ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φώτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φώτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Ιανουαρίου 02, 2022

Kυριακή πριν από τα Φώτα


«᾽Εν δὲ ταῖς ἡμέραις ἐκείναις παραγίνεται ᾽Ιωάννης ὁ βαπτιστὴς κηρύσσων ἐν τῇ ἐρήμῳ τῆς ᾽Ιουδαίας [καὶ] λέγων, Μετανοεῖτε, ἤγγικεν γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν [: Κατά τις ημέρες εκείνες (που ο Ιησούς ζούσε αφανής στη Ναζαρέτ) έκαμε την εμφάνισή του ο Ιωάννης ο βαπτιστής και κήρυσσεστην έρημο της Ιουδαίας (που βρίσκεται στα βόρεια της Νεκράς Θάλασσας),και έλεγε:“μετανοείτε, αλλάξτε φρονήματα και ζωή, διότι η βασιλεία των ουρανών (την οποία θα μας φέρει ο Μεσσίας) έχει πλέον πλησιάσει”.]»
«᾽Εν δὲ ταῖς ἡμέραις ἐκείναις»: Ποιες ημέρες εννοεί ο Ευαγγελιστής; Διότι ο Ιωάννης δεν εμφανίζεται τότε, όταν δηλαδή ο Ιησούς ήταν παιδί, αλλά ύστερα από τριάντα έτη, όπως μαρτυρεί και ο Λουκάς (Λουκ. 3, 1-3). Γιατί, λοιπόν, λέγει «κατά τις ημέρες εκείνες»; Είναι γενική συνήθεια στην Αγία Γραφή να χρησιμοποιεί αυτόν τον τρόπο της εκφράσεως, όχι μόνο όταν διηγείται αυτά που συμβαίνουν στο συγκεκριμένο χρόνο, αλλά και όταν αναφέρεται σε γεγονότα που θα συμβούν πολλά χρόνια αργότερα. Το ίδιο συνέβη και όταν ο Ιησούς καθόταν στο όρος των Ελαιών και Τον πλησίασαν οι μαθητές Του και ήθελαν να μάθουν για τη Δευτέρα παρουσία  Του και την άλωση της Ιερουσαλήμ (Ματθ. 24 κ.ε.). Γνωρίζετε, βέβαια, πόσος χρόνος μεσολαβεί μεταξύ των δύο γεγονότων. Αφού, λοιπόν, ομίλησε για την ολοκληρωτική καταστροφή της μητροπόλεως και ολοκλήρωσε τον λόγο για τα γεγονότα αυτά (Ματθ. 24, 3 και 9) και επρόκειτο να μεταβεί στο χρόνο της συντελείας του κόσμου πρόσθεσε τη φράση «Τότε και αυτά θα συμβούν», χωρίς να συνάπτει τους δύο ξεχωριστούς χρόνους των δύο αυτών γεγονότων με το να πει «τότε», αλλά καθόριζε εκείνο μόνο τον χρόνο, κατά τον οποίο επρόκειτο να λάβουν χώρα αυτά· πράγμα το οποίο κάνει και τώρα, όταν λέγει: «Κατά τις ημέρες εκείνες». Διότι δεν επέλεξε την έκφραση αυτή για να δηλώσει τις αμέσως επόμενες ημέρες των προηγούμενων γεγονότων (Ματθ. 2, 23), αλλά εκείνες ήθελε να καθορίσει, κατά τις οποίες επρόκειτο να συμβούν, όσα προετοιμαζόταν να διηγηθεί.
Και για ποιο λόγο, θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος, ο Ιησούς, ύστερα από τριάντα χρόνια, ήλθε για να βαπτισθεί; Μετά το βάπτισμα αυτό, λοιπόν, σκόπευε να καταργήσει τον νόμο. Γι’ αυτό μέχρι της ηλικίας αυτής, η οποία προσβάλλεται από όλα τα αμαρτήματα, παραμένει και εφαρμόζει αυτόν καθ’ ολοκληρίαν, ώστε κανένας να μην ισχυρίζεται ότι κατήργησε αυτόν, επειδή δεν μπορούσε να τον τηρήσει. Διότι δε δεχόμαστε πάντοτε όλων μαζί των παθών την επίθεση· αλλά κατά την παιδική ηλικία μάς διακρίνει η απερισκεψία και η δειλία, στη συνέχεια δε η σφοδρή επιθυμία για τις ηδονές και έπειτα η επιθυμία των χρημάτων. Για τον λόγο αυτό, αφού περίμενε σε όλα τα στάδια της ηλικίας και αφού σε όλα αυτά τήρησε τον νόμο, έτσι έρχεται για να βαπτισθεί, τοποθετώντας το βάπτισμα στο τέλος μετά την εκπλήρωση των άλλων εντολών.
Το ότι δε το βάπτισμα ήταν γι’ αυτόν το τελευταίο κατόρθωμα από τα οριζόμενα από τον νόμο, άκουσε τι λέγει: «Διότι έτσι είναι πρέπον σε εμάς να εκτελέσουμε κάθε εντολή» (Ματθ. 3, 15). Αυτό δε που λέγει, σημαίνει το εξής· Εφαρμόσαμε όλες τις νομικές διατάξεις, δεν παραβιάσαμε καμία εντολή. Επειδή, λοιπόν, αυτό μας μένει ακόμη, πρέπει να το προσθέσουμε και αυτό και έτσι θα εκπληρώσουμε κάθε δικαιοσύνη. Δικαιοσύνη δε ονομάζει εδώ την τήρηση όλων των εντολών· ότι αυτή είναι η αιτία, για την οποία ο Χριστός ήθελε να βαπτισθεί, είναι φανερό από τα ανωτέρω.
Αλλά γιατί ανατέθηκε τούτο το βάπτισμα στον Ιωάννη; Το ότι βέβαια ο υιός του Ζαχαρία δεν πήρε την απόφαση αυτή να βαπτίζει από μόνος του, αλλά εκτελούσε το έργο αυτό παρακινούμενος από τον Θεό, και ο Λουκάς το φανερώνει, όταν λέγει: «Δόθηκε εντολή από τον Θεό προς τον Ιωάννη» (Λουκ. 8, 2) και ο ίδιος ο Ιωάννης το λέγει: «Εκείνος που με απέστειλε να βαπτίζω με νερό, εκείνος μου είπε· σε  όποιον θα δεις το Πνεύμα να κατεβαίνει σαν περιστερά και να μένει επάνω Του, Αυτός είναι που βαπτίζει με Πνεύμα Άγιο» (Ιωαν. 1, 33).
Και για ποιο σκοπό απεστάλη να βαπτίζει; Και αυτό, πάλι, ο Βαπτιστής μάς το γνωστοποιεί λέγοντας: «Και εγώ ο ίδιος δεν Τον γνώριζα προηγουμένως, αλλά για να γίνει Αυτός φανερός στους Ισραηλίτες, για τον λόγο αυτό ήλθα εγώ και βαπτίζω με νερό στα ύδατα του Ιορδάνου»(Ιωαν. 1,31).
Μα εάν ήταν μόνο αυτή η αιτία της αποστολής του, τότε γιατί λέγει ο Λουκάς ότι «ήλθε σε ολόκληρη την περιοχή του Ιορδάνη και κήρυττε βάπτισμα μετανοίας για άφεση αμαρτιών» (Λουκ. 3, 8); Βέβαια, το βάπτισμα αυτό δεν έσβηνε τα αμαρτήματα, αλλά η δωρεά αυτή ήταν γνώρισμα του βαπτίσματος που δόθηκε στη συνέχεια. Διότι, μέσω του βαπτίσματός μας ενταφιαστήκαμε μαζί με τον Χριστό και ο παλαιός μας εαυτός συσταυρώθηκε τότε, και πριν από τον σταυρό δεν υπάρχει άφεση αμαρτιών σε καμία περίπτωση· πάντοτε, βέβαια, το αίμα Αυτού θεωρείται ως αιτία της συγχωρήσεως των αμαρτημάτων. Αλλά και ο Παύλος λέγει: «Αλλά λουσθήκατε με το άγιο βάπτισμα και καθαρισθήκατε από αυτά τα αμαρτήματα», όχι με το βάπτισμα του Ιωάννου, «αλλά πήρατε τον αγιασμό που χαρίζει το Πνεύμα το Άγιο, γίνατε δίκαιοι εν τω ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού δια του Πνεύματος του Θεού μας» (Α΄Κορινθ. 6, 11). Και σε άλλο βιβλίο λέγει: «ο Ιωάννης μεν σας βάπτισε σε βάπτισμα μετανοίας και προπαρασκευής» και δεν λέγει «αφέσεως», «λέγοντας συγχρόνως στον λαό να πιστέψουν σε εκείνον, που θα ερχόταν κατόπιν από αυτόν, δηλαδή στον Ιησού Χριστό, ο οποίος και μόνος θα έδιδε άφεση και σωτηρία”. Πραγματικά, αφού ακόμη δεν είχε πραγματοποιηθεί η θυσία του Κυρίου, ούτε το άγιο Πνεύμα είχε κατέβει, ούτε η αμαρτία είχε συγχωρηθεί, ούτε η έχθρα μεταξύ Θεού και ανθρώπου είχε καταργηθεί, ούτε η κατάρα είχε αφανιστεί, πώς επρόκειτο να γίνει άφεση αμαρτιών;
Τότε τι σημαίνει η έκφραση «εις άφεσιν αμαρτιών» (Λουκ. 3, 4· Μαρκ. 1, 4); Οι Ιουδαίοι ήταν αγνώμονες και ουδέποτε δε συναισθάνονταν τα αμαρτήματά τους, αλλά, ενώ ήσαν ένοχοι για τα βαρύτερα παραπτώματα, δικαίωναν τους εαυτούς τους σε κάθε περίπτωση, πράγμα το οποίο τους οδήγησε στην καταστροφή και τους απομάκρυνε από την πίστη. Αυτήν την κατηγορία αποδίδοντας σε αυτούς και ο Παύλος έλεγε· «Διότι αυτοί αγνόησαν μεν και παραμέρισαν την δικαίωση, που εξ αγάπης παρέχει ο Θεός, ζητούν δε να στήσουν τις δικές τους αντιλήψεις περί δικαιώσεως και έτσι δεν υποτάχθηκαν στην δικαίωση του Θεού (Ρωμ. 10, 3)». Και πάλι· «Τι λοιπόν θα συμπεράνουμε τώρα; Ότι τα ειδωλολατρικά έθνη που δεν επεδίωκαν να δικαιωθούν, κατέλαβαν ως κτήμα τους την δικαίωση, δικαίωση δε η οποία προέρχεται από την πίστη, οι δε Ισραηλίτες, οι οποίοι επιζητούσαν την δικαίωσή τους δια του Νόμου στον αληθινό Νόμο της δικαιώσεως, δεν κατόρθωσαν να φθάσουν. Γιατί; Διότι δεν επεδίωκαν την δικαίωσή τους δια της πίστεως στον Χριστό, αλλά δια του Μωσαϊκού Νόμου, σαν να ήταν δυνατόν με έργα του Νόμου να δικαιωθούν. Διότι εξαιτίας της απιστίας τους “σκόνταψαν επάνω στον Χριστό, ο οποίος υπήρξε γι’ αυτούς λίθος προσκόμματος”» (Ρωμ .9, 30-32).
Επειδή λοιπόν η αντίληψη αυτή ήταν η αιτία των κακών, έρχεται  Ιωάννης, ο οποίος δεν κάνει τίποτε άλλο, παρά προσπαθεί να τους φέρει σε συναίσθηση των αμαρτιών τους. Εξάλλου, αυτό φανέρωνε και εξωτερική του εμφάνιση η οποία ήταν εμφάνιση μετανοίας και εξομολογήσεως: «φορούσε ένδυμα από τρίχες καμήλου και δερμάτινη ζώνη, γύρω από την μέση του» (Ματθ. 3, 4). Το ίδιο φανέρωνε και το κήρυγμά του, διότι δεν έλεγε τίποτε άλλο, παρά «να κάνετε καρπούς άξιους της μετανοίας» (Ματθ. 3, 8· Λουκ. 3, 8).
Επειδή λοιπόν, η μη αναγνώριση των οικείων αμαρτημάτων, όπως απέδειξε και ο Απόστολος Παύλος, τους έκανε να απομακρύνονται από τον Χριστό, ενώ η συναίσθηση της αμαρτωλότητάς τους τούς γεννούσε την επιθυμία να αναζητούν τον Λυτρωτή και να επιδιώκουν τη συγχώρηση των αμαρτιών, για τον λόγο αυτό ήλθε Ιωάννης, για να συντελέσει σε αυτό ακριβώς και να πείσει αυτούς να μετανοήσουν· όχι βέβαια για να τιμωρηθούν, αλλά αφού με την μετάνοια γίνουν πιο ταπεινοί και κατηγορήσουν τους εαυτούς τους, να σπεύσουν για να λάβουν τη συγχώρηση.
Κοίταξε, λοιπόν, με πόση ακρίβεια καθόρισε αυτό. Διότι αφού είπε· «εμφανίστηκε ο Ιωάννης και κήρυσσε βάπτισμα μετανοίας στην έρημο της Ιουδαίας», πρόσθεσε «προς συγχώρηση των αμαρτιών» (Μαρκ. 1, 4), σαν να έλεγε, δηλαδή, ότι δι’ αυτού του βαπτίσματος έπειθε αυτούς να ομολογήσουν τα αμαρτήματά τους και να μετανοήσουν γι’ αυτά, όχι για να τιμωρηθούν, αλλά για να δεχθούν ευκολότερα την κατοπινή συγχώρηση. Διότι εάν δεν καταλόγιζαν τις αμαρτίες στους εαυτούς τους, ούτε τη Χάρη δε θα ζητούσαν. Εάν όμως δε ζητούσαν την χάρη, ούτε τη συγχώρηση δε θα ελάμβαναν. Ώστε το βάπτισμα αυτό προετοίμαζε τον δρόμο για τον Ιησού, γι’ αυτό και έλεγε ο Ιωάννης στο λαό· «να πιστέψουν σε Εκείνον, που θα ερχόταν κατόπιν από αυτόν, δηλαδή στον Ιησού Χριστό, ο οποίος μονάχα θα έδιδε άφεση και σωτηρία» (Πραξ. 19, 4), προσθέτοντας και αυτή τη σκοπιμότητα του βαπτίσματος σε αυτήν που αναφέρθηκε παραπάνω.
Πραγματικά, δεν ήταν το ίδιο το να περιέρχεται τα σπίτια και να περιφέρει τον Χριστό κρατώντας Τον από το χέρι και να λέγει: «Να πιστέψετε σε Αυτόν», με το να ακουσθεί η μακαρία εκείνη φωνή «οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα [: Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπημένος (ομονογενής ως Θεός υιός μου, και ο απολύτως αναμάρτητος ως άνθρωπος) στον οποίον αναπαύομαι πάντοτε πλήρως, διότι πράττει το αρεστό σε εμένα] (Ματθ. 3, 16-17)» και να γίνουν όλα τα άλλα, ενώ ήσαν όλοι συγκεντρωμένοι και έβλεπαν τα συμβαίνοντα.
Για τον λόγο αυτό έρχεται για να βαπτισθεί. Διότι η υπόληψη του βαπτίζοντος και η υπόθεση του βαπτίσματος προσέλκυε ολόκληρη την πόλη και την καλούσε προς τον Ιορδάνη και μεγάλη συγκέντρωση, σαν σε θέατρο, πραγματοποιούταν. Για τον λόγο αυτόν, ο Ιωάννης όταν συγκεντρώθηκαν τους ελέγχει και προσπαθεί να τους πείσει να μην έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, αποδεικνύοντάς τους ότι είναι ένοχοι για τα μεγαλύτερα αμαρτήματα, εάν δε μετανοήσουν και δεν αφήσουν τη συνεχή αναφορά στους προγόνους και την καύχηση για την ευγενική τους καταγωγή και δε δεχθούν τον Ερχόμενο.
Διότι είχαν βέβαια συσκιασθεί τα σχετικά με τη ζωή του Χριστού παλαιότερα και πίστευαν οι πολλοί ότι είχε πεθάνει εξαιτίας της σφαγής που έλαβε χώρα στη Βηθλεέμ από τον Ηρώδη. Βέβαια φανέρωσε τον εαυτό Του όταν ήταν δώδεκα ετών, αλλά γρήγορα πέρασε πάλι στην αφάνεια. Για τον λόγο αυτό, χρειάζονταν λαμπρά προοίμια και κάποια υψηλότερη αρχή του έργου. Γι’ αυτό και τότε κατά πρώτον, όσα ουδέποτε δεν άκουσαν οι Ιουδαίοι, ούτε από τους προφήτες, ούτε από άλλον κανένα, διακηρύσσει με δυνατή φωνή ο Ιωάννης, αναφερόμενος στον ουρανό και την εκεί Βασιλεία, χωρίς να λέγει τίποτα περί της γης, πλέον. Όταν δε λέγει «Βασιλείας», εννοεί εν προκειμένω την παρουσία του Ιησού την πρώτη και την τελευταία.
«Και τι σχέση έχει αυτό με τους Ιουδαίους;», θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς. Πραγματικά δεν αντιλαμβάνονται τι λες. Μα γι’ αυτό ακριβώς ομιλώ με τέτοιον τρόπο, απαντά ο Ιωάννης, ώστε παρακινούμενοι από την ασάφεια των λεγομένων, να θελήσουν να αναζητήσουν τον κηρυττόμενο. Έτσι λοιπόν τους προσείλκυε με τις χρηστές ελπίδες, όταν πήγαιναν κοντά του, ώστε και πολλοί τελώνες («ἦλθον δὲ καὶ τελῶναι βαπτισθῆναι» Λουκ. 3, 12-13) και στρατιωτικοί (Λουκ. 3, 14) να ρωτούν τι πρέπει να πράττουν και πώς να ρυθμίζουν τη ζωή τους, πράγμα το οποίο ήταν απόδειξη ότι είχαν απαλλαγεί από τα επίγεια πράγματα και φρόντιζαν για άλλα σπουδαιότερα ζητήματα και ότι ονειρεύονταν τα μελλοντικά αγαθά, διότι όλα, και οι πράξεις και οι λόγοι τους ενέπνεαν υψηλό φρόνημα.
Σκέψου λοιπόν τι σήμαινε να δουν άνθρωπο, ο οποίος ήταν υιός αρχιερέως, να επιστρέφει από την έρημο ύστερα από τριάντα χρόνια, χωρίς να έχει χρειαστεί ποτέ μέχρι τώρα τίποτε από τα ανθρώπινα και να είναι άξιος σεβασμού από πάσης απόψεως, έχοντας μαζί του τον προφήτη Ησαΐα. Διότι ήταν και αυτός παρών, προβάλλοντας τον Ιωάννη και λέγοντας· «Αυτός δε ο Ιωάννης ήταν εκείνος, για τον οποίο είχε προφητεύσει ο Ησαΐας λέγοντας·‘’ιδού ακούγεται φωνή ανθρώπου, ο οποίος κράζει μεγαλοφώνως στην έρημο· Ετοιμάστε τον δρόμο του Κυρίου, κάντε ευθείς και ομαλούς τους δρόμους αυτού· (δηλαδή προπαρασκευάστε τις καρδιές σας και καθαρίστε τις ψυχές σας, για να τις επισκεφτεί ο Κύριος). Αυτός είναι εκείνος, για τον οποίο είπα ότι θα έλθει και θα φωνάζει και θα κηρύττει με δυνατή φωνή στην έρημο»(Ματθ. 3, 3· Ησ. 40, 3). Διότι τόσο πολύ φρόντιζαν οι προφήτες για τα πράγματα αυτά, ώστε όχι μόνο για τον Κύριό τους προ πολλού χρόνου να προφητεύσουν, αλλά και για εκείνον, ο οποίος επρόκειτο να υπηρετήσει αυτόν. Και όχι μόνο αυτόν αναφέρουν αλλά και τον τόπο στον οποίο επρόκειτο να παραμείνει και τον τρόπο του κηρύγματος, τον οποίο θα αξιοποιούσε όταν θα εμφανιζόταν στους ανθρώπους, καθώς και τα αποτελέσματα της δράσεως αυτού.
Κοίταξε, λοιπόν, πώς καταλήγουν στα ίδια νοήματα, αν και δε χρησιμοποιούν τις ίδιες λέξεις, και ο Προφήτης και ο Βαπτιστής. Πραγματικά, ο μεν Προφήτης λέγει ότι θα έλθει, λέγοντας: «Ετοιμάστε τον δρόμο του Κυρίου, κάντε ίσιους και ομαλούς τους δρόμους Αυτού» (Ησ. 40, 3)· ο δε Βαπτιστής αφού ήλθε έλεγε: «Κάντε καρπούς άξιους της μετάνοιας» (Ματθ. 3, 3), πράγμα το οποίο ισοδυναμεί με το «ετοιμάσατε τον δρόμο του Κυρίου». Βλέπεις ότι με όσα είπε ο Προφήτης και με όσα κήρυττε ο Ιωάννης, ένα μόνο πράγμα δηλώνεται, ότι δηλαδή ήλθε ο Ιωάννης να εξομαλύνει τον δρόμο και να προετοιμάσει την έλευση του Μεσσία, όχι για να προσφέρει την δωρεά, πράγμα που ισοδυναμεί με τη συγχώρηση των αμαρτιών, αλλά μόνο προετοίμαζε τις ψυχές εκείνων, που επρόκειτο να δεχθούν τον Θεό των όλων.
Ο δε Ευαγγελιστής Λουκάς λέγει και κάτι επιπλέον. Δηλαδή, δεν έθεσε το προοίμιο μόνο και σταμάτησε, αλλά παραθέτει ολόκληρη την προφητεία: «πᾶσα φάραγξ πληρωθήσεται καὶ πᾶν ὄρος καὶ βουνὸς ταπεινωθήσεται, καὶ ἔσται τὰ σκολιὰ εἰς εὐθεῖαν καὶ αἱ τραχεῖαι εἰς ὁδοὺς λείας, καὶ ὄψεται πᾶσα σὰρξ τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ [: Κάθε φαράγγι θα γεμίσει (θα σκεπασθούν δηλαδή τα χάσματα, που η έλλειψη της αρετής δημιουργεί στις ψυχές) και κάθε όρος και βουνό θα χαμηλώσει και θα ισοπεδωθεί (κάθε δηλαδή εγωισμός και υψηλοφροσύνη, που εμποδίζει την λυτρωτική χάρη του Θεού, θα εξαλειφθεί και θα σβήσει από τις ψυχές) τα στραβά και ανώμαλα μονοπάτια θα γίνουν ευθεία οδός και οι πετρώδεις δρόμοι ομαλοί. (Ανωμαλίες και τραχύτητες και ιδιοτροπίες που δημιουργούν τα πάθη, θα φύγουν από τις ψυχές, για να υποδεχθούν αυτές τον Σωτήρα). Και όταν θα πραγματοποιηθεί αυτή η ηθική προπαρασκευή, τότε κάθε καλοπροαίρετος άνθρωπος θα δει και θα απολαύσει την σωτηρία που στέλνει ο Θεός” (Λουκ. 3, 5-6· Ησ. 40, 4-5). […]

