ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεία λειτουργία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεία λειτουργία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Νοεμβρίου 14, 2018

Το Ιερό Σαρανταλείτουργο των Χριστουγέννων



Την Αγία Τεσσαρακοστή των Χριστουγέννων τελείται το καθιερωμένο και ευλογημένο Ιερό Σαρανταλείτουργο στο υπέρ ελέους, σωτηρίας και θεραπείας ψυχών και σωμάτων πάντων ημών και υπέρ αναπαύσεως και συγχωρήσεως πάντων των κεκοιμημένων αδελφών ημών.
Στην Θεία Λειτουργία τελετουργείται ή μυστική σχέσις του πιστού με τον Σωτήρα Χριστόν και κορυφώνεται στο υπέρτατο και πλέον φρικτό μυστήριο της Εκκλησίας μας, στην Θεία Ευχαριστία. Πόσο χαρίζει ευφροσύνη και παλμό στην καρδιά ή σκέψις ότι όλοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί αποτελούν μια πνευματική βασιλεία του Θεού, ένα σώμα, ένα πνεύμα, ένα κλήμα με πολλά σταφύλια! Σ' όλους βασιλεύει ό Ιησούς Χριστός και σ' όλους ζει το Πνεύμα του Θεού. Θαυμαστή είναι ή θεία Λειτουργία με την πλατειά εκείνη αγάπη, πού αγκαλιάζει όλο τον κόσμο, όχι μόνο τον επίγειο αλλά και τον ουράνιο. (Άγ. Ιωάννης της Κρονστάνδης, έκδ. Ί, Μονής Παρακλήτου )
Όχι μόνο όμως οι ζώντες ωφελούμεθα αλλά και οι κεκοιμημένοι τα μέγιστα ωφελούνται από την αναίμακτο θυσία, καθώς τονίζει ό Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης: όταν αποχαιρετήσουμε τον προσφιλή μας νεκρό με τον τελευταίον ασπασμό, δεν τον λησμονούμε για πάντα αλλά καθ' εσπέρα και πρωί δεν παύονται αι υπέρ του τελευτήσαντος προσευχαί έπειτα τα νόμιμα και συνηθισμένα μνημόσυνα εκτελούνται, έξαιρέτως δε και κυρίως ή καθ' ημέρα αναίμακτος θυσία (θεία Λειτουργία), παρά την οποίαν κανένα άλλο δεν είναι τόσον ωφέλιμο εις τους κεκοιμημένους μήτε τόσης ευφροσύνης αίτιον και φωτισμού και ενώσεως προς τον Θεόν, καθώς αυτό, διότι αυτό το ίδιον Αίμα του Κυρίου είναι εκείνο, το όποιον χύνεται υπέρ ημών των αχρείων εις αυτήν την θυσία και αυτό το ίδιον θείον Σώμα είναι εκείνο, το όποιον θυσιάζεται επάνω εις το Άγιο Θυσιαστήριο. Αυτήν δε την θυσία και οι οικείοι κατά σάρκα του αποθανόντος και οι κατά πνεύμα ηνωμένοι με αυτόν και οι περισσότερο αγαπώντες αυτόν αδιαλείπτως και καθ' ημέρα προσφέρουσιν όλον τον χρόνο και εις όλην τους την ζωήν και όσον πλέον την προσφέρουσι τόσον περισσότερο ωφελούσι και τούς κεκοιμημένους και εαυτούς, διότι ποιον άλλο έπωφελέστερον του να θύεται και ο Χριστός δι ημάς; Άλλοι δε προσφέρουσι, καθ' όσον δύνανται και προαιρούνται, και άλλοι τουλάχιστον μέχρι των τεσσαράκοντα ημερών προσάγουσι καθ' ημέρα αυτήν την θυσία,,.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα των ανωτέρω είναι και ή κάτωθι διήγησης από το βιβλίο του άρχ. Ιγνατίου "Που πηγαίνει ή ψυχή μετά τον θάνατον,,: Ένας χριστιανός, ενώ έσκαπτε με πολλούς μαζί σ' ένα νταμάρι, έπεσε βράχος και τούς καταπλάκωσε. Ή γυναίκα αυτού του ενός, έδωσε ότι είχε από το υστέρημα της εις έναν ιερέα να κάμη 40 λειτουργίες διά την ψυχή του ανδρός της. Καθημερινώς δε πήγαινε μία προσφορά, ένα μπουκάλι με κρασί, και μία λαμπάδα, σαν πτωχή που ήταν. Όταν έφθασε ό ιερεύς εις τας 20 λειτουργίας, ό διάβολος φθόνησε την ευλάβεια της και της είπε, ότι ό ιερεύς έφυγε διότι είχε δουλειά βιαστική και γι' αυτό μη κοπιάζεις και αύριο πηγαίνεις την προσφορά σου. Αυτό της το έκαμε 3 φορές εις το διάστημα των 40 λειτουργιών. Εν τω μεταξύ έγινε εκχωμάτωσης, για να βγάλουν τα πτώματα. Όταν έφθασαν εις ένα μέρος άκουσαν φωνή που έλεγε: Προσέξατε, σκάψατε με προσοχή, διότι επάνω μου είναι δυο πέτρες, μην πέσουν και με θανατώσουν,,. Αυτοί θαύμασαν, και σκάπτοντες πλαγίως βρήκαν τον άνθρωπο ζωντανό και το ανήγγειλαν εις την γυναίκα του. Απορούσαν δε όλοι, πώς έζησε επί 40 ημέρες χωρίς τροφή. Αυτός δε είπε κάθε μέρα μου έδινε κάποιος, αοράτως, ένα ψωμί και ένα δοχείο κρασί και μία λαμπάδα ήταν μπροστά μου και έτσι έτρωγα, εκτός από 3 ημέρας, όπου δεν έφαγα τίποτε, ούτε φώς είδα και πικράθηκα πολύ, οδυρόμενος διά τας αμαρτίας μου. Κατόπιν είδα την αναμμένη λαμπάδα, το ψωμί και το κρασί, σαν πρώτα και δόξασα τον Θεό, όπου δεν με εγκατέλειψε μέχρι τέλος,,.
Αυτά είναι τα θαύματα της πίστεως μας και θα ήτο ευχής έργον, να υπήρχε ή δυνατότης να γίνουν αντιληπτά και βιώσιμα από όλους μας.



ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ «ΆΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ» ΚΟΥΦΑΛΙΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.

ΑΠΑΝΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2017/11/blog-post_14.html#ixzz5WpWNxdHH

Δευτέρα, Μαρτίου 05, 2018

Μνημονεύοντας ψυχές σε ένα ταπεινό αγιορειτικό κελάκι…



Μνημονεύοντας ψυχές σε ένα ταπεινό αγιορειτικό κελάκι…

Πριν από πολλά χρόνια, βρέθηκα στο Άγιον Όρος παρακολουθώντας μια αξέχαστη Θεία Λειτουργία σε ένα ταπεινό κελλάκι, με λειτουργό, ευλαβή Ιερομόναχο, αγιασμένη ψυχή που πλέον αυλίζεται εις τόπους, ένθα των δικαίων τα πνεύματα αναπαύονται…

Νέος παπάς ο γράφων, άγευστος ακόμα της μεταμορφωτικής εμπειρίας του πολιού και σεβασμίου λειτουργού, που κρυμμένος σχεδόν μέσα στο μισοσκόταδο, στέκονταν ευθυτενής παρά το βάρος του χρόνου που αγόγγυστα στους ώμους του κουβαλούσε και τον έβλεπα να μνημονεύει ψυχές...
με ένα χαμόγελο να διαγράφεται στα χείλη του που έτρεμαν προφέροντας σχεδόν μυστικά τα ονόματα των ανθρώπων…

Το μοναδικό κερί που είχε κοντά του, του προσέφερε μια οριακή ματιά σε αυτό που μπορούσε ο καθένας μας να δει όσο το φως του κεριού που τρεμόπαιζε, πολεμούσε να αποδιώξει το μεταμεσονύκτιο σκοτάδι.

Εκείνος, κυπαρίσσι που ο αγέρας της ζωής δεν κατάφερε να ρίξει στην γη, έστεκε κοιτώντας το δισκάριο και μνημόνευε για ώρες, διακόπτοντας μόνο όπου η ακολουθία επέβαλλε την διακοπή για τις εκφωνήσεις. Τον κοίταζα με προσοχή, να διαβάζει ατέλειωτα ονόματα και κάπου, κάπου έβλεπα δάκρυα να κυλούν από τα μάτια του. Πλησίασα αθόρυβα κοντά του, από την μια να καταστώ κοινωνός αυτής της δωρεάς του Θεού, μνημονεύοντας ονόματα δικά μου και από την άλλη να παρακολουθήσω αυτό που εκείνος, την στιγμή αυτή ζούσε. Με κοίταξε σε κάποια στιγμή και μου είπε:

-Παπά -Θωμά, καλύτερα να θυμάσαι πιο πολύ τους κεκοιμημένους παρά τους ζωντανούς….

Δεν πολυκατάλαβα το νόημα του λόγου του, συνέχισα να μνημονεύω, χωρίς να μπορώ να αντιληφθώ τι ζούσε εκείνος! Σε κάποια στιγμή, η μνημόνευση ολοκληρώθηκε, έτσι νόμιζα τουλάχιστον. Πήγα, δειλά- δειλά κοντά του, με την αναζήτηση του αρχαρίου που αποζητά να μάθει και τον ρώτησα:

-Γιατί γέροντα περισσότερο τους κεκοιμημένους;

Την ώρα εκείνη δεν μου απάντησε. Και αυτό, ήταν μια επιβεβαίωση της δικής μου απειρίας, να τον ρωτήσω, πράγματα που βλέποντας τα, δεν μπορείς να τα καταλάβεις. Ωστόσο, τελειώνοντας η Θεία Λειτουργία, ο σεβάσμιος Γέροντας, με πλησίασε και μου είπε:

«Όταν πρωτόρθα, στ” Αγιονόρος , πριν από πολλά χρόνια, μικρότερος από σένα στην ηλικία, είχα την ευλογία να έρθω κοντά στον μακαριστό Πνευματικό Παπά- Τύχωνα. Έτυχε, κάποια στιγμή, ένας από τους πατέρες ενός διπλανού κελλίου να κοιμηθεί αιφνιδίως. Ο παπά- Τύχωνας, θέλησε να τον σαρανταλειτουργήσει. Κάθε μέρα, τελούσε την Θεία Λειτουργία μνημονεύοντας ονόματα, χιλιάδες ονόματα, ιδιαίτερα όσων δεν είχαν πλέον κανέναν να τους θυμάται, αλλά πρώτα του αδελφού που πέρασε την πύλη του Ουρανού.

Τελειώνοντας το σαρανταλείτουργο, στην τελευταία λειτουργία, το είδα αυτό που σου λέω, λίγο πριν βάλει το «δι ευχών» στάθηκε κοιτώντας την προσκομιδή. Η περιέργεια με οδήγησε να κοιτάξω και γω με τρόπο, να δω τι κοιτούσε. Και είδα ξεκάθαρα τον κοιμηθέντα να στέκει γονατιστός μπροστά στον Παπά- Τύχωνα, να βάζει μετάνοια, σαν να του λέει ευχαριστώ και ξάφνου να χάνεται από μπροστά του… Το είδα παιδί μου, και αυτό δεν έφυγε ποτέ από την μνήμη μου. Κάθε φορά που στέκω μπρος στην προσκομιδή, θυμάμαι τον Γέροντα και την ψυχή που ήρθε να τον ευχαριστήσει…»

Πέρασαν χρόνια από τότε. Και στην σειρά των παλαιών που ολοκλήρωσαν την αποστολή τους στο Άγιο Βήμα, μπήκαμε οι νεότεροι…

Και όταν στέκω μπρος στην προσκομιδή, θυμάμαι τον ευλαβή λειτουργό του Θεού, θυμάμαι την απέριττη Θεία Λειτουργία, στο Αγιορείτικο Κελί και ευχαριστώ τον Θεό γιατί μέσα στις πολλές δωρεές, έδωσε και τούτη τη Χάρη. Να στέκεις μεταξύ ουρανού και γης και να ενώνεις δυο κόσμους, των φθαρτών και των αιωνίων….

