ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λατρεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λατρεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 21, 2017

Επισκ.Κάλλιστος Γ.-Ορθόδοξη λατρεία: Ο επίγειος ουρανός


Υπάρχει μια ιστορία στο Πρώτο Ρωσικό χρονικό, για το πως ο Βλαδίμηρος, πρίγκηπας του Κιέβου, ενώ ήταν ακόμα ειδωλολάτρης, θέλησε να μάθει ποιά είναι η αληθινή θρησκεία και γι’ αυτό έστειλε τους ακολούθους του να επισκεφθούν τις διάφορες χώρες του κόσμου με τη σειρά. Πρώτα πήγαν στους μουσουλμάνους Βούλγαρους του Βόλγα, αλλά παρατηρώντας πως αυτοί όταν προσεύχονταν κοιτούσαν γύρω τους σαν δαιμονισμένοι, οι Ρώσοι, συνέχισαν ανικανοποίητοι το δρόμο τους. «Δεν υπάρχει χαρά ανάμεσα τους», έστειλαν αναφορά στο Βλαδίμηρο, «μόνο θλίψη και δυσωδία· και δεν υπάρχει τίποτε το καλό στο σύστημά τους». Ταξιδεύοντας κατόπιν στη Γερμανία και στη Ρώμη βρήκαν τη λατρεία πιό ικανοποιητική, παραπονέθηκαν όμως πως κι εδώ δεν υπήρχε ομορφιά. Τελικά έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη κι εδώ, επί τέλους, καθώς παρακολουθούσαν τη Θεία Λειτουργία στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας, ανακάλυψαν αυτό που ποθούσαν. «Δεν ξέραμε αν βρισκόμαστε στη γη ή στον ουρανό, γιατί σίγουρα, τέτοια λαμπρότητα και ομορφιά δεν υπάρχουν πάνω στη γη. Δεν μπορούμε να το περιγράψουμε: μόνο αυτό ξέρουμε, πως ο Θεός κατοικεί εκεί ανάμεσα στους ανθρώπους και πως η λατρεία τους ξεπερνά τη λατρεία όλων των άλλων λαών. Γιατί δεν μπορούμε να ξεχάσουμε εκείνη την ομορφιά».
Στην ιστορία αυτή μπορούμε να δούμε πολλά χαρακτηριστικά της Ορθόδοξης Χριστιανοσύνης. Είναι πρώτα απ’ όλα η έμφαση στη θεϊκή ομορφιά: «Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε εκείνη την ομορφιά: φαίνεται σε πολλούς πως το ιδιαίτερο δώρο των Ορθοδόξων λαών -και ιδιαίτερα του Βυζαντίου και της Ρωσίας- είναι αυτή η δύναμη να συλλαμβάνουν την ομορφιά του πνευματικού κόσμου, και να εκφράζουν αυτή την ουράνια ομορφιά στη λατρεία τους.
Είναι δε χαρακτηριστικό το ότι οι Ρώσοι είπαν: «Δεν ξέρουμε αν βρισκόμαστε στον ουρανό ή στη γη». Η λατρεία για την Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο «ουρανός επί γης». Η Θεία Λειτουργία είναι κάτι που αγκαλιάζει δυο κόσμους συγχρόνως, γιατί και στον ουρανό και στη γη η Λειτουργία είναι η ίδια -ένας βωμός, μια θυσία, μια παρουσία. Σε κάθε τόπο λατρείας, όσο ταπεινή κι αν είναι η εξωτερική του εμφάνιση, ενώ οι πιστοί συναθροίζονται για να εκτελέσουν τη θεία Ευχαριστία, ανυψώνονται σε «ουράνιους χώρους».

Σε κάθε τόπο λατρείας, όταν προσφέρεται η θεία θυσία, δεν παρευρίσκονται μόνο το τοπικό εκκλησίασμα, αλλά ολόκληρη η Εκκλησία -οι άγιοι, οι άγγελοι, η Μητέρα του Θεού, και ο Χριστός ο ίδιος: -Νυν αι δυνάμεις των ουρανών συν ημίν αοράτως λατρεύουσιν». «Αυτό ξέρουμε, ότι ο Θεός κατοικεί εκεί ανάμεσα στους ανθρώπους».
Οι Ορθόδοξοι, εμπνευσμένοι απ’ αυτό το όραμα του «ουρανού επί γης», πάσχισαν να κάνουν τη λατρεία τους σε εξωτερική λαμπρότητα και ομορφιά εικόνα της μεγάλης Λειτουργίας στον ουρανό. Το έτος 612 μ.Χ. στο προσωπικό της Αγίας Σοφίας άνηκαν 80 ιερείς, 150 διάκονοι, 40 διακόνισσες, 70 υποδιάκονοι, 160 αναγνώστες, 25 ψάλτες και 75 φύλακες• αυτό δίνει μια αμυδρή ιδέα του μεγαλείου της Λειτουργίας που παρακολουθούσαν οι ακόλουθοι του Βλαδίμηρου. Ωστόσο, κι’ αυτοί που είχαν την εμπειρία της Ορθόδοξης λατρείας κάτω από πολύ διαφορετικό εξωτερικό περιβάλλον ένοιωσαν, όχι λιγότερο από εκείνους τους Ρώσους του Κιέβου την παρουσία του Θεού ανάμεσα στους ανθρώπους. Ας γυρίσουμε, για παράδειγμα, από το πρώτο Ρωσικό χρονικό σε ένα γράμμα μιας Αγγλίδας, γραμμένο το 1935:
«Το πρωινό ήταν τόσο παράξενο. Μια πολύ βρώμικη και ελεεινή πρεσβυτεριανή αίθουσα ιεραποστολής σ’ ένα στάβλο πάνω από ένα συνεργείο που παραχωρείται κάθε 15 μέρες στους Ρώσους για να λειτουργούνται. Ένα στημένο τέμπλο και μερικές σύγχρονες εικόνες. Ένα ακάθαρτο πάτωμα για να γονατίσεις…Κι έδώ μέσα, δύο μεγαλοπρεπείς γέροντες ιερείς και ένας διάκονος, σύννεφα από λιβάνι και, κατά την Αναφορά, μια κυρίαρχη, υπερφυσική αίσθηση».Υπάρχει και ένα τρίτο χαρακτηριστικό της Ορθοδοξίας το οποίο διευκρινίζει η ιστορία των ακολούθων του Βλαδίμηρου.
Όταν θέλησαν να ανακαλύψουν την αληθινή πίστη, οι Ρώσοι δεν ζήτησαν ηθικούς κανόνες, ούτε απαίτησαν λογική διατύπωση του δόγματος, αλλά παρακολούθησαν τα διάφορα έθνη στην προσευχή τους. Η Ορθόδοξη προσέγγιση της θρησκείας είναι βασικά λειτουργική προσέγγιση, που κατανοεί το δόγμα στα πλαίσια της θείας λατρείας: δεν είναι σύμπτωση το ότι η λέξη «Ορθοδοξία» δηλώνει ταυτόχρονα ορθή πίστη και ορθή λατρεία, γιατί αυτά τα δύο είναι αχώριστα. Αληθώς έχει ειπωθεί για τους Βυζαντινούς ότι: «Το δόγμα γι’ αυτούς δεν είναι μόνο ένα διανοητικό σύστημα το οποίο καταλαβαίνεται από τον κλήρο και ερμηνεύεται στους λαϊκούς, αλλά ένα πεδίο όρασης μέσα στο οποίο βλέπουμε όλα τα πράγματα στη γη σε σχέση των πραγμάτων στον ουρανό, πρωταρχικά διά του λειτουργικού εορτασμού. Με τα λόγια του Γεωργίου Φλωρόφσκυ: «Ο Χριστιανισμός είναι μία λειτουργική θρησκεία. Η Εκκλησία είναι πρώτα απ’ όλα μια λατρευτική κοινότητα. Η λατρεία έρχεται πρώτη, το δόγμα και η ηθική δεύτερα».
Αυτοί που επιθυμούν να μάθουν για την Ορθοδοξία δεν χρειάζεται τόσο να διαβάσουν βιβλία, όσο να ακολουθήσουν το παράδειγμα της συνοδείας του Βλαδίμηρου και να παρευρεθούν στη Λειτουργία. Όπως ο Φίλιππος είπε στο Ναθαναήλ: «Έρχου και ίδε» (Ιωάν. α΄ 47).
Επειδή προσεγγίζουν τη θρησκεία μ’ αυτό το λειτουργικό τρόπο, οι Ορθόδοξοι συχνά αποδίδουν σε λεπτομερή σημεία τελετουργίας μια σπουδαιότητα που εκπλήσσει τους δυτικούς χριστιανούς. Αλλά μιας και καταλάβαμε την κύρια θέση της λατρείας στη ζωή του Ορθοδόξου, ένα περιστατικό όπως το σχίσμα των Παλαιοπίστων δεν θα φαίνεται πια εντελώς ακατάληπτο: εάν η λατρεία είναι η πίστη σε δράση, τότε λειτουργικές αλλαγές δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται επιπόλαια. Είναι χαρακτηριστικό το ότι ένας Ρώσος συγγραφέας του ΙΕ΄ αιώνα όταν επιτίθετο κατά της Συνόδου της Φλωρεντίας, βρήκε σφάλμα στους Λατίνους, όχι για οτιδήποτε λάθος στο δόγμα, αλλά για τη συμπεριφορά τους στη λατρεία:
«Τί έχετε δει που να αξίζει ανάμεσα στους Λατίνους; Ούτε καν ξέρουν πως να σέβονται το ναό του Θεού. Υψώνουν τις φωνές τους σαν τρελοί και το τραγούδι τους είναι ένας παράφωνος θρήνος. Δεν έχουν ιδέα περί ομορφιάς και ευλάβειας στη λατρεία, γιατί κτυπούν τρομπόνια, παίζουν σάλπιγγες, χρησιμοποιούν όργανα, κουνούν τα χέρια τους, κτυπούν τα πόδια τους, και κάνουν πολλά άλλα ανευλαβή και ακατάστατα πράγματα που φέρνουν χαρά στο διάβολο».Η Ορθοδοξία βλέπει τον άνθρωπο πάνω απ’ όλα σαν λειτουργικό ον, που βρίσκει τον αληθινό του εαυτό όταν δοξάζει το Θεό και φτάνει στην τελειότητα και την ολοκλήρωση μέσα από τη λατρεία. Μέσα στη θεία Λειτουργία που εκφράζει την πίστη τους, οι Ορθόδοξοι λαοί διοχέτευσαν όλη τη θρησκευτική τους εμπειρία. Είναι η Λειτουργία που ενέπνευσε την καλύτερή τους ποίηση, τέχνη και μουσική. Ανάμεσα στους Ορθοδόξους, η Λειτουργία δεν κατάντησε το πεδίο δράσεως των μορφωμένων και του κλήρου, όπως έτεινε να γίνει στη μεσαιωνική Δύση, αλλά παρέμεινε λαϊκή (το κοινό κτήμα ολόκληρου του χριστιανικού λαού):
«Ο κανονικός ορθόδοξος λαϊκός πιστός, με την οικειότητα που αναπτύχθηκε νωρίς στην παιδική ηλικία, νοιώθει εντελώς σαν σπίτι του στην Εκκλησία, και λαμβάνει μέρος με ασυναίσθητη και αυθόρμητη ευκολία κατά τη διάρκεια της τελετής, σε τέτοια έκταση που μπορούν να μετέχουν μόνο οι πάρα πολύ θεοσεβείς και με ψηλό εκκλησιαστικό φρόνημα άνθρωποι της δύσης».
Γ
ι’ αυτό σ’ όλες τις σκοτεινές μέρες της ιστορίας τους – κάτω από τους Μογγόλους, τους Τούρκους, ή τους κομμουνιστές – οι Ορθόδοξοι λαοί, πάντα στρέφονται στη Θεία Λειτουργία για έμπνευση και νέα ελπίδα. Και δεν στρέφονται μάταια.


