Ο θάνατος δεν είναι μια στιγμή, συνυπάρχει και συντροφεύει τον άνθρωπο καθ' όλη την πορεία της ζωής του. Είναι παρών σε όλα τα πράγματα, είναι το προφανές όριό τους. Ο χρόνος και ο χώρος, οι στιγμές πού χάνονται και οι αποστάσεις πού χωρίζουν, είναι τόσες τομές, τόσοι τμηματικοί θάνατοι. Κάθε αποχαιρετισμός, λήθη, αλλαγή, το γεγονός ότι τίποτε δεν μπορεί να ξαναγίνει ακριβώς το ίδιο, μεταφράζουν την πνοή τού θανάτου μέσα στην καρδιά της ζωής και μας αιωρούν μέσα στην οδύνη.
ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θάνατος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θάνατος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο, Μαρτίου 06, 2021
Κάθε αναχώρηση ενός αγαπημένου προσώπου, το τέλος κάθε πάθους, τα ίχνη του χρόνου πάνω σ' έvα πρόσωπο, το τελευταίο βλέμμα πάνω σε μια πόλη ή σ' ένα τοπίο, πού δεν θα ξαναδούμε πια ποτέ, ή απλούστατα ένα μαραμένο λουλούδι προκαλούν μια βαθειά μελαγχολία, μια προκαταβολικά άμεση εμπειρία του θανάτου.
Η φύση δεν γνωρίζει προσωπική αθανασία, δεν γνωρίζει παρά την επιβίωση του είδους. Οι «άθεοι» δεν μπορούν να οραματίζονται παρά επιβίωση μέσα στα έργα τους ή μέσα στην ανάμνηση των μελλοντικών γενεών είναι μια μελαγχολική αθανασία λεξικού, το πολύ - πολύ.
Η βιαιότητα του θανάτου δεν μπορεί να εξουδετερωθεί παρά με την άρνησή του. Γι' αυτό στο κέντρο της ζωής ορθώνεται ο Σταυρός η δε Ζωή δέχεται ελεύθερα να περάσει από τον θάνατο, για να τον ανατινάξει και να τον εκμηδενίσει: «θανάτω θάνατον πατήσας», ψάλλει η Εκκλησία την νύχτα του Πάσχα.
Ο Ωριγένης αναφέρει μια παράδοση, κατά την οποία το σώμα του Αδάμ είχε ταφεί εκεί όπου ο Χριστός σταυρώθηκε. Μια άλλη παράδοση λέγει ότι το ξύλο τού Σταυρού έχει την προέλευσή του από το δένδρο της Εδέμ. Έτσι ο Σταυρός του Χριστού έγινε το Δένδρο της ζωής. Η Βίβλος αγνοεί την φυσική αθανασία και αποκαλύπτει την Ανάσταση πού έρχεται από το υπερπέραν: από τον θάνατο και την Ανάσταση του Θεανθρώπου. Έτσι μόνον ο Χριστιανισμός δέχεται την τραγικότητα του θανάτου, τον κοιτάζει κατά πρόσωπο, γιατί o Θεός περνά απ' αυτό τον δρόμο και όλοι τον ακολουθούν.
ΠΑΥΛΟΣ ΕΥΔΟΚΙΜΩΦ
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 27, 2017
Η λησμονιά του θανάτου( Ολιβιέ Κλεμάν)
Η μαθητεία στην πολιτική και στον πολιτισμό μού ξανάνοιγαν τον δρόμο για το θεμελιακό. Ξανά πάλι η αγωνία. Ξανά πάλι η κατάπληξη. Και τώρα η πορεία για τη συνάντηση των προσώπων.
Μπροστά στον θάνατο, μπροστά σ’ αυτή την αγωνία, σ’ αυτή την απομόνωση, σ’ αυτό τον πνευματικό θάνατο, που το βιολογικό τέρμα δεν είναι παρά ένα σημάδι του, ο άνθρωπος είναι σήμερα γυμνός. Τόσο γυμνός, όσο δεν ήταν ποτέ άλλοτε. Ο πολιτισμός μας είναι ο πρώτος, φαίνεται, σ’ όλη την ιστορία, που πασχίζει ν’ αγνοήσει τον θάνατο και, μ’ αυτό, ίσως, ξεσκεπάζει την ουσία… Οι επικήδειες τελετές έχουν μικρύνει υπερβολικά ή και χάνονται. Δεν ξέρουν πια τι να πουν και τι να κάνουν. Όταν ήμουνα παιδί, μέσα σ’ ένα κύκλο στερημένο από καιρό από κάθε χριστιανική αναφορά, δεν άφηναν κανένα να πεθάνει στο νοσοκομείο. Όταν δεν απόμενε πια ελπίδα, έφερναν τον άρρωστο στο σπίτι και τότε τον τύλιγαν σε περισσότερη στοργή. Ξαγρυπνούσαν όχι μονάχα εκείνους, που πέθαιναν, αλλά και τους πεθαμένους. Αγρυπνία, σχεδόν ανυπόφορη, μπροστά στο μηδέν. Δεν προσεύχονταν – σε ποιόν να προσευχηθούν και με ποια λόγια; Δε διάβαζαν τους Ψαλμούς και τα Ευαγγέλια. Δεν είχαν ούτε τη χοντροκομμένη ανανέωση του νεκρόδειπνου, που σε μερικές χριστιανικές χώρες αναπτύχτηκε σε «αγάπη». Δεν ήταν πια σε χριστιανικές χώρες. Όλα είχαν ξεχαστεί. Ο ζωντανός Θεός, η ψυχή, η ανάσταση. Αλλά δεν ήταν κι ο παγανισμός, που σ’ αυτόν πεθαίνουν με το «απρόσωπο» του φυτού ή σβήνουν γαλήνια μέσα στο άπειρο: ξαναγίνονται σπόροι, περνούν στην άλλη πλευρά των πραγμάτων, ίσαμε την καινούργια σπορά… Όχι. Απ’ τη βιβλική Αποκάλυψη κρατούσαν τη βεβαιότητα, πως αυτός ο πεθαμένος είναι ένα μοναδικό άτομο και πως η ζωή του υπήρξε η μοναδική του ζωή. Αυτές οι αγρυπνίες ήταν σκέτες αγωνίες. Πήγαιναν στην κουζίνα, να πιουν λίγο καφέ. Ύστερα ξαναγύριζαν να καθήσουν κοντά στο πτώμα. Με σιωπή. Πάντοτε αυτή η σιωπή. Είναι αλήθεια, πως καταπιάνονταν με υπερβολική λεπτομέρεια μ’ όλα εκείνα τα πράγματα, που πλαισιώνουν τον θάνατο. Τα αγγελτήρια της κηδείας, την ταφή, τον οικογενειακό τάφο. Κι αυτά, αν δεν χρειαζόταν να μαζέψουν τη σκόνη των προηγούμενων νεκρών, για να κάνουν χώρο… Νεκροταφεία δίχως σταυρό – όμως, για τους πιο πολλούς, ο σταυρός δεν σημαίνει νίκη πάνω στον θάνατο, αλλά απλώς και μόνο ένα νεκροταφείο… και σαν καλοί ορθολογιστές προσπαθούν ν’ αποφύγουν αυτή την ταυτολογία. Νεκροταφεία δίχως σταυρό. Βαρειές πλάκες, καλοχτισμένες, των λατινικών νεκροταφείων. Οικογενειακή υπερηφάνεια. Προνόμια για την «αιωνιότητα». Κι αυτή η μανία της καθαριότητας του ρασιοναλισμού, που θα ξερίζωνε και το μικρότερο βλασταράκι και που, για χάρη της, η δημοτική αρχή, στο χωριό, εξαφάνισε πεύκα και κυπαρίσσια. Πράγμα, που δεν εμποδίζει το έδαφος, πολύ απαλό σ’ αυτές τις κάτω χώρες, να κατακάθεται σιγά-σιγά και τις πέτρες να ναυαγούν στην απεραντοσύνη της πεδιάδας. Αναποδογυρίζουν, σα στην τελική κρίση, γοτθικά τύμπανα. Η κόρη μου σιγοτραγουδάει το μέρα οργής. Της το μαθαίνουν στο κολλέγιο, στην ιστορία της μουσικής.
Τώρα, σε όμοια περιβάλλοντα, αφήνουν τους ανθρώπους, που πεθαίνουν, να φεύγουν μόνοι. Κι όταν είναι στο νοσοκομείο και τους αφήνουν εκεί κι όταν βρίσκονται στο σπίτι, πηγαίνουν να κοιμηθούν. Επειδή τα έχουν κάνει όλα. Επειδή δε μπορούν να κάνουν τίποτα άλλο. Αφήνουν στο δωμάτιο ολομόναχο τον νεκρό, περιμένοντας να τον σηκώσουν όσο το δυνατό γρηγορότερα. Δε γνωρίζουν πια εκείνο, που όλοι οι άνθρωποι, παντού, ήξεραν, οποιαδήποτε κι αν ήταν η αντίληψή τους για τον θάνατο. Ότι κανένας, στην πραγματικότητα, δεν πεθαίνει μόνος του. Ότι η αγάπη κι η προσευχή των ζωντανών ευκολύνουν την έσχατη έξοδο. Το φτιασιδωμένο πτώμα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα εγκαταλειμμένα νεκροταφεία, στη Σοβιετική Ένωση, όλα μαρτυρούν την ίδια κατάσταση πραγμάτων. Στη Γαλλία, οι άνθρωποι της γενιάς μου είδαν να θεσπίζεται και να γίνεται υπερτροφική η πέρα για πέρα κοσμική «γιορτή των νεκρών». Θυσιάζουν στους νεκρούς μια μέρα τον χρόνο, όπως ο Πολυκράτης έρριχνε το δαχτυλίδι του στη θάλασσα, για ν’ αποτρέψει τη μοίρα του. Λατρεία δίχως ελπίδα: η «μέρα των νεκρών» έχει καταποντίσει τη μέρα των «αγίων Πάντων». Ένα δαχτυλίδι στη θάλασσα, χρυσάνθεμα στον θάνατο. Εγώ, συνεχίζω να βασιλεύω.
