἐμεῖς τὸν περισσότερο χρόνο ἀπὸ τὴ ζωή μας ἀπὸ ἐλεημοσύνη, καθόμαστε σὰν ζητιάνοι στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου τείνοντας ἕνα χέρι, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι κάποιος θὰ τὸ προσέξει, ἄν ὄχι ἐμᾶς, τουλάχιστον τὸ χέρι μας, καὶ νὰ μᾶς δώσει κάτι γιὰ νὰ μᾶς κρατήσει ἔστω γιὰ λίγες ὧρες. Μιὰ τέτοια στήριξη παίρνουμε μέσα ἀπὸ ἕνα φιλικὸ βλέμμα ποὺ ἀκουμπᾶ ἐπάνω μας, ἕνα λόγο ποὺ μᾶς ἀπευθύνουν, μιὰ καλωσύνη ποὺ μᾶς γίνεται. Ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ μᾶς ἀφήνουν νὰ παραμένουμε στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου τυφλοὶ καὶ ἱκετεύοντας γιὰ βοήθεια.

Ὅταν περνοῦσε ὁ Χριστὸς κάποιος ἄλλος τυφλὸς, ὁ Βαρτίμαιος, δὲν περίμενε τὸν Λυτρωτὴ νὰ ἔρθει σ’ ἐκεῖνον καὶ νὰ τὸν ρωτήσει ἄν ἤθελε νὰ σωθεῖ, ἄν ἤθελε νὰ δεῖ. Μόλις ἔνοιωσε ὅτι κάτι παράξενο γινόταν μέσα στὸ θορυβώδες πλῆθος, καὶ ὅταν σὲ ἀπάντηση τῆς ἐρώτησης του τοῦ εἶπαν ποιὸς περνοῦσε, ἄρχισε νὰ κραυγάζει γιὰ βοήθεια. Ἀλήθεια, οἱ ἄνθρωποι προσπάθησαν νὰ τὸν σταματήσουν· μιὰ μικρή ἀμφιβολία θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ εἶχε τρυπώσει μέσα του, ἄξιζε τὸν κόπο νὰ φωνάζει καλώντας σὲ βοήθεια, θὰ τὸν ἄκουγε ὁ Κύριος, θὰ ἀνταποκρινόταν σὲ μιὰ ἀσήμαντη ἀνάγκη, ὅπως ἦταν ἡ δική του; Συνέχισε νὰ κραυγάζει γιὰ βοήθεια, ἐπειδὴ ὁ πόνος του ἦταν τόσο μεγάλος, ἦταν τόσο ἀπελπισμένος. Ἦταν ἕτοιμος νὰ σπρώξει τοὺς ἀνθρώπους, νὰ παλέψει γιὰ ν’ ἀνοίξει δρόμο ἀνάμεσα στὸ πλῆθος προκειμένου νὰ φθάσει τὸν Θεὸ γιὰ νὰ τὸν ἀκούσει.

Ἄν μοναχὰ συνειδητοποιούσαμε πόσο τυφλοὶ εἴμαστε! Ἄν μόνο μπορούσαμε νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι ἡ γνώση μας γιὰ τὴ ζωή, ὄχι μόνον γιὰ τὴν αἰώνια, θεϊκὴ ζωή, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἐπίγεια, ἐξαρτᾶται ἐντελῶς ἀπὸ διαδόσεις, ὅτι ἡ ζωή ποὺ μᾶς περιβάλλει εἶναι ἀμυδρὴ καὶ στοιχειωμένη καὶ ἐπειδὴ εἴμαστε τυφλοί, ἤ (ὅπως ὁ ἄλλος τυφλὸς τοῦ Εὐαγγελίου ποὺ δὲν θεραπεύτηκε ἀμέσως ἀπὸ τὸν Χριστό) βλέπουμε πράγματα μέσα σὲ ὁμίχλη. Ἄν μόνον μπορούσαμε νὰ θυμηθοῦμε τὶ μᾶς λέει ὁ Λυτρωτὴς γιὰ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν δόξα τῆς ἐπίγειας συνάμα καὶ τῆς ἐπουράνιας ζωῆς, καὶ νὰ μὴν εἴμαστε ἱκανοποιημένοι μὲ τὴν τυφλότητα μας, μὲ πόση θὲρμη θὰ προσπαθούσαμε νὰ κρατήσουμε κοντὰ μας τὸν Χριστὸ, ὥστε νὰ μᾶς διαπερνοῦσε μὲ τὸ βλέμμα Του, καὶ νὰ μᾶς μιλοῦσε μὲ τὸν κυρίαρχο, θεραπευτικό, ζωοδότη λόγο Του. Τότε πράγματι ἴσως νὰ δοῦμε τὴν ἐκπληκτικὴ ὀμορφιὰ τοῦ προσώπου Του, τὴν ἀπύθμενη ὀμορφιὰ τοῦ θεϊκοῦ βλέμματος ποὺ ἀκουμπᾶ ἐπάνω μας μὲ ἔλεος, συμπόνοια, καὶ τρυφερότητα.

