ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μυστήρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μυστήρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Ιουνίου 20, 2019

Το έργο και η ενέργεια του Χρίσματος


Έργο λοιπόν του Μυστηρίου αυτού είναι η μετάδοση των ενεργειών του Αγίου Πνεύματος. Το Μύρο εισάγει τον ίδιο τον Κύριο Ιησού, στον οποίο εναπόκειται όλη η σωτηρία των ανθρώπων και κάθε ελπίδα αγαθών, από τον οποίο έχουμε την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος και με τον οποίο οδηγούμαστε στον Πατέρα. Γιατί, ενώ από κοινού η αγία Τριάς πραγματοποιεί την ανάπλαση των ανθρώπων, αυτουργός είναι μόνος ο Λόγος. Όχι μόνο όταν συμμετείχε στη ζωή των ανθρώπων και «προσφέρθηκε να σηκώσει», καθώς λέει ο Παύλος, «τις αμαρτίες των πολλών», αλλά από τότε και μέχρι της συντέλειας, εφόσον πάντοτε φέρει τη φύση μας, εξαιτίας της οποίας Τον έχουμε Μεσίτη προς τον Θεό. Αυτός «καθαρίζει την συνείδησιν ημών από νεκρών έργων»και Αυτός παρέχει το Άγιο Πνεύμα.
Αυτό το Μυστήριο κατά τα πρώτα χρόνια χορηγούσε στους βαπτιζομένους χαρίσματα ιαμάτων, προφητείας, γλωσσολαλιάς και άλλα, που ήταν για όλους τους ανθρώπους καταφανής απόδειξη της υπερφυούς δυνάμεως του Χριστού. Γιατί αυτά ήταν αναγκαία τότε που ο Χριστιανισμός θεμελιωνόταν και η πίστη καταρτιζόταν. Και τώρα δόθηκαν από το Μυστήριο αυτό σε μερικούς τέτοια χαρίσματα, και στην εποχή μας και λίγο παλαιότερα, και προφήτευσαν για τα μέλλοντα και έδιωξαν δαιμόνια και θεράπευσαν ασθένειες μόνο με την προσευχή τους. Όχι μόνο όταν βρίσκονταν ακόμη στη ζωή, αλλά και οι τάφοι τους είχαν την ίδια δύναμη. Γιατί η πνευματική ενέργεια δεν απομακρύνεται από τους μακάριους ούτε όταν πεθάνουν.
Αυτά όμως που χορηγεί στους Χριστιανούς πάντοτε το Χρίσμα και για τα οποία είναι κατάλληλη κάθε εποχή, είναι το χάρισμα της πίστεως, της προσευχής, της αγάπης, της σωφροσύνης και τα άλλα που προσφέρονται πάντοτε σε όσους τα δέχονται. Ωστόσο και αυτά διαφεύγουν τους περισσοτέρους Χριστιανούς, ώστε αγνοούν πόση είναι η δύναμη του Μυστηρίου. Έτσι, όπως αναφέρεται στις Πράξεις, «ουδ' ότι Πνεύμα Άγιόν εστίν έγνωσαν». Από τη μια, γιατί μετείχαν στην τέλεση του Μυστηρίου κατά τη νηπιακή ηλικία και δεν είχαν επίγνωση των χαρισμάτων. Από την άλλη, γιατί όταν μεγάλωσαν, στράφηκαν σε ανεπίτρεπτα και αποτύφλωσαν τα μάτια της ψυχής. Στην πραγματικότητα όμως το Άγιο Πνεύμα μεταδίδει τα χαρίσματά Του στους χρισμένους, «διαιρούν ιδία εκάστω καθώς βούλεται», και ο Δεσπότης δεν έπαυσε να μας ευεργετεί, αφού υποσχέθηκε ότι θα είναι για πάντα μαζί μας.
Η τελετή λοιπόν δεν είναι μάταιη, αλλά όπως από το θείο λουτρό λαμβάνουμε άφεση αμαρτιών και από την ιερή Τράπεζα Σώμα Χριστού, και δεν θα εκλείψουν αυτά μέχρι να παρουσιασθεί φανερά Αυτός που είναι ο θεμελιωτής τους, έτσι και από το πανάγιο Μύρο είναι απαραίτητο να λαμβάνουν οι Χριστιανοί όσα προσφέρει και να μετέχουν στις δωρεές του Αγίου Πνεύματος. Γιατί, πώς είναι λογικό από τα ιερά Μυστήρια άλλα να ενεργούν και αυτό να μην παρέχη καμιά ωφέλεια; ή για τ' άλλα να θεωρήται «πιστός ο επαγγειλάμενος», κατά τον Παύλο, και γι' αυτό ν' αμφισβητείται; Πρέπει ή για κανένα να μη δεχθούμε αυτό ή για όλα να παραδεχθούμε το ίδιο, αφού η ίδια δύναμη ενεργεί μέσα απ' όλα, και η μία σφαγή του ενός αμνού, ο αυτός θάνατος, το αυτό αίμα παρέχουν σε όλα την τελείωση.
Μεταδίδεται λοιπόν πραγματικά το Άγιο Πνεύμα. Σε ορισμένους, για να μπορέσουν να ωφελήσουν τους άλλους και να οικοδομήσουν, όπως λέει ο Παύλος, την Εκκλησία προφητεύοντας για τα μέλλοντα ή διδάσκοντας τα μυστήρια του Θεού ή θεραπεύοντας ασθένειες με το λόγο τους. Σε άλλους, για να γίνουν οι ίδιοι καλύτεροι διαλάμποντας με την πίστη ή με πλούτο σωφροσύνης ή αγάπης ή ταπεινοφροσύνης...


Αγίου Νικολάου Καβάσιλα 

Τετάρτη, Μαΐου 26, 2010

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΝΗΠΙΩΝ


ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΝΗΠΙΩΝ
π. Παντελεήμων Κρούσκος





Αποτελεί ζήτημα και αγωνία και αμφισβήτηση πολλών καλόπιστων ορθοδόξων πιστών (αλλά και αιρετικών) το αν ο νηπιοβαπτισμός είναι έγκυρη και παραδοσιακή πρακτική της ορθόδοξης ανατολικής εκκλησίας ή αν αποτελεί άτυπο προσηλυτισμό και καταστρατήγηση της ελευθερίας του προσώπου.

Το βάπτισμα είναι το ιερό μυστήριο της Εκκλησίας κατά το οποίο ο άνθρωπος
βαπτιζόμενος με τριπλή κατάδυση και ανάδυση σε αγιασμένο ύδωρ και στο όνομα της Αγίας Τριάδος, από τη μια μεριά ελευθερώνεται από το σώμα της προπατορικής αμαρτίας και της ενοχής της οφειλόμενης σ' αυτή, από την άλλη δε αναγεννάται πνευματικά σε μία νέα ένθεη ύπαρξη και ζωή, γίνεται υιός του θεού και κληρονόμος της αφθαρσίας και της αθανασίας. Κατά το βάπτισμα ο άνθρωπος αποβάλλει τον παλαιό Αδάμ και ντύνεται το Χριστό, αποκτώντας καθαρή και άσπιλη τη θεία εικόνα με την οποία πλάστηκε από το Θεό και την οποία αχρείωσε η αμαρτία1. Επίσης, αν πρόκειται για ενήλικο, απαραίτητη προϋπόθεση είναι ή πίστη και το βάπτισμα εξαλείφει τις έως τότε προσωπικές του αμαρτίες, πέρα από την απόδυση του παλαιού ανθρώπου και κόσμου, της αδαμιαίας δηλαδή αμαρτητικής κατάστασης , στην οποια γεννώνται και τα νήπια. Όταν μιλάμε για κληρονομιά του προπατορικού αμαρτήματος, δεν εννοείται νομική ενοχή, ωσάν να ήμασταν όλοι υπεύθυνοι για την πτώση των πρωτοπλάστων, αλλά για γέννηση σε έναν κόσμο αμαρτίας , έναν κόσμο δαιμονοκρατούμενο, μια ανθρώπινη φύση αμαυρωμένη και κατεστραμμένη.