Για να λησμονήσουν, εμπιστεύονται τη θεμελιακή λαχτάρα του ανθρώπου, τη δίψα του για την αιωνιότητα, στην κατανάλωση, στον ερωτισμό ή στην πολιτική. Εκθειάζουν τη ζωή, φωτογραφίζουν τη φιλενάδα τους γυμνή κι έγκυο, ρόδι με μοναδικό σπόρο. Αλλά το παιδί, που θα γεννηθεί, θα γεννηθεί για να πεθάνει. Κι αυτή η ζωή, δώθε απ’ τον θάνατο, είναι δαγκωμένη απ’ αυτόν. Γιατί ο φυσικός θάνατος ταυτόχρονα συμπυκνώνει – και μυστηριακά παρηγορεί – μια πνευματική κατάσταση, μια συγκεκριμένη κατάσταση της ύπαρξης: του χωρισμού και της αποτυχίας, της σκοτεινότητας και της υπνοβασίας. Η καρδιά είναι σκληρή και, μαζί, κομματιασμένη. Η διάνοια αντιστέκεται ή συγχέει. Εναλλάσσονται οι μύριες μαρμαρυγές της υπερηφάνειας και της απελπισίας.
Μπροστά στο στενό και βαθύ χαντάκι, το τσιμενταρισμένο, το τεχνικό, μέσα σ’ ένα μεγάλο παριζιάνικο νεκροταφείο, ο άνθρωπος ξεσπάει σε λυγμούς. Σα να μη τελειώνει το κατέβασμα του φερέτρου. Ύστερα από πέντε λεπτά αρχίζει την απασχόληση – η ταφή είναι κι αυτή μια απασχόληση – φλυαρεί, έχει ξεχάσει. Ο θάνατος είναι αυτή η μικρή ρωγμή, που γρήγορα κλείνει. Δεν υπάρχει πια τίποτα. Σαπίζουν όλα. Ο τρελλός του Νίτσε, αφού αποκρυπτογράφησε τον θάνατο του Θεού και το βασίλειο του μηδενός, καλεί σε ιερές τελετές. Θα είναι ανήκουστες, λέει. Είναι κι όλας, αν θυμηθούμε το πρώτο κομμάτι του εικοστού αιώνα: τα ολοκληρωτικά καθεστώτα είναι, επίσης, ατέλειωτες γιορτές. Κάθε αντίληψη του κόσμου, που δεν περικλείει τον θάνατο, δε μπορεί νάναι, παρά θανατηφόρα χίμαιρα. Χύνεται στον θάνατο των άλλων, ή στην εμβατηριακή ενορχήστρωση της υπνοβασίας. Ο καθένας ζει, σα να μπορούσε, μόνος αυτός, να ξεφύγει απ’ το θάνατο.
Ποιος προετοιμάζεται για μια όσο το δυνατό μεγαλύτερη διαφάνεια των γηρατειών; […]
Μου αρέσει, στη χριστιανική Ανατολή – που ασχολείται λίγο με τα σχήματα – αυτός ο σεβασμός, αυτός ο θαυμασμός στον γέρο. Ο άνθρωπος, που είναι αφιερωμένος στην πνευματική πορεία, οποιαδήποτε κι αν είναι η ηλικία του, ονομάζεται «γέροντας». Κι εδώ, η ομορφιά δεν διαχωρίζεται απ’ τη σοφία και την αγάπη. Ανεβαίνει από μέσα απ’ την καρδιά. Προσέξτε τους μοναχούς του Άθω ή της Μολδαβίας, όταν η ηλικία τούς απαλλάσσει από μια επιφύλαξη, που συχνά μας φαίνεται επιτηδευμένη, αλλ’ όμως αποτελεί το κουκούλι της χρυσαλλίδας. Τα χείλη λεπτύνονται κι εσωτερικοποιούνται. Το μέτωπο διαστέλλεται και λάμπει. Η λευκότητα των μαλλιών και των γενιών δίνει μαρτυρία για μια μεταμόρφωση. Τα μάτια ξαναβρίσκουν τη ζωηρή έκπληξη της παιδικής ηλικίας. Αλλά με κάποια ποιότητα θαμπάδας κι απάθειας, πέρα από κάθε πάθος κι από κάθε φόβο. Το χέρι, ακόμα κι η σάρκα του, γίνεται στεγνό, ελαφρό, καθαρό, όπως το χέρι ενός πολύ νέου παιδιού. […]
Χρειάστηκε να γνωρίσω τη χριστιανική Ανατολή (όμως, τώρα ξέρω πως η Δύση, προπάντων στα μοναστήρια της, έχει και τα ανατολικά μυστικά της) για να ξανασυναντήσω κείνη τη πίστη στη συναίσθηση της ανάστασης. Κι ακόμα, να συναντήσω φωτισμένους γέροντες, που και μόνο η απλή παρουσία τους βοηθάει να ζει κανείς, να πεθαίνει και να μεταμορφώνεται με τον θάνατο. […]
(από το βιβλίο «Ο άλλος ήλιος», εκδ. Σποράς)
(Πηγή ηλ. κειμένου: “Αντίφωνο“)
από ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ
Δευτέρα, Απριλίου 24, 2017
Πέρα από τον φόβο του θανάτου
Κάποτε, παρέστημεν σε μια εξόδιο ενός ιερέως και ένας παπάς είπε το χαριτωμένο και βαθύ σαν ευχή :Άντε και στα δικά μας! Περιττό να σας πώ, πώς οι μισοί από τους παρευρισκόμενους, ειδικά της μεγάλης ηλικίας έφτυσαν τον κόρφο τους και οι άλλοι μισοί δυσαρεστήθηκαν. Αν εμείς δεν έχουμε πίστη και προοπτική στην ανάσταση, πώς θα την μεταδώσουμε στους άλλους; Τί θα μεταδωσουμε;
...Θυμιατά και κόλλυβα; Καταθλιπτικά πράγματα και παρωχημένα, σου λέει. Ο θάνατος είναι ο άρχοντας των ανθρώπων. Παραμένουν δέσμιοι. Ορίζει την ζωή τους και γι αυτό τον φοβούνται και τον ξορκίζουν με χαρά ψεύτικη. Κάποιος σύγχρονος θεολόγος γράφει πώς η κοινωνία μας είναι τόσο θανατοκεντρική "ώστε και τα κρεββάτια μας μοιάζουν με μνήματα".Ο Χριστιανός νικάει τον φόβο του Θανάτου , πού είναι χειρότερος και από τον θάνατο τον ίδιο, μαζί με τον Αναστημένο Χριστό.
Όταν βλέπω ανθρώπους να αποστρέφουν το πρόσωπο τους με φρίκη και τρόμο, μπροστά σε μια έξοδο κεκοιμημένου, επαναστατώ και θλίβομαι. Δεν είναι μόνο ασέβεια για την ιερότητα του λειψάνου, είναι ανοησία , υπεκφυγή και ψευδαίσθηση, πώς θα αποφύγουν τον θάνατο και τον ρεαλισμό του. Οι εχθροί της Εκκλησίας μας λένε πώς υπάρχουμε, η θρησκεία υπάρχει, μόνο και μόνο για να βοηθήσει τον άνθρωπο να ξεπεράσει τον φόβο του θανάτου και να τον διαχειριστεί σαν πραγματικότητα αδήριτη. Τους ευχαριστούμε. Άκοντες, παραδέχονται πώς ο χαρακτήρας της εκκλησίας μας δεν είναι απλά παρακλητικός, αλλά αναστάσιμος. Η κατά Χριστόν ζωή δίνει στον άνθρωπο την γενναία ώθηση να ξεπεράσει αυτόν τον φόβο, γιατί "θάνατος ουκ άπτεται" των χριστιανών. Ο θάνατος του Χριστού έγινε ο θάνατος του θανάτου.Και αν άγιοι και χριστιανοί εδειλίασαν ΄για μια στιγμή μπροστά στον θάνατο δεν ήταν παρά σκίρτημα φύσης ανθρώπινης ή τρόμος μετά ταπείνωσης για την μέλλουσα κρίση και κατάταξη τους.
Αδιανόητα πράγματα για τον ορθολογιστή και τον θανατοκεντρικό νου. Η Εκκλησία μας ψάλλει:
Ανέστη Χριστός εκ νεκρών, λύσας θανάτου τα δεσμά, ευαγγελίζου γη χαράν μεγάλην, αινείτε ουρανοί Θεού την δόξαν.
Αυτός ο ευαγγελισμός, η χαρά μεγάλη και η δόξα είναι τα στοιχεία πού δημιουργούν έναν χριστιανό πάνω και πέρα από τον θάνατο και τον φόβο του θανάτου!
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 13, 2015
Ο Χριστιανός ξεπερνά τον φόβο του θανάτου
Έχω ξαναγράψει για τα αποκριάτικα ξεφαντώματα και τους βαλεντίνους και
όλες τις κοσμικές χαρές εδώ μέσα.Είναι μια χαρά πού πρέπει να γίνεται με
μέτρο και είναι στα μέτρα του ανθρώπου του χωμάτινου , πού είναι
δεμένος στην γη ακόμα. Γι αυτό δεν σηκώνω δάχτυλο κατηγορίας.
Όμως,είναι
μια χαρά εφήμερη και υποκριτική, βεβιασμένη πολλές φορές.Ξεκουράζει.
Ξεκουράζει τον άνθρωπο της ρουτίνας. Αλλά δεν τον ΑΝΑΠΑΥΕΙ. Προσέξτε την
δύναμη των λέξεων. Άλλο ξεκούραση και άλλο ανάπαυση. Άλλο
το εφήμερο και άλλο το διηνεκές και μένον.
Απόψε, λίγοι χριστιανοί θα
προσέλθουν στους ναούς μας, προσκομίζοντας κόλλυβα και πρόσφορα για την
ανάπαυση των κεκοιμημένων τους . Την ώρα πού θα ψάλλουμε και θα δεόμαστε
εμείς, ο κόσμος θα προετοιμάζεται για την γιορτή των ερωτευμένων, λες
και ο έρωτας είναι κάτι φυτεμένο και ημερήσιο,και άλλοι θα κάνουν τα
αποκριάτικα σχέδια τους. Όμως. Σας το λέω με πλήρη συνείδηση δεν θα
έχουν την μακαρία χαρά του ιερού καθήκοντος, ούτε την ευφροσύνη της
αντίδοσης πού θα πάρουν οι προσφέροντες επειδή έδωσαν χαρά στους
κεκοιμημένους τους.
Δεν ρητορεύω. Δεν διακρίνω μεταξύ δικαίων και
αμαρτωλών. Θλίβομαι απλά πού οι ευκαιρίες πού δίνονται στην αγκαλιά της
Εκκλησίας πηγαίνουν στράφι.
Θυμιατά και κόλλυβα; Καταθλιπτικά πράγματα
και παρωχημένα, σου λέει. Ο θάνατος είναι ο άρχοντας των ανθρώπων.