π. Θωμάς Ανδρέου

AΠΑΝΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Σάββατο, Ιανουαρίου 06, 2018

Kάθε Θεία Λειτουργία είναι Θεοφάνεια


Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ

Σκοπός της θείας Λειτουργίας είναι να μας μεταδώση τον Χριστό.
Η θεία Λειτουργία μας μαθαίνει ένα ήθος, το ήθος της ταπεινώσεως. Κάθε θεία Λειτουργία είναι Θεοφάνεια. Φανερώνεται το Σώμα του Χριστού. Το κάθε μέλος της Εκκλησίας είναι εικόνα της Βασιλείας του Θεού.
Μετά την θεία Λειτουργία πρέπει να συνεχίζουμε να εικονίζουμε την Βασιλεία του Θεού, τηρώντας τις εντολές Του. Η δόξα του Χριστού είναι να καρποφορήση σε κάθε μέλος ο καρπός Του.
 Η θεία Λειτουργία έγινε μια φορά και για πάντα. Έχει αιωνιότητα. Κάθε φορά που τελείται η θεία Λειτουργία, εμείς ανεβαίνουμε στο ύψος της. Αν βιώσουμε μερικές πτυχές της θείας Λειτουργίας, τότε καταλαβαίνουμε το μεγαλείο της, όπως συνέβη με τον άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ που είδε αγγέλους να εισέρχωνται στον Ναό κατά την Μικρά Είσοδο. Παρακολουθούμε την θεία Λειτουργία, γιατί δεν την βιώνουμε, ή μέχρι να την βιώσουμε.
Εμείς οι Ορθόδοξοι ζούμε τον Χριστό στην θεία Λειτουργία, ή μάλλον ο Χριστός ζη μέσα μας κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας. Η θεία Λειτουργία είναι έργο Θεού. Λέμε: “καιρός του ποιήσαι τω Κυρίω”. Μεταξύ των άλλων σημαίνει ότι τώρα είναι ώρα να ενεργήση ο Θεός. Ο Χριστός λειτουργεί, εμείς ζούμε μαζί με τον Χριστό.
Η θεία Λειτουργία είναι ο τρόπος που γνωρίζουμε τον Θεό και ο τρόπος που γνωρίζεται ο Θεός σε μας.
Όταν τηρή κανείς τις εντολές του Χριστού, δεν κάνει απλώς υπακοή, αλλά ενώνεται με τον Χριστό και αποκτά το φρόνημα του Χριστού.
Από το βιβλίο του Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου,«Οίδα άνθρωπον εν Χριστώ»,Βίος και πολιτεία του Γέροντος Σωφρονίου του ησυχαστού και θεολόγου

Τρίτη, Δεκεμβρίου 12, 2017

Αγγέλους έσχε συλλειτουργούντας...


Μια Κυριακή ο Άγιος λειτουργούσε μόνος του. Όλο το εκκλησίασμα έψαλλε. Μετά το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αμέτρητες αγγελικές φωνές άρχισαν να ψάλλουν. Οι πάντες βουβάθηκαν. Και από την έκπληξη, και από το θαυμασμό, και από το δέος, και από τον φόβο. Και όταν ο Άγιος Σπυρίδων είπε προς τον λαόν «Ειρήνη πάσι», άγγελοι και αρχάγγελοι, Σεραφείμ και Χερουβείμ, Θρόνοι, Κυριότητες, Εξουσίες, Δυνάμεις, όλες οι ουράνιες δυνάμεις, με μια φωνή απάντησαν: «Και τω Πνεύματί Σου». Έτσι οι πιστοί εκκλησιαζόμενοι χριστιανοί, εκείνη την αξέχαστη Κυριακή, έζησαν την ουράνια λατρεία της θριαμβεύουσας Εκκλησίας να ενώνεται με την επί γης Στρατευομένη Εκκλησία. Τη μια Εκκλησία, με τον Έναν ποιμένα, τον Χριστόν. Είναι αυτό που ζούσε ο παπα-Τύχων ο Αγιορείτης ασκητής, στο Χερουβικό ύμνο . Τόχουμε ξαναπεί. Να το ξαναπούμε. Άγγελοι τον άρπαζαν στον ουρανό, για μισή ώρα περίπου. Και κει πάνω ζούσε, βίωνε, την ουράνια Λατρεία της Βασιλείας του Θεού. Όταν συνήρχετο μονολογούσε θαμπωμένος, από τα Μεγαλεία του Θεού, Πω πώωω, παράδεισος. Πωπώωω, Χερουβείμ, Σεραφείμ, Χαρά Θεού. Δόξα Θεού, πλούτος Θεού, άγγελος με ανεβάζει, άγγελος με κατεβάζει. Τι πλούτος, τι μεγαλείον Θεού. Ο παπα-Τύχονας είναι ένας από τους νεοτέρους οσίους λειτουργούς, και ασκητάς Αγιορείτας των ημερών μας, και εκοιμήθη οσιακώς μόλις το 1968. Αλλά μήπως το ίδιο δε συνέβαινε και με τον Άγιο Νεκτάριο, όταν ελούζετο στον Χερουβικό ύμνο και στον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων από ανέσπερο, ολόλαμπρο, ολόλευκο, άκτιστο φως, μέσα σε αγγελικές ψαλμωδίες; Και ο πατήρ Γεώργιος Καρσλίδης ζούσε, όταν ζούσε στο μοναστηράκι έξω από τη Δράμα, ζούσε λειτουργικά με αγγέλους και αρχαγγέλους. Τα Λειτουργικά Πνεύματα πολλές φορές εθεάθησαν να θυμιάζουν την Μεγάλη Είσοδο ευλαβών ιερέων. Και άλλα πάλι να συνωστίζονται στο Άγιον Βήμα δια τα τελούμενα. Πολλές οι παρόμοιες αγγελικές και Χερουβικές συλλειτουργίες από ιερείς ασκητάς του Αγίου Όρους. 

π.Στέφανος Αναγνωστόπουλος

Τρίτη, Νοεμβρίου 14, 2017

...ἀλλὰ τώρα εἶναι… γιὰ ὅσους θέλουν νὰ τὰ πιστεύσουν...



...Εἶχε παρέλθει ἤδη ἡ μεσημβρία, καὶ ὁ ἱερεὺς μετὰ τοῦ μικροῦ ποιμνίου ἐκάθησαν νὰ γευματίσωσιν ὑπὸ τὴν ἱερὰν ἐλαίαν, ἐν τῷ περιβόλῳ τοῦ ναΐσκου, ἐγγὺς τοῦ παμπαλαίου ἐκείνου λιθοκτίστου κιβουρίου, τὸ ὁποῖον κατ᾽ ἄλλους ἦτο στέρνα ὕδατος καὶ κατ᾽ ἄλλους κοιμητήριον ἢ ὀστεοθήκη. Ἡ θειὰ τὸ Μαθηνώ, γηραιὰ εὐλαβὴς κατὰ τοὺς μέν, ψευτομετάνισσα κατὰ τοὺς δέ, ἐνάρετος γυνή, ἀποβλέψασα πρὸς τὸ κτίριον τοῦτο μετὰ στεναγμοῦ εἶπεν:
―Ἡμεῖς τρῶμε, κορίτσια· νὰ ἔχουν τάχα κ᾽ οἱ φτωχοί, νὰ φᾶνε!
― Τρῶν οἱ πεθαμένοι, θεια-Μαθηνώ; εἶπε τὸ Ἀγλαώ, ἡ δωδεκαέτις παιδίσκη τοῦ ἱερέως.
― Οἱ πεθαμένοι τρῶνε κόλλυβα, ἐγὼ τὸ ξέρω, προσέθηκε τὸ Καλλιοπώ, ἡ δεκαέτις μικρὰ ἀδελφή της· καὶ γι᾽ αὐτό, ἡμεῖς στὸ σπίτι ὅσα κόλλυβα μᾶς φέρουνε, ὅλα τὰ μοιράζουμε στοὺς φτωχοὺς καὶ στὰ παιδιὰ τὰ γειτονόπουλα, γιὰ νὰ ἔχῃ ἡ μάννα μας, ἡ φτωχή, νὰ φάῃ στὸν ἄλλον κόσμο…
― Σιωπή, Καλλιοπώ! εἶπεν ὁ ἱερεύς, θέλων νὰ κρύψῃ τὴν συγκίνησίν του...
― Τί! ἔχει δίκιο τὸ κορίτσι, παπά· ἀνέκραξεν ἡ θειὰ τὸ Μαθηνώ, ἥτις ἐνθυμήθη τότε τὰ «πεθαμένα της», τέσσαρα παιδιὰ καὶ τὸν ἄνδρα της, ὁποὺ εἶχε θάψει, μείνασα μὲ δύο θυγατέρας, ὑπάνδρους, τὰς ὁποίας εἶχε στήριγμα ἀκόμη εἰς τὸν κόσμον· ἔχει δίκιο τὸ κορίτσι. Ὁ παπα-Θεόφιλος, ὁ μακαρίτης ἡγούμενος τῆς Μεγαλόχαρης τῆς Εὐαγγελίστρας, τὸ ἴδιο μᾶς ἔλεγε, γιὰ ἕναν ποὺ τὸν εἶχε πλακώσει ὁ μάγγανος, ποὺ τὸν εἶχαν ὅλοι γιὰ πεθαμένον, ποὺ ἡ γυναίκα του τοῦ ἔκαμε τὰ τρίμερα καὶ τὰ νιάμερα, καὶ Ἄγγελος Κυρίου ἔπαιρνε τὸ πιάτο μὲ τὰ κόλλυβα, καθὼς ἦταν σταυρωμένο μὲ τὶς σταφίδες καὶ μὲ τὰ ρόιδα καὶ τὸ πήγαινε εἰς τὸν πλακωμένον κ᾽ ἔτρωγε, δὲν ξέρω πόσες μέρες, κι ἀνάσαινε ἀπὸ μιὰ τρύπα τῆς γῆς, θαρρῶ, ὣς ποὺ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀπέθανεν, κ᾽ ἐσήκωσεν τὸ μάγγανο, καὶ τὸν ξελευθέρωσεν, δὲν εἶν᾽ ἀλήθεια αὐτά, παπά;
― Ἀλήθεια εἶναι, βλοημένη, ἀπήντησεν ὁ ἱερεύς· ἀλλὰ τώρα εἶναι… γιὰ ὅσους θέλουν νὰ τὰ πιστεύσουν.
― Κι ὅσοι δὲν τὰ πιστεύουν;
― Θὰ πᾶνε στὴν Κόλαση, τὸ ξέρω ἐγώ, εἶπε τὸ Καλλιοπώ.
― Μὰ σὰν εἶν᾽ ἀλήθεια, παπά, γιατί ὁ Ἄγγελος Κυρίου δὲ σήκωνε μιὰ καὶ καλὴ τὸ μάγγανο νὰ ξελευθερώσῃ τὸν ἄνθρωπο; εἶπεν ἡ Ἀννούδα, μία τῶν γυναικῶν.
― Γιατὶ ὁ σκοπὸς δὲν ἦτον νὰ δειχθῇ ἡ παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ, ὁποὺ εἶναι ἀποδειγμένη δι᾽ ἀπείρων θαυμάτων, ἀπήντησεν ὁ ἱερεύς, ἀλλὰ νὰ φανερωθῇ μόνον ἡ δύναμις τῶν μνημοσύνων καὶ τῶν διὰ τοὺς νεκροὺς προσφορῶν, καὶ ὅτι τίποτε τὸ ὁποῖον θυσιάζει ὁ ἄνθρωπος, τίποτε τὸ ὁποῖον προσφέρει εἰς τὸν Θεόν, εἰς τοὺς πτωχούς, καμμία καλὴ πρᾶξις, καμμία ἀρετή, καμμία ὑπομονή, κανὲν μαρτύριον, κανὲν δάκρυ, τίποτε δὲν χάνεται. Ὅλα σπείρονται εἰς γῆν ἀγαθήν, ὡς ὁ κόκκος τοῦ σίτου, εἶπεν ὁ Κύριος, ὅπου ἐὰν πέσῃ εἰς τὴν γῆν καὶ ἀποθάνῃ (καὶ τοιαῦτα εἶναι τὰ κόλλυβα, τοιοῦτοι καὶ οἱ νεκροί), πολὺν καρπὸν φέρει. «Οἱ σπείροντες ἐν δάκρυσιν, ἐν ἀγαλλιάσει θεριοῦσι.» Κεῖνοι ποὺ σπείρουν μὲ δάκρυα, μὲ χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν θὰ θερίσουν.
― Τὸ λέγει αὐτὸ τὸ Εὐαγγέλιον;
― Τὸ λέγει τὸ Ψαλτήρι, ἀλλὰ τὸ ἴδιο εἶναι, γιατὶ καὶ τὸ Ψαλτήρι εἶναι λόγος Θεοῦ, καὶ ἐμπνευσμένον ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Καὶ ὅταν θάπτωμεν νεκρὸν ἐν Χριστῷ εὐσεβῶς ζήσαντα, εἶναι ὡς νὰ σπείρωμεν εἰς τὴν γῆν κόκκον σίτου… καὶ ὁ Κύριος θὰ τὸν ἀναστήσῃ ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ, καθὼς ὁ ἴδιος ηὐδόκησε νὰ μᾶς τὸ ὑποσχεθῇ.
«Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται… κἀγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ.»
― Ἀμήν! εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαθηνώ, καὶ τὰ δάκρυά της, ἐπὶ τῇ μνήμῃ τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῶν τεσσάρων παιδίων, ταχέως ἐξητμίσθησαν, ὡς σταγόνες ὄμβρου μετὰ θερινὸν ὑετόν, ἐντὸς τῆς κοίτης πάλαι ξηρανθέντος χειμάρρου.
αλεξ. παπαδιαμάντης, λαμπριάτικος ψάλτης(1893)

