ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κολλυβάδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κολλυβάδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Ιουλίου 14, 2017

Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου: Από τον ΑΟΡΑΤΟ ΠΟΛΕΜΟ



Αφού ξυπνήσεις το πρωί και προσευχηθείς αρκετή ώρα λέγοντας, Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν µε, το πρώτο πράγµα που πρέπει να σκεφθείς είναι αυτό:
το να νοµίσης ότι βλέπεις τον εαυτό σου κλεισµένο µέσα σε ένα τόπο και στάδιο, το οποίο δεν είναι άλλο, παρά η ίδια σου καρδιά και όλος ο εσωτερικός άνθρωπος· µε αυτόν το νόµο, ότι όποιος εκεί δεν πολεµήσει, θα μένει για πάντα πεθαµένος· και µέσα σε αυτό φαντάσου πως βλέπεις µπροστά σου εκείνο τον εχθρό και εκείνη την κακή σου επιθυµία, την οποία αποφάσισες να πολεµήσεις και είσαι έτοιµος να πληγωθείς και να πεθάνεις, αρκεί µόνο να την νικήσεις.
Και από µεν το δεξιό µέρος του σταδίου, πίστεψε πως βλέπεις τον νικηφόρο σου Αρχιστράτηγο, τον Κύριο µας Ιησού Χριστό µε την Παναγία του Μητέρα και µε πολλά τάγµατα Αγγέλων και Αγίων και µάλιστα τον Αρχάγγελο Μιχαήλ· και από την αριστερή πλευρά, ότι βλέπεις τον υπόγειο διάβολο µε τους δικούς του δαίµονες, για ναξεσηκώσουν το πάθος εκείνο και την κακή επιθυµία καταπάνω σου, και να σε παρακινήσουν να εγκαταλείψεις τον πόλεµο και να υποταχθείς σε αυτό· φαντάσου και πως ακούς µία φωνή, σαν από τον φύλακά σου Άγγελό, να σου λέει τα εξής:
-Εσύ σήµερα θα πολεµήσεις εναντίον αυτού του πάθους και των άλλων σου εχθρών· η καρδιά σου ας µη δειλιάσει πλήρως και αποφύγεις τον πόλεµον για τον φόβο ή άλλο περιορισµό µε κανένα τρόπο· διότι ο Κύριος µας και Αρχιστράτηγός µας Ιησούς στέκεται εδώ περιτριγυρισµένος µαζί µε όλους τους χιλιάρχους και εκατοντάρχους του, δηλαδή µε όλα του τα δοξασµένα τάγµατα, για να πολεµήσει όλους τους εχθρούς σου και να µη τους αφήσει να σε καταπιέσουν ή να σε νικήσουν. «Ο Κύριος θα πολεµήσει για σας» (Εξοδ. 14,14).
Οπότε, στάσου σταθερός, βίασε τον εαυτό σου, υπόµεινε τον πόνο που θα θέλεις να αισθανθείς κάποια φορά, φώναζε πολλές φορές από τα σπλάγχνα της καρδιάς σου· «µη µε παραδώσεις στη βουλιµία των εχθρών µου» (Ψαλµ. 26,18). Φώναζε τον Κύριό σου και την Παρθένο και όλους τους Αγίους και τις Αγίες· και θα νικήσεις οπωσδήποτε· γιατί λέει· «Σας γράφω νέοι µου για να σας βεβαιώσω ότι έχετε νικήσει τον πονηρό» (Ιωάν. α’ 2,13).
Και αν εσύ είσαι αδύνατος και κακοµαθηµένος, ενώ οι εχθροί σου είναι δυνατοί και πολλοί, πολύ περισσότερες είναι οι βοήθειες εκείνου που σε έπλασε και σε λύτρωσε και ασύγκριτα δυνατώτερος είναι ο Θεός στον πόλεµον αυτόν, όπως γράφτηκε· «Ο Κύριός σου είναι κραταιός και δυνατός στον πόλεµο» (Ψαλµ. 23,8).
Και περισσότερο πόθο έχει Αυτός για να σε σώσει, παρά αυτόν που έχει ο εχθρός για να σε καταστρέψει. Γι’ αυτό πολέµα και µη βαρεθείς ποτέ σου τον κόπο. Γιατί από τον κόπο και από την βία και την δοκιµασία, που αισθάνεσαι για την συνήθεια που έδειξες στο κακό, γεννάται η νίκη και ο µεγάλος θησαυρός, µε τον οποίο αγοράζεται η βασιλεία των ουρανών και ενώνεται η ψυχή για πάντα µε το Θεό.
Λοιπόν άρχισε στο όνοµα του Θεού να πολεµάς µε τα οχήµατα της απιστίας στον εαυτό σου και της ελπίδας και του θάρρους στο Θεό σου, µε την προσευχή και µε την εκγύµνασι· µάλιστα δε µε το όχηµα της καρδιακής και νοερής προσευχής, το οποίο είναι το· Κύριε, Ιησού Χριστέ, όνοµα τόσο φοβερό, που σαν µαχαίρι µε δύο στόµατα στρέφεται µέσα στη καρδιά, µασάει και κατακόβει τους δαίµονες και τα πάθη· γι’ αυτό σχετικά είπε ο Ιωάννης της Κλίµακας. «Ιησού ονόµατι, µάστιζε πολεµίους»· για το οποίο µιλάµε ξεχωριστά στο µε κεφάλαιο.
Με αυτά, λέω, πολεµάει εκείνο τον εχθρό και εκείνο το πάθος και την κακή επιθυµία, που σε πολεµάει την οποία είσαι αποφασισµένος να νικήσεις µε την σειρά, που σου είπα στο ιγ΄ κεφάλαιο· δηλαδή πότε µε την αντίσταση, να τον πληγώνεις µέχρι θανάτου, πότε µε τοµίσος, πότε µε τις πράξεις της αντίθετης αρετής· και έτσι, να κάνης πράγµατα που αρέσουν στο Θεό σου, ο οποίος, µε όλη την θριαµβεύουσα στον ουρανό Εκκλησία στέκεται αόρατα και βλέπει τον πόλεµό σου· για τον οποίο πόλεµο, δεν πρέπει να λυπάσαι σκεπτόµενος, ότι αφενός µεν είναι η υποχρέωσις που έχουµε όλοι µας να δουλεύουµε και να αρέσουµε στο Θεό και αφετέρου η ανάγκη που έχουµε να πολεµάµε, καθώς σου είπα από πριν. Γιατί, αν εγκαταλείψουµε αυτόν τον πόλεµο, οπωσδήποτε θα θανατωθούµε.
Έπειτα, και αν φύγεις προς στιγµή από τον κατά Θεόν αυτό πόλεµο σαν αποστάτης και παραδοθείς στο κόσµο και σε όλες τις καλοπεράσεις και αναπαύσεις της σάρκας, ύστερα όµως και µε την πίεσή σου πάλι πρέπει να πολεµήσεις και µε τόσες αντιθέσεις, που πολλές φορές να ιδρώνει το πρόσωπό σου και να καταπληγώνεται η καρδιά σου µε θανατηφόρες λυποθυµίες.
Πότε;
Την ώρα των γηρατειών σου και του θανάτου σου.
Όταν οι δαίµονες και όλα τα πάθη σου, πιθανόν να σε έχουν περικυκλώσει. Και τόσο να σε συντρίψουν, που εσύ µη µπορώντας, ποιό πρώτα να πολεµήσεις, θα παραδοθείς σε αιώνιο θάνατο.
Γι’ αυτό, µη γίνεις τόσο ανόητος, αγαπητέ, που να θέλεις να πολεµάς τότε σε µία ώρα ασύµφορη αλλά σαν φρόνιµος, υπόµεινε τώρα την κούραση του πολέµου, για να νικήσεις, να στεφανωθείς και να ενωθείς µε τον Θεό και εδώ και εκεί στη βασιλεία του την ουρά

Πέμπτη, Ιανουαρίου 19, 2012

Όταν ο Παπουλάκος "συνάντησε" τους Ινδιάνους





Όλοι οι ευαίσθητοι και προβληματισμένοι σύγχρονοι άνθρωποι συγκινούνται με την απάντηση του Ινδιάνου αρχηγού Seattle στον πρόεδρο των ΗΠΑ Franklin Pierce, το 1854, όπου του εξηγεί γιατί δε μπορεί να του πουλήσει τη γη της φυλής του (που "δεν της ανήκει, αλλά οι άνθρωποι ανήκουν σ’ αυτήν").
Ακριβώς αυτό έκανε κι ο Παπουλάκος: υπερασπίστηκε το δικό του πολιτισμό απέναντι στον εισαγόμενο, που τον εισήγαγαν οι ξένοι εξουσιαστές, σε βάρος του δικού του (του δικού μας). Και μάλιστα τα 'βαλε μ' ένα παντοδύναμο (μπροστά στον πολίτη) κράτος, με μια ισχυρή Εκκλησία (ισχυρή απέναντί του, κατά τα άλλα όργανο του κράτους) και τελικά θυσίασε τη ζωή του γι' αυτό. Κι όμως, πολλοί συγκινούνται π.χ. για το Θεόφιλο Καΐρη, μοναχό που τον καταδίκασε σε περιορισμό η Εκκλησία για τις αιρετικές του απόψεις (τις οποίες μάλιστα απέκρυπτε, παριστάνοντας τον ορθόδοξο μοναχό), αλλά θυμώνουν όταν ακούσουν καλό λόγο για τον Παπουλάκο.
Αν για μας ήταν προτιμότερη η δυτική τεχνολογία από τις δικές μας (οικολογικές) μεθόδους παραγωγής και μετακίνησης και το δικό μας τρόπο ζωής, γιατί δεν είχε λάθος κι ο Ινδιάνος αρχηγός; Ή μήπως οι Ινδιάνοι είχαν ένα σοφό πολιτισμό, ενώ οι Ρωμιοί (εμείς) δεν είχαν σοφία (και φιλοσοφία);
Οποιοσδήποτε λαός στην κόσμο αντιστέκεται στο δυτικό ιμπεριαλισμό και την αποικιοκρατία, και καλά κάνει. Μια εστία αντίστασης ήταν και ο Παπουλάκος (μαζί με τον Κοσμά Φλαμιάτο και άλλους συνοδοιπόρους του, και παλαιότερα τους αγίους Κολυβάδες - άλλο κόκκινο πανί για τους προοδευτικούς).
Όταν ο Daniel Quin γράφει στον Ισμαήλ πως οι άνθρωποι δεν είναι πιο σημαντικοί από τις τσούχτρες, η άποψή του χειροκροτείται διεθνώς ως εναλλακτική και ενδιαφέρουσα - ο Παπουλάκος, επειδή συμβαίνει να είναι χριστιανός, λοιδωρείται ως σκοταδιστής.
Το 1744 η Ιροκέζικη Ομοσπονδία των Έξι Εθνών απάντησε στους Λευκούς, που πρότειναν να πάνε κάποια Ινδιανόπουλα να σπουδάσουν στο κολλέγιο του Γουΐλλιαμσμπουργκ:
"...Μερικοί από τους νέους μας πήγαν παλαιότερα σε κολλέγια των βόρειων επαρχιών, διδάχτηκαν όλες σας τις επιστήμες, όμως, όταν ξαναγύρισαν πίσω σε μας, ήταν κακοί στο τρέξιμο, αγνοούσαν όλους τους τρόπους επιβίωσης σ' ένα δάσος, ήταν ανίσχυροι απέναντι στην αρκούδα, το κρύο ή την πείνα, δεν ήξεραν καν πώς να φτιάξουν ένα καλύβι, να πιάσουν ένα ελάφι ή να σκοτώσουν τον εχθρό, δε μιλούσαν καλά τη γλώσσα μας και, επομένως, δεν ήταν κατάλληλοι για κυνηγοί, πολεμιστές ή σύμβουλοι. Δεν ήταν καλοί για τίποτε απολύτως.
Παρότι δεν θα τη δεχτούμε, η ευγενική σας πρόταση οπωσδήποτε δε μας υποχρεώνει λιγότερο απέναντί σας και, για να σας δείξουμε πόσο το εννοούμε αυτό, αν οι κύριοι από τη Βιρτζίνια μας στείλουν έξι αγόρια τους, θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για την εκπαίδευσή τους. Θα τους διδάξουμε όλα όσα γνωρίζουμε και θα τους κάνουμε άνδρες" (Βενιαμίν Φρανκλίνος, Οι Ινδιάνοι, εκδ. "Ελεύθερος Τύπος", Αθήνα 1995, σελ. 11-12).
Αυτό απάντησαν οι σοφοί Ινδιάνοι. Αυτό έλεγε κι ο Παπουλάκος, όταν κήρυττε πως "τα άθεα γράμματα θα καταστρέψουν τον τόπο μας". Κοιτάξτε γύρω σας, δείτε τους δρόμους που έχει πάρει η νέα γενιά και η κοινωνία ολόκληρη (μια κοινωνία βουτηγμένη μέχρι τα κατάβαθα της ψυχής της στη σύγχρονη τεχνολογία και επιστήμη) και πείτε στον εαυτό σας με ειλικρίνεια αν είχε ή όχι δίκιο.



διαβάστε ολόκληρο το εξαιρετικό αφιέρωμα του ΝΕΚΡΟΥ για τον άγιο Παπουλάκο εδώ

Παρασκευή, Ιανουαρίου 13, 2012

Φεύγετε την Ευρώπην



Αγίου Αθανασίου Παρίου

Δεν δύναμαι, ούτε να ακούω ούτε να αναγινώσκω με υπομονήν τους ταλανισμούς του ημετέρου γένους, με το να πάσχη αμάθειαν της έξω φιλοσοφίας. Όλοι σχεδόν, όσοι εις τας ακαδημίας της Ευρώπης υπάγουσι και εκεί βλέπουσι τόσα πλήθη φιλοσόφων, άλλοι δια ζώσης φωνής και άλλοι εν τοις προλεγομένοις των βιβλίων, οπού εκδίδουσι εις το κοινόν φως, τόσους ταλανισμούς και τόσας θρηνολογίας κάνουσι του γένους μας δια την στέρησιν της έξω σοφίας, ώστε οπού και τυφλόν και σκοτεινόν και ελεεινόν και μυρίων δακρύων άξιον το ονομάζουσι, τόσος φαίνεται να είναι ο ζήλος των. Αλλά τάχα ο ζήλος αυτών ούτος, είναι ένας ζήλος επαινετός ή όχι;


Αδόκιμος κρίνεται ο ζήλος ούτος. Διατί; Επειδή του λείπει η επίγνωσις. Ήγουν διατί δεν αισθάνονται, ούτε διακρίνουσι τί θέλει να ειπή γη, και τί θέλει να ειπή ουρανός· τί θέλει να ειπή σώμα και τί θέλει να ειπή ψυχή· τί θέλει να ειπή κόσμος, και τί θέλει να ειπή Εκκλησία· τί θέλει να ειπή φιλοσοφία, και τί θέλει να ειπή Αγία Γραφή.

Ηξεύρω βέβαια πως ο λόγος ούτος ούτος θέλει φανή απαράδεκτος, και πολλούς έχει να λυπήση από εκείνους οπού μάλιστα και σεμνύνονται εις αυτήν (την φιλοσοφίαν) παρά εις την λογικήν τους ψυχήν. Όμως εγώ βάνοντας σκοπόν να ωφελήσω κοινώς, καθ’ όσον δυνηθώ, τους απλούς αδελφούς μου, δεν ψηφώ των ολίγων την ματαίαν λύπην και οργήν. Το παρόν μου εγχειρίδιον λοιπόν θέλει εξετάσει πρώτον, τί πράγμα είναι τούτη η φιλοσοφία, εις την οποίαν ούτως ακράτως οι ημέτεροι φέρονται και την οποίαν τόσον πολλά εκθειάζουσι και υπερυψώνουσι.

Μέγα τίποτας και εξαίσιον χάρισμα παρά Θεού εδόθη εις τον άνθρωπον ο νους. Τέχνας επινοεί, επιστήμας ευρίσκει διαφόρους [...] Και επειδή όλα αυτά οπού εξετάζει ο νους είναι ποιήματα Θεού, διά τούτο η φιλοσοφία, οπού είναι γνώσις τούτων απάντων, ονομάζεται από τους παλαιούς γνώσις θείων πραγμάτων. Και η γνώσις αύτη λέγεται το θεωρητικόν μέρος της φιλοσοφίας. Διατί ονομάζεται πρακτικόν το άλλο μέρος, εκείνο οπού καταγίνεται εις την εξέτασιν των ανθρωπίνων πράξεων. Ανθρώπινα δε πράγματα λέγουσι τας αρετάς και τας κακίας. Τούτο είναι το μέρος εκείνο, οπού δείχνει εις τον άνθρωπον ποία είναι εκείνα οπού πρέπει να κάνη ως λογικός οπού είναι [...]

