ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παράδεισος και κολαση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παράδεισος και κολαση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Φεβρουαρίου 11, 2018

Για τον Παράδεισο και την Κόλαση και τον εύκολο σκανδαλισμό από τις εικονογραφικές και υμνογραφικές παραστάσεις της εκκλησίας μας.



Ὢ ποία ὥρα τότε, καὶ ἡμέρα φοβερά, ὅταν καθίσῃ ὁ Κριτὴς ἐπὶ θρόνου φοβεροῦ! βίβλοι ἀνοίγονται, καὶ πράξεις ἐλέγχονται, καὶ τὰ κρυπτὰ τοῦ σκότους δημοσιεύονται, Ἄγγελοι περιτρέχουσιν, ἐπισυνάγοντες πάντα τὰ ἔθνη. Δεῦτε ἀκούσατε βασιλεῖς καὶ ἄρχοντες, δοῦλοι καὶ ἐλεύθεροι, ἁμαρτωλοὶ καὶ δίκαιοι, πλούσιοι καὶ πένητες, ὅτι ἔρχεται Κριτής, ὁ μέλλων κρῖναι πᾶσαν τὴν οἰκουμένην, καὶ τίς ὑποστήσεται ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ, ὅταν Ἄγγελοι παρίστανται, ἐλέγχοντες τὰς πράξεις, τάς διανοίας, τὰς ἐνθυμήσεις, τὰ ἐν νυκτὶ καὶ ἐν ἡμέρα; ὢ ποία ὥρα τότε! Ἄλλά πρὸ τοῦ φθάσαι τὸ τέλος, σπούδασον κράζουσα, ψυχή· ὁ Θεός, ἐπίστρεψον, σῶσόν με, ὡς μόνος εὔσπλαγχνος( από τους αίνους)

H γνώση για την διδασκαλία της Εκκλησίας μας είναι δύναμη και φωτισμός. Θέλει πλατιά ψυχή και αρχοντική ταπείνωση για να πασχίζεις να μαθαίνεις και να μην σκανδαλίζεσαι από τα φαινόμενα ή ό,τι σου είναι άβολο. Αντίθετα οι εύκολοι αφορισμοί είναι ίδιον του δειλού ανθρώπου και η δειλία είναι αδυναμία και προϊόν της αυτοσυντήρησης και της υπερηφάνειας.
Τα γράφω αυτά γιατί πολλοί βλέπουν τις φοβερές και τρομερές εικόνες της Τελικής Κρίσης στους ναούς μας, ακούνε και αυτά τα θαυμάσια κατανυκτικά τροπάρια και σκανδαλίζονται. Οι πρώτοι χριστιανοί, οι οποίοι δεν γνώριζαν γράμματα και δεν είχαν λεπτή αίσθηση των μυστηρίων του Θεού(και δεν το λέω με σιγουριά, απλώς κολακεύω τους σύγχρονους εμάς), έβλεπαν ζωγραφισμένα τα σύμβολα της αλήθειας στην εικόνα της Δευτέρας Παρουσίας σε κάθε νάρθηκα και ένιωθαν κατάνυξη, ήταν ικανοποιημένοι, γιατί ήταν ταπεινοί, είχαν εμπιστοσύνη. Ξεχώριζαν σε αυτούς που έβλεπαν προς το φως του Χριστού και τον παράδεισο και ένιωθαν χαρά και προσμονή και μάλιστα όσο έβλεπαν τόσο περισσότερο θεωρούσαν τον εαυτό τους ανάξιο μιας τέτοιας ανταμοιβής και βίωναν μια πενθοχαρμόσυνη ειρήνη, ανάμικτη ευγνωμοσύνη με συντριβή. Το ίδιο και εκείνοι οι οποίοι εστίαζαν στην εικόνα των κολάσεων ένιωθαν συντριβή και αναξιότητα και πάσχιζαν να μην προδώσουν την αγάπη του Θεού. Δεν ήξεραν γράμματα να διαβάσουν πατερικές και θεολογικές ερμηνείες, για την διάδοση τους( βλέπε άκριτη πρόσληψη) δεν ξέρω αν πρέπει να ευγνωμονούμε ή να απογοητευόμαστε σήμερα. Θεολογία ήταν η καρδία τους. 
Σήμερα γίναμε τυμπανιαίοι, φουσκώσαμε από τόση έτοιμη γνώση χωρίς να μας έχει αποκαλυφθεί ως βίωμα ή χάρη και ξιπαστήκαμε. Και βλέπουμε τέτοιες εικόνες, ακούμε τέτοια λόγια και παρακαλούμε να "βρεθεί κάποιος φωτισμένος να τα πετάξει όλα αυτά στο πυρ" για να μην δυσφημείται τάχα η εκκλησία.Και αυτό το φως των "φωτισμένων" δεν είναι η πληρότητα της βιωματικής γνώσης, αλλά η φωταψία του ναρκισσισμού μας. Μοιάζουμε με τον αρχαίο έλληνα φιλόσοφο, ο οποίος ήθελε να εξαλείψει κάθε ποταπή πράξη από τις τραγωδίες, φόνους, απάτες και τα τοιαύτα και να τις ποιήσει ένα άχαρο αποστείρωμα άσχετο με την πραγματικότητα του ανθρώπου, γιατί νόμιζε ότι έτσι θα τον παιδαγωγήσει στο πνεύμα και την ηθική την σωστή .Όταν βλέπουν κάποιοι σοφοί ζωγραφισμένη την Κόλαση, είναι πραγματικά σαν να βλέπουν το ίδιο το μέσα τους, την κατάληξη τους, τα πάθη τους και είναι ο φόβος της σύγχυσης τους, που την κάνει αποτρόπαια.Αυτό είναι κατανοητό. Είναι αδυναμία δική τους και όχι του ζωγράφου ή του υμνωδού. Δεν είναι όμως ορθό.Ουτε φυσικά ταπεινό.
Στην εικονογραφία, στα τροπάρια, στο ίδιο το Ευαγγέλιο, γίνεται λόγος για θρόνο από τον οποίο βγαίνει φωτιά, κόλαση ετοιμασμένη για τον διάβολο, σκώληκα ακοίμητο, τρίξιμο δοντιών, τιμωρίες κλπ. Όλα αυτά είναι γραμμένα με συμβατική συμβολική γλώσσα για να μην μείνει κανείς απληροφόρητος, ακόμα και οι πλέον απλοϊκοί των ανθρώπων. Όπως βέβαια παράδεισος δεν είναι λουλούδια, δέντρα, παλάτια και φως κτιστό και άπλετο, όπως διαβάζουμε σε οράματα και αποκαλύψεις αγίων. Κάθε μία έννοια και παράσταση εκφράζει μια υπερβατική αλήθεια. Ο Θεός όμως μιλάει στις ανάγκες μας, με την δική μας γλώσσα, με τις δικές μας παραστάσεις,για τον ίδιο ακριβώς λόγο που έγινε άνθρωπος για να σχετιστεί μαζί μας.Όταν πάμε στον Κύριο μας θα μας αποκαλυφθούν όλα και μάλιστα δεν θα πάψουν να μας αποκαλύπτονται βαθμιαία και συνεχώς.