Αποσπάσματα από την ομιλία Ι΄ του αγίου Ιωάννου, Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου

alopsis

Σάββατο, Ιανουαρίου 02, 2021

Κυριακή προ των Φώτων: Εις τα προεόρτια των Φώτων (Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης)



Ελάτε να εποπτεύσωμε τα προαύλια των Φώτων, με θεωρίες φωτοφανείς. Ας εισέλθωμε και εμείς στα ύδατα για να γίνωμε κοινωνοί της πλουσίας θείας ακτινοβολίας τους. Και αφού γίνωμε με το Άγιον Πνεύμα φωτοειδείς, ας ευφημήσωμε τον αίτιον του φωτός Ιησούν, το απαύγασμα της δόξης του Πατρός, με ολόψυχες ευχαριστίες. Αγνίζονται οι Ισραηλίτες προηγουμένως, όταν δηλαδή επρόκειτο να πλησιάσουν στο όρος το φλεγόμενον από το πυρ, βλέποντάς το πλήρες σκότους και θυέλλης, όμως και πάλι δεν ανέρχονται, επειδή αυτό δεν είναι ασφαλές, αλλά παραμένουν κάτω τρομαγμένοι από τους πολυειδείς φοβερισμούς του Θεού. Και αυτός ο Μωυσής λύει τα γήινα υποδήματά του, θέλοντας να προσεγγίση στην θεοβάδιστο γη, τότε που εμυείτο θαυμαστώς στην υψηλήν θεωρία της φλογοφόρου βάτου, η οποία προετύπωνε ένα μεγαλύτερο μυστήριο. Το ιδιο και ο Ιησούς του Ναυή, παίρνει εντολήν από τον άγγελο να μη προσεγγίση καθόλου το έδαφος εκείνο φορώντας υποδήματα, για το σεβάσμιον της αγίας γης. Αλλά και οι τρεις νεανίες τι έκαμαν; Δεν εξέθεσαν τους εαυτούς των στο παμφάγο πυρ, με ψυχές και σώματα εξηγνισμένα, τότε που η καυστική ενέργεια μετεβλήθη γι’ αυτούς σε δροσιστικήν; Με πόσον μεγάλο θαύμα αντήμειψε τους αγίους αυτούς ο Θεός. Να συνυπάρχουν δηλαδή γύρω τους την ιδίαν στιγμήν, οι δύο αυτές αντίρροπες ενέργειες! Και ο Δανιήλ, ο «ανήρ των επιθυμιών του πνεύματος»; Δεν είχε προετοιμάσει με την καθαρτική νηστεία τον εαυτόν του, και έτσι παρέμεινε στον λάκκο μαζί με τους λέοντες λαμβάνοντας πάλι το σώμα του τελείως αβλαβές;

Θέλεις όμως να σου μεταφέρω τον λόγο στην Νέαν Διαθήκη; Κοίτα τον Παύλο, τον μέγα κήρυκα της αληθείας, ότι προπαρεσκευάσθη επί τρία ημερονύκτια με νηστεία και μακρές δεήσεις, και έπειτα ενεδύθη τον Χριστόν, το φως το αληθινόν. Βλέπε και τον ευαγγελιστήν Ματθαίο, πώς αξιοποίησε τα υπάρχοντά του. Απηρνήθη και αυτά, εγκατέλειψε ημιτελείς και όλες τις τελωνικές υποθέσεις, και έτσι προσήλθε να μαθητεύση στον Ιησού. Και δεν ανέφερα ακόμη τον Ζακχαίον, ο οποίος ανύψωσε πρώτα τον εαυτόν του σωματικώς και διανοητικώς, και έτσι ηξιώθη να φιλοξενήση τον Ιησού. Και μαζί με την μεγάλη του υπόσχεσιν ηξιώθη και υψηλοτέρας προσφωνήσεως. Αλλά και ο Κορνήλιος, αφού προσηυχήθη και ενήστευσε επί τετραήμερον, τότε είδε τον άγγελον ο οποίος του έφερε την ευχάριστον είδηση, και έτσι είδε τις ελπίδες του να πραγματοποιούνται. Και συ, ω φίλτατε, για να αφήσω τώρα τους άλλους, ο οποίος θέλεις να προσέρχεσαι στα θεία όχι χωρίς ευλάβεια και πολλήν προετοιμασία, θα προσέλθης έτσι απλώς, χωρίς προπαρασκευήν στο υπέρφωτο μυστήριο, δια του οποίου εγεννήθης πνευματικώς και ωνομάσθης υιός φωτός; Και δεν φοβείσαι μήπως πάθης το ίδιο με εκείνον που επιχειρεί να αντικρύση με ασθενείς οφθαλμούς τον ήλιο;