ΤΟ ΙΕΡΟ ΣΑΡΑΝΤΑΛΕΙΤΟΥΡΓΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ




Την Αγία Τεσσαρακοστή των Χριστουγέννων τελείται το καθιερωμένο και ευλογημένο Ιερό Σαρανταλείτουργο στο υπέρ ελέους, σωτηρίας και θεραπείας ψυχών και σωμάτων πάντων ημών και υπέρ αναπαύσεως και συγχωρήσεως πάντων των κεκοιμημένων αδελφών ημών.
Στην Θεία Λειτουργία τελετουργείται ή μυστική σχέσις του πιστού με τον Σωτήρα Χριστόν και κορυφώνεται στο υπέρτατο και πλέον φρικτό μυστήριο της Εκκλησίας μας, στην Θεία Ευχαριστία. Πόσο χαρίζει ευφροσύνη και παλμό στην καρδιά ή σκέψις ότι όλοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί αποτελούν μια πνευματική βασιλεία του Θεού, ένα σώμα, ένα πνεύμα, ένα κλήμα με πολλά σταφύλια! Σ' όλους βασιλεύει ό Ιησούς Χριστός και σ' όλους ζει το Πνεύμα του Θεού. Θαυμαστή είναι ή θεία Λειτουργία με την πλατειά εκείνη αγάπη, πού αγκαλιάζει όλο τον κόσμο, όχι μόνο τον επίγειο αλλά και τον ουράνιο. (Άγ. Ιωάννης της Κρονστάνδης, έκδ. Ί, Μονής Παρακλήτου )
Όχι μόνο όμως οι ζώντες ωφελούμεθα αλλά και οι κεκοιμημένοι τα μέγιστα ωφελούνται από την αναίμακτο θυσία, καθώς τονίζει ό Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης: όταν αποχαιρετήσουμε τον προσφιλή μας νεκρό με τον τελευταίον ασπασμό, δεν τον λησμονούμε για πάντα αλλά καθ' εσπέρα και πρωί δεν παύονται αι υπέρ του τελευτήσαντος προσευχαί έπειτα τα νόμιμα και συνηθισμένα μνημόσυνα εκτελούνται, έξαιρέτως δε και κυρίως ή καθ' ημέρα αναίμακτος θυσία (θεία Λειτουργία), παρά την οποίαν κανένα άλλο δεν είναι τόσον ωφέλιμο εις τους κεκοιμημένους μήτε τόσης ευφροσύνης αίτιον και φωτισμού και ενώσεως προς τον Θεόν, καθώς αυτό, διότι αυτό το ίδιον Αίμα του Κυρίου είναι εκείνο, το όποιον χύνεται υπέρ ημών των αχρείων εις αυτήν την θυσία και αυτό το ίδιον θείον Σώμα είναι εκείνο, το όποιον θυσιάζεται επάνω εις το Άγιο Θυσιαστήριο. Αυτήν δε την θυσία και οι οικείοι κατά σάρκα του αποθανόντος και οι κατά πνεύμα ηνωμένοι με αυτόν και οι περισσότερο αγαπώντες αυτόν αδιαλείπτως και καθ' ημέρα προσφέρουσιν όλον τον χρόνο και εις όλην τους την ζωήν και όσον πλέον την προσφέρουσι τόσον περισσότερο ωφελούσι και τούς κεκοιμημένους και εαυτούς, διότι ποιον άλλο έπωφελέστερον του να θύεται και ο Χριστός δι ημάς; Άλλοι δε προσφέρουσι, καθ' όσον δύνανται και προαιρούνται, και άλλοι τουλάχιστον μέχρι των τεσσαράκοντα ημερών προσάγουσι καθ' ημέρα αυτήν την θυσία,,.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα των ανωτέρω είναι και ή κάτωθι διήγησης από το βιβλίο του άρχ. Ιγνατίου "Που πηγαίνει ή ψυχή μετά τον θάνατον,,: Ένας χριστιανός, ενώ έσκαπτε με πολλούς μαζί σ' ένα νταμάρι, έπεσε βράχος και τούς καταπλάκωσε. Ή γυναίκα αυτού του ενός, έδωσε ότι είχε από το υστέρημα της εις έναν ιερέα να κάμη 40 λειτουργίες διά την ψυχή του ανδρός της. Καθημερινώς δε πήγαινε μία προσφορά, ένα μπουκάλι με κρασί, και μία λαμπάδα, σαν πτωχή που ήταν. Όταν έφθασε ό ιερεύς εις τας 20 λειτουργίας, ό διάβολος φθόνησε την ευλάβεια της και της είπε, ότι ό ιερεύς έφυγε διότι είχε δουλειά βιαστική και γι' αυτό μη κοπιάζεις και αύριο πηγαίνεις την προσφορά σου. Αυτό της το έκαμε 3 φορές εις το διάστημα των 40 λειτουργιών. Εν τω μεταξύ έγινε εκχωμάτωσης, για να βγάλουν τα πτώματα. Όταν έφθασαν εις ένα μέρος άκουσαν φωνή που έλεγε: Προσέξατε, σκάψατε με προσοχή, διότι επάνω μου είναι δυο πέτρες, μην πέσουν και με θανατώσουν,,. Αυτοί θαύμασαν, και σκάπτοντες πλαγίως βρήκαν τον άνθρωπο ζωντανό και το ανήγγειλαν εις την γυναίκα του. Απορούσαν δε όλοι, πώς έζησε επί 40 ημέρες χωρίς τροφή. Αυτός δε είπε κάθε μέρα μου έδινε κάποιος, αοράτως, ένα ψωμί και ένα δοχείο κρασί και μία λαμπάδα ήταν μπροστά μου και έτσι έτρωγα, εκτός από 3 ημέρας, όπου δεν έφαγα τίποτε, ούτε φώς είδα και πικράθηκα πολύ, οδυρόμενος διά τας αμαρτίας μου. Κατόπιν είδα την αναμμένη λαμπάδα, το ψωμί και το κρασί, σαν πρώτα και δόξασα τον Θεό, όπου δεν με εγκατέλειψε μέχρι τέλος,,.
Αυτά είναι τα θαύματα της πίστεως μας και θα ήτο ευχής έργον, να υπήρχε ή δυνατότης να γίνουν αντιληπτά και βιώσιμα από όλους μας.


ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ «ΆΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ» ΚΟΥΦΑΛΙΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.

ΑΠΑΝΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ






Δευτέρα, Μαΐου 22, 2017

Πώς είδε το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας ο Οσιομάρτυς Ιάκωβος ο νέος



Κάποτε, ο όσιος Ιάκωβος επήγε στις Καρυές Αγίου Όρους μαζί με τον μαθητή του Μαρκιανό, για να δει τους γνωστούς του και καθώς ήλθε η ώρα της λειτουργίας εμπήκε εις την εκκλησία.
Σταθείς δε κάπου, έβλεπε προσεκτικά —με το διορατικό χάρισμα που είχε— προς τα βημόθυρα και εθαύμαζε, ενώ ο μαθητής του τον παρακολουθούσε που μερικές φορές υπομειδιούσε και κάτι ετραύλιζε.
Όταν ετελείωσε η Θεία Λειτουργία, ο μαθητής του με πολύ σεβασμό τον ερώτησε να του ειπεί, τι έβλεπε εις την εκκλησία. Ο άγιος όμως, κατ’ αρχήν, ήταν επιφυλακτικός, αλλά, μετά από πολλές παρακλήσεις, εδέησε να του διηγηθεί τα εξής:

«Καθώς, λέγει, άρχισε ο ιερέας, τέκνο μου Μαρκιανέ, να φορέσει την ιερατική στολή για να λειτουργήσει, ήλθε μπροστά του το φως των Αγγέλων, όπως την αυγή, πριν να ανατείλει ο ήλιος. 
Άμα δε άρχισε να προσκομίζει, επήγαν οι Άγγελοι εις τούς χορούς της εκκλησίας και έστεκαν, ένα προς ένα τάγμα, εις τα τέσσερα μέρη της εκκλησίας.Και αφού ετελείωσε την προσκομιδή ο ιερέας και έβαλε τα άγια καλύμματα, πολύ φως περισκέπασε τα θεία δώρα, διότι τα αισθητά καλύμματα φανερώνουν το νοητό φως, το οποίο σκεπάζει τα άγια. 
Άμα δε ήλθε ο καιρός της μεγάλης Εισόδου και βγήκε ο ιερέας με τα άγια, άρχισε το φως μπροστά και εσκέπασε το λαό. Όταν όμως, ο ιερέας εγύρισε εις το Άγιο Βήμα και έβαλε τα άγια εις την Αγία Τράπεζα, το φως εκείνο την περικύκλωσε, ως τον γύρον της σελήνης. Εις δε τη μέση εκείνου του γύρου, ευρίσκετο ο ιερέας και τα άγια δώρα και έξω από τον κύκλο οι άγιοι Άγγελοι με πολλή ευλάβεια και δεν τολμούσαν να πλησιάσουν καθόλου. Και ενώ έλεγε αυτά ο Άγιος, θυμήθηκε ο Μαρκιανός το του Αποστόλου Παύλου: «Προς τα οποία Άγγελοι επιθυμούσι παρακύψαι» (Πετρ. α΄ 12).
Ο δε Ιερέας εφαίνετο νοητά όλος δεμένος και μαύρος στην εμφάνιση, με σχοινιά των αμαρτιών του σφιγμένος. Επειδή ανάξια υπηρετούσε τα θεία ο άθλιος, εξερχόταν δυσωδία απ’ αυτόν, ώστε οι Άγγελοι εγύριζαν τα πρόσωπά τους προς άλλη κατεύθυνση.