(Μετάφραση: Ελένη Χατζηγεωργίου, Περιοδικό «Ορθόδοξη Μαρτυρία» -Λευκωσία, Κύπρος)

Σάββατο, Φεβρουαρίου 02, 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ: Ο Νομικός (αγάπη και λατρεία)



To σημερινό ευαγγέλιο αναφέρεται στην δοκιμασία του Κυρίου από έναν ιουδαίο νομοδιδάσκαλο. Πλησιάζει τον Κύριο για να Τον πειράξει και να τον εκθέσει ενώπιον του λαού, θέτοντας του μία ερώτηση σχολής: "Ποιά είναι η μεγαλύτερη εντολή στον Νόμο". Αξίζει να σημειωθεί πώς το σκηνικό τοποθετείται στον Ναό των Ιεροσολύμων, στο κέντρο της ιουδαϊκής λατρείας και της διδαχής του Νόμου, της έκφρασης δηλαδή όλης της ιουδαϊκής θρησκευτικότητας. Οι ιουδαίοι διδάσκαλοι λογομαχούσαν γύρω από αυτή την περίφημη ερώτηση, με τον πιό σχολαστικό και νομικίστικο τρόπο. Μείζων εντολή για τους μεν ήταν οι τελετουργικοί καθαρμοί της φαρισαΐκής παράδοσης των πρεσβυτέρων, βαπτίσματα και καθαρμοί ξεστών και σκευών, ανάκλιντρων και αγγείων. Για τους δε, μείζων εντολή ήταν αυτή πού υπέβαλαν τα συμφέροντα της ιερατικής τάξης των Σαδδουκαίων: θυσίες στον Ναό και εξάρτηση από την λατρευτική ζωή και για άλλους άλλα, τυπικα, σκιώδη και ανούσια. αποδεκατώσεις ηδυόσμων και έρεις νομικές.

Ο Κύριος όμως θέτει την ορθή λατρεία και θρησκευτικότητα, την ορθή πολιτεία και ευλάβεια στο πνεύμα του Νόμου, πού ήρθε να πληρώσει ο ίδιος: Μείζων εντολή η αφοσίωση και αγάπη στον Θεό και δευτέρα ομοία, ομοούσια αυτής, η αγάπη προς τον πλησίον. Ενώπιον αυτής της αλήθειας, πού δόθηκε με αυθεντικό τρόπο και εξουσία Νομοθέτου , ο νομικός εσιώπησε και εφιμώθη. Η συνέχεια δεν αναφέρεται στην περικοπή, αλλά είναι γνωστή από τα ευαγγέλια.Ο Κύριος καυτηρίασε με τα "ουαί" την υποκρισία και την στείρα θρησκευτικότητα των Φαρισαίων και Γραμματέων και κατα μόνας, προφήτευσε στους μαθητές Του την συντέλεια του κόσμου, πού έπεται της καταστροφής του ιουδαϊκού Ναού και της ιερής πόλης των Ιεροσολύμων.Επίσης, σε λίγο ο Κύριος θα πληρώσει την αγάπη διά της θυσίας και της Ανάστασης Του, έμπρακτα και ζωντανά.

Ο μεγαλοφωνότατος Ησαΐας είχε προφητέψει και πεί πώς "ο λαός τούτος χείλεσι" με τιμάει και οι μεγάλοι προφήτες μίλησαν για έναν Νόμο πού θα εντυπωθεί όχι στην πέτρα, αλλά στην καρδιά του κάθε πιστού, Νόμο αγάπης και χάριτος, πού θα έφερνε με τον ερχομό του ο Μεσσίας. "Ιδού τα πάντα ποιώ καινά", είπεν ο Κύριος. Στην Εκκλησία έρχεται ο Νόμος της Αγάπης, η ανακαίνιση. Καταργείται και νεκρώνεται η επιφανειακή θρησκευτικότητα, πού οδηγεί στον πνευματικό θάνατο και δεν έχει καμία σχέση με την ορθή λατρεία του Θεού. Η ανακαίνιση του κόσμου, έχει αντίκτυπο και στην ορθή λατρεία. Αφού στην Εκκλησία τα πάντα είναι καινά, δεν μπορεί να μετασχηματίζεται ούτε με την στείρα τυπολατρεία, ούτε με μεταρρυθμιστικούς προοδευτισμούς, γιατί η αυθεντικότητα στέκεται και υπάρχει από μόνη της.

Ο χριστιανός πολιτεύεται και λατρεύει εν αγάπη. "Έλεον θέλω και ου θυσίαν", φωνάζει ο Κύριος. Η αγάπη ουσιοποιεί κάθε πράξη λατρευτική και την πολιτεία των αγίων. Ουδέ το δώρον προς τον Ναό γίνεται αποδεκτό, εάν ο άνθρωπος δεν είναι τακτοποιημένος με τον πλησίον του, ουδέ η ψαλμωδία, ουδέ η τήρηση των εντολών είναι αρεστή, ουδέ αυτή η αφιέρωση στην ασκητική ζωή και πολιτεία, με νηστείες, αγρυπνιες και γονυκλισίες ή πράξεις ευλαβείας. Και πολύ περισσότερο δεν δύναται να λατρεύσει ο χριστιανός αν δεν είναι Αφιερωμένος, άγιος και εκλεγμένος, δηλαδή εξ ολοκλήρου, αφοσιωμένος, διανοία και πνεύματι και σώματι στον Νυμφίο της ψυχής του Χριστό.Τα πάντα ουσιοποιεί η αγάπη προς τον Θεό και η αγάπη προς τον πλησίον.

Η εορτή της Υπαπαντης είναι η εορτή της Αφιέρωσης, η πλήρωση του Νόμου δια της εσαρκωμένης Αγάπης. Ο χριστιανός φέρει ανεξίτηλη την αφιέρωση στον Χριστό ,διά των μυστηρίων του Βαπτίσματος και του Χρίσματος. Αυτή η αφιέρωση και αυτό το όνομα είναι ένα διαρκές διεκδικούμενο στο καθ'ημέραν διά της αγάπης, πού όλα τα ουσιοποιεί, τα συντηρεί και ανακαινίζει. Ας μην νεκρώσουμε το πνεύμα ποτέ. Ας δίνουμε στο γράμμα και την πράξη ζωντανή ουσία. Ο Νόμος του Θεού είναι ζωή και βίωμα και όχι νεκρός τύπος και συνήθεια. Ο Κύριος της Αγάπης να χαριτώνει την πορεία μας.

1-2-2013

π. Παντ. Κρούσκος

Σάββατο, Νοεμβρίου 10, 2012

12 ερωταποκρίσεις περί Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Λατρείας



12 ερωταποκρίσεις περί Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Λατρείας
Για την καταγραφή: Α.Δ. Κοντογιαννακοπούλου
Την Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου κατόπιν προσκλήσεως από μια προτεσταντική θεολογική σχολή (μεταπτυχιακό τμήμα), που βρίσκεται έξω απ’ την Σεούλ, ο Σεβ. Μητροπολίτης Κορέας π. Αμβρόσιος έδωσε δύο διαλέξεις σε 35 μεταπτυχιακούς φοιτητές, όλοι πάστορες. Τα μαθήματα, στα πλαίσια των οποίων δόθηκαν οι διαλέξεις, ήταν η Ιεραποστολική και η Λειτουργική.  Καταγράψαμε, κατά το μεγαλύτερο μέρος, τη συζήτηση που ακολούθησε μετά από κάθε μία διάλεξη και την παραθέτουμε κατωτέρω, γιατί πιστεύουμε ότι τόσο τα θέματα που θίγονται όσο και ο τρόπος μεταδόσεως της ορθόδοξης μαρτυρίας στην Κορέα παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον.
****
Α’
1η ΕΡΩΤΗΣΗ:  Πώς κατανοείτε την ιεραποστολή στην Ορθόδοξη Εκκλησία;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Κατ’ αρχάς ο όρος «ιεραποστολή» δεν εκφράζει το πνεύμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας.  Τον χρησιμοποιούμε συγκαταβατικά επειδή έχει επικρατήσει διεθνώς.  Αντ’ αυτού προτιμούμε τον όρο «μαρτυρία».  Ο όρος ιεραποστολή, που είναι δημιούργημα της δυτικής θεολογίας, δεν βρίσκεται στην Αγία Γραφή, ενώ ο αντίθετα ο όρος μαρτυρία απαντάται πολλές φορές.  Το κήρυγμα του Ευαγγελίου δεν σημαίνει: λέγω ωραία λόγια για τον Χριστό, αλλά δίνω καθημερινώς μαρτυρία για τον Χριστό με το λόγο και τη σιωπή μου, με τα έργα και το παράδειγμά μου. Και επιπλέον, αν χρειαστεί, μαρτυρώ για τον Χριστό, δηλαδή χύνω το αίμα μου για τον Χριστό, όπως το έπραξαν εκατομμύρια Μάρτυρες και Ομολογητές της πίστεως.

2η ΕΡΩΤΗΣΗ:  Ποια είναι η γνώμη σας για τον προσηλυτισμό;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:  Στην Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρούμε τον προσηλυτισμό μεγάλη αμαρτία, γιατί δεν σέβεται τον άνθρωπο.  Καταπατεί το πολύτιμο θεϊκό δώρο της ελευθερίας του και υποβιβάζει την προσωπικότητά του.  Προσηλυτισμός σημαίνει ότι επιβάλλω στον άλλο το πιστεύω μου με θεμιτά και αθέμιτα μέσα, ενώ μαρτυρία περί Χριστού σημαίνει αγωνίζομαι να ζω κατά Χριστόν και επαναλαμβάνω με το λόγο και τη ζωή μου το διαχρονικό «έρχου και ίδε» του αποστόλου Φιλίππου προς τον οποιονδήποτε καλοπροαίρετο «Ναθαναήλ» - «πλησίον» μου.  Τα ολέθρια αποτελέσματα από τον προσηλυτισμό στις λεγόμενες ιεραποστολικές χώρες εκ μέρους του δυτικού Χριστιανισμού, τα οποία γευόμαστε μέχρι σήμερα, δεν αφήνουν, νομίζω, κανένα περιθώριο για την μη οριστική καταδίκη της προσηλυτιστικής τακτικής.