Αλλά καλώς, νομίζω, προελέχθησαν και διετυπώθησαν αυτά. Εμπρός λοιπόν, ας προχωρήσωμε όπως μας είναι δυνατόν εις τα Προφώτια, και ας ιδούμε με κεκαθαρμένους οφθαλμούς πώς η θεολογία του αληθινού Φωτός, το οποίον ανέτειλε δια της Γεννήσεως, αποκαλύπτεται σταδιακώς μέχρι την ημέρα του φωτογενούς Βαπτίσματος. Ας ευχηθούμε και τώρα να φωτισθή ο νους μας, καθώς θα ακολουθή ιστορικώς τα γεγονότα, και ο λόγος να καταστή ικανός να εκφράση καταλλήλως το μυστικόν περιεχόμενο της κάθε τελετής. Μόλις λοιπόν εγεννήθη από την Παρθένον ο υπερούσιος, παρουσίασεν αγγέλους υμνωδούς του μυστηρίου. Ας το εξετάσωμε όμως βαθύτερα. Γιατί έγινε αυτό; Για να γίνη σε όλους γνωστόν ότι αυτόν τον οποίον ύμνησαν στην αρχήν της δημιουργίας των άστρων ως γενεσιουργόν οι άγγελοι, τον ίδιον υμνούν και δοξάζουν τώρα που τον βλέπουν να λαμβάνη με την γέννηση, την ιδικήν μας μορφή. Γι’ αυτό και τον αναγγέλλει σε όλους ένα άστρο, το οποίο μάλιστα φαίνεται να υπερβαίνη την φύση των άλλων αστέρων, και από τον τρόπον που κινείται και από το ότι φέγγει και κατά την ημέρα. Και πού αποσκοπεί αυτό; Στο να φανερώση ότι αυτός που εγεννήθη είναι υπερφυής, άνθρωπος μεν κατά το ορώμενον, Θεός δε κατά το νοούμενον. Από εδώ εξάγεται και το θεώρημα της περιτομής, που δεν είναι και αυτό άμοιρον θεολογίας γι αυτούς που προσπαθούν να ερευνούν. Είναι ολοφάνερο ότι το όνομα Ιησούς, που του εδόθη τότε σύμφωνα με την προαγγελία του Γαβριήλ, χαρακτηρίζει θείαν φύσιν, επειδή σημαίνει Σωτήρ. Και ας μην ανατρέχη ο θεομάχος στην συνωνυμία του με τον Ιησού του Ναυή, βιαζόμενος να δώση την ιδικήν του εξήγηση, επειδή σε εκείνον το όνομα εδόθη σχετικώς και όχι κυριολεκτικώς όπως στον Θεόν Λόγον. Διότι ούτε είναι κατά φύσιν κύριοι όλοι όσοι ονομάζονται έτσι. Πολλοί επίσης ονομάζονται θεοί, χωρίς όμως να είναι κατά φύσιν Θεοί. Αλλά ένας είναι ο Κύριος, ένας ο Θεός, ο κατά φύσιν αληθής. Έτσι και πολλοί φέρουν το όνομα Ιησούς, ένας όμως είναι ο Ιησούς, ο Σωτήρ των απάντων.

Έπειτα ωδηγήθη στα Ιεροσόλυμα. Και γνωρίζουμε ποία είναι τα λόγια του Συμεών, ο οποίος τον υπεδέχθη στις αγκάλες του. Διότι «το σωτήριον του Θεού, το ητοιμασμένον κατά πρόσωπον πάντων των λαών» και το «φως εις αποκάλυψιν εθνών», και ό,τι άλλον χαρακτηρισμό του έδωσε, θεολογούνται επίσης και για τον Πατέρα. Επειδή και ο Πατήρ έχει ονομασθεί και Σωτήρ και φως από τους λογίους. Και όσα έχουν τον ίδιον χαρακτηρισμό, δηλώνουν και την ιδίαν φύση. Πράγματι και ο Υιός λέγει προς τον Πατέρα. «Πάντα τα εμά σα εστί, και τα σα εμά». Ομολογούμε δηλαδή ότι ισχύει η αντιστροφή αυτή, όσον αφορά στην ουσίαν, όχι στις διακεκριμένες μεταξύ τους υποστάσεις. Διότι αυτό το φρόνημα ανήκει στην σύγχυση του Σαβελλίου, την οποίαν έχουμε απορρίψει.

Κατεβαίνει έπειτα στην Αίγυπτο και μάλιστα κρυφά. Άκου όμως τι λέγει ο Ησαϊας. «Ιδού Κύριος κάθηται επί νεφέλης κούφης, και ήξει εις Αίγυπτον, και σεισθήσονται τα χειροποίητα Αιγύπτου από προσώπου αυτού». Και είναι ολοφάνερο πως εδώ εννοεί ότι αυτός που κατέβη εκεί, είναι ο σαρκωμένος Θεός. Επιστρέφει μετά από την Αίγυπτο, και επιλέγει να κατοικήση στη Ναζαρέτ, από την οποίαν έλαβε και την επωνυμία. Όμως μην ιλιγγιάσης από τους λογισμούς, ακούοντας για κάθοδο και άνοδο του Θεού, για τοπικήν κίνηση και μετάβαση. Εάν βεβαίως ο Λόγος δεν είχε λάβει σώμα, θα ήταν φυσικό να κλονίζεται ο νους και να θορυβήται. Αφού όμως έλαβε σώμα, τίποτε από αυτά δεν είναι ανήκουστο και ανακόλουθον. Διότι όπως ο «Θεός εφανερώθη εν σαρκί», έτσι και μεταβαίνει ο «Θεός εν σαρκί», από τον ένα τόπο στον άλλο και καταδέχεται όλα τα ιδιώματα της ενσάρκου ζωής. Αργότερα, όταν έγινε δώδεκα ετών, κάθεται μεταξύ των διδασκάλων ως ειδήμων, και καταπλήσσει με τις ερωτήσεις που τους απευθύνει, και με τις συνετές αποκρίσεις του αυτούς που τον ακούουν. Και ποίος βεβαίως θα ημπορούσε να ομιλή τόσον εξαίσια σ’ αυτήν την ηλικία, εκτός από τον σαρκωμένον Θεόν; Αλλά και όταν ανεκρίθη από την μητέρα του, η οποία τον ερωτούσε, θέλοντας να ακούση από το στόμα του να της αποκαλύπτη τον υπερένδοξο Πατέρα του, έδωσε και σ’ αυτό την απάντηση.

Βλέπεις πώς με την σχηματοποίηση της διηγήσεως εφανερώθη το λογικόν περιεχόμενο των γεγονότων; Και πώς υμνήθη ο Κύριος της δόξης στο καθένα από αυτά, ωσάν κάποιος Βασιλεύς που εξέρχεται από τους ανακτορικούς θαλάμους, τα μητρικά σπλάγχνα δηλαδή, και περιοδεύει ευπρεπώς από τόπο σε τόπο; Ευλόγως λοιπόν ανέκραξε και ο υιός της βροντής Ιωάννης. «Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά Πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας». Αλλά τι να ειπούμε και για τον προερχόμενον από την έρημον Ιωάννην, το παράδοξον αυτό και πολυπόθητο για τους Ισραηλίτες θέαμα, τον άγγελο του Θεού, ο οποίος εχειροτονήθη απόστολος πριν τους Αποστόλους; Όμως ένας τόσο μεγάλος Βασιλεύς τοιούτον στρατιώτην έπρεπε να έχη, αυτόν τον τόσο μεγάλον Προφήτην ο μέγιστος Αρχιερεύς. Και ας κατανοήσωμε ποίο και πόσο μεγάλο μυστήριον έχουμε ενώπιόν μας: επειδή ήταν ανάρμοστον, ενώ παρευρίσκεται ο νυμφαγωγός, να απουσιάζη ο νυμφίος, και ενώ η φωνή αναβοά, να μην ακούεται ο Λόγος, τι γίνεται, πώς τα οικονόμησε ο Θεός; Συστέλλεται κάπως στην αφάνεια ο Ιωάννης από την βρεφικήν ακόμη ηλικία, ζώντας υπερφυώς σαν κάποιος «λύχνος υπό μόδιον» μέσα στην έρημο. Και εκεί ακούει θείες φωνές, και αξιώνεται να ιδή θείες οπτασίες. Μυσταγωγείται στα απόρρητα και διδάσκεται, όπως τότε που ήταν ακόμη έμβρυο, ποίος είναι ο Ιησούς, ότι δηλαδή είναι Υιός Θεού, και ότι εκείνος στον οποίο θα ιδή την πνευματοειδή περιστερά να «καταβή και να μείνη επ’ αυτόν, ούτος είναι ο βαπτίσων εν Πνεύματι Αγίω».

Και όταν συνεπληρώθη «το μέτρον της ηλικίας του πληρώματος του Χριστού», και η περίοδος της τριακονταετούς παρατάσεως έλαβε τέλος, τότε ιδού «και ο λύχνος επί την λυχνίαν καιόμενος, και φαίνων πάσι τοις εν τη οικία», εάν εννοήσωμε ως οικία την Ισραηλιτικήν Συναγωγή. Επεφάνη δε τότε και το αληθινόν φως που φωτίζει τον κόσμο. Ω του θαύματος! Ο ήλιος προς τον αστέρα, ο λόγος προς την φωνήν, ο νυμφίος προς τον φίλον, επειδή αυτό ήταν το σχέδιο της θείας Οικονομίας, ώστε με αυτόν τον τρόπο της προσεγγίσεως να εκπληρωθή στο πρόσωπο του Ιησού «πάσα δικαιοσύνη», και για να μιλήσωμε ευαγγελικώς, «ο μεν ένας να αυξάνη, ο δε άλλος να ελαττούται». Πράγματι, πώς θα ήταν δυνατόν να μην ελαττωθή το φως του λύχνου, ή και να αποσυρθή εντελώς, αφού ήδη ο Ήλιος της δικαιοσύνης, με τα θαύματά του, αστραποβολούσε εξαίσια; Βλέπεις πόσο χρονικόν διάστημα εχρειάσθη για να ολοκληρωθή σωματικώς ο Ιησούς, κατά την διάρκειαν του οποίου υπετάσσετο στους γονείς του; «Ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού»! Γιατί άραγε; Όσοι είναι υψηλοί στις θεωρητικές αναβάσεις, και γνωρίζουν τα βάθη του Πνεύματος, ας δώσουν ο καθένας την ιδικήν του εξήγηση. Κατά την ιδικήν μου γνώμη όμως, για δύο λόγους: για να νομοθετήση ο νομοθέτης όλων των νομοθετών με την ιδικήν του υποταγή την υπακοή των τέκνων προς τους γονείς, και για να αγιάση όλα τα στάδια της ηλικίας, και τρίτον για να μην επιδείξη ο παντέλειος κάποια ξένην προς την ιδική μας και ανομοία βιοτήν, εφ’ όσον μάλιστα ήθελε να μας παρουσιάση τον τέλειον τρόπο ζωής. Αφού και τώρα, μολονότι είχε φθάσει στην τελείαν ανδρικήν ηλικία, ο Άρειος ετόλμησε να διακηρύξη ότι το σώμα του ήταν άψυχο, ο δε Απολινάριος, ακολουθώντας τον προηγούμενο ως προς την ασέβεια, να φλυαρήση ότι ο Κύριός μας δεν είχε νου, ο δε νέος Μανιχαίος, φθάνοντας στο αποκορύφωμα της ασεβείας, να δογματίση ότι δεν πρέπει να εικονίζεται. Και ας ιδούμε πόση είναι η διαφορά του ενός από το άλλο. Αυτός μεν που δίδει τον χαρακτηρισμό του αψύχου, αφαιρεί την ζωήν από το σώμα του Δεσπότου. Διότι ό,τι στερείται ψυχής, ευρίσκεται βεβαίως και έξω από την ζωή. Εκείνος δε που φλυαρεί ότι ο Κύριος είναι άνους, τον συναριθμεί με την άλογο φύση. Επειδή κάθε τι που δεν έχει νου είναι και άλογον. Ο άλλος δε που υποστηρίζει ότι δεν πρέπει να εικονίζεται, αρνείται εντελώς την σωματικήν φύση του Δεσποτικού σώματος. Διότι αφού δεν εικονίζεται, σημαίνει ότι είναι ασώματον. Πράγματι, αν έχη σώμα, και κάθε σώμα ημπορής να το αγγίσης, και έχη κάποιο χρώμα, αναγκαίως έπεται ότι ημπορεί και να εικονισθή, εκτός βέβαια εάν περιττολογούμε. Διότι εάν δεν είναι δυνατόν να εικονισθή, τότε αναμφιβόλως εξέρχεται από τα όρια του σωματικού, και ανήκει στην φύση των ασωμάτων. Τίποτε, όπως φαίνεται, δεν ημπορεί να συγκρατήση την γλώσσα που ασεβεί, όταν υποστηρίζεται και από την δύναμη της εξουσίας.