Και πάλι ο μαθητής του τον ερώτησε.
 «Παρακαλώ σε πάτερ μου, ειπέ μου, ο καθαρός Ιερέας, όταν λειτουργεί πως φαίνεται;»
 Και ο όσιος του είπε: «Από τον καθαρό Ιερέα δεν φεύγει το φως, καθώς σου προείπα, αλλά γίνεται ένα με αυτόν. Και γίνεται ο Ιερέας όλος φως, ομοίως και η στολή του, από δε το στόμα του λαμπάδα φωτός εξέρχεται, όταν λέγει το Ευαγγέλιο και τις ευχές. Ομοίως και όταν σηκώσει τα χέρια του, λαμπάδες εξέρχονται από τα δάκτυλά του. Και αυτά γίνονται εις τους αξίους, ω τέκνο μου, εις δε τους αναξίους, ό,τι άκουσες προηγουμένως».
Αποτέλεσμα εικόνας για Οσιομάρτυς Ιάκωβος ο νέος
Ύστερα δε είδε άλλο θαυμαστότερο, όταν δηλαδή ετελείωσαν τα άγια και τα ευλόγησε αυτά σταυροειδώς. Είδα, λέγει, τον Κύριον εν τω δίσκω (εις τον δίσκον) καθήμενον εν φωτί· και ήτο εκείνο το φως με πολλούς οφθαλμούς· και καθώς εμέλισεν Αυτόν εις τέσσερα μέρη, εκένωσε το αίμα εις το ποτήριον και μετέλαβεν απ’ αυτού· και όταν ετελείωσεν η Λειτουργία, πάλιν είδε το βρέφος ακέραιον ομού (μαζί) με τους Αγγέλους αναβαίνον εις τον ουρανόν.
Και αυτά περί της θεωρίας. 
Τότε ο μαθητής του ερώτησε: «Δια ποίαν αιτίαν δεν αποστρέφεται η χάρις τους αναξίους ιερείς;».
 Και ο όσιος του λέγει: «Δια την πίστιν του λαού. Διότι δεν γνωρίζουν οι άνθρωποι ποιος είναι άξιος και ποιος ανάξιος και δια τούτο με πίστιν τρέχουν εις όλους. Και βλέποντας ο Θεός την πίστιν του λαού στέλλει την χάριν του εις τους αναξίους(!), διότι θα έμεναν οι άνθρωποι αβάπτιστοι και αμετάδοτοι, αν η χάρις δεν ήρχετο εις τους αναξίους ιερείς. Ο δε ιερεύς, ο οποίος αναξίως ιερουργεί, αν δεν μετανοήσει και κάμει τελείαν αποχήν της Λειτουργίας, δεν ευρίσκει έλεος από τον Θεόν, αλλά με τους παρανόμους Εβραίους, οι οποίοι εσταύρωααν τον Χριστόν. Θέλει δε σταλή εις το πυρ το άσβεστον, κατά την ημέραν της κρίσεως, ως καταφρονητής των θείων μυστηρίων. Αν όμως μετανοήση και κάμη παραίτησιν, πηγαίνει με τους άξιους εις την βασιλείαν του Θεού δια την άφατον αυτού φιλανθρωπίαν».

(ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ, ΔΟΥΚΑΚΗ ΚΩΝ., Μην Νοέμβριος, σελ. 85-86).

Τετάρτη, Νοεμβρίου 21, 2012

Ο Άρτος με τον οποίο τρεφόταν η Παναγία στα Άγια των Αγίων.

Αυτός ο άρτος από τον οποίο τρεφόταν η Παναγία δεν εξέλιπε από την Εκκλησία, εξακολουθεί να υπάρχη και σήμερα. Δεν πρόκειται για τον καθημερινό κτιστό άρτο, αλλά για τον Άρτο της Ζωής που είναι ο Ίδιος ο Χριστός. Σε αυτόν τον Άρτο αναφερόταν ο Χριστός με τον λόγο τον οποίο απήντησε στον διάβολο στο Όρος των Πειρασμών. Όταν ο διάβολος του υπέδειξε να μεταβάλη τις πέτρες σε άρτο, Εκείνος απάντησε «ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ’ εν παντί ρήματι εκπορευομένω διά στόματος Θεού» (Ματθ. δ’, 4). Εκτός από τον υλικό άρτο, τον οποίο γευόμαστε καθημερινώς, υπάρχει και ο πνευματικός Άρτος, ο ίδιος ο Χριστός και ο λόγος Του. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει: «Δύναται ο Θεός και ρήματι θρέψαι τον πεινώντα». Καί αυτό φαίνεται από το αγιολόγιο της Εκκλησίας μας, πως οι άγιοι ζούσαν από αυτόν τον πνευματικό Άρτο. Ο Χριστός με την προσευχή που μάς δίδαξε, το γνωστό «Πάτερ ημών, συμπεριέλαβε και το αίτημα: « Τον άρτον ημών τον επιούσιον δός ημίν σήμερον». Πρόκειται για τον άρτον τον αναγκαίο για την ουσία της υπάρξεώς μας, γι’ αυτό και λέγεται επιούσιος. Και επειδή η Εκκλησία τοποθέτησε την Κυριακή προσευχή με την συγκεκριμένη αυτή αίτηση κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας και λίγο προ της θείας Κοινωνίας, αυτή η αίτηση αναφέρεται κυρίως στον ευχαριστιακό άρτο, την βρώση του Σώματος και την πόση του Αίματος του Χριστού. Άλλωστε αυτός ο ίδιος ο Χριστός είπε: «Εγώ ειμι ο άρτος ο εκ τού ουρανού καταβάς», Αυτός είναι το ουράνιο Μάννα. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής ερμηνεύοντας αυτό το αίτημα της Κυριακής Προσευχής το συνδέει με την θεία Κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού και κάνει λόγο για την«τροφή του άρτου της ζωής», «ίνα νικήση τον θάνατον της αμαρτίας», από την παρούσα ζωή της θνητότητος. Βεβαίως και αν θεωρήσουμε ότι στο αίτημα αυτό για την λήψη του άρτου αναφέρεται και ο «εφήμερος άρτος», δια του οποίου συγκροτείται η παρούσα ζωή, δεν θα αστοχήσουμε. Με αυτόν τον Άρτο, την Χάρη και ενέργεια του Θεού, ετρέφετο η Παναγία μέσα στα Άγια των Αγίων. Με αυτόν τον Άρτο τρεφόμαστε και εμείς κάθε φορά που τελούμε την θεία Λειτουργία. Και βεβαίως για να ενεργήση ο Άρτος αυτός, δηλαδή ο Χριστός, «εις ζωήν αιώνιον», πρέπει να ζούμε κατά τον τρόπο που ζούσε η Παναγία. 



Απόσπασμα από ομιλία στα Εισόδια της Θεοτόκου του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

ολόκληρο εδώ

http://thesvitis.blogspot.com/

Πέμπτη, Νοεμβρίου 15, 2012

Η Νηστεία των Χριστουγέννων και το Σαρανταλείτουργο


Θαυμαστές και ωφέλιμες ιστορίες

ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΝΩΣΕΩΝ & ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ


Στὶς 15 Νοεμβρίου ἀρχίζει ἡ νηστεία τῶν Χριστουγέννων.
Πρόκειται γιὰ μιὰ περίοδο ἔντονης πνευματικῆς ἐργασίας καὶ ψυχοσωματικῆς προετοιμασίας γιὰ τὸν ἑορτασμό τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου.Ἀπὸ τὶς 15 Νοεμβρίου ἕως τὶς 17 Δεκεμβρίου (κατ’ ἄλλη παράδοση ἕως τὶς 12 Δεκεμβρίου) νηστεύουμε τὸ κρέας, τὰ γαλακτομικά καὶ τὰ αὐγά καὶ τρῶμε ψάρι (ἐκτὸς βεβαίως Τετάρτης καὶ Παρασκευῆς, ποὺ νηστεύουμε αὐστηρά). Μετὰ τὶς 17 (ἢ 12) Δεκεμβρίου νηστεύουμε καὶ τὸ ψάρι.
Ἡ νηστεία ὅμως κατὰ τὴν ὑπόδειξη τοῦ Κυρίου μας ἔχει νόημα, ὅταν συνδυάζεται μὲ προσευχὴ καὶ ἐλεημοσύνη. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν ἔναρξη τῆς νηστείας μᾶς προσκαλεῖ σὲ ἐντονότερη λειτουργικὴ ζωή καὶ ἀγαθοεργία.
Ἔτσι, ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση προβλέπει γιὰ τὴν περίοδο αὐτὴ τὴν καθημερινὴ -ἂν οἱ συνθῆκες τὸ ἐπιτρέπουν- τέλεση τῆς θείας λειτουργίας, τὴν τέλεση δηλαδὴ σαρανταλείτουργου. 
Ἡ τέλεση τοῦ σαρανταλείτουργου ἀποτελεῖ πολὺ μεγάλη εὐλογία. Εἶναι μιὰ θαυμάσια εὐκαιρία γιὰ βίωση τὴς μυστηριακῆς καὶ λατρευτικῆς ζωῆς, γιὰ ἐπαφὴ μὲ τὸν πλοῦτο τῆς ὑμνολογίας καὶ τῆς ἀκροάσεως τῶν θείων Γραφῶν, γιὰ συχνότερη θεία κοινωνία, γιὰ συχνότερη συγκρότηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας.Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος μᾶς λέει: «Σπουδάζετε πυκνότερον συνέρχεσθαι εἰς εὐχαριστίαν θεοῦ καὶ εἰς δόξαν. Ὅταν γὰρ πυκνῶς ἐπὶ τὸ αὐτὸ γίνεσθε, καθαιροῦνται οἱ δυνάμεις τοῦ σατανᾶ καὶ λύεται ὁ ὄλεθρος αὐτοῦ», δηλαδὴ «Προσπαθεῖστε μὲ σπουδὴ νὰ ἔρχεσθε ὅλοι μαζί στὴ Σύναξη τῆς Θείας Εὐχαριστίας (Θεία Λειτουργία), γιὰ νὰ εὐχαριστεῖτε τὸν Θεὸ καὶ νὰ Τὸν δοξολογεῖτε. Διότι ὅταν συχνά ἔρχεσθε στὴ Σύναξη τῆς Θείας Εὐχαριστίας (Θεία Λειτουργία), συντρίβονται οι δυνάμεις του σατανᾶ καί λύεται κάθε ὀλέθρια ἐνέργεια του».Ἡ δύναμη τῆς Θείας Λειτουργίας δὲν εἶναι μαγική. Εἶναι ἡ δύναμη τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἑνότητας ἐν Χριστῷ. Ἡ Θεία Λειτουργία μᾶς μαθαίνει νὰ συγχωροῦμε, νὰ ἀγαποῦμε καὶ νὰ εἴμαστε ἑνωμένοι μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε προσφέρουμε τὰ Δῶρα μας στὸ Θεό, τὸν Ἄρτο καὶ τὸν Οἶνο, προσευχόμενοι γιὰ ζῶντες καὶ κεκοιμημένους ἀδελφούς μας.
Ἡ μνημόνευση τῶν ὀνομάτων τῶν ζώντων καὶ κεκοιμημένων προσώπων (ἀνάγνωση τῶν «Διπτύχων») εἶναι ἔργο πολὺ σημαντικὸ καὶ ἱερό, ποὺ θεσμοθετήθηκε ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ ἐπιτελεῖται ἀδιάλειπτα μέσα στοὺς αἰῶνες. 

Το Ιερό Σαρανταλείτουργο

Στο υπέροχο βιβλίο «Ιωάννης της Κροστάνδης» (έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου), διαβάζουμε:
«Στην Θεία Λειτουργία τελείται το μυστήριο της αγάπης. Και η αγάπη στην ουσία της είναι μεταδοτική. Η αγάπη, ιδιαίτερα η θεία, σπεύδει να σκορπίσει το φώς της, την χαρά της όλους… Και συμπληρώνει: ω αγάπη τελειότατη! ω αγάπη, πού τα πάντα αγκαλιάζεις! Ώ αγάπη ισχυρότατη! Τί να προσφέρουμε σαν ευγνωμοσύνη στον Θεό για την αγάπη Του προς εμάς; Η αγάπη αυτή βρίσκεται στην θυσία του Χριστού, που προσφέρεται για την απελευθέρωσι όλων από κάθε κακία…».
Και ο μακαριστός π. Παΐσιος, σχετικά με την ανάγκη προσευχής για τους κεκοιμημένους, έλεγε: «…να αφήνετε μέρος της προσευχής σας για τους κεκοιμημένους. Οι πεθαμένοι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα (για τους εαυτούς τους). Οι ζωντανοί μπορούν… Να πηγαίνετε στην εκκλησία λειτουργία, δηλαδή πρόσφορο, και να δίνετε το όνομα του κεκοιμημένου, να μνημονευθή από τον ιερέα στην προσκομιδή. Επίσης, να κάνετε μνημόσυνα και τρισάγια. Σκέτο το τρισάγιο, χωρίς Θεία Λειτουργία, είναι ελάχιστο.
Το μέγιστο, πού μπορούμε να κάνουμε για κάποιον, είναι το Σαρανταλείτουργο. Καλό θα είναι να συνοδευθή και με ελεημοσύνη. Αν έχεις ένα νεκρό, ό όποιος έχει παρρησία στον Θεό, και του ανάψεις ένα κερί, αυτός έχει υποχρέωση να προσευχηθεί για σένα στον Θεό.
Αν πάλι, έχεις ένα νεκρό, ο όποιος νομίζεις ότι δεν έχει παρρησία στον Θεό, τότε, όταν του ανάβεις ένα αγνό κερί, είναι σαν να δίνης ένα αναψυκτικό σε κάποιον που καίγεται (από δίψα). Οι άγιοι δέχονται ευχαρίστως την προσφορά του κεριού και είναι υποχρεωμένοι να προσευχηθούν γι’ αυτόν πού το ανάβει. Ο Θεός ευχαρίστως το δέχεται…» (Μαρτυρίες προσκυνητών, Ζουρνατζόγλου Νικ.).