3η ΕΡΩΤΗΣΗ:  Ποια διαδικασία ακολουθείται στην Ορθόδοξη Εκκλησία προκειμένου να εργαστεί κάποιος ιεραποστολικά;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:  Στην Ορθόδοξη Εκκλησία οι διάκονοι του Ευαγγελίου δεν είναι αυτόκλητοι, αλλά ετερόκλητοι.  Μ’ άλλα λόγια δεν αποφασίζει κάποιος μόνος του να εργαστεί ιεραποστολικά, αλλά τον αποστέλλει η Εκκλησία.  Η υπακοή στην Εκκλησία είναι η μόνη ψυχοσωτήρια οδός.  Εάν θυμηθούμε π.χ. την περίπτωση των αποστόλων Βαρνάβα και Παύλου θα δούμε ότι το Άγιο Πνεύμα τους εξέλεξε και η Εκκλησία με προσευχή και νηστεία τους απέστειλε στο έργο του ευαγγελισμού (Πράξ. 13,3). Και αυτοί όταν επιστρέφουν στα Ιεροσόλυμα αναφέρουν στην αποστέλλουσα Εκκλησία «όσα ο Θεός εποίησε μετ’ αυτών» (Πράξ. 15,4).
Το θέμα αυτό έχει τεράστια θεολογική σημασία για τη διάδοση της ορθής πίστης και την ενότητα της Εκκλησίας.  Εάν ο καθένας ενεργεί κατά τη γνώμη του και την επιθυμία του, τότε κινδυνεύει και η πίστη και η ενότητα της Εκκλησίας.
Στο σημείο αυτό, επιτρέψτε μου να σας αναφέρω το εξής περιστατικό:  Κάποτε συνταξίδευα αεροπορικώς από την Αμερική για Ελλάδα με μια αμερικανίδα αυτοαποκαλούμενη ιεραπόστολο.  Όταν τη ρώτησα γιατί διάλεξε την Ελλάδα ως τόπο ιεραποστολής, μου είπε ότι θαυμάζει πολύ τους Έλληνες, επειδή γνωρίζει πολλά για την ένδοξη αρχαία ιστορία τους, και γι’ αυτό έχει μεγάλο ζήλο να τους κάνει Χριστιανούς.
- Γνωρίζετε σε τι πιστεύουν οι Νεοέλληνες; την ρώτησα.
- Βεβαίως, στους δώδεκα θεούς του Ολύμπου! μου απάντησε.
- Ξέρετε, της είπα, ότι 2.000 χρόνια πριν από σας κάποιος άλλος απόστολος, ο μέγας απόστολος των Εθνών Παύλος πήγε στην Ελλάδα και κήρυξε το Χριστιανισμό;  Και ότι οι Έλληνες από τότε μέχρι σήμερα έχουν μια αδιάκοπη χριστιανική ορθόδοξη παράδοση;
Τέτοια ευτράπελα και πολύ χειρότερα συμβαίνουν όταν πίσω από τον κάθε αυτόκλητο ιεραπόστολο δεν υπάρχει η αποστέλλουσα Εκκλησία.

4η ΕΡΩΤΗΣΗ:  Κατηγορήσατε την κυρία από την Αμερική, που πήγε για ιεραποστολή στην Ελλάδα.  Εσείς γιατί ήρθατε στην Κορέα; Το ίδιο δεν κάνετε και σεις;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:  Όχι, δεν κάνω το ίδιο.  Και ούτε κατηγόρησα την κυρία. Απλώς ανέφερα το περιστατικό για να δείξω τι μπορεί να συμβεί εάν το ιεραποστολικό έργο του καθενός δεν έχει σωστές εκκλησιολογικές βάσεις.  Γνωρίζετε καλύτερα από εμένα ότι στην Κορέα υπάρχουν εκατομμύρια ανθρώπων όχι μόνον μη Χριστιανών αλλά και αθρήσκων.  Ενώ η Ελλάδα είναι μια χώρα με δύο χιλιάδες χρόνια χριστιανικής ιστορίας και με ποσοστό πάνω από 90% Ορθοδόξων Χριστιανών.  Εάν η Κορέα ήταν μια χριστιανική χώρα δεν θα με έστελνε το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Κορέα.
Για να γίνω πιο σαφής επιτρέψτε μου να προσθέσω και το εξής: Στο πανεπιστήμιο που διδάσκω οι γονείς μιας φοιτήτριάς μας βρίσκονται στην Ελλάδα ως αυτόκλητοι ιεραπόστολοι.  Και μάλιστα διάλεξαν ως τόπο ιεραποστολικής δράσης το ιερό νησί της Πάτμου! Το νησί της Αποκαλύψεως, στο οποίο τα ίχνη του Ευαγγελιστού της αγάπης Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου είναι ακόμη ολοζώντανα.  Στο νησί αυτό, στο οποίο έζησαν και έδρασαν μεγάλοι χριστιανοί άγιοι, υπάρχουν αναρίθμητες εκκλησίες και μοναστήρια, και που η ορθόδοξη πίστη των κατοίκων του έχει τις ρίζες της στην αποστολική εποχή.  Αναρωτιέται κανείς τι μπορούν να διδάξουν στους Ορθόδοξους κατοίκους του νησιού για τον Χριστό δύο Κορεάτες, που έγιναν Χριστιανοί πριν από κάποια χρόνια; Δεν νομίζετε ότι δεν είναι τίμιο να προσπαθείς να αλλάξεις την πίστη ανθρώπων που κουβαλούν μέσα στο DNA τους μια παράδοση είκοσι αιώνων;  Όπως τίμιο δεν ήταν και αυτό που έπραξε η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία τη δεκαετία του ’90, μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος, στη Ρωσία.  Αμέσως έτρεξαν οι Ουνίτες να κάνουν ύπουλα τους Ρώσους, με την μακραίωνη ορθόδοξη παράδοσή τους, Ρωμαιοκαθολικούς.  Εάν κάποιος επιθυμεί να κάνει ιεραποστολή ας στραφεί σε άλλες μη χριστιανικές χώρες.

5η ΕΡΩΤΗΣΗ:  Θα θέλατε να μας μιλήσετε για το πρόσωπο του ιεραποστόλου;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Απαντώντας στην πολύ ουσιαστική ερώτησή σας, θα προσπαθήσω να εξηγήσω πολύ σύντομα ποιος είναι θεωρητικά ο ιδεώδης τύπος ιεραποστόλου.  Χωρίς, βέβαια, να υποστηρίζω ότι το δέον συμβαδίζει πάντοτε με την πράξη.  Ο εργαζόμενος, λοιπόν, στο ιεραποστολικό έργο της Εκκλησίας θα πρέπει να έχει ως πρότυπό του τον Χριστό και όσους ακολούθησαν τα ίχνη του Χριστού, δηλαδή τους Αγίους.  Ο ιεραπόστολος πρέπει αναμφίβολα να είναι πρόσωπο με πολλά προσόντα, το κυριώτερο εκ των οποίων είναι το να είναι άνθρωπος αγωνιζόμενος κατά των παθών του.  Η κάθαρση για την απόκτηση του Αγίου Πνεύματος είναι το πρώτο βήμα.  Και από την κάθαρση προχωρεί κανείς μετά στο φωτισμό και στη θέωση.  Δεν μπορείς να μεταδώσεις στον άλλο τίποτε που δεν έχεις.  Για να δώσεις μαρτυρία για τον Χριστό πρέπει απαραιτήτως να έχεις εσύ ο ίδιος γευθεί την παρουσία του Χριστού στη ζωή σου.

6η ΕΡΩΤΗΣΗ: Ποια είναι η ιεραποστολική μέθοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:  Στην Ορθόδοξη Εκκλησία ακολουθούμε την πράξη της αρχαίας Εκκλησίας όπως την βρίσκουμε αποτυπωμένη στο βιβλίο των Πράξεων.  Οι Απόστολοι όταν είδαν πως οι πολλές φροντίδες για τη διακονία των τραπεζών τούς «έκλεβαν» το χρόνο από το κύριο έργο τους, τότε υπέδειξαν να εκλέξουν επτά διακόνους και για τον εαυτό τους ανακοίνωσαν σε όλους την εξής ειλημμένη απόφαση: «ημείς δε τη προσευχή και τη διακονία του λόγου προσκαρτερήσωμεν» (Πραξ. 6,4).  Μ’ άλλα λόγια η Ορθόδοξη Εκκλησία, ακολουθώντας την αποστολική παράδοση προτάσσει του κηρύγματος τη λατρεία.  Αυτό μπορεί κανείς εύκολα να το διακρίνει εάν επισκεφθεί μια λατρευτική σύναξη σε ορθόδοξο ναό και αντίστοιχα έναν προτεσταντικό ευκτήριο οίκο.  Η έμφαση στη σύναξη των ορθοδόξων δίδεται στη λατρεία του Θεού, ενώ στους προτεστάντες στο κήρυγμα.  Γι’ αυτό ακούμε συχνά από προτεστάντες που γνώρισαν την Ορθοδοξία ότι «στις συνάξεις μας ακούγαμε πολλά λόγια, ενώ στον ορθόδοξο ναό προσευχόμαστε πολύ και ακούμε λίγα».
Εμείς οι ορθόδοξοι, το ιερό ευαγγέλιο, το οποίο έχουμε πάντοτε στο κέντρο της Αγίας Τράπεζας, για να μας υπενθυμίζει ότι ο λόγος του Θεού πρέπει να είναι στο κέντρο της καθημερινής ζωής μας, το διδασκόμαστε κατά τη θ. Λατρεία με τρεις τρόπους: Πρώτον το διαβάζουμε.  Σε κάθε ιερή Ακολουθία αναγινώσκονται αγιογραφικά αναγνώσματα.  Ιδιαιτέρως σε κάθε θ. Λειτουργία ακούμε το λόγο του Θεού από το αποστολικό και το ευαγγελικό ανάγνωσμα και από το θ. Κήρυγμα που ακολουθεί.  Δεύτερον το ψάλλουμε.  Οι θαυμάσιοι θεολογικότατοι ύμνοι της ορθόδοξης λατρείας στην πλειονότητά τους είναι κατάμεστοι από έμμεσες ή άμεσες αγιογραφικές αναφορές.  Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα, με την αντιπαραβολή των κειμένων διαπιστώνεται ότι ορισμένοι ύμνοι είναι κατά λέξη παράθεση του βιβλικού κειμένου.  Μ΄ άλλα λόγια έχουμε «μελοποιημένο»  το κείμενο της Αγίας Γραφής.  Και τρίτον το βλέπουμε.  Βλέπουμε το Ευαγγέλιο στις ορθόδοξες εικόνες.  Δηλαδή οι εικόνες είναι ένα «εικονογραφημένο» Ευαγγέλιο. Εάν π.χ. προσέξουμε την εικόνα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος θα διαπιστώσουμε ότι ο αγιογράφος με τα σχέδια και τα χρώματα επαναλαμβάνει εικονογραφικά τα λόγια των ευαγγελιστών, οι οποίοι περιγράφουν το θαύμα της Μεταμορφώσεως.  Συμπερασματικά λέμε ότι στη λατρεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας διαθέτουμε ένα άριστο οπτικοακουστικό σύστημα της ευαγγελικής διδαχής.

7η ΕΡΩΤΗΣΗ:  Είπατε πως στην Ορθόδοξη Εκκλησία η λατρεία προηγείται του κηρύγματος.  Όμως ο Απόστολος Παύλος στον Άρειο Πάγο έκανε μόνο κήρυγμα.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:  Ο Απόστολος Παύλος μιλώντας για πρώτη φορά στους Αθηναίους ειδωλολάτρες ήταν λογικό να αρχίσει με το κήρυγμα περί του «αγνώστου Θεού».  Σε ποιο Θεό να προσευχόταν με τους ειδωλολάτρες;  Σ’ άλλες όμως περιπτώσεις, όπως μας διδάσκουν οι Πράξεις, οι Απόστολοι ακολουθούσαν την ιεραποστολική μέθοδο της λατρείας μετά κηρύγματος.  Οι συνάξεις τους είχαν ως κύριο σκοπό την «κλάση του άρτου» και τη διδαχή.