Χρησιμοποιοῦμε τὰ μάτια μας τόσο ἁπλά, ἀλλὰ βλέπουμε λίγα καὶ αὐτὰ εἶναι ἐπιφανειακά. Ἄς ἀναζητήσουμε τὸ ὅραμα ποὺ μπορεῖ νὰ εἶναι μόνο δικό μας, ὅταν οἱ καρδιὲς μας θὰ ἔχουν γίνει φωτεινὲς καὶ ἁγνές. «Εὐλογημένοι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν καθαρὴ καρδιὰ, ἐπειδὴ αὐτοὶ θὰ δοῦν τὸν Θεό»· καὶ μέσα στὴν λαμπρότητα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ἴσως νὰ δοῦμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, εἴτε λουσμένοι στὸ φῶς τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν λάμψη τῆς αἰώνιας ζωῆς, ἤ, διαφορετικὰ, πληγωμένοι, σκοτεινοί, περιμένοντας ὄχι ἁπλὰ ἐλεημοσὺνη, ἀλλὰ νὰ παραδόσουμε ὅλη μας τὴ ζωὴ στὴν ἀγάπη, ἔτσι ποὺ νὰ ἔβλεπε ὅτι θὰ μποροῦσε ἤδη ἀπὸ τὼρα ν’ ἀποκαλυφθεῖ στὴ γῆ ἡ Οὐράνια Βασιλεία. Ἀμήν. 


+Μητρ. Αντωνίου Σουρόζ

Ἀπόδοση στὴν νεοελληνική:  www.agiazoni.gr

Σάββατο, Μαΐου 12, 2018

Κυριακή του Τυφλού





Συναξάριον 
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Κυριακῇ ἕκτῃ ἀπὸ τοῦ Πάσχα, τὸ εἰς τὸν ἐκ γενετῆς Τυφλὸν ἑορτάζομεν, τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν, Ἰησοῦ Χριστοῦ, θαῦμα.
Στίχοι
Φωτὸς χορηγός, ἐκ φάους πλέον φάος,
Τὸν ἐκ γενετῆς ὀμματοῖς Τυφλόν, Λόγε.


Τῷ ἀπείρῳ ἐλέει σου, φωτοδότα Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν. 




Η Κυριακή του Τυφλού είναι η ημέρα ανάμνησης του φωτισμού του εκ γενετής Τυφλού στα Ιεροσόλυμα από τον Κύριο. Ο Ιησούς Χριστός , ως Λόγος σαρκωμένος του Θεού, είναι κατά τον Θεολόγο Ιωάννη, το φως εκείνο το οποίο φωτίζει κάθε άνθρωπο πού έρχεται σε αυτόν τον κόσμο. Αυτός είναι ο δημιουργός του κτιστού φωτός, αλλά και αυτό το πνευματικό Φως, το οποίο αναζητά κάθε άνθρωπος, ψηλαφώντας στο σκοτάδι του κόσμου και παλεύοντας να βγει από την φυλακή του εαυτού του.

Ο τυφλός της σημερινής περικοπής ήταν εκ γενετής πεπηρωμένος στους οφθαλμούς και δεν είχε το προνόμιο να βλέπει υλικά, ήταν όμως προορισμένος να φωτιστεί πνευματικά, ως αποτέλεσμα της μεγάλης του καρτερίας και πίστης. Η στάση του αργότερα και η ομολογία η θαρρετή του καταδεικνύουν πώς ήταν έτοιμη ψυχή να δεχτεί το νοητό φως του Χριστού. Ο λύχνος της ψυχής του ήταν έτοιμος ήδη, πλήρης ελαίου φωτιστικού. Έμενε να έρθει ο φωτοδότης για να δώσει φως και να πληρωθεί η πνευματική του υπόσταση με αλήθεια και χάρη.

