ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χαναναία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χαναναία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Φεβρουαρίου 14, 2021

Η νηπτική επιμονή της χαναναίας γυναίκας


Ιωάννη Κων. Κορναράκη, Ομοτιμ. Καθηγητού Παν/Μιου Αθηνών
Κατά τον απόστολο Πέτρο ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης, αλλά κάθε άνθρωπος, σ’ όποιο έθνος κι αν ανήκει όταν είναι θεοφοβούμενος και εργάζεται δικαιοσύνη, αγωνιζόμενος για τον ενάρετο βίο, είναι δεκτός από τον Θεό.
Εντούτοις, όταν η Χαναναία γυνή, η “εξελθούσα” από τα όρια των εθνικών πόλεων Τύρου και Σιδώνος, προκειμένου να συναντήσει τον Κύριο, ο οποίος είχε πλησιάσει στην περιοχή αυτή, θέλησε να μιλήσει μαζί του, Εκείνος δεν έδειξε διάθεση να της απευθύνει λόγο. Απέφυγε τον διάλογο με την γυναίκα αυτή.
Σύμφωνα με το σχετικό ευαγγελικό κείμενο, «μόλις η Χαναναία γυνή πλησίασε την ακολουθία του Κυρίου, άρχισε να κραυγάζει δυνατά για να την ακούσει και να την προσέξει· ελέησόν με Κύριε, υιέ Δαβίδ· η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται, ο Κύριος όμως ουκ απεκρίθη αυτή λόγον!». Δεν της έδωσε σημασία. Μάλιστα, όταν οι μαθητές του, ενοχλημένοι από τις κραυγές της Χαναναίας, τον παρεκάλεσαν· «απόλυσον αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών», ο Κύριος “διέψευσε” τον λόγο του Πέτρου, ότι ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης και δεν κάνει διάκριση μεταξύ των εθνών και του Ισραήλ, λέγοντας στους μαθητές του· «ουκ απεστάλην ει μη εις τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ».
Παρά την απογοητευτική εν τούτοις απάντηση του Κυρίου προς τους μαθητές του, για την δύστυχη γυναίκα, την Χαναναία, εκείνη συνέχισε να επιμένει στο αίτημά της· «Κύριε, βοήθει μο». Τότε ο Κύριος μίλησε, για να της δηλώσει, με λόγο προσβλητικό, ότι δεν υπάρχει κανένα περιθώριο επικοινωνίας του μαζί της. Για ποιο λόγο άραγε; Διότι· «ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις».
Οποιοσδήποτε κι αν ήταν ο αποδέκτης αυτού του σκληρού και ταπεινωτικού λόγου του Κυρίου, θα προσπαθούσε το γρηγορότερο να εξαφανισθεί από προσώπου Κυρίου, για να κρύψει το δικό του πρόσωπο στα έγκατα της γης.
Η Χαναναία όμως δεν έλεγε να σκύψει το κεφάλι. Επέμενε, ήθελε να κάμψει την αντίσταση του Χριστού για διάλογο μαζί της. Έτσι απάντησε αυθόρμητα και άμεσα στον ταπεινωτικό λόγο του· «Ναι, Κύριε· και γάρ τα κυνάρια εσθίει οπό των ψυχίων των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυτών».
Παραδέχθηκε ότι είναι σκυλάκι. Και μάλιστα πεινασμένο. Ναι! Αλλά δεν κάμφθηκε! Δεν τελμάτωσε στον πόνο του ηχηρού ταπεινωτικού λόγου του Κυρίου. Αντίθετα ο λόγος αυτός την τίναξε επίσης αυθόρμητα υπεράνω της σκληρής εξουθένωσης του Κυρίου, σε μια σωτήρια υπέρβαση της ταπεινωτικής απορρίψεώς του, ώστε να “νικήσει” τον Κύριο στην διαλογική του αντίσταση, πείθοντάς τον, ότι, ναι, και σαν σκυλάκι δικαιούται να είναι, ακόμη και επί του εδάφους της απορρίψεώς της αυτής, ομοτράπεζος των κυρίων της.
Και αξιώθηκε να τιμηθεί με την αξιοζήλευτη επιβράβευσή της· «ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις· γεννηθήτω σοι ως θέλεις! Και ιάθη η θυγάτηρ αυτής οπό της ώρας εκείνης».
Σε ποιο σημείο άραγε της στάσεώς της απένταντι στον Κύριο έδειξε η Χαναναία γυναίκα την νηπτική ανταύγεια του νου της; Ασφαλώς στο σημείο που κεραυνοβολήθηκε από την εξουθενωτική απόρριψη του Χριστού. «Ουκ έστι καλόν, λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις».
Μια τέτοια ταπείνωση, μπροστά στα μάτια του πλήθους κόσμου, δεν θα την άντεχε άλλος άνθρωπος. Η οξύτητα της προσβολής αυτής· “κυνάριο”, είσαι σκύλος, θα μπορούσε να λειτουργήσει στις περισσότερες, παρόμοιες περιπτώσεις, ως ανάφλεξη οργής με δυναμισμό φονικού όπλου! Και τότε η ψυχολογία θα εδικαίωνε ασφαλώς τον εκμανέντα.
Αντίθετα όμως, για την εθνική γυναίκα της Τύρου και της Σιδώνος η προσβολή αυτή λειτούργησε φωτιστικά. Ο νους της ήταν “ξύπνιος”! Δεν κοιμότανε, δεν… ροχάλιζε. Είχε την νηπτική ετοιμότητα να ανατρέψει την πρόκληση επιθετικότητος του παθογόνου ερεθισμού της κυριακής προσβολής σε ευλογία Κυρίου. Αποδέχθηκε την προσβολή αυτή με καθαρή καρδία και αξίωσε το δικαίωμα του κυναρίου να σιτίζεται από τα ψιχία της τραπέζης των κυρίων του. Αυτή ήταν η νηπτική λειτουργία του νου ενός ανθρώπου του εθνικού χώρου, χωρίς προϋποθέσεις ευαγγελικής παιδείας. Πραγματικό θαύμα! Νηπτική ανταύγεια μιας ψυχής του χώρου αυτού, επιδεκτικής όμως της υψοποιού ταπεινώσεως, χάριτι θεία.
Το θετικό αποτέλεσμα της θεαματικής, εν μέσω πολλού κόσμου, απορρίψεως της Χαναναίας γυναίκας από τον Κύριο δεν πρέπει φυσικά να καταλογισθεί αποκλειστικώς και μόνο στην τελευταία, αλλά και στην χαριτόβρυτη ευλογία του κυριακού λόγου. Οπωσδήποτε όμως ο Κύριος, με όργανο την ευλογία της απορρίψεώς της, φώτισε τον νου της με μια έκρηξη νηπτικής ελλάμψεως, φωτιστικής και για τους αναγνώστες της οικείας ευαγγελικής περικοπής.
Η Χαναναία γυναίκα, σε εκπληκτική εγρήγορση ετοιμότητος να δεχθεί την απόρριψή της στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο, έγινε παράδειγμα προς μίμηση σ’ ένα κοινό πρόβλημα όλων μας· την προστασία πάση θυσία του κοινωνικού προσωπείου μας! Η ανταύγεια της νήψεως εκπέμπεται πλούσια στη δημόσια αυτή ταπείνωση, όπου η παραδοχή της γυμνότητος του ανθρώπου, από γνήσια αξιολογικά ερείσματα της ζωής αποβαίνει πάθος ανυπόφορο.
(Ι. Κ.Κορναράκη, «Κυνηγώντας τον βάτραχο…στο φως της νήψεως»)

Σάββατο, Φεβρουαρίου 13, 2021

Κυριακή της Χαναναίας( άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)



Ας δούμε το μεγαλείο της πίστης που είχε η Χαναναία. Πήγε να συναντήσει τον Ιησού, που τον αποκάλεσε Κύριο και Υιό Δαβίδ. Σίγουρα είχε ακούσει για το θαυματουργό Χριστό, αφού η φήμη Του είχε διαδοθεί στις πλησιόχωρες περιοχές. Τώρα άκουσε πως πλησίασε στα δικά της μέρη κι έτρεξε να τον συναντήσει με χαρά και με μεγάλη πίστη. Όπως γράφει ο ευαγγελιστής Μάρκος, ο Κύριος είχε πάει σ’ ένα σπίτι, που «ουδένα ήθελε γνώναι» (Μάρκ. ζ’ 24), δεν ήθελε να γνωρίζει κανένας πως βρισκόταν εκεί. Είναι φανερό πως ο Κύριος ήθελε μ’ αυτόν τον τρόπο να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στο μεγαλείο τής πίστης των ειδωλολατρών. Δε θα έκανε δημόσια προσωπική επίδειξη, εκείνοι θα τον αναζητούσαν. Θα μπορούσε να κρυφτεί από τους ειδωλολάτρες, αλλά «ουκ ηδυνήθη λαθείν» (αυτόθι). Η δυνατή πίστη τής Χαναναίας γυναίκας τον εντόπισε. Το έθνος που είχε καλέσει, δεν τον δέχτηκε, ενώ «ο λαός ο καθήμενος εν σκότει… εν χώρα και σκιά θανάτου» (Ησ. θ’ 2), τον αναζήτησε. Και τον βρήκαν την ώρα που Εκείνος προσπαθούσε να κρυφτεί απ’ αυτούς.