Ας ανυψώσωμε όμως το βλέμμα στις προφητικές θεοπτίες, και ας ιδούμε πώς προτυπώνεται σ’ αυτές το ιερώτατον βάπτισμα. Διότι σ’ αυτό μας καλεί η συνέχεια του λόγου. Τι λέγει λοιπόν ο Ησαϊας; Ας αναφέρωμε εκλεκτικά. «Ευφράνθητι έρημος διψώσα, ότι ερράγη (θα αναβλύση δηλαδή) εν ερήμω ύδωρ, και φάραγξ εν γη διψώση». Απευθύνεται δηλαδή στην ανθρωπίνη φύση, αυτήν που είναι έρημος όσον αφορά στην καρποφορία, η οποία προϋποθέτει πίστη και αγαθά έργα. Και ως εκ τούτου, επειδή διψά το ύδωρ της υιοθεσίας, ανέβλυσε προς χάριν της ωσάν ρεύμα ποταμού, το ύδωρ του Βαπτίσματος στον Ιορδάνη. Και τότε τι έγινε; «Και έσται η άνυδρος εις έλη», εννοεί πλουσία σε πίστη. «Και εις την διψώσαν γην, πηγή ύδατος έσται», η κρήνη αυτή της υιοθεσίας δηλαδή. «Και εκεί έσται ευφροσύνη ορνέων», εκείνων δηλαδή που αναγεννώνται με το βάπτισμα, οι οποίοι ως προς τον τρόπον της ζωής ομοιάζουν με τα όρνεα, αφού και αυτά εκ φύσεως ευχαριστούνται να διαβιώνουν στα ύδατα. Αλλά και κατά τον Γεδεών, τι είναι η πλήρης ύδατος λεκάνη; Και εδώ ο λόγος υποσημαίνει την ομοία με μήτρα κολυμβήθρα, η οποία έχει σχήμα κυκλικόν και είναι τορνευμένη από παντού, όπως η αναμαρτησία. Σ’ αυτήν εξεχύθη η ιαματική δρόσος του νοητού πόκου, η πλήρης Αγίου Πνεύματος. Εδώ αναγεννώνται οι νεοτελείς παίδες του Θεού, αντικαθιστώντας με αυτόν τον τρόπο την «εκ σαρκός και αίματος» γέννησή τους. Και ανυψώνονται «εις άνδρα τέλειον», τόσον ώστε να κατανικούν με την Τριαδικήν λατρεία το γένος των δαιμόνων. Και κατά τον Ηλίαν όμως, τι είναι η τριπλή έκχυσις του ύδατος επάνω στο θυσιαστήριο και στο ολοκαύτωμα; Θεωρώ ότι φανερώνει ή την τριττήν υπόσταση της θείας μακαριότητος, την οποίαν επικαλείται ο ιερεύς κατά το βάπτισμα, ή την τριττήν κατάδυση του βαπτιζομένου. Και ο Νεεμάν ανέρχεται από το ύδωρ, σύμφωνα με την διαταγήν του ‘Ελισαίου, πλήρως καθαρισμένος. «Επέστρεψε», λέγει, «η σαρξ αυτού ως σαρξ παιδαρίου μικρού, και εκαθαρίσθη». Το θαύμα αυτό συμβολίζει την πλήρη απαλλαγήν του βαπτιζομένου από τις πληγές των αμαρτιών, και σημαίνει ότι αυτός ανέρχεται από το ύδωρ με ψυχήν καθαρισμένη από κάθε κηλίδα των προηγουμένων πλημμελημάτων.

Εάν μάλιστα θέλης να μάθης και το άμισθον της πνευματικής αναγεννήσεως, άκου τον Ησαϊα που λέγει: «Οι διψώντες, πορεύεσθε εφ’ ύδωρ και όσοι μη έχετε αργύριον, βαδίσαντες αγοράσατε, και φάγετε και πίεσθε άνευ αργυρίου και τιμής». Όποιος δηλαδή επιθυμεί κάποιο χάρισμα, ακόμη και αν δεν το λάβη, εκέρδισε ζωήν. Αλλά αυτά ούτως ή άλλως λαμβάνονται και μετέχονται εδώ μερικώς. Και η ιδική μου δε πτωχή διάνοια προσεκόμισε ανάλογο με την δεκτικότητά της αφιέρωμα στα προεόρτια. Συ όμως παρακαλώ, κοίτα τι γεγονότα θαυμαστά παρατηρούνται. Οι κολυμβήθρες έχουν γεμίσει από ύδατα. Βλέπουμε τις πηγές και τις κρήνες, τους ποταμούς και τις λίμνες να έχουν γίνει δοχεία του Πνεύματος. Η φύσις των υδάτων ανυψώθη σε τιμήν υπέρτιμον. Φώτα πολύμορφα που ομοιάζουν με αστέρια ετοιμάζονται να λαμπρύνουν όλη την γη, κατά την ιεράν εκείνη νύκτα. Σε κάθε δε πόλη και χώραν υπάρχουν κήρυκες της Εκκλησίας, οι οποίοι ιερατεύουν τα θεία και υψηλά αυτά μυστήρια, και αγιάζουν τα ύδατα δια της επιφοιτήσεως σε αυτά του Αγίου Πνεύματος. Είθε με την μετάληψιν αυτών να αγιασθούμε και εμείς, και να φωτισθούμε αυτήν την ημέρα από το παμφαές Πνεύμα, «εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ω η δόξα και το κράτος, συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν».

πηγή

Σάββατο, Ιανουαρίου 11, 2020

Kυριακή μετά τα Φώτα :Και τους έντυσε με φως...


Μακαρίου του Αιγυπτίου , ομιλία β 
῾Ο βασιλιάς τοῦ σκότους πού μπῆκε μέσα στήν ψυχή, αὐτός ὁ πονηρός ἄρχοντας, ἀφοῦ αἰχμαλώτισε τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν ἀρχή, τήν κάλυψε καί τήν ἔνωσε μέ τή σκοτεινή του δύναμη. Συνέβη τότε πως γίνεται ταν θέλουν νά κάνουν κάποιον βασιλιά. Τόν ντύνουν βασιλικά ροῦχα, τοῦ φοροῦν ἀπό τό κεφάλι μέχρι τά νύχια βασιλικά ροῦχα. ῎Ετσι ἔντυσε κι ὁ διάβολος τήν ψυχή καί ὁλόκληρη τήν ὑπόστασή της μέ τήν ἁμαρτία. ῎Ετσι τή μόλυνε ὁλόκληρη καί ὁλόκληρη τήν αἰχμαλώτισε στό βασίλειό του. Δέν ἄφησε οὔτε ἕνα μέρος τῆς ψυχῆς πού νά μή τό κάνει δικό του, οὔτε τούς λογισμούς, οὔτε τό νοῦ, οὔτε τό σῶμα, ἀλλά τήν ἔντυσε μέ τήν στολή τοῦ βασιλείου τοῦ σκότους. Διότι, πως στό σῶμα ταν ἀσθενήσει δέν ὑποφέρει μόνο ἕνα μέρος ἤ ἕνα μέλος του, ἀλλ᾿ ὑποφέρει ὅλος ὁ ἄνθρωπος, ἔτσι καί ἡ ψυχή ὁλόκληρη ἀρρώστησε καί πάσχει ἀπό τά πάθη τῆς κακίας καί τῆς ἁμαρτίας. ῎Εντυσε λοιπόν μέ τήν κακία του, δηλαδή μέ τήν ἁμαρτία ὁ πονηρός ὁλόκληρη τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, πού εἶναι τό βασικό μέλος καί μέρος τοῦ ἀνθρώπου, καί ἔτσι ἔγινε τό σῶμα παθητό καί φθαρτό. Διότι ὅταν ὁ ἀπόστολος λέει· “ἀποβάλετε καί πετάξτε ἀπό πάνω σας τόν παλαιό ἄνθρωπο” (῎Εφεσ. 4,22) ἐννοεῖ ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο, καί τά μάτια μέ ἄλλα μάτια, τό κεφάλι μέ ἄλλο κεφάλι, τά αὐτιά μέ ἄλλα αὐτιά, τά χέρια μέ ἄλλα χέρια, τά πόδια μέ ἄλλα πόδια. Διότι ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο, σῶμα καί ψυχή, τόν μόλυνε καί τόν ἔκανε κομάτια ὁ πονηρός.
 ῾Ολόκληρο τόν ἄνθρωπο τόν ἔντυσε μέ τήν ἁμαρτία καί τόν ἔκανε παλαιό καί βδελυρό ἄνθρωπο, ἀκάθαρτο καί θεομάχο, ἀνυπότακτο στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιά νά μή μπορεῖ νά βλέπει πλέον ὁ ἄνθρωπος ὅπως θέλει, ἀλλά νά βλέπει πονηρά, καί νά ἀκούει πονηρά, καί τά πόδια του νά τρέχουν γιά νά κάνουν τό κακό, καί τά χέρια του νά δουλεύουν στήν παρανομία, καί ἡ ψυχή του νά λογίζεται πονηρά.
῎Ας παρακαλέσουμε λοιπόν καί ἐμεῖς τόν Θεό νά πετάξει ἀπό πάνω μας τόν παλαιό ἄνθρωπο, διότι μόνο Αὐτός μπορεῖ νά πετάξει ἀπό πάνω μας τήν ἁμαρτία. ᾿Επειδή εἶναι πιό δυνατοί ἀπό ἐμᾶς αὐτοί πού μᾶς αἰχμαλώτισαν καί μᾶς κρατοῦν στό βασίλειό τους. Αὐτός μᾶς ὑποσχέθηκε τι θά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό αὐτή τήν βαριά αἰχμαλωσία. Συμβαίνει κι ἐδῶ τι ἀκριβῶς καί μέ τήν ἁμαρτία πού ἔχει ἐνωθεῖ μέ τήν ψυχή, γιατί ἄλλη ἡ φύση τῆς ψυχῆς καί ἄλλη τῆς ἀμαρτίας. ῞Οταν λοιπόν ὑπάρχει ἥλιος καί φυσάει ἕνα ἀεράκι, που ὁ μέν ἥλιος ἔχει δικό του σῶμα καί δική του φύση, ἐπίσης καί ὁ ἄνεμος ἔχει δικό του σῶμα καί δική του φύση, καί κανείς δέν μπορεῖ νά διαχωρίσει τόν ἄνεμο ἀπό τόν ἥλιο, παρά μόνο ὁ Θεός, ἄν σταματήσει τόν ἄνεμο γιά νά μή πνέει πλέον.
Εἶναι ἀδύνατο λοιπόν νά χωρισθεῖ ἡ ψυχή ἀπό τήν ἁμαρτία ἄν δέν σταματήσει καί δέν ἀπομακρύνει ὁ Θεός τόν πονηρό αὐτό ἄνεμο πού κατοικεῖ μέσα στήν ψυχή καί στό σῶμα. Νά τό ποῦμε καί ἀλλοιῶς. ῞Οπως κάποιος πού βλέπει ἕνα πτηνό πού πετάει, καί θέλει καί ὁ ἴδιος νά πετάξει, μή ἔχοντας ὅμως φτερά, εἶναι ἀδύνατο νά πετάξει, ἔτσι συμβαίνει καί στόν ἄνθρωπο. “Τό νά ἐπιθυμεῖ μέν τό καλό, τό νά εἶναι δηλαδή καθαρός, ἄμεμπτος, ἀμόλυντος, καί νά μήν ἔχει κακία μέσα του καί νά εἶναι πάντα μέ τόν Θεό, αὐτό εἶναι στό χέρι του” (Ρωμ. 7,18), τή δυνατότητα ὅμως καί νά πετύχει τήν ἐπιθυμία του δέν τήν ἔχει. Θέλει μέν νά πετάξει στόν θεϊκό ἀέρα καί στήν ἐλευθερία τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἄν ὅμως δέν ἀποκτήσει φτερά, δέν μπορεῖ νά τό κάνει αὐτό.
῎Ας παρακαλέσουμε λοιπόν τόν Θεό νά μᾶς δώσει τά φτερά τῆς περιστερᾶς τοῦ ἁγίου Πνεύματος, γιά νά πετάξουμε πρός Αὐτόν καί ἐκεῖ νά ἀναπαυθοῦμε. Καί νά διαχωρίσει καί νά ἀπομακρύνει τόν πονηρό ἄνεμο ἀπό τήν ψυχή καί τό σῶμα μας, δηλαδή τήν ἁμαρτία πού κατοικεῖ στά μέλη τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματός μας. Διότι μόνο Αὐτός μπορεῖ αὐτό νά τό κάνει. Εἶπε: “Νά ὁ ᾿Αμνός τοῦ Θεοῦ πού θά πάρει πάνω Του τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου” (᾿Ιω. 1,29). μόνο Αὐτός ἔκανε αὐτή τή φιλανθρωπία στούς ἀνθρώπους πού πιστεύουν σ᾿ Αὐτόν. Διότι τούς λυτρώνει ἀπό τήν ἁμαρτία. Καί σ᾿ ἐκείνους πού πάντοτε προσδοκοῦν καί ἐλπίζουν καί Τόν παρακαλοῦν ἀκατάπαυστα χαρίζει τήν ἀνέκφραστη αὐτή σωτηρία.
῾Ο ἄνθρωπος πού ἔχει πέσει στά χέρια τοῦ διαβόλου, τοῦ ἄρχοντα αὐτοῦ τῆς νύχτας καί τοῦ σκοταδιοῦ, μοιάζει μέ ὅλα ἐκεῖνα τά φυτά καί τά σπαρτά πού τή σκοτεινή κι ὁλόμαυρη νύχτα, σείονται καί τινάζονται, ἀπό τόν ἄγριο ἄνεμο. ῾Ο ἄνθρωπος αὐτός ἐπειδή βρίσκεται πλέον μέσα στό πνευματικό σκοτάδι ταράσσεται ὁλόκληρος ἀπό τό φοβερό ἄνεμο τῆς ἁμαρτίας, σείεται, ταράσσεται καί πάσχει ὁλόκληρη ἡ φύση του, ἡ ψυχή του, ὁ νοῦς του καί οἱ λογισμοί του. Κανένα μέλος σωματικό ἤ πνευματικό αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου δέν μένει ἐλεύθερο καί ἀνεπηρέαστο, ἀπό τήν ἁμαρτία πού φωλιάζει μέσα του.
Τό ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει καί μέ τήν ἡμέρα τή φωτεινή πού πνέει ὁ θεϊκός ἄνεμος τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Αὐτός ὁ ἄνεμος φυσάει καί δροσίζει τίς ψυχές πού βρίσκονται στό θεϊκό φῶς τῆς ἡμέρας καί διέρχεται ὅλη τήν ὕπαρξή τους· τήν ψυχή, τούς λογισμούς, ἀκόμα καί τά σωματικά μέλη τοῦ ἀνθρώπου ἀνακουφίζει καί εἰρηνεύει μέ θεϊκή καί ἀνείπωτη ἀνάπαυση. Αὐτό ἐννοοῦσε καί ὁ ᾿Απόστολος ὅταν ἔγραφε· “ἐμεῖς δέν εἴμαστε τέκνα τῆς νύχτας καί τοῦ σκότους. ῞Ολοι σας εἴσαστε τέκνα τοῦ φωτός καί τῆς ἡμέρας” (Α΄ Θεσσ. 5,5).
Καί ὅπως ὅταν πλανήθηκε ὁ τέλειος ἄνθρωπος ντύθηκε τόν παλαιό ἄνθρωπο καί φοράει ἀπό τότε τό ἔνδυμα τῆς βασιλείας τοῦ σκότους, ἔνδυμα βλασφημίας, ἀπιστίας, ἀφοβίας τοῦ Θεοῦ, ματαοδοξίας, ὑπερηφάνειας, φιλαργυρίας, ἐπιθυμίας κακῆς, καί τά ἄλλα ὅμοια ἐνδύματα τῆς βασιλείας τοῦ σκότους, τά κουρελιασμένα καί ἀκάθαρτα καί βρωμερά, ἔτσι πάλι ἐδῶ. ῞Οσοι ἀπέβαλαν τόν παλαιό καί δόλιο ἄνθρωπο (Κολ. 3,9). Σ᾿ αὐτούς ὁ Χριστός ἔβγαλε τά ἐνδύματα τῆς βασιλείας τοῦ σκότους καί τούς ἔντυσε μέ τόν καινούργιο καί ἐπουράνιο ἄνθρωπο τόν ᾿Ιησοῦ Χριστό κατά τόν ἴδιο τρόπο. ῎Αλλαξε τά μάτια μέ τά καινούργια μάτια, τά αὐτιά μέ τά καινούργια αὐτιά, τό κεφάλι μέ τό καινούργιο κεφάλι, ὥστε νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὁλόκληρος καθαρός καί νά φέρει τήν ἐπουράνια μορφή (Α Κορ. 15,47-49).
Καί τούς ἔντυσε ὅλους αὐτούς ὁ Κύριος μέ τά ἐνδύματα τῆς ἀνέκφραστης βασιλείας τοῦ φωτός. Μέ τά ἐνδύματα τῆς πίστης, τῆς ἐλπίδας, τῆς ἀγάπης, τῆς χαρᾶς, τῆς εἰρήνης, τῆς ἀγαθότητας, τῆς καλωσύνης, καί μέ ὅλα τά ἄλλα παρόμοια ἐνδύματα, ἐνδύματα φωτεινά, ἐνδύματα ζωῆς, ἐνδύματα θεϊκά, πού χαρίζουν ζωή καί ἀπερίγραπτη ἀνάπαυση ῞Οπως λοιπόν ὁ ῎Ιδιος ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη καί χαρά καί εἰρήνη καί ἔλεος καί ἀγαθοσύνη, τέτοιος νά ἀξιωθεῖ μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ νά γίνει καί ὁ νέος ἄνθρωπος.
Καί ὅπως ἀκριβῶς ἡ βασιλεία τοῦ σκότους καί ἡ ἁμαρτία εἶναι κρυμμένα μέσα στήν ψυχή μέχρι τήν ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως, ὁπότε καί αὐτό τό σῶμα τῶν ἁμαρτωλῶν θά καλυφθεῖ μέ τό σκοτάδι πού βρίσκεται ἀπό τώρα κρυμμένο μέσα στήν ψυχή, κατά τόν ἴδιο τρόπο καί ἡ βασιλεία τοῦ φωτός καί ἡ ἐπουράνια εἰκόνα, δηλαδή ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός, φωτίζει τώρα κατά τρόπο μυστικό τήν ψυχή καί βασιλεύει στήν ψυχή τῶν ἁγίων. Κρυμμένος ὄντας ἀπό τά ἀνθρώπινα μάτια, βλέπεται ὁ Χριστός μόνο μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς μέχρι τήν ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως, ὁπότε καί τό σῶμα θά καλυφθεῖ καί θά δοξασθεῖ μέ τό φῶς τοῦ Κυρίου, πού ὑπάρχει ἀπό τώρα μέσα στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. ῎Ετσι θά βασιλεύσει καί τό σῶμα μαζί μέ τήν ψυχή, πού ἀπό τώρα ζεῖ τή βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, καί θά ἀναπαύεται καί θά φωτίζεται μέ τό αἰώνιο φῶς.
῎Ας εἶναι δοξασμένα τό ἔλεος καί ἡ εὐσπλαχνία Του, διότι ἐλεεῖ καί φωτίζει τούς δούλους Του. Γιατί τούς λυτρώνει ἀπό τή βασιλεία τοῦ σκότους καί τούς χαρίζει τό φῶς Του καί τή βασιλεία Του. Σ᾿ Αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα καί ἡ δύναμη στούς ἀτελεύτητους αἰῶνες. ᾿Αμήν.
Ἑρμηνευτική Ἀπόδοση:
Ἀδελφότης Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου Καρέα