Το θαύμα του φωτισμού του τυφλού εκείνου,είναι ισοδύναμο με την ανάσταση ενός νεκρού. Ο Χριστός έσκυψε χαμαί, εποίησε πηλό όπως πάλαι ποτέ στον παράδεισο για τον Αδάμ και έπλασε οφθαλμούς για τον τυφλό από το μηδέν. Πράγματι, η εορτή αυτή του Τυφλού τίθεται μέσα στην αναστάσιμη αυτή περίοδο γιατί είναι μνεία και σημείο δημιουργίας. Την πρώτη εκείνη ημέρα ο Λόγος του Θεού πρόσταξε: "Γεννηθήτω φως και εγένετο φως". Την μία και κλητή αυτή ημέρα του πάσχα, πού διανύουμε μέσα στην εκκλησιαστική εορτή, ο Χριστός εδημιούργησε φως για τον αόμματο άνθρωπο,φως υλικό και φως πνευματικό. 

Κάθε φορά που ποιούμε την ανάμνηση ενός τέτοιου θαύματος, ουσιαστικά θυμόμαστε την δική μας ανάπλαση και ίαση και εορτάζουμε γι αυτό. Είμαι εγώ ο τυφλός, που συνάντησε ο Χριστός στην οδό , περιφρονημένος στο πλάι του δρόμου και του έδωσε το φως το αληθινό. Είναι η δική μου φύση, η οποία γνώρισε την θεραπεία και ζει πλέον την καινότητα και το θαύμα. Δεν σταματά η Εκκλησία με τους συγκινητικούς της ύμνους, να μας θυμίζει αυτή την αλήθεια.

Το φως αυτό του Χριστού έρχεται στον κόσμο και δεν γίνεται αποδεκτό. Είναι κριτήριο αποδοχής ή διωγμού στον κόσμο του σκότους. Εις τα ίδια έρχεται και οι ίδιοι αυτού δεν το δέχονται. Ωστόσο όμως ούτε το σκοτάδι το καταλαμβάνει , αλλά και μάλιστα όσοι το αναγνωρίζουν το δέχονται και γίνονται τέκνα φωτός και λαμβάνουν χάρη πάνω στην χάρη. 

Η σημερινή Κυριακή σε εορτολογικό ημερολογιακό επίπεδο είναι η τελευταία πασχαλινή Κυριακή, αφού επίκειται η απόδοση του Πάσχα. Το φως όμως το αναστάσιμο του Χριστού, πληρώνει αιώνια ουρανούς και γη και καταχθόνια και δεν δεσμεύεται από τον χρόνο και τον τόπο και το σκοτάδι του κόσμου τούτου. Όλα αυτά γίνονται αισθητά στο μυστήριο της Εκκλησίας, η οποία έχει πασχαλινή καταβολή και πασχαλινή αιώνια διάσταση. 

