ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φιλοκαλικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φιλοκαλικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Απριλίου 02, 2018

Ποια είναι η συκιά του Ευαγγελίου που ξεράθηκε φαινομενικά παράλογα; Και ποια είναι η ακρότατη πείνα που ζητού­σε καρπό πριν από την ώρα; Και τι σημαίνει η κατάρα για ένα αναίσθητο πράγμα.


αγίου Μαξίμου του ομολογητού
Ο Θεός Λόγος που οικονομεί τα πάντα για χάρη της σωτηρίας των ανθρώπων, αφού παιδαγώγησε πρώτα τη φύση μας με το νόμο που περιέχει σωματικότερη λατρεία -γιατί δεν μπορούσε να δεχτεί την αλήθεια γυμνή από τυπικά προκαλύμματα εξαιτίας της άγνοιας και της αλλοτρίωσης που της προ­κλήθηκε προς τα αρχέτυπα θεία πράγματα- ύστερα, ερχόμενος στον κόσμο αφού έγινε φανερά από τον εαυτό του άνθρωπος παίρνοντας σάρκα που είχε νοερή, και λογική ψυχή, κι αφού ως Λόγος μετέφερε τη φύση μας στην άυλη, γνωστική, πνευματική λατρεία, δεν ήθελε, αφού πια φάνηκε στη ζωή η αλήθεια, να εξουσιάζει η σκιά, που τύπος της ήταν η συκιά.
Γι’ αυτό λέει· επιστρέφοντας από τη Βηθανία στα Ιεροσόλυμα,[Ματθ. 21,18· Μάρκ. 11,11ε.] δηλαδή μετά την τυπική και σκιώδη και που ήταν κρυμμένη μέσα στο νόμο παρουσία του, ερχόμενος ξανά στους ανθρώπους με τη σάρκα –γιατί έτσι πρέπει να εκληφθεί το επιστρέφοντας-είδε στο δρόμο μια συκιά που είχε μόνο φύλλα,[Ματθ. 21,18· Μάρκ 11,13] που υπήρχε στη σκιά και στους τύπους, δηλαδή τη σωματική λατρεία του νόμου κατά την άστατη και παροδική -επειδή ήταν δίπλα στο δρόμο- παράδοση, τη λατρεία των τύπων μόνο και των θεσμών που περνούν.
Όταν ο Λόγος την είδε σαν συκιά ωραία και με­γαλοπρεπή και στολισμένη, ωσάν με φύλλα, με τα εξωτερικά περιβλήματα των σωματικών παραγγελμάτων του νόμου και μη βρίσκοντας καρπό, δηλαδή δικαιοσύνη, την καταράστηκε επει­δή δεν έδινε τροφή στο Λόγο, η καλύτερα πρόσταξε να μη κα­λύπτει πια δυναστεύοντας την αλήθεια με τους νομικούς τύ­πους, πράγμα που αποδείχτηκε στη συνέχεια με τα έργα, αφού καταξεράθηκε εντελώς η νομική ωραιότητα που είχε την ύπαρ­ξή της στα σχήματα μόνο και έσβησε η έπαρση των Ιουδαίων γι’ αυτή.
Γιατί δεν ήταν εύλογο αλλά ούτε κι επίκαιρο, αφού πια είχε φανεί λαμπρή η αλήθεια των καρπών της δικαιοσύνης να παρασύρεται και να ξεγελιέται από τα φύλλα η όρεξη όσων παράτρεχαν σαν δρόμο την παρούσα ζωή και να αφήνουν τους πλούσιους φαγώσιμους καρπούς του Λόγου. Γι’ αυτό λέει δεν ήταν ο καιρός των σύκων·[Μάρκ. 11,13] ο χρόνος δηλαδή κατά τον οποίο κυριαρχούσε στην ανθρώπινη φύση ο νόμος, δεν ήταν καιρός καρπών της δικαιοσύνης, αλλά εικόνιζε τους καρπούς της δι­καιοσύνης και μυούσε κατά κάποιο τρόπο τη μέλλουσα θεία κι απόρρητη και σωτήρια όλων χάρη, στην οποία δεν είχε φτάσει από την απιστία του ο παλαιός λαός και γι’ αυτό χάθηκε.
Γιατί ο Ισραήλ, λέει ο θείος απόστολος, με το να επιδιώκει το νόμο της δικαιοσύνης, δηλαδή το νόμο της σκιάς και των τύπων, δεν έφτασε στο νόμο της δικαιοσύνης,[Ρωμ. 9,31] δηλαδή το νόμο που ολοκληρώνεται με το Πνεύμα του Χριστού.
Ή πάλι˙ επειδή το πλήθος των ιερέων και γραμματέων και νομικών και Φαρισαίων, άρρωστοι από την κενή δόξα με την επίδειξη της πλαστής ευλάβειας των ηθών, φαινόμενοι ότι ασκούσαν δικαιοσύνη, έτρεφαν την έπαρση της οίησης, ο Λό­γος λέει ότι η οίηση αυτών που αναφέρθηκαν είναι συκιά άκαρ­πη πλούσια μόνο σε φύλλα, την οποία, αυτός που επιθυμεί τη σωτηρία όλων των ανθρώπων και πεινά τη θέωσή τους, την κα­ταριέται ως άκαρπη και την ξεραίνει, ώστε, προκρίνοντας από το να φαίνονται το να είναι δίκαιοι, αφού ξεντυθούν το χιτώνα της ηθικής υπόκρισης και φορέσουν το γνήσιο χιτώνα της αρετής, όπως θέλει ο θείος Λόγος, να περάσουν μ’ ευσέβεια τη ζωή τους παρουσιάζοντας στο Θεό της ψυχής μάλλον τη διάθε­ση, παρά την πλαστότητα των ηθών στους ανθρώπους.
Αν τώρα και μερικοί από τους Χριστιανούς είμαστε τέ­τοιοι, πλάθοντας την ευλάβειά μας με τους τρόπους χωρίς έργα δικαιοσύνης, αν δεχτούμε το Λόγο ως φιλάνθρωπο που πεινά τη σωτηρία μας, αποξηραίνει το σπέρμα της κακίας μέσα στην ψυχή, την οίηση, για να μη μας δίνει πια την ανθρωπαρέσκεια, καρπό της φθοράς.
Έχετε, σύμφωνα με τις δικές μου πενιχρές δυνάμεις, το νόημα του λόγου, που κατά την αφήγηση που έκανα έδειξε τον Κύριο να πεινά ορθά και χρήσιμα να καταριέται τη συκιά και να την ξεραίνει σε κατάλληλη ώρα, γιατί ήταν εμπόδιο στην αλήθεια, και που ήταν είτε η σύμφωνη με το νόμο παλαιά παρά­δοση των σωματικών τύπων είτε και η επαρμένη συμπεριφορά των Φαρισαίων και η δική μας.

["ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΙΚΩΝ", ΠΡΟΣ ΘΑΛΑΣΣΙΟΝ, ΠΕΡΙ ΑΠΟΡΩΝ-(ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ Α’ – ΝΓ’), ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ]
alopsis

Παρασκευή, Μαΐου 12, 2017

Ο κυρ Φώτης και οι πέτρες


Στον κυρ Φώτη τον Κόντογλου άρεσε να κάθεται να μελετά τα μικρά φυσικά πράγματα, αυτά πού οι πολλοί προσπερνάμε σαν κοινότυπα,ταπεινά και ασήμαντα. Όλοι οι ποιητές έχουν τα μάτια τα έκθαμβα του μικρού παιδιού και βλέπουν το κάθε τι σαν νέο και σπουδαίο και μιλάνε μαζί του την μυστική γλώσσα της κτίσης και των κτισμάτων.Μάζευε λοιπόν βότσαλα και πέτρες και κάθιζε και τα χάζευε και ένιωθε μεγάλη χαρά και τα παρομοίαζε με τον λόγο του Χριστού για τα κρίνα του αγρού,πού ούτε ο Σολομών σε όλη του την δόξα δεν μπόρεσε ποτέ να ντυθεί όμορφα τόσο σαν και αυτά. Γράφει λοιπόν:
"Καὶ ὅμως, πόσο ἀγαπημένες μοῦ εἶναι αὐτὲς οἱ πέτρες ποὺ μάζεψα! Κείτουνται ἐκεῖ χάμω, σωρός, καὶ κανένας δὲν τὶς βλέπει, κανένας δὲν καταδέχεται νὰ τὶς δεῖ. Κ᾿ ἐγώ, σὰν νὰ εἶμαι ὁ μόνος πό ῾χει μάτια γιὰ νὰ δεῖ τὴ μυστηριώδη ἐμορφιά τους.
Σάν γύρισα στὸ σπίτι μου, τὶς ἔβαλα μέσα σ᾿ ἕνα τάσι, μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες ποὺ εἶχα μαζέψει ἄλλη φορά, κι ἔχυσα μέσα νερὸ γιὰ νὰ μὴν ξεραθοῦνε καὶ ξεθωριάσουν.
«Ἄχ! Τίποτα μέσα στὴν κάμαρα δὲν ἤτανε τόσο ἔμορφο, σὰν καὶ κεῖνες τὶς πέτρες, μήτε οἱ ζωγραφιές, μήτε τὰ κανάτια, μήτε τὸ παλιὸ κιλίμι ποὺ εἶναι στρωμένο χάμω. Ἀληθινὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ εἶναι εἰπωμένα ὄχι μονάχα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ γιὰ ὅλα τὰ κτίσματα: «Ὁ ταπεινῶν ἑαυτόν, ὑψωθήσεται».