Η λογική ταύτη παιδεία δεν είναι διά τον ουρανόν, είναι διά την γην, διά τας πόλεις, διά τα βασίλεια, αυτή είναι ένα από τα οργανικά αγαθά, καθώς είναι δηλαδή τα χρήματα, τα κάλλη, η ρώμη του σώματος, τα αξιώματα και τα τοιαύτα, με ταύτην την διαφοράν, ότι αυτή είναι το πρώτον και τιμιώτατον των οργανικών καλών. Διατί όλα τα αλλά είναι και λέγονται υλικά και σωματικά, η δε μάθηση είναι λογική, δηλαδή της λογικής ψυχής γέννημα και καρπός εξαίρετος. Πλην και αυτή δεν είναι από την εδικήν της φύσιν ούτε κακή, ούτε καλή, αλλά από την μεταχείρισιν των εχόντων αυτήν, γίνεται ή καλή ή κακή. Λοιπόν η κατάχρηση της έξω σοφίας δίδει εις αυτήν το όνομα να λέγεται κακή. Δεν είναι όμως η κατάχρηση αυτή απλή και μονοειδής, αλλά πολλών λογιών. Πρώτη κατάχρηση ευρίσκεται εκείνη, οπού πολλοί την κρατούν εις μίαν υπόληψιν υπερτάτην, φρονούντες και λέγοντες πως αυτή μόνη, ήγουν η φιλοσοφία, είναι φως. Και όσοι την έχουν, εκείνοι μόνοι ιλλουμινάτοι και είναι και λέγονται, ήγουν φωτισμένοι. Οι δε άλλοι είναι σκοτεινοί και τυφλοί. Τέτοια ήτον η δόξα του παράφρονος Βαρλαάμ του Καλαβρού, και τέτοια είναι η των Γάλλων και των ομοίων τους. Δευτέρα κατάχρηση είναι εκείνη, οπού μερικοί καταγηράσκουσι και φθείρονται επάνω εις πράγματα πάντη άχρηστα, διά να επαινούνται πως είναι πνεύματα υψηλά και περίεργα. Τρίτη κατάχρηση είναι, οπού πολλοί ιερωμένοι, αφήνοντες την τάξιν τους και την ευσχημοσύνην του επαγγέλματός των, υπάγουν και κυλίονται εις τους βορβωρώδεις τόπους των αθεωτάτων γενών της Ευρώπης, διά να παραλάβουν μαθήματα πάντη ανοίκεια και αλλότρια του ιδίου των επαγγέλματος. Τετάρτη και τελευταία και χειρίστη απασών κατάχρηση είναι εκείνη, οπού τολμά να κρίνη και να ανακρίνή τας θείας γραφάς, και να μεταχειρίζεται την αντίθεον γλώσσαν της εναντίον εις την θείαν πρόνοιαν.

Ούτω γίνεται και κακή και ολεθρία και ψυχοβλαβεστάτη, και μίσους αξία και αποφυγής η έξω μάθηση. Λοιπόν δια να βάλλωμεν όρια εις εκείνους οπού θέλουν και καταδέχονται να μας ακούσουν, λέγομεν και συμβουλεύομεν να παύσουν και να λείψουν από μιας από την Ευρώπην, αν θέλουν να είναι και να μένουν Χριστιανοί…

Άξιον είναι να απορήση τινάς διά τον μυθολογικόν πίνακα του Κέβητος, ότι εκείνος ονομάζει εκεί ψευδοπαιδείαν όλα ομού τα είδη της φιλοσοφίας, και δεν είναι κανένας χριστιανός δεισιδαίμων εκείνος οπού τους δίδει αυτήν την επωνυμίαν. Είναι έλλην παλαιός, μάλιστα και από την καρδίαν της Ελλάδος, ήτοι από τας Θήβας της Βοιωτίας. Ιδού επί λέξεως, ούτοι δε, φησί, οι άνθρωποι οι έσω των περιβόλων ανακάμπτοντες τίνες εισίν; οι τας ψευδοπαιδείας, έφη, ερασταί ηπατημένοι, οιόμενοι μετά της αληθινής παιδείας συνομιλείν. Τίνες ουν καλούνται ούτοι; Οι μεν ποιηταί, έφη, οι δε ρήτορες, οι δε διαλεκτικοί, οι δε μουσικοί, οι δε αριθμητικοί, οι δε γεωμέτραι, οι δε αστρονόμοι, οι δε ηδονικοί, οι δε περιπατητικοί, οι δε κριτικοί και όσοι άλλοι τούτοι εισί παραπλήσιοι.

Τώρα να ονομάση ψευδοπαιδείαν την ποιητικήν και την ρητορικήν και την διαλεκτικήν και αλλά τοιαύτα είδη μαθήσεως, και η ύλη το δέχεται και το είδος το συγχωρεί. Αλλά να λέγη ψευδοπαιδείαν την γεωμετρίαν και τα σύστοιχα αυτή μαθήματα, τούτο βέβαια είναι παράξενον και μεγάλης απορίας άξιον. Αλλά δεν ονομάζει ο Κέβης ούτε την γεωμετρίαν ούτε καμμίαν άλλην επιστήμην ψευδοπαιδείαν, ότι τάχα σφάλλει και δεν ορθοποδεί εις τας αποδείξεις της, όχι λέγω κατά τούτο. Αλλ’ επειδή παιδεία θέλει να ειπή αγωγή ωφέλιμος της ψυχής, επιμόνως πολλάκις των από κακίας κυλίδων αυτήν εκκαθαίρουσα. Και πάλιν παιδεία, ηθών κατόρθωσα επί το κρείττον φέρουσα. Και απλώς ειπείν, παιδεία εστίν η αρετή. Επειδή, λέγω, τούτο θέλει να ειπή παιδεία, και έπειτα καμμία από αυτάς,

έξω από την εδικήν τους παρουσίαν ήτοι έξω από την εδικήν τους γνώσιν, καμμίαν βελτίωσιν δεν κάνουσι της ψυχής, ούτε του θυμού, ούτε της επιθυμίας, αλλά και είναι και γνωρίζονται οι περισσότεροι από αυτούς εμπαθέστατοι, φαυλοβιότατοι, ανδράποδα των ηδονών, δούλοι των ιδίων τους παθών, και μηδέν κατά τα ήθη διαφέροντες των πάντη απαίδευτων και αμαθών, διά ταύτα ονομάζει ο Κέβης, αλλά και προ του Κέβητος ο Σωκράτης, ψευδοπαιδείαν την λογικήν, ήτοι την διά λόγων περαινομένην και ποριζομένην φιλοσοφίαν. Αληθινήν παιδείαν καλούνε την των αλόγων παθών κάθαρσιν και των αρετών πασών κατόρθωσιν, ήγουν την ανδρείαν, την δικαιοσύνην, την σωφροσύνην, την επιείκειαν, την πραότητα, την συμπάθειαν και τας λοιπάς εννοίας. Αι οποίαι με έναν λόγον, ηθική φιλοσοφία ονομάζονται και εις την μητέρα, ήτοι εις την ευδαιμονίαν, αυταί φέρουσι τον άνθρωπον. Και τοιούτοι φιλόσοφοι ήσαν και ωνομάζοντο οι αναχωρηταί και ασκηταί λεγόμενοι. Λοιπόν όταν και οι έλληνες ακόμη ονομάζουσι ψευδοπαιδείαν την γεωμετρίαν και τας άλλας λογικάς επιστήμας, ωσάν οπού καμμίαν ηθικήν ωφέλειαν δεν προξενούν εις την ψυχήν, μάλιστα και την γεμίζουν από φαντασίαν και δαιμονικήν υψηλοφροσύνην [...]

Με εσάς αδελφοί ομιλώ οπού έτι εδώ ευρίσκεσθε, και όλον ένα διανοείσθε και βουλεύεσθε, να κινήσητε ή να μη κινήσητε. Δεν ομιλώ με εκείνους οπού ήδη απήλθον. Ότι είναι περιττός διά εκείνους κάθε λόγος, όχι μόνον διατί απήλθον, αλλ’ ότι και καλώς έπραξαν κομπάζουσι, και επήγαν και ήνοιξαν τα ομμάτιά τους.

Φεύγετε όσον δύνασθε την Εύρώπην. Και ακόμη και εκείνοι οπού έρχονται από την Ευρώπην. Ότι οι λόγοι τους ρέουσι από τα χείλη τους γλυκύτεροι από το μέλι. Μα αλοίμονον, αυτοί απαραλλάκτως είναι εκείνοι διά τους οποίους ο προφήτης λέγει τάδε: ότι ουκ έστιν εν τω στόματι αυτών αλήθεια, η καρδία αυτών ματαία.

Εγώ κατά αλήθειαν φρίττω και αμηχανώ, όταν από το ένα μέρος στοχάζομαι την σημερινήν κατάστασιν της Ευρώπης, και από το άλλο μέρος βλέπω τούτους τους ημετέρους, οπού έτσι ακράτως φέρονται εις την απόλαυσιν των δήθεν καλών αυτής. Οι μεν γαρ εμπορίας χάριν, οι δε φιλοσοφίας, εκεί τρέχουσι. Φρίττω λέγω και απορώ. Διατί ένα καιρόν ημείς οι ανατολικοί είχαμεν φόβον διά εκείνους οπού επήγαιναν εις την Ευρώπην, μη τύχη και πάθουν ένα από τα δύο, ή την σωφροσύνην να χάσουν, ή να πέσουν εις λατινισμόν. Την σήμερον αυτά και τα δύο λογίζονται παραμικρά και σχεδόν το ουδέν ως προς το έσχατον και ακρότατον των κακών, την αθεΐαν. Οι γάλλοι την επαρρησίασαν, αποβάλλοντες κοινώς τον Χριστιανισμόν, από τον οποίον και προ τούτου χριστιανοί ονομαζόμενοι, δεν είχαν καμμίαν ωφέλειαν. Τα άλλα μέρη της Ευρώπης ακόμα γελούν τον εαυτό τους τάχα πως είναι χριστιανοί, ουδέ μόρφωσιν καν έχοντες, ει μη μόνους τους ναούς και πολλάς και μεγάλας καμπάνας και τας πυκνάς λιτανείας και τα ποικίλα και διάφορα σχήματα και τα βδελυκτά και θεοστυγή τάγματα και τα λεγόμενα μοναστήρια. Τα δε αλλά πάντα γάλλοι αυτόχρημα. Αυτοί οι ίδιοι οι φιλόσοφοι εις τους οποίους τρέχουσι ούτοι διά να λάβωσι το μέγα φως, ότι είναι φιλόσοφοι και το κομπάζουσι, χριστιανοί δε και να τους υπολαμβάνουν πως είναι αισχύνονται και το αναγουλιάζουσι.

Λοιπόν αυτοί οπού τόσον ακρατώς εκείσε τρέχουσι, τάχα δεν μανθάνουσι από άλλους πως η Ευρώπη είναι το χάος της απωλείας; Οι περισσότεροι όμως και ακούουσι και μανθάνουσι, αλλά δεν ψηφούσι τίποτας την τοιαύτην βροντήν. Μα διατί; Διατί πιστεύουσι εις τους λογισμούς των, ότι αυτοί δεν έχουν να πάθουν τίποτες. Έπειτα αφού υπάγουν και πάθουν, μάλιστα και καυχώνται εις την ελεεινήν τους διαστροφήν. Λέγοντες πώς επήγαν και απέβαλον τας δεισιδαιμονίας, δεισιδαιμονίας ονομάζοντες οι κακοδαίμονες τας νενομισμένας νηστείας, τας προσευχάς τας ευλαβείας, σημεία και χρέη αχώριστα των ευσεβούντων Χριστιανών.

πηγή Επιμέλεια κειμένου· Παναγιώτης Νέλλας, Περιοδικό «Σύναξη», τεύχος 5, Χειμώνας 1983.
amethystos

Κυριακή, Δεκεμβρίου 11, 2011

Αγίου Νικοδήμου και Αγίου Μακαρίου αναφορά στους Πατέρες περί Θείας Κοινωνίας



Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου & Μεγάλου Μακαρίου Κορίνθου


Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: όταν καλώς και αξίως μεταλαμβάνουν το ιερό και πανάγιο Σώμα του Κυρίου μας, αυτό γίνεται όπλο για όσους πολεμούνται και επαναστροφή για όσους έχουν απομακρυνθεί από τον Θεό. Ενδυναμώνει τους ασθενείς, ευφραίνει τους υγιείς, θεραπεύει τις ασθένειες, διαφυλάσσει την υγεία. Με τη Θεία Μετάληψη διορθωνόμαστε ευκολότερα και γινόμαστε περισσότερο μακρόθυμοι και υπομονετικοί στους πόνους και στις θλίψεις. Μας καθιστά περισσότερο θερμούς στην αγάπη, λεπτούς στη γνώση, πρόθυμους στην υπακοή, οξείς και γρήγορους στην ενέργεια των χαρισμάτων. Σε όσους δε δεν μεταλαμβάνουν συχνά συμβαίνουν τα αντίθετα, αφού δεν είναι σφραγισμένοι με το Τίμιο Αίμα του Κυρίου μας. Σφάζεται τότε το Πρόβατο και με το Τίμιο Αίμα Του σφραγίζονται η πράξη και η θεωρία, δηλαδή η έξη και η ενέργεια, οι παραστάδες των δικών μου θυρών, των κινήσεων του νοός. Αυτά ανοίγονται καλώς στη θεωρία και κλείνονται πάλι σαν θύρες από τη θεωρία των υψηλότερων και ακατάληπτων νοημάτων.

Ο θείος Κύριλλος Αλεξανδρείας λέει ότι με τη θεία Μετάληψη οι νοητοί κλέφτες, οι δαίμονες δεν βρίσκουν την ψυχή μας άδεια, ώστε να μπουν σε αυτή μέσω των αισθήσεων. Πρέπει να εννοήσεις σαν θύρα της οικίας τις αισθήσεις. Μέσω αυτών εισέρχονται στη καρδιά οι εικόνες όλων των πραγμάτων και χύνεται σε αυτήν το άμετρο πλήθος των επιθυμιών. Ο προφήτης Ιωήλ ονομάζει αυτές τις αισθήσεις παράθυρα λέγοντας ότι από αυτά θα μπουν οι κλέφτες, επειδή δεν ήταν χτισμένα με το Τίμιο Αίμα του Χριστού. Ο Άγιος Κύριλλος λέει ακόμη πως με τη θεία Κοινωνία καθαριζόμαστε από κάθε ψυχική ακαθαρσία και λαμβάνουμε προθυμία και ζέση για τις αρετές. Το Τίμιο Αίμα του Χριστού όχι μόνο μας ελευθερώνει από κάθε φθορά, αλλά μας καθαρίζει και από κάθε ακαθαρσία που κρύβεται μέσα στη ψυχή μας. Δεν μας αφήνει να ψυχρανθούμε από την αμέλεια αλλά μας κάνει ζέοντες και θερμούς στο Άγιο Πνεύμα.

Ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης επισημαίνει: τα δάκρυα και η κατάνυξη έχουν μεγάλη δύναμη. Πέρα όμως από όλα μαζί, η αγία Κοινωνία έχει μεγάλη δύναμη και ωφέλεια και από ότι βλέπω είσθε πολύ αμελείς σε αυτό το ζήτημα. Δεν προσέρχεστε στη θεία Μετάληψη. Απορώ και εξίσταμαι, γιατί σας βλέπω να κοινωνείτε μόνο την Κυριακή ενώ δεν μεταλαμβάνετε αν τελείται Λειτουργία κάποια άλλη μέρα. Αυτά δε σας τα λέω, για να κοινωνείτε απλά και όπως έτυχε, δίχως προετοιμασία, (Ο Απόστολος γράφει να δοκιμάζει κανείς τη συνείδησή του και έτσι να τρέφεται από τον άγιο Άρτο και να πίνει από το θείο Ποτήριο. Όποιος μεταλαμβάνει ανάξια θα κατακριθεί, επειδή δε διακρίνει καλά, ώστε να ευλαβείται το άγιο Σώμα και Αίμα του Κυρίου). Μη γένοιτο. Σας λέω να κοινωνούμε συχνά, να καθαρίζουμε όσο μπορούμε τους εαυτούς μας με την επιθυμία μας και την αγάπη μας για τη θεία Κοινωνία και έτσι καθαροί να μεταλαμβάνουμε.
Βλέπεις το ανερμήνευτο χάρισμα; Όχι μόνο πέθανε για μας, αλλά προσέφερε ακόμη και τον Εαυτό Του στην αγία Τράπεζα για να τον κοινωνούμε. Αν λοιπόν, αδελφοί μου, πράττουμε όπως μας προστάζουν οι άγιοι Πατέρες και κοινωνούμε συχνά, θα έχουμε συνεργό και βοηθό σε αυτήν τη ολιγοχρόνια ζωή τη θεία Χάρη. Θα έχουμε συμβοηθούς τους αγγέλους του Θεού και ακόμη και τον ίδιο τον Δεσπότη των αγγέλων. Επιπλέον, θα αποδιώξουμε μακριά μας τους εχθρικούς δαίμονες όπως λέει και ο θείος Χρυσόστομος (τόμος 13ος σελ.580-3) σαν λιοντάρια που αποπνέουν φωτιά, έτσι αναχωρούμε από την πνευματική εκείνη Τράπεζα των Μυστηρίων. Προκαλούμε φόβο στο διάβολο επειδή έχουμε μαζί μας ως κεφαλή τον Χριστό και την αγάπη που μας έδειξε. Αυτό το Αίμα λαμπρύνει τη βασιλική εικόνα της ψυχής μας, δηλαδή το νου μας, το λόγο και το πνεύμα. Αυτό το Αίμα γεννά κάλλος και υπερθαύμαστη ωραιότητα. Δεν αφήνει να απομακρυνθεί η ευγένεια και η λαμπρότητα της ψυχής, την οποία ποτίζει και τρέφει συνεχώς. Αυτό το Αίμα, όταν μεταλαμβάνεται αξίως, καταδιώκει τους δαίμονες και τους απομακρύνει από εμάς, προσκαλεί όμως τους αγγέλους και τον Δεσπότη των αγγέλων. Αυτό συμβαίνει, επειδή οι δαίμονες φεύγουν από όπου δουν το Αίμα το Δεσποτικό, ενώ οι άγγελοι συντρέχουν και βοηθούν. Αυτό το Αίμα είναι η σωτηρία των ψυχών μας.
 Με αυτό χαίρεται η ψυχή, με αυτό καλλωπίζεται, με αυτό θερμαίνεται. Αυτό το Αίμα κάνει το νου μας περισσότερο λαμπρό και από τη φωτιά και την ψυχή μας πιο ωραία από το χρυσάφι. Όσοι μεταλαμβάνουν αυτό το Σώμα στέκονται μαζί με τους αγγέλους, αρχαγέλλους και τις άνω δυνάμεις, επειδή είναι ενδεδυμένοι με το φόρεμα το βασιλικό και έχουν μαζί τους πνευματικά όπλα. Ακόμη, όμως, δε σας είπα το μεγαλύτερο χάρισμα, όσοι μεταλαμβάνουν φορούν τον ίδιο τον Βασιλέα.
Ακούτε αδελφοί μου τι συμφορές παθαίνουν όσοι δεν μεταλαμβάνουν συχνά και απομακρύνονται από τα Μυστήρια; Ακούτε ότι δαιμονίζονται ή και μεταμορφώνονται σε κάποιο είδος αλόγων ζώων όπως τα παλιά χρόνια ο βασιλιάς Ναβουχοδονόσορας μεταμορφώθηκε σε βόδι; Και δίκαια υποφέρουν’ διότι ενώ μπορούν να γίνουν από άνθρωποι θεοί κατά χάρη με τη συνεχή θεία Κοινωνία, δεν το θέλουν. Απομακρυνόμενοι όμως από τη θεία Μετάληψη χάνουν και την ανθρώπινη μορφή που έχουν, μετασχηματίζονται σε άλογα ζώα και παραδίνονται στην εξουσία του Σατανά, όπως λέει και ο ψαλμωδός Ω Κύριε, ιδού, χάνονται εντελώς εκείνοι που απομακρύνονται από την Χάρη Σου (Ψαλμός ΟΒ 27).
Μάλλον πρέπει να πω, ότι αν αιφνιδίως έρθει ο θάνατος σε εκείνους που αργοπορούν να μεταλάβουν και τους βρει ανέτοιμους χωρίς τη θεία Μετάληψη, τι άραγε θα γίνουν οι ταλαίπωροι; Πως θα μπορέσουν να διέλθουν με ελευθερία τους τελωνάρχες δαίμονες του αέρος; Ποιο φόβο και τρόμο θα δοκιμάσει η ψυχή τους ενώ μπορούσαν να ελευθερωθούν από όλα αυτά με τη συχνή Κοινωνία, όπως έχει πει ο θείος Χρυσόστομος; Έλεος Θεέ μου.
Όσοι μεταλαμβάνουν με καθαρά συνείδηση λίγο πριν το θάνατό τους τα άχραντα Μυστήρια, όταν πια εξέλθει η ψυχή τους, λόγω της χάρης της θείας Κοινωνίας, τους περικυκλώνουν οι άγγελοι και τους αναβιβάζουν στον ουρανό. Και συ αδελφέ μου, δε γνωρίζεις πότε θα έρθει ο θάνατος, σήμερα ή αύριο ή αυτή την ώρα. Πρέπει πάντοτε να είσαι κοινωνημένος και έτοιμος. Αν είναι θέλημα Θεού να ζήσεις ακόμα, με τη χάρη της θείας Κοινωνίας, θα περάσεις μια ζωή γεμάτα από χαρά, ειρήνη, αγάπη, συνοδευμένη και από όλες τις άλλες αρετές. Εάν πάλι είναι θέλημα Θεού να πεθάνεις, τότε με την αγία Κοινωνία θα περάσεις ελεύθερα από τα τελώνια των δαιμόνων που βρίσκονται στον αέρα, και θα κατοικήσεις με ανεκλάλητη χαρά στις αιώνιες μονές. Αφού με τη συχνή θεία Μετάληψη είσαι ενωμένος πάντοτε με τον γλυκύ Ιησού Χριστό, τον παντοδύναμο Βασιλέα, και εδώ θα ζήσεις μακάρια ζωή και όταν πεθάνεις οι δαίμονες θα φύγουν μακριά σου αστραπιαία, ενώ οι άγιοι άγγελοι θα σου ανοίξουν την ουράνια είσοδο και θα σε πέμψουν με συνοδεία ως το θρόνο της μακαρίας Τριάδος.

Τρίτη, Νοεμβρίου 16, 2010

Η εσωτερική ενότητα και η επίδραση της Φιλοκαλίας σε Ανατολή και Δύση

Επισκόπου Διοκλείας Καλλίστου Ware

Τὸ 1782 ἐκδόθηκε στὴ Βενετία ἕνας ὀγκώδης τόμος στὰ ἑλληνικὰ ποὺ ἔφερε τὸν τίτλο Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν (1). Τὴν ἐποχὴ ποὺ ἐκδόθηκε δὲν εἶχε μεγάλη ἀπήχηση στὸν Ἑλληνορθόδοξο κόσμο, ἐνῷ στὴ Δύση τὸ ἔργο παρέμεινε τελείως ἄγνωστο γιὰ πολὺ καιρό. Ἀναδρομικὰ ὡστόσο, εἶναι σαφὲς ὅτι ἡ Φιλοκαλία ὑπῆρξε μία ἀπὸ τὶς σημαντικότερες ἑλληνικὲς ἐκδόσεις ποὺ πραγματοποιήθηκαν σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τῶν τεσσάρων αἰώνων τῆς Τουρκοκρατίας. Σήμερα, δύο αἰῶνες καὶ πλέον μετὰ τὴν πρώτη της ἔκδοση, ἡ Φιλοκαλία ἐξακολουθεῖ νὰ κυκλοφορεῖ στὸ πρωτότυπο ἀλλὰ καὶ σὲ νεοελληνικὴ μετάφραση. Ἐπίσης, ἔχει μεταφρασθεῖ ὄχι μόνον στὶς γλῶσσες τῶν χωρῶν ποὺ παραδοσιακὰ θεωροῦνται ὀρθόδοξες, ἀλλὰ καὶ στὶς περισσότερες δυτικοευρωπαϊκὲς γλῶσσες. Τόσο τὸ πρωτότυπο ὅσο καὶ οἱ μεταφράσεις ἔχουν κυκλοφορήσει σὲ τακτικὲς ἐπανεκδόσεις στὴ διάρκεια τῶν τελευταίων σαράντα ἐτῶν.

Στὴ Μεγάλη Βρετανία καὶ στὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες, ἀλλὰ καὶ στὶς ἄλλες χῶρες, οἱ πωλήσεις αὐξάνονται κάθε χρόνο. Σὲ πολλοὺς ὀρθόδοξους, ἀλλὰ καὶ σὲ μὴ ὀρθόδοξους κύκλους μιλᾶμε πλέον γιὰ μία «φιλοκαλικὴ» προσέγγιση τῆς θεολογίας ἢ τῆς προσευχῆς, καὶ πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θεωροῦν αὐτὴ τὴ φιλοκαλικὴ στάση ὡς τὸ πλέον δημιουργικὸ στοιχεῖο τῆς 'Ορθοδοξίας σήμερα.

Ὑπάρχουν ὁρισμένα βιβλία ποὺ μοιάζει σὰν νὰ μὴν ἔχουν γραφτεῖ γιὰ τὴ δική τους ἐποχή, ἀλλὰ γιὰ τὶς ἑπόμενες γενιές. Τὴν ἐποχὴ τῆς ἔκδοσής τους περνοῦν σχεδὸν ἀπαρατήρητα, ἐνῷ ἡ ἐπίδρασή τους γίνεται, ἐμφανὴς μετὰ ἀπὸ δύο ἢ περισσότερους αἰῶνες. Ἡ Φιλοκαλία εἶναι ἀκριβῶς ἕνα τέτοιο βιβλίο.

Τί εἴδους βιβλίο εἶναι ἡ Φιλοκαλία; Ἡ πρώτη της ἔκδοση, τὸ 1782, κλείνει μὲ μία σελίδα στὰ Ἰταλικά: εἶναι ἡ licenza, δηλαδὴ ἡ ἄδεια δημοσίευσης τὴν ὁποία ὑπογράφουν οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ λογοκριτὲς τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Πάδοβα. Στὴν ἄδεια αὐτὴ γράφουν ὅτι τὸ βιβλίο δὲν περιέχει τίποτε ἀντίθετο στὴν ἁγία καθολικὴ πίστη (contrο la Santa Fede Cattolica), καθὼς καὶ τίποτε ἐνάντια στὶς ἀγαθὲς ἀρχὲς καὶ συνήθειες (contro principi, e buoni costumi) [2]. Ὡστόσο, παρόλο ποὺ ἡ Φιλοκαλία φέρει αὐτὴ τὴ ρωμαιοκαθολικὴ σφραγίδα (imprimatur) δὲν παύει νὰ ἀποτελεῖ ἐντελῶς ὀρθόδοξο βιβλίο. Οἱ τριάντα ἕξι διαφορετικοὶ συγγραφεῖς, τὰ κείμενα τῶν ὁποίων περιλαμβάνονται καὶ τὰ ὁποῖα χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸν 4ο ὡς τὸν 15ο αἰώνα, εἶναι ὅλοι Ἕλληνες ἐκτὸς ἀπὸ ἕναν, τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Κασσιανὸ (περ. 430), ὁ ὁποῖος ἦταν ἐπίσης γνωστὸς ὡς Κασσιανὸς ὁ Ρωμαῖος καὶ ὁ ὁποῖος συνέγραψε τὸ ἔργο του στὰ λατινικά. Αὐτὴ ἡ ἐξαίρεση εἶναι περισσότερο φαινομενικὴ παρὰ πραγματική, καθὼς ὁ Κασσιανὸς ἀνατράφηκε στὴ Χριστιανικὴ Ἀνατολὴ καὶ ὑπῆρξε μαθητὴς τοῦ Εὐαγρίου τοῦ Ποντικοῦ, ποὺ φοίτησε κοντὰ στοὺς Πατέρες τῆς Καππαδοκίας.

Ποιοὶ ἦταν ὡστόσο οἱ ἐκδότες τῆς Φιλοκαλίας; Στὴ σελίδα τίτλου τῆς ἔκδοσης τοῦ 1782 ἀναγράφεται μὲ μεγάλα στοιχεῖα τὸ ὄνομα τοῦ χορηγοῦ ποὺ κατέστησε δυνατὴ τὴν ἔκδοση τοῦ ἔργου: ...διὰ δαπάνης τοῦ Τιμιωτάτου, καὶ Θεοσεβεστάτου Κυρίου Ἰωάννου Μαυρογορδάτου. (Πρόκειται ἴσως γιὰ τὸν Ἰωάννη Μαυροκορδάτο ποὺ ὑπῆρξε Πρίγκιπας τῆς Μολδαβίας ἀπὸ τὸ 1743 ἕως τὸ 1747). Ὡστόσο, οὔτε στὴ σελίδα τίτλου οὔτε στὶς 1.206 σελίδες τῆς ἀρχικῆς ἔκδοσης γίνεται ὁποιαδήποτε ἀναφορὰ στοὺς ἐκδότες τοῦ ἔργου. Στὴν πραγματικότητα ὅμως δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία γιὰ τὴν ταυτότητά τους: πρόκειται γιὰ τὸν ἅγιο Μακάριο Κορίνθου (1731-1805) καὶ τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη (1749-1809), ποὺ ἦταν καὶ οἱ δύο μέλη τοῦ Κινήματος τῶν Κολλυβάδων (3).

Ποιὸς ἦταν ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ ἅγιοι Μακάριος καὶ Νικόδημος δημοσίευσαν αὐτὴ τὴ μεγάλη συλλογὴ Πατερικῶν κειμένων σχετικὰ μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν πνευματικὴ ζωή; Τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 18ου αἰώνα ὑπῆρξε κρίσιμη καμπὴ γιὰ τὴν πολιτισμικὴ ἱστορία τῆς Ἑλλάδας. Παρὰ τὸ ὅτι ἡ βυζαντινὴ αὐτοκρατορία ἔληξε μὲ τὴν πτώση τῆς Πόλης τὸ 1453, ἡ βυζαντινὴ (ἢ καλύτερα ἡ ρωμαίικη) περίοδος τῆς ἱστορίας τῆς 'Ορθοδοξίας συνεχίστηκε χωρὶς διακοπὴ ἕως τὸ τέλος τοῦ 18ου αἰώνα. Μὲ αὐτὸ ἐννοῶ ὅτι ἡ 'Ορθόδοξη Ἐκκλησία συνέχισε νὰ παίζει κεντρικὸ ρόλο στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Παρὰ τὶς δυτικὲς ἐπιδράσεις, ρωμαιοκαθολικὲς ἢ προτεσταντικές, ἡ θεολογία συνέχισε νὰ ἀναπτύσσεται κυρίως πάνω στὰ ἀχνάρια τῆς Πατερικῆς σκέψης. Καὶ οἱ περισσότεροι Ἕλληνες κοιτάζοντας πίσω στὸ παρελθόν, εἶχαν ὡς ἰδεῶδες τους τὴ χριστιανικὴ αὐτοκρατορία τοῦ Βυζαντίου.

Στὴ διάρκεια τῶν τελευταίων δεκαετιῶν τοῦ 18ου αἰώνα ὡστόσο, μία νέα ἰδεολογία ἄρχισε νὰ ἐπικρατεῖ μεταξὺ τῶν λόγιων Ἑλλήνων• τὸ πνεῦμα τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ. Τὸ ὕφος αὐτῆς τῆς νέας νοοτροπίας ἦταν περισσότερο κοσμικὸ ἀπὸ ἐκεῖνο τῶν Ρωμιῶν, ἂν καὶ ἀρχικὰ τουλάχιστον δὲν ἦταν ρητὰ ἀντιεκκλησιαστικό. Οἱ πρωταγωνιστὲς αὐτοῦ τοῦ κινήματος στράφηκαν πρὸς τὰ πίσω, πιὸ πίσω ἀπὸ τὸ Βυζάντιο, στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα, προβάλλοντας ὡς ἰδεῶδες τὴν Ἀθήνα τοῦ Περικλέους, ποὺ τόσο θαύμαζαν στὴ Δύση. Πρότυπά τους δὲν ἦταν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ οἱ Ἕλληνες συγγραφεῖς τῆς κλασικῆς περιόδου. Αὐτοὶ οἱ ἐκφραστὲς τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ ἐμπνεύστηκαν ὡστόσο, ὄχι μόνον ἀπὸ τὴ δυτικὴ λατρεία γιὰ τὶς κλασικὲς σπουδές, ἀλλὰ γενικότερα ἀπὸ τὴ νοοτροπία τοῦ Διαφωτισμοῦ (Aufklärung), ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ Βολταίρου καὶ τῶν Γάλλων Ἐγκυκλοπαιδιστῶν, τῶν ἰδεολόγων τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης (ἡ ὁποία ἄρχισε μόλις ἑπτὰ χρόνια μετὰ τὴ δημοσίευση τῆς Φιλοκαλίας) καὶ ἀπὸ τὸν ψευδό-μυστικισμὸ τῶν Μασόνων.

Εἶναι περιττὸ νὰ προσθέσω ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ φανταστοῦμε τὸ τέλος τοῦ 18ου αἰώνα ὡς ἐποχὴ ἁπλῆς μετάβασης ἀπὸ τὴ ρωμαίικη παράδοση (ποὺ ξαφνικὰ θὰ ἔφτανε στὸ τέλος καὶ θὰ παραχωροῦσε τὴ θέση της) σὲ ἐκείνη τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ. Ἀντίθετα, τὸ ρωμαίικο στοιχεῖο συνέχισε νὰ συνυπάρχει μὲ τὸν Νέο Ἑλληνισμὸ στὴν Ἑλλάδα τόσο τοῦ 19ου ὅσο καὶ τοῦ 20ου αἰώνα. Οἱ δυὸ προσεγγίσεις ἐφάπτονται σὲ πολλὰ σημεῖα, μὲ συνέπεια τὴ δημιουργία μιᾶς λεπτῆς καὶ πολύπλοκης μίξης τῶν δύο, ποὺ συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ὁ Ἀλεξάντερ Σολζενίτσιν ἐπισημαίνει στὸ βιβλίο του Τὸ Ἀρχιπέλαγος τῶν Γκούλαγκ ὅτι τὸ σημεῖο διαχωρισμοῦ μεταξὺ τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ βρίσκεται στὸ μέσον κάθε ἀνθρώπινης καρδιᾶς (4). Κατὰ τὴν ἴδια ἔννοια μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι τὸ σημεῖο διαχωρισμοῦ τοῦ Ρωμιοῦ καὶ τοῦ Ἕλληνα περνάει ἀπὸ τὸ μέσο τῆς καρδιᾶς καθενὸς ἀπὸ ἐμᾶς.

