ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιερωσύνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιερωσύνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Μαΐου 22, 2017

Πώς είδε το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας ο Οσιομάρτυς Ιάκωβος ο νέος



Κάποτε, ο όσιος Ιάκωβος επήγε στις Καρυές Αγίου Όρους μαζί με τον μαθητή του Μαρκιανό, για να δει τους γνωστούς του και καθώς ήλθε η ώρα της λειτουργίας εμπήκε εις την εκκλησία.
Σταθείς δε κάπου, έβλεπε προσεκτικά —με το διορατικό χάρισμα που είχε— προς τα βημόθυρα και εθαύμαζε, ενώ ο μαθητής του τον παρακολουθούσε που μερικές φορές υπομειδιούσε και κάτι ετραύλιζε.
Όταν ετελείωσε η Θεία Λειτουργία, ο μαθητής του με πολύ σεβασμό τον ερώτησε να του ειπεί, τι έβλεπε εις την εκκλησία. Ο άγιος όμως, κατ’ αρχήν, ήταν επιφυλακτικός, αλλά, μετά από πολλές παρακλήσεις, εδέησε να του διηγηθεί τα εξής:

«Καθώς, λέγει, άρχισε ο ιερέας, τέκνο μου Μαρκιανέ, να φορέσει την ιερατική στολή για να λειτουργήσει, ήλθε μπροστά του το φως των Αγγέλων, όπως την αυγή, πριν να ανατείλει ο ήλιος. 
Άμα δε άρχισε να προσκομίζει, επήγαν οι Άγγελοι εις τούς χορούς της εκκλησίας και έστεκαν, ένα προς ένα τάγμα, εις τα τέσσερα μέρη της εκκλησίας.Και αφού ετελείωσε την προσκομιδή ο ιερέας και έβαλε τα άγια καλύμματα, πολύ φως περισκέπασε τα θεία δώρα, διότι τα αισθητά καλύμματα φανερώνουν το νοητό φως, το οποίο σκεπάζει τα άγια. 
Άμα δε ήλθε ο καιρός της μεγάλης Εισόδου και βγήκε ο ιερέας με τα άγια, άρχισε το φως μπροστά και εσκέπασε το λαό. Όταν όμως, ο ιερέας εγύρισε εις το Άγιο Βήμα και έβαλε τα άγια εις την Αγία Τράπεζα, το φως εκείνο την περικύκλωσε, ως τον γύρον της σελήνης. Εις δε τη μέση εκείνου του γύρου, ευρίσκετο ο ιερέας και τα άγια δώρα και έξω από τον κύκλο οι άγιοι Άγγελοι με πολλή ευλάβεια και δεν τολμούσαν να πλησιάσουν καθόλου. Και ενώ έλεγε αυτά ο Άγιος, θυμήθηκε ο Μαρκιανός το του Αποστόλου Παύλου: «Προς τα οποία Άγγελοι επιθυμούσι παρακύψαι» (Πετρ. α΄ 12).
Ο δε Ιερέας εφαίνετο νοητά όλος δεμένος και μαύρος στην εμφάνιση, με σχοινιά των αμαρτιών του σφιγμένος. Επειδή ανάξια υπηρετούσε τα θεία ο άθλιος, εξερχόταν δυσωδία απ’ αυτόν, ώστε οι Άγγελοι εγύριζαν τα πρόσωπά τους προς άλλη κατεύθυνση.

Και πάλι ο μαθητής του τον ερώτησε.
 «Παρακαλώ σε πάτερ μου, ειπέ μου, ο καθαρός Ιερέας, όταν λειτουργεί πως φαίνεται;»
 Και ο όσιος του είπε: «Από τον καθαρό Ιερέα δεν φεύγει το φως, καθώς σου προείπα, αλλά γίνεται ένα με αυτόν. Και γίνεται ο Ιερέας όλος φως, ομοίως και η στολή του, από δε το στόμα του λαμπάδα φωτός εξέρχεται, όταν λέγει το Ευαγγέλιο και τις ευχές. Ομοίως και όταν σηκώσει τα χέρια του, λαμπάδες εξέρχονται από τα δάκτυλά του. Και αυτά γίνονται εις τους αξίους, ω τέκνο μου, εις δε τους αναξίους, ό,τι άκουσες προηγουμένως».
Αποτέλεσμα εικόνας για Οσιομάρτυς Ιάκωβος ο νέος
Ύστερα δε είδε άλλο θαυμαστότερο, όταν δηλαδή ετελείωσαν τα άγια και τα ευλόγησε αυτά σταυροειδώς. Είδα, λέγει, τον Κύριον εν τω δίσκω (εις τον δίσκον) καθήμενον εν φωτί· και ήτο εκείνο το φως με πολλούς οφθαλμούς· και καθώς εμέλισεν Αυτόν εις τέσσερα μέρη, εκένωσε το αίμα εις το ποτήριον και μετέλαβεν απ’ αυτού· και όταν ετελείωσεν η Λειτουργία, πάλιν είδε το βρέφος ακέραιον ομού (μαζί) με τους Αγγέλους αναβαίνον εις τον ουρανόν.
Και αυτά περί της θεωρίας. 
Τότε ο μαθητής του ερώτησε: «Δια ποίαν αιτίαν δεν αποστρέφεται η χάρις τους αναξίους ιερείς;».
 Και ο όσιος του λέγει: «Δια την πίστιν του λαού. Διότι δεν γνωρίζουν οι άνθρωποι ποιος είναι άξιος και ποιος ανάξιος και δια τούτο με πίστιν τρέχουν εις όλους. Και βλέποντας ο Θεός την πίστιν του λαού στέλλει την χάριν του εις τους αναξίους(!), διότι θα έμεναν οι άνθρωποι αβάπτιστοι και αμετάδοτοι, αν η χάρις δεν ήρχετο εις τους αναξίους ιερείς. Ο δε ιερεύς, ο οποίος αναξίως ιερουργεί, αν δεν μετανοήσει και κάμει τελείαν αποχήν της Λειτουργίας, δεν ευρίσκει έλεος από τον Θεόν, αλλά με τους παρανόμους Εβραίους, οι οποίοι εσταύρωααν τον Χριστόν. Θέλει δε σταλή εις το πυρ το άσβεστον, κατά την ημέραν της κρίσεως, ως καταφρονητής των θείων μυστηρίων. Αν όμως μετανοήση και κάμη παραίτησιν, πηγαίνει με τους άξιους εις την βασιλείαν του Θεού δια την άφατον αυτού φιλανθρωπίαν».

(ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ, ΔΟΥΚΑΚΗ ΚΩΝ., Μην Νοέμβριος, σελ. 85-86).

Τρίτη, Νοεμβρίου 03, 2015

Περί του ασπασμού της χειρός του ιερέως

Στις μέρες πού ζούμε και όλα αμφισβητούνται και έχουν ξεθωριάσει πιά, είναι ευχάριστη έκπληξη να σου φιλάνε το χέρι στον δρόμο, έτσι από το πουθενά. Θυμάμαι όταν είμασταν παιδιά, ήταν αδιανόητο να συναντήσουμε ιερέα και να μην του φιλάμε το χέρι. Θυμάμαι συγκεκριμένους ιερείς πού δεν ζουν πιά, οι οποίοι περνούσαν από τον δρόμο και περιμέναμε την στιγμή για να τρέξουμε και να τους ασπαστούμε. 

Σήμερα, όχι μόνο δεν συνηθίζεται, αλλά γίνεται και αντικείμενο κατηγορίας και ξενισμού.Κυρίως όχι λόγω σκανδαλισμού για την κακή ποιότητα των συγχρόνων ιερέων, όπως λέγεται ή λόγω ηθικής καθαρότητας αυτών πού το κατακρίνουν. 

Είναι θέμα έλλειψης εκκλησιαστικής συνείδησης και εξαιρετικής υπερηφάνειας. "Να σκύψω να φιλήσω χέρι; Αλλοίμονο".Νομίζω πώς λόγω κάποιας κοινωνικής ποιμαντικής, πού γίνεται με καλό σκοπό, για να μην είμαστε απόμακροι, έχει επέλθει πλήρης εξοικείωση με τους ιερείς.Και επιπροσθέτως χάθηκε και η ευλάβεια. Όταν δεν σέβομαι και δεν ποθώ το μυστήριο, δεν έχω λαχτάρα για την θεία κοινωνία, ας πούμε, θα σεβαστώ όσον πρέπει τον μυσταγωγό;Όταν κοινωνάμε φιλάμε και το άγιο Ποτήριο.Σήμερα, πού δεν θέλουμε και δεν λαχταρούμε την Θεία Κοινωνία, ποιό είναι το δέος έναντι στα σκεύη; Ελπίζω το παράδειγμα μου να είναι κατανοητό.

Και συν τοις άλλοις είναι και το ηθικό φίλτρο κρίσης πού δεν ευνοεί τους ιερείς, ούτε και αυτούς τους λαϊκούς.Όταν μάλιστα εμείς οι ίδιοι αυτοπροσδιοριζόμαστε με ηθικούς όρους, ως "καλοί ή κακοί"και κάνουμε διαβαθμίσεις στην ιερωσύνη μας. 

Και καλώς στους λαϊκούς συγχωρείται κάπως, λόγω αγνοημάτων.Το πιό τραγικό; Έχω δει και επισκόπους και ιερείς να αποποιούνται οι ίδιοι τον ασπασμό και να τραβάνε το χέρι τους.Αυτό νομίζω είναι ψευτοταπείνωση και αυτοκατάργηση της ιερωσύνης μας.

Όταν ένας πιστός φιλάει το χέρι του ιερέα ή του επισκόπου, δεν προσκυνά το προσωπικό του μεγαλείο και την υψηλή του αγιότητα. Μπορεί να είναι ο αγιότερος άνθρωπος, μπορεί και να μην έχει σχέση με την αγιότητα διόλου. Την ιερωσύνη του Χριστού, πού κοινοποιείται στον ιερωμένο προσκυνά και το έχει ανάγκη να πάρει την ευλογία από κάποιον πού άπτεται το τίμιο Σώμα και Αιμα του Χριστού και βλέπει αυτοψεί την αγία αναφορά.Η ιερωσύνη μας είναι προς μεταδοτικότητα. 

Έχει ειπωθεί πώς όταν αποποιούμαστε τον ασπασμό, χάρη ταπεινώσεως, δεν είναι παρά μια μορφή υπερηφάνειας. Εκείνη την στιγμή θαρρούμε πώς εμάς τους ιδίους τιμούν οι άνθρωποι και όχι την ιερωσύνη και ενώ παριστάνουμε τους ταπεινούς, κάνουμε συγκατάβαση στην υπερηφάνεια. Αφήνω μερικές περιπτώσεις πού αποποιούνται να δέχονται ασπασμούς, λόγω...μικροβιοφοβίας. Αυτά πιά, δεν ξέρω πόσο ταιριάζουν στο ανδροπρεπές ιερατικό ύφος.

Συνελόντι ειπείν ο ιερεύς δεν ανήκει στον εαυτό του. Πρέπει να δίνεται, Να μοιράζεται. Γι αυτό η Εκκλησία τον θέτει ενώπιον της αγίας Τραπέζης. Άλλωστε δεν είναι δική μας η ιερωσύνη. Ας μην καυχόμαστε για αυτό πού δεν είχαμε και λάβαμε.

