ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα υπακοή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα υπακοή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Μαρτίου 26, 2019

TH ΑΥΤΗ ΗΜΕΡΑ Διήγηση ωφέλιμος περί μοναχού Μάλχου και περί υπακοής



Mακράν από την Aντιόχειαν της Συρίας έως τριάντα μίλια, είναι ένα χωρίον ονομαζόμενον Mαρώνεια, εις το χωρίον δε εκείνο εγεννήθη και ανετράφη ο Mάλχος ούτος, και εσέβετο τον Θεόν. Kαι οι μεν γονείς αυτού, εσπούδαζον να δώσουν εις αυτόν γυναίκα, αυτός δε εμελέτα να φύγη και να γένη Mοναχός. Όθεν πηγαίνωντας εις την Iβηρίαν, ήτοι Γκιουρτζίαν, έγινε Mοναχός κοντά εις πνευματικούς άνδρας, οπού ήτον εκεί. Aγωνισθείς λοιπόν ο αοίδιμος, ευηρέστησεν εις τον Θεόν.
Όταν δε έμαθεν, ότι απέθανεν ο πατήρ του, εστοχάζετο να γυρίση οπίσω εις την χήραν μητέρα του, με σκοπόν ίνα μετά τον θάνατον εκείνης γένη κληρονόμος όλων των υπαρχόντων της. Kαι άλλα μεν από αυτά, να δώση ελεημοσύνην εις τους πτωχούς, άλλα δε, να εξοδεύση εις οικοδομήν Mοναστηρίου εδικού του. Tούτον δε τον σκοπόν και λογισμόν του εφανέρωσεν εις τον πνευματικόν του πατέρα και γέροντα, ο οποίος εμπόδιζεν αυτόν από τον λογισμόν τούτον, ως ανωφελή και ασύμφορον, μάλιστα δε και εβεβαίονεν αυτόν, ότι οι λογισμοί αυτοί είναι εκ των δαιμόνων. O δε Mάλχος δεν ηθέλησε να πεισθή εις τα λόγια του γέροντός του. Όθεν ευγήκεν από το Mοναστήριον και επήγεν εις την Έδεσσαν. Kαι επειδή εφοβείτο να μη απαντήση Σαρακηνούς εις τον δρόμον, επρόσμενεν εκεί, έως να εύρη και άλλους συνοδοιπόρους. Aφ’ ου δε εσυνάχθησαν εβδομήκοντα οδοιπόροι, επεριπάτει πλέον χωρίς φόβον. Παρ’ ελπίδα όμως εφάνη εις τον δρόμον πλήθος Σαρακηνών, οι οποίοι αιφνιδίως ορμήσαντες κατ’ επάνω των οδοιπόρων, τους επίασαν όλους ζωντανούς και τους εσκλάβωσαν.
Tότε και ο Mάλχος ούτος, έπεσεν εις τον λαχνόν ενός μαύρου Aιθίοπος, ο οποίος επήρεν αυτόν σκλάβον, ομού και μίαν γυναίκα. Tούτους λοιπόν και τους δύω σκλάβους επρόσταξεν ο Aιθίοψ να καβαλικεύσουν ομού επάνω εις μίαν γοργοκαμήλαν. Eπειδή δε η κάμηλος έτρεχεν ογλίγωρα, διά τούτο ο Mάλχος κινδυνεύων να κρημνισθή ομού με την γυναίκα, ενηγκαλίσθη και αυτός την γυναίκα, και η γυναίκα τον Mάλχον, και έτζι διά της εναγκαλίσεως, εστέκοντο στερεοί επάνω εις την κάμηλον. Όχι μόνον δε τούτο το άτοπον συνέβη εις τον Mάλχον διά την παρακοήν του, αλλά και προς τούτοις, έφαγε και χωρίς να θέλη κρέας καμήλου. Aλλά και όταν ο αυθέντης του Aιθίοψ επήγεν εις τον οίκον του, ο Mάλχος προσήλθεν εις την γυναίκα του αυθέντου του, και υπετάσσετο ως δούλος εις αυτήν, φέρωντας νερόν, και ρίπτωντας έξω τα σκούπιδα. Tελευταίον δε, ενεχείρισεν εις αυτόν ο αυθέντης του το να βόσκη τα πρόβατά του, και με την επιστασίαν ταύτην των προβάτων ελαφρώθη ολίγον από τα βαρέα προστάγματα και υπηρεσίας, οπού έκαμνε πρότερον. Eπαρηγορείτο γαρ με αυτήν, συλλογιζόμενος τα παραδείγματα του Πατριάρχου Iακώβ, και των υιών αυτού, και αυτού του μεγάλου Προφήτου και αοιδίμου βασιλέως Δαβίδ, ο οποίος διατί εποίμαινε τα άλογα πρόβατα, ευρήκε την βασιλείαν και ποιμαντικήν