Παραμένουν δέσμιοι. Ορίζει την ζωή τους και γι αυτό τον φοβούνται και
τον ξορκίζουν με χαρά ψεύτικη. Κάποιος σύγχρονος θεολόγος γράφει πώς η
κοινωνία μας είναι τόσο θανατοκεντρική "ώστε και τα κρεββάτια μας
μοιάζουν με μνήματα".Ο Χριστιανός νικάει τον φόβο του Θανάτου , πού
είναι χειρότερος και από τον θάνατο τον ίδιο, μαζί με τον Αναστημένο
Χριστό.
Όταν βλέπω ανθρώπους να αποστρέφουν το πρόσωπο τους με φρίκη και
τρόμο, μπροστά σε μια έξοδο κεκοιμημένου, επαναστατώ και θλίβομαι. Δεν
είναι μόνο ασέβεια για την ιερότητα του λειψάνου, είναι ανοησία ,
υπεκφυγή και ψευδαίσθηση, πώς θα αποφύγουν τον θάνατο και τον ρεαλισμό
του. Οι εχθροί της Εκκλησίας μας λένε πώς υπάρχουμε, η θρησκεία υπάρχει,
μόνο και μόνο για να βοηθήσει τον άνθρωπο να ξεπεράσει τον φόβο του
θανάτου και να τον διαχειριστεί σαν πραγματικότητα αδήριτη. Τους
ευχαριστούμε. Άκοντες, παραδέχονται πώς ο χαρακτήρας της εκκλησίας μας
δεν είναι απλά παρακλητικός, αλλά αναστάσιμος. Η κατά Χριστόν ζωή δίνει
στον άνθρωπο την γενναία ώθηση να ξεπεράσει αυτόν τον φόβο, γιατί
"θάνατος ουκ άπτεται" των χριστιανών. Ο θάνατος του Χριστού έγινε ο
θάνατος του θανάτου.Και αν άγιοι και χριστιανοί εδειλίασαν ΄για μια
στιγμή μπροστά στον θάνατο δεν ήταν παρά σκίρτημα φύσης ανθρώπινης ή
τρόμος μετά ταπείνωσης για την μέλλουσα κρίση και κατάταξη τους.
Αδιανόητα πράγματα για τον ορθολογιστή και τον θανατοκεντρικό νου. Η
Εκκλησία μας ψάλλει:
Ανέστη Χριστός εκ νεκρών, λύσας θανάτου τα δεσμά, ευαγγελίζου γη χαράν μεγάλην, αινείτε ουρανοί Θεού την δόξαν.
Αυτός ο ευαγγελισμός, η χαρά μεγάλη και η δόξα είναι τα στοιχεία πού δημιουργούν έναν χριστιανό πάνω και πέρα από τον θάνατο και τον φόβο του θανάτου!
Σάββατο, Οκτωβρίου 05, 2013
Kυριακή Γ΄Λουκά: Η ανάσταση του νέου στην Ναΐν
Στο
αυριανό ευαγγέλιο υπάρχει μια δραματική σκηνή αναμέτρησης πού τα λέει
όλα: Η πομπή του Χριστού μπαίνει πανηγυρικά στην πόλη, η νεκροπομπή
βγαίνει με θρήνους από αυτήν . Η ζωή συναντιέται μετωπικά με τον θάνατο.
Αυτή η στιγμή είναι από τις πιό δραματικές και εύγλωττες του
ευαγγελίου. Είναι μια εικόνα τετ α τετ. Μια σιωπή πριν την καταιγίδα και
την μάχη, πού προϊδεάζει την χαρά.Είναι μια εικόνα πού συμπυκνώνει την
οικονομία. Ο Θεός εισέρχεται στον κόσμο των ανθρώπων, ο θάνατος
εγκαταλείπει τον κόσμο τους.
Ούτε
είναι φυσικός ο θάνατος , ούτε ο άνθρωπος πλάστηκε για να πεθάνει. Ποτέ
δεν θα συμφιλιωθούμε με τον θάνατο, γιατί είναι έξω από μας. Ο πρώτος
θάνατος είχε την υπαιτιότητα του στον ίδιο τον άνθρωπο. Ο Κάιν σκότωσε
τον αδελφό του, ο οποίος αδελφός έγινε θνητός επειδή ο πατέρας του μνηστεύτηκε
τον θάνατο με την αποστασία από τον Θεό.Λοιπόν κάθε θάνατος είναι
παραλογισμός αφύσικος, πού θυμίζει στον άνθρωπο
την αποστασία του και την αδυναμία του να ζήσει κατά χάριν αθάνατος και την ροπή του προς το κακό.Η
Αποκάλυψη αναφέρεται στον θάνατο ως έσχατο ΕΧΘΡΟ του ανθρώπου. Πολλές
φορές ο θάνατος αναφέρεται ως ανάσχεση της διαιώνισης της αμαρτίας και
ανάπαυση. Και είναι. Γιατί ο άνθρωπος είναι αδύναμος και με ροπή προς
την αυτοκαταστροφή. Μόνο έτσι μπορούμε να νοήσουμε τον θάνατο ώς δώρο
και παραχώρηση του Θεού, αλλά ποτέ ως υπαιτιότητα Του.Μνήμη θανάτου δεν
είναι θέλξη προς τον θάνατο, αλλά συναίσθηση πώς απόκειται τοις
ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις.Αν ο θάνατος ήταν
ευεργετικός δεν θα είχαμε θάνατο του Χριστού ούτε κάθοδο στον Άδη. Ο
Χριστός είναι ο τελευταίος νεκρός. Ο θάνατος του Χριστού στον σταυρό
είναι ο τελευταίος θάνατος.Μετά μπορούμε να μιλάμε για κοίμηση. Η
κοίμηση προϋποθέτει εγρήγορση, κοινή ανάσταση. Αυτό είναι το ζητούμενο
και αυτό μας απασχολεί ιδιαίτερα.Γιατί, η πίστη και η προσδοκία μας δεν είναι θανατοκεντρική, αλλά αναστάσιμη.
To αυριανό ευαγγέλιο είναι πολύ σκληρό για πολλούς γονείς πού έχασαν τα παιδιά τους και γενικότερα για όλους εμάς πού βιώνουμε το πένθος της απώλειας, δηλαδή για όλους ανεξαιρέτως. Τί το παραπάνω είχε αυτή η χήρα στην Ναΐν απ'όλες τις μητέρες πού θρηνούν τον χαμό των παιδιών τους; Τί το παραπάνω είχαν οι συγγενείς του Λαζάρου και ο Ιάειρος απ'όλους τους πενθούντες της γης; Τί το ιδιαίτερο είχαν αυτοί οι νεκροί πού ανέζησαν και δεν ανέζησαν όλοι οι άλλοι και μάλιστα οι προσφιλείς μας;
Ο Χριστός δεν ανέστησε τους παραπάνω για να ζήσουν αιώνια από κει και πέρα, για να ζήσουν σαν νεκροζώντανοι ή κατά χάριν αθάνατοι σε διαφορά από όλους τους άλλους ανθρώπους. Γιατί και ο νέος της Ναΐν και ο Λάζαρος και η κόρη του Ιάειρου σε κάποια συγκεκριμμένη στιγμή ξαναέζησαν τον θάνατο. Όλα αυτά έγιναν και συνέβησαν για να πιστοποιηθεί ζωντανά πώς ο Χριστός είναι η Ανάσταση και η Ζωή, ο Κύριος του Θανάτου και πώς η κοινή ανάσταση είναι τόσο ασφαλής και σίγουρη όσο η βιολογική ζωή και πώς ο θάνατος είναι μια πραγματικότητα πού θα καταργηθεί!
Το πένθος της απώλειας δεν πρέπει να καταλογίζεται με ηθικιστικό τρόπο ως αμαρτία. Πολλές φορές το βλέπουμε σαν αναισθησία ή μοιρολατρεία ή πώρωση ανωτερότητας σε χριστιανούς ανθρώπους και διακρίνουμε πώς ο αδιάκριτος ευσεβισμός μας καθιστά θηρία αναίσθητα.Από το ιδιο αίμα και το χώμα είμαστε με τον εκλιπόντα γι αυτό και επαναστατούμε και θλιβόμαστε.Αλλοίμονο σε αυτόν πού δεν δακρύζει. Η θεός ή δαίμονας είναι, δεν είναι κάτι το ανθρώπινο. Όμως η απελπισία είναι χειρότερη από τον ίδιο τον θάνατο. Είναι η εικόνα του νεκροζώντανου ανθρώπου. Όλα με μέτρο. Χρειάζεται μια συναίσθηση και μια προετοιμασία ανά πάσα στιγμή πού διαφεύγει στον άνθρωπο σχεδόν πάντα. Γιατί διψάμε για ζωή, διψάμε για να νικήσουμε την ζωή και όχι για να νικήσουμε τον θάνατο και την ιδέα του, ως κάποιο βαθμό πάντα.Όσο ο άνθρωπος είναι δεμένος με τον θάνατο, τόσο είναι εξαρτημένος και από την ζωή. Δεν λέω πώς αυτό δεν είναι ανθρώπινο ή ότι είναι μεμπτό. Λέω απλά πώς μας αποξενώνει από την ιδέα του θανάτου, ενώ είναι τόσο αφύσικος όσο και αναμενόμενος.
To αυριανό ευαγγέλιο είναι πολύ σκληρό για πολλούς γονείς πού έχασαν τα παιδιά τους και γενικότερα για όλους εμάς πού βιώνουμε το πένθος της απώλειας, δηλαδή για όλους ανεξαιρέτως. Τί το παραπάνω είχε αυτή η χήρα στην Ναΐν απ'όλες τις μητέρες πού θρηνούν τον χαμό των παιδιών τους; Τί το παραπάνω είχαν οι συγγενείς του Λαζάρου και ο Ιάειρος απ'όλους τους πενθούντες της γης; Τί το ιδιαίτερο είχαν αυτοί οι νεκροί πού ανέζησαν και δεν ανέζησαν όλοι οι άλλοι και μάλιστα οι προσφιλείς μας;
Ο Χριστός δεν ανέστησε τους παραπάνω για να ζήσουν αιώνια από κει και πέρα, για να ζήσουν σαν νεκροζώντανοι ή κατά χάριν αθάνατοι σε διαφορά από όλους τους άλλους ανθρώπους. Γιατί και ο νέος της Ναΐν και ο Λάζαρος και η κόρη του Ιάειρου σε κάποια συγκεκριμμένη στιγμή ξαναέζησαν τον θάνατο. Όλα αυτά έγιναν και συνέβησαν για να πιστοποιηθεί ζωντανά πώς ο Χριστός είναι η Ανάσταση και η Ζωή, ο Κύριος του Θανάτου και πώς η κοινή ανάσταση είναι τόσο ασφαλής και σίγουρη όσο η βιολογική ζωή και πώς ο θάνατος είναι μια πραγματικότητα πού θα καταργηθεί!