Τρίτη, Οκτωβρίου 29, 2013

“…κρυφοκοίταζαν τον παπά τους την ώρα της κατάλυσης…”



Έγινε πολύς λόγος για το νησί της Σπιναλόγκα, με αφορμή το ομώνυμο βιβλίο με τίτλο «Το νησί», της Αγγλίδας Victoria Hislop.
Ένα από τα ιστορικά στοιχεία που πληροφορούμαστε είναι ότι οι χανσενικοί που κατοικούσαν στη Σπιναλόγκα ήταν οργισμένοι με τον Θεό, για το λόγο ότι η ασθένειά τους ήταν μια μεγάληκαι αφόρητη δοκιμασία. Ένας Γεραπετρίτης παπάς τόλμησε να τους επισκεφθεί κάποτε και να λειτουργήσει στον Άγιο Παντελεήμονα, που υπήρχε και ρήμαζε στο νησί, συντροφιά με τους νέους του κατοίκους. Λένε πως στην πρώτη Λειτουργία δεν πάτησε ψυχή.
Οι λεπροί άκουγαν πεισμωμένοι από τα κελιά τους την ψαλμωδία, κι άλλοτε την σκέπαζαν με τα βογκητά τους κι άλλοτε με τις κατάρες τους. Ο ιερέας όμως ξαναπήγε. Στην δεύτερη τούτη επίσκεψη ένας από τους ασθενείς πρόβαλε θαρρετά στο κατώφλι του ναού.
- Παπά, θα κάτσω στην Λειτουργία σου μ’ έναν όρο όμως. Στο τέλος θα με κοινωνήσεις. Κι αν ο Θεός σου είναι τόσο παντοδύναμος, εσύ μετά θα κάμεις την κατάλυση και δεν θα φοβηθείς τη λέπρα μου.
Ο ιερέας έγνευσε συγκαταβατικά. Στα κοντινά κελιά ακούστηκε η κουβέντα κι άρχισαν να μαζεύονται διάφοροι στο πλάι του ναού, εκεί που ήταν ένα μικρό χάλασμα, με λιγοστή θέα στο ιερό. Παραμόνευσαν οι χανσενικοί στο τέλος της Λειτουργίας κι είδαν τον παπά δακρυσμένο και γονατιστό στην Ιερή Πρόθεση να κάνει την κατάλυση.
Πέρασε μήνας. Οι χανσενικοί τον περίμεναν. Πίστευαν πως θά ʼρθει τούτη τη φορά ως ασθενής κι όχι ως ιερέας. Όμως ο παπάς επέστρεψε υγιής και ροδαλός κι άρχισε με ηθικό αναπτερωμένονα χτυπά την καμπάνα του παλιού ναΐσκου. Έκτοτε και για δέκα τουλάχιστον χρόνια η Σπιναλόγκα είχε τον ιερέα της. Οι χανσενικοί αναστύλωσαν μόνοι τους της εκκλησία και συνάμα αναστύλωσαν και την πίστη τους. Κοινωνούσαν τακτικά και πάντα κρυφοκοίταζαν τον παπά τους την ώρα της κατάλυσης, για να βεβαιωθούν πως το “θαύμα της Σπιναλόγκα” συνέβαινε ξανά και ξανά.
To 1957, με την ανακάλυψη των αντιβιοτικών και την ίαση των λεπρών, το λεπροκομείο έκλεισε και το νησί ερημώθηκε. Μόνο ο ιερέας έμεινε στο νησί ως το 1962, για να μνημονεύει τους λεπρούς μέχρι 5 χρόνια μετά το θάνατό τους. Ιδού, λοιπόν, ένας σύγχρονος αθόρυβος ήρωας, που δεν τιμήθηκε για το έργο του από κανέναν, και που -αν προσέξατε- δεν παραθέσαμε το όνομά του γιατί απλά δεν το γνωρίζουμε! Το γνωρίζει όμως -σίγουρα- ο Θεός! Κι αυτό μας αρκεί!
 
 http://trelogiannis.blogspot.gr/2013/10/blog-post_5506.html?spref=fb

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 04, 2013

Προς Πιστούς: "Και οι ιερείς έχουν δικαίωμα στην μετάνοια"!



Η συκοφαντία και οι διώξεις είναι μέρος της ζωής των αγίων, γιατί πρώτος απ’ όλους τις γεύθηκε ο ίδιος ο Κύριός μας. Τις πρώτες ημέρες της επί γης παρουσίας Του φυγαδεύθηκε στην Αίγυπτο· όταν άρχισε το κήρυγμα στη συναγωγή της Ναζαρέτ, τον κυνήγησαν· όταν συναναστρεφόταν με πόρνες και τελώνες, Τον λοιδορούσαν ως αμαρτωλό· όταν θεράπευε δαιμονισμένους, Τον κατηγορούσαν ότι στο όνομα του Βεελζεβούλ εκβάλλει δαιμόνια· όταν θεράπευε ασθενείς την ημέρα του Σαββάτου, Τον κατηγορούσαν ότι παρεβίαζε το νόμο του Θεού· όταν μιλούσε για τη σχέση Του με τον Επουράνιο Πατέρα, Τον συκοφαντούσαν ων βλάσφημο· όταν Τον έβλεπαν επάνω στο Σταυρό, Τον κορόϊδευαν, ότι άλλους έσωσε και τον εαυτό Του δεν μπόρεσε να σώσει. Και από την εις ουρανούς ανάληψή Του έως την σημερινή εποχή της γενικής αποστασίας Τον κατηγόρησαν και Τον κατηγορούν με τα ανόητα δαιμονικά τους σενάρια οι βλάσφημοι επικριτές Του. Η εποχή μας είναι εποχή Αποκαλύψεως, είναι εποχή αντιχριστιανικού μένους και λύσσας κατά της αληθείας, κατά της σαρκωμένης αληθείας, κατά του Ιησού Χριστού δηλαδή. Ήδη βλέπουμε και θα βλέπουμε στα δύσκολα χρόνια που έρχονται απροκάλυπτες και αισχρές συκοφαντίες κατά του Παναγίου προσώπου του Κυρίου μας, που θα τον χαρακτηρίζουν –θου, Κύριε- πόρνο, ομοφυλόφιλο, τσαρλατάνο, απατεώνα, αγύρτη, ψεύτη και ο,τιδήποτε άλλο μπορεί να κατασκευάσει το απάνθρωπο και αντίθεο σύστημα της νέας τάξης πραγμάτων, με σκοπό να κλονίσει την πίστη των χριστιανών και να τους οδηγήσει στην απιστία και την αιώνια κόλαση.