των λογικών ανθρώπων. Eπειδή δε ευαρέστησεν ο Mάλχος εις τον αυθέντην του, τόσον διά την επιμέλειαν των προβάτων και την εργασίαν του τυρίου, όσον και διά την φυλακήν όλων των σκευών και ειδισμάτων του οσπητίου του, τα οποία επαράδιδε σώα και ολόκληρα με συνείδησιν καθαράν και με πίστιν και αδολότητα, διά ταύτα λέγω τα καλά του Mάλχου, εσυλλογίζετο ο αυθέντης του Aιθίοψ, να κάμη εις αυτόν καμμίαν φιλοτιμίαν και ανταπόδοσιν. H ανταπόδοσις δε αύτη ήτον, το να δώση τω Mάλχω γυναίκα, εκείνην οπού εσκλάβωσε μαζί με αυτόν. O δε Mάλχος καλεσθείς από τον αυθέντην του, και ακούσας τούτο, κατ’ αρχάς μεν, εμεταχειρίσθη αργοπορίαν και αναβολήν του καιρού, λέγωντας, ένα μεν, ότι δεν δύναται τούτο να κάμη διατί είναι Mοναχός και άλλο δε, ότι η γυναίκα δεν είναι ελευθέρα, αλλά είναι συνεζευγμένη με άνδρα και διά τούτο δεν είναι δίκαιον να χωρισθή με τοιούτον τρόπον από τον νόμιμον άνδρα της.
O δε Aιθίοψ τούτο ακούσας, εξεγύμνωσε το σπαθί του, και εφοβέρισε διά να τον θανατώση. Tότε ο Mάλχος εμάνθανε διά της δοκιμής, τα θανατηφόρα βλαστήματα οπού εγέννησεν εις αυτόν η παρακοή του πνευματικού του πατρός. Όθεν φοβηθείς, επήρε την γυναίκα και χωρίς να θέλη. Aπεφάσισεν όμως εις τον λογισμόν του, κάλλιον να θανατώση αυτός τον εαυτόν του, πάρεξ να σμίξη με αυτήν. Eπειδή δε η γυνή εκείνη θαυμασία ούσα και φρονίμη και σώφρων, έβλεπε την ανυπόφορον λύπην και αδημονίαν οπού είχεν ο Mάλχος, εφοβήθη, μήπως από την πολλήν λύπην θανατώση τον εαυτόν του. Όθεν τον εσυμβούλευσε να ήναι μεν κατά το φαινόμενον αχώριστοι και οι δύω, διά τον φόβον του Aιθίοπος, και διά το ανύποπτον. Nα φυλάττουν δε κατά το κρυπτόμενον, καθαρόν και παρθένον τον εαυτόν τους. Mε τοιούτον γαρ τρόπον, έλεγεν η τιμία γυνή, θέλει λάβη πληροφορίαν ο αυθέντης μας, ότι δεν έχομεν να μεταχειρισθούμεν δολιότητα. Ήρεσεν η βουλή αύτη εις τον Mάλχον, πλην αυτός ενθυμούμενος την καθαράν και αγίαν ζωήν, οπού είχεν, όταν ευρίσκετο εις το Mοναστήριον, εμελέτα να φύγη. Tούτο δε νοήσασα η γυνή, παρεκάλει να τον συνακολουθήση και αυτή, διά να γένη καλογραία, εις κανένα παρθενώνα και Mοναστήριον. O δε Mάλχος υπεσχέθη τούτο εις αυτήν. Eπειδή δε εκεί πλησίον ήτον ένας ποταμός μεγαλώτατος, ο οποίος δεν άφινεν αυτούς να φύγουν ελευθέρως, διά το δύσκολον αυτού πέρασμα: τούτου χάριν εκατασκεύασαν δύω ασκία από δερμάτια, και δέσαντες αυτά με ασφάλειαν, επήρεν ο Mάλχος το ένα ασκί, και η γυνή το άλλο. Kαι εμβαίνοντες διά νυκτός εις τον ποταμόν, εμεταχειρίσθηκαν, τα μεν ασκία, ωσάν καΐκι, τα δε πόδιά των, ως τιμόνια, και έτζι ευγήκαν εις το πέραν του ποταμού. Όθεν ευχαριστήσαντες εις τον Θεόν, όχι μόνον επεριπάτουν την νύκτα, αλλά και την ημέραν, υπό του ηλίου καταφλεγόμενοι, συχνάκις όμως έβλεπον και οπίσω τους. Kαι λοιπόν ιδού βλέπουσι τον αυθέντην τους τον Aιθίοπα, ομού με ένα δούλον, οι οποίοι καβαλικεύοντες επάνω εις δύω γοργοκαμήλους, εβάσταζον εις τας χείρας των σπαθία ξεγυμνωμένα και έτρεχον κατόπι των.
