ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, Δεκεμβρίου 04, 2021



Τὸ θέμα τῆς θείας τιμωρίας ἀπαντᾶ καὶ στὸ συναξάρι τῆς ἁγίας Βαρβάρας. Ἐκεῖ ἀναφέρεται: “Αὕτη σεβομένη κρυφίως, δὲν ἠδυνήθη νὰ κρυφθῆ ἀπὸ τὸν ἀσεβῆ πατέρα της. Ἐγνώρισε γὰρ ἐκεῖνος τὰ περὶ αὐτῆς, ὅταν, αὐτὸς μὲν εἶπε νὰ γένουν δύω παράθυρα εἰς τὸ παρ’ αὐτοῦ κτισθὲν λουτρόν, ἡ δὲ Ἁγία ἐπρόσταξε νὰ γένουν τρία παράθυρα. Ἐρωτήσας δὲ αὐτήν, διὰ ποίαν αἰτίαν τρία παράθυρα κατεσκεύασεν; ἔμαθεν ἀπὸ αὐτήν, ὅτι τὰ ἐποίησεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος”.

Ἐξαιτίας τῆς χριστιανικῆς πίστης τὴν καταδίωξε, ἀλλὰ ἡ Ἁγία, “φεύγουσα ἐμβῆκε μέσα εἰς μίαν πέτραν, ἡ ὁποία παραδόξως ἐσχίσθη καὶ τὴν ἐδέχθη, διὰ τοῦτο ὁ πατὴρ αὐτῆς τὴν ἐκυνήγα. Εὑρών δὲ αὐτήν, μὲ τὸ μέσον τινὸς μηνυτοῦ, τὴν ἅρπασεν ἄσπλαγχνα ἀπὸ τὰ μαλλία τῆς κεφαλῆς. Καὶ φέρων, παρέδωκεν αὐτὴν εἰς τὸν τῆς χώρας ἄρχοντα. Ἔμπροσθεν τοῦ ὁποίου ὁμολογήσασα ἡ Ἁγία τὸν Χριστόν, δέρνεται δυνατά, καὶ κατακαίεται εἰς τὰς πλευρᾶς. Καὶ τελευταῖον διὰ ξίφους τὴν κεφαλὴν ἀποκόπτεται ἀπὸ τὰς χείρας αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ὠμοτάτου πατρός της, ὁ ὁποῖος λέγεται, ὅτι ἀφ’ οὐ κατέσφαξε τὴν Ἁγίαν, καταβαίνωντας ἀπὸ τὸ βουνόν, ἐκτυπήθη ἄνωθεν ἀπὸ ἀστραποπελέκυ. Καὶ οὕτως ἀπέρριψε τὴν μιαρᾶν του ψυχήν”.
Στὸν “Νέο Παράδεισο” λέγεται ὅτι ὁ “μηνυτής” βοσκὸς ποὺ πρόδωσε τὴν κρύπτη τῆς ἁγίας τιμωρήθηκε, ἀφοῦ “ἔγιναν ὅλα του τὰ πρόβατα σκάνθαροι”. Οἱ συναξαριακὲς ἀναφορὲς στὴν τιμωρία τοῦ παιδοκτόνου πατέρα καὶ τοῦ καταδότη βοσκοῦ προκαλοῦν ἔκπληξη, ἀλλὰ ἔχουν παιδαγωγικὸ χαρακτήρα. Τὰ κείμενα αὐτὰ ἦταν ἰδιαίτερα δημοφιλῆ στὴν Τουρκοκρατία καὶ συνέβαλαν στὴ διάσωση τῆς χριστιανικῆς πίστης τῶν πνευματικὰ ἀνώριμων ἀνθρώπων.
Στὴν ἁγιοπατερικὴ παράδοση τονίζεται ὅτι ἐκφράσεις τῶν ἱερῶν κειμένων ποὺ ἀναφέρονται σὲ ἐμπαθεῖς καταστάσεις τοῦ Θείου γίνονται ἀπὸ συγκατάβαση στὴν ἀνθρώπινη ἀσθένεια. Ὁ Θεὸς ὑπερβαίνει κάθε ἀνθρώπινη νόηση καὶ γνώση. Ὡς φύσει καὶ γνώμη ἄτρεπτος δὲν ὀργίζεται, δὲν τιμωρεῖ καὶ δὲν κολακεύεται μὲ δῶρα. Οἱ ἄνθρωποι βιώνουν τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ μὲ διάφορους τρόπους. Οἱ σκληρόκαρδοι καὶ ἀμετανόητοι, λόγω ἀπώλειας τῆς χάριτος, ἐχθρεύονται τὸν Θεὸ καὶ αὐτοτιμωροῦνται. Οἱ ἐν μετανοία ζῶντες καὶ οἱ φίλοι του Θεοῦ γεύονται τὴν ἄπειρη ἀγάπη καὶ τὴ φωτιστικὴ ἐνέργειά Του. Γιὰ τοὺς πρώτους ἡ Θεία ἐνέργεια βιώνεται ὡς φῶς, ἐνῶ γιὰ τοὺς δεύτερους ὡς “πῦρ καταναλίσκον” (Ἑβρ. 12, 29).
π. Βασίλειος Καλλιακμάνης

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 24, 2021

Ιερός χώρος και χρόνος (Παύλος Ευδοκίμωφ)