1. Το βάπτισμα είναι φανερό πώς μόνο σκλαβιά και καταστρατήγηση ελευθερίας δεν είναι , ενώ αντίθετα είναι ελευθερία, γέννηση, ανάσταση, ευεργεσία. Ο ίδιος ο Κύριος τόνισε στον νυκτερινό επισκέπτη Νικόδημο: «αμην αμην λεγω σοι εαν μη τις γεννηθη εξ υδατος και πνευματος ου δυναται εισελθειν εις την βασιλειαν των ουρανων»(ιω γ΄5). Θεολογώντας επί του χωρίου αυτού ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, μας λέγει πώς το βάπτισμα είναι η υπόσταση μας εν Χριστώ, η γέννηση μας, πριν δεν υπήρχαμε! Χαρακτηριστικά γράφει στο έργο του «η εν Χριστώ ζωή»: «Στὰ ἱερὰ Μυστήρια εἰκονίζουμε τὴν ταφὴ καὶ ἐξαγγέλλουμε τὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ. Μὲ αὐτὰ γεννιόμαστε, μορφοποιούμαστε καὶ συναπτόμαστε ὑπερφυῶς μὲ τὸν Σωτήρα. Αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνα μὲ τὰ ὁποῖα, ὅπως λέει ὁ Παῦλος, «ἐν αὐτῷ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καί ἐσμεν». Τὸ Βάπτισμα χορηγεῖ τὴν ὕπαρξη καὶ τὴν ὑπόσταση κατὰ Χριστόν, γιατὶ μᾶς παίρνει νεκροὺς καὶ διεφθαρμένους καὶ μᾶς εἰσάγει γιὰ πρώτη φορὰ στὴ ζωή. Γέννηση, ἀναγέννηση, ἀνάπλαση καὶ σφραγίδα ὀνομάζεται, κι ἀκόμη βάπτισμα, ἔνδυμα, χρίσμα, χάρισμα, φώτισμα καὶ λουτρό. Ὅλα δηλώνουν ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πράγμα· Ἀρχὴ τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν ποὺ ὑφίστανται καὶ ζοῦν κατὰ Θεὸν εἶναι τὸ Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος. Ἡ γέννηση λοιπὸν εἶναι φανερὸ ὅτι σημαίνει αὐτὸ καὶ τίποτε ἄλλο. Καὶ ἡ ἀναγέννηση καὶ ἡ ἀνάπλαση ἐπισημαίνουν μόνο ἐκεῖνο· Αὐτοὶ ποὺ τώρα γεννιοῦνται καὶ πλάθονται εἶχαν γεννηθῆ προηγουμένως καὶ ἐπειδὴ ἔχασαν τὴ μορφή τους, ἐπανέρχονται τώρα μὲ δεύτερη γέννηση στὴν πρώτη μορφή.Νὰ βαπτισθοῦμε σημαίνει νὰ γεννηθοῦμε κατὰ Χριστὸν καὶ νὰ λάβουμε ὕπαρξη καὶ ὑπόσταση, ἐνῶ δὲν ἤμασταν τίποτε.Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργο τοῦ Βαπτίσματος. Ἐλευθερώνει ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, συμφιλιώνει τὸν Θεὸ μὲ τὸν ἄνθρωπο, κάνει τὸν ἄνθρωπο υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ἀνοίγει τὰ μάτια τῆς ψυχῆς, δίνει τὴν αἴσθηση τοῦ θείου φωτός, μὲ λίγα λόγια προετοιμάζει γιὰ τὴν μέλλουσα ζωή»2.

Το βάπτισμα λοιπόν, δεν είναι απλώς το «ηθικό βραβείο» μιας κατηχητικής πορείας, αλλά υπόθεση ζωής, οντολογική υπόθεση. Πριν δεν ήμασταν, τώρα ήμαστε! Φυσικά, κανείς δεν ερωτάται για να γεννηθεί και σχετικώς αυτό αφορά και την γέννηση αλλά και την εν Χριστώ γέννηση των νηπίων(βάπτισμα).

Η Εκκλησία και στην αρχαιότητα αλλά και σήμερα κατηχεί τους ενηλίκους πριν το βάπτισμα, όταν πρόκειται για ετερόδοξους ή μη χριστιανούς και τα νήπια δια βίου μέσω του κατηχητικού της έργου. Ακόμα και σήμερα υφίσταται ιδιαίτερη τάξη κατηχουμένων (δηλ.διδασκομένων και προετοιμαζομένων για το βάπτισμα ανθρώπων) για τους οποίους μάλιστα υπάρχει ιδιαίτερη ευχή και μεταχείριση στην σύναξη της θείας λειτουργίας. Αλλά σκοπός της Εκκλησίας είναι η γέννηση του εν Χριστώ ανθρώπου και όχι του καλού μαθητή. Καλή και απαραίτητη η γνώση(ως θρησκευτική μόρφωση), αλλά κέντρον και υπόθεση είναι η μυστηριακή ζωή και εν Χριστώ υπόσταση και πορεία. Οπότε τα νήπια, πρώτον γεννώνται εν Χριστώ, διά του βαπτίσματος και μετά μορφώνονται εν Χριστώ και διά τον Χριστόν( με τα μυστήρια και την αφιέρωση τους) και περί Χριστού(με την μορφωτική ιερά κατήχηση). Σ’αυτήν την τελειωτική τους πορεία συμβάλει και το Χρίσμα, μυστήριο που επενεργεί τα χαρίσματα του αγίου Πνεύματος και τελείται μαζί με το βάπτισμα.

2. Πολλοί των αιρετικών διατείνονται πώς ο νηπιοβαπτισμός δεν διαφαίνεται πουθενά στην αγία Γραφή, αλλά και μάλιστα είναι πρακτική πού εναντιώνεται στους λόγους της αγίας Γραφής. Συγκεκριμένα αναφέρεται το χωρίο Μκ 16,16, «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται», με υπογραμμισμένο το «πιστεύσας». Είναι όμως φανερό για τον κάθε καλόπιστο μελετητή πώς ασφαλώς σε αυτό το χωρίο ο Κύριος αναφέρεται στους δυνάμενους να κατηχηθούν ενηλίκους και όχι στα νήπια τα οποία όμως δεν φαίνεται πουθενά ότι αποκλείει! Άλλωστε στο κατά Ματθαίον(28,19), πάλι ο ίδιος ο Κύριος αποστέλει τους μαθητές λέγοντας «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη… βαπτίζοντες… και διδάσκοντες αυτους». Είναι προφανές δηλαδή πώς ο Κύριος εδώ προτάσσει το βάπτισμα της διδασκαλίας και η μαθητεία δίδεται όχι δια της πίστεως όπως στο κατά Μάρκον , αλλά δια του βαπτίσματος! Φυσικά, δεν υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στα ευαγγέλια, αλλά το ένα συμπληρώνει το άλλο και η Αγία Γραφή δεν πρέπει να διαβάζεται αποσπασματικά, αλλά συνολικά. Είναι λοιπόν φανερό πώς ο μεν Μαρκος αναφέρεται σε ενηλίκων βάπτισμα, ο δε Ματθαίος γενικά σε βάπτισμα ενηλίκων και ανηλίκων .

Άλλωστε, υπάρχουν σαφείς αναφορές για νηπιοβαπτισμό από αποστόλους στην αγία Γραφή, που αποδεικνύουν την αρχαιότητα της πρακτικής. Ο απ. Πέτρος βαπτίζει όλους εκείνους στους οποίους έπεσε το Άγιο Πνεύμα, από την οικογένεια τού Κορνηλίου, όλους όσους τον άκουγαν (Πράξεις 10/ι΄ 44,47,48)Ο Παύλος την οικογένεια της Λυδίας (Πράξεις 16/ις΄ 15),ενός δεσμοφύλακα( "Και εβαπτίσθη αυτός και οι αυτού πάντες" (Πράξεις 16/ις΄ 33)),του Κρίσπου και του Στεφανά " (Α΄ Κορινθίους 1/α΄ 16). Όποιος θέλει να πιστεύει πώς σ’αυτές τις οικογένειες δεν υπήρχαν και παιδιά, απλά εθελοτυφλεί ή απλώς θεωρεί αυθαιρέτως πώς οι πρώτοι χριστιανοί ήταν μυστηριωδώς…άτεκνοι. Επίσης, το επιχείρημα πώς η έννοια «οίκος-οικία» αναφέρεται μόνο στα ενήλικα μέλη του σπιτιού ή της οικογένειας,
συμπεριλαμβανομένων και των δούλων, είναι απλώς μια φιλολογική πιθανότητα και όχι κάποια αποδεδειγμένη ιστορικά αλήθεια ή αυτή αύτη η πραγματικότητα. Τέλος, πουθενά στην αγία Γραφή δεν απαγορεύεται ο νηπιοβαπτισμός.

