ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παράδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παράδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Μαΐου 18, 2020

+ π. Αντωνίου Αλεβιζοπούλου-Ἡ Θεία Ἀπoκάλυψη

Σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη πίστη ἡ Ἐκκλησία δέν θεμελιώνεται πάνω σέ γραπτά κείμενα, ἀλλά στήν ὁμολογία πὼς ὁ Χριστός εἶναι Θεάνθρωπος, πὼς δηλαδή στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἑνώθηκε ὁ Θεός μέ τόν ἄνθρωπo «ἀδιαιρέτως, ἀτρέπτως, ἀσυγχύτως, ἀχωρίστως», καί ὁ ἀνθρωπoς ἦλθε σέ πραγματική κοινωνία μέ τόν Θεό, στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἑνώθηκε ὑποστατικά, δηλαδή σέ μία καί μοναδική ὑπόσταση, ὁ Θεός καί ὁ ἄνθρωπoς.

Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ συνεχίζει νά εἶναι ὑποστατικά ἑνωμένος μέ τό σῶμα Του καί σάν κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πάντοτε ἑνωμένος μαζί μας (Ματθ. ιη' 20. κη' 20). Τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἐνεργοποιεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα στή Ζωή τῆς Ἐκκλησίας (Α' Κορ. ιβ' 3), γι' αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία εἶναι «στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας» (Α' Τιμ. γ' 15. Πρβλ Α' Κορ. β' 7-11).


Στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, «στούς ἁγίους» παραδόθηκε ἡ ἁγία μας πίστη «ἅπαξ», μιὰ γιά πάντα, ὅποιος δέν ἀνήκει σ' αὐτό τό σῶμα, δέν μπορεῖ νά ἑρμηνεύσει σωστά τήν ἁγία Γραφή (Β' Θεσ. γ' 6. Β' Πέτ. γ' 16. Ἰούδα 3-4). Μ' αὐτή τήν ἔννοια ἤ ἱερή παράδοση εἶναι ἤ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἱερή μνήμη τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ διαφυλάσσεται σάν πολύτιμος θησαυρός (Β' Τιμ. α' 13-14).

Ἡ ἁγία Γραφή δέν περιλαμβάνει τήν πληρότητα τῆς θείας ἀποκάλυψης. Ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη ὑπογραμμίζεται ἡ σημασία τῆς προφορικῆς παράδοσης καί ἡ φροντίδα γιά τή μετάδοσή της ἀπό γενεά σέ γενεά (Ψαλμ. μγ' 2 / μδ' 1. Ἰωήλ α' 3). Ἡ Καινή Διαθήκη σημειώνει πὼς δέν περιέχει τήν πληρότητα τῶν λόγων καί τῶν ἔργων τοῦ Χριστοῦ (Ἰω. κα' 25).

Ἡ ἴδια ἡ ἁγία Γραφή κάνει χρήση τῆς παράδοσης (Ἀριθ. κά' 14-15. Ματθ. β' 23. Πράξ. κ' 35. Β' Τιμ. γ' 8. Ἰούδα 14). Ὁ Χριστός δέν παρακίνησε τούς μαθητές του νά γράψουν βιβλία, ἀλλά νά κηρύξουν, ὑποσχόμενος πὼς θά βρίσκεται γιά πάντα μαζί τους (Ματθ. κη' 20) καί ὅτι θά τούς ἀποστείλει τό Πνεῦμα τό Ἅγιο γιά νά μείνει μαζί τους (Ἰω.ιδ' 16), νά τούς διδάξει καί νά τούς ὑπενθυμίσει τό κήρυγμά Του (Ἰω. ιδ' 25-26) νά τούς ὁδηγήσει «εἰς ὅλην τήν ἀλήθεια», ἀποκαλύπτοντας σ' αὐτούς τό βαθύτερο νόημα τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ, ὅλα ἐκεῖνα ποὺ μέ τίς δικές τους δυνάμεις δέν μποροῦσαν νά «βαστάξουν» (Ἰω. ιστ' 12-15).

Ἀλλά καί οἱ ἀπόστολοι δέν περιορίσθηκαν στά γραπτά κείμενα, μετέδωσαν στούς πρώτους χριστιανούς πολύ περισσότερα ἀπό ἐκεῖνα ποὺ κατέγραψαν «διά χάρτου καί μελάνης» (Β' Ἰω. 12. Γ' Ἰω. 13-14. Α' Κορ. ια' 34). Μερικά ἀπό τά γραφόμενα ἀποδείχθηκαν ὅτι ἔχουν καιρική σημασία, γιατί δέν διατηρήθηκαν στήν Ἐκκλησία: ὁ ἀριθμός τῶν διακόνων (Πράξ. στ' 3), τό τάγμα τῶν χηρῶν (Α' Τιμ. ε' 9), τό κάλυμμα τῶν γυναικῶν (Α' Κορ. ια' 5), τό νίψιμο τῶν ποδιῶν (Ἰω. ιγ' 14).

Στό κέντρο τῆς ἁγίας Γραφῆς εἶναι τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ (Ἰω. ε' 38-39. Γαλ γ' 24), χωρίς τό Χριστό δέν μποροῦμε νά κατανοήσουμε τήν ἁγία Γραφή (Β' Κορ. γ΄ 14). Ἔτσι ἡ ἑνότης στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή στήν Ἐκκλησία, ἐξασφαλίζει τήν καθαρότητα τῆς εὐαγγελικῆς ἀλήθειας (Α' Τιμ. γ' 15).

Ἡ ἁγία Γραφή δέν ἀπευθύνεται σέ διασκορπισμένα ἄτομα, ἀλλά σέ πιστούς, ποὺ εἶναι συγκροτημένοι σέ ἕνα σῶμα. Ἡ ἱερή παράδοση εἶναι ἡ ἀτμόσφαιρα μέσα στήν ὁποία τό σῶμα ζεῖ καί κατανοεῖ ὀρθά τήν ἀλήθεια, εἶναι ἡ διαρκής ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ συνείδησή της, ὄχι προσωπικές γνῶμες, διδασκαλίες, ἐντάλματα ἀνθρώπων (πρβλ Ἠσ. κθ' 13. Ματθ. ιε' 3.4.9. Μάρκ. ζ' 8. Κολ β' 8).

Μέ βάση τό θησαυρό τῆς ἱερῆς μνήμης τῆς Ἐκκλησίας, ἡ μελέτη τῆς ἁγίας Γραφῆς ὁδηγεῖ στήν ἑνότητα, ὄχι στή διάσπαση τῆς Ἐκκλησίας.

Μ' αὐτό τόν τρόπο ἐκπληρώνεται ἡ ἐπιθυμία τοῦ Χριστοῦ γιά ἑνότητα τῶν πιστῶν (Ἰω. ιζ' 20-­21). Γι' αὐτό καί οἱ ἀπόστολοι συνιστοῦσαν τούς χριστιανούς νά κρατοῦν τίς παραδόσεις, δηλαδή τόν θησαυρό ποῦ τούς ἐμπιστεύθηκαν (Α' Κορ. ια' 2. Φιλιπ. δ' 9), «εἴτε διά λόγου, εἴτε δι' ἐπιστολῆς» (Β' Θεσ. β' 15. πρβλ β' Τιμ. α' 13).

Οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας τοποθετήθηκαν στή θέση αὐτή γιά νά ἀγρυπνοῦν, νά εἶναι δηλαδή Φύλακες (= ἐπίσκοποι) τῆς καθαρότητας τῆς ζωῆς καί τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας (Πράξ. κ' 28-31): «νά ἀναζωπυρῆς τό χάρισμα τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖον εἶναι ἐν σοὶ διά τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν μου... Κράτει τό ὑπόδειγμα τῶν ὑγιαινόντων λόγων, τούς ὁποίους ἤκουσας παρ' ἐμοῦ... τήν καλήν παρακαταθήκην φύλαξον διά τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου τοῦ ἐνοικοῦντος ἐν ἠμῖν». (Β' Τιμ. α' 6. 13. 14) «καί ὅσα ἤκουσας παρ' ἐμοῦ διά πολλῶν μαρτύρων, ταῦτα παράδος εἰς πιστούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι θά εἶναι ἱκανοί νά διδάξουν καί ἄλλους» (Β' Τιμ. β' 2).

Μέ ἀλλά λόγια ἡ ἀποστολική διαδοχή συμβαδίζει μέ τήν ἀποστολική διδαχή. Μέ αὐτή τήν ἔννοια κατανοοῦμε τούς λόγους τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου (†110): «Διότι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἡ ἀληθινή μας Ζωή, εἶναι ἡ γνώμη τοῦ Πατρός, ὅπως ἐπίσης καί οἱ ἐπίσκοποι οἱ ὁποῖοι ἔχουν κατασταθεῖ εἰς τά πέρατα τῆς γῆς εἶναι μέ τήν γνώμη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ «ἐν Ἰησοῦ Χριστοῦ γνώμῃ». Λοιπόν, πρέπει καί σεῖς νά παρακολουθεῖτε τή γνώμη τοῦ ἐπισκόπου, πράγμα τό ὁποῖο καί κάμνετε, διότι τό ἄξιον τοῦ ὀνόματός του πρεσβυτέριό σας, τό ὁποῖον εἶναι καί τοῦ Θεοῦ ἄξιο, εἶναι συνηρμοσμένο μέ τόν ἐπίσκοπο, ὅπως οἱ χορδές εἰς τήν κιθάρα» (Ἰγν., Ἐφεσ. ΠΙ, 2­-IV,l).

Ἡ διδασκαλία αὐτή δέν εἶναι σημερινή, εἶναι πρωτοχριστιανική πεποίθηση: «Ἀπό τά δόγματα καί τάς ἀληθείας ποὺ φυλάσσει ἡ Ἐκκλησία, ἄλλα μέν τά ἔχομε πάρει ἀπό τήν γραπτήv διδασκαλίαν, ἄλλα δέ ποὺ μυστικῶς ἔφθασαν μέχρις ἡμῶν τά ἔχομε κάμει δεκτά ἐκ τῆς παραδόσεως τῶν ἀποστόλων. Καί τά δύο στοιχεῖα, καί ἡ γραπτή καί ἡ προφορική παράδοσις, ἔχουν τήν αὐτήν σημασίαν διά τήν πίστιν. Καί κανείς ἐξ ὅσων ἔχουν καί μικρὰν γνῶσιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν δέν ἐγείρει ἀντίρρησιν ἐπ' αὐτῶν. Διότι ἄν ἐπιχειρούσαμε νά ἐγκαταλείψωμεν ὅσα ἐκ τῶν ἐθῶν εἶναι ἄγραφα, διότι δῆθεν δέν ἔχουν μεγάλην σημασίαν, χωρίς νά τό καταλάβωμε θά ἐζημιώναμε τό εὐαγγέλιον εἰς τήν οὐσίαν του ἤ μᾶλλον θά μεταφέραμε τό κήρυγμα εἰς κενόν νοήματος ὄνομα» (Μ. Βασιλ., Περί Ἁγίου Πνεύμαιος, κζ' 66).

Στήν ἐποχή λοιπόν τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὅποιος εἶχε ἀκόμη καί, «μικρὰν γνῶσιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν», παραδεχόταν πὼς ἡ θεία ἀποκάλυψη διαφυλάχθηκε μυστικά στήν Ἐκκλησία σέ ὅλη της τήν πληρότητα. Γιά παράδειγμα ὁ Μ. Βασίλειος ἀναφέρει τή συνήθεια «οἱ ἐλπίζοντες εἰς τό ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» νά φανερώνουν τήν πίστη τους «μέ τό νά κάνουν τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ».

Ἐδῶ λοιπόν ἔχουμε βασική διαφορά μέ τόν προτεσταντικό κόσμο. Τό ἀξίωμα «μόνη ἡ Γραφή» ἀφήνει ἀκάλυπτη καί αὐτή τήν ἴδια τή Γραφή, ἐκτεθειμένη στήν «ἑρμηνευτική αὐθεντία καί στό ἀλάθητο τοῦ καθενός πάστορα.

Ἡ ἁγία Γραφή δέν εἶναι δυνατόν νά ἀπολυτοποιηθεῖ, γιατί αὐτό θά ἀντικαθιστοῦσε τό Ζωντανό Χριστό μέ τό γράμμα τῆς Βίβλου, ποὺ θεοποιεῖται ξεκομμένο ἀπό τή Ζωή τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀπό τή ζωή τῶν ἁγίων (Ἰούδα 3). Ἡ ἁγία Γραφή εἶναι «λόγος γιά τόν Θεό ποὺ πέρασε ἀπό τήν καρδιά τῶν ἁγίων, εἶναι ὁ περί Θεοῦ λόγος τοῦ Θεοῦ» (Γ. Μεταλληνός), ἡ ἀλήθεια ποὺ παραδόθηκε «ἅπαξ» στούς ἁγίους (Ἰούδα 3) καί μάλιστα ὄχι ὁλόκληρη ἡ ἀλήθεια, ἀλλά μέρος της. Δέν μπορεῖ νά νοηθεῖ ξεκομμένη ἀπό τήν Ἐκκλησία (Α' Τιμ. γ' 15).

Ἡ Ἐκκλησία, λέγει ἡ κίνηση (ὁμιλεῖ γιά Προτεσταντικές ὁμάδες), ἀποτελεῖται ἀπό ὅσους στηρίζουν τή Ζωή τους στό γράμμα τῆς Βίβλου. Ταυτόχρονα ὅμως ὑπογραμμίζει τήν ἀπόλυτη αὐτονομία τῆς κάθε κοινότητας, ἀκόμη καί σέ θέματα ποὺ ἀφοροῦν τήν πίστη καί τή ζωή. Αὐτό σημαίνει πὼς ἡ κάθε κοινότητα, καί εἰδικότερα ὁ κάθε ποιμένας, ἀναγνωρίζει σάν ἀνωτάτη ἑρμηνευτική αὐθεντία τῆς Γραφῆς μόνο τόν ἑαυτό του. Στό ὄνομα αὐτοῦ τοῦ «ἀλάθητου» μπορεῖ νά χαρακτηρίζει τούς ἄλλους, ποὺ διαφωνοῦν μαζί του, σάν «ἐκτός Ἐκκλησίας». Μέ αὐτό τόν τρόπο ἑρμηνεύεται τό γεγονός ὅτι οἱ λεγόμενες «ἐλεύθερες ἐκκλησίες» διασπῶνται συνεχῶς, μέ ἀποτέλεσμα νά δημιουργοῦνται νέα σχίσματα. Ἡ καθεμιά ἀπό τίς σχισματικές ὁμάδες φρονεῖ πὼς μόνο αὐτή κατέχει τήν «πληρότητα τῆς ἀλήθειας».

πηγη

Τρίτη, Νοεμβρίου 14, 2017

...ἀλλὰ τώρα εἶναι… γιὰ ὅσους θέλουν νὰ τὰ πιστεύσουν...