Το πένθος της απώλειας δεν πρέπει να καταλογίζεται με ηθικιστικό τρόπο ως αμαρτία. Πολλές φορές το βλέπουμε σαν αναισθησία ή μοιρολατρεία ή πώρωση ανωτερότητας σε χριστιανούς ανθρώπους και διακρίνουμε πώς ο αδιάκριτος ευσεβισμός μας καθιστά θηρία αναίσθητα.Από το ιδιο αίμα και το χώμα είμαστε με τον εκλιπόντα γι αυτό και επαναστατούμε και θλιβόμαστε.Αλλοίμονο σε αυτόν πού δεν δακρύζει. Η θεός ή δαίμονας είναι, δεν είναι κάτι το ανθρώπινο. Όμως η απελπισία είναι χειρότερη από τον ίδιο τον θάνατο. Είναι η εικόνα του νεκροζώντανου ανθρώπου. Όλα με μέτρο. Χρειάζεται μια συναίσθηση και μια προετοιμασία ανά πάσα στιγμή πού διαφεύγει στον άνθρωπο σχεδόν πάντα. Γιατί διψάμε για ζωή, διψάμε για να νικήσουμε την ζωή και όχι για να νικήσουμε τον θάνατο και την ιδέα του, ως κάποιο βαθμό πάντα.Όσο ο άνθρωπος είναι δεμένος με τον θάνατο, τόσο είναι εξαρτημένος και από την ζωή. Δεν λέω πώς αυτό δεν είναι ανθρώπινο ή ότι είναι μεμπτό. Λέω απλά πώς μας αποξενώνει από την ιδέα του θανάτου, ενώ είναι τόσο αφύσικος όσο και αναμενόμενος.
Στο ορθόδοξο ήθος μας, έχουμε ένα άλλο είδος πένθους, ο οποίο και με παράδοξο τρόπο μακαρίζεται. Ο Κύριος μακαρίζει τους πενθούντες γιατί θα παρηγορηθούν και αυτούς πού κλαίνε γιατί θα γελάσουν και αναφέρεται στο πένθος της διαρκούς, ζωντανής και εσωτερικής μετάνοιας για την αμαρτία την δική μας και την αμαρτία του κόσμου, πού ταπεινώνει και εξημερώνει τον άνθρωπο και τον καθιστά διαρκώς να έχει μνήμη Θεού και μνήμη θανάτου. Οι κατά Θεόν πενθούντες μπροστά στον άκαιρο θάνατο ενός παιδιού ή νέου ανθρώπου, συλλογίζονται και συναισθάνονται μια άλλη πραγματικότητα: Πώς όσο νεότερος ο εκλιπών, τόσο λιγότερη η διατριβή του με τα δεινά και τις αμαρτίες και τα πάθη του κόσμου. Τα πικρά δάκρυα χύνονται κυρίως για τον εαυτό και για τους άλλους, πού ενώ τους δίνεται καιρός, δηλαδή ευκαιρία στην ζωή παραμένουν αμετανόητοι και πωρωμένοι και δεν βάζουν αρχή σωτηρίας. Για αυτό και ο διαρκώς πενθών θρηνεί για τα ατιμασμένα γηρατειά, στα οποία η έξη και η συνήθεια παγίωσαν την αμαρτία περισσότερο και εντονότερα , παρά στην κοίμηση ενός νέου ανθρώπου.Δεν σώζεται αυτόματα ο ακαίρως αποθανών, αποδημεί όμως συνηθέστερα με ελαφρύτερο το φορτίο. Άλλωστε ο σοφός Σολομών μας παροτρύνει να ενθυμούμαστε τον Πλάστη μας, πριν έρθει η ημέρα η φοβερά της κατάπτωσης και της φυσικής αδυναμίας, όταν ο αγώνας δεν θα μπορεί πλέον να είναι τόσο έντονος και όπου η διάθεση ελαττούται και μειώνεται και όπου η συνήθεια βασιλεύει και κυριαρχεί. Και αυτός ο θάνατος πλακώνει και ψυχή και σώμα και νεκρώνει και την αντίδραση και την διάθεση και την απόφαση. Αυτός ο θάνατος θα πρέπει να μας προβληματίζει εντονότερα.
Γιατί ο Θεός παραχωρεί τον θάνατο των νέων ανθρώπων;
με αφορμή το αυριανό ευαγγέλιο
Εις το Αργοστόλιον, επί των ημερών του Παπά-Μπασιά, ζούσε μία
οικογένεια αρχοντική και πολύ πλούσια, δεν ενθυμούμαι καλώς το όνομα
της οικογενείας, ήτις απετελείτο από τέσσερα άτομα, τον σύζυγο, την
σύζυγο και δύο άρρενα τέκνα. Οικογένεια λίαν ευσεβής και ενάρετος,
ακόμη περισσότερον η κυρία, της οποίας η ζωή ήτο πλήρης αγαθοεργών
πράξεων.
Μετά πάροδον ετών απέθανεν ο σύζυγος και έμεινε η χήρα με τα δύο τέκνα της.
Αυτή επεδόθη εις το να διαπαιδαγωγή και νουθετή τα τέκνα της επί το
χριστιανικώτερον, συνάμα επεξέτεινε την ανθρωπιστική δράσιν της,
βοηθούσα κάθε πτωχόν, επισκεπτομένη ασθενείς κατ’ οίκον και βοηθούσα
αυτούς, ασθενείς εις νοσοκομείον και καταδίκους εν φυλακαίς, βοηθούσα
και νουθετούσα αυτούς προς την χριστιανική πίστιν.
Όταν τα τέκνα της
έφθασαν εις ηλικίαν το μεν πρώτον 21 ετών, ένα βράδυ καθήμενοι μετά το
δείπνον εις την τραπεζαρία, το πρώτο τέκνον ησθάνθη ένα ισχυρό πόνον
εις την κεφαλήν. Αμέσως έπεσε κάτω αναίσθητο, το έβαλαν εις το κρεβάτι
καλέσαντες πάραυτα τον ιατρό.
Ούτος διεπίστωσε σοβαρωτάτην
κατάστασιν, προετοιμάσας την κυρία δια το μοιραίον. Η κυρία ακούσασα
αυτά που της είπεν ο ιατρός, κατέφυγε εις το εικονοστάσιο της οικίας της
και γονυκλινής όλη την νύκτα εδέετο εις την Παναγίαν δια την σωτηρίαν
του υιού της. Το πρωί δυστυχώς απεβίωσε το παιδί της.
Αυτή παρ’ όλο
το πένθος και την μεγάλη λύπη της, συνέχισε την χριστιανική και
ανθρωπιστική δράσι της. Μετά πάροδον όμως ενός έτους, ένα βράδυ
ευρισκομένη πάλι μετά του ετέρου υιού της εις την τραπεζαρία, βλέπει
απροόπτως το παιδί της να βγάζη μία κραυγή πόνου και να πίπτη κάτω
αναίσθητο, όπως και το πρώτο της παιδί. Αμέσως κάλεσε τον ιατρό, όστις
διεπίστωσε την ιδία περίπτωσι με το πρώτο της παιδί, αποφανθείς ότι δεν
υπάρχει ουδεμία ελπίς διασώσεως αυτού. Αυτή κλαίουσα και εν απελπισία
ευρισκομένη, κατέφυγε πάλι εις το εικονοστάσιο της οικίας της, και
γονυκλινής όλη την νύκτα μετά δακρύων παρεκάλει τον Θεό, την Παναγία,
και τον Άγιο Γεράσιμο, όπως σώσουν το παιδί της, και λόγω της
χριστιανικής της δράσεως, την λυπηθούν και αποδώσουν πλήρως την υγείαν
του παιδιού της. Δυστυχώς την επομένη, που ήλθεν ο ιατρός, διεπίστωσε
τον θάνατο του υιού της.
Τότε η Κυρία εκμανείσα μετεβλήθη εις
θηρίον ανήμερον, παύσασα τελείως την προηγουμένη δράσιν της, υβρίζουσα
συνεχώς τον Θεό και τους αγίους, μη δεχομένη κανένα εις την οικίαν
της. Έδωσε δύο φωτογραφίας των παιδίων της εις καλόν ζωγράφον, να της
φτιάξη τα δύο πορτραίτα εις φυσικόν μέγεθος, τα όποια όταν ο ζωγράφος
της παρέδωσεν, αυτή τα επλαισίωσε με πολυτελή πλαίσια, και εκκενώσασα
των επίπλων το σαλόνι της, τα εκρέμασεν εις τους δύο τοίχους το εν
απέναντι του άλλου, καλύψασα αυτά δι’ υφάσματος – τούλι – τοποθετήσασα
κάτωθεν αυτών από ένα κηροπήγιον με μία λαμπάδα, τας οποίας κάθε τόσον
ήναπτε και ατενίζουσα τα τέκνα της συζητούσε με αυτά.
Μία των
ημερών, ο Παπα-Μπασιάς εμβάς εις πλοιάριον από εκείνα που την εποχήν
εκείνη εκτελούσαν το πέρασμα Ληξουρίου – Αργοστολίου επήγε εις
Αργοστόλιον. Εξελθών του πλοιαρίου με την ράβδο του, σιγά σιγά επήγαινε
κατευθείαν εις την οικίαν της κυρίας αυτής. Φθάσας εκεί εκτύπησε την
θύρα. Εβγήκε εις το παράθυρον η κυρία, και ιδούσα τον Παπά-Μπασιά τον
οποίο δεν εγνώριζε, εξεμάνη υβρίζουσα αυτόν με τας χυδαιοτέρας φράσεις.
Ο Παπά-Μπασιάς, δίχως να ταραχθή, ήρεμα - ήρεμα την παρακάλεσε δια
τρίτη φοράν να του ανοίξη, που ήθελε κάτι να της ειπή. Αυτή έτι
περισσότερον συνέχισε να τον υβρίζη. Τότε ο Παπά-Μπασιάς είπε: «Ή μου
ανοίγεις, ή ανοίγω», και με την ράβδο του έκανε το σημείο του Σταυρού
εις την πόρταν, ήτις αυτομάτως ήνοιξε, και ήρχισεν ο Παπά-Μπασιάς να
ανέρχεται την κλίμακα. Η κυρία ιδούσα αυτό που έγινε, έμεινεν άφωνος μη
δυναμένη να εκστομίσει ούτε λέξιν.