Τί είναι παράδεισος και κόλαση, μας το λέει ο δάσκαλος ο παπα΄Γιώργης Μεταλληνός, μια αυθεντική πατερική φωνή της Εκκλησίας μας:
"Στα Ευαγγέλια (Ματθ.κεφ.25) γίνεται λόγος για «βασιλεία» και «πυρ αιώνιον». Στην περικοπή αυτή, που διαβάζεται στη Λειτουργία της Κυριακής της Απόκρεω, «βασιλεία» είναι ο κατά Θεόν προορισμός του ανθρώπου. Το «πυρ» είναι «ητοιμασμένον» για τον διάβολο και τους αγγέλους του (δαίμονες), όχι διότι το θέλησε ο Θεός, αλλά διότι αυτοί δεν μετανοούν. Η «βασιλεία» είναι «ητοιμασμένη» για τους πιστούς στο θέλημα του Θεού. «Βασιλεία» (=άκτιστη δόξα) είναι ο παράδεισος, «πυρ» (αιώνιο) είναι η κόλαση («κόλασις αιώνιος»,στ.46). Στην αρχή της ιστορίας ο Θεός καλεί στον παράδεισο, στην κοινωνία με την άκτιστη Χάρη Του. Στο τέλος της ιστορίας ο άνθρωπος αντιμετωπίζει παράδεισο και κόλαση. Τι σημαίνει αυτό θα το δούμε στη συνέχεια. Σπεύδουμε όμως να πούμε, ότι είναι κεντρικότατο θέμα της πίστεως μας, λυδία λίθος του Χριστιανισμού ως Ορθοδοξίας.
Ο λόγος για παράδεισο και κόλαση στην Καινή Διαθήκη είναι συχνός. Στο Λουκ.23,43 ο Χριστός λέει στον ληστή: «σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω». Στο παράδεισο όμως αναφέρεται και ο ληστής λέγοντας(23.42): «μνήσθητι μου Κύριε […] εν τη βασιλεία σου». Κατά τον Βουλγαρίας Θεοφύλακτο (P.G.123,1106) «ο γαρ ληστής έστι μεν εν παραδείσω, ήτοι τη βασιλεία». Ο Απ. Παύλος (Β’Κορ. 12, 3-4) ομολογεί ότι ήδη σ’ αυτόν τον κόσμο, «ηρπάγη εις τον παράδεισον και ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι». Στην Αποκάλυψη διαβάζουμε : «Τω νικώντι δώσω αυτώ φαγείν εκ του ξύλου της ζωής, ο έστιν εν τω παραδείσω του Θεού μου» (2,7) Και ο Αρέθας Καισαρείας ερμηνεύει: «παράδεισον την μακαρίας και αιωνίζουσαν εκληπτέον ζωήν». (P.G. 106,529). Παράδεισος-αιώνιος ζωή-βασιλεία Θεού ταυτίζονται.
Για την κόλαση: Ματθ.25.46 («εις κόλασιν αιώνιον»), 25,41 (πυρ αιώνιον), 25,30 «σκότος εξώτερον», 5,22 «γέεννα πυρός». Α΄ Ιω. 4,18 («…ότι ο φόβος κόλασιν έχει»). Με όλους αυτούς τους τρόπους δηλώνεται αυτό που εννοούμε με τον όρο «κόλασις».
Παράδεισος και κόλαση δεν είναι δυο διαφορετικοί τόποι. Αυτή η εκδοχή είναι ειδωλολατρική. Είναι δύο διαφορετικές καταστάσεις (τρόποι), που προκύπτουν από την ίδια άκτιστη πηγή και βιώνονται ως δυο διαφορετικές εμπειρίες. Ή μάλλον είναι η ίδια εμπειρία, βιούμενη διαφορετικά από τον άνθρωπο, ανάλογα με τις εσωτερικές προϋποθέσεις του. Η εμπειρία αυτή είναι η θέα του Χριστού μέσα στο άκτιστο φως της θεότητάς Του, μέσα στη «δόξα» Του. Από τη Β’ Παρουσία και σ’ όλη την ατελεύτητη αιωνιότητα, όλοι οι άνθρωποι θα βλέπουν τον Χριστό στο άκτιστο φως Του. Και τότε «εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάσταστιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως» (Ιω.5.29). Ενώπιον του Χριστού χωρίζονται οι άνθρωποι («πρόβατα» και «ερίφια», δεξιά και αριστερά Του). Διακρίνονται δηλαδή σε δύο ομάδες. Αυτούς που βλέπουν τον Χριστό ως παράδεισο («υπέρκαλον αγλαΐαν») και αυτούς που Τον βλέπουν ως κόλαση («πυρ καταναλίσκον», Εβρ.12,29).
Παράδεισος και κόλαση είναι η ίδια πραγματικότητα. Αυτό δείχνει ο εικονισμός της Β΄ Παρουσίας. Από τον Χριστό απορρέει ένας ποταμός, φωτεινός ως χρυσίζον φως, στο άνω μέρος, όπου βρίσκονται οι άγιοι και ποταμός πύρινος στο κάτω μέρος, όπου βρίσκονται οι δαίμονες και οι αμετανόητοι («οι μηδέποτε μετανοήσαντες», όπως λέγει ένα τροπάριον των Αίνων της ημέρας). Γι’ αυτό στο Λουκ. 2,34 λέγεται περί του Χριστού ότι «κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών». Ο Χριστός γίνεται σε άλλους μεν, όσους Τον δέχθηκαν και ακολούθησαν την προτεινόμενη από Αυτόν θεραπεία της καρδιάς, ανάστασις στην αιώνια ζωή Του και σ’ όλους που Τον απέρριψαν, πτώση και κόλαση.
Πατερικές μαρτυρίες: Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης (Κλίμαξ) λέγει, ότι το άκτιστο φως του Χριστού είναι «πυρ καταναλίσκον και φωτίζον φως». Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (Ε.Π.Ε 11,498) παρατηρεί: «Ούτος, φησί, βαπτίσει υμάς εν Πνεύματι Αγίω και πυρί· τω φωτιστικώ δηλονότι και κολαστικώ, κατ’ αξίαν εκάστου της εαυτού διαθέσεως κομιζομένου το κατάλληλον». Και αλλού (Συγγράμματα, εκδ. Χρήστου, Β’ σ.145): Το φως του Χριστού «ει δ’ εν ον, τοις πάσιν μεθεκτόν, ου ενιαίως, αλλά διαφόρως μετέχεται…».
Συνεπώς, παράδεισος και κόλαση δεν είναι απλώς ανταμοιβή και τιμωρία (καταδίκη), αλλά ο τρόπος με τον οποίο βιώνουμε καθένας μας τη θέα του Χριστού, ανάλογα με την κατάσταση της καρδιάς μας. Ο Θεός ουσιαστικά, δεν τιμωρεί, μολονότι για παιδαγωγικούς λόγους και στη Γραφή γίνεται λόγος για τιμωρία. Όσο πνευματικότερος γίνεται κανείς, τόσο ορθότερα κατανοεί τη γλώσσα της Γραφής και της παραδόσεώς μας. Η κατάσταση του ανθρώπου (καθαρός-ακάθαρτος, μετανοημένος-αμετανόητος) συντελεί στο να δεχόμεθα το Φως του ως παράδεισο ή κόλαση.
Έργο της Εκκλησίας, συνεπώς, δεν είναι να «στέλνει» στον παράδεισο ή στην κόλαση, αλλά να ετοιμάζει τον άνθρωπο για την τελική κρίση. Το έργο του Κλήρου είναι θεραπευτικό και όχι ηθικολογικό-ηθικοπλαστικό, με την κοσμική έννοια του όρου. Η ουσία της εν Χριστώ ζωής διατηρείται στα μοναστήρια, όταν είναι φυσικά ορθόδοξα, δηλαδή πατερικά. Σκοπός της προσφερόμενης από την Εκκλησία θεραπείας δεν είναι η δημιουργία «χρηστών» πολιτών και κατ’ ουσίαν ευχρήστων, αλλά πολιτών της ουράνιας (άκτιστης) βασιλείας. Αυτοί είναι οι Ομολογητές και οι Μάρτυρες, οι αληθινοί πιστοί, οι Άγιοι.
Έτσι όμως ελέγχεται και η ιεραποστολή μας. Πού καλούμε; Στην Εκκλησία-Νοσοκομείο/ Θεραπευτήριο ή σε μια ιδεολογία, που ονομάζεται χριστιανική; Αντί για θεραπεία ζητούμε συνήθως εξασφάλιση θέσεως στον «παράδεισο». Γι’ αυτό ασχολούμεθα με τελετές και όχι με θεραπεία. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια απόρριψη της λατρείας. Αλλά χωρίς άσκηση (ασκητικό βίο, πράξη θεραπείας) ή λατρείας δεν μπορεί να μας αγιάσει. Μένει ανενέργητη μέσα μας η απορρέουσα από αυτήν χάρη. Η Ορθοδοξία δεν υπόσχεται ότι στέλνει τον άνθρωπο σε κάποιο παράδεισο ή σε κάποια κόλαση, αλλά έχει τη δύναμη, όπως φαίνεται στα άφθαρτα και θαυματουργικά λείψανα των Αγίων της (αφθαρσία= θέωση), να προετοιμάσει τον άνθρωπο, ώστε να βλέπει αιώνια την Άκτιστη Χάρη και Βασιλεία του Χριστού ως παράδεισο και όχι ως κόλαση".
Κάθε φορά λοιπόν που ζωγραφίζουμε μια εικόνα με φωτιά που διαχωρίζει δίκαιους και αμαρτωλούς ή ακούμε έναν τρομερό ύμνο για την ανταπόδοση, να μη σκεφτόμαστε ο,τιδήποτε σκανδαλιστικό, αλλά ότι η Εικόνα και ο Λόγος ανάγει με απλό και κατανοητό αντιληπτό τρόπο τον καθένα μας σε μια αλήθεια, που δεν αντιλαμβανόμαστε με άλλο τρόπο.