...Εἶχε παρέλθει ἤδη ἡ μεσημβρία, καὶ ὁ ἱερεὺς μετὰ τοῦ μικροῦ ποιμνίου ἐκάθησαν νὰ γευματίσωσιν ὑπὸ τὴν ἱερὰν ἐλαίαν, ἐν τῷ περιβόλῳ τοῦ ναΐσκου, ἐγγὺς τοῦ παμπαλαίου ἐκείνου λιθοκτίστου κιβουρίου, τὸ ὁποῖον κατ᾽ ἄλλους ἦτο στέρνα ὕδατος καὶ κατ᾽ ἄλλους κοιμητήριον ἢ ὀστεοθήκη. Ἡ θειὰ τὸ Μαθηνώ, γηραιὰ εὐλαβὴς κατὰ τοὺς μέν, ψευτομετάνισσα κατὰ τοὺς δέ, ἐνάρετος γυνή, ἀποβλέψασα πρὸς τὸ κτίριον τοῦτο μετὰ στεναγμοῦ εἶπεν:
―Ἡμεῖς τρῶμε, κορίτσια· νὰ ἔχουν τάχα κ᾽ οἱ φτωχοί, νὰ φᾶνε!
― Τρῶν οἱ πεθαμένοι, θεια-Μαθηνώ; εἶπε τὸ Ἀγλαώ, ἡ δωδεκαέτις παιδίσκη τοῦ ἱερέως.
― Οἱ πεθαμένοι τρῶνε κόλλυβα, ἐγὼ τὸ ξέρω, προσέθηκε τὸ Καλλιοπώ, ἡ δεκαέτις μικρὰ ἀδελφή της· καὶ γι᾽ αὐτό, ἡμεῖς στὸ σπίτι ὅσα κόλλυβα μᾶς φέρουνε, ὅλα τὰ μοιράζουμε στοὺς φτωχοὺς καὶ στὰ παιδιὰ τὰ γειτονόπουλα, γιὰ νὰ ἔχῃ ἡ μάννα μας, ἡ φτωχή, νὰ φάῃ στὸν ἄλλον κόσμο…
― Σιωπή, Καλλιοπώ! εἶπεν ὁ ἱερεύς, θέλων νὰ κρύψῃ τὴν συγκίνησίν του...
― Τί! ἔχει δίκιο τὸ κορίτσι, παπά· ἀνέκραξεν ἡ θειὰ τὸ Μαθηνώ, ἥτις ἐνθυμήθη τότε τὰ «πεθαμένα της», τέσσαρα παιδιὰ καὶ τὸν ἄνδρα της, ὁποὺ εἶχε θάψει, μείνασα μὲ δύο θυγατέρας, ὑπάνδρους, τὰς ὁποίας εἶχε στήριγμα ἀκόμη εἰς τὸν κόσμον· ἔχει δίκιο τὸ κορίτσι. Ὁ παπα-Θεόφιλος, ὁ μακαρίτης ἡγούμενος τῆς Μεγαλόχαρης τῆς Εὐαγγελίστρας, τὸ ἴδιο μᾶς ἔλεγε, γιὰ ἕναν ποὺ τὸν εἶχε πλακώσει ὁ μάγγανος, ποὺ τὸν εἶχαν ὅλοι γιὰ πεθαμένον, ποὺ ἡ γυναίκα του τοῦ ἔκαμε τὰ τρίμερα καὶ τὰ νιάμερα, καὶ Ἄγγελος Κυρίου ἔπαιρνε τὸ πιάτο μὲ τὰ κόλλυβα, καθὼς ἦταν σταυρωμένο μὲ τὶς σταφίδες καὶ μὲ τὰ ρόιδα καὶ τὸ πήγαινε εἰς τὸν πλακωμένον κ᾽ ἔτρωγε, δὲν ξέρω πόσες μέρες, κι ἀνάσαινε ἀπὸ μιὰ τρύπα τῆς γῆς, θαρρῶ, ὣς ποὺ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀπέθανεν, κ᾽ ἐσήκωσεν τὸ μάγγανο, καὶ τὸν ξελευθέρωσεν, δὲν εἶν᾽ ἀλήθεια αὐτά, παπά;
― Ἀλήθεια εἶναι, βλοημένη, ἀπήντησεν ὁ ἱερεύς· ἀλλὰ τώρα εἶναι… γιὰ ὅσους θέλουν νὰ τὰ πιστεύσουν.
― Κι ὅσοι δὲν τὰ πιστεύουν;
― Θὰ πᾶνε στὴν Κόλαση, τὸ ξέρω ἐγώ, εἶπε τὸ Καλλιοπώ.
― Μὰ σὰν εἶν᾽ ἀλήθεια, παπά, γιατί ὁ Ἄγγελος Κυρίου δὲ σήκωνε μιὰ καὶ καλὴ τὸ μάγγανο νὰ ξελευθερώσῃ τὸν ἄνθρωπο; εἶπεν ἡ Ἀννούδα, μία τῶν γυναικῶν.
― Γιατὶ ὁ σκοπὸς δὲν ἦτον νὰ δειχθῇ ἡ παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ, ὁποὺ εἶναι ἀποδειγμένη δι᾽ ἀπείρων θαυμάτων, ἀπήντησεν ὁ ἱερεύς, ἀλλὰ νὰ φανερωθῇ μόνον ἡ δύναμις τῶν μνημοσύνων καὶ τῶν διὰ τοὺς νεκροὺς προσφορῶν, καὶ ὅτι τίποτε τὸ ὁποῖον θυσιάζει ὁ ἄνθρωπος, τίποτε τὸ ὁποῖον προσφέρει εἰς τὸν Θεόν, εἰς τοὺς πτωχούς, καμμία καλὴ πρᾶξις, καμμία ἀρετή, καμμία ὑπομονή, κανὲν μαρτύριον, κανὲν δάκρυ, τίποτε δὲν χάνεται. Ὅλα σπείρονται εἰς γῆν ἀγαθήν, ὡς ὁ κόκκος τοῦ σίτου, εἶπεν ὁ Κύριος, ὅπου ἐὰν πέσῃ εἰς τὴν γῆν καὶ ἀποθάνῃ (καὶ τοιαῦτα εἶναι τὰ κόλλυβα, τοιοῦτοι καὶ οἱ νεκροί), πολὺν καρπὸν φέρει. «Οἱ σπείροντες ἐν δάκρυσιν, ἐν ἀγαλλιάσει θεριοῦσι.» Κεῖνοι ποὺ σπείρουν μὲ δάκρυα, μὲ χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν θὰ θερίσουν.
― Τὸ λέγει αὐτὸ τὸ Εὐαγγέλιον;
― Τὸ λέγει τὸ Ψαλτήρι, ἀλλὰ τὸ ἴδιο εἶναι, γιατὶ καὶ τὸ Ψαλτήρι εἶναι λόγος Θεοῦ, καὶ ἐμπνευσμένον ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Καὶ ὅταν θάπτωμεν νεκρὸν ἐν Χριστῷ εὐσεβῶς ζήσαντα, εἶναι ὡς νὰ σπείρωμεν εἰς τὴν γῆν κόκκον σίτου… καὶ ὁ Κύριος θὰ τὸν ἀναστήσῃ ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ, καθὼς ὁ ἴδιος ηὐδόκησε νὰ μᾶς τὸ ὑποσχεθῇ.
«Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται… κἀγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ.»
― Ἀμήν! εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαθηνώ, καὶ τὰ δάκρυά της, ἐπὶ τῇ μνήμῃ τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῶν τεσσάρων παιδίων, ταχέως ἐξητμίσθησαν, ὡς σταγόνες ὄμβρου μετὰ θερινὸν ὑετόν, ἐντὸς τῆς κοίτης πάλαι ξηρανθέντος χειμάρρου.
αλεξ. παπαδιαμάντης, λαμπριάτικος ψάλτης(1893)

Κυριακή, Νοεμβρίου 06, 2011

Το τρελλό νερό: Η αλήθεια, η ψευτιά, η ζωή και ο θάνατος



Η ψευτιά και ο πνευματικός εκφυλισμός απλώνει μέρα με την ημέρα απάνω στους Έλληνες και τους παραμορφώνει. Έναν λαό που ξεχωρίζει ανάμεσα σ’ όλα τα έθνη και που είναι γεμάτος πνευματική υγεία, πάμε να τον κάνουμε εμείς, οι λογής-λογής καλαμαράδες, κ’ οι άλλοι γραμματιζούμενοι, σαχλόν, χωρίς χαρακτήρα, χωρίς πνευματικό νεύρο, χωρίς πνευματική ανδροπρέπεια, χωρίς χαρακτήρα. Οι διάφοροι φωστήρες βαστάνε από μια πατέντα στα χέρια, και μέρα-νύχτα δουλεύουνε για να «συγχρονίσουν» την Ελλάδα, ενώ στ’ αληθινά σκάβουνε τον λάκκο της. Άμυαλα νευρόσπαστα! Ποιόν θα συγχρονίσετε; Αυτό που λέτε εσείς «συγχρονισμό» και «εξέλιξη» είναι μια άθλια παραμόρφωση, σύμφωνα μ’ ένα βλακώδες μοντέλο, οπού κάνανε οι σαρακοστιανοί και κάλπικοι άνθρωποι, που τους λέγει η Γραφή «χλιαρούς», δηλαδή σαχλούς, και για τους οποίους λέγει ο Θεός ότι «μέλλει εμέσαι εκ του στόματος αυτού, ει χλιαροί εισί, και ούτε ζεστοί ούτε ψυχροί» (Αποκαλ. γ’ 16).
Μέσα σ’ αυτό το καλούπι θέλετε να βάλετε τον λαό, κ’ έτσι να χαθεί από πάνω του κάθε πρωτοτυπία, κάθε σημάδι αληθινής ζωής, κάθε χαρακτήρας. Θέλετε, μ’ άλλα λόγια, να επιβάλετε στον κόσμο ένα πνευματικό «εσπεράντο», που να καταργήσει κάθε ζωντανή ουσία κ’ έκφραση μέσα στους ανθρώπους, δηλαδή έναν πνευματικό θάνατο, ή μια πνευματική παραλυσία. Αυτό το λέτε «συγχρονισμό» και «εξέλιξη»! Ανόητοι κι αναίσθητοι! «Συγχρονισμένο» και «εξελιγμένο» είναι ό,τι είναι ζωντανό, και μοναχά ό,τι είναι πνευματικά πεθαμένο, όπως είσαστε εσείς, αυτό δε μπορεί να ‘ναι ούτε συγχρονισμένο ούτε εξελιγμένο, αφού δεν είναι ζωντανό. Ο συγχρονισμός ο αληθινός είναι κάποια ενέργεια, που γίνεται μόνη της μέσα σε κάθε ζωντανό πλάσμα. Λοιπόν, ποιά Ελλάδα και ποιόν λαό θα «συγχρονίσετε», αφού η Ελλάδα είναι ολοζώντανη κι ο λαός της είναι αείζωος; Θα ζωντανέψετε εσείς τη ζωή, εσείς οι πεθαμένοι και θαμμένοι; Θαρρείτε, πως με τις υστερικές φωνές και με τις θεατρικές σκηνοθεσίες φανερώνεται η ζωή; Μα, ίσια-ίσια, εκεί που παίρνει τη θέση τής ζωής η νεκρή και ψεύτικη απομίμησή της, δηλαδή το είδωλό της, με άλλα λόγια κάποια φτιαχτή σκηνοθεσία τής ζωής, εκεί βέβαια δεν υπάρχει αληθινά η Ζωή. Να, αυτή η άψυχη σκηνοθεσία, αυτή είναι η «εξέλιξη» κι ο «συγχρονισμός» σας. Αυτός είναι ο θάνατος της ψυχής, γιατί η ψευτιά είναι θάνατος κ’ η ζωή αλήθεια. Γι’ αυτό κ’ εσείς, με όλες τις φωνές που βάζετε, και μ’ όλες τις δραστηριότητες, και με όλα τα υστερικά ξετινάγματα, έχετε απάνω σας τη μπόχα του θανάτου. Κι αντί να πάτε κοντά στον λαό, που είναι πηγή ζωής, για να πάρετε λίγη ζωή κι αλήθεια, εσείς θέλετε να τον κάνετε ζωντανόν, εκείνον· εσείς οι πεθαμένοι να ζωντανέψετε τη ζωή, οι ψεύτες να φανερώσετε την αλήθεια, οι βρουκολάκοι να δώσετε δύναμη και νεύρα στον αντρειωμένον!
Όποιος δεν ζει σύμφωνα με το φυσικό του φτιάξιμο και με τα φυσικά κτίσματα που υπάρχουνε γύρω του, αυτός δεν έχει αληθινή ζωή μέσα του, ούτε φυσική ούτε πνευματική. Όπως ζούνε οι Έλληνες σήμερα, δεν είναι η αληθινή ζωή τους. Το νοιώθουνε κ’ οι ίδιοι, κι ας μην το λένε. Λαχταράνε να βρούνε τον εαυτό τους που τον έχουν χαμένον (εκτός από κάποιους, που θαρρούνε πως ζωή είναι μοναχά το φαγοπότι και το «κομφόρ», δίχως κανέναν βαθύν πόθο, χωρίς κανέναν καϋμό). Και κείνος, ακόμα, που δεν έχει συναίσθηση τι είναι αληθινό, έρχεται στιγμή που καταλαβαίνει, πως η ζωή του είναι ψεύτικη, πως δεν έχει κανέναν αληθινό δεσμό ούτε με τον τόπο του, ούτε με τους προγόνους του, ούτε με τις ντόπιες συνήθειες που βγήκανε από την αγάπη κι από τον πόνο, και πως είναι ορφανός και ξένος μέσα στον ίδιο τον τόπο του, σαν τον άσωτο γιό, και πως, με όλο που θαρρεί πως τρώγει καλά και νόστιμα φαγητά, στ’ αληθινά μασά ξυλοκέρατα, φερμένα από ξένους τόπους, οπού είναι αλλιώτικοι από τον δικό μας.
Πολλοί λένε πως είμαι ένας φανατικός, ένας ζηλωτής που βρίσκεται «εκτός της πραγματικότητος», ένας μονομανής, που θέλει κάποια πράγματα που δεν γίνουνται και που τα παρακάνει και τα παραλέγει. Έχουνε δίκιο να λένε, πως είμαι φανατικός και ζηλωτής. Μα όποιος είναι ζηλωτής από αγάπη για την αλήθεια, είναι συγχωρημένος. Φωνάζω και στεναχωριέμαι, γιατί η φυλή μας χάνει τα αληθινά πράγματα και παίρνει τα ψεύτικα, κ’ έτσι δεν χαίρεται τα τόσα πνευματικά πλούτη που κληρονόμησε, και δεν θρέφεται από το αντρειωμένο και ζωογόνο ελληνικό γάλα, που έθρεψε κι αγρίμια ακόμα και τα ‘κανε ανθρώπους. Αυτό το γάλα δεν είναι της δικής μου μάνας, μα της μάνας ολονών μας, που τ’ αρνηθήκανε όσοι σας δίνουνε να πιείτε αντί για γάλα το φαρμάκι της ψευτιάς που τη λένε «πρόοδο», «εξέλιξη», «κοσμοπολιτισμό», «μοντερνισμό» κτλ. Εγώ στενοχωριέμαι για σας, όχι για μένα, γιατί εγώ έχω αυτό που δεν έχετε, μα αυτό δεν είναι δικό μου μοναχά, αλλά δικό μας. Και γιατί, τάχα, θα υπόφερνα, αν δεν αγαπούσα τ’ αδέλφια μου, και δεν φοβόμουνα μην χάσουνε τον θησαυρό; Οι γενεές που έρχουνται από πίσω μας, σαν θάλασσες από το πέλαγο, γιατί να ζήσουνε με την ψευτιά και να μην ζήσουνε αληθινά, γιατί να είναι πεθαμένοι-ζωντανοί, αφού η ζωή με την ψευτιά δεν συνταιριάζονται;
Λένε πως τα παραλέγω. Μακάρι να τα παράλεγα κι ας έβγαινα γελασμένος. Μα βλέπω καθαρά, πως μέρα με τη μέρα το πνευματικό αίμα φεύγει από την όψη της φυλής μας, το βλέπω και πικραίνουμε, όπως βλέπει η μάνα το παιδί της που μαραζώνει. Τί παρακάνω και τί παραλέγω; Δεν βλέπετε πως παραπατάμε, σαν ζαλισμένοι, και δεν ξέρουμε που πάμε; Η ξενομανία μάς έδερνε πάντα, αφού κι ο Παυσανίας γράφει: «Έλληνες αεί εν θαύματι τιθέασι τ’ αλλότρια ή τα οικεία». Μα τώρα σαν να χάσαμε ολότελα τα φρένα μας, λες κ’ ήπιαμε το Τρελλό Νερό, που λέγει ένας μύθος ανατολίτικος, και λέμε το ψεύτικο αληθινό, το νόστιμο άνοστο, το μαύρο άσπρο. Και με όλο που πάθαμε αυτή την ξενομανιακή τρέλλα, ωστόσο, επειδή αγαπάμε τον τόπο μας, το αίμα μας και τα δικά μας, θέλουμε να συμβιβάσουμε αυτή την αγάπη μας με την τρέλλα μας (δηλαδή με τη ματαιοδοξία μας), και πάμε σαν το καράβι που δεν έχει τιμόνι, μα που θέλει σώνει και καλά να ισάρει όλα τα πανιά του, για να τσακισθεί πιο γλήγορα απάνω στις ξέρες! Είμαστε σαν τους παλιούς Εβραίους, που αρνηθήκανε τον Θεό τους και προσκυνούσαν τον Βάαλ, μα που φοβόντανε κιόλας μην τους παιδέψει ο Ιεχωβά, κι ο προφήτης Ηλίας τους μάλω¬νε και τους έλεγε: «Έως πότε υμείς χωλανείτε επ’ αμφοτέραις ταις ιγνύαις;» — «ως πότε θα κουτσαίνετε πότε από το ‘να το ποδάρι και πότε από τ’ άλλο; Αν είναι θεός ο Βάαλ, πηγαίνετε ξοπίσω του, αν είναι ο θεός ο Ιεχωβά πηγαίνετε ξοπίσω απ’ αυτόν». Έτσι κ’ εμείς θέλουμε να τα συμβιβάσουμε τα αταίριαστα και το χάλι μας είναι ελεεινό. Αγαπάμε την Ελλάδα, πονάμε τον τόπο μας, δίνουμε γι’ αυτόν τη ζωή μας, κι από την άλλη μεριά σιχαινόμαστε τα δικά μας πράγματα, τα πράγματα της Ελλάδας, είτε φυσικά είναι είτε τεχνητά, είτε συνήθειες, είτε τραγούδια, είτε ψαλμωδίες, είτε εικονίσματα, και θέλουμε τα ξενοφερμένα. Είμαστε, λοιπόν, στα συγκαλά μας; Ρωτώ να μάθω.
*
Έχουμε τέτοιο φως, τέτοιον γαλανόν ουρανό, που τον καυχιόμαστε, και μολαταύτα βάζουμε μαύρα γυαλιά σαν να ‘χουμε πονόματο, και καταδικάζουμε τον εαυτό μας να βλέπουμε ολοένα συννεφιασμένο, σταχτύν ουρανό, τα δέντρα αντί πράσινα να τα βλέπουμε καφετιά, τη γαλανή θάλασσα να τη βλέπουμε θολή και λερωμένη, μόνο και μόνο γιατί τα μαύρα τα γυαλιά είναι μοντέρνα. Οι γυναίκες μας κάνουνε χίλια-δυο για να γίνουνε πιο έμορφα τα μάτια τους, κ’ ύστερα βάζουνε μπροστά τους ολόκληρες τζαμαρίες, που φρά¬ζουνε όχι μονάχα τα μάτια τους μα και τα μάγουλά τους, σαν να ‘ναι βουτηχτάδες, κι αντίς έμορφα πρόσωπα με αγνά και καθαρά μάτια, βλέπεις νεκροκεφαλές με μαύρες ματότρυπες, μόνο και μόνο γιατί οι νεκροκεφαλές είναι πιο μοντέρνες από τα ζωντανά πρόσωπα με τα έμορφα μάτια. Στο ζαχαροπλαστείο τραβά η όρεξή τους ένα κανταΐφι ή έναν μπακλαβά ή κανένα ρυζόγαλο, και μολαταύτα παραγγέλνουνε κάποιο γλυκό με ξενικό όνομα, κι όσο πιο ασυνήθιστο είναι τ’ όνομα, τόσο πιο καλά, κι ας μην κατεβαίνει, φτάνει που κοιτάζουνε οι διπλανοί, «οπισθοδρομημένοι» με απορία για το παράξενο γλυκό που τρώνε! Στη μουσική, όχι μοναχά είναι της μόδας τα ξένα τραγούδια, αλλά και τα τελειοποιούμε. Εδώ τα ιταλιάνικα γίνονται πιο ιταλιάνικα, τα γαλλικά πιο γαλλικά, τα μεξικάνικα, οι χαβάγιες, τα τυρολέζικα ουά-ουά, τα σπανιόλικα. Κι αυτοί που τα τελειοποιούνε είναι κάποιοι παπαγάλοι, που «μιμούνται θαυμάσια» το κάθε τι, και ονομάζονται «καλλιτέχναι και καλλιτέχνιδες του άσματος». Μάλιστα, έχουμε και κάποιους βαρυσήμαντους, που κάνουνε και εισαγωγή σ’ αυτά τα βαθιά και μεγάλα έργα «ενδελεχώς και εμπεριστατωμένως». Κακόμοιρη Ελλάδα! Λέμε κάπου-κάπου και κανένα ελληνικό, ως επί το πλείστον όμως «ενορχηστρωμένον», δηλ. «λεβαντινισμένο» από κάποιον αισθηματίαν ανόητον, που δεν έχει ιδέα ούτε από Ελλάδα, ούτε από λαό, ούτε από χωριό, ούτε από τίποτα! Αυτός ο υστερισμός έχει πιάσει τον κόσμο, κι αν δεν είσαι τέτοιος «μοντέρνος», σε βλέπουνε με λύπη και με καταφρόνηση. Η δεσποινίδα που λέγει «κάθομαι εις την οδός τάδε» και πως στο σπίτι της έχει «κομφόρ» και «τελέφωνο» κλπ., χορεύει «σάμπα», μαδά τα φρύδια της για να μοιάσει με τη σπανή «σταρ», που βλέπει στο «σινεμά», μίλα σαν να μην ξέρει να μιλήσει ελληνικά, κι ο νεαρός Έλλην τρελλαίνεται γι’ αυτά τα μοντέρνα χαρίσματα και περιφρονά την αδερφή του πού ‘ναι το πρόσωπό της σαν της Παναγιάς, και που είναι νοικοκυρούλα, σεμνή, φρόνιμη Ελληνοπούλα.
Πάντα οι Έλληνες προτιμούσανε τα ξένα από τα δικά τους, τώρα όμως τα μισούνε κιόλας τα δικά τους, μισούνε κι όποιον τα αγαπά και τα κρατά. Τυχαίνει να βρεθεί στο τραμ μια μοντέρνα, και κοντά της να κάθεται καμιά χωριατοπούλα με το τσεμπέρι, κ’ η κακομοίρα κάθεται φοβισμένη, σταυροχεριασμένη, αυτή που γέννησε τον Θανάση Διάκο και τον Νικηταρά, και κοιτάζει την άλλη που χλιμιντρά και ξετινάζει τα κίτρινα μαλλιά της, κ’ είναι ένα κανάτι μπογιατισμένο, χωρίς ψυχή, χωρίς πόνο, χωρίς αγνή χαρά, χωρίς τίποτα. Ναι, μπροστά σ’ αυτά τα ξόανα κάθεται η Ελλάδα, η αληθινή κ’ η βασανισμένη, σταυροχεριασμένη, βουβή, σαν να ‘ναι φταίχτρα!
Αλλά πάμε και παραπέρα: Στις εκκλησιές, και κει μοντερνισμός, και μάλιστα πιο σιχαμερός. Παπάδες, ψάλτες, νεωκόροι, καντηλανάφτες, όλοι κοιτάζουνε ποιός θα ξεπεράσει τον άλλον στον μοντερνισμό. Θέλουνε ξανθούς Χριστούς, μαντόνες κοκκινομάγουλες και σπανές, αγίους χαμογελαστούς, με κείνο το φαρισαϊκό μειδίαμα που έχουνε οι μοντέρνοι θεατρίνοι, αδιάφοροι για την Ορθοδοξία, νεωτεριστές που δεν θέλουνε το ράσο που φορούσε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, μήτε το καμηλαύκι, μήτε το τυπικό της εκκλησίας, μήτε την κατανυκτική ψαλμωδία της, γιατί τους κάνει να νοιώσουνε το χάλι που βρίσκεται η ψυχή τους. Άξεστοι κι αμόρφωτοι από αληθινή θρησκευτική γνώση, μιλάνε ολοένα για νεωτερισμούς, για μεγάφωνα, για «αιθούσας διαλέξεων», για «ορατόρια», για «αλτάρια» κλπ. Κοντά τους στέκονται και κάποιοι μουσικοσυνθέτες που «ενορχηστρώνουν» τους εκκλησιαστικούς ύμνους μας, χωρίς να έχουνε ιδέα τι είναι εκκλησία, τι είναι ο πνευματικός της χαρακτήρας, τι είναι η ελληνική ψυχή, και με επιπολαιότητα λεβαντίνικη φτιάνουνε κάποιες μουσικές χωρίς σύσταση, πολύφωνες χορωδίες με υστερικά ξεφωνητά από κάποια γυναικάρια και με χοντροφωνάρες, ξένες για τ’ αυτιά μας, ξένες για την καρδιά μας, ξένες για την ψυχή μας, και οι ίδιες ανούσιες και βλακώδεις για κάθε άνθρωπο που δεν τον έχει παραλύσει η ψευτιά.
Όλοι αυτοί έχουνε την ιδέα πως είναι οι κλειδοκράτορες «της προόδου και της ζωής του έθνους», ενώ εμείς είμαστε «καθυστερημένοι», στρείδια κολλημένα στο βράχο της παράδοσης, «εχθροί της προόδου», «στοιχεία άχρηστα και πεθαμένα για την μεγάλην αποστολήν του έθνους μας».
Αυτό με κάνει να θυμηθώ τον ανατολίτικο μύθο που είπα στην αρχή: «Μια φορά, λέγει ο μύθος, ήτανε ένας σουλτάνος, καλός και δίκιος, κ’ είχε έναν βεζύρη, που ήτανε κι αυτός καλός και δίκιος, κ’ ήτανε κι αστρολόγος. Μια μέρα ο βεζύρης λέγει του σουλτάνου, πως είδε κάποια σημάδια στον ουρανό πως θα βρέξει στον κόσμο ένα νερό τρελλό, και πως όποιος το πιει αυτό το νερό, θα τρελλαίνεται. Και πως όλοι οι άνθρωποι που ζούνε στην επικράτειά τους θα το πιούνε και θα χάσουνε τα λογικά τους, και δεν θα νοιώθουνε πια τίποτα, μήτε τι είναι σωστό και τι είναι ψεύτικο, μήτε τι είναι καλό και τι είναι κακό, μήτε τι είναι νόστιμο και τι είναι άνοστο, μήτε τι είναι δίκιο και τι είναι άδικο. Σαν τ’ άκουσε αυτά τα λόγια ο Σουλτάνος, γυρίζει και λέγει στον βεζύρη: «Αφού θα τρελλαθεί όλος ο κόσμος, πρέπει να κοιτάξουμε να μην τρελλαθούμε κ’ εμείς, γιατί αλλοιώς πώς θα τους κρίνουμε με δικαιοσύνη;». Του λέγει ο βεζύρης πως ο λόγος του είναι σωστός και πως θα ‘πρεπε να προστάξει να μαζέψουνε από το καλό νερό που πίνανε, και να το φυλάξουνε μέσα στις στέρνες, για να μην πίνουνε από το χαλασμένο και κρίνουνε παλαβά κι άδικα, μα δίκια, όπως έχουνε χρέος. Έτσι κ’ έγινε. Σε λίγον καιρό έβρεξε στ’ αλήθεια, και το νερό ήτανε νερό τρελλό, και τρελλαθήκανε όλοι οι άνθρωποι, και δεν γνωρίζανε οι καϋμένοι τι τους γίνεται, κ’ είχανε το ψεύτικο για αληθινό, το κακό για καλό, το άδικο για δίκιο. Μα ο σουλτάνος κι ο βεζύρης πίνανε από το καλό νερό που είχανε φυλαγμένο, και δεν τρελλαθήκανε, αλλά κρίνανε τον κόσμο με δικαιοσύνη. Μα ο κόσμος τα ‘βλέπε ανάποδα, και δεν ήτανε ευχαριστημένος από την κρίση του σουλτάνου και του βεζύρη, και φωνάζανε πως τους αδικούνε, και κοντεύανε να σηκώσουνε επανάσταση. Μετά καιρό, σαν είδανε κι αποείδανε, ο σουλτάνος κι ο βεζύρης, χάσανε το κουράγιο τους, και λέγει ο σουλτάνος στο βεζύρη: «Τούτοι οι φουκαράδες αληθινά χάσα¬νε τα φρένα τους, και τα βλέπουνε όλα ανάποδα κι όπως πάμε, μπορεί και να μας σκοτώσουνε επειδή θέλουμε να τους κρίνουμε με δικαιοσύνη για να ευτυχήσουνε. Το λοιπόν, βεζύρ εφέντη, άιντε να χύσουμε το καλό νερό από τις στέρνες, και να πιάσουμε να πίνουμε κ’ εμείς από το τρελλό νερό, να γίνουμε σαν κι αυτούς, και τότε θα μας καταλαβαίνουνε και θα μας αγαπάνε». Έτσι κ’ έγινε. Ήπιανε κι αυτοί από το παλαβό νερό και τρελλαθήκανε, και κρίνανε τρελλά κι άδικα, κι ο κόσμος απόμενε ευχαριστημένος και πολυχρονίζανε τον σουλτάνο».
*
Θαρρώ πως κάτι παρόμοιο γίνεται και σήμερα στον τόπο μας. Εμείς, όμως, δε θα χύσουμε το λίγο νερό που είναι ακόμα φυλαγμένο μέσα στη στέρνα της παράδοσης. Μα θα πίνουμε απ’ αυτό το καλό νερό, και θα καλούμε να πιούνε κ’ οι άλλοι Έλληνες, που τους ξεραίνει ο λίβας της ξενομανίας. Να πιούνε και να δροσισθούνε από το νερό που βγαίνει από την πέτρα, από το καλό και τ’ αθάνατο νερό μας, από «το ύδωρ το ζων».
(«Ευλογημένο καταφύγιο», Εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ)