Το γεγονός άλλωστε πώς η αρχαία εκκλησία πρώτα κατηχούσε και μετά βάπτιζε και μάλιστα σε μεγάλη ηλικία, δεν αποκλείει τον νηπιοβαπτισμό. Τότε ο χριστιανισμός ήταν στην αρχή και εξάπλωση του ακόμα και φυσικά απευθύνοταν σε αβάπτιστους που δεν είχαν την «τύχη» να γεννηθούν από χριστιανούς γονείς.Παραδείγματα πατέρων ή απλών χριστιανών, πού περίμεναν να βαπτιστούν σε μεγάλη ηλικία απηχούν μάλλον κάποιο ιδιάζοντα καλόν ζηλωτισμό της χρυσής εκείνης εποχής της Εκκλησίας και την προσωπική τους πορεία-επιλογή-υπόθεση ή είναι θέμα της βιοτικής τους περιπέτειας και δοκιμασίας του Θεού. Όταν επίσης ο χριστιανισμός διαδόθηκε από τους Ρωμαίους στους Σλάβους, Ίβηρες και Ρώσους είναι παραδεδομένο και αυτονόητο πώς στο βάπτισμα μετείχαν και τα παιδιά τους!



3.Επίσης, υπάρχει και από μερικούς μια ηθικιστική θεώρηση των πραγμάτων και περί αμαρτίας. Λένε δηλαδή πώς τα ανεύθυνα νήπια, πού δεν έχουν διαπράξει προσωπικές αμαρτίες, δεν έχουν ανάγκη τον καθαρισμό του βαπτίσματος. ¨Όμως όπως είδαμε στην ορθόδοξη παράδοση η αμαρτία δεν έχει αυστηρά ηθικές διαστάσεις, αλλά είναι οντολογική υπόθεση, κατάσταση δηλαδή της υπάρξεως, υπόθεση του είναι, της φύσης μας. Το βάπτισμα δεν είναι ένας απλός τελετουργικός καθαρμός (τέτοιους έκαναν οι ιουδαίοι) , αλλά όπως είπαμε φωτισμός και γέννηση της ύπαρξης και καταδίκη της αμαρτίας στο κέντρο της, στην υπόσταση της, όχι επιφανειακά, ποσοτικά, νομικιστικά και ηθικιστικά. Φυσικά, ενώ με το βάπτισμα καταδικάζεται η αμαρτία, δεν εξαλείφεται όμως τελείως η αμαρτητική ροπή, για να μην καταστρατηγηθεί η ελευθερία επιλογής του ανθρώπου. Ακόμα αμαρτάνει ο άνθρωπος μετά το βάπτισμα. Εκείνος είναι υπεύθυνος και ελεύθερος να διαχειριστεί την ψυχή και το σώμα του, προς όφελος ή απώλεια του.

4.Υπάρχει και το θέμα της λογικής κατανόησης και άρα κατ’αυτούς ενσυνείδητης συναίνεσης των βαπτιζομένων. Λένε μερικοί δηλ. πώς αφού τα νήπια δεν καταλαβαίνουν γιατί βαπτίζονται, δεν πρέπει και να βαπτίζονται! Κατά τους Πατέρας της Εκκλησίας η ψυχή του ανθρώπου δεν έχει μόνον την λογική ενέργεια, αλλά έχει και άλλες ενέργειες, όπως την νοερά ενέργεια. Ακόμη, η λογική δεν είναι πηγή της γνώσεως, ακόμη και για τα ανθρώπινα πράγματα. Γι' αυτό και στην επιστήμη αναπτύχθηκε η λεγόμενη «συναισθηματική νοημοσύνη» που ισχυρίζεται ότι υπάρχουν μέσα στον άνθρωπο «δύο μυαλά», ήτοι η λογική και το συναίσθημα και θεωρεί ότι είναι αναπηρία το να απολυτοποιή κανείς μόνον την λογική. Αυτό αποδεικνύεται και από την απεικόνιση του εγκεφάλου. Ο δυτικός σχολαστικισμός είναι εκείνος που οδήγησε στην πρακτική της αποσυνδέσεως του μυστηρίου του Βαπτίσματος από το μυστήριο του Χρίσματος και κατ' επέκταση από το μυστήριο της θείας Κοινωνίας μέχρι την εφηβεία. Η βάση αυτής της πρακτικής είναι ότι για να δεχθή το παιδί το Χρίσμα και να λάβη την θεία Κοινωνία πρέπει να κατανοή με την λογική του τα γινόμενα. Εμείς χρίουμε τα βρέφη και τα κοινωνούμε του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, γιατί γνωρίζουμε από την θεολογία μας ότι και τα βρέφη λαμβάνουν την Χάρη του Θεού και πριν αναπτυχθή ο εγκέφαλος και η λογική, αφού και τότε ενεργεί μέσα τους η νοερά ενέργεια. Ακόμη και τα έμβρυα μπορούν να λαμβάνουν το Άγιον Πνεύμα, όπως έγινε με τον Τίμιο Πρόδρομο, που όταν ήταν έμβρυο έξι μηνών έγινε από τότε Προφήτης και κατέστησε και την Μητέρα του Προφήτιδα, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά.3 Και στο σημείο αυτό μνημονεύουμε τις περιπτώσεις των νηπίων εκείνων, πού έβλεπαν τον συγχρόνο αγίο ιερέα Νικόλαο Πλανά, να μην πατά στο έδαφος ενώ λειτουργούσε. Λοιπόν δεν αξίζει ένα τέτοιο νήπιο το βάπτισμα, με τέτοια ζωντανή και ουσιαστική μετοχή στην λατρεία,ίσως ουσιαστικότερη των «λογικών» ενηλίκων, όταν μάλιστα κατά το αγιογραφικό εκείνο, το άγιον Πνεύμα ομολογεί «εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον» και «άφετε τα παιδία ελθείν προς με»;