ππκ 10-2-2018

σημ. η παράθεση των λόγων του π. Γ. Μεταλληνού είναι από την σελίδα ΟΟΔΕ

Τρίτη, Μαΐου 30, 2017

Η ποινικοποίηση των συναισθημάτων και η επισειόμενη τιμωρία

( επ ευκαιρία των πολιτικών μας καταστάσεων...)

Ποινικοποίηση συναισθημάτων.Νέα ήθη αστυνόμευσης. Κάθε μέρα να πιέζεσαι σε ένα auto de fe πολιτικής ορθότητας και αφοσίωσης στο καθεστώς τους. Προς Θεού όχι απέχθειες και αποστασιοποιήσεις. Kινδυνεύει η τάξη, η ευνομία, σε έναν αγγελικά πλασμένο κόσμο.Αγάπα τους βιαστές σου με το ζόρι.Η δικτατορία του καλού ανθρώπου!Εδώ ρε ανερμάτιστοι κουφιοκεφαλάκηδες ο ίδιος ο Χριστός δεν θέλει να με κρίνει για την όποια ατέλεια και Κακία μου και θα με κρίνετε εσείς, ω αναμάρτητοι!

Η άθεη εποχή μας κράτησε όμως όλο το μεσαιωνικό δυτικό μοντέλο του δυνάστη Θεού. Από δω τα πρόβατα από κει τα ερίφια, στην μέση ο δικαστής και παντού η Κόλαση. Να είστε όλοι φρόνιμοι γιατί ο μεγάλος αδελφός περιβάλλεται την ηθική και έρχεται να σας τιμωρήσει. Εμείς με ορθόδοξο το ήθος, μαθημένοι στην αγάπη και την διακριτικότητα ενός Θεού ανάμεσα μας, θεολογούμε τα περί παραδείσου και κολάσεως με τα παρακάτω λόγια του αββά Ισαάκ. Και επειδή είμαστε και μεγαλωμένοι στην Εκκλησία με αγάπη, επεκτείνουμε αυτόν τον χαϊνισμό της άκρατης εν Χριστω ελευθερίας και αγάπης και στην πολιτική εγκόσμια ζωή μας και ακόμα και στην κόλαση βλέπουμε την αγάπη του Θεού πού δεν εισπράττεται από αυτούς πού δεν θέλουν να την εισπράξουν.Καμιά ποινικολογία!Απόλυτος σεβασμός στον άνθρωπο!
«Εγώ δε λέγω, ότι οι εν τη γεέννη κολαζόμενοι τη μάστιγι της αγάπης μαστίζονται. Και τι πικρόν και σφοδρόν το της αγάπης κολαστήριον;»


από αναρτήσεις μας στο Fb

Τετάρτη, Νοεμβρίου 12, 2014

ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΜΕΓΑ Ο... "ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ".


"«Μέ αστείο τρόπο έλεγα στούς Λατίνους ότι οι αντιλήψεις τής λατινικής παραδόσεως περί Παραδείσου είναι ακριβώς οι ορθόδοξες αντιλήψεις περί Κολάσεως"
Παράδεισος καί Κόλαση
«Εμπειρική Δογματική,
κατά τίς προφορικές παραδόσεις τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη»,
Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Αγ. Βλασίου Ιεροθέου.

****
Επειδή στόν Παράδεισο οι δίκαιοι θά ζούν τήν «αεικίνητη στάση» καί τήν «στάσιμη κίνηση», ενώ στήν Κόλαση θά υπάρχη «παύση τής προόδου», γι’ αυτό η δυτική παραδείσια στάσιμη ευδαιμονία ομοιάζει μέ τήν Ορθόδοξη διδασκαλία γιά τήν Κόλαση.
«Μέ αστείο τρόπο έλεγα στούς Λατίνους ότι οι αντιλήψεις τής λατινικής παραδόσεως περί Παραδείσου είναι ακριβώς οι ορθόδοξες αντιλήψεις περί Κολάσεως. Καί τό έχω γράψει κιόλας έτσι, δηλαδή υπό τύπον αστειότητος, ότι ο Παράδεισος ο δικός τους γιά μάς είναι η Κόλαση, αυτή η ικανοποίηση τών επιθυμιών καί η παύση, άς πούμε, τής προόδου...». ..
.
Επίσης, στήν Δύση αναπτύχθηκε η άποψη ότι Παράδεισος είναι νά βλέπη κανείς τόν Θεό, ενώ Κόλαση είναι η έλλειψη τής θεοπτίας ή καί η απουσία τού Θεού. Όμως, Κόλαση δέν είναι η απουσία τού Θεού, αλλά η παρουσία τού Θεού ως πυρός-φωτιάς.