Τρίτη, Δεκεμβρίου 11, 2012

Της αρετής η στάσις, κακίας έστιν αρχή

«Της αρετής η στάσις, κακίας έστιν αρχή».Ιωαν. Κορναράκη, Ομοτ. Καθηγητού Παν/μίου Αθηνών


Πολλοί καλοπροαίρετοι χριστιανοί και ίσως πραγματικοί πνευματικοί αγωνιστές κυριαρχούνται συχνά από την αίσθηση μιας πνευματικής αυτάρκειας.

Ίσως ο αστικοποιημένος τρόπος εκκλησιαστικής ζωής αλλά και άλλοι ασφαλώς παράγοντες, προσδιοριστικοί πάντως του είδους και της ποιότητας της ατομικής πνευματικότητος και ευσέβειας, συντελούν συχνά σε μια αίσθηση ικανοποιητικού, κατά περίπτωση, τρόπου πνευματικής μας ζωής.

Σκεπτόμαστε δηλ σε πολλές περιπτώσεις (ενσυνείδητα ή «λεληθότως»), ότι με τις πνευματικές μας προσπάθειες, που έχουμε ήδη καταβάλει, έχουμε προχωρήσει σε κάποιο ανώτερο επίπεδο πνευματικής ζωής. Εξάλλου η τάση να αντιλαμβανόμαστε την εικόνα του εαυτού μας σε σύγκριση με τους άλλους ανθρώπους, μας δίνει, επίσης συχνά την αίσθηση ενός βαθμού «υπεροχής»! Έτσι καταλήγουμε σε κάποιο είδος πνευματικής αυτοσυνειδησίας, το οποίο, όπως νομίζουμε, μας ταιριάζει «αναπαυτικά»! Μας ικανοποιεί στο βαθμό μιας αυτάρκειας αγωνιστικής!

Το αποτέλεσμα τέτοιων ενδόμυχων σκέψεων και διαλογισμών ή αισθημάτων αντανακλά ένα στερεοποιημένο τύπο πνευματικής ζωής, με εσώτερο συναισθηματικό πυρήνα την αυτάρκεια. Σε μια τέτοια περίπτωση φαίνεται σαν να σταματήσαμε τον αγώνα μας σε κάποιο σημείο της πνευματικής μας πορείας. Σαν να κάναμε κάποια στάση διαρκείας, με το δικαίωμα που (δήθεν) μας δίνει η αίσθηση των πνευματικών αγώνων και κόπων, που έχουμε ήδη καταβάλει!

Για μια τέτοια περίπτωση ακριβώς, ο άγιος Μάξιμος θα σημειώσει· «Της αρετής η στάσις κακίας εστίν αρχή». Αφορμή για τη διατύπωση της βασικής αυτής αξιωματικής αρχής της ορθοδόξου πνευματικότητας έδωσε στον άγιο Μάξιμο ερώτηση του μαθητού του αββά Θαλασσίου, σχετικά με μια απορία σε χωρίο της Παλαιάς Διαθήκης.

Η γραφική απορία του αββά Θαλασσίου ανεφέρετο στο Έξοδ. δ’ 25 εξ. όπου σημειώνεται ότι, πορευόμενος ο Μωϋσής προς τον Φαραώ, για να μεταφέρει τις εντολές του Θεού, σχετικά με την απελευθέρωση των Ισραηλιτών από τη δουλεία των Αιγυπτίων και ενώ ευρίσκετο σε κάποιο κατάλυμα, στο οποίο στάθμευσε για να αναπαυθεί από την κόπωση της πορείας, «άγγελος Κυρίου εζήτει αυτόν αποκτείναι».