Β’
8η ΕΡΩΤΗΣΗ:  Μας μιλήσατε διά πολλών για τη λατρεία και το κέντρο της,  που είναι, όπως είπατε, η θ. Ευχαριστία.  Πώς πιστεύετε ότι ο άρτος και ο οίνος είναι σώμα και αίμα Χριστού;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία πιστεύουμε ότι το μεγαλύτερο έργο που τελείται επί της γης είναι η θ. Λειτουργία.  Κι αυτό γιατί κατά τη θ. Ευχαριστία ζούμε την τέλεση του Μ. Δείπνου για την απολύτρωση του ανθρωπίνου γένους.  Όπως τότε στο υπερώο των Ιεροσολύμων ο Χριστός παρέδωσε το Σώμα Του και το Αίμα Του στους Μαθητές του, έτσι και σε κάθε θ. Λειτουργία ο ίδιος ο Χριστός είναι αοράτως παρών υποστατικώς και ουσ ιωδώς ως θύμα και θύτης και μεταδίδει το Σώμα Του και το Αίμα Του στους βαπτισμένους πιστούς, που κατέχουν την θέση των Αποστόλων.  Και βεβαίως όσοι μεταλαμβάνουν τη θ. Κοινωνία πιστεύουμε ότι κοινωνούμε αυτό το τίμιο Σώμα και Αίμα του Χριστού «εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον».  Όχι συμβολικά, γιατί ο Χριστός δεν είπε κατά το Μ. Δείπνο στους Μαθητές Του «Λάβετε, φάγετε, αυτό είναι σαν το σώμα μου», ή «Πίετε εξ αυτού πάντες, αυτό είναι σαν το αίμα μου», αλλά «τούτό εστι το Σώμα μου» και «τούτό εστι το Αίμα μου».

9η ΕΡΩΤΗΣΗ:  Δηλαδή αυτό που κάνουμε εμείς στη λατρεία μας δεν είναι τίποτε;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:  Η μεγάλη διαφορά μεταξύ της ορθόδοξης λατρείας και της δικής σας υφίσταται στο γεγονός ότι στη δική σας λατρεία γίνεται μια φανταστική αναπαράσταση της θυσίας του Χριστού, δηλαδή μια εικονική πράξη του Μ. Δείπνου.  Αντίθετα στην ορθόδοξη θ. Λειτουργία καθίστανται παρόντα ο Μ. Δείπνος, η Σταύρωση και η Ανάσταση του Χριστού, και ο Χριστός δίδεται «πάλιν και πολλάκις» «εις βρώσιν και πόσιν» των πιστών, «πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος».  Την παράδοση της τελέσεως του Μ. Δείπνου παρέλαβαν από τον Κύριον οι άγιοι Απόστολοι, οι οποίοι την παρέδωσαν στους μαθητές τους κι αυτή την παράδοση την συνεχίζει η Ορθόδοξη Εκκλησία μέχρι σήμερα αδιαλείπτως.  Στην εκκλησιαστική ιστορία της Αρχαίας Εκκλησίας υπάρχουν πάμπολλες αναφορές από την περίοδο των διωγμών και των κατακομβών, που μαρτυρούν το ζήλο των πρώτων Χριστιανών και τους κινδύνους που αψηφούσαν προκειμένου να συμμετάσχουν στις ευχαριστιακές συνάξεις για να κοινωνήσουν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού.
Για μας τους Ορθοδόξους είναι ακατανόητο το πώς ερμηνεύει η προτεσταντική θεολογία αγιογραφικά χωρία, που μιλούν σαφέστατα περί του ουρανίου Άρτου, όπως π.χ. αυτά που περιέχονται στο κεφ. 6 του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου.  Ο Χριστός το είπε με τρόπο απόλυτο:  «Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον, και εγώ αναστήσω αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα» (Ιω. 6,54) και «ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ» (Ιω. 6,56).  Όπως το σώμα μας έχει απόλυτη ανάγκη από πραγματική και όχι συμβολική τροφή και πόση για να συντηρηθεί στη ζωή, έτσι και η ψυχή μας έχει απόλυτη ανάγκη από το Σώμα και το Αίμα του Χριστού για να μην πεθάνει πνευματικά.  Δεν μπορούμε να ζήσουμε ούτε σ’ αυτήν ούτε στην άλλη ζωή εάν δεν φάμε τη Σάρκα και δεν πιούμε το Αίμα του Χριστού.  Ο λόγος ίσως να ακούγεται σκληρός.  Ας θυμηθούμε όμως ότι πολλοί από τους μαθητές έπαψαν να ακολουθούν τον Χριστό μετά από όσα τους τόνισε για τη Σάρκα και το Αίμα Του. Και απευθυνόμενος στους δώδεκα τους είπε: «Μη και ημείς θέλετε υπάγειν;» (Ιω. 6,67).  Το ίδιο επαναλαμβάνει και σε όλους όσοι σήμερα θέλουν να είναι Χριστιανοί, αλλά δεν θέλουν να πιστέψουν και να εγκολπωθούν ολόκληρη τη διδασκαλία του Χριστού. 

10η ΕΡΩΤΗΣΗ:  Μόνο με το κήρυγμα δεν σώζεται ο άνθρωπος;  Γιατί επιμένετε τόσο πολύ στο θέμα της λατρείας; 
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:  Το σωτηριολογικό έργο της Εκκλησίας δεν εξαντλείται μόνο με το κήρυγμα.  Ακούοντας κάποιος το λόγο του Θεού και λέγοντας «είμαι σεσωσμένος» δεν σημαίνει ότι έχει ήδη σωθεί.  Η Ορθόδοξη Εκκλησία εκτός από το λόγο του Θεού προσφέρει στον άνθρωπο και τη μυστηριακή ζωή.  Συμμετέχοντας ο άνθρωπος στα Μυστήρια της Εκκλησίας αγιάζεται και θεώνεται.  Η μετάδοση π.χ. της θ. Κοινωνίας στους πιστούς γίνεται «εις άφεσιν αμαρτιών και ζωήν αιώνιον».  Οι πιστοί μέσω της θ. Ευχαριστίας ενώνονται μυστικά με τον Χριστό και γίνονται «θείας κοινωνοί φύσεως» (Β’ Πέτρ. 1,4).  Τι άλλο είναι η σωτηρία του ανθρώπου πέρα από αυτό;

11η ΕΡΩΤΗΣΗ:  Πώς μπορείτε να μας εξηγήσετε τι είναι Μυστήριο;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:  Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας εάν δεν κατανοήσει πρώτα τι σημαίνει η λέξη «Μυστήριο».  Μυστήριο είναι κάτι που το βλέπουμε να τελείται αλλά είναι αδύνατο στον ανθρώπινο νου να καταλάβει το πώς τελείται. Εάν καταλαβαίναμε τον τρόπο τελέσεως του Μυστηρίου τότε δεν θα ήταν Μυστήριο, αλλά μια συνηθισμένη καθημερινή ανθρώπινη πράξη.
Λέμε π.χ. ότι ο Θεός είναι Τριαδικός. Σας ερωτώ: Ποιος από μας καταλαβαίνει το Μυστήριο της Αγίας Τριάδος;  Τρία Πρόσωπα, μία Ουσία!  Το Μυστήριο αυτό κρινόμενο με την ανθρώπινη λογική είναι παράλογο.  Εάν το δει όμως κανείς με τη διάσταση της Πίστης τότε καταλαβαίνει ότι δεν είναι παράλογο, αλλά υπέρλογο.  Ποιος μπορεί να καταλάβει τι είναι ο Θεός; Ποια είναι, δηλαδή η Ουσία του Θεού; ΚΑΝΕΙΣ!  Κι όμως πιστεύουμε στον Θεό.  Όχι γιατί τον καταλαβαίνουμε, αλλά γιατί αισθανόμαστε μυστικά την παρουσία Του και γευόμαστε καρδιακά την αγάπη Του.  Δηλαδή μπορούμε να καταλάβουμε τις άκτιστες ενέργειες του Θεού, όπως πολύ ωραία θεολόγησαν μεγάλοι πατέρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά όχι όμως και την Ουσία Του.  Ας δούμε στη Γραφή τι είπε ο Θεός στο Μωυσή όταν ζήτησε από τον Θεό να του δείξει τη δόξα Του:  «εγώ παρελεύσομαι πρότερός σου τη δόξη μου… ου δυνήση ιδείν μου το πρόσωπον ου γαρ ίδη άνθρωπος το πρόσωπόν μου και ζήσεται…» (Εξ. 33,18-20). Το ίδιο συμβαίνει με όλα τα θέματα της πίστεως, που υπερβαίνουν τους φυσικούς νόμους.  Τα «βλέπουμε χωρίς να τα βλέπουμε», «τα γνωρίζουμε χωρίς να τα γνωρίζουμε» γιατί όλα είναι τυλιγμένα μέσα στον «θείο γνόφο» (Γρηγ. Νύσσης).  Τα ζούμε και συμμετέχουμε σ’ αυτά μόνον με τη δύναμη της Πίστεως.  Εάν επιμένουμε να πιστεύουμε μόνο σε όσα κατανοούμε με την πεπερασμένη λογική μας τότε στενεύουμε αφάνταστα τον πνευματικό μας ορίζοντα και τελικώς δεν μπορούμε να είμαστε Χριστιανοί.  Γιατί σε τελευταία ανάλυση «πίστις εστί ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων» (Εβρ. 11,1).  Και βέβαια η πίστη προϋποθέτει αληθινή ταπείνωση, με την οποία προσελκύουμε τη χάρη του Θεού.  Γιατί «ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν» (Ιακ. 4,6).  Ο ταπεινός, που εμπιστεύεται τον Θεό περισσότερο από τη λογική του, με τη χάρη του Θεού, μπορεί να καταλάβει τα Μυστήρια της Εκκλησίας.