Παρασκευή, Νοεμβρίου 19, 2010

Τα εισόδια στο πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου




...Ἡ παιδίσκη ὁλοένα μεγάλωνε, τὸ κύλισμα τοῦ χρόνου πρόσθετε τοὺς μῆνες ἀπάνω στὸ κορμάκι της, κι ὅταν ἔγινε δύο χρονῶν, τότε λέει ὁ πατέρας της ὁ Ἰωακείμ· ἂς τὴν πᾶμε τώρα στὸ ναὸ τοῦ Κυρίου, σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεση ποὺ δώσαμε στὸν Κύριο, μὴ κι ἂν δὲν πᾶμε μᾶς ἀποστρέψει τὸ πρόσωπο καὶ δὲν τὸ κάνει καλοδεχούμενο τὸ δῶρο μας. Καὶ ἡ Ἄννα τοῦ ἀποκρίθηκε· ἂς περιμένουμε νὰ γίνει τριῶν χρονῶν τὸ κοριτσάκι μας, νὰ μὴ γυρεύει τὸν πατέρα ἢ τὴ μάνα. Καὶ εἶπε ὁ Ἰωακείμ· ἂς περιμένουμε. Καὶ ἔγινε τριῶν χρονῶν ἡ παιδίσκη, καὶ εἶπε ὁ Ἰωακείμ· φωνάχτε μου τὶς παρθένες κι ἀνέγγιχτες ἑβραιοποῦλες κι ἂς πάρει νὰ κρατεῖ μίαν ἀναμμένη λαμπάδα ἡ καθεμιά τους, γιὰ νὰ μὴν κάνει πίσω τὸ κορίτσι καὶ νὰ προχωρήσει πρὸς τὸ ναὸ τοῦ Κυρίου μὲ τὴν καρδιά του κυριεμένη ἀπ᾿ τὴν ἱερότητα. Καὶ ἔκαναν ὅπως τοὺς εἶπε καὶ ἔφτασαν καὶ μπῆκαν στὸ ναὸ τοῦ Κυρίου. Καὶ ἐκεῖ τὴν ὑποδέχτηκε τὴν παιδίσκη ὁ ἱερέας, πού, ἀφοῦ πρῶτα τὴ φίλησε, τὴν εὐλόγησε ὕστερα καὶ εἶπε· ὁ Κύριος ἔχει κάνει μεγάλο τ᾿ ὄνομά σου σὲ ὅλες τὶς γενεές· μὲ σένα θὰ φανερώσει μία μέρα ὁ Κύριος τὴ λύτρωση τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, ὅταν ἔρθει ἡ ὑπερκόσμια καὶ μητρική σου ὥρα. Καὶ τὴν ἔβαλε στὸ τρίτο σκαλοπάτι στὸ θυσιαστήριο καὶ δέχτηκε τὴ χάρη τοῦ Κυρίου ἡ παιδίσκη,καὶ ὅπως ἤτανε καθισμένη ἔκανε μὲ τὰ πόδια της ὡσὰν νὰ χόρευε χαρούμενες κινήσεις, καὶ ὅλος ὁ κόσμος τῆς ἔδειξε μίαν ἀτέλειωτη ἀγάπη.
Καὶ ἐβγήκαν οἱ γονεῖς τῆς παιδίσκης ἀπ᾿ τὸ ναὸ τοῦ Κυρίου θαυμάζοντας καὶ αἰνώντας τὸν οὐράνιο δεσπότη, ποὺ ἡ μικρὴ δὲν ἔκανε πίσω, μὰ ἀντίθετα, στάθηκε τόσο δεχτικὴ στὴν ἱερότητα, παρὰ τὴ νηπιακή της ἡλικία. Καὶ ἐζοῦσε ἡ Μαρία στὸ ναὸ τοῦ Κυρίου σὰν ἄσπιλη περιστέρα, τσιμπολογώντας ἀπὸ χέρι ἀγγέλου τὴν τροφή της....


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΟΛΌΚΛΗΡΟ ΕΔΏ

Τετάρτη, Νοεμβρίου 17, 2010

Ηθικισμός στην Ορθοδοξία; Όχι ευχαριστώ! Η «αλλεργία στο Χριστιανισμό»