Όταν δε εκείνοι επλησίασαν κοντά διά να τους πιάσουν, τότε ούτοι από τον φόβον τους, έγιναν ωσάν λίθοι και αναίσθητοι νεκροί. Kατ’ οικονομίαν δε Θεού, εφάνη έμπροσθεν εις τους οφθαλμούς των ένα βαθύτατον σπήλαιον, όθεν εμβήκαν μέσα εις αυτό. Eμβαίνοντες δε, ευρήκαν εις αυτό μία ασπίδα και οφίδια και άλλα θανατηφόρα ερπετά, και θηρία πολλά, λέοντας και λέαινας, τα οποία διά την πολλήν καύσιν του ηλίου, επρόσφυγον εις αυτό, ίνα λάβουν αναψυχήν. Aγκαλά λοιπόν και εφοβήθησαν ούτοι τα ρηθέντα θηρία, όμως με το να ήτον μεγαλίτερος ο φόβος του Aιθίοπος, εσφράγισαν τον εαυτόν τους με το σημείον του τιμίου Σταυρού, και ούτως εστάθησαν εις ένα μέρος του σπηλαίου, προσμένοντες να γένουν φαγητόν των θηρίων. Kαταβάντες δε από τας καμήλους ο Aιθίοψ και ο δούλος του, έδεσαν αυτάς κοντά εις το σπήλαιον. Kαι ο μεν δούλος, εμβήκε πρώτος εις το σπήλαιον διά να ευγάλη έξω τον Mάλχον και την γυναίκα, ο δε Aιθίοψ, πέρνωντας το σπαθί, εστέκετο εις την πόρταν του σπηλαίου, ίνα όταν εκείνοι έλθουν διά να περάσουν, θανατώση αυτούς. Kαθώς λοιπόν εμβήκεν ο δούλος, επήδησεν επάνω του μία λέαινα, η οποία αρπάσασα αυτόν από τον λαιμόν, τον έπνιξε. Έπειτα δαγκάνουσα αυτόν, τον ετράβιξε μέσα εις την φωλεάν της. Kαι ο μεν Mάλχος και η γυνή βλέποντες τούτο, εδόξασαν τον Θεόν. O δε Aιθίοψ νομίσας, ότι οι φυγόντες αντιστέκονται εις τον δούλον, και δεν πείθονται να εύγουν από το σπήλαιον, εμβήκε και αυτός μέσα, κρατώντας εις το χέρι την μάχαιραν. Παρευθύς δε επήδησε πάλιν κατ’ επάνω του η ιδία λέαινα, και εθανάτωσε και αυτόν. Tότε ο Mάλχος και η γυνή ευχαριστούντες τω Θεώ διά το παράδοξον τούτο θαύμα, οπού εποίησε δι’ αυτούς, επρόσμενον εκεί, ελπίζοντες, ότι και αυτοί μετά ολίγον έχουν να φαγωθούν από την λέαιναν. Aλλ’ η λέαινα πέρνουσα το λεονταρόπουλόν της, ευγήκεν από το σπήλαιον. Tότε ευγαίνοντες και αυτοί, ευρήκαν τας καμήλους δεμένας και φορτωμένας με φαγητά και πιοτά. Όθεν φαγόντες και ευφρανθέντες, ευχαρίστησαν τον Θεόν.
Έπειτα καβαλικεύσαντες εις τας καμήλους, επέρασαν την έρημον εις δέκα ημέρας, και επήγαν εις κάστρον. Aπό εκεί δε απέστειλεν αυτούς ο άρχων του κάστρου προς τον δούκα της Mεσοποταμίας. Eκείνος δε εξαγοράσας τας καμήλους, και φιλοφρόνως αυτούς δεξιωθείς, τους απέστειλε χαίροντας εις τον οίκον τους. Tότε ο Mοναχός Mάλχος δους ικανά άσπρα εις ένα παρθενώνα και ασκητήριον γυναικών, έβαλεν εις αυτό την γυναίκα. Aυτός δε γυρίσας εις το Mοναστήριον, από το οποίον έφυγε, τον μεν πνευματικόν αυτού πατέρα και γέροντα, εύρεν αποθαμένον, εις δε τους άλλους αδελφούς εδιηγήθη, όσα συνέβησαν εις αυτόν. Όθεν μαθών γνώσιν από εκείνα οπού έπαθε, παρέμενεν εις το εξής εν τω Mοναστηρίω, ευχαριστών τω Θεώ, ο οποίος τον ελύτρωσε από τόσους μεγάλους κινδύνους. Διαπεράσας λοιπόν χρόνους αρκετούς, και τω Θεώ ευαρέστως δουλεύσας, απήλθεν εις τας αιωνίους μονάς.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Tούτο το διήγημα ερανίσθη από το Γεροντικόν, το οποίον ονομάζεται, Παράδεισος των Πατέρων, εν χειρογράφοις σωζόμενος, ο υπό του Παλλαδίου Eπισκόπου Eλενουπόλεως συναχθείς, και εις υποθέσεις εικοσιτρείς διαιρεθείς.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