12η ΕΡΩΤΗΣΗ:  Πώς μπορεί κάποιος να σπουδάσει στην Κορέα ορθόδοξη θεολογία;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:  Επειδή η ορθόδοξη θεολογία είναι σχεδόν άγνωστη στην Κορέα, γι’ αυτό η Ορθόδοξη Μητρόπολη Κορέας προσπαθεί να ιδρύσει μια Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή, που θα είναι η πρώτη όχι μόνο στην Κορέα, αλλά και σ’ ολόκληρη την Ανατολική Ασία, προκειμένου να δώσει τη δυνατότητα σε όποιον επιθυμεί να έχει πρόσβαση στον πολύτιμο αυτό θησαυρό.  Ευχηθείτε η επιθυμία μας αυτή να γίνει σύντομα πραγματικότητα προς δόξαν Θεού.
[Οι δύο διαλέξεις, που με τις ερωταποκρίσεις διήρκεσαν τρεις και πλέον ώρες (με ένα δεκάλεπτο ενδιάμεσο διάλειμμα) τελείωσαν με τον εξής επίλογο:]

Αγαπητοί μου, πριν να εγκαταλείψω το βήμα θα ‘θελα πρώτον να σας ευχαριστήσω για την ευγενική πρόσκλησή σας και για τις εξαιρετικά εύστοχες ερωτήσεις σας.  Δεύτερον ζητώ συγνώμη γιατί ενδεχομένως κάποιος να ενοχλήθηκε από τις απαντήσεις που δόθηκαν.  Πρόθεσή μου δεν ήταν να θίξω κανέναν.  Επειδή πιστεύω ότι για να είναι ένας διάλογος ουσιαστικός και καρποφόρος (κανένας νομίζω δεν ήρθε εδώ σήμερα για να ακούσει κενές βαττολογίες χάνοντας το χρόνο του), πρέπει οπωσδήποτε να πρυτανεύει η ειλικρίνεια και η αγάπη, γι’ αυτό σας είπα αυτά που πιστεύω με την γλώσσα της αλήθειας και της αγάπης. Το «αληθεύοντες εν αγάπη» (Εφεσ. 4,15) και το «γνώσεσθε την αλήθειαν, και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιω. 8,32) ήταν το αγιογραφικό υπόβαθρο των σκέψεών μου.  Και τέλος θέλω να προσθέσω προς αποφυγήν παρεξηγήσεως ότι δεν σας είπα ότι εμείς οι Ορθόδοξοι είμαστε όλοι άγιοι.  Στόχος μας, βεβαίως, είναι η αγιότητα και γι’ αυτήν αγωνιζόμαστε.  Όμως τι κάνει ο καθένας στην προσωπική του ζωή, αυτό θα το κρίνει ο Θεός.  Αυτό που προσπάθησα να σας πω είναι εμείς οι Ορθόδοξοι πιστεύομε ακράδαντα ότι έχουμε την ορθή Πίστη.  Συνεχίζουμε την Πίστη της μίας αδιαίρετης Εκκλησίας της πρώτης χιλιετίας, έχοντες κατά νουν την αποστολική παραγγελία:  «Αδελφοί, στήκετε, και κρατείτε τας παραδόσεις ας εδιδάχθητε είτε διά λόγου, είτε δι’ επιστολής ημών» (Β’ Θεσ. 2,15).
Σας ευχαριστώ θερμώς.

ΠΗΓΗ: ΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΘΝΗ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΟ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ
ΤΕΥΧΟΣ 116
ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ - ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2010
 http://www.impantokratoros.gr/13397F03.el.aspx

Πέμπτη, Ιουλίου 15, 2010

O άγιος Κήρυκος δεν ήταν χαμένος στην μετάφραση


Η Εκκλησία μας εορτάζει σήμερα τη μνήμη ενός μάρτυρα, του τρίχρονου Κήρυκου. Είναι γνωστό, πώς η μητέρα του Ιουλίττα συνελήφθη σαν χριστιανή και οδηγήθηκε μπροστά στον ηγεμόνα. Αυτός , σαν γνήσιο όργανο του διαβόλου, προσπάθησε να πάρει με το μέρος του τον μικρό, με κολακείες και έντονο ψυχολογικό πόλεμο .

Τί ανείπωτη δειλία και τί μεγάλη πτώση και ήττα για έναν ηγεμόνα να πέφτει στις κολακείες προκειμένου να κάμψει ένα νήπιο. Ο διάβολος λένε αγιογραφείτaι σμικρότατος σε σχέση με τους μάρτυρες του Χριστού στις εικόνες μας και αυτό κρύβει βαθιά σοφία.Τότε το νήπιο με "φωνήν υποψελλίζουσαν το όνομα του Ιησού" στράφηκε προς την μητέρα του και στην πρόκληση του τυρράνου να βλασφημήσει το όνομα του Χριστού, τον εφτυσε και του κατάφερε με όση δύναμη "ηδύνατο" μια κλωτσιά στην κοιλιά. Ο τύρρανος νικημένος και παράφρων πέταξε το θαρραλέο νήπιο στα σκαλιά του ανακτόρου και έθραυσε το κεφάλι του. Είναι γνωστό πώς μαρτύρησε ο άγιος τρίχρονος στρατιωτης του Χριστού κατ'αυτόν τον τρόπο. Έπειτα ακολούθησε και η μητέρα με μαρτυρικό θάνατο.



Λοιπόν , ποιός δίδαξε σε αυτό το τρίχρονο νήπιο το θάρρος και την ομολογία και την ευλογημένη ευχή του Ιησού
( με υποψελίζουσα φωνή επικαλείτο το όνομα του Ιησού κατά το συναξάρι) και την τέτοια και τόση συνείδηση ώστε να διακρίνει την Αλήθεια από την απάτη και την Ζωή από τον θάνατο;

Ας πούμε πώς η μητέρα του, του ενέπνευσε τόση θερμή αγάπη. Ας πούμε πώς του έδωσε την χριστιανική λεγόμενη αγωγή. Δεν είμαι ειδικός παιδαγωγός και δεν γνωρίζω κατά πόσον μπορείς να εμφυσήσεις σαν γονιός τέτοια στέρεα πίστη και τόση θερμή αγάπη σε ένα νήπιο τριών ετών. Δεν ξέρω καν αν τα νήπια κινούνται περισσότερο από την ανάγκη της ασφάλειας προς το θέλημα των γονέων,από βρεφικό ένστιχτο ή αν έχουν τέτοια διαμορφωμένη συνείδηση ώστε να διακρίνουν μεταξύ Χριστού και διαβόλου και μάλιστα μπροστά σε κολακείες και απειλές φανταχτερών ηγεμόνων.



Ήταν λοιπόν ασφαλέστατα ο Χριστός που του φώτισε την συνείδηση. Ήταν ο Χριστός και το Πνεύμα που του εμφύσησαν το θάρρος, την ορμή και τον έρωτα. Ας πούμε πώς εμιμείτο την μητέρα του στα περί την Ευχήν. Πάντως αυτή στερεώθηκε και γιγαντωθηκε μέσα του και έδωσε καρπούς πνευματικούς επειδή ΚΑΙ τα παιδιά δύνανται να θεολογούν και να καταλαβαίνουν και να γινονται δοχεία της χάρης και του Πνεύματος. Ναι ίσως τα αθώα και αγνά νήπια να είναι πιο εξοικειωμένα από μας στο θεολογείν και ας μην έχουν σε καθημερινή χρήση στο λεξιλόγιο τους τις έννοιες, ουσία, μέθεξη,ενέργεια, προοδευτισμός και συντηρητισμός!



Γι 'αυτό και τα παιδιά των χριστιανών δεν είναι "χαμένα στην μετάφραση" κύριοι θεολόγοι της αναγέννησης και της αναμόρφωσης της λατρείας, ούτε αποκομμένα από λατρεία και μέθεξη και αγιασμό για ένα τέτοιο εξωτερικό όχημα όπως είναι η γλώσσα. Τα παιδιά κατέχουν την ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. Είναι οι ομιλούντες και οι συνομιλούντες με τον Θεό. Εμείς είμαστε πού όσο μεγαλώνουμε χάνουμε επαφές και παλεύουμε για να βρούμε συννενόηση με την άλλη άκρη του σύρματος! Και αυτό γιατί δεν είμαστε πια νήπιοι. Το να είσαι θεολόγος είναι κάτι σπανιότατο πια. Γίναμε όλοι μεγάλοι και ξύπνιοι, γεμάτοι αγωνίες και θεωρίες μεγαλίστικες. Αναλωνόμαστε στο να εφευρίσκουμε κώδικες ενώ καταφέρνουμε να αγνοούμε την μόνη διάλεκτο. Και ενώ κάνουμε θεό το νου και την διάνοια, είμαστε περισσότερο α-νόητοι και α-διανόητοι παρά ποτέ.



Κάτω, πιο χαμηλά από το θεολογικό μας μπόι και έξω από την οπτική γωνία των μεγάλων μας κύκλων ζουν οι νήπιοι. Μόνο οι νήπιοι και οι άγιοι γνωρίζουν την γλώσσα του Θεού . Και μήπως οι άγιοι δεν έζησαν σαν βρέφη στην αγκαλιά του Πατέρα τους;

Τετάρτη, Μαρτίου 03, 2010

Κατευθυνθήτω η προσευχή μου


«Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιον σου. έπαρσις των χειρών μου, θυσία εσπερινή» (Ψαλμ. 140.2)

Η θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων αποτελεί, την καρδιά της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Το «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου…» αποτελεί τον κεντρικότερο ύμνο της Προηγιασμένης. Ψάλλεται, κατά την εκκλησιαστική τάξη, «σεμνά και κατανυκτικά». Τον συνοδεύει η προσφορά θυμιάματος. Και οι πιστοί προσευχόμαστε γονατιστοί.

Μια βαθύτερη προσέγγιση του ύμνου αυτού μας επιτρέπει να κατανοήσουμε ορισμένα βασικά γνωρίσματα της ορθόδοξης προσευχής· ευρύτερα, της ορθόδοξης εμπειρίας, θα λέγαμε.

Όμως, προτού καταπιαστούμε με την ερμηνεία του, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ο ύμνος αποτελεί ψαλμικό στίχο, τον οποίο για να εξηγήσουμε επιβάλλεται να τον δούμε στα πλαίσια του Ψαλμού στον οποίο ανήκει.

Πρόκειται για τον 140ό Ψαλμό του Δαβίδ , που τον συνέθεσε, όταν- ίσως- τον κατεδίωκε ο Σαούλ. Ο Ψαλμός χαρακτηρίζεται ως εσπερινός, και η αρχαία Εκκλησία τον ονόμαζε «επιλύχνιον», Ψαλμό δηλαδή που είχε θέση και που ψαλλόταν την ώρα που άναβαν τα λυχνάρια.

Ο ποιητής απευθύνεται στο Θεό. Όπως φαίνεται, βρίσκεται μακριά από το ναό και περνά μεγάλη δοκιμασία. Γι’ αυτό και παρακαλεί θερμά ο Θεός να ακούσει τις κραυγές της ικεσίας του, παρακαλεί να ανέβει η προσευχή του, όπως ανεβαίνει ο καπνός του θυμιάματος, και να θεωρήσει την ικετευτική ανύψωση των χειρών του ως εσπερινή θυσία.

«Κατευθυνθήτω η προσευχή μου…»

Η προσευχή, όσο κι αν είναι ενέργεια της ψυχής και κίνηση πνευματική του ανθρώπου, δεν πραγματοποιείται χωρίς το σώμα του. Στο έργο της, στρατεύεται ο όλος άνθρωπος και μαζί με την ψυχή συμμετέχει και συναγωνίζεται και το σώμα. Η γνήσια προσευχή προϋποθέτει την κοινή προσπάθεια τόσο του πνεύματος όσο και του σώματος του ανθρώπου.

Πώς ακριβώς, με ποιούς τρόπους συμμετέχει το σώμα στο έργο της προσευχής; Ο ψαλμικός στίχος «Κατευθυνθήτω» – ύμνος κεντρικός, όπως είπαμε, των Προηγιασμένων- περικλείει ορισμένα ιδιαίτερης σημασίας στοιχεία, τα οποία απέκτησαν πρωταρχική αξία σε αυτό που ονομάζουμε ορθόδοξη πνευματικότητα, τον τρόπο δηλαδή προσευχής και άσκησης που διαμορφώθηκε στους κόλπους της Εκκλησίας μας.

Πρώτα-πρώτα ο σωματικός κόπος. Η προσευχή για μας τους Ορθοδόξους δεν είναι διανοητική ακροβασία, ρεμβασμός ή ονειροπόληση, πράγματα που ευνοεί η ευεξία και η ανάπαυση του σώματος. Αντίθετα, σαν κοινωνία και ένωση του ανθρώπου με το Θεό, προϋποθέτει τον εξαγνιστικό κόπο του σώματος, τη «βία», όπως υπογράμμισε ο Κύριος.