«Παράλληλα μέ αυτές τίς θεωρίες τού Δάντη (Dante) πού βγαίνουν από τήν φραγκική παράδοση πού έχουν ως πηγή όχι ακριβώς τόν Αυγουστίνο, αλλά ρίζες στόν Αυγουστίνο, υπήρξαν οι θεωρίες αυτές τού Μεσαίωνα σέ συνδυασμό μέ τίς φραγκικές θεωρίες περί Κολάσεως καί Παραδείσου πού εκφράζονται τόσο ωραία στούς σχολαστικούς θεολόγους, στόν Δάντη (Dante), στούς νεωτέρους συγγραφείς, όπως είναι ο Μίλτον ο Εγγλέζος ή ο Τζέϊμς Τζόϊς (James Joyce) ο Ιρλανδός στά ποιήματά τους καί βλέπει κανείς ολοζώντανα τήν μεσαιωνική φραγκική αντίληψη περί Παραδείσου καί Κολάσεως.
Κατά τήν αντίληψη αυτών τών ανθρώπων ο Παράδεισος είναι τό νά βλέπη κανείς τόν Θεό, η θεοπτία είναι Παράδεισος καί η Κόλαση είναι έλλειψη τής θεοπτίας. Στήν έλλειψη τής θεοπτίας προστίθεται η γαρνιτούρα, δηλαδή, καί τά κτιστά πυρά τής Κολάσεως, είναι κάτι φοβερές εικόνες τών βασάνων στήν Κόλαση πού βρίσκει κανείς στόν Δάντη, Μίλτον, Τζέϊμς Τζόϊς πού εκφράζουν τήν δυτική αντίληψη περί Κολάσεως. Μάλιστα, θυμούμαι πολύ καλά, όταν πήγα στό παπικό γυμνάσιο, κάθε χρόνο όταν περιγράφανε γιά νά φοβερίσουν τούς μαθητές, περιγράφανε τήν Κόλαση έτσι, δηλαδή. Ήταν μιά ωραία τέχνη εκ μέρους τών δασκάλων, τών Ιερέων δηλαδή, νά φοβερίσουν τά παιδιά μ’ αυτές τίς εικόνες περί Κολάσεως».
«...Σέ αυτό ορισμένοι Προτεστάντες καί Παπικοί στήν ιστορία προσθέτουν, ότι σ’ αυτήν τήν Κόλαση, εκτός τού ότι δέν θά βλέπουν τόν Θεό, θά βρίσκωνται μέσα σέ φωτιές καί θά ψήνωνται οι άνθρωποι, θά μαγειρεύωνται δηλαδή. Εάν θέλετε νά δήτε πώς ακριβώς κατά τόν Μεσαίωνα, τά πιστεύανε αυτά τά πράγματα, σάς παροτρύνω, δηλαδή σάς προτρέπω, συγγνώμη γιά τήν άλλη έκφραση, σάς προτρέπω νά διαβάσετε τήν “θεία κωμωδία” τού Δάντη».
...
Στήν Αγία Γραφή, γιά νά χαρακτηρισθή η κατάσταση τών δικαίων, χρησιμοποιούνται οι λέξεις «φώς» καί «γνόφος», καί γιά νά χαρακτηρισθή η κατάσταση τών αμαρτωλών χρησιμοποιούνται οι λέξεις «πύρ» καί «σκότος». Γνωρίζουμε, όμως, ότι τό φώς είναι διαφορετικό από τόν γνόφο (νέφος), πού καλύπτει τό φώς. Καί τό πύρ είναι αντίθετο από τό σκότος, γιατί μέ τό πύρ φυγαδεύεται τό σκότος καί φωτίζεται τό περιβάλλον.
Αυτό δείχνει ότι δέν υπάρχουν κτιστές λέξεις γιά νά εκφράσουν απολύτως τήν άκτιστη πραγματικότητα. Διότι, τό αιώνιο θείο Φώς καί τό αιώνιο πύρ είναι άκτιστα, είναι η ενέργεια τού Θεού πού βιώνεται από τούς ανθρώπους ως φωτιστική ή καυστική ενέργεια, ανάλογα μέ τήν πνευματική τους κατάσταση.

«Όλοι οι άνθρωποι θά δούν τήν δόξα τού Θεού, καί από αυτής τής απόψεως έχουν τό ίδιο τέλος. Όλοι βέβαια θά δούν τήν δόξα τού Θεού, μέ τήν διαφορά ότι οι μέν σεσωσμένοι θά δούν τήν δόξα τού Θεού ως Φώς γλυκύτατο καί ανέσπερο, οι δέ κολασμένοι θά δούν τήν ίδια δόξα τού Θεού ως πύρ καταναλίσκον, σάν φωτιά πού θά τούς καίη. Αυτό, τό ότι όλοι θά δούμε τήν δόξα τού Θεού, είναι ένα αληθινό καί αναμενόμενο γεγονός. Τό νά δή κανείς τόν Θεό, δηλαδή τήν δόξα Του, τό Φώς Του, αυτό είναι κάτι πού θά γίνη είτε τό θέλουμε είτε όχι. Η βίωσις όμως αυτού τού Φωτός θά είναι διαφορετική στούς μέν από τούς δέ.
Οπότε, τό έργο τής Εκκλησίας καί τών παπάδων δέν είναι νά μάς βοηθήσουν νά δούμε αυτήν τήν δόξα, διότι αυτό θά γίνη οπωσδήποτε. Τό έργο τής Εκκλησίας εστιάζεται στό πώς θά δή ο κάθε άνθρωπος τόν Θεό. Όχι στό άν θά δή τόν Θεό. Δηλαδή, τό έργο τής Εκκλησίας είναι νά κηρύττη στούς ανθρώπους ότι υπάρχει Θεός αληθινός, ότι ο Θεός αποκαλύπτεται είτε ως Φώς είτε ως πύρ καταναλίσκον, ότι όλοι οι άνθρωποι κατά τήν Δευτέρα Παρουσία τού Χριστού θά δούμε τόν Θεόν, καί να προετοιμάζη τά μέλη της, ώστε νά δούν τόν Θεό όχι ως φωτιά, αλλά ως Φώς».

Δευτέρα, Ιουλίου 23, 2012

Μοναχός έσωσε τη μητέρα του απο την κόλαση!




Ό επίσκοπος Κύρου Θεοδώρητος, ό όποιος έζησε τον Ε μ.Χ. αιώνα, διηγείται πώς μια φορά τον επισκέφθηκε ένας μοναχός, πού ερχόταν από πολύ μακριά. Τον έβαλε να ξεκουρασθή και να φάγη. Όταν έτρωγε ό μοναχός, παρατήρησε ότι χρησιμοποιούσε μόνο το αριστερό του χέρι και ότι το δεξί του ήταν τυλιγμένο με ένα παλιόρασο.

Ό επίσκοπος τον ρώτησε, όχι από περιέργεια άλλα από ενδιαφέρον, γιατί είναι τυλιγμένο το χέρι του και μάλιστα με ένα παλιόρασο τριμμένο, ενώ εφαίνετο από την όλη του ενδυμασία ότι δεν ήταν μοναχός ρακένδυτος. Μάλιστα, θέλησε να το τραβήξει για να δη, όπως υποψιαζόταν, αν υπήρχε κάποια πληγή στο χέρι του μονάχου, αλλά αυτός δεν τον άφησε και το σκέπασε γρήγορα, διότι άρχισε να βγαίνει αφόρητη δυσοσμία.

Κι ό μοναχός διηγήθηκε τα έξης στον επίσκοπο:
-Σεβασμιότατε, εγώ είχα μια μητέρα πολύ όμορφη, πάγκαλη, ή οποία, δυστυχώς, από πολύ νωρίς, άφ ότου χήρεψε, παρεσύρθη στον κακό δρόμο κι έγινε πόρνη. Λόγω δε της μεγάλης ωραιότατος πού είχε, απέκτησε πολύ μεγάλη “πελατεία” και έγινε πολύ πλούσια κι έτσι εγώ μεγάλωνα μέσα στη χλιδή και στα πλούτη.