Οι επικρίσεις, οι μώμοι, οι μομφές, οι κατηγορίες, οι λοιδορισμοί, οι συκοφαντίες κατά του Χριστού και των αγίων Του, έβρισκαν και βρίσκουν πάντοτε γόνιμο έδαφος εντός της αθεΐας, της ασεβείας, της αιρέσεως. Αλλά το πλέον τραγικό, το πλέον λυπηρό και αποκαρδιωτικό είναι, όταν σπέρνονται μέσα στο ίδιο το χωράφι του Χριστού από τους ίδιους τους εργάτες· όταν το ίδιο το πλήρωμα της Εκκλησίας όχι μόνον αφήνει να φυτρώσουν τα ζιζάνια της συκοφαντίας, αλλά και τα περιποιείται, τα ποτίζει, αντί να τα ξεριζώσει.
Η εποχή μας αγαπά την συκοφαντία, αγαπά να διαστρεβλώνει τα πράγματα, γιατί είναι εποχή διαστρεβλωμένη από το πονηρό πνεύμα της διαβολής, αρέσκεται να διαβάλλει, να παρουσιάζει την αλήθεια ως ψέμα και το ψέμα ως αλήθεια. Γι’ αυτό και χρειάζεται από μέρους μας το θάρρος των αγίων, η υπομονή και η εμπιστοσύνη εκείνων προς τον Χριστό. Είναι εποχή αντιχρίστων διαβαλμάτων, τα οποία ως βέλη στοχεύουν στο σώμα της Εκκλησίας και στους συνεκτικούς δεσμούς αυτού του σώματος που είναι οι ποιμένες. Η εποχή μας σκέφτεται πονηρά: «Αν πλήξουμε τους ποιμένες, τους ιερείς, τότε το σώμα του Χριστού θα καμφθεί, θα μικρύνει, θα υποταχθεί στα σχέδιά μας, θα οδηγηθεί στην φθορά, στην αχρηστία και στην α-Χριστία».
Είναι γεγονός ότι το φορτίο των κληρικών της ορθοδόξου Εκκλησίας είναι μεγάλο. Κι αυτό γιατί οι ιερείς κουβαλούμε όπως και ο Χριστός το μεγάλο βάρος των αμαρτιών του λαού του Θεού. Είμαστε οι αχθοφόροι των αμαρτιών σας, είμαστε οι τάφοι μέσα στους οποίους ρίχνετε οι πιστοί όλη την βρωμιά και την ακαθαρσία των αμαρτημάτων σας, αλλά χαιρόμαστε να υπηρετούμε την σωτηρία σας. Εσείς μας θέλετε πεντακάθαρους. Το ίδιο κι εμείς εσάς. Πολλοί από εσάς όμως είναι έτοιμοι να γκρεμίσουν αυτούς τους ωραίους τάφους, είναι έτοιμοι να ρίξουν επάνω μας λίθους αναθέματος, όταν βρούν την ευκαιρία, όχι για κανένα άλλο λόγο, παρά μονάχα επειδή νομίζουν πως εκείνοι είναι ηθικά ακέραιοι και έχουν όλο το δικαίωμα να λιθοβολούν τους άλλους. Εμείς οι ιερείς είμαστε ιατροί των ψυχών και των σωμάτων σας, όχι χάρη στη δική μας ιατρική γνώση, αλλά χάρη στην ιατρική επιστήμη της ιερωσύνης, την οποία λαμβάνουμε από τον μόνο ψυχών και σωμάτων Ιατρό, τον Αρχιερέα Χριστό. Προσφέρουμε λοιπόν αυτήν την ιατρική και θεραπευτική βοήθεια σε όλους ανεξαιρέτως, χωρίς ποτέ να σας κατηγορήσουμε, χωρίς ποτέ να σας μαλώσουμε ότι κακώς αρρωστήσατε πνευματικά, πάντοτε με σεβασμό στο ιατρικό σας απόρρητο, αλλά πολλοί από εσάς, αυτοί που αισθάνονται υγιείς και καθαροί ενώπιον του Θεού, άμωμοι και αναμάρτητοι, έχουν έτοιμα τα νυστέρια της συκοφαντίας, για να μας πλήξουν με κακία, όταν νομίσουν ότι εμείς πνευματικά ασθενούμε. Εμείς για τον λαό την επιείκεια, και ο λαός για εμάς την αυστηρότητα. Εμείς για τον λαό την οικονομία, και ο λαός για εμάς την ακρίβεια. Εμείς για το λαό την συγχώρηση μέσα από το πετραχήλι, και ο λαός για εμάς την ανηλεή πέτρα. Εμείς για τον λαό την θεραπεία, και ο λαός για εμάς την τιμωρία. Εμείς για τον λαό την ευχή, και ο λαός για εμάς την κατάρα. Εμείς για τον λαό την ευεργεσία, και ο λαός για εμάς την συκοφαντία.
Αλλά αυτό είναι το έργο μας, αδελφοί μου. Να σας ακούμε με υπομονή και κατανόηση, να σας εμπνέουμε τη συγχωρητικότητα, να συγχωρούμε αυτά, για τα οποία εμείς μένουμε ασυγχώρητοι από εσάς. Γιατί εμείς σας νιώθουμε ως συνανθρώπους μας, ενώ εσείς δεν μας θέλετε ανθρώπους, μας θέλετε άσαρκους, δίχως σώμα, και καλά κάνετε, μας θέλετε απαθείς, και καλά κάνετε, αλλ’ όμως κι εμείς είμαστε από το ίδιο υλικό φτιαγμένοι. Οι κληρικοί είμαστε οι πρώτοι αμαρτωλοί σε μία τοπική κοινωνία, γιατί μαζί με τα δικά μας προσωπικά πάθη και αμαρτίες κουβαλούμε στους ώμους μας ως Κυρηναίοι σας τις πολλές και δυσβάσταχτες αμαρτίες σας· και μαζί με όλα αυτά, επειδή κρατούμε στα χέρια μας τον Χριστό, κουβαλούμε και τις αμαρτίες ολόκληρης της ανθρωπότητος, τις οποίες Εκείνος πήρε στους δικούς Του ώμους. Οι ιερείς, ακόμη κι αν δεν αμαρτάνουμε, ωφείλουμε να υποκρινόμαστε την αμαρτωλότητα. Ωφείλουμε από το ύψος της ιερωσύνης μας να κατεβαίνουμε μαζί σας στις αβύσσους της αμαρτίας, όπως και ο Χριστός κατέβηκε από το ύψος της θεότητος στον άδη της ανθρώπινης αισχρότητος, για να εξάγουμε ψυχές. Αν κάποιοι από τους κληρικούς φαίνονται αμαρτωλοί, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να είναι κρυφοί άγιοι. Αλλά εν πάσ περιπτώσει ποιος όντως άγιος θα πει για τον εαυτό του ότι είναι άγιος; Ομολογούμε την αμαρτωλότητά μας και δεν ντρεπόμαστε γι’ αυτήν. Αγωνιζόμαστε να θεραπευθούμε, αλλά πολλοί από εσάς μας αρνείστε τη θεραπεία. Θέλετε να την οικειοποιείστε μόνο για τον εαυτό σας, γιατί δεν καταλάβατε ίσως ακόμη πως ο Χριστός δεν έβαλε αγγέλους να σας ποιμάνουν, να σας λειτουργούν, να σας εξομολογούν, γιατί ήθελε αυτό το έργο να το χαρίσει σε εκείνους που μπορούν να σας νιώσουν, γιατί αυτό το διακόνημα φέρνει αποτέλεσμα, όταν ένας όμοιός σας έχει τη δύναμη να κατανοήσει την ασθένεια της ανθρώπινης φύσεως.
 «Οδες ναμάρτητος», αδελφοί μου, παρά μονάχα ο Χριστός. Μόνον εκείνος έχει δικαίωμα «πρτος τν λίθο βαλεν» και κανένας άλλος. Αλλά εκείνος ποτέ δεν ρίχνει λίθο, αλλά πάντοτε ρίχνει βλέμμα οικτιρμών και συμπαθείας, απλώνοντας χέρι βοηθείας στους αιτουμένους το έλεος. Κι αν οι κληρικοί είμαστε αμαρτωλοί, αυτό δεν συνεπάγεται εξάπαντος ασέβεια. Άλλα ασεβής, άλλο αμαρτωλός. Ένας ασεβής κληρικός πρέπει να εκδιώκεται από το λειτούργημά του, ένας αμαρτωλός, ένας εμπαθής, ένας πνευματικά ατελής, να θεραπεύεται μέσα από αυτό το λειτούργημα. Εμείς δεν ντρεπόμαστε και δεν φοβόμαστε να πούμε ότι είμαστε χειρότεροι όλων σας, χειρότεροι ακόμη κι από τον διάβολο, γιατί αισθανόμαστε ότι, ακόμη κι αν δεν έχουμε διαπράξει θανάσιμα και σοβαρά αμαρτήματα, εντούτοις οι αμαρτίες μας, ακόμη κι αν είναι μικρές και ασήμαντες, φαντάζουν στα μάτια τινών εξ ημών μεγάλες, εξαιτίας της οξυμένης ιερατικής συνειδήσεως, των οξυμένων πνευματικών αισθητηρίων, εξαιτίας του μεγάλου έρωτά μας προς τον Χριστό, ενώ παράλληλα δίνουμε ελαφρυντικά σε όλους, ακόμη και σε αυτόν τον αρχηγό των δαιμόνων, γιατί εκείνοι οι ταλαίπωροι αμάρτησαν μία φορά και δεν έχουν την εμπειρία του σαρκωμένου Θεού. Εμείς γευόμαστε την επίγνωση της αληθείας Του, τρώμε το Σώμα Του και πίνουμε το Αίμα Του, αγγίζουμε και ψηλαφούμε αυτό το Σώμα. Εμείς οι ιερείς, ακόμη κι αν είμαστε ηθικά ακέραιοι, πράγμα ομολογουμένως δύσκολο, ακόμη κι αν είμαστε καθαροί ενώπιον του Θεού, οφείλουμε να αισθανόμαστε τους εαυτούς μας ως ελλειπείς, ως χειρότερους όλων, γιατί έτσι μόνον θα μπορέσουμε να σας εμπνεύσουμε την ταπείνωση και την ανάγκη του αγώνα για την πνευματική κάθαρση. 
Έλεγε ο αρχαίος φιλοσοφος Σωκράτης ότι το μόνο πράγμα που ήξερε ήταν ότι δεν ήξερε τίποτε. Και χάρη σε αυτήν την αλήθεια έμπαινε στη διαδικασία της αυτογνωσίας, για να ανακαλύψει τον εαυτό του. Όποιος λέγει ότι ξέρει, δεν χρειάζεται να ψάξει. Ομοίως όποιος λέγει ότι είναι καθαρός ενώπιον του Θεού, δεν χρειάζεται να αγωνιστεί. Εμείς και είμαστε και λέμε πως είμαστε αμαρτωλοί, άνθρωποι αγωνιστές, με πάθη και αμαρτίες, αλλά δεν προδίδουμε τον Χριστό. Κάποιοι Τον προδίδουμε, αλλά ήδη καταδικάζουμε τον εαυτό μας. Άλλοι όμως δεν ζούμε για τον εαυτό μας, αλλά γιά χάρη σας. Από εσάς, το πλήρωμα της Εκκλησίας, παίρνουμε υπόσταση. Είμαστε υπηρέτες σας. Για χάρη σας αφήνουμε την ιδιωτική ζωή, για χάρη σας ντυνόμαστε μέσα στα μαύρα, για χάρη σας γινόμαστε φωτιά, αλλά πολλοί από εσάς μας στέλνετε από νωρίς στο εξώτερο πυρ, ανάβοντας τη φωτιά της συκοφαντίας, μη κατανοώντας ότι τελικά αυτή η φωτιά κατατρώγει αυτόν που την ανάβει. Γιατί η συκοφαντία και η άδικη κατηγορία, τα ανόητα κουτσομπολιά και ανυπόστατα σχόλια κατά ιερέων, είναι πλεκτάνη του διαβόλου, σχέδιο κατά της σωτηρίας με πρώτα θύματα αυτούς που γίνονται παιχνίδι στα χέρια του αρχαίου ψιθυριστή.
Κι αν ο Κύριος λέγει «τν ρθν κρίσιν κρίνατε», εξάπαντος αυτή η «κρίσις», η ορθή κριτική κατά σφαλμάτων, εγκλημάτων αν προτιμάτε, κληρικών που έχουν σκανδαλίσει το ποίμνιο, αποικοδομώντας την πίστη των χριστιανών, θα πρέπει να γίνεται με πόνο και αγάπη για την Εκκλησία, με διάκριση και πάντοτε με σκοπό την οικοδομή του εκκλησιαστικού σώματος, ακόμη δε και του ιδίου του σκανδαλίσαντος. Τα αποστήματα στον εκκλησιαστικό χώρο πρέπει να θεραπεύονται με πνευματική αντιβίωση, πρωτίστως μάλλον να προλαμβάνονται.
Μόλις εχθές το βράδυ στην αίθουσα του Ναού με τον πατέρα Κωνσταντίνο και με άλλους αγαπητούς πνευματικούς συνδαιτημόνες συζητούσαμε το θέμα της συγχωρήσεως της μοιχείας, σε περίπτωση που το πρόσωπο που μοίχευσε, άνδρας ή γυναίκα, μετανοήσει για το αμάρτημά του. Επέμενα πως η ειλικρινής μετάνοια διαγράφει τα πάντα και δεν έχει όρια! Ακούστηκαν κάποιες απόψεις που για το κοσμικό δίκαιο είναι ορθές, αλλά εξάπαντος λάθος για το δίκαιο κατά Θεόν. Είπε κάποιος πως, αν μάθαινε πως η γυναίκα του τον απατούσε, θα την χώριζε αμέσως και μάλιστα το τεκμηρίωνε και αγιογραφικά! Μου ανέφεραν επίσης την περίπτωση κάποιου ανθρώπου από την τοπική κοινωνία που έπιασε την γυναίκα του να μοιχεύει με τον καλύτερο φίλο του και τον σκότωσε. Δικαίως θα πουν κάποιοι, αδίκως όμως θα πει ο Θεός, Αυτός που μας καλεί σε μετάνοια για τα μεγαλύτερα και πιο ειδεχθή εγκλήματα, Αυτός που μπορεί να συγχωρέσει ακόμη και όλους τους δαίμονες και κολασμένους, παρότι γνωρίζει την αμετανοησία τους, Αυτός, στον Οποίον προσευχόμαστε με το άφες ημίν τα οφειλήματα ήμών ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών. Ο φονιάς στέρησε από τον μοιχό την μετάνοια, το δικαίωμα της οποίας κράτησε στην άκρη για τον εαυτό του. Οι άνθρωποι είμαστε σκληροί με τους άλλους και επιεικείς με τον εαυτό μας. Τα λάθη μας τα προσπερούμε, τα λάθη των άλλων τα κρατούμε. Για τα πρώτα θέλουμε επιείκεια, για τα δεύτερα θέλουμε δικαιοσύνη. Κι αυτό διότι δεν εννοούμε να καταλάβουμε ότι όλοι μα όλοι οι άνθρωποι είμαστε αγωνιστές, είμαστε καλεσμένοι στην αγιότητα και πως όλοι μα όλοι έχουμε δικαίωμα στην μετάνοια και υποχρέωση συνάμα να σεβόμαστε το δικαίωμα και των άλλων να μετανοήσουν.
Αγαπητοί μου αδελφοί. Στη σημερινή εποχή το παράδειγμα των αγίων, που έμεναν σταθεροί στην πίστη του Χριστού, συνεχίζουν πολλοί κληρικοί της αγίας Ορθοδοξίας σε ολόκληρο τον κόσμο. Να γνωρίζετε ότι η από μέρους της πλειονότητος των κληρικών επιλογή της ιερωσύνης είναι απολύτως συνειδητή. Γι’ αυτό και ο δαίμων της συκοφαντίας δεν ησυχάζει. Σήμερα πολλοί ψάχνουν να κατηγορήσουν την Εκκλησία, επειδή ο λόγος της Εκκλησίας είναι κόλαφος στο αμαρτωλό κατεστημένο. Εμείς επιλέξαμε συνειδητά να σας υπηρετούμε, να σας διακονούμε, να γίνουμε δούλοι Χριστού και δούλοι σας, χωρίς να καμπτόμεθα από την πολεμική εναντίον μας. Είμαστε έτοιμοι να πεθάνουμε για χάρη σας. Είμαστε έτοιμοι να γίνουμε τα πάντα εν πάσι, ώστε να σωθεί έστω και ένας από εσάς.
Αφήστε μας να πάρουμε επάνω μας τους δικούς σας πόνους, τη θλίψη, την αμαρτία σας. Επιλέξαμε να είμαστε το χαλί, επάνω στο οποίο θα σκουπίζετε τη λάσπη των υποδημάτων σας, τη λάσπη των αμαρτημάτων μας. Πατήστε επάνω μας, εμπιστευθείτε μας, πατήστε μας, άδελφοί μου, αλλά μην μας ξεσκίζετε, μην ξεσκίζετε αυτούς, στους οποίους ο Κύριος εμπιστεύθηκε την σωτηρία σας.

Τμήμα ομιλίας που εκφωνήθηκε κατά τη διάρκεια
των «Εσπερινών Ομιλιών»
στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό
Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναούσης
υπό του Αρχιερατικού Επιτρόπου Βεροίας Πρωτοπρεσβυτέρου του Οικουμενικού Θρόνου Στυλιανού Μακρή, Δρος Θ

από το

ΜΕ ΠΑΡΡΗΣΙΑ

Πέμπτη, Οκτωβρίου 18, 2012

Οι Ενάρετοι Κληρικοί και οι Κληρικοί που θέλουν κάποιοι χριστιανοί





 
Το μεγαλύτερο μέρος της κακοδαιμονίας που μαστίζει την εκκλησιαστική μας ζωή σήμερα οφείλεται στη διαστροφή της εκκλησιαστικής μας παραδόσεως, που είχε σαν συνέπεια τη διαστροφή του ήθους του λαού μας. σαν αποτέλεσμα αυτής της διαστροφής, το τωρινό μας ήθος είναι έκφραση μιας θρησκευτικής παραδόσεως ξένης και συχνά αντίθετης προς τη δική μας εκκλησιαστική παράδοση.

   Μία περιοχή της εκκλησιαστικής μας παραδόσεως, της οποίας η διαστροφή έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη σημερινή κακοδαιμονία της εκκλησιαστικής μας ζωής, είναι η περί ιερωσύνης διδασκαλία της Εκκλησίας μας.

    Οι μισσιονάριοι, που έδρασαν πριν και μετά την Επανάσταση στο χώρο μας, σαν γνήσιοι προτεστάντες, πίστευαν ότι η προσφορά του κληρικού εξαρτάται αποκλειστικά από τις προσωπικές του ικανότητες. Με άλλα λόγια και σ’ αυτό το θέμα εφήρμοζαν, και συνεχίζουν βέβαια να εφαρμόζουν, τις ανθρωποκεντρικές τους πεποιθήσεις, που σε τελική ανάλυση είναι έκφραση μιας στυγνής ειδωλολατρίας, αφού καταργούν ουσιαστικά το Θεό και τον υποκαθιστούν με τον άνθρωπο.
      Με βάση πάντως αυτές τις αντιλήψεις τους, οι προτεστάντες μισσιονάριοι, μετρούσαν την προσφορά των κληρικών με το μέτρο των προσωπικών τους ανθρωπίνων επιτευγμάτων, όπως η διαλεκτική σοφία, η εξωτερική ευσέβεια και πολύ συχνά η αγγλοσαξονική ευπρέπεια, που στο δικό τους σύστημα αξιών είχε πρωτεύουσα θέση.
Οι αντιλήψεις αυτές των προτεσταντών μισσιοναρίων επηρέασαν βαθειά το ήθος του λαού μας, επειδή κυρίως τις αποδέχτηκαν με φανατισμό οι διανοούμενοί μας. Αυτοί άρχισαν να ντρέπονται για τους κληρικούς μας που δεν μιλούσαν με το «σεις» και με το «σας», που έτρωγαν σκόρδο, που δεν χρησιμοποιούσαν το «μανδάμ» όταν απευθύνοντο στις….κυρίες και, προπαντός, που δεν ήξεραν να χρησιμοποιούν τη μάσκα της αγγλοσαξονικής ευπρέπειας για να κρύβουν την ανθρώπινή τους κατάντια.