Ο ιερός χρόνος
Αντίθετα με την κοινή αντίληψη, ο χώρος κι ο χρόνος δεν είναι καθαρές μορφές. Ο χώρος δεν είναι απλά ένα είδος σάκου, όπου είναι ριγμένα τα άτομα. Δεν είναι ούτε και το a priori του υπερβατισμού, ένα υποκειμενικό δίκτυ που θα έριχνε το πνεύμα μας πάνω στα πράγματα για να τα γνωρίσει. Ο χώρος και ο χρόνος υπάρχουν αντικειμενικά, είναι το μέτρο της υπάρξεως, μία απ’ τις διαστάσεις της. Ο ρόλος των είναι να κατατάσσουν, αλλά και να χαρακτηρίζουν ποιοτικά τα πράγματα, που δεν υπάρχουν παρά μες στις μορφές αυτές, τις αναπόσπαστες από κάθε δημιούργημα. Αποκαλύπτουν την κατάσταση της υγείας των πραγμάτων, την οντολογική κράση των. Όταν ο άγγελος της Αποκαλύψεως αγγέλει το τέλος του άρρωστου χρόνου, αγγέλει το τέλος του μαθηματικού χρόνου, που έχει αποσυντεθή σε χωριστές στιγμές, το τέλος της ασυντέλεστης χρονικής διάρκειας και το πέρασμα προς την τελειωμένη διάρκεια, προς το ποιοτικό πλήρωμα του χρόνου, μες στο οποίο ο χρόνος συντελείται. Η βιβλική αντίληψη έχει κατανοηθή θαυμάσια από τον Ιερό Αυγουστίνο, που υποστηρίζει ότι ο κόσμος και ο χρόνος δημιουργήθηκαν μαζί: «ο κόσμος δεν δημιουργήθηκε μέσα στον χρόνο, αλλά μαζί με τον χρόνο». Τούτο θέλει να ειπή ότι η αρχή του χρόνου είναι καλή αυτή καθ’ εαυτή, ότι η ζωή στον Παράδεισο και στην Βασιλεία του Θεού υπάρχει μες τον ιδικό της χρόνο, δηλαδή με την ιδική της τάξη διαδοχής των γεγονότων. Η αιωνιότητα των πλασμάτων δεν είναι απουσία του χρόνου και ιδίως δεν είναι ο χρόνος μας, κολοβωμένος από το τέλος του, αλλά η θετική μορφή του χρόνου. Είναι ο χρόνος μες τον οποίο το παρελθόν διατηρείται ακέραιο και το παρόν είναι ανοικτό στο άπειρο των αιώνων. Είναι το «μνημόσυνο της Βασιλείας», το να βρισκόμαστε μνημονευμένοι σ’ αυτήν και να είμαστε ολοκληρωτικά παρόντες στο βλέμμα του Αιωνίου. Πρέπει λοιπόν να ξεχωρίζωμε ανάμεσα στον βέβηλο, εφθαρμένο και αρνητικό χρόνο της πτώσεως και στον ιερό, εξαγορασμένο και προσανατολισμένο χρόνο της σωτηρίας.
Ο ιερός χώρος
Ότι είναι ο χρόνος ως προς τη διάρκεια, είναι ο χώρος ως προς την έκταση. Ο βέβηλος χώρος υπόκειται στον νόμο της εξωτερικότητας, της εξωτερικής διατάξεως των όντων, αλλά το συνυποστατικό «Εν» εν Χριστώ καταργεί τη θέση του ενός πλάι στο άλλο και πραγματώνει κάτι περισσότερο από την ενότητα της απλής συνυπάρξεως.
Ο Χριστός λέγοντας στη Σαμαρείτιδα «Έρχεται ώρα ότε ούτε εν τω όρει τούτω ούτε εν Ιεροσολύμοις προσκυνήσετε τω Πατρί» (Ιω. Δ’ 21), εκφράζεται για τον εαυτό του, ως ιερό τόπο, που είναι πανταχού παρών και που αναιρεί την αποκλειστικότητα κάθε εμπειρικού τόπου. Έκτοτε, κάθε επίσκεψη σε ένα ναό είναι ήδη μια προσκύνηση στον ιερό τόπο. Τούτο εξηγεί την πολλότητα των τόπων, που καθένας των έχει την έννοια του κέντρου, ακριβώς επειδή δεν είναι κέντρα γεωγραφικά, αλλά κοσμικά, τοποθετημένα όχι στην οριζόντια, αλλά στην κατακόρυφη διάσταση, που ενώνει κάθε σημείο με το επέκεινα. Έτσι, η ευλογία του ελαίου, του άρτου, του οίνου και του σίτου, ξεκινώντας από κάθε ναό, αγιάζει τα στοιχεία αυτά σε όλη την επιφάνεια της γης, όπως κι η ευλογία των τεσσάρων σημείων του κόσμου κατά την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.
Οι τόποι αυτοί είναι τα σημεία στα οποία διασταυρώνονται όλα τα επίπεδα: καταχθόνια, γη και ουρανός. Εικόνα των είναι το όρος το Άγιον, το δένδρο του κόσμου, ο κεντρικός στύλος ή η Κλίμαξ, όπως και το όρος Θαβώρ (που φανερά προέρχεται από το tabbur = ομφαλός) και το όρος Γαριζίμ (που λέγονταν «ομφαλός της γης», tabbur erez, Κρ. Η’ 37). Για τούτο και, κατά την ραββινική παράδοση, η γη του Ισραήλ δεν καταποντίστηκε από τον κατακλυσμό. Κατά μία Χριστιανική παράδοση, ο Γολγοθάς είναι το κέντρο του κόσμου. Εδώ πλάσθηκε ο Αδάμ, εδώ υψώθηκε ο Σταυρός και στους πρόποδες του βρίσκονταν ο τάφος του Αδάμ, συνηθισμένο αγιογραφικό θέμα. Επίσης, η ρίζα του δένδρου του κόσμου κατεβαίνει ως την κόλαση, η κορυφή του εγγίζει τον ουρανό και τα κλαδιά του συμβολίζουν τα διάφορα επίπεδα του ουρανού. […]
Όπως ο ιερός χρόνος ανταποκρίνεται στη βαθιά νοσταλγία της αιωνιότητας, έτσι ο ιερός χώρος ανταποκρίνεται στην δίψα του χαμένου Παράδεισου. Σ’ αυτές τις υπερβάσεις του εμπειρικού, που ενεργεί το ιερό, ο άνθρωπος ξαναβρίσκει μερικά τον πρώτο του κλήρο και κατευθύνεται προς την πλήρωσή του.
Η δόμηση του ιερού: Ο Ναός
Α’. Ένας θεατής παρατηρώντας ένα ναό, μπορεί να εξετάσει διαδοχικά τα διάφορα μέλη του, να καθορίση την αρχιτεκτονική του, να εκτιμήση την αισθητική έκφρασή του. Ο ναός, ωστόσο, θα παραμένη πάντα ένα κλειστό βιβλίο. Για να αρχίση κάθε πέτρα, κάθε κομμάτι του να λαλή και για να γίνει ολόκληρος ένα άσμα, μία λειτουργία, πρέπει να συλληφθεί το μεγαλειώδες σύνολο της ιδέας του ναού. Εκείνο που τον ξεχωρίζει από το περιβάλλον είναι το ότι πριν απ’ όλα είναι χώρος οργανωμένος. Η τελετή των εγκαινίων ομιλεί πολύ εύγλωττα γι’ αυτό. Αποτέμνει μια επιφάνεια, τη χωρίζει από το βέβηλο διάστημα, την αγγίζει και ζητεί με την «επίκληση» την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος, που θα μεταμορφώσει τον οποιοδήποτε χώρο σ’ έναν εντελώς καθορισμένο χώρο θεοφάνειας, σε όρος άγιον, σε κέντρο του κόσμου, σε κλίμακα του Ιακώβ. […] όλος ο ναός γίνεται η πλαστική εικόνα του θείου ουρανού πάνω στη γη.
Το θυσιαστήριο, altar (από το alta-ara) σημαίνει τόπο υψηλό. Εδώ είναι το άγιον όρος της Σιών με το κοσμικό κέντρο του, την αγία τράπεζα, που με μία μυστική μεταφορά παριστάνει τον Σωτήρα τον ίδιο. Ο άγιος Διονύσιος, μιλώντας για το τελετουργικό των εγκαινίων παρατηρεί: «Πάνω στον ίδιο τον Ιησού, καθώς πάνω σε βωμό… τελειώνεται η καθιέρωση του ναού». Κατά την χειροτονία πρεσβύτερου, την στιγμή της επιθέσεως των χειρών ο χειροτονούμενος έχει το μέτωπο στηριγμένο στην τράπεζα του θυσιαστηρίου που συμβολίζει το Χριστό. Το αρτοφόριο που περιέχει την σάρκα και το αίμα του Χριστού θα τοποθετηθή πάνω στην τράπεζα, μεταμορφώνοντάς την στον τάφο που σύντριψε η δύναμη της Αναστάσεως. Κανείς δεν μπορή να την εγγίση εκτός απ’ το ιερατείο και ο ιερεύς, μπαίνοντας στο Άγιο βήμα, προσπίπτει εμπρός σ’ αυτήν την ζωντανή παράσταση του Χριστού. Αλλά και η ίδια η ύλη της τράπεζας, όπου στηρίζεται το αρτοφόριο, έχει μεταμορφωθή με την ένθεση αγίων Λειψάνων ή άφθαρτων οστών μαρτύρων. Είναι μία πιστή αναφορά στην Αποκάλυψη (στ’ 9): Ο άγγελος βλέπει «υποκάτω του θυσιαστηρίου τας ψυχάς των εσφαγμένων διά τον λόγον του Θεού, και διά την μαρτυρίαν ην είχον». Ο Νικόλαος Καβάσιλας προχωρεί περισσότερο, βεβαιώνοντας ότι το πραγματικό θυσιαστήριο είναι τα οστά τα ίδια. Τα λείψανα αυτά και επομένως και η τράπεζα είναι από τώρα το «σώμα πνευματικόν» του μέλλοντος Πάσχα. Βλέπομε ότι το λειτουργικό κέντρο οικοδομείται με την ύλη της Βασιλείας του Θεού και ο ιερός χώρος οργανώνεται γύρω από το τμήμα του επέκεινα.
Β. Αρχιτεκτονικά ένα επίμηκες ορθογώνιο λέγεται «νους». Μπορούμε να πούμε και ότι ολόκληρος ένας ναός είναι ακριβώς ένα πλοίο στραμμένο και κατευθυνόμενο προς την Ανατολή. Η Διδαχή των Δώδεκα Αποστόλων, παραθέτοντας χωρία από τον Ψαλμό ξζ’ (στ. 34: «τω Θεώ τω επιβεβηκότι επί τον ουρανόν του ουρανού κατά ανατολάς») δείχνει ότι σε αυτά έχει την προέλευση της η προσευχή που γίνεται κατά την Ανατολή και με την προσδοκία της επιστροφής του Χριστού. Τούτο εξηγεί γιατί κάθε προσευχή όταν είναι ορθά προσανατολισμένη, είναι αναμονή και στην έσχατη πρόθεσή της πάντοτε εσχατολογική.
Ο Franz von Dölger δείχνει καθαρά στις βασιλικές με τρεις αψίδες την μορφή του Σταυρού, ερμηνεύοντάς την ως σύμβολο του φωτός και της ζωής («ΖΩΗ» και «ΦΩΣ»), που διασταυρώνονται στο κεντρικό γράμμα των δύο τούτων λέξεων, το ωμέγα, εσχατολογικό γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Τούτο τονίζει ακόμη περισσότερο την αρχιτεκτονική σημασία του ναού: ένα πλοίο που πλέει μέσα στην εσχατολογική διάσταση, αρμενίζοντας κατά την ανατολή.
Γ. Η υπέρτατη τάξη του τόπου δεν επιτρέπη να μπαίνη κανείς σ’ αυτόν αμέσως, εισάγοντας το βέβηλο στοιχείο. Όπως με τόση δύναμη τονίζει το λειτουργικό μέλος που ονομάζεται «Χερουβικόν», στο κατώφλι του ναού «πάσαν την βιωτικήν απωθώμεθα μέριμναν». Η πρόσβαση στον ναό είναι μια βαθμιαία μύηση με οδηγό την τοπογραφική διάταξη του χώρου. Άλλοτε ο ναός ήταν περιτριγυρισμένος μ’ έναν κυκλικό τοίχο, στον οποίο ξαναβρίσκομε το σύμβολο της αιωνιότητας και της προστασίας, σημείο και της οροθεσίας των χώρων. Στα μοναστήρια βλέπομε συχνά πλάι στους ναούς ένα κοιμητήριο κι έναν ξενώνα, που έτσι δείχνουν την ενότητα νεκρών και ζώντων, συγκεντρωμένων στον ίδιο ιερό χώρο. Μπαίνοντας από τον πυλώνα, βρισκόμαστε ήδη και διά μιας στο απόλυτο Άλλο. Διασχίζομε κατόπιν το αίθριον, την αυλή, και ανεβαίνομε τις βαθμίδες του προπύλου, πράγμα που μας παρέχει την ανοδική κίνηση: ανεβαίνομε το όρος το άγιον. Περνούμε ύστερα στον εξωνάρθηκα και κατόπιν στον εσωνάρθηκα – τόπο, όπου άλλοτε έστεκαν οι μετανοούντες. Τόπο των νεκρώσιμων τελετών και ακόμη «τράπεζα» για τους μοναχούς. Μόνον έτσι προετοιμασμένοι, μ’ αυτήν την μύηση την μετρημένη και θαυμάσια λεπτή, εισερχόμαστε μέσα στον κυρίως ναό. Εδώ η προοπτική που ανοίγεται από τα συστατικά του μέρη, επαναλαμβάνει και ολοκληρώνει την άνοδο, σαν δρόμος που οδηγεί στην κορυφή του όρους του Αγίου.
Δ’. Ανατολικά βρίσκεται μια υπερυψωμένη εξέδρα, ο σολέας, που το κεντρικό μέρος του λέγεται «άμβων» (από το αναβαίνω). Είναι το βήμα, ο τόπος της κοινωνίας των πιστών. «Ξενίας δεσποτικής και αθανάτου τραπέζης εν υπερώω τόπω ταις υψηλές φρεσί δεύτε απολαύσωμεν», ψάλλει η Εκκλησία.
Η βασιλική πύλη οδηγεί κατευθείαν στην αγία τράπεζα. Όλο αυτό το μέρος λέγεται «άγιον βήμα», το Όρος το άγιον στην κυριολεξία. Ο σταυρός πίσω από την τράπεζα του θυσιαστηρίου, σημαίνει την κλίμακα του Ιακώβ που χρησιμοποιεί ο Θεός, για να κατεβαίνη στη γη. Το σταυρικό σχήμα της είναι το σχήμα που εγγράφεται ανάμεσα στην Αγία Τριάδα, το στραμμένο προς τον κόσμο πρόσωπο του Θεού, η έκφραση της άρρητης αγάπης του. Ανάμεσα στον σταυρό τούτο και στην τράπεζα βρίσκεται η επτάφωτος λυχνία, που το φως της συμβολίζει τη δύναμη των δώρων του Αγίου Πνεύματος, που σφραγίζει τον άνθρωπο και τη χάρη της Πεντηκοστής που αγιάζει το σύμπαν.
Ε’. Ο οργανωμένος χώρος του ναού περιβάλλεται από τον βέβηλο χώρο. Για τούτο ο ναός στην ολότητά του ορθώνεται ως η σθεναρότερη άρνηση προς το θηρίο της Αποκαλύψεως και ως το ισχυρότερο κάλεσμα προς τον κόσμο που μέλλη να γίνει ναός, όπου «πάσα πνοή» μπαίνει και σχηματίζει το «σαμπόρ», το Σώμα Χριστού. Ο Σταυρός που στεφανώνει τον τρούλλο και ο τρούλλος ο ίδιος κυριαρχούν στο χώρο.
Ο τρούλλος με τις γραμμές του αποδίδει την κατιούσα κίνηση της θείας αγάπης, ενώ η σφαιρικότητα του σμίγει όλους τους ανθρώπους σε ‘ένωση, σε σύναξη ευχαριστιακή. Κάτω από τον τρούλλο αισθανόμαστε προστατευμένοι, σωσμένοι από την αγωνία του διεστραμμένου απείρου. Όμοια ο σταυρός, αν εκταθούν στο άπειρο οι βραχίονες της γεωμετρικής μορφής του, αγκαλιάζει το σύνολο του οργανωμένου χώρου, του ενεργού απείρου. Οι τρούλλοι των ορθόδοξων εκκλησιών υποβάλλουν την εικόνα της φλογερής προσευχής, με την οποία ο παρών κόσμος μετέχει στο επέκεινα. Είναι γλώσσες πυρός κι ένας ναός με πολλούς τρούλλους μοιάζει σαν κηροστάτης πυρπολημένος από φλόγες. Η λάμψη αυτής της φλόγας περνά μέσα στον τρούλλο, φωτίζοντας τους όλους σαν ουρανός που κατέβηκε στην γη με κεντρική εικόνα τον Παντοκράτορα, που το χέρι του κρατά την μοίρα όλων και καθενός.
Οι επιμήκεις και λυγερές μορφές των εικόνων και των τοιχογραφιών δείχνουν την προς τα επάνω ορμή. Ό,τι είναι ατομικό βρίσκει την ανάπτυξή του, ενώ ταυτόχρονα, δέχεται την διάταξή του από την κοινωνία και την καθολικότητα. Τα πάντα είναι ενωμένα σε έναν «κόσμο» λειτουργικό, μες στον οποίο «πάσα πνοή» αινεί τον Κύριο. Αυτή η «υπερβιολογική» χαρά και η ειρήνη κηρύσσει και λαλεί πολυδύναμα για την αιώνια ζωή, που αρχίζει από εδώ κάτω.
Η ιερή τέχνη των ορθοδόξων ναών συμβάλλει στην ολοκλήρωση του παντός μες στο λειτουργικό μυστήριο, έτσι που, όταν δεν τελείται λειτουργία, τα πάντα μέσα στον ναό είναι προσμονή των αγίων μυστηρίων. Αλλά και η προσμονή αυτή είναι ήδη ιερή, αφού είναι ολάκερη γεμάτη Παρουσία. Αυτού έγκειται η διακονία της εικόνας.
Ο λειτουργικός χρόνος και ο ιερός χώρος ενωμένοι ρυθμίζουν την δράση, την λειτουργική λατρεία, κατά την οποία η Βασιλεία του Θεού έρχεται να εγκαθιδρυθεί ως εγκαινιασμένη Παρουσία.
(Από το βιβλίο «Η Ορθοδοξία», εκδ. Βασ, Ρηγόπουλου, Μετάφραση Αγαμέμνων Μουρτζόπουλος. Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Πειραϊκή Εκκλησία», Τεύχος 278, Φεβρουάριος 2016, σελ. 20-22)
ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ

Τετάρτη, Αυγούστου 11, 2021

Η αγάπη και η δικαιοσύνη του Θεού



«Η αγάπη και η δικαιοσύνη του Θεού καμιά τιμωρία δεν επιβάλλουν, όπως την εννοεί ο κατατρυχόμενος από το αίσθημα ενοχής άνθρωπος. Πρώτα-πρώτα η αρχή του 13ου κεφαλαίου του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου είναι συγκλονιστική. Ρώτησαν τον Χριστό αν οι Γαλιλαίοι που σκοτώθηκαν από τον Πιλάτο, ήταν οι αμαρτωλοί που έπρεπε να πληρώσουν. Η απάντηση του Χριστού είναι αποκαλυπτική και συγκλονιστική· ούτε αυτοί ήταν περισσότερο αμαρτωλοί ούτε εκείνοι που σκοτώθηκαν, όταν έπεσε πάνω τους «ο πύργος εν τω Σιλωάμ». Όλοι, αν δεν μετανοήσουν, θα χαθούν. Επομένως όλοι οι άνθρωποι οφείλουν να συνειδητοποιήσουν την τραγωδία τους, και να ζητήσουν τη σωτηρία που είναι δυνατή, ανεξάρτητα από κάθε νομική ευθύνη.