Όταν όμως μεγάλωσα και άρχισα να καταλαβαίνω τί γίνεται, βδελυσσόμενος αυτήν την κατάσταση της μητέρας μου, απομακρύνθηκα για ένα διάστημα από κοντά της και πήγα σε ένα μοναστήρι.
Πληροφορήθηκα όμως κάποια στιγμή ότι ή μητέρα μου αιφνιδίως πέθανε. Και όλη ή τεράστια εκείνη περιουσία, την οποία είχε κάνει από την αμαρτία, ήταν πλέον δική μου. Πήγα λοιπόν και την περιουσία αυτή την μοίρασα όλη, μέχρι και της τελευταίας δραχμής, στους φτωχούς κι έφυγα για την Έρημο ξανά, προσευχόμενος για τη σωτηρία της μάνας μου. Βέβαια και για τον πατέρα μου, πού όταν είχε κοιμηθή, εγώ ήμουν μωρό.
Πάντα προσευχόμουν όμως στον Θεό, σαν μοναχός πού ήμουν, να με πληροφόρηση εάν οι ελεημοσύνες πού δόθηκαν σε όλα τα τότε γνωστά μοναστήρια, για να προσευχηθούν για την ψυχή της μητέρας μου και να κάνουν πολλά-πολλά σαρανταλείτουργα έπιασαν τόπο. Επήγα λοιπόν στα Ιεροσόλυμα, μετά από έναν χρόνο και διηγήθηκα στον τότε Πατριάρχη το όλο γεγονός. Και εκείνος μου είπε:

–Πολύ καλά έκανες βέβαια και μοίρασες όλη αυτή την τεράστια περιουσία στους φτωχούς και έδωσες στα μοναστήρια για να γίνονται Λειτουργίες στο όνομα της μητέρας σου, αλλά για τις πληροφορίες πού μου ζητάς να μάθεις που βρίσκεται ή ψυχή της μητέρας σου, εγώ δεν είμαι άξιος να σου απαντήσω. Ούτε όμως εδώ στα Ιεροσόλυμα και στα περίχωρα υπάρχει κάποιος προορατικός Γέροντας, πού να μπορεί να σε πληροφόρηση για μια τέτοια μεγάλη αποκάλυψη.
Παίρνοντας λοιπόν την ευχή του Πατριάρχου, πήγα στις Σκήτες της Θηβαΐδος της Αιγύπτου.’ Εκεί πράγματι γνώρισα πατέρας και ασκητής πολλούς, πού μου υπέδειξαν έναν Γέροντα, πολύ βαθιά στην Έρημο, ικανό να με βοηθήσει. Κι έτσι με έναν ντορβά στον ωμό, με λίγο νερό και ψωμί ξεκίνησα οδοιπορώντας για να βρω τον Γέροντα αυτόν.

Μου είπαν οι πατέρες ότι: «στην πρώτη σπηλιά πού θα συνάντησης, εκεί θα τον βρεις».

Και πράγματι, ύστερα από οδοιπορία τριάντα ήμερων βρήκα τη σπηλιά και τον άγιο εκείνο άνθρωπο, ό όποιος βγήκε στην είσοδο της σπηλιάς και με υποδέχθηκε.

Εκεί έπεσα στα πόδια του, του έβαλα μετάνοια, φίλησα τις άκρες των δακτύλων του και με δάκρυα στα μάτια του ανέφερα τη ζωή της μητέρας μου και ποιες ήταν οι ενέργειες μου για τη σωτηρία της ψυχής της, με τις ελεημοσύνες και τα σαρανταλείτουργα πού έκανα.

-Παιδί μου, λέει, αυτό πού ζητάς να μάθεις από μένα, είναι κάτι πάρα πολύ μεγάλο. ‘Αλλά όμως, αφού έκανες τόσο μεγάλο κόπο και τόσο μεγάλη πορεία τριάντα ήμερων για να φθάσης μέχρι εδώ, θα παρακαλέσουμε τον Θεό και οι δύο μαζί, να μας πει που περίπου βρίσκετε ι ή ψυχή της μητέρας σου.
Βγήκε λοιπόν έξω, στην πόρτα της σπηλιάς, πήρε μια πετρούλα κι έκανε έναν κύκλο, ό άγιος ασκητής και μου είπε:

-Σ αυτόν τον κύκλο μέσα έλα και στάσου όρθιος. Και θα μείνεις εδώ όρθιος, χωρίς να καθίσεις, επτά ήμερες. Ούτε θα φας ούτε θα πιεις ούτε θα κουνηθείς!’ Επτά μέρες κι επτά νύχτες όρθιος και ακίνητος διαρκώς θα προσεύχεσαι να ελεήσει ό Θεός να μάς φώτιση και να μάς αποκάλυψη την κατάσταση της ψυχής της μητέρας σου. Θα παρακαλείς τον Θεό συνεχώς με δάκρυα, τα όποια κάθε μέρα θα πρέπει να γίνονται και πιο πολλά. Θα κάνω κι εγώ ακριβώς το ίδιο μέσα στη σπηλιά.

Και πράγματι, λοιπόν, έγινε αυτό, όπως ακριβώς το είπε ό άγιος εκείνος Γέροντας και φημισμένος ασκητής.

Όταν έφθασε λοιπόν ή νύχτα της έβδομης ημέρας, αρπάχθηκε ό νους του μοναχού στον ουρανό και με έκσταση ψυχής είδε τα φοβερά της Βασιλείας του Θεού. Και ότι ό Θεός έναιι παρών και στην κόλαση και στον παράδεισο. Στον παράδεισο χαίρονται και στην κόλαση πονούν.
Είδε λοιπόν, ας πούμε, στην αριστερή του πλευρά, μία φοβερή λίμνη, έναν βόρβορο γεμάτο ακαθαρσίες, λάσπη και ανυπόφορη δυσωδία. Ένα φοβερό μείγμα, πού έβραζε και κόχλαζε. Μέσα σ αύτη τη φοβερή λίμνη την καιόμενη του πυρός, όπως μας αναφέρει ή Αποκάλυψις, το τελευταίο βιβλίο της Καινής Διαθήκης, είδε να ανεβοκατεβαίνουν οι ψυχές. Πότε να βυθίζονται μέσα σ αυτήν και πότε να ανεβαίνουν ψηλά, να ανέρχονται λίγο σαν να παίρνουν μια αναπνοή και ξανά πάλι μέσα και ξανά πάλι έξω, χωρίς τελειωμό. Είχε την αίσθηση, όπως ακριβώς βράζει κανείς τα φασόλια ή τα ρεβίθια και με τον βρασμό ανεβοκατεβαίνουν αυτά, κατά τον ίδιο τρόπο έβλεπε και τις δυστυχισμένες αυτές υπάρξεις να ανεβοκατεβαίνουν.
Κάποια στιγμή λοιπόν, ανεγνώρισε και τη μητέρα του, της οποίας είδε το κεφάλι. Ανεγνώρισε κι αυτή τον γυιό της πού εύρίσκετο στην άκρη της λίμνης και φώναξε:

-Παιδί μου, ΕΛΕΟΣ!!! ΒΟΗΘΕΙΑ!!!

Και ξαναβυθίοτηκε πάλι μέσα. Και ξαναβγήκε πάλι, ξαναφάνηκε, μέχρι τη μέση τώρα. Και ξαναφωνάζη πάλι “έλεος! έλεος! βοήθεια! βοήθεια!”

-Παιδί μου, βοήθησε με, βοήθησε με!!! Καίγομαι, πνίγομαι, βασανίζομαι, υποφέρω!…

Και ξανά πάλι βυθίστηκε. Και ξαναβγήκε για τρίτη φορά.

-Και τόσος ήταν ό πόνος μου, λέει ό μοναχός, τόση ήταν ή οδύνη μου και τόση ή λαχτάρα μου, πού την ώρα πού ξαναβυθιζόταν, βούτηξα το χέρι μου μέσα, την άρπαξα από τα μαλλιά και με πολλή βία την τράβηξα έξω.
Και δίπλα μου βλέπω μία ωραιότατη χρυσή κολυμβήθρα. Από κάποιο σημείο της, από ένα βράχο…πού δεν ήταν και βράχος, δεν ξέρω τί ακριβώς ήταν! έτρεχε γάργαρο νερό και γέμιζε αυτήν την κολυμβήθρα, χωρίς να γεμίζει και χωρίς να αδειάζει ποτέ. Και πήρα τη μητέρα μου και την έβαλα μέσα σ’ αυτήν την κολυμβήθρα και πλύθηκε και καθαρίστηκε και έγινε κατάλευκη σαν το χιόνι. Την έβγαλα κατόπιν από την κολυμβήθρα κι εκεί κάποιοι Νέοι, στα ολόλευκα ντυμένοι, έδωσαν λευκά ρούχα, τυλίχτηκε μ’ αυτά και εντάχθηκε μέσα στον χορό των Αγίων.
Κι εκείνη, ανάμεσα στους φωτεινότατους εκείνους Νέους, τούς ολόλαμπρους πού χαίρονταν μέσα στη χαρά της Βασιλείας του Θεού, με ευχαριστούσε συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι πού ξαναήλθα στον εαυτό μου. Και βρέθηκα το πρωί πού τελείωνε ή έβδομη ημέρα, να είμαι έξω εκεί, μέσα στον κύκλο, παρακαλώντας θερμά για την κατάσταση της ψυχής της μητέρας μου και βεβαίως ύστερα να ευγνωμονώ τον Θεό συνεχώς.