20-5-17/12-5-18 ππκ

Κυριακή, Μαΐου 21, 2017

Ιάσων Ιερομ. :Aς ομολογήσουμε στ’ αλήθεια τον Χριστό



Σήμερα ο Χριστός θεράπευσε τον Τυφλό. Κι από το θαύμα αυτό, φανέρωσε ο ποιος ήταν στ’ αλήθεια: ο Ποιητής, του παντός Δημιουργός. Εκείνος που έπλασε τον άνθρωπο, έφτιαξε πηλό και θεράπευσε τον Τυφλό. Ήταν όμως Σάββατο και οι Φαρισαίοι σκανδαλίσθηκαν απ’ το θαύμα… Αφού ανέκριναν τους γονείς του πρότερα Τυφλού, ήλθε και η ώρα της ανάκρισης του Τυφλού που θεραπεύτηκε. Εκείνος ομολόγησε τη θεραπεία του, δε θα μπορούσε δα να πει και ψέματα, ότι τάχα δε θεραπεύτηκε, ότι τάχα δεν είχε συναντήσει τον Χριστό ποτέ… Δε μπορούσε να μην ομολογήσει το γεγονός. Όταν ο Χριστός του φανερώθηκε και του είπε Ποιος είναι, τότε αμέσως ο θεραπευμένος Τυφλός ομολόγησε την πίστη του στον Ιησού Χριστό, με το όποιο κόστος…
Κάθε στιγμή δεχόμαστε τις ευεργεσίες του Θεού. Το ότι ζούμε είναι δώρο του Θεού. Πολλές φορές βέβαια, θεωρούμε ότι μας ανήκει. Στις μέρες μας, οι φωνές που λένε ότι ο καθένας είναι κύριος του εαυτού του γίνονται ολοένα και περισσότερες. Σαφώς, κανείς δεν ανήκει σε κανέναν, όλοι είμαστε Πρόσωπα ξεχωριστά με δικαιώματα και υποχρεώσεις. Αν θεωρούμε ωστόσο ότι είμαστε οι αποκλειστικοί κύριοι του εαυτού μας, τότε δεχόμαστε ότι ανήκουμε και στην κατάληξη του εαυτού μας, τον θάνατο.
Τι σημαίνει όμως ότι ανήκω στον Χριστό; Ο Κύριος δε μας ζητά να του ανήκουμε σχηματίζοντας ένα είδος παράταξης, όπως θα απαιτούσε κάποιος πολιτικός αρχηγός. Ο Χριστός που μας καλεί να ομολογήσουμε ότι του ανήκουμε, ζητά από ‘μας πρώτα απ’ όλα να θέλουμε στ’ αλήθεια να ανήκουμε σ’ Αυτόν. Έπειτα, να Τον ομολογούμε όχι μόνο στα λόγια αλλά στη πράξη: μας χάρισε ζωή, ας ομολογήσουμε τη ζωή που λάβαμε και στους άλλους! Ας δείξουμε την Αγάπη που λάβαμε απ’ τον Θεό στους αδελφούς μας.
Στις ευχές της Εκκλησίας μας παρακαλάμε τον Κύριο συχνά να σημειώνει πάνω μας το Φως του Προσώπου Του, ώστε απ’ το Φως αυτό να βιώνουμε το Φως εκείνο της Αθανασίας που θα ήταν αδύνατον να ζήσουμε χωρίς Αυτόν. Το Φως αυτό δε το κρατάμε για ‘μας! Το φανερώνουμε και στους άλλους…
Το γεγονός αυτό, ότι γινόμαστε ζωντανά κεριά μέσα σε μια κοινωνία σκοταδιού μαζί με την ομολογία του Τυφλού, το ευαγγελικό ανάγνωσμα, μας φέρνει αντιμέτωπους με την πραγματικότητα στην οποία καλούμαστε ο καθένας απ’ το μετερίζι του να ομολογήσει ότι αρχηγός της ζωής του είναι ο Χριστός. Ομολογώ λοιπόν τον Χριστό σημαίνει ότι λέω παντού για τις ευεργεσίες που μου έκανε, που με έσωσε απ’ το σκοτάδι και μου χάρισε το Φως. Κι αν επιμένω να φέρομαι τσιγκούνης στην Αγάπη, τότε σίγουρα είμαι ανάξιος να λέγομαι μαθητής Του.
Χριστός Ανέστη!
Η Ανάσταση του Χριστού για τον καθένα έγινε αρχή πορείας προς το Φως Του.
Ιάσων Ιερομ.

Σάββατο, Μαΐου 16, 2015

Kυριακή ΣΤ από του Πάσχα: Κατηγορίες Τυφλότητος



Tο Φως του κόσμου έλλαμψε σήμερα στην τελευταία πασχαλινή Κυριακή. Ο φωτισμός ενός εκ γενετής τυφλού ένα θαύμα ισοδύναμο με μία νεκρανάσταση! Ενα σημείο πού μας δεικνύει πώς όπου το Φως δεν μπορεί να υπάρξει σκοτάδι, όπου η Ζωή καταργείται ο Θάνατος, όπου Χριστός εξαφανίζεται η φθορά και ο πόνος. Σημείο εξουσίας και Δημιουργού η πράξη του Χριστού να ποιήσει πηλό και να ωματώσει τον αόμματο. Δεν είναι μόνο το Φως αλλά και δημιουργός του κτιστού φωτος, ο φέρων από την ανυπαρξία στην ύπαρξη το Παν.

To θαύμα της σημερινής περικοπής, η στάση των Φαρισαίων και ιουδαίων, ο διπλός ψυχοσωματικός φωτισμός του τυφλού, όλη αυτή η θεολογία περί φωτός αληθινού μας δίνει την αφορμή να μιλήσουμε για τέσσερα είδη πνευματικής τυφλότητας. Αφ΄ενός να πούμε προκαταβολικά, πώς είναι δύσκολο και επικίνδυνο να κατηγοριοποιείς, ειδικά αν δεν έχεις την τόλμη και την αυτογνωσία να αναγνωρίσεις τον εαυτο σου μέσα σε κάποια κατηγορία ανθρώπων, έναντι του φωτός. Αφ' ετέρου είναι θαυμάσιο πού τελικά ζούμε σε έναν κόσμο σχετικής ανοχής και αλληλοσεβασμού, αλλά η κατάχρηση των εννοιών αυτών καμιά φορά υπερτερεί καταχρηστικά εις βάρος της ελευθερίας και της αλήθειας. Και το φως δεν περιορίζεται, αλλά ούτε και το σκοτάδι μπορεί να κρυφτει.