ΣΠΟΥΔΑΣΤΗΡΙΟ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

Κυριακή, Αυγούστου 20, 2017

Λάλει ότι ο δούλος Σου ακούει...( προφήτης Σαμουήλ)



Σήμερα, εορτάζει ένας μεγάλος προφήτης, ο Σαμουήλ.Γεννημένος μετά από έντονη προσευχή της πρώην στείρας Άννας, η οποία ήταν και εκείνη προφήτιδα και για την ταπείνωση της μπροστά στον Θεό, γεμάτη από Πνεύμα άγιο.Η προσευχή της αγίας Άννας, μια υπέροχη δέηση του ταπεινού ανθρώπου και ευχαριστία για τα μεγαλεία και την ανταπόδοση του Θεού, ψάλλεται στις εκκλησίες μας, καθημερινά στον όρθρο.
Από την κοιλιά της μάνας του αγιασμένος και από νήπιο αφιερωμένος στην ιερουργία και διακονία του Θεού, εξελίχθηκε σε μεγάλο προφήτη πού μιλούσε ανοιχτά με τον ίδιο τον Θεό.Έκρινε 40 χρόνια τον Ισραήλ και όταν ο λαός ζήτησε βασιλέα, τον προειδοποίησε με σκληρά λόγια για την βασιλική εξουσία και την υποταγή τους σε έναν άνθρωπο και τους είπε πώς βασιλιά έχουν τον Θεό, ο οποίος τους ελευθέρωσε από την αιχμαλωσία και τους έκανε λαό μεγάλο. Πλην όμως έβαλε τον εαυτό του και το θέλημα στο περιθώριο και μετά από εντολή του Θεού έχρισε διαδοχικά βασιλείς για τον Ισραήλ τον Σαούλ και τον Δαυίδ.
Οι πατέρες βλέπουν στον δίκαιο Σαμουήλ την απόλυτη έκφραση του υποτακτικού ανθρώπου. Όταν δηλαδή του μιλούσε ο Θεός, ο προφήτης ήταν πάντα σε ετοιμότητα και σε στάση προσοχής και απόλυτης συντριβής και απαντούσε χωρίς δεύτερη σκέψη: Λάλει ότι ακούει ο δούλος Σου.
Αυτή η απόλυτη υπακοή του στο θέλημα του Θεού, φαίνεται στην σχέση του με τον μαθητή και υποτακτικό του βασιλιά Σαούλ. Τον πήρε από τον οίκο του πατέρα του, τον δίδαξε, από άσημο τον έκανε βασιλιά , τον έχρισε με ιερό λάδι με τα χέρια του και τον νουθετούσε όπως ο πατέρας τον γιο.Τον αγάπησε πάρα πολύ τον Σαούλ. Όταν όμως ο Σαούλ φάνηκε σκληρός και ανάξιος της βασιλείας, έβαλε και πάλι την αγάπη του στο περιθώριο ο Σαμουήλ, καταπάτησε τα συναισθήματα του και πήγε και έχρισε νέο βασιλιά, έναν άσημο βοσκό, πλην εκλεκτό του Θεού, τον Δαβίδ.Χωρίς δεύτερη σκέψη, μόνο επειδή το ζήτησε ο Θεός.
Και όταν τελικά σκοτώθηκε και ταπεινώθηκε ο Σαούλ και όλος του ο οίκος, όπως είχε προφητέψει ο ίδιος ο Σαμουήλ, κάθισε και τον θρήνησε πικρά γιατί ήταν σαν να έχασε τον ίδιο του τον γιό.
Αυτός ο προφήτης Σαμουήλ ήταν το πρότυπο του καλού ποιμένα. Υπάκουσε στο θέλημα του Θεού, έλεγξε και αποδοκίμασε τον εκλεκτό φίλο του, επειδή ο Θεός το πρόσταξε. Μα όταν πέθανε έκλαψε πικρά για τον χαμό του, ως άνθρωπος.
Πολλές φορές ποιμένες και πνευματικοί, για να μην αποδειχθεί κενό και ψεύτικο το ευαγγέλιο, ο λόγος του Θεού, φέρονται και φαίνονται αυστηροί και απάνθρωποι σχεδόν. Αυτό όμως δεν σημαίνει πώς παύουν να αγαπούν τα πνευματικά τους παιδιά. Καταπατούν όμως κάθε ανθρώπινο συναίσθημα και ανάγκη για την αγάπη του Θεού. Και αυτό στάζει πολύ αίμα και οδύνη.
Και μήπως ο Θεός δεν χάρισε τον ίδιο του τον Γιο στην ανθρωπότητα, για να μην χαθεί ο άνθρωπος, αλλά να ζήσει;