  Οι αντιλήψεις αυτές, που επιβάλλουν στην ανθρώπινη εμπειρία μία ολότελα ανυποψίαστη ειδωλολατρία, διαμόρφωσαν το ήθος μας έτσι, που τώρα οι πιο πολλοί από μας να έχουμε χάσει κάθε ελπίδα, επειδή τα είδωλα πια δεν πείθουν, και μερικοί «ευσεβείς» να αναζητούμε ακόμη κάποιον «καλό κληρικό» που κάνει «καλή λειτουργία», «καλό ευχέλαιο» ή που είναι «ενάρετος», για να βεβαιωθούμε ότι δεν έχουν χαθεί όλα και να αισθανθούμε ανακούφιση.
     Μάλιστα, για την καλλιέργεια αυτού του κλίματος εδημιουργήθη ένα ολόκληρο κίνημα, που διέθετε, και ακόμη διαθέτει, διαπρεπείς και φλογερούς προφήτες, που, ευχαριστημένοι οι ίδιοι που περιελαμβάνοντο ή που περιλαμβάνονται στη χορεία των «καλών», προσέφεραν και συνεχίζουν να προσφέρουν με…ταπεινή αυταρέσκεια τον εαυτό τους, για να τον λατρέψουν τα πλήθη και εκφράζουν την ασυγκράτητη αποστροφή τους για όλους αυτούς, τους…ανάξιους κληρικούς, που η ύπαρξή τους αμαυρώνει τη λάμψη της δικής τους υπεροχής.
    Η σωτηρία μας δεν οφείλεται ασφαλώς ούτε στα ανθρώπινα ούτε στους ανθρώπους. Τη Βασιλεία του Θεού τη δημιούργησε ο Θεός και Εκείνος την προσφέρει στον άνθρωπο. Δεν τη δημιουργεί και δεν την προσφέρει σ’ αυτόν ο κληρικός. Όμως ο κληρικός μπορεί να διευκολύνει ή να παρεμποδίσει την είσοδό του σ’ αυτήν, όπως έκαναν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι στους οποίους έλεγε ο Χριστός: «Κλείετε την βασιλείαν των ουρανών έμπροσθεν των ανθρώπων, υμείς γαρ ουκ εισέρχεσθε, ουδέ τους εισερχομένους αφίετε εισελθείν» (Ματθ. 23,14).
  Είναι επίσης γεγονός πως οι κληρικοί μπορούν περιστατικά να δυσχεράνουν την επικοινωνία μας με το Θεό, πως μπορούν να παρεμβληθούν ανάμεσα σε μας και σε Εκείνον, τόσο με την κακία τους όσο και με την «αρετή» τους.
Μάλιστα αν η κακία του κληρικού μπορεί να μας κρύψει περιστατικά τη θέα του Θεού, η «αρετή» του μπορεί να μας αποπροσανατολίσει τόσο, ώστε να βλέπουμε αυτόν ή κάποιον άλλο «ενάρετο» άνθρωπο αντί για το Θεό κι έτσι να βρεθούμε σ’ έναν πραγματικά πολύ μεγάλο πνευματικό κίνδυνο.
   Ο πραγματικά ενάρετος κληρικός είναι αυτός που δεν κρύβει από τους ανθρώπους το Χριστό με τη δική του «αρετή». Η γνήσια αρετή δοξάζει το Θεό, στον οποίο πραγματικά οφείλεται, και όχι τον άνθρωπο, που μόνο γίνεται ο φορέας της.
Πάντως αυτό που τελικά έχει αποφασιστική σημασία είναι να βεβαιωθούμε ότι σωτήρας και λυτρωτής μας είναι ο Ιησούς Χριστός, που μπορεί να μας σώσει και όταν ακόμη έχει χαθεί κάθε ελπίδα απ’ την πλευρά των ανθρώπων. Γιατί «δύναται ο Θεός εκ των λίθων τούτων εγείραι τέκνα τω Αβραάμ» (Ματθ.3,9) και γιατί «παράκλητον έχομεν προς τον Πατέρα Ιησούν Χριστόν δίκαιον» (Ά Ιωάν. 2,1) ο οποίος «σώζειν εις το παντελές δύναται τους προσερχομένους δι’ αυτού τω Θεώ, πάντοτε ζων εις το εντυγχάνειν υπέρ αυτών» (Εβρ. 7,25).
   Αν δεν αποκτήσουμε αυτή τη βεβαιότητα, θα διατρέξουμε οπωσδήποτε μεγάλο κίνδυνο, γι’ αυτό και η χριστιανική παράδοση ανέπτυξε μία θεολογία της ιερωσύνης, που μπορεί να μας προφυλάξει απ’ αυτόν.
   Σύμφωνα λοιπόν μ’ αυτή τη θεολογία της ιερωσύνης, εφόσον ο λυτρωτής μας δεν είναι ένας άνθρωπος αλλά ο Χριστός και εφόσον ο κληρικός είναι φορέας της χάριτος που εκπηγάζει από το λυτρωτικό έργο του Χριστού, θα πρέπει να τιμούμε τον κληρικό με την πεποίθηση ότι τιμούμε τον Ιησού Χριστό και όχι το ανθρώπινο πρόσωπο του κληρικού και ότι από το Χριστό δια του κληρικού σωζόμεθα.
   «Τίμα τους ιερείς με προσήλωση ως καλούς οικονόμους. Απόδωσε την οφειλομένη τιμή στο λειτούργημά τους και μην ερευνάς τις πράξεις τους. Όσον αφορά το λειτούργημά του ο ιερέας είναι ένας άγγελος, όσον αφορά τις πράξεις του είναι ένας άνθρωπος. Με το έλεος του Θεού έχει γίνει ένας μεσίτης ανάμεσα στο Θεό και στον άνθρωπο».

π. Φιλόθεος Φάρος
 
 