Έτσι γεννήθηκε ο νεώτερος αθεϊσμός όλων των αποχρώσεων [από τη βεβαιότητα ότι δεν υπάρχει Θεός (που συχνά εκφράστηκε επιθετικά, όπως στα κομμουνιστικά καθεστώτα) μέχρι την απλή αδιαφορία για σχέση με το Θεό, άσχετα αν υπάρχει ή όχι]. Γεννήθηκε από τη λανθασμένη ταύτιση του χριστιανισμού με τις νοσηρές δυτικές παραχαράξεις του (καθολικισμό και προτεσταντισμό), που ήταν φανερά αντίθετες στη διδασκαλία του Ιησού, όπως διατυπώνεται στην Καινή Διαθήκη, και συχνά έγιναν αφορμή να φερθούν με σκληρότητα στους ανθρώπους κάποιοι δήθεν «καθαροί», που τιτλοφορήθηκαν «αντιπρόσωποι του Θεού».
Ωστόσο, η «αλλεργία» που πιάνει το σύγχρονο άνθρωπο (και μάλιστα το νέο) όταν ακούει για χριστιανισμό και παπάδες, οφείλεται στην άγνοια στοιχείων του αρχαίου (των πρώτων χιλίων ετών) και του ορθόδοξου χριστιανισμού, όπως:
Ότι σκοπός του χριστιανικού ηθικού αγώνα δεν είναι η αποφυγή αμαρτωλών πράξεων (αφήνοντας την ψυχή να βράζει από καταπιεσμένες επιθυμίες, που γεννούν παθολογικές καταστάσεις και κάποτε εκρήγνυνται), αλλά η «νέκρωση των παθών», δηλαδή των εξαρτήσεων που, ριζωμένες στα βάθη της ψυχοσωματικής μας ύπαρξης (όχι μόνο στο σώμα ή μόνο στην ψυχή), εμποδίζουν τον άνθρωπο να ανοιχτεί με αγάπη προς το Θεό, το συνάνθρωπο και τα άλλα πλάσματα της δημιουργίας· στην πραγματικότητα, η «νέκρωση» αυτή δεν είναι ακρωτηριασμός της ανθρώπινης προσωπικότητας, αλλά μεταμόρφωση των ψυχοσωματικών δυνάμεων από εμπαθείς σε απαθείς, δηλαδή σε δυνάμεις που προωθούν την αγάπη προς τον άλλο (Θεό, συνάνθρωπο, άλλα όντα) αντί να συστρέφουν τον άνθρωπο προς τον εαυτό του.
Κατά τον άγιο Ιωάννη το Σιναΐτη (6ος αι. μ.Χ.), συγγραφέα της Κλίμακος και κατ’ εμέ πατέρα της επιστήμης της ψυχολογίας, τα πάθη δεν είναι «φυσικά στην ψυχή», αλλά εμείς μεταβάλαμε σε πάθη «τα φυσικά χαρακτηριστικά της». Αυτά δεν είναι κακά από μόνα τους, αφού «ο Θεός δε δημιούργησε τίποτα κακό», αλλά γίνονται κακά όταν χρησιμοποιούνται λάθος. Έτσι η «σπορά» (η εκσπερμάτωση και, κατ’ επέκτασιν, η σεξουαλική πράξη) διαστράφηκε σε πορνεία, ο θυμός, που προορίζεται κατά του όφεως (διαβόλου), στράφηκε κατά του πλησίον, ο ζήλος, αντί για τις αρετές, απευθύνεται στο κακό, η επιθυμία της δόξας, αντί για την ουράνια δόξα («δοξασμός» = μετοχή στο θείο Φως, γιατί «δόξα του Θεού» στη Βίβλο = το θείο Φως, εκ του εβραϊκού νεφές Γιαχβέ), στράφηκε προς την ανθρώπινη δόξα κ.ο.κ. (Κλίμαξ, Λόγος ΚΣΤ΄, Περί διακρίσεως – Β΄, 41). Βλ. Ιωάννου του Σιναΐτου, Κλίμαξ, έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 1994, σελ. 318. Βλ. επίσης π. Νικ. Λουδοβίκου,«Να μην χάσουμε τα πάθη. Να τα μεταβάλουμε», Αντί, 13.1.2007.
Αγνοεί επίσης όποιος πάσχει από την παραπάνω αλλεργία ότι το αποτέλεσμα αυτού του αγώνα δεν είναι κάποια «μετά θάνατον» ανταμοιβή, έναντι της ασκητικής στέρησης κάθε απόλαυσης στην παρούσα ζωή (πράγμα εξαιρετικά ύποπτο, αφού έτσι «η Εκκλησία σου πουλάει κάτι, που δε μπορείς να το ελέγξεις παρά μόνο μετά το θάνατό σου»), αλλά η εδώ και τώρα μεταβολή του ανθρώπου σε θείο ον, που μπορεί να συμβεί στον καθένα –με προσπάθεια φυσικά– και να επαληθευτεί άμεσα με έρευνα στους γνωστούς ζώντες αγίους κάθε γενιάς.
Ότι χαρακτηριστικό αυτού του αγώνα δεν είναι η πειθήνια αποδοχή κάποιων αυθαίρετων κατασκευασμένων «δογμάτων», άνωθεν επιβαλλόμενων με τη βία ή την προπαγάνδα, όπως συνέβη στη μεσαιωνική δύση, αλλά η άμεση γνώση του Θεού, συσσωρευμένη μέσα στους αιώνες και ελεγμένη τόσο προσεχτικά, όσο η γνώση σε κάθε άλλο τομέα, όσο κάθε επιστήμη ελέγχει τη γνώση που αποκτάται με τις μεθόδους της· «πίστη», στην ορολογία της Βίβλου και των αγίων χριστιανών διδασκάλων, δε σημαίνει αποδοχή της ιδέας ότι υπάρχει Θεός (σημασία που έλαβε ο όρος στην εποχή μας), αλλά εμπιστοσύνη στο Θεό (για τον οποίο γνωρίζουμε με βεβαιότητα και δεν πιστεύουμε μόνον ότι υπάρχει) ότι η επαγγελία για τη μέλλουσα βασιλεία Του είναι αληθής.
Ότι οι εντολές του Θεού δεν είναι «νόμος», που η παράβασή του επιφέρει την (ανελέητη μάλιστα και αιώνια) τιμωρία του παντοδύναμου νομοθέτη προς τον αδύναμο παραβάτη, αλλά «αποκάλυψη στον κόσμο του τρόπου ζωής του Θεού» (της αγάπης) και οδηγίες προς τον άνθρωπο για μίμηση αυτού του τρόπου [βλ. π. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Οψώμεθα τον Θεόν καθώς εστί, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1996, σελ. 112. Ο τίτλος του έργου («θα δούμε το Θεό όπως είναι») προέρχεται από την Α΄ επιστολή Ιωάννου, 3, 2]. Η μίμηση αυτή θα θεραπεύσει τον άνθρωπο από τη μεγάλη ασθένεια, το θάνατο, φέρνοντάς τον σε ενότητα με το Θεό (παράδεισος), αντί του χωρισμού από αυτόν, που προκαλεί την απερίγραπτη οδύνη, την οποία ονομάζουμε κόλαση. «Πρέπει να ξέρουμε ότι ο Θεός δεν κολάζει κανένα, αλλά ο καθένας κάνει τον εαυτό του επιδεκτικό της μετοχής στο Θεό. Η μετοχή στο Θεό είναι απόλαυση και η αμεθεξία στο Θεό κόλαση» (άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, PG 94, 1573C).
[Αναλυτική παρουσίαση του θέματος, με πλήθος βιβλικών και πατερικών παραπομπών, βλ. στον τόμο Θάνατος, Ανάσταση και Αιώνια ζωή, εκδ. Ετοιμασία, ιερά μονή Τιμίου Προδρόμου, Καρέας 2005. Βλ. ακόμη π. Γ. Δ. Μεταλληνού, τ. κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του πανεπιστημίου Αθηνών, «Παράδεισος και Κόλαση στην ορθόδοξη παράδοση», Ν. Μ., «Ο Θεός ως πυρ και φως», Αλέξανδρου Καλόμοιρου (1931-1990) Ο Πύρινος Ποταμός, μτφρ. Π. Μπότση, Ζέφυρος, Θεσσαλονίκη 1995].
Μιλώντας για «Εκκλησία» η νεώτερη και σύγχρονη διανόηση, δυτική και εκδυτικισμένη (βέβαιη για την ανωτερότητά της έναντι των προηγούμενων και των μη δυτικών χώρων του ανθρώπινου πνεύματος), φαντάζεται σταυροφόρους, ιεροεξεταστές, Ιησουΐτες, άτεγκτους εξομολόγους που κραδαίνουν απειλητικά το γράμμα του νόμου, ακόμη και δουλεμπόρους, αποικιοκράτες και κονκισταδόρες, δηλαδή τις απάνθρωπες διαστρεβλώσεις του χριστιανισμού, που όχι μόνο συνιστούν αιρέσεις, αλλά και συχνά έπεσαν θύματά τους οι ίδιοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί, δηλαδή οι πνευματικοί πατέρες τουλάχιστον εκείνων των σύγχρονων διανοητών που προέρχονται από τις χώρες της ευρωπαϊκής ανατολής. Κάνει λάθος, γιατί η ορθόδοξη παράδοση μπορεί να είναι ένας απλός παπάς, μια αγράμματη γιαγιά, ένας έφηβος που γίνεται άγιος, επειδή αγαπάει το Θεό και το συνάνθρωπό του. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι «θεσμός», αλλά ζωντανός οργανισμός, ανθρώπινη κοινωνία – με πολλούς αμαρτωλούς, αλλά δεν έχουμε κανέναν για πέταμα.
Η ορθόδοξη αγία Όλγα η Μαία, ιθαγενής της Αλάσκας, 1916-1979 (από εδώ)
Κανένας για πέταμα
Ακόμη κι αν δε λάβουμε υπόψιν μαρτυρίες όπως του Ευσέβιου Καισαρείας για την αυτοθυσία, με την οποία περιέθαλπαν οι χριστιανοί τους ειδωλολάτρες ασθενείς, που είχαν πετάξει στο δρόμο οι δικοί τους στο φονικό λοιμό του 251 μ.Χ., και έθαβαν τους έκθετους νεκρούς διακινδυνεύοντας τη ζωή τους (και συχνά κολλούσαν οι ίδιοι το λοιμό και πέθαιναν ενώ είχαν σώσει άλλους), και το παράπονο του Ιουλιανού του παραβάτη πως το μαγικοθρησκευτικό του όραμα αποτύγχανε, επειδή οι χριστιανοί φρόντιζαν και τους εθνικούς, άρα γίνονταν ηθικά ακαταμάχητοι [1], πάλι γίνεται φανερό το αυθεντικό χριστιανικό ήθος.
Γίνεται φανερό από περιπτώσεις, όπως του αγίου Βονιφάτιου, που ήρθε αντιμέτωπος με την αρχαία γερμανική θρησκεία, μια θρησκεία ανθρωποθυσιών, και θυσιάστηκε οικειοθελώς το καλοκαίρι του 754, αρνούμενος να αμυνθεί μαζί με τους συντρόφους του, όταν δέχτηκε επίθεση των εξαγριωμένων πολεμιστών μιας ειδωλολατρικής φυλής στα δάση πέραν του Ρήνου. Ακολούθησε έτσι το παράδειγμα των αρχαίων χριστιανών μαρτύρων και έδωσε το ειρηνόφιλο μήνυμα του χριστιανισμού, που δε φοβάται το θάνατο. Αλλά και των αγίων Αναργύρων (γιατρών που δεν έπαιρναν αργύρια, ως γνωστόν [2]), του αγίου Παυλίνου, επισκόπου Καμπανίας (5ος αι. μ.Χ.), που, αφού δαπάνησε τα χρήματα της Εκκλησίας και τα δικά του εξαγοράζοντας αιχμαλώτους των Βανδάλων, αντάλλαξε και τον εαυτό του με έναν ακόμη απ’ αυτούς, των αγίων Ρώσων πριγκίπων Μπόρις και Γκλεμπ, που παραδόθηκαν οικειοθελώς στον αδερφό τους Σβιατοπόλκο και θανατώθηκαν το 1015 μ.Χ., για να μη βάλουν τους στρατιώτες τους να πολεμήσουν για χάρη τους, του αγίου Διονυσίου, στη μονή Αναφωνήτριας, στη Ζάκυνθο, γύρω στο 1600, που συγχώρησε το φονιά του αδερφού του σώζοντάς τον από τα χέρια της αστυνομίας, αλλά και των μεγάλων αγίων της φιλανθρωπίας, όπως οι άγιοι Ταβιθά της Ιόππης, Βασίλειος ο Μέγας, Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Ιωάννης ο Ελεήμων, Γενεβιέβη των Παρισίων, Μελάνη η Ρωμαία κ.ά., και στα νεώτερα χρόνια Φιλοθέη η Αθηναία, Κοσμάς ο Αιτωλός (εξαγόρασε εκατοντάδες κοπέλες ελευθερώνοντάς τις από μουσουλμανικά χαρέμια), Ιωάννης της Κρονστάνδης, Ελισάβετ Θεοδώροβνα, Μαρία Σκόμπτσοβα (μετά από πολυσχιδή ανθρωπιστική δράση, ιδίως στη Γαλλία, πέθανε στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης Ράβενσμπουργκ, παίρνοντας μάλλον τη θέση κάποιας άλλης για να τη σώσει), Γαβριηλία Παπαγιάννη (μια αγιασμένη νοσοκόμα που ακροβολίστηκε στην Ινδία θέλοντας να υπηρετήσει εκείνους που θεωρούσε πιο βασανισμένους ανθρώπους του πλανήτη) και πολλοί άλλοι, λιγότερο γνωστοί.
Αγία Μαρία Σκόμπτσοβα, νεομάρτυρας των ναζιστικών στρατοπέδων (από εδώ)


Το αυθεντικό χριστιανικό ήθος όμως το αντιλαμβάνεται σαφέστατα όποιος μελετήσει το ορθόδοξο αγιολόγιο. Εκεί θα βρει, καταγεγραμμένους ως αγίους, κάθε είδους περιθωριακούς ανθρώπους, αναλφάβητους, ζητιάνους, ανάπηρους (που δε θεραπεύτηκαν, όπως η σύγχρονη αγία Ματρώνα η αόμματη), νόθα παιδιά, ορφανά, δούλους, και φυσικά πόρνες και τελώνες, καθώς και ανθρώπους που διέπραξαν ποικίλα αμαρτήματα, υπήρξαν φονιάδες, δήμιοι, βασανιστές αγίων, μάγοι, ανελέητοι άρχοντες, βιαστές κ.τ.λ. Έχουν ωστόσο ένα κοινό μεταξύ τους και, θα έλεγα, μια μεγάλη διαφορά από εμάς: μετανόησαν ειλικρινά, σοβαρά και βαθιά. Γι’ αυτό αγίασαν.
Ένας ουμανιστής ηθικός άνθρωπος ή ηθικολόγος εδώ συνήθως αναρωτιέται: μήπως λοιπόν το αγιολόγιο είναι μια βίβλος αποθέωσης της διαφθοράς; Πώς ο χριστιανισμός διδάσκει ότι ο Θεός συγχωρεί τόσο γενναιόδωρα αποτρόπαιους αμαρτωλούς; Τι θα πει «μετανόησαν»; Η δικαιοσύνη απαιτεί να πληρώσουν!
Ανάλογη ερώτηση διατυπώνουν πολλοί, ακόμη και βαφτισμένοι ορθόδοξοι χριστιανοί, πνευματικά όμως αρχάριοι, σκανδαλισμένοι που ο Ιησούς δικαιώνει με τέτοιο τρόπο τον άσωτο υιό στην παραβολή του Λουκ. 15, 11-32 – όλοι βέβαια ταυτίζουν τον εαυτό τους με το «δίκαιο» μεγάλο αδελφό, όχι με τον άσωτο, κι αυτό δεν τους επιτρέπει να νιώσουν ανακούφιση, που η παραβολή τους δίνει ελπίδα σωτηρίας.
Κι όμως η παρουσία τόσων αμαρτωλών στα συναξάρια φανερώνει πως ο χριστιανισμός δεν είναι ηθικιστικός· δεν πετάει στα σκουπίδια τον αμαρτωλό, ούτε καταξιώνει την αμαρτία (κατά την παρερμηνεία άλλων, που νομίζουν πως για να γίνει άγιος κάποιος πρέπει οπωσδήποτε να έχει διαπράξει πολλές ή βαριές αμαρτίες), αλλά τον προσκαλεί σε σωτηρία μέσω της μετάνοιας, που είναι η μεταβολή του νου – "ούτε εγώ σε κατακρίνω· πήγαινε και μην αμαρτάνεις πια" είπε ο Ιησούς στη μοιχαλίδα που έσωσε από το λιθοβολισμό (κατά Ιωάννην, 8, 11).
Η σωτηρία του ανθρώπου που μετανοεί οφείλεται στο ότι η μετάνοια προκαλεί άνοιγμα της νοερής καρδιάς, που ήταν κλειστή από τα πάθη, τα οποία οδηγούσαν τον άνθρωπο στην αμαρτία, και επιτρέπει να μπει μέσα της η θεία χάρη, η ενέργεια του Θεού που αγιάζει, δηλαδή σώζει, τον άνθρωπο. Όσο εντονότερη είναι η μετάνοια, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το άνοιγμα της καρδιάς και συνεπώς αφθονότερη η είσοδος της θείας χάριτος. Γι’ αυτό η «συντετριμμένη καρδία» οδηγεί και το μεγαλύτερο αμαρτωλό στην αγιότητα.
Όποιος δεν αντέχει να συνυπάρχει με τους αμαρτωλούς (νομίζοντας – ή κοροϊδεύοντας τον εαυτό του – ότι ο ίδιος «είναι αναμάρτητος» ή λιγότερο αμαρτωλός από τους άλλους ή εφοδιασμένος με μεγαλύτερα ελαφρυντικά) δύσκολα θα συμπαθήσει το χριστιανισμό. Εδώ δεν είναι μια ενάρετη ελίτ, όπως ίσως θα ήθελε για να ενταχθεί πανηγυρικά σ’ αυτήν, αλλά ένα νοσοκομείο, στο οποίο προσέρχονται άνθρωποι ηθικά ασθενείς με σκοπό να γίνουν υγιείς.
Σημειώσεις:

1. Ευσεβίου Εκκλησιαστική Ιστορία, 20 688-689. Ιουλιανός, «προς τον Αρσάκιο, αρχιερέα της Γαλατίας», μτφρ. στο: Ιουλιανός, Άπαντα,#4 (σειρά «Οι Έλληνες» #277), Κάκτος, Αθήνα 1993, σελ. 275 και 277.
2. Καταγεγραμμένοι ως ανάργυροι είναι οι άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός οι εκ Ρώμης, Ασίας και Αραβίας (τρία ζεύγη αδελφών με τα ίδια ονόματα), Παντελεήμονας και Ερμόλαος, Κύρος και Ιωάννης, Σαμψών και Διομήδης, Θαλέλαιος και Τρύφωνας, Μώκιος και Ανίκητος, οι Ρώσοι Αγαπητός ο Ιαματικός και Λουκάς ο Ιατρός (†1961), καθώς και οι αγίες γυναίκες γιατροί Ερμιόνη, Ζηναΐδα, Νεονίλλα και Σοφία η Ιαματική.


http://o-nekros.blogspot.com/2010/08/blog-post_28.html
http://radiofloga.blogspot.com/

Τετάρτη, Μαρτίου 10, 2010

Τί εστί μείζον: Το Ποτήριον ή η Αγία Γραφή;


Τί εστί μείζον: Η θεία λειτουργία ή η Αγία Γραφή;

Το ερώτημα ετέθη σε πρόσφατη ιερατική σύναξη, από έναν πολύ δεινό ιεροκήρυκα-ομιλητή σε έναν σεβαστό πατέρα και μάλιστα εν είδει ρητορικής μάλλον ερωτήσεως, αφού ο ερωτών είχε ήδη προαποφασίσει την απάντηση, ως έρεισμα της όλης επιχειρηματολογίας του, περί κατανόησης της βιβλικής γλώσσας. Και η απάντηση του ήταν : η Αγία Γραφή, ως προηγηθεισα ή μάλλον ως πηγή του κειμένου της λειτουργίας,αλλ'ού του ποτηρίου.