5.Υπάρχουν βέβαια και άλλα επιχειρήματα υπέρ του νηπιοβαπτισμού, από τα οποία μόνο οι αυστηρά κακόπιστοι δεν πείθονται. «Μερικοί ρωτούν γιατί με βάπτισαν, χωρίς κανένας να με ρωτήσει, αν ήθελα να βαπτισθώ και να γίνω χριστιανός; (αυτό είναι συνηθισμένο ερώτημα των Μαρτύρων του Ίεχωβά). Το ερώτημα είναι σχήμα οξύμωρο. Πώς μπορείς να ρωτηθείς, αφού δεν έχεις τη δυνατότητα να κατανοήσεις και να απαντήσεις; Το βάπτισμα το κάνουμε στα νήπια για το καλό τους, για να τα προφυλάξουμε από έναν μέγιστο κίνδυνο. Το ίδιο άλλωστε δεν κάνουμε στα μικρά παιδιά, όταν τα εμβολιάζουμε; Ζητάμε προηγουμένως τη συγκατάθεση τους;»4Μήπως στερούμε από τα παιδιά το φως, την τροφή, την υγεία, την παιδεία, την αγάπη; Μάλλον όχι. Λοιπόν θα τους στερήσουμε τον Χριστό την ίδια την γέννηση και ζωή; Ή μήπως μεγαλώνοντας το παιδί δεν είναι ελεύθερο να απομακρυνθεί από την εκκλησία και το βάπτισμα είναι ένα είδος … «κοινωνικού στίγματος», πού θα το κουβαλά σε όλη του την ζωή; Ή μήπως άλλωστε, όποιος νικάται από την αμαρτία και αποβάλει συνειδητά το βάπτισμα, το θεωρεί και κάτι σημαντικό αργότερα, όταν δηλαδή αλλαξοπιστήσει;
6.Υπάρχει, φυσικά και το θέμα των νηπίων πού αποθνήσκουν αβάπτιστα, είτε γιατί δεν πρόλαβε κάποιος να τα «αεροβαπτίσει», είτε από αμέλεια. Είναι σκληρά και απάνθρωπα σχολαστικό να προκαταλαμβάνουμε την τύχη των νηπίων αυτών και την κρίση του Θεού και να μιλάμε τάχα για την …κόλαση τους! Τα νήπια αυτά διαφέρουν από τα βαπτισμένα μόνο ως προς το φώτισμα, την αποβολή του παλαιού ανθρώπου, αφού φυσικά δεν έχουν προσωπικές-ηθικές αμαρτίες. Είναι σίγουρο και ασφαλές πώς η γέννηση-βάπτισμα είναι καίρια σημαντική για την εν Χριστώ υπόσταση και σωτηρία τους. Είναι επίσης σίγουρο και ασφαλές πώς η κατάληξη τους είναι διαφορετική από τα βαπτισμένα νήπια (Αγ.Γρηγόριος Νύσσης). Τόσο σίγουρο και ασφαλές είναι όμως πώς ο Δικαιοκρίτης Θεός, ο Πατέρας των αθώων και ελαχίστων μας κατέχει όλους, ζώντες και νεκρούς στα πανάγια χέρια Του και για όλους φροντίζει και μεριμνά με ανεξάντλητη πατρική και αγαπητική διάθεση. Μέσα στον απέραντο κόσμο της βασιλείας του Πατέρα, της μέριμνας Αυτού, υπάρχει αρκετός και ιδιαίτερος χώρος για τους αθώους ,όχι όμως για τους πονηρούς και προαποφασίζοντες την κρίση του Θεού. Και ο νοών νοείτω.

Τέλος, σε μια κοινωνία πού πορεύεται προς την αποθρησκευτικοποίηση και στερείται πνευματικών ανησυχιών, ο νηπιοβαπτισμός μόνο προσηλυτισμός δεν είναι αλλά μάλιστα και νόμιμη, αγαπητική άμυνα και ασπίδα στα σχέδια και τις προκλήσεις των παντός είδους αντιχρίστων και αντιεκκλησιαστικών. Μάλλον αντιπροσηλυτισμός και μάλιστα άγριος, ύπουλος, κρυφός και φανερός διωγμός είναι οι απαξιωτικές εκφράσεις και δράσεις των εχθρών του Χριστού σήμερον, των οποίων όλοι γινόμαστε μάρτυρες και καμιά φορά συγκοινωνοί…







1,3 (Απο το βιβλίο "Απαντήσεις σε ερωτήματα δογματικά – συμβολικά – ιστορικοδογματικά" ,Εκδόσεις «ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ», 1995, τόμοι 1 και 2)



2. Αγίου Νικολάου Καβάσιλα, Η εν Χριστώ ζωή.




4 Ιεροθέου Ναυπάκτου περί της κατανόησης της θείας λατρείας, εν Ρομφαία, Απρίλιος 2010




Άλλα βοηθήματα: Σχετικές δημοσιεύσεις στο διαδίκτυο σε ορθόδοξες σελίδες



Δημοσιεύτηκε στο περιοδικο ΟΛΚΑΣ της ΙΜ Καλύμνου
Δεν γνωρίζω αν είναι επιστημονικώς δομημένο, αλλά ελπίζω να είναι σχετικά βοηθητικό.

Παρασκευή, Μαρτίου 05, 2010

Τα πνευματικά επιτίμια



Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Η Εκκλησία είναι πνευματικό θεραπευτήριο και με τα ιατρικά μέσα που διαθέτει θεραπεύει τον άνθρωπο. Αυτό γίνεται με την ασκητική ζωή, το κανονικό της δίκαιο και τελικά με τα Μυστήρια. Η συμμετοχή στα Μυστήρια χωρίς τις κατάλληλες προϋποθέσεις, που καθορίζονται από τους ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας, δεν θεραπεύει, αλλά αντίθετα δημιουργεί πολλά προβλήματα. Πάντως, η θεραπεία είναι απαραίτητη, ώστε όταν ο άνθρωπος φθάση στον Θεό να βρίσκεται στην προοπτική της θεραπείας και τότε ο Θεός να γίνη φως και όχι πυρ.

1. Φως και πυρ

Είναι γνωστόν από την όλη βιβλικοπατερική παράδοση ότι το πυρ της θεότητος, όπως και το κτιστό πυρ, έχει δύο ιδιότητες, ήτοι την φωτιστική, που φωτίζει, και την καυστική, που κατακαίει. Αυτό σημαίνει ότι εξαρτάται από τον άνθρωπο σε ποια κατάσταση βρίσκεται για να αισθανθή την φωτιστική ή την καυστική ενέργεια του Θεού και επομένως να ζήση τον Παράδεισο (Φως) η την Κόλαση (πυρ).

Ο Απόστολος Παύλος στην Β' προς Θεσσαλονικείς επιστολή του, γράφοντας για την έλευση-αποκάλυψη του Θεού κατά την Δευτέρα Του Παρουσία, κάνει λόγο για τους δύο τρόπους με τους οποίους θα τον δουν οι άνθρωποι. Γράφει ότι κατά την Δευτέρα Παρουσία Του θα έλθη με τους αγγέλους Του και θα φανερωθή «εν πυρί φλογός» για να τιμωρήση εκείνους που δεν γνώρισαν τον Θεό και δεν υπήκουσαν εν τω «ευαγγελίω του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» και θα ζουν αιωνίως μακριά από την δόξα της δυνάμεώς Του. Αλλά οι δίκαιοι θα συμμετάσχουν στην δόξα «της ισχύος αυτού, όταν έλθη ενδοξασθήναι εν τοις αγίοις αυτού και θαυμασθήναι εν πάσι τοις πιστεύσασιν..» (Β' Θεσ. α', 7-10).

Είναι φανερό και από τον αποστολικό αυτόν λόγο και από πολλά πατερικά χωρία ότι οι άνθρωποι θα ζήσουν τον Χριστό ή «εν πυρί φλογός» ή μέσα στην δόξα «της ισχύος αυτού». Και αυτό εξαρτάται από την πνευματική κατάσταση, την οποία είχαν, όσο ζούσαν μέσα στην Εκκλησία. Έτσι, η Εκκλησία ως πνευματικό νοσοκομείο θεραπεύει τους ανθρώπους, ώστε όταν θα δουν τον Θεό, τότε να συμμετάσχουν στην δόξα Του και να ενδοξασθούν μαζί Του και όχι να αισθανθούν την πύρινη φλόγα.

Μέσα σε αυτήν την προοπτική η Εκκλησία από την αποστολική ακόμη εποχή έχει καθορίσει τα πνευματικά επιτίμια, που επιβάλλονται από τους Πνευματικούς Πατέρας κατά την ιερά Εξομολόγηση και από τους Επισκόπους και την Σύνοδο των Επισκόπων, για γνωστά και δημόσια αμαρτήματα. Τα πνευματικά επιτίμια στην πραγματικότητα είναι φάρμακα για να θεραπευθούν οι άρρωστοι πνευματικά άνθρωποι, ώστε να συναντήσουν τον Χριστό ως θεραπευμένοι και όχι ως αθεράπευτοι. Αυτό θα έχη συνέπεια στο αιώνιο μέλλον τους. Έτσι, τα επιτίμια δεν είναι νομικές ποινές, δεν δίνονται με την νομική και δικανική αντίληψη, αλλά είναι φάρμακα, που δίδονται για την θεραπεία των αρρώστων μελών της Εκκλησίας.

Στην συνέχεια θα αναφερθώ σε ένα θέμα που αντιμετώπισε ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στην εποχή του και θα εντοπισθή ποια είναι η έννοια των πνευματικών επιτιμίων στην Εκκλησία και ποια είναι η πνευματική ευθύνη των ανθρώπων εκείνων που δεν τα αποδέχονται στην πράξη.