Σάββατο, Μαΐου 12, 2012

Ένας Συνηθισμένος(;) Ορθόδοξος Ιερέας



Χωριστήκαμε σέ δυό ομάδες, βάλαμε τίς ιατρικές μας μπλούζες καί μέ τόν υπεύθυνο γιατρό προχωρήσαμε στό κρεβάτι τού πρώτου ασθενούς. Τόν φώναξε ο υπεύθυνος από τήν παρέα του, ήρθε ένας μικρός μαγκάκος από τήν Λάρισα ομιλητικός αλλά μαγκάκος.
Δέν θυμάμαι τίποτα από τό πρώτο αυτό μάθημα ούτε γιατί ήταν μέσα ο ασθενής ούτε τί φάρμακα έπαιρνε, απλώς στήν ρύμη τών λόγων τού είπε. «Έχουμε καί τόν παπά νά μάς βοηθά καί περνάμε καλά καί ενώ έπρεπε νά φύγουμε σέ τρείς μήνες επισπεύσαμε τό πρόγραμμα χάρις σ’ αυτόν καί θά φύγω σέ 1,5 μήνα». Τότε μέ τάραξε ο λογισμός μου, ένας καθολικός παπάς μέ τό κουστουμάκι του βοήθησε αυτόν εδώ; Αδύνατον, ένας καθολικός παπάς!!!!
Στήν πρώτη μας αυτή συνάντηση ουδέν έπραξα, παρ’ όλο τόν φυσικό μου κοινωνικό χαρακτήρα. Έφυγα, όταν τελείωσε ο υποχρεωτικός μου χρόνος τής παρουσίας. Στήν δεύτερη επίσκεψη τήν επόμενη εβδομάδα πάλι τά ίδια, άλλος ασθενής καί νέα αποκάλυψη: «ευτυχώς πού έχουμε τόν παπά καί μας βοηθά, ειδικά τά βράδια πού μένουμε μέ τούς εαυτούς μας, μάς παρηγορεί, μάς εμψυχώνει. Είναι δικός μας παπάς, ορθόδοξος!».
Ένα κρύο ρεύμα μέ διαπέρασε, γκρεμίστηκαν όλα, ο ευσεβισμός μου δέν μπορούσε νά δεχτή ότι ένας παπάς ορθόδοξος ήταν μέθυσος, είχε ανάγκη αποτοξίνωσης καί βρισκόταν πίσω από τά σίδερα μέ άλλους παρανόμους, μέθυσους καί ναρκομανείς. Ούτε κάν σέ κάποιο ιδιωτικό κέντρο αποτοξίνωσης. Η ιδέα πού είχα γιά άσπιλη Εκκλησία, καί οφειλόταν στήν νεότητά μου, ξεθώριασε απότομα.
Τόν πλησίασα, στεκόταν όρθιος καί συνομιλούσε μέ έναν άλλο ασθενή, πού έτρεμαν τά χέρια του. Συνομιλούσε απλά γιά τό τίποτα, ο άλλος τόν άκουγε, τού έλεγε γιά τά προβλήματά του, τού μιλούσε γρήγορα, ο παπάς άκουγε μέ μία απέραντη στοργή κοιτάζοντας τόν. Είχε πρόσωπο καθαρό, μάτια γαλάζια-θάλασσα, ηλικία 55 χρονών περίπου, χέρια άσπρα, δάκτυλα μακριά, τέλος πάντων, όλα πάνω του είχαν κάτι τό αρχοντικό. Τού απάντησε σιγά μέ μιά προφορά μέ αγγλική ηχώ.
Ήταν ξένος. Παπάς ορθόδοξος, ξένος. Μόλις τελείωσε μέ τόν άρρωστο στράφηκε σέ μένα καί μέ ρώτησε: «Χάου αρ γιού;». Έμαθα ότι ήταν ‘Έλληνας πού γεννήθηκε στό εξωτερικό, οι γονείς του είχαν φύγει γιά τήν πέρα από τόν Ατλαντικό Αμερική. Τόν έστελναν όμως οι γονείς του στούς παππούδες του στήν Κατερίνη, έτσι είχε μάθει καλά ελληνικά καί είχε ένα σύνδεσμο μέ τήν παράδοση τής χώρας μας. Ένιωθα ήδη άνετα σάν νά τόν γνώριζα από χρόνια, είχαν φύγει όλοι οι ενδοιασμοί μου. «Τί θέλετε από μένα;», μέ ρώτησε. «Θέλω νά μάθω γιατί βρίσκεστε σέ αυτό τό χώρο καί θεραπεύεστε, τέλος πάντων νά σάς γνωρίσω». «Ελάτε στό δωμάτιό μου».
Ναί, μέσα σέ αυτό τό χάλι υπήρχε ένα μικρό δωματιάκι, στενό δωματιάκι μέ ένα κρεβάτι, παράθυρο βορινό, τοίχοι πανύψηλοι, τέσσερα μέτρα ύψος, ένα γραφείο, εικόνες ρωσικές, καντήλι, κομποσκοίνι, θυμιατήρι, πετραχήλι, φάρμακα πάνω στό γραφείο καί βιβλία.
Ήταν ένα μικρό καλογερικό κελί μέσα στή ταραχή εβδομήντα τροφίμων τού ψυχιατρείου. Εκεί άρχισε η αποκάλυψη τής Χάρης τού Θεού. Τό όνομα Νικόλαος, ορθόδοξος ιερέας τής αρχιεπισκοπής τής Αμερικής. Καθηγητής τού Χάρβαρντ στήν έδρα τών Παλαμικών σπουδών καί ποιμαντικής ψυχολογίας. Καθηγητής στό Χάρβαρντ στό μεγαλύτερο πανεπιστημιακό ίδρυμα τής Αμερικής καί τώρα τρόφιμος τής ψυχιατρικής πτέρυγας τού Δαφνίου στό τμήμα αποτοξινώσεως, η διαφορά είναι ιλιγγιώδης.
-Πάτερ; Πώς φτάσατε εδώ;
-Ήμασταν μία παρέα φίλοι πού τελειώσαμε τήν Σχολή τού Τιμίου Σταυρού στήν Βοστόνη. Παντρευτήκαμε, κάναμε παιδιά καί γίναμε Ιερείς. Ο καλύτερος όλων μας πρίν περίπου δέκα χρόνια πέθανε αιφνίδια. Τόν κηδεύσαμε καί γυρίσαμε στά σπίτια μας. Τότε μέ κατέλαβε ένα πνεύμα λύπης καί από τότε άρχισα νά πίνω. Τέλος πάντων, σέ λίγο καιρό ήμουν εξαρτημένος από τό ποτό, εάν δέν έπινα έτρεμα. Δέν μπορούσα νά διευθετήσω τά θέματά μου. Στήν αρχή τό έκρυβα από τήν γυναίκα μου καί τά παιδιά μου, δέν μεθούσα, αλλά έπινα, ήμουν μέ ένα ποτήρι στό χέρι. Πειράχτηκε καί τό ήπαρ μου.
Όλο τό θέμα ήταν μία πρόκληση γιά τήν ιατρική μου γνώση, τίποτα από τά παραπάνω δέν συμβάδιζε μέ τήν νηφαλιότητα τού ανδρός μέ τήν αρχοντιά του καί τήν έλλειψη νευρικότητας. Είχε έρθει η ώρα νά φύγουμε. Τού ζήτησα νά τού φέρω κάτι γιά παρηγοριά τού μέσα σέ αυτούς τούς τοίχους. Ένα βιβλίο τού Ρωμανίδη, μού λέει, τόν είχαμε δάσκαλο τόν Ρωμανίδη. Στήν νέα συνάντησή μας τήν επόμενη εβδομάδα κρατούσα στό χέρι μου τό δεμένο βιβλίο τού Ρωμανίδη «ΡΩΜΑΙΟΙ Ή ΡΩΜΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ». Ανέβηκα τρέχοντας τά σκαλιά νά συναντήσω τόν Νικόλαό μου τόν άρρωστό μου, τόν βρήκα στό δωμάτιό του καθισμένο σέ μία μικρή πολυθρόνα καί στό χέρι τού ένα μικρό κομποσκοίνι. Τού έδωσα τό βιβλίο στά χέρια του. Είχε κόκκινο σκληρό εξώφυλλο, τό γύρισε μέ αγάπη, διάβασε τά κεφάλαια. Χάρηκε σάν μικρό παιδί.
-Είμαι εδώ πάνω από τρείς μήνες, βγαίνω σπάνια δέν έχω πού νά πάω, δέν μού έχουν φέρει ένα δώρο. Πόσο χαίρομαι γιά αυτό πού μού έφερες. Αυτός ο άνθρωπος έφερε αέρα ορθοδοξίας, γκρέμισε τό σχολαστικισμό τής γερμανικής ιδεολογίας, έδειξε τόν πλούτο μας!!! Ότι μας έλεγε ο γέρο-Ιωσήφ, αυτός τό έβαλε στά Πανεπιστήμια.
-Ποιός γέρο Ιωσήφ;
-Ο ησυχαστής, ο παππούς, ο σπηλαιώτης. Τόν γνώρισα τό 1960 όταν πήγαινα στό Άγιο Όρος, στή Νέα Σκήτη, μέ δεχόταν στό κελάκι του. Μού έμαθε νά προσεύχομαι μέ τό κομποσκοίνι ώρες καί ώρες, φωτόμορφος, γλυκύς, αυστηρός. Προσοχή έλεγε στό νού, πρώτα προσβολή μετά συζήτηση μέ τόν λογισμό μετά συγκατάθεση!!! Συγκατάθεση, θάνατος, αρχή αμαρτίας, η αμαρτία δόντι ιοβόλο τού θανάτου. Προσοχή όχι συζήτηση μέ τόν λογισμό, νήψη.
Αυτά πού ο γέροντας τά παρέδωσε εμπειρικά, ο Ρωμανίδης τά κατέγραψε τά στήριξε αγιοπατερικά καί τά εξαπέστειλε στά πέρατα τής γής, ώστε νά έχουμε καί εμείς χαρά εκεί στήν Αμερική.
Όταν έγινα Ιερέας, μέ τόν πρώτο μου μισθό έστειλα ένα δώρο στόν γέροντα Ιωσήφ, τού έστειλα ράσα καλογερικά, όχι κάτι τό ακριβό, τά είχα τυλίξει καί σέ ένα γκρί χαρτί, έγραψα τήν διεύθυνση καί τά έστειλα. Μετά από πέντε χρόνια τόν επισκέφθηκα στό κελλί του, όπως καθόταν είδα πίσω του στό περβάζι τό δώρο μου ανέγγιχτο. Αμέσως σκούρυνε τό προσωπό μου. Τού λέω: «Γέροντά σου έστειλα ένα δώρο μέ τά πρώτα μου χρήματα καί εσύ ούτε πού τό άγγιξες!!!».
Μού λέγει: «Π. Νικόλαε, παιδί μου, δέν μού λείπει τίποτα, έχω τόν Χριστό. Δέν μού λείπει τίποτα. Τό δώρο σου τό είδα, έσκισα μία άκρη καί τό είδα. Τό άφησα εδώ χρόνια νά μού λέγει ο λογισμός άνοιξέ το καί νά τόν ξεχνώ αλλά νά σέ θυμάμαι. Θά μπορούσα νά τό έχω δωρίσει σέ τόσους πού έρχονται εδώ αλλά τό άφησα γιά τόν παπά Νικόλα, έλα νά βάλουμε τόν πλάγιο τού δεύτερου ήχου νά παρηγορηθείς».
Μού έμαθε νά προσεύχομαι μέ τό κομποσκοίνι γιά τόν κόσμο γιά τίς αμαρτίες μου καί πάλι έμπονα γιά τόν κόσμο. Όλες τίς ακολουθίες τίς έκανε μέ τό κομποσκοίνι εκτός τής Θείας Λειτουργίας.
-Πάτερ, απορώ πώς εσείς, πού γνωρίσατε ένα τόσο άγιο άνθρωπο, πέσατε σ’ αυτό τό πάθος τής οινοποσίας. Η προσευχή δέν σάς προστάτεψε, δέν σάς βοήθησε νά γλιτώσετε από τόν πειρασμό αυτόν;
-Ευάγγελε, μήν ξεχνάς τό «αρκεί σοί η χάρις μου» τού Παύλου.
-Ξέρετε μέ σκανδάλισε στήν αρχή τουλάχιστον τό θέμα σας.
-Σέ σκανδάλισε ή σέ φόβισε γιά τό ευόλισθον τής φύσεώς μας; Είσαι αυτάρκης στήν νομιζόμενή σου καθαρότητα καί φοβάσαι μήπως τήν χάσεις, μήπως κάνεις κάποιο λάθος καί χάσεις τήν καλή γνώμη γιά τόν εαυτό σου καί γιά τούς άλλους. Σέ νοιάζει τί θά πεί ο κόσμος. Αδελφέ μου καί φίλε μου, η νεότητά σου είναι κακός σύμβουλος, όπως καί σέ μένα κάποτε. Η πείρα τού βίου καί η συναντίληψη τής Χάριτος μέ έπεισε ότι όποιος καί άν είμαι ό,τι καί άν κάνω είμαι δεμένος μέ τόν Χριστό καί φωνάζω «ελέησον μέ ο Θεός, ελέησον μέ Κύριε ως οίδας καί ως θέλεις ελέησόν με». Καί λέω μέσα μου «όλοι σώζονται, εγώ κολάζομαι». Ελπίζω στόν Χριστό καί στήν Παναγία. Ελπίζω στό έλεος τού Θεού πού χαρίζει τόν παράδεισο σ’ αυτούς πού πιστεύουν ότι είναι ανάξιοι τού παραδείσου.
Καί πάλι ο αδυσώπητος χρόνος τελείωνε.
-Πάτερ θέλετε νά σάς φέρω κάτι τήν επόμενη συνάντησή μας;
-Ναί, θέλω κάτι επειδή έχω τέσσερα παιδάκια στήν πατρίδα καί τά έχω επιθυμήσει. Φέρε μου σέ παρακαλώ ένα μικρό παιδάκι καί φώναξέ με νά βγώ στό παράθυρο από τά κάγκελα νά τό δώ νά δώ τά ματάκια του νά παρηγορηθώ.
-Βρήκα τόν μικρό μου βαπτισμένο Σωτήριο τόν πήρα αγκαλιά, πέρασα τήν πόρτα καί σταθήκαμε κάτω από τά σίδερα.
-Π. Νικόλαε, π. Νικόλαε, ήρθαμε.
Πρόβαλε η φιγούρα του πίσω από τά σίδερα άπλωσε τά χέρια του από ψηλά, μας κοίταζε, μάς χαμογελούσε, μιλάγαμε από εκεί. Χάρηκε, θυμήθηκε τά δικά του, απλώθηκε η νοσταλγία. Δέν ήταν πίκρα ήταν μία νοσταλγία γιά τόν παράδεισό μας. Μάς ευλόγησε καί αποχωρήσαμε. Ποιός είναι πλούσιος, Λωξάνδρα μου, εν τώ ολίγω αναπαυόμενος, τζόγια μου …;
-Πάτερ, η Αμερική φημίζεται γιά τά αποτοξινωτικά της κέντρα, πώς ήρθατε σ’ αυτές τίς άθλιες συνθήκες.
-Ευάγγελε, πρίν πολλούς μήνες προκηρύχθηκε μιά θέση παλαμικών σπουδών στό πανεπιστήμιο τής Αθήνας. Ήρθα λοιπόν κι εγώ, αφού πήρα τήν άδεια από τό πανεπιστήμιό μου νά βάλω τά χαρτιά μου γι’ αυτή τήν έδρα. Οι μήνες περνούν, δέν γινόταν τίποτα. Καθηγητικές ίντριγκες, συνεδριάσεις επί συνεδριάσεων, τίποτα. Τήν έδρα μου στό Χάρβαρντ τήν είχε πρίν από μένα ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκι. Αυτός είναι ένας μεγάλος Θεολόγος καί πραγματικός φιλέλληνας καί είναι ο γέροντάς μου.
-Από έκπληξη σέ έκπληξη.
-Γέροντάς σας αυτός ο μέγας;
-Ναί, καί είναι πραγματικά μεγάλος πνευματικός Θεολόγος καί σημειοφόρος άνθρωπος θυσίας. Σπουδαγμένος καί στήν ποιμαντική Ψυχιατρική καί στήν ψυχολογική αντιμετώπιση τών εθισμένων χρηστών σέ ουσίες καί ποτό. Αλλά όλα αυτά τά ασκούσε μέ απέραντη αγάπη καί υπομονή. Γιά νά κατανοήσης τό μέγεθος τού ανδρός θά σού πώ μία ιστορία στήν οποία ήμουν μάρτυρας τής θαυμαστής θεραπείας ενός εφήβου. Μιά οικογένεια έφερε τό παιδί της 18 ετών πού έπασχε από ηβηφρενία. Η κατάσταση ήταν δύσκολη, αθεράπευτη σχεδόν, τόν παρακάλεσαν νά τόν δεχθή νά τόν αναλάβη. Πράγματι, τόν πήρε σέ ένα σπίτι στήν εξοχή πού είχε πολλά στρέμματα, μέ σημύδες ένα μεγάλο αγρόκτημα. Μπήκαν μέσα οι δυό τους, τό αγρίμι καί ο π. Γεώργιος καί έκλεισαν τήν βαριά πόρτα. Μετά τρείς μέρες παρέδωσε τό παιδί υγιές καί σώφρον στούς γονείς. Τό παιδί αυτό σπούδασε καί είναι υγιής έκτοτε καί μάλιστα τώρα είναι καί Επίσκοπος τής Εκκλησίας μας.
-Όταν τόν ρώτησα «π. Γεώργιε, πώς έγινε αυτό;», μού είπε ό,τι πήρε τό παιδί καί τού είπε: «Παιδί μου, εγώ θά καθίσω σ’ αυτήν τήν σημύδα. Όλος ο χώρος είναι δικός σου, κάνε ό,τι θέλεις καί όταν θέλης έλα νά μιλάμε». Τρείς μέρες καί τρείς νύχτες έκανε ό,τι ήθελε. Κατέστρεψε τό ψυγείο, τήν βιβλιοθήκη μου, τά λουλούδια καί όποτε ήθελε μέ πλησίαζε καί μιλάγαμε. Εγώ καθόμουν στής σημύδας τόν κορμό καί περίμενα χωρίς νά ταράζομαι γιά ό,τι γινόταν, τρείς μέρες εκεί δέν σηκώθηκα, δέν έφαγα, δέν ήπια νερό. Τήν τρίτη ήμερα ήρθε τό παιδί γαλήνιο, μού φίλησε τό χέρι, μέ σήκωσε, μέ βοήθησε νά περπατήσω, γιατί ήμουν σάν πεθαμένος, ανοίξαμε τήν πόρτα καί τόν παρέδωσα στούς γονείς του. Ιματισμένο καί σωφρονούντα.
-Πάτερ Γεώργιε, καί τρείς ημέρες πώς κάνατε τίς στοιχειώδεις ανάγκες σας;
-Τά έκανα πάνω μου, δέν μετακινήθηκα καθόλου, ήθελα νά δώσω μία θυσία γι’ αυτόν στόν Θεό, τήν υπομονή μου, τήν κατάργηση τών συμβατικών καθημερινών πρακτικών. Δέν είναι τίποτα, ο Θεός μού χάρισε υγιή τόν άνθρωπο καί δι’ αυτού μού χάρισε καί γεύση τής Βασιλείας Του. Τέτοιος άνθρωπος ήταν αυτός, αληθής Θεολόγος, άνθρωπος τής Λειτουργίας αλλά καί πέρα απ’ αυτήν. Πάντα έλεγε: «δίδου ημίν εκτυπώτερον, σού μετασχείν, εν τή ανεσπέρω ημέρα τής βασιλείας σου».
Συζήτηση περί τής ζωής τού Ιερέως
Από τίς συζητήσεις πού είχαμε καταθέτω εδώ μερικά.
-Πρόσεχε, ιερεύ, τόν εαυτό σου, μήν ξεχάσης νά βλέπης τόν Θεό. Ορκίστηκες νά έχης τόν νού σου στήν σωτηρία τόσο τήν δική σου όσο καί τών άλλων. Κάθε καιρός είναι κατάλληλος γιά νά δώσης τό Βάπτισμα καί τήν θεία Κοινωνία, γιατί κάθε καιρός είναι κατάλληλος γιά τόν θάνατο. Νά θυμάσαι ότι ο άνθρωπος μπορεί νά πή όχι στόν Θεό, ο Θεός δέν μπορεί νά πή όχι στόν άνθρωπο. Αυτού τού Θεού είμαστε Ιερείς, πού επιτρέπει στό πλάσμα του νά πή «όχι, νά μήν γίνη τό θέλημά σου» δηλαδή, νά γεννήση τήν κόλαση. Στούς ανθρώπους μπορείς νά πής ότι ο Χριστός κατέβηκε στόν Άδη, εκεί μάς αναμένει, όσο πιό βαθύς είναι ο Άδης σου, τόσο βαθύτερα είναι ο Χριστός. Η οδύνη είναι τό ψωμί πού ο Θεός μοιράζεται μέ τόν άνθρωπο καί πού έχει υποχρέωση ο δούλος του, ο παπάς, νά μοιρασθή κι αυτός μέ τό σύνολό του. Στόν Σταυρό ο Θεός, ενάντια σέ ό,τι είχαμε ποτέ φαντασθή γιά θεό, τάχθηκε μέ τό μέρος τού ανθρώπου. Ο Θεός έγινε άνθρωπος, δηλώνει τήν αγάπη Του, ζητά τήν αγάπη μας καί μάς απαλλάσσει από κάθε οφειλή.
Ο αγώνας μας είναι η προσοχή στήν πνευματική πηγή τού κακού, τό οποίο δέν προέρχεται από τήν φύση, αλλά συντελείται μέσα στό πνεύμα. Αυτός πού είδε τήν αμαρτία του είναι πιό μεγάλος από αυτούς πού γνώρισαν αγγέλους. Τότε, από τήν άβυσσο τών αμαρτιών μου επικαλούμαι τήν άβυσσο τής Χάριτός Σου. Πρόοδος στόν αγιασμό σου, παπά μου, φαίνεται όταν η καρδιά σου ήσυχη διαστέλλεται καί ανθίζει σέ κοσμική ευσπλαχνία, δέν μπορεί νά κρίνη κανέναν, σηκώνει τό κακό όλου τού κόσμου, περνά τήν Γεθσημανή καί καλύπτει τά πάντα μέ τόν μανδύα τής αγάπης. Η αγάπη είναι ο Θεός πού ρίχνει τό βέλος, τόν Μονογενή Του Υιό, αφού έβρεξε τήν ακίδα τού βέλους μέ τό ζωοποιό Πνεύμα. Η ακίδα είναι η πίστη πού όχι μόνο εισάγει τό βέλος αλλά καί τόν τοξότη μαζί της.
Ευάγγελέ μου, άν ποτέ γίνεις Ιερέας νά θυμάσαι ότι αυτό πού σκανδαλίζει τούς άπιστους δέν είναι οι Άγιοι, αλλά τό αναμφισβήτητο γεγονός ότι δέν είμαστε όλοι άγιοι. Η κατάσταση τού κόσμου μοιάζει μέ αυτήν τήν πρό τού Μ. Κωνσταντίνου, καί χειρότερη, γιατί τότε οι άνθρωποι ήσαν ειδωλολάτρες, τώρα είναι άθεοι. Έτσι, αντί η Εκκλησία νά κρίνη τόν κόσμο, η Εκκλησία κρίνεται από τόν κόσμο, γιατί ο κόσμος μπορεί νά τήν κατηγορήση ότι μέσα σέ τόσους αιώνες έχασε τήν ικανότητα τής μαγιάς καί αντανακλά τόν κόσμο καί μάλιστα πιστά. Η Εκκλησία από αρραβωνιαστικιά έγινε θρησκευτική κοινωνία. Τό Ευαγγέλιο εξεγείρει, ανατρέπει όχι τήν δομή τού κόσμου αλλά τήν δομή τού ανθρώπινου πνεύματος. Ο Χριστός εντός. Απόκτησε τήν εσωτερική ειρήνη καί πλήθος ανθρώπων θά βρή τήν ειρήνη δίπλα σου.
Παπά μου, τό νά πλησιάσης τόν σύγχρονο άνθρωπο είναι τέχνη. Τό ουσιώδες είναι νά μεταφερθής στήν θέση του, νά σβήσης τόν εαυτό σου καί νά αφήσης τόν Χριστό νά μιλήση. Όλη σου η Θεολογία πού σέ έμαθαν σωριάζεται σάν θρύψαλα μπροστά σέ έναν εγκληματία, έναν νεκρό, μιά μοναξιά. Όμως η ζωντανή ζεστασιά τής παλάμης σου, μπορεί νά κάνη ανθρώπους σβησμένους, λερωμένους κι άσχημους νά ακτινοβολούν ξαφνικά ακτίνες Φωτός καί νά ανασύρης στήν επιφάνεια αυτό πού κοιμάται. Τήν κοινωνία. Ο Μυστικός Δείπνος, η θεία Κοινωνία, πού ετοιμάζεις είναι μυστήριο εν πορεία, γι’ αυτό στεκόμαστε όρθιοι. Καί άν γίνουμε απόβλητοι από τήν κοινωνική ζωή πρέπει νά ωριμάσουμε σάν μία γενιά ομολογητών. …;
-Πάτερ Νικόλαε, είδα ότι είσαι άνθρωπος τού Θεού. Σέ παρακαλώ πές μου ποιά είναι η μυστική σου εργασία, τί μού κρύβεις;
-Ευάγγελέ μου, ήλθε η ώρα νομίζω νά μάθεις όλα τά κατ’ εμέ σάν μία παρακαταθήκη διδασκάλου πρός μαθητή. Δέν είμαι άρρωστος, τουλάχιστον δέν πάσχω από αλκοολισμό!!!! Μεταξύ τών σπουδών μου είναι καί η ψυχολογία τού χρήστη. Αφού ήρθα στήν Αθήνα καί κατέθεσα τά χαρτιά μου καί ο καιρός περνούσε, μέ τό σήμερα-αύριο, μίλησα μέ τόν διευθυντή τής κλινικής πού είναι φίλος μου από τήν Αμερική, τού είπα γιά προγράμματα στήν Αμερική, όπου ο γιατρός ζή μαζί μέ τούς αρρώστους γιά όλο τόν χρόνο τού προγράμματός τους μέ εξαιρετικά αποτελέσματα. Έτσι παρακολουθώ τό πρόγραμμα, χωρίς κανείς νά τό γνωρίζει από τούς συναρρώστους μου. Ζώ έγκλειστος τρείς μήνες περίπου, επιταχύνθηκε τό πρόγραμμα, αλλά κυρίως αυτοί πού έφυγαν αυτό τό διάστημα δέν υποτροπίασαν.
-Μά τί μού λέτε, πουλήσατε τόν εαυτό σας σάν δούλο εδώ μέσα, δέν βλέπετε ούτε κάν παιδιά, υποφέρετε τήν τρέλα τού καθενός!
-Ναί, αλλά έχω τό δωματιάκι μου, τήν προσευχή μου, τήν πίστη μου, έχω τόν καθρέφτη μου, όλους τούς αδελφούς τούς έγκλειστους.
Εκείνο πού μού ξεσχίζει τά σπλάχνα ήταν ότι δέν μπορούσα νά λειτουργώ. Τώρα τελευταία παίρνω κι εγώ, όπως όλοι, μία άδεια καί πηγαίνω εδώ σέ ένα μοναστηράκι νά λειτουργώ καί επανέρχομαι.
-Μά δέν τρελαθήκατε εδώ μέσα, φυλακισμένος αναίτια τόσους μήνες;
-Πιέστηκα, πιέστηκα, ήταν εμπειρία τάφου, αλλά όμως γνώρισα όλους αυτούς τούς φίλους τού Χριστού, τούς ελάχιστους. Αυτούς πού πιστεύουν ότι είναι ανάξιοι τού παραδείσου, τούς συμπαραστάθηκα, τούς άκουσα, τούς έδωσα λίγο νερό, λίγη πίστη καί, κυρίως, επλατύνθηκα κι εγώ καί πάλι δούλος αχρείος είμαι. Αναλογίζομαι τήν ώρα τής εξόδου μου καί ελπίζω στό έλεος τής Εκκλησίας Του καί στό ιδικό Του.
-Πάτερ Νικόλαε, είστε τόσο νέος ούτε πενήντα τριών.
Ήταν Τετάρτη τής πρώτης τών νηστειών πού κάναμε αύτη τήν κουβέντα τής καρδιάς, πού μού χάραξε τήν καρδιά.
-Τήν Παρασκευή θά πάρω άδεια, θά πάω στό μοναστηράκι πού σάς είπα γιά τούς Χαιρετισμούς καί γιά Λειτουργία τήν Κυριακή τής Ορθοδοξίας. Ελάτε κι εσείς νά σάς δούμε. Πάρτε ένα τηλέφωνο τό Σάββατο νά σάς πούμε τήν ώρα τής Λειτουργίας τήν Κυριακή.
Πράγματι, τό Σάββατο τών Αγίων Θεοδώρων τηλεφώνησα.
-Ευλογείτε, πάτερ.
-Ο Κύριος.
-Σάς παρακαλώ, θέλω νά μιλήσω στόν πατέρα Νικόλαο.
-Δέν γίνεται, μού είπε.
-Πότε νά ξαναπάρω γιά τόν π. Νικόλαο, πότε;
-Μόλις πρό ολίγου τελείωσε τήν θεία Λειτουργία, κατέλυσε καί πέθανε μπροστά στήν Αγία Τράπεζα, τήν ώρα πού τήν ασπαζόταν γιά νά βγή από τό Ιερό. Επειδή αργούσε νά βγή, μπήκε ο εκκλησάρης καί τόν βρήκε γονατιστό αλλά χωρίς πνοή. Έχει έρθει η αστυνομία, θά τόν πάνε γιά νεκροτομή, θά τόν στείλουν στήν Αμερική.
-Δέν ξέρω τί λέτε, πάτερ, εγώ προχτές τού μίλησα, τέλος πάντων ήμασταν μαζί. Ήταν μιά χαρά. Δέν μπορεί, δέν είναι αυτός.
-Όχι, αυτός είναι.
Έτσι τό ήθελε ο Θεός. Έτσι ετελειώθη ο Νικόλαος ο άρχων, ο εργάτης τών εντολών τού Χριστού, ο κρυφός, ο φίλος μου, ο ολιγοήμερος, ο γνήσιος ποιμένας πού άφησε τά ενενήντα εννιά γιά τό ένα, πού πουλήθηκε δούλος σάν κι αυτόν τόν Επίσκοπο τού γεροντικού, ο Ιερέας τού 20ου αιώνος τού απατεώνος πού τά μάτια του δέν απατήθηκαν, αλλά είδε καθαρά τήν εικόνα τού κόσμου χωρίς φαντασία. Άς έχουμε τήν ευχή του.-
************
Τό κείμενο «Ιερεύς τις τού 20ού αιώνος» δημοσιεύθηκε στό Περιοδικό τής Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς «Πειραϊκή Εκκλησία» καί κυκλοφόρησε σέ πολλές ιστοσελίδες τού διαδικτύου, άλλοτε αυτοτελές καί άλλοτε εντεταγμένο σέ ένα γενικότερο κείμενο μέ τίτλο «Ενθύμιο Χειροτονίας εις Πρεσβύτερο Π. Ευαγγέλου εξ ιατρών 14/11/2009», τό οποίο αποτελεί τόν χειροτονητήριο λόγο τού Ιερέως ιατρού π. Ευαγγέλου. Όπως ο ίδιος μας πληροφορεί, ο Αρχιερέας Γρηγόριος τού ζήτησε νά αναφέρη στόν λόγο του τήν ιστορία τού π. Νικολάου: «Γράψε, Ευάγγελε, τήν ζωή τού π. Νικολάου, νά τήν μοιράσουμε σάν ενθύμιο τήν ήμερα τής χειροτονίας σου». Καί όπως σημειώνει ο π. Ευάγγελος, «έτσι γιά υπακοή τήν έγραψα εις αποκάλυψη τής μυστικής εργασίας του. Καί διαρκή υπόμνησή μου τού τί είναι Ορθόδοξος παπάς».
Πηγή: Ψήγματα Ορθοδοξίας
 http://istologio.org/?p=3431