Οι άνθρωποι πρέπει να θεραπευτούν. Και κατά ένα θαυμάσιο τρόπο ο Μάξιμος λέγει ότι συγχωρείται η ασθένεια και δεν τιμωρείται. Τα τόσα δεινά που δοκιμάζει η ανθρωπότητα είναι πολύ φυσικό να συμβαίνουν, εξαιτίας της κτιστότητας και της θνητότητας των όντων, και εξαιτίας του δραματικού και τελειωτικού γίγνεσθαι για το ξεπέρασμα του μηδενός. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει. Επομένως κατά ρητή και κοινή γνώμη των πατέρων ο Θεός επιτρέπει το κακό, κι αν ο άνθρωπος δεν σκληραίνει την καρδιά του, μπορεί να τον βοηθήσει να κρατυνθεί στο καλό και στην πρόοδο. Άλλωστε τόσοι και τόσοι το είπαν: από τα δεινά και τις δυσκολίες γεννιούνται μεγάλα κατορθώματα. Και όλα αυτά τα δεινά μονάχα ο άνθρωπος, ο δουλικά ακόμα φοβισμένος, τα βλέπει σαν τιμωρία. Και πολύ σωστά και η Αγία Γραφή και άλλα εκκλησιαστικά κείμενα τα αποδίδουν στην τιμωρό επέμβαση του Θεού.
Η Αγία Γραφή μάλιστα παρουσιάζει τον Θεό ζηλότυπο, εκδικητικό και ακόμη να επιβάλλει θανατικές ποινές. Έτσι όμως τα βλέπει ο άνθρωπος που πρέπει να περάσει το στάδιο της θρησκείας του δούλου και του μισθίου, για να φτάσει στην κοινωνία της φιλίας και του έρωτα με τον Θεό. Τότε η γλώσσα της Αγίας Γραφής και των άλλων ιερών κειμένων είναι άλλη· είναι η γλώσσα της αγάπης. Γι' αυτό και δεν υπάρχει καμιά διαφορά μεταξύ Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, Ευαγγελιστή Ιωάννη και των άλλων ιερών συγγραφέων. Όλοι λένε τα ίδια πράγματα. Ο άνθρωπος με την ανάλογη δεκτικότητα τα βλέπει διαφορετικά. Η τιμωρία είναι εφεύρημα καθαρά ανθρώπινο. Δεν υπάρχει στη Θεία αγάπη. Τι είναι οργή του Θεού μας το λέει άριστα ο Μάξιμος Ομολογητής: όταν ο Θεός σταματήσει να στέλνει τα θεία χαρίσματα. Και επειδή ο άνθρωπος οργίζεται, έχει την εντύπωση , πως κάτι τέτοιο κάνει και ο Θεός. Αλλά ο άνθρωπος όσο περισσότερο αισθάνεται τον Θεό τιμωρό, τόσο απομακρύνεται από τη Θεία αγάπη.
Μονάχα η περιδεής και ένοχη συνείδηση επινόησε ως αυτοάμυνα τις απάνθρωπες τιμωρίες και τη θανατική ποινή, η οποία από τη περιοχή της αυτοδικίας πέρασε στη δικαιοδοσία του νόμου. Απάνθρωπες ποινές, όπως είναι ο βασανισμός και ο θάνατος, αποτελούν την κορύφωση της αυτομηδενιζόμενης κοινωνίας των ανθρώπων. Σ' αυτές τις ποινές φαίνεται η πλήρης κυριαρχία του σατανισμού που επιδιώκει να αφανίσει το κατ' εικόνα Θεού από την ανθρώπινη υπόσταση. Άλλωστε ο βασανισμός και ο θάνατος σχεδόν κανένα σωφρονισμό δεν προξενούν, ή αν προξενούν κάτι, αυτό είναι τόσο συμβατικό και ατροφικό που δεν λογαριάζεται. Πολλές φορές μάλιστα σε θρησκευτικούς κύκλους οι ένοχες συνειδήσεις εκδηλώνουν, με άκρως εκλεπτυσμένο τρόπο, και μίσος εναντίον «των αμαρτωλών». Έχουν επινοήσει το διαχωρισμό μεταξύ αμαρτίας και αμαρτωλού. Και ισχυρίζονται πως μισούν την αμαρτία και όχι τον αμαρτωλό. Αλλά καμιά αμαρτία δεν υπάρχει ξεχωριστή από τον άνθρωπο. Γιατί αμαρτία σημαίνει αποτυχία, αδυναμία, αλλοτρίωση και αρρώστια. Δεν θεραπεύεται η αρρώστια μοναχή της και ούτε υπάρχει καμιά τέτοια αρρώστια· θεραπεύεται μονάχα ο άρρωστος. Αν η ένοχη συνείδηση δεν λυτρωθεί από τη θεία αγάπη, τότε βασιλεύει η τυραννία της αμαρτίας με το υποκριτικό και φοβισμένο προσωπείο».
Νίκος Ματσούκας

Τετάρτη, Μαρτίου 10, 2021

Ο πύρινος ποταμός


“..O πύρινος αυτός ποταμός είναι εκείνος ο αρχαίος που “εκπορεύεται εξ Εδέμ ποτίζειν τον παράδεισον” (Γεν. β ́ 10). Είναι ο ποταμός της χάρης του Θεού που πότιζε τους αγίους του Θεού από την αρχή. Με μια λέξη, είναι το ξεχείλισμα της αγάπης του Θεού γιά τα πλάσματά Του. Η αγάπη είναι φωτιά. Όποιος αγαπάει το γνωρίζει αυτό. Ο Θεός είναι Αγάπη. Επομένως, ο Θεός είναι Φωτιά. Και η φωτιά καταναλώνει όλους εκείνους που δεν είναι οι ίδιοι φωτιά και κάνει λαμπερούς και φωτεινούς όλους εκείνους που είναι οι ίδιοι φωτιά (παράβ. Εβρ. ιβ ́ 29).Πολλές φορές ο Θεός εμφανίστηκε σαν φωτιά: στον Αβραάμ, στό Μωυσή στη φλεγόμενη βάτο, στό λαό του Ισραήλ, δείχνοντάς τους στην έρημο το δρόμο, σαν μια πύρινη στήλη τη νύχτα και σαν φωτεινή νεφέλη την ημέρα, όταν κάλυπτε τη σκηνή του μαρτυρίου με τη δόξα Του (Έξοδος, μ ́ 28,32), και όταν έβρεχε φωτιά στην κορυφή του όρους Σινά. Ο Θεός αποκαλύφθηκε σαν φωτιά στό όρος της Μεταμορφώσεως και είπε ότι ήρθε “βαλείν πύρ επί την γήν” (Λουκ. ιβ ́ 49), δηλαδή αγάπη, γιατί όπως λέει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος “η αγάπη είναι πηγή πυρός” (ομιλία λ ́ 18).

…Ο Θεός είναι φλόγα αγάπης. Και είναι φλόγα αγάπης γιά όλους, καλούς ή κακούς. Υπάρχει όμως μεγάλη διαφορά στον τρόπο που δέχονται οι άνθρωποι αυτή τη φλόγα αγάπης του Θεού. Ο άγιος Βασίλειος λέει ότι “το πύρινο ξίφος τοποθετήθηκε στην αυλή του Παραδείσουγιά να προφυλάσσει την προσέγγιση πρός το δέντρο της ζωής. Ήταν φοβερό και πύρινο πρός τους άπιστους αλλά καλό και προσιτό πρός τους πιστούς, φέρνοντάς τους το φώς της ημέρας. η ίδια φλόγα αγάπης φέρνει την ημέρα σε κείνους που ανταποκρίνονται στην αγάπη με αγάπη και καίει εκείνους που ανταποκρίνονται στην αγάπη με μίσος.

Παράδεισος και κόλαση είναι ο ένας και ίδιος ποταμός του Θεού, μια φλόγα αγάπης που αγκαλιάζει και καλύπτει όλους με την ίδια ευεργετική θέληση, χωρίς καμιά διαφορά ή διάκριση. Το ίδιο ζωοποιό νερό είναι αιώνια ζωή γιά τους πιστούς και αιώνιος θάνατος γιά τους απίστους.

Ο Θεός είναι αγάπη. Αν πιστεύουμε πραγματικά την αλήθεια αυτή, γνωρίζουμε ότι ο Θεός ποτέ δε μισεί, ποτέ δε τιμωρεί, ποτέ δεν εκδικείται.
…Αν τώρα κάποιος μπερδεύεται και δεν μπορεί να καταλάβει πώς είναι δυνατό η αγάπη του Θεού να καταστήσει κάποιον αξιοθρήνητα δυστυχισμένο και πονεμένο, ακόμα και καιόμενο, σαν μέσα σε φλόγες, άς αναλογιστεί το μεγαλύτερο αδελφό του ασώτου υιού. Δεν ήταν μέσα στό κτήμα του πατέρα του; Ο ίδιος ο πατέρας του δε βγήκε να τον παρακαλέσει και να τον ικετεύσει να έρθει και να λάβει μέρος στη χαρούμενη γιορτή; Τι τον έκανε δυστυχισμένο και τον έκαιγε με εσωτερική πικρία και μίσος; Ποιος του αρνήθηκε τίποτα; Γιατί δε χάρηκε με την επιστροφή του αδελφού του; Γιατί δεν είχε αγάπη είτε πρός τον πατέρα του είτε πρός τον αδελφό του; Δεν ήταν από την κακή εσωτερική του διάθεση; Δεν παράμεινε στην κόλαση από αυτή την αιτία; Και τι ήταν αυτή η κόλαση; Ήταν κάποιος ξεχωριστός τόπος; Υπήρχαν όργανα βασανισμού; Δε συνέχισε να ζεί στό σπίτι του πατέρα του; Τι τον ξεχώρισε από όλους τους χαρούμενους ανθρώπους του σπιτιού, εκτός απ’ το μίσος του και την πικρία του; Μήπως ο πατέρας του ή ακόμα και ο αδελφός του σταμάτησαν να τον αγαπούν; Δεν ήταν αυτή ακριβώς η αγάπη που σκλήραινε όλο και περισσότερο την καρδιά του; Δεν ήταν η χαρά που τον έκανε λυπημένο; Δεν έκαιγε το μίσος την καρδιά του, μίσος γιά τον πατέρα του και τον αδελφό του, μίσος γιά την αγάπη του πατέρα του πρός τον αδελφό του και γιά την αγάπη του αδελφού του πρός τον πατέρα του; Αυτή είναι κόλαση, η άρνηση της αγάπης. Η ανταπόδοση μίσους στην αγάπη. Πικρία στη θέα μιας αθώας χαράς. Το να περιβάλλεσαι από αγάπη και να έχεις στην καρδιά σου μίσος. Αυτή είναι η κατάσταση στην οποία ζούν αιώνια όλοι οι καταδικασμένοι. Όλοι τους αγαπιούνται τρυφερά. Όλοι τους είναι προσκαλεσμένοι στη χαρούμενη γιορτή. Όλοι τους ζούν στη Βασιλεία του Θεού, στην Καινή Γή και στους Καινούς Ουρανούς. Κανένας δεν τους διώχνει. Ακόμα και αν ήθελαν ν’ απομακρυνθούν δε θά μπορούσαν να δραπετεύσουν από τη Νέα Κτίση του Θεού, ούτε να κρυφτούν από την τρυφερή αγάπη της πανταχού παρουσίας του Θεού. Η μόνη τους εναλλακτική λύση ίσως θά ήταν ν’ απομακρυνθούν από τους αδελφούς τους και ν’ αναζητήσουν μια πικρή μοναξιά, αλλά δε θά μπορούσαν να ξεφύγουν από το Θεό και την αγάπη Του. Κι αυτό που είναι το πιο τρομερό είναι ότι σ’ αυτή την αιώνια ζωή, σ’ αυτή τη Νέα Κτίση, ο Θεός είναι το πάν γιά τα πλάσματά Του. ……Είναι επίσης σαφές από την Αγία Γραφή ότι ο Θεός, σ’ αυτούς που το αξίζουν, γίνεται τόπος και οικία και ένδυμα και τροφή και πιοτό και φώς και πλούτος και βασιλεία και οτιδήποτε περνάει από τη σκέψη που μπορεί να κάνει τη ζωή μας χαρούμενη”. Στη νέα αιώνια ζωή ο Θεός θά είναι το πάν γιά τα πλάσματά Του, όχι μόνο στους καλούς αλλά και στους κακούς, όχι μόνο σ’ αυτούς που τον αγαπούν αλλά και σε κείνους που τον μισούν. Πώς όμως, εκείνοι που τον μισούν, θά υποφέρουν να δέχονται τα πάντα από τα χέρια Εκείνου που απεχθάνονται; ‘Ω, τι αιώνιο βάσανο είναι αυτό, τι αιώνια φωτιά, τι τριγμός των οδόντων! “Πορεύεσθε απ’ εμού οι κατηραμένοι” στην αιώνια εσωτερική φωτιά του μίσους, είπε ο Κύριος, γιατί διψούσα γιά την αγάπη σας και δε μου τη δώσατε, πεινούσα γιά την ευτυχία σας και δε μου την προσφέρατε, φυλακίστηκα στην ανθρώπινη φύση μου και δε με επισκεφθήκατε στην Εκκλησία μου. Είστε ελεύθεροι να πάτε όπου επιθυμεί η κακή σας προαίρεση, μακριά από μένα, στό βασανιστικό μίσος της καρδιάς σας, που είναι ξένο στη δική μου καρδιά, που αγαπάει και δε γνωρίζει μίσος γιά κανένα. Πορεύεσθε ελεύθερα από την αγάπη, στην αιώνια κόλαση του μίσους, άγνωστη και ξένη σε μένα και σε κείνους που είναι μαζί μου, προετοιμασμένη από την ελευθερία γιά το διάβολο, από την ημέρα που δημιούργησα τα ελεύθερα, λογικά πλάσματά μου. Αλλά οπουδήποτε και αν πάτε, στό σκοτάδι των γεμάτων μίσος καρδιών σας, η αγάπη μου θά σάς ακολουθεί σαν πύρινος ποταμός, γιατί ό,τι και αν έχει εκλέξει η καρδιά σας, είστε και θά συνεχίσετε αιώνια να είστε παιδιά μου.