2. Ο ιερός Χρυσόστομος για τα πνευματικά επιτίμια

Αφορμή για να πη ο ιερός Χρυσόστομος τα όσα θα δούμε ήταν η νοοτροπία των Χριστιανών της εποχής του να συνδέουν τον θάνατο των αγαπημένων τους προσώπων με τους θρήνους, τους κοπετούς και τα μοιρολόγια, σύμφωνα με την ειδωλολατρική συνήθεια. Από την μια μεριά μερικοί Χριστιανοί τελούσαν την εξόδιο ακολουθία, που έχει καθορίσει η Εκκλησία για τους κεκοιμημένους, και από την άλλη ακολουθούσαν και τις ειδωλολατρικές συνήθειες, πληρώνοντας ειδικές γυναίκες για να κλαίνε τους νεκρούς τους.

Σε ομιλία του ο ιερός Χρυσόστομος κατηγορεί αυτήν την συνήθεια και υπογραμμίζει ότι αυτή η νοοτροπία δεν αρμόζει στους Χριστιανούς. Μεταξύ των άλλων τονίζει ότι αν δεν συμμορφωθούν και δεν σταματήσουν αυτήν την ειδωλολατρική συνήθεια, τότε θα εξαναγκασθή να επιβάλη «δεσμά», όπως έχει αυτήν την εξουσία που του δόθηκε από τον Χριστό, ως διάδοχος των αγίων Αποστόλων (Ι. Χρυσοστόμου, έργα 24, ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 1989, σελ. 314 και εξής).

Για την επιβολή των εκκλησιαστικών δεσμών υπάρχει η παραγγελία του Χριστού: «Εάν δε αμαρτήση εις σε ο αδελφός σου, ύπαγε και έλεγξον αυτόν μεταξύ σου και αυτού μόνου. Εάν σου ακούση, εκέρδησας τον αδελφόν σου εάν δε μη ακούση, παράλαβε μετά σου έτι ένα η δύο, ίνα επί στόματος δύο μαρτύρων ή τριών σταθή παν ρήμα εάν δε παρακούση αυτών, ειπέ τη εκκλησία εάν δε και της εκκλησίας παρακούση, έστω σοι ώσπερ ο εθνικός και ο τελώνης.» (Ματθ. ιη', 15-17). Επίσης, δόθηκε η εξουσία στους Αποστόλους και τους διαδόχους τους να δένουν και να λύνουν τα παραπτώματα των ανθρώπων: «όσα εάν δήσητε επί της γης, έσται δεδεμένα εν τω ουρανώ, και όσα αν λύσητε επί της γης έσται λελυμένα εν τω ουρανώ» (Ματθ. ιη', 18).

Τα επιτίμια δεν δίνονται από ανθρώπους, αλλά από τον Ίδιο τον Χριστό. Λέγει ο ιερός Πατήρ. «Ου γαρ άνθρωπός εστιν ο δεσμών, αλλ’ ο Χριστός ο την εξουσίαν ταύτην δεδωκώς και κυρίους ποιών ανθρώπους της τοιαύτης τιμής», σύμφωνα με τον λόγο που παρέθεσε προηγουμένως ότι έχουν την εξουσία να δένουν και να λύνουν τα αμαρτήματα των ανθρώπων. Στην συνέχεια λέγει ότι εμείς ως Επίσκοποι θέλουμε περισσότερο να λύνουμε τα επιτίμια παρά να τα επιβάλλουμε, γιατί «ουδένα γαρ βουλόμεθα είναι δεσμώτην παρ’ ημίν». Τα επιβάλλουμε, όμως, όχι με την θέλησή μας, αλλά από ενδιαφέρον για τους Χριστιανούς. «Ου γαρ εκόντες, ουδέ βουλόμενοι, αλλά μάλλον υμών των δεδεμένων αλγούντες, τα δεσμά περιβάλλομεν» (Ένθ. ανωτ. σελ. 316-318).

Τα εκκλησιαστικά επιτίμια διαιρούνται στον μικρό αφορισμό, δηλαδή την πρόσκαιρη αποκοπή από την θεία Κοινωνία (ακοινωνησία) και στον μεγάλο αφορισμό, την τελική αποκοπή από την Εκκλησία. Και αυτά τα επιτίμια είναι εκκλησιαστικοί νόμοι, που αποβλέπουν στην θεραπεία των αρρώστων μελών της Εκκλησίας «τοις νόμοις παιδεύοντες τοις εκκλησιαστικοίς» (Ένθ. ανωτ. σελ. 314). Είναι καλό να μη πληγώνεται κανείς, αλλά αν πληγωθή είναι χρήσιμο να θέτη επάνω στην πληγή «το φάρμακον». Το καλύτερο είναι να μη χρειασθή κανείς φάρμακο. «Μη γένοιτό τινα των τοιούτων δεηθήναι φαρμάκων» (Ένθ. ανωτ. σελ. 318). Όμως είναι απαραίτητο για τους αρρώστους.

Τα επιτίμια επιβάλλονται από τους Αρχιερείς που είναι υπεύθυνοι για την σωτηρία των ποιμνίων τους, Κληρικών και λαϊκών. Εμείς οι Αρχιερείς, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, καίτοι είμαστε «ταλαίπωροι και ουδαμινοί και του καταφρονείσθαι άξιοι», όμως επιβάλλοντας αυτά τα θεραπευτικά επιτίμια, δεν εκδικούμαστε ούτε αμυνόμαστε με οργή, αλλά φροντίζουμε για την σωτηρία των Χριστιανών (Ένθ. ανωτ. σελ. 316). Μέσα σε αυτήν την φροντίδα πρέπει να ερμηνευθή και ο λόγος του ότι προτιμά να τον θεωρούν θρασύ, απηνή και αυθάδη, επιβάλλοντας επιτίμια, παρά να τους αφήση να κάνουν αυτά που δεν αρέσουν στον Θεό. Έτσι, με τα επιτίμια-φάρμακα επιδιώκει να τους θεραπεύση (Ένθ. ανωτ. σελ. 318).

Με το πνεύμα αυτό θα πρέπη να αποδεχθή κανείς τα επιτίμια για να ωφεληθή πνευματικά. Γιατί αν κανείς ανέχεται τον φίλο του, ο οποίος τον επικρίνει με αυστηρότερο τρόπο από ό,τι πρέπει, επειδή βλέπει τον σκοπό και την φιλική του διάθεση, πολύ δε περισσότερο πρέπει να ανέχεται τον διδάσκαλο που τον επιπλήττει και αυτό το κάνει όχι από αυθεντία, ούτε ως κοσμικός άρχοντας, «αλλ’ ως εν τάξει κηδεμόνος». Λέγοντας αυτά ο άγιος Ιωάννης επισημαίνει ότι τα λέγει αυτά «υπέρ υμών αλγούντες και κοπτόμενοι» (Ένθ. ανωτ. σελ. 316).

Υπάρχουν, όμως, και εκείνοι που δεν αποδέχονται τα πνευματικά επιτίμια τα οποία επιβάλλονται από τον Επίσκοπο, που είναι διάδοχος των Αγίων Αποστόλων και από την Σύνοδο των Επισκόπων. Πρόκειται για μεγάλη απείθεια και δείχνει ανθρώπους που ούτε τον Θεό φοβούνται ούτε την Εκκλησία σέβονται. Χρησιμοποιεί πολλές εκφράσεις για να δηλώση αυτόν που δεν αποδέχεται τα επιτίμια που του επιβάλλονται για την θεραπεία του. Πρόκειται για αυθάδεια: «Ει δε τις απαυθαδιαζόμενος καταφρονεί…» (Ένθ. ανωτ. σελ. 314), για καταφρόνηση: «ει δε τις καταφρονεί των δεσμών των παρ’ ημών, πάλιν αυτόν ο Χριστός παιδευέτω….» (Ένθ. ανωτ. σελ. 316), για εντροπή: «αιδέσθητε, παρακαλώ, και εντράπητε» (Ένθ. ανωτ. σελ. 316).