Παρασκευή, Μαρτίου 09, 2012

«Φλεγόμενος και μη καταφλεγόμενος»





Ήταν  ημέρα Κυριακή.
Ένας επίσκοπος επισκέφθηκε με τη συνοδεία του κάποιο χωριό της επαρχίας του. Εκεί αναζήτησε τον εφημέριο και του ζήτησε να τελέσει τη θεία μυσταγωγία.
Ο ιερέας ήταν ένας απλός και αγράμματος χωρικός, από τη στιγμή όμως που στάθηκε μπροστά στην αγία τράπεζα, τον κύκλωσαν πύρινες φλόγες χωρίς όμως να τον καίνε!
Έκπληκτος από το θέαμα ο επίσκοπος, τον καλεί μετά τη λειτουργία και του λέει: Ευλόγησε με, άξιε δούλε του Θεού!
Ο εφημέριος σάστισε. Πώς είναι δυνατόν να ευλογηθεί ο επίσκοπος από τον ιερέα; ρώτησε.
Δεν είμαι άξιος να ευλογήσω ιερέα, που προσκομίζει στο Θεό τα τίμια Δώρα «φλεγόμενος» από υπερφυσικό πυρ «και μη καταφλεγόμενος».
Όπως λέει ο άγιος απόστολος, «το έλαττον υπό του κρείττονος ευλογείται».
Είναι ποτέ δυνατόν, απάντησε ταπεινά ο πρεσβύτερος, να τελεί τα φρικτά μυστήρια ο κληρικός, χωρίς να περιβάλλεται από θεϊκή φωτιά;
Ο επίσκοπος θαύμασε τη ψυχική καθαρότητα του ιερέα και την ανεπιτήδευτη συμπεριφορά του, και αναχώρησε ωφελημένος.
(Ευεργετινός)
 