Η αγία προσκομιδή, η σημαντική στιγμή της θείας λειτουργίας, όπου μνημονεύονται τα ονόματα ζωντανών & νεκρών (λεπτομέρειες εδώ)

Για την ωφέλεια από τα Ιερά Σαρανταλείτουργα και τα μνημόσυνα, αξιομνημόνευτο είναι και το περιστατικό που ακολουθεί από το βιβλίο «Θαύματα και αποκαλύψεις από την Θεία Λειτουργία», (έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου).
«Κάποιος άρχοντας από την Νικομήδεια αρρώστησε βαριά και, βλέποντας πως πλησιάζει στον θάνατο, κάλεσε την γυναίκα του για να της εκφράσει τις τελευταίες του επιθυμίες: Την περιουσία μου να την μοιράσεις στους φτωχούς και τα ορφανά. Τους δούλους να τους ελευθερώσεις. Αλλά στους ιερείς δεν θέλω να δώσεις χρήματα για λειτουργίες. Σ’ αυτή του την μεγάλη θλίψη ό ετοιμοθάνατος επικαλέστηκε με πίστη την ευχή του άββά Ησαΐα, ενός άγιου μοναχού πού ασκήτευε κοντά στην Νικομήδεια, και αμέσως -ώ του θαύματος!- έγινε καλά. Σηκώθηκε λοιπόν και πασίχαρος έτρεξε στον όσιο. Εκείνος τον καλοδέχτηκε, δοξάζοντας τον Θεό για το μεγάλο θαύμα.
-Θυμάσαι, παιδί μου, τον ρώτησε, ποιά ώρα συνήλθες από την αρρώστια;
-Την ώρα που επικαλέστηκα την ευχή σου, απάντησε εκείνος. 
Ο όσιος, με τον φωτισμένο του νου, γνώριζε τί είχε λεχθεί στην διάρκεια της αρρώστιας του και ξαναρώτησε:
-Άφησες, παιδί μου, χρήματα στους ιερείς, να λειτουργούν για την σωτηρία της ψυχής σου;
-Όχι, γέροντα. Τί θα είχα να ωφεληθώ αν άφηνα κάτι; Δεν θα πήγαινε χαμένο; 
-Μην το λες αυτό. Ο αδελφόθεος Ιάκωβος γράφει: «Ασθενεί τις εν υμίν; Προσκαλεσάσθω τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας, και προσευξάσθωσαν επ’ αυτόν αλείψαντες αυτόν ελαίω εν το ονόματι του Κυρίου. Και η ευχή της πίστεως σώσει τον κάμνοντα και εγείρει αυτόν ο Κύριος καν αμαρτίας ή πεποιηκώς αφεθήσεται αυτώ» [=είναι άρρωστος κάποιος από σας; Ας προσκαλέσει τους ιερείς της εκκλησίας κι ας προσευχηθούν πάνω απ' αυτόν, αλείφοντάς τον λάδι στο όνομα του Κυρίου. Και η προσευχή της πίστης θα σώσει τον ασθενεί και ο Κύριος θα τον ανασηκώσει, κι αν έχει κάνει κι αμαρτίες θα του συγχωρεθούν (επιστολή του αγίου Ιακώβου, κεφ. 5)]. Να Λοιπόν που οι ευχές των ιερέων είναι αποτελεσματικές, για όποιον τις ζητάει με πίστη. Δώσε τώρα κι εσύ ένα ποσό, για λειτουργίες, και θα λάβεις από τον Θεό την πρέπουσα πληροφορία.
Έτσι κι έκανε. Έδωσε χρήματα σ’ έναν ιερέα για να του κάνει σαρανταλείτουργο, και γύρισε στον σπίτι του. Όταν συμπληρώθηκαν οι Λειτουργίες, μετά από σαράντα μέρες, κι ενώ σηκωνόταν από τον ύπνο, βλέπει ξαφνικά ν’ ανοίγουν οι πόρτες του σπιτιού του και να μπαίνουν σαράντα άνδρες έφιπποι, λαμπροί και αγγελόμορφοι, είκοσι από δεξιά και είκοσι από αριστερά. 
-Κύριοί μου, φώναξε έκπληκτος ό άρχοντας, πώς μπήκατε σε σπίτι ανθρώπου αμαρτωλού;
-Εμείς οι σαράντα, που βλέπεις, του απάντησαν εκείνοι, αντιπροσωπεύουμε τις λειτουργίες που έγιναν για σένα στον φιλάνθρωπο Θεό. Μας έστειλε Εκείνος, για να σε συνοδεύσουμε μέχρι την εκκλησία. Πήγαινε μέσα χαρούμενος, χωρίς δισταγμό. Να, με τα πρεσβυτικά χέρια συμπληρώθηκαν οι σαράντα λειτουργίες, που έγιναν για να ενωθεί ο Χριστός μαζί σου και να κατοικήσει στην καρδιά σου. ["Νεκρός": προφανώς θα ήταν άγγελοι].
Ύστερα από αυτά, ο άρχοντας μοίρασε την περιουσία του σε ευλαβείς ιερείς, για να γίνουν λειτουργίες «υπέρ αφέσεως των αμαρτιών αυτού», διακηρύσσοντας πώς οι θείες λειτουργίες και οι αγαθοεργίες μπορούν να ανεβάσουν την ψυχή του ανθρώπου από τα καταχθόνια στα επουράνια.

Είναι η μέγιστη και πιο ισχυρή προσευχή καθώς αποτελεί συμμετοχή στην προσευχή και τη θυσία του Χριστού. Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων διδάσκει σχετικά: «Μέγιστη ωφέλεια πιστεύουμε ότι θα λάβουν αυτοί, για τους οποίους δεόμαστε κατά την αγία και φοβερή θυσία της Θείας Λειτουργίας, ακόμα κι αν είναι αμαρτωλοί, αφού Χριστόν εσφαγιασμένον υπέρ των ημετέρων αμαρτημάτων προσφέρομεν, εξιλεούμενοι υπέρ αυτών τε και ημών τον φιλάνθρωπον Θεόν». Και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Δεν νομοθέτησαν τυχαία οι Απόστολοι να μνημονεύουμε κατά τα φρικτά μυστήρια (Θεία Λειτουργία) τους κεκοιμημένους. Γνωρίζουν ότι είναι πολύ μεγάλη η ωφέλεια γι’ αυτούς».
Η εμπειρία μαρτυρεί για τη δύναμη αυτής της προσευχής, που δεν είναι «ατομική προσευχή» αλλά η πρόσευχή ολόκληρης της Εκκλησίας.
 
Σαρανταλείτουργο «υπέρ αναπαύσεως»

Ο ΓΕΡΟ-ΔΑΝΙΗΛ ο αγιορείτης (1929), ο σοφός ησυχαστής των Κατουνακίων, έχει καταχωρισμένο ατά χειρόγραφά του και το ακόλουθο περιστατικό, που συνέβη το 1869 στην πατρίδα του, τη Σμύρνη.
Κάποιος ενάρετος χριστιανός κάλεσε στα τελευταία της ζωής του τον πνευματικό του παπα-Δημήτρη και του είπε: Εγώ σήμερα πεθαίνω. Πες μου, σε παρακαλώ, τι πρέπει να κάνω την κρίσιμη τούτη ώρα; Ο ιερέας, γνωρίζοντας την αρετή του και τη μυστηριακή προετοιμασία του, του πρότεινε το έξης:
- Δώσε εντολή να σου κάνουν μετά το θάνατό σου τακτικό σαρανταλείτουργο σ’ ένα εξωκλήσι.
Έτσι κι έγινε. Ο κυρ-Δημήτρης – αυτό ήταν το όνομά του – άφησε εντολή στο γιο του να κάνει μετά την κοίμησή του σαρανταλείτουργο. Κι εκείνος, υπακούοντας στην τελευταία επιθυμία του καλού του πατέρα, ανέθεσε χωρίς καθυστέρηση την εκτέλεση της στον παπα-Δημήτρη. Ο σεμνός λευίτης [=ιερέας] δέχτηκε να κάνει το σαρανταλείτουργο, που ο ίδιος είχε προτείνει στο μακαρίτη, και αποσύρθηκε για όλο αυτό το διάστημα στο εξωκλήσι των αγίων Αποστόλων.
Οι τριάντα εννέα λειτουργίες έγιναν απρόσκοπτα. Η τελευταία έπρεπε να γίνει ημέρα Κυριακή το βράδυ όμως του Σαββάτου πιάνει τον παπά ένας δυνατός πονόδοντος και τον αναγκάζει να επιστρέψει στό σπίτι του. Η πρεσβυτέρα [=η παπαδιά] του πρότεινε να βγάλει το δόντι, μα εκείνος αρνήθηκε, γιατί έπρεπε την επόμενη να τελέσει την τελευταία λειτουργία. Τα μεσάνυχτα ο πόνος κορυφώθηκε, και τελικά ο παπάς αναγκάστηκε να βγάλει το δόντι. Επειδή όμως παρουσιάστηκε αιμορραγία, ανέβαλε την τελευταία λειτουργία για τη Δευτέρα.
Στο μεταξύ, το απόγευμα του Σαββάτου, ο Γεώργιος, ο γιος του μακαριστού Δημητρίου, ετοίμασε μερικά χρήματα για τον κόπο του ιερέα, με σκοπό να του τα δώσει την επόμενη μέρα. Τα μεσάνυχτα ξύπνησε για να προσευχηθεί. ‘Ανακάθισε στο κρεβάτι κι άρχισε να φέρνει ατό νου του τις αρετές, τα χαρίσματα και τα σοφά λόγια του πατέρα του. Κάποια στιγμή πέρασε απ’ το μυαλό του η ακόλουθη σκέψη: 
«Άραγε ωφελούν τα σαρανταλείτουργα τις ψυχές των κεκοιμημένων, η τα καθιέρωσε η εκκλησία για παρηγοριά των ζώντων;»
Τότε ακριβώς τον πήρε ένας ελαφρός ύπνος, και είδε πώς βρέθηκε σε μια πεδιάδα με ομορφιά απερίγραπτη. Ένιωθε ανάξιο τον εαυτό του να βρίσκεται σε τέτοιον ιερό και παραδεισένιο χώρο. Μπροστά του απλωνόταν ένα απέραντο και κατάφυτο περιβόλι, που μοσχοβολούσε με μίαν ανέκφραστη ευωδία. 
«Αυτός οπωσδήποτε θα είναι ο παράδεισος!», μονολόγησε. «Ω, τι μακαριότητα περιμένει όσους ζουν ενάρετα στη γη!» Εξετάζοντας έκπληκτος τα υπερκόσμια κάλλη, είδε ένα λαμπρό ανάκτορο με έξοχη αρχιτεκτονική χάρη, ενώ οι τοίχοι του έλαμπαν απ’ τα διαμάντια και το χρυσάφι. Η ομορφιά του ήταν ανέκφραστη. Πλησιάζει πιο κοντά, και τότε – τι χαρά! – βλέπει στην πόρτα του παλατιού τον πατέρα του ολοφώτεινο και λαμπροφορεμένο.
- Πώς βρέθηκες εδώ, παιδί μου; τον ρωτάει με πραότητα και στοργή.
- Ούτε κι εγώ ξέρω, πατέρα. Καταλαβαίνω πώς δεν είμαι άξιος γι’ αυτόν τον τόπο. Αλλά πες μου, πως τα περνάς εδώ; πως ήρθες; Τίνος είναι αυτό το παλάτι;
- Η φιλανθρωπία του ΣΩΤΗΡΟΣ Χριστού με τις πρεσβείες της Παναγίας, που της είχα ιδιαίτερη ευλάβεια, με αξίωσε να καταταχθώ σ’ αυτό το μέρος. Ήταν μάλιστα να μπω σήμερα μέσα στο παλάτι ο οικοδόμος όμως, που το χτίζει, πέρασε μία ταλαιπωρία- έβγαλε απόψε το δόντι του – κι έτσι δεν τέλειωσαν οι σαράντα μέρες της οικοδομής του. Για το λόγο αυτό θα μπω αύριο.
Ύστερα απ’ αυτά ο Γεώργιος ξύπνησε δακρυσμένος και έκπληκτος, αλλά και με απορίες. Πέρασε την υπόλοιπη νύχτα αναπέμποντας αίνους και δοξολογίες ατό Θεό. το πρωί, μετά τη θεία λειτουργία, πήρε πρόσφορα, νάμα και αγνό κερί και ξεκίνησε για το εξωκλήσι των αγίων Απόστολων. Ο παπα-Δημήτρης τον υποδέχθηκε με χαρά: -
- Τώρα μόλις τελείωσα κι εγώ τη θεία λειτουργία. Έτσι ολοκληρώθηκε το σαρανταλείτουργο.
Αυτό το είπε για να μην τον λυπήσει. ο επισκέπτης. Τότε του διηγήθηκε το νυχτερινό του δράμα. Όταν έφτασε στο σημείο που ο πατέρας του δεν μπήκε στο παλάτι, γιατί ο οικοδόμος έβγαλε το δόντι του, ο παπα-Δημήτρης ένιωσε φρίκη, αλλά και θαυμασμό. – – Εγώ είμαι, αγαπητέ μου, ο οικοδόμος που εργάστηκε στην οικοδομή του παλατιού, είπε με χαρά. Σήμερα δεν λειτούργησα, γιατί έβγαλα το δόντι μου. θα λειτουργήσω όμως τη Δευτέρα, κι έτσι θα ολοκληρώσω το πνευματικό παλάτι του πατέρα σου.

