ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φόβος θεού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φόβος θεού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Μαρτίου 06, 2012

Όποιος θέλει να γίνει χριστιανός, πρέπει πρώτα να γίνει ποιητής


Το Ευαγγέλιο, βέβαια, λέει με συμβολικές λέξεις για τον άδικο ότι θα βρεθεί εκεί, όπου υπάρχει «ο τριγμός και ο βρυγμός των οδόντων», διότι μακράν του Θεού έτσι είναι. Και από τους νηπτικούς Πατέρες της Εκκλησίας πολλοί ομιλούν για φόβο θανάτου και κολάσεως. Λένε: «Έχε μνήμη θανάτου πάντοτε». Αυτές οι λέξεις, αν τις εξετάσομε βαθιά, δημιουργούν τον φόβο της κολάσεως. Ο άνθρωπος προσπαθώντας ν' αποφύγει την αμαρτία, κάνει αυτές τις σκέψεις, για να κυριευθεί η ψυχή του απ' το φόβο του θανάτου, της κολάσεως και του διαβόλου.
            Όλα έχουν τη σημασία τους, το χρόνο και την περίστασή τους. Η έννοια του φόβου είναι καλή για τα πρώτα στάδια. Είναι για τους αρχάριους, γι' αυτούς που ζει μέσα τους ο παλαιός άνθρωπος. Ο άνθρωπος ο αρχάριος, που δεν έχει ακόμη λεπτυνθεί, συγκρατείται απ' το κακό με το φόβο. Και ο φόβος είναι απαραίτητος, εφόσον είμαστε υλικοί και χαμερπείς. Αλλ' αυτό είναι ένα στάδιο, ένας χαμηλός βαθμός σχέσεως με το θείον. Το πάμε στη συναλλαγή, προκειμένου να κερδίσομε τον Παράδεισο ή να γλιτώσομε την κόλαση. Αυτό, αν το καλοεξετάσομε, δείχνει κάποια ιδιοτέλεια, κάποιο συμφέρον. Εμένα δε μου αρέσει αυτός ο τρόπος. Όταν ο άνθρωπος προχωρήσει και μπει στην αγάπη του Θεού, τι του χρειάζεται ο φόβος; Ό,τι κάνει, το κάνει από αγάπη κι έχει πολύ μεγαλύτερη αξία αυτό. Το να γίνει καλός κάποιος από φόβο στον Θεό κι όχι από αγάπη δεν έχει τόση αξία.
Όποιος θέλει να γίνει χριστιανός, πρέπει πρώτα να γίνει ποιητής. Αν στραπατσαρισθεί η ψυχή και γίνει ανάξια της αγάπης του Χριστού, διακόπτει ο Χριστός τις σχέσεις, διότι ο Χριστός «χοντρές» ψυχές δεν θέλει κοντά Του. 

πατηρ πορφύριος 




εδώ

Δευτέρα, Μαρτίου 21, 2011

ΑΡΧΗ ΣΟΦΙΑΣ ΦΟΒΟΣ ΚΥΡΙΟΥ.Ποίημα Ἱερομονάχου Δανιὴλ Δανιηλίδου Κατουνακιώτου




ΑΡΧΗ ΣΟΦΙΑΣ ΦΟΒΟΣ ΚΥΡΙΟΥ.

Ποίημα Ἱερομονάχου Δανιὴλ Δανιηλίδου Κατουνακιώτου


Ὅστις τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ,

σαυτὸν θὰ ἀποκτήσῃ,

οὗτος θὰ γίνῃ ἱκανός,

τὸ πᾶν νὰ κατακτήσῃ.


Γιατὶ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ,

χαρίζει σωφροσύνην·

χαρίζ’ ἀνδρείαν σύνεσιν,

καὶ μετριοφροσύνην.


Χαρίζει θαῤῥος καὶ πολλὴν

τὴν γενναιοκαρδίαν,

ἀπ’ ἐναντίου δ’ οὐδενός,

αἰσθάνεται δειλίαν.


Διότι ἐλπίζ’ εἰς τὸν Θεόν,

κι’ αὐτὸν ἐπικαλεῖται,

κι’ ἀπὸ κινδύνου δὲ παντός,

πάντοτε ἐκλυτροῦται.


Στὰς θλίψεις κ’ εἰς τοὺς πειρασμούς,

χαίρει χαρὰν μεγάλην·

ποτέ του δὲν ἀγανακτεῖ,

καμία δὲν ἔχει ζάλην.