«Προσφέρων και Προσφερόμενος»

Ανώνυμος ησυχαστής, συγγραφέας του βιβλίου «Νηπτική θεωρία», διηγείται την ακόλουθη θαυμαστή εμπειρία του: «Ενώ λειτουργούσα μαζί με το γέροντά μου, είδα σε όραμα τον Κύριο Ιησού Χριστό. Φορούσε αρχιερατική στολή και ιερουργούσε σύμφωνα με την τάξη της Εκκλησίας.
Παραδόξως όμως, αυτός ήταν και «ο προσφέρων και ο προσφερόμενος». Στη λειτουργία συμμετείχαν και μερικοί από τη συνοδεία του γέροντά μου.
Δύο απ’ αυτούς είχαν τα πρόσωπα ολόλαμπρα από τη θεία χάρη, σαν πρόσωπα αγγέλων. Το σχήμα, το πολυσταύρι και ο σταυρός που κρατούσαν, άστραφταν πιο δυνατά κι από την αστραπή!
Λειτουργούσε μαζί μας κι ένας διάκονος. Την ώρα που ο διάκονος μνημόνευε τα ονόματα των χριστιανών, έσκυψε σπλαχνικά προς το μέρος του ο Χριστός και είπε:  Ας είναι κι αυτοί μαζί μου στη βασιλεία μου.
Βλέποντας μπροστά μου τον γλυκύτατο Ιησού, έκλαιγα από χαρά και θαύμαζα, γιατί αξιώθηκα ν’ απολαύσω τη θέα Του.
Κι όταν τον ασπάσθηκα στο πανάχραντο στήθος Του, ένιωσα να λειώνω σαν κερί από την πολλή κατάνυξη και τα δάκρυα.
Πήρα τότε θάρρος και του είπα κλαίγοντας: «Μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη βασιλεία σου». Κι αμέσως ακούω τον Ιησού με τη μελίρρυτη γλώσσα Του να μου λέει:  Ας γίνει όπως είπες.
Ύστερα συνήλθα από το όραμα. Εκείνη όμως τη μέρα, κάθε φορά που το θυμόμουν, η καρδιά μου πλημμύριζε από κατάνυξη».
(Ανωνύμου ησυχαστού, «Νηπτική θεωρία»)


από εδώ

Παρασκευή, Νοεμβρίου 18, 2011

" Το παιδί μου... ιερέας;! "



Πιστέψτε με, δεν είναι ανέκδοτο. Συνέβη σ' ένα πολύ γνωστό μου ζευγάρι, ένα πιστό ζευγάρι. Γέννησε η γυναίκα το πρώτο τους παιδί κι ο σύζυγος την έκτη μέρα, όπως γίνεται πάντα σ' ένα φυσιολογικό τοκετό, παρέλαβε από την κλινική μάνα και βρέφος. Πρίν πάνε σπίτι τους, πέρασαν από ένα έξωκκλήσι που ταχτικά τους φιλοξενούσε το δύσκολο καιρό της εγκυμοσύνης.

Η γυναίκα με το βρέφος έμεινε εκεί έξω στο σκαλάκι, ο άντρας αφού άναψε τρία κεράκια για την τριμελή πια οικογένεια επέστρεψε κοντά τους. Καί φωναχτά κι από καρδιάς ευχαρίστησε το Θεό γιατί τελείωσε η περιπέτεια της γέννας, γιατί μάνα καί παιδί ήταν γεροί, γιατί αξιώθηκαν να γίνουν γονεις, μετά ζήτησε τη συνέχεια της ευλογίας Του πάνω στην οικογένεια. Καί κατέληξε:
«Δεν θέλουμε παρά να φωτίζεις αυτόν τον καινούριο πολίτη του ουρανού. Να γίνει δικό σου παιδί - μόνο αυτό. Εσένα να ακολουθεί κι ας γίνει ό,τι θέλει. Ακόμα και... παπάς».

Είμαι μάνα πολλών παιδιών καί άκουσα, σαν κάθε μάνα, πολλά όνειρα. Καί γονιών καί παππούδων καί γιαγιάδων όνειρα, όπως θ' άκουσες καί συ. Από πολύ νωρίς κάποιος απ' αυτούς λέει με λαχτάρα:
«Έχει αγάπη στα βιβλία. Θα προκόψει στα γράμματα. Έχει σπουδαίο λέγειν καί πειθώ. Δικηγόρος θα γίνει».

«Καλά, δε βλέπεις δεξιοτεχνία; Μηχανικός θα γίνει, να μου το θυμηθείτε».
Τόσω χρονώ γυναίκα που 'γινα δεν άκουσα κάποιον να πει:«Αυτό το παιδί έχει εξυπνάδα, κρίση, εντιμότητα, έχει πολλά χαρίσματα. Θα γίνει παπάς».
Όχι, κάτι τέτοιο δεν τόχω ακούσει.
Έχω δει πρόσωπα να τα αυλακώνει η έγνοια για το αν το παιδί τους έχει ένα ιδιαίτερο ταλέντο. Δε μού 'χει τύχει όμως να δώ αυτή την έγνοια για το αν δόθηκε από Θεού η σφραγίδα.
 
Δωρεά που θα δείξει στο γονιό πως το παιδί του είναι ο κλητός, ο εκλεκτός, αυτός που κάποτε θα κρατήσει το άγιο Δισκοπότηρο στα χέρια του. Όχι, κάτι τέτοιο για το παιδί τους, για το μέλλον του. Το κάνουν να αγαπήσει το επάγγελμα που οι ίδιοι προτιμούν, με συζητήσεις, με προβολή επιτυχημένων ανθρώπων. Αυτό όμως δεν τό 'χω ακούσει. Κι οι πιο «δημοκρατικοί» γονείς, που δεν επεμβαίνουν στον επαγγελματικό προσανατολισμό των παιδιών τους, κρυφά ποθούν να γίνει γιατρός, δικηγόρος, αρχιτέκτονας το παιδί τους.
Έντεχνα καί υπογείως το ετοιμάζουν να διαλέξει με παράθεση των θετικών σημείων που έχει ένα τέτοιο επάγγελμα. Καί θετικά σημεία είναι η κοινωνική προβολή και οι υψηλές αποδοχές, Κι αυτά, αλίμονο, ένας παπάς δεν τα έχει.
Αλλά και οι πιστοί γονείς, που θέλουν να συνυπάρχει το επάγγελμα με την προσφορά, που βαπτίζουν το επάγγελμα«εργασία στην υπηρεσία του ανθρώπου» ή το ονοματίζουν «λειτούργημα», κι αυτοί ακόμα δε θέλουν να γίνει παπάς το παιδί τους. Άκουγα μια μάνα πιστή να λέει:

«Γίνε γιατρός, θα κάνεις καλά το σώμα του άρρωστου καί ταυτόχρονα θα του γιατρεύεις την ψυχή του. Μαζί με την ένεση καί τα φάρμακα θα του δίνεις Χριστό».
Ναι, να προσφέρει το παιδί μας, αλλά σαν επιστήμονας, όχι σαν Ιερέας.
Βέβαια, δεν αναφέρομαι στα βιβλία ή στους σταθμούς που ασχολούνται με τον επαγγελματικό προσανατολισμό καί που αγνοούν τον ιερατικό κλάδο. Έχει η παιδεία μας μια υλιστική στάση για τη ζωή. Η κοινωνία μας εκτιμάει την κατάθεση στην Τράπεζα, την ιδιόκτητη κατοικία, σέβεται τις πολλές σπουδές καί δε μπορεί να συλλάβει το τι προσφέρει ο παπάς. 


Καλά η κοινωνία μας. Αλλά εμείς;
Εμείς, αν θέλουμε να μιλήσουμε καθαρά, καί τις σπουδές στη θεολογική Σχολή απλώς τις ανεχόμαστε για τα παιδιά μας. Γνωστής μου οικογένειας ο γιος είπε πως θα πάει στη Θεολογική. Καί κάποια φίλη, πιστή φίλη, παρηγόρησε τη μάνα:
«Μη στενοχωριέσαι. Πολλοί στα παιδικά μας είπαμε πράγματα πού δεν τα ακολουθήσαμε ποτέ».
Κι άλλη περίπτωση πιστής μάνας:
«Με τέτοιο μυαλό θα δώσεις, παιδί μου, Θεολογία; Την Ιατρική καί το Πολυτεχνείο έχεις στην τσέπη σου».
«Γεννηθήτω το θέλημα Σου», λέμε κάθε μέρα. Ναί, να γίνει το θέλημα του Κυρίου, αρκεί βεβαίως το θέλημα Του νάναι απόλυτα συνταιριασμένο με το δικό μας. Καί εμείς θέλουμε να γίνει το παιδί μας ό,τιδήποτε εκτός από ιερέας.

Κι έτσι με αυτή τή δικιά μας υποτίμηση απομακρύνονται δικαίως τα παιδιά μας από το να γίνονται υπηρέτες του Θυσιαστηρίου. Μ' αυτό τον τρόπο έχουμε περιπτώσεις πού γίνεται ιερέας κάποιος που «έτσι τοφερε η ευχή ή η κατάρα» ή άτομα δεύτερης, ας πούμε, διαλογής.
Οι μανάδες πολλές φορές τη μέρα προσευχόμαστε για τα παιδιά μας. Είναι μια συγκινητική προσευχή που αρχίζει από τότε που νιώθουμε το πρώτο σκίρτημά του. Καί όπως μεγαλώνει εκείνο καί μεγαλώνουν καί οι δυσκολίες μας, τόσο καί πιο θερμές γίνονται οί προσευχές μας για φωτισμό. Σκέπτομαι πως ίσως στις προσευχές μας αυτές, λείπει το αίτημα για να κληθεί το παιδί μας να υπηρετήσει στο Θυσιαστήριο. Να ευλογηθεί αυτό το παιδί, για να κάνει εκείνο που κανείς άλλος δε μπορεί να πετύχει: τη μετουσίωση του ψωμιού καί του κρασιού σε Σώμα καί Αίμα του Κυρίου μας.
Καί λείπει το όνειρο της αγιασμένης ώρας που προχωρώντας προς την Ωραία Πύλη, απ' τα χέρια του δικού μας παιδιού θα πάρουμε το Σώμα καί το Αίμα του Κυρίου μας.
Σκέφτομαι κείνη την ευλογημένη μάνα που, όταν κάποτε θα ψελλίσει το «ιδού εγώ καί τα παιδία μου...», κάποιο άπ'αυτά τα παιδιά της θά 'ναι εκείνο που από τη γη ακόμα θα φορούσε το αγγελικό ένδυμα.

 

Γαλάτεια Γρηγοριάδου Σουρέλη
περιοδικό Πειραϊκή Εκκλησία
 

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 21, 2011

ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΤΑΙ Η ΦΙΜΩΣΙΣ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ; - π. Ιωήλ Κωνστάνταρος