Πέμπτη, Ιανουαρίου 03, 2019

Τα Θεοφάνεια (Lev Gillet, μοναχός της Ανατολικής Εκκλησίας)


…Τὰ Θεοφάνεια εἶναι ἡ πρώτη δημόσια ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ. Μετὰ τὴ Γέννησή Του στὴ Βηθλεέμ, ὁ Κύριός μας εἶχε ἀποκαλυφθεῖ σὲ μερικοὺς προνομιούχους. Σήμερα ὅμως, ὅλοι ὅσοι περικύκλωναν τὸν Ἰωάννη, δηλαδὴ οἱ μαθητές του, καὶ ὅλο τὸ πλῆθος ποὺ εἶχε κατεβεῖ στὴν ὄχθη τοῦ Ἰορδάνη, γίνονται μάρτυρες μιᾶς πολὺ ἐπισημότερης φανέρωσης τοῦ Ἰησοῦ.
Σὲ τί συνίσταται αὐτὴ ἡ φανέρωση; Ἔχει δύο πτυχές. Ἀφ’ ἑνὸς ὑπάρχει ἡ πτυχὴ τῆς ταπεινώσεως στὴν ὁποία ὑπόκειται ὁ Κύριος, καὶ ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύεται ἀπὸ τὸ βάπτισμα. Ἀφ’ ἑτέρου, ἡ πτυχὴ τῆς δόξας, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύεται ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη μαρτυρία ποὺ ὁ Πρόδρομος δίνει γιὰ τὸν Ἰησοῦ καί, σ’ ἕνα ἐπίπεδο ἀπείρως ἀνώτερο, ἡ θεία μαρτυρία ποὺ ὁ Πατὴρ καὶ τὸ Πνεῦμα παρέχουν γιὰ τὸν Υἱό.
Θὰ ἐξετάσουμε ἀπὸ κοντὰ καὶ τὶς δύο πτυχές· πρῶτα ὅμως ἂς κρατήσουμε τοῦτο: κάθε φανέρωση τοῦ Χριστοῦ, τόσο μέσα στὴν Ἱστορία ὅσο καὶ στὴν ἐσωτερικὴ ζωὴ κάθε ἀνθρώπου, εἶναι φανέρωση δόξας καὶ ταπεινώσεως ταυτοχρόνως. Ὅποιος διαχωρίζει αὐτὲς τὶς δύο πτυχὲς τοῦ Χριστοῦ, κάνει σφάλμα ποὺ διαστρεβλώνει ὅλη τὴν πνευματικὴ ζωή. Δὲν μπορῶ νὰ πλησιάσω τὸν δοξασμένο Χριστὸ χωρὶς τὴν ἴδια στιγμὴ νὰ πλησιάσω τὸν ταπεινωμένο Χριστό, οὔτε νὰ πλησιάσω τὸν Χριστὸ στὴν ταπείνωση Τοῦ χωρὶς τὴ δόξα Του. Ἂν ἐπιθυμῶ νὰ φανερωθεῖ μέσα μου, μέσα στὴ ζωή μου, αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει παρὰ μόνον ἂν ἀγκαλιάσω Αὐτὸν ποὺ ὁ ἱερὸς Αὐγουστίνος μὲ θερμὴ ἀφοσίωση ὀνόμαζε ὁ ταπεινὸς Χριστὸς καὶ ἂν μὲ τὸ ἴδιο σκίρτημα λατρεύσω Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι Θεός, Βασιλεὺς καὶ Νικητής. Νὰ τὸ πρῶτο δίδαγμα τῶν Θεοφανείων.
Ἡ ταπείνωση τῶν Θεοφανείων συνίσταται στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Χριστὸς ὑποβάλλει τὸν ἑαυτό Του στὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου ποὺ εἶναι βάπτισμα μετανοίας. Ἐκεῖνος κατ’ ἀρχὴν ἀρνεῖται, ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς ἐπιμένει: «Ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην». (Ματθ. 3:13-15). Χωρὶς ἀμφιβολία, ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ κανένα ἐξαγνισμὸ ἐκ μέρους τοῦ Ἰωάννη, ἀλλὰ τὸ βάπτισμα ποὺ πρόσφερε ὁ Ἰωάννης, αὐτὸ τὸ βάπτισμα τῆς μετανοίας μὲ σκοπὸ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, προετοίμαζε γιὰ τὴ Βασιλεία τοῦ Μεσσία. Καὶ ὁ Ἰησοῦς, πρὶν κηρύξει τὴν ἔλευση αὐτῆς τῆς Βασιλείας, θέλησε νὰ περάσει καὶ νὰ κάνει κι ὁ Ἴδιος χρήση ὅλων τῶν προπαρασκευαστικῶν φάσεων.
Ἐνῶ ἦταν Αὐτὸς τὸ πλήρωμα, θέλησε νὰ ἀναλάβει ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ἦταν ἀκόμη ἀτελῆ καὶ ἀσυμπλήρωτα. Δεχόμενος ὅμως τὸ Ἰωάννειο βάπτισμα ὁ Ἰησοῦς ἔκανε κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ μία ἁπλὴ ἐπιδοκιμασία καὶ ἐπίσημη ἐπικύρωση μιᾶς τελετῆς πρὶν τὴν μεταβάλλει, πρὶν τὴν ἐντάξει ὡς ἀτελῆ στὸ τέλειο. Αὐτὸς ποὺ ἦταν ἀναμάρτητος ἔγινε φορέας τῶν ἁμαρτιῶν μας, τῆς ἁμαρτίας τοῦ κόσμου, καί, στὸ ὄνομα ὅλων τῶν ἁμαρτωλῶν, ἔκανε μία δημόσια κίνηση μετανοίας. Θέλησε ἀκόμη νὰ μᾶς διδάξει τὴν ἀνάγκη τῆς μετανοίας καὶ τῆς μεταστροφῆς· πρὶν ἀκόμη πλησιάσουμε τὸ χριστιανικὸ βάπτισμα, πρέπει νὰ δεχτοῦμε τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννη, δηλαδὴ νὰ περάσουμε ἀπὸ μία ἀλλαγὴ νοῦ, ἀπὸ μία ἐσωτερικὴ καταστροφή. Πρέπει νὰ ἐπιδείξουμε ἀληθινὴ συντριβὴ γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Σὲ ὅ,τι μᾶς ἀφορᾶ, ἡ μετάνοια εἶναι ἡ ταπεινὴ πλευρὰ τῶν Θεοφανείων.
Καὶ ἐδῶ, πρέπει νὰ ὑπερβοῦμε τὸν περιορισμένο ὁρίζοντα τοῦ Ἰωάννειου βαπτίσματος, γιὰ νὰ θυμηθοῦμε ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε βαπτισμένοι ἐν Χριστῷ. Τὸ χριστιανικό μας βάπτισμα μᾶς ἔπλυνε καὶ μᾶς ἐξάγνισε. Κατήργησε μέσα μας τὸ προπατορικὸ ἁμάρ- τημα καὶ μᾶς ἔκανε καινὴ κτίση. Προφανῶς ἤμαστε παιδιὰ ὅταν βαπτιστήκαμε. Ἡ χάρη τοῦ Μυστηρίου ὑπῆρξε ἡ θεία ἀνταπόκριση ὄχι στὸ δικό μας προσωπικὸ αἴτημα, ἀλλὰ στὴν πίστη ἐκείνων ποὺ μᾶς ὁδήγησαν στὸ βάπτισμα καὶ στὴν πίστη ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας ποὺ μᾶς ἀναδέχθηκε. Ἡ βαπτιστικὴ λοιπὸν αὐτὴ χάρη ὑπῆρξε κατὰ κάποιο τρόπο προσωρινὴ καὶ ὑπὸ προϋποθέσεις: μεγαλώνοντας καὶ ἀποκτώντας συνείδηση τῶν πραγμάτων, θὰ ἐπικυρώναμε μέσα ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη ἐπιλογή μας τὴν πράξη τοῦ βαπτίσματός μας.
Τὰ Θεοφάνεια εἶναι καθ’ ὑπερβολὴ ἡ γιορτὴ τοῦ βαπτίσματος, ὄχι μόνον τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ δικοῦ μας. Εἶναι μία θαυμαστὴ εὐκαιρία νὰ ἀνανεώσουμε τὸ πνεῦμα τοῦ βαπτίσματος ποὺ δεχθήκαμε καὶ νὰ ἀναζωπυρώσουμε τὴ χάρη τὴν ὁποία μᾶς ἐπιδαψίλευσε. Διότι, ἡ χάρη τῶν Μυστηρίων, ἀκόμη κι ἂν διακοπεῖ ἢ ἀνασταλεῖ λόγω τῆς ἁμαρτίας, μπορεῖ νὰ ἀναβιώσει μέσα μας, ἐὰν στραφοῦμε καὶ πάλι εἰλικρινὰ πρὸς τὸν Θεό. Στὴ σημερινὴ γιορτὴ τῶν Θεοφανείων, ἂς ζητήσουμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς λούσει καὶ πάλι, πνευματικά, ὄχι μὲ τὴν ὑλικὴ ἔννοια, στὰ νερὰ τοῦ βαπτίσματός μας. Ἂς βυθίσουμε ἐκεῖ τὴν παλιὰ ἁμαρτωλή μας φύση, διότι τὸ βάπτισμα εἶναι ἕνας μυστικὸς θάνατος- ἂς διασχίσουμε τὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα ποὺ χωρίζει τὴν αἰχμαλωσία ἀπὸ τὴν ἐλευθερία καὶ ἂς βαπτιστοῦμε μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦ στὸν Ἰορδάνη, γιὰ νὰ καθαριστοῦμε, ὄχι ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Ἰωάννη ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο.