Όταν ό άγιος εκείνος ασκητής με ρώτησε:

-Τί είδες, παιδί μου, αυτό το βράδυ; διηγήθηκα όλα αυτά. Και βεβαίως αναλύθηκα σε λυγμούς και σε ευχαριστίες προς τον Θεό και Σωτήρα μας, για την άπειρη ευσπλαχνία
Του πού έβγαλε την ψυχή της μάνας μου από τον Αδη. Το χέρι μου όμως πού βούτηξε μέσα σ’ αυτή την φοβερή κατακαιομένη λίμνη του πυρός, την βρωμερά και δυσώδη και μάλιστα μέχρι τον αγκώνα, ήταν όχι μόνο καμένο -διότι έκαίετο εκείνη ή λίμνη- αλλά και βρωμούσε απαίσια.

–Πάτερ μου, λέω, στον άγιο εκείνο Γέροντα και ασκητή σε παρακαλώ πάρα πολύ, κάνε κάτι και θεράπευσε το χέρι μου.

Κι εκείνος μου είπε:

–Όχι! Μέχρι πού να πεθάνεις, θα το δείχνεις! Είναι ή απόδειξης, για το πόση δύναμη έχει ή Θεία Λειτουργία, τα μνημόσυνα, τα τρισάγια, οι προσευχές με το κομποσκοίνι και οι ελεημοσύνες για έναν κεκοιμημένο. Και σχίζει το ράσο του ό μεγάλος εκείνος ασκητής και Γέροντας και μου λέει:

-Τύλιξε το. Ό τόπος τώρα θα ευωδιάζει. Και για εκείνους πού θα αμφιβάλλουν, θα το ξετυλίγεις για να αποδεικνύεις την αλήθεια της ιστορίας της ψυχής της μητέρας σου.

-Σεβασμιότατε, το τραβήξατε λίγο. Για δείτε το τώρα ολόκληρο! Και ξετύλιξε ολόκληρο το χέρι του. Κι ό δεσπότης δεν άντεξε την “βρώμα” κι έφυγε από το δωμάτιο. Τόσο φοβερή ήταν ή δυσοσμία. Το ράσο όμως εκείνου του κεχαριτωμένου Γέροντος ήταν ράσο αγιασμένο, γι’ αυτό είχε και τόση ευωδία.
 
 Από το βιβλίο: "ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ.",
π. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ.