Για καθαρά αντικειμενικούς λόγους, δεν έλαβα τον κόπο να ζητήσω το λόγο τότε, αλλά ξεκάθαρα νομίζω πώς το εν λόγω ερώτημα ήταν καθαρά σχολαστικιστικό. Δηλαδή, με ποιά θεολογία και ερειδόμενοι πού θα ομιλήσουμε για υπεροχή της αγίας Γραφής έναντι του ποτηρίου(γιατί ουσιαστικά περί αυτού ο λόγος) ή το αντίστροφον , αφού η παράδοση μας ούτε διασπάται ούτε διαχωρίζεται.Όταν μάλιστα κατά τον ίδιο τον ομιλητή ο Κύριος μας παρέδωσε δύο τινά: ποτήριον και ευαγγέλιον(και το βάπτισμα;Το αγνοούμε;).

Οι διδάσκαλοι μας στις θεολογικές σχολές επιχείρησαν να μας οδηγήσουν σε έναν άλλο τρόπο σκέψης, να μας μυήσουν στον ανατολικορθόδοξο τρόπο θεολογίας και σκέψης των ιερών πραγμάτων, όπου πράγματι Ιερά παράδοση και Αγία Γραφη δεν είναι δύο ξεχωριστά πράγματα ως πηγές αποκαλύψεως, όπως επί ετών μακρών, εδιδάσκετο στους ορθοδόξους κατά τον δυτικό τρόπο σκέψης, αλλά πηγή της μίας αποκάλυψης είναι η Ιερά παράδοση, της οποίας κέντρο και τροφοδοτικό και σημείο αναφοράς είναι η Γραφή, έτσι ώστε στην Εκκλησία να γίνεται λόγος για την μία και αυτή Αποκάλυψη, την μία Παράδοση.

Φυσικά τα κείμενα της θείας λειτουργίας στηρίζονται εν πολλοίς στην Γραφή και μάλιστα τα συστατικά εκείνα λόγια: ¨Λάβετε φάγετε..." και "Πίετε εξ αυτού πάντες...", όπως και το ιδρυτικό εκείνο "τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν, οσάκις το ποτήριον τούτο πίνητε, την εμήν ανάστασιν ομολογείτε και τον θάνατον καταγγέλετε" κλπ. Είναι όμως ιστορικά και δογματικά σαφές πώς το Ποτήριον προϋπήρχε της Αγίας Γραφής, ως ιστορικού γραπτού μνημείου,πώς απόστολοι και μαθητές συνήρχοντο στην τράπεζα της Ζωής, πριν ακόμα κάποιος ευαγγελιστής φωτιστεί να γράψει ευαγγέλιο και πριν ο Παύλος καταγράψει αποστολικά, επιστολικά και αυθεντικά "ο παρέλαβε " από τον Κύριο. Φυσικά, δεν ισχυριζόμαστε πώς στην Ιουδαία του 40 μ Χ τελούνταν και διαβάζονταν η μυσταγωγία του Χρυσοστόμου ή του Βασιλείου, πάντως λειτουργία κανονική ετελείτο και μάλιστα εξ αποστολικών χειρών!

Για να φανούμε πλέον τολμηροί αλλά πάντως ορθοδοξούντες, μπορούμε να πούμε πώς την γραπτή κατάθεση της ήδη υπάρχουσας αποκαλύψεως, τ.ε τα ευαγγέλια, τις επιστολές, την αποκάλυψη, τις διδαχές και αργότερα τα λειτουργικά και πατερικά κείμενα , όπως και τους όρους-δόγματα και κανόνες των συνόδων, τα γέννησε ο φωτισμός του Πνεύματος εν τη εκκλησιαστική εμπειρία, εν τη λειτουργική εμπειρία, εν τη προσκαρτερήσει και προσευχή και εν τη κλάση του άρτου. Από το Ποτήριο δηλ. ξεπήδησε η παράδοση, αυτή η ίδια παράδοση πού από κυριακών χειλέων παρέδωσε το Ποτήριο! Γιατί , άλλωστε οι ιεροί συγγραφείς ήταν άνθρωποι λειτουργικοί, κοινωνικοί,ευχαριστηριακοί, νηπτικοί,φωτισμένοι. Όχι μόνο διάκονοι του Λόγου και υπηρέτες τραπεζών, αλλά κύρια ΙΕΡΕΙΣ και ΙΕΡΟΥΡΓΟΙ των αχράντων μυστηρίων. Από εκεί τρέφονταν και έτσι γίνονταν τροφείς και ποιμένες οι ίδιοι!

Άλλωστε όταν ομιλούμε για ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ αναφερόμαστε ταυτόχρονα και στο γραπτό εκείνο και υπερέχον της παλαιάς δεύτερον μέρος της Βίβλου, αλλά και σε αυτό το ίδιο το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, όπου θάνατος και ανάσταση Χριστού οδηγούν τους μετόχους και μυημένους στην καινή συμφωνία, στην καινη βασιλεία, την σφραγισμένη και ανεωγμένη με το πανάγιο Αίμα.

Έτσι λοιπόν από το Ποτήριο "ξεπήδησε" η Γραφή και το Ποτήριον θεσμοθετείται εκκλησιαστικά, αποστολικά και δογματικά από την Γραφή!

Δεν υπάρχει μείζον και προηγούμενο, ούτε ελάσσον και επόμενο. Όπως αντίστοιχα, θεία λειτουργία και βίβλος είναι τα γραπτά σημεία της μίας σεβαστής, κοινής και καθολικής ορθοδόξου αποκαλύψεως αλλά και παραδόσεως.



ΕΣΕΙΣ ΤΙ ΛΕΤΕ;

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 12, 2010

Tί λέει μια Γαλλίδα ορθόδοξη για την λειτουργική γλώσσα


Ας μην γίνει ο λόγος του Θεού λόγια...

Δημοσιεύουμε ένα μήνυμα το οποίο μας απέστειλε μια εν Χριστώ αδελφή,* Ορθόδοξη από την Γαλλία που κατοικεί στην Ελλάδα. Όπως μας είπε η απόφασή της να γράψει ήταν εντελώς αυθόρμητη κατόπιν μελέτης διαφόρων άρθρων που αναφερόντουσαν στον πόθο μερικών της αλλαγής της λειτουργικής μας γλώσσας. Ασφαλώς και δεν είναι δυνατόν από το κείμενο αυτό να έχουμε απαιτήσεις (με την άδειά της έγιναν ελάχιστες αλλαγές στην ορθογραφία και την σύνταξη) όμως θεωρούμε πολύ σημαντική αυτήν την φωνή που προέρχεται από αλλοδαπή προσήλυτη. Εντύπωση μας έκανε πως προσεγγίζει το θέμα με βαθιά πίστη και όχι με ορθολογιστικό πνεύμα. Οι νεοφώτιστοι πολλάκις μας δίνουν μαθήματα Ορθοδόξου πνευματικότητος όταν εμείς που γεννηθήκαμε εντός της Ορθοδοξίας λοξοδρομούμε σε εσπερίστικες ατραπούς τύπου "Βαρλαάμ".

***

Ευλογείτε. Είμαι ξένη, από την Γαλλία, ζω στην Ελλάδα 20 χρόνια. Πρώην Καθολική, ασπάσθηκα την Ορθοδοξία πριν 7 χρόνια. Έφυγα από το "θέατρο" γιατί μου αποκαλύφθηκε η Αλήθεια. Με την ανάγνωση της Αγίας Γραφής, του Ψαλτηρίου και τον εκκλησιασμό ήρθα σε επαφή με τα αρχαία ελληνικά. Ουδέποτε η δυσκολία που αντιμετωπίζω στην κατανόηση των Γραφών αποτελούσε εμπόδιο στην κοινωνία μου με το Θεό. Το κάθε τι έχει λόγο που υπάρχει όπως υπάρχει. Ο Θεός με την χάρη Του αναπληρώνει όλα μας τα κενά και τις ελλείψεις. Ας μην γίνει ο λόγος του Θεού λόγια... Ας μην τα φέρουμε όλα κομμένα και ραμμένα στα ανθρώπινα μέτρα μας. Τόσα φωτεινά παραδείγματα σύγχρονων άγιων και γερόντων οι οποίοι κατείχαν ελάχιστη κατά κόσμον μόρφωση και όμως ήταν τόσο πλούσιοι κατά Θεόν. Σήμερα γεμίσαμε απόψεις, όλοι έχουμε απόψεις για τα πάντα. Πολλά λέμε για το Θεό όμως λίγα βιώνουμε από αυτά που λέμε. Η Ορθοδοξία δεν είναι μια θρησκεία, ένας σύλλογος, ένας ανθρώπινος οργανισμός, είναι η αποκάλυψη του Θεού στην καρδιά του ανθρώπου. Έτσι το ζω, έτσι αισθάνθηκα όταν με καλωσόρισε. Σε αυτό το σπίτι εύχομαι να παραμείνω με την χάρη του Θεού μέχρι να αναχωρήσω για την αιώνια πατρίδα μας. Αυτή που χάσαμε και ποθούμε όλοι. Τα μυστήρια της Εκκλησίας υπάρχουν όχι σαν αυτοσκοπός άλλα σαν μέσο για να πλησιάσουμε το Θεό. Καρδιακά, όχι εγκεφαλικά. Τον Θεό δεν τον βρίσκει κάνεις με μαθηματική ακρίβεια, για αυτό έλεγε ο μακαριστός Γέροντας Παΐσιος ότι, ένας αναστεναγμός με πόνο ψυχής αξίζει 1000 "Κύριε ελέησον".

Όλες αυτές οι προσπάθειες να παρεμβαίνουμε ανθρώπινα στα μυστήρια της Εκκλησίας, αυτός ο δήθεν εκσυγχρονισμός για χάρη της "Νέας Εποχής" μας απομακρύνουν από την Αλήθεια, από τον Θεό τον ίδιο. Όλα εν σοφία δεν τα έφτιαξε; Δεν διδασκόμεθα από αυτό που συμβαίνει στην Δύση; Από την πτώση της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας για παράδειγμα; Όταν η καρδιά μας, όταν όλο μας το είναι, στρέφονται στο Θεό, τίποτε δεν καθίσταται εμπόδιο στην κοινωνία μας με το Θεό. Ούτε τα αρχαία κείμενα, ούτε το μακρός των λειτουργιών, ούτε το τυπικό, τίποτε από όλα αυτά. Και το μόνο που εύχεσαι: "Θεέ μου, ας μην τελειώσει ποτέ αυτή η Θεία Λειτουργία"! Όταν είναι να συναντήσεις το ποθούμενο λίγο σε μέλει το πότε θα φύγεις! Ποιος θέλει να φύγει από το σπίτι του; Εμείς άπλα ας είμαστε σε εγρήγορση. Ερχόμαστε σχολιάζουμε και εκφέρουμε άποψη για αυτό που διαδραματίζεται στην Εκκλησία η στα της Εκκλησίας. Από πότε θα βάλουμε εμείς τάξη ή θα αποφασίζουμε να αλλάξουμε τους Κανόνες, λες και εμείς ξέρουμε καλύτερα από το Θεό τι πρέπει να γίνει! Δικό Του είναι το καράβι, δικό Του και το τιμόνι! Ξέρει Εκείνος πώς, και πότε! Για εμάς βαδίζει αργά ο Χριστός! Μας περιμένει! Αντί να διορθώσουμε το χαλί μας, πάμε να διορθώσουμε την Εκκλησία, να την φέρουμε στα μέτρα μας, να διορθώσουμε το Θεό! Όταν ο άνθρωπος επιμένει να επέμβει σε κάτι που είναι μυστήριο, αυτόματα του αφαιρεί την ιδιότητα του. Από θεϊκό το κάνει ανθρωπινό. Φροντίζουμε να ανταποκρίνεται στις δίκες μας επιθυμίες, στα δικά μας θέλω. Πώς θα περάσουμε καλά, ευχάριστα με τα του Θεού! Δεν μας ενδιαφέρει εάν αναπαύεται ο Θεός με αυτά, αρκεί να αναπαυόμαστε εμείς. Όταν κανείς κάτσει σιωπηλά και ταπεινά και αναπολεί τα γεγονότα της ζωής του, τότε βλέπει αυτήν την τέλεια ενορχήστρωση της ζωής του με καθοδηγητή το Χριστό, άγιοι και άγγελοι , το άγγιγμα της Παναγίας. Τότε καταλαβαίνει ότι κάθε θέλω του γίνεται εμπόδιο για τον ίδιο τον εαυτό του για να συναντήσει το Χριστό.

Προέρχομαι από μια χωρά που τίποτα δεν θυμίζει Θεό. Μια χωρά που η λέξη Θεό έχει γίνει άγνωστη και στα μικρά παιδιά, που, ούτε καν πλέον για τυπικούς λόγους δεν αναφέρεται το όνομά Του, που οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει την ύπαρξή Του. Μεγάλωσα χωρίς εξωτερικά σημάδια της παρουσία του Χριστού στην ζωή μου. Χωρίς να γίνει αντιληπτός, όμως, οδηγούσε τα βήματα μου. Ας μην τα καταλαβαίνουμε όλα! Ο Θεός ενεργεί, εργάζεται για κάθε ψυχή! Είναι ο μόνος που μας αγαπάει! Ζείτε σε έναν τόπο, την Ελλάδα, τόσο ευλογημένο, τόσο αγιασμένο, τόσο χαριτωμένο από το Θεό. Τόσες ευλογίες έχετε από τον Άγιο Θεό. Την παρουσία των Αποστολών, πλήθος Αγίων και Μαρτύρων, το Άγιο Όρος, τα μοναστήρια, την Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία, τα μυστήρια, την σκέπη της Παναγίας, τον ζώντα Θεό! Τα πάντα σας έδωσε! Υπάρχουν άνθρωποι, έξω στον κόσμο, που ποθούν και ψάχνουν αυτό που ο Θεός σε εσάς έδωσε απλόχερα. Μη το σκορπίζετε! Εμείς οι Ορθόδοξοι θα δώσουμε φοβερό λόγο στο Θεό για αυτήν την απιστία!

*Danielle Bonny


ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ ΜΕΛΙΣΣΟΧΩΡΙΟΥ

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 08, 2010

Μὴ «θρησκευτικὰ πρὸς Θεοῦ!»






Μὴ «θρησκευτικὰ πρὸς Θεοῦ!». Τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος δὲν εἶναι Βυζαντινοί, ἐννοήσατε; Οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες δὲν εἶναι κατευθείαν διάδοχοι τῶν ἀρχαίων. Ἔπειτα ἐπολιτίσθησαν, προόδευσαν καὶ αὐτοί. Συμβαδίζουν μὲ τὰ ἄλλα ἔθνη. Ποίαν ποίησιν ἔχει τὸ νὰ γράψῃς, ὅτι ὁ Χριστὸς «δέχεται τὴν λατρείαν τοῦ πτωχοῦ λαοῦ»; Καὶ ὅτι ὁ πτωχὸς ἱερεὺς «προσέφερε τῷ Θεῷ θυσίαν αἰνέσεως;» Καὶ νὰ περιγράφεις τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ ναΐσκου, μὲ τὰς νυσταλέας κανδήλας καὶ τὰς ἀμαυρὰς μορφᾶς τῶν ἁγίων ὁλόγυρα! Δὲν τὰ ἐννοοῦμεν ἡμεῖς αὐτά. Ἡμεῖς θέλομεν διήγημα, τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι ὅλο ποίησις, ὄχι πεζὴ πραγματικότης. Σὺ δὲ πῶς τολμᾶς νὰ γράφεις, ὁμιλῶν περὶ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου, καρφωμένου εἰς τὸν τοῖχον ἀπὸ τὴν λόγχην τοῦ ἁγίου Μερκουρίου, τοιαύτην βλάσφημον φράσιν: «Πελιδνὸς ὁ παράφρων τύραννος...». Ὅταν συγγραφεὺς ἄλλος, καὶ ἄλλης περιωπῆς, δημοσιεύσας πρὸ ἐτῶν ἱστορικοφανταστικὸν δράμα, προέτασσε «χυδαῖα» ἀληθῶς προλεγόμενα, δι᾿ ὧν ὕβριζε βαναύσως τὴν θρησκείαν τῶν πατέρων τοῦ - τότε οὐδεὶς λόγος ἦτο ὅπως σκανδαλισθῇ τις, διότι τὸ πρᾶγμα ἦτο τῆς μόδας. Ἀλλὰ σὺ νὰ τολμᾶς νὰ ἐκφράζεσαι μὲ τοιαύτην ἀσεβῆ γλώσσαν περὶ τοῦ Ἰουλιανοῦ ἐκείνου - τοῦ Παραβάτου ἢ Ἀποστάτου καλουμένου - ἡ θρασύτης ὑπερβαίνει πᾶν ὅριον. Καὶ ὅμως ὁ σοφὸς ἐπικριτὴς δὲν ἐνόησεν, ὅτι ἡ φράσις ἦτο «ἐξ ἀντικειμένου» ὅπως λέγουσιν αὐτοί· ἀπέδιδε δηλ. διὰ λέξεων τὰ χρώματα τοῦ ζωγράφου καὶ ὅτι πᾶν ζήτημα περὶ τῶν δοξασιῶν τοῦ γράφοντος (ὅστις ἐντούτοις δὲν ἀρνεῖται, ὅτι συμμερίζεται τὴν γνώμην τοῦ Βυζαντινοῦ τοιχογράφου) παρέλκει ὅλως.