Α.ΚΑΛΟΜΟΙΡΟΥ-ΠΥΡΙΝΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ-ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Τρίτη, Ιανουαρίου 26, 2021

Εξορθολογισμένη θεολογία



Είναι γεγονός ότι στη φιλοσοφία – είτε την επίσημη είτε την ανεπίσημη, π.χ. τη μέσα στη λογοτεχνία - μπορείς να αυτοσχεδιάζεις ακίνδυνα.

Δεν μπορεί, ωστόσο, να διαπράττεται κάτι ανάλογο και στη θεολογία, ειδικότερα δε στην εκκλησιαστική δογματική. Εκεί δεν μπορείς να «παίζεις».

Πρέπει να ακριβολογείς, ειδάλλως εγκληματείς στον εαυτό σου πρώτα πρώτα και έπειτα στο σώμα της Εκκλησίας.

Και αυτό είναι ένα όχι απλό αμάρτημα ή πλημμέλημα. Μπορεί να φτάσει μέχρι και το κακούργημα της αιρέσεως.

Με θλίψη παρατηρώ τελευταία μια επικίνδυνη «άνεση» στον τρόπο του θεολογείν.

Και μάλιστα από μεγαλοσχήμονες θεολόγους, ακόμη και φέροντας το ιερατικό σχήμα.

Αναλογίζομαι με πόσο πόνο και αγώνα και μαρτύρια και εξαντλητικές προσευχές θεολογούσαν οι Πατέρες της Εκκλησίας, προκειμένου να μας αφήσουν παρακαταθήκη αιώνια την πολύτιμη εμπειρική και θεοπτική κληρονομιά τους.

Και εμείς σήμερα, όχι απλά θάβουμε τον αμύθητο αυτό θησαυρό, αλλά και τον αλλοιώνουμε αυτοσχεδιάζοντας φιλοσοφικά και προβάλλοντας το εγώ μας και τις απόψεις μας, αδιαφορώντας για τη σύμπλευσή μας με την ιερή Παράδοση.

Με ποιο δικαίωμα, ωστόσο, τολμούμε κάτι τόσο σοβαρό και απαράδεκτο από πνευματικής άποψης;

Ας φέρω ένα παράδειγμα. Η καραντίνα έφερε στην επιφάνεια μια πολυεπίπεδη άρνηση και αμφισβήτηση της Θείας Ευχαριστίας.

Μια εξ αυτών – φαινομενικώς πιο ανώδυνη – ήταν η χαρακτηριζόμενη από τον γράφοντα ως τροποϋπαρξιακή ερμηνεία, η οποία ούτε λίγο ούτε πολύ απέρριψε την δισχιλιετή πίστη μας στη χαρισματική μεταβολή των προσφερόμενων ευχαριστιακών δώρων.

Ο γράφων σε σχετική μελέτη του παρέθεσε μάλιστα ένα ολόκληρο κατεβατό από πατερικά χωρία που κατέρριπταν την ως άνω αιρετίζουσα άποψη.

Και ποιο το αποτέλεσμα; Να μην ιδρώσει το αφτί κανενός. Ούτε των φορέων της ανήκουστης αυτής και πρωτοφανούς θεωρίας, εκ των οποίων άπαντες σιώπησαν προκλητικά.

Ούτε ακόμη των εκκλησιαστικών μας ηγετών, οι οποίοι εμφανίσθηκαν εμφαντικώς κωφεύοντες.

Και αναρωτιέσαι: τόση αδιαφορία πια για τα ανεκτίμητα της Ορθοδοξίας μας;

Η θεολογία είναι η βάση της πνευματικής ζωής. Σε αυτήν ερείδονται τα πάντα: το κήρυγμα, η λατρεία, η προσευχή μας, όλα…

Πώς μπορούμε να αδιαφορούμε για αυτήν; Με ποιο δικαίωμα την παραχαράσσουμε, υποβιβάζοντάς την σε μια ιδιωτική εκάστου φιλοσοφία;

Για ποιον λόγο πρέπει να παρακάμπτουμε τη Βίβλο και τους Πατέρες;

 Κώστας Νούσης

Τρίτη, Δεκεμβρίου 29, 2020

H Bρεφοκτονία. Ερμηνεία και συμβολισμοί του Γεγονότος.


Τι δείχνει η ιστορία

Υπό τους αυστηρούς όρους τής επιστημονικής ιστορικής ακρίβειας, ο αριθμός τών 14.000 θανατωθέντων νηπίων κατά την παράδοση δημουργεί - ακόμα και για τα δεδομένα τού δολοφόνου Ηρώδη- ανυπέρβλητα προβλήματα. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας παρέχουν οι πηγές και ιδιαίτερα ο Ιουδαίος ιστορικός Φλάβιος Ιώσηπος - σύγχρονος τών Ευαγγελιστών Λουκά και Ιωάννη - και άρα καλός γνώστης τής εποχής τών ευαγγελικών γεγονότων - η κωμόπολη τής αρχαίας Βηθλεέμ και τα περίχωρά της θα πρέπει τότε να είχαν πληθυσμό ίσως λίγο μεγαλύτερο από χιλίους κατοίκους. Η σφαγή τών αρρένων νηπίων "από διετούς και κατωτέρω" δεν θα ήταν, επομένως, στην πραγματικότητα δυνατό να αφορά περισσότερα από 30 η το ανώτατο 40, με βάση τα στατιστικά δεδομένα που προκύπτουν από την πληθυσμιακή κατανομή τής συγκεκριμένης περιοχής.
Ένας τέτοιος αριθμός θα καθιστούσε πολύ πιο πιθανό κατά τους ιστορικούς, ο Ηρώδης να αποτόλμησε όντως ακόμη ένα τραγικό εγχείρημα προκειμένου να διασφαλίσει την εξουσία του από την έσω και ευποθετική απειλή τής εμφανίσεως ενός διεκδικητή τού θρόνου. Η "αναίρεση" μερικών δεκάδων νηπίων, άσημων αγροτικών οικογενειών μιας απομακρυσμένης και αγνοημένης περιοχής, δεν θα αποτελούσε "παρά μόνο ένα μικρό και ασήμαντο επεισόδιο" στο βίο και την πολιτεία του, όπως εύστοχα παρατηρεί ένας σύγχρονος ερευνητής, ένα πταίσμα σε σύγκριση με τα άλλα του εγκλήματα, που δεν επιβάρυνε αισθητά τον ήδη μακρύ κατάλογο τών θυμάτων τής καχυποψίας του, και δεν διαφοροποιούσε ιδιαίτερα την ούτως ή άλλως έκρυθμη τοπική κατάσταση ώστε να προκαλέσει την παρέμβαση τής Ρώμης στο συγκεριμένο ζήτημα.
Εν προκειμένω, είναι γεγονός ότι πουθενά στα ιερά κείμενα τών Ευαγγελίων δεν καταγράφεται συγκεκριμένος αριθμός "αναιρεθέντων νηπίων". Η αναφορά στη σφαγή "χιλιάδων όντων δεκατεσσάρων" αρρένων τέκνων προέρχεται αντίθετα από την ιερή παράδοση τής Εκκλησίας μας - από το εορτολογικό Συναξάρι τής συγκεκριμένης ημέρας - και μάλιστα με την επισήμανση ότι τα νήπια αυτά εντάσσονται στο χώρο τών Μαρτύρων τής Εκκλησίας και θεωρούνται ως οι πρώτοι ανώνυμοι και "αναρίθμητοι" μάρτυρες τής Χριστιανικής πίστεως. Αυτό ακριβώς το στοιχείο προσδίδει επομένως στο όλο ζήτημα παράλληλα προς την ιστορική, και μια ιδιαίτερη "συμβολική" παράμετρο, που καθιστά απαραίτητη τη θεολογική ερμηνευτική προσέγγιση.

Η Θεολογική σημειολογία τού αριθμού τών "αναιρεθέντων νηπίων".

Όπως ήδη επισημάνθηκε, τα Ευαγγέλια δεν επέχουν θέση "χρονικών" ή απλών "δημοσιογραφικών εκθέσεων" επί τών ιστορικών γεγονότων. Σκοπός τους δεν είναι η απλή ενημέρωση κάποιων αναγνωστών, αλλά η πνευματική καθοδήγηση και η θεολογική παίδευση τών πιστών στο πλαίσιο τού κατηχητικού και ποιμαντικού ρόλου τής Εκκλησίας. Υπό το πρίσμα αυτό, η σφαγή τών νηπίων έχει ιδιαίτερο θεολογικό νόημα για τα ιερά κείμενα, και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ερμηνευτική προσέγγιση και κατανόηση τής σημειολογίας τών γεγονότων στην ευαγγελική διήγηση.
Στην παράδοση τού Ιουδαϊκού λαού και τη θεολογία τής Παλαιάς Διαθήκης υπήρχε το "ιστορικό" προηγούμενο ακόμη μιας δίωξης και "σφαγής". Συγκεκριμένα, η εξιστόρηση τού βιβλίου τής Εξόδου εμφανίζει τον αλλοεθνή και αλλόθρησκο Φαραώ τής Αιγύπτου να είχε διατάξει τη θανάτωση με πνιγμό στον Νείλο ποταμό τών αγοριών τών Ισραηλιτών, μια πραγματική γενοκτονία, που σκοπό είχε τη μείωση τού αριθμού τών δούλων Εβραίων οι οποίοι αυξάνονταν με ανησυχητικό ρυθμό στη χώρα.
Το στοιχείο αυτό αξιοποιήθηκε από τους ιερούς συγγραφείς τής Καινής Διαθήκης ως θεολογικό προηγούμενο στη γλώσσα τής ερμηνευτικής "προτύπωσης" για την παράλληλη θεολογική προσέγγιση και ερμηνεία τού αντίστοιχου γεγονότος τής σφαγής τών νηπίων από ένα "νέο Φαραώ", τον αλλόθρησκο και μισητό βασιλιά τής Ιουδαίας Ηρώδη. Όπως ο παλιός Φαραώ εξέφραζε τις αντίπαλες δυνάμεις τού σκότους και τής καταπίεσης αντιδρώντας στα "σημεία" τής εφαρμογής τού σχεδίου τού Θεού για τη σωτηρία και ιστορική καταξίωση τού Ισραήλ, και όπως φόνευσε παιδιά για να μην γεννηθεί ο πρώτος προφήτης τής Εξόδου ο Μωυσής, έτσι και ο Ηρώδης ως "νέος Φαραώ" ενσαρκώνει με τις πράξεις του τις ίδιες δαιμονικές δνάμεις. Παρεμποδίζει την έλευση τού Σωτήρα τού κόσμου και την ιστορική καταξίωση τού νέου Ισραήλ τής Εκκλησίας. 