Ἐὰν δεχτοῦμε ὅτι ὁ Ἀδαμάντιος Κοραῆς εἶναι ὁ πιὸ διακεκριμένος ἐκπρόσωπος τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ στὰ τέλη τοῦ 18ου αἰώνα, τότε οἱ πιὸ ἐπιφανεῖς ἐκπρόσωποι τοῦ ρωμαίικου, ἢ ἀλλιῶς, τοῦ παραδοσιακοῦ ὀρθόδοξου πνεύματος εἶναι οἱ ἐκδότες τῆς Φιλοκαλίας, ὁ ἅγιος Νικόδημος καὶ ὁ ἅγιος Μακάριος. Μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους Κολλυβάδες, οἱ ἅγιοι Νικόδημος καὶ Μακάριος αἰσθάνθηκαν ἀπειλητικὴ τὴ διείσδυση τῶν ἰδεῶν τοῦ Δυτικοῦ Διαφωτισμοῦ (Aufklärung) στὴν κοινωνία τῆς ἐποχῆς τους. Πίστευαν ὅτὶ ἡ ἀναγέννηση τῆς ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ἔθνους θὰ μποροῦσε νὰ γίνει πραγματικότητα μόνον μέσα ἀπὸ τὴν ἀναβίωση τῆς μυστικῆς καὶ νηπτικῆς θεολογίας τῶν Πατέρων. Μὴν ἐλπίζετε στὴ νέα ἐκκοσμίκευση τῆς Δύσης, ἔλεγαν στοὺς Ἕλληνες συμπατριῶτες τους. Θὰ ἀποδειχθεῖ ὅτι δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία ἀπογοήτευση. Ἡ μόνη ἐλπίδα ἀναγέννησης εἶναι νὰ ἀνακαλύψουμε ἐξαρχῆς τὶς γνήσιες ρίζες μας στὸ παρελθὸν τῶν Πατέρων καὶ τοῦ Βυζαντίου. Δὲν εἶναι τὸ μήνυμά τους ἐξίσου ἐπίκαιρο σήμερα, ὅσο ἦταν καὶ τὸν 18ο αἰώνα;

Οἱ Κολλυβάδες πρότειναν, λοιπόν, ἕνα μακρόπνοο καὶ ριζικὸ πρόγραμμα ressourcement, δηλαδὴ ἐπιστροφῆς στὶς αὐθεντικὲς ρίζες τοῦ Ὀρθόδοξου Χριστιανισμοῦ. Αὐτὸ τὸ πρόγραμμα εἶχε τρία βασικὰ σκέλη. Κατὰ πρῶτο λόγο, ὅσον ἀφορᾶ στὴ λατρεία, οἱ Κολλυβάδες τόνιζαν τὴ σημασία τῆς πίστης στὴ λειτουργικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Μεταξὺ ἄλλων, ἐπέμεναν στὴν τέλεση τῶν μνημοσύνων τὴν καθορισμένη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἡμέρα, δηλαδή, τὸ Σάββατο, καὶ ὄχι τὴν Κυριακή. Ἀπὸ ἐκεῖ προῆλθε καὶ ἡ ὀνομασία Κολλυβάδες ποὺ τοὺς ἀποδόθηκε. Αὐτὸ ὅμως ἦταν ἕνα θέμα σχετικὰ ἥσσονος σημασίας. Πολὺ πιὸ σημαντικὴ ἦταν ἡ ἔμφαση ποὺ ἔδιναν στὴ συχνὴ μετάληψη τῆς Θείας Κοινωνίας. Στὸ θέμα αὐτὸ πολλοὶ ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ ἀντιτάχθηκαν ἔντονα πετυχαίνοντας τελικὰ τὸ διωγμὸ καὶ τὴν ἐξορία τῶν Κολλυβάδων. Κατὰ δεύτερο λόγο, οἱ Κολλυβάδες ἐνδιαφέρονταν γιὰ μία Πατερικὴ ἀναγέννηση τῆς θεολογίας. Γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτὸ ξεκίνησαν ἕνα φιλόδοξο ἐκδοτικὸ πρόγραμμα, στὸ ὁποῖο ἡ ἔκδοση τῆς Φιλοκαλίας ἔπαιξε ἀποφασιστικὸ ρόλο. Κατὰ τρίτο λόγο, ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν Πατερικὴ κληρονομιὰ ἔδωσαν ἰδιαίτερη ἔμφαση στὴ διδασκαλία τοῦ Ἡσυχασμοῦ καὶ ἰδιαίτερα στὸ ἔργο τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, τὸν 11ο αἰώνα, καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τὸν 14ο αἰώνα. Ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση ἀποτελεῖ τὴ ζώσα καὶ σφύζουσα καρδιὰ τῆς Φιλοκαλίας καὶ προσδίδει σὲ αὐτὸ τὸ πολυσυλλεκτικὸ ἔργο ἑνιαῖο χαρακτῆρα.

Αὐτὸ εἶναι ἑπομένως τὸ πολιτισμικὸ ὑπόβαθρο τῆς Φιλοκαλίας. Ἀποτελεῖ θεμελιῶδες καὶ ἀναπόσπαστο μέρος τοῦ ressourcement, τῆς ἐπιστροφῆς στὶς ρίζες τῆς Πατερικῆς παράδοσης ποὺ ἐπεδίωκαν. Οἱ Κολλυβάδες στράφηκαν πρὸς τοὺς Πατέρες, ἀντιμετωπίζοντάς τους ὄχι ὡς ἀρχαιολογικὰ κειμήλια ἑνὸς μακρινοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ ὡς ζωντανοὺς ὁδηγοὺς τῶν σύγχρονών τους Χριστιανῶν. Ἤλπιζαν ὅτι ἡ Φιλοκαλὶα δὲν θὰ ἔμενε στὰ ράφια τῶν ἐπιστημόνων, ἀλλὰ ὅτι θὰ ἄλλαζε τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Ἔτσι, λοιπόν, ὁ πρώτιστος στόχος τῆς Φίλοκαλίας ἦταν πρακτικός.

Κατὰ τὴν ἴδια ἔννοια σημαντικὸ εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἅγιοι Νικόδημος καὶ Μακάριος δὲν προόριζαν τὴ Φιλοκαλία ἀποκλειστικὰ γιὰ μοναχούς, ἀλλὰ καὶ γιὰ λαϊκούς• ὄχι μόνον γιὰ εἰδικούς, ἀλλὰ γιὰ ὅλους τους Χριστιανούς. Τὸ βιβλίο προοριζόταν, ὅπως ἀναφέρεται χαρακτηριστικὰ στὴ σελίδα τίτλου, εἰς κοινὴν τῶν 'Ορθοδόξων ὠφέλειαν. Εἶναι γεγονὸς ὅτι σχεδὸν ὅλα τὰ κείμενα ποὺ ἐμπεριέχονται στὴ Φιλοκαλία εἶναι γραμμένα ἀπὸ μοναχοὺς καὶ ἀρχικὰ προορίζονταν γιὰ ἕνα ἀντίστοιχο κοινό. Εἶναι ἐπίσης γεγονὸς ὅτι, μὲ μόνη ἐξαίρεση ἑπτὰ συνοπτικὰ χωρία ποὺ παρατίθενται στὸ τέλος τοῦ τόμου, ὅλο τὸ ὑπόλοιπο ὑλικὸ ἐκδόθηκε σὲ μεσαιωνικὰ ἑλληνικά, χωρὶς νεοελληνικὴ (δημοτική) μετάφραση, παρὰ τὸ ὅτὶ ὁ ἅγιος Νικόδημος καὶ ὁ ἅγιος Μακάριος χρησιμοποίησαν τὴ δημοτικὴ στὶς περισσότερες ἀπὸ τὶς ἄλλες ἐκδόσεις τους. Παρὰ τὶς γλωσσικὲς δυσκολίες σὲ πολλὰ κείμενα τῆς Φιλοκαλίας, εἰδικὰ σὲ ἐκεῖνα τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, οἱ ἐκδότες δὲν ἀφήνουν περιθώριο ἀμφισβήτησης τῶν προθέσεων καὶ τῶν ἐλπίδων τους. Στὸν πρόλογό του ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης δηλώνει καθαρὰ ὅτι τὸ ἔργο προορίζεται γιὰ ὅλους: πάντες ὅσοι κλήσεως Ὀρθοδόξου τυγχάνετε μέτοχοι, συνάμα λαϊκοί τε καὶ μοναχοί (5). Εἰδικότερα, ὁ ἅγιος Νικόδημος ἀναφέρει ὅτι ἡ προτροπὴ τοῦ Ἁγίου Παύλου, ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε (Α' Θέσ. 5:17) δὲν ἀφορᾶ μόνον σὲ ἐρημίτες ποὺ ἀσκητεύουν σὲ σπηλιὲς ἢ στὶς κορυφὲς τῶν βουνῶν, ἀλλὰ καὶ σὲ ἔγγαμους Χριστιανοὺς μὲ οἰκογενειακὲς ὑποχρεώσεις, σὲ ἀγρότες, ἐμπόρους, δικηγόρους, ἀκόμη καὶ βασιλεῖς... καὶ βασιλεῖς αὐτοί, καὶ ἐν βασιλείοις διατρίβοντες (6). Εἶναι μία παγκόσμια προτροπή. Τὸ κάλλιστο ἀνήκει σὲ ὅλους.


διαβάστε το ολόκληρο εδώ
είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον

Πέμπτη, Ιουνίου 10, 2010

H πρόκληση του διαφωτισμου και οι Κολυβαδες - π. Γ. Μεταλληνός




Το 18ο αιώνα συντελείται νέα περιπετειώδης συνάντηση της Ορθόδοξης Ανατολής με τη Δύση, που στα βασικά της σημεία συνιστά επανάληψη της ανάλογης διαδικασίας του 14ου αιώνα. Συνεχιστές, άλλωστε, των Ησυχαστών του φθίνοντος Βυζαντίου ήσαν οι αγιορείτες Κολλυβάδες Πατέρες, ενώ στη θέση του Καλαβρού «Λατινέλληνος» Βαρλαάμ, του φορέα δηλαδή και εκφραστού της «ευρωπαϊκής» συνειδήσεως, κατέλαβαν οι επισημότεροι εκπρόσωποι του Ελληνικού Διαφωτισμού, κληρικοί και μοναχοί στην πλειονότητα τους, όπως και εκείνοι. Πρόκειται για μια νέα φάση του μακραίωνος εθνικού διχασμού μας, του μακρόσυρτου δηλαδή «πνευματικού δυϊσμού», που κατατρώγει μόνιμα την εθνική μας σάρκα.

Η πνευματική αυτή κρίση κατανοείται -δίκαια ως ένα σημείο- ως κρίση ταυτότητας του Γένους. Σημασία όμως έχει, ότι και πάλι το Αγιον Όρος, χώρος περισσότερο ευαισθητοποιημένος σε ζητήματα παραδόσεως, γίνεται επίκεντρο και της νέας συγκρούσεως, εφ' όσον έχει γίνει πια παραδεκτό (π.χ. Δημ. Αποστολόπουλος), ότι το Αγιον Όρος, στα πρόσωπα των Κολλυβάδων, όχι μόνο επηρεάζει, αλλά και κατευθύνει τον αγώνα του Εθναρχικού Κέντρου στις κρίσιμες πράγματι εκείνες ιστορικές επιλογές του.

Οι Έλληνες φορείς του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού εξέφραζαν κατά κανόνα μια στάση ζωής, που συνιστούσε ριζοσπαστική ανανοηματοδότηση σύνολης της κοινωνικής πραγματικότητας, στα όρια μιας νέας κοσμοθεωρίας (Weltanschauung), με την αυτούσια μεταφύτευση («μετα-κένωση») ιδεών, αρχών και πρακτικών, που παρήγαγε σε μια μακρά διαλεκτική διαδικασία - άγνωστη στην καθ' ημάς Ανατολή- ο ευρωπαϊκός χώρος. Στους Έλληνες Διαφωτιστές δεν έλειπαν αθεϊστικές, αντιχριστιανικές και προ πάντων αντικληρικαλιστικές τάσεις. Οι ιδέες τους, μάλιστα, προωθούσαν κάτι φοβερότερο για την ορθόδοξη συνείδηση και από την αληθινή ή φαινομενική τους «αθεΐα», τον αδιαφορισμό. Εξ άλλου, στα έργα τους λανθάνουν θέσεις αντιτριαδικές, πανθεϊστικές, αλλά και ευσεβιστικές (Κοραής), που ήταν αδύνατο να μην προκαλέσουν τις παραδοσιακές συνειδήσεις, δεδομένου μάλιστα, ότι όλα αυτά εντάσσονταν σε μια σαφώς εκδηλούμενη πρόθεση για αποδυνάμωση της Ρωμαίικης Εθναρχίας, με απώτερο στόχο τη διάλυσή της (πρβλ. Ελλαδικό αυτοκέφαλο). Ένας νέος, λοιπόν, κόσμος εισέβαλλε στη Ρωμαίικη (Ελληνορθόδοξη) Ανατολή, που δεν ήταν δυνατόν να επικρατήσει χωρίς ανατροπή του κόσμου της ορθοδόξου παραδόσεως.
Παραδοσιακοί κατ' εξοχήν στην Ανατολή ήσαν οι Κολλυβάδες Πατέρες, λόγιοι μοναχοί και κληρικοί, εντεταγμένοι στην ησυχαστική εμπειρία, με ρωμαίικο φρόνημα και γι' αυτό ικανοί να κατανοήσουν τις πνευματικές διαφοροποιήσεις του ευρωπαϊκού κόσμου. Δυτικοί ερευνητές, όπως ο προτεστάντης Ν. Bonwetsch ή ο Ρωμαιοκαθολικός Louis Ρetit, δεν δίσταζαν να χαρακτηρίσουν το «κίνημα των Κολλυβάδων» «δείγμα της αφυπνιζόμενης ζωής του Ελληνικού Έθνους», όταν ένα μέρος της δικής μας Διανοήσεως επέμενε να το βλέπει με έντονη υποτίμηση, εφ' όσον η αξιολόγηση των Κολλυβάδων συμβάδιζε με τη γενικότερη στάση έναντι του Ησυχασμού και του «Βυζαντίου». Η αποτίμησή τους όμως σήμερα είναι ευκολότερη, απ' όσο στο παρελθόν, όσο μάλιστα προχωρεί η αποδέσμευση από τα παλαιότερα - μη ενδογενή εν πολλοίς- καταθλιπτικά κριτήρια.
Κατά τον Καθηγητή κ. Χρ. Γιανναρά, οι Κολλυβάδες συνιστούν «κίνημα αντίδρασης στον εκδυτικισμό και την αλλοτρίωση», που αποκαλύπτει «μιαν απροσδόκητη για την εποχή θεολογική εγρήγορση και επίγνωση των βιωματικών προτεραιοτήτων της Εκκλησίας». Οι Κολλυβάδες εξέφραζαν τη συνείδηση του πλατιού λαϊκού στρώματος της εποχής τους, της λαϊκής βάσης, με τα μέσα και τις δυνατότητες του καιρού τους, αλλά και τις προσωπικές χαρακτηριολογικές καταβολές τους. Ταυτόχρονα όμως επιβεβαιώνουν τη συνέχεια του Αγίου Όρους ως θεματοφύλακα της πατερικότητας. Η αντίδρασή τους στο ρεύμα της εποχής, δηλαδή «στην ευρωπαϊκή κοσμογονία [...] προδίδει μιαν ιστορική διορατικότητα και οξυδέρκεια πραγματικά θαυμαστή».
Η σύγκρουση των παραδοσιακών δυνάμεων του Γένους με τις ιδέες του Διαφωτισμού ήταν αναπόφευκτη, διότι, όπως ελέχθη, επρόκειτο για διαμετρικά αντίθετους μεταξύ τους κόσμους και δράματα ασύμπτωτα. Αντίθετα, συμπάθεια στις ιδέες του Διαφωτισμού έδειχναν οι Αγιορείτες Αντικολλυβάδες, επικεντρώνοντας και αυτοί την αντίθεση τους στην ησυχαστική παράδοση, που τους έφερε κοντά στους Διαφωτιστές. Ακριβώς δε η απόρριψη των ησυχαστικών πρακτικών από μοναχούς του Αγίου Όρους ήταν για τους Κολλυβάδες απτή απόδειξη των συνεπειών της ταυτίσεως με τις νέες ιδέες της Ευρώπης και της επερχόμενης αλλοτριώσεως.

Το ρεύμα του Διαφωτισμού ανέπτυξε, έτσι, μια ισχυρή δυναμική στην παραδοσιακή συνείδηση του Γένους, και μάλιστα όχι μόνο αρνητικά αλλά και θετικά. Η πρόκληση δηλαδή δεν οδήγησε μόνο σε αντιθέσεις -εν πολλοίς άγονες και ζημιογόνες-, αλλά και σε δημιουργική δράση (συγγραφική παραγωγή, ποιμαντικές ενέργειες για την αναθέρμανση της πατερικότητας στη ζωή του εκκλησιαστικού σώματος. Είναι δε γεγονός, ότι «οι ηγέτες των Κολλυβάδων (Μακάριος Νοταράς, Νικόδημος Αγιορείτης, Αθανάσιος Πάριος) δεν αντιτάσσουν στο νεωτερισμό μιαν αντίπαλη ιδεολογία, αλλά ένα λόγο υπαρκτικής αφυπνίσεως στις ουσιώδεις πρωταρχικές ανάγκες του ανθρώπου, όπως τις φώτισε το ήθος και η εμπειρία των Πατέρων της εκκλησιαστικής παραδόσεως». Αντιρρητική και θεολογική δημιουργία συμπορεύονται στη δράση των Κολλυβάδων, προσφέροντας μαρτυρία πνευματικής και πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας, που δεν θα έφθανε στο φως της δημοσιότητας υπό άλλες συνθήκες. Αλλωστε, αυτή είναι ανά τους αιώνες η γενεσιουργός αιτία της θεολογικής δημιουργίας της Εκκλησίας. Πάντα η αιρετική ή αιρετίζουσα απόκλιση προκαλεί δημιουργικά την ορθόδοξη συνείδηση και σκέψη. Αυτό συνέβη και στην παράδοση των Κολλυβάδων. Η αντιδιαφωτιστική μάλιστα στράτευσή τους, παρά τις όποιες αστοχίες και υπερβολές της, απεκάλυψε τη συνέχεια της πατερικής -ορθόδοξης δηλαδή- εμπειρίας σε καιρούς, που η ορθόδοξη θεολογική παρουσία ήταν πολύ ισχνή.
Οι Κολλυβάδες αναπτύσσουν την αντιρρητική τους έναντι των εκπροσώπων του Διαφωτισμού, κινούμενοι σε μια θεματική, τα βασικά σημεία της οποίας είναι τα ακόλουθα:

α) Η Ευρώπη: Οι Έλληνες Διαφωτιστές, με πρώτο τον Αδαμ. Κοραή, μιλούν με υπερηφάνεια για τη «φωτισμένη Ευρώπη», τα «φώτα» της οποίας αυτοί μεταλαμπαδεύουν στο Γένος. Ο προσανατολισμός τους δε στην Ευρώπη, μόνιμο όραμα των Ενωτικών από αιώνες, θα παραγάγει το «σύνδρομο του εξευρωπαϊσμού» στο Νεώτερο Ελληνισμό, που κατέστησε την Ευρώπη «καθολική μητρόπολή» του. Οι Κολλυβάδες, πιστοί στην παράδοση των Ανθενωτικών, από τους Ησυχαστές του 14ου αιώνα ως τον Πατροκοσμά τον Αιτωλό (18ος αι, δεν πρωτοτυπούν σε τίποτε στη στάση τους έναντι της Ευρώπης. Απορρίπτουν και αυτοί καθολικά τη μετά το σχίσμα Ευρώπη, αρνούμενοι σ' αυτήν κάθε σχέση με την πατερική παράδοση, θεολογικά και κοινωνικά, ως και κάθε δυνατότητα αναγέννησης του Γένους με τα δικά της «φώτα». Ο συχνά χρησιμοποιούμενος από αυτούς όρος «Φραγκιά» (France) εκφράζει ολόκληρη την εκφραγκευμένη Δύση. Σε ειδικά έργα, -λιγότερο ο Νικόδημος και συστηματικότερα, λόγω ειδικών αφορμών, ο Πάριος - προτείνουν τη διακοπή κάθε σχέσης με την Ευρώπη, διότι ο τρόπος υπάρξεως, που αυτή δημιουργεί, ανατρέπει το ορθόδοξο ήθος.