      Τον τελευταίο καιρό, ευκαίρως - ακαίρως, από τα Μ.Μ.Ε. προβάλλεται ένα ζήτημα το οποίο απασχολεί, και όσο θα περνά ο καιρός θα απασχολεί ολοένα και περισσότερους πολίτες στον ελλαδικό και όχι μόνο χώρο.
Και ποιο είναι αυτό; Το αν έχει δικαίωμα και αν μπορεί ένας κληρικός να έχει και να εκφέρει γνώμη για τα τεκταινόμενα γενικώς στην κοινωνία μας και ειδικώς εάν δύναται να εκφράζει άποψη σε θέματα τόσο εθνικά, όσο και κοινωνικά.
Ορισμένοι μάλιστα στρατευμένοι «δημοσιογράφοι», όταν κάποιος κληρικός και μάλιστα ανώτερος, όπως είναι οι ελάχιστοι, δυστυχώς, μητροπολίτες, που ευθαρσώς εκφράζουν την άποψή τους, ορισμένοι λοιπόν κονδυλοφόροι, αφού βάψουν την πέννα τους στον φάρυγγα του όφεως, γράφοντας τόσα και τόσα, καταλήγουν και σε μαθήματα δεοντολογίας. Ότι δηλ. δεν θα πρέπει οι κληρικοί να ομιλούν, διότι δήθεν ξεφεύγουν από τον σκοπό του λειτουργήματός τους.
Βεβαίως το να θέτονται τέτοιου είδους ερωτήματα, για το αν θα μπορεί ο ορθόδοξος κληρικός να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του, τόσο γραπτώς, όσο και προφορικώς, τούτο θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνο σε ανελεύθερα καθεστώτα, όπως π.χ. στην χιτλερική Γερμανία ή στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, όπου κυριαρχούσε το κόκκινο θηρίο του επάρατου κομμουνισμού. Ποιός αλήθεια, εχέφρων άνθρωπος, δεν γνωρίζει για τον «πατερούλη» Στάλιν, τον τύπο αυτόν του αντιχρίστου, που με τους οπαδούς του και τους ποικίλους δορυφόρους του (μηδέ εξαιρουμένων και των οπαδών του στον τόπο μας), που ξερνούσαν μέσα από την διεστραμμένη τους καρδιά την πίσσα της κολάσεως εναντίον του Ορθοδόξου Χριστιανικού κλήρου; Όποιος κληρικός ή μοναχός  τολμούσε να κηρύξει ελεύθερα τον λόγο του Θεού, ή να εκφράσει την άποψή του επάνω σε κοινωνικά θέματα, αμέσως, αν δεν τον έστελναν στο εκτελεστικό απόσπασμα, τον συνελάμβαναν και ο άνθρωπος έπαιρνε την άγουσαν για τα αλήστου μνήμης «γκουλάγκ» και την Σιβηρία...
Σε πάρα πολλές χιλιάδες αριθμούνται οι μάρτυρες κληρικοί και μοναχοί που άφησαν την τελευταία τους πνοή στην αχανή αυτή χώρα των πρώην Σοβιέτ. Το δε άξιον παρατηρήσεως μεταξύ του κομμουνιστικού διωγμού σε σχέση με τη σημερινή νοοτροπία την οποία τα Μ.Μ.Ε. προσπαθούν να επιβάλλουν, είναι τούτο: Άφηναν τα Σοβιέτ (δηλ. τα παραρτήματα του άδου), όπου τέλος πάντων άφηναν, κάποιο ναό να λειτουργεί και κάποια ακολουθία να τελείται, απαγόρευαν όμως απολύτως το ζωντανό κήρυγμα. Τον ριζοσπαστικό λόγο του Θεού που καθαιρεί τα οχυρώματα του διαβόλου και ταυτοχρόνως αφυπνίζει τις συνειδήσεις. Αυτό δηλ. που ζητούν τα «παπαγαλάκια» των ποικίλων στοών και των σκοτεινών δυνάμεων, να επαναληφθεί και σήμερα. Ο κλήρος, τονίζουν, να περιοριστεί μόνο εντός των ναών και κυρίως να σφραγίσει το στόμα του.
Αν λοιπόν ζούσαμε σε τέτοιου είδους, ολοκληρωτικά καθεστώτα, τότε πράγματι θα μπορούσε να τεθεί θέμα ελευθερίας του λόγου για τον κάθε πολίτη, για τον κάθε πιστό και κυρίως για τον Ορθόδοξο κλήρο.
Τώρα όμως που δεν υφίσταται τέτοιο ζήτημα, τώρα που μας έχουν στην κυριολεξία ζαλίσει το κεφάλι με την ακράδαντη δήθεν δημοκρατία που απολαμβάνουμε, τώρα φυσικά δεν τίθεται, δεν μπορεί να τεθεί καν τέτοιο ζήτημα. Δεν μπορεί, εκτός και αν όλα αυτά τα φερέφωνα, οι πληρωμένοι και κατ’ όνομα δημοσιογράφοι και οι δημοκόποι πολιτικοί, αισθάνονται ότι όντως δεν υφίσταται γνήσια δημοκρατία και ότι αργά αλλά σταθερά περιορίζεται πλέον η ελευθερία του λόγου. Αλλ’ αν όντως ισχύει κάτι τέτοιο, σε λίγο καιρό οι μόνοι που θα μπορούν να ομιλούν θα είναι οι αντίχριστοι και όσοι υπηρετούν τις γνωστές δυνάμεις της ανωμαλίας, οι οποίες λυσσούν σ’ ο,τιδήποτε αυθεντικά Ελληνικό και γνήσια Χριστιανικό.
Αλλ’ ας εστιάσουμε στη συνέχεια το όλο θέμα στη βάση του.
Μπορεί ένα κληρικός να έχει γνώμη και ελευθέρως να την εκφράζει; Αυτό είναι το ζητούμενο.
Και ρωτούμε κι εμείς τώρα με τη σειρά μας. Οι Έλληνες Ορθόδοξοι κληρικοί, οι Έλληνες Ορθόδοξοι μοναχοί και γενικώς ειπείν οι ρασοφόροι και βεβαίως οι αδελφοί των Ιεραποστολικών Αδελφοτήτων, δεν είναι Έλληνες πολίτες;
Φυσικά, δεν θα αγγίξουμε το ζήτημα από την καθαρώς πνευματική του πλευρά. Οπωσδήποτε από την Ευαγγελική άποψη όχι απλώς μπορούν, αλλά επιβάλλεται να ομιλούν. Και δεν θα αγγίξουμε το θέμα από αυτή την σκοπιά,  διότι όλος αυτός ο συρφετός είναι παντελώς άσχετος με το αγνό, με το κρυστάλλινο πνεύμα του Ιερού Ευαγγελίου. Αν συζητήσουμε επάνω στην βάση αυτή, τότε θα κινδυνεύσουμε να δώσουμε «το άγιον τοις κυσί και τον μαργαρίτη να ρίψουμε στους χοίρους» (Ματθ.ζ΄6).
Τους θέτουμε λοιπόν με την σειρά μας τα εξής ερωτήματα: Οι Έλληνες κληρικοί και μοναχοί, δεν είναι βάσει του Συντάγματος ίσοι με όλους τους άλλου Έλληνες; Δεν είναι όλοι οι Έλληνες ίσοι έναντι των νόμων αλλά και των ελευθεριών που προβλέπει το Σύνταγμα; Μήπως καθιερώθηκε ο διαχωρισμός των Ελλήνων και δεν το μάθαμε; Μήπως κάποιοι είναι Α΄ κατηγορίας πολίτες και μπορούν εντελώς ελεύθερα να εκφράζονται (π.χ. πολιτικοί, δημοσιογράφοι, συνδικαλιστές, «καλλιτέχνες» κ.ά.), ενώ μερικοί άλλοι (κληρικοί και μοναχοί), χαρακτηρίστηκαν ως β΄ κατηγορίας Έλληνες και δεν δύνανται να ομιλούν; Μήπως οι μεγάλοι μας δημοκράτες θεσμοθετούν τον  κοινωνικό ρατσισμό και πλέον σε λίγο θα πρέπει  αναμένουμε και τον εξοστρακισμό;
Μήπως εκτός της οικονομικής καταρρακώσεως της πατρίδας μας και της δεσμεύσεως του Δ.Ν.Τ., επεβλήθη και η κοινωνική περιχαράκωσις μιας μερίδας πολιτών; Ή συναισθάνονται τα πειθήνια όργανα της τρόικας ότι και στην ζοφερή αυτή περιπέτεια ο Ελληνορθόδοξος κλήρος είναι αυτός που θα στηρίξει και θ’ ανορθώσει έτι άπαξ το Έθνος, και κυρίως τούτο είναι που τους καίει και ζητούν ν’ αποφύγουν;
Ερωτούμε. Οι κληρικοί μας, δεν εκπληρώνουν στο ακέραιο τις υποχρεώσεις τους προς την πατρίδα και μάλιστα με το παραπάνω σε πλείστες όσες περιπτώσεις; Δεν πληρώνουν τους φόρους που τους αναλογούν και δεν συμπεριφέρονται ως χρηστοί πολίτες μέσα σε μια ευνομούμενη πολιτεία που κατά κόρον ακούμε ότι απολαμβάνουμε;
Οπωσδήποτε, σε άλλες εποχές, μόλις πριν μερικά χρόνια, θα ήταν αδιανόητο να έθετε κανείς τέτοιου είδους ερωτήματα. Δυστυχώς όμως φτάσαμε και σε αυτό το κατάντημα ώστε να προσπαθούμε να παρουσιάσουμε τα αυταπόδεικτα.
Αλλ’ ας μας επιτραπεί να συνεχίσουμε και με μια άλλη δέσμη ερωτήσεων.
Ποιοι είστε εσείς κύριοι, οι οποίοι θα μας απαγορεύσετε την ελευθερία του λόγου; Ποιος σας έδωσε αυτό το «δικαίωμα» να μας απαγορεύεται αυτό το οποίο έχει «δικαιωματικώς» και ο τελευταίος λαθρομετανάστης του ταλαίπωρου, όπως τον καταντήσατε, αυτού  τόπου;
Και ποιος αλήθεια σας μετάλλαξε σε «φίμωτρα» για τα στόματα και τις συνειδήσεις των Ελληνορθόδοξων κληρικών;
Και δεν αισθάνεσθε ότι τέτοιου είδους συμπεριφορές το μόνο που κατορθώνουν είναι να κάνουν κι όσους από χαρακτήρος είναι «πραείς και ησύχιοι», να ξεσηκώνονται και να διεκδικούν τα αναφαίρετα δικαιώματά τους, με πρώτιστο αυτό το της ελευθερία του λόγου;
Μετά βεβαιότητος, θα πρέπει κανείς να διαθέτει πολύ χαμηλό δείκτη νοημοσύνης για να πιστέψει ότι τα «δημοσιογραφικά μπαράζ» και οι επιπόλαιοι  πολιτικάντικοι εκφοβισμοί, θα κατορθώσουν να επιφέρουν αποτελέσματα και να κάμψουν τους Ορθοδόξους και μάλιστα τους Έλληνες κληρικούς. Θα πρέπει να είναι κανείς πολύ αφελής για να πιστέψει ότι με τέτοιου είδους τερτίπια, θα μπορέσουν να μας φοβίσουν ώστε να γίνουμε «καλά παιδιά» ράβοντας το στόμα μας και κάμπτοντας τον αυχένα μας.
Τους βεβαιώνουμε τους κυρίους αυτούς, που βάλθηκαν εργολαβικά να χτυπήσουν το μόνο που μας έμεινε, την ελευθερία δηλ. του λόγου, ότι θα συμβεί το εντελώς αντίθετο από αυτό, που επιδιώκουν. Και αν έως τώρα ευάριθμοι μητροπολίτες έχουν το θάρρος να ορθώνουν το ανάστημά τους και με παρρησία να ελέγχουν ο,τιδήποτε μολυσμένο και σαπισμένο μέσα στην κοινωνία και το κράτος μας, ας έχουν λοιπόν την βεβαιότητα όλοι αυτοί οι «μπαμπούλες της εξουσίας», ότι σε λίγο καιρό το κύμα θα έχει γίνει ασυγκράτητο.
Ξεκάθαρα πράματα λοιπόν. Ως Έλληνες κληρικοί, έχοντες συνείδηση της αποστολής μας, ουδέποτε θα παραδεχθούμε το «αδίκημα της γνώμης» που προσπαθούν εμμέσως πλην σαφώς και ψυχολογικώς να μας επιβάλλουν. Και έχουμε την βεβαιότητα πως όχι όταν εκφράζει κανείς την αλήθεια διαπράττει αδίκημα, αλλά αντιθέτως εγκληματεί όταν κρατά την σιωπή (την περίεργη και ένοχη εν πολλοίς σιωπή... ).
Την θεμελιώδη δε αυτή αλήθεια περί της ελευθερίας του λόγου την γνωρίζουν πολύ καλά οι εξουσίες που υφίστανται σε μια ευνομούμενη και δημοκρατική πολιτεία. Τόσο η νομοθετική και η εκτελεστική, όσο κυρίως η δικαστική, η οποία όταν λειτουργεί σωστά και ελεύθερα, παίζει σπουδαίο ρόλο στην διαμόρφωση των ηθών και μάλιστα των ορθώς πολιτικών ηθών. Και αφού έτσι έχουν τα πράγματα, δεν μένει παρά την αλήθεια αυτή να την συνειδητοποιήσει και να την εφαρμόσει και η «τετάρτη εξουσία» των δημοσιογραφικών και όχι μόνον συγκροτημάτων. Όσο μάλιστα γρηγορότερα την ενστερνιστούν τόσο καλύτερα για τους ιδίους, αφού κυρίως κάτι τέτοια σχέδια εκφοβισμού και ψυχολογικής τρομοκρατίας,  γυρίζουν μπούμερανγκ σε όσους τα χρησιμοποιούν με ύπουλο τρόπο για να κτυπήσουν τους αντιπάλους. Και επιτέλους ας ανοίξουν και λίγο την εθνική μας ιστορία για να δουν και να μάθουν το ακατάλυτο και ανυπότακτο του Χριστιανικού κλήρου.
Υστερόγραφο προς κάθε αποδέκτη: Οίκοθεν νοείται ότι αυτόν που σέβεται τον εαυτό του και την αποστολή του, ουδεμία απειλή και ουδεμία εγκύκλιος, είτε «ιερά», είτε «ανίερος», θα κατορθώσει να τον φιμώσει και να τον εμποδίσει, προς πάσα κατεύθυνση, να κηρύττει και να ορθοτομεί.
Άλλωστε ο αιώνιος λόγος του Θεού μαρτυρεί περί αυτού: «Ου γαρ έδωκεν ημίν ο Θεός πνεύμα δειλίας» (Β΄Τιμοθ. Α΄ 7) και έτι πλέον «υμείς εκ του Θεού εστέ, τεκνία, και νενικήκατε αυτούς, ότι μείζων εστίν ο εν υμίν ή ο εν τω κόσμω» (Α΄Ιωάννου Δ΄ 4).


Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος
Ιεροκήρυξ Ι. Μ. Δρ. Πωγ.& Κονίτσης.
Κόνιτσα.