(Περιοδικό – ΑΓΙΑ ΖΩΝΗ «Ἐγεννήθη ὁ Χριστὸς». Ἐκδ. Ἀκρίτα)
αλλη οψις 

Σάββατο, Ιανουαρίου 13, 2018

Κυριακή μετά τα Φώτα: Ένα αναστάσιμο ευαγγέλιο για την μετάνοια


Tο σημερινό ευαγγέλιο , αγαπητοί χριστιανοί, είναι ένα ευαγγέλιο αναστάσιμο. Δεν είναι αναστάσιμο γιατί αναφέρεται άμεσα στην Ανάσταση του Κυρίου, ούτε επειδή διαβάζεται στην πασχάλια εβδομαδιαία σύναξη της Κυριακής. Είναι αναστάσιμο γιατί αναφέρεται σε ένα καινό-καινούριο φως- που έλαμψε στον κόσμο της σκιάς του θανάτου, στον κόσμο της αμαρτίας, το φως του Χριστού, και σε μια νέα ζωή, μια ζωή χαρμολύπης,τη ζωή της μετάνοιας, την ζωή της βασιλείας του θεού.

Το ότι η μετάνοια συνδέεται με την ανάσταση του Χριστού, αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στην αγία γραφή. Αμέσως μετά την ανάσταση και πριν την ανάληψη ο Κύριος έστειλε τους μαθητές του να κηρύξουν μετάνοια στα έθνη εις άφεσιν αμαρτιών. Αλλά και οι απόστολοι ενώπιον του ιουδαϊκού λαού,την ημέρα της Πεντηκοστής, κήρυξαν μετάνοια δηλ επιστροφή και βάπτισμα στο όνομα του  Αναστημένου Κυρίου Ιησού.
Ωστόσο είναι πιο προφανής ο λόγος που καθιστά τη σημερινή ευαγγελική περικοπή αναστάσιμη, ευαγγέλιο χαράς, ελπίδας και πνευματικής ανάτασης. Πριν από την κάθοδο του Κυρίου στον Άδη , αμέσως μετά τον σταυρό και τον θάνατο, έχουμε μία άλλη κάθοδο του Χριστού σε έναν άλλο άδη, σε ένα τόπο κλαυθμού και οδυρμού. Είναι αυτή η παρουσία του Κυρίου Ιησού στην Γαλιλαία των εθνών, στην Γαλιλαία όπου επλεόνασε η αμαρτία, η οδύνη και ο θάνατος , για να περισσεύσει η χάρη και η σωτηρία.Είναι τόσο παραστατική η εικόνα του αγνού και Αναμάρτητου Αμνού του Θεού στον Ιορδάνη πριν από λίγο. Στέκεται στην σειρά να βαπτιστεί με ανθρώπους αμαρτωλούς! Τόσο αμαρτωλούς, για τους οποίους ένας σύγχρονος πατέρας λέει ότι τα νερά του Ιορδάνη είχαν φορτιστεί και φορτωθεί βαριά με τις αμαρτίες τους. Από τα ευαγγέλια μαθαίνουμε ή υποθέτουμε ποιοί ήταν αυτοί. Τελώνες και πόρνες, οι οποίοι κατά την διαβεβαίωση του Κυρίου αργότερα, προήγαν τους ιουδαίους άρχοντες στην βασιλεία του Θεού. Στρατιωτικοί και δημόσιοι υπάλληλοι διεφθαρμένοι, συκοφάντες, εκβιαστές, άνθρωποι του χυδαίου ανταγωνισμού. Και κοντά σε αυτούς άνθρωποι θρησκόληπτοι και άλλοι χωρίς έργα που έμοιαζαν με άχυρα έτοιμα να ριχτούν στην φωτιά. Δεν μπορεί ο καθένας μας να αναγνωρίσει τον εαυτό του σε όλους ή σε κάποιους τουλάχιστον από αυτούς; Σίγουρα ναι! Αυτή λοιπόν είναι η αντοπροσωπευτική γενεά των ανθρώπων, με την οποία επέλεξε ο Χριστός να συγχρωτιστεί, θέλοντας να καταδείξει ποιούς ήρθε να ελεήσει και να σώσει σε ουσιαστικό φυσικό επίπεδο.Η σάρκωση και η επιφάνεια του Λόγου, του Υιού του Θεού στον κόσμο, είναι η μεγάλη αποκάλυψη , η παρουσία του Θεού, η παροχή της ζωής και του φωτός σε ένα κόσμο απελπισίας, ασέβειας, αποπνικτικής κακίας και άγνοιας. Εξάλλου, η Γαλιλαία της εποχής του Ιησού, αγαπητοί χριστιανοί, είναι ο ίδιος ο κόσμος μας , ο κόσμος που ζει στην πλάνη του διαβόλου και βρίσκει την αληθινή ζωή και σωτηρία στο πρόσωπο του Χριστού, στην ίδια την Εκκλησία.

Ο Ιερός Χρυσόστομος σημειώνει ότι ο Χριστός δεν άρχισε το κήρυγμα Του επαναλαμβάνοντας τα του Προδρόμου. Δηλαδή περί αξίνης, πυρός και τελικής καταδίκης των αμαρτωλών, αλλά με την μετάνοια. Με την δυνατότητα μετάνοιας, με την ευκαιρία μετάνοιας. Με την αναφορά όχι στην συντέλεια, αλλά στην βασιλεία. Πράγματι, ενώ ο Χριστός ποτέ δεν απέκρυψε την τραγική κατάληξη όλων όσων μείνουν άγευστοι και αδιάφοροι στην επίσκεψη του Θεού, αρχικά έρχεται να δηλώσει με ηρεμία και μεγάλη μακροθυμία ότι τώρα Αυτος είναι ανάμεσα στον λαό Του. Τώρα, είναι η ώρα και η στιγμή ο λαός να Τον αναγνωρίσει και να Τον ακολουθήσει στην ουράνια διαδρομή προς την βασιλεία. Δεν έρχεται με αξίνη, ως ηδύνατο, αλλά με ανοιχτά και απλωμένα τα χέρια προς τους ανθρώπους.

Η μετάνοια, αδελφοί μου, αυτή η ουσία του κηρύγματος του Προδρόμου, των αποστόλων, των προφητών, των πατέρων, το πρώτο κήρυγμα του ιδίου του Χριστού, είναι μια κατασυκοφαντημένη και κακοποιημένη έννοια στις μέρες μας. Συνδέεται με μια ζωή απελπισίας, κακουχιών, ύποπτης υποκριτικής θρησκευτικότητας, με έναν λόγο παρωχημένο, στομφώδη και φαρισαϊκό.. Δεν έχουμε συνειδητοποιήσει πώς μέσα στους κόλπους και την παράδοση της μητέρας μας, της ορθόδοξης εκκλησίας, η μετάνοια είναι μια ζωή μακαριότητας, δηλαδή μυστικής χαράς και ευτυχίας. Είναι η ευλογημένη χαρμολύπη, η πολιτεία των ταπεινών και των αγνών ανθρώπων, αυτών για τους οποίους ο Χριστός είπε: «μακάριοι αυτοί που πενθούν γιατί θα παρηγορηθούν». Το πένθος αυτό , δεν είναι πένθος κοσμικό, που μυρίζει θάνατο και απελπισία, αλλά είναι ή ίδια η ζωή της κατά Χριστόν ταπείνωσης. Μιας ζωής που συναντάμε στους αγίους. Σ’αυτούς που δεν ανέχονται την ντροπή και την ασθένεια της αμαρτίας και ενώ είναι δίκαιοι και ευλαβείς συνειδητοποιούν την αμαρτωλότητα και την ελαχιστότητα τους ενώπιον του Θεού. Σ’αυτούς που δεν απαιτούν τα υψηλά, τα αξιώματα,τα ις διακρίσεις, τους επαίνους και μένουν σαν νεκροί μπροστά στην απατηλότητα και τη ματαιότητα του κόσμου. Σ’αυτούς που ενώ αγαπούν την ζωή και δεν την αποστρέφονται, ωστόσο ζουν μια ζωή λαθότητας, κρύβοντας την αρετή τους από τους άλλους και επιλέγουν σαν τις μέλισσες απ’αυτόν τον κόσμο ότι αγνό,αυθεντικό και ψυχωφέλιμο, με διάκριση και απλότητα. Αυτούς που συναισθάνονται το υψηλό μυστήριο του Θεού και καταγελούν όλη την ανθρώπινη ματαιότητα και πολυπραγμοσύνη.

Τέλος,  αγαπητοί μου, η ζωή της μετανοίας είναι καθαρά μυστηριακή και εκκλησιαστική ζωή. Ο μετανοϊκός άνθρωπος τρέφεται από την θεία ευχαριστία, την εξομολόγηση, τις ακολουθίες της εκκλησίας. Ζεί με αυτοπροσφορά, κένωση, προσευχή, διακονία,θυσία και κύρια με πίστη και ελπίδα, γι’αυτό και ζει εσωτερικά γαλήνιος και χαρούμενος. Ο νέος κόσμος του Θεού, ο μυστηριακός κόσμος της Εκκλησίας που εγκαινίασε ο Χριστός με την επιφάνεια Του στον κόσμο, είναι ο κόσμος της ανάστασης, της ζωής και του φωτός.