Γιατὶ γνωρίζ’ τ’ ἀγαθά,

ὅπου θὰ προξενήσῃ,

ἡ ‘πομονὴ στοὺς πειρασμούς,

ὅπου θὰ καρτερήσῃ.


Εἶν’ ἀγαθὰ οὐράνια,

ζωὴ δὲ μακαρία,

καὶ πανευφρόσυνος χαρά,

ἡ οὔσα αἰωνία…


Πάντα τὰ πρόσκαιρ’ ἀγαθά,

οὐδόλως τὰ θαυμάζει,

ὡς ὄναρ, τέφραν καὶ καπνόν,

τὰ ἅπαντα λογιάζει.


Κάλλος καὶ ἡδονὰς σαρκός,

ὡς τῆς ψυχῆς δημίους,

τὰ ἀποστρέφετ’ ὡς ἐχθρούς,

δεινοὺς ψυχολεθρίους.


Τοὺς λογισμοὺς δὲ τοὺς αἰσχρούς,

οὕσπερ καθυποβάλλει,

ὁ νοητὸς αἰσχρὸς ἐχθρός,

εὐθὺς τοὺς ἀποβάλλει…


Διὰ νὰ μὴ χρονίσωσι,

οὐτ’ ἐν τῇ διανοίᾳ,

καὶ εἶτα κυριεύσωσι,

καὶ νοῦν καὶ τὴν καρδίαν.


Τὴν δὲ διάνοιαν αὐτοῦ,

τὴν ἔχει γρηγοροῦσαν,

τὰς δ’ ἐναντίας προσβολάς,

ἀεὶ ἀποσοβοῦσαν.


Ἔχει σκοπὸν ἀκοίμητον,

αὐτὴν ἐπαγρυπνοῦσαν,

καὶ τὸν ἀόρατον ἐχθρόν,

ἀπαύστως πολεμοῦσαν.


Διότ’ ἄν τὴν διάνοιαν,

ἐν πρώτοις ἐκνικήσῃ,

εὐκόλως τότε καὶ τὸν νοῦν,

θὰ τὸν αἰχμαλωτίσῃ.


Καρδίαν δὲ καὶ τὴν ψυχήν,

θὰ κατακυριεύσῃ,

τότες ὦ! τρισαλλοίμονον,

θὰ θύσῃ θ’ ἀπολέσῃ…


Ὁ φόβος ὅμως τοῦ Θεοῦ,

ὅστις ἀρχὴ σοφίας,

ἀποσοβεῖ παντὸς ἐχθροῦ,

δεινὰς μηχανουργίας…





Κ’ εἰς ὁρατοὺς καὶ ἀφανεῖς,

ἐχθροὺς ὁρμᾷ γενναίως,

οἵτινες ὡς ἀπὸ πυρός,

διώκονται δρομαίως…


Λοιπὸν ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ,

φύλαξ τῆς παρθενίας,

αἴτιος βίου σώφρονος,

πάροχος τῆς ἁγνείας.


Σπόγγος ἐστὶ καθαρτικός,

ψυχῆς καὶ τῆς καρδίας,

παραίτιος σεμνοπρεποῦς,

καὶ θείας πολιτείας.


Ὡσαύτως ἁγιότητος,

καὶ πάσης δικαιοσύνης,

καὶ στηριγμὸς τῶν ἀρετῶν,

καὶ πάσης ἀγαθωσύνης.


Ὁ ἔχων φόβον τοῦ Θεοῦ,

εἶν’ ἐξησφαλισμένος,

καὶ τὴν αἰώνιον ζωήν,

νὰ λάβῃ ὡρισμένως…


Διότι χαλινὸς ἐστί,

πάσης κακοπραγίας,

διδάσκαλος δὲ ἀρετῆς,

καὶ πάσης εὐπραγίας.


Φόβον Θεοῦ, ὦ ἀδελφοί,

Πάντες ἐγκολπωθῶμεν,

ὅπως τέλους εἰρηνικοῦ,

πάντες ἀξιωθῶμεν.


Πάντοτε εἶναι ἕτοιμος,

ὅστις Θεὸν φοβῆται·

κ’ ἐν ὥρᾳ τοῦ θανάτου του,

οὐδόλως θὰ πτοῆται.





Μάλιστα ὡς πανήγυριν,

αὐτὴν θὰ περιμένῃ,

ὅτ’ εις ζωὴν αἰώνιον,

ἐντεῦθεν μεταβαίνει.