Η απορία του αββά Θαλασσίου είναι εύλογη· εφόσον ο Θεός απέστειλε τον Μωϋσή σε επιτέλεση έργου τόσο σπουδαίου, πώς «άγγελος Κυρίου» ζητούσε να τον φονεύσει μέσα στο κατάλυμα;

Ο άγιος Μάξιμος, διά της μεθόδου της αναγωγής των ιστορικών γεγονότων σε σχήματα και διαδικασίες πνευματικής ζωής, «ως προκάλυμμα περιαιρών το γράμμα του πνεύματος», μας βοηθεί να κατανοήσουμε «νοεροίς όμμασιν» την «εν πνεύματι δύναμιν» της ιστορίας.

Ο Μωϋσής, κατά τον άγιο Μάξιμο, είναι στην προκειμένη περίπτωση «ο νους»! Ο τελευταίος, εφόσον αγωνίζεται εναντίον των αισθητών και δημιουργεί ήθος ψυχικής καθαρότητας, όπως είναι «η παθών εστερημένη έξις», γίνεται επιδεκτικός μιας παιδαγωγίας εκ μέρους του Θεού, αποτέλεσμα της οποίας είναι η μετοχή του στη θεωρία των όντων. Σ’ αυτή την κατάσταση επιτρέπει ο Θεός στο νουν να μεταλάβει γνώσεως «κρυφίας τε και μυστικής, κατά το αφανές της καρδίας».

Αλλά ο προικισμένος με τη χάρη αυτής της γνώσεως νους, «ως διατελών οπωσδήποτε εισέτι υπό την κυριαρχία της ανθρωπείας φύσεως», εφόσον δηλ. φορεί ακόμη σάρκα και ευρίσκεται «καθ’ οδόν» προς την απόκτηση της αρετής διά της εργασίας των εντολών, καλείται «να εξέλθη εκ της γης της Αιγύπτου», από τη δουλεία στη σάρκα και την αίσθηση.

Κατά τον άγιο Μάξιμο, ο χαριτωθείς με την μετοχή του στη θεωρία των όντων νους είναι κάτοχος «των θείων νοημάτων», τα οποία, στην περίπτωση αυτή, είναι εγκλωβισμένα στον πηλό της σάρκας, «ανοήτως πονούμενα». Όπως οι Ισραηλίτες καταπονούνταν και ταλαιπωρούνταν, κάτω από τη δουλεία των Αιγυπτίων και αναζητούσαν την ελευθερία τους, έτσι και τα θεία αυτά νοήματα, βιούμενα υπό τη δεσποτεία της «υλικής συνθέσεως της υπάρξεως», τρόπον τινά, ταλαιπωρούνται και υποφέρουν, χωρίς νόημα λυτρωτικό.

Για τον τελευταίο αυτό λόγο, ο νους καλείται να αγωνίζεται για την έξοδό του από τη δουλεία των παθών, με τη συνεργεία και βοήθεια πρώτον της σοφίας, που έχει αποκτήσει από τη γνώση της θεωρίας των όντων και δεύτερον «του εξ’ αυτής γεννηθέντος ευγενούς τρόπου τε και λογισμού, της κατά τον βίον σεμνής πολιτείας». Με αυτούς τους ορούς καλείται να βαδίσει την οδόν της αρετής «την μηδαμώς επιδεχομένην των εν αυτή βαδιζόντων στάσιν αλλ’ αεικίνητον και οξύν εχόντων κατά σκοπόν της ψυχής, προς το βραβείον της άνω κλήσεως τον δρόμον. Επειδή της αρετής η στάσις, κακίας εστίν αρχή…»!

Στην ιστορική αφήγηση της στάσεως του Μωϋσή στο κατάλυμα, ως λόγος απειλής θανάτου του, εκ μέρους του αγγέλου του Θεού, προβάλλεται η ακροβυστία του υιού της Σεπφώρας, της γυναίκας του Μωϋσή. Ο τελευταίος, πριν αναλάβει το έργο της εξόδου των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο, είχε προσταχθεί από το Θεό «να καθαρθεί διά περιτομής». Αλλά στο κατάλυμα (κατά τη «στάση») «απέκτησε υιόν ακρό­βυστο».

Αναγωγικά, δηλ. ως προς τον καθαρθέντα από τα πάθη νουν, ο λόγος της απειλής του με θάνατο, είναι η απόκτηση, κατά τη στάση του στην οδό των αρετών, εμπαθούς λογισμού («ακροβύστου υιού»).