Διὰ νὰ δώσομεν πέρας εἰς τὸ προοίμιον αὐτό, θὰ εἴπομεν μὲ δυὸ λέξεις ὅτι: τὸ σημερινὸν ἔθνος δὲν ἐπῆγε, δυστυχῶς, τόσον ἐμπρός, ὅσον λέγουν αὐτοί. Τὸ Ἔθνος τὸ Ἑλληνικόν, τὸ δοῦλον τουλάχιστον, εἶναι ἀκόμη ὀπίσω, καὶ τὸ ἐλεύθερον δὲν δύναται νὰ τρέξῃ ἀρκετὰ ἐμπρός, χωρὶς τὸ ὅλον νὰ διασπαραχθῇ ὡς διασπαράσσεται, φεῦ! ἤδη. Ὁ τρέχων πρέπῃ νὰ περιμένῃ καὶ τὸν ἑπόμενον, ἐὰν θέλῃ νὰ τρέχῃ· ὁ ἐλεύθερος πρέπει νὰ βοηθῇ τὸν δεσμώτην ἢ πρέπει νὰ τὸν ἀνακουφίζῃ. Ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος, τόσον τὸ ἐλεύθερον ἔθνος καθίσταται, οἶμοι! ἀνικανότερον, ὅπως δώσῃ χεῖρα βοηθείας εἰς τὸ δοῦλον ἔθνος. Ἄγγλος ἢ Γερμανὸς ἢ Γάλλος δύναται νὰ εἶναι κοσμοπολίτης ἢ ἀναρχικὸς ἢ ἄθεος ἢ ὁτιδήποτε. Ἔκαμε τὸ πατριωτικὸν χρέος του, ἔκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐπαγγέλλεται χάριν πολυτελείας τὴν ἀπιστίαν καὶ τὴν ἀπαισιοδοξίαν. Ἀλλὰ ὁ Γραικύλος τῆς σήμερον ὅστις θέλει νὰ κάμῃ δημοσίᾳ τὸν ἄθεον ἢ τὸν κοσμοπολίτην, ὁμοιάζει μὲ νάνον ἀνορθούμενον ἐπ᾿ ἄκρων ὀνύχων καὶ τανυόμενον νὰ φθάσῃ εἰς ὕψος καὶ φανῇ καὶ αὐτὸς γίγας. Τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, τὸ δοῦλον, ἀλλ᾿ οὐδὲν ἧττον καὶ τὸ ἐλεύθερον ἔχει καὶ θὰ ἔχει διὰ παντὸς ἀνάγκην τῆς θρησκείας του.

Τὸ ἐπ᾿ ἐμοί, ἐνόσω ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ, δὲν θὰ παύσω πάντοτε, ἰδίως δὲ κατὰ τὰς πανεκλάμπρους ταύτας ἡμέρας, νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου, νὰ περιγράφω μετ᾿ ἔρωτος τὴν φύσιν, καὶ νὰ ζωγραφῶ μετὰ στοργῆς τὰ γνήσια Ἑλληνικὰ ἔθη. «Ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου, κολληθείη ἡ γλώσσα μου τῷ λάρυγγί μου, ἐὰν οὐ μή σου μνησθῶ».

Aλεξ. Παπαδιαμάντης(Λαμπριάτικος Ψάλτης)


ΥΓ Συμπαντική συνομωσία(χεχε) ή παιχνίδια του εγκεφάλου;

Όταν αναρτούσα το post αυτό αγνοούσα ότι σήμερα είναι η επέτειος της φυγής του αρχαγγελικού Ξυλούρη από τον κόσμο τούτο! Το τραγούδι (youtube) το έβαλα τυχαία σαν συνοδευτικό background στην Σοφία Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη.

Μάλλον τό θελε το μνημόσυνο του ο Ψαρονίκος ...

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 05, 2010

Ψευδοδίλημμα το γλωσσικό


Δυστυχώς, βλέπω με θλίψη , την εκκλησία και τους ιερείς του Χριστού να διχάζονται για το ζήτημα της λειτουργικής μας γλώσσας. Νομίζω πώς τοποθετήθηκα ήδη ευρέως και όπως ακριβώς ένιωθα, χωρίς έξωθεν παρεμβάσεις και χωρίς να θαμπώνομαι από τα ηχηρά ονόματα των θιασωτών και των δύο παρατάξεων και τάχτηκα υπέρ της διατήρησης της λειτουργικής γλώσσας ως έχει. 

Δυστυχώς βλέπω αγανάχτηση και ζήλο και από τις δύο πλευρές και πάνω απ'όλα λογικά, ορθολογικά επιχειρήματα που επιθυμούν να ανατρέψουν το ένα το ενάντιο του και το άλλο να διασκεδάσει την αυθεντική παραδοσιακότητα ή την ποιμαντική αγωνία του άλλου. Έτσι στήνεται μια μάχη χωρίς αντικειμενικό σκοπό και αποτέλεσμα αλλά μόνο γα να υφίσταται η σύγκρουση ανάμεσα σε δύο "υπολογίσιμες δυνάμεις", πού συμπτωματικά(;) δηλώνουν και οι δυο παραδοσιακές και ορθόδοξες. Και μάλιστα θεοποιείται ο ορθολογισμός και η διαλεκτική από ιερούς ανθρώπους πού θα έπρεπε να είχαν άλλο ήθος και άλλα πρότυπα έκφρασης(στην πραγματικότητα ομιλώ και για τις δύο "παρατάξεις").

Εν ολίγοις, ομολογώ πώς δεν πιστεύω σε μαγικές γλώσσες και διαδικασίες, ούτε κατατρύχομαι από συντηρητικά σχήματα καινοτομοφοβίας ή "ιεροεξεταστικού ελέγχου" . Ούτε πάλι πιστεύω από την άλλη πώς οι θιασώτες της καινοτομίας είναι άνθρωποι ανεύθυνοι και επιπόλαιοι . Οπωσδήποτε υπαρχει γνήσια αγωνία ποιμαντική και στα δύο στρατόπεδα.

Δεν αναδιπλώνομαι, ούτε συμβιβάζομαι με την υπάρχουσα κατάσταση. Έχω ξαναγράψει η προσευχή της εκκλησίας δεν είναι διανοητική, για να υπάρχει η ανάγκη να την "καταλαβαίνει" κάποιος και να την κάνει κτήμα του , σαν να πρόκειται για ένα αξιόλογο φιλολογικό μνημείο, γιατί όντως πραγματική συντήρηση και οπισθοδρόμηση είναι η θεώρηση της λειτουργικής γλώσσας ως μουσειακό στοιχείο στο οποίο μπορούμε να παρέμβουμε και να το ελέγξουμε, να το απορρίψουμε και να το βάλουμε στο ράφι σαν κάτι θαυμαστό μεν αλλά απαρχαιωμένο. Η πραγματική συντήρηση είναι ο ξενισμός και ο "ξιπασμός" μας μπροστα σε κάτι ζωντανό και ακμαίο όπως η λειτουργική γλώσσα. Η προσευχή της εκκλησίας θα είναι πάντα καρδιακή , γιατί έτσι μας παρεδόθη και έτσι εκείνη λειτουργεί. Δεν είναι κάτι το οποίο ελέγχουμε, αλλά κάτι το οποίο ασπαζόμαστε και πορευόμαστε μ'αυτό σαν το μόνο αυθεντικό και ενδεδειγμένο εργαλείο λατρευτικής προσέγγισης.

Μίλησα για ύφος και ήθος ιερατικό, σύγχρονο και παλαιό. Το θέμα της γλώσσας δεν είναι κάτι το αυτόνομο από τα διάφορα εκκλησιαστικά ρεύματα που προσπαθεί να επιβληθεί το ένα στο άλλο, όπως ούτε η λειτουργική αναγέννηση λχ σημαίνει πάντα και αυτονόητα προαγωγή του ήθους προς κάτι αυθεντικό και καλύτερο, όπως ούτε η συντήρηση σε αντιπαραδοσιακά λειτουργικά σχήματα πού τα βαπτίσαμε "παράδοση" είναι κάτι το αυθεντικό και ορθόδοξο. Νομίζω , ότι προτεσταντίζουμε επικίνδυνα όταν ζητάμε την μεταγλώττιση , όπως όμως ρωμαιοκαθολικίζουμε όταν εκδηλωνόμαστε παράταιρα και υπερβολικά μπροστά σε κάτι το νεωτερικό και διαφορετικό. Η λειτουργική μας παράδοση έχει τις δικές της αντιστάσεις που είναι πιο ισχυρές από τον δικό μας ζήλο ή την δική μας σοφία. Ειλικρινά, υπάρχει άνθρωπος  πού κατά βάθος πιστεύει πως θα επιβληθεί η μεταγλωττισμένη λειτουργία ως ιερό και παραδοσιακό στοιχείο στην λαϊκή συνείδηση; Καίτοι, μετερχόμαστε συνήθως πολλών μεθόδων marketting για να ελκύσουμε τα πλήθη προς εκκλησιασμόν ,συνήθως "σπάμε τα μούτρα μας" ή γινόμαστε αντικείμενο κριτικής και χλεύης. Μήπως τελικά δεν είναι το ζήτημα περί λειτουργικής γλώσσης, αλλά περί αυτοδικαίωσης και πειραματισμού;

Ψευδοδίλημμα λοιπόν η μεταγλώττιση ή όχι της λειτουργικής γλώσσας και η ούτως χρήση της στην λειτουργική ζωή. Είναι όντως ένα ψευδοδίλημμα, πού όμως δεν έχουμε την διάθεση να το αντιμετωπίσουμε σαν τέτοιο .  Εμείς οι "παραδοσιακοί" και "συντηρητικοί" δεν είμαστε λιγότερο ποιμένες με αγωνία για τους πολλούς, ούτε περισσότερο καχύποπτοι και "μεσαιωνικοί".  Ίσως από κάποιο κρυφό ένστιχτο ή κάποια λανθάνουσα διάκριση βλέπουμε κάτι, πού δεν βλέπουν οι λοιποί. Δεν ισχυρίζομαι πώς είναι κριτήριο αγιότητας η υπόθεση. Αλλοίμονο αν ένα λειτουργικό θέμα διέκρινε τους "αγίους από τους αμαρτωλούς". Αλλά θυμηθείτε το κίνημα των αγίων κολλυβάδων. Ο άγιος Νικόδημος λχ τολμά και νεωτερίζει και γράφει για τους υπόδουλους έλληνες σε γλώσσα όχι απλά δημοτική, αλλά κοινώς καθομιλουμένη, για να τους φωτίσει και να τους λυτρώσει από την αμάθεια. "Χυδαία και λαϊκή" θα την ονόμαζαν οι λόγιοι του ΙΘ' αιώνος και δή οι εκκλησιαστικοί. Όμως την αγία λειτουργία και τις ιερές ακολουθίες, που μάλιστα μαζί με την νοερά προσευχή είναι το κέντρο της κολλυβάδικης έκφρασης και ζωής, δεν την άγγιξε καθόλου, την άφησε ως είχε. Ος έχει νουν και σοφίαν ας καταλάβει και ας εννοήσει την διαφορά. Εκεί διανοητική καθοδήγηση και διαφωτιστική μόρφωση(στα ηθικά και κατηχητικά) , εδώ (στα λατρευτικά) καρδιοκεντρική προσευχή και προσήλωση ιερή στην ενδεδειγμένη γλώσσα, την αποστολική λατρευτική γλώσσα, την μη αλλοίωση της παράδοσης.

Τελικά, ότι είναι άγιο και "πρακτικό" θα επιβληθεί, ενώ ό,τι είναι ξένο,πρόχειρο  θα αποβληθεί. Ας μην απαγορεύσει κανείς λοιπόν, τους πειραματισμούς σε κανέναν, να δούμε πού θα καταλήξουμε. Εντελώς ταπεινά και χωρίς ίχνος εμπαθείας ή χαιρεκακίας είμαι ήδη σίγουρος για το αν θα ευδοκιμήσουν οι πειραματισμοί ή όχι. Δεν μου το υπαγορεύει πνεύμα εγωιστικό, μου το έχει (α)υποδείξει ήδη η πραγματικότητα της ιστορικής παράδοσης

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 04, 2010

Χριστιανική ζωή και σαλότης


Η ζωή τών κατά Χριστόν σαλών ήταν μιά τελεία, ίσως καί ακραία εφαρμογή τής μωρίας κατά Χριστόν, πού είναι η πεμπτουσία όλου τού πνεύματος τού Ευαγγελίου. Δέν μπορούν, βέβαια, όλοι νά παριστάνουν τόν κατά Χριστόν σαλό, γιατί αυτό είναι ένα ιδιαίτερο χάρισμα καί μιά ιδιαίτερη ευλογία τού Θεού, αλλά όλοι μπορούν νά βιώσουν τήν κατά Χριστόν σαλότητα σέ μετριότερη μορφή καί ανάλογη προσαρμογή. Καί αυτό γίνεται αντιληπτό από τό ότι η ζωή πού έχει η Εκκλησία, ζωή τής αγάπης, τής πίστεως, τής εγκρατείας αποβλέπει καί εμπνέεται από ένα άλλο πολίτευμα, πού είναι σαφώς αντίθετο από τά ανθρώπινα πολιτεύματα... Η χριστιανική ζωή, χωρίς νά καταργή τήν λογική καί τίς αισθήσεις, κινείται πέρα από αυτές. ...

Όλη η χριστιανική ζωή, η νέα ζωή τήν οποία έφερε στόν κόσμο ο Χριστός είναι μία σαλότης γιά τήν λογικοκρατούμενη καί αισθησιοκρατούμενη κοινωνία.

Οι κατά Χριστόν σαλοί, πού έλαβαν από τόν Θεό τό συγκεκριμένο χάρισμα, έζησαν μέ μιά ακραία μορφή αυτήν τήν αλήθεια τής Εκκλησίας, αφού έκαναν τά πάντα γιά νά κρύπτουν τήν αρετή τους, νά αποφύγουν τήν τιμή τών ανθρώπων, καί νά τούς διορθώσουν μέ ιδιότυπους τρόπους, ακριβώς επειδή είχαν διαστρέψει τήν χριστιανική ζωή. Πραγματικά, η εκκοσμικευμένη κοινωνία γιά νά ξυπνήση από τόν λήθαργο καί τήν αφασία στήν οποία έχει περιπέσει, χρειάζεται εκκεντρικούς τρόπους.

...

Οι κατά Χριστόν σαλοί δείχνουν τόν δρόμο τής ευρέσεως τής πραγματικής ελευθερίας, τόν τρόπο ευρέσεως τού πραγματικού προσώπου. Αναλογικά, πρέπει νά συντονισθούμε σέ αυτό τό επίπεδο καί σ' αυτό τό μέτρο. Νά μή μάς ενδιαφέρη ποιά γνώμη έχει ο κόσμος, αλλά η γνώμη τού Θεού. Η αγάπη τού Θεού είναι μιά θεία μέθη. Καί αυτή η "νηφάλιος μέθη" είναι έρως. Αυτός ο θείος έρως είναι η όντως ζωή.

(Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου, Τό Πρόσωπο στήν Ορθόδοξη Παράδοση)

Δευτέρα, Ιανουαρίου 25, 2010

Είναι η εορτή των τριών ιεραρχών μόνο εορτή των ελληνικών γραμμάτων;



Αρχικά,είναι μάλλον επικίνδυνο και "αντιπαραδοσιακό" στις πονηρές ημέρες που διανύουμε, ημέρες αντιχρίστων και προγονολατρών,αμοραλιστών και νεοεποχιτών,να ισχυριστεί κανείς πώς δεν είναι,ιδιαίτερα εν ιερατική περιβολή και συνειδήσει.
Προσωπικά, δεν αμφιβάλω για το ότι οι τρείς κορυφαίοι διδάσκαλοι και ποιμένες της Εκκλησίας διέσωσαν και διέδοσαν την αξία των ελληνικών γραμμάτων, "όπως αν ωφελοίντο" οι χριστιανοί νέοι κάθε εποχής απ'αυτά και μάλιστα με νύχια και με δόντια αποδαιμονοποίησαν την ελληνική διανόηση, σε καιρούς που απλώς η εκκλησιαστική συνείδηση την αντιμετώπιζε σαν ύποπτα ειδωλολατρικά συγγράμματα και ιδέες που βλασφημούσαν τον Λόγο.  Ειδικά, όταν κάποιοι προγονόπληκτοι πιστεύουν και ομολογούν  εν πλήρει συνειδήσει τον εξεβραϊσμό των ελληνικών μαζών, με κύριους μοχλούς την πολεμική των τριών πατέρων και τον "επαχθή σημιτισμό τους", που κόστισε στους ημέτερους την ίδια την πολιτιστική τους ταυτότητα. Άσχετο βέβαια, αν αυτοί οι τρείς άγιοι "παπούληδες", οι των πτωχών υπερασπιστές και φωνές του δίκιου και της αλήθειας, οι εικόνες της πραότητας, τα σώματα της αυτοπροσφοράς και της κενωτικής θυσίας,οι νόες της υψηλότατης διανόησης που πήγαν την αρχαία κληρονομημένη γνώση παραπέρα, μόνο σφαγείς φιλοσόφων και παρακινητές βιαιοπραγιών δεν υπήρξαν.Πώς άλλωστε; Το μεγαλύτερο μέρος του βίου τους το περνούσαν μεταξύ λεπροκομείων και εξορίας,μεταξύ διωγμών και θλίψεων και αυτοπροσφοράς. Οι ιουλιανοί κάθε εποχής, ως  καλλιτέχνες και διανοούμενοι-μπερεδοκασκολοφόροι της μπουρλέσκ κωμωδίας, ψώνια και μισητές εκ φύσεως ποτέ δεν συγχώρησαν ίσως στην ίδια την μητέρα τους την πυθιακή της προφητεία "απέσβετο γαρ λάλον ύδωρ...". Ούτως ειπείν , είναι δυσκολοχώνευτο για τον ανώτερο ελληναρά να εννοήσει πώς η "θεολογία" των ορέξεων του Δία  και της παρθενοκεντρικής υστερίας της Παλλάδας, θεολογία που δικαιώνει ταπεινά ένστιχτα και πάθη, ήταν ιστορικά και πνευματικά αναπόφευκτο να αντικατασταθεί με την θεολογία της θυσίας του Σταυρού και της συγκινητικής αγνείας της Παρθένου Μαρίας.
Αντιγράφω από το site, matia.gr: "Την εορτή των Τριών Ιεραρχών καθιέρωσε ο Αλέξιος Κομνηνός το 1100 μΧ, αφενός για να τιμηθούν οι τρεις μεγάλοι Άγιοι της Εκκλησίας μας κι αφετέρου για να σταματήσουν οι διαμάχες και φιλονικίες μεταξύ των πιστών σχετικά με το ποιος από τους τρεις Αγίους (Άγιος Βασίλειος ο Μέγας, Άγιος Ιωάννης ο Χρυστόστομος, Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος) είναι ο πιο σπουδαίος και ο πιο μεγάλος. Οι πιστοί χωρίστηκαν σε ομάδες, ανάλογα με ποιον Άγιο θεωρούσαν πιο σημαντικό. Αυτοί που υποστήριζαν ότι πιο σημαντικός είναι ο Μέγας Βασίλειος αυτοαποκαλούνταν Βασιλείται, αυτοί που υποστήριζαν ότι ήταν ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αυτοαποκαλούνταν Γρηγορίται και τέλος αυτοί που υποστήριζαν ότι ήταν πιο σημαντικός ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αυτοαποκαλούνταν Ιωαννίται.