Ας δούμε συνοπτικά κάποιες κατηγορίες ανθρώπων σε σχέση με το Φως: 

α) Οι πρώτοι είναι οι ευδιάκριτα και ακούσια τυφλοί, οι οποίοι ως ο εκ γενετής τυφλός δεν ευθύνονται για την κατάσταση τους. Είναι οι ακατήχητοι, οι αφώτιστοι, οι αλλόθρησκοι πού δεν γνώρισαν το φως του Ευαγγελίου και πορεύονται με την ηθική συνείδηση , κρίνονται κατά τα φυσικά δίκαια πού ενέσπειρε ο Θεός στους ανθρώπους.

β) Δεύτερη κατηγορία τυφλότητας είναι αυτοι πού μισούν και αποστρέφονται το φως και εις το φως ουκ έρχονται για να μην φανερωθούν τα έργα, οι σκέψεις και οι επιθυμίες τους. Σε αυτούς συγκαταλέγονται οι άθεοι, οι βλάσφημοι και οι αιρετικοί. Όσο το φως λάμπει τόσο εκείνοι τυφλώνονται και πορεύονται προς το σκοτάδι, όσο το φως της αληθείας αποκαλύπτεται και τους προσεγγίζει τόσο πωρώνονται και απομακρύνονται από το φως.Μαζί με εκείνους  και οι δειλοί και οι ράθυμοι εκ των χριστιανών.

γ) Τρίτη κατηγορία τυφλών είναι εκείνοι οι χριστιανοί πού μοιάζουν στους φαρισαίους του σημερινού ευαγγελίου. Νομίζουν πώς είναι οι ίδιοι το φως, πιστεύουν πώς είναι αυτόφωτοι, οι φορείς της αλήθειας και οι απόγονοι του Αβραάμ με αποστολή να φωτίζουν τους γύρω τους, ως επί καθέδρας Μωσεώς. Σε αυτούς ο Χριστός είπε: Αν λέγατε πώς είμαστε τυφλοί δεν θα είχατε αμαρτια, τώρα όμως λέτε πώς βλέπουμε για αυτό η αμαρτία μένει απάνω σας.Είναι οι ρυθμιστες και αυτεξουσιαστές των πνευματικών πραγμάτων πού υποβιβάζουν τον Θεό σε ιδέα και πορισμό.

δ) ,Η τέταρτη κατηγορία είναι η πιό ύπουλη και μπορεί κάλλιστα να αφορά τον καθένα μας . Είμαστε όλοι αυτοί πού ομολογούμε Χριστό μεν, μπορεί να έχουμε συνείδηση πώς είμαστε ετερόφωτοι, να είμαστε ταπεινοί, τυπικοί ακόμα και ουσιαστικοί πολλές φορές, πέφτουμε όμως σε μια παγίδα: Ομολογούμε το Φως, δεχόμαστε όμως και τα τεχνητά φώτα. Λίγο από Χριστό και λίγο από φιλοσοφία, λίγο από ευαγγέλιο και λίγο από ιδεολογία, στάσεις ζωής, δοξασίες, διαλογισμούς, τεχνικές πραγμάτωσης, ανθρώπινα επινοήματα, κόμματα, ιδεολογίες, συρμούς, τάσεις, κοσμικότητες. Φως ο Χριστός, φως και ο τάδε φιλόσοφος. Φως το Ευαγγέλιο, φως και η γιόγκα λχ.Φως η κάθε θρησκεία εκ του ενός φωτός. Όλοι εμείς που υποβιβάζουμε την ορθοδοξία σε φιλοσοφία. Και αυτή είναι η πιό ύπουλη και χρυσοτυλιγμένη τυφλότητα κατά την γνώμη μου.

Κυριακή, Ιουνίου 09, 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ:Φως και πνευματική τυφλότητα


Το Φως του κόσμου έλλαμψε σήμερα στην τελευταία πασχαλινή Κυριακή. Ο φωτισμός ενός εκ γενετής τυφλού ένα θαύμα ισοδύναμο με μία νεκρανάσταση! Ενα σημείο πού μας δεικνύει πώς όπου το Φως δεν μπορεί να υπάρξει σκοτάδι, όπου η Ζωή καταργείται ο Θάνατος, όπου Χριστός εξαφανίζεται η φθορά και ο πόνος. Σημείο εξουσίας και Δημιουργού η πράξη του Χριστού να ποιήσει πηλό και να ωματώσει τον αόμματο. Δεν είναι μόνο το Φως αλλά και δημιουργός του κτιστού φωτος, ο φέρων από την ανυπαρξία στην ύπαρξη το Παν.