Ο νους, εφόσον σταματήσει, κατά την πορεία του στην οδό των αρετών, μοιραίως, (κατ’ αναπόφευκτο τρόπο) ελκύεται από τα εκατέρωθεν της οδού υλικά πράγματα και επομένως ασχολείται εμπαθώς με τα αισθητά. Στην περίπτωση αυτή «τον καθαρόν και διόλου (τελείως) περιτετμημένον τρόπον τε και λογισμόν της ευσεβούς διαγωγής», καθιστά ακρόβυστο (εμπαθή) και βέβηλο.

Τότε ακριβώς ο λόγος (η δημιουργική αιτία του νου), ο οποίος παρακολουθεί και ελέγχει την πορεία του νου στην οδό των αρετών, ως «άγγελος κατά συνείδησιν», απειλεί θάνατο, για το γεγονός ότι «η κατ’ αρετήν στάσις» γίνεται αιτία αποκτήσεως εμπαθούς λογισμού.

Είναι άξιο προσοχής το γεγονός ότι ως ιδιαίτερα σημαντικό χαρακτηριστικό της «στάσεως», κατά την πορεία του πνευματικού αγωνιστή, στην οδό των αρετών, ο άγιος Μάξιμος επισημαίνει την ανεπίγνωστη (ασυνείδητη) υποκλοπή του νου από τους εμπαθείς λογισμούς.

Η στάση, ενώ μερικές φορές κατανοείται εύλογα ως ανάπαυση από τους κόπους των πνευματικών αγώνων και ως αναγκαία αναψυχή για την περαιτέρω συνέχιση των αγώνων αυτών, εντούτοις, κατά την πατερική αντίληψη, έχει πάντοτε τον κίνδυνο της επιστροφής στην αιχμαλωσία των εμπαθών λογισμών.

Ο κίνδυνος αυτός είναι συχνά θανάσιμος, επειδή ακριβώς «λεληθότως» διολισθαίνει ο πνευματικός αγωνιστής στο «κατά διάνοιαν πάθος», κατά την στάση της αρετής. Η εμφατική χρησιμοποίηση από τον άγιο Μάξιμο δύο φορές του επιρρήματος «λεληθότως», για την επισήμανση της ανύποπτης αυτής επιστροφής στην κυριαρχία εμπαθών λογισμών, ύστερα από κάποιες πνευματικές κατακτήσεις στην περιοχή της ψυχικής καθαρότητας, υπογραμμίζει την ανάγκη της εγρηγόρσεως και της νήψεως, ως υπέρβαση ασυνείδητων παθογόνων ενδοψυχικών διεργασιών, που απειλούν άμεσα τον αναπαυόμενο στις πνευματικές δάφνες του…πνευματικό αγωνιστή!

πηγή Ελληνικά καί Οορθόδοξα

Δευτέρα, Μαρτίου 12, 2012

Η «Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών»