β) Η Παιδεία: Οι Έλληνες Διαφωτιστές θεωρούσαν τη νέα Φιλοσοφία ως την πεμπτουσία της ανανεωμένης παιδείας, που προέκριναν για το Γένος και την πρόοδο του. Η συνείδηση των Κολλυβάδων για τη «νέα φιλοσοφία» προσδιορίζει και τη στάση τους απέναντι στην εισαγόμενη ευρωπαϊκή παιδεία. Στα σχετικά έργα τους, ιδιαίτερα ο Πάριος, τάσσονται υπέρ μιας παιδείας, που θεμελιώνεται στην παράδοση του Γένους, όπως αυτοί βέβαια τη νοούν. Η αφετηρία τους -όσο και αν αναζητούνται άλλα κίνητρα είναι ουσιαστικά και εδώ ησυχαστική-πατερική επανάληψη της ανάλογης στάσης του Πατροκοσμά. Κάνουν διάκριση και αυτοί των δύο γνώσεων-σοφιών (της «άνω» και της «έξω» και διαγράφουν τα όριά τους. Η «άνω» σοφία απαιτεί πατερικά καθολική μετοχή του ανθρώπου. Η πολεμική του Παρίου κατά των Επιστημών δεν σημαίνει και απόρριψή τους καθ' εαυτές, αλλά μόνο της στήριξης της ανθρώπινης ελπίδας σ' αυτές. Αυτή την παράδοση άλλωστε είχε ενσαρκώσει και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, το πνευματικό πρότυπο των Κολλυβάδων. Γι' αυτό και καταφεύγουν στις «επιστήμες» στα έργα τους, αλλά για να προχωρήσουν σε πνευματικότερες τεκμηριώσεις. Είναι σαφής η δήλωση του Παρίου: «Η έξω σοφία δεν είναι από την εδικήν της φύσιν ούτε κακή, ούτε καλή, αλλά από την μεταχείρισιν των εχόντων αυτήν γίνεται καλή ή κακή». Όχι συνεπώς η «σοφία», αλλ' οι «σοφοί» είναι το πρόβλημα των παραδοσιακών Κολλυβάδων. Εδώ εντάσσεται και η απόρριψη του Κοπερνίκειου συστήματος από τον Πάριο, αλλά και άλλους. Οι φονταμενταλιστικές θέσεις (απολυτοποίηση της Γραφής λ.χ. η διακηρύξεις του τύπου «τα μαθηματικά πηγή αθεΐας» κατανοούνται σ' αυτό το πλαίσιο και σχετίζονται με την έπαρση (των ευρωπαϊκά σκεπτόμενων επιστημόνων, μόνιμο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας ως τον αιώνα μας). Η δήθεν αντίθεση πίστεως και γνώσεως(επιστήμης), ψευδοπρόβλημα για την Ορθοδοξία, και η αναγνώριση της προτεραιότητας της δικαιούμενης από τον ορθό λόγο επιστήμης, βρίσκεται στο υπόβαθρο της διαφωτιστικής στάσης και της αντιδιαφωτιστικής επιθετικότητας.

γ) Προβολή προτύπων: Στα προβαλλόμενα πρότυπα των «σοφών» του κόσμου εκ μέρους των Διαφωτιστών, οι πατερικοί Κολλυβάδες αντιπροτάσσουν το σοφό της ρωμαίικης παράδοσης, τον Αγιο, το θεούμενο άνθρωπο και «κατά χάριν» θεάνθρωπο. Υπερβαίνεται, έτσι, η ιδεολογική αντιπαράθεση και το πρόβλημα αντιμετωπίζεται στο επίπεδο της εν Χριστώ αυθεντικής ύπαρξης. Γι' αυτό ρίχνουν όλο το βάρος της θεολογικής και ποιμαντικής προσφοράς τους στη λατρεία, αποδεδειγμένη κιβωτό του Γένους κατά τη δουλεία. Υπογραμμίζουν τη σημασία της λειτουργικής ζωής, μέσα στην οποία διαμορφώνεται το ευχαριστιακό ήθος του εκκλησιαστικού σώματος. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, ότι στο θέμα αυτό αφιερώνεται το μεγαλύτερο μέρος της συγγραφικής παραγωγής τους, που περιλαμβάνει: πατερικές εκδόσεις με επικέντρωση στο Γρηγ. Παλαμά και το Συμεών το Νέο θεολόγο, αναγεννητή του Ησυχασμού τον 11ο αιώνα΄ έκδοση γεροντικών κειμένων (η σοφία της ερήμου), λειτουργικών (ομιλιών, ακολουθιών, συναξαριών, εγκωμίων) και προ πάντων της Φιλοκαλίας. Η τελευταία, προσφέροντας τη νηπτικοασκητική εμπειρία της Ορθοδοξίας, απέβη πνευματική τροφή όλων των Ορθοδόξων και των σλαβικών χωρών και κριτήριο της νεώτερης θεολογίας μας, ως «εμπειρική μαρτυρία της εκκλησιαστικής γνησιότητας». Έχει απόλυτα δίκιο ο Χρ. Γιανναράς όταν γράφει, ότι η έκδοση της Φιλοκαλίας συνιστά «πρόκληση αναμέτρησης δύο πολιτισμών». «Από τη μια η φρενίτιδα της «προόδου», που ειδωλοποιεί θριαμβικά την πιο στεγνή και στεγανή ανθρωποκεντρική αυτάρκεια, αυτάρκεια του φυσικού και θνητού [...] και από την άλλη μεριά, η προτεραιότητα της αναζήτησης της αλήθειας και όχι της χρησιμότητας».

δ) Κοινωνία-εθνικό όραμα: Ένα από τα κυριότερα μέσα διαμόρφωσης της ευρωπαϊκής κοινωνίας απέβησαν οι Χρηστοήθειες, που προσδιόριζαν το ήθος της νέας κοινωνίας, δηλαδή τις «σχέσεις ανάμεσα στα άτομα και ανάμεσα στα φύλα». Είναι «οδηγοί καλής συμπεριφοράς» του πολίτη, «πως θα καθήσει, πως θα φάει, πως θα μιλήσει...». Οι νοοτροπίες αυτές εισβάλλουν στην Ελληνική κοινωνία μέσω διαφόρων διαύλων και κυρίως εκείνων, που, μετά τις σπουδές τους στην Ευρώπη, μεταφέρουν εδώ τα ήθη της. Τις συνέπειες επισημαίνει ο αείμνηστος Κ. Δημαράς: «Όλα δείχνουν ότι μια βαθιά αλλοίωση έχει επέλθει στη συγκρότηση της Ελληνικής κοινωνίας». «Η παραδοσιακή φιλοκαλία περνάει από δοκιμασία, ώσπου να αφομοιωθούν τα καινούρια, ενώ παραμελούνται τα παλαιά». Είναι η πρόκληση της Ευρώπης στο χώρο της κοινωνίας.
Δεν πρέπει στη συνάφεια αυτή να λησμονείται, ότι η διαμόρφωση της μετακαρλομάγνειας Ευρωπαϊκής κοινωνίας έχει υποδομή θεολογική, θεολογικό όμως, δηλαδή εκκλησιολογικό, είναι το υπόβαθρο και της ρωμαίικης κοινωνίας. Οι Κολλυβάδες το βιώνουν αυτό ως εκκλησιαστικά πρόσωπα και θεολόγοι. Γι΄ αυτό συνδυάζουν στην προσπάθειά τους την ανανέωση της θεολογικής παραδόσεως με το αμετακίνητο ορθόδοξο κοινωνικό μοντέλο, που προσφέρει το μοναστικό κοινόβιο και εμπεδώνει στις συνειδήσεις η λατρεία. Η προβολή του ορθοδόξου κοινωνικού ήθους γίνεται, έτσι, μετά από την ίδια την ορθόδοξη πράξη, που διασυνδέει την κοινωνία της λατρείας με τη «λειτουργία μετά τη λειτουργία», κάτι που εκφράζει πληρέστατα η εκκλησιαστική «πανήγυρις» με τη διπλή της όψη, μέσα και έξω από την Εκκλησία. Παρ' όλα αυτά η Χρηστοήθεια του αγίου Νικόδημου έρχεται να καλύψει και θεωρητικά το θέμα. Οι αναφορές του συγγραφέα δεν είναι βέβαια ευσεβιστικές, αλλά πατερικές και αγιογραφικές. Δεν πρόκειται άρα για ηθικές «νόρμες», αλλά για αγιοπνευματική εμπειρία. Ο άγιος, που με το ασκητικό του πνεύμα ενοχλεί τους εκκοσμικευμένους του εκκλησιαστικού χώρου, προτείνει το αυθεντικό ορθόδοξο-πατερικό ήθος, ως τρόπο εκκλησιαστικής υπάρξεως.
Η πολιτική δράση των Κολλυβάδων, κυρίως του Παρίου, σ' αυτό το πλαίσιο πρέπει πρωταρχικά, κατά την ταπεινή μου γνώμη, να θεωρηθεί. Είναι η απόλυτη συνέπεια στην απόρριψη της Ευρώπης όχι μόνο στον ιδεολογικό, αλλά και στον κοινωνικό χώρο. Η θεωρητική τους τεκμηρίωση επιβεβαιώνει αυτή τη θέση. Τα περί «κηρύγματος δουλικής υποταγής» στην Οθωμανική κυριαρχία ή περί «θεολογικά τεκμηριωμένα εθελοδουλίας» θα ανταποκρίνονταν στα πράγματα, αν δεν διασκεδασθούν με την προσθήκη του Βασιλείου Μακρίδη: με σκοπό «την προστασία της Ορθοδοξίας από τον κίνδυνο της Δύσης». Ίσως μάλιστα ο λόγος για «αυτοπροστασία» είναι προτιμότερος και ρεαλιστικότερος του όρου «εθελοδουλία». Ο «αντιευρωπαϊσμός» των Κολλυβάδων δεν είναι κατ' ανάγκη και «φιλοτουρκισμός», για έναν που γνωρίζει τα ευρωπαϊκά και κυρίως τα γαλλικά σχέδια αυτή την εποχή για τη Ρωμαίικη Εθναρχία. Η σύμπτωση του προκρίματος των Κολλυβάδων με τις άμεσες στοχοθεσίες της Οθωμανικής πολιτικής είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός, ταυτίζεται όμως και εδώ απόλυτα με τη στάση του εθνομάρτυρα αγίου Κοσμά του Αιτωλού, που θεωρεί τον Οθωμανικό ζυγό θεϊκή εύνοια για το Γένος, με κριτήριο όμως τη στάση της Ευρώπης απέναντι στην Ορθοδοξία. Η αναζήτηση ερμηνείας πρέπει να αποδεχθεί αυτή την αδιατάρακτη πιστότητα στην παράδοση του Γένους. Η παραθεώρησή της όμως μεταβάλλει αυτόχρημα την επιστήμη σε πολιτική. Και μόνη η πρόταση του Παρίου να τιμώνται τα θύματα του ισλαμισμού, όπως οι αρχαίοι μάρτυρες της Εκκλησίας ή να τιμώνται ως άγιοι οι Νεομάρτυρες χωρίς την έγκριση της Μεγάλης Εκκλησίας, πρέπει να θεωρηθούν ως έμπρακτη «αντίσταση» στην εξουσία του «αντίχριστου», κατά τον Πατροκοσμά, Σουλτάνου.

Συμπερασματικά:

1. Η αντιπαράθεση Κολλυβάδων-Διαφωτιστών είναι αντίθεση δυο διαφορετικών κόσμων και «πολιτικών οραμάτων», ως δύο αλληλοαποκλειομένων εκδοχών της ελληνικότητας. Η επιλογή των μέσων σ' αυτή τη διαπάλη δεν έχει πρωτεύουσα σημασία, όσο η ίδια η διαπάλη, που υποστασιώνει τις συνειδήσεις.

2. Η αποτίμηση της στάσης των Κολλυβάδων προϋποθέτει δυνατότητα κατανοήσεως της σημασίας γι' αυτούς της Ορθοδοξίας, όχι ως θρησκευτικής ιδεολογίας ή μεταφυσικού στοχασμού, αλλ' ως τρόπου υπάρξεως, που οδηγεί στη θέωση, τον μοναδικό για την Ορθοδοξία προορισμό του ανθρώπου, ενδοϊστορικά και μεταϊστορικά. Είναι, επίσης, αναγκαία η γνώση της γλώσσας τους, που δεν είναι απλά ελληνική, αλλ' εκκλησιαστικά ελληνική, για την αποφυγή περαιτέρω παρανοήσεων.

3. Έτσι κατανοείται η εμμονή των Κολλυβάδων στην παράδοση του Γένους, εκφραζόμενη με το γραφικό αξίωμα: «μη μέταιρε όρια αιώνια, α έθεντο οι πατέρες σου» (Παρ. 22, 28).

4. Οι παρεξηγήσεις -τέλος- στην ερμηνευτική προσέγγιση των Κολλυβάδων πρέπει να αποδοθούν στην εφαρμογή δυτικών κριτηρίων (πολιτικών-οικονομικών, υλιστικών δηλαδή) και όχι των δικών τους (πνευματικών). Είναι ένα λάθος, που προσπαθεί να διορθώσει η σημερινή επιστημονική έρευνα, όταν βέβαια ελευθερώνεται από το καταθλιπτικό βάρος του παρελθόντος.


(Πηγή: «Πειραϊκή Εκκλησία», Ιούνιος 2009)

ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ

Δευτέρα, Μαρτίου 01, 2010

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΠΑ-ΝΙΚΟΛΑΣ ΠΛΑΝΑΣ


Του Δρος Κλείτου Ιωαννίδη



Υπάρχουν άνθρωποι, σπάνιο φυσικά, που έρχονται στον κόσμο
έτοιμοι για τη βασιλεία του Θεού, ευλογημένοι και μακάριοι.
Έρχονται καθαροί τη καρδία και ειρηνοποιοί. Ο Παπα-Νικόλας,
Πλανάς από τη νήσο Νάξο, που έζησε στις τελευταίες δεκαετίες, του 19ου αιώνα και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, ανήκει σ΄ αυτή την κατηγορία ανθρώπων.