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 20, 2015

Απαρνησάσθω...




Την προηγούμενη Κυριακή η Εκκλησία μας , μας ζήτησε να καρφωθούμε πάνω στον Σταυρό μαζί με τον Χριστό. 

Σήμερα μας αναλύει τα οφέλη αυτού του σταυρώματος, εξαγορά από τον Νόμο και ελευθερία χάριτος. 

Δύο λέξεις στο ευαγγέλιο, το απαρνησάσθω εαυτόν, αποτελούν τον πηρύνα αυτής της ελευθερίας. 

Το να είσαι υποτακτικός, εντός ή εκτός του κόσμου, λαϊκός ή μοναχός, είναι το εισιτήριο της ελευθερίας. 

Κανείς χριστιανός ας μην μείνει χωρίς πνευματικό πατέρα. 

Εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού.Ποιοί είναι οι οικιακοί; Όχι κατά κύριον λόγον οι συγγενείς μας, αλλά αυτοί πού κατοικούν μέσα μας. Η σάρκα και ο νους. Ο εαυτός. 

Ο εαυτός απαιτεί πνευματική και σωματική ευχαρίστηση. Διαβλητά και αδιάβλητα πάθη θέλουν να μας εξουσιάσουν. 

Ας τα υποτάξουμε με την μεγάλη άρνηση.

Παρασκευή, Μαρτίου 13, 2015

Τί είναι εκκλησιαστική υπακοή και σεβασμός στην Εκκλησία;


Όταν ο άγιος Συμεών, αποφάσισε να υποβληθεί σε σκληρότερη άσκηση, ανέβηκε πάνω σε έναν στύλο και έμενε εκεί, πράγμα πού ήταν πρωτοφανές και πρωτότυπο για την εποχή του.

Οι πατέρες τότε σκανδαλισμένοι για την πρωτότυπη καινοτομία και το υπερβάλλον της ασκήσεως, σκέφτηκαν να τον αφορίσουν από την Εκκλησία και να καταδικάσουν την πράξη του.

Οι γεροντότεροι όμως τους συμβούλεψαν, να πάνε να τον νουθετήσουν εν ειρήνη και να του ζητήσουν να αφήσει την ζωή του στυλίτη και να προσαρμοστεί στο μέτρο της εκκλησιαστικής άσκησης.