Κατά το Ευαγγέλιο τού Ματθαίου, ο Ιησούς αποκαλύπτεται από τη βρεφική ήδη ηλικία ως ο Χριστός και ο Κύριος, ο απεσταλμένος τού Θεού για τη σωτηρία τού κόσμου. Και ο Ηρώδης, που κατά ένα μανιακό και παράφρονα τρόπο "ζητεί την ψυχήν τού Παιδίου", φανερώνεται με τις ενέργειές του ως εκπρόσωπος τών δυνάμεων τού κακού και παρουσιάζεται με τη μορφή Αντιχρίστου (Δες Αποκάλυψη κεφ. 12/ιβ΄). Ο ισχυρός τού παρόντος, όμως, είναι ο ουσιαστικά αδύναμος, και το ευάλωτο Βρέφος θα αναδειχθεί ο τελικός νικητής. Το γεγονός τής σφαγής τών νηπίων αποκτά έτσι και μια σωτηριολογική και εσχατολογική προοπτική, εφόσον εντάσσεται παράλληλα μεταξύ τών "σημείων τών εσχάτων" που προϊδεάζουν και προετοιμάζουν για την τελική συντριβή τού κακού και την επικράτηση τού καλού.
Σε αυτή τη γραμμή τής θεολογικής σημειολογίας, η σφαγή τών νηπίων φέρνει επίσης στο νου και την προφητεία τού Ιερεμία, ο οποίος επτά αιώνες πριν είχε προαναγγείλει προφητικά και περιγράψει ποιητικά την ακόλουθη αποκαλυπτική σκηνή: "Φωνή εν Ραμά ηκούσθη θρήνος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς. Ραχήλ κλαίουσα τα τέκνα αυτής και ουκ ήθελε παρακληθήναι, ότι ουκ εισίν" (Ιερεμίας 31/λα΄ 15). Ο ιστορικός ευαγγελιστής Ματθαίος κάνει χρήση τής προφητικής αυτής ρήσης και θεολογεί ερμηνευτικά πάνω στο σύγχρονό του γεγονός τού "θρήνου, τού κλαυθμού και τού οδυρμού" τής Βηθλεέμ (Ματθαίος 2/β΄ 18). Η αρχαία προφητεία αναφερόταν στις θυσίες κατά την έξοδο τού παλαιού Ισραήλ από την Αίγυπτο. και όπως τότε ο Μωυσής μαζί με τον Ιησού τού Ναυή οδήγησαν το λαό τού Θεού μακριά από την Αίγυπτο και την "αιγυπτιώδη αναλευθερία", από τον Φαραώ και τη φαραωνική δουλεία προς τη γη τής επαγγελίας και τής ελευθερίας, έτσι και τώρα ένας "νέος Μωυσής" και "νέος Ιησούς" θα οδηγήσει το λαό του σε μια νέα έξοδο προς μια νέα γη τής επαγγελίας, προς μια εσχατολογική χώρα ελευθερίας και αξιοπρέπειας. Γι' αυτό ο ευαγγελιστής Ματθαίος εμπνευσμένα υπογραμμίζει σε αυτόν το θεολογικό συμβολισμό και την "προτύπωση" γεγονότων, ότι "εξ Αιγύπτου" και πάλι ο Θεός κάλεσε ηγέτη για το λαό Του και για τη μεγάλη "έξοδο" στην ιστορία τών νέων χρόνων (Ματθαίος 2/β΄ 15).
Ο απόστολος Παύλος και πολλοί ερμηνευτές Πατέρες τής Εκκλησίας, κάνουν εκτεταμένη χρήση τών θεολογικών πλέον όρων "Αίγυπτος" και "Φαραώ" στην τυπολογική τους ερμηνεία με καθαρά θεολογικό χαρακτήρα. Η φυγή τού Θείου Βρέφους στην Αίγυπτο ως επακόλουθο τής σφαγής τών νηπίων τής Βηθλεέμ, αποκτά, πέρα από την ιστορική της σημασία, και εσχατολογικές προεκτάσεις ωσάν μια άλλη "κάθοδος τού Υιού τού Θεού στον Άδη". Εκεί, στον "Άδη τής Αιγύπτου", ο Ιησούς Χριστός ως "νέος Μωυσής" θα συναντήσει το λαό του και θα τον καλέσει σε μια νέα εσχατολογική "έξοδο" προς τη νέα γη τής επαγγελίας, τη Βασιλεία τού Θεού. (Δες Δευτερονόμιο 18/ιη΄ 15, όπου ο Μωυσής λέει: "προφήτην εκ των αδελφών σου ως εμέ αναστήσει σοι Κύριος ο Θεός σου, αυτού ακούσεσθε").





Ο αριθμός 14.000

Όσον αφορά, τέλος, τον αριθμό 14.000 που η ιερή παράδοση διασώζει για τα σφαγιασθέντα νήπια, αυτός δεν οφείλεται σε λογιστικό σφάλμα, αλλά προέρχεται από την επίδραση τής Ιουδαϊκής αποκαλυπτικής αριθμολογίας. Πρόκειται στην ουσία για πολλαπλάσιο τού ιερού αριθμού 7 τών Εβραίων, ο οποίος συμβολίζει την ολότητα και την καθολικότητα. Ομοίως στην Αποκάλυψη του Ιωάννη συναντάται σημειολογική αναφορά στον έτερο ιερό αριθμό 12 και στα πολλαπλάσιά του, με την επισήμανση ότι κατά τους έσχατους χρόνους ο Ιησούς Χριστός θα συνοδεύεται και πάλι από τους μάρτυρές του, που στην ολότητα και τελειότητά τους ανέρχονται συμβολικά σε 144.000 (Αποκάλυψις 14/ιδ΄ 1 και 7/ζ΄4). Και σε αυτήν ασφαλώς την περίπτωση, δεν πρόκειται για πραγματικό αριθμό, αλλά για θεολογικό συμβολισμό τής καθολικότητας τής Εκκλησίας, η οποία συγκροτείται και εκπροσωπείται στην ιστορία από τους Μάρτυρες. Οι ανά τους αιώνες θυσιαζόμενοι και μαρτυρούντες Άγιοι, εκφράζουν την ιστορική και εσχατολογική ενότητα τής Εκκλησίας. Όσοι προσεταιρίζονται την εξουσία και τη δύναμη, συντάσσονται με τους εκάστοτε "Φαραώ" και "Ηρώδεις" τής ιστορίας.
Η αναφορά τού ευαγγελιστή στο γεγονός τής σφαγής και τής θυσίας εκφράζει κατά τον πλέον εναργή τρόπο, ότι ο Ιησούς και οι πιστοί του δεν πραγματοποιούν την ιστορική τους πορεία μέσα σε έναν κόσμο ρομαντικό και ειδυλλιακό, αλλά κυριαρχούμενο από το ρεαλισμό τής βίας, τής ανελευθερίας, τών καταπιέσεων και τών διωγμών. Οι ισχυροί "Φαραώ" και "Ηρώδεις" που διαφεντεύουν συνήθως τις τύχες τών λαών, εκπροσωπούν τις αντίθετες και δαιμονικές δυνάμεις, διαιωνίζοντας και επαυξάνοντας το κακό και την αδικία σε βάρος τών αδυνάτων. Το Θείο Βρέφος, που από την πρώτη στιγμή δοκίμασε την απειλή και τη βία, την αμφισβήτηση και την απόρριψη, καθορισε το πρότυπο τής μαρτυρικής ζωής εκείνων που θα ακολουθήσουν πιστά τα ίχνη Του, μέχρις εσχάτων τού ιστορικού χρόνου.
Η ιστορία τής Εκκλησίας με το πλήθος τών μαρτύρων επαληθεύει συνεχώς την τραγική πραγματικότητα πως δεν μπορεί να υπάρξει καμία αλλαγή στον κόσμο χωρίς τους ομολογητές τής αλήθειας και τους μάρτυρες τής ελευθερίας. Δια της αφήγησης τού περιστατικού τής σφαγής τών νηπίων υπογραμμίζεται, λοιπόν, για ακόμη μια φορά το μόνιμο ιστορικό ερώτημα με ποιους οφείλει κανείς τελικά να συντάσσεται, με τους ισχυρούς "Ηρώδεις" ή με τους αθώους και αδύναμους ανθρώπους που ως τέκνα τού "εσφαγμένου Αρνίου" και αθώα νήπια, γίνονται μάρτυρες τής αλήθειας "από καταβολής κόσμου"; (Αποκάλυψις 13/ιγ΄ 8). Αυτό άλλωστε είναι και ένα από τα καίρια ερωτήματα στα οποία επιχειρεί να δώσει απάντηση ο Χριστιανισμός δια τών ιερών του κειμένων. 


πηγη

Δευτέρα, Μαΐου 18, 2020

+ π. Αντωνίου Αλεβιζοπούλου-Ἡ Θεία Ἀπoκάλυψη

Σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη πίστη ἡ Ἐκκλησία δέν θεμελιώνεται πάνω σέ γραπτά κείμενα, ἀλλά στήν ὁμολογία πὼς ὁ Χριστός εἶναι Θεάνθρωπος, πὼς δηλαδή στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἑνώθηκε ὁ Θεός μέ τόν ἄνθρωπo «ἀδιαιρέτως, ἀτρέπτως, ἀσυγχύτως, ἀχωρίστως», καί ὁ ἀνθρωπoς ἦλθε σέ πραγματική κοινωνία μέ τόν Θεό, στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἑνώθηκε ὑποστατικά, δηλαδή σέ μία καί μοναδική ὑπόσταση, ὁ Θεός καί ὁ ἄνθρωπoς.

Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ συνεχίζει νά εἶναι ὑποστατικά ἑνωμένος μέ τό σῶμα Του καί σάν κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πάντοτε ἑνωμένος μαζί μας (Ματθ. ιη' 20. κη' 20). Τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἐνεργοποιεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα στή Ζωή τῆς Ἐκκλησίας (Α' Κορ. ιβ' 3), γι' αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία εἶναι «στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας» (Α' Τιμ. γ' 15. Πρβλ Α' Κορ. β' 7-11).


Στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, «στούς ἁγίους» παραδόθηκε ἡ ἁγία μας πίστη «ἅπαξ», μιὰ γιά πάντα, ὅποιος δέν ἀνήκει σ' αὐτό τό σῶμα, δέν μπορεῖ νά ἑρμηνεύσει σωστά τήν ἁγία Γραφή (Β' Θεσ. γ' 6. Β' Πέτ. γ' 16. Ἰούδα 3-4). Μ' αὐτή τήν ἔννοια ἤ ἱερή παράδοση εἶναι ἤ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἱερή μνήμη τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ διαφυλάσσεται σάν πολύτιμος θησαυρός (Β' Τιμ. α' 13-14).

Ἡ ἁγία Γραφή δέν περιλαμβάνει τήν πληρότητα τῆς θείας ἀποκάλυψης. Ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη ὑπογραμμίζεται ἡ σημασία τῆς προφορικῆς παράδοσης καί ἡ φροντίδα γιά τή μετάδοσή της ἀπό γενεά σέ γενεά (Ψαλμ. μγ' 2 / μδ' 1. Ἰωήλ α' 3). Ἡ Καινή Διαθήκη σημειώνει πὼς δέν περιέχει τήν πληρότητα τῶν λόγων καί τῶν ἔργων τοῦ Χριστοῦ (Ἰω. κα' 25).

Ἡ ἴδια ἡ ἁγία Γραφή κάνει χρήση τῆς παράδοσης (Ἀριθ. κά' 14-15. Ματθ. β' 23. Πράξ. κ' 35. Β' Τιμ. γ' 8. Ἰούδα 14). Ὁ Χριστός δέν παρακίνησε τούς μαθητές του νά γράψουν βιβλία, ἀλλά νά κηρύξουν, ὑποσχόμενος πὼς θά βρίσκεται γιά πάντα μαζί τους (Ματθ. κη' 20) καί ὅτι θά τούς ἀποστείλει τό Πνεῦμα τό Ἅγιο γιά νά μείνει μαζί τους (Ἰω.ιδ' 16), νά τούς διδάξει καί νά τούς ὑπενθυμίσει τό κήρυγμά Του (Ἰω. ιδ' 25-26) νά τούς ὁδηγήσει «εἰς ὅλην τήν ἀλήθεια», ἀποκαλύπτοντας σ' αὐτούς τό βαθύτερο νόημα τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ, ὅλα ἐκεῖνα ποὺ μέ τίς δικές τους δυνάμεις δέν μποροῦσαν νά «βαστάξουν» (Ἰω. ιστ' 12-15).