Ἐκεῖ ζωὴ ἀΐδιος,

ἄῤῥητος εὐφρροσύνη,

ἄφατος ἀγαλλίασις,

ἔνθεος χαρμοσύνη.


Μακάριος τρισμάκαριος,

ὅστις τὴν ἐπιτύχῃ,

ἄθλιος καὶ τρισάθλιος,

ὅστις τὴν ἀποτύχῃ…


Γιατὶ ὁ μὲν ἐκέρδισε,

ζωὴν τὴν μακαρίαν·

ὁ δέ, τὴν ἀτελεύτητον,

βασάνων τιμωρίαν.


Ὁ μὲν θὰ εἶναι στοὺς χορούς,

Ἀγγέλων καὶ Ἁγίων,

ὁ δὲ μὲ τῶν συντρόφων του,

δαιμόνων τῶν ἀγρίων…


Ταῦτα, ἄς τὰ σκεφθῇ καλῶς,

ὅστις Χριστὸν πιστεύει,

διότ’ ὅσα μᾶς ἐδίδαξεν,

εἰς πάντα ἀληθεύει.


Δὲν εἶναι μῦθ’ ἥ τοῦ Χριστοῦ,

θεία διδασκαλία,

ἀλλ’ εἶναι ῥήματα ζωῆς,

σάλπιγξ ἐπουρανία.


Μόνον ὁ ἄφρων καὶ τυφλός,

κι’ ὅλως ἐσκοτισμένος,

Θεοῦ ἀρνεῖται ὕπαρξιν,

τ’ ὕλῃ προσηλωμένος.





Τοῖς κτήνεσι ὁμοιωθείς,

ἐν τιμῇ ὤν, οὐ συνῆκε,

κι’ ἀλόγοις παρασυμβληθείς,

τὰ κρείττονα ἀφῆκε…


Ἀλλ’ ὦ Ἥλιε νοητέ,

τὰ πάντα ὁ φωτίζων,

μὴ παύσῃ εἰς τὸν φόβον σου,

πάντας ἡμᾶς στηρίζων.


Δευτέρα, Μαρτίου 08, 2010

Φόβος Θεού


Ο Αγιος Ιωάννης λέει στις Καθολικές Επιστολές: H τέλεια αγάπη φυγαδεύει το φόβο (Α' Ιωάννου 4, 18). Άραγε, τι θέλει μ' αυτό να μας επισημάνει ο Αγιος; Ποια άραγε ονομάζει αγάπη και ποιο φόβο; Ο Προφήτης λέει στον ψαλμό: Φοβήθητε τον Κύριο, πάντες οι άγιοι αυτού (Ψαλμ. 33, 10) και χίλια άλλα παρόμοια βρίσκουμε στις Άγιες Γραφές. Αν λοιπόν και οι άγιοι που τόσο αγαπούν τον Κύριο τον φοβούνται, πως λέει: Η αγάπη φυγαδεύει τον φόβο; Θέλει να μας δείξει ο άγιος ότι είναι δύο είδη φόβων, ένας αρχικός και ένας τέλειος. Και ότι ο μεν ένας είναι χαρακτηριστικό των αρχαρίων, όπως θα λέγαμε, στην πνευματική ζωή, ο δε άλλος είναι χαρακτηριστικό των αγίων που έχουν πια τελειωθεί πνευματικά, αυτών που έφτα­σαν στο μέτρο της άγιας αγάπης. Να, τι θέλω να πω: Κάνει κανείς το θέλημα του Θεού για το φόβο της τιμωρίας. Αυτός, όπως είπαμε, είναι ακόμα ολότελα αρχάριος. Δεν αγωνίζεται για το ίδιο το καλό, αλλά επειδή φοβάται τις τιμωρίες. Άλλος κάνει το θέλημα του Θεού επειδή αγαπάει το Θεό, επειδή χαίρεται ιδιαίτερα με το να είναι η ζωή του ευάρεστη στο Θεό. Αυτός γνωρίζει την ουσία του καλού, αυτός γεύτηκε τι σημαίνει να είναι κανείς ενωμένος με το Θεό. Αυτός είναι εκείνος που έχει αληθινή αγάπη, που ο άγιος την ονομάζει τέλεια. Και αυτή η αγάπη τον οδηγεί στον τέλειο φόβο. Γιατί αυτός φοβάται και κάνει το θέλημα του Θεού, όχι από φόβο για τις τιμωρίες, όχι από φόβο μήπως κολαστεί, αλλά, όπως ακριβώς είπαμε, επειδή γεύτηκε τη γλυκύτητα που δοκιμάζει όποιος είναι ενωμένος με το Θεό, φοβάται μήπως τη χάσει, φοβάται μήπως τη στερηθεί. Αυτός λοιπόν ο τέλειος φόβος, που προέρχεται απ' αυτή την αγάπη, απομακρύνει τον αρχικό φόβο. Και γι' αυτό λέει: Η τέλεια αγάπη φυγαδεύει το φόβο. Είναι όμως αδύνατο να φτά­σει κανείς διαφορετικά στον τέλειο φόβο, παρά μόνο με τον αρχικό.