Η «Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών» είναι συλλογή πατερικών κειμένων, τα οποία έχουν ένα ιδιαίτερο περιεχόμενο. Το περιεχόμενο αυτό αναφέρεται στη μυστική, δηλ. εσωτερική ψυχική εργασία της καθάρσεως του νου και της καρδίας. Γι’ αυτό τα πατερικά κείμενα της «Φιλοκαλίας» παρουσιάζουν διαστάσεις και όψεις της μυστικής θεολογίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Επειδή δε η βίωση της μυστικής αυτής πνευματικής εργασίας πραγματοποιείται υπό τον όρο της αδιαλείπτου εγρηγόρσεως της ψυχής, της νήψεως, τα πατερικά αυτά κείμενα χαρακτηρίζονται και «νηπτικά».
Η λέξη «νήψις» ετυμολογείται από το ρήμα «νήφω», που σημαίνει- δεν πίνω οίνο, είμαι νηφάλιος, διάγω βίο εγκρατή, είμαι σώφρων, ήρεμος, κόσμιος. Επομένως τα νηπτικά πατερικά συγγράμματα είναι τα κείμενα εκείνα που, όπως θα λέγαμε σήμερα, παρουσιάζουν την «υπαρξιακήν» όψη της ηθικής και πνευματικής εργασίας της καθάρσεως του νου και της καρδιάς, με την οποία ο πιστός προσεγγίζει στην περιοχή της θείας παρουσίας και ενεργείας. Τα νηπτικά πατερικά κείμενα δεν είναι κείμενα αφηρημένων θρησκευτικών στοχασμών ή θεωρητικής ηθικής διδασκαλίας. Είναι «το μεγαλόπνοον απαύγασμα ηγιασμένου ασκητικού βιώματος θειοτάτων πατερικών μορφών, επί των οποίων επέλαμψε το πανάγιον και φωτιστικόν πνεύμα». Για τούτο πολύ εύστοχα η «Φιλοκαλία», συγκρινόμενη προς τα λοιπά πατερικά κείμενα, χαρακτηρίζεται από τους εκδότες της εκδόσεως που κυκλοφορεί, ως το «Αγιον των Αγίων».
Η «υπαρξιακή» σημασία των νηπτικών πατερικών κειμένων καταφαίνεται στις ημέρες μας από την εκτίμηση που εκδηλώνουν προς αυτά όλο και περισσότεροι πνευματικοί άνθρωποι, θεολόγοι, ιστορικοί, κοινωνιολόγοι και ψυχολόγοι. Μάλιστα σε ορισμένες εποχές ηθικής και πνευματικής κρίσεως ένα μεγάλο μέρος των πιστών της ορθοδόξου Εκκλησίας βρήκε στα νηπτικά πατερικά κείμενα την «πηγήν του ύδατος του αλλομένου εις ζωήν αιώνιον» (Ιω. 4,14).
Στον πρόλογο της εκδόσεως της «Φιλοκαλίας», που κυκλοφορεί σήμερα, υπενθυμίζεται ότι η πρώτη έκδοσή της προκάλεσε «ενθουσιαστικόν συναγερμόν εις το ορθόδοξον πλήρωμα… Ολόκληρη η έκδοσις της Βενετίας του 1782 εγένετο ανάρπαστος από μονάζοντας και μη, εις τας περιοχάς των Ορθοδόξων Πατριαρχείων και Εκκλησιών, αλλά και πέραν αυτών». Είναι δε πολύ χαρακτηριστικό το γεγονός ότι μια εργασία του γνωστού ρωμαιοκαθολικού θρησκειοψυχολόγου Καθηγητού Γεωργίου Wunderle με θέμα, «Ψυχολογία της ησυχαστικής προσευχής», που κυκλοφόρησε το έτος 1947, έγινε κυριολεκτικώς ανάρπαστη και εκδόθηκε για δεύτερη φορά. Ο Wunderle υπογραμμίζει ζωηρά πως υπάρχουν στην Ευρώπη πολλοί απλοί άνθρωποι αλλά και διανοούμενοι που δεν ενδιαφέρονται απλώς για την «Φιλοκαλία» αλλά που ασκούνται και υποτάσσονται στους κανόνες της νηπτικής ζωής της «Φιλοκαλίας».
Έτσι τα νηπτικά πατερικά κείμενα δεν προορίζονται μόνο για τους μοναχούς και τους ασκητές. Απευθύνονται πάντοτε προς όλους αυτούς τους πιστούς, που, συνεπείς στην προτροπή του Κυρίου· «Γρηγορείτε και προσεύχεσθε» (Ματθ. 26, 41), προσπαθούν να αγωνίζονται «νομίμως» (Β’ Τιμ. 2,5) τον καλό αγώνα της πίστεως. Με το πνεύμα δε αυτό προλογίζοντας την πρώτη έκδοση της «Φιλοκαλίας» ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης προσκαλεί τους λαϊκούς και τους μοναχούς να αξιοποιήσουν υπαρξιακά τους θησαυρούς των πατερικών νηπτικών κειμένων.
«Έλθετε πάντες όσοι κλήσεως ορθοδόξου τυγχά¬νετε μέτοχοι, συνάμα Λαϊκοί τε και Μοναχοί, οι την εντός υμών ούσαν του Θεού Βασιλείαν και τον εν τω αγρώ της καρδίας κεκρυμμένον ευρηκέναι σπουδάζοντες θησαυρόν, ος έστιν ο γλυκύς Ιησούς Χριστός· ίν’ όπως, της περί τα κάτω αιχμαλωσίας, και της περιφοράς του νοός υμών ελευθερωθέντος, και της καρδίας των παθών καθαρθείσης, διά της αδιάλειπτου του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού φοβεράς επικλήσεως, και των λοιπών συνεργών αρετών, των εν τη παρούση Βίβλω διδασκομένων, ενωθείητε μεν προς εαυτούς, δι’ εαυτών δε και προς Θεόν, κατά την προς τον Πατέρα του Κυρίου παράκλησιν, ίνα ώσι, λέγοντος, εν, ως ημείς εν έσμεν.. .». Πράγματι, η μεγάλη υπηρεσία που και σήμερα ημπορεί να προσφέρει η έμπρακτη μελέτη των πατερικών νηπτικών κειμένων είναι η ψυχική ανασυγκρότηση και εσωτερική ενοποίηση της προσωπικότητας του χριστιανού που θα ήθελε να βιώνει αυθεντικά την πιστή του στο Χριστό. Είναι φανερό πλέον ότι ο σύγχρονος τρόπος ζωής διεγείρει ενδιαφέροντα που ανήκουν στην περιοχή της ανέσεως, του υλικού κέρδους, της ηθικής χαλαρώσεως και γενικά της εγωιστικής και ατομικιστικής επιδιώξεως. Μέσα στο πνεύμα καθενός ανθρώπου παγιώνεται αδιάσειστα η βασική σκέψη πως πρέπει να κυνηγά καθετί που εξασφαλίζει άνεση, ευχαρίστηση και υλική ασφάλεια. Αλλά μια τέτοια υπαρξιακή προοπτική γεννά τυραννικό άγχος μέσα στο βάθος της ανθρώπινης προσωπικότητας και διασπά την εσωτερική της ενότητα. Κάνει τον άνθρωπο δίψυχο και επομένως «ακατάστατον εν πάσαις ταις οδοίς αυτού» (Ιακώβ. 1,8).
Η αγχωτική αυτή ψυχολογική πραγματικότητα, που είναι προϊόν της ηθικής κα! πνευματικής αναπηρίας του συγχρόνου χριστιανού, υπογραμμίζει επίσης την ανεκτίμητη σημασία των πατερικών νηπτικών κειμένων. Όπως λέγει ο άγιος Νικόδημος, το ουσιαστικό αποτέλεσμα της υπαρξιακής αξιοποιήσεως των κειμένων αυτών είναι η εσωτερική ενότητα της προσωπικότητας του πιστού και συνεπώς η ενότητα αυτού με τον Θεό.
Αξίζει λοιπόν να εντρυφήσει κανείς στις δροσιστικές, αλλά πολλές φορές και καυστικές, σελίδες της «Φιλοκαλίας» για να αποκτήσει την πνευματική εκείνη διαύγεια που θα τον κάνει ικανό να πραγματώνει την απροκατάληπτη αυτοθεώρησή του. Η μελέτη των νηπτικών πατερικών κειμένων μπορεί πάντοτε και κατ’ εξοχήν σήμερα να μας βοηθήσει να αντιληφθούμε το είδος και την ποιότητα του πνευματικού μας περιεχομένου. Μια τέτοια αυτοθεώρηση είναι η μοναδική αφετηρία για μια δυναμική πνευματική προσπάθεια προς ενοποίηση και εξαγιασμό της ψυχής μας.
(Ιωάννου Κορναράκη, «Φιλοκαλικά θέματα», εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη – Θεσ/νίκη, σ. 5-10)