Έξι αιώνες αργότερα, το 1826 μΧ ο Δημήτριος Φρειδερίκος Γκίλφορντ, ιδρυτής της Ιονίου Ακαδημίας, και ο Κωνσταντίνος Τυπάλδος καθιέρωσαν την ημέρα της εορτής των Τριών Ιεραρχών ως ημέρα αφιερωμένη στην Ελληνική και Επτανησιακή Παιδεία. Δεκαέξι χρόνια αργότερα, το 1842 μΧ το πανεπιστήμιο Αθηνών καθιέρωσε για όλη την ελεύθερη Ελλάδα την εορτή των Τριών Ιεραρχών ως ημέρα αφιερωμένη στην Παιδεία και στα Γράμματα. Από τότε ως σήμερα, οι Τρεις Ιεράρχες θεωρούνται προστάτες των μαθητών, των φοιτητών και των σπουδαζόντων εν γένει, και η μέρα εορτή τους είναι σχολική αργία.

Τέλος να σημειώσουμε ότι την Θεία Λειτουργία που τελείται την ημέρα των Τριών Ιεραρχών έγραψε ο επίσκοπος Ιωάννης ο Ευχαΐτων (γνωστός και ως Ιωάννης Μελανόπους ή Μαυρόπους), σύγχρονος του Αλεξίου Κομνηνού". 

* * *
Καλά μέχρι εδώ. Είναι λοιπόν μια σχολική εορτή θεσμοθετημένη από ένα πανεπιστημιακό ίδρυμα και μάλιστα σε ένα περιορισμένο γεωγραφικό και ιστορικό χώρο: την Ελλάδα,την εν αυτη εκκλησία και γενικότερα του εορτή παιδείας του απανταχού της γης ελληνισμού.
Ακόμα και σήμερα, 185 χρόνια μετά παραμένει όχι μόνο στην εθνική αλλά και στην εκκλησιαστική συνείδηση , ως ημέρα σχολικής αργίας και ημέρα της ελληνικής παιδείας. Είναι όμως μόνο τέτοια; Όχι . Η εορτή των τριών ιεραρχών δεν είναι μια σχολική αργία, δεν είναι η ημέρα τιμής της προστάτιδος τριάδος των ελληνικών γραμμάτων. Ή τουλάχιστον πιο απλά και με ορθή ακρίβεια δεν είναι ΜΟΝΟΝ τέτοια. Mπορεί επίσης κάποιος άνετα να ισχυριστεί πώς μόνο κατά ιστορική οικονομική παραχώρηση είναι τέτοια και δεν θα λείψει ποτέ στην ορθοδοξία,όταν και αν καταργηθεί σαν εορτή της ελληνικής παιδείας, και πάλι να ορθολογεί.Η εορτή των τριών ιεραρχών δεν είναι πρώτιστα μια γιορτή ελληνική, μια εορτή ελλαδίτικης υπερηφάνειας και επινόησης. Είναι η εορτή και μνήμη τριών διδασκάλων και ποιμένων της Εκκλησίας. Είναι μια "αρχαία", "βυζαντινή" γιορτή, μια ακόμα μνήμη αγίων,σπουδαίων αγίων,μεγάλων αγίων, που χαρακτηρίζεται από όλη την θεολογία,την σημειολογία και την σπουδαιότητα της ορθόδοξης μνήμης αγίων, της ορθόδοξης λατρευτικής συναξης για να τιμηθούν τρία κορυφαία άγια πρόσωπα της ορθοδοξίας.
Η αναχρονιστική και ανακριβής εμμονή στο σχολικό και περιορισμένο ελλαδίτικο (γιατί όχι και ελληνιστικό) χαρακτήρα της εορτής πρέπει κάποια στιγμή να αποτελέσει παρελθόν στην κοινή ορθόδοξη συνείδηση. Όταν ερχόμαστε στην σύναξη , κλήρος και λαός για να τιμήσουμε τους τρεις πατέρες, και αυτό όπως είδαμε συνέβαινε αιώνες πριν το 1826 μΧ και εκτός αυστηρά ελλαδικού χώρου,ερχόμαστε όχι για να τιμήσουμε μόνο τρεις σοφούς ελληνιστές του παρελθόντος , με πνεύμα και ήθος εθνικιστικής περηφάνειας και ελληνοφρένειας, αλλά συνερχόμαστε για να τιμήσουμε:"οἱ φιλόσοφοι τοὺς σοφούς, οἱ Ἱερεῖς τοὺς ποιμένας, οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς προστάτας, οἱ πένητες τοὺς πλουτιστάς, οἱ ἐν θλίψεσι τοὺς παραμυθοῦντας, τοὺς συνοδίτας οἱ ὁδοιπόροι, οἱ ἐν θαλάσσῃ τοὺς κυβερνήτας, οἱ πάντες τοὺς πανταχοῦ θερμῶς προφθάνοντας, θείους Ἀρχιεράρχας", κατά την υμνολογία της εορτής. Είναι εμμονή και αποτέλεσμα ενός διαστρεβλωμένου,κοσμικού,κόλακος "χριστιανισμού", η διαρκής επανάληψη και η παθογένεια της εμμονής στον σχολικό-παιδαγωγικό χαρακτήρα της εορτής. Τα κηρύγματα θεολόγων συναδέλφων και ιερέων εκείνη την ημέρα τονίζουν και ξανατονίζουν, πώς οι τρεις διδάσκαλοι υπήρξαν σοφοί,μορφωμένοι,διανοητές"νέοι δημοσθένεις και πλάτωνες", "πατέρες του ευρωπαϊκού πολιτισμού" και τα συναφή και ένας συμπαθέστατος αδελφός είπε και το εξής γραφικό εν πλήρει ενθουσιασμώ και υποτυπώδη κολακεία:"πρόδρομοι του ευρωπαϊκού διαφωτισμού".(...!)

Και αναρωτιέται κανείς: Καλά... οι τρείς άγιοι δεν υπήρξαν θεολόγοι και μάλιστα καθοριστικοί εισηγητές και αναμορφωτές της ανατολικής θεολογικής σκέψης,αλλά και της παγκόσμιας; Δεν υπήρξαν φιλάνθρωποι,λειτουργοί,ασκητές,νηπτικοί,μοναχοί,ευεργέτες, θαυματουργοί "ιατροί της ψυχής και του σώματος"; Δεν έκτισαν βασιλειάδες και δεν έδωσαν πρότυπα αγωνιστικού και κοινωνιστικού βίου και θάρρους; Δεν υπήρξαν βαθείς ανθρωπολόγοι και εραστές και μύστες της ορθόδοξης θεολογίας και ανθρωπολογίας; Δεν υπήρξαν λάτρεις και προσευχητές,κατηχητές και διδάσκαλοι ασφαλείς της θεολογίας,πρόμαχοι της ορθοδοξίας και "καθαιρέτες Αρείου"; Υπήρξαν μόνο ρήτορες,φιλόσοφοι και ποιητές; Υπήρξαν μόνο σαν επιστήμονες και τεχνολόγοι, όπως ο σύγχρονος τους Λιβάνιος και ο μεταγενέστερος τους Βαρλαάμ; Μήπως ήταν απλώς "φωτισμένες διάνοιες" σαν τον Ακινάτη και σχολαστικοί καταγραφείς του επιστητού ; Δεν νήστεψαν; Δεν ποίμαναν ψυχές; Δεν πολέμησαν με τον αρχέκακο εχθρό ενώπιος ενωπίω στην προσωπική τους έρημο; Δεν ήλεγξαν Ιουλιανούς και Ευδοξίες δηλ. τους προδρόμους του σημερινού διεφθαρμένου κατεστημένου και υπερκράτους; Ήταν μόνο οι γλυκείς και ηθικοί διδάσκαλοι που πήραν από το χέρι τους μαθητές για να τους διδάξουν την οξεία και την περισπωμένη; Δεν εντόπισαν και δεν στηλίτευσαν την απάτη της ιδιοκτησίας,της απληστίας και του πλούτου; Μήπως δεν φίλησαν λεπρούς και δεν θαυματούργησαν επί αρρώστων; Ή μήπως οι αγιοτικές και συναξαριακές διηγήσεις είναι απλά απαρχαιωμένες, παπαδίστικες μπαρούφες συντηρητισμού, ήτοι γραφικά παραμύθια που δεν αξίζουν αναφοράς, ιδιαίτερα σε συνεστιάσεις διδασκάλων και παρουσία επιστημόνων και "μορφωμένων ανθρώπων"; Πάντως , δεν μπορώ να πώ... ενίοτε τονίζεται στα κηρύγματα και η φιλανθρωπική διακονία των τριών ιεραρχών. Ίσως μόνον όταν θεσμοθετούμε πολιτική θεολογία ή όταν προβάλουμε ηθικιστικό λόγο αυτοπροβολής, ως "διάδοχοι" τους, στα "έργα αγάπης" που διαφημίζουν τον ασήμαντο εαυτούλη μας.

Κλείνουμε με τα ίδια τα λόγια του μεγάλου Βασιλείου, που είναι χαρακτηριστικά για το θέμα και αποδεικνύουν απατηλή την στάση της εν λόγω μονομέρειας και κολακείας μας:

«Ἐγώ, γράφει, ἀφοῦ ξόδεψα πολὺν καιρὸν στὰ μάταια πράγματα, κι᾿ ἀφοῦ ὅλη σχεδὸν τὴ νεότητά μου τὴ χάλασα μὲ τὸ νὰ κοπιάζω γιὰ πράγματα ἀνώφελα (ἀδιαφόρετα), καταγινόμενος νὰ μελετῶ τὰ μαθήματα τῆς «παρὰ τοῦ Θεοῦ μωρανθείσης σοφίας», ἐπειδὴ κάποτε ξύπνησα σὰν νὰ κοιμόμουνα σὲ βαθὺν ὕπνο, καὶ ἄνοιξα τὰ μάτια μου στὸ θαυμαστὸ φῶς τῆς ἀληθείας τοῦ Εὐαγγελίου κ᾿ εἶδα καλὰ πὼς ἤτανε ἄχρηστη «ἡ σοφία τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου τῶν καταργουμένων», ἀφοῦ ἔκλαψα πολὺ γιὰ τὴν ἐλεεινὴ ζωή μου, παρακαλοῦσα τὸ Θεὸ νὰ μὲ χειροκρατήση γιὰ νὰ φωτισθῶ στὰ δόγματα τῆς εὐσέβειας. Καὶ πρὶν ἀπ᾿ ὅλα προσπάθησα νὰ ἀποκτήσω κάποια ἠθικὴ διόρθωση, ἐπειδὴ εἶχε πάθει μεγάλη διαστροφὴ ἡ ψυχή μου ἀπὸ τὴ συναναστροφή μου μὲ τοὺς κακοὺς ἀνθρώπους. Διάβασα λοιπὸν τὸ Εὐαγγέλιο, καὶ σὰν εἶδα πὼς ἐκεῖ μέσα εἶναι γραμμένο πὼς συντείνει πολὺ στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου τὸ νὰ πουλήση τὰ ὑπάρχοντά του καὶ νὰ τὰ μοιράση στοὺς φτωχοὺς ἀδελφούς του καὶ νὰ ζῆ χωρὶς νὰ φροντίζη καθόλου γιὰ τούτη τὴ ζωή, καὶ νὰ μὴν προσηλώνεται ἡ ψυχὴ στὰ ἐπίγεια ἀπὸ καμμιὰ συμπάθεια, παρακαλοῦσα νὰ εὕρω κάποιον ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς ποὺ νὰ διάλεξε αὐτὸν τὸ δρόμο στὴ ζωή του, ὥστε, μαζὶ μ᾿ αὐτόν, νὰ ταξιδέψω καὶ νὰ περάσω τούτη τὴν περαστικὴ φουρτούνα τῆς ζωῆς».

Τους τρείς ιεράρχες θα τους τιμήσω σαν μωρός ταλιμπάν χριστιανός, απαλλαγμένος από αγκυλώσεις προοδευτισμού,προκαταλήψεις διανοουμενισμού και ελληναράδικα στεγανά, έτσι, όπως τιμάμε τον κάθε άγιο, μορφωμένο ή αμόρφωτο, με πλήρη και μόνη αναφορά στο πρόσωπο του Χριστού,στην ευχαριστηριακή σύναξη,με αναφορά τιμής στα πρότυπα της αγιότητας και όχι στα πρότυπα  της κοσμικότητας,όπως ακριβώς την εποχή των Κομνηνών. Εν "βλακώδει" ρομαντισμώ, μα τιμία τη συνειδήσει.... Καλή φώτιση σε όλους τους βαυαρόπληκτους!



Αν αγαπάμε την Ελλάδα ας αφήσουμε πίσω τον ενδιάθετο "ελληνισμό" των Γερμανών και ας φερθούμε τίμια και ωραίοι ως Έλληνες...


Σάββατο, Ιανουαρίου 16, 2010

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης απέναντι στον Απόστολο Μακράκη



Του Μάριου Μπέγζου

Εφέτος συμπληρώνονται 150 χρόνια από τήν γέννηση τού Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (4.3.1851) καί 90 έτη από τήν κοίμησή του (1911). Οι επέτειοι χρησιμεύουν στήν ανάμνηση όχι μόνο τού παρελθόντος αλλά καί τού μέλλοντος όλων μας, αφού τά ερωτήματα παραμένουν, μολονότι οι απαντήσεις αλλάζουν. Ο Σκιαθίτης διηγηματογράφος ενσαρκώνει μιά στάση ζωής πού συνεχίζει νά είναι επίκαιρη καί ζωτική.

Τήν σημασία τής προσφοράς του μπορούμε νά τήν αντιληφθούμε καλύτερα, αν τόν συγκρίνουμε μέ έναν άλλο ρηξικέλευθο χριστιανό διανοούμενο τής εποχής του, τόν Σίφνιο λόγιο Απόστολο Μακράκη (1831-1905), πού αντιπροσωπεύει μιάν εντελώς αλλιώτικη αντίληψη γιά τήν εκκλησία καί τόν νεοελληνισμό. Ανάμεσα στόν Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη καί στόν Απόστολο Μακράκη υφίστανται πάρα πολλές διαφορές.

Μιά πρώτη διαφοροποίηση μεταξύ Παπαδιαμάντη καί Μακράκη πού μέ έμφαση επισημαίνεται από τό Σκιαθίτη μας είναι η απόσταση πού χωρίζει τό μακρακισμό από τό φιλοκαλικό κίνημα αναγέννησης τής Ορθοδοξίας στό 18ο-19ο αι. γνωστό μέ τή μειωτική επωνυμία "Κολλυβάδες", πού αναφάνηκε στό Άγιον Όρος μέ ηγήτορα τόν άγιο Νικόδημο τόν Αγιορείτη καί συνίστατο στήν αναβίωση τής ορθόδοξης πατερικής παράδοσης μέ επίκεντρο τή μελέτη τής "Φιλοκαλίας" καί ορατό αναγνωριστικό σημείο τή συχνή συμμετοχή τών πιστών στό μυστήριο τής θείας ευχαριστίας.