Γιατί υπάρχουν τρία είδη ψυχικών διαθέσεων, όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος, με τα οποία μπορούμε να ευαρεστήσουμε στο Θεό. Δηλαδή, ευαρεστούμε στο Θεό ή επειδή φοβό­μαστε την κόλαση -και τότε βρισκόμαστε στην κατάσταση του δούλου- ή εκπληρώνουμε τις εντολές του Θεού, επειδή επιδιώ­κουμε τα κέρδη που θα πάρουμε σαν μισθό από το Θεό για την προσωπική μας ωφέλεια -και σ' αυτό το σημείο μοιάζουμε με τους μισθωτούς- ή για το ίδιο το καλό και τότε βρισκόμαστε στην κατάσταση του υιού.


Γιατί, όταν ο υιός φτάσει σε ώριμη ηλικία, κάνει το θέλημα του πατέρα του, όχι γιατί φοβάται μήπως τον δείρει, ούτε για να πάρει άπ' αυτόν μισθό, αλλά επειδή τον αγαπάει ιδιαίτερα και τον σέβεται και είναι σίγουρος ότι όλα τα υπάρχοντα του πατέρα του είναι δικά του. Αυτός αξιώνεται ν' ακούσει: Δεν είσαι πια δούλος, αλλά υιός και κληρονόμος του Θεού, δια Χριστού (Γαλ. 4, 7). Αυτός δεν φοβάται πια το Θεό, μ' εκείνον βέβαια τον αρχικό φόβο, αλλά τον αγαπάει, όπως λέει ο Αγ. Αντώνιος: Εγώ δεν φοβάμαι πια το Θεό, αλλά τον αγαπώ. Και ο Κύριος που είπε στον Αβραάμ, μετά την προσφορά του παιδιού του: Τώρα πια βεβαι­ώθηκα ότι φοβάσαι το Θεό (Γεν. 22, 12), εκείνον τον τέλειο φόβο εννοούσε, που έρχεται στην ψυχή από την αγάπη. Γιατί πως θα έλεγε: Τώρα πια βεβαιώθηκα; - Συγχωρά με, Θεέ μου, που θα κάνω αυτή τη σκέψη. Τόσα πολλά έκανε ο Αβραάμ. Υπά­κουσε στο Θεό και άφησε όλα του τα υπάρχοντα και ξενιτεύτηκε σε ξένη γη και σε ειδωλολατρικό έθνος, όπου δεν υπήρχε ούτε ίχνος θεοσέβειας, και πάνω άπ' όλα του έστειλε και το φοβερό πειρασμό της θυσίας του παιδιού του. Και μετά άπ' όλα αυτά του λέει: Τώρα πια βεβαιώθηκα ότι φοβάσαι το Θεό; Είναι ολοφάνερο ότι τον τέλειο φόβο ευνοούσε, αυτόν που έχουν οι Άγιοι. Γιατί δεν κάνουν πια το θέλημα του Θεού από το φόβο της τιμωρίας ή για να πάρουν μισθό, αλλά επειδή αγαπάνε το Θεό, όπως πολλές φορές είπαμε, επειδή φοβούνται να κάνουν κάτι που δεν συμφωνεί με το θέλημα του Αγαπημένου. Και γι' αυτό λέει: Η αγάπη απομακρύνει το φόβο. Γιατί δεν τηρούν πια το νόμο του Θεού από φόβο, αλλά φοβούνται επειδή αγαπάνε.