εδω

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 29, 2012

Άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος: Λόγος προς τον ηγούμενο Λεόντιο, για τους αγίους Πατέρες της Σκήτης και για την διάκριση (Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, α΄ τόμος)


Πήγαμε λοιπόν στην έρημο της σκήτης, όπου ζούσαν οι πιο δόκιμοι και αξιόλογοι πατέρες, εγώ και ο άγιος Γερμανός, ο οποίος από την παιδική ηλικία έγινε πνευματικός μου φίλος και στο σχολείο και στο στρατό και στη μοναχική ζωή. Εκεί είδαμε τον αββά Μωυσή, άγιον άνθρωπο, ο οποίος έλαμπε μεταξύ των άλλων, όχι μόνο στις πρακτικές αρετές αλλά και στην πνευματική θεωρία. Τον παρακαλούσαμε λοιπόν με δάκρυα να μας πει ένα λόγο πνευματικής ωφέλειας, με τον οποίο να μπορέσομε να φτάσομε στην τελειότητα. Και αφού πολύ τον παρακαλέσαμε, μας είπε: «Παιδιά μου, όλες οι αρετές και τα έργα έχουν κάποιο σκοπό, κι εκείνοι που αποβλέπουν σ’ αυτόν τακτοποιούν τον εαυτό τους και φτάνουν στον ποθούμενο στόχο. Όπως ο γεωργός υποφέρει και τη ζέστη και το κρύο, δουλεύοντας με προθυμία τη γη, έχοντας σκοπό να την καθαρίσει από αγκάθια και ξένα χόρτα και στόχο την απόλαυση των καρπών. Και ο έμπορος χωρίς να λογαριάζει τους κινδύνους ούτε της θάλασσας, ούτε της ξηράς, προχωρεί στο εμπόριο, έχοντας σκοπό το εμπορικό κέρδος και στόχο την απόλαυση του κέρδους. Επίσης και εκείνος που κατατάσσεται στο στρατό, ούτε τους κινδύνους του πολέμου λογαριάζει ούτε την ταλαιπωρία της ξενιτειάς, αλλά έχει σκοπό την απόκτηση αξιωμάτων λόγω ανδραγαθίας και στόχο το κέρδος από το αξίωμα. Έχει λοιπόν και η δική μας προσπάθεια δικό της σκοπό και στόχο, για χάρη του οποίου υποφέρομε με προθυμία κάθε κόπο και κούραση. Γι’ αυτό η αποχή τροφών κατά τις νηστείες δεν μας καταβάλλει. ο κόπος των αγρυπνιών μάς ευχαριστεί. η ανάγνωση και η μελέτη των Γραφών γίνεται με προθυμία. και ο κόπος της εργασίας και η υπακοή και η απογύμνωση απ’ όλα τα γήινα πράγματα και η παραμονή μας στην έρημο, γίνονται με ευχαρίστηση. Αλλά και σεις, που καταφρονήσατε και την πατρίδα και την οικογένειά σας και όλο τον κόσμο και ξενιτευτήκατε, και ήρθατε τώρα σε μένα που είμαι άνθρωπος χωρικός και αμαθής, πέστε μου ποιος είναι ο σκοπός σας; Και σε ποιο στόχο αποβλέπετε;»