ππκ 2010-2014-2018(συρραφή)

Σάββατο, Ιανουαρίου 06, 2018

"Φωνή Κυρίου επί των υδάτων"... ( π. Αλεξ. Σμέμαν)

Ὑπάρχει ὡστόσο κι ἕνα δεύτερο ἀκόμη βαθύτερο καὶ πιὸ χαρούμενο νόημα στὸ βάπτισμα τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη. Μετὰ τὴν ἀκολουθία τῶν Θεοφανείων οἱ πιστοὶ ἀφήνουν τὴν ἐκκλησία καὶ πηγαίνουν νὰ ἁγιάσουν τὰ ὕδατα. Τὰ θριαμβικὰ καὶ δοξαστικὰ λόγια τοῦ ψαλμοῦ ἀντηχοῦν: “Φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων” (Ψαλμ. 28, 3), καὶ μᾶς φανερώνεται τὸ νόημα καὶ ἡ σημασία τοῦ νεροῦ ὡς εἰκόνα τῆς ζωῆς, ὡς εἰκόνα τοῦ κόσμου καὶ ὅλης τῆς δημιουργίας. Καὶ αὐτὸς ποὺ κατέρχεται στὸ νερό, ποὺ καταδύεται στὸ νερό, ποὺ ἑνώνεται μαζί του ἐρχόμενος στὸν κόσμο γιὰ τὴ σωτηρία καὶ τὴν ἀναγέννησή του, αὐτὸς εἶναι ὁ Θεός. Ὁ κόσμος ἀποκομμένος ἀπὸ τὸν Θεό, Τὸν ξέχασε, σταμάτησε νὰ Τὸν βλέπει, καὶ καταδύθηκε στὴν ἁμαρτία, στὸ σκοτάδι καὶ στὸν θάνατο. Ὁ Θεὸς ὅμως δὲν ξέχασε τὸν κόσμο. Ἐδῶ,στὸ βάπτισμά Του, ὁ Θεὸς μᾶς ἐπιστρέφει τὸν κόσμο, νὰ λάμπει ἀπὸ τὴ δόξα τῶν ἀστέρων καὶ τὴν ὀμορφιὰ ποὺ εἶχε τὴν πρώτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας. “Εάν τις διψᾶ, ἐρχέσθω πρὸς με καὶ πινέτω, ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ…. ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος” ( Ἰωάν. 7, 37-38). Τὸ καθετὶ σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, μαζὶ καὶ ἡ ὕλη, ἡ ἴδια ἡ οὐσία του, γιὰ ἄλλη μία φορὰ γίνεται δρόμος γιὰ τὸν Θεό, κοινωνία μαζί Του, ἀνάπτυξη μέσα στὴν πλησμονὴ τῆς αἰώνιας ζωῆς. Αὐτὸ ποὺ γιορτάζουμε τὴ χαρμόσυνη καὶ λαμπρὴ ἡμέρα τῶν Θεοφανείων εἶναι ὁ ἐρχομὸς τοῦ Θεοῦ στὴ δημιουργία Του, “καὶ ἰδοὺ ἀνεώχθησαν αὐτῷ οἱ οὐρανοὶ” ( Ματθ.3,16 ). Δὲν γνωρίζουμε τί ἀκριβῶς ἔνιωσε ὁ Ἰωάννης ὅταν τὰ χέρια του ἀκούμπησαν τὸ Σωτήρα, ἢ πῶς εἶδε τοὺς οὐρανοὺς νὰ ἀνοίγουν, ἢ πῶς ἄκουσε τὴ φωνή. Ἡ στιγμὴ ὅμως αὐτὴ ἦταν ἀναμφίβολα γι’ αὐτὸν μία στιγμὴ ἐκτυφλωτικοῦ φωτός, ὅταν τὰ πάντα ἄστραψαν καὶ πῆραν φωτιὰ μὲ τὴ χαρὰ τῆς ἀρχικῆς ὁ μορφιᾶς τῆς δημιουργίας, καθὼς ὁ κόσμος γιὰ ἄλλη μία φορὰ ἀποκαλύφθηκε ὡς κόσμος τοῦ Θεοῦ, ἐξαγνισμένος, καθαρός, ἀναγεννημένος, πλήρης δόξας καὶ εὐχαριστίας.
“Ὁ Χριστὸς ἦρθε γιὰ νὰ ἀνακαινίσει ὅλη τὴν κτίση”. Γιορτάζουμε τὴν ἀνακαίνιση ὅταν βλέπουμε τὸν ἱερέα νὰ ραντίζει τὴν ἐκκλησία, ἐμᾶς, τὰ σπίτια μας, τὴ φύση καὶ ὅλο τὸν κόσμο μὲ τὸ καινούριο, τὸ ἅγιο, τὸ θεϊκὸ νερό· καὶ ὅταν βλέπουμε τοὺς ἀνθρώπους νὰ στριμώχνονται γιὰ νὰ μετάσχουν σ’ αὐτὸ τὸ «ζῶν ὕδωρ» ποὺ ρέει στὴν αἰώνια ζωή. Ἔτσι ὅποιος διψᾶ, ἂς ἔρθει σ’ Αὐτὸν γιὰ νὰ λάβει τὸ δῶρο τοῦ «ζῶντος ὕδατος», τὸ δῶρο τῆς νέας ζωῆς, καθαρὸς καὶ ἀναγεννημένος.
+π. Αλεξ. Σμέμαν
από το βιβλίο "εορτολόγιο"
από την ιστοσελίδα ΙΜ Προδρόμου Καρέα

Σάββατο, Δεκεμβρίου 30, 2017

Κυριακή Προ Των Φώτων: Αρχή Ευαγγελίου Ιησού Χριστού


 "Αρχή Ευαγγελίου Ιησού Χριστού, υιού του Θεού"

Με τα λόγια αυτά τα θεόπνευστα, ξεκινά η περικοπή της Κυριακής πρό των Φώτων. Η ερμηνεία της φράσης αυτής είναι η εξής: αρχή των γεγονότων πού αφορούν τα χαρμόσυνα νέα της σωτηρίας πού έφερε ο Ιησούς Χριστός, ο Γιος του Θεού, ήταν το προδρομικό κήρυγμα του Βαπτιστή Ιωάννη.

Η λέξη "αρχή" , αγαπητοί χριστιανοί, είναι παρμένη από την Παλαιά Διαθήκη, το Βιβλίο της Γενέσεως, το οποίο, ξεκινά με ακριβώς τα ίδια λόγια: "Εν αρχή". Αλλά και ο θεολόγος Ιωάννης στο δ΄ ευαγγέλιο, ξεκινά με αυτήν την αποκαλυπτική φράση" Εν αρχή ην ο Λόγος". Ετσι οι ευαγγελιστές μνημονεύοντας την πρώτη εκείνη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου,την συνδέουν με τον λόγο " εν αρχή", με την αναδημιουργία-ανακαίνιση του κόσμου και την ανάπλαση του ανθρώπου , πού φέρνει ο Ιησούς Χριστός, διά της σαρκώσεως και της σωτηρίας.Παράλληλα, το ευαγγέλιο λαμβάνει αξιώσεις θεοπνεύστου κειμένου και προβάλλεται ως ένα σώμα με την Παλαιά Διαθήκη, αφού και ο Δημιουργός είναι το ένα και το αυτό πρόσωπο με τον Εισηγητή της νέας εποχής Λόγο του Θεού, αλλά και οι φράσεις οι θεόπνευστες ομοίου περιεχομένου  και από την αυτή πηγή , το άγιο Πνεύμα.

Ευαγγέλιο είναι η καλή αγγελία, η χαρμόσυνη είδηση. Και ο ευαγγελιστής Μάρκος, καίτοι δεύτερος στον κανόνα της ΚΔ, είναι ο πρώτος πού εισάγει την λέξη ευαγγέλιο στην ανθρώπινη ιστορία. Χαρμόσυνη είδηση λοιπόν και καλή αγγελία είναι η αναδημιουργία και ανάπλαση πού υπονοείται και ο Ερχομός της βασιλείας του Θεού ανάμεσα στους ανθρώπους, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, πού φέρει τον βασιλικό τίτλο αμέσως: Υιός του Θεού.Και αρχικο γεγονός αυτού του ευαγγελίου είναι ένας άγιος άνθρωπος:Ο Ιωάννης πού βλέπει τα μέλλοντα και αναμένει πρώτος την ανακαίνιση.

Στην συνέχεια της περικοπής, ο Ιωάννης, συνδέει τον παλαιό με τον νέο κόσμο, όχι μόνο με το κήρυγμα, αλλά με την ίδια την μορφή και την πολιτεία του. Αφ' ενός η μορφή του έχει ρίζες στο παρελθόν και έχει προκαταγγελθεί από τον μέγα των προφητών Ησαΐα, αλλά και από τον Μωϋσή και τον Μαλαχία. Είναι ο αγγελιαφόρος πού προετοιμάζει την οδό του Κυρίου, η φωνή που κραυγάζει στην έρημο να προετοιμαστούν οι άνθρωποι και να στρώσουν δρόμο ευθύ για τον ερχομό του Μεσσία. Αφ΄ετέρου η μορφή και η πολιτεία του έχουν τόνο εσχατολογικό: Είναι μορφή ασκητική, ντυμένος με καμηλότριχες και εγκρατής στην τροφή, ακτήμων και με μόνη έννοια και αποστολή το προδρομικό κήρυγμα και το βάπτισμα προετοιμασίας.Επίσης, διδάσκει λόγω και τρόπω την ταπείνωση και την συντριβή, αφού αποποιείται και το έργο του ταπεινότερου δούλου και λέγει πώς δεν είναι άξιος να λύσει τον ιμάντα των υποδημάτων Αυτού πού έρχεται. Αφού η βασιλεία του θεού έρχεται και είναι ανάμεσα στους ανθρώπους, αυτοί πρέπει να απεκδυθούν τα περιττά, τις εξαρτήσεις, τις κακίες και να έχουν μονολόγιστη ελπίδα και προσδοκία τον ερχομό του Βασιλέα Θεού.Και ο Ιωάννης το επιβεβαιώνει αυτό με την ασκητική του , τις αρετές και τα παραστατικά λόγια της μεγάλης επίσκεψης,έναντι όλων.


Η προετοιμασία αυτή σφραγίζεται με έναν τυπικό καθαρμό, το βάπτισμα στον Ιορδάνη και με μία ουσιαστική μετάνοια: την ειλικρινή εξομολόγηση αμαρτιών.Και σε αυτό το βάπτισμα προστρέχει όλος ο λαός, διότι ο Σωτήρας είναι καθολικός και όλοι είναι σε αναμονή και προετοιμασία για την κλήση και σωτηρία.Είναι βάπτισμα μετανοίας εις άφεσιν αμαρτιών. Σημείο εσχάτων. Κλήση για στροφή, μεταβολή στον Θεό και τον δημιουργό. Εσωτερική κάθαρση του νυμφώνος της ψυχής και προευτρεπισμός για να σκηνώσει εντός της ο Ερχόμενος Νυμφίος της!

Ο ευαγγελιστής Μάρκος στην συνέχεια παρουσιάζει τον Ιωάννη, να διακρίνει ο ίδιος το δικό του βάπτισμα μες στο νερό, από το βάπτισμα του Χριστού, πού θα είναι βάπτισμα στην χάρη του Αγίου Πνεύματος.Ο Χριστός έρχεται να εγκαινιάσει έναν νέον Ισραήλ, ένα καινό σώμα, πού θα εμπνέεται , θα κινείται, θα ζωοποιείται και θα εμφορείται , από το άγιο Πνεύμα: την Εκκλησία! Όχι πλέον τύποι, γράμμα και σκιά, αλλά αυτός ο Παράκλητος θα φανερωθεί στους ανθρώπους. Και στο Σώμα αυτό του Χριστού, πού θα λέγεται Εκκλησία, στον κόσμο της μεταστροφής προς τον Θεό,της κάθαρσης και ανακαίνισης, πνοή και ζωή θα είναι το άγιο Πνεύμα! Είναι λοιπόν η εποχή των εσχάτων,πού ο προφήτης Ιωήλ και οι άλλοι προφήτες προανάγγειλαν στον παλαιό Ισραήλ και δι' αυτού σε όλο τον κόσμο. Η Εποχή πού οι άνθρωποι θα δούν τον Θεό ανάμεσα τους και μέσα τους.

Σε λίγες μέρες, θα εορτάσουμε τα Θεοφάνεια. Θεοφάνεια είναι η φανέρωση του όντος Τριαδικού Θεού στον κόσμο, διά του Υιού και Λόγου . Υπάρχει ο τόπος, ο τρόπος και ο χρόνος της διαρκούς Θεοφανείας και όλα αυτά είναι η Εκκλησία. Η μετοχή μας στην Εκκλησία , στα μυστήρια της και στην εν Χριστώ ζωή, πού αυτή προβάλλει και δι΄αυτής προβάλλεται. Μπορούμε λοιπόν ως βαπτισμένα μέλη της Εκκλησίας και τέκνα φωτόμορφα αυτής, να έχουμε διαρκή φανέρωση και κοινωνία με τον Θεό εντός της. Ας γίνουν λοιπόν τα Θεοφάνεια, ως εορτή, ευκαιρία συνάντησης και αποκάλυψης του Θεού για τον καθένα μας, Αυτός είναι άλλωστε και ο σκοπός των εορτών της Εκκλησίας. Γένοιτο.

ππκ3-1-15

Κυριακή, Ιανουαρίου 11, 2015

Κυριακή μετά τα Φώτα





Κυριακή μετά τα Φώτα σήμερα! 

Το ευαγγέλιο στον απόηχο της μεγάλης εορτής των Θεοφανείων. 


Μετά την σύλληψη του Ιωάννου, πού σηματοδοτεί το τέλος της παλαιάς διαθήκης και των προφητών, ο Χριστός κάνει κάτι δυναμικό. Αφήνει την Ναζαρέτ,όπου δεν βρήκε ανταπόκριση από τους δικούς του και κατοικεί στην παραθαλάσσια Καπερναούμ. 

Αυτή η πράξη προφητεύτηκε από τον Ησαΐα, ως ανατολή και ζωή για καθήμενους εν σκότει και σκιά θανάτου. 

Ο Χριστός δεν πήγε στα Ιεροσόλυμα, την πόλη των προσδοκιών και της θρησκείας, αλλά στην Γαλιλαία των εθνών. Στους "κακούς" της υπόθεσης. Σαν φως μέσα στο σκοτάδι και σαν ζωή μέσα στο θάνατο. Νέα πατρίδα του γίνεται ο τόπος της αμαρτίας.

Το κήρυγμα Του το πρώτο είναι διπλό: Πρώτον καλεί σε μετάνοια, αλλαγή τρόπου ζωής. Δεύτερον, κηρύσσει την νέα εποχή: την βασιλεία των ουρανών. Βασιλεία των Ουρανών είναι ο ίδιος. 

Ο Χριστός δεν έφερε θρησκεία και ιδέες στον κόσμο. Αποκάλυψε τον Εαυτό Του ως οδό σωτηρίας.

Είναι ο πρώτος και μοναδικός πού το κάνει μέσα στην ιστορία και αυτό είναι αυθεντικότητα. Δεν είναι προφήτης και διδάσκαλος μιας νέας θεωρίας, αλλά η Αποκάλυψη του μοναδικού Θεού στον κόσμο!