Για τον άγιο αυτό άνθρωπο έγραψαν ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Φώτης Κόντογλου, η Μοναχή Μάρθα και πολλοί άλλοι. Ο Σκιαθίτης
διηγηματογράφος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης έψαλλε, μαζί με το
συμπατριώτη του διηγηματογράφο Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, όταν λειτουργούσε ο Παπα-Νικόλας Πλανάς στα ερημικά εξωκλήσια στην
περιοχή των Αθηνών. Ο παπα-Νικόλας δεν είχε «πού την κεφαλήν κλίναι». Νήπιος του Θεού, αγιάστηκε μέσα στην απλότητα και την άσπιλη ζωή, υμνώντας τον Κύριο από πρωίας μέχρι εσπέρας και από εσπέρας μέχρι πρωίας. Έζησε όπως εκείνους που αναφέρει ο απόστολος Παύλος ως "μηδέν έχοντες και τα πάντα κατέχοντες". Ζητούσε πρώτα τη βασιλεία του Θεού και μετά όλα "προσετίθεντο αυτώ". Ας δούμε όμως τι έγραψαν για τον άγιο αυτό ιερέα εκείνοι που τον έζη¬σαν. Και πρώτα ο μεγάλος νεοέλληνας διηγηματογράφος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: "Μεταξύ των υπαρχόντων ιερέων υπάρχουσιν ακόμη πολλοί ενάρετοι και αγαθοί, εις τας πόλεις και εις τα χωριά. Είναι τύποι λαϊκοί, ωφέλιμοι, σεβάσμιοι. Ας μην εκφωνούσι λόγους. Ηξεύρουσιν αυτοί άλλον τρόπον πώς να διδάσκωσι το ποίμνιον. Γνωρίζω ένα ιερέα εις τας Αθήνας. Είναι ο ταπεινότερος των ιερέων και ο απλοϊκώτερος των ανθρώπων. Δια πάσαν ιεροπραξίαν αν του δώσης μίαν δραχμήν, ή πενήντα, ή μίαν δεκάραν, τα παίρνει. Αν δεν του δώσης τίποτε, δεν ζητεί. Δια τρεις δρα χμάς εκτελεί παννύχιον Ακολουθίαν, Λειτουργίαν, Απόδειπνον, Εσπερινόν, Όρθρον, Ώρας, το όλον διαρκεί εννέα ώρας. Αν του δώσης μόνον δυο δραχμάς, δεν παραπονείται. Κάθε ψυχοχάρτι, φέρον τα μνημονευτέα ονόματα των τεθνεώτων, αφού άπαξ του το δώσης, το κρατεί δια πάντοτε. Επί δύο, τρία έτη εξακολουθεί να μνημονεύη τα ονόματα. Εις κάθε προσκομιδήν μνημονεύει δυο ή τρείς χιλιάδας ονόματα. Δεν βαρύνεται ποτέ. Η προσκομιδή παρ' αυτώ διαρκεί δυο ώρας. Η Λειτουργία άλλες δύο. Εις την απόλυσιν της Λειτουργίας, όσα κομμάτια έχει εντός του ιερού από πρόσφορα ή αρτοκλασίαν, τα μοιράζει όλα εις όσους τύχουν. Δεν κρατεί σχεδόν τίποτε… "Μιάν φοράν έτυχε να χρεωστή μικρόν χρηματικόν ποσόν, και
ήθελε να το πληρώση. Είχε δέκα ή δεκαπέντε όραχμάς, όλα εις χαλκόν. Επί δυο ώρες εμετρούσεν, εμετρούσεν, εμετρούσεν, και δεν ημπορούσε να τα εύρη πόσα ήσαν. Τέλος είς άλλος χριστιανός έλαβε τον κόπον και του τα εμέτρησεν. Είναι ολίγον τι βραδύγλωσσος και περισσότερον αγράμματος. Εις τας ευχάς, τας περισσοτέρας λέξεις τας λέγει ορθάς, εις το Ευαγγέλιον, τάς περισσοτέρας εσφαλμένας. Θα είπητε, διατί η αντίθεσις αυτή; Αλλά τάς ευχάς τας ιδίας απαγγέλλει καθ' εκάστην, ενώ την δείνα περικοπήν του Ευαγγελίου θα την αναγνώση άπαξ ή δις ή, το πολύ, τρις του έτους, εξαιρέσει ορισμένων περικοπών συχνά, αλλ' ατάκτως επανερχομένων, ως εις τους Αγιασμούς, εις τας Παρακλήσεις. Τα λάθη όσα κάμνει εις την ανάγνωσιν, είναι πολλάκις κωμικά. Και όμως εξ όλων των ακροατών του, εξ όλου του εκκλησιάσματος, κανείς μας δεν γελά. Διατί; Τον εσυνηθίσαμεν και μας αρέσει. Είναι αξιαγάπητος. Είναι απλοϊκός και ενάρετος. Είναι άξιος του πρώτου Μακαρισμού του Σωτήρος.

"Τώρα υποθέσατε ότι αυτός ο ίδιος ιερεύς είχεν εξέλθει από το βέλτιον; Θα ήτο πασαλειμμένος με ολίγα ατελή, κακοχώνευτα και συγκεχυμένα γράμματα, με περισσοτέραν οίησιν και αξιώσεις. Θα ήτο δια τούτο καλύτερος;" 0 Παπαδιαμάντης αναφέρεται επίσης και σ' ένα από τα πιο σημαντικά διηγήματά του στον Παπα-Νικόλα: "Στα Τραγούδια του θεού". Αυτή τη φορά τον αναφέρει ονομαστικά. Λέγει ο Παπαδιαμάντης, ότι η μικρή Κούλα πέθανε και οι ψάλτες μαζί με τους ιερείς έψαλλον το "δεύτε τελευταίον ασπασμόν" και συνεχίζει λέγοντας χαρακτηριστικά: "Μόνος ο παπα-Νικόλας από τον Άη-Γιάννη του Αγρού, ο Ναξιώτης, εφαίνετο ότι έπιανε χωριστήν ακολουθίαν, εμουρμούριζε μέσα του, και τα όμματά του εφαίνοντο δακρυσμένα. "Τι μουρμουρίζεις παπά;", του είπα από το όπισθεν του στασιδίου, όπου είχεν ακουμβήσει. "Λέγω την ακολουθίαν των νηπίων μέσα μου", είπεν ο παπα-Νικόλας. Εις αυτό το άκακον αρμόζει η ακολουθία των νηπίων".

Το 1984, κυκλοφόρησε στην Αθήνα ο βίος και τα περιστατικά της ζωής του παπα-Νικόλα Πλανά, όπως τα είδε και τα έζησε από κοντά για είκοσι και περισσότερα χρόνια, η Ουρανία Παπαδοπούλου, η μετέπειτα μοναχή Μάρθα και με πρόλογο του Φώτη Κόντογλου. Γράφει για τη βιογραφία του παπα-Νικόλα, όπως τη συνέγραψε η μοναχή Μάρθα και για τον άγιο και απλοϊκό ιερέα του Υψίστου ο Φώτης Κόντογλου, ο Κυδωνιεύς:

"Τέτοιος βίος, μονάχα από τέτοιαν βιογράφον θα έπρεπε να
γραφή, όπωςς η σεβάσμια Μοναχή Μάρθα, η εν ευσεβεία γηράσασα παρά τους πόδας όχι του σοφού Γαμαλιήλ, αλλά Νικολάου του Απλού. Ωσάν να ήτο η σκιά του γέροντα, δεν άφησε μήτε ένα κρυφόν μορφασμό του, μήτε ένα γρήγορο και απαρατήρητο βλέμμα του, μήτε τον παραμικρό λόγο του, μήτε ένα μουρμουρητό του, μήτε μιά κίνησή του, που να μην τα τύπωσε βαθιά μέσα στην ψυχή της. Όσα απ' αυτά μπόρεσε, τα έγραψε μ' έναν τρόπο απλόν κι απερίτεχνο, που ταιριάζει με τον αγαπημένο γέροντά της. Είναι κι αυτή μία από τις ψυχές που ζήσανε με φόβο και αγάπη Κυρίου, όπως εκείνη η Άννα, η θυγάτηρ του Φανουήλ που επέραοε τη ζωή της μέσα στο ναό, ανάβοντας τα κεράκια που έφεγγαν σαν νάτανε πνεύματα, κ' ευφραινόμενη από το λιβάνι που έβγαινε σαν μυρίπνοο σύννεφο από το θυμιατήρι του παπα-Νικόλα, του νέου Συμεών. Από νεότητός της δεν απέλειπε από τις αγρυπνίες κι από τις λειτουργίες, που γινόντανε εκείνον τον καιρόν στον Άγιο Ελισσαίο, με ψάλτη τον Παπαδιαμάντη και τον Μωραϊτίδη, στον Άγιο Γιάννη τον Κυνηγό, στους Τρεις Ιεράρχες του Παγκρατίου, στον Άγιο Γεώργιο στο Κουκάκι, στον Άγιο Λάζαρο, στον Άγιο Φανούριο του Παγκρατίου, στον Άγιο Σπυρίδωνα του Μαντουκά, στον Άγιο Δημήτρη τον Δουμπαρδιάρη κοντά στην Ακρόπολη, και σ' ένα πλήθος ερημοκκλήσια γύρω στην Αθήνα. Όπου πήγαινε ο γέροντας, από πίσω κι ο ίσκιος του, η μοναχή Μάρθα. Ευλογία του Θεού είναι για μας που την έχουμε ακόμα ζωντανή μεταξύ μας, και ακούμε την κατανυκτική, μα μαζί έξυπνη και ιλαρή ομιλία της. Είναι μια ποιήτρια της Ορ¬θοδοξίας, χωρίς να γράψη άλλο τίποτα, παρεκτός από τα σημειώματα για τον αγαπημένο της «Παππού», που τυπώνονται σε τούτο το μικρό βιβλίο. Αξίζει όμως να δούμε τη μαρτυρία της Ουρανίας Παπαδοπούλου (μοναχής Μάρθας) μέσα από τα περιστατικά που αφηγείται και που αποδεικνύουν εύγλωτα την αγιότητα του απλοϊκού ποιμένα, του παιδιού αυτού της Βασιλείας. Γράφει η μοναχή Μάρθα: «Μια μέρα πήραμε ένα αμάξι να μας πάη, μαζί με τον Παππού, από τον Προφήτη Ελισσαίον στην οδόν Χέϋδεν. Όταν φθάσαμε, είπαμεν στον αμαξά, να πλησίαση το αμάξι κοντά στο πεζοδρόμιο, για να κατεβή με ευκολία ο Παππούς. Ο αμαξάς απαντά ειρωνικώς: "Από σας περίμενα να μου το ειπήτε; Μήπως ξέρετε με ποιόν έχετε να κάνετε; μήπως ξέρετε τον θησαυρόν"; Και τον κατέβασε από το αμάξι του σαν να κατέβαζε άγια λείψανα. Οι άνθρωποι που περίμεναν τον Παππού τον πήραν μέσα. Και αυτός -ο αμαξάς - άρχισε να μας λέγη τι του είχε συμβή. "Κάποτε εις τον Νέον Κόσμον, εγίνετο ένας γάμος και με
έστειλεν η οικογένεια του γαμβρού να πάρω τον παπα-Νικόλα,
που έμενε στη Γαργαρέττα. Επήγα στο σπίτι του παπά, ο οποίος
καθώς βγήκε από το σπίτι του, και τον είδανε τα άλογα μου
αφήνιασαν τόσο πολύ, ώστε ήτο αδύνατον να τα συγκρατήσω.
Σήκωναν τα πόδια τους σούζες κ.τ.λ. Λέγω εις τον γέροντα:
"Πάτερ μου, είναι αδύνατον να σε πάρω εις το αμάξι μου με
τέτοια ταραχή που έχουν τα άλογα μου. Θα τρέξω μια στιγμή να τους ειδοποιήσω, ότι δεν σε πήρα στο αμάξι».

«Δεν πειράζει, παιδί μου, του είπε, πηγαίνω με τα πόδια μου». Τι μεγάλη έκπληξις με περίμενε, έλεγε ο αμαξάς, όταν έφθασα κοντά στο σπίτι του γαμβρού και βλέπω τον παπα-Νικόλα (γνωστόν για την βραδυπορίαν του) να περπατή στο πεζοδρόμιο, κοντά σχεδόν στο σπίτι του γαμβρού! Μπορείτε να καταλάβετε, μας έλεγε, πόση απόστασις είναι από τον Άγιον Ιωάννην της Γαργαρέττας, ως τον Νέον Κόσμον».

Και ρώτησε: «Πέστε μου και σεις, πώς πήγε περπατώντας, ενώ εγώ δεν είχα φθάσει ακόμα στο σπίτι»; Και αυτός, δηλαδή, ο αμαξάς, επίστευσε ότι πραγματικά κάποια υπερφυσική δύναμις τον επήγε, ή μάλλον τον βοήθησε, καθώς και μεις όλοι που τον ξέραμε το πιστεύουμε».

Ας δούμε ακόμη ένα συγκλονιστικό περιστατικό από τη ζωή του παπα-Νικόλα Πλανά, που δείχνει, πόσο μακάριοι είναι όσοι πορεύονται στο νόμο του Θεού. Γράφει η μοναχή Μάρθα: «Μια κυρία, ήταν από τους τύπους εκείνους, πού έχουν την
δαιμονικήν περιέργειαν να δοκιμάζουν τους Αγίους, με την
προσπάθειαν να εύρουν αιτία να εξαπολύσουν λιβέλλους εναντίον
των Ιερωμένων. Όταν άκουσε τας αρετάς του πατρός Νικολάου,
απεφάσισε να τον δοκιμάση. Πήγε μια μέρα στην εκκλησία, και
του λέγει: "Να έλθης, πάτερ μου, στο σπίτι να μου κάμης 40
παρακλήσεις, διότι έχω οικογενειακές φουρτούνες, θα σε περιμένω κάθε απόγευμα". «Μετά χαράς, παιδί μου», της είπε. Της πήρε την διεύθυνσιν και την επομένην, επήγε. Της έκαμε την
παράκληση. Στο τέλος του έδωσε μια δεκάρα. Την πήρε απαθώς.
Του λέγει: "Και αύριο σε περιμένω".

"Μετά χαράς", επανέλαβε ο πατήρ. Επήγε την επομένην κατάκοπος ως συνήθως και γέρων πλέον, της έκαμε πάλι παράκληση, και αυτή πάλι του έδωσε μια δεκάρα. Την πήρε και πάλιν ο πράος αθώος. Αυτό επανελήφθη 40 ημέρες. Να του δίνη μια δεκάρα κάθε παράκληση και η αγιότης του να εξακολουθεί να πηγαίνει. Στο τέλος έπεσε στα πόδια του συντετριμμένη και του ζήτησε συγχώρεση
και του είπε: "Συ είσαι ο ενδεδεγμένος ιερεύς της υπομονής
και του καθήκοντος!"



πηγή:η εφημερίδα της ρωμηοσύνης

Σάββατο, Φεβρουαρίου 27, 2010

Γνωρίζω έναν ιερέα εις τας Αθήνας....



Γνωρίζω έναν ιερέα εις τας Αθήνας

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

Μεταξύ των υπαρχόντων ιερέων υπάρχουσιν ακόμη πολλοί ενάρετοι και αγαθοί, εις τας πόλεις και εις τα χωρία.

Είναι τύποι λαϊκοί, ωφέλιμοι, σεβάσμιοι. Ας μην εκφωνούσι λόγους. Ηξεύρουσιν αυτοί άλλον τρόπον πώς να διδάσκωσι το ποίμνιον.

Γνωρίζω ένα ιερέα εις τας Αθήνας. Είναι ο ταπεινότερος των ιερέων και ο απλοϊκώτερος των ανθρώπων. Διά πάσαν ιεροπραξίαν αν τού δώσης μίαν δραχμήν, ή πενήντα λεπτά, ή μίαν δεκάραν, τα παίρνει. Αν δεν τού δώσης τίποτε, δεν ζητεί. Διά τρεις δραχμάς εκτελεί παννύχιον Ακολουθίαν, Λειτουργίαν, Απόδειπνον, Εσπερινόν, Όρθρον, Ώρας, το όλον διαρκεί εννέα ώρας. Αν τού δώσης μόνο δύο δραχμάς, δεν παραπονείται. Κάθε ψυχοχάρτι, φέρον τα μνημονευτέα ονόματα των τεθνεώτων, αφού άπαξ τού το δώσης, το κρατεί διά πάντοτε. Επί δύο, τρία έτη εξακολουθεί να μνημονεύη τα ονόματα. Εις κάθε προσκομιδήν μνημονεύει δύο ή τρεις χιλιάδας ονόματα. Δεν βαρύνεται ποτέ. Η προσκομιδή παρ' αυτώ διαρκεί δύο ώρας. Η Λειτουργία αλλάς δύο. Εις την απόλυσιν της Λειτουργίας, όσα κομμάτια έχει εντός τού ιερού, από πρόσφορα ή αρτοκλασίαν, τα μοιράζει όλα εις όσους τύχουν. Δεν κρατεί σχεδόν τίποτε.

Μίαν φοράν έτυχε να χρωστή μικρόν χρηματικόν ποσόν, και ήθελε να το πλήρωση. Είχε δέκα ή δεκαπέντε δραχμάς. Όλα εις χαλκόν. Επί δύο ώρας εμετρούσεν, εμετρούσεν, εμετρούσεν και δεν ημπορούοε να τα εύρη πόσα ήσαν. Τέλος εις άλλος χριστιανός έλαβε τον κόπον και τού τα εμέτρησεν. Είναι ολίγον τι βραδύγλωσσος και περισσότερον αγράμματος. Εις τας ευχάς, τας περισσότερας λέξεις τας λέγει ορθάς, εις το Ευαγγέλιον, τας περισσότερας εσφαλμένας. Θα ειπείτε, διατί η αντίθεσις αύτη; Αλλά τας ευχάς τας ιδίας απαγγέλλει καθ' εκάστην, ενώ την δείνα περικοπήν τού Ευαγγελίου θα την αναγνώση άπαξ ή δις ή, το πολύ, τρις τού έτους, εξαιρέσει ωρισμένων περικοπών συχνά, άλλ' ατάκτως επανερχομένων, ως εις τούς Αγιασμούς, εις τας Παρακλήσεις. Τα λάθη όσα κάμνει εις την ανάγνωσιν, είναι πολλάκις κωμικά και όμως εξ όλων των ακροατών του, εξ όλου τού εκκλησιάσματος, κανείς μας δεν γελά. Διατί; Τον εσυνηθήσαμεν και μας αρέσει. Είναι αξιαγάπητος• Είναι απλοϊκός και ενάρετος. Είναι άξιος τού πρώτου Μακαρισμού τού Σωτήρος.

Τώρα υποθέσατε ότι αυτός ο ίδιος ιερεύς είχε εξέλθει από ιεροδιδασκαλείον, παλαιόν ή νέον,θα είχε διαφοράν επί το βέλτιον; Θα ήτο πασαλειμμένος με ολίγα ατελή, κακοχώνευτα και συγκεχυμένα γράμματα, με περισσοτέραν οίησιν και αξιώσεις; Θα ήτο δια τούτο καλύτερος;

(από το βιβλίο Ο παπα Νικόλας Πλανάς Εκδόσεις «ΑΣΤΗΡ» Αθήνα 1979. )

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 05, 2010

Ψευδοδίλημμα το γλωσσικό


Δυστυχώς, βλέπω με θλίψη , την εκκλησία και τους ιερείς του Χριστού να διχάζονται για το ζήτημα της λειτουργικής μας γλώσσας. Νομίζω πώς τοποθετήθηκα ήδη ευρέως και όπως ακριβώς ένιωθα, χωρίς έξωθεν παρεμβάσεις και χωρίς να θαμπώνομαι από τα ηχηρά ονόματα των θιασωτών και των δύο παρατάξεων και τάχτηκα υπέρ της διατήρησης της λειτουργικής γλώσσας ως έχει. 