Ο Παπά-Μπασιάς προχώρησε κατ’
ευθείαν εις το σαλόνι (ασφαλώς Θεία βουλήσει) ειπών εις την κυρίαν να
τον ακολουθήση. Ήνοιξε την θύρα του σαλονιού, και λέγει εις την κυρία:
κάθισε εις την γωνίαν και θα ιδής κάτι που δεν το επερίμενες. Σταθείς
επ’ ολίγον εις προσευχήν ο Παπά-Μπασιάς, βλέπει η κυρία να σηκώνονται
τα δύο σκεπάσματα των εικόνων των παιδιών της, και να κατέρχωνται
ζωντανά εις το μέσον του δωματίου, να εξάγουν ταυτοχρόνως δύο
περίστροφα, ταυτοχρόνως να πυροβολή ο ένας τον άλλον, και οι δύο
ταυτοχρόνως να πίπτουν νεκροί επί του δαπέδου.
Κατόπιν του γεγονότος
τούτου ευρέθησαν τα πορτραίτα ως πρότερον, σαν να μην είχε συμβή
τίποτε. Η κυρία άφωνος και τρομαγμένη παρακολουθούσε τα διατρέξαντα, και
τότε ο Παπά- Μπασιάς της λέγει: Κυρία μου ο Θεός δια να σε αγαπά σε
εφύλαξε να μην ιδής αυτό
πού είδες τώρα, και επήρε μαζί Του τα δύο τέκνα σου δια φυσικού θανάτου, διότι τα δύο
σου τέκνα είχαν αγαπήσει μίαν και την αυτή γυναίκα, και επρόκειτο να
σκοτωθούν δια του τρόπου που είδες δι’ αυτήν. Ως εκ τούτου να
μεταμεληθής, καί να ευχαριστής τον Θεό, και να συνεχίσης την προτέρα σου
χριστιανικήν δράσιν.
Πραγματικά αυτή μεταμεληθείσα, επεδόθη ψυχή και σώματι εις την προτέραν της δράσιν και εις μεγαλυτέραν κλίμακα».
Πηγή: http://hristospanagia3.blogspot.gr/2011/06/7_08.html
Σάββατο, Νοεμβρίου 19, 2011
Ο ΛΑΪΚΟΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΙΖΕΙ & Ο ΔΕΣΠΟΤΗΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΣ

Όπως μου διηγήθηκαν οι Πατέρες της Σκήτης αυτής, στην Εύβοια ήταν επίσκοπος με το όνομα Θεοφάνης. Στην επαρχία του ήταν ένας πτωχός, ο οποίος, είχε στην κατοχή του από κληρονομιά ένα μικρό καζανάκι, που το λέγανε "μπραγκάτσι". Αυτό φαίνεται να είχε μεγάλη αρχαιολογική αξία. Το είδε ένας συμπατριώτης του πλούσιος, του άρεσε και θέλησε οπωσδήποτε να το αγοράσει και επειδή δε μπόρεσε με το καλό, με τις κολακείες να το αγοράσει, διότι ο πτωχός δεν ήξερε αν το δοχείο αυτό έχει αρχαιολογική αξία, αλλά επειδή ήταν κληρονομιά της οικογένειας του δεν το πωλούσε με κανένα τρόπο. Τότε ο πλούσιος χρησιμοποίησε βία και κατακράτησε του πτωχού το κληρονομικό κειμήλιο.
Μετά καιρόν, ο πλούσιος πέθανε σε νεαρή ηλικία, οι συγγενείς του, κατά την Παράδοση της Εκκλησίας, μετά τριετία κάμανε την ανακομιδή, και το σώμα του πλούσιο βρέθηκε αδιάλυτο. Έγινε δεύτερη και τρίτη ανακομιδή, κατά τα ορισμένα χρονικά διαστήματα, ανά τριετία, αλλά και πάλι το σώμα του νεκρού βρέθηκε τυμπανιαίο και αδιάλυτο. Τότε οι συγγενείς του κάλεσαν, το Δεσπότη να γονατίσει στον τάφο, και να διαβάσει συγχωρετική ευχή στο σώμα του νεκρού. Αλλά το αποτέλεσμα ήταν να μείνει και πάλι το σώμα αδιάλυτο.
Κατόπιν αυτού ο Δεσπότης Θεοφάνης, συνεβούλευσε τους συγγενείς του πλούσιου να στήσουν το τυμπανιαίο σώμα του νεκρού σε δημόσιο χώρο, όπου διερχόμενοι όλοι οι κάτοικοι του χωρίου ένας - ένας να συγχωρούν το νεκρό κι έτσι, ο Πανάγαθος Θεός ίσως συγχωρέσει την ψυχή του πλούσιου και να διαλυθεί το σώμα του.
Εκ παραλλήλου όμως ο Αρχιερέας, τοποθέτησε εκεί κοντά άνθρωπο της εμπιστοσύνης του, να παρατηρεί τι θα λένε οι συμπολίτες στον πεθαμένο σαν θα περνάνε από μπροστά του.
Όλοι περνούσαν από μπροστά, του άλιωτου σώματος, έλεγαν από μια ευχή να των συγχωρέσει ο Θεός, κι έφευγαν. Με τη σειρά του πήγε κι ο φτωχός του οποίου είχε κατακρατήσει με τη βία το πολύτιμο για αυτόν "καζανάκι" ο φτωχός σαν πλησίασε το σώμα του νεκρού, έφτυσε και ο άνθρωπος του Δεσπότη τον άκουσε να λέει: "Έτσι ντε, καλά α πάθεις να μείνεις εκεί άλιωτος μαζί με το μπραγκάτσι που μου πήρες, για πάντα να είσαι τούμπανο αφού σου άρεσε έτσι να είσαι και να μου πάρεις αυτό που βρήκα από τη μάνα που με γέννησε".
Ο άνθρωπος που άκουσε αυτά αμέσως το μετέφερε στον Αρχιερέα Θεοδάνη. Εκείνος με τη σειρά του κάλεσε κοντά του το φτωχό, που είπε τα λόγια εκείνα στο άλιωτο σώμα και τον ρώτησε: "Τί σήμαιναν αυτά που είπε στον άλιωτο πλούσιο;" Και αφού έμαθε την αιτία, αμέσως κάλεσε τους συγγενείς του πλούσιου, τους ρώτησε αν, στο σπίτι του δεδομένου αφορισμένου, υπάρχει κανένα αρχαίο και πολύτιμο "καζανάκι" και όταν απ' αυτούς έμαθε πως τούτο αποτελεί μέρος της περιουσίας του αποβιώσαντος συγγενή τους. Ο Επίσκοπος εξήγησε τότε, ότι αυτό ανήκει στο δείνα φτωχό και πρέπει να επιστραφεί το συντομότερο, το άδικα κρατούμενο ξένο πράγμα στον ιδιοκτήτη του και έτσι θα τον συγχωρέσει ο Θεός, αυτόν που έκαμε την αδικία.
Οι συγγενείς συμμορφώθηκαν με την εντολή του Επισκόπου, ο οποίος πήρε το "καζανάκι" με τρόπο το έβαλε στα χέρια του πλούσιου και είπε στο δικαιούχο πτωχό να πλησιάσει το σώμα του νεκρού, να παραλάβει το "μπραγκάτσι" του και να συγχωρέσει από την καρδιά του, το νεκρό σώμα, για την άδικη πράξη, που εις βάρος του διέπραξε.
Όταν έγινε αυτό μπροστά στα μάτια όλων των συγχωριανών του, το αδιάλυτο μέχρι κείνη τη στιγμή σώμα, που από πολλά χρόνια ήταν στην κατάσταση αυτή, διαλύθηκε και έγινε σκόνη. Όλοι έμεινα κατάπληκτοι και δόξασαν μ' ένα στόμα το όνομα του Πανάγαθου και δικαιοκριτή Θεού.
Ο Επίσκοπος Θεοφάνης μετά από το θαύμα αυτό απαρνήθηκε πάντα τα γήινα και εγκόσμια αγαθά, έφυγε από την Εύβοια και ήρθε στο Άγιον Όρος, αφού γύρισε πολλά μοναστήρια και Ιερά προσκυνήματα, τελικά κοινοβίασε σαν ένας απλός ιδιώτης σε έναν αγράμματο και σκληρό Γέροντα Κύριλλο στην Καλύβα της "Ζωοδόχου Πηγής" στη Νέα Σκήτη.
Στην υπακοή του Γέροντα αυτού έμεινε περίπου δύο χρόνια, στο δεύτερο χρόνο, τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ήρθε στην παραλία της Σκήτης αυτής ένα καΐκι από την Εύβοια, με τυρί, αυγά και διάφορα άλλα τρόφιμα. Οι Πατέρες της Σκήτης κατέβηκαν στη θάλασσα, για να πάρει ο καθένας τα είδη και τρόφιμα που του χρειάζονταν για το Άγιο Πάσχα. Τότε κι ο Γερο Κύριλλος έστειλε τον υποτακτικό του - Δεσπότη Θεοφάνη - που ήταν δόκιμος να πάρει κι αυτός τα τρόφιμα του Γέροντά του.
Όταν πλησίασε στο καΐκι, ο έμπορος και καπετάνιος του καϊκίου είπε μπροστά σε όλους τους παρευρισκόμενους εκεί Πατέρες:
-Δεν είσαι συ ο Δεσπότης μας ο Θεοφάνης που μας έφυγε και τον έχουμε χάσει τώρα δύο χρόνια; και μ'αυτά που είπε έπεσε στο έδαφος και τον προσκύνησε.
-Δεν είσαι συ ο Δεσπότης μας ο Θεοφάνης που μας έφυγε και τον έχουμε χάσει τώρα δύο χρόνια; και μ'αυτά που είπε έπεσε στο έδαφος και τον προσκύνησε.
-Τί λες άνθρωπέ μου, παραγνώρισες, κάποιο λάθος κάνεις δεν είμαι 'γω αυτός που νομίζεις και μόλις είπε αυτό έφυγε, ανέβηκε στη Σκήτη και τούτο στάθηκε αφορμή να φύγει από το Γέροντά του, διότι έμαθαν όλοι πως αυτός είναι ο Επίσκοπος Ευβοίας Θεοφάνης. Ο δε Γέροντας του θαυμάζοντας την ταπείνωση του Δεσπότη, έπεσε στα πόδια του και ζήταγε συγχώρεση για το σκληρό τρόπο που τον μεταχειρίζονταν.