Λέγει ο ιερός Πατήρ ότι οι Κληρικοί θα ευχόμασταν να μην έλθουμε στην ανάγκη να «περιβάλλομεν τα δεσμά», αλλά όταν χρειασθή πρέπει να εκπληρώσουμε το καθήκον. Όμως, εάν ο άνθρωπος διασπάση τα δεσμά μόνος του, δηλαδή εάν δεν τηρήση τα επιτίμια, που του επιβλήθηκαν, τότε «εγώ το εμαυτού πεποίηκα και ανεύθυνός ειμί λοιπόν», αλλά εκείνος που διέρρηξε τα δεσμά θα απολογηθή στον Θεό, ο Οποίος μας έδωσε εντολή να τα επιβάλλουμε (Ένθ. ανωτ. σελ. 318). Όπως το να μη αμαρτάνη κανείς είναι «καλόν», έτσι και το να δέχεται την επιτίμηση είναι «χρήσιμον» (Ένθ. ανωτ. σελ. 318).

Συνιστά ο ιερός Πατήρ: «φέρωμεν τοίνυν την επίπληξιν, και σπουδάζωμεν το μη αμαρτάνειν, ει δε αμαρτάνομεν, φέρωμεν την επιτίμησιν» (Ένθ. ανωτ. σελ. 318). Είναι δε απόλυτος όταν λέγη: «Μηδείς καταφρονείτω των δεσμών των εκκλησιαστικών», γιατί ο «δεσμών» δεν είναι άνθρωπος αλλ’ ο Χριστός (Ένθ. ανωτ. σελ. 316).

Αυτό το «μηδείς» είναι πολύ χαρακτηριστικό και απόλυτο. Και είναι θρασύτατη και ασεβέστατη η διαγωγή εκείνων που ενώ είναι υπεύθυνοι για εκκλησιαστικές ατοπίες και αμαρτίες που διέπραξαν, αλλά και εκκλησιαστικά παραπτώματα που αναφέρονται στο Σώμα του Χριστού, και η Εκκλησία δια των ποιμένων εξαναγκάζεται να τους επιτιμά, αυτοί καταφρονούν την επιτίμηση και φανερά ή κρυφά παραβαίνουν τα εκκλησιαστικά αυτά επιτίμια. Εκτός των άλλων δείχνουν ότι δεν σέβονται ούτε τον Θεό, ούτε την Εκκλησία, αλλά δεν πιστεύουν και στην κρίση του Θεού, που αργά ή γρήγορα θα έλθη.

Τα ερωτήματα είναι αδυσώπητα: Πώς είναι δυνατόν κανείς να είναι επιτιμημένος από τον Πνευματικό του Πατέρα, τον Επίσκοπο και την Εκκλησία, και θρασύτατα να προσέρχεται να κοινωνή των Αχράντων Μυστηρίων; Δεν φοβούνται τον θάνατο που μας παραμονεύει κάθε στιγμή και ώρα; Δεν υπολογίζουν το αιώνιο μέλλον τους;

3. Η ενδεχόμενη άδικη επιτίμηση

Υπάρχει περίπτωση ο Επίσκοπος και η Σύνοδος να αδικούν κάποιον εν αγνοία τους η έστω και φαινομενικώς άδικα. Και στην περίπτωση αυτή ο επιτιμηθείς δεν πρέπει να περιφρονή την απόφαση του Πνευματικού Πατέρα η του Επισκόπου η της Συνόδου, αλλά αφ' ενός μεν θα πρέπη να αποδέχεται και να τηρή την απόφαση, αφ' ετέρου δε με διάφορες εκκλησιαστικές ενέργειες θα πρέπη να φροντίζη για την ανάκληση του επιτιμίου. Τότε θα έχη ευλογία από τον Θεό, διαφορετικά θα κριθή ως ασεβής και περιφρονητής.

Μέσα στα πλαίσια αυτά κινείται και το κανονικό δίκαιο της Εκκλησίας. Για παράδειγμα ο ιδ’ Κανόνας της Συνόδου της Σαρδικής διαλαμβάνει ότι αυτός που αφορίζεται από το Επίσκοπό του έχει το δικαίωμα να προσφύγη στον Μητροπολίτη της Επαρχίας η αν λείπη εκείνος να προσφύγη στον Μητροπολίτη της πλησιοχώρου Μητροπόλεως, ώστε να εξετασθή η υπόθεσή του προσεκτικά. Όμως, δεν θα πρέπη να παραβή το επιτίμιο και να έλθη σε κοινωνία πριν αποφασισθή από μεγαλύτερο όργανο. «Πριν δε επιμελώς και μετά πίστεως έκαστα εξετασθή, ο μη έχων την κοινωνίαν προ της διαγνώσεως του πράγματος, εαυτώ ουκ οφείλει εκδικείν την κοινωνίαν». Αν δε διαπιστωθή η «υπεροψία» και η «αλαζονεία» του Κληρικού, με το να καταργήση μόνος του το επιτίμιο, τότε οι Επίσκοποι μπορεί να τον επαναφέρουν στην τάξη με πιο πικρότερα και βαρύτερα λόγια. Στο ίδιο θέμα αναφέρονται και οι κη’ και λβ' Αποστολικοί Κανόνες.

Το συμπέρασμα είναι ότι μέσα στην Εκκλησία υπάρχει τάξη και δεν μπορεί κανείς να κινήται αυθαίρετα και αντικανονικά. Η Εκκλησία λέγεται «στρατεία» (Β' Κορ. ι', 4. Α' Τιμ. α',18), είναι ένα στράτευμα, και δεν μπορεί κανείς να αυθαδιάζη, αλλά πρέπει να τηρή το κανονικό και συνοδικό πολίτευμά της. Ακόμη, η Εκκλησία είναι πνευματικό θεραπευτήριο μέσα στο οποίο οι πνευματικοί ιατροί, με τον φωτισμό του Θεού, χρησιμοποιούν διάφορα φάρμακα για την θεραπεία των αρρώστων μελών της. Οι άρρωστοι πρέπει να δέχωνται αυτήν την ιατρική τέχνη, γιατί διαφορετικά παραμένουν αθεράπευτοι. Όταν κανείς δεν δέχεται την θεραπεία, παραμένει αθεράπευτος και κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού θα αισθανθή την καυστική ενέργεια της θεότητός Του. Γι’ αυτό η Εκκλησία μερικές φορές εξαναγκάζεται να προβή σε μεγαλύτερη επέμβαση, να κάνη πνευματική εγχείριση-αποκοπή από την εκκλησιαστική Κοινότητα για την σωτηρία του αμαρτήσαντος και αυθαδιάσαντος, αλλά και για την υγεία και των υπολοίπων μελών του σώματός της.

Μέσα σε αυτήν την προοπτική εξετάζεται το αποστολικό χωρίο: «Εν τω ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού συναχθέντων υμών και του εμού πνεύματος συν τη δυνάμει του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού παραδούναι τον τοιούτον τω σατανά εις όλεθρον της σαρκός, ίνα το πνεύμα σωθή εν τη ημέρα του Κυρίου Ιησού.» (Α' Κορ. ε', 4-5). «Και εξαρείτε τον πονηρόν εξ υμών αυτών» (Α’ Κορ. ε', 13).

Πάντως, ο Απόστολος Παύλος, αναφερόμενος στις σχισματικές καταστάσεις που παρατηρούνται μέσα στην Εκκλησία και στον τρόπο που εργάζεται κανείς, καταλήγει: «Ουκ οίδατε ότι ναός Θεού εστε και και το Πνεύμα του Θεού οικεί εν υμίν; ει τις τον ναόν του Θεού φθείρει, φθερεί τούτον ο Θεός» (Α' Κορ. γ’, 16-17).