Δυστυχώς βλέπω αγανάχτηση και ζήλο και από τις δύο πλευρές και πάνω απ'όλα λογικά, ορθολογικά επιχειρήματα που επιθυμούν να ανατρέψουν το ένα το ενάντιο του και το άλλο να διασκεδάσει την αυθεντική παραδοσιακότητα ή την ποιμαντική αγωνία του άλλου. Έτσι στήνεται μια μάχη χωρίς αντικειμενικό σκοπό και αποτέλεσμα αλλά μόνο γα να υφίσταται η σύγκρουση ανάμεσα σε δύο "υπολογίσιμες δυνάμεις", πού συμπτωματικά(;) δηλώνουν και οι δυο παραδοσιακές και ορθόδοξες. Και μάλιστα θεοποιείται ο ορθολογισμός και η διαλεκτική από ιερούς ανθρώπους πού θα έπρεπε να είχαν άλλο ήθος και άλλα πρότυπα έκφρασης(στην πραγματικότητα ομιλώ και για τις δύο "παρατάξεις").

Εν ολίγοις, ομολογώ πώς δεν πιστεύω σε μαγικές γλώσσες και διαδικασίες, ούτε κατατρύχομαι από συντηρητικά σχήματα καινοτομοφοβίας ή "ιεροεξεταστικού ελέγχου" . Ούτε πάλι πιστεύω από την άλλη πώς οι θιασώτες της καινοτομίας είναι άνθρωποι ανεύθυνοι και επιπόλαιοι . Οπωσδήποτε υπαρχει γνήσια αγωνία ποιμαντική και στα δύο στρατόπεδα.

Δεν αναδιπλώνομαι, ούτε συμβιβάζομαι με την υπάρχουσα κατάσταση. Έχω ξαναγράψει η προσευχή της εκκλησίας δεν είναι διανοητική, για να υπάρχει η ανάγκη να την "καταλαβαίνει" κάποιος και να την κάνει κτήμα του , σαν να πρόκειται για ένα αξιόλογο φιλολογικό μνημείο, γιατί όντως πραγματική συντήρηση και οπισθοδρόμηση είναι η θεώρηση της λειτουργικής γλώσσας ως μουσειακό στοιχείο στο οποίο μπορούμε να παρέμβουμε και να το ελέγξουμε, να το απορρίψουμε και να το βάλουμε στο ράφι σαν κάτι θαυμαστό μεν αλλά απαρχαιωμένο. Η πραγματική συντήρηση είναι ο ξενισμός και ο "ξιπασμός" μας μπροστα σε κάτι ζωντανό και ακμαίο όπως η λειτουργική γλώσσα. Η προσευχή της εκκλησίας θα είναι πάντα καρδιακή , γιατί έτσι μας παρεδόθη και έτσι εκείνη λειτουργεί. Δεν είναι κάτι το οποίο ελέγχουμε, αλλά κάτι το οποίο ασπαζόμαστε και πορευόμαστε μ'αυτό σαν το μόνο αυθεντικό και ενδεδειγμένο εργαλείο λατρευτικής προσέγγισης.

Μίλησα για ύφος και ήθος ιερατικό, σύγχρονο και παλαιό. Το θέμα της γλώσσας δεν είναι κάτι το αυτόνομο από τα διάφορα εκκλησιαστικά ρεύματα που προσπαθεί να επιβληθεί το ένα στο άλλο, όπως ούτε η λειτουργική αναγέννηση λχ σημαίνει πάντα και αυτονόητα προαγωγή του ήθους προς κάτι αυθεντικό και καλύτερο, όπως ούτε η συντήρηση σε αντιπαραδοσιακά λειτουργικά σχήματα πού τα βαπτίσαμε "παράδοση" είναι κάτι το αυθεντικό και ορθόδοξο. Νομίζω , ότι προτεσταντίζουμε επικίνδυνα όταν ζητάμε την μεταγλώττιση , όπως όμως ρωμαιοκαθολικίζουμε όταν εκδηλωνόμαστε παράταιρα και υπερβολικά μπροστά σε κάτι το νεωτερικό και διαφορετικό. Η λειτουργική μας παράδοση έχει τις δικές της αντιστάσεις που είναι πιο ισχυρές από τον δικό μας ζήλο ή την δική μας σοφία. Ειλικρινά, υπάρχει άνθρωπος  πού κατά βάθος πιστεύει πως θα επιβληθεί η μεταγλωττισμένη λειτουργία ως ιερό και παραδοσιακό στοιχείο στην λαϊκή συνείδηση; Καίτοι, μετερχόμαστε συνήθως πολλών μεθόδων marketting για να ελκύσουμε τα πλήθη προς εκκλησιασμόν ,συνήθως "σπάμε τα μούτρα μας" ή γινόμαστε αντικείμενο κριτικής και χλεύης. Μήπως τελικά δεν είναι το ζήτημα περί λειτουργικής γλώσσης, αλλά περί αυτοδικαίωσης και πειραματισμού;

Ψευδοδίλημμα λοιπόν η μεταγλώττιση ή όχι της λειτουργικής γλώσσας και η ούτως χρήση της στην λειτουργική ζωή. Είναι όντως ένα ψευδοδίλημμα, πού όμως δεν έχουμε την διάθεση να το αντιμετωπίσουμε σαν τέτοιο .  Εμείς οι "παραδοσιακοί" και "συντηρητικοί" δεν είμαστε λιγότερο ποιμένες με αγωνία για τους πολλούς, ούτε περισσότερο καχύποπτοι και "μεσαιωνικοί".  Ίσως από κάποιο κρυφό ένστιχτο ή κάποια λανθάνουσα διάκριση βλέπουμε κάτι, πού δεν βλέπουν οι λοιποί. Δεν ισχυρίζομαι πώς είναι κριτήριο αγιότητας η υπόθεση. Αλλοίμονο αν ένα λειτουργικό θέμα διέκρινε τους "αγίους από τους αμαρτωλούς". Αλλά θυμηθείτε το κίνημα των αγίων κολλυβάδων. Ο άγιος Νικόδημος λχ τολμά και νεωτερίζει και γράφει για τους υπόδουλους έλληνες σε γλώσσα όχι απλά δημοτική, αλλά κοινώς καθομιλουμένη, για να τους φωτίσει και να τους λυτρώσει από την αμάθεια. "Χυδαία και λαϊκή" θα την ονόμαζαν οι λόγιοι του ΙΘ' αιώνος και δή οι εκκλησιαστικοί. Όμως την αγία λειτουργία και τις ιερές ακολουθίες, που μάλιστα μαζί με την νοερά προσευχή είναι το κέντρο της κολλυβάδικης έκφρασης και ζωής, δεν την άγγιξε καθόλου, την άφησε ως είχε. Ος έχει νουν και σοφίαν ας καταλάβει και ας εννοήσει την διαφορά. Εκεί διανοητική καθοδήγηση και διαφωτιστική μόρφωση(στα ηθικά και κατηχητικά) , εδώ (στα λατρευτικά) καρδιοκεντρική προσευχή και προσήλωση ιερή στην ενδεδειγμένη γλώσσα, την αποστολική λατρευτική γλώσσα, την μη αλλοίωση της παράδοσης.

Τελικά, ότι είναι άγιο και "πρακτικό" θα επιβληθεί, ενώ ό,τι είναι ξένο,πρόχειρο  θα αποβληθεί. Ας μην απαγορεύσει κανείς λοιπόν, τους πειραματισμούς σε κανέναν, να δούμε πού θα καταλήξουμε. Εντελώς ταπεινά και χωρίς ίχνος εμπαθείας ή χαιρεκακίας είμαι ήδη σίγουρος για το αν θα ευδοκιμήσουν οι πειραματισμοί ή όχι. Δεν μου το υπαγορεύει πνεύμα εγωιστικό, μου το έχει (α)υποδείξει ήδη η πραγματικότητα της ιστορικής παράδοσης

Δευτέρα, Ιανουαρίου 18, 2010

H δύναμη του σαρανταλείτουργου


Ο Γερο-Δανιήλ ο αγιορείτης (+1929), ο σοφός ησυχαστής των Κατουνακίων, έχει καταχωρισμένο στα χειρόγραφά του και το ακόλουθο περιστατικό, που συνέβη το 1869 στην πατρίδα του, τη Σμύρνη.Κάποιος ενάρετος χριστιανός κάλεσε στα τελευταία της ζωής του τον πνευματικό του παπα-Δημήτρη και του είπε:-Εγώ σήμερα πεθαίνω. Πες μου, σε παρακαλώ, τί πρέπει να κάνω την κρίσιμη τούτη ώρα;Ο ιερέας, γνωρίζοντας την αρετή του και τη μυστηριακή προετοιμασία του, του πρότεινε το εξής:-Δώσε εντολή να σου κάνουν μετά το θάνατό σου τακτικό σαρανταλείτουργο σ’ ένα εξωκκλήσι.Έτσι κι έγινε. Ο κυρ-Δημήτρης -αυτό ήταν το όνομά του- άφησε εντολή στο γιό του να κάνει μετά την κοίμησή του σαρανταλείτουργο. Κι εκείνος, υπακούοντας στην τελευταία επιθυμία του καλού του πατέρα, ανέθεσε χωρίς καθυστέρηση την εκτέλεσή της στον παπα-Δημήτρη.Ο σεμνός λευίτης δέχτηκε να κάνει το σαρανταλείτουργο, που ο ίδιος είχε προτείνει στο μακαρίτη, και αποσύρθηκε για όλο αυτό το διάστημα στο εξωκκλήσι των αγίων Αποστόλων.Οι τριάντα εννέα λειτουργίες έγιναν απρόσκοπτα. Η τελευταία έπρεπε να γίνει ήμερα Κυριακή. Το βράδυ όμως του Σαββάτου πιάνει τον παπά ένας δυνατός πονόδοντος και τον αναγκάζει να επιστρέψει στο σπίτι του.Η πρεσβυτέρα του πρότεινε να βγάλει το δόντι, μα εκείνος αρνήθηκε, γιατί έπρεπε την επομένη να τελέσει την τελευταία λειτουργία. Τα μεσάνυχτα ο πόνος κορυφώθηκε, και τελικά ο παπάς αναγκάστηκε να βγάλει το δόντι. Επειδή όμως παρουσιάστηκε αιμορραγία, ανέβαλε την τελευταία λειτουργία για τη Δευτέρα.Στο μεταξύ, το απόγευμα του Σαββάτου, ο Γεώργιος, ο γιός του μακαριστού Δημητρίου, ετοίμασε μερικά χρήματα για τον κόπο του ιερέα, με σκοπό να του τα δώσει την επόμενη μέρα.Τα μεσάνυχτα ξύπνησε για να προσευχηθεί. Ανακάθισε στο κρεβάτι κι άρχισε να φέρνει στο νου του τις αρετές, τα χαρίσματα και τα σοφά λόγια του πατέρα του. Κάποια στιγμή πέρασε απ’ το μυαλό του η ακόλουθη σκέψη: «Άραγε ωφελούν τα σαρανταλείτουργα τις ψυχές των κεκοιμημένων, ή τα καθιέρωσε η εκκλησία για παρηγοριά των ζώντων;»Τότε ακριβώς τον πήρε ένας ελαφρός ύπνος, και είδε πως βρέθηκε σε μια πεδιάδα με ομορφιά απερίγραπτη. Ένιωθε ανάξιο τον εαυτό του να βρίσκεται σε τέτοιο ιερό και παραδεισένιο χώρο. Μπροστά του απλωνόταν ένα απέραντο και κατάφυτο περιβόλι, που μοσχοβολούσε με μια ανέκφραστη ευωδιά.«Αυτός οπωσδήποτε θα είναι ο παράδεισος!», μονολόγησε. «Ω, τι μακαριότητα περιμένει όσους ζουν ενάρετα στη γη!»Εξετάζοντας έκπληκτος τα υπερκόσμια κάλλη, είδε ένα λαμπρό ανάκτορο με έξοχη αρχιτεκτονική χάρη, ενώ οι τοίχοι του έλαμπαν απ’ τα διαμάντια και το χρυσάφι. Η ομορφιά του ήταν ανέκφραστη.Πλησιάζει πιό κοντά, και τότε -τι χαρά! -βλέπει στην πόρτα του παλατιού τον πατέρα του ολοφώτεινο και λαμπροφορεμένο.-Πώς βρέθηκες εδώ, παιδί μου; τον ρωτάει με πραότητα και στοργή.-Ούτε κι εγώ ξέρω, πατέρα. Καταλαβαίνω πως δεν είμαι άξιος γι’ αυτόν τον τόπο. Αλλά πες μου, πώς τα περνάς εδώ; Πώς ήρθες; Τίνος είναι αυτό το παλάτι;-Η φιλανθρωπία του Σωτήρα Χριστού με τις πρεσβείες της Παναγίας, που της είχα ιδιαίτερη ευλάβεια, με αξίωσε να καταταχθώ σ’ αυτό το μέρος. Ήταν μάλιστα να μπω σήμερα μέσα στο παλάτι. Ο οικοδόμος όμως, που το χτίζει, πέρασε μια ταλαιπωρία -έβγαλε απόψε το δόντι του – κι έτσι δεν τέλειωσαν οι σαράντα μέρες της οικοδομής του. Για το λόγο αυτό θα μπω αύριο.Ύστερα απ’ αυτό ο Γεώργιος ξύπνησε δακρυσμένος και έκπληκτος, αλλά και με απορίες. Πέρασε την υπόλοιπη νύχτα αναπέμποντας αίνους και δοξολογίες στο Θεό. Το πρωί, μετά τη θεία λειτουργία, πήρε πρόσφορα, νάμα και αγνό κερί και ξεκίνησε για το εξωκκλήσι των αγίων Αποστόλων. Ο παπα-Δημήτρης τον υποδέχθηκε με χαρά:-Τώρα μόλις τελείωσα κι εγώ τη θεία λειτουργία. Έτσι ολοκληρώθηκε το σαρανταλείτουργο.Αυτό το είπε για να μην τον λυπήσει.Ο επισκέπτης τότε του διηγήθηκε το νυχτερινό του δράμα. Όταν έφτασε στο σημείο που ο πατέρας του δεν μπήκε στο παλάτι, γιατί ο οικοδόμος έβγαλε το δόντι του, ο παπα-Δημήτρης ένιωσε φρίκη, αλλά και θαυμασμό.-Εγώ είμαι, αγαπητέ μου, ο οικοδόμος που εργάστηκε στην οικοδομή του παλατιού, είπε με χαρά. Σήμερα δεν λειτούργησα, γιατί έβγαλα το δόντι μου. Θα λειτουργήσω όμως τη Δευτέρα, κι έτσι θα ολοκληρώσω το πνευματικό παλάτι του πατέρα σου.

( Άρχ. Χερουβείμ, Δανιήλ ο Κατουνακιώτης, Εκδ. Ι. Μ. Παρακλήτου.)


πηγή

Σάββατο, Ιανουαρίου 16, 2010

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης απέναντι στον Απόστολο Μακράκη



Του Μάριου Μπέγζου

Εφέτος συμπληρώνονται 150 χρόνια από τήν γέννηση τού Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (4.3.1851) καί 90 έτη από τήν κοίμησή του (1911). Οι επέτειοι χρησιμεύουν στήν ανάμνηση όχι μόνο τού παρελθόντος αλλά καί τού μέλλοντος όλων μας, αφού τά ερωτήματα παραμένουν, μολονότι οι απαντήσεις αλλάζουν. Ο Σκιαθίτης διηγηματογράφος ενσαρκώνει μιά στάση ζωής πού συνεχίζει νά είναι επίκαιρη καί ζωτική.

Τήν σημασία τής προσφοράς του μπορούμε νά τήν αντιληφθούμε καλύτερα, αν τόν συγκρίνουμε μέ έναν άλλο ρηξικέλευθο χριστιανό διανοούμενο τής εποχής του, τόν Σίφνιο λόγιο Απόστολο Μακράκη (1831-1905), πού αντιπροσωπεύει μιάν εντελώς αλλιώτικη αντίληψη γιά τήν εκκλησία καί τόν νεοελληνισμό. Ανάμεσα στόν Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη καί στόν Απόστολο Μακράκη υφίστανται πάρα πολλές διαφορές.

Μιά πρώτη διαφοροποίηση μεταξύ Παπαδιαμάντη καί Μακράκη πού μέ έμφαση επισημαίνεται από τό Σκιαθίτη μας είναι η απόσταση πού χωρίζει τό μακρακισμό από τό φιλοκαλικό κίνημα αναγέννησης τής Ορθοδοξίας στό 18ο-19ο αι. γνωστό μέ τή μειωτική επωνυμία "Κολλυβάδες", πού αναφάνηκε στό Άγιον Όρος μέ ηγήτορα τόν άγιο Νικόδημο τόν Αγιορείτη καί συνίστατο στήν αναβίωση τής ορθόδοξης πατερικής παράδοσης μέ επίκεντρο τή μελέτη τής "Φιλοκαλίας" καί ορατό αναγνωριστικό σημείο τή συχνή συμμετοχή τών πιστών στό μυστήριο τής θείας ευχαριστίας.