To θαύμα της σημερινής περικοπής, η στάση των Φαρισαίων και ιουδαίων, ο διπλός ψυχοσωματικός φωτισμός του τυφλού, όλη αυτή η θεολογία περί φωτός αληθινού μας δίνει την αφορμή να μιλήσουμε για τέσσερα είδη πνευματικής τυφλότητας. Αφ΄ενός να πούμε προκαταβολικά, πώς είναι δύσκολο και επικίνδυνο να κατηγοριοποιείς, ειδικά αν δεν έχεις την τόλμη και την αυτογνωσία να αναγνωρίσεις τον εαυτο σου μέσα σε κάποια κατηγορία ανθρώπων, έναντι του φωτός. Αφ' ετέρου είναι θαυμάσιο πού τελικά ζούμε σε έναν κόσμο σχετικής ανοχής και αλληλοσεβασμού, αλλά η κατάχρηση των εννοιών αυτών καμιά φορά υπερτερεί καταχρηστικά εις βάρος της ελευθερίας και της αλήθειας. Και το φως δεν περιορίζεται, αλλά ούτε και το σκοτάδι μπορεί να κρυφτει.

Ας δούμε συνοπτικά κάποιες κατηγορίες ανθρώπων σε σχέση με το Φως: 

α) Οι πρώτοι είναι οι ευδιάκριτα και ακούσια τυφλοί, οι οποίοι ως ο εκ γενετής τυφλός δεν ευθύνονται για την κατάσταση τους. Είναι οι ακατήχητοι, οι αφώτιστοι, οι αλλόθρησκοι πού δεν γνώρισαν το φως του Ευαγγελίου και πορεύονται με την ηθική συνείδηση , κρίνονται κατά τα φυσικά δίκαια πού ενέσπειρε ο Θεός στους ανθρώπους.

β) Δεύτερη κατηγορία τυφλότητας είναι αυτοι πού μισούν και αποστρέφονται το φως και εις το φως ουκ έρχονται για να μην φανερωθούν τα έργα, οι σκέψεις και οι επιθυμίες τους. Σε αυτούς συγκαταλέγονται οι άθεοι, οι βλάσφημοι και οι αιρετικοί. Όσο το φως λάμπει τόσο εκείνοι τυφλώνονται και πορεύονται προς το σκοτάδι, όσο το φως της αληθείας αποκαλύπτεται και τους προσεγγίζει τόσο πωρώνονται και απομακρύνονται από το φως.Μαζί με εκείνους  και οι δειλοί και οι ράθυμοι.

γ) Τρίτη κατηγορία τυφλών είναι εκείνοι οι χριστιανοί πού μοιάζουν στους φαρισαίους του σημερινού ευαγγελίου. Νομίζουν πώς είναι οι ίδιοι το φως, πιστεύουν πώς είναι αυτόφωτοι, οι φορείς της αλήθειας και οι απόγονοι του Αβραάμ με αποστολή να φωτίζουν τους γύρω τους, ως επί καθέδρας Μωσεώς. Σε αυτούς ο Χριστός είπε: Αν λέγατε πώς είμαστε τυφλοί δεν θα είχατε αμαρτια, τώρα όμως λέτε πώς βλέπουμε για αυτό η αμαρτία μένει απάνω σας.Είναι οι ρυθμιστες και αυτεξουσιαστές των πνευματικών πραγμάτων πού υποβιβάζουν τον Θεό σε ιδέα και πορισμό.

δ) ,Η τέταρτη κατηγορία είναι η πιό ύπουλη και μπορεί κάλλιστα να αφορά τον καθένα μας . Είμαστε όλοι αυτοί πού ομολογούμε Χριστό μεν, μπορεί να έχουμε συνείδηση πώς είμαστε ετερόφωτοι, να είμαστε ταπεινοί, τυπικοί ακόμα και ουσιαστικοί πολλές φορές, πέφτουμε όμως σε μια παγίδα: Ομολογούμε το Φως, δεχόμαστε όμως και τα τεχνητά φώτα. Λίγο από Χριστό και λίγο από φιλοσοφία, λίγο από ευαγγέλιο και λίγο από ιδεολογία, στάσεις ζωής, δοξασίες, διαλογισμούς, τεχνικές πραγμάτωσης, ανθρώπινα επινοήματα, κόμματα, ιδεολογίες, συρμούς, τάσεις, κοσμικότητες. Φως ο Χριστός, φως και ο τάδε φιλόσοφος. Φως το Ευαγγέλιο, φως και η γιόγκα λχ.Φως η κάθε θρησκεία εκ του ενός φωτός. Όλοι εμείς που υποβιβάζουμε την ορθοδοξία σε φιλοσοφία. Και αυτή είναι η πιό ύπουλη και χρυσοτυλιγμένη τυφλότητα κατά την γνώμη μου.