Προσέξτε πως η γυναίκα δεν είπε στον Κύριο,«ελέησε την κόρη μου», αλλά ελέησόν με, Κύριε. Η κόρη της ήταν παράφρων, τη βασάνιζε ο δαίμονας. Κι όμως η μητέρα της ζήτησε από τον Κύριο να ελεήσει εκείνην, αντί της θυγατέρας της. Γιατί; Επειδή η κόρη της, με την παραφροσύνη που είχε, δεν καταλάβαινε τι της συνέβαινε. Δεν μπορούσε ν’ αντιληφθεί τον τρόμο και το βάσανό της, όπως το καταλάβαινε η μητέρα της που ήταν καλά. Από τα λόγια αυτά καταλαβαίνουμε τη μεγάλη αγάπη τής μητέρας προς την κόρη της. Η μητέρα υπόφερε τα βάσανα τής κόρης της σα νά ‘ταν δικά της. Εκείνος που θα ελεούσε την κόρη της, θα ελεούσε κι εκείνη, τη δύστυχη μητέρα της. Στην τρομερή αυτή κατάσταση της μητέρας ποιος θα μπορούσε με κάποιο τρόπο να την ελεήσει, αν δεν ελεούσε και την κόρη της; Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η παραφροσύνη τής κόρης προκαλούσε θλίψη σ’ ολόκληρη την οικογένεια, καθώς και σ’ όλους τους φίλους και συγγενείς τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι γείτονες θα είχαν απομακρυνθεί. οι εχθροί τους θα χαίρονταν. Το σπίτι ήταν αδειανό, έμοιαζε με τάφο. Έξω απ’ αυτό έφταναν μόνο οι κραυγές και τα παλαβά γέλια τής τρελής κόρης. Θα μπορούσε να σκεφτεί ή να ονειρευτεί η μητέρα να μιλήσει ή να προσευχηθεί για οτιδήποτε άλλο; Είναι πιθανό να είχε καταλογίσει το κακό που βρήκε την κόρη της σε κάποια δική της αμαρτία. Γι’ αυτό και είπε: ελέησόν με, Κύριε! «Ο δε ουκ απεκρίθη αυτή λόγον» (Ματθ. ιε’ 23). Δεν το συνήθιζε ο Χριστός να μην απαντάει στις ερωτήσεις ή στις παρακλήσεις των ανθρώπων. Ακόμα και στο σατανά απάντησε στην έρημο. Σιγή κράτησε μόνο στις ερωτήσεις που του έθεσαν οι άνομοι κριτές και βασανιστές Του, ο Καϊάφας κι ο Πιλάτος. Γιατί λοιπόν κράτησε σιωπή στην ικεσία τής δύστυχης αυτής γυναίκας; Το έκανε ώστε τα μάτια εκείνων που δεν έβλεπαν, ν’ ανοίξουν για να δούνε εκείνα που έβλεπε Αυτός. Για να δώσει στη γυναίκα αυτή την ευκαιρία να δείξει εμφατικότερα την πίστη της, για να δουν την πίστη αυτή όλοι οι σύντροφοί Του.

«Και προσελθόντες οι μαθηταί αυτού ηρώτων αυτόν λέγοντες· απόλυσον αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών, ο δε αποκριθείς είπεν· ουκ απεστάλην ει μη εις τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ» (Ματθ. ιε’ 23, 24). Προσέξτε πόσο σοφά ενήργησε ο πάνσοφος Κύριος με το να μην ικανοποιήσει αμέσως το αίτημα της μητέρας, αλλά να κρατήσει σιωπή. Από την πλευρά των μαθητών είχε ήδη αναπτυχθεί κάποια συμπάθεια για τη φτωχή γυναίκα που τον παρακαλούσε. Απόλυσον αυτήν, σημαίνει είτε «απαλλάξου απ’ αυτήν» είτε «κάνε αυτό που ζητάει», για να σταματήσει να τους ενοχλεί με τις κραυγές της. Στην παράκληση αυτή των μαθητών Του, ο Κύριος απάντησε: ουκ απεστάλην ει μη εις τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ, δηλαδή στον Ιουδαϊκό λαό.

Γιατί απάντησε μ’ αυτόν τον τρόπο ο Κύριος; Πρώτο, για να δείξει πως ο Θεός είναι πιστός στις υποσχέσεις Του. Και δεύτερο, για να προωθήσει στους μαθητές του την ιδέα πως κι οι ειδωλολάτρες ήταν παιδιά τού Θεού, που είχαν κι αυτοί ανάγκη να βοηθηθούν και να σωθούν. Με τη μεγάλη πίστη τής φτωχής αυτής γυναίκας, ο Κύριος έδειξε στους μαθητές Του τον τρόπο να επαναστατήσουν στη στενή άποψη που είχαν οι Ιουδαίοι πως ο Θεός φρόντιζε μόνο αυτούς, πως επομένως ήταν Θεός μόνο των Ιουδαίων. Σκόπιμα μίλησε έτσι ο Κύριος, όπως μιλούσαν κι όλοι οι Ιουδαίοι, ώστε να συλλογιστούν οι μαθητές και να πειστούν πως η αντίληψη που είχαν οι ομοεθνείς τους ήταν λαθεμένη, πως η αντίληψη αυτή ήταν τόσο λαθεμένη όσο κι η διαφθορά κι ο εκφυλισμός τού έθνους τους, η αποστασία τους από το Θεό, καθώς κι η απόρριψη κι η περιφρόνηση που έδειξαν στο Χριστό. Ο Κύριος Ιησούς δεν ήθελε να διδάξει μόνο με λόγια τους μαθητές Του, αλλά και με ζωντανά παραδείγματα από τη ζωή. Αντί να χρησιμοποιήσει λόγια σ’ αυτήν την περίπτωση, άφησε τη συμπεριφορά Του προς την ειδωλολάτρισσα γυναίκα να μείνει ένα αλησμόνητο μάθημα στους μαθητές Του. Γι’ αυτό το λόγο πέρασε τα σύνορα της Ιουδαίας και μπήκε στην περιοχή των ειδωλολατρών, ώστε από το μεγάλο αυτό γεγονός να διδάξει τους ακολούθους Του. Ας δούμε τώρα πώς εξέφρασε η Χαναναία την ακλόνητη πίστη της στον Κύριο:

«Η δε ελθούσα προσεκύνησεν αυτώ λέγουσα· Κύριε, βοήθει μοι» (Ματθ. ιε’ 25). Ήταν σίγουρη πως αν δεν τη βοηθούσε ο Χριστός, δεν υπήρχε κανένας άλλος στον κόσμο να το κάνει. Σίγουρα θα είχε επισκεφτεί όλους τους γιατρούς και θα είχε πάει σ’ όλους τους ειδωλολάτρες μάγους, χωρίς αποτέλεσμα. Η παράφρων κόρη της παρέμεινε παράφρων. Υπήρχε όμως ο Θεραπευτής κάθε βασάνου, κάθε αρρώστιας. Είχε ακούσει γι’ Αυτόν και τον είχε πιστέψει προτού ακόμα τον δει. Και τώρα που τον είδε, την κάλυψε ολόκληρη μια πολύ μεγαλύτερη πίστη για τη θεϊκή Του δύναμη. Εκείνος θα μπορούσε να κάνει αυτό που κανένας άλλος δεν μπορούσε. Αν το ήθελε, θα μπορούσε να κάνει τα πάντα. Η πίστη της ήταν ακλόνητη πως Εκείνος μπορούσε, γι’ αυτό και κατέβαλε κάθε προσπάθεια να τον πείσει να κάνει αυτό που Αυτός -Αυτός και κανένας άλλος στην οικουμένη- δε θα μπορούσε να κάνει. Γι’ αυτό κι όταν ο Χριστός δεν έδωσε καμιά απάντηση στο πρώτο αίτημά της, όταν δεν έδωσε καμιά σημασία ακόμα κι όταν του το ζήτησαν οι σύντροφοί Του, έτρεξε κοντά Του, γονάτισε μπροστά Του και έκραξε: Κύριε, βοήθει μοι.

«Ο δε αποκριθείς είπεν ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις» (Ματθ. ιε’ 26). Φοβερά λόγια! Ο Κύριος εδώ δε χρησιμοποίησε δικά Του λόγια, μίλησε τη γλώσσα των σύγχρονων Ιουδαίων, που πίστευαν πως εκείνοι μόνο ήταν παιδιά του Θεού κι όλοι οι άλλοι λαοί ήταν σκυλιά. Ο Κύριος ήθελε μ’ αυτόν τον τρόπο να προκαλέσει τη διαμαρτυρία των μαθητών Του γι’ αυτήν την κακή αποκλειστικότητα που διεκδικούσαν οι Ιουδαίοι. Ήθελε ο Κύριος μ’ αυτόν τον τρόπο να εισαγάγει στα μυαλά των μαθητών Του τη σκέψη, που αργότερα θα διατύπωνε στους γραμματείς και τους Φαρισαίους. «Ουαί υμίν, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, ότι κλείετε την βασιλείαν των ουρανών έμπροσθεν των ανθρώπων υμείς γαρ ουκ εισέρχεσθε, ουδέ τους εισερχόμενους αφίετε εισελθείν» (Ματθ. κγ’ 14).

Προσέξτε τώρα. Αυτοί που ονομάζονταν τέκνα, έγιναν σαν τους σκύλους, ενώ αυτοί που λογαριάζονταν σκύλοι, έγιναν παιδιά τού Θεού. Οι τελευταίοι ονομάστηκαν «σκυλιά» από τους Ιουδαίους κυρίως από κακία, υπήρχε όμως και κάποια αλήθεια στο όνομα αυτό. Οι ειδωλολάτρες της Τύρου και της Σιδώνας, όπως κι εκείνοι της Αιγύπτου κι άλλων χωρών, είχαν εγκαταλείψει από χρόνια πολλά τον αληθινό Θεό κι είχαν επιδοθεί στη λατρεία των δαιμόνων, που ήταν χειρότεροι από τα σκυλιά. Ο Χριστός εδώ δεν επιπλήττει προσωπικά τη Χαναναία αλλά το λαό της, καθώς κι όλους τους άλλους λαούς που λάτρευαν τους δαίμονες με αγάλματα και ξόανα, με διάφορα είδη μαγείας και ακάθαρτες θυσίες.

Τότε η σπουδαία αυτή γυναίκα, που η πίστη της ήταν μεγαλύτερη τόσο από τον εκλεκτό λαό όσο κι από τους περιφρονημένους ειδωλολάτρες, απάντησε στον Κύριο: «Η δε είπε· ναι, Κύριε· και γαρ τα κυνάρια εσθίει από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυτών» (Ματθ. ιε’ 27). Πόσο υπέροχη ήταν η απάντηση της ταπεινής αυτής γυναίκας! Δεν αρνήθηκε πως ανήκε σ’ ένα λαό που αποκαλούνταν σκυλιά. Ούτε αρνήθηκε επίσης να ονομάσει τους Ιουδαίους «κυρίους», μ’ όλο που η ίδια ήταν καλλίτερη απ’ αυτούς. Ήταν πρόθυμη να κατανοήσει τα συμβολικά λόγια τού Χριστού. Η μεγάλη πίστη δημιουργεί μεγάλη σοφία. Η μεγάλη πίστη βρίσκει τα σωστά λόγια. Η ταπείνωσή της μπροστά στον Κύριο ήταν τόσο μεγάλη, όπως κι η αγάπη της προς την άρρωστη κόρη της, που δεν την πλήγωσε το γεγονός ότι την αποκάλεσαν σκύλα. Μπροστά στον πάναγνο Κύριο ποιος αμαρτωλός άνθρωπος δε θά ‘νιωθε τον εαυτό του σαν ακάθαρτο σκυλί; Οπωσδήποτε όχι κάποιος άνθρωπος που, αν και αμαρτωλός, έχει κάποια σπίθα πίστης. «Ου γαρ ειμι ικανός ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης» (Λουκ. ζ’ 6), είπε ο ειδωλολάτρης εκατόνταρχος στον Κύριο. Έτσι κι η αμαρτωλή γυναίκα, δεν ντράπηκε που την αποκάλεσε σκύλα. Όταν ο άνθρωπος δε συναισθάνεται την αμαρτωλότητά του, δεν μπορεί ούτε βήμα να κάνει προς τη σωτηρία του. Πλήθος ολόκληρο αγίων της Εκκλησίας, που ήταν πιο αγνοί και φωτισμένοι από εκατομμύρια άλλους ανθρώπους, δεν ένιωθαν ντροπή να τους αποκαλούν σκυλιά. Όλοι οι άντρες κι οι γυναίκες που είναι αφυπνισμένοι πραγματικά, που έχουν συνέλθει από τη μέθη των σαρκικών παθών κι έχουν βεβαιωθεί για τη πτώση τους στη λάσπη τής αμαρτίας, το γνωρίζουν καλά αυτό. Ωσότου συνέλθει ο άνθρωπος, βρίσκεται εγκλεισμένος στην παγερή αγκαλιά τού θανάτου. Δεν έχει πίστη και δεν μπορεί να δει την ανάγκη για να πιστέψει. Ωσότου το σκυλί νιώσει την ντροπή του να είναι σκυλί, δε θα ευχηθεί ποτέ του να γίνει λιοντάρι. Ωσότου ο βάτραχος συνειδητοποιήσει πως βρίσκεται μέσα σε μια δυσώδη λάσπη, δε θα ευχηθεί να πηδήσει, έξω απ’ αυτήν και να πετάξει σαν αητός.

Η φτωχή γυναίκα τής σημερινής παραβολής είχε την αίσθηση της αδυναμίας τού ειδωλολατρικού κόσμου. Γνώριζε την κατωτερότητά του, την κακία του και τη λάσπη τής αμαρτίας του, τη δυσωδία όλης του της ύπαρξης. Νοσταλγούσε να βρει κάτι πιο δυνατό, πιο φωτεινό και πιο αγνό. Κι αυτό που νοσταλγούσε βρέθηκε ξαφνικά μπροστά της, της αποκαλύφτηκε στο Χριστό, με τη μεγαλύτερη δυνατή πληρότητα και δόξα. Γι’ αυτό και δεν έκανε πίσω όταν ο Κύριος την ονόμασε παιδί σκύλων. Όχι μόνο το ανέχτηκε αυτό, αλλά το ομολόγησε κιόλας. Με την αποδοχή τής αναξιότητας των προγόνων της όμως ζήτησε έστω κι ένα ψίχουλο από το ζωοποιό ψωμί που έστειλε ο Θεός στον Ισραήλ. Το ψωμί είναι ο Χριστός· ψίχουλα είναι έστω και οι ελάχιστες των δωρεών Του. Τα πεινασμένα σκυλιά, που δεν έχουν ούτε ψίχουλα να φάνε, θα ικανοποιηθούν έστω και μ’ αυτά.

«Τότε αποκριθείς ο Ιησούς είπεν αυτή· ω γύναι. μεγάλη σου η πίστις! γενηθήτω σοι ως θέλεις, και ιάθη η θυγάτηρ αυτής από της ώρας εκείνης» (Ματθ. ιε’ 28). Ο Κύριος έφερε τη συζήτηση εκεί που ήθελε και μόνο τότε είπε τα λόγια αυτά. Ακόμα κι αν η γυναίκα αυτή ήταν θυγατέρα τού Αβραάμ, δε θα μπορούσε να εκφράσει την πίστη της με μεγαλύτερη έμφαση απ’ ό,τι το έκανε. Όποιος έχει μάτια βλέπει κι όποιος έχει αυτιά ακούει. Δεν υπάρχει λόγος να αναλύσουμε περισσότερο το περιστατικό. Ακόμα κι ο προδότης Ιούδας θα μπορούσε να διαπιστώσει τη μεγάλη πίστη της Χαναναίας. Ακόμα κι ο ολιγόπιστος Πέτρος, κι ο δύσπιστος Θωμάς. Ο Κύριος δεν είχε εγκωμιάσει τόσο πολύ κανέναν από τους αποστόλους Του. Σε ποιον απ’ αυτούς είπε ποτέ, μεγάλη σου η πίστις; Σε όλους τους είπε, τουλάχιστο μια φορά: «Ολιγόπιστοι!» Και σε μια περίπτωση τους επιτίμησε με τα λόγια: «Ω, γενεά άπιστος και διεστραμμένη!» (Ματθ. ιζ’ 17). Αυτός ήταν κι ο λόγος που τους πήρε στην περιοχή Χαναάν: ώστε με την πίστη τής ειδωλολάτρισσας γυναίκας αυτής, που δε γνώριζε ούτε το νόμο ούτε τους προφήτες, να τους διδάξει τη μεγάλη πίστη, τη δύναμη της πίστης.

Ο Κύριος δίδασκε προοδευτικά τους μαθητές Του στο σχολείο τής πίστης. Με τέτοια περιστατικά στους χώρους των ειδωλολατρών, τους παρείχε διδασκαλία σταθερή και συμπλήρωνε μ’ αυτόν τον τρόπο την εκπαίδευσή τους. Πόσο μεγάλη ήταν η πίστη τής γυναίκας αυτής, που όλα όσα είχε μάθει στο χώρο που ζούσε για τον κόσμο αυτόν και για τη ζωή ήταν όλα πλανεμένα! Είχε μάθει πως ο ήλιος και το φεγγάρι, τα ζώα κι οι πέτρες, ήταν θεοί. Είχε γεννηθεί κι είχε ζήσει στο σκοτάδι, στην άγνοια. Τέλος, ανήκε στους Χαναναίους, την πονηρή αυτή φυλή που ο Θεός την οδήγησε μακριά από τη γη της επαγγελίας, για να κατοικήσουν εκεί οι Ιουδαίοι, ο εκλεκτός λαός Του. Εδώ υπάρχει αρκετή διδαχή, μια μεγάλη αιτία για να στοχαστούμε τους τρόπους τού Θεού, πολλοί λόγοι για να κάνουν τους αποστόλους και το έθνος τους να ντρέπονται και να μετανοούν. Οι απόστολοι αντιλήφθηκαν τη διδασκαλία αυτή και την έκαναν δική τους, αν όχι αμέσως, λίγο αργότερα. Βεβαιώθηκαν για την πίστη τους και τη διέδωσαν σ’ ολόκληρη τη γη. Θυσίασαν τη ζωή τους για την παντοδύναμη αυτή πίστη και τελικά δοξάστηκαν οι ίδιοι. Εμείς κατανοήσαμε την πίστη αυτή, την κάναμε δική μας; Η Εκκλησία τού Χριστού είναι ο Εκλεκτός Λαός Του σ’ αυτόν τον κόσμο, η Νέα Βασιλεία και το Νέο Ιερατείο. Προσέξτε όμως πόσο λίγη σημασία δίνουν οι χριστιανικοί λαοί στο Χριστό, πόσο τον περιφρονούν! Παρατηρήστε πώς, βαπτισμένοι άντρες και γυναίκες, όχι μόνο έχουν γίνει ολιγόπιστοι, αλλά κατάντησαν ένας άπιστος και διεφθαρμένος λαός. Πιστεύουν περισσότερο σε οτιδήποτε άλλο παρά στο ΧριστόΑναζητούν βοήθεια και στήριξη στη ζωή τους σε τυφλά και κουφά στοιχεία γύρω τους, παρά στον Κύριο Ιησού Χριστό, τον παντοδύναμο. Μ’ αυτόν τον τρόπο επέσυραν πάνω τους φοβερές τιμωρίες, έγιναν πονηροί, αδύναμοι και ταλαίπωροι, όπως ήταν οι Ιουδαίοι την εποχή τής έλευσης του Χριστού στη γη.

***

Οι χριστιανικοί λαοί κρατούν τα κλειδιά τής βασιλείας των ουρανών, μα υπάρχουν πολλοί απ’ αυτούς σήμερα που όχι μόνο δεν εισέρχονται στη βασιλεία αυτή, μα δεν αφήνουν να μπουν μέσα κι εκείνοι που το επιθυμούν. Έτσι αποδείχνονται χειρότεροι, πιο ιδιοτελείς και γήινοι από τους άλλους λαούς. Κατορθώνουν έτσι ν’ απομακρύνουν από το Χριστό τα μη χριστιανικά έθνη και τα εμποδίζουν να μπουν στη Βασιλεία που τόσο επιθυμούν. Μόνο ψίχουλα πέφτουν από το βασιλικό τραπέζι τού Χριστού στους λαούς αυτούς, κι αυτοί τα μαζεύουν και τα τρώνε. Πώς μπορούν όμως οι ειδωλολάτρες αυτοί να χορτάσουν όταν οι Ευρωπαίοι κι οι Αμερικανοί, που κάθονται σαν κύριοι στο βασιλικό τραπέζι, μένουν πνευματικά πεινασμένοι και διψασμένοι; Δε θα φτάσει κάποια στιγμή στο τέλος της η υπομονή τού Θεού; Δε θ’ απορρίψει ο Κύριος εκείνους που τον απορρίπτουν, όπως έχει κάνει ήδη με μερικούς, και θα πει πως οι κλητοί αποδοκιμάστηκαν, ενώ οι μη κλητοί έγιναν αποδεκτοί, οι ευλογημένοι έγιναν καταραμένοι κι οι καταραμένοι ευλογήθηκαν;

Τι απομένει να κάνουμε εμείς σ’ αυτή την άπιστη γενιά; Τίποτα περισσότερο απ’ ό,τι έκανε η Χαναναία: να προσευχηθούμε καρτερικά στον παντοδύναμο Χριστό, να κραυγάσουμε με πίστη: «Κύριε, ελέησέ μας τους αμαρτωλούς!» Αν είναι στο θέλημα του Θεού ν’ αντικαταστήσει έναν εκλεκτό λαό μ’ έναν άλλο, αν είναι στο θέλημά Toυ να πάρει τη βασιλεία Toυ από τα χριστιανικά έθνη και να τη δώσει σε άλλους, αν η τιμωρία για τις αμαρτίες μας είναι κοντά, ακόμα και τότε δε θ’ αποβληθούν όλοι οι χριστιανοί μαζί με τα χριστιανικά έθνη, όπως δεν αποβλήθηκαν κι όλοι οι Ιουδαίοι μαζί με το ιουδαϊκό έθνος. Εκείνοι από τους Ιουδαίους που ομολόγησαν το Χριστό μετά την καταστροφή τής Ιερουσαλήμ σώθηκαν, όπως σώθηκαν και κείνοι που τον ομολόγησαν την εποχή που ο Χριστός ζούσε στη γη. Πολλοί Ιουδαίοι βαπτίστηκαν αργότερα και αρκετοί έγιναν μεγάλοι άγιοι της Εκκλησίας τού Χριστού. Εκείνοι από τους Ιουδαίους που επιστρέφουν κοντά Του σήμερα, σώζονται, όπως σώθηκαν και πολλοί από τους προπάτορές τους προτού παύσουν να είναι ο εκλεκτός λαός. Ο Θεός ενδιαφερόταν πάντα περισσότερο για τη σωτηρία των ψυχών των ανθρώπων παρά για τα κράτη και τους λαούς. Δεν πρέπει να φοβηθούμε λοιπόν να διακηρύξουμε: «Τα υπάρχοντα χριστιανικά κράτη και έθνη θα καταστραφούν, όλοι μας θα καταστραφούμε». Ας πάθουν λοιπόν τα κράτη και τα έθνη αυτό που τους αξίζει. Ούτε ένας άντρας ή μια γυναίκα που πιστεύει στον Κύριο όμως δεν πρόκειται να καταστραφεί. Ο Θεός βρήκε έναν μόνο πιστό στα Σόδομα — το δίκαιο Λωτ – κι έσωσε αυτόν μόνο, ενώ κατέστρεψε τα Σόδομα.

Ας μιμηθούμε την επίμονη προσευχή και τη δυνατή πίστη τής Χαναναίας κι ας μην ολιγοπιστήσουμε ούτε για μια στιγμή. Η πίστη μας πρέπει να είναι δυνατή, επίμονη. Ας προσπαθούμε διαρκώς να κρατούμε τη φλόγα της πίστης μας δυνατή, να μη σβήσει. Ας στέλνουμε διαρκώς τις προσευχές μας στον Κύριο τόσο για μας όσο και για ολόκληρη την Εκκλησία τού Θεού και για όλη την ανθρωπότητα. Η πίστη, μόνο αυτή, θα δυναμώσει την ψυχή μας και θ’ αποβάλει κάθε φόβο κι αμφιβολία από μέσα μας. Η προσευχή θα καθαρίσει την ψυχή μας και θα μας γεμίσει με χαρά, πίστη, καλούς λογισμούς και φλογερή αγάπη.

Είθε ο στοργικός κι ελεήμων Κύριος να ενισχύσει την πίστη μας και ν’ ακούσει τις προσευχές μας. Δόξα και αίνος στον Κύριο Ιησού Χριστό, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.


ολόκληρο εδώ:https://alopsis.gr/%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%ae-%ce%b9%ce%b6-%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b8%ce%b1%ce%af%ce%bf%cf%85-%ce%b7-%ce%b4%cf%8d%ce%bd%ce%b1%ce%bc%ce%b7-%cf%84%ce%b7%cf%82-%cf%80%ce%af%cf%83%cf%84/

Σάββατο, Φεβρουαρίου 09, 2019

Κυριακή ΙΖ Ματθαίου: "...σαν κατοικίδιο θα απολαύσω την τράπεζα του Κυρίου μου..."


Ιδού ότι υπήρξε και συμφορά η οποία έγινε αφορμή μεγάλης ευφροσύνης, και πένθος που προξένησε ευθυμία, και λύπη που έφερε υπερβολικήν χαρά. Επειδή όπου παρευρίσκεται ο Ιησούς, και ο θρήνος μεταβάλλεται σε ηδονήν, και ο κλαυθμός και οδυρμός μεταλλάσσεται σε ευφροσύνην. Το μαρτυρεί αυτό με τα λόγια της κραυγάζοντας η Χαναναία, την ιστορία της οποίας με θαυμασμόν η βίβλος των Ευαγγελίων την επιδεικνύει μέχρι τώρα, και διατηρεί την κραυγή της γραμμένη σαν σε στήλη, ώστε ο επίβουλος χρόνος να μην παρασύρη την μνήμη” Επειδή ο καρπός της πίστεως είναι πιο δυνατός. «Και εξελθών εκείθεν ο Ιησούς», λέγει, «ήλθεν εις τα μέρη Τύρου και Σιδώνος». Ο Θεός παρευρίσκεται παντού, και κανένας τόπος δεν ετόλμησε να τον περιορίση. Και επειδή είναι κατά φύσιν αόρατος, επιβεβαιώνει την παρουσία του σ’ εκείνους που τον έβλεπαν, προβάλλοντας τον ναό που ενεδύθη προς χάριν μας. Ήλθε στα μέρη της Τύρου και της Σιδώνος, στα παλαιά καταγώγια των δαιμόνων, στις περιοχές των ειδώλων, στις χώρες της ειδωλολατρίας, στο αντικείμενο της κατηγορίας των Προφητών.
Πρόσεξε παρακαλώ τον Ευαγγελιστήν πώς κομπάζει με την διήγηση, και αποκαλύπτει το νόημα της μεταβάσεως του Κυρίου: «Και εξελθών εκείθεν, ήλθεν εις τα μέρη Τύρου και Σιδώνος. Από πού εκείθεν; Από εκεί όπου θαυματουργώντας εδέχετο συκοφαντίες, θεραπεύοντας ήκουεν ύβρεις, και ευεργετώντας αντιμετώπιζε την απιστία. «Και ιδού γυνή εκ των ορίων εκείνων εξελθούσα εκραύγαζε λέγουσα: Υιέ Δαυίδ, ελέησόν με». Χαναναία το γυναικάριον, αλλά με την προαίρεσιν ηρνήθη το γένος της. Η πίστις ενίκησε την φύση. Κανείς, λέγει, πλέον ας μην κατηγορή τους Χαναναίους. Η γυναίκα αυτή έλυσε τα εγκλήματα των πατέρων της, γίνεται αρχή ευσεβείας, κραυγάζοντας στους ευσεβείς: «Υιέ Δαυίδ, ελέησον με». Πόσες μυριάδες Ιουδαίων εθεράπευσε ο Χριστός και αντί ευχαριστίας ήκουσε: «Ούτος πόθεν εστίν ουκ οίδαμεν». Ενώ μία άσημος γυναίκα Χαναναία και πριν την θεραπεία, με αναπτερωμένην πίστη έφθασε σε ύψος ευαγγελιστού. «Κύριε, υιέ Δαυίδ, ελέησόν με. Η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται». Πένθος ελεεινόν και θέαμα για την μητέρα πιο πικρόν και από τον θάνατο. Δαιμόνιον πολεμοχαρές παλεύει με την κόρη, και ο εχθρός παραμένοντας αόρατος, παρατάσσεται κατά του παιδιού.
– Πώς να αναγγείλω το δεινόν, πώς να κηρύξω το πάθος; Δεν υποφέρω να την βλέπω.
 
Πηδά έξω από το σπίτι, περιφέρεται στην πόλιν εκτείνοντας τα χέρια στον αέρα, με βλέμμα απλανές και ακάλυπτα τα μαλλιά.
– Φωνάζει: Για καταγώγιον του δαίμονος το εγέννησα το παιδί μου;
Παραβλέπει την αισχύνην η συμφορά, και το πάθος αιχμαλώτισε την φυσικήν εντροπήν. Αφήνει κραυγές που προκαλούν τον φόβο. Τρέχει στον δρόμο, ελεεινώς σιωπά και ακόμη χειρότερα ομιλεί. Δεν έχει προθεσμίαν η τιμωρία, καταναλώνονται οι νύκτες στην αγρυπνία. Ευρίσκοντας δε τις ημέρες φοβερότερες από τις νύκτες, πηδά από την κλίνη και αρχίζει να διαλαλή την συμφορά:
– Ελέησον με, που μαστιγώνομαι από την θυγατέρα μου. Εκείνης το πάθημα, ιδικός μου ο πόνος, εκείνην διαπομπεύει το δαιμόνιον, η φύσις όμως δια μέσου εκείνης γίνεται όπλον εναντίον μου. Ο δαίμων εισήλθε στην θυγατέρα πολεμώντας την μητέρα, σ’ εμένα ρίπτει τα βέλη δια μέσου αυτής. Είθε να μη μου γεννούσε αυτήν την κυοφορίαν η φύσις! Να ετελείωνε η ζωή μου με τον τοκετό. Θα ήταν παρηγορία για τον θάνατον ο νόμος της φύσεως. Ελέησόν μας.
«Ο δε ουκ απεκρίθη αυτή λόγον». Ω φιλάνθρωπος σιωπή με σχήμα απάνθρωπον! Ω σιωπή μεγαλόφωνος, που είναι κατήγορος των Ιουδαίων! Με αυτήν έλεγε ο Σωτήρ στους Ιουδαίους: Βλέπεις, Ιουδαίε, Χαναναίας ευγένεια; Βλέπεις από ρίζα διαβεβλημένην καρπόν επαινετόν; Δεν εδέχθη τον Μωυσή για νομοθέτη και ανεγνώρισε του Μωυσέως τον Δεσπότην. Δεν γνωρίζει Προφήτες και πιστεύει σ’ αυτόν που επροφητεύθη. Και σημεία δεν είδε, και τον απόγονο του Δαυίδ ομολόγησε. Τον Θεόν τον ηρνήθης έπειτα από τόσα θαύματα, και αυτή πριν ιδεί θαύμα τον επίστευσε. Αλλά κοίτα που κλαίει και εγώ την παραβλέπω προς χάριν σου. Αν και λυπούμαι το πένθος, όμως κρύβω το έλεος. Φωνάζει σαν εθνική, την στέλλω σ’ εσέ παίρνοντάς σου από πριν την πρόφαση της απιστίας. Δεν την απαλλάσσω από το πάθος, για να μη σου προκαλέσω φθόνο. Συγκρατώ την θεραπεία, για να μη σου δώσω λαβήν απιστίας, για να μη λέγω, κατηγορώντας σαν άπιστος: την Χαναναίαν ελεούσες; Γιατί εθεράπευες τους εχθρούς του Μωυσέως; Κοίτα που την αφήνω να κλαίη, και για να τιμήσω εσέ παραβλέπω μητέρα που τιμωρείται με τα παθήματα της κόρης!
«Υιέ Δαυίδ, ελέησόν με. Ο δε ουκ απεκρίθη αυτή λόγον». Η αναβολή της θεραπείας, δοκιμασία της πίστεως, χωνευτήριο της προαιρέσεως της γυναικός. Μάλλον η σιωπή του Κυρίου γίνεται έπαινος στην Χαναναία. Μέχρι την στιγμή που ο χορός των Αποστόλων, μη γνωρίζοντας την σοφία της Δεσποτικής σιωπής, και αδυνατώντας να υποφέρη την φωνή της πονεμένης μητέρας, γίνεται μεσίτης προς τον Σωτήρα, και πρεσβεύουν για την γυναίκα οι μαθηταί του Χριστού. Δέχονται αυτοί τις ικεσίες της, και παρακαλούν τον Κύριον: «Απόλυσον αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών». Τι απαντά η ανέκφραστος φιλανθρωπία, η απόρρητος σοφία;». «Ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις».
Βαρυτέρα από την σιωπήν η απόκρισις. Ανάλογος όμως με την πίστιν της Χαναναίας. Διότι αν δεν ήταν η πίστις της μεγάλη, θα κατηγορούσε τον Σωτήρα για απανθρωπίαν ή για αδυναμίαν, θα απεμακρύνετο και θα έλεγε: τι φοβερά απανθρωπία! Δεν με ελυπήθη που κλαίω, δεν ελέησε μητέρα που πληγώνεται με τα παθήματα της κόρης, δεν ελέησε το δράμα της φύσεως. Ικέτευα και με απεστρέφετο, εφώναζα και με απέφευγε. Και πρώτα μεν απέκρουσε τις φωνές μου με την σιωπήν. Ούτε όταν εφώναζα την ώρα που σιωπούσε τον συνεκίνησα, τότε που είχα καλές ελπίδες για την θεραπείαν, όταν το πάθημά μου ευρήκε συνηγόρους, όταν προσδοκούσα φιλάνθρωπο λόγον, όταν ονειροπολούσα πως μόλις ομιλήσει θα απαλλαγή η θυγατέρα μου. Με ανοικτό το στόμα ανέμενα φωνήν που θα φέρη την άνεση. Και τότε ομίλησε και διέλυσε τις ελπίδες μου. Φορτωμένη με λύπη φεύγω. Μου πρόσθεσε συμφορές με τις ύβρεις του. Κυνάριο με είπε μέσα σε τόσον κόσμο. Φαίνεται κι αυτός δικαιώνει τον δαίμονα. Φαίνεται της κόρης μου η συμφορά ενίκησε κι αυτού την δύναμη. Ίσως με τις ύβρεις έκρυψε την ομολογία της ήττας του. Ένα μόνον εκέρδισα από την ικεσία μου. Ηύξησα του δημίου της κόρης μου την αγανάκτησιν, άναψα τον θυμόν του με τα λόγια εκείνου, έκαμα αγριότερον τoν εχθρόν του παιδιού μου.
Αλλά δεν ολίσθησε σε παρομοίους λόγους, ούτε με τις ύβρεις η πίστις ατόνησε. Μεγάλη η πίστις της γυναικός, γι’ αυτό και εθησαυρίσθη στα Ευαγγέλια. «Ουκ έξεστιν βαλείν τoν άρτον των τέκνων τοις κυναρίοις». Αυτή δε προσπαθώντας να μεταπείση τoν Δεσπότην έλεγε: Ναι Κύριε, παίρνω την ύβρη σαν υπόσχεση θεραπείας. «Και γαρ τα κυνάρια εσθίει από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυτών». Μου εγγυάται την σωτηρίαν η προσφώνησις του ζώου αυτού. Ας γίνη το μέγεθος της ύβρεως μέτρον γι’ αυτό που θα μου δώσης. Κυνάριο με ονόμασες. Σαν κατοικίδιο θα απολαύσω την τράπεζα του Κυρίου μου. Έχει μερίδιον από τα ψίχουλα των τέκνων και το κυνάριο. Δεν αρπάζω τον άρτο, τα ψίχουλα ζητώ. Δεν πηδώ επάνω στην τράπεζα, αυτά μου φθάνουν. Δεν ομιλώ για απόλαυσιν. Ας απολαύση ο κληρονόμος σου εκείνο το τραπέζι, ας πέση όμως από το χέρι σου κάποιο ψίχουλο και για εμάς.
Ω πίστις! Ω σύνεσις! Ω ευλάβεια Χαναναίας! Τι κάνει λοιπόν ο Σωτήρ; Αποκαλύπτει τι έκρυβε η σιωπή: «Ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις»! Γι’ αυτό ανέβαλα την χάρη, για να δείξω την πίστη σου. Δεν σιωπούσα ως απάνθρωπος, αλλά ησύχαζα ως προγνώστης. Περίμενα να φανεί όλη σου η πίστις. Ήθελα να διδαχθούν οι παρόντες τι μαργαρίτης εκρύπτετο σε γυναίκα Χαναναία. Σου ανοίγω όλο το τραπέζι της θεραπείας, και σου χαρίζω όχι σαν σε κυνάριο τα ψίχουλα, αλλά ως θυγατέρα τον άρτον. Εσύ μεν ενίκησες με την πίστη τους Ιουδαίους, εγώ δε με την δωρεά το αίτημά σου. «Γενηθήτω σοι ως θέλεις». Γίνε συ ιατρός της κόρης σου, μέσα σου έχεις της θεραπείας το φάρμακο. Βάδιζε νικήτρια κατά των Ιουδαίων και του δαίμονος. Λάβε έπαθλο της πίστεως, την θεραπεία της φύσεως.
Ας αναζητήσωμε την πίστη, τον στέφανον της Εκκλησίας. Ας αγαπήσωμε την πίστη, την αστραπή της οποίας δεν υποφέρουν οι δαίμονες. Την πίστη, το κεφάλαιον των μαθητών του Χριστού. Ας ακούσωμε τον Παύλο που φωνάζει: «Στήκετε εν τη πίστει». «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε», ώστε να ακόυσωμε και εμείς τον Δεσπότη να μας λέγη: «Γεννηθήτω υμίν ως θέλετε». Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.Αμήν.

Λόγος του Οσίου Πατρός ημών Βασιλείου Επισκόπου Σελευκείας, εις την Χαναναίαν

Σάββατο, Φεβρουαρίου 13, 2016

O Xριστός και τα "σκυλάκια"




Αύριο στο ευαγγέλιο αντιμετωπίζουμε έναν σκληρό Χριστό εκ πρώτης όψεως. 

Ούτε απαντά, ούτε μιλά στην χαναναία γυναίκα και μάλιστα την ώρα του μεγαλύτερου πόνου και της αγωνίας της, δεν φοβάται να δοκιμάσει την πίστη της, για να την προβάλει βέβαια, με λόγια ανοίκεια και σκληρά. 

"Να αφήσω το ψωμί των παιδιών να το φάνε τα σκυλάκια;...".

Την ώρα αυτή ο Χριστός δικαίωσε όλα τα "σκυλάκια" του κόσμου, γιατί έδωσε την ευκαιρία στην Χαναναία να απαντήσει πώς και τα σκυλάκια ακόμα τρώνε τα ψίχουλα των κυρίων τους. 

Την στιγμή αυτή ο Χριστός έδειξε γύρω μας, κάτω μας, στην αόρατη γωνιά πού η σημαντικότητα μας αρνείται και δεν καταδέχεται να δεί. Εκεί πού ζουν τα "σκυλάκια" με πίστη πού δεν έχουν ούτε τα "παιδιά Του". 

Στον κόσμο με τα σκυλάκια έζησαν και πολλοι άγιοι μας. Στο περιθώριο σαν να λέμε. Εξ επιλογής.Αυτό προϋποθέτει μια γενναιότητα πού δεν την βρίσκεις σήμερα σε χριστιανούς και μη χριστιανούς. 

Εδώ η επιβίωση είναι να είσαι υιός και όσο μπορείς και πιό πάνω από τους υιούς. 

Γι αυτό γεμίσαμε με εκλεκτούς σημαντικούς ανθρώπους "που αξίζουν" και είναι " το κέντρο του κόσμου". (Τα ακούμε και από ημέτερους θεολογούντας τέτοια ανθρωπολογικά τσιτάτα).

Όμως με μια φαινομενική σκληρότητα ο Χριστός, διέγραψε με μια μεγάλη εκφραστική γραμμή όλη την απάτη του life style της αυτοπραγμάτωσης μας. 

Και εξαπέστειλε τους καλούς "ιουδαίους" κενούς.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 16, 2013

Ιωάννη Κων. Κορναράκη: "Η νηπτική επιμονή της Χαναναίας γυναίκας"

Κατά τον απόστολο Πέτρο ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης, αλλά κάθε άνθρωπος, σ' όποιο έθνος κι αν ανήκει όταν είναι θεοφοβούμενος και εργάζεται δικαιοσύνη, αγωνιζόμενος για τον ενάρετο βίο, είναι δεκτός από τον Θεό.
Εντούτοις, όταν η Χαναναία γυνή, η "εξελθούσα" από τα όρια των εθνικών πόλεων Τύρου και Σιδώνος, προκειμένου να συναντήσει τον Κύριο, ο οποίος είχε πλησιάσει στην περιοχή αυτή, θέλησε να μιλήσει μαζί του, Εκείνος δεν έδειξε διάθεση να της απευθύνει λόγο. Απέφυγε τον διάλογο με την γυναίκα αυτή. 

Σύμφωνα με το σχετικό ευαγγελικό κείμενο, μόλις η Χαναναία γυνή πλησίασε την ακολουθία του Κυρίου, άρχισε να κραυγάζει δυνατά για να την ακούσει και να την προσέξει· ελέησόν με Κύριε, υιέ Δαβίδ· η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται, ο Κύριος όμως ουκ απεκρίθη αὐτή λόγον! Δεν της έδωσε σημασία. Μάλιστα, όταν οι μαθητές του, ενοχλημένοι από τις κραυγές της Χαναναίας, τον παρεκάλεσαν· απόλυσιν αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών, ο Κύριος "διέψευσε" τον λόγο του Πέτρου, ότι ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης και δεν κάνει διάκριση μεταξύ των εθνών και του Ισραήλ, λέγοντας στους μαθητές του· ουκ απεστάλην ει μη εις τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ. 

Παρά την απογοητευτική εν τούτοις απάντηση του Κυρίου προς τους μαθητές του, για την δύστυχη γυναίκα, την Χαναναία, εκείνη συνέχισε να επιμένει στο αίτημά της· Κύριε, βοήθει μοι. Τότε ο Κύριος εμίλησε, για να της δηλώσει, με λόγο προσβλητικό, ότι δεν υπάρχει κανένα περιθώριο επικοινωνίας του μαζί της. Για ποιο λόγο άραγε; Διότι· οὐκ ἔστι καλόν λαβεῖν τόν ἄρτον των τέκνων καί βαλεῖν τοῖς κυναρίοις. 

Οποιοσδήποτε κι αν ήταν ο αποδέκτης αυτού του σκληρού και ταπεινωτικού λόγου του Κυρίου, θα προσπαθούσε το γρηγορότερο να εξαφανισθεί από προσώπου Κυρίου, για να κρύψει το δικό του πρόσωπο στα έγκατα της γης. 

Η Χαναναία όμως δεν έλεγε  να σκύψει το κεφάλι. Επέμενε, ήθελε να κάμψει την αντίσταση του Χριστού για διάλογο μαζί της. Έτσι απάντησε αυθόρμητα και άμεσα στον ταπεινωτικό λόγο του· Ναί, Κύριε· καί γάρ τά κυνάρια ἐσθίει ἀπό τῶν ψυχίων τῶν πιπτόντων ἀπό τπης τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν. 

Παραδέχθηκε ότι είναι σκυλάκι. Και μάλιστα πεινασμένο. Ναι! Αλλά δεν κάμφθηκε! Δεν τελμάτωσε στον πόνο του ηχηρού ταπεινωτικού λόγου του Κυρίου. Αντίθετα ο λόγος αυτός την ετίναξε επίσης αυθόρμητα υπεράνω της σκληρής εξουθένωσης του Κυρίου, σε μια σωτήρια υπέρβαση της ταπεινωτικής απορρίψεώς του, ώστε να "νικήσει" τον Κύριο στην διαλογική του αντίσταση, πείθοντάς τον, ότι, ναι, και σαν σκυλάκι δικαιούται να είναι, ακόμη και επί του εδάφους της απορρίψεώς της αυτής, ομοτράπεζος των κυρίων της. 

Και αξιώθηκε να τιμηθεί με την αξιοζήλευτη επιβράβευσή της· ὦ γῦναι, μεγάλη σου ἡ πίστις· γεννηθήτω σοι ὡς θέλεις! Καί ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπό τῆς ὥρας ἐκείνης. 

Σε ποιο σημείο άραγε της στάσεώς της απένταντι στον Κύριο έδειξε η Χαναναία γυναίκα την νηπτική ανταύγεια του νου της; Ασφαλώς στο σημείο που κεραυνοβολήθηκε από την εξουθενωτική απόρριψη του Χριστού. Οὐκ ἔστι καλόν, λαβεῖν τόν ἄρτον τῶν τέκνων καί βαλεῖν τοῖς κυναρίοις. 

Μια τέτοια ταπείνωση, μπροστά στα μάτια του πλήθους κόσμου, δεν θα την άντεχε άλλος άνθρωπος. Η οξύτητα της προσβολής αυτής· "κυνάριο", είσαι σκύλος, θα μπορούσε να λειτουργήσει στις περισσότερες, παρόμοιες περιπτώσεις, ως ανάφλεξη οργής με δυναμισμό φονικού όπλου! Και τότε η ψυχολογία θα εδικαίωνε ασφαλώς τον εκμανέντα. 

Αντίθετα όμως, για την εθνική γυναίκα της Τύρου και της Σιδώνος η προσβολή αυτή λειτούργησε φωτιστικά. Ο νους της ήταν "ξύπνιος"! Δεν κοιμότανε, δεν... ροχάλιζε. Είχε την νηπτική ετοιμότητα να ανατρέψει την πρόκληση επιθετικότητος του παθογόνου ερεθισμού της κυριακής προσβολής σε ευλογία Κυρίου. Αποδέχθηκε την προσβολή αυτή με καθαρή καρδία και αξίωσε το δικαίωμα του κυναρίου να σιτίζεται από τα ψιχία της τραπέζης των κυρίων του. Αυτή ήταν η νηπτική λειτουργία του νου ενός ανθρώπου του εθνικού χώρου, χωρίς προϋποθέσεις ευαγγελικής παιδείας. Πραγματικό θαύμα! Νηπτική ανταύγεια μιας ψυχής του χώρου αυτού, επιδεκτικής όμως της υψοποιού ταπεινώσεως, χάριτι θεία. 

Το θετικό αποτέλεσμα της θεαματικής, εν μέσω πολλού κόσμου, απορρίψεως της Χαναναίας γυναίκας από τον Κύριο δεν πρέπει φυσικά να καταλογισθεί αποκλειστικώς και μόνο στην τελευταία, αλλά κια στην χαριτόβρυτη ευλογία του κυριακού λόγου. Οπωσδήποτε όμως ο Κύριος, με όργανο την ευλογία της απορρίψεώς της, φώτισε τον νου της με μια έκρηξη νηπτικής ελλάμψεως, φωτιστικής και για τους αναγνώστες της οικείας ευαγγελικής περικοπής. 

Η Χαναναία γυναίκα, σε εκπληκτική εγρήγορση ετοιμότητος να δεχθεί την απόρριψή της στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο, έγινε παράδειγμα προς μίμηση σ' ένα κοινό πρόβλημα όλων μας· την προστασία πάση θυσία του κοινωνικού προσωπείου μας! Η ανταύγεια της νήψεως εκπέμπεται πλούσια στη δημόσια αυτή ταπείνωση, όπου η παραδοχή της γυμνότητος του ανθρώπου, από γνήσια αξιολογικά ερείσματα της ζωής αποβαίνει πάθος ανυπόφορο.   

 http://paterikakeimena.blogspot.gr/2010/12/blog-post_10.html

Σάββατο, Ιανουαρίου 31, 2009

Κυριακή ΙΖ΄ Ματθαίου: Η Χαναναία



αρχ. Κοσμά Λαμπρινού

...Αλλά σήμερα βλέπουμε κι ένα άλλο θαύμα του Κυρίου, το οποίο έγινε έξω από την Ιουδαία, στα περίχωρα της Τιβεριάδος θαλάσσης, στη Τύρο και Σιδώνα. Μόλις έμαθε εκεί μια δυστυχισμένη γυναίκα της οποίας η κόρη της ήταν δαιμονισμένη, ότι περνούσε από τα μέρη της ο Χριστός δεν άφησε την ευκαιρία να χαθεί. Βγήκε να συναντήσει το Χριστό και να τον παρακαλέσει να θεραπεύσει το παιδί της. Ήθελε να βγάλει ο Χριστός τα δαιμόνια από τη κόρη της και να ελευθερωθεί. Αυτός ήταν ο πόνος της δυστυχισμένης αυτής μάνας. Αλλά, τι παράξενο! Ο Χριστός φαίνεται να μένει ασυγκίνητος, ο Χριστός φαίνεται να μην ακούει και να είναι απαθής στο πόνο και στη θλίψη της μητρός. Όμως, δεν είναι έτσι. Γιατί ο Χριστός ό,τι έκανε το έκανε για να φανερώσει μια μεγάλη αρετή που κρυβόταν μέσα στη ψυχή αυτής της γυναίκας. Και αυτή είναι η ταπεινοφροσύνη.

Ναι, η ταπεινοφροσύνη. Γιατί η γυναίκα αυτή, αν και μη Ιουδαία, αν και ειδωλολάτρισσα, αφού ήταν Χαναναία, εν τούτοις ήταν πολύ ταπεινόφρων γυναίκα. Γιατί όταν ο Χριστός δεν απαντούσε στα αιτήματά της αυτή επέμενε. Κι αυτό μας διδάσκει, αδελφοί, ότι κι εμείς οι Χριστιανοί πρέπει να επιμένουμε στη προσευχή μας. Να μη λέμε γιατί ο Θεός δεν μας ακούει αλλά να επιμένουμε. Η προσευχή να συνδέεται με την ταπείνωση και να είναι εκτενής και επίμονη, όπως μας λένε οι άγιοι Πατέρες. Γιατί ο Θεός μπορεί πολλές φορές να αργεί αλλά ποτέ δεν ξεχνά τα αιτήματά μας.

Κι αυτό φαίνεται στο ευαγγελικό μας ανάγνωσμα. Η γυναίκα επέμενε και ο Χριστός δεν της έδιδε το ποθούμενό της. Σε σημείο που οι μαθητές του Κυρίου αγανάκτησαν και είπαν στο Χριστό να εισακούσει το αίτημά της. Ο Χριστός όμως που έβλεπε ότι μέσα στη γυναίκα κρυβόταν μαζί με τη ταπεινοφροσύνη και η πίστη της είπε ότι «ουκ απεστάλην ειμή εις τα πρόβατα οίκου Ισραήλ» λέγοντάς της παράλληλα ότι δεν είναι σωστό να δώσει το ψωμί των παιδιών, δηλ. των Ιουδαίων στα σκυλιά, δηλ. στους ειδωλολάτρες. Σκυλάκι την έλεγε ο Χριστός αλλά αυτή δεν απογοητεύονταν, επέμενε να ζητά από τον Κύριο να θεραπεύσει το παιδί της. Έτσι έγινε υπόδειγμα ταπεινοφροσύνης και για μας τους χριστιανούς. Σαν πληγωμένο πουλί η γυναίκα αυτή έπεσε στα πόδια του Χριστού παρακαλώντας Τον να ελεήσει τη κόρη της. «Κύριε, βοήθα με», έλεγε.

Και ο Χριστός που είδε ακολούθως και την ταπεινή ομολογία της ότι πράγματι, ως ειδωλολάτρις, είναι ένα σκυλάκι, ζητώντας από το Χριστό όχι άρτο αλλά μόνο λίγα ψίχουλα του ελέους Του την ελέησε. Ναι, λέει η γυναίκα, ότι δεν είμαι άξια για μεγάλο θαύμα Σου, γι’ αυτό σου ζητώ ένα μικρό για σένα θαύμα. Και ο Χριστός βλέποντας τη μεγάλη της πίστη της λέει: «ώ γύναι, μεγάλη σου η πίστις, γενηθήτω σοι ως θέλεις».

Ναι, λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας, η πίστη είναι συνδεδεμένη με τη ταπεινοφροσύνη. Η πίστη και η ταπείνωση της γυναίκας αυτής έκαναν καλά το κορίτσι της.

Αδελφοί μου! Οι πατέρες της Εκκλησίας δίνουν μεγάλη έμφαση σ’ αυτή την αρετή. Γιατί, όπως μας λέει ο άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, η ταπείνωση ανεβάζει τον άνθρωπο στον ουρανό ενώ ο εγωϊσμός τον ρίχνει στην κόλαση. Άλλωστε εξαιτίας του εγωϊσμού δεν έγινε ο Εωσφόρος αρχηγός των δαιμόνων;

Αναρωτιόταν κάποτε ένας άγιος της Εκκλησίας μας, ο άγιος Αντώνιος, πως μπορεί να σωθεί ο άνθρωπος από τις παγίδες του διαβόλου. Βλέποντας ο άγιος τις παγίδες που βάζει στο δρόμο μας ο διάβολος τον απασχολούσε το ερώτημα με ποιο τρόπο μπορούσε ο άνθρωπος να γλυτώσει απ’ αυτές. Και έλαβε την απάντηση από το Θεό ότι ο ταπεινόφρων άνθρωπος μπορεί να ξεφύγει τις παγίδες του διαβόλου. Ο ταπεινόφρων άνθρωπος μπορεί να σωθεί ενώ ο εγωϊστής και υπερήφανος άνθρωπος δεν σώζεται. Και ο Αββάς Ποιμήν στα πρώτα χρόνια της μοναχικής του πολιτείας ρωτώντας τον άγιο Αντώνιο ποια είναι η μεγαλυτέρα αρετή στο Χριστιανισμό έλαβε ως απάντηση ότι είναι η ταπεινοφροσύνη.

Γι’ αυτό, αδελφοί μου, όλοι μας, πλούσιοι και πτωχοί, νέοι και γέροι, κληρικοί και λαϊκοί, άρχοντες και αρχόμενοι, άς φροντίσουμε να είμαστε ταπεινοί στη ζωή μας για να κερδίσουμε μαζί τη χορεία όλων των αγίων τη βασιλεία των Ουρανών. Αμήν!

(Από http://www.aegeantimes.gr/pigizois/orthod_latria/kyriakodromio/kyriaki_iz_loyka.htm)