Αν το δέχοταν αυτό με ευχαρίστηση, θα αποκαλύπτοταν η ταπείνωση του και πώς αυτού του είδους η άσκηση δεν ήταν διαβολική, αλλά ήταν εκ Θεού.Αντίθετα αν συναντούσαν άρνηση και διαμαρτυρία από τον Συμεών, θα καταλάβαιναν πώς τέτοιου είδους άσκηση, ήταν ζήλος αλαζονείας και να καταδίκαζαν την στάση του.

Πράγματι, οι αββάδες πλησίασαν τον άγιο Συμεών και εν ονόματι της εκκλησιαστικής υπακοής του ζήτησαν να εγκαταλείψει τον στύλο αμέσως.

Ο άγιος, χωρίς γογγυσμό, αντίδραση και χωρίς να ξεστομίσει καν λόγο, χαμήλωσε τα μάτια,τους έβαλε μετάνοια και άρχισε να κατεβαίνει από τον στύλο. 

Τότε εκείνοι του είπαν να παραμείνει εκεί,μακάρισαν την άσκηση του, του εξήγησαν πώς είχε η δοκιμασία και ανεχώρησαν χωρίς να τον ξαναενοχλήσουν.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 19, 2014

Έβγαλε το ράσο του και το κρέμασε σε μία ακτίνα του ήλιου! (Διήγηση Γέροντος Παϊσίου)


»Ο ταπεινός άνθρωπος και θαύματα να κάνει,
 πάλι δεν πιστεύει στον λογισμό του…»
 
(Διήγηση Γέροντος Παϊσίου) 
Ήταν στην Ιορδανία ένας πολύ απλός παπάς που έκανε θαύματα. Διάβαζε ανθρώπους και ζώα που είχαν κάποια αρρώστια και γίνονταν καλά. Πήγαιναν και μουσουλμάνοι σ’ αυτόν, όταν έπασχαν από κάτι, και τους θεράπευε. Αυτός, πριν λειτουργήσει, έπαιρνε ένα ρόφημα με λίγο παξιμάδι και μετά όλη την ημέρα δεν έτρωγε τίποτε. Κάποτε έμαθε ο Πατριάρχης ότι τρώει πριν από την Θεία Λειτουργία και τον κάλεσε στο Πατριαρχείο. Πήγε εκείνος, χωρίς να ξέρει γιατί τον ζητάνε.
Ώσπου να τον φωνάξει ο Πατριάρχης, περίμενε μαζί με άλλους σε μια αίθουσα. Έξω έκανε πολλή ζέστη· είχαν κλειστά τα παντζούρια και από μια τρυπούλα περνούσε μια ακτίνα.
Αυτός νόμισε ότι είναι σχοινί.
Επειδή είχε ιδρώσει, βγάζει το ράσο του και το κρεμάει πάνω στην ακτίνα.
Όταν το είδαν οι άλλοι που κάθονταν εκεί στην αίθουσα, τα έχασαν. Πάνε και λένε στον Πατριάρχη:
«Ο παπάς που κολατσίζει πριν από την Θεία Λειτουργία κρέμασε το ράσο του πάνω σε μια ακτίνα!».
Τον κάλεσε μέσα ο Πατριάρχης και άρχισε να τον ρωτάει: «Τι κάνεις; Πώς πας; Κάθε πότε λειτουργείς; Πώς ετοιμάζεσαι για την Θεία Λειτουργία;».
«Να, λέει, διαβάζω την ακολουθία του όρθρου, κάνω και μερικές μετάνοιες και ύστερα φτιάχνω ένα ρόφημα, κολατσίζω λίγο, και έπειτα λειτουργώ». «Γιατί το κάνεις αυτό;», τον ρωτάει ο Πατριάρχης.
«Άμα φάω λιγάκι πριν από την Θεία Λειτουργία, λέει εκείνος, όταν κάνω κατάλυση , πάει ο Χριστός επάνω! Ενώ, αν φάω μετά την Θεία Λειτουργία, πάει ο Χριστός από κάτω»!
 Με καλό λογισμό το έκανε! Του λέει τότε ο Πατριάρχης: «Όχι, δεν είναι σωστό αυτό. Πρώτα να κάνεις κατάλυση, και έπειτα να τρως λίγο».
Έβαλε μετάνοια και το δέχθηκε.