Τότε του αποκριθήκαμε: «Στη βασιλεία των ουρανών». Σ’ αυτό ο αββάς Μωυσής απάντησε: «Ορθά αποκριθήκατε για το στόχο σας. Αλλά δεν μου είπατε ποιος είναι ο σκοπός, προς τον οποίο αν αποβλέπομε, χωρίς να ξεφεύγομε από τον ίσιο δρόμο, μπορούμε να επιτύχομε την βασιλεία των ουρανών». Και τότε, αφού ομολογήσαμε, ότι δεν γνωρίζομε, ο γέροντας αποκρίθηκε: «Στόχος λοιπόν της μοναχικής μας ζωής, όπως είπατε, είναι η βασιλεία του Θεού. Και σκοπός η καθαρότητα της ψυχής, χωρίς την οποία είναι αδύνατο να φτάσομε σ’ εκείνο το στόχο. Σ’ αυτόν το σκοπό λοιπόν να είναι πάντοτε ο νους μας. Και αν ποτέ συμβεί για λίγο να ξεφύγει η καρδιά μας από τον ίσιο δρόμο, αμέσως να την επαναφέρομε και να την ευθυγραμμίζομε, σαν με αλφάδι, με το σκοπό μας. Γνωρίζοντας αυτό ο μακάριος Παύλος, λέει: «Λησμονώ όσα έγιναν στο παρελθόν, κι απλώνομαι διαρκώς προς τα εμπρός και τρέχω προς το τέρμα, για το ουράνιο βραβείο που μάς κάλεσε ο Θεός»(71). Γι’ αυτόν τον σκοπό λοιπόν κι εμείς κάνομε τα πάντα, γι’ αυτόν όλα τα περιφρονούμε, και την πατρίδα και την οικογένεια και τα χρήματα και όλο τον κόσμο, για ν’ αποκτήσομε την καθαρότητα της καρδιάς. Αν λησμονήσομε αυτό το σκοπό, κατ’ ανάγκην, καθώς περπατούμε στο σκοτάδι και βαδίζομε έξω από τον ίσιο δρόμο, θα σκοντάφτομε συχνά και πολύ θα πλανιόμαστε. Αυτό έγινε σε πολλούς, οι οποίοι στην αρχή της αποταγής τους καταφρόνησαν και πλούτο και χρήματα και όλον τον κόσμο, ύστερα όμως για χάρη ενός δικελιού ή μιας βελόνας ή για ένα καλάμι ή για ένα βιβλίο, θύμωναν και οργίζονταν, πράγμα που δεν θα το πάθαιναν αν θυμούνταν τον σκοπό για τον οποίο καταφρόνησαν τα πάντα. Επειδή για χάρη της αγάπης του πλησίον καταφρονούμε τον πλούτο, για να μην φιλονεικούμε γι’ αυτόν και, μεγαλώνοντας την διάθεση της οργής, ξεπέσομε από την αγάπη. Όταν λοιπόν για μηδαμινά πράγματα φανερώνομε στον αδελφό την διάθεση της οργής, έχομε ξεπέσει από τον σκοπό μας και δεν έχομε καμιά ωφέλεια από την αποταγή μας.

διαβάστε το ολόκληρο εδώ απ'όπου και το πήρα