πηγή: http://oparadeisos.wordpress.com  και

Διαβάστε περισσότερα http://koinoniaagion.blogspot.com/#ixzz21RaIr6NF

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 17, 2012

Παράδεισος και κόλαση




α)Παράδεισος και Κόλαση είναι ενέργεια της ακτίστου Χάριτος του Θεού, όπως την βιώνουν οι άνθρωποι, γι' αυτό και είναι άκτιστα. Κατά τους αγίους Πατέρας της Εκκλησίας, δεν υπάρχει άκτιστος Παράδεισος και κτιστή Κόλαση, όπως διδάσκει η φραγκολατινική παράδοση. Οι Φράγκοι, ακολουθούντες τον Αυγουστίνο, πίστευαν ότι οι κολαζόμενοι δεν θα βλέπουν τον Θεό, και γι' αυτό εξέλαβαν το πυρ της Κολάσεως ως κτιστό. Είναι γνωστή η Κόλαση του Δάντη και οι περιγραφές των κολασμένων. Έτσι, οι Φράγκοι φαντάστηκαν τον κόσμο ως τριόροφο, πού αποτελείται από τον αμετάβλητο ουρανό για τους ευδαίμονες, μεταβλητή γη για να δοκιμάζωνται οι άνθρωποι και μεταβλητά καταχθόνια για τους κολαζομένους και καθοριζόμενους. Συνέπεια αυτής της απόψεως είναι και περί καθαρτηρίου πυρός διδασκαλία των Φράγκων.
   Επομένως, Παράδεισος και Κόλαση υπάρχουν όχι με την μορφή απειλής και τιμωρίας εκ μέρους του Θεού, αλλά με την μορφή ασθενείας και θεραπείας. Οι θεραπευμένοι και κεκαθαρμένοι βιώνουν την φωτιστική ενέργεια της θείας Χάριτος, ενώ οι αθεράπευτοι και ασθενείς βιώνουν την καυστική ενέργεια του Θεού.
Στην Αγία Γραφή η δόξα του Θεού χαρακτηρίζεται με τις αντιθέσεις φως - γνόφος, και πυρ - σκότος ή δόξα - νεφέλη και αστραπή - καπνός. Αυτοί πού έχουν Ανιδιοτελή αγάπη και είναι φίλοι του Θεού βλέπουν τον Θεό «εν φωτι - γνόφω», ενώ οι ιδιοτελείς και ακάθαρτοι βλέπουν τον Θεό κριτή ως «πυρ - σκότος». Έτσι, λοιπόν, ο Παράδεισος καλείται και φως και  γνόφος. Από γλωσσικής πλευράς φαίνεται ότι είναι αντίθετες έννοιες, γιατί το φως είναι αντίθετο από τόν γνόφο και ο γνόφος είναι αντίθετος από το φως. Βέβαια, στην πατερική παράδοση ο γνόφος είναι φως «δια την ύπερέχουσαν φανότητα». Επίσης, η Κόλαση χαρακτηρίζεται με τις εικόνες πυρ και σκότος. Αλλά και οι δυο αυτές εικόνες είναι αντίθετες. Γι' αυτό η Κόλαση δεν είναι ούτε πυρ ούτε σκότος, όπως εμείς γνωρίζουμε τις πραγματικότητες αυτές. Και φυσικά ούτε ο Παράδεισος είναι φως και γνόφος,  όπως εμείς γνωρίζουμε αυτές τις πραγματικότητες. Γι' αυτό οι άγιοι Πατέρες προτιμούν την αποφατική ορολογία, για να μη γίνεται καμμία σύγχυση.
Το θέμα είναι ότι τόσο ο Παράδεισος όσο και η Κόλαση δεν είναι κτιστές πραγματικότητες, αλλά άκτιστες. Οι δίκαιοι και οι αμαρτωλοί θα δουν τον Θεό στην άλλη ζωή, αλλά, ενώ οι δίκαιοι θα έχουν μέθεξη Θεου και κοινωνία, οι αμαρτωλοί δεν θα έχουν μέθεξη. Αυτό φαίνεται στην παραβολή του άφρονος Πλουσίου. Ό Πλούσιος έβλεπε τον Άδραάμ και τον Λάζαρο στους κόλπους του, αλλά δεν είχε μέθεξη του Θεού και γι' αυτό φλεγόταν. Δεχόταν την καυστική ενέργεια της οράσεως του Θεού. Καίτοι είναι παραβολή, εν τούτοις εκφράζει την πραγματικότητα. Ή χρησιμοποίηση του είδους της παραβολής γίνεται για να εκφραστούν οι αλήθειες.
β) Εφ' όσον αναλόγως της πνευματικής τους καταστάσεως οι άνθρωποι έχουν διαφορετική εμπειρία της θείας Χάριτος, άρα απαιτείται κάθαρση από αυτήν ακόμη την ζωή. Ή κάθαρση, κατά τους αγίους Πατέρες, γίνεται κυρίως στην καρδιά και στον νου του ανθρώπου. Ό νους είναι το ηγεμονικό της -ψυχής, δια του οποίου 0 άνθρωπος έχει μέθεξη και κοινωνία με τον Θεό. Ό σκοτασμός του ηγεμονικού λέγεται αλλοτρίωση· όχι ότι αποχωρίζεται ο άνθρωπος τον Θεό αλλά ότι δεν έχει μέθεξη. Με την πτώση του ανθρώπου και την αμαρτία του ο νους σκοτίστηκε και ταυτίστηκε με την λογική, τα πάθη και τον περιβάλλοντα κόσμο. Τώρα απαιτείται κάθαρση του νου.
Ό άγιος Γρηγόριος τονίζει επιγραμματικά: «Δια τούτο καθαρτέον εαυτόν πρώτον, είτα τω καθαρώ προσομιλητέον». Αν κανείς θέληση να φθάσει στον Θεό και να απόκτηση την γνώση Του, χωρίς προηγουμένως να περάοη από σχετική δοκιμασία, πού είναι ή κάθαρση της καρδιάς, τότε θα συμβεί το ίδιο με τόσες άλλες περιπτώσεις πού συναντούμε στην Άγια Γραφή και τις οποίες αναφέρει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, θα συμβεί ο,τι και στον Ισραηλιτικό λαό, πού δεν μπορούσε να δη το ελλαμπόμενο πρόσωπο του Μωϋσέως από την Χάρη του Θεού. Ή θα συμβεί ό,τι και στον Μανωέ, πού φώναξε: «Απολώλαμεν, ώ γύναι, Θεόν εωράκαμεν». Θα συμβεί ο,τι και στον Απόστολο Πέτρο, ο όποιος μετά το θαύμα της θαυματουργικής αλιείας, είπε: «έξελθε απ’ εμού ότι ανήρ αμαρτωλός ειμί Κύριε».
Θα συμβεί ο,τι και στον Απόστολο Παύλο, ο οποίος έχασε την όραση του, αφού είδε τον διωκόμενο από αυτόν Χριστό, χωρίς προηγουμένως να καθαρθεί από τούς διωγμούς. Ακόμη θα συμβεί ο,τι με τον εκατόνταρχο ο όποιος, καίτοι ζήτησε από τον Χριστό την θεραπεία, εν τούτοις Τον παρακαλεί να μην έλθει στο σπίτι του από δειλία, πού πάντως επαινείται από τον Χριστό. Λέγοντας αυτά ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, κάνει την εξής παρατήρηση. Αν κάποιος από μας είναι ακόμη εκατόνταρχος δουλεύοντας στον κοσμοκράτορα του κόσμου τούτου, και γι' αυτό είναι ακάθαρτος, ας το αισθανθεί και ας πει τον λόγο του εκατοντάρχου: «ουκ είμι ικανός ίνα μου υπό την στέγην είσελθης». Ας μη μείνει όμως σε αυτήν την διαπίστωση. Αλλά αν θέλει να δη τον Χριστό, τότε ας κάνη αυτό πού έκανε ο Ζακχαίος. Ας δεχθεί τον Λόγο στο σπίτι του, αφοί προηγουμένως όμως ανεβεί επάνω στην συκομορέα, «νεκρώσας τα μέλη τα επί της γης και υπεραναβάς το σώμα της ταπεινώσεως».
Απαιτείται συναίσθηση της ακαθαρσίας μας, αλλά και αγώνας για την κάθαρση και την θεραπεία. Χρειάζεται να καθαρίσουμε και να κοσμήσουμε την ψυχή μας και ακόμη να φωτισθούμε με την δύναμη και την ενέργεια του Χριστού. Διότι, όταν τηρήσουμε την καρδιά μας με κάθε φυλακή, δηλαδή, όταν βάλουμε την νήψη στην καρδιά μας και όταν ετοιμάζουμε την καρδιά μας για αναβάσεις πνευματικές, τότε «φωτισθώμεν εαυτοίς φως γνώσεως- τηνικαύτα λαλώμεν Θεού σοφίαν εν μυστηρίω την αποκεκρυμμένην, και τοις άλλοις εκλάμπωμεν». Γι' αυτό επιγραμματικά ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γράφει: «Τέως δε καθαιρώμεθα και προτελώμεθα τω Λόγω, ιν' ότι μάλιστα αυτούς ημάς ευεργετώμεν, θεοειδείς εργαζόμενοι, και ήκοντα τον Λόγον υποδεχόμενοι». Έτσι, στην Ορθοδοξία γίνεται συνεχώς λόγος για κάθαρση και μετάνοια, κατά την διδασκαλία του Χριστού: «μετανοείτε· ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών» (Ματθ. δ', 17). Μόνο μέσα από την μετάνοια γνωρίζει ο άνθρωπος τον Θεό εξ εμπειρίας, διότι ο Θεός δεν είναι γνωσιολογική θεωρία ή ιδέα, αλλά θέα.