Οι αντίπαλοι τής φιλοκαλικής αγιορετικής κίνησης κατασυκοφάντησαν τούς πρωτεργάτες αυτής τής πρωτοβουλίας κάνοντας κατάχρηση τής συνήθειας νά τηρείται πιστά η λατρευτική παράδοση τής Ορθοδοξίας καί νά μή τελούνται μνημόσυνα τήν Κυριακή, ημέρα ανάστασης, παρά μόνο τό Σάββατο, ημέρα μνήμης τών νεκρών καί προσφοράς κολλύβων στό ναό. Έτσι επινοήθηκε τό περιπαικτικό παρωνύμιο "Κολλυβάδες" από τή δήθεν νομιζόμενη τυπολατρική προσκόλληση στά "κόλλυβα", ενώ στήν πραγματικότητα πρόκειτο γιά ρωμαλέο εκκλησιαστικό κίνημα ανακαίνισης μέ βάση τή "Φιλοκαλία" τών νηπτικών πατέρων τής μυστικής θεολογίας τής Ορθοδοξίας. Κατάλοιπα τών καταδιωγμένων "Κολλυβάδων" βρήκαν καταφύγιο στή Σκιάθο, πού κατά μία εύστοχη παρατήρηση τού Τάκη Παπατσώνη1 είναι η σκιά τού Άθωνα (Σκιάθος: Σκιά τού Άθως: Σκι-Άθως).

Έτσι ο Παπαδιαμάντης τρέφεται από τήν ορθόδοξη παράδοση στή φιλοκαλική της εκδοχή μέ τήν οποία κρίνει, συγκρίνει καί κατακρίνει τό μακρακισμό. Απέναντι στόν δυτικό, προτεσταντικό καί ευσεβιστικό Μακράκη2 ορθώνεται ο ανατολικός, ορθόδοξος καί φιλοκαλικός Παπαδιαμάντης. Ιδιαιτέρως αποκαλυπτικός είναι ο κοσμοκαλόγερός μας στή νεκρολογία τού συντοπίτη τού ιερομονάχου πατρός Διονυσίου τόν οποίο διαφοροποιεί από τόν μακρακισμό πού τόν τοποθετεί στόν ησυχασμό τών φιλοκαλικών τής Ορθοδοξίας. Μάλιστα υπογραμμίζει ο άγιός μας γιά τούς Κολλυβάδες ότι "τό σκωπτικόν επίθετον αναξίως εδόθη αυτοίς υπό φθονερών τού μοναστικού βίου απτήνων"3 καί σημειώνει επιπροσθέτως ότι "εκ τών Κολλυβάδων ήσαν εκ τών παλαιών λογίων πατέρων ο Κορίνθου Μακάριος, ο Νοταράς, άγιος τιμώμενος, Αθανάσιος ο Πάριος καί Νικόδημος ο πολυγραφώτατος, ο Κύριλλος, ο Ηλίας, ο Αρσένιος καί άλλοι ενάρετοι πατέρες"4.

Σέ άλλη συνάφεια δηλώνει ρητά ότι ο Μακράκης επιχείρησε νά απομιμηθεί τά "κολλυβάδικα" έθιμα γιά τήν συχνή θεία μετάληψη, αλλά χωρίς καμμιά επιτυχία, διότι πρόκειτο γιά ξηρό τυπολοατρικό, επιδερμικό μιμητισμό: "ο εν λόγω διδάσκαλος "Μακράκης", αυτός μάλλον είχεν ακολουθήσει τινά των παλαιών εθίμων μοναστικής τινός κοινότητος, λίαν αρχαιοπρεπούς, εις την οποίαν ανήκον οι ασκηταί ούτοι. Ούτω συνέπεσαν εν μέρει εις τάς δοξασίας"5. Εξηγεί τήν μακρακική αποτυχία στήν απομίμηση τού φιλοκαλικού ανανεωτικού κινήματος μέ τόν ακόλουθο τρόπο: "Παρά τών Κολλυβάδων τούτων ηθέλησε καί ο κ. Μακράκης νά μιμηθή τινα έθιμα, ως τό τής συχνής μεταλήψεως καί άλλα, καί απέτυχεν, ως εικός. Διότι δέν εδόθη εις κοσμικούς ανθρώπους νά μιμώνται τά έθιμα τών ασκητικών εκείνων ανδρών, τών εν αμέμπτω πολιτεία διαγόντων, ουδ' έξεστιν εις τούς εν τή τύρβη τού κόσμου βιούντας νά παραδώσει τά σεμνά καί υψηλά εκείνα πράγματα"6.

Γιά τόν Σκιαθίτη διηγηματογράφο ο Σίφνιος λόγιος φέρεται σάν προτεστάντης κι όχι ως ορθόδοξος. Παρόλα τά καλά πού τού αναγνωρίζει τόσο στίς προθέσεις όσο καί στό ήθος, ωστόσο μέ τρόπο ανυποχώρητο ο Παπαδιαμάντης μέμφεται τόν Μακράκη γιά προτεσταντισμό7 καί μάλιστα κατ' επανάληψη στά έργα του. Ο κοσμοκαλόγερος τής λογοτεχνίας μας απορρίπτει τόν μακρακισμό μέ τήν οργίλη αποστροφή: "Τί καινοτομίαι, τί ξενισμοί, τί λεσχηνείαι είναι αυτά; Προτεστάνται είμεθα υμείς εδώ;"8.




Στήν επιστολογραφία του μάλιστα ο Παπαδιαμάντης γίνεται σαφέστερος καί δριμύτερος: "Η ουσία τού προτεσταντισμού δέν έγκειται τόσον εν τή μή τιμή τών εικόνων καί τών λειψάνων, όσον εν τή απορρίψει τού κύρους τών Οικουμενικών Συνόδων, τών Πατέρων καί τής παραδόσεως, εν τή απολύτω ελευθερία του ερμηνεύειν έκαστον τάς Γραφάς, όπως αν αυτώ αρέσκη. Τούτο δέ ακριβώς πράττει καί ο κ. Μακράκης, όστις περιέρχεται τάς πόλεις καί τά χωρία ερμηνεύων κατά τήν ιδίαν αυτού φαντασίαν τάς Ιεράς Γραφάς, άνευ κύρους, άνευ αδείας καί εγκρίσεως εκκλησιαστικής"9.

Η απτή καί ορατή διαφοροποίηση τού ορθοδόξου καί τού προτεσταντικού στοιχείου εντοπίζεται στήν οριοθέτηση τού κοινωνικού καί τού ατομικού παράγοντα. Ο προτεσταντισμός είναι ένας θρησκευτικός ατομικισμός, όπου τό άτομο έχει απόλυτη προτεραιότητα, προηγείται ο ιδιώτης πιστός καί όλος ο βίος εξατομικεύεται. Αντιθέτως στήν Ορθοδοξία πρυτανεύουν τό κοινωνικό, τό κοινοτικό καί τό κοινοβιακό στοιχείο. Η εκκλησία κατανοείται ως σώμα Χριστού καί όχι ως σωματειο χριστιανών. Η καταστατική πράξη τής εκκλησίας, η θεία ευχαριστία, λέγεται καί είναι "θεία κοινωνία", γι' αυτό ήδη στήν πρωτοχριστιανική παράδοση διακηρυσσόταν η πεποίθηση: "unus christianus, nullus christianus", δηλαδή "ένας χριστιανός ίσον κανένας χριστιανός".

Τέτοια ακριβώς ορθόδοξη εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία αντιτάσσει ο Παπαδιαμάντης στόν Μακράκη, τόν οποίο έχει κατηγορήσει γιά προτεσταντική κακοδοξία, καί οριοθετεί τήν δική του εκκλησιαστική ορθοδοξία μέ τόν ακόλουθο τρόπο: "Εγώ είμαι τέκνον γνήσιον τής Ορθοδόξου Εκκλησίας εκπροσωπουμένης υπό τών επισκόπων της. Εάν δέ τυχόν πολλοί τούτων είναι αμαρτωλοί, αρμοδία νά κρίνη είναι μόνον η Εκκλησία, καί μόνον τό άπειρον έλεος τού Θεού ημείς πρέπει νά επικαλώμεθα. Τό κύρος καί τήν ενότητα τής Εκκλησίας ημείς δέν τά συγχέομεν μέ τάς αμαρτίας τών προσώπων, καθώς οι παρασυνάγωγοι σεις"10.

Γιά τόν Παπαδιαμάντη η εκκλησία είναι Σώμα Χριστού, ενώ γιά τόν Μακράκη αυτό πού προέχει καί μέλλει νά σώσει τόν άνθρωπο καί τήν ανθρωπότητα, τόν χριστιανισμό καί τόν ελληνισμό μαζί, είναι ένα σωματείο χριστιανών, γι' αυτό άλλωστε ο ίδιος διά βίου προέβαινε στήν ίδρυση πολλών καί αλλεπάλληλων σωματείων θρησκευτικού ή πολιτικού προσανατολισμού11.

Μέ αυτόν τόν τρόπο όμως η εκκλησία διαφθείρεται: στό Σώμα Χριστού καταντά σωματείο χριστιανών. Έτσι καταργείται η εκκλησιαστικότητα καί αναφύεται η παραεκκλησιαστικότητα. Η σχέση τής εκκλησίας μέ τήν παραεκκλησιαστική θρησκευτική οργάνωση είναι ευθέως ανάλογη μέ τήν σχέση τού κράτους καί τού παρακράτους, τής παιδείας καί τής παραπαιδείας, τής οικονομίας καί τής παραοικονομίας, τού σώματος καί τού σωματείου, τής ορθοδοξίας καί τής ετεροδοξίας, τού φιλοκαλικού ησυχασμού καί τού προτεσταντικού ευσεβισμού, δηλαδή τής εκκλησιαστικότητας καί τής θρησκευτικότητας.

Η συγκεκριμένη διαφορά εντοπίζεται στήν προτεραιότητα: ποιός προηγείται; ο Χριστός ή ο χριστιανός, η εκκλησία ή τό άτομο; τό σώμα ή τό σωματείο; τό Σώμα τού Χριστού ή τό σωματείο τών χριστιανών; η εκκλησιαστικότητα ή η θρησκευτικότητα; Μέ τήν γλώσσα τού Παπαδιαμάντη λοιπόν: "Ποίος Μητροπολίτης, ποία Σύνοδος, δύναται ποτέ ν'αναγνωρίση τόν κ. Μακράκην ως ορθόδοξον, εάν ούτος δέν προσέλθη απλώς καί καθαρώς, εν ταπεινώσει, άνευ σοφισμάτων καί άνευ υστεροβουλίας, εάν δέν προσπέση εις τήν Εκκλησίαν νά είπη τό ήμαρτον, ν' αποπτύση τό τρισύνθετον καί πάσαν άλλην κακοδοξίαν, καί νά είπη ότι μετανοεί ειλικρινώς; Ως ίσος πρός ίσην τολμά νά διαπραγματεύεται πρός τήν Εκκλησίαν, ή έτι θρασύτερον, ως θεραπαίνιδα θέλει νά τήν μεταχειρισθή ο αγχίστροφος διαλεκτικός, ο πολύπλαγκτος αγορητής, αξιών, ίνα η Εκκλησία αυτή καί όχι ο Μακράκης ομολογήση ότι έσφαλε νά τόν αποκηρύξη: Οίον εξαίσιον πτώμα! Οίος κρημνός! Εν όμως λησμονεί ο πολύστροφος λογοκόπος, τό ότι οι Άρειοι καί οι Απολλινάριοι καί οι Ωριγένεις ήσαν πολύ αυτού ευφραδέστεροι καί λογιώτεροι καί επιφανέστεροι... Αλλ' εις τήν περίπτωσιν αυτήν άτακτος είναι ο κ. Μακράκης, όστις δέν πείθεται εις τήν Εκκλησίαν"12.

Μέ τέτοια εκκλησιολογική λογική ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας ο Σκιαθίτης άγιος τού αιώνα μας γράφει γιά τόνΣίφνιο "Σωκράτη τού 19ου αιώνα" τά εξής: "πάς χριστιανός οφείλει νά πειθαρχή εις τούς ορατούς αντιπροσώπους τής Εκκλησίας, είτε αμαρτωλοί είναι ούτοι είτε άγιοι, καί νά μή πλησιάζη εις τόν Μακράκη. Άλλως, θά ήτον αναρχία καί τίποτε άλλο"13. Σέ άλλη πάλι συνάφεια διαδηλώνει τίς απόψεις του μέ εμφαντικότερο τρόπο: "Τό βήμα τής εκκλησίας δέν είναι, όπως τό βήμα τό δικανικόν, τό βήμα τό πολιτικόν, όπου υπάρχουν ρήτορες καί αντιρρήτορες... Τό εκκλησιαστικό βήμα -ο άμβων- είναι αυστηρόν, αποκλειστικόν, αυθεντικόν. Εις μόνος ομιλεί. Υποτίθεται, ότι λέγει, όχι διδόμενα, αλλά συμπεράσματα, παραδεδεγμένα, αναμφισβήτητα, δόγματα. Δέν επιτρέπονται εκεί αι αυτοσχέδιοι ανοησίαι. Διά τούτο ο είς εκείνος πρέπει νά είναι χρισμένος από τήν εκκλησίαν// οφείλει νά είναι τό στόμα τής εκκλησίας, επειδή συζήτησις δέν επιτρέπεται, ούτε δευτερολογία, ούτε διακοπή. Ανάγκη άρα νά είναι κληρικός"14.

Τό φάντασμα τού Μακράκη καί η σκιά τού Παπαδιαμάντη μέλλουν νά παραμένουν διαρκώς μαζί μας σέ κάθε τίμια αναζήτηση τής αλήθειας τού γένους μας σέ κάθε τύπο καί σέ κάθε καιρό. Η επιλογή υπέρ τού ενός ή τού άλλου αποτελεί προσωπική επιλογή καθενός μας καί συλλογική ευθύνη όλων μας.

ΜΑΡΙΟΣ ΜΠΕΓΖΟΣ

1. Τ. Παπατσώνης, Άσκηση στόν Άθω, Αθήνα 1963 (1984), 14.

2. Λ. Μπράνγκ, Τό Μέλλον τού Ελληνισμού στόν Ιδεολογικό Κόσμο τού Α. Μακράκη, Αθήνα 1997, 111: "Ο Μακράκης ... αναδεικνύεται τελικά αντι-ησυχαστικός".

3. Α. Παπαδιαμάντης, Άπαντα (επιμ.), Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, 5 τόμοι, Αθήνα 1981-1988, τόμ. Ε?, σελ. 330. Πρβλ. τόν σχολιασμό τού Ζ. Λορεντζάτου, Μελέτες, Αθήνα 1994, τόμ. Α?, σελ. 235-258.

4. Στό ίδιο.

5. Παπαδιαμάντης, ό.π., Β?, 498-499.

6. Παπαδιαμάντης, ό.π., Ε?, 330.

7. Εύστοχα κάνει λόγο γιά τόν "ορθόδοξο προτεσταντισμό" τού Μακράκη ο π. Θεόκλητος Διονυσιάτης (στό Μπράνγκ, ό.π., 30 καί 28-30, όπου καταχώριση τής αντιμακρακικής τοποθέτησης τού π. Φιλοθέου Ζερβάκου).

8. Παπαδιαμάντης, ό.π., Δ?, 148.

9. Παπαδιαμάντης, ό.π., Ε?, 163.

10. Παπαδιαμάντης, ό.π., Ε?, 165. Πρβλ. παλαιότερη μελέτη μας: Μ. Μπέγζος, "Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης καί Απόστολος Μακράκης: "Αειπλάνητος Διδάχος" ή "Κοσμοκαλόγερος"; Νέα Κοινωνιολογία, τχ. 27 (Άνοιξη 1999), 32-42 πού αφορμήθηκε από προφορική υπόδειξη τού ποιητή Δημήτρη Κοσμόπουλου γιά τήν αντιστικτική σχέση Παπαδιαμάντη-Μακράκη.

11. Πρβλ. Μπράνγκ, ό.π., 313επ., ιδ. 327 όπου διασύνδεση τού μακρακισμού μέ τίς μετέπειτα παραεκκλησιαστικές οργανώσεις ("Αδελφότητες Θεολόγων") στήν ελλαδική εκκλησία μέ πρωτεργάτη τόν αρχιμανδρίτη π. Ευσέβιο Ματθόπουλο (1849-1929), αρχικά οπαδό τού Απ. Μακράκη καί μετά (μετά τήν αποσκίρτησή του από τόν μακρακισμό) ιδρυτή τής "Ζωής" (1907). Πρβλ. Χ. Γιανναράς, Ορθοδοξία καί Δύση στή Νεώτερη Ελλάδα, Αθήνα 1992, 348] επ., 359: "Η πρώτη εξωεκκλησιαστική οργάνωση στήν Ελλάδα ιδρύεται τόν Σεπτέμβριο τού 1976 από τόν Απόστολο Μακράκη". Βλ. τήν διδακτορική διατριβή στό Τμήμα Ποιμαντικής καί Κοινωνικής Θεολογίας τού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (μέ επιβλέποντα καθηγητή τόν π. Θεόδωρο Ζήση) τού Εμμ. Καραγεωργούδη, Χριτσιανισμός καί Πολιτική κατά τόν Απόστολο Μακράκη, Θεσσαλονίκη 1992, ιδ. σελ. 107επ., όπου τεκμηριώνεται η "μακρακική" γενεαλόγηση τού κινήματος "Χριστιανική Δημοκρατία" καί τών οργανωσιακών πρωτοβουλιών τού Αυγουστίνου Καντιώτη.

12. Παπαδιαμάντης, ό.π., Ε?, 164.

13. Παπαδιαμάντης, ό.π., Γ?, 576.

14. Παπαδιαμάντης, ό.π., Δ?, 148.

AΠΟΙΚΙΑ ΟΡΕΙΝΩΝ ΜΑΝΙΤΑΡΙΩΝ