Ἀλλά καί οἱ ἀπόστολοι δέν περιορίσθηκαν στά γραπτά κείμενα, μετέδωσαν στούς πρώτους χριστιανούς πολύ περισσότερα ἀπό ἐκεῖνα ποὺ κατέγραψαν «διά χάρτου καί μελάνης» (Β' Ἰω. 12. Γ' Ἰω. 13-14. Α' Κορ. ια' 34). Μερικά ἀπό τά γραφόμενα ἀποδείχθηκαν ὅτι ἔχουν καιρική σημασία, γιατί δέν διατηρήθηκαν στήν Ἐκκλησία: ὁ ἀριθμός τῶν διακόνων (Πράξ. στ' 3), τό τάγμα τῶν χηρῶν (Α' Τιμ. ε' 9), τό κάλυμμα τῶν γυναικῶν (Α' Κορ. ια' 5), τό νίψιμο τῶν ποδιῶν (Ἰω. ιγ' 14).

Στό κέντρο τῆς ἁγίας Γραφῆς εἶναι τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ (Ἰω. ε' 38-39. Γαλ γ' 24), χωρίς τό Χριστό δέν μποροῦμε νά κατανοήσουμε τήν ἁγία Γραφή (Β' Κορ. γ΄ 14). Ἔτσι ἡ ἑνότης στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή στήν Ἐκκλησία, ἐξασφαλίζει τήν καθαρότητα τῆς εὐαγγελικῆς ἀλήθειας (Α' Τιμ. γ' 15).

Ἡ ἁγία Γραφή δέν ἀπευθύνεται σέ διασκορπισμένα ἄτομα, ἀλλά σέ πιστούς, ποὺ εἶναι συγκροτημένοι σέ ἕνα σῶμα. Ἡ ἱερή παράδοση εἶναι ἡ ἀτμόσφαιρα μέσα στήν ὁποία τό σῶμα ζεῖ καί κατανοεῖ ὀρθά τήν ἀλήθεια, εἶναι ἡ διαρκής ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ συνείδησή της, ὄχι προσωπικές γνῶμες, διδασκαλίες, ἐντάλματα ἀνθρώπων (πρβλ Ἠσ. κθ' 13. Ματθ. ιε' 3.4.9. Μάρκ. ζ' 8. Κολ β' 8).

Μέ βάση τό θησαυρό τῆς ἱερῆς μνήμης τῆς Ἐκκλησίας, ἡ μελέτη τῆς ἁγίας Γραφῆς ὁδηγεῖ στήν ἑνότητα, ὄχι στή διάσπαση τῆς Ἐκκλησίας.

Μ' αὐτό τόν τρόπο ἐκπληρώνεται ἡ ἐπιθυμία τοῦ Χριστοῦ γιά ἑνότητα τῶν πιστῶν (Ἰω. ιζ' 20-­21). Γι' αὐτό καί οἱ ἀπόστολοι συνιστοῦσαν τούς χριστιανούς νά κρατοῦν τίς παραδόσεις, δηλαδή τόν θησαυρό ποῦ τούς ἐμπιστεύθηκαν (Α' Κορ. ια' 2. Φιλιπ. δ' 9), «εἴτε διά λόγου, εἴτε δι' ἐπιστολῆς» (Β' Θεσ. β' 15. πρβλ β' Τιμ. α' 13).

Οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας τοποθετήθηκαν στή θέση αὐτή γιά νά ἀγρυπνοῦν, νά εἶναι δηλαδή Φύλακες (= ἐπίσκοποι) τῆς καθαρότητας τῆς ζωῆς καί τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας (Πράξ. κ' 28-31): «νά ἀναζωπυρῆς τό χάρισμα τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖον εἶναι ἐν σοὶ διά τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν μου... Κράτει τό ὑπόδειγμα τῶν ὑγιαινόντων λόγων, τούς ὁποίους ἤκουσας παρ' ἐμοῦ... τήν καλήν παρακαταθήκην φύλαξον διά τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου τοῦ ἐνοικοῦντος ἐν ἠμῖν». (Β' Τιμ. α' 6. 13. 14) «καί ὅσα ἤκουσας παρ' ἐμοῦ διά πολλῶν μαρτύρων, ταῦτα παράδος εἰς πιστούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι θά εἶναι ἱκανοί νά διδάξουν καί ἄλλους» (Β' Τιμ. β' 2).

Μέ ἀλλά λόγια ἡ ἀποστολική διαδοχή συμβαδίζει μέ τήν ἀποστολική διδαχή. Μέ αὐτή τήν ἔννοια κατανοοῦμε τούς λόγους τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου (†110): «Διότι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἡ ἀληθινή μας Ζωή, εἶναι ἡ γνώμη τοῦ Πατρός, ὅπως ἐπίσης καί οἱ ἐπίσκοποι οἱ ὁποῖοι ἔχουν κατασταθεῖ εἰς τά πέρατα τῆς γῆς εἶναι μέ τήν γνώμη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ «ἐν Ἰησοῦ Χριστοῦ γνώμῃ». Λοιπόν, πρέπει καί σεῖς νά παρακολουθεῖτε τή γνώμη τοῦ ἐπισκόπου, πράγμα τό ὁποῖο καί κάμνετε, διότι τό ἄξιον τοῦ ὀνόματός του πρεσβυτέριό σας, τό ὁποῖον εἶναι καί τοῦ Θεοῦ ἄξιο, εἶναι συνηρμοσμένο μέ τόν ἐπίσκοπο, ὅπως οἱ χορδές εἰς τήν κιθάρα» (Ἰγν., Ἐφεσ. ΠΙ, 2­-IV,l).

Ἡ διδασκαλία αὐτή δέν εἶναι σημερινή, εἶναι πρωτοχριστιανική πεποίθηση: «Ἀπό τά δόγματα καί τάς ἀληθείας ποὺ φυλάσσει ἡ Ἐκκλησία, ἄλλα μέν τά ἔχομε πάρει ἀπό τήν γραπτήv διδασκαλίαν, ἄλλα δέ ποὺ μυστικῶς ἔφθασαν μέχρις ἡμῶν τά ἔχομε κάμει δεκτά ἐκ τῆς παραδόσεως τῶν ἀποστόλων. Καί τά δύο στοιχεῖα, καί ἡ γραπτή καί ἡ προφορική παράδοσις, ἔχουν τήν αὐτήν σημασίαν διά τήν πίστιν. Καί κανείς ἐξ ὅσων ἔχουν καί μικρὰν γνῶσιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν δέν ἐγείρει ἀντίρρησιν ἐπ' αὐτῶν. Διότι ἄν ἐπιχειρούσαμε νά ἐγκαταλείψωμεν ὅσα ἐκ τῶν ἐθῶν εἶναι ἄγραφα, διότι δῆθεν δέν ἔχουν μεγάλην σημασίαν, χωρίς νά τό καταλάβωμε θά ἐζημιώναμε τό εὐαγγέλιον εἰς τήν οὐσίαν του ἤ μᾶλλον θά μεταφέραμε τό κήρυγμα εἰς κενόν νοήματος ὄνομα» (Μ. Βασιλ., Περί Ἁγίου Πνεύμαιος, κζ' 66).

Στήν ἐποχή λοιπόν τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὅποιος εἶχε ἀκόμη καί, «μικρὰν γνῶσιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν», παραδεχόταν πὼς ἡ θεία ἀποκάλυψη διαφυλάχθηκε μυστικά στήν Ἐκκλησία σέ ὅλη της τήν πληρότητα. Γιά παράδειγμα ὁ Μ. Βασίλειος ἀναφέρει τή συνήθεια «οἱ ἐλπίζοντες εἰς τό ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» νά φανερώνουν τήν πίστη τους «μέ τό νά κάνουν τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ».

Ἐδῶ λοιπόν ἔχουμε βασική διαφορά μέ τόν προτεσταντικό κόσμο. Τό ἀξίωμα «μόνη ἡ Γραφή» ἀφήνει ἀκάλυπτη καί αὐτή τήν ἴδια τή Γραφή, ἐκτεθειμένη στήν «ἑρμηνευτική αὐθεντία καί στό ἀλάθητο τοῦ καθενός πάστορα.

Ἡ ἁγία Γραφή δέν εἶναι δυνατόν νά ἀπολυτοποιηθεῖ, γιατί αὐτό θά ἀντικαθιστοῦσε τό Ζωντανό Χριστό μέ τό γράμμα τῆς Βίβλου, ποὺ θεοποιεῖται ξεκομμένο ἀπό τή Ζωή τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀπό τή ζωή τῶν ἁγίων (Ἰούδα 3). Ἡ ἁγία Γραφή εἶναι «λόγος γιά τόν Θεό ποὺ πέρασε ἀπό τήν καρδιά τῶν ἁγίων, εἶναι ὁ περί Θεοῦ λόγος τοῦ Θεοῦ» (Γ. Μεταλληνός), ἡ ἀλήθεια ποὺ παραδόθηκε «ἅπαξ» στούς ἁγίους (Ἰούδα 3) καί μάλιστα ὄχι ὁλόκληρη ἡ ἀλήθεια, ἀλλά μέρος της. Δέν μπορεῖ νά νοηθεῖ ξεκομμένη ἀπό τήν Ἐκκλησία (Α' Τιμ. γ' 15).

Ἡ Ἐκκλησία, λέγει ἡ κίνηση (ὁμιλεῖ γιά Προτεσταντικές ὁμάδες), ἀποτελεῖται ἀπό ὅσους στηρίζουν τή Ζωή τους στό γράμμα τῆς Βίβλου. Ταυτόχρονα ὅμως ὑπογραμμίζει τήν ἀπόλυτη αὐτονομία τῆς κάθε κοινότητας, ἀκόμη καί σέ θέματα ποὺ ἀφοροῦν τήν πίστη καί τή ζωή. Αὐτό σημαίνει πὼς ἡ κάθε κοινότητα, καί εἰδικότερα ὁ κάθε ποιμένας, ἀναγνωρίζει σάν ἀνωτάτη ἑρμηνευτική αὐθεντία τῆς Γραφῆς μόνο τόν ἑαυτό του. Στό ὄνομα αὐτοῦ τοῦ «ἀλάθητου» μπορεῖ νά χαρακτηρίζει τούς ἄλλους, ποὺ διαφωνοῦν μαζί του, σάν «ἐκτός Ἐκκλησίας». Μέ αὐτό τόν τρόπο ἑρμηνεύεται τό γεγονός ὅτι οἱ λεγόμενες «ἐλεύθερες ἐκκλησίες» διασπῶνται συνεχῶς, μέ ἀποτέλεσμα νά δημιουργοῦνται νέα σχίσματα. Ἡ καθεμιά ἀπό τίς σχισματικές ὁμάδες φρονεῖ πὼς μόνο αὐτή κατέχει τήν «πληρότητα τῆς ἀλήθειας».

πηγη

Παρασκευή, Νοεμβρίου 29, 2019

Υπάρχει ένα Μυστικό


Ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ακαδημαϊκούς θεολόγους του 20ού αιώνα, ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, δήλωσε:
«Αν η Ορθοδοξία ήταν αυτή που διδάσκουν τα νεοελληνικά εγχειρίδια, εγώ σήμερα θα ήμουν άθεος».
Μίλησε έτσι επειδή γνώριζε το Μυστικό.
Γύρω στο 1860, ο σαμουράι Τακούμα Σαβάμπε εισήλθε στο δωμάτιο του ορθόδοξου ιεραποστόλου π. Νικολάου Κασάτκιν, με το σπαθί στο χέρι και με πρόθεση να τον θανατώσει.
Ο νεαρός ιερέας εκείνη την ώρα διάβαζε την Αγία Γραφή. Του είπε:
«Θα δεχτώ τον θάνατο, αν προηγουμένως μου επιτρέψεις να σου εξηγήσω ό,τι διαβάζω αυτή τη στιγμή».Το αποτέλεσμα ήταν ο Τακούμα Σαβάμπε να γίνει ο πρώτος Ιάπωνας ορθόδοξος ιερέας και να υπερασπιστεί την Ορθοδοξίαν συλληφθείς και ανακρινόμενος από το καθεστώς της πατρίδας του.
Λίγα χρόνια νωρίτερα, στη Ρωσία, ένας εξόριστος συνωμότης αναχωρούσε για τη Σιβηρία.
Μια γριά πλησίασε και του χάρισε μια Καινή Διαθήκη.
Εκείνος τη δέχτηκε ευγενικά και, όντας άθεος, τη θεώρησε κατάλληλη για να κόβει κάθε μέρα και μια σελίδα, να ρίχνει μέσα καπνό και να στρίβει τσιγάρο.