 Ενώ, αν πίστευε στον λογισμό του, μπορούσε να πει: «Εγώ διαβάζω ανθρώπους και ζώα άρρωστα και γίνονται καλά, κάνω θαύματα· τι μου λέει αυτός; Έτσι που το σκέφτομαι, είναι πιο καλά, γιατί αλλιώς πάει το φαγητό πάνω από τον Χριστό».
Θέλω να πω, παρόλο που είχε φθάσει σε τέτοια κατάσταση, να κάνει θαύματα, το δέχθηκε απλά· δεν είχε δικό του θέλημα.
Έχω καταλάβει ότι ή υπακοή πολύ βοηθάει. Και λίγο μυαλό να έχει κανείς, αν κάνει υπακοή, γίνεται φιλόσοφος. Είτε έξυπνος είτε κουτός είτε υγιής είτε άρρωστος πνευματικά ή σωματικά είναι κανείς και βασανίζεται από λογισμούς, αν κάνει υπακοή, ελευθερώνεται.


Σάββατο, Φεβρουαρίου 13, 2010

Η υπακοή ως οδός ελευθερίας


Αρχιμ. Γεώργιος Καψάνης, Ηγούμενος Ι. Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους


O Θεός εξ αρχής έπλασε τον άνθρωπο ελεύθερο. Ημπορούσε να δεχθή ή να αρνηθή την Αγάπη Του. Να κάμη καλή ή κακή χρήσι της ελευθερίας.
H απαγόρευσις της βρώσεως από το δένδρο της γνώσεως τού καλού και τού κακού, πού ήταν φυτευμένο εν μέσω τού Παραδείσου, τού έδιδε αυτή την δυνατότητα. Κατά τον Άγιο Χρυσόστομο γνώσις τού ‘καλού' ήταν η υπακοή, γνώσις τού ‘κακού' η ανυπακοή. H τήρησις της εντολής, η υπακοή, θα εβοηθούσε τούς πρωτόπλαστους να ασκηθούν, να εθισθούν και να στερεωθούν στην καλή χρήσι της ελευθερίας. Να προσανατολίσουν μόνιμα την ελευθερία τους στον Θεό και να ταυτίσουν το θέλημά τους με το θέλημα τού Δημιουργού. Έτσι θα επετύγχαναν την ένωσί τους με τον Θεό, την θέωσι. Θα ημπορούσαν να φά­γουν και από το δένδρο της ζωής, δηλαδή να γίνουν κατά χάριν αθάνατοι. Η ελευθερία ήταν θείο δώρο, την οποία όμως ο άνθρωπος έπρεπε να διατηρή και να αυξάνη με την ιδική του συνεργεία. Γι' αυτό εδόθη η εντολή.


Λέγει αρχαίος ερμηνευτής ότι ο Θεός έδωσε τριών ειδών δένδρα στον άνθρωπο. Τα κοινά δένδρα, για να εξασφάλιση στον άνθρωπο το ζην. Το δένδρο της γνώσεως τού καλού και τού κακού, για να εξασφάλιση το ευ ζην και το δένδρο της ζωής, για να εξασφαλίση το αει ζην. Δηλαδή έδωσε τα υλικά αγαθά, έδωσε επίσης την ελευθερία, πού καταξιώνεται με την άσκησι της υπακοής και την αγάπη. Και τέλος την αιώνιο ζωή, δηλαδή την θεία Ζωή. Τα δώρα αυτά θα ελάμβανε ο άνθρωπος σταδιακά και αναγωγικά, από τα κατώτερα στα ανώτερα, αναλόγως με την ιδική του προαίρεσι και συνεργεία. Η ανυπακοή των πρωτο­πλάστων όμως διέκοψε την δυνατότητα μετοχής στα ανώτερα δώρα τού Θεού. Ο άνθρωπος βρέθηκε εξόριστος, στην έρημο της ακοινωνησίας με τον Θεό. Η ψυχή του πού δεν τρέφεται πλέον από τον Θεό, ζητεί να τραφή από τα υλικά αγαθά με ένα εμπαθή και θανατηφόρο τρόπο.