Ό,τι επιδιώκουμε στη χριστιανική μας ζωή δεν αποτελεί απροϋπόθετη δωρεά του Θεού. Απαιτείται προκαταβολικά η θερμή εκζήτηση από μέρους μας· ο διακαής πόθος να επιτύχουμε αυτό που επιθυμούμε.

Και ο πόθος αυτός μεταποιείται σε κόπο και επίμονη προσπάθεια.

«Εάν δεν χτυπήσεις μέσω της προσευχής την πόρτα του Θεού με θερμή διάθεση και δεν παραμείνεις εκεί αγρυπνώντας συνεχώς, δεν θα ακούσει ο Θεός την προσευχή σου», διδάσκει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος.

Και σε άλλο λόγο του υπογραμμίζει: «Αυτός που αγαπά το σώμα του (και γι’ αυτό δεν θέλει να το κουράσει με την άσκηση), δεν θα επιτύχει να λάβει τη χάρη του Θεού».

Τίποτε δεν μπορεί να επιτύχει ο άνθρωπος χωρίς να κοπιάσει. Αυτό ισχύει και για την προσευχή.

Κατά τον άγιο Κύριλλο Ιεροσολύμων, «τίποτε δεν κάνουμε, χωρίς να συμμετέχει το σώμα μας. Βλασφημούμε με το στόμα, προσευχόμαστε με το στόμα, πορνεύουμε με το σώμα, ζούμε αγνή ζωή με το σώμα. Αρπάζουμε με τα χέρια, δίνουμε ελεημοσύνες με τα χέρια, και με όμοιο τρόπο τα υπόλοιπα».

Ο πρώτος στίχος του 140ου Ψαλμού, στον οποίο, καθώς είπαμε, ανήκει και το «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου…», είναι το γνωστό «Κύριε, εκέκραξα προς σε…».

Όπως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, έτσι και εδώ η προσευχή του Δαβίδ παρομοιάζεται με κραυγή. Ο ψαλμωδός χρησιμοποιεί το ρήμα «κράζω». Και η χρήση του δεν δηλώνει απλώς τη σύμπραξη των φωνητικών οργάνων στο έργο της προσευχής, αλλά υπογραμμίζει τη δύναμη και την εσωτερικότητα της προσευχής, γνωρίσματα που βρίσκουν την έκφρασή τους με την κραυγή.

Γι’ αυτό και σχολιάζει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Κραυγή εδώ λέει αυτήν που βγαίνει από μέσα, την οποία γεννούσε η πυρακτωμένη καρδιά και ο συντετριμμένος νους».

Το σώμα εκφράζει τη ψυχή. Ο λόγος ερμηνεύει τον εσωτερικό άνθρωπο. Και η κραυγή των χειλέων μας συχνά έρχεται να διατρανώσει τον πόθο μας· η προσευχή μας να γίνει ακουστή από το Θεό.

Ο λόγος ερμηνεύει τα βάθη της προσευχόμενης ψυχής. Και αυτό γίνεται όχι γιατί το έχει ανάγκη ο Θεός, αλλά ο προσευχόμενος άνθρωπος, που ακόμη και στο έργο της προσευχής ενεργεί σαν ενιαία και αδιάσπαστη υλικοπνευματική οντότητα.

Με την παραγωγή του λόγου και τα όργανα που την υπηρετούν συνδέεται στενά και η λειτουργία της αναπνοής. Και η φυσική αυτή λειτουργία τίθεται συχνά στην υπηρεσία της προσευχής.

Αυτό φαίνεται ολοκάθαρα στην άσκηση της νοεράς ή καρδιακής προσευχής, όπου αναπνοή και επίκληση του ονόματος του Κυρίου Ιησού καλούνται σ’ ένα μυστηριώδη συντονισμό. «Το όνομα του Ιησού», διδάσκει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, «να ενωθεί με την αναπνοή σου και τότε θα γνωρίσεις την ωφέλεια της ησυχίας ».

Και ο Μέγας Αντώνιος λέει : «Τον Χριστό πάντοτε να αναπνέετε και σε αυτόν να πιστεύετε» Ο δε άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος συμβουλεύει «να μνημονεύουμε, να θυμόμαστε και να επικαλούμαστε το όνομα του Θεού περισσότερο παρά να αναπνέουμε».

Το θυμίαμα πάντοτε ήταν το κατ’ εξοχήν σύμβολο της προσευχής. Υλικό και αυτό στοιχείο, συνδέεται στενά με δύο από τις αισθήσεις του ανθρωπίνου σώματος, την όραση και την όσφρηση. Ο καπνός του θυμιάματος που ανεβαίνει προς τα πάνω και που βλέπουν τα μάτια μας, συμβολίζει την άνοδο της προσευχής μας στο θρόνο του Θεού. Και η ευωδία που εκπέμπει το προσφερόμενο στη λατρεία ή την προσευχή μας θυμίαμα, και την οποία αισθανόμαστε με την όσφρησή μας, συμβολίζει την ευωδία της χάριτος του Χριστού.

Η προσφορά του θυμιάματος είναι ακόμη και πράξη θυσίας, που και αυτή εκφράζει την προσφορά της ύπαρξής μας στην αγάπη του Θεού· την καθιέρωσή μας, θα λέγαμε.

Προσφέρουμε στο Θεό το θυμίαμα μας «εις οσμήν ευωδίας πνευματικής» και του ζητάμε να μας «αντικαταπέμψει» τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος προχωρεί πιο πέρα και συμβουλεύει ν’ αναδείξουμε θυμιατήρι το στόμα μας, το οποίο με την προσευχή και τους αγαθούς λόγους θα σκορπά παντού την ευωδία του Χριστού.

«Ας είναι, λοιπόν, θυμιατήρι το στόμα σου και πρόσεχε μήπως αντί για θυμίαμα, το γεμίσεις με κοπριά. Τέτοιοι είναι αυτοί που ξεστομίζουν τα αισχρά και ακάθαρτα λόγια».

Με την προσευχή ο άνθρωπος προσπαθεί ν’ ανυψωθεί, να φτάσει στον ουρανό για να συναντήσει το Θεό και να συνομιλήσει μαζί Του . Η δίψα αυτή, η αναζήτηση του προσώπου του Θεού, εκφράζεται και με την κίνηση και τη στάση των χειρών μας. Ο Δαβίδ υψώνει τα χέρια του και ζητά από το Θεό να κάνει την «έπαρση» αυτή των χειρών του δεκτή ως εσπερινή θυσία.

Η προσευχή αποτελεί συνάντηση του ανθρώπου με το Θεό. Και, όπως σε μια ανθρώπινη συνάντηση τα χέρια μας επιστρατεύονται για να εκφράσουν τα συναισθήματά μας, έτσι και στη συνάντησή μας με το Θεό, τα χέρια μας υψωμένα στον ουρανό εκφράζουν τον πόθο της ψυχής να Τον συναντήσουμε, να Τον αγγίξουμε.

Ταυτόχρονα, τα υψωμένα και ανοιχτά χέρια φανερώνουν την φτώχεια μας· την εξάρτησή μας από την πρόνοια του Θεού και τον πλούτο τον ανέκφραστο των δωρεών Του.

Προσευχή δεν νοείται χωρίς ταπείνωση και χωρίς συντριβή. Τα δύο αυτά στοιχεία ξεχώρισαν και τήν προσευχή του Τελώνη, που τόσο επαίνεσε και πρόβαλε ο Κύριος (Λουκ. 18,10-14).

Εξωτερικό γνώρισμα της ταπείνωσης και της συντριβής κατά την ώρα της προσευχής είναι και η κάμψη των γονάτων, δηλαδή οι γονυκλισίες. Γι’ αυτό και ενώ ψάλλεται το «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου…», οι πιστοί κάνουμε τις γνωστές μετάνοιες. Φανερώνουμε έτσι τη συντριβή μας ενώπιον του Θεού. Διαδηλώνουμε ότι έχουμε συναίσθηση της αμαρτωλότητάς μας. Και παράλληλα διακηρύσσουμε ότι από την πτώση

μας στην αμαρτία, μας ανόρθωσε η αγάπη και η φιλανθρωπία του Κυρίου.

Διδάσκει ο Μ. Βασίλειος: « Κάθε φορά που στην προσευχή μας γονατίζουμε και σηκωνόμαστε, αποδεικνύουμε εμπράκτως ότι με την αμαρτία καταπέσαμε στη γη και με τη φιλανθρωπία εκείνου που μας δημιούργησε ανακληθήκαμε στον ουρανό».

Προσευχή χωρίς πνευματικό αγώνα, στον οποίο συναγωνίζονται ψυχή και σώμα μαζί, δεν επιτυγχάνεται.

Αυτό φαίνεται ολοκάθαρα τόσο στην Αγία Γραφή όσο και στην πνευματική παράδοση της Εκκλησίας μας.

Μας το αποκαλύπτει ακόμη και η ζωή των Αγίων. Την προσπάθεια τους για προσευχή συνόδευε πάντοτε και η άσκηση του σώματος.

Αναφέρεται στο Γεροντικό πως κάποτε μερικοί μοναχοί ρώτησαν τον αββά Αγάθωνα: «Ποιά αρετή, πάτερ, της μοναχικής πολιτείας είναι που έχει τον περισσότερο κόπο;».

Και ο άββάς απάντησε: «Συγχωρέστε με, αλλά θαρρώ πως δεν υπάρχει άλλος μεγαλύτερος κόπος, όπως ο κόπος του να προσευχηθεί ο άνθρωπος στο Θεό. Διότι πάντοτε, όταν ο άνθρωπος θέλει να προσευχηθεί, οι δαίμονες που τον εχθρεύονται θέλουν να τον ανακόψουν, επειδή γνωρίζουν ότι από τίποτε άλλο δεν εμποδίζονται στο καταχθόνιο έργο τους όσο από την προσευχή στο Θεό.

»Και κάθε αρετή της ασκητικής ζωής που θα μπορούσε να επιδιώξει ο άνθρωπος, αν δείξει στην προσπάθειά του εγκαρτέρηση, βρίσκει ανάπαυση. Όμως το έργο της προσευχής ως την έσχατη αναπνοή μας απαιτεί αγώνα».

Η προσευχή είναι έργο ζωής· η προσευχή απαιτεί ισόβιο αγώνα.

Μια τέτοια προσευχή, αληθινή κοινωνία και ένωση με τον ζώντα Θεό, ας είναι και δική μας επιδίωξη.