γ) Το βαθύτερο έργο της Εκκλησίας είναι να θεραπεύει τον άνθρωπο, να καθαρίζει τον νου και την καρδιά. Ό άνθρωπος, αφού καθαρθεί, στην συνέχεια πρέπει να αποκτήσει φωτισμένο νου, ώστε να δη τον Θεό και να γίνει γι' αυτόν Παράδεισος και Βασιλεία των Ουρανών. Αυτό γίνεται με τα μυστήρια και την άσκηση. Και πραγματικά, αυτά τα δύο πρέπει να συνδυάζονται. Ή άσκηση, όπως φαίνεται στην πατερική παράδοση, προηγείται του Βαπτισματος και ακολουθεί μετά από αυτό, προηγείται της θείας Κοινωνίας και ακολουθεί μετά από αυτήν. Όταν απομονώσουμε τα μυστήρια από την Άσκηση και την άσκηση από τα μυστήρια, τότε διαστρέφουμε την εκκλησιαστική ζωή.
       Αν εξετάσει κανείς επισταμένως το ευχολόγιο της εκκλησίας, θα διαπίστωση ότι συνιστά μια θεραπευτική αγωγή. Είναι, θα λέγαμε λίγο παραβολικά, ένα πνευματικό Ιατρικό σύγγραμμα για την θεραπεία της ψυχή του ανθρώπου. Και, βέβαια, αυτή η θεραπεία, όπως φαίνεται καθαρά σε όλες τις ευχές των μυστηρίων, αποβλέπει κυρίως στην θεραπεία του νου, στον φωτισμό του νου. Γι' αυτό ο ιερεύς δεν «κόβει» απλώς εισιτήρια για τον Παράδεισο, αλλά θεραπεύει τον άνθρωπο, ώστε όταν θα δει τον Θεό, να γίνει γι' αυτόν ο Θεός Παράδεισος και όχι Κόλαση, αφού όλοι θα δούμε τον Θεό και δίκαιοι και αμαρτωλοί. Αν εξετάσει κανείς προσεκτικά την φράγκικη «ασκητική», θα διαπιστώσει ότι αποβλέπει να οδήγηση τον άνθρωπο στην θέα του Θεού. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι αυτό, αφού όλοι θα δουν τον Θεό και θα συνομιλήσουν μαζί Του. Άλλωστε, αυτό περιγράφει ο Κύριος στην περικοπή της Μελλούσης Κρίσεως. Το θέμα είναι να δει ο άνθρωπος τον Θεό θεραπευμένος.
Ή Ορθοδοξία έχει μια μέθοδο θεραπείας. Αυτό φαίνεται εκτός των άλλων και στον υπότιτλο της Φιλοκαλίας. Γράφεται: «Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών εν ή δια της κατά πράξιν και θεωρίαν ό νους καθαίρεται, φωτίζεται και τελειούται».
δ) Δεν πρέπει να έχουμε ζωηρή επιθυμία να δούμε την δόξα του Θεού, όπως κάνουν πολλοί περίεργοι, και γι’ αυτό χρησιμοποιούν πολλούς τρόπους, τον ανατολικό διαλογισμό και άλλες μεθόδους. Τέτοια περιέργεια εκτός τον ότι μπορεί να οδήγηση σε πλάνη, μπορεί επίσης να διαγράψει διαφορετική πορεία. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ακριβώς επειδή ο Θεός γίνεται Κόλαση για τους ακάθαρτους, γι' αυτό αισθανόμαστε πρωταρχικό έργο το να καθαρθούμε ψυχικά. Ή κάθαρση συνδέεται με την θεραπεία του ανθρώπου, και φυσικά, η θεραπεία είναι η απόκτηση της ανιδιοτελούς αγάπης.
ε) Κόλαση δεν είναι η απουσία του Θεού, όπως συνήθως λέγεται, αλλά η παρουσία και θέα του Θεού ως φωτιάς. Και, φυσικά, όπως αναφέραμε σε άλλη ενότητα, από τώρα μπορούμε να γευθούμε τον Παράδεισο και την Κόλαση, θα μπορούσα να πω καλύτερα ότι από τον τρόπο με τον όποιο βιώνουμε από τώρα τον Θεό εξαρτάται και το πώς θα Τον βιώσουμε και στην Δευτέρα Παρουσία Του. Κατά τον όσιο Ηλία τον Πρεσβύτερο, Παράδεισος είναι η θεωρία των νοητών. Σε αυτήν την θεωρία ο γνωστικός, αυτός, δηλαδή, πού απέκτησε την γνώση του Θεού, «ως εν οικείω οίκω ένδοθεν εισέρχεται εν ευχή». Ό δε πρακτικός, αυτός, δηλαδή, πού βρίσκεται στο στάδιο της καθάρσεως, «ως παροδίτης οφθήσεται». αφού έχει μεν την επιθυμία να εισέλθει, αλλά εμποδίζεται από τον φραγμό της πνευματικής του ηλικίας. Ό Παράδεισος είναι η απάθεια, πού στην πραγματικότητα, είναι η μεταμόρφωση του παθητικού της ψυχής. Ό όσιος Ηλίας ό Πρεσβύτερος λέγει ότι ό Παράδεισος της απάθειας είναι κρυμμένος μέσα μας. και αυτός «εικών εστί του μέλλοντος τους δικαιους υποδέχεσθαι».
Κατά τον όσιο Γρηγόριο τον Σιναϊτη, πυρ και σκότος και σκώληξ και τάρταρος, δηλαδή Κόλαση, είναι «η γενική ηδυπάθεια και η καθολική του σκότους άγνοια και ο εν πασι γαργαλισμός του στρήνους και ό τρόμος και ο βρώμας ο δυσώδης της αμαρτίας». Έτσι, η ηδυπάθεια, η άγνοια και το σκοτάδι, ο τρόμος και η βρωμιά τής αμαρτίας είναι βίωση της Κολάσεως από τώρα. Και όλα αυτά είναι «ως αρραβώνες και απαρχαί των κολάσεων» από την ζωή αυτή.
Το συμπέρασμα αυτής της ανάλυσης είναι ότι ή Εκκλησία είναι Νοσοκομείο και θεραπευτήριο, πού θεραπεύει τον άνθρωπο. Αυτό είναι και το βασικότερο έργο των Ιερέων. Έχοντας αυτήν την προοπτική μπορεί να ασχολείται και με άλλα έργα. Μπορεί, δηλαδή ο ιερεύς να ενδιαφέρεται για τα γενικότερα προβλήματα του λαού, για την φιλανθρωπία και την ελεημοσύνη κ.λ.π. αλλά το κυριότερο είναι να θεραπεύει τον άνθρωπο. Αυτό είναι το κατ' εξοχήν φιλάνθρωπο έργο, πού θα έχει αιώνιες συνέπειες. Γιατί, τι το όφελος να ενδιαφέρεται μόνον για τις υλικές ανάγκες και να αδιάφορη για το αιώνιο μέλλον του; Μια τέτοια Εκκλησία μπορεί να θεωρηθεί και είναι πραγματικά μια εκκοσμικευμένη Εκκλησία. Ό άνθρωπος δεν πλάστηκε για να εξαντληθεί μόνον στο ενταύθα, αλλά να προχώρηση και στο επέκεινα. Έτσι, η Εκκλησία ενδιαφέρεται για τον όλο άνθρωπο, πού αποτελείται από ψυχή και σώμα.
   Υπάρχουν μερικοί πού κατηγορούν την Εκκλησία ότι αδιαφορεί για τις κοινωνικές ανάγκες και απουσιάζει από κοινωνικούς και άλλους αγώνες. Κανείς δεν αντιλέγει ότι και σε αυτό το θέμα πρέπει να επεκταθεί η δραστηριότητα της Εκκλησίας. Άλλα τίθεται το ερώτημα. Ό θάνατος δεν είναι ένα κοινωνικό πρόβλημα; Έκτος του ότι ταλαιπωρείται ο κάθε άνθρωπος με τον δικό του θάνατο, αφού τον κουβαλά μέσα του από την γέννηση του, επειδή γεννιέται για να πεθάνει, συγχρόνως βασανίζεται από τον θάνατο των προσφιλών του προσώπων. Δεν δημιουργεί κοινωνικά και προσωπικά προβλήματα ο θάνατος; Η Εκκλησία ασχολείται με το φοβερό αυτό πρόβλημα του θανάτου και βοηθά τον άνθρωπο να τον υπερβεί με την εν Χριστώ ζωή.
Ακόμη, όταν ασχολείται η Εκκλησία με την θεραπεία του νου του ανθρώπου, αυτό έχει άμεσες κοινωνικές συνέπειες. Ό θεραπευμένος άνθρωπος είναι ειρηνικός, ειλικρινής, απαθής και επομένως, καλός οικογενειάρχης, καλός πολίτης. Άλλωστε, όπως ένα Νοσοκομείο κατά την διάρκεια κοινωνικών ανωμαλιών εξακολουθεί να θεραπεύει, έτσι και η Εκκλησία κατά την διάρκεια πολλών ανωμαλιών δεν ξεχνά τον θεραπευτικό της χαρακτήρα και θεραπεύει τους ανθρώπους.
Γι' αυτό, ζώντες μέσα στην Εκκλησία, πρέπει να θεραπευόμαστε με όλα τα μέσα πού έχει, τα μυστήρια και την άσκηση, με την μέθοδο πού διαθέτει, ώστε και από τώρα, αλλά κυρίως τότε στην Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, η Χάρη του Θεού να ενεργεί φωτιστικά και σωτήρια και όχι κολαστικά.


Η

ΖΩΗ

ΜΕΤΑ   ΤΟΝ

ΘΑΝΑΤΟ

 

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ

 ΙΕΡΟΘΕΟΥ

 Η΄ ΕΚΔΟΣΗ

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΓΕΝΕΘΛΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Τ.Θ. 107, 32100 Λεβαδειά

 

από

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 14, 2011

Ενδιαφέρουσα απεικόνιση της κόλασης (και όχι μόνο)...


Στο νεκροταφειακό ναό των Αγίων Πάντων του χωριού Πέραμα Ρεθύμνης (έδρα του δήμου Μυλοποτάμου) βλέπουμε δυο ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες, ζωγραφισμένες από τον εντόπιο αγιογράφο Εμμανουήλ Σηφάκη.