Σάββατο, Μαΐου 08, 2010

Κυριακή του Τυφλού




Βαρέθηκε να είναι τυφλός τόσα χρόνια. Βαρέθηκε τόσα χρόνια να ζει βράδυ-πρωί την ίδια μιζέρια. Χωρίς όραμα, δίχως κάτι να τον συγκινεί, κάτι να περιμένει. Οι ορίζοντες χαμήλωναν μέχρι το μυαλό του, ο κόσμος αόρατος και η βουή των ανθρώπων αδιάφορη και απόμακρη αφού δεν μπορούσαν να του δείξουν το πρόσωπό τους. Η ζωή σ’ αυτή την κοινωνία κουραστική και ανέλπιδη, όλο δεσμεύσεις και απαγορεύσεις : μη κάνεις ετούτο, μη κάνεις το άλλο, μη κάνεις τίποτα. Βαρέθηκε να ζει τυφλός.

Ο Ιησούς από την άλλη κουράστηκε να τριγυρίζει με τα πόδια ματωμένα στους αγρούς και στα χωριά, μέσα στο λιοπύρι. Θέλησε να δει τα βάθη της ύπαρξης του πλάσματος μέσα από τα μάτια του, θέλησε να καθρεπτιστεί στα μύχια της ψυχής του. Επιθύμησε να τον συναντήσει και να αναπαυθεί κοντά του. Και η συνάντηση έγινε κοντά στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ.

Δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος, μια ματιά μόνο ήταν ικανή για να συντελευτεί το θαύμα. Ο Θεός τον γνώριζε από πριν, γνώριζε την επιθυμία του για αλλαγή. Και ο τυφλός τον αναγνώρισε αμέσως, έτρεξε να πλυθεί στο παλιό νερό της παράδοσης για να ανοίξουν οι ορίζοντες, να βλέπει πέρα από τα όρια αυτού του κόσμου, να διακρίνει τα έργα του Θεού στα πρόσωπα των συνανθρώπων του, να κατανοεί την ζωή του στο άπειρο.

Η συνάντηση έγινε και δημιούργησε πραγματική σχέση αυτού του ανθρώπου με τον Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού που έλαβε σάρκα για να γίνει προσιτός στον τυφλό. Και αυτή η σχέση έφερε πραγματική επανάσταση, όπως και κάθε αληθινή σχέση. Επανάσταση κατά της βιολογικής ύπαρξης, αναδημιουργία των οφθαλμών, επανάσταση κατά του εαυτού του, ήταν τυφλός και ανέβλεψε. Επανάσταση από τους παλαιούς θεσμούς μιας νομοκρατούμενης κοινωνίας που θέλει τον άνθρωπο δέσμιο του εγώ του, δέσμιο σε ανθρωποκεντρικά καλούπια με αναφορά στο γράμμα και όχι στην ανάγκη. Ο πρώην τυφλός δεν δίστασε να έλθει σε ρήξη με εκείνους που ποτέ δεν μπήκαν στο κόπο της αναζήτησης, με εκείνους που δεν νοιώθουν πείνα και δίψα, με αυτούς που αρκούνται στα φαρδιά μανίκια και στα πολλά φυλαχτάρια. Τους μετάφερε την εμπειρία που είχε με το Χριστό : «ει αμαρτωλός εστιν ουκ οίδα, εν οίδα ότι τυφλός ων άρτι βλέπω» και αυτοί τον πέταξαν έξω για να διαφυλάξουν τους θώκους τους.

Ο τυφλός έφυγε χαρούμενος, έτρεξε να χορτάσει τα χρώματα και το πέταγμα των πουλιών. Ο Χριστός όμως δεν μπορούσε να τον αφήσει, τον συνάντησε πάλι απροσδόκητα και τον ρώτησε : Εσύ πιστεύεις στον Υιό του Θεού ; Και ποιος είναι αυτός για να πιστέψω, απάντησε απορημένα. Εκείνος τότε του αποκαλύφθηκε και ήλθε η κορύφωση της σχέσης με την προσκύνηση του τυφλού. «Ο Κύριός μου και Θεός μου, δόξα σοι».