Αυτός είναι ο τέλειος φόβος, αλλά δεν μπορεί κανείς να φτάσει στον τέλειο φόβο, όπως πριν είπαμε, αν δεν αποκτή­σει πρώτα τον αρχικό φόβο. Γιατί λέει: Η αρχή της σοφίας είναι ο φόβος του Κυρίου (Ψαλμ. 110, 10). Και πάλι λέει: Αρχή και τέλος είναι ο φόβος του Θεού (Παροιμ. 1, 7: 9,10: 22, 4). Αρχή εννοεί τον αρχικό φόβο που τον διαδέχεται ο τέλειος, ο φόβος των αγίων. Ο αρχικός λοιπόν φόβος ταιριάζει στο δικό μας πνευματικό επίπεδο. Αυτός προφυλάσσει την ψυχή από κάθε κακία, όπως το γάνωμα προφυλάσσει το χάλκωμα. Γιατί λέει: Με το φόβο του Κυρίου ξεφεύγει καθένας από κάθε κακό (Παροιμ. 15, 27). Εάν λοιπόν απομακρυνθεί από το κακό, με το φόβο της τιμωρίας, σαν το δούλο που φοβάται το αφεντικό του, φτάνει σιγά-σιγά να κάνει το καλό, και κάνοντας το καλό αρχίζει λίγο-λίγο να ελπίζει και σε κάποια αμοιβή της εργασίας, όπως ακριβώς και ο μισθωτός. Όταν λοιπόν επιμείνει στην αποφυγή του κακού, όπως είπαμε, από φόβο σαν το δούλο, και πάλι, όταν συνεχίσει να κάνει το καλό με την ελπίδα της αμοιβής, όπως ακριβώς ο μισθωτός, παραμένοντας, με τη Χάρη Θεού, στην προσπάθεια του καλού για αρκετό χρονικό διάστημα και προσεγγίζοντας το Θεό, ανάλογα με την πρόοδο του, γεύεται τελικά τη Θεϊκή παρουσία και δεν θέλει πια ν' απομακρυνθεί από το Θεό. Γιατί ποιος μπορεί πια να τον χωρίσει, όπως είπε ο Απόστολος, από την αγάπη του Χριστού; (Ρωμ. 8, 35). Τότε φτάνει στην κατάσταση του υιού και αγαπάει το καλό για το ίδιο το καλό και φοβάται επειδή αγαπάει. Αυτός ακριβώς είναι ο μεγάλος και τέλειος φόβος.



Αββά Δωροθέου

έργα ασκητικά

Δ' Διδασκαλία

ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΙΟ ΦΟΒΟ

εγκόλπιον

Τετάρτη, Ιανουαρίου 28, 2009

Ο ευλογημένος φόβος


Ο Ιουλιανός εν τοις Μυστηρίοις
Κωνσταντίνος Καβάφης
(1896)



Πλην σαν ευρέθηκε μέσα στο σκότος,

μέσα στης γης τα φοβερά τα βάθη,

συντροφευμένος μ' Έλληνας αθέους,

κ' είδε με δόξαις και μεγάλα φώτα

να βγαίνουν άϋλαις μορφαίς εμπρός του,

φοβήθηκε για μια στιγμήν ο νέος,

κ' ένα ένστικτον των ευσεβών του χρόνων

επέστρεψε, κ' έκαμε τον σταυρό του.

Αμέσως η Μορφαίς αφανισθήκαν·

η δόξαις χάθηκαν - σβύσαν τα φώτα.

Οι Έλληνες εκρυφοκυτταχθήκαν.

Κι' ο νέος είπεν· «Είδατε το θαύμα;

Αγαπητοί μου σύντροφοι, φοβούμαι.

Φοβούμαι, φίλοι μου, θέλω να φύγω.

Δεν βλέπετε πως χάθηκαν αμέσως

οι δαίμονες σαν μ' είδανε να κάνω

το σχήμα του σταυρού το αγιασμένο;»

Οι Έλληνες εκάγχασαν μεγάλα·

«Ντροπή, ντροπή να λες αυτά τα λόγια

σε μας τους σοφιστάς και φιλοσόφους.

Τέτοια σαν θες εις τον Νικομηδείας

και στους παππάδες του μπορείς να λες.

Της ένδοξης Ελλάδος μας εμπρός σου

οι μεγαλείτεροι θεοί φανήκαν.

Κι' αν φύγανε να μη νομίζης διόλου

που φοβηθήκαν μια χειρονομία.

Μονάχα σαν σε είδανε να κάνης

το ποταπότατον, αγροίκον σχήμα

συχάθηκεν η ευγενής των φύσις

και φύγανε και σε περιφρονήσαν».

Έτσι τον είπανε κι' από τον φόβο

τον ιερόν και τον ευλογημένον

συνήλθεν ο ανόητος, κ' επείσθη

με των Ελλήνων τ' άθεα τα λόγια