Το σαρανταλείτουργο και η θαυμαστή σωτηρία (Διήγηση π. Στεφάνου Αναγνωστόπουλου).

Κάποτε, ένας χριστιανός, ενώ έσκαβε με πολλούς μαζί σ’ ένα νταμάρι, έπεσε βράχος και τους καταπλάκωσε η στοά. Η γυναίκα αυτού του χριστιανού, η κυρία Αργυρώ, έδωσε ό,τι είχε από το υστέρημά της σε έναν ιερέα να κάμη 40 Λειτουργίες για την ψυχή του άνδρα της σ’ ένα εξωκκλήσι κοντά στο μέρος όπου έγινε δυστύχημα, διότι επίστεψε ότι είναι νεκρός. Καθημερινά μάλιστα πήγαινε ένα πρόσφορο, ένα μπουκάλι με κρασί και μία λαμπάδα, σαν πτωχή που ήταν.
Όταν έφθασε ο ιερέας στις 20 Λειτουργίες, ο διάβολος φθόνησε την ευλάβεια της κυρά Αργυρώς και αφού μετασχηματίστηκε σε έναν γνωστό της χωρικό, την συνάντησε το πρωί στον δρόμο και της είπε: – Ξέρεις; Ο παπάς δεν πήγε στην Εκκλησία γιατί είχε δουλειά βιαστική και γι’ αυτό μην κοπιάζεις. Αύριο πηγαίνεις την προσφορά σου. Αυτό της το έκαμε ο διάβολος τρεις φορές στο διάστημα των 40 Λειτουργιών.
Εν τω μεταξύ, έγινε μεγάλη προσπάθεια ν’ ανοίξουν στοά στο ορυχείο, για να μπορέσουν να βγάλουν τα πτώματα, τα οποία ήσαν πάρα πολλά. Ήσαν όλοι τους νεκροί. Είχαν ήδη περάσει 40 ημέρες. Σκάβοντας ακόμη πιο βαθειά, έφθασαν σ’ ένα μέρος, όπου άκουσαν μία φωνή! Ανθρωπινή φωνή που τους έλεγε: – Προσέξτε, ζω! Σκάψτε με προσοχή, γιατί επάνω μου είναι δύο πέτρες, μην πέσουν και με θανατώσουν.
Αυτοί θαύμασαν και πράγματι, σκάβοντας με πολλή προσοχή από τα πλάγια, βρήκαν τον άνθρωπο ζωντανό και το ανήγγειλαν χαρούμενοι στην γυναίκα του. Απορούσαν όλοι πώς αυτός ο άνθρωπος έζησε επί 40 ημέρες χωρίς τροφή και χωρίς νερό. Κι αυτός τους είπε: – Κάθε μέρα μου έδινε κάποιος – αοράτως, δεν ξέρω πώς – ένα ψωμί και ένα μικρό δοχείο με κρασί, ενώ μία λαμπάδα αναμμένη ήταν μπροστά μου, και έτσι έτρωγα.
Εκτός από τρεις φορές, όπου δεν έφαγα τίποτε ούτε φως είδα και πικράθηκα πολύ, οδυρόμενος για τις αμαρτίες μου, γιατί νόμισα ότι έπαψε πλέον να με βοηθά αυτό το αόρατο χέρι του Θεού. Και ήμουν έτοιμος πλέον να πεθάνω από πείνα και δίψα.
Κατόπιν, είδα και πάλι την αναμμένη λαμπάδα, και δίπλα το ψωμί και το κρασί, όπως και πριν, και εδόξασα τον Θεό που δεν με εγκατέλειψε μέχρι τέλους και έτσι επέζησα και σώθηκα θαυματουργικά.
Όλοι βέβαια δοξολόγησαν τον Θεό, διότι ήσαν χριστιανοί και έμειναν με την απορία του μεγάλου αυτού θαυμαστού γεγονότος. Αυτή, χριστιανοί μου, είναι η πίστις μας! Αυτή είναι η ορθοδοξία μας: Η Θεία Λειτουργία!

(Από το υπό έκδοση βιβλίο μας Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΠΕΡΑΝ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ ΖΩΗ)

Ο ΑΓ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΑΡΑΝΤΑΛΕΙΤΟΥΡΓΟ


Περιστατικὰ ποὺ ἀναφέρει ὁ βιογράφος τοῦ Ἁγίου Μωυσῆς Μοναχὸς Ἁγιορείτης, στὸ 14ο βιβλίο τῆς σειρᾶς «ΑΘΩΝΙΚΑ ΑΝΘΗ» ὑπὸ τὸν τίτλο «Η ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΟΡΘΩΤΗ ΣΗΜΕΡΑ;»
(ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 2010)
Για τον άγιο Γεώργιο Καρσλίδη, το σύγχρονο άγιο της Δράμας, δες εδώ.

.

Ὅταν λειτουργοῦσε γινόταν ἄλλος ἄνθρωπος. Οἱ ἐκκλησιαζόμενοι ἄκουγαν διαφόρους ἤχους στό ἱερό βῆμα ἀπό οὐράνιους ἐπισκέπτες του. Γονάτιζαν κι ἔψαλλαν τό «Κύριε ἐλέησον».

Μία φορά εἶπε ὁ ὅσιος στόν ψάλτη του: Εἶχα τόσους ἁγίους σήμερα, πού δέν εἶχα μέρος νά τούς βάλω. Τόν ἅγιο Παντελεήμονα τόν βάλαμε σέ μία γωνία, γιατί δέν ὑπῆρχε χῶρος…

Κάποτε οἱ δαίμονες ἐνοχλοῦσαν τόν ὅσιο καί δέν τόν ἄφηναν νά προσκομίσει. Μετά τή Λειτουργία εἶπε: Ἄρχισα αὐτό τό σαρανταλείτουργο μέ πίεση. Οἱ δαίμονες φώναζαν τά ὀνόματα, γιά νά μή τά μνημονεύσω, νά μή συγχωρεθοῦν.
Μετά ἕνα ἄλλο σαρανταλείτουργο τόν ρώτησαν:
—Γέροντα κουράστηκες γιά νά τό τελειώσεις;
—Ὄχι παιδί μου, μοῦ ἦταν τόσο εὐχάριστο, σάν νά ἔκανα ἕναν ἑσπερινό, γιατί ἦταν πολύ καλοί ἄνθρωποι. Ὁ πατέρας σου ἔχει ἕνα πλούσιο τραπέζι σάν τοῦ  Ἀβραάμ.
Τότε σκέφθηκε: Ἐμεῖς ἤμασταν τόσο φτωχοί, πού σχεδόν ἤμασταν πεινασμένοι, ποῦ τό βρῆκε ὁ πατέρας μας αὐτό τό πλούσιο τραπέζι;
—Μή τό βλέπεις ἔτσι, τόν διόρθωσε ὁ ὅσιος, μπορεῖ νά μή εἶχε νά δώσει, μά ἡ ψυχή του ἤθελε πολύ νά δίνει, καί ὁ Θεός τό μέτρησε σάν νά ἔδινε. Ἡ μάνα σου εἶναι σάν ὑπηρέτρια στόν πατέρα σου, γιατί ἦταν ἀρκετά κουραστική καί τόν στενοχωροῦσε, ὅλο γκρίνιαζε. Ἀλλά ὁ πατέρας σου πάντα μέ τό χαμόγελο τῆς φερόταν καί μέ πολύ καλωσύνη. Στούς συγγενεῖς σας εἴχατε καί μία τυφλή, πού ξεχάσατε νά τή γράψετε. Ἦταν ἁγνή καί πολύ ἀγαθή.
—Μά ἐσύ ποῦ τήν ἤξερες, ρώτησε ἀπορημένος ὁ ἄνθρωπος.
—Ὅταν μνημονεύω, ἔρχεται κι ἐκείνη στά κόλλυβα, ἀλλά ἔρχεται σάν μουσαφίρισσα, δέν ἑνώνεται μέ τούς ἄλλους. Τώρα ὁ καθένας πῆγε στή θέση του καί γιά σᾶς ἄνοιξε δρόμος…



Δευτέρα, Ιουλίου 16, 2012

Ο Ευλαβής Ιερεύς, ο έμπορος και ο Μέγας Βασίλειος ( Περί της μνημονεύσεως κατά την ιερά Προσκομιδή)





Κάποιος ευλαβής Ιερεύς, σύγχρονος του Μ. Βασιλείου, λόγω κάποιων περιστάσεων μπήκε σε χρέη και τα χρέη αυτά συν τω χρόνω αυξήθηκαν και οι πιστωτές τον ενοχλούν για τον χρέος
του.

Αυτό τον ανάγκασε να στραφεί και να ζητήσει βοήθεια σε κάποιον κοντινό και γνωστό του έμπορο, ο οποίος, εισακούοντας το αίτημά του, του έδωσε 500 χρυσά νομίσματα με τα οποία
ο ιερεύς ξεπλήρωσε το χρέος του. Προς ικανοποίηση του εμπόρου ο ιερεύς του υποσχέθηκε να μνημονεύει το όνομά του και το όνομα των συγγενών του υπέρ υγείας και υπέρ αναπαύσεως στην Προσκομιδή για όλη του τη ζωή.

Ο έμπορος υπολόγιζε ότι ο ιερεύς θα ζούσε πολλά χρόνια και θα προσευχόταν γι' αυτόν και τους συγγενείς του σε κάθε Λειτουργία και μ' αυτόν θα τον ικανοποιούσε για τα χρήματα που του είχε δώσει.

Ο ιερεύς κατάφερε να τελέσει μόνο μία Λειτουργία στην οποία μνημόνευσε τον ευεργέτη του και τους συγγενείς του. Σύντομα μετά απ' αυτόν αρρώστησε και ύστερα από μια μακρά ασθένεια πέθανε. Ο έμπορος, μαθαίνοντας το τέλος του Ιερέως, παρά πολύ λυπήθηκε και θλιβόταν για την απώλεια των χρημάτων του, αφού μόνο μια λειτουργία τελέσθηκε από τον ιερέα, πράγμα που δεν τον περίμενε. Εκείνος υπολόγιζε στην μακροχρόνια ζωή του ιερέως και γι αυτό του έδωσε τα 500 νομίσματα. Άρχισε λοιπόν να ενοχλεί την πρεσβυτέρα του κοιμηθέντος, για να του επιστρέψει τα χρήματα, κρατώντας τα χρήματα μόνο για μία Λειτουργία.