(Μητρ. Ν.Σμύρνης, Συμεών. «Στο κατώφλι της Μ. Τεσσαρακοστής»)



Τετάρτη, Φεβρουαρίου 24, 2010

Προβληματισμοί για την λειτουργική γλώσσα(2)


Σκοπός της Εκκλησίας δεν είναι η μόρφωση ενός ηθικά έντιμου χριστιανού αλλά η μόρφωση του εν Χριστώ ανθρώπου διά της εν Χριστώ ζωής. Η εκκλησία δεν πλάθει κυρίως προσωπικότητες, αλλά αναδημιουργεί πεσμένες εικόνες, αναπλάττει την πεσμένη φύση, πλάθει ανθρώπους εν Χριστώ. Ορθόδοξος χριστιανός δεν είναι ο ηθικός χριστιανός και έντιμος άνθρωπος, αλλά ο ορθόδοξος άνθρωπος πού μπορεί να πεί με ασφάλεια και δίχως εγωισμό και πλάνη:" ζη εν εμοί Χριστός". Αυτό πραγματοποιείται με την ταπείνωση και την εν Χριστώ ζωή, την μυστηριακή και νηπτική κατά το μέτρον εκάστου, ζωή. Η ηθική προηγείται και είναι το μέσον, δεν είναι ο αυτοσκοπός ή το αποτέλεσμα της εν Χριστώ μεταμορφώσεως. Πολλώ δε μάλλον ο αληθινός χριστιανός δεν είναι ο συστηματικά και ορθολογικά κατηχημένος. Η Εκκλησία δεν δίνει πτυχία και διπλώματα μορφωμένων διανοητικά ή ηθικά χριστιανών, σαν να επρόκειτο δηλαδή για ένα σωματείο κουακέρων και ευσεβών γνωστικών ανθρώπων, γι'αυτό άλλωστε και οι πατέρες της εκκλησιαστικής παράδοσης και ιστορίας δεν εδογμάτισαν συστηματικά και κηρυγματικά, παρά μόνον όταν επέκειτο αιρετικός κίνδυνος και ανάγκη. Με λίγα λόγια στο κέντρο της παραδόσεως είχαν την λατρεία, την ταπεινότητα και την εκούσια διανοητική πτωχεία(καίτοι πανεπιστήμονες) ίνα μη κενούται ο λόγος του σταυρού.

Ένα από τα εργαλεία της μεταμόρφωσης εν Χριστώ είναι και η λειτουργική γλώσσα, η οποία δεν είναι πρωταρχικώς η αρχαϊζουσα ή η ελληνική γλώσσα, αλλά η ενδεδειγμένη αρχαϊζουσα ελληνική λατρευτική γλώσσα,η παραδεδομένη τοιαύτη, όπως ενδεδειγμένη λχ για την αγιογραφία είναι μια συγκεκριμμένη αγιαστική τέχνη ή για το μέλος η πατροπαράδοτη μουσική η ρωμαίικια. Κάθε υπερβολή ή παρεκτροπή στην γλώσσα μας οδηγεί σε έναν ύποπτο διανοουμενισμό, πού μεταθέτει το κέντρο βάρους από την ταπείνωση και την παράδοση στον υποκειμενισμό και την καινοτομία.

Οι πατέρες πού θέλουν να μας πείσουν πώς η χρήση της μεταγλωττισμένης λειτουργίας διαμορφώνει τον αληθινό λάτρη και χριστιανό, ενώ η αντίθετη άποψη αποτελεί παρανόηση του ευαγγελικού μηνύματος και ασφυκτικά σκοταδιστική οπισθοδρόμηση ίσως δεν έχουν εννοήσει ποτέ πώς σκοπός και κέντρο της ορθοδοξίας δεν είναι το μοντέλο του "χριστιανού ανθρώπου" αλλά του θεανθρώπου. Γιατί το θέμα δεν είναι μόνο θέμα διανοουμενισμού ή ταπείνωσης, είναι ακριβώς θέμα ηθικισμού. Ακριβώς από την στιγμή πού θα πιστέψουμε πώς αποτελούμε την ηθικά εκλεκτή μερίδα της εκκλησίας και άρα είμαστε και γνωσιολογικά τέλειοι, τότε πέφτουμε στην παγίδα πώς κατέχουμε την κλείδα της γνώσεως και την αποκλειστικότητα του δογματίζειν στην λατρεία ή σε όποια άλλη έκφανση εκκλησιαστικού βίου.

Τα λειτουργικα κείμενα τίθενται ούτως για να βοηθήσουν και να ενισχύσουν την εν Χριστώ μόρφωση μας και πράγμα αναμφιβήτητο και πρότερον την ηθική μας διαπαιδαγώγηση, ως παιδαγωγικό μέσον και όχι ως σκοπός. Κάθε μέσον επιτελεί την δική του λειτουργία και έχει τους δικούς του εσώτερους νόμους και δυναμικότητα. Κάθε έξωθεν και αυθαίρετη παρέμβαση υποδηλώνει υποκειμενιστική εγωιστική νοοτροπία, το αλλοιώνει και το ευτελίζει σαν κάτι τι το ελεγχόμενο και ουτιδανό. Επιπλέον, η ηθική μας αυτοδικαίωση και η ψευδαίσθηση του σωτήρα της Εκκλησίας, ουσιαστικά εξουθενώνει και αυτή την εικόνα και δύναμη του Θεού, αφού διαμορφώνοντας εμείς δική μας ηθική και νοοτροπία, προσπαθούμε ασύνειδα να βάλουμε την θεϊκή εικόνα στα δικά μας καλούπια, στο δικό μας πεδίο ελέγχου . Όμως ημείς είμαστε του Χριστού και όχι Εκείνος ημών. Εκείνος μας συναντά μέσα στην εκκλησία και εμείς δεν έχουμε την δυνατότητα εκβιασμού Του, ούτε καλούμαστε φυσικά να Τον σώσουμε!

Η Εκκλησία δεν χρειάζεται ανακαλλωπισμό,μπογιάτισμα και ανακαίνιση. Είναι το κέντρο και η αναφορά της σωτηρίας και όχι κάτι το έξωθεν σωζόμενο. Την κάθε στιγμή πού δεν μας ικανοποιεί κάτι σ'αυτήν , καλόν είναι να στρέφουμε την εστίαση ελέγχου προς ημάς και όχι προς την Εκκλησία. Μάλλον η δυσλειτουργία οφείλεται σε δική μας παρανόηση και σε δικό μας παραστράτημα, παρά στην ίδια την Εκκλησία. Όταν εμείς γίνουμε εκκλησιαστικοί άνθρωποι, ορθόδοξοι άνθρωποι, τότε θα διαλυθούν τα νέφη των παρανοήσεων και θα αποκαλυφθεί η πλαστότητα- απάτη του σκανδαλισμού και του σκανδάλου.

Είναι ευτύχημα που ποιμένες και ιερείς διακατέχονται από ζήλο επιμόρφωσης του λαού και διαφύλαξης της εκκλησιαστικής αποστολής, αλλά δεν είναι πάντα ο ζήλος μας ιερός , ούτε η ευσέβεια μας πάντα ορθή και γνήσια. Κριτήριο είναι η διαρκής ταπεινότητα και απλότητα εν Χριστώ.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 22, 2010

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΛΑΙΟΥ Ή ΕΥΧΕΛΑΙΟΥ


Τα θεια Μυστήρια είναι Τελετές της Εκκλησίας πού συστάθηκαν και παραδόθηκαν στους αποστόλους και δι’αυτών στην Εκκλησία από τον ίδιο τον Κύριο μας Ιησού Χριστό. Σκοπός των ιερών μυστηρίων είναι η μετάδοση της αόρατης αγιαστικής χάρης του αγίου Πνεύματος στα ορθόδοξα μέλη της Εκκλησίας διά σημείων αισθητών και υλικών, όπως το νερό , το νάμα, το λάδι κ.α. . Καίτοι τα μυστήρια του Θεού για τον αγιασμό και σωτηρία του ανθρώπου και την επαναφορά του στην βασιλεία των ουρανών είναι άπειρα, ωστόσο για ποιμαντικούς λόγους αλλά κυρίως διά το απαραίτητο αυτών για την σωτηρία όλων μας, ξεχωρίζουμε επτά μεγάλα μυστήρια: Βάπτισμα, χρίσμα, ευχαριστία, μετάνοια-εξομολόγηση, ευχέλαιο, ιεροσύνη, γάμος. Αν και πολλοί των θεολόγων και πατέρων διακρίνουν τα μυστήρια σε υποχρεωτικά(Βάπτισμα, χρίσμα, ευχαριστία, μετάνοια-εξομολόγηση) και προαιρετικά (ευχέλαιον,ιερωσύνη,γάμος), ωστόσο όλοι οι πιστοί μετέχουμε των μυστηρίων κατά τρόπον πνευματικό και μυστηριακό, αφού όλοι μας λχ μετέχουμε της γενικής ιεροσύνης(πού ξεχωρίζει από την ιεροσύνη των πρεσβυτέρων) ή έχουμε μυστικό Νυμφίο της ψυχής μας τον Χριστό(πνευματικός γάμος). Εξάλλου είναι αδιανόητο για τον ευσεβή ορθόδοξο χριστιανό, όταν ασθενεί να μην καταφεύγει με πίστη και εμπιστοσύνη στο ιαματικό μυστήριο του ιερού Ευχελαίου.
Όλα τα Μυστήρια μεταδίδουν τη μία Θεία Χάρη, το καθένα με ειδική τελετή και είναι αναγκαία για τη σωτηρία μας. Κανονικά είναι τα μυστήρια πού τελούνται από χειροτονημένο ορθόδοξο ιερέα σε ορθοδόξους πιστούς και στα οποία τηρείται ακριβώς όλη η ιερολογία(τα λόγια και τα αισθητά σημεία) του μυστηρίου. Ενώ τα ψευδομυστήρια πού τελούνται από σχισματικούς(πχ παλαιοημερολογίτες), αιρετικούς ή καθηρημένους από την Εκκλησία ιερείς, θεωρούνται άκυρα. Επίσης όλα τα μυστήρια δίδονται «εις άφεσιν αμαρτιών», αλλά το ένα δεν καταργεί το άλλο. Πχ και η θεία ευχαριστία και η εξομολόγηση και το ευχέλαιον μας δίδουν την άφεση αλλά, άλλη η λειτουργία του ενός και άλλη του άλλου και όλα είναι απαραίτητα και χρηστικά με τον δικό του ιδιαίτερο μυστικό(πνευματικό και αισθητό) τρόπο το καθένα.

Το μυστήριο του Ιερού Ευχελαίου, πού θα μας απασχολήσει τις κατανυκτικές ημέρες της μεγάλης εβδομάδας είναι μυστήριο παραδιδόμενο από τον ίδιο τον Κύριο εις ίαση ψυχών και σωμάτων και αφέση αμαρτιών. Ή σύσταση του ιερού αυτού Μυστηρίου στηρίζεται στην εξουσία πού έδωσε ό Χριστός στους Μαθητές Του, «...ώστε (μ' αυτήν την εξουσία) θεραπεύειν πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν» (Ματθ. ι', 1). και οι Απόστολοι πιστοί εκτελεστές των εντολών του Κυρίου επέστρεφαν από τις περιοδείες τους και με ενθουσιασμό ομολογούσαν: "Κύριε και τα δαιμόνια υποτάσσεται ημίν εν τω ονόματι σου» (Λουκ. ι', 17). Γι' αυτό και ό Ευαγγελιστής Μάρκος αναφέρει ότι οι Απόστολοι «...ήλειφον ελαίω πολλούς αρρώστους και εθεράπευον» (Μαρκ. στ', 13).