Κάπνισε έτσι ολόκληρο το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο, το κατά Μάρκον και τα πρώτα κεφάλαια του κατά Λουκάν.
Μια μέρα όμως σκέφτηκε να διαβάσει το περιεχόμενο της σελίδας που κρατούσε στο χέρι του, πριν την καπνίσει.
Το αποτέλεσμα ήταν να γράψει κάποτε:
«Αν κάποιος μου αποδείκνυε πως η αλήθεια είναι μακριά απ’ τον Χριστό, θα προτιμούσα να είμαι με τον Χριστό παρά με την αλήθεια».
Το όνομα αυτού του εξόριστου, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι.
Αυτοί και πολλοί άλλοι, μέχρι και τις ημέρες μας,
μεταστράφηκαν στην Ορθοδοξία,
επειδή ανακάλυψαν το Μυστικό και μυήθηκαν σ’ αυτό.

Αυτό το Μυστικό τεκμηριώνει την ύπαρξη και την ταυτότητα του Θεού τόσο έγκυρα, όσο και οποιαδήποτε άλλη επιστημονική γνώση σε κάθε τομέα.
Στην πραγματικότητα, δεν είναι Μυστικό – απλώς, ενώ είναι τόσο φανερό, πολλοί φαίνεται να κλείνουν τα μάτια τους, για να μην το δουν.
[Από το βιβλίο: Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο
Θεόδωρου Ρηγινιώτη]

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 26, 2019

Αγιοπνευματική θεολογία

Είναι τρομερό ότι πολλοί θεολόγοι λησμονούν τη ρητή και κατηγορηματική διαβεβαίωση του αψευδούς Κυρίου: “ο Παράκλητος…, τό Πνευμα της αληθείας, οδηγήσει υμας εις πασαν τήν αλήθειαν» (Ιω, ιστ’,13). Το Πανάγιο Πνεύμα είναι εκείνο το οποίο καταυγάζει τον νουν, πυρώνει την καρδιά. Δεν αρκεί η απλή ιδεολογική και νοητική ανάπτυξη. Αυτή είναι ανεπαρκής και συχνά επικίνδυνη. Αν δεν κατοικήσει το Πνεύμα του Θεού στις καρδιές μας, δεν είναι δυνατό να θεολογήσουμε. O θεολόγος πρέπει να είναι δοχείο του Πνεύματος και πλήκτρο του Πνεύματος, πνευματοφόρος και πνευματοκίνητος, «πλήρης Πνεύματος Αγίου» (Πραξ. στ΄. 3).
Σύμφωνα μ’ αυτά, η ορθόδοξη θεολογία είναι η αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας, της ΑΛΗΘΕΙΑΣ η οποία είναι συγχρόνως η OΔOΣ και η ΖΩΗ (Ιω. ιδ’, 6). Αναζήτηση όχι μόνον διά της διανοίας, αλλά «εξ όλης καρδίας και ψυχής». Αναζήτηση ευλαβική και ικετευτική, ταπεινή και σεμνή. Μετά φόβου Θεού και ζώσης πίστεως, μετ’ αγάπης και πόθου, μετά ταπεινώσεως και συντριβής και κατανύξεως, μετά καθαρότητος ψυχής και συνεχούς εξαγνισμού, «κεκαθαρμέναις διανοίαις … και ταις αισθήσεσι», μέσα σε ατμόσφαιρα λατρείας και ασκήσεως, μέσα στο πυρ της Πεντηκοστής.
Μια τέτοια θεολογία είναι γονυκλισία προ του θείου μυστηρίου, είναι γεύση Θεού και ψυχική εμπειρία, είναι ιερουργία του Ευαγγελίου του Θεού. (Ρωμ. ιε’ 16) και κατεξοχήν λειτουργία, είναι οικείωση, βίωση και κοινωνία Θεού, συγχρόνως δε «καταγγελία των θαυμασίων Αυτού» .
Μόνον μια τέτοια όντως ορθόδοξη θεολογία δύναται να μας προφυλάξει από τις ολισθηρές ατραπούς της «ψευδωνύμου γνώσεως» (Α’ Τιμ. στ’10)., η οποία δεν παύει να υπάρχει ως μια μεγάλη απειλή σε κάθε εποχή.
Την καλλιέργεια μιας τέτοιας Θεολογίας περιμένει ο αιώνιος Θεός, αλλά και ο σημερινός άνθρωπος από τους θεολόγους της εποχής μας.
Αρχιμ. Ηλίας Μαστρογιαννόπουλος

Τρίτη, Ιουλίου 30, 2019

Η σχέση του Εσπερινού και του Όρθρου με τη Δημιουργία του Κόσμου και τη Σωτηρία μας (την καθημερινή μας ελπίδα)