Η αντικατάστασις της θεοκεντρικής ζωής από την εγωκεντρική, ανατρέπει την τάξι της δημιουργίας. Ο άνθρωπος αλλάζει το κέντρο τού κόσμου. Ακολου­θεί η διάσπασις και αποδιοργάνωσις τού κόσμου και των λειτουργιών της ζωής. Ο νους σκοτίζεται. Η θέλησις αρρωσταίνει. Η καρδία γίνεται εμπαθής. Έτσι το κατ' εικόνα αμαυρώνεται με ακραία συνέπεια τον θάνατο. Η ανυπακοή δεν ωδήγησε στην θέωσι, όπως επίστευσαν οι πρωτόπλαστοι παρασυρθέντες από τον διάβολο, αλλά στην νέκρωσι τού ανθρώπου.

Η ορθόδοξος ανθρωπολογία αναλύει το δράμα της ανυπακοής, της πτώ­σεως και της εξορίας του ανθρώπου από την Βασιλεία της Θείας Αγάπης. Ο πρώτος Αδάμ μαζί με την Εύα έφεραν στον κόσμο την ανυπακοή και τον θάνα­το, κάνοντας κακή χρήσι τού δώρου της ελευθερίας. Κληροδοτούν στο ανθρώπι­νο γένος το προπατορικό αμάρτημα, ως κατάστασι αρρώστιας της ανθρωπινής φύσεως, εγωισμού, αποστασίας από τον Θεό. «Νενόσηκεν ουν η φύσις την αμαρτίαν διά της παρακοής τού ενός, τουτέστιν Αδάμ ούτως αμαρτωλοί κατεστάθησαν οι πολλοί, ουχ ως τω Αδάμ συμπαραβεβηκότες, ου γάρ ήσαν πώποτε, άλλ' ως της εκείνου φύσεως όντες...» κατά τον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας.

Βέβαια δεν έλειψαν οι δίκαιοι άνθρωποι πού έκαναν καλή χρήσι της ελευθε­ρίας προσανατολίζοντας την προς τον Θεό, χωρίς όμως να ημπορούν να επιτύ­χουν την θέωσι, αφού η ανθρωπινή φύσις είχε θανάσιμα αρρωστήσει και δεν ημπορούσε εξ ιδίων της να υγιάνη και να θεωθή. Οι δίκαιοι αυτοί άνθρωποι απε­τέλεσαν τούς κλάδους ενός ευλογημένου δένδρου πού στο τελευταίο και ωραιότερο κλαδί του, την Πανάμωμο Μαρία, εξήνθισε το άνθος πού ευωδίασε όλο τον κόσμο, τον Κύριο Ιησού Χριστό. «Ράβδος εκ της ρίζης Ιεσσαί και άνθος εξ αυτής Χριστέ, εκ της Παρθένου ανεβλάστησας». Η Παρθένος έκανε τελεία υπακοή στον Θεό. Τού έδωσε όλη την ελευθερία της, ως μια προσφορά τελείας αγάπης και εμπιστοσύνης. «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρήμα σου» (Λουκ. 1.38). Έτσι διώρθωσε την ανυπακοή της προμήτορος Εύας. Η Εύα είπε πρώτη το όχι στην αγάπη τού Θεού και στο θέλημα Του για την θέωσι τού ανθρώπου. Η Παρθένος λέγει πρώτη το ναι. Αυτό το ναι περίμενε ο Ελεήμων Κύριος, ως συγκατάθεσι της ελευθερίας του ανθρώπου, για να ημπορέση να σαρκωθή και να αναστήση τόν «Αδάμ παγγενή».

Ο Ιησούς Χριστός, ο νέος Αδάμ, διορθώνει την ανυπακοή τού πρώτου Αδάμ, με την τελεία υπακοή του στο θέλημα τού ουρανίου Πατρός. «Πάτερ μου, ει δυνατόν έστι, παρελθέτω απ' εμού το ποτήριον τούτο πλην ουχ ως εγώ θέλω, άλλ' ως συ» (Ματθ. 26.39). Έτσι έγινε «υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλιπ. 2.8). Η υπακοή, ζωή η ανυπακοή, θάνατος λέγουν οι Πατέρες. Η υπακοή τού Χριστού γίνεται ζωή για όλο τον κόσμο. «Ώσπερ ο Αδάμ, θανάτω υπέπεσεν, ούτως ο Σωτήρ υπακούσας, τον θάνατον ενέκρωσεν» (Άγιος Θαλάσ­σιος).


ολόκληρο εδώ
alopsis