Δευτέρα, Ιανουαρίου 05, 2015

ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ


Τάδε λέγει Κύριος· Εὐφράνθητι ἔρημος διψῶσα, ἀγαλλιάσθω ἔρημος, καὶ ἀνθείτω ὡς κρίνον. Καὶ ἑξανθήσει, καὶ ὑλοχαρήσει, καὶ ἀγαλλιασεται τὰ ἔρημα τοῦ Ἰορδάνου· καὶ ἡ δόξα τοῦ Λιβάνου ἐδόθη αὐτῇ, καὶ ἡ τιμὴ τοῦ Καρμήλου· καὶ ὁ λαός μου ὄψεται τὴν δόξαν Κυρίου, καὶ τὸ ὕψος τοῦ Θεοῦ. Ἰσχύσατε χεῖρες ἀνειμέναι, καὶ γόνατα παραλελυμένα. Παρακαλέσατε, καὶ εἴπατε τοῖς ὀλιγοψύχοις τῇ διανοίᾳ· Ἰσχύσατε καὶ μὴ φοβεῖσθε· ἰδοὺ ὁ Θεὸς ἡμῶν κρίσιν ἀνταποδίδωσι, καὶ ἀνταποδώσει, αὐτὸς ἥξει καὶ σώσει ἡμᾶς. Τότε ἀνοιχθήσονται ὀφθαλμοὶ τυφλῶν, καὶ ὦτα κωφῶν ἀκούσονται. Τότε ἁλεῖται χωλὸς ὡς ἔλαφος, καὶ τρανὴ ἔσται γλῶσσα μογγιλάλων, ὅτι ἐρράγη ἐν τῇ ἐρήμῳ ὕδωρ, καὶ φάραγξ ἐν γῇ διψώσῃ. Καὶ ἔσται ἡ ἄνυδρος εἰς ἕλη, καὶ εἰς τὴν διψῶσαν γῆν πηγὴ ὕδατος ἔσται, ἐκεῖ ἔσται εὐφροσύνη ὀρνέων, ἐπαύλεις ποιμνίων καὶ καλάμη καὶ ἕλη. Καὶ ἔσται ἐκεῖ ὁδὸς καθαρά, καὶ ὁδὸς ἁγία κληθήσεται, οὐ μὴ παρέλθῃ ἐκεῖ ἀκάθαρτος, οὐδὲ ἔσται ἐκεῖ ὁδὸς ἀκάθαρτος, οἱ δὲ διεσπαρμένοι πορεύσονται ἐπ᾽ αὐτῆς, καὶ οὐ μὴ πλανηθῶσι. Καὶ οὐκ ἔσται ἐκεῖ λέων, οὐδὲ τῶν πονηρῶν θηρίων, οὐ μὴ ἀναβῇ εἰς αὐτήν, οὐδὲ μὴ εὑρεθῇ ἐκεῖ· ἀλλὰ πορεύσονται ἐν αὐτῇ λελυτρωμένοι καὶ συνηγμένοι ὑπὸ Κυρίου. Καὶ ἀποστραφήσονται, καὶ ἥξουσιν εἰς Σιὼν μετ᾽ εὐφροσύνης καὶ ἀγαλλιάσεως, καὶ εὐφροσύνη αἰώνιος ὑπὲρ κεφαλῆς αὐτῶν· ἐπὶ γὰρ τῆς κεφαλῆς αὐτῶν αἴνεσις καὶ ἀγαλλίαμα, καὶ εὐφροσύνη καταλήψεται αὐτούς· ἀπέδρα ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμός. 

προφήτης Ησαΐας


Φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων βοᾷ λέγουσα· Δεῦτε λάβετε πάντες, Πνεῦμα σοφίας, Πνεῦμα συνέσεως, Πνεῦμα φόβου Θεοῦ, τοῦ ἐπιφανέντος Χριστοῦ. 

Σήμερον τῶν ὑδάτων, ἁγιάζεται ἡ φύσις, καὶ ῥήγνυται ὁ Ἰορδάνης, καὶ τῶν ἰδίων ναμάτων ἐπέχει τὸ ῥεῦμα, Δεσπότην ὁρῶν ῥυπτόμενον.

Ὡς ἄνθρωπος ἐν ποταμῷ, ἦλθες Χριστὲ Βασιλεῦ, καὶ δουλικὸν Βάπτισμα λαβεῖν, σπεύδεις ἀγαθέ, ὑπὸ τῶν τοῦ Προδρόμου χειρῶν, διὰ τάς ἁμαρτίας ἡμῶν φιλάνθρωπε.
 άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων
Ἐλᾶτε λοιπόν νά ἰδεῖτε παράδοξα θαύματα.
 
 Ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης λούζεται στοῦ Ἰορδάνη τά νερά. Ἡ φωτιά βουτάει καί σμίγει μέ τά νερά. Καί ὁ Θεός ἀπ̉ ἄνθρωπο ἁγιάζεται.

Σήμερα ὁλόκληρη ἡ κτίση βροντοφωνάζει καί ἀνυμνεῖ:
«Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου!!» Σύ πού ἔρχεσαι διά τῆς Προνοίας Σου μέσα ἀπ᾿ ὅλα τά κτίσματά Σου. Σύ πού συντηρεῖς τό ὕψος τοῦ στερεώματος καί ἔντεχνα ὁδηγεῖς σάν ἥμερο ἄλογο μέ χαλινάρι τήν τροχιά τοῦ Ἥλιου. Σύ πού βάζεις σέ τάξη χωρίς διόλου ν᾿ ἀνακατεύονται τά πλήθη τῶν ἀστέρων καί μᾶς κερνᾶς πλούσια ἀγέρα γιά νά ἀναπνέουμε ἀσταμάτητα ζωή.

Σύ πού ζεσταίνεις καί ζωογονεῖς τή μάννα γῆ ὥστε νά μᾶς χαρίζει τούς καρπούς της ὁλοχρονίς. Σύ πού δαμάζεις καί σταματᾶς τήν πολυκύμαντη θάλασσα ζώνοντάς την ὁλοτρόγυρα μ᾿ ἕνα μικρούτσικο χαλινάρι ἀπό ἀμμοχάλικο. Σύ πού σπρώχνεις τά νερά ἀπό τῆς γῆς τά σπλάχνα καί φτιάχνεις τίς πηγές. Σύ πού καθοδηγεῖς τίς ποταμίσιες ὄχθες νά πορεύονται χωρίς χαμό καί περιπλάνηση ὡς τή θάλασσα. 

Τοῦτα ὅλα τά θαυμάσια ἀναλογιζόμαστε καί ἀπό τά κατάβαθά μας βγαί νει ἡ κραυγή: «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου».

Πές μας λοιπόν, Ποιός εἶν᾿ Αὐτός, μακάριε Δαυΐδ;
Ὁ Κύριος καί ὁ Θεός μας πού μᾶς φανερώθηκε μ᾿ ἀνθρώπινη μορφή.
Ἀλλά δέν τό λέει αὐτό μόνον ὁ προφήτης Δαυΐδ. Τό λέει καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πού συμ φωνεῖ μαζί του καί διδάσκει: «Μᾶς φανερώθηκε ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ πού σώζει κάθε ἄν θρωπο καί μᾶς διδάσκει ὅλους μας». Ὄχι μερικούς ἀλλά ὅλους μας. Σ᾿ ὅλους, Ἰουδαίους καί Ἕλληνες χαρίζει μέ τό βάπτισμα τή σωτηρία καί ὑποδείχνει τό σωτήριο αὐτό λουτρό σάν εὐεργέτημα δοσμένο δωρεάν σέ κάθε ἀνθρώπινη ψυχή πού τό ζητάει.

άγιος Πρόκλος Κωνσταντινουπόλεως

Τῇ Γαλιλαίᾳ τῶν Ἐθνῶν, τῇ τοῦ Ζαβουλὼν χώρᾳ, καὶ τοῦ Νεφθαλεὶμ γαίᾳ, ὡς εἶπεν ὁ Προφήτης, φῶς μέγα ἔλαμψε Χριστός· τοῖς ἐσκοτισμένοις φαεινὴ ὤφθη αὐγή, ἐκ Βηθλεὲμ ἀστράπτουσα• μᾶλλον δὲ ἐκ Μαρίας ὁ Κύριος πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ ἀνατέλλει τάς ἀκτῖνας, ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης. Διὸ οἱ ἐξ Ἀδὰμ γυμνοί, δεῦτε πάντες ὑποδύωμεν αὐτόν, ἵνα θαλφθῶμεν· σκέπη γὰρ γυμνῶν, καὶ αἴγλη ἐσκοτισμένων, ἦλθες ἐφάνης τὸ Φῶς τὸ ἀπρόσιτον
άγιος Ρωμανός Μελωδός
Ο Ιωάννης όμως βαπτίζει και έρχεται να βαπτισθεί ο Ιησούς, για να αγιάσει μεν ενδεχομένως και τον βαπτιστή, όπως είναι δε καταφανές, για να θάψει μέσα στο νερό όλον τον παλαιό Αδάμ και να αγιάσει πριν απ’ αυτούς και για χάρη τους τον Ιορδάνη. Όπως δε ο ίδιος ήταν Πνεύμα και σάρκα, έτσι δίνει την πνευματική ολοκλήρωση με Πνεύμα και νερό. Ο βαπτιστής δεν δέχεται και ο Ιησούς αγωνίζεται (να τον πείσει). «Εγώ έχω ανάγκη να βαπτι¬σθώ από σένα» λέει το λυχνάρι στον Ήλιο, η φωνή στο Λόγο, ο φίλος στον Νυμφίο, ο ανώτερος από κάθε άλλο γέννημα γυναίκας στον Πρωτότοκο ολόκληρης της δημιουργίας, εκείνος που σκίρτησε ενώ βρισκόταν μέσα στην κοιλιά σ’ εκείνον που προσκυνήθηκε μέσα στην κοιλιά, εκείνος που προέτρεξε και ο οποίος θα προστρέξει σ’ εκείνον που φάνηκε και θα φανεί. «Εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από σένα» – πρόσθεσε και «δι’ εσέ» (διότι γνώριζε ότι επρόκειτο να βαπισθεί με το μαρτύριο) ή, όπως ο Πέτρος, το ότι θα καθαρίσεις όχι μόνον τα πόδια — «και συ έρχεσαι προς εμέ;». Και τούτο είναι προφητικό. Διότι γνώριζε ότι όπως μετά τον Ηρώδη επρόκειτο να καταληφθεί από μανία ο Πιλάτος, έτσι και μετά απ’ αυτόν, ο οποίος θα έφευγε προηγουμένως, θα ακολουθούσε ο Ιησούς. Τί δε λέει ο Ιησούς; «Άφησε τώρα τις αντιρρήσεις», διότι αυτό απαιτούσε το θείο σχέδιο. Διότι γνώριζε ότι μετά από λίγο επρόκειτο να βαπτίσει αυτός τον βαπτιστή. Τί δε είναι το φτυάρι; Η κάθαρση. Τί είναι δε το πυρ; Το κάψιμο κάθε ανόητου πράγματος και η αναζωπύρωση του πνεύματος. Τί είναι δε η αξίνα; Το κόψιμο της ψυχής, η οποία, αφού έχει γεμίσει με ακαθαρσίες, έχει καταστεί αθεράπευτη. Τί είναι δε το μαχαίρι; Η τομή την οποία κάνει ο Λόγος και η οποία ξεχωρίζει το κακό από το καλό και τον πιστό από τον άπιστο και η οποία κάνει τον υιό και τη θυγατέρα και την νύμφη να επαναστατούν κατά του πατέρα και της μητέρας και της πεθεράς, και τα νέα και πρόσφατα (να επαναστατούν) κατά των παλαιών τα οποία είναι σκιώδη. Τί είναι δε το κορδόνι του υποδήματος, που δε μπορείς να λύσεις συ που βαπτίζεις τον Ιησού, που έζησες στην έρημο με νηστεία, ο νέος Ηλίας, ο οποίος είσαι κάτι ανώτερο και από προφήτη, αφού είδες και εκείνον που είχες προφητεύσει και που συνδέεις την Πάλαια με την Καινή Διαθήκη; Τί είναι αυτό; Ενδεχομένως ο λόγος για την έλευση στη γη και περί της σαρκός, του οποίου και το ελάχιστο ακόμη τμήμα είναι αδύνατο να γίνει κατανοητό, όχι μόνον σ’ εκείνους οι οποίοι έχουν ακόμη σαρκικό φρόνημα και είναι ακόμη νήπια στο Χριστιανισμό, αλλά και σ’ εκείνους οι οποίοι διαθέτουν το Πνεύμα του Ιωάννη.
Αλλά και ανεβαίνει από το νερό ο Ιησούς. Ανεβάζει δε μαζί του και τον κόσμο και βλέπει να σχίζονται οι ουρανοί, τους οποίους ο Αδάμ είχε κλείσει για τον εαυτό του και για τους απογόνους του, όπως είχε κλείσει και με τη φλογίνη ρομφαία τον παράδεισο. Και το Πνεύμα μαρτυρεί τη Θεότητα (διότι το όμοιο σπεύδει προς το όμοιο) και η φωνή από τους ουρανούς (διότι απ’ εκεί προερχόταν εκείνος για τον οποίον διδόταν η μαρτυρία). Εμφανίζεται δε σαν περιστέρι (διότι τιμά το σώμα, αφού και αυτό γίνεται Θεός με τη θέωση, όταν αυτή θεωρείται από την πλευρά του σώματος) και λόγω του ότι είναι από πολύ παλαιά συνηθισμένο να φέρει την ευχάριστη αγγελία της παύσεως του κατακλυσμού το περιστέρι.
άγιος Γρηγόριος Θεολόγος