Ο Δεσπότης Θεοφάνης τότε πήγε σε ένα έρημο ησυχαστήριο της Νέας Σκήτης, - που έζησε σαν απλός Καλόγερος και με πολλή ταπείνωση και αγάπη προς όλους του Πατέρες σε βαθύ γήρας, παρέδωκε τη μακαρία του ψυχή στα χέρια του Δεσπότη Χριστού και Σωτήρος ημών Θεού, και ενετάχθει στη μακαρία χορεία των αγίων Πατέρων.
(Απόσπασμα από το Γεροντικό του Αγίου Όρους)
Αναδημοσίευση από:
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον www.egolpion.com
Ετικέτες
γεροντικά,
δικαιοσύνη,
θάνατος,
θαύματα,
θεία πρόνοια,
κεκοιμημένοι,
κοινωνικά,
μετά τον θάνατο,
πίστη
Κυριακή, Νοεμβρίου 06, 2011
Ομιλία Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, περί της αναστάσεως της θυγατρός του Ιαείρου, και περί της αιμορροούσης.
Κανείς λοιπόν να μη χτυπιέται πλέον από την θλίψιν, ούτε να θρηνεί, ούτε να διαβάλλει το κατόρθωμα του Χριστού. Επειδή όντως ενίκησε τον θάνατο. Τι θρηνείς λοιπόν αδίκως; Αφού το πράγμα έγινε ύπνος, οδύρεσαι και κλαίεις; Αυτό και εθνικοί αν το έκαμαν, θα έπρεπε να τους περιγελούμε. Όταν όμως κάνει ο πιστός αυτές τις ασχημίες, ποία δικαιολογία, ποία συγγνώμη θα υπάρξει, εάν κάνει παρόμοιες ανοησίες, και μάλιστα μετά από τόσον χρόνον και σαφή απόδειξη της αναστάσεως; Συ όμως σαν να προσπαθείς να επαυξήσεις το παράπτωμα, μας φέρνεις και γυναίκες εθνικές για θρηνωδούς, με σκοπό να εξάψεις το πάθος και να ρίξεις λάδι στην φωτιά. Και δεν ακούς τον Παύλο που λέγει: «Τις συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαρ; ή τις μερίς πιστώ μετά απίστου;». Και οι μεν ειδωλολάτρες, οι οποίοι δεν γνωρίζουν τίποτε για την ανάστασιν, ευρίσκουν όμως λόγους παρηγορίας και λέγουν: Υπόμεινε με γενναιότητα, δεν ημπορείς να ματαιώσεις αυτό που έγινε, ούτε να το διορθώσεις με τους θρήνους. Ενώ εσύ που ακούς πνευματικοτέρους και υψηλοτέρους λόγους από αυτούς, δεν εντρέπεσαι να κάμεις μεγαλύτερες ασχημίες από εκείνους; Διότι εμείς δεν έχουμε μόνον αυτό να ειπούμε: υπόμεινε γενναίως επειδή δεν ημπορείς να ματαιώσεις αυτό που έγινε, αλλά, υπόμεινε γενναίως, επειδή οπωσδήποτε θα αναστηθεί. Το παιδί κοιμάται, δεν απέθανε, ησυχάζει, δεν εχάθη, το περιμένει ανάστασις και ζωή αιώνιος, και αθανασία και κατάστασις αγγελική. Δεν ακούς τον ψαλμό που λέγει «Επίστρεψον ψυχή μου εις την ανάπαυσίν σου, ότι Κύριος ευηργέτησέ σε»; Ο Θεός ονομάζει το πράγμα ευεργεσίαν, και συ θρηνείς; Και τι περισσότερο θα έκαμες εάν ήσουν εχθρός του νεκρού; Εάν κάποιος πρέπει να θρηνεί, αυτός είναι ο διάβολος. Εκείνος ας κτυπά την κεφαλή του, εκείνος ας οδύρεται για το ότι οδεύουμε προς μεγαλύτερα αγαθά. Στην ιδικήν του πονηρίαν αρμόζουν αυτές οι γοερές κραυγές, όχι σ’ εσέ, που μέλλεις να στεφανωθείς και να εύρεις ανάπαυση. Ένα γαλήνιο λιμάνι είναι ο θάνατος. Παρατήρησε από πόσα κακά είναι γεμάτη η ζωή αυτή, σκέψου πόσες φορές την έχεις καταρασθεί. Και τα πράγματα προχωρούν προς το χειρότερο. Αλλά και απ’ αρχής δεν εκληρονόμησες μικρήν καταδίκη: «Εν λύπαις τέξη τέκνα», λέγει, και «εν ιδρώτι του προσώπου σου φαγεί τον άρτον σου», και «εν τω κόσμω θλίψιν έξετε». Για τα εκεί όμως τίποτε παρόμοιον δεν έχει λεχθεί, αλλά το εντελώς αντίθετον, ότι «απέδρα οδύνη, λύπη και στεναγμός», και ότι «από ανατολών και δυσμών ήξουσι και ανακλιθήσονται εις τους κόλπους του Αβραάμ», του Ισαάκ και του Ιακώβ. Και ότι τα εκεί είναι νυμφών πνευματικός και χαρμόσυνες λαμπάδες και ταξίδι στον ουρανό. Γιατί λοιπόν εντροπιάζεις αυτόν που απήλθε; Γιατί προδιαθέτεις τους άλλους να φοβούνται και να τρέμουν τον θάνατο; Γιατί κάνεις πολλούς να κατηγορούν τον Χριστόν ότι είναι αίτιος μεγάλων δεινών; Ή μάλλον γιατί μετά από αυτά προσκαλείς τους πτωχούς και παρακαλείς τους ιερείς να προσεύχονται; Για να εύρει ανάπαυσιν ο νεκρός, λέγεις, για να τον αντιμετωπίσει ο Δικαστής με ευσπλαχνία. Γι’ αυτά λοιπόν θρηνείς και μοιρολογείς; Άρα τον εαυτόν σου μάχεσαι και πολεμείς, προκαλώντας για σένα καταιγίδαν, ενώ εκείνος έχει προσαράξει σε λιμάνι.
Και πώς να αντιδράσω, λέγει, έτσι είναι η φύσις. Δεν ευθύνεται όμως η φύσις ούτε αυτό είναι αναπόφευκτον, αλλά εμείς είμεθα που κάνουμε τα άνω κάτω, εκφυλιζόμεθα και προδίδουμε την ευγένεια των χριστιανών, και τους απίστους τους κάνουμε χειροτέρους. Πώς θα ομιλήσωμε στον άλλον περί αθανασίας; Πώς θα πείσωμε τον εθνικόν, όταν φοβούμεθα και φρίττωμε τον θάνατο περισσότερο από εκείνον; Και μάλιστα πολλοί από τους ειδωλολάτρες, όταν απέθαναν τα παιδιά τους, εφόρεσαν στεφάνι και λευκά ενδύματα, αν και δεν εγνώριζαν τίποτε περί αθανασίας, για να κερδίσουν την παρούσαν δόξα. Και συ ούτε για την μέλλουσα δεν παύεις να κτυπάς το στήθος σου σαν τις γυναίκες. Αλλά τώρα δεν έχεις κληρονόμους της περιουσίας σου, δεν έχεις διάδοχο; Και τι θα προτιμούσες γι’ αυτόν, να κληρονομήσει την περιουσία σου ή τους ουρανούς; Τι θα επιθυμούσες, να κληρονομήσει πράγματα που αφανίζονται, τα οποία μετά από λίγο θα τα άφηνε, ή τα μόνιμα και ακίνητα; Δεν τον έκαμες κληρονόμο σου, αλλά τον έκαμε ο Θεός ιδικόν του. Δεν έγινε συγκληρονόμος των αδελφών του, αλλά του Χριστού. Και σε ποίον θα αφήσωμε τα ενδύματα, σε ποίον τα οικήματα, σε ποίον τους δούλους και τους αγρούς; Πάλι σ’ αυτόν, και μάλιστα με περισσοτέραν ασφάλειαν από ό,τι αν ζούσε. Τίποτε δεν σε εμποδίζει. Εάν οι βάρβαροι μαζί με τους νεκρούς καίουν και τα υπάρχοντά τους, πολύ περισσότερον είναι δίκαιο να στείλεις και συ μαζί με τον νεκρόν αυτά που του ανήκουν. Όχι για να γίνουν στάκτη όπως εκείνα, αλλά για να τον περιβάλεις με μεγαλυτέραν δόξα. Και αν μεν απήλθε αμαρτωλός, για να του συγχωρηθούν οι αμαρτίες. Εάν δίκαιος, για να αυξηθεί ο μισθός και η ανταμοιβή του. Επιθυμείς όμως να τον ιδείς; Ζήσε την ιδίαν ζωή μ’ εκείνον, και γρήγορα θα απολαύσεις το ιερόν του πρόσωπο. Και μαζί με αυτά συλλογίσου και τούτο, ότι και αν δεν ακούσεις εμένα, θα σε πιάσει οπωσδήποτε ο χρόνος. Αλλά τότε δεν θα έχεις κανένα μισθόν, αφού η παρηγορία θα προέλθει από τον χρόνο που θα έχει παρέλθει.
Κυριακή, Οκτωβρίου 30, 2011
Απέθανε και ο πλούσιος και ετάφη...
Αξίζει όμως να εξετάσωμε συνετώς και την εκφορά που έγινε στον καθένα τους όταν απέθαναν. Ο μεν πτωχός λοιπόν όταν εκοιμήθη είχεν αγγέλους να τον προστατεύουν και να τον υπηρετούν, οι οποίοι τον οδηγούσαν με καλές ελπίδες στον τόπον της αναπαύσεως.
«Ο δε πλούσιος αποθανών», λέγει, «ετάφη».
Με κανένα καταλληλότερον τρόπον δεν θα ημπορούσε η Γραφή να περιγράψει, και μάλιστα μονολεκτικώς, την άδοξο κατάληξη του πλουσίου. Διότι όταν ο αμαρτωλός αποθνήσκει, όντως θάπτεται, επειδή είναι χοϊκός κατά το σώμα, γήινος δε και κατά την ψυχήν, αφού με την συμπάθεια προς την σάρκα, έχει υποβιβάσει την φυσικήν υπεροχή της ψυχής προς τα υλικά, και δεν αφήνει καμμίαν αγαθήν ανάμνηση της ζωής του, αλλά καλύπτεται από άδοξο λήθη, και έχει το ίδιο τέλος με τα βοσκήματα.