Η πρεσβυτέρα του απάντησε ότι χρήματα δεν έχει, κι αν υπήρχαν κάποια, τα ξόδεψε κατά τη διάρκεια της αρρώστιας του ιερέως και τώρα τίποτε δεν είχε απομείνει. Ο έμπορος, χωρίς να δίνει προσοχή στα λόγια της πρεσβυτέρας, απαιτούσε επίμονά τα χρήματά του, απειλώντας με δικαστήρια. Τότε εκείνη απευθύνθηκε στον Μ. Βασίλειο και του διηγήθηκε τι της είχε συμβεί.
Αφού την άκουσε ο άγιος, της είπε: «Εγώ αύριο θα τελέσω τη Θ. Λειτουργία. Ελάτε σε μένα μαζί με τον έμπορο και μια ζυγαριά. Θα ζυγίσουμε μία μερίδα που θα βγάλω από τον πρόσφορο υπέρ υγείας και σωτηρίας των συγγενών του. Όσο θα ζυγίζεται η μερίδα στην ζυγαριά, τόσο χρυσάφι θα προσθέτει ο έμπορος στον άλλο δίσκο της ζυγαριάς και μ' αυτόν τον χρυσάφι θα  σε πληρώσει για τη μία Λειτουργία που τέλεσε ο κοιμηθείς Ιερεύς».

Η πρεσβυτέρα πήγε στον έμπορο και του μετέφερε τα λόγια του Αγίου Βασιλείου. Ο έμπορος χάρηκε και το πρωί πήγε στον ναό, παίρνοντας μαζί του τη ζυγαριά και κάμποσο χρυσάφι.
Ο Άγιος Βασίλειος, τελώντας την προσκομιδή, έβγαλε μία μερίδα υπέρ υγείας και σωτηρίας των δούλων του Θεού και την απόθεσε στην ζυγαριά. Και πρόσταξε τον έμπορο να βάλει χρυσάφι
στον άλλο δίσκο της. Μα όσο χρυσάφι κι αν έβαζε ο έμπορος, η μια μικρή μερίδα όλο και βάραινε και όσο περισσότερο χρυσάφι έβαζε, τόσο χαμηλότερα και χαμηλότερα έπεφτε ο δίσκος
στον οποίο είχε αποτεθεί η μερίδα που είχε βγάλει ο Μέγας Βασίλειος από το πρόσφορο κατά την προσκομιδή.

Ο έμπορος βλέποντας το μεγάλο θαύμα της Θείας Χάριτος ένιωσε φόβο και κατάνυξη. Αμέσως ζήτησε συγγνώμη από τον άγιο Βασίλειο και από την πρεσβυτέρα του κοιμηθέντος ιερέως και
δεν απαίτησε πλέον χρήματα.



ΕΔΩ

Παρασκευή, Μαρτίου 09, 2012

«Φλεγόμενος και μη καταφλεγόμενος»





Ήταν  ημέρα Κυριακή.
Ένας επίσκοπος επισκέφθηκε με τη συνοδεία του κάποιο χωριό της επαρχίας του. Εκεί αναζήτησε τον εφημέριο και του ζήτησε να τελέσει τη θεία μυσταγωγία.
Ο ιερέας ήταν ένας απλός και αγράμματος χωρικός, από τη στιγμή όμως που στάθηκε μπροστά στην αγία τράπεζα, τον κύκλωσαν πύρινες φλόγες χωρίς όμως να τον καίνε!
Έκπληκτος από το θέαμα ο επίσκοπος, τον καλεί μετά τη λειτουργία και του λέει: Ευλόγησε με, άξιε δούλε του Θεού!
Ο εφημέριος σάστισε. Πώς είναι δυνατόν να ευλογηθεί ο επίσκοπος από τον ιερέα; ρώτησε.
Δεν είμαι άξιος να ευλογήσω ιερέα, που προσκομίζει στο Θεό τα τίμια Δώρα «φλεγόμενος» από υπερφυσικό πυρ «και μη καταφλεγόμενος».
Όπως λέει ο άγιος απόστολος, «το έλαττον υπό του κρείττονος ευλογείται».
Είναι ποτέ δυνατόν, απάντησε ταπεινά ο πρεσβύτερος, να τελεί τα φρικτά μυστήρια ο κληρικός, χωρίς να περιβάλλεται από θεϊκή φωτιά;
Ο επίσκοπος θαύμασε τη ψυχική καθαρότητα του ιερέα και την ανεπιτήδευτη συμπεριφορά του, και αναχώρησε ωφελημένος.
(Ευεργετινός)
 

«Προσφέρων και Προσφερόμενος»

Ανώνυμος ησυχαστής, συγγραφέας του βιβλίου «Νηπτική θεωρία», διηγείται την ακόλουθη θαυμαστή εμπειρία του: «Ενώ λειτουργούσα μαζί με το γέροντά μου, είδα σε όραμα τον Κύριο Ιησού Χριστό. Φορούσε αρχιερατική στολή και ιερουργούσε σύμφωνα με την τάξη της Εκκλησίας.
Παραδόξως όμως, αυτός ήταν και «ο προσφέρων και ο προσφερόμενος». Στη λειτουργία συμμετείχαν και μερικοί από τη συνοδεία του γέροντά μου.
Δύο απ’ αυτούς είχαν τα πρόσωπα ολόλαμπρα από τη θεία χάρη, σαν πρόσωπα αγγέλων. Το σχήμα, το πολυσταύρι και ο σταυρός που κρατούσαν, άστραφταν πιο δυνατά κι από την αστραπή!
Λειτουργούσε μαζί μας κι ένας διάκονος. Την ώρα που ο διάκονος μνημόνευε τα ονόματα των χριστιανών, έσκυψε σπλαχνικά προς το μέρος του ο Χριστός και είπε:  Ας είναι κι αυτοί μαζί μου στη βασιλεία μου.
Βλέποντας μπροστά μου τον γλυκύτατο Ιησού, έκλαιγα από χαρά και θαύμαζα, γιατί αξιώθηκα ν’ απολαύσω τη θέα Του.
Κι όταν τον ασπάσθηκα στο πανάχραντο στήθος Του, ένιωσα να λειώνω σαν κερί από την πολλή κατάνυξη και τα δάκρυα.
Πήρα τότε θάρρος και του είπα κλαίγοντας: «Μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη βασιλεία σου». Κι αμέσως ακούω τον Ιησού με τη μελίρρυτη γλώσσα Του να μου λέει:  Ας γίνει όπως είπες.
Ύστερα συνήλθα από το όραμα. Εκείνη όμως τη μέρα, κάθε φορά που το θυμόμουν, η καρδιά μου πλημμύριζε από κατάνυξη».
(Ανωνύμου ησυχαστού, «Νηπτική θεωρία»)


από εδώ

Τρίτη, Φεβρουαρίου 07, 2012

Διήγηση περὶ ὑπακοῆς στοὺς γονεῖς καὶ σεβασμοῦ τῆς ἱερῆς Λειτουργίας














Στὶς ἡμέρες τοῦ βασιλιὰ Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου (379 – 395), ἦταν στὴν Κωνσταντινούπολη κάποιος ἄνθρωπος ἐνάρετος καὶ πλούσιος, ποὺ ὀνομαζόταν Ἰουλιανός. Αὐτὸς εἶχε καὶ ἕνα γιό, ποὺ τὸν ἔλεγαν Θεόφιλο. Ὅταν γέρασε, ἔπεσε σὲ μεγάλη φτώχεια καὶ τότε κάλεσε τὸν γιό του γιὰ νὰ τοῦ πεῖ κάτι σημαντικό. Τοῦ ζήτησε λοιπὸν νὰ τὸν πουλήσει σὰν δοῦλο του, γιὰ νὰ ἀνταπεξέλθει στὶς ἀνάγκες τῶν τελευταίων χρόνων τῆς ζωῆς του. Ἀλλὰ μὲ τὴν ὑπόσχεση ὅτι θὰ ἔκανε πλήρη ὑπακοὴ στὸν ἀφέντη του καὶ ὅταν εἶχε Θεία Λειτουργία, πρῶτα θὰ πήγαινε σ’ αὐτὴ καὶ ἔπειτα θὰ συνέχιζε πρόθυμα τὴν ὑπηρεσία του. Ἔτσι θὰ εἶχε θαυματουργικὲς εὐεργεσίες ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ ὑπάκουος γιὸς δέχτηκε τὸ αἴτημα τοῦ πατέρα του, ποὺ τὴν ἑπόμενη μέρα τὸν πούλησε σ’ ἕναν πατρίκιο τοῦ παλατιοῦ, τὸν Κωνσταντῖνο. Αὐτὸς ἀγάπησε πολὺ τὸν Θεόφιλο γιὰ τὴν προθυμία καὶ τὴν ἐργατικότητά του. Κάποτε ὅμως ὁ πατρίκιος ξέχασε τὸν χαρτοφύλακα στὸ δωμάτιό του καὶ ἔστειλε τὸν Θεόφιλο νὰ τοῦ τὸν φέρει. Ὁ Θεόφιλος μπῆκε στὸ δωμάτιο τὴν ὥρα ποὺ ἡ κυρία του μοιχευόταν μὲ ἕνα δοῦλο της. Ἀλλὰ ὁ Θεόφιλος ἐπάνω στὴ βιασύνη του δὲν τοὺς πρόσεξε καὶ ἀφοῦ πῆρε τὸν χαρτοφύλακα βγῆκε ἀπὸ τὸ δωμάτιο. Ἡ πονηρὴ ὅμως γυναῖκα τοῦ πατρικίου, συκοφάντησε τὸν Θεόφιλο στὸν ἄντρα της ὅτι δῆθεν τὴ βίασε. Τότε ὁ πατρίκιος θυμωμένος, συνεννοήθηκε μὲ τὸν ἔπαρχο νὰ τοῦ στείλει τὸν Θεόφιλο γιὰ νὰ τὸν ἀποκεφαλίσει. Στὸ δρόμο γιὰ τὸν ἔπαρχο, ὁ Θεόφιλος συνάντησε ναὸ ποὺ εἶχε Θεία Λειτουργία καὶ μπῆκε μέσα γιὰ νὰ λειτουργηθεῖ. Ἐπειδὴ ἀργοῦσε, ὁ πονηρὸς δοῦλος εἶπε στὸν πατρίκιο νὰ πάει αὐτὸς νὰ φέρει τὸ κεφάλι τοῦ Θεόφιλου, ποὺ θὰ ἦταν ἤδη κομμένο. Ὅταν ἔφτασε στὸν ἔπαρχο ὁ πονηρὸς δοῦλος, ὁ δήμιος ποὺ καραδοκοῦσε πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα, νόμισε ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Θεόφιλος. Καὶ ἔτσι τοῦ ἔκοψε τὸ κεφάλι. Ἀμέσως μετὰ ἔφτασε καὶ ὁ Θεόφιλος. Καὶ ἀφοῦ πῆρε τὸ σακὶ μὲ τὸ κεφάλι τὸ μετέφερε στὸν πατρίκιο, χωρὶς νὰ γνωρίζει τίποτα. Ὁ πατρίκιος καὶ ἰδιαίτερα ἡ γυναῖκα του, ὅταν εἶδαν ζωντανὸ τὸν Θεόφιλο καὶ τὸ κεφάλι τοῦ πονηροῦ δούλου μέσα στὸ σακί, ἔμειναν ἄφωνοι. Ἡ γυναῖκα τοῦ πατρικίου τότε, ἔντρομη γιὰ τὴ θεία δίκη, ἐξομολογήθηκε τὴν ἀλήθεια στὸν ἄντρα της καὶ ζήτησε δημόσια συγχώρηση. Ἔτσι ὁ πατρίκιος, ἀγάπησε ἀκόμα περισσότερο τὸν Θεόφιλο καὶ τὸν ἔκανε κληρονόμο σ’ ὅλη του τὴν περιουσία.