Οι αντίπαλοι τής φιλοκαλικής αγιορετικής κίνησης κατασυκοφάντησαν τούς πρωτεργάτες αυτής τής πρωτοβουλίας κάνοντας κατάχρηση τής συνήθειας νά τηρείται πιστά η λατρευτική παράδοση τής Ορθοδοξίας καί νά μή τελούνται μνημόσυνα τήν Κυριακή, ημέρα ανάστασης, παρά μόνο τό Σάββατο, ημέρα μνήμης τών νεκρών καί προσφοράς κολλύβων στό ναό. Έτσι επινοήθηκε τό περιπαικτικό παρωνύμιο "Κολλυβάδες" από τή δήθεν νομιζόμενη τυπολατρική προσκόλληση στά "κόλλυβα", ενώ στήν πραγματικότητα πρόκειτο γιά ρωμαλέο εκκλησιαστικό κίνημα ανακαίνισης μέ βάση τή "Φιλοκαλία" τών νηπτικών πατέρων τής μυστικής θεολογίας τής Ορθοδοξίας. Κατάλοιπα τών καταδιωγμένων "Κολλυβάδων" βρήκαν καταφύγιο στή Σκιάθο, πού κατά μία εύστοχη παρατήρηση τού Τάκη Παπατσώνη1 είναι η σκιά τού Άθωνα (Σκιάθος: Σκιά τού Άθως: Σκι-Άθως).

Έτσι ο Παπαδιαμάντης τρέφεται από τήν ορθόδοξη παράδοση στή φιλοκαλική της εκδοχή μέ τήν οποία κρίνει, συγκρίνει καί κατακρίνει τό μακρακισμό. Απέναντι στόν δυτικό, προτεσταντικό καί ευσεβιστικό Μακράκη2 ορθώνεται ο ανατολικός, ορθόδοξος καί φιλοκαλικός Παπαδιαμάντης. Ιδιαιτέρως αποκαλυπτικός είναι ο κοσμοκαλόγερός μας στή νεκρολογία τού συντοπίτη τού ιερομονάχου πατρός Διονυσίου τόν οποίο διαφοροποιεί από τόν μακρακισμό πού τόν τοποθετεί στόν ησυχασμό τών φιλοκαλικών τής Ορθοδοξίας. Μάλιστα υπογραμμίζει ο άγιός μας γιά τούς Κολλυβάδες ότι "τό σκωπτικόν επίθετον αναξίως εδόθη αυτοίς υπό φθονερών τού μοναστικού βίου απτήνων"3 καί σημειώνει επιπροσθέτως ότι "εκ τών Κολλυβάδων ήσαν εκ τών παλαιών λογίων πατέρων ο Κορίνθου Μακάριος, ο Νοταράς, άγιος τιμώμενος, Αθανάσιος ο Πάριος καί Νικόδημος ο πολυγραφώτατος, ο Κύριλλος, ο Ηλίας, ο Αρσένιος καί άλλοι ενάρετοι πατέρες"4.

Σέ άλλη συνάφεια δηλώνει ρητά ότι ο Μακράκης επιχείρησε νά απομιμηθεί τά "κολλυβάδικα" έθιμα γιά τήν συχνή θεία μετάληψη, αλλά χωρίς καμμιά επιτυχία, διότι πρόκειτο γιά ξηρό τυπολοατρικό, επιδερμικό μιμητισμό: "ο εν λόγω διδάσκαλος "Μακράκης", αυτός μάλλον είχεν ακολουθήσει τινά των παλαιών εθίμων μοναστικής τινός κοινότητος, λίαν αρχαιοπρεπούς, εις την οποίαν ανήκον οι ασκηταί ούτοι. Ούτω συνέπεσαν εν μέρει εις τάς δοξασίας"5. Εξηγεί τήν μακρακική αποτυχία στήν απομίμηση τού φιλοκαλικού ανανεωτικού κινήματος μέ τόν ακόλουθο τρόπο: "Παρά τών Κολλυβάδων τούτων ηθέλησε καί ο κ. Μακράκης νά μιμηθή τινα έθιμα, ως τό τής συχνής μεταλήψεως καί άλλα, καί απέτυχεν, ως εικός. Διότι δέν εδόθη εις κοσμικούς ανθρώπους νά μιμώνται τά έθιμα τών ασκητικών εκείνων ανδρών, τών εν αμέμπτω πολιτεία διαγόντων, ουδ' έξεστιν εις τούς εν τή τύρβη τού κόσμου βιούντας νά παραδώσει τά σεμνά καί υψηλά εκείνα πράγματα"6.

Γιά τόν Σκιαθίτη διηγηματογράφο ο Σίφνιος λόγιος φέρεται σάν προτεστάντης κι όχι ως ορθόδοξος. Παρόλα τά καλά πού τού αναγνωρίζει τόσο στίς προθέσεις όσο καί στό ήθος, ωστόσο μέ τρόπο ανυποχώρητο ο Παπαδιαμάντης μέμφεται τόν Μακράκη γιά προτεσταντισμό7 καί μάλιστα κατ' επανάληψη στά έργα του. Ο κοσμοκαλόγερος τής λογοτεχνίας μας απορρίπτει τόν μακρακισμό μέ τήν οργίλη αποστροφή: "Τί καινοτομίαι, τί ξενισμοί, τί λεσχηνείαι είναι αυτά; Προτεστάνται είμεθα υμείς εδώ;"8.




Στήν επιστολογραφία του μάλιστα ο Παπαδιαμάντης γίνεται σαφέστερος καί δριμύτερος: "Η ουσία τού προτεσταντισμού δέν έγκειται τόσον εν τή μή τιμή τών εικόνων καί τών λειψάνων, όσον εν τή απορρίψει τού κύρους τών Οικουμενικών Συνόδων, τών Πατέρων καί τής παραδόσεως, εν τή απολύτω ελευθερία του ερμηνεύειν έκαστον τάς Γραφάς, όπως αν αυτώ αρέσκη. Τούτο δέ ακριβώς πράττει καί ο κ. Μακράκης, όστις περιέρχεται τάς πόλεις καί τά χωρία ερμηνεύων κατά τήν ιδίαν αυτού φαντασίαν τάς Ιεράς Γραφάς, άνευ κύρους, άνευ αδείας καί εγκρίσεως εκκλησιαστικής"9.

Η απτή καί ορατή διαφοροποίηση τού ορθοδόξου καί τού προτεσταντικού στοιχείου εντοπίζεται στήν οριοθέτηση τού κοινωνικού καί τού ατομικού παράγοντα. Ο προτεσταντισμός είναι ένας θρησκευτικός ατομικισμός, όπου τό άτομο έχει απόλυτη προτεραιότητα, προηγείται ο ιδιώτης πιστός καί όλος ο βίος εξατομικεύεται. Αντιθέτως στήν Ορθοδοξία πρυτανεύουν τό κοινωνικό, τό κοινοτικό καί τό κοινοβιακό στοιχείο. Η εκκλησία κατανοείται ως σώμα Χριστού καί όχι ως σωματειο χριστιανών. Η καταστατική πράξη τής εκκλησίας, η θεία ευχαριστία, λέγεται καί είναι "θεία κοινωνία", γι' αυτό ήδη στήν πρωτοχριστιανική παράδοση διακηρυσσόταν η πεποίθηση: "unus christianus, nullus christianus", δηλαδή "ένας χριστιανός ίσον κανένας χριστιανός".

Τέτοια ακριβώς ορθόδοξη εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία αντιτάσσει ο Παπαδιαμάντης στόν Μακράκη, τόν οποίο έχει κατηγορήσει γιά προτεσταντική κακοδοξία, καί οριοθετεί τήν δική του εκκλησιαστική ορθοδοξία μέ τόν ακόλουθο τρόπο: "Εγώ είμαι τέκνον γνήσιον τής Ορθοδόξου Εκκλησίας εκπροσωπουμένης υπό τών επισκόπων της. Εάν δέ τυχόν πολλοί τούτων είναι αμαρτωλοί, αρμοδία νά κρίνη είναι μόνον η Εκκλησία, καί μόνον τό άπειρον έλεος τού Θεού ημείς πρέπει νά επικαλώμεθα. Τό κύρος καί τήν ενότητα τής Εκκλησίας ημείς δέν τά συγχέομεν μέ τάς αμαρτίας τών προσώπων, καθώς οι παρασυνάγωγοι σεις"10.

Γιά τόν Παπαδιαμάντη η εκκλησία είναι Σώμα Χριστού, ενώ γιά τόν Μακράκη αυτό πού προέχει καί μέλλει νά σώσει τόν άνθρωπο καί τήν ανθρωπότητα, τόν χριστιανισμό καί τόν ελληνισμό μαζί, είναι ένα σωματείο χριστιανών, γι' αυτό άλλωστε ο ίδιος διά βίου προέβαινε στήν ίδρυση πολλών καί αλλεπάλληλων σωματείων θρησκευτικού ή πολιτικού προσανατολισμού11.

Μέ αυτόν τόν τρόπο όμως η εκκλησία διαφθείρεται: στό Σώμα Χριστού καταντά σωματείο χριστιανών. Έτσι καταργείται η εκκλησιαστικότητα καί αναφύεται η παραεκκλησιαστικότητα. Η σχέση τής εκκλησίας μέ τήν παραεκκλησιαστική θρησκευτική οργάνωση είναι ευθέως ανάλογη μέ τήν σχέση τού κράτους καί τού παρακράτους, τής παιδείας καί τής παραπαιδείας, τής οικονομίας καί τής παραοικονομίας, τού σώματος καί τού σωματείου, τής ορθοδοξίας καί τής ετεροδοξίας, τού φιλοκαλικού ησυχασμού καί τού προτεσταντικού ευσεβισμού, δηλαδή τής εκκλησιαστικότητας καί τής θρησκευτικότητας.

Η συγκεκριμένη διαφορά εντοπίζεται στήν προτεραιότητα: ποιός προηγείται; ο Χριστός ή ο χριστιανός, η εκκλησία ή τό άτομο; τό σώμα ή τό σωματείο; τό Σώμα τού Χριστού ή τό σωματείο τών χριστιανών; η εκκλησιαστικότητα ή η θρησκευτικότητα; Μέ τήν γλώσσα τού Παπαδιαμάντη λοιπόν: "Ποίος Μητροπολίτης, ποία Σύνοδος, δύναται ποτέ ν'αναγνωρίση τόν κ. Μακράκην ως ορθόδοξον, εάν ούτος δέν προσέλθη απλώς καί καθαρώς, εν ταπεινώσει, άνευ σοφισμάτων καί άνευ υστεροβουλίας, εάν δέν προσπέση εις τήν Εκκλησίαν νά είπη τό ήμαρτον, ν' αποπτύση τό τρισύνθετον καί πάσαν άλλην κακοδοξίαν, καί νά είπη ότι μετανοεί ειλικρινώς; Ως ίσος πρός ίσην τολμά νά διαπραγματεύεται πρός τήν Εκκλησίαν, ή έτι θρασύτερον, ως θεραπαίνιδα θέλει νά τήν μεταχειρισθή ο αγχίστροφος διαλεκτικός, ο πολύπλαγκτος αγορητής, αξιών, ίνα η Εκκλησία αυτή καί όχι ο Μακράκης ομολογήση ότι έσφαλε νά τόν αποκηρύξη: Οίον εξαίσιον πτώμα! Οίος κρημνός! Εν όμως λησμονεί ο πολύστροφος λογοκόπος, τό ότι οι Άρειοι καί οι Απολλινάριοι καί οι Ωριγένεις ήσαν πολύ αυτού ευφραδέστεροι καί λογιώτεροι καί επιφανέστεροι... Αλλ' εις τήν περίπτωσιν αυτήν άτακτος είναι ο κ. Μακράκης, όστις δέν πείθεται εις τήν Εκκλησίαν"12.

Μέ τέτοια εκκλησιολογική λογική ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας ο Σκιαθίτης άγιος τού αιώνα μας γράφει γιά τόνΣίφνιο "Σωκράτη τού 19ου αιώνα" τά εξής: "πάς χριστιανός οφείλει νά πειθαρχή εις τούς ορατούς αντιπροσώπους τής Εκκλησίας, είτε αμαρτωλοί είναι ούτοι είτε άγιοι, καί νά μή πλησιάζη εις τόν Μακράκη. Άλλως, θά ήτον αναρχία καί τίποτε άλλο"13. Σέ άλλη πάλι συνάφεια διαδηλώνει τίς απόψεις του μέ εμφαντικότερο τρόπο: "Τό βήμα τής εκκλησίας δέν είναι, όπως τό βήμα τό δικανικόν, τό βήμα τό πολιτικόν, όπου υπάρχουν ρήτορες καί αντιρρήτορες... Τό εκκλησιαστικό βήμα -ο άμβων- είναι αυστηρόν, αποκλειστικόν, αυθεντικόν. Εις μόνος ομιλεί. Υποτίθεται, ότι λέγει, όχι διδόμενα, αλλά συμπεράσματα, παραδεδεγμένα, αναμφισβήτητα, δόγματα. Δέν επιτρέπονται εκεί αι αυτοσχέδιοι ανοησίαι. Διά τούτο ο είς εκείνος πρέπει νά είναι χρισμένος από τήν εκκλησίαν// οφείλει νά είναι τό στόμα τής εκκλησίας, επειδή συζήτησις δέν επιτρέπεται, ούτε δευτερολογία, ούτε διακοπή. Ανάγκη άρα νά είναι κληρικός"14.

Τό φάντασμα τού Μακράκη καί η σκιά τού Παπαδιαμάντη μέλλουν νά παραμένουν διαρκώς μαζί μας σέ κάθε τίμια αναζήτηση τής αλήθειας τού γένους μας σέ κάθε τύπο καί σέ κάθε καιρό. Η επιλογή υπέρ τού ενός ή τού άλλου αποτελεί προσωπική επιλογή καθενός μας καί συλλογική ευθύνη όλων μας.

ΜΑΡΙΟΣ ΜΠΕΓΖΟΣ

1. Τ. Παπατσώνης, Άσκηση στόν Άθω, Αθήνα 1963 (1984), 14.

2. Λ. Μπράνγκ, Τό Μέλλον τού Ελληνισμού στόν Ιδεολογικό Κόσμο τού Α. Μακράκη, Αθήνα 1997, 111: "Ο Μακράκης ... αναδεικνύεται τελικά αντι-ησυχαστικός".

3. Α. Παπαδιαμάντης, Άπαντα (επιμ.), Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, 5 τόμοι, Αθήνα 1981-1988, τόμ. Ε?, σελ. 330. Πρβλ. τόν σχολιασμό τού Ζ. Λορεντζάτου, Μελέτες, Αθήνα 1994, τόμ. Α?, σελ. 235-258.

4. Στό ίδιο.

5. Παπαδιαμάντης, ό.π., Β?, 498-499.

6. Παπαδιαμάντης, ό.π., Ε?, 330.

7. Εύστοχα κάνει λόγο γιά τόν "ορθόδοξο προτεσταντισμό" τού Μακράκη ο π. Θεόκλητος Διονυσιάτης (στό Μπράνγκ, ό.π., 30 καί 28-30, όπου καταχώριση τής αντιμακρακικής τοποθέτησης τού π. Φιλοθέου Ζερβάκου).

8. Παπαδιαμάντης, ό.π., Δ?, 148.

9. Παπαδιαμάντης, ό.π., Ε?, 163.

10. Παπαδιαμάντης, ό.π., Ε?, 165. Πρβλ. παλαιότερη μελέτη μας: Μ. Μπέγζος, "Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης καί Απόστολος Μακράκης: "Αειπλάνητος Διδάχος" ή "Κοσμοκαλόγερος"; Νέα Κοινωνιολογία, τχ. 27 (Άνοιξη 1999), 32-42 πού αφορμήθηκε από προφορική υπόδειξη τού ποιητή Δημήτρη Κοσμόπουλου γιά τήν αντιστικτική σχέση Παπαδιαμάντη-Μακράκη.

11. Πρβλ. Μπράνγκ, ό.π., 313επ., ιδ. 327 όπου διασύνδεση τού μακρακισμού μέ τίς μετέπειτα παραεκκλησιαστικές οργανώσεις ("Αδελφότητες Θεολόγων") στήν ελλαδική εκκλησία μέ πρωτεργάτη τόν αρχιμανδρίτη π. Ευσέβιο Ματθόπουλο (1849-1929), αρχικά οπαδό τού Απ. Μακράκη καί μετά (μετά τήν αποσκίρτησή του από τόν μακρακισμό) ιδρυτή τής "Ζωής" (1907). Πρβλ. Χ. Γιανναράς, Ορθοδοξία καί Δύση στή Νεώτερη Ελλάδα, Αθήνα 1992, 348] επ., 359: "Η πρώτη εξωεκκλησιαστική οργάνωση στήν Ελλάδα ιδρύεται τόν Σεπτέμβριο τού 1976 από τόν Απόστολο Μακράκη". Βλ. τήν διδακτορική διατριβή στό Τμήμα Ποιμαντικής καί Κοινωνικής Θεολογίας τού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (μέ επιβλέποντα καθηγητή τόν π. Θεόδωρο Ζήση) τού Εμμ. Καραγεωργούδη, Χριτσιανισμός καί Πολιτική κατά τόν Απόστολο Μακράκη, Θεσσαλονίκη 1992, ιδ. σελ. 107επ., όπου τεκμηριώνεται η "μακρακική" γενεαλόγηση τού κινήματος "Χριστιανική Δημοκρατία" καί τών οργανωσιακών πρωτοβουλιών τού Αυγουστίνου Καντιώτη.

12. Παπαδιαμάντης, ό.π., Ε?, 164.

13. Παπαδιαμάντης, ό.π., Γ?, 576.

14. Παπαδιαμάντης, ό.π., Δ?, 148.

AΠΟΙΚΙΑ ΟΡΕΙΝΩΝ ΜΑΝΙΤΑΡΙΩΝ