Διότι όπως ο τάφος δέχεται το σώμα, έτσι και ο άδης την ψυχή: δύο σκοτεινά δεσμωτήρια που μοιράζονται του πονηρού ζώου την τιμωρίαν. Και ποίος δεν θα κατηγορούσε τον άθλιον για την απερισκεψία του; Όσον ευρίσκετο επάνω από το χώμα, εκαυχάτο, υπερηφανεύετο, περιφρονούσε όλους τους οικείους και συνανθρώπους του, και θεωρούσε σχεδόν σαν μύρμηκες και σκώληκες όποιους συναντούσε, έτοιμος να διαρραγεί από την κενοδοξίαν.
Όταν όμως απεσπάσθη από την ζωήν αυτή, και εστερήθη σαν μαστιγωμένος δούλος από εκείνα που δεν του ανήκαν, των οποίων από μωρίαν ενόμιζε πως είναι κύριος, τότε κρημνίζεται στην αντίρροπο της υπερηφανείας ταπεινότητα, και εκφωνώντας γραώδεις οδυρμούς επικαλείται διαρκώς και ανωφελώς τον Πατριάρχην, λέγοντας: «Πάτερ Αβραάμ, ελέησόν με και πέμψον Λάζαρον, ίνα βάψει το άκρον του δακτύλου αυτού ύδατος και καταψύξει την γλώσσαν μου, ότι οδυνώμαι εν τη φλογί ταύτη», ζητώντας έλεος, το οποίον δεν έδωσε τότε που είχε πρόχειρον την εξουσία να ευεργετεί.
Και είχε την αξίωση να έλθει βοηθός του κατά του πυρός ο Λάζαρος, επιθυμώντας να απομυζήση τον δάκτυλο του λεπρού, δροσισμένον με λίγο νερό. Αυτές είναι οι απερισκεψίες των φιλοσωμάτων, αυτό είναι το τέλος των φιλοπλούτων.
Οφείλει λοιπόν όποιος είναι συνετός και ανησυχεί για το μέλλον, να αποφύγει την πείραν των ομοίων κακών, θεωρώντας την παραβολήν, ως φάρμακον που μας προφυλάσσει από την ασθένεια, και να ασκήσει την συμπάθεια και την φιλανθρωπίαν ως αιτίαν της μελλούσης ζωής.
Όσιος Αστέριος Αμασείας
διαβάστε όλο τον λόγο στην παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου εδώ
Πέμπτη, Φεβρουαρίου 04, 2010
Αντώνιος του Σουρόζ: Θάνατος και απώλεια

Η πρώτη και η πλέον συνεχής επαφή μας με το θάνατο πραγματοποιείται μέσα από το αίσθημα της απώλειας. Μαθαίνοντας να κατανοούμε το θάνατο των άλλων και να τον βιώνουμε μέσα στους άλλους και στον εαυτό μας, μπορούμε να μάθουμε να τον αντικρίζουμε, και τελικά να αντιμετωπίζουμε το δικό μας θάνατο, κατ' αρχάς ως δυνατότητα -και όντως ως μια βεβαιότητα, μια βεβαιότητα όμως που τόσο συχνά και τόσο εμφανώς έχει απομακρυνθεί από μας, ώστε να μην τη χαρακτηρίζουμε πλέον βεβαιότητα- και κατόπιν ως την ίδια την πραγματικότητα που μας πλησιάζει.
Ένα από τα άμεσα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπίσει το πρόσωπο εκείνο που πενθεί, είναι η εμπειρία της μοναξιάς, το γεγονός ότι το μόνο πρόσωπο που κατά καιρούς τον ενδιέφερε, το πρόσωπο εκείνο που γέμιζε όλο το χώρο και το χρόνο και όλη την καρδιά του τον άφησε. Κι αν ακόμη το πρόσωπο που μας άφησε δεν μας είχε δώσει όλη του την καρδιά, αφήνει ωστόσο πίσω του ένα τεράστιο κενό. Όσο το πρόσωπο είναι άρρωστο προσφέρουμε πολύ περισσότερο χρόνο στη σκέψη. Οι δραστηριότητές μας συγκεντρώνονται και κατευθύνονται προς αυτό. Όταν το πρόσωπο πεθάνει, πολύ συχνά αυτοί που μένουν πίσω αισθάνονται ότι η δραστηριότητά τους είναι πλέον άσκοπη, δεν έχουν τουλάχιστον κάποιον άμεσο σκοπό, κέντρο και κατεύθυνση. Μια ζωή, όσο οδυνηρή και αγωνιώδης κι αν ήταν, έτρεχε σαν το ποτάμι. Τώρα όμως καταντάει ένας βάλτος.
Μοναξιά επίσης σημαίνει ότι δεν υπάρχει ούτε ένα πρόσωπο με το οποίο να μπορεί κάποιος να μιλήσει ή να το ακούσει, ή να το προσέξει, που να ανταποκρίνεται και να αντιδρά, και στο οποίο αυτός να αντιδρά και να ανταποκρίνεται. Το πρόσωπο που μας αφήνει είναι πολύ συχνά το πρόσωπο εκείνο που, στα δικά μας μάτια, μας έδινε την έσχατη αξία: το πρόσωπο εκείνο για το οποίο αξίζαμε, το πρόσωπο εκείνο που διεκδικούσε την ύπαρξη και τη σημασία μας.
Περισσότερο από μια φορά έχω αναφέρει, με την ευκαιρία κάποιου γάμου, τη φράση του Λέων Μπλόυ: «Το να πεις σε κάποιον "σ' αγαπώ" ισοδυναμεί με το να του λες "δεν θα πεθάνεις ποτέ"». Αυτό ισχύει και σ' αυτό το πλαίσιο. Το πρόσωπο που μας αφήνει δεν βρίσκεται πλέον εδώ για να διακηρύσσει την έσχατη αξία μας, την έσχατη σημασία μας. Αυτό το πρόσωπο δεν βρίσκεται πλέον εδώ για να μπορεί να πει «σε αγαπώ», και γι' αυτό χάνεται η αιώνια επιβεβαίωση και αναγνώρισή μας. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να το αντιμετωπίσουμε. Δεν είναι κάτι που πρέπει να το παραμερίσουμε, να το ξεχάσουμε ή να το παρακάμψουμε. Δημιουργείται ένα κενό και αυτό το κενό δεν πρέπει ποτέ να γεμίσει με τεχνητά πράγματα, που δεν αξίζουν μπροοτά σ' αυτά που αντικαθιστούν.
Πρέπει να είμαστε έτοιμοι να αναγνωρίσουμε ότι ο πόνος είναι μία από τις εκφράσεις της αγάπης. Αν ισχυριζόμαστε ότι αγαπούμε αληθινά το πρόσωπο που μόλις αναχώρησε από αυτήν τη ζωή, πρέπει να είμαστε και έτοιμοι να το αγαπούμε μέσα από τον πόνο, με τον ίδιο τρόπο που κάποτε το αγαπήσαμε μέσα από τη χαρά - τη χαρά της επιβεβαίωσης, τη χαρά της κοινής ζωής. Aυτό απαιτεί θάρρος, και νομίζω ότι πρέπει πολλά να εξηγηθούν από την άποψη αυτή σήμερα, όταν τόσοι άνθρωποι, για να ξεφύγουν από τον πόνο, στρέφονται στα ηρεμιστικά, στο αλκοόλ ή σε οποιαδήποτε διασκέδαση, για να ξεχάσουν. Πιθανώς να επισκιάζεται ό,τι συμβαίνει σε μιαν ανθρώπινη ψυχή, συνεχίζει όμως να προχωρά, και αν δεν λυθεί, αφήνει το πρόσωπο φτωχότερο.
Ένα άλλο πράγμα που πρέπει το πρόσωπο που πενθεί να μάθει να μην κάνει ποτέ είναι να μιλά για τη σχέση αγάπης που υπήρχε σε αόριστο χρόνο. Ποτέ δεν πρέπει κάποιος να πει: «Αγαπούσαμε ο ένας τον άλλο». Πρέπει πάντοτε να λέει: «Αγαπούμε ο ένας τον άλλο».
Αν επιτρέψουμε στην αγάπη μας να μεταβληθεί σε αντικείμενο του παρελθόντος, πρέπει να ομολογήσουμε ότι δεν πιστεύουμε στη συνέχιση της ζωής του προσώπου που πέθανε. Αν το κάνουμε, πρέπει να ομολογήσουμε ότι είμαστε άπιστοι και άθεοι, με τη χειρότερη έννοια, και ότι αντιμετωπίζουμε τη ζωή από διαφορετική γωνία. Αν δεν υπάρχει Θεός, αν δεν υπάρχει αιώνια ζωή, τότε ο θάνατος πού επήλθε δεν έχει καμιά μεταφυσική σημασία. Αποτελεί ένα γεγονός της φυσικής ιστορίας. Είναι μια νίκη των νόμων της φυσικής και της χημείας, και ο άνθρωπος συνεχίζει να υπάρχει όχι ως πρόσωπο αλλά ως μέρος της φύσης. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αντιμετωπίσουμε κατάματα είτε την πίστη μας, είτε την έλλειψη πίστης και να ενεργήσουμε ανάλογα.
Πολύ συχνά, αυτοί που μένουν πίσω αισθάνονται ότι το πρόσωπο που έφυγε δεv είναι μόνο μια δική τους απώλεια, αλλά μια απώλεια που στερεί όλους γύρω από κάτι το πολύτιμο - από μια λογική, μια καρδιά και μια θέληση, από κάποιον που ενεργούσε όμορφα και σωστά. Και αυτός που έχασε το πρόσωπο μένει επίσης με την απώλεια. Σ' αυτό το σημείο πρέπει να θυμηθούμε -πράγμα ουσιαστικό- ότι όποιος ζει θέτει ένα παράδειγμα: ένα παράδειγμα για το πώς ζει κανείς καλά ή ένα παράδειγμα για το πώς ζει κανείς άσχημα. Πρέπει να μαθαίνουμε από όλους, ζώντες ή κεκοιμημένους, αυτό που είναι λάθος για να το αποφεύγουμε και αυτό που είναι σωστό για να το μιμούμαστε. Όποιος έχει γνωρίσει κάποιον που τώρα έχει πεθάνει, θα πρέπει να στοχαστεί βαθιά το σημάδι που η ζωή αυτού του ανθρώπου άφησε στη ζωή του. Πρέπει να στοχαστεί το είδος του σπόρου που σπάρθηκε στη ζωή αυτού του ανθρώπου και τον καρπό που αυτός έφερε.