Πέμπτη, Δεκεμβρίου 08, 2011

Oι άγγελοι των Εκκλησιών και των ναών



Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία στον Βίο του στάρετς Ναζάριου. Ταξίδευε κάποτε ο στάρετς με τον μαθητή του και τη μικρή άμαξα που την έσερνε το άλογό τους και έφτασαν ένα Σάββατο σε κάποιο χωριό, όπου έπρεπε να καταλύσουν γιατί ήταν ήδη αργά. Ζήτησαν να φιλοξενηθούν από τον ιερέα του χωριού.
Ο ιερέας υποδέχτηκε τους ταξιδιώτες με χαρά και αφού συζήτησε με τον π. Ναζάριο τον εκτίμησε πάρα πολύ. Όταν έφτασε η ώρα που αρχίζει η ολονύκτια αγρυπνία της Κυριακής, ο π. Ναζάριος παρατήρησε ότι ο ιερέας δεν προετοιμαζόταν να κάνει την αγρυπνία και τον ρώτησε:
-Παππούλη, την Κυριακή το πρωΐ θα διαβάσεις την ακολουθία της αγρυπνίας;
Ο ιερέας απάντησε ότι λειτουργούσε πολύ σπάνια και ότι δεν είχε σκοπό να λειτουργήσει την άλλη μέρα.
-Κανένας απ’ τους ενορίτες μου δεν έρχεται στην εκκλησία τις γιορτές. Συγκεντρώνονται στην αυλή της εκκλησίας μόνο όταν είναι για να διασκεδάσουν. Ούτε μια ματιά δε ρίχνουν μέσα στην εκκλησία. Η εκκλησία είναι πάντα άδεια. Η διάθεσή τους προς την εκκλησία έχει ψυχρανθεί τόσο πολύ που παρέσυραν κι εμένα κι έχω γίνει οκνηρός με τη σκέψη: αφού δεν έρχονται στην εκκλησία, για ποιόν να κάνω τη λειτουργία;
Ο π. Ναζάριος παρατήρησε στον ιερέα ότι αυτό ήταν μεγάλο λάθος και μια απάτη του εχθρού της σωτηρίας μας. Και συνέχισε:
-Αν οι ενορίτες σου δεν εκπληρώνουν τη σπουδαιότερη υποχρέωσή τους, εσύ, που είσαι ο εφημέριος, οφείλεις να εκπληρώνεις τις υποχρεώσεις σου ανελλιπώς. Η εκκλησία του Θεού δεν πρέπει ποτέ να μένει άδεια. Από τότε που η εκκλησία εγκαινιάστηκε, μέσα στο θυσιαστήριο του Κυρίου υπάρχει ένας φύλακας άγγελος. Ακόμα κι αν οι ενορίτες σου δεν έρχονται στις λειτουργίες που κάνεις, η εκκλησία θα είναι πάντα γεμάτη απ’ τους αγγέλους –φύλακες των ψυχών τους. Γιατί σε κάθε θεία λειτουργία οι άγγελοι του Θεού, με τη φλογερή αγάπη τους προς το Θεό, είναι οι πρώτοι που συνεορτάζουν και συμμετέχουν με ύμνους ευχαριστίας. Εκείνοι θα γεμίζουν την εκκλησία σου όταν θα λειτουργείς. Αν εσύ ο ίδιος εκπληρώνεις με ζήλο τις υποχρεώσεις σου για τη σωτηρία της ψυχής σου κι αν προσεύχεσαι για το ποίμνιό σου, ώστε ο Κύριος να θερμάνει τις καρδιές τους να μετανοήσουν και να προσεύχονται, τότε ο Κύριος, χάρη των προσευχών σου, θα προστάξει τους φύλακες αγγέλους του να πλησιάσουν τις ψυχές τους, να τους διεγείρουν σε προσευχή και να τους ενσταλάζουν ζήλο για τη θεία λειτουργία που κάνεις στην εκκλησία, εκεί που προσφέρεις γι’ αυτούς τη θυσία του ελέους μπροστά στον Κύριο κατά τη θεία ευχαριστία.
Βαθύτατα συγκινημένος από τα συνετά λόγια του π. Ναζάριου, ο ιερέας απάντησε:
-Γέροντα, βοήθησέ με και καθοδήγησέ με. Θα προσπαθήσω να κάνω ό, τι με συμβουλέψεις.
Ο π. Ναζάριος απάντησε:
-Πολύ καλά. Ας πάμε τώρα στο ναό του Θεού. Δώσε εντολή να χτυπήσουν την καμπάνα και στον αναγνώστη να ετοιμαστεί για την ολονύκτια αγρυπνία.
Η καμπάνα χτύπησε για την αγρυπνία και η ακολουθία άρχισε. Πραγματικά, στην αρχή δεν ήταν κανένας στην εκκλησία. Λίγο αργότερα μαζεύτηκαν περίπου δέκα ηλικιωμένοι άντρες και γυναίκες. Ο π. Ναζάριος διάβασε τον εξάψαλμο και ο μαθητής του π. Ιλαρίων τα καθίσματα. Μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου το τοποθέτησαν στη μέση της εκκλησίας και ο π. Ναζάριος με τον π. Ιλαρίωνα πήγαν να το προσκυνήσουν και να το ασπαστούν. Δεν έκαναν το ίδιο όμως και οι άλλοι εκκλησιαζόμενοι, γιατί δεν ήξεραν. Ο Γέροντας τους πλησίασε και τους εξήγησε για τον αγιασμό που παίρνει κανείς αυτή τη στιγμή με την προσκύνηση του Αγίου Ευαγγελίου. Και οι ηλικιωμένοι άνθρωποι πλησίασαν, ασπάστηκαν το Ευαγγέλιο και ευχαρίστησαν το Γέροντα.
Ο π. Ναζάριος μίλησε μαζί τους και τους συμβούλεψε να πουν και στους άλλους που έμειναν στα σπίτια τους και στους γείτονές τους πόσο ωφέλιμο ψυχικά είναι να συμμετέχουν στη θεία λειτουργία και να αγιάζονται με την προσκύνηση και τον ασπασμό του ιερού ευαγγελίου και των αγίων εικόνων της εκκλησίας.
Ο ναός είναι το δεύτερο, το ουράνιο σπίτι μας –ουσιαστικά το πρώτο σπίτι μας, μιας και το επίγειο θα φθαρεί και θα μας πει γρήγορα αντίο∙ αν δεν του πούμε πρώτοι εμείς αντίο…
Δεν προσφέρουμε τώρα πλέον θυσίες υλικές, όπως το παλαιό Ισραήλ: αρνιά και τράγους και βόδια και άλλα τετράποδα ή δίποδα. Εκεί είχαν τα πρωτεία οι πλούσιοι, καθώς λέει ο Μ. Βασίλειος. Προσφέρουμε ένα κομμάτι από μας, τη θυσία της καρδιάς, τη δοξολογία, την αίνεση («θυσίαν αινέσεως») η οποία, κατά τον ίδιο άγιο, είναι «μυρίων ολοκαυτωμάτων προτιμότερη».
Δύο σημαντικά συμπεράσματα βγαίνουν από την ιστορία με τον αββά Ναζάριο:
α. –Οι φύλακες άγγελοι των χριστιανών δεν είναι αναγκαστικά πάντοτε μαζί μας! Φεύγουν από κοντά μας όταν στο ναό τελείται μια ακολουθία, από την οποία αδικαιολόγητα λείπουμε. Ίσως απ’ αυτό κάνει να υποθέσουμε ότι οι φύλακες άγγελοι του απόντος ποιμνίου του ήταν αυτοί που απάντησαν ‘και τω πνεύματί σου’ όταν στο ναό κατά την εκφώνηση ήταν παρών μόνο ο άγιος Σπυρίδων και ο νεωκόρος.
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής επιβεβαιώνει τα λόγια του αββά Ναζάριου, λέγοντας:
«Κάθε Χριστιανός πρέπει να περνάει τον καιρό του μέσα στην αγία Εκκλησία του Θεού και να μη λείπει ποτέ από την αγία σύναξη που γίνεται μέσα σ’ αυτή. Γιατί σ’ αυτή μέσα παραμένουν άγιοι άγγελοι, που γράφουν όσους κάθε φορά μπαίνουν, τους παρουσιάζουν στο Θεό και μεσιτεύουν γι’ αυτούς».
Πέρα από τον προσωπικό φύλακα άγγελο, κάθε ναός επίσης έχει τον άγγελό του, όσο τελούνται ορθόδοξες λειτουργίες εκεί. Αν γίνει ‘κατάληψη’ του ναού από αιρετικούς ο άγγελος αποχωρεί. Στη Νικόπολη κάποτε (που αποτελούσε μητρόπολη της Μικράς Αρμενίας) ο ορθόδοξος επίσκοπός της είχε δεχτεί την πίστη των αρειανών και έγινε όργανο των αιρετικών, με αντάλλαγμα λίγη πρόσκαιρη ανθρώπινη δόξα. Οι χριστιανοί έπαψαν να πηγαίνουν στους ναούς όπου συνήθιζαν να εκκλησιάζονται, όπου συνέχιζε να μνημονεύεται ο πρώην επίσκοπός τους∙ οι ναοί είχαν πλέον καταληφθεί από τους αιρετικούς. Πηγαίναν στο ύπαιθρο ή σε σπίτια να κάνουν τις ακολουθίες τους.
Σε μια επιστολή του προς τους χριστιανούς της Νικοπόλεως, ο Μ. Βασίλειος έγραφε:
«Σας λυπεί ότι εκδιωχθήκατε από τους τοίχους των ναών; Όμως θα εκκλησιάζεστε τώρα κάτω από την σκέπη του Θεού του ουρανού, και ο φύλακας Άγγελος της Εκκλησίας έφυγε κι αυτός μαζί σας. Επομένως σε κενούς οίκους συναθροίζονται καθημερινά εκείνοι, προετοιμάζοντας μεγάλο κρίμα για τον εαυτό τους εξ αιτίας της διασποράς του λαού». 
saint Petka Σερβία

Με τον άγιο Χρυσόστομο παρόμοια. Όταν είχε καταδικαστεί ο άγιος από τη σύνοδο στη Δρυ ζήτησε από τον λαό που παρευρίσκονταν στο ναό να προσευχηθούν λίγο πριν αναχωρήσει για την εξορία:
«Ελάτε, είπε, κι αφού προσευχηθούμε ας συνταχθούμε με τον άγγελο της Εκκλησίας».
Να συνταχθούμε με τον άγγελο της εκκλησίας. Ο άγγελος του ναού δεν μένει απαραίτητα και δια παντός στο γνώριμο περιβάλλον, εκεί που συνηθίσαμε που μεγαλώσαμε, αποκτήσαμε φίλους και γνωριμίες, εκεί που ζήσαμε και γνωρίσαμε τον Χριστό. Ο άγιος Χρυσόστομος μας βεβαιώνει με τη γνωστή του σαφήνεια, ότι παίρνει τα ‘πράγματά’ του κι ο άγγελος και φεύγει κι αυτός μαζί μας όταν οι εκκλησιαστικές προδιαγραφές αλλοιώνονται.
Καθώς κι ο βιογράφος του Παλλάδιος στη συνέχεια αναφέρει:
«Συνεξήλθε μαζί του [με τον άγιο] και ο άγγελος της εκκλησίας, επειδή δεν υπέφερε την ερημία της, για την οποία είχαν εργαστεί οι αρχές και εξουσίες των πονηρών πνευμάτων, οι οποίες κατάντησαν την εκκλησία αμαρτωλό θέατρο».
Κάποιοι ορθόδοξοι ρώτησαν τον άγιο Θεόδωρο Στουδίτη αν μπορούν να μπαίνουν για να προσευχηθούν σε ναούς που έχουν καταλάβει οι αιρετικοί. Ο άγιος, αφού μνημόνευσε τα λόγια του Μ. Βασιλείου που αναφέραμε πιο πάνω, απάντησε αποκλείοντας τέτοιο ενδεχόμενο και πρόσθεσε ότι οι ναοί αυτοί έχουν ερημωθεί. Από τότε, λέει, που μπήκε η αίρεση έφυγε (‘πέταξε’ λέει επί λέξει) ο άγγελος και έγινε κοινό σπίτι ο ναός. 

άρθρο από εδώ