Αυτή ή θεραπευτική τακτική τηρήθηκε και μετά την Πεντηκοστή από τους Αποστόλους και τους διαδόχους τους και είναι προνόμιο πού χορηγήθηκε από τον Χριστό στην Εκκλησία Του. Αυτό το προνόμιο καθιερώνει πρακτικά αργότερα (μεταξύ 55-60 μ.Χ.) ό Απόστολος Ιάκωβος, ό Άδελφόθεος, στην επιστολή του λέγοντας χαρακτηριστικά: «Εάν κάποιος είναι άρρωστος, να προσκαλέσει τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας να προσευχηθούν γι' αυτόν και να τον αλείψουν με λάδι, επικαλούμενοι το όνομα του Κυρίου. και ή προσευχή πού γίνεται με πίστη θα σώσει τον άρρωστο» (Ίακ. ε', 13-15).[πρβλ.Λατρευτικόν Εγχειρίδιον,π.Γ.Κουγιουμτζόγλου]

Καίτοι πολλοί υποστηρίζουν πώς το ευχέλαιο τελείται από δύο πρεσβυτέρους κατά το παράδειγμα των αποστόλων ή από επτά πρεσβυτέρους κατά τον αριθμό των ευαγγελικών αναγνωσμάτων της τελετής του μυστηρίου, το μυστήριο οικονομικώς και συνηθέστερα τελείται και από έναν κανονικό ιερέα και δη τον εφημέριο της ενορίας μας, ο οποίος είναι ο πνευματικός μας ιατρός και πατέρας. Καλόν είναι να προσκαλούνται περισσότεροι ιερείς(τουλάχιστον ένας ακόμα) διότι η προσευχή είναι ισχυροτέρα και δίδεται ξεχωριστή επισημότητα στην τελετή. Ωστόσο στην ορθόδοξη παράδοση τίποτα δεν είναι ασφυκτικά σχολαστικό και περιοριστικό, η δεν χάρη του αγίου πνεύματος είναι απεριόριστη και δεν εξαρτάται από τον αριθμό των ιερέων, σαν να επρόκειτο για κάτι τί το μαγικό. Οι μόνες πνευματικές προϋποθέσεις είναι η κανονικότητα του ιερέως και η πίστη του ασθενούς, πού είναι και απαραίτητη για την σωτηρία του.

Ο ιερεύς προσκαλείται να τελέσει ευχέλαιο στις εξής περιπτώσεις:

Α) Σε ασθενή σωματικά ή ψυχικά ορθόδοξο χριστιανό. Η επίκληση του αγίου πνεύματος, η επάλειψη του ασθενούς με το αγιασμένο έλαιον και η πίστη του ασθενούς στην πρόνοια και φροντίδα του Θεού, όπως και οι προσευχές των παρισταμένων πιστών είναι δυνατές και ισχυρές ώστε να επιφέρουν την ίαση και την ανακούφιση στον πάσχοντα, πάντα κατά το συμφέρον της ψυχής του και όταν και αν οικονομήσει ούτως ο Θεός. Διότι και αυτή η ίδια η ασθένεια, αν και είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας και της πεσμένης ανθρώπινης φύσης μας, μπορεί να είναι κατά παραχώρηση και φιλανθρωπία του Θεού, προνόμιο και δοκιμασία του ανθρώπου για την πνευματική τελείωση του και άφεση των αμαρτιών του.

Β) Σε ορθοδόξους χριστιανούς με γνήσια μετάνοια, πού εξομολογήθηκαν πρόσφατα και πρόκειται να κοινωνήσουν των αχράντων μυστηρίων. Όπως προείπαμε όλα τα μυστήρια είναι εις άφεσιν αμαρτιών. Το ευχέλαιο μετά από εξομολόγηση δεν καταργεί την δύναμη και ισχύ της μετανοίας-εξομολογήσεως, ούτε αντικαθιστά την εξομολόγηση. Αντίθετα μάλιστα το ένα μυστήριο συμπληρώνει μυστικά το άλλο. Εξάλλου, το ιερόν ευχέλαιον όπως και η θεία κοινωνία εξαλείφουν μικρά ή μεγάλα αμαρτήματα πού κάναμε εν αγνοία μας και έτσι δεν τα γνωρίζουμε ώστε να μετανοήσουμε για εκείνα και να τα εξομολογηθούμε. Αυτό δεν σημαίνει πώς μπορούμε συνειδητά να παραλείψουμε να εξαγορευτούμε κάποιες αμαρτίες μας στον πνευματικό, για διαφόρους λόγους με το σκεπτικό πώς αυτές θα καλυφθούν διά του ευχελαίου ή διά της θείας κοινωνίας. Αυτός ο τρόπος σκέψης αποτελεί εμπαιγμό των μυστηρίων και του αγίου Θεού, αλλά και οικτρό ξεγέλασμα του εαυτού μας. Επίσης , το ευχέλαιο είναι διάφορο μυστήριο με το άγιον Χρίσμα διά του μύρου, πού τελείται αμέσως μετά την βάπτιση μας εφ’άπαξ και δεν πρέπει να τρέφουμε και να συντηρούμε τέτοιες παρανοήσεις.

Είναι λοιπόν φανερό πώς το Ιερό Ευχέλαιο δεν γίνεται «για το καλό του σπιτιού ή για να μας πάνε καλά οι δουλειές», ούτε «για να σπάσει η γρουσουζιά» και «για να αποφύγουμε την βασκανία». Πολλώ δε μάλλον το ευχέλαιον δεν γίνεται επειδή ακριβώς «το τέλεσε και η γειτόνισσα» ή για να προσκαλέσουμε κάποιους φίλους και γνωστούς προς συνεστίαση και να επιδείξουμε την ψεύτικη ευσέβεια και ευλάβεια μας. Το ευχέλαιο δεν είναι «τελετή του σαλονιού», ούτε «μαγική διαδικασία», αλλά και η επιλογή συγκεκριμένων ιερέων , πού φαίνεται ότι έχουν περισσότερη πνευματικότητα από τους άλλους, προς τέλεσιν ευχελαίου, είναι και προσωποληψία και βαρύ αμάρτημα διότι τοιουτοτρόπως υβρίζουμε και αμφισβητούμε το μέγα και υψηλό υπούργημα της ιεροσύνης, γενόμενοι εύκολοι κριτές και δικαστές των άλλων και μάλιστα των αγίων του Θεού ιερουργών. Η αξία ή η αναξιότητα ορισμένων ιερέων δεν είναι υπόθεση δική μας, ούτε μειώνει στο ελάχιστο την προσευχητική τους ιερατική μεσιτεία, αλλά ούτε και αυτή την χάρη του αγίου πνεύματος. Άπαγε της βλασφημίας!

Καλό είναι πριν από την τέλεση του μυστηρίου του ευχελαίου να προετοιμαστούμε, όπως ακριβώς κάνουμε και για το μυστήριο της Θείας κοινωνίας. Να νηστέψουμε, να προσευχηθούμε, να δώσουμε ελεημοσύνη ακόμα , ώστε να μας ελεήσει και εμάς ο Θεός με την χάρη Του, όταν έρθει η ώρα της επίκλησης του ονόματος Του και της χρίσης μας με το έλαιο. Να ταπεινωθούμε και να δείξουμε επίσης την μετάνοια μας ενώπιον του Ελεήμονα Θεού, ο οποίος είναι η πηγή των ιάσεων και ο Κύριος της ζωής και του θανάτου και να αποδεχτούμε το άγιο θέλημα Του, όποιο και αν είναι αυτό με βρεφική εμπιστοσύνη, όπως αρμόζει σε παιδιά ενώπιον του Πατέρα τους.

Τέλος, το μυστήριον του αγίου Ελαίου τελείται σε πολλούς ναούς σποραδικά προς διακονία και εξυπηρέτηση των ασθενών και εξομολογουμένων. Σύμφωνα με αρχαία λειτουργική παράδοση πού ισχύει ως σήμερα, το ευχέλαιον τελείται στους ναούς το εσπέρας της Μεγάλης Τετάρτης για τους εξής δύο λόγους:

Α)Συμβολίζει την θυσία του Σταυρού αλλά και τελείται μυστικώς το ίδιο το επαναλαμβανόμενο και αυτό μυστήριο του Σταυρού, το οποίο θυμόμαστε και εορτάζουμε τις σωτήριες και φρικώδεις ημέρες της μεγάλης εβδομάδας. Ο Χριστός με το πανάγιο αίμα Του μας έδωσε Ζωή και άφεση αμαρτιών, συμφιλιώνοντας μας με τον παράδεισο, καταργώντας την εξουσία του θανάτου πάνω μας και ανακαινίζοντας την αμαυρωμένη από την αμαρτία φύση μας.

Β)Για την προετοιμασία και τελείωση πολλών χριστιανών πού κατά τις ημέρες του Πάσχα και ιδιαίτερα την επομένη του μυστηρίου, Μεγάλη Πέμπτη, προσέρχονται αθρόον και εξομολογημένοι στην μετάληψη των Αχράντων μυστηρίων, ήτοι της Θείας Κοινωνίας.

Πρακτικά θέματα: Για το μυστήριον του Ευχελαίου θα χρειαστούμε:

1. Ένα καντήλι, γεμάτο κατά ¾ με λάδι καλό(ελαιόλαδο) και με 1/4 νάμα. Καίτοι, το λάδι είναι πού θα μετατραπεί σε ευχέλαιο και όχι το νάμα, η ύπαρξη του οίνου μας θυμίζει την παραβολή του καλού σαμαρείτου, κατά την οποία ο σαμαρείτης εκείνος άλειψε τον «περιπεσόντα είς τους ληστάς» με έλαιον και οίνον. Το λάδι συμβολίζει την μετάνοια και το έλεος του Θεού αλλά και την θυσία και το κρασί μας θυμίζει το πανάγιο αίμα Του, αλλά και την πληρότητα της ψυχής του Χριστιανού, όπως και την μεστότητα της κατά Χριστόν και εν Χριστώ ζωής, μέσα σε ένα κόσμο υδαρό και άχαρο.

2. Μία εικόνα, κατά προτίμηση του Χριστού.

3. Επτά κεριά στερεωμένα σε σιτάρι ή αλεύρι

4. Θυμίαμα.

5.Βαμβάκι ή μπατονέτες για την χρίση, τα οποία μετά φυλάττουμε στο εικονοστάσιο, για να τα επαναχρησιμοποιήσουμε με φόβο Θεού και διάκριση. Ομοίως και το περίσσευμα του ευχελαίου το οποίο όμως τινές, αφήνουν να κατακαεί στο καντήλι.


Τα κεριά, το αλεύρι-σιτάρι και το κρασί δεν αποτελούν αισθητά σημεία του μυστηρίου, ούτε είναι «μαγικά αντικείμενα». Απλώς, βοηθούν στην τέλεση του μυστηρίου, Έχουν δηλαδή ασήμαντη και πρακτική σημασία και δεν είναι πάντα απαραίτητα.

Καλόν είναι επίσης πρίν από το ευχέλαιο να ερχόμαστε σε συννενόηση με τον ιερέα πού θα το τελέσει, γιατί εκείνος θα αποφασίσει τελικά αν το ευχέλαιο χρειάζεται ή όχι. Όπως δεν κάνουν όλα τα φάρμακα για όλες τις ασθένειες και για όλους τους ασθενείς, αλλά μάλιστα άλλα είναι ωφέλιμα και άλλα όχι κατά την κρίση του ιατρού, έτσι συμβαίνει και με τα μυστήρια της Εκκλησίας μας: πότε συντελούν πραγματικά στην σωτηρία μας όταν ισχύουν οι κατάλληλες πνευματικές προϋποθέσεις, ενώ άλλες φορές (όταν είμαστε απροετοίμαστοι και ανάξιοι) μας επιβαρύνουν με φορτικές και υψηλές αμαρτίες.


. π. Παντελεήμων Κρούσκος,

Εφημέριος Ι.Μ.Ν Σωτήρος Χριστού Καλύμνου