Υπάρχει μια φράση στο Ευαγγέλιο που λέει πως «εάv μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει.Εάν δε αποθάνη πολύν καρπόν φέρει». Αυτό ακριβώς μπορεί να συμβεί, αν στοχαζόμαστε με όλη μας την καρδιά, με το πνεύμα και με τη μνήμη, με όλη την ευαισθησία μας και την αίσθηση δικαιοσύνης, τη ζωή εκείνων που έχουν αναχωρήσει από αυτήν τη ζωή. Αν είχαμε το κουράγιο να χρησιμοποιήσουμε αυτό το ξίφος -που είναι ο λόγος του Θεoύ για να χωρίσουμε το φως από το σκοτάδι, να χρησιμοποιήσουμε όλη μας τη διάκριση για να ξεχωρίσουμε την ήρα από το σιτάρι, τότε, έχοντας συγκεντρώσει όσο σιτάρι θα είχαμε τη δυνατότητα να ξεχωρίσουμε, θα μπορούσε ο καθένας μας, ο καθένας που είχε γνωρίσει τον κεκοιμημένο, να φέρει πολύ καρπό στη ζωή του. Μπορούμε να ζήσουμε σύμφωνα μ' ένα παράδειγμα που προσφέρεται και λαμβάνεται, να χωνέψουμε όσα αξίζουν να χωνευθούν από τη ζωή αυτού του προσώπου.
Στη Νεκρώσιμη Ακολουθία κρατούμε αναμμένα κεριά. Πιστεύω ότι αυτό υποδηλώνει δύο πράγματα. Το πρώτο, που είναι πολύ εμφανές, είναι ότι αναγγέλλουμε την ανάσταση. Στεκόμαστε κρατώντας αναμμένα κεριά με τον ίδιο τρόπο που στεκόμαστε στην εκκλησία το βράδυ της Ανάστασης. Στεκόμαστε επίσης δίνοντας τη μαρτυρία μας μπροστά στον Θεό ότι το πρόσωπο αυτό έφερε τουλάχιστον μια σπίθα φωτός στο λυκόφως του κόσμον, ότι αυτό το πρόσωπο δεν έζησε μάταια. Θα φυλάξουμε, θα προστατεύσουμε και θα μοιραστούμε αυτό το φως, έτσι ώστε να φωτίζει όλο και περισσότερους ανθρώπους, και αν είναι δυνατό να γίνει εκατονταπλάσιο.
Αν ξεκινήσουμε να ζήσουμε μ' αυτό τον τρόπο, να γίνουμε η συνέχεια της επίγειας ζωής του κεκοιμημένου, αν ξεκινήσουμε να γίνουμε η συνέχεια όλων όσα ήταν ευγενικά, καλά, αληθινά και άγια σ' αυτό το πρόσωπο, τότε αυτό το πρόσωπο πράγματι δεν έχει ζήσει μάταια και θα αισθανθούμε κι εμείς ότι πράγματι δέν ζούμε μάταια. Δεν θα υπάρξει μέσα μας χώρος για ελπίδες ενός άμεσου θανάτου, επειδή πρέπει νά επιτελέσουμε κάποια λειτουργία.
Μένουμε πίσω για να κάνουμε δυνατά όλα όσα είδαμε, όλα όσα ακούσαμε, όλα όσα νιώσαμε, να τα πολλαπλασιάσουμε και να τα σκορπίσουμε και να γίνουμε μια νέα αλυσίδα φωτός πάνω στη γη. Αν μπορέσουμε όμως να ομολογήσουμε πως το πρόσωπο που αναχώρησε από αυτήν τη ζωή ήταν για μας ένας θησαυρός, τότε «όπου γαρ εστιν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών». Πρέπει, μαζί μ' αυτόν που εισήλθε στην αιωνιότητα, να ζήσουμε κι εμείς όσο το δυνατόν τελειότερα και βαθύτερα, στην αιωνιότητα.Επειδή είναι ο μόνος τόπος όπου μπορούμε να είμαστε μαζί με τον κεκοιμημένο. Αυτό σημαίνει ότι, καθώς όλο και περισσότερα αγαπημένα πρόσωπα αφήνουν αυτό το επίγειο προσκύνημα και εισέρχονται στη σταθερότητα και στη γαλήνη της αιώνιας ζωής, θα πρέπει να αισθανόμαστε όλο και περισσότερο ότι ανήκουμε όλο και τελειότερα και πληρέστερα σ' εκείνο τον κόσμο, και ότι σταδιακά οι αξίες του γίνονται δικές μας.
Αν μάλιστα ένα από τα πολυαγαπημένα μας πρόσωπα, αν ένας από τους πολυτιμότερους θησαυρούς μας λέγεται Ιησούς Χριστός, τότε μπορούμε αληθινά, όσο είμαστε ακόμη πάνω στη γη, να λαχταρούμε, όπως ο απόστολος Παύλος, με όλη μας την ψυχή και όλο μας το μυαλό, με όλο μας το σώμα και όλη μας την καρδιά, την ημέρα που θα ενωθούμε αδιαίρετα μαζί Του.
Η αντιμετώπιση του δικού μας θανάτου είναι κάτι που το κάνουμε με τρόπους πολύ διαφορετικούς, σύμφωνα με την ηλικία μας και τις περιστάσεις. Αντιλαμβανόμαστε το θάνατο με διαφορετικό τρόπο σε διαφορετικές καταστάσεις και ηλικίες. Σκεφτείτε τα παιδιά που ακούν τη λέξη «θάνατος». Ίσως να διαθέτουν μια πολύ ασαφή ιδέα γι' αυτόν ή ίσως να έχουν ήδη χάσει κάποιο γονιό και να στενοχωριούνται στη μοναξιά τους. Τον αντιλαμβάνονται ως απώλεια, αλλά όχι ώς θάνατο καθαυτό.
Ένα παιδί μπορεί να πληροφορηθεί για το θάνατο με κάποιον τερατώδη τρόπο, που θα τον καταστήσει έτσι αποκρουστικό στα μάτια του, ή αντίθετα με κάποιον λογικό και υγιή τρόπο, όπως μας δείχνει η ακόλουθη ιστορία. Μια πολυαγαπημένη γιαγιά πέθανε μετά από μακρά και οδυνηρή ασθένεια. Με κάλεσαν στο σπίτι της και, όταν έφθασα, ανακάλυψα ότι τα παιδιά είχαν απομακρυνθεί. Ρώτησα γιατί και οι γονείς μου είπαν: «Δεν έπρεπε να αφήσουμε τα παιδιά να μείνουν στο σπίτι όπου υπήρχε ένας πεθαμένος».
«Γιατί;»
«Επειδή ξέρουν τι είναι θάνατος».
«Και τι είναι θάνατος;» ρώτησα.
«Είδαν κάποια μέρα ένα κουνελάκι κατακομματιασμένο από μία γάτα στον κήπο, και έτσι γνωρίζουν τι είναι θάνατος».
Σκέφτηκα πως αν αυτή είναι η εικόνα του θανάτου που είχαν αυτά τα παιδιά, τότε θα ήταν υποχρεωμένα όλη τους τη ζωή να ζουν με μια αίσθηση τρόμου, οποτεδήποτε άκουγαν αυτήν τη λέξη, οπουδήποτε παρακολουθούσαν ένα μνημόσυνο, οπουδήποτε έβλεπαν ένα φέρετρο - ανείπωτος τρόμος κρυμμένος μέσα σ' αυτό το ξύλινο κουτί.
Μετά από μακρά συζήτηση, κατά τη διάρκεια της οποίας οι γονείς μου είπαν ότι τα παιδιά θα κατέρρεαν ψυχολογικά αν τους επιτρεπόταν να δουν τη γιαγιά τους και πως η διανοητική τους κατάσταση θα ήταν δική μου ευθύνη, έφερα πίσω τα παιδιά.
Η πρώτη τους ερώτηση ήταν: «Τι είχε πράγματι συμβεί στη γιαγιά;» Τους είπα: «Την ακούσατε πολλές φορές να λέει ότι λαχταρούσε να συναντήσει τον άνδρα της στη Βασιλεία του Θεού, όπου αυτός είχε προηγηθεί. Τώρα πήγε και αυτή».
«Έτσι, είναι ευτυχισμένη» είπε ένα από τα παιδιά.
«Ναι» είπα.
Κατόπιν πήγαμε στο δωμάτιο όπου βρισκόταν η γιαγιά.Η ησυχία ήταν όμορφη.Η ηλικιωμένη γυναίκα, που το πρόσωπό της είχε ρητιδωθεί τα τελευταία χρόνια από τον πόνο, κειτόταν απόλυτα ακίνητη και ήρεμη.
Ένα από τα παιδιά είπε: «Αυτός λοιπόν είναι ο θάνατος».
Και το άλλο συμπλήρωσε: «Τι ωραία».
Εδώ έχουμε δύο μορφές της ίδιας εμπειρίας. Πρόκειται να επιτρέψουμε στα παιδιά να δουν το θάνατο σύμφωνα με το κατακομματιασμένο από κάποια γάτα κουνελάκι, ή θα τα αφήσουμε να δουν την ηρεμία και την ομορφιά του θανάτου;
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία φέρνουμε τον νεκρό στο ναό όσο γρηγορότερα μπορούμε. Προσευχόμαστε μπροστά στο ανοιχτό φέρετρο.
Το πλησιάζουν ενήλικες και παιδιά Ο θάνατος δεν είναι κάτι που πρέπει να το κρύψουμε: είναι κάτι απλό και μέρος της ζωής. Και τα παιδιά μπορούν να παρατηρούν τον κεκοιμημένο και να βλέπουν τη γαλήνη στο πρόσωπό του.
Ασπαζόμαστε τον κεκοιμημένο. Αυτή δε τη στιγμή δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε να προειδοποιήσουμε τα παιδιά όταν θα ασπασθούν το μέτωπο του νεκρού που ήταν πάντοτε ζεστό, ότι τώρα θα το βρουν κρύο, και να τους πούμε, «αυτό είναι το σημάδι του θανάτου». Η ζωή είναι ζεστή. Ο θάνατος είναι ψυχρός. Τότε το παιδί δεν θα τρομοκρατηθεί, επειδή διαθέτει την εμπειρία από ζεστά και κρύα πράγματα, που το καθένα έχει το χαρακτήρα και το νόημά του.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