Πηγή: http://www.parembasis.gr/2010/10_01_13.htm

http://www.oodegr.com/oode/orthod/praktikes/epitimia_1.htm ορθόδοξη πίστη

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 22, 2010

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΛΑΙΟΥ Ή ΕΥΧΕΛΑΙΟΥ


Τα θεια Μυστήρια είναι Τελετές της Εκκλησίας πού συστάθηκαν και παραδόθηκαν στους αποστόλους και δι’αυτών στην Εκκλησία από τον ίδιο τον Κύριο μας Ιησού Χριστό. Σκοπός των ιερών μυστηρίων είναι η μετάδοση της αόρατης αγιαστικής χάρης του αγίου Πνεύματος στα ορθόδοξα μέλη της Εκκλησίας διά σημείων αισθητών και υλικών, όπως το νερό , το νάμα, το λάδι κ.α. . Καίτοι τα μυστήρια του Θεού για τον αγιασμό και σωτηρία του ανθρώπου και την επαναφορά του στην βασιλεία των ουρανών είναι άπειρα, ωστόσο για ποιμαντικούς λόγους αλλά κυρίως διά το απαραίτητο αυτών για την σωτηρία όλων μας, ξεχωρίζουμε επτά μεγάλα μυστήρια: Βάπτισμα, χρίσμα, ευχαριστία, μετάνοια-εξομολόγηση, ευχέλαιο, ιεροσύνη, γάμος. Αν και πολλοί των θεολόγων και πατέρων διακρίνουν τα μυστήρια σε υποχρεωτικά(Βάπτισμα, χρίσμα, ευχαριστία, μετάνοια-εξομολόγηση) και προαιρετικά (ευχέλαιον,ιερωσύνη,γάμος), ωστόσο όλοι οι πιστοί μετέχουμε των μυστηρίων κατά τρόπον πνευματικό και μυστηριακό, αφού όλοι μας λχ μετέχουμε της γενικής ιεροσύνης(πού ξεχωρίζει από την ιεροσύνη των πρεσβυτέρων) ή έχουμε μυστικό Νυμφίο της ψυχής μας τον Χριστό(πνευματικός γάμος). Εξάλλου είναι αδιανόητο για τον ευσεβή ορθόδοξο χριστιανό, όταν ασθενεί να μην καταφεύγει με πίστη και εμπιστοσύνη στο ιαματικό μυστήριο του ιερού Ευχελαίου.
Όλα τα Μυστήρια μεταδίδουν τη μία Θεία Χάρη, το καθένα με ειδική τελετή και είναι αναγκαία για τη σωτηρία μας. Κανονικά είναι τα μυστήρια πού τελούνται από χειροτονημένο ορθόδοξο ιερέα σε ορθοδόξους πιστούς και στα οποία τηρείται ακριβώς όλη η ιερολογία(τα λόγια και τα αισθητά σημεία) του μυστηρίου. Ενώ τα ψευδομυστήρια πού τελούνται από σχισματικούς(πχ παλαιοημερολογίτες), αιρετικούς ή καθηρημένους από την Εκκλησία ιερείς, θεωρούνται άκυρα. Επίσης όλα τα μυστήρια δίδονται «εις άφεσιν αμαρτιών», αλλά το ένα δεν καταργεί το άλλο. Πχ και η θεία ευχαριστία και η εξομολόγηση και το ευχέλαιον μας δίδουν την άφεση αλλά, άλλη η λειτουργία του ενός και άλλη του άλλου και όλα είναι απαραίτητα και χρηστικά με τον δικό του ιδιαίτερο μυστικό(πνευματικό και αισθητό) τρόπο το καθένα.

Το μυστήριο του Ιερού Ευχελαίου, πού θα μας απασχολήσει τις κατανυκτικές ημέρες της μεγάλης εβδομάδας είναι μυστήριο παραδιδόμενο από τον ίδιο τον Κύριο εις ίαση ψυχών και σωμάτων και αφέση αμαρτιών. Ή σύσταση του ιερού αυτού Μυστηρίου στηρίζεται στην εξουσία πού έδωσε ό Χριστός στους Μαθητές Του, «...ώστε (μ' αυτήν την εξουσία) θεραπεύειν πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν» (Ματθ. ι', 1). και οι Απόστολοι πιστοί εκτελεστές των εντολών του Κυρίου επέστρεφαν από τις περιοδείες τους και με ενθουσιασμό ομολογούσαν: "Κύριε και τα δαιμόνια υποτάσσεται ημίν εν τω ονόματι σου» (Λουκ. ι', 17). Γι' αυτό και ό Ευαγγελιστής Μάρκος αναφέρει ότι οι Απόστολοι «...ήλειφον ελαίω πολλούς αρρώστους και εθεράπευον» (Μαρκ. στ', 13).

Αυτή ή θεραπευτική τακτική τηρήθηκε και μετά την Πεντηκοστή από τους Αποστόλους και τους διαδόχους τους και είναι προνόμιο πού χορηγήθηκε από τον Χριστό στην Εκκλησία Του. Αυτό το προνόμιο καθιερώνει πρακτικά αργότερα (μεταξύ 55-60 μ.Χ.) ό Απόστολος Ιάκωβος, ό Άδελφόθεος, στην επιστολή του λέγοντας χαρακτηριστικά: «Εάν κάποιος είναι άρρωστος, να προσκαλέσει τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας να προσευχηθούν γι' αυτόν και να τον αλείψουν με λάδι, επικαλούμενοι το όνομα του Κυρίου. και ή προσευχή πού γίνεται με πίστη θα σώσει τον άρρωστο» (Ίακ. ε', 13-15).[πρβλ.Λατρευτικόν Εγχειρίδιον,π.Γ.Κουγιουμτζόγλου]

Καίτοι πολλοί υποστηρίζουν πώς το ευχέλαιο τελείται από δύο πρεσβυτέρους κατά το παράδειγμα των αποστόλων ή από επτά πρεσβυτέρους κατά τον αριθμό των ευαγγελικών αναγνωσμάτων της τελετής του μυστηρίου, το μυστήριο οικονομικώς και συνηθέστερα τελείται και από έναν κανονικό ιερέα και δη τον εφημέριο της ενορίας μας, ο οποίος είναι ο πνευματικός μας ιατρός και πατέρας. Καλόν είναι να προσκαλούνται περισσότεροι ιερείς(τουλάχιστον ένας ακόμα) διότι η προσευχή είναι ισχυροτέρα και δίδεται ξεχωριστή επισημότητα στην τελετή. Ωστόσο στην ορθόδοξη παράδοση τίποτα δεν είναι ασφυκτικά σχολαστικό και περιοριστικό, η δεν χάρη του αγίου πνεύματος είναι απεριόριστη και δεν εξαρτάται από τον αριθμό των ιερέων, σαν να επρόκειτο για κάτι τί το μαγικό. Οι μόνες πνευματικές προϋποθέσεις είναι η κανονικότητα του ιερέως και η πίστη του ασθενούς, πού είναι και απαραίτητη για την σωτηρία του.

Ο ιερεύς προσκαλείται να τελέσει ευχέλαιο στις εξής περιπτώσεις:

Α) Σε ασθενή σωματικά ή ψυχικά ορθόδοξο χριστιανό. Η επίκληση του αγίου πνεύματος, η επάλειψη του ασθενούς με το αγιασμένο έλαιον και η πίστη του ασθενούς στην πρόνοια και φροντίδα του Θεού, όπως και οι προσευχές των παρισταμένων πιστών είναι δυνατές και ισχυρές ώστε να επιφέρουν την ίαση και την ανακούφιση στον πάσχοντα, πάντα κατά το συμφέρον της ψυχής του και όταν και αν οικονομήσει ούτως ο Θεός. Διότι και αυτή η ίδια η ασθένεια, αν και είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας και της πεσμένης ανθρώπινης φύσης μας, μπορεί να είναι κατά παραχώρηση και φιλανθρωπία του Θεού, προνόμιο και δοκιμασία του ανθρώπου για την πνευματική τελείωση του και άφεση των αμαρτιών του.