+ π. αλέξανδρος σμέμαν, για να ζήσει ο κόσμος
Αντίθετα με την κοσμική εμπειρία του χρόνου, η λειτουργική μέρα αρχίζει με τον εσπερινό, και τούτο σημαίνει: αρχίζει το βράδυ. Αυτό φυσικά είναι ανάμνηση του βιβλικού: Και εγένετο εσπέρα, και εγένετο πρωί, ημέρα μία (Γένεσις, 1,5). Ωστόσο είναι κάτι περισσότερο από ανάμνηση. Γιατί αληθινά το τέλος κάθε χρονικής «μονάδας» είναι που φανερώνει το αχνάρι και το νόημα του χρόνου, που χαρίζει στο χρόνο την πραγματικότητά του.
Ο χρόνος πάντα είναι αύξηση, όμως μονάχα στο τέλος μπορούμε να διακρίνουμε την κατεύθυνση αυτής της αύξησης και να παρατηρήσομε τους καρπούς της. Στο τέλος κάθε μέρας, στο βράδιασμα κάθε μέρας, ο Θεός βλέπει τη δημιουργία Του ως καλήν· στο τέλος της δημιουργίας είναι που ο Θεός τη χαρίζει στον άνθρωπο. Και έτσι η Εκκλησια αρχίζει στο τέλος της μέρας τη λειτουργία του καθαγιασμού του καιρού (=χρόνου).
Καθώς ερχόμαστε στην εκκλησία, ο κόσμος και εμείς που βρισκόμαστε στον κόσμο έχομε περάσει πολλές ώρες και αυτές οι ώρες γέμισαν, όπως συνήθως, με δουλειά και ξεκούρασμα, με πόνο και χαρά, με φθόνο και αγάπη. Άνθρωποι πέθαναν και άνθρωποι γεννήθηκαν. Για μερικούς στάθηκε η πλέον ευτυχισμένη μέρα της ζωής τους, μια μέρα που θα τη θυμούνται παντοτινά. Και για μερικούς άλλους έφερε το τέλος σε όλες τις ελπίδες τους, ρήμαξε την ίδια την ψυχή τους. Και ολάκερη η μέρα βρίσκεται τώρα εδώ – μοναδική, αμετάστροφη, ανεπανόρθωτη. Η μέρα διάβηκε, όμως τα αποτελέσματά της, οι καρποί της θα χαρίσουν το σχήμα της στην επόμενη μέρα, γιατί ό,τι κάναμε μια φορά απομένει παντοτινά.
Όμως η εσπερινή ακολουθία (=τελετουργία) δεν αρχίζει ως θρησκευτικός «επίλογος» της μέρας, ως προσευχή προσθετή σε όλες τις άλλες εμπειρίες της μέρας. Αρχίζει στην Αρχή και αυτό σημαίνει στην «ξανά ανακάλυψη», με τη λατρεία και την ευχαριστία, πως ο κόσμος είναι δημιούργημα του Θεού. Η Εκκλησία μάς πηγαίνει, σα να πούμε, στο πρώτο εκείνο βράδυ όπου ο άνθρωπος, προσταγμένος από το Θεό, άνοιξε τα μάτια του και αντίκρισε αυτά που ο Θεός του έδωσε με την αγάπη Του, αντίκρισε όλη την ομορφάδα, όλη τη δόξα του ναού μέσα στον οποίο στεκόταν (=της πλάσης), και ο άνθρωπος ανάπεμψε ευχαριστία στο Θεό. Και με την ευχαριστία αυτή έγινε ο εαυτός του.
Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον, Ευλογητός εί Κύριε…
Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου Κύριε. Πάντα εν σοφία εποίησας.
Επληρώθη η γη της κτίσεώς σου.
Άσω τω Κυρίω εν τη ζωή μου
Ψαλώ το Θεώ μου έως υπάρχω (Ψαλμός 104)*
*Στα δικά μας βιβλία: 103 (σημ. του μεταφραστή).
Και έτσι πρέπει να είναι. Πρέπει να υπάρχει κάποιος σε αυτό τον κόσμο – τον κόσμο που απαρνήθηκε το Θεό και που με την απάρνηση αυτή, με τη βλαστήμια αυτή, γίνηκε ένα σκοτιδιασμένο χάος – πρέπει να υπάρχει κάποιος που να σταθεί στο κέντρο του κόσμου και να τον ξεχωρίσει, να τον δει και πάλι να είναι φορτωμένος από το θεϊκό πλούτος, να είναι η ομορφιά και η σοφία, και να ευχαριστήσει το Θεό για τον κόσμο. Αυτός ο «κάποιος» είναι ο Χριστός, ο νέος Αδάμ που έρχεται να αποκαταστήσει αυτή την «ευχαριστιακή ζωή», την οποία εγώ, ο παλαιός Αδάμ, απαρνήθηκα και απώλεσα, που με κάνει πάλι αυτό που είμαι, και έρχεται να μου αποκαταστήσει τον κόσμο. Και αν η Εκκλησία είναι εν Χριστώ, η αρχική πράξη της είναι πάντα η πράξη αυτή της ευχαριστίας, της απόδοσης του κόσμου πίσω στο Θεό.
Σε αντίθεση με την ομορφιά και με το θαύμα της δημιουργίας, ανακαλύψαμε ωστόσο τη σκοτεινάδα και την αποτυχία του κόσμου, το δεύτερο μεγάλο θέμα του εσπερινού. Αν ο Ψαλμός 104 (103) λέει την αλήθεια, ο κόσμος όπως τον ξέρομε είναι – σε αντίθεση – ένας βραχνάς. Επειδή πρώτα είδαμε την ομορφάδα του κόσμου, μπορούμε τώρα να δούμε την ασχημάδα του, να καταλάβομε τι χάσαμε, να νιώσομε το γιατί ολάκερη η ζωή μας (και όχι μονάχα μερικές «παραβάσεις») έγινε Αμαρτία, και μπορούμε να μετανιώσομε για αυτό.
Τα φώτα τώρα σβήστηκαν. Η «Ωραία πύλη» του ιερού κλείστηκε. Ο ιερουργός έβγαλε τα άμφιά του· είναι ο γυμνός και πονεμένος άνθρωπος, που θρηνεί έξω από τον Παράδεισο, και έχοντας νιώσει καλά την εξορία του, την προδοσία του, τη σκοτεινιά του, λέει στο Θεό: Εκ βαθέων εκέκραξά Σοι, Κύριε. Αντίκρυ στη δόξα της δημιουργίας ανάγκη να υπάρχει μια φοβερή θλίψη. Ο Θεός μας χάρισε άλλη μια μέρα, και μπορούμε να δούμε πώς ακριβώς χαλάσαμε αυτό το δώρο Του. Δεν είμαστε οι «καλοί» Χριστιανοί που χωρίστηκαν από τον απαίσιο κόσμο. Αν δε σταθούμε ακριβώς σα να είμαστε αντιπρόσωποι αυτού του κόσμου, σαν αληθινά να είμαστε αυτός ο κόσμος, αν δε σηκώσομε ολάκερο το βάρος της μέρας τούτης, μπορεί η «ευσέβειά» μας να είναι ευσέβεια· δεν είναι χριστιανική.
Έρχεται τώρα το τρίτο θέμα του εσπερινού: η Λύτρωση. Στον κόσμο τούτο της αμαρτίας και της σκοτεινιάς ήρθε φως: φως ιλαρόν αγίας δόξης αθανάτου Πατρός, ουρανίου, αγίου, μάκαρος, Ιησού Χριστέ. Ο κόσμος βρίσκεται στο βράδιασμά του επειδή έχει έρθει ο Ένας που φέρνει στον κόσμο το τελικό νόημά του· μέσα στη σκοτεινιά αυτού του κόσμου, το φως του Χριστού φανερώνει ξανά την αληθινή φύση των πραγμάτων.
Τούτος δεν είναι ο κόσμος που ήταν προτού έρθει ο Χριστός: ο ερχομός Του ανήκει τώρα στον κόσμο. Το αποφασιστικό γεγονός του σύμπαντος κόσμου συντελέστηκε. Τώρα γνωρίζομε πως ο Χριστός θα μεταμορφώσει καθετί που έχει να κάνει με τη ζωή μας. Μονάχα εξαιτίας του Χριστού μπορούμε να δοξάζομε τη δημιουργία στην αρχή του εσπερινού, μονάχα επειδή Εκείνος μας έδωσε μάτια ιδείν, καθώς λέει ο Μέγας Βασίλειος, την φιλάνθρωπον χείραν της Σης παντοδυναμίας εν πάσι τοις έργοις Σου.
Την ώρα που μπορούμε να ευχαριστήσομε το Θεό για το Χριστό, αρχίζομε να καταλαβαίνομε πως στο Χριστό όλα έχουν μεταμορφωθεί σε αληθινό θαύμα. Στο αχτιδοβόλο φως Του ο κόσμος δεν είναι κοινοτοπικός. Το ίδιο το έδαφος όπου στεκόμαστε είναι μια θαυματουργική δίνη από άτομα που βουίζουν μέσα στο διάστημα. Το σκοτάδι της αμαρτίας ξεκαθαρίζει, και υπάρχουν τώρα πλάτες για να σηκώσουν το βάρος της. Ο θάνατος στερήθηκε από τον τελικό σκοπό του, πατήθηκε χάμω με το θάνατο του Χριστού. Σε έναν κόσμο όπου όλα όσα φαίνονται παρόντα γίνονται την ίδια στιγμή περασμένα, όλα μπορούν να μοιραστούν μέσα στο Χριστό το αιώνιο παρόν του Θεού. Η ίδια η εσπέρα είναι ο πραγματικός καιρός της ζωής μας.
Και φτάνομε στο τελευταίο θέμα του εσπερινού: το θέμα του Τέλους. Το αναγγέλνει το ψάλσιμο του Νυν Απολύεις (Nunc Dimittis). Το Ευαγγέλιο βάζει τα λόγια στο στόμα του γέρο Συμεών που ανάλωσε τη ζωή του καρτερώντας αδιάκοπα τον ερχομό του Μεσσία επειδή του ειπώθηκε μέσα σε όραμα πως δε θα πέθαινε προτού δει τον επαγγελμένο του Ισραήλ. Όταν η Μαρία και ο Ιωσήφ έφεραν τον Ιησού βρέφος για να τον παρουσιάσουν στο ναό του Θεού, ο άνθρωπος ήταν εκεί και Τον παρέλαβε στην αγκαλιά του, και το Ευαγγέλιο μνημονεύει πως είπε:
Νυν απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, ό ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων των λαών. φως εις αποκάλυψιν εθνών και δόξαν λαού σου Ισραήλ (Λουκ. 2, 29-32).
Ο Συμεών καρτερούσε μια ζωή ολόκληρη και στο τέλος ο Χριστός Βρέφος του παραδόθηκε: κράτησε τη Ζωή του κόσμου στην αγκαλιά του. Στην απαντοχή και στη νοσταλγία του συμβόλιζε τον κόσμο και τα λόγια που χρησιμοποίησε για να εκφράσει την ευχαριστία του έγιναν λόγια δικά μας. Μπόρεσε να αναγνωρίσει τον Κύριο επειδή Τον περίμενε. Τον πήρε στην αγκαλιά του γιατί είναι φυσικό να αγκαλιάσεις κάποιον που αγαπάς· και τότε πληρώθηκε (=ολοκληρώθηκε) μια ζωή ολόκληρη απαντοχής. Ο Συμεών αντίκρισε τον Ένα που νοσταλγούσε. Ολοκλήρωσε το σκοπό της ζωής του και βρέθηκε έτοιμος για το θάνατο.
Ο θάνατος για τον Συμεών δεν ήταν καταστροφή. Ήταν μονάχα μια φυσική έκφραση του πληρώματος της απαντοχής του. Δεν έκλεινε τα μάτια του στο φως που τελικά το είδε· ο θάνατός του ήταν μονάχα η αρχή για ένα εσωτερικότερο όραμα αυτού του φωτός. Κατά τον ίδιο τρόπο ο εσπερινός είναι η αναγνώριση πως ήρθε το βράδιασμα αυτού του κόσμου, που αναγγέλνει εκείνη την ανέσπερη Μέρα (δηλ. τη Δευτέρα Παρουσία και την αιώνια ζωή στη Βασιλεία του Θεού). Σε τούτο τον κόσμο κάθε μέρα αντικρίζει τη νύχτα· ο ίδιος ο κόσμος αντικρίζει τη νύχτα. Ο κόσμος δεν μπορεί να βαστάξει παντοτινά. Ωστόσο η Εκκλησία βεβαιώνει πως ένα βράδυ δεν είναι μονάχα ένα τέλος, αλλά είναι και μια αρχή μιας άλλης μέρας. Στο Χριστό και μέσα από το Χριστό μπορεί ένα βράδυ να γίνει η απαρχή μιας καινούργιας ζωής, της ανέσπερης Μέρας, γιατί τα μάτια μας είδαν τη σωτηρία και ένα φως που ποτέ δε θα λείψει. Και για τούτο το λόγο ο χρόνος του κόσμου αυτού βρίσκεται τώρα γεμάτος από καινούργια ζωή.
Παρουσιαζόμαστε στο Χριστό για να Του προσφέρουμε τον καιρό μας, ανοίγομε την αγκάλη μας για να Τον δεχτούμε. Και Εκείνος γεμίζει αυτό τον καιρό με τον εαυτό Του, τον γιατρεύει και τον κάνει – πάλι και πάλι – καιρό της σωτηρίας.
***
Εσπέρας και πρωί… Μόλις ανοίξομε τα μάτια μας, η πρώτη αίσθηση που λαβαίνομε είναι της νυχτιάς, όχι του φωτός· βρισκόμαστε στην πιο αδύνατη, στην πιο αβοήθητη στιγμή μας. Είναι σαν ένας άνθρωπος που πρώτη φορά δοκιμάζει πραγματικά τη ζωή σε όλη την ασυναρτησία και τη μοναξιά της (πρωτύτερα δεν τις έβλεπε, προφυλαγμένος μέσα στη θαλπωρή της οικογένειας).
Κάθε πρωί, μέσα στο ασχημάτιστο σκοτάδι, ανακαλύπτομε την αδράνεια της ζωής. Και έτσι το πρώτο θέμα του όρθρου είναι πάλι ο ερχομός του φωτός στα σκοτεινά. Αρχινάει, όχι με τη Δημιουργία καθώς ο εσπερινός, αλλά με την Πτώση. Μέσα ωστόσο σε αυτή την αδυναμία και τον απελπισμό, κρύβεται μια προσμονή, μια πείνα και δίψα. Και μέσα στο σκηνικό αυτό η Εκκλησία δηλώνει τη χαρά της, όχι μονάχα αντίθετα στο ρεύμα της φυσικής ζωής, αλλά πληρώνοντάς την (by fulfilling it). Η Εκκλησία αναγγέλνει κάθε πρωί πως ο Θεός είναι ο Κύριος και αρχίζει να οργανώνει τη ζωή γύρω από το Θεό.
Στην εκκλησιά τα πρώτα φώτα του όρθρου είναι κεριά, πρόγευση του ήλιου. Αργότερα βγαίνει ο ήλιος, διώχνοντας τα σκοτάδια του κόσμου και η Εκκλησία βλέπει σε τούτο την ανατολή του αληθινού Φωτός του κόσμου, τον Υιό του Θεού. Γνωρίζομε πως ο Λυτρωτής μας ζει, και πως καταμεσίς στην ασυναρτησία της ζωής Εκείνος θα μας αποκαλυφθεί και πάλι. Με όλο που μας «κυκλώνουν» οι ζάλες του βίου, κάθε πρωί μπορούμε να αναγγείλομε ωστόσο με τον ήλιο που βγαίνει τον ερχομό του πολυκαρτερεμένου Μεσσία. Άσχετα με όλα αύτη είναι η ημέρα ην εποίησεν ο Κύριος – αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αυτή. Ευλογημένος ο Ερχόμενος εν Ονόματι Κυρίου (Ψαλμός 117, 24).
Καθώς πληθαίνει ο φως, η ακολουθία (=τελετουργία) σχετίζει το καινούργιο πρωινό με τον καινούργιο καιρό (=χρόνο). Όπως ο εσπερινός σχέτιζε το βράδιασμα με ολόκληρη τη χριστιανική εμπειρία του κόσμου ως «βραδιάσματος» – έτσι και ο όρθρος σχετίζει το πρωινό με τη χριστιανική εμπειρία της Εκκλησίας ως «πρωινού» και ως απαρχής.
Αυτές οι δυο συμπληρωματικές, ωστόσο απόλυτα ουσιαστικές, διαστάσεις του καιρού χαρίζουν σχήμα στην καιρική ζωή μας και, δίνοντας στο χρόνο καινούργιο νόημα, τον μεταμορφώνουν σε χριστιανικό χρόνο. Η διπλή αυτή εμπειρία αληθινά εφαρμόζεται σε όλα όσα έχομε να κάνομε. Βρισκόμαστε πάντα ανάμεσα πρωί και βράδυ, ανάμεσα Κυριακή και Κυριακή, ανάμεσα Πάσχα και Πάσχα, ανάμεσα στους δυο ερχομούς του Χριστού. Η εμπειρία του καιρού ως τέλους χαρίζει απόλυτη σπουδαιότητα σε οτιδήποτε καταπιανόμαστε τώρα· το κάνει τελικό, αποφασιστικό. Η εμπειρία του καιρού ως απαρχής γεμίζει όλο το χρόνο μας με χαρά, γιατί του προσθέτει το «συντελεστή» της αιωνιότητας. Ουκ αποθανούμαι, αλλά ζήσομαι και διηγήσομαι τα έργα Κυρίου (Ψαλμός 117, 17).
Δουλεύομε στον κόσμο και η δουλειά αυτή – πραγματικά οποιαδήποτε δουλειά – αν αναλυθεί καθαρά από την άποψη του κόσμου, χάνει το νόημά της, γίνεται άσκοπη, ξεκάρφωτη. Σε κάθε πολιτεία του κόσμου υπάρχει κάθε πρωί ένα κύμα από καθαρούς και ξυρισμένους ανθρώπους που πηγαίνουν στη δουλειά τους. Και κάθε βράδυ υπάρχει ένα κύμα από τους ίδιους ανθρώπους, αποσταμένους και βρωμισμένους, που πηγαίνουν τώρα στην αντίθετη κατεύθυνση. Όμως εδώ και πολλά πολλά χρόνια ένας σοφός άνθρωπος παρακολούθησε το κύμα αυτό (οι μορφές αλλάζουν, το άσκοπο δεν αλλάζει) και είπε:
Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης.
Τίς περισσεία τω ανθρώπω εν παντί μόχθω αυτού, ώ μοχθεί υπό τον ήλιον;
Γενεά πορεύεται και γενεά έρχεται,
και η γη εις τον αιώνα έστηκε.
Ου πλησθήσεται οφθαλμός του οράν, και ου πληρωθήσεται ούς από ακροάσεως.
Και ουκ έστι παν πρόσφατον υπό τον ήλιον...
(Εκκλησιαστής, 1, 2-4,8,9)
Και αυτό αληθεύει για τον πεσμένο κόσμο. Μα εμείς οι Χριστιανοί λησμονήσαμε πολλές φορές πως ο Θεός λύτρωσε τον κόσμο. Για αιώνες κηρύξαμε στους βιαστικούς ανθρώπους: η καθημερινή βιασύνη σας δεν έχει νόημα, δεχτείτε την ωστόσο – και θα λάβετε για ανταμοιβή σας την αιώνια ανάπαυση σε έναν άλλο κόσμο. Όμως ο Θεός μας αποκάλυψε και μας προσφέρει αιώνια Ζωή, όχι αιώνια ανάπαυση. Και ο Θεός αποκάλυψε αυτή την αιώνια Ζωή καταμεσίς του καιρού – και της βιασύνης του – ως κρυμμένο νόημα και ως σκοπό του καιρού. Και έτσι έκανε τον καιρό, και τη δουλειά μας μέσα στον καιρό, μυστήριο του ερχόμενου κόσμου, μια λειτουργία πλήρωσης (=ολοκλήρωσης, τελειοποίησης) και ανεβάσματος.
Όταν φτάσομε στο τέρμα της αυτάρκειας του κόσμου, τότε ο κόσμος ξαναρχίζει για μας από την αρχή ως υλικό ή ως συστατικό του μυστηρίου που έχομε να πληρώσομε (to fulfill) στο Χριστό.
Και ουκ έστιν παν πρόσφατον υπό τον ήλιον. Ωστόσο κάθε μέρα, κάθε στιγμή αντηχάει τώρα η νικηφόρα βεβαίωση: Ιδού καινά ποιώ πάντα. Εγώ ειμί το Άλφα και το Ωμέγα, η αρχή και το τέλος… (Αποκάλυψις, 21, 5-6).

Από ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ
ΕΥΧΗ