Στο τυφλό ταιριάζουν τα λόγια του Αγίου Ισαάκ του Σύρου : «Ευλογημένη η τιμή του Κυρίου του ανοίγοντας θύραν έμπροσθεν ημών, ίνα μη σχώμεν αίτησιν, ει μη την εις αυτόν επιθυμίαν». Δεν προβάλει κανένα αίτημα στο Χριστό, αρκείτε στην ψηλάφηση της τιμής, της επιθυμίας του Θεού με «μανιακό πόθο» προς το πλάσμα του. Και η ανταπόκριση σ’ αυτή την επιθυμία γίνεται εμπειρία ελευθερίας από τον θανατηφόρο εγωκεντρισμό, γίνεται «ανοιχτή θύρα» στην «ευλογημένη τιμή». Είδε το κάλλος του κόσμου, κάλλος συνυφασμένο με την ιλιγγιώδη σοφία που το συγκροτεί σε κάθε παραμικρή πτυχή του, και μπόρεσε (μπορεί σε όλους μας) να λειτουργήσει ως κλήση σε προσωπική σχέση με την Αιτιώδη Αρχή, τον Λόγο και το Νόημα του κόσμου, τον Κύριο Ιησού Χριστό.


πηγή

ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με, ἃ οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι


Ὁ Τυφλὸς γεννηθείς, ἐν τῷ ἰδίῳ λογισμῷ ἔλεγεν· Ἆρα ἐγώ, δι' ἁμαρτίας γονέων ἐγεννήθην ἀόμματος; Ἆρα ἐγώ, δι' ἀπιστίαν ἐθνῶν ἐγεννήθην εἰς ἔνδειξιν, οὐχ ἱκανῶ τοῦ ἐρωτᾶν, πότε νύξ, πότε ἡμέρα, οὐκ εὐτονοῦσί μου οἱ πόδες τὰ τῶν λίθων προσκρούσματα· οὐ γὰρ εἶδον τὸν ἥλιον λάμποντα, οὐδὲ ἐν εἰκόνι τὸν ἐμὲ πλαστουργήσαντα, ἀλλὰ δέομαί σου, Χριστὲ ὁ Θεός. Ἐπίβλεψον ἐπ ἐμέ, καὶ ἐλέησόν με.

Παράγων ὁ Ἰησοῦς ἐκ τοῦ ἱεροῦ, εὗρεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς· καὶ σπλαγχνισθείς, ἐπέθηκε πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ὕπαγε, νίψαι εἰς τοῦ Σιλωάμ· καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψε, δόξαν ἀναπέμπων Θεῷ, οἱ δὲ ἀγχισταὶ αὐτοῦ, ἔλεγον αὐτῷ· Τίς σου τὰς κόρας διήνοιξεν, ἃς οὐδεὶς τῶν βλεπόντων ἰᾶσαι ἴσχυσεν; ὁ δὲ φησὶ βοήσας· Ἄνθρωπος, Ἰησοῦς λεγόμενος, ἐκεῖνός μοι ἔφη· Νίψαι εἰς τοῦ Σιλωάμ, καὶ ἀνέβλεψα. Αὐτός ἐστιν ἀληθῶς, ὃν ἔφη Μωσῆς ἐν τῷ νόμῳ, Χριστὸν Μεσσίαν, αὐτός ἐστιν ὁ Σωτὴρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κύριε, παράγων ἐν τῇ ὁδῷ, εὗρες ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς, καὶ ἔκθαμβοι γεγονότες οἱ Μαθηταί, ἐπηρώτων σε, λέγοντες· Διδάσκαλε, τίς ἥμαρτεν, οὗτος, ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; Σὺ δὲ Σωτήρ μου ἐβόας αὐτοῖς· Οὔτε οὗτος ἥμαρτεν, οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ' ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ, ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με, ἃ οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. Καὶ ταῦτα εἰπών, πτύσας χαμαί, καὶ πηλὸν ποιήσας, ἐπέχρισας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, λέξας πρὸς αὐτόν· Ὕπαγε, νίψαι εἰς τοῦ Σιλωὰμ τὴν κολυμβήθραν· ὁ δέ, νιψάμενος, ὑγιὴς ἐγένετο, καὶ ἐβόα πρὸς σέ· Πιστεύω, Κύριε, καὶ προσεκύνησέ σοι. Διὸ βοῶμεν καὶ ἡμεῖς· Ἐλέησον ἡμᾶς.