Β) Σε ορθοδόξους χριστιανούς με γνήσια μετάνοια, πού εξομολογήθηκαν πρόσφατα και πρόκειται να κοινωνήσουν των αχράντων μυστηρίων. Όπως προείπαμε όλα τα μυστήρια είναι εις άφεσιν αμαρτιών. Το ευχέλαιο μετά από εξομολόγηση δεν καταργεί την δύναμη και ισχύ της μετανοίας-εξομολογήσεως, ούτε αντικαθιστά την εξομολόγηση. Αντίθετα μάλιστα το ένα μυστήριο συμπληρώνει μυστικά το άλλο. Εξάλλου, το ιερόν ευχέλαιον όπως και η θεία κοινωνία εξαλείφουν μικρά ή μεγάλα αμαρτήματα πού κάναμε εν αγνοία μας και έτσι δεν τα γνωρίζουμε ώστε να μετανοήσουμε για εκείνα και να τα εξομολογηθούμε. Αυτό δεν σημαίνει πώς μπορούμε συνειδητά να παραλείψουμε να εξαγορευτούμε κάποιες αμαρτίες μας στον πνευματικό, για διαφόρους λόγους με το σκεπτικό πώς αυτές θα καλυφθούν διά του ευχελαίου ή διά της θείας κοινωνίας. Αυτός ο τρόπος σκέψης αποτελεί εμπαιγμό των μυστηρίων και του αγίου Θεού, αλλά και οικτρό ξεγέλασμα του εαυτού μας. Επίσης , το ευχέλαιο είναι διάφορο μυστήριο με το άγιον Χρίσμα διά του μύρου, πού τελείται αμέσως μετά την βάπτιση μας εφ’άπαξ και δεν πρέπει να τρέφουμε και να συντηρούμε τέτοιες παρανοήσεις.

Είναι λοιπόν φανερό πώς το Ιερό Ευχέλαιο δεν γίνεται «για το καλό του σπιτιού ή για να μας πάνε καλά οι δουλειές», ούτε «για να σπάσει η γρουσουζιά» και «για να αποφύγουμε την βασκανία». Πολλώ δε μάλλον το ευχέλαιον δεν γίνεται επειδή ακριβώς «το τέλεσε και η γειτόνισσα» ή για να προσκαλέσουμε κάποιους φίλους και γνωστούς προς συνεστίαση και να επιδείξουμε την ψεύτικη ευσέβεια και ευλάβεια μας. Το ευχέλαιο δεν είναι «τελετή του σαλονιού», ούτε «μαγική διαδικασία», αλλά και η επιλογή συγκεκριμένων ιερέων , πού φαίνεται ότι έχουν περισσότερη πνευματικότητα από τους άλλους, προς τέλεσιν ευχελαίου, είναι και προσωποληψία και βαρύ αμάρτημα διότι τοιουτοτρόπως υβρίζουμε και αμφισβητούμε το μέγα και υψηλό υπούργημα της ιεροσύνης, γενόμενοι εύκολοι κριτές και δικαστές των άλλων και μάλιστα των αγίων του Θεού ιερουργών. Η αξία ή η αναξιότητα ορισμένων ιερέων δεν είναι υπόθεση δική μας, ούτε μειώνει στο ελάχιστο την προσευχητική τους ιερατική μεσιτεία, αλλά ούτε και αυτή την χάρη του αγίου πνεύματος. Άπαγε της βλασφημίας!

Καλό είναι πριν από την τέλεση του μυστηρίου του ευχελαίου να προετοιμαστούμε, όπως ακριβώς κάνουμε και για το μυστήριο της Θείας κοινωνίας. Να νηστέψουμε, να προσευχηθούμε, να δώσουμε ελεημοσύνη ακόμα , ώστε να μας ελεήσει και εμάς ο Θεός με την χάρη Του, όταν έρθει η ώρα της επίκλησης του ονόματος Του και της χρίσης μας με το έλαιο. Να ταπεινωθούμε και να δείξουμε επίσης την μετάνοια μας ενώπιον του Ελεήμονα Θεού, ο οποίος είναι η πηγή των ιάσεων και ο Κύριος της ζωής και του θανάτου και να αποδεχτούμε το άγιο θέλημα Του, όποιο και αν είναι αυτό με βρεφική εμπιστοσύνη, όπως αρμόζει σε παιδιά ενώπιον του Πατέρα τους.

Τέλος, το μυστήριον του αγίου Ελαίου τελείται σε πολλούς ναούς σποραδικά προς διακονία και εξυπηρέτηση των ασθενών και εξομολογουμένων. Σύμφωνα με αρχαία λειτουργική παράδοση πού ισχύει ως σήμερα, το ευχέλαιον τελείται στους ναούς το εσπέρας της Μεγάλης Τετάρτης για τους εξής δύο λόγους:

Α)Συμβολίζει την θυσία του Σταυρού αλλά και τελείται μυστικώς το ίδιο το επαναλαμβανόμενο και αυτό μυστήριο του Σταυρού, το οποίο θυμόμαστε και εορτάζουμε τις σωτήριες και φρικώδεις ημέρες της μεγάλης εβδομάδας. Ο Χριστός με το πανάγιο αίμα Του μας έδωσε Ζωή και άφεση αμαρτιών, συμφιλιώνοντας μας με τον παράδεισο, καταργώντας την εξουσία του θανάτου πάνω μας και ανακαινίζοντας την αμαυρωμένη από την αμαρτία φύση μας.

Β)Για την προετοιμασία και τελείωση πολλών χριστιανών πού κατά τις ημέρες του Πάσχα και ιδιαίτερα την επομένη του μυστηρίου, Μεγάλη Πέμπτη, προσέρχονται αθρόον και εξομολογημένοι στην μετάληψη των Αχράντων μυστηρίων, ήτοι της Θείας Κοινωνίας.

Πρακτικά θέματα: Για το μυστήριον του Ευχελαίου θα χρειαστούμε:

1. Ένα καντήλι, γεμάτο κατά ¾ με λάδι καλό(ελαιόλαδο) και με 1/4 νάμα. Καίτοι, το λάδι είναι πού θα μετατραπεί σε ευχέλαιο και όχι το νάμα, η ύπαρξη του οίνου μας θυμίζει την παραβολή του καλού σαμαρείτου, κατά την οποία ο σαμαρείτης εκείνος άλειψε τον «περιπεσόντα είς τους ληστάς» με έλαιον και οίνον. Το λάδι συμβολίζει την μετάνοια και το έλεος του Θεού αλλά και την θυσία και το κρασί μας θυμίζει το πανάγιο αίμα Του, αλλά και την πληρότητα της ψυχής του Χριστιανού, όπως και την μεστότητα της κατά Χριστόν και εν Χριστώ ζωής, μέσα σε ένα κόσμο υδαρό και άχαρο.

2. Μία εικόνα, κατά προτίμηση του Χριστού.

3. Επτά κεριά στερεωμένα σε σιτάρι ή αλεύρι

4. Θυμίαμα.

5.Βαμβάκι ή μπατονέτες για την χρίση, τα οποία μετά φυλάττουμε στο εικονοστάσιο, για να τα επαναχρησιμοποιήσουμε με φόβο Θεού και διάκριση. Ομοίως και το περίσσευμα του ευχελαίου το οποίο όμως τινές, αφήνουν να κατακαεί στο καντήλι.


Τα κεριά, το αλεύρι-σιτάρι και το κρασί δεν αποτελούν αισθητά σημεία του μυστηρίου, ούτε είναι «μαγικά αντικείμενα». Απλώς, βοηθούν στην τέλεση του μυστηρίου, Έχουν δηλαδή ασήμαντη και πρακτική σημασία και δεν είναι πάντα απαραίτητα.

Καλόν είναι επίσης πρίν από το ευχέλαιο να ερχόμαστε σε συννενόηση με τον ιερέα πού θα το τελέσει, γιατί εκείνος θα αποφασίσει τελικά αν το ευχέλαιο χρειάζεται ή όχι. Όπως δεν κάνουν όλα τα φάρμακα για όλες τις ασθένειες και για όλους τους ασθενείς, αλλά μάλιστα άλλα είναι ωφέλιμα και άλλα όχι κατά την κρίση του ιατρού, έτσι συμβαίνει και με τα μυστήρια της Εκκλησίας μας: πότε συντελούν πραγματικά στην σωτηρία μας όταν ισχύουν οι κατάλληλες πνευματικές προϋποθέσεις, ενώ άλλες φορές (όταν είμαστε απροετοίμαστοι και ανάξιοι) μας επιβαρύνουν με φορτικές και υψηλές αμαρτίες.


. π. Παντελεήμων Κρούσκος,

Εφημέριος Ι.Μ.Ν Σωτήρος Χριστού Καλύμνου