ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεία κοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεία κοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 03, 2020

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΜΥΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΒΗΘΛΕΕΜ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ





Είναι κι αυτό ένα μυστήριο, που ερμηνεύεται ως εξής: Ο Χριστός γεννήθηκε εκεί, για να εκπληρωθεί η προφητεία του Προφήτη Μιχαία: «Κι εσύ Βηθλεέμ, πόλη που κατοικεί η συγγένεια του Εφραθά, παρ’ όλο που είσαι μια από τις πιο μικρές πόλεις του Ιούδα, Εγώ θα κάνω να προέλθει από σένα Εκείνος που θα γίνει άρχοντας του Ισραήλ» (Μιχ. 5, 2–3).«Ιουδαία», σημαίνει «εξομολόγηση». «Βηθλεέμ», σημαίνει «οίκος άρτου».
Αυτά, αλληγορικά, σημαίνουν πως όποιος αυτές τις άγιες μέρες θέλει να πάει στην Ιουδαία, δηλαδή στην ιερή εξομολόγηση, ας πάει και προς τη Βηθλεέμ• δηλαδή, ας πλησιάσει στο θυσιαστήριο όπου βρίσκεται ο Οίκος του Άρτου της Ζωής. Θέλω να πω μ’ αυτό ότι, όποιος θέλει να γιορτάσει επάξια τη Γέννηση του Χριστού, ας εξομολογηθεί και ας μεταλάβει. Αυτός είναι ο σκοπός της αγίας μας Εκκλησίας, που όρισε μέσω της νηστείας των Χριστουγέννων να προετοιμαστούμε για την εξομολόγηση και για τη θεία Μετάληψη.Το λοιπόν Χριστιανοί, για να φθάσουμε στην πνευματική αυτή Βηθλεέμ της Ιουδαίας και για να βρούμε τον Βασιλιά τ’ ουρανού και της γης, ας ακολουθήσουμε τους τρεις εκείνους ευλαβικούς Μάγους. Εκείνοι, οδηγούμενοι από έναν Αστέρα που τους φανερώθηκε τότε στον ουρανό, τους έδειξε ακριβώς την οδό και τον τόπο που γεννήθηκε ο Χριστός. Κι εμείς τώρα έχουμε γι’ Αστέρα τον Λόγο του Θεού, το ιερό Ευαγγέλιο και τον Νόμο της Χάριτος. Λέει ο Προφήτης Δαβίδ: «Ο Νόμος Σου μου είναι λυχνάρι για να μπορώ να περπατάω και φως στα μονοπάτια μου» (Ψαλμ. 118, 105). Έχουμε στα πόδια μας αυτό το λυχνάρι, για να βλέπουμε πώς ακριβώς να περπατάμε• έχουμε αυτό το φως στους δρόμους μας για να μη χαθούμε μέσα στην πλάνη αυτής της μάταιης ζωής. Οι Μάγοι, σαν έφθασαν και είδαν εκείνο το Θείο Παιδίον μαζί με τη Μητέρα Του, τη Μαρία, έπεσαν καταγής με πολύ ευλάβεια και Το προσκύνησαν. Άνοιξαν τους θησαυρούς τους και Του χάρισαν τα Δώρα, που ήταν χρυσάφι, λιβάνι και σμύρνα. Μ’ ετούτα τα Δώρα ήθελαν να Τον αναγνωρίσουν, σα βασιλιά με το χρυσάφι, σα Θεό με το λιβάνι και σα θνητό άνθρωπο με τη σμύρνα. Έτσι λοιπόν κι εμείς• αφού πλησιάσουμε στην εξομολόγηση και τη θεία Μετάληψη για να βρούμε τον Χριστό, πρέπει να Του προσφέρουμε τρία δώρα: πρώτ’ απ’ όλα την καρδιά μας, η οποία πρέπει να είναι καθαρή σα το χρυσάφι, καθαρή από κάθε επιθυμία κι από κάθε αισχρό λογισμό. Δεύτερον, το πνεύμα μας, που πρέπει να είναι αναμμένο σα το λιβάνι, στην αγάπη του Θεού και του πλησίον• και, όπως το λιβάνι, να εκπέμπει με την ευλάβεια οσμή ευωδίας πνευματικής. Τρίτον, τη σμύρνα, που δηλώνει τη νέκρωση των παθών και της σαρκός με τη συντριβή και την κατάνυξη. Ή αλλιώς, ας Του προσφέρουμε επίσης κι αυτά τα τρία δώρα: χρυσάφι, δηλαδή την ελεημοσύνη• λιβάνι, δηλαδή την προσευχή• και σμύρνα, δάκρυα καυτά της μετανοίας. Αυτές είναι οι προετοιμασίες της αληθινής εξομολογήσεως και της άξιας Μεταλήψεως.Οι Μάγοι, αφού προσκύνησαν τον Χριστό, δεν γύρισαν από τον ίδιο δρόμο απ’ τον οποίο ήρθαν στην αρχή, μονάχα άλλαξαν δρόμο κι αναχώρησαν για τη χώρα τους από μια άλλη οδό (βλ. Ματθ. 2, 12). Αυτό είναι το πιο αναγκαίο που πρέπει να κάνουμε κι εμείς. Όταν, λοιπόν, αυτές τις μέρες εξομολογηθούμε και μεταλάβουμε, δεν πρέπει να γυρίσουμε πάλι από την ίδια οδό που ήρθαμε πρώτα. Όχι. «Δι’ ἄλλης ὁδοῦ»: ν’ αλλάξουμε δρόμο, ν’ αλλάξουμε ήθη, ν’ αλλάξουμε ζωή. «Δι’ ἄλλης ὁδοῦ»: ας πάρουμε τον άλλο δρόμο της χριστιανικής αρετής• με λίγα λόγια, ας αφήσουμε εκείνη την οδό της κακής μας συνήθειας που μας έφερνε στην κόλαση. Ας περπατήσουμε μιαν άλλη οδό, την οδό μιας τέλειας διόρθωσης του βίου μας, που μας φέρνει στην αιώνια ζωή…

+Ηλίας Μηνιάτης
Επίσκοπος Κερνιτζης και Καλαβρύτων (1669–1714)

Τρίτη, Δεκεμβρίου 01, 2020



[Δεδομένων των συνθηκών να διψάμε για Θεία Κοινωνία, αλλά να μην ξεχνάμε και τα παρακάτω. Τίποτα δεν άλλαξε γιατί τίποτα δεν αλλάζει τον Θεό. Μην νομίζετε ότι όταν ανοίξουν οι θύρες της Εκκλησίας θα περιμένουν οι άγγελοι να στέψουν κάποιους από εμάς οσιομάρτυρες. ].

ΤΟΝ 4ο αιώνα, στις ερήμους της Θηβαϊδος και της Νιτρίας, ζούσαν περίφημοι και πνευματοφόροι ασκητές. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο πρεσβύτερος Ευλόγιος. Αυτός, όταν λειτουργούσε, έπαιρνε τόση χάρη γνώσεως, ώστε καταλάβαινε την ψυχική κατάσταση κάθε μοναχού, πού πλησίαζε για να μεταλάβει, και ανάλογα τον συμβούλευε:

«Πώς τόλμησες να προσέλθεις στα Άγια Μυστήρια, έχοντας τη διάνοια μολυσμένη; Εσύ αυτή τη νύχτα είχες λογισμούς πορνείας».
«Εσύ πάλι», έλεγε σε κάποιον άλλο, «σκεφτόσουνα πώς δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στον αμαρτωλό και στο δίκαιο, όταν προσέρχεται στη θεία χάρη».
«Κι εσύ», παρατηρούσε έναν τρίτο, «αμφέβαλλες αν θα σε αγιάσει η θεία Κοινωνία».

Απομακρυνθείτε λοιπόν από τα Άγια Μυστήρια και μετανοήστε ολόψυχα, για να συγχωρηθούν οι αμαρτίες σας και να γίνετε άξιοι της Κοινωνίας τού Χριστού. «Αν δεν καθαρίσετε τις ψυχές σας, δεν μπορείτε να πλησιάσετε τη χάρη τού Θεού».

Ένας άλλος πρεσβύτερος, ο Πιαμμωνάς, που κατοικούσε κοντά στη Διολκόπολη, πολύ ταπεινός και ενάρετος, έβλεπε συνεχώς οπτασίες. Μία μέρα, ενώ πρόσφερε Την αναίμακτη θυσία, είδε έναν άγγελο να στέκεται στα δεξιά τού άγίου θυσιαστηρίου και να γράφει σε βιβλίο τα ονόματα των αδελφών πού πλησίαζαν για να μεταλάβουν. Είδε επίσης τον άγγελο να σβήνει τα ονόματα μερικών μοναχών που δεν είχαν έρθει στη σύναξη. Αυτοί μετά από δεκατρείς μέρες πέθαναν!

Τον Πιαμμώνα τον βασάνισαν πολύ οι δαίμονες και τον κατάντησαν τόσο αδύναμο, που δεν μπορούσε να σταθεί και να λειτουργήσει. Κάποτε όμως τον πλησίασε άγιος άγγελος, τον έπιασε απ’ Το χέρι, τον δυνάμωσε και τον οδήγησε πάλι υγιή μπροστά στο ιερό θυσιαστήριο.

Από το βιβλίο: Θαύματα και Αποκαλύψεις από τη Θεία Λειτουργία. ( Έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου Αττικής)

Κυριακή, Μαρτίου 29, 2020

Μεταλαμβάνοντας σε καιρούς πανδημίας


π. Νικόλαος Λουδοβίκος
(απόσπασμα από άρθρο του στο Αντίφωνο)
Ο άνθρωπος λοιπόν, σε μια θεολογική προοπτική είναι όχι το τελειότερο, αλλά επίσης το ατελέστερο των κτιστών όντων, ακριβώς γιατί είναι το μόνο που έχει επίγνωση της ατέλειάς του και η ίδια η αιτία της επιθυμίας του είναι, παραδόξως, «ἡ ἔφεσις τῆς οἰκείας καὶ πλήρους ὀντότητος» , κατά τον μεγαλοφυή λόγο του Μαξίμου Ομολογητή (Πρὸς Μαρίνον, 12CD) – δεν έχει τον εαυτό του αλλά τον αναζητεί. Ο άνθρωπος δηλαδή δεν μπορεί να ταυτισθεί, όπως π.χ. στον Αριστοτέλη, απλώς με τον δοσμένο εαυτό του, η φύση του πραγματώνεται κινούμενη έξω της, όχι για να εγκαταλείψει εαυτήν αλλά για να συναντήσει την αιώνια πηγή της: η επιθυμία του ανθρώπου, στο βάθος της, εκφράζει τον μετα-λογικό πόθο αφθαρτοποίησης της φύσης του, στην συνάντηση με την δημιουργό και θεοποιούσα επιθυμία του Θεού. Να το θαύμα του Χριστού: ο Θεός να επιθυμεί, εξ αγάπης, να ζήσει την ζωή του πλάσματός του και αποκτά έτσι έναν αιώνιο, ανθρώπινο μαζί και θείο εαυτό και ο άνθρωπος, από την άλλη, αγαπά και επιθυμεί να ανοίγεται στην ίδια την ζωή του Θεού, βρίσκοντας τον αυθεντικό και πλήρη εαυτό του σ’ Αυτόν – το μυστήριο της θεανθρωπίας του Χριστού είναι λοιπόν το μυστήριο της απόλυτης αμοιβαίας αγάπης, όπου ο καθένας ποθεί να ζήσει την ζωή του άλλου, τόσο πολύ, που εντέλει οι δύο (και εδώ ο δεύτερος, ο ανθρώπινος πόλος, είναι η επιθυμία της Θεοτόκου) καθίστανται ένα όν, μία υπόσταση, με δύο όμως φύσεις. Η αλήθεια και η πληρότητα των δύο φύσεων του Χριστού, στην πλήρη τους έκφραση μέσω δύο ακέραιων φυσικών ενεργειών και θελήσεων, οντολογικά συνδεδεμένων άρρηκτα και ασύγχυτα μέσα στην μία υπόσταση/πρόσωπο του ένσαρκου Λόγου (αφού είναι Αυτός, ως προσωπική ύπαρξη, που θέλει και ενεργεί ταυτόχρονα ως Θεός και άνθρωπος), δημιουργεί την θεολογική ανάγκη εισαγωγής ενός πολυσήμαντου νέου θεολογικού όρου, προκειμένου αυτό να περιγραφεί: πρόκειται για την έννοια του τρόπου της υπάρξεως. Έννοια καταρχήν Τριαδολογική, όπου περιγράφει τον τρόπο ακριβώς της υποστατικής διαφοροποίησης των τριών Θείων Προσώπων, εν σχέσει προς την μία αντιδιδόμενη Ουσία, θα χρησιμοποιηθεί εντέλει και στην Χριστολογία, προκειμένου να περιγράψει το πώς, χωρίς καθόλου να χαθούν οι φυσικές ιδιότητες των δύο φύσεων, η ανθρώπινη υφίσταται και δρα με τον τρόπον της Θείας, μέσα στην μία και ενιαία Θεία υπόσταση του Λόγου, υπόσταση η οποία αποτελεί το Εγώ του Χριστού – αφού ο Χριστός είναι ο ίδιος ο Λόγος, ως, ταυτόχρονα, «υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου». Έτσι, έχουμε στον Χριστό πλήρη και πραγματική ανθρώπινη φύση, θέληση και ενέργεια, δρώσα όμως με τον τρόπον της φύσης του Θεού Λόγου, επειδή Αυτός είναι το μόνο υποκείμενο/υπόσταση. Χρειάζεται κάποια προσοχή στο σημείο αυτό: δεν έχουμε απλώς την πληρότητα της φύσης του κτιστού στο Χριστό, αλλά και την δυνατότητα της φύσης αυτής «ἐνεργεῖσθαι καὶ ἐνεργεῖν ὑπὲρ τὸν ἑαυτῆς θεσμόν», να υποδέχεται δηλαδή την άκτιστη ενέργεια του Θεού, αλλά και να ενεργεί πέρα από τα φαινόμενα φυσικά της όρια, κατά την ακριβή έκφραση του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή. Η Χριστολογική αυτή θεολογία μεταφέρεται αυτούσια στην θεολογία της Θείας Ευχαριστίας, όπως θα δούμε.
Αλλά, ας επιστρέψουμε ξανά στην ανθρωπολογία. Από όσα ειπώθηκαν στην αρχή της προηγούμενης παραγράφου, φαίνεται πως ο αυθεντικός ορίζοντας του ανθρώπινου εαυτού (αυτό φανερώνει και πραγματώνει ο Χριστός ) είναι ο ίδιος ο Θεός, ο άνθρωπος μόνον ως θεάνθρωπος βρίσκει την αλήθεια και την πληρότητά του. Και επειδή αυτό δεν μπορεί να γίνει με ανθρώπινες δυνάμεις, μόνον ως μετοχή στο γεγονός του Χριστού μπορεί να συμβεί – και για την ακρίβεια αυτό το προσφέρει ο Χριστός δια των Μυστηρίων. Ο Χριστός γίνεται ο θεωμένος εαυτός μας μέσα μας, δια του Βαπτίσματος, του Χρίσματος και εντέλει, με την Θεία Ευχαριστία, όταν η τελευταία αποτελεί το όχημα της συνειδητής επιθυμίας μας για την εν Θεώ εαυτότητά μας. Γι’ αυτό και η ένωση μεταξύ Χριστού και ανθρώπου, είναι, όπως το λέγει ο Νικόλαος Καβάσιλας μεγαλύτερη από κάθε γήινη ένωση («ὑπὲρ πᾶσαν ἕνωσιν», Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ Ζωῆς, Α, 5-7) και καμμιά ανθρώπινη λέξη δεν μπορεί να την εκφράσει – ούτε η «φιλία», ούτε η «συνάφεια», ούτε ο «γάμος», ούτε η σύναψη η ίδια των μελών του σώματος με την κεφαλή – διότι, εάν τα δύο τελευταία διαιρεθούν αφανίζονται και ο άνθρωπος πεθαίνει, ενώ και όταν ο άνθρωπος πεθάνει τίποτα δεν τον χωρίζει από τον Θεό. Προχωρεί μάλιστα ακόμη περισσότερο ο μεγάλος αυτός θεολόγος: με τί μπορεί να ενωθεί κανείς πιο απόλυτα, ερωτά, παρά με τον ίδιο του τον εαυτό; Αλλά όμως, επιλέγει, και αυτή ακόμη η αυτονόητα ισχυρότερη πάντων ένωση είναι πιό αδύναμη από την ένωση με τον Χριστό. Ο άνθρωπος του Θεού «συνῆπται τῷ Σωτῆρι μᾶλλον ἢ ἑαυτῷ· φιλεῖ γὰρ ἐκεῖνον μᾶλλον ἢ ἑαυτόν». Ως πεμπτουσία λοιπόν του ανθρώπινου εαυτού , δια της Ευχαριστιακής κοινωνίας, ο Χριστός γίνεται, στην κυριολεξία τα πάντα για τον άνθρωπο, συμπλέκεται με το είναι του, δεν υπάρχει τίποτα χρειαζόμενο στον άνθρωπο, το οποίο Αυτός δεν παρέχει, αφού, κατά τον Καβάσιλα, «καὶ γεννᾶ γὰρ καὶ αὔξει καὶ τρέφει, καὶ φῶς ἐστι καὶ πνοή, καὶ πλάττει μὲν αὐτοῖς ὀφθαλμὸν ἑαυτῷ, φωτίζει δὲ ἑαυτῷ πάλιν, παρέχει δὲ ὁρᾶν ἑαυτόν. Καὶ τροφεὺς ὢν καὶ τροφή ἐστι, καὶ αὐτὸς μὲν ἐστὶν ὁ παρέχων τὸν ἄρτον τῆς ζωῆς, αὐτός δέ ἐστιν ὃ παρέχει· καὶ ζωή μέν ἐστιν ζῶσιν, ἀναπνέουσι δὲ μύρον, ἰμάτιον δὲ ἐνδύσασθαι βουλομένοις. Καὶ μὴν αὐτός μέν ἐστιν ὣ δυνάμεθα βαδίζειν, αὐτός δέ ἐστιν ἡ ὁδός, καὶ πρός γε ὅτι τὸ κατάλυμα τῆς ὁδοῦ καὶ τὸ πέρας. Μέλη ἐσμέν, ἐκεῖνος κεφαλή· ἀγωνίζεσθαι δέον συναγωνίζεται, εὐδοκιμοῦσιν ἀγωνοθέτης ἐστι· νικῶμεν, στέφανος ἐκεῖνος εὐθύς.» (ο.π. παρ.8)
Θέλω να πω δηλαδή, πως στα πλαίσια της Ορθόδοξης θεολογίας η Ευχαριστία δεν έχει καθόλου χαρακτήρα συμβολικό ή μεταφορικό, ή κάτι παρεμφερές – πρόκειται για μετοχή πραγματική και οντολογική στο ίδιο το θεωμένο, λόγω της υποστατικής ένωσης με την Θεία φύση του Χριστού, ανθρώπινο σώμα του Χριστού, το οποίο υπάρχει με τον τρόπον υπάρξεως της πρώτης και είναι πλήρες των ακτίστων ενεργειών της. Στην απαστράπτουσα ποιητική θεολογική γλώσσα του αγίου Συμεώνος του Νέου Θεολόγου, συνοψίζονται πολλά ανάλογα πατερικά κείμενα:
«Σῶμα γὰρ τὸ σόν, τὸ ἄχραντον καὶ θεῖον, ἀστράπτει ὅλον πυρὶ θεότητός σου, ἀναφυραθὲν καὶ συμμιγὲν ἀρρήτως· τοῦτο οὒν καμοὶ ἐδωρήσω, Θεέ μου· τὸ γὰρ ρυπαρὸν καὶ φθαρτὸν τοῦτο σκῆνος τῷ παναχράντῳ ἑνωθὲν σώματί σου καὶ μιγὲν τὸ αἷμα μου τῷ αἵματί σου ἡνώθην, οἶδα, καὶ τῇ θεότητί σου, καὶ γέγονα σὸν καθαρώτατον σῶμα, μέλος ἔκλάμπον, μέλος ἅγιον ὄντως, μέλος τηλαυγὲς καὶ διαυγὲς καὶ λάμπον» (Τῶν θείων ὕμνων οἱ ἔρωτες, SC 156, 176-178).
Η θεολογική λοιπόν παράδοση είδε εξαρχής την Θεία κοινωνία ως «φάρμακον ἀθανασίας, ἀντίδοτον τοῦ μὴ ἀποθανεῖν, ἀλλὰ ζῆν ἐν Θεῷ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καθαρτήριον ἀλεξίκακον» (Ἰγνατίου Θεοφόρου, Πρὸς Ἐφεσίους, PG5, 753B-756A) – να διώκει ασθένειες ψυχής και σώματος, όχι να προκαλεί. Για να γίνει αυτό περισσότερο κατανοητό πρέπει να εφαρμόσουμε και στην Ευχαριστιακή ενσάρκωση του Λόγου, την θεολογική έννοια της μεταβολής του τρόπου της υπάρξεως – «μεταβαλῶν τῷ Πνεύματί σου τῷ Ἁγίῳ», είναι η καθαγιαστική ρήση της Λειτουργίας του Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Δεν πρόκειται, πράγματι για μετουσίωση· ο Ζουμπουλάκης έχει κατά το ήμισυ δίκαιο. Η ουσία των προσφερθέντων υλικών στοιχείων, όπως ακριβώς και η ανθρώπινη φύση του Χριστού, παραμένει αναλλοίωτη – και οφείλει να παραμείνει αναλλοίωτη, διότι αλλιώς θα ήταν ωσάν ο Θεός να μετανοεί για το είδος των όντων που έπλασε και να ζητά να αφανίσει ή αλλοιώσει την φύση τους. Ωστόσο, η κτιστή αυτή ύλη υπάρχει πλέον, εν αγίω Πνεύματι, ελεύθερη από τα κτιστά της όρια, δηλαδή υπάρχει με τον τρόπο υπάρξεως της άκτιστης φύσης, «ἐνεργουμένη καὶ ἐνεργοῦσα ὑπὲρ τὸν ἑαυτῆς θεσμόν», πλήρης της χάριτος του θεωμένου σώματος του Χριστού. Τούτο σημαίνει πως τα Τίμια Δώρα, ακόμη και αν υποστούν εξωτερική φθορά (όπως, για παράδειγμα, η μούχλα) ή αναμιχθούν αθελήτως (ή και, υποθετικά, κακοβούλως) με ιούς και μικρόβια, η παρούσα χάρις δεν επιτρέπει να καταστούν επιβλαβή για την υγεία του πιστού, ακριβώς διότι, όπως πάλι ο Συμεών ο Νέος θεολόγος επέμενε, αποτελούν ήδη πραγματικότητα και παρουσία της Βασιλείας του Θεού (πρβλ. τα λόγια του Χριστού «κἂν θανάσιμόν τι πίωσιν οὐ μὴ αὐτοὺς βλάψει», Μαρκ. 16,18).
Ανέφερα το τίμιο όνομα της «Βασιλείας τοῦ Θεοῦ» και αμέσως ανεδύθη το μείζον χαρακτηριστικό της όλης αυτής παγκόσμιας πλέον συμφοράς, για το οποίο κανείς σχεδόν δεν μιλά: πρόκειται ίσως για την πρώτη τέτοια συμφορά που αντιμετωπίζεται με τις Εκκλησίες και τα παντοειδή ιερά, κλειστά. Στο σούπερ μάρκετ μπορεί κανείς να παραμείνει για ώρα, έστω σε απόσταση από τον άλλον (που ξαφνικά έγινε επιθετικά σχεδόν εχθρικός), η εκκλησιαστική όμως κοινότητα δεν έχει δικαίωμα να συναχθεί, έστω με τους όρους των συνάξεων των υπερκαταστημάτων. Οι έξι λόγοι για τους οποίους κανείς μπορεί να βγαίνει από το σπίτι του δεν περιλαμβάνουν την ανάγκη της απευθείας αναφοράς της κοινότητας στον Πατέρα (του οποίου ωστόσο η νοσταλγία προβάλλεται στο πρόσωπο του ηγέτη και των «ειδικών»). Είναι τόσο δε αυτονόητη αυτή η απαγόρευση, μαζί με τις ψυχαγωγικές, καλλιτεχνικές και πολιτικές συνάξεις, και της λατρεύουσας κοινότητας – άλλωστε ακούσαμε κατά κόρον αυτές τις μέρες πως η «θρησκεία» είναι «εσωτερική υπόθεση», τη στιγμή που το Χριστιανικό γεγονός είναι απολύτως και πρωτίστως, ακριβώς κοινότητα λατρείας – που θα έλεγε κανείς πως, από την άποψη αυτή, εκείνο που θα παραμείνει καινοφανές και αξιομνημόνευτο όταν η συμφορά κοπάσει, θα είναι ακριβώς αυτό το νέο σύστημα αυταπόδεικτης ιεράρχησης αξιών και πραγμάτων, όπου η αυτονόητη σε άλλες εποχές κοινή επικλητική αναφορά στον Θεό, τον δυνάμενον σώζειν, δεν ανήκει πια στους πρωτίστως αναγνωρίσιμους φορείς αυτοσυνειδησίας (αλλά και σωτηρίας ή νοηματοδοσίας) των κοινωνιών, στη στιγμή της μεγάλης κρίσης. Τα πνευματικά μέσα της αντιμετώπισης της τελευταίας, τα Μυστήρια και οι Ευαγγελικές αρετές, τίθενται εμφανώς σε παρένθεση, δεν εκπηγάζουν πλέον γνήσια ελπίδα θεραπείας, προστασίας και βοήθειας, άξιας να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Η υπόθεση του Θεού λειτουργεί μόνον «ιδιωτικά» και à la carte, μέσα σε αυτό το αυτονόητο πλαίσιο μιας κλεισμένης στα δεδομένα της κτιστότητας θεώρησης του ανθρώπου, σε αντίθεση προς την παραπάνω ανοικτή προς το επέκεινα θεώρηση – και αυτό αποτελεί μέρος αυτού που αποκαλώ Βελούδινο Ολοκληρωτισμό σε υπό έκδοση βιβλίο μου.
Συνεπώς, για να επιστρέψουμε, το Θείο επέκεινα ζη (τι απόλυτη και εξαίσια και μοναδική ευτυχία!) ανάμεσά μας και ο άρτος και ο οίνος έχουν μεταβληθεί όντως και απολύτως σε σώμα και αίμα Χριστού.

Τετάρτη, Μαρτίου 20, 2019

Σχετικά με το λεγόμενο ότι στον καιρό μας δεν υπάρχουν άνθρωποι αγωνιστές


Ο μακάριος Γέρων, παπά Γρηγόριος (†1899) διηγόταν στα τελευταία του το έξης περιστατικό, σχετικά με το λεγόμενο ότι στον καιρό μας δεν υπάρχουν άνθρωποι αγωνιστές, όπως οι παλαιοί Πατέρες. Λειτουργούσα, έλεγε, την Μεγάλη Πέμπτη, και προς το τέλος της Λειτουργίας παρουσιάστηκε στο ναΰδριον της Καλύβας μου ένας νέος μοναχός βαστώντας αναμμένο φαναράκι. Αφού μπήκε στο Ιερό Βήμα μου είπε, «να μη καταλύσεις όλην την κοινωνίαν, άγιε Πνευματικέ. Είναι ανάγκη να έλθεις, να κοινωνήσεις τρεις αδελφούς, που μένουν εδώ πιο πάνω. Γι’ αυτό ήλθα να σε πάρω».

Συμμορφώθηκα χωρίς να ρωτήσω περισσότερα, και βαδίζοντας αυτός εμπρός, εγώ ακολουθούσα βαστώντας τα άγια Μυστήρια. Μετά από λίγο και παρ’ όλο τον απότομο ανήφορο και την γεροντική μου ηλικία, φτάσαμε σε ένα ευρύχωρο σπήλαιο, στο οποίο μας ανέμεναν τρεις αδελφοί μοναχοί.

Εκοινώνησαν αμέσως και αφού με ευχαρίστησαν, μου είπαν παρακλητικά «να έλθεις και του χρόνου, άγιε πάτερ, την Μεγάλην Πέμπτην να μας κοινωνήσης. Όμως να μην πεις τίποτε σε κανένα γι αυτό, και ό,τι είδες εδώ».

Εννοείται ότι από αυτά που είδα και άκουσα δεν ρώτησα τίποτε, και με τη συνοδεία του νέου κατέβηκα λίγο. Και αφού εκείνος έβαλε μετάνοια και ασπάστηκε το άγιο αρτοφόριο με κατευόδωσε, λέγοντας ότι θα επιστρέψει. Αφού περπάτησα λίγο, κοίταξα πίσω για να τον δω να ανεβαίνει, αλλά δεν φαινόταν. Όλα αυτά με συγκλόνισαν, τηρώντας όμως την εντολήν τους δεν είπα τίποτε σε κανένα.

Τι συνέβη όμως; Στην Σκήτη μας συνηθίζεται όπως το Σάββατο του Λαζάρου να συγκεντρώνωνται όλοι οι Πατέρες για την αγρυπνία των Βαΐων στο Καθολικό [ο κεντρικός ναός της σκήτης], σύμφωνα με το «Σήμερον η χάρις του Αγίου Πνεύματος ημάς συνήγαγε». Το πρωί δε της Κυριακής, κατά τη συνήθεια, ανεβήκαμε όλοι οι λειτουργοί και οι Γέροντες των Καλυβών στο Συνοδικό για κέρασμα και μετά αναχώρηση καθενός μας στα ίδια. Εκεί γενομένης πνευματικής συνομιλίας, κάποιος από την ομήγυρη είπε, «πως εξέπεσε η καλογηρική σήμερα, δεν υπάρχουν αναχωρητές Πατέρες, όπως τον παλαιόν καιρόν». Τότε από απροσεξία ή γιατί παρασύρθηκα, είπα και εγώ, «και σήμερα υπάρχουν χάριτι Χριστού»! Και σε ερώτηση πού, «να εδώ επάνω στον Αίμονα (πρόβουνο του Άθω)» και έδειξα και με το χέρι μου.

Σε όλους έκαμε αίσθηση η ομολογία μου, αλλά δεν με ρώτησαν περισσότερα, διότι ήταν κατάκοποι από την ολονύκτια αγρυπνία και εξαντλημένοι από την νηστείαν της Τεσσαρακοστής έσπευδαν να αναχωρήσουν. Μεταμελημένος για την αποκάλυψή μου αναχώρησα και εγώ για το ερημητήριό μου.

Την Μεγάλη Πέμπτη κατά τη λειτουργία φάνηκε και πάλιν ο νέος μοναχός, και διά νεύματος μου εξήγησε τον σκοπό. Όταν τέλειωσε η λειτουργία έλαβα τα άγια και ακολουθώντας τον φτάσαμε και πάλιν στο σπήλαιον. Αφού μετέλαβαν των αχράντων Μυστηρίων, ο γεροντότερος από αυτούς μου είπε, «διατί, άγιε Πνευματικέ, παρέβης την εντολήν μας και μας αποκάλυψες εις τους αδελφούς»;

Και αφού εγώ δεν αποκρινόμουν, «δεν πειράζει», είπε, «αλλά διά την απερίσκεπτη αυτήν φλυαρία σου να μην έλθεις του χρόνου με τα άγια μυστήρια. Εάν δε έλθεις, θα μας βρεις, όπως θέλει ο πανάγαθος Θεός, αλλά σε παρακαλούμεν να μη μας αποκαλύψεις και πάλιν».

Έφυγα μόνος μου πλέον και έκπληκτος διά τα παράδοξα ταύτα πρόσωπα και πώς έμαθαν τα λεχθέντα από μένα στο Κυριακό της Σκήτης και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι πρόκειται περί αγίων ανδρών. Το επόμενο έτος αφού πήρα μόνον αντίδωρο και αγιασμό, ανέβηκα με μεγάλο κόπο στο σπήλαιον και τους βρήκα και τους τρεις νεκρούς. Ασφαλώς ο νέος ήταν άγγελος Κυρίου που τους υπηρετούσε. Ήσαν τακτοποιημένοι όπως ταιριάζει σε ύπτια στάσει και με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Γονάτισα και τα ασπάστηκα, όπως και τα μέτωπά των, και όπως συμπέρανα από την ξηρότητα των αγίων λειψάνων των, είχαν φύγει για τις αιώνιες μονές την ίδια ημέρα της Μεγάλης Πέμπτης, όταν δηλαδή είχαν μεταλάβει των αχράντων Μυστηρίων.

Από το βιβλίο του Αρχιμανδρίτη Γαβριήλ Διονυσιάτη, “Από τον κήπο του παππού, Αγιορειτικές διηγήσεις” των εκδόσεων “Το Περιβόλι της Παναγίας”. Το κείμενο διασκευάστηκε στην καθομιλουμένη.

ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 16, 2018

Η επιστροφή στην αληθινή Τροφή, την αληθινή Ζωή-π. Αλεξ. Σμέμαν


«Ο Θεός αγάπη εστίν» (Α’ Ιω. 4, 8). Και το πρώτο δώρο της Αγάπης ήταν η ζωή . Το νόημα και το περιεχόμενο της ζωής ήταν η κοινωνία. Για να ζήσει ο άνθρωπος έπρεπε να τρώει και να πίνει, να συμμετέχει στη ζωή του κόσμου. Έτσι ο κόσμος ήταν θεία αγάπη που έγινε τροφή, έγινε Σώμα του ανθρώπου. Και όντας ζωντανός, δηλαδή συμμετέχοντας στον κόσμο, ο άνθρωπος έπρεπε να ζει σε κοινωνία με τον Θεό, να βρει νόημα στον Θεό, να βρει σ’ Αυτόν το περιεχόμενο και το τέλος της ζωής του. Κοινωνία με τον κόσμο – το δημιούργημα του Θεού – ήταν πραγματική κοινωνία με τον Θεό.
Ο άνθρωπος έλαβε την τροφή του από τον Θεό και κάνοντας την σώμα του και ζωή του, πρόσφερε ολόκληρο τον κόσμο στον Θεό μεταμορφώνοντας τον σε ζωή «εν Χριστώ». Η αγάπη του Θεού έδωσε στον άνθρωπο ζωή, η αγάπη του ανθρώπου για τον Θεό μεταμόρφωσε αυτή τη ζωή σε κοινωνία με τον Θεό. Αυτός ήταν ο Παράδεισος . Η ζωή στον παράδεισο ήταν, πραγματικά, ευχαριστιακή . Μέσα από τον άνθρωπο και την αγάπη του για τον Θεό, όλη η δημιουργία επρόκειτο να αγιαστεί και να μεταμορφωθεί σ’ ένα μυστήριο της Θείας Παρουσίας και ο άνθρωπος θα ήταν ο λειτουργός αυτού του μυστηρίου.

Με την αμαρτία όμως ο άνθρωπος έχασε αυτή την ευχαριστιακή ζωή. Την έχασε γιατί έπαψε να βλέπει τον κόσμο σαν μέσο επικοινωνίας με τον Θεό, και τη ζωή του σαν ευχαριστία, σαν λατρεία και ευγνωμοσύνη… Αγάπησε τον εαυτό του για τον εαυτό του και τον κόσμο για τον κόσμο. Έκανε τον εαυτό του και τον κόσμο αυτοσκοπό. Αγάπησε τόσο τον εαυτό του ώστε τον έκανε το κέντρο, το περιεχόμενο και το τέλος της ύπαρξης του. Πίστεψε ότι η πείνα και η δίψα του, δηλαδή η εξάρτηση της ζωής του από τον κόσμο, θα μπορούσε να ικανοποιηθεί από αυτόν τον κόσμο, από την τροφή που προσφέρει ο κόσμος. Αλλά ο κόσμος και η τροφή, από τη στιγμή που αποχωρίζονται από το αρχικό μυστηριακό νόημα τους – σαν μέσα επικοινωνίας με τον Θεό – από τη στιγμή που δεν προσλαμβάνονται σαν δώρα του Θεού και δεν ικανοποιούν την πείνα και τη δίψα για τον Θεό, παύουν να προσφέρουν κάποια ικανοποίηση και κάποιο πλήρωμα. Με αλλά λόγια, όταν ο Θεός δεν είναι πια το αληθινό περιεχόμενο και το νόημα της ζωής του κόσμου, παύει να ικανοποιείται η πείνα και η δίψα γιατί ο κόσμος δεν έχει αυτοζωή… Έτσι τοποθετώντας σ’ αυτά την αγάπη του ο άνθρωπος ξέκοψε από το μόνο αντικείμενο όλης της αγάπης, όλης της πείνας, όλων των επιθυμιών. Και πέθανε. Πέθανε γιατί ο θάνατος είναι η αναπόφευκτη «αποσύνθεση» της ζωής της ξεκομμένης από τη μόνη πηγή και το αυθεντικό περιεχόμενο.
Ο άνθρωπος αντί να βρει ζωή σ’ αυτόν τον κόσμο και στην τροφή που του προσφέρει ο κόσμος, βρήκε το θάνατο. Η ζωή έγινε πια κοινωνία με το θάνατο αντί να μεταμορφώνει τον κόσμο μέσα από την πίστη, την αγάπη, τη λατρεία του Θεού και την κοινωνία μαζί Του. Ο άνθρωπος υποτάχτηκε εξ ολοκλήρου στον κόσμο, έπαψε να είναι ο λειτουργός του και έγινε ο σκλάβος του. Με την αμαρτία του ολόκληρος ο κόσμος έγινε ένα απέραντο νεκροταφείο όπου οι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι σε θάνατο διότι είναι «καθήμενοι εν χώρα και σκιά θανάτου…» (Ματθ. 4, 16).
Αν και ο άνθρωπος πρόδωσε, ο θεός όμως έμεινε πιστός στον άνθρωπο, δεν έστριψε τα νώτα του. «Ου γαρ απεστράφης το πλάσμα σου εις τέλος, ο εποίησας Αγαθέ, ουδέ επελάθου έργου χειρών σου, αλλ’ επεσκέψω πολυτρόπως δια σπλάχνα ελέους σου». (Ευχή από τη Θεία Λειτουργία του Μεγ. Βασιλείου). Ένα καινούργιο θεϊκό έργο άρχισε · το έργο της απολύτρωσης και της σωτηρίας. Και ολοκληρώθηκε, το έργο αυτό, με τον Χριστό, τον Υιό του Θεού, ο οποίος, για να επανορθώσει τον άνθρωπο στο «αρχαίο κάλλος» του και να επαναφέρει τη ζωή στο επίπεδο της κοινωνίας με το Δημιουργό της, έγινε Άνθρωπος. Προσέλαβε την ανθρώπινη φύση μας με όλα τα χαρακτηριστικά της: την πείνα, τη δίψα, τη λαχτάρα για αγάπη, για ζωή. Στο πρόσωπο του ενανθρωπίσαντος Χριστού αποκαλύφθηκε η αληθινή ζωή η οποία είχε αρχικά δοθεί στον άνθρωπο σαν πλήρης και τέλεια Ευχαριστία, σαν πλήρης και τέλεια κοινωνία με τον Θεό. Ο Θεάνθρωπος Χριστός αρνήθηκε τον βασικό ανθρώπινο πειρασμό: να ζήσει «επ’ άρτω μόνο». Αποκάλυψε ότι ο Θεός και η Βασιλεία Του είναι ο πραγματικός άρτος, η πραγματική ζωή του ανθρώπου. Αυτή την τέλεια ευχαριστιακή Ζωή, τη γεμάτη από τον Θεό – και κατά συνέπεια θεία και αθάνατη ζωή – την έδωσε σε όλους τους πιστούς Του. Δηλαδή οι πιστοί στον θεό βρίσκουν σ’ Αυτόν το νόημα και το περιεχόμενο της ζωής τους. Ακριβώς αυτό είναι το βαθύτερο, το υπέροχο νόημα του Μυστικού Δείπνου.
Ο Ιησούς Χριστός πρόσφερε τον Εαυτό Του σαν την αληθινή, την ουσιαστική τροφή του άνθρωπου, γιατί η ζωή του Χριστού είναι η αληθινή ζωή. Έτσι η κίνηση της Θείας Αγάπης που είχε αρχίσει στον Παράδεισο με την προσφορά του Θεού «από παντός ξύλου εν τω Παραδείσω βρώσει φάγη» (γιατί τροφή είναι η ζωή του ανθρώπου) φτάνει τώρα στην αποκορύφωση της με κείνο το θεϊκό «λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου…» (γιατί ο Θεός είναι η ζωή του ανθρώπου). Ο Μυστικός Δείπνος, λοιπόν, είναι η αποκατάσταση του Παραδείσου της τρυφής , αποκατάσταση της ζωής σαν Ευχαριστία και Κοινωνία.

Πρωτοπρεσβυτέρου Αλεξάνδρου Σμέμαν, Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ, Σύντομη λειτουργική εξήγηση των ημερών της Μεγάλης Εβδομάδας. Εκδ. Ακρίτας 1990.

Κυριακή, Ιανουαρίου 14, 2018

Εξομολόγηση και θεία Κοινωνία, του πατρός Αλεξ. Σμέμαν


Όταν η μετάληψη ολόκληρης της σύναξης σε κάθε Λειτουργία, που εξέφραζε τη μετοχή στην ακολουθία, έπαψε να είναι ο κανόνας και αντικαταστάθηκε από την πρακτική της σπάνιας προσέλευσης, έγινε πλέον φυσικό ότι θα προηγούνταν αυτής της προσέλευσης το μυστήριο της Μετανοίας –δηλαδή της εξομολόγησης και καταλλαγής των πιστών με την Εκκλησία, με τη μεσιτεία της συγχωρητικής ευχής.
Η πρακτική αυτή – επαναλαμβάνω, φυσική και προφανής στην περίπτωση της σπάνιας προσέλευσης στη θεία Κοινωνία - επέτρεψε την εμφάνιση μιας νέας θεωρίας στους κόλπους της Εκκλησίας, σύμφωνα με την οποία η Μετάληψη για το σώμα των λαϊκών γίνεται αδύνατη χωρίς το μυστήριο της εξομολόγησης, σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει για τον κλήρο. Έτσι, η εξομολόγηση προηγείται υποχρεωτικά – πάντοτε και σε κάθε περίπτωση - της μετάληψης. Τολμώ να δηλώσω υπεύθυνα ότι η θεωρία αυτή (που βρήκε ευρεία εφαρμογή στη Ρωσική Εκκλησία) δεν θεμελιώνεται με κανένα τρόπο στην Παράδοση, αλλά κατάφορα έρχεται σε σύγκρουση με το ορθόδοξο δόγμα της Εκκλησίας για την Κοινωνία και την Εξομολόγηση.

Για του λόγου το αληθές κανείς δεν έχει παρά να θυμηθεί την ουσία του μυστηρίου της Μετανοίας. Εξ αρχής η εξομολόγηση στην εκκλησιαστική συνείδηση και διδασκαλία ήταν το μυστήριο της συμφιλίωσης με την Εκκλησία για όσους είχαν αφοριστεί απ’ αυτήν, δηλαδή εκείνους που είχαν αποκλειστεί από την ευχαριστιακή σύναξη. Γνωρίζουμε ότι, αρχικά, η ιδιαίτερα αυστηρή εκκλησιαστική πειθαρχία επέτρεπε μία τέτοια συμφιλίωση άπαξ στη διάρκεια του βίου του μετανοούντα, αλλά αργότερα, ειδικά μετά την είσοδο στην Εκκλησία ολόκληρου του πληθυσμού, ο συγκεκριμένος κανόνας έγινε πιο χαλαρός. Στην ουσία του, το Μυστήριο της Μετανοίας ως μυστήριο συμφιλίωσης με την Εκκλησία αφορούσε εκείνους μόνο που η Εκκλησία είχε αφορίσει για αμαρτίες και πράξεις επ’ ακριβώς οριζόμενες στην Κανονική παράδοσή της. Κάτι, άλλωστε, που γίνεται φανερό κι από την συγχωρητική ευχή: “Αδελφέ, δι’ ό ήλθες προς τον Θεό, και προς εμέ, μη αισχυνθής, ου γαρ εμοί αναγγέλεις, αλλά τω Θεώ, εν ώ ίστασαι”. (Παρεμπιπτόντως, οφείλουμε να χρησιμοποιούμε την ορθή ευχή της συγχωρήσεως κι όχι την άλλη, ξένη στις ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, εκδοχή της, – “Εγώ, ο ανάξιος ιερέας, με την εξουσία που μου έχει δοθεί, σε απαλλάσσω...” - που είναι λατινογενούς προέλευσης και παρεισέφρησε στα λειτουργικά μας βιβλία κατά την περίοδο της επικράτησης στοιχείων της Δυτικής θεολογίας ανάμεσα στους Ορθοδόξους).
Όλα αυτά δεν σημαίνουν, βέβαια, ότι οι “πιστοί”, δηλαδή οι “μη αφορισμένοι”, θεωρούνταν από την Εκκλησία αναμάρτητοι. Καταρχήν, σύμφωνα με την ορθόδοξη διδασκαλία κανένα ανθρώπινο όν δεν είναι αναμάρτητο, με εξαίρεση την Υπεραγία Θεοτόκο, τη Μητέρα του Κυρίου. Κατά δεύτερον, η προσευχή για την συγχώρεση και άφεση των αμαρτιών είναι αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της Λειτουργίας (βλ. τον Τρισάγιο Ύμνο και τις δύο “Ευχές των πιστών”). Τέλος, η Εκκλησία πάντοτε φρονούσε ότι η Θεία Κοινωνία προσφέρεται “εις άφεσιν αμαρτιών”. Έτσι το θέμα εδώ δεν είναι η αναμαρτησία, που καμία συγχωρητική ευχή δεν είναι ικανή να την επιτύχει. Αλλά η διάκριση που πάντοτε γινόταν από την Εκκλησία ανάμεσα στην αμαρτία που εξορίζει τον άνθρωπο από τη ζωή της χάριτος της Εκκλησίας, και στην αμαρτωλότητα που αναπόφευκτα συνοδεύει τη ζωή κάθε ανθρώπινου όντος “που ζεί εν τω κόσμω και ενδύεται σάρκα”. Θα λέγαμε ότι μέσα στην ακολουθία της Λειτουργίας η φθαρείσα από την αμαρτία φύση μας “αναπλάθεται” όπως ομολογούμε στις ευχές των πιστών πριν από την προσφορά των θείων Δώρων. Ενώπιον του Αγίου Ποτηρίου, τη στιγμή της πρόσληψης των Μυστηρίων, παρακαλούμε για συγχώρεση των αμαρτιών “εκουσίων τε και ακουσίων, εν λόγοις ή έργοις, εν γνώση και αγνοία” και εμπιστευόμαστε ότι, στο μέτρο της μετανοίας μας, θα λάβουμε αυτή την συγχώρεση.
Όλα αυτά βεβαίως σημαίνουν – και κανείς δεν το αρνείται - ότι ο μόνος πραγματικός όρος για την προσέλευση στα θεία Μυστήρια είναι η μετοχή μας στο Σώμα της Εκκλησίας, μετοχή που αντιστρόφως βρίσκει την πληρότητά της με την πρόσληψη των μυστηρίων. Η Μετάληψη δίνεται προς “άφεση αμαρτιών και ίαση ψυχών τε και σωμάτων”, πράγμα που υποδηλώνει με σαφήνεια, τι άλλο, παρά τη μετάνοια, τη συναίσθηση της πλήρους αναξιότητάς μας και τη συνείδηση της Κοινωνίας ως θείου δώρου που κανένα επίγειο όν δεν είναι “άξιο” να λάβει. Όλο το νόημα της προετοιμασίας για την Κοινωνία, όπως ορίστηκε από την Εκκλησία (στην Ακολουθία της θείας Μεταλήψεως) δεν είναι να δημιουργήσει στον άνθρωπο το αίσθημα της “αξιότητας” αντίθετα, σκοπεύει στο να δείξει σ’ αυτόν την άβυσσο του ελέους και της άπειρης αγάπης του Θεού: “Τέκνον μου πνευματικόν, ο τη εμή ταπεινότητι εξομολογούμενος, εγώ ο ταπεινός και αμαρτωλός ουκ ίσχύω αφιέναι αμάρτημα επί της γης, ειμή ο Θεός... ο συγχωρήσας Δαυΐδ, διά Νάθαν του Προφήτου, τα ίδια εξομολογήσαντι αμαρτήματα, και Πέτρω την άρνησιν, κλαύσαντι πικρώς, και Πόρνη δακρυσάση επί τους αυτού πόδας, και Τελώνη και Ασώτω, αυτός ο Θεός, συγχωρήσαι σοι δι’ εμού του αμαρτωλού πάντα, και εν τω νυν αιώνι, και εν τω μέλλοντι^ και ακατάκριτόν σε παραστήσαι εν τω φοβερώ Βήματι”. Ενώπιον της Τράπεζας του Κυρίου, η μόνη “αξιωσύνη” των κοινωνούντων είναι αυτή η βαθιά συναίσθηση της “αναξιότητάς τους”. Αυτή είναι η αρχή της σωτηρίας.
Είναι επομένως υψίστης σημασίας για μας να κατανοήσουμε ότι η μετατροπή του μυστηρίου της εξομολόγησης σε μία αναγκαστική προϋπόθεση για την Κοινωνία, όχι μόνο συγκρούεται με την Παράδοση, αλλά προφανώς την παραμορφώνει. Διαστρέφει καταρχήν το δόγμα της Εκκλησίας, δημιουργώντας δύο κατηγορίες μελών, η μία από τις οποίες είναι αφορισμένη στην πραγματικότητα από την Ευχαριστία. Επιπλέον, στρεβλώνει το νόημα και πλήρωμα της εκκλησιαστικής μετοχής. Δεν προκαλεί έκπληξη κατά συνέπεια το γεγονός ότι αυτοί που ο Απόστολος καλεί “συμπολίτες των αγίων και οικείους του Θεού” (Εφεσ. 2:19) γίνονται και πάλι “εθνικοί”, “εκκοσμικεύονται” και η μετοχή τους στην Εκκλησία μετριέται και ορίζεται με χρηματικούς όρους οφειλών και “δικαιωμάτων”. Αλλά, επίσης, αυτό που παραμορφώνεται είναι το δόγμα περί της θείας Κοινωνίας που γίνεται πλέον αντιληπτό ως το μυστήριο για τους λίγους “εκλεκτούς” και όχι ως το μυστήριο της Εκκλησίας των αμαρτωλών που μέσα από το άπειρο έλεος του Χριστού μεταμορφώνονται διαρκώς σε Σώμα Κυρίου. Και τελικά, ανάλογα διαστρέφεται και η διδασκαλία για την εξομολόγηση. Παραποιημένη σε υποχρεωτική προϋπόθεση της Μετάληψης, αρχίζει όλο και πιο φανερά να υποκαθιστά την πραγματική ετοιμότητα για την Ευχαριστία, που δεν είναι άλλη από τη γνήσια εσωτερική μετάνοια, αυτή που έχει εμπνεύσει όλες τις ευχές προ της θείας Κοινωνίας. Ύστερα από μία τρίλεπτη εξομολόγηση και συγχωρητική ευχή ο άνθρωπος αισθάνεται πλέον “δικαιούχος” του μυστηρίου, “άξιος”, ίσως και απαλλαγμένος από τις αμαρτίες του, αισθάνεται με άλλα λόγια το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό στο οποίο μας καλεί η αληθινή μετάνοια.
Με ποιο τρόπο λοιπόν μία τέτοια πρακτική εμφανίστηκε και καθιερώθηκε, ώστε σήμερα πολλοί να την υπερασπίζονται ως την πλέον ορθόδοξη; Για να απαντήσουμε στην ερώτηση πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τρεις παράγοντες: Έχουμε ήδη αναφερθεί στον ένα: Πρόκειται για την επιφανειακή και χλιαρή προσέγγιση της πίστης και της ευσέβειας από την ίδια τη χριστιανική κοινότητα, που οδήγησε αρχικά στην σπάνια Μετάληψη και τελικά στον υποβιβασμό της σε άπαξ του έτους “υποχρέωση”. Είναι ξεκάθαρο ότι ο πιστός που προσέρχεται στο ιερό Μυστήριο μία φορά τον χρόνο οφείλει πράγματι να “συμφιλιωθεί” με την Εκκλησία, μέσα από μία εξέταση της συνείδησης και της ζωής του κατά το μυστήριο της Εξομολόγησης.
Ο δεύτερος παράγοντας είναι η επιρροή της μοναστικής πρακτικής, που βέβαια στο σύνολό της είναι ιδιαίτερα ευεργετική για την Εκκλησία. Οι μοναχοί λοιπόν, γνώριζαν και ασκούσαν εξ’ αρχής την πρακτική της “έκθεσης των λογισμών” και της πνευματικής καθοδήγησης των απείρων από τον πιο έμπειρο της κοινότητας. Αλλά - κι αυτό είναι το ουσιώδες - αυτός ο πνευματικός πατέρας ή “γέροντας” δεν ήταν απαραίτητα ιερέας, αφού η πνευματική καθοδήγηση συνδεόταν με την πνευματική εμπειρία και όχι την ιεροσύνη.
Στα Βυζαντινά μοναστικά τυπικά του 7ου-8ου αιώνα οι μοναχοί απαγορεύεται να αποφασίζουν μόνοι τους για την προσέλευση ή την αποχή τους από το Άγιο Ποτήριο, χωρίς δηλαδή τη συγκατάθεση του πνευματικού τους πατέρα, καθώς “η εξαίρεση εαυτού από την Κοινωνία είναι η εφαρμογή του ιδίου θελήματος”. Στις γυναικείες μονές παρόμοια άδεια απαιτείται από την ηγουμένη. Παρατηρούμε, λοιπόν, πώς η εξομολόγηση εδώ είναι μη μυστηριακού τύπου και βασίζεται στην πνευματική εμπειρία και την διαρκή καθοδήγηση. Ωστόσο, αυτού του είδους η πρακτική έχει έντονο αντίκτυπο στο καθαυτό μυστήριο της Εξομολόγησης. Στη διάρκεια της πνευματικής παρακμής (της οποίας την αληθινή έκταση και σημασία ανακαλύπτει κανείς μέσα στους κανόνες της λεγομένης Συνόδου του Τρούλου του 6ου αιώνα), τα μοναστήρια παρέμειναν τα κέντρα της πνευματικής μέριμνας και νουθεσίας των λαϊκών. ...] Ο λαός με φυσικό τρόπο ταύτισε αυτό το είδος της πνευματικής καθοδήγησης με την μυστηριακή εξομολόγηση. Θα πρέπει, ωστόσο, να τονίσουμε ότι την ικανότητα της πνευματικής καθοδήγησης δεν διαθέτει ο κάθε ενοριακός ιερέας, αφού αυτή προϋποθέτει βαθιά πνευματική εμπειρία, χωρίς την οποία η “καθοδήγηση” μπορεί να οδηγήσει, και στην πραγματικότητα συχνά οδηγεί, σε αληθινές πνευματικές τραγωδίες. Αυτό που ενδιαφέρει εδώ, είναι ότι το μυστήριο της μετανοίας συνδέθηκε κατά μία έννοια με την πνευματική καθοδήγηση, την επίλυση “δυσκολιών” και “προβλημάτων"^ κατ’ επέκταση στην παρούσα ενοριακή ζωή ταυτίστηκε με τις “μαζικές” ολιγόλεπτες εξομολογήσεις που εστιάζονται κυρίως στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής, όπου η όποια νουθεσία και ανέφικτη γίνεται, αλλά και είναι πιθανό ότι φέρει περισσότερη βλάβη παρά όφελος. Η πνευματική καθοδήγηση πρέπει να αποσυνδεθεί από την μυστηριακή εξομολόγηση, έστω κι αν αυτή η τελευταία είναι προφανώς το απώτερο τέλος κι ο σκοπός της.
Ο τρίτος και αποφασιστικός παράγοντας ήταν, φυσικά, η επίδραση της Δυτικής, Σχολαστικής και δικανικής κατανόησης της μετανοίας. Έχουν πολλά γραφεί για την “δυτική υποδούλωση” της Ορθόδοξης θεολογίας, αλλά φοβάμαι πώς λίγοι άνθρωποι συνειδητοποιούν το βάθος και το αληθινό νόημα της στρέβλωσης στην οποία η Δυτική επιρροή οδήγησε την ίδια τη ζωή της Εκκλησίας και πάνω απ’ όλα την κατανόηση των Μυστηρίων. Αυτό γίνεται φανερό στο μυστήριο της μετανοίας. Η σοβαρή παραμόρφωση εδώ συνίσταται στην μετατόπιση του νοήματος του μυστηρίου από την μετάνοια και την εξομολόγηση στην στιγμή της “άφεσης” που προσλαμβάνεται δικανικά. Η Δυτική Σχολαστική θεολογία διαχώρισε σε δικανικές κατηγορίες την ίδια την ουσία της αμαρτίας και, αντίστοιχα, την έννοια της άφεσης. Η τελευταία πηγάζει εδώ όχι από την αλήθεια, δηλαδή την αυθεντική φύση της μετανοίας, αλλά από την εξουσία του ιερέως. Εάν για την αρχική ορθόδοξη κατανόηση του μυστηρίου της εξομολόγησης ο ιερέας είναι ο παρευρισκόμενος μάρτυρας της μετανοίας, και ως εκ τούτου μάρτυρας της πλήρους “καταλλαγής με την Εκκλησία εν Χριστώ Ιησού...”, ο Λατινικός νομικισμός υπερτονίζει την εξουσία του ίδιου του ιερέως να δίνει άφεση αμαρτιών. Έτσι προκύπτει η ολότελα καινοφανής για το Ορθόδοξο δόγμα, αλλά αρκετά δημοφιλής σύγχρονη πρακτική της “άφεσης-απαλλαγής” χωρίς εξομολόγηση. Η αρχική διάκριση ανάμεσα σε αμαρτίες –αφορισμούς από την Εκκλησία (από τους οποίους προέκυπτε η ανάγκη της μυστηριακής συμφιλίωσης με το Εκκλησιαστικό Σώμα) και της αμαρτωλότητας που δεν εξέβαλε τον πιστό εκτός Εκκλησίας, εκλογικεύθηκε από τον Δυτικό Σχολαστικισμό σε διαχωρισμό ανάμεσα στις λεγόμενες θανάσιμες και εξαγοράσιμες (συγγνωστές) αμαρτίες. Οι πρώτες, έχοντας απομακρύνει τον άνθρωπο από την “κατάσταση της χάριτος” απαιτούν μυστηριακή εξομολόγηση και άφεση, ενώ οι υπόλοιπες χρήζουν μόνο εσωτερικής μεταμέλειας. Στην Ορθόδοξη Ανατολή, ωστόσο, και ιδιαίτερα στη Ρωσία (κάτω από την επίδραση της Λατινόφρονος θεολογίας του Πέτρου Μογίλα και των μαθητών του) η θεωρία αυτή κατέληξε στην υποχρεωτική και δικανική σύνδεση ανάμεσα στην εξομολόγηση-άφεση και την Ευχαριστία.
Κατά έναν ειρωνικό τρόπο η πιο ολοφάνερη “διείσδυση” των Λατίνων αντιμετωπίζεται από μεγάλο αριθμό πιστών ως ορθόδοξη νόρμα, ενώ η πιο απλή απόπειρα για επαναξιολόγηση της πρακτικής κάτω από το φως του αυθεντικού ορθοδόξου δόγματος της Εκκλησίας και των μυστηρίων καταγγέλλεται ως “Ρωμαιοκαθολική”! 
π.Αλεξάνδρου Σμέμανπηγή: http://www.oodegr.com/

Δευτέρα, Οκτωβρίου 23, 2017

«Περὶ τοῦ ἐνάτου ἀποστολικοῦ κανόνα»-δρ.Ιωάννης Νεονάκης

Μὲ τὸ παρὸν ἄρθρο θὰ ἀναφερθῶ σὲ ἕνα σημαντικό νομίζω ἐκκλησιαστικὸ ζήτημα, παρότι δέν εἶμαι θεολόγος, ἀλλά μόνο ἓνας ἁπλός ὀρθόδοξος. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ καιροὶ εἶναι πολὺ δύσκολοι, καὶ κάποια πράγματα πρέπει ἐπειγόντως νὰ εἰπωθοῦν καὶ νὰ ἐπαναπροσδιοριστοῦν, γι’ αὐτὸ καὶ παίρνω τὸ θάρρος νὰ μιλήσω.
Ὁ λαός μας, παρὰ τὴν τρομερὴ πλύση ἐγκεφάλου ποὺ ὑφίσταται ἀπὸ πολλὲς πλευρές, παραμένει βαθύτατα εὐσεβής. Εἶναι ὅμως σὲ ἀρκετὰ σημεῖα καὶ ζητήματα ἐν πολλοῖς ἀκατήχητος. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας δυστυχῶς εἶχε τεθεῖ σὲ μιὰ μακρὰ «βαβυλώνιο αἰχμαλωσία», ὅπως τὴ χαρακτήρισε ὁ μακαριστὸς πατήρ Φλωρόφσκυ, αἰχμαλωσία στὸν τρόπο ἀντίληψης τῶν πραγμάτων καὶ στό πνεῦμα τῶν Δυτικῶν. Μόλις τὰ τελευταῖα χρόνια καὶ κυρίως μετὰ τὸ 1960, τὴν ἀποδυνάμωση τῶν παραεκκλησιαστικῶν ὀργανώσεων, τὴν ἀλλαγὴ σκέψης στὸν θεολογικὸ ἀκαδημαϊκὸ χῶρο καὶ τὴν ἀναγέννηση τοῦ Ἁγίου Ὅρους καὶ τοῦ μοναχισμοῦ, μπόρεσε ἡ Ἐκκλησία μας νὰ ἀνατροφοδοτηθεῖ καὶ πάλι ἀπὸ τὴ γνήσια ἡσυχαστικὴ πατερικὴ παράδοσή της. Οἱ στρεβλώσεις ὅμως ἀπὸ τὴ μακροχρόνια αἰχμαλωσία εἶναι ἀκόμα καὶ σήμερα σὲ πολλὰ σημεῖα φανερές. Σὲ μιὰν ἀπὸ αὐτὲς τὶς στρεβλώσεις θὰ ἀναφερθοῦμε καὶ ἐμεῖς σήμερα.
Στὰ ἀναλόγια ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἱερῶν Ναῶν ὑπάρχει ἕνα σπουδαῖο λειτουργικὸ βιβλίο μὲ τὸν τίτλο «Ὡρολόγιον τὸ μέγα». Ἐκεῖ, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ κείμενα πολλῶν ἀκολουθιῶν καὶ παρακλητικῶν κανόνων, ὑπάρχουν τὰ τροπάρια ἀλλὰ καὶ μικρὸς συναξαριστὴς τῶν καθ’ ἡμέρα ἑορταζόντων ἁγίων. Πρὸς τὸ τέλος δὲ τοῦ βιβλίου αὐτοῦ, ὑπάρχει ἕνα πολὺ σημαντικὸ κομμάτι μὲ τὸν τίτλο «Σύνοψις Κανόνων Ἱερῶν». Ἐδῶ παρατίθεται μιὰ ἐπιλογὴ ἀπὸ πολὺ σημαντικοὺς κανόνες ποὺ ἔχουν θεσπίσει οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, οἱ Οἰκουμενικὲς καὶ Τοπικὲς Σύνοδοι, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Μετὰ ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ κάθε κανόνα, ἀκολουθεῖ μιὰ σύντομη ἀνάλυση ἀπὸ τοὺς δύο μεγάλους ἑρμηνευτὲς τῆς Ἐκκλησίας μας, τὸν Ἰωάννη Ζωναρᾶ καὶ τὸν Πατριάρχη Ἀντιοχείας Θεόδωρο Βαλσαμών (12ος αἰῶνας). Ἡ ἐπιλογὴ τῶν Ἱερῶν αὐτῶν Κανόνων στὸ Ὡρολόγιο ἔγινε μὲ σκοπό, ὅπως χαρακτηριστικὰ ἀναφέρει, τὴν «πρόχειρον χρῆσιν καὶ ὁδηγίαν παντὸς χριστιανοῦ, ἐξαιρέτως δὲ τῶν ἱερωμένων».
Πρῶτος ἀπὸ ὅλους τοὺς κανόνες, καταδεικνύοντας ἔτσι καὶ τὴ σπουδαιότητά του, παρατίθεται ὁ ἔνατος κανὼν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Τὸ κείμενό του αὐτολεξεὶ ἔχει ὡς ἑξῆς: «Πάντας τοὺς εἰσιόντας πιστούς, καὶ τῶν Γραφῶν ἀκούοντας, μὴ παραμένοντας δὲ τῇ προσευχῇ καί τῇ ἁγίᾳ μεταλήψει, ὡς ἀταξίαν ἐμποιοῦντας τῇ ἐκκλησίᾳ ἀφορίζεσθαι χρή.» Μὲ ἄλλα λόγια, ὅσοι ὀρθόδοξοι εἰσέλθουν στὴν ἐκκλησία κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία καὶ ἀκοῦνε μὲν τὶς Θεῖες Γραφές, ἀλλὰ δὲν προσμένουν μέχρι τὸ τέλος καὶ δὲν μεταλαμβάνουν, αὐτοὶ θὰ πρέπει νὰ ἀφορίζονται, γιατὶ προκαλοῦν μεγάλη ἀταξία στὴν ἐκκλησία. Θὰ πρέπει δέ, στὸ σημεῖο αὐτό, νὰ ἔχομε στὸν νοῦ μας ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἀφορισμοῦ κατὰ τὴν παράδοσή μας ἔχει κυρίως τὴν ἔννοια τῆς κατάδειξης στὸν πιστὸ ὅτι αὐτὰ ποὺ πράττει εἶναι ἐκτὸς τῶν ὁρίων (ἀφ-ὁρίων), ἐκτὸς τῶν γραμμῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ τρόπου τοῦ ζῆν καὶ οἱ πράξεις του αὐτὲς θὰ τὸν ὁδηγήσουν ἀργὰ ἢ γρήγορα σὲ προβλήματα καὶ ἀδιέξοδα.
Ἀναλύοντας τὸ κείμενο τοῦ κανόνα οἱ δύο μεγάλοι ἑρμηνευτὲς ἀναφέρουν αὐτολεξεί, ὁ μὲν Ζωναρᾶς ὅτι: «Πάντας ὁ παρὼν κανὼν ἀπαιτεῖ, τῆς ἁγίας ἐπιτελουμένης θυσίας, μέχρι τέλους προσκαρτερεῖν τῇ εὐχῇ καί τῇ ἁγίᾳ μεταλήψει. Καὶ οἱ λαϊκοὶ γὰρ συνεχῶς μεταλαμβάνειν τότε ἀπῃτοῦντο». Ὁ δὲ Βαλσαμὼν λέγει: «Ὁ τοῦ παρόντος κανόνος διορισμὸς δριμύτατός ἐστιν. Ἀφορίζει γὰρ τοὺς ἐκκλησιάζοντας καὶ μὴ παραμένοντας μέχρι τέλους, μηδὲ μεταλαμβάνοντας». Τὰ λόγια τόσο τοῦ κανόνος, ὅσο καὶ τῶν ἑρμηνευτῶν δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι πιὸ ξεκάθαρα. Λένε καθαρὰ καὶ μετ’ ἐπιτάσεως ὅτι δὲν νοεῖται ἕνας ὀρθόδοξος νὰ παρακολουθήσει τὴ Θεία Λειτουργία καὶ νὰ μὴν κοινωνήσει. Κάτι τέτοιο εἶναι ἀδιανόητο καὶ πρόξενος μεγάλης ταραχῆς.
Ὁ ὀρθόδοξος πιστὸς πάει στὴ Θεία Λειτουργία γιὰ νὰ δεῖ τὸν Χριστό, νὰ μιλήσει μὲ τὸν Χριστό, νὰ προσευχηθεῖ στὸν Χριστὸ καὶ νὰ κοινωνήσει τὸν Χριστό. Καὶ ὁ Χριστὸς μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀγαπητικὴ σχέση νὰ χαριτώσει τὸν ὀρθόδοξο κατὰ τὰ μέτρα τῆς μετάνοιας, τοῦ ἀγῶνα καὶ τῆς χωρητικότητάς του. Νὰ γίνουνε οἱ δυό τους ἕνα. Ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός, ποὺ σὲ ἱστορικὸ χρόνο ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ξεκίνησε ἔτσι μιὰ νέα, καινοφανὴς ὀντολογικὴ κατάσταση, αὐτὴ τῆς Θεανθρωπίας. Τῆς ἀσυγχύτου καὶ ἀδιαιρέτου συνυπάρξεως τῆς Θεότητας καὶ τῆς Ἀνθρωπότητας. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ πρῶτος θεάνθρωπος. Καὶ καλεῖ τὸν ἄνθρωπο νὰ τὸν ἀκολουθήσει σ’ αὐτὴν τὴ νέα ὀντολογικὴ κατάσταση μὲ τὸ νὰ γίνει μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν προσωπικό του ἀγῶνα καὶ αὐτὸς Θεάνθρωπος. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἄρνηση τοῦ ὀρθοδόξου νὰ κοινωνήσει ἀποτελεῖ ἄρνηση τῆς δυνατότητάς του γιὰ Θεανθρώπινη ὕπαρξη καὶ σωτηρία καὶ ἄρνηση οὐσιαστικὰ τῆς ἴδιας τῆς ὀρθόδοξής του πίστης. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἄρνηση τῆς κοινωνίας θεωρεῖται ἀπὸ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες ὡς πολὺ μεγάλη «ἀταξία».
Κάθε Κυριακὴ στὶς ἐκκλησίες μας δυστυχῶς παρακολουθοῦμε ἕνα ἐντελῶς ἀνορθόδοξο θέαμα, γιὰ τὸ ὁποῖο εὐθυνόμαστε ὅλοι ἐμεῖς. Ἐνῷ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν παρακολουθοῦν ἑκατοντάδες πιστοί, στὸ τέλος δὲν κοινωνοῦν παρὰ μόνο 10-20 ἄτομα στὴν πλειονότητά τους παιδιά. Κανονικὰ ἔπρεπε νὰ γίνεται τὸ ἀντίθετο. Δηλαδὴ ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἑκατοντάδες πιστοὶ νὰ κοινωνοῦν καὶ ἴσως μόνο μερικοὶ πιστοὶ (ἐπειδὴ κανονίστηκαν ἔτσι ἀπὸ τοὺς γέροντές τους γιὰ καθαρὰ πνευματικοὺς λόγους) νὰ μὴν κοινωνοῦν προσωρινά.
Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἄγνοια, πολλὰ εἶναι νομίζω τὰ αἴτια τῆς ἀνορθοπραξίας μας αὐτῆς. Θὰ σταθῶ ὅμως μόνο στὴν ἀρρώστια τοῦ εὐσεβισμοῦ καὶ τῆς ἀνταπόδοσης, ποὺ μᾶς προσέβαλε ἀπὸ τὴ Δύση. Κατ’ αὐτὴν θὰ πρέπει κάποιος ὀρθόδοξος νὰ εἶναι πάρα πολὺ ἄξιος, ἀναμάρτητος καὶ ἀριστεὺς τοῦ χριστιανισμοῦ, ὥστε νὰ λάβει ἔπειτα ὡς ἀνταπόδοση καὶ βραβεῖο τὴ Θεία Κοινωνία. Τὸ κριτήριο δηλαδὴ δὲν εἶναι τὸ δάκρυ τῆς μετάνοιας καὶ ἡ ἀγάπη στὸν Χριστό, ἀλλὰ ὁ ἐγωισμός του ὅτι ἐκπληρώσαμε μερικὲς ἠθικιστικὲς νόρμες καὶ κανόνες. Καὶ ἐπειδὴ οὔτε καὶ αὐτοὺς τοὺς κανόνες τοὺς ἐκπληρώνομε συχνά, κοινωνοῦμε κάθε Πάσχα, πού, ὅπως λένε μερικοί, «εἶναι μεγάλη γιορτὴ καὶ ὅλα συγχωροῦνται».
Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ προσέγγιση εἶναι λάθος. Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἕνα κλειστὸ κλὰμπ καὶ λέσχη ἀρίστων. Εἶναι ἕνα νοσοκομεῖο ποὺ προσπαθεῖ νὰ θεραπεύσει ἀρρώστους. Καὶ ἄρρωστοι εἴμαστε ὅλοι ἐμεῖς. Καὶ προστρέχομε στὴν Ἐκκλησία γιὰ βοήθεια, ἀγάπη καὶ σωτηρία. Καὶ ὅσο πιὸ ἄρρωστοι εἴμαστε, τόσο πιὸ πολύ ἀνάγκη ἔχομε τῆς Ἐκκλησίας. Ποιός θὰ τολμήσει νὰ πεῖ ὅτι ἀπηλλάγη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ ἔτσι βραβεύεται μὲ τὴ Θεία Κοινωνία; Ἐδῶ σχεδὸν κάθε λεπτὸ ποὺ περνάει ἁμαρτάνομε. Ἀκόμα καὶ τὴν ὥρα ποὺ πλησιάζομε νὰ κοινωνήσομε ἁμαρτάνομε. Ἂς ἀναλογιστοῦμε μόνο τὴν ψυχική μας ταραχή, τὰ σχόλια, τὴν κατάκριση καὶ τὶς μαῦρες σκέψεις ποὺ κάνομε, ἀκόμα καὶ ἐκείνη τὴν ὥρα.
Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν θὰ πρέπει ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι νὰ ξαναδιαβάσομε τοὺς πατέρες μας, νὰ ἄρομε τὶς πολλὲς στρεβλώσεις τοῦ παρελθόντος καὶ νὰ ἐπαναπροσδιορίσομε τὶς σωτηριολογικές μας δυνατότητες μέσα ἀπὸ τὴν ἡσυχαστική μας παράδοση. Νὰ θυμόμαστε δὲ πάντα, ὅτι δὲν εἶναι βραβεῖο ἡ Θεία Κοινωνία. Εἶναι μιὰ ἀγαπητικὴ σχέση μὲ τὸν Χριστὸ καὶ παράκληση σωτηρίας

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 19, 2017

...Ζω ευλαβώς το μέγα τούτο Μυστήριον, δια της αποκαλύψεως του οποίου εδόθη απάντησις εις πάντα τα ερωτήματά μου...

Ετόλμησα να ομιλήσω περί εκείνου, όπερ ο μοναχός φυλάττει συνήθως εντός αυτού ως πολύτιμον μυστικόν, εκ του φόβου μήπως «ο Ιησούς εκνεύση όχλου όντος» (πρβλ. Ιωάν. 5,13). Τούτο εδόθη εις εμέ, ότε έζων εισέτι εν τη Μονή, μετά μεγαλυτέρας δε δυνάμεως αργότερον, ότι ανεχώρησα εις την έρημον. Εκεί, εν τη απομονώσει, ησθάνθην την παρουσίαν του Ζώντος Θεού μέχρι λήθης του κόσμου.
 Γέροντας Σωφρόνιος του έσσεξ

Είναι αδύνατον να περιγράψω καταλλήλως την εμπειρίαν των Θείων επισκέψεων. Αύται δεν επαναλαμβάνονται πάντοτε υπό την ιδίαν μορφήν, αλλά σχεδόν εις εκάστην περίπτωσιν υπεισέρχεται νέον τι και κατά διάφορον ακολουθίαν.
Ενθυμούμαι ότι η επίκλησις του Ονόματος του Ιησού Χριστού συνωδεύετο μετά της αοράτου ελεύσεως Αυτού του Ιδίου· από της στιγμής δε εκείνης το Θαυμαστόν τούτο Όνομα, αλλά και άλλα Ονόματα του Θεού, έτι πλείον ή πρότερον απέβησαν δι’ εμέ αγωγοί ενώσεως μετ’ Αυτού. Κατ’ εκείνον τον καιρόν ήμην ήδη ιερεύς. Η τέλεσις της Θείας Λειτουργίας έλαβεν ωσαύτως άλλον χαρακτήρα: Ήτο ουχί μόνον πράξις ευλαβείας, καθαράς εξ αμφιβολιών πίστεως, αλλά δι’ όλου του είναι μου αίσθησις του Γεγονότος της παρουσίας του Θεού, Όστις τελεί το μυστήριον. Τότε ησθάνθην βαθέως το νόημα και την πραγματικότητα, άτινα περικλείονται εις τους λόγους του Μεγάλου Βασιλείου: «Συ εί ο χαρισάμενος ημίν ουρανίων μυστηρίων αποκάλυψιν» (ευχή της Προσκομιδής). Όντως ο Κύριος και εις ημάς τους εσχάτους πάντων των ανθρώπων, αποκαλύπτει το μυστήριον της ιερουργίας.
Μετά ταύτα ήρχετο η νοερά κατανόησις της αποτελεσματικότητος της λειτουργικής πράξεως, αλλά δεν γνωρίζω, εάν θα ανεύρω λόγους προς έκφρασιν της εμπειρίας μου. Η λειτουργία ως Θεία Πράξις αφομοιούται δι’ όλης της υπάρξεως ημών: Δεν τίθεται το ερώτημα πώς τούτο είναι δυνατόν. Δια τον ιερέα τούτο είναι εμφανώς οντολογικόν γεγονός. «Λάβετε … τούτο εστι το Σώμα Μου … Πίετε … τούτο εστι το Αίμα Μου». Και πρότερον μετείχον των μυστηρίων ουχί άνευ πίστεως, ουχί άνευ αγάπης, αλλά μετ’ ολιγώτερον εναργούς συνειδήσεως του τελουμένου. Δια της επικλήσεως του Ονόματος του Ιησού Χριστού εδόθη εις εμέ η πείρα της μακαρίας, αλλά και εν ταυτώ φοβεράς παρουσίας του Αιωνίου Θεού. Βεβαίως τούτο δεν σημαίνει ότι η τοιαύτη τάξις είναι υποχρεωτική δια πάντας.
Εκ των πρώτων λόγων της Λειτουργίας –«Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος»– έρχεται η ελεήμων απάντησις του Θεού. Ουχί πάντοτε μετά της αυτής εντάσεως. Ο λειτουργικός κανών (Αναφορά) απαιτεί προσοχήν ιδιαιτέρως υπεύθυνον. Η υψίστη δε στιγμή είναι η της Επικλήσεως. Ο ιερεύς, και μετ’ αυτού πάντες οι εν τω ναώ ευρισκόμενοι, στρέφονται προς τον Θεόν Πατέρα μετά της δεήσεως, όπως εξαποστείλη το Πνεύμα το Άγιον. Και Αυτό έρχεται και τελεί εκείνο, περί του οποίου εγένετο ικεσία.
Δια της Λειτουργικής Πράξεως έμαθον να μελετώ την ζωήν του Χριστού-Ανθρώπου. Πριν ή είπη εις τους Αποστόλους: «Λάβετε … τούτο εστι το Σώμα Μου», μυστικώς εδεήθη του Πατρός. Δεν εξέφρασε τους φοβερούς τούτους λόγους ως Παντοκράτωρ, αλλ’ ως Υιός ανθρώπου, εκδιδάσκων ημάς, όπως μη επιτρέπωμεν οιανδήποτε εσωτερικήν κίνησιν φέρουσαν χαρακτήρα «αυτοθεώσεως». Την κατανόησιν ταύτην έθεσα ως θεμέλιον της εν Χριστώ ζωής μου: Ως κτίσμα, ικετεύω τον Πατέρα· αναμένω την σωτηρίαν μόνον ως δωρεάν της Άνωθεν αγάπης· την υιοθεσίαν αναζητώ ουχί άλλως, ει μη δια του Χριστού· τον αγιασμόν και τον φωτισμόν μόνον δια του Αγίου Πνεύματος. Οι Τρεις Ούτοι –Πατήρ, Υιός και Πνεύμα Άγιον– εν τη βαθεία συνειδήσει μου αποτελούν Μίαν Ζωήν, Μίαν Βασιλείαν, Έν Φως, Μίαν Αγάπην. Έκαστος εξ αυτών φέρει το απόλυτον πλήρωμα της Θεότητος. Διαιρούνται εν εμοί αδιαιρέτως. Ενούνται εν εμοί ασυγχύτως. Τούτο συνιστά το αιώνιον γεγονός του Θείου Είναι, του Οποίου την σφραγίδα διψώ να λάβω παρά την συνείδησιν της πλήρους αναξιότητός μου. Δεν επιχειρώ να ερμηνεύσω την Τριαδικήν Ενότητα δια λογικής αφαιρέσεως. Ζω ευλαβώς το μέγα τούτο Μυστήριον, δια της αποκαλύψεως του οποίου εδόθη απάντησις εις πάντα τα ερωτήματά μου.


 
Πηγή: "Περί Προσευχής" Αρχιμανδρίτου ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ (Σαχάρωφ). Μετάφρασις εκ του Ρωσικού Ιερομονάχου Ζαχαρίου. Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου. Έσσεξ Αγγλίας 1993.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 14, 2012

Άρτος ουράνιος και Ποτήριον Ζωής!


Τώρα που αρχίζουν τα σαρανταλείτουργα και πέφτουν απανωτά οι εορτές και οι ευκαιρίες εκκλησιασμού ΑΣ ΚΟΙΝΩΝΑΜΕ ΤΑ ΑΧΡΑΝΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ πιο συχνά.

Γι'αυτό προσφέρεται ο Χριστός. Είπε Ο ΤΡΩΓΩΝ ΚΑΙ Ο ΠΙΝΩΝ. Συνεχώς και όχι εθιμικά. Μπορεί η Θεία Κοινωνία να μην είναι κοινό ποτό, αλλά δεν είναι και μπαμπούλας. Είναι ανάγκη, είναι θείος έρως, πνευματική τροφή πού χωρίς αυτήν νεκρωνόμαστε πνευματικά. Ας αφήσουμε απ'εξω τις φοβικές ψευδοευλάβειες, τις προκαταλήψεις και τα σχόλια του κόσμου, τις εθιμικες συμπεριφορες. Σημασία έχει ο ΤΡΟΠΟΣ που προσερχόμαστε και όχι ο ΧΡΟΝΟΣ. Ας μην επαναπαυόμαστε στις 2 φορές τον χρόνο.

Ευκαιρία με την νηστεία να καλλιεργήσουμε λίγο το μετανοϊκό ήθος και να προσερχόμαστε πιό συχνά, με φόβο Θεού, πίστη και αγάπη. Δεν μπαίνουν στον παράδεισο αυτοί που μένουν στην καλή ηθική επιφάνεια αλλά αυτοί που βουτάνε στο μυστηριακό βάθος. Ας μην ξεχνάμε πώς οι Κανόνες της Εκκλησίας αφορίζουν αυτούς πού αποστρέφονται το άγιο Ποτήριο, όχι από βδελυγμία, αλλα προφάσει ευλαβείας και  ευσεβείας!


Πολλοί χριστιανοί υποκαθιστούν τον πνευματικό, λένε αυτό το φρικτό πρός τους αδελφούς τους:"σούπα είναι η Θεία Κοινωνία;" . Όχι δεν είναι σούπα αλλά είναι φάρμακο! Φάρμακο αθανασίας.Και ο καθένας εμπιστεύεται την ψυχή του στον καλό πνευματικό του, πού θα του ορίσει για πνευματικό συμφέρον κάθε πότε θα κοινωνεί και πώς θα κοινωνεί. Και όταν ο πνευματικός ετεροδιδασκαλεί και σε απομακρύνει από το άγιο Ποτήριο,προβάλλοντας άλλους τρόπους προσέγγισης του θείου, υποτιμώντας την θεία κοινωνία(δεν μιλάμε για αυτούς πού παιδαγωγούνται επειδή διέπραξαν κωλυτικά και σοβαρά αμαρτήματα, αλλά για αλλότρια ήθη) μην το σκέφτεσαι: άλλαξε πνευματικό.

Μην υποκαθιστούμε την Εκκλησία, αδελφοί. Ιδιαιτέρως οι γυναίκες θέλουν να καθοδηγούν τους άντρες τους, καταναγκαστικά και εθιμικά, υποκαθιστώντας τον πνευματικό και ακολουθώντας συνταγές πού δεν πέρασαν από το εξομολογητήριο. Καί έτσι τους απομακρύνουν από ένα άλλο μυστήριο μεγάλο: την εξομολόγηση και την πνευματική σχέση.

Άλλοι επιβάλουν ημερες νηστείας προ της Κοινωνίας, ωσάν να επρόκειτο για συνταγές. Αυτά πού σου θεσπίζει ο καλός πνευματικός ώς φάρμακο να μην τα δίνεις στους άλλους ,για να μην τους γίνουν ασπιρίνη στον καρκίνο και φαρμάκι στην υγεία.

Και αυτά επίσης είναι ανήκουστα κα εξουσιαστικά πράγματα! Η Εκκλησία μας στις τόσες νηστείες πού θέσπισε για ωφέλεια μας (τεσσαρακοστές,τετραδοπαράσκευα κλπ), σχετικά με την θεία κοινωνία μόνο κανονικώς ορίζει να προσερχόμαστε νηστικοί, χωρίς να καθορίζει πρότερη νηστεία ημερών συγκεκριμένη. 

Κατά την πνευματική κατάσταση εκάστου, κατά την ηλικία και την θέση , μπορεί να νηστεύεις από ΜΗΔΕΝ έως 10 μέρες(ενδεικτικά) και αυτό όταν είναι απαραίτητο.

Για αυτο μερικοί πού νιώθουν κατά βάθος ανάξιοι για κρυφες τους αμαρτίες, ούτε αυτοί μεταβάλλονται, αλλά και άλλους αποθαρρύνουν. Ετσι ειναι φτιαγμένος ο άνθρωπος. Να αποθαρρύνει αυτούς πού θέλουν να φτάσουν εκεί όπου ο ίδιος δεν μπορεί να φτάσει...

Ας δοκιμάζει ο καθένας τον εαυτό του λέει ο απόστολος και ας προσέρχεται. Τί σημαίνει αυτό; 

Όσο το δυνατόν μακρυά έριδες, μνησικακίες, πολλή ελεημοσύνη, μετανοϊκή διάθεση, συγχώρεση, ολιγοήμερη προετοιμασία. αποχή από τα συζυγικά κατά κοινή συναινέση,εγκράτεια κατά την πνευματική κατάσταση και προσερχόμαστε, φτάνει να μην είμαστε δεσμευμένοι από καποιο επιτίμιο.

Ας μην πει κανενας οτι αυτα είναι δύσκολα. Λίγη είναι η φιλότιμη προσπάθεια; Ή μήπως το ήθος του χριστιανού είναι διαφορετικό από τα παραπάνω;

Ο Δεσπότης είναι και ο ίδιος φιλότιμος όλους τους αναπαύει. Ας διαβάσουμε τον κατηχητικό λόγο του Χρυσοστόμου στο Πασχα, για να συντριβούμε αλλά και να χαρούμε για την τόση αγάπη και απλοχεριά, του προσφέροντος και προσφερομένου.

Προσέλθετε μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης! Αρτος ουράνιος και Ποτήριον Ζωής!


Ευλογήσω τόν Κύριον εν παντί καιρώ διά παντός η αίνεσις αυτού εν τώ στόματί μου, Άρτον ουράνιον, καί ποτήριον ζωής γεύσασθε καί ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος, Αλληλούϊα, Αλληλούϊα, Αλληλούϊα.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 11, 2011

Αγίου Νικοδήμου και Αγίου Μακαρίου αναφορά στους Πατέρες περί Θείας Κοινωνίας



Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου & Μεγάλου Μακαρίου Κορίνθου


Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: όταν καλώς και αξίως μεταλαμβάνουν το ιερό και πανάγιο Σώμα του Κυρίου μας, αυτό γίνεται όπλο για όσους πολεμούνται και επαναστροφή για όσους έχουν απομακρυνθεί από τον Θεό. Ενδυναμώνει τους ασθενείς, ευφραίνει τους υγιείς, θεραπεύει τις ασθένειες, διαφυλάσσει την υγεία. Με τη Θεία Μετάληψη διορθωνόμαστε ευκολότερα και γινόμαστε περισσότερο μακρόθυμοι και υπομονετικοί στους πόνους και στις θλίψεις. Μας καθιστά περισσότερο θερμούς στην αγάπη, λεπτούς στη γνώση, πρόθυμους στην υπακοή, οξείς και γρήγορους στην ενέργεια των χαρισμάτων. Σε όσους δε δεν μεταλαμβάνουν συχνά συμβαίνουν τα αντίθετα, αφού δεν είναι σφραγισμένοι με το Τίμιο Αίμα του Κυρίου μας. Σφάζεται τότε το Πρόβατο και με το Τίμιο Αίμα Του σφραγίζονται η πράξη και η θεωρία, δηλαδή η έξη και η ενέργεια, οι παραστάδες των δικών μου θυρών, των κινήσεων του νοός. Αυτά ανοίγονται καλώς στη θεωρία και κλείνονται πάλι σαν θύρες από τη θεωρία των υψηλότερων και ακατάληπτων νοημάτων.

Ο θείος Κύριλλος Αλεξανδρείας λέει ότι με τη θεία Μετάληψη οι νοητοί κλέφτες, οι δαίμονες δεν βρίσκουν την ψυχή μας άδεια, ώστε να μπουν σε αυτή μέσω των αισθήσεων. Πρέπει να εννοήσεις σαν θύρα της οικίας τις αισθήσεις. Μέσω αυτών εισέρχονται στη καρδιά οι εικόνες όλων των πραγμάτων και χύνεται σε αυτήν το άμετρο πλήθος των επιθυμιών. Ο προφήτης Ιωήλ ονομάζει αυτές τις αισθήσεις παράθυρα λέγοντας ότι από αυτά θα μπουν οι κλέφτες, επειδή δεν ήταν χτισμένα με το Τίμιο Αίμα του Χριστού. Ο Άγιος Κύριλλος λέει ακόμη πως με τη θεία Κοινωνία καθαριζόμαστε από κάθε ψυχική ακαθαρσία και λαμβάνουμε προθυμία και ζέση για τις αρετές. Το Τίμιο Αίμα του Χριστού όχι μόνο μας ελευθερώνει από κάθε φθορά, αλλά μας καθαρίζει και από κάθε ακαθαρσία που κρύβεται μέσα στη ψυχή μας. Δεν μας αφήνει να ψυχρανθούμε από την αμέλεια αλλά μας κάνει ζέοντες και θερμούς στο Άγιο Πνεύμα.

Ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης επισημαίνει: τα δάκρυα και η κατάνυξη έχουν μεγάλη δύναμη. Πέρα όμως από όλα μαζί, η αγία Κοινωνία έχει μεγάλη δύναμη και ωφέλεια και από ότι βλέπω είσθε πολύ αμελείς σε αυτό το ζήτημα. Δεν προσέρχεστε στη θεία Μετάληψη. Απορώ και εξίσταμαι, γιατί σας βλέπω να κοινωνείτε μόνο την Κυριακή ενώ δεν μεταλαμβάνετε αν τελείται Λειτουργία κάποια άλλη μέρα. Αυτά δε σας τα λέω, για να κοινωνείτε απλά και όπως έτυχε, δίχως προετοιμασία, (Ο Απόστολος γράφει να δοκιμάζει κανείς τη συνείδησή του και έτσι να τρέφεται από τον άγιο Άρτο και να πίνει από το θείο Ποτήριο. Όποιος μεταλαμβάνει ανάξια θα κατακριθεί, επειδή δε διακρίνει καλά, ώστε να ευλαβείται το άγιο Σώμα και Αίμα του Κυρίου). Μη γένοιτο. Σας λέω να κοινωνούμε συχνά, να καθαρίζουμε όσο μπορούμε τους εαυτούς μας με την επιθυμία μας και την αγάπη μας για τη θεία Κοινωνία και έτσι καθαροί να μεταλαμβάνουμε.
Βλέπεις το ανερμήνευτο χάρισμα; Όχι μόνο πέθανε για μας, αλλά προσέφερε ακόμη και τον Εαυτό Του στην αγία Τράπεζα για να τον κοινωνούμε. Αν λοιπόν, αδελφοί μου, πράττουμε όπως μας προστάζουν οι άγιοι Πατέρες και κοινωνούμε συχνά, θα έχουμε συνεργό και βοηθό σε αυτήν τη ολιγοχρόνια ζωή τη θεία Χάρη. Θα έχουμε συμβοηθούς τους αγγέλους του Θεού και ακόμη και τον ίδιο τον Δεσπότη των αγγέλων. Επιπλέον, θα αποδιώξουμε μακριά μας τους εχθρικούς δαίμονες όπως λέει και ο θείος Χρυσόστομος (τόμος 13ος σελ.580-3) σαν λιοντάρια που αποπνέουν φωτιά, έτσι αναχωρούμε από την πνευματική εκείνη Τράπεζα των Μυστηρίων. Προκαλούμε φόβο στο διάβολο επειδή έχουμε μαζί μας ως κεφαλή τον Χριστό και την αγάπη που μας έδειξε. Αυτό το Αίμα λαμπρύνει τη βασιλική εικόνα της ψυχής μας, δηλαδή το νου μας, το λόγο και το πνεύμα. Αυτό το Αίμα γεννά κάλλος και υπερθαύμαστη ωραιότητα. Δεν αφήνει να απομακρυνθεί η ευγένεια και η λαμπρότητα της ψυχής, την οποία ποτίζει και τρέφει συνεχώς. Αυτό το Αίμα, όταν μεταλαμβάνεται αξίως, καταδιώκει τους δαίμονες και τους απομακρύνει από εμάς, προσκαλεί όμως τους αγγέλους και τον Δεσπότη των αγγέλων. Αυτό συμβαίνει, επειδή οι δαίμονες φεύγουν από όπου δουν το Αίμα το Δεσποτικό, ενώ οι άγγελοι συντρέχουν και βοηθούν. Αυτό το Αίμα είναι η σωτηρία των ψυχών μας.
 Με αυτό χαίρεται η ψυχή, με αυτό καλλωπίζεται, με αυτό θερμαίνεται. Αυτό το Αίμα κάνει το νου μας περισσότερο λαμπρό και από τη φωτιά και την ψυχή μας πιο ωραία από το χρυσάφι. Όσοι μεταλαμβάνουν αυτό το Σώμα στέκονται μαζί με τους αγγέλους, αρχαγέλλους και τις άνω δυνάμεις, επειδή είναι ενδεδυμένοι με το φόρεμα το βασιλικό και έχουν μαζί τους πνευματικά όπλα. Ακόμη, όμως, δε σας είπα το μεγαλύτερο χάρισμα, όσοι μεταλαμβάνουν φορούν τον ίδιο τον Βασιλέα.
Ακούτε αδελφοί μου τι συμφορές παθαίνουν όσοι δεν μεταλαμβάνουν συχνά και απομακρύνονται από τα Μυστήρια; Ακούτε ότι δαιμονίζονται ή και μεταμορφώνονται σε κάποιο είδος αλόγων ζώων όπως τα παλιά χρόνια ο βασιλιάς Ναβουχοδονόσορας μεταμορφώθηκε σε βόδι; Και δίκαια υποφέρουν’ διότι ενώ μπορούν να γίνουν από άνθρωποι θεοί κατά χάρη με τη συνεχή θεία Κοινωνία, δεν το θέλουν. Απομακρυνόμενοι όμως από τη θεία Μετάληψη χάνουν και την ανθρώπινη μορφή που έχουν, μετασχηματίζονται σε άλογα ζώα και παραδίνονται στην εξουσία του Σατανά, όπως λέει και ο ψαλμωδός Ω Κύριε, ιδού, χάνονται εντελώς εκείνοι που απομακρύνονται από την Χάρη Σου (Ψαλμός ΟΒ 27).
Μάλλον πρέπει να πω, ότι αν αιφνιδίως έρθει ο θάνατος σε εκείνους που αργοπορούν να μεταλάβουν και τους βρει ανέτοιμους χωρίς τη θεία Μετάληψη, τι άραγε θα γίνουν οι ταλαίπωροι; Πως θα μπορέσουν να διέλθουν με ελευθερία τους τελωνάρχες δαίμονες του αέρος; Ποιο φόβο και τρόμο θα δοκιμάσει η ψυχή τους ενώ μπορούσαν να ελευθερωθούν από όλα αυτά με τη συχνή Κοινωνία, όπως έχει πει ο θείος Χρυσόστομος; Έλεος Θεέ μου.
Όσοι μεταλαμβάνουν με καθαρά συνείδηση λίγο πριν το θάνατό τους τα άχραντα Μυστήρια, όταν πια εξέλθει η ψυχή τους, λόγω της χάρης της θείας Κοινωνίας, τους περικυκλώνουν οι άγγελοι και τους αναβιβάζουν στον ουρανό. Και συ αδελφέ μου, δε γνωρίζεις πότε θα έρθει ο θάνατος, σήμερα ή αύριο ή αυτή την ώρα. Πρέπει πάντοτε να είσαι κοινωνημένος και έτοιμος. Αν είναι θέλημα Θεού να ζήσεις ακόμα, με τη χάρη της θείας Κοινωνίας, θα περάσεις μια ζωή γεμάτα από χαρά, ειρήνη, αγάπη, συνοδευμένη και από όλες τις άλλες αρετές. Εάν πάλι είναι θέλημα Θεού να πεθάνεις, τότε με την αγία Κοινωνία θα περάσεις ελεύθερα από τα τελώνια των δαιμόνων που βρίσκονται στον αέρα, και θα κατοικήσεις με ανεκλάλητη χαρά στις αιώνιες μονές. Αφού με τη συχνή θεία Μετάληψη είσαι ενωμένος πάντοτε με τον γλυκύ Ιησού Χριστό, τον παντοδύναμο Βασιλέα, και εδώ θα ζήσεις μακάρια ζωή και όταν πεθάνεις οι δαίμονες θα φύγουν μακριά σου αστραπιαία, ενώ οι άγιοι άγγελοι θα σου ανοίξουν την ουράνια είσοδο και θα σε πέμψουν με συνοδεία ως το θρόνο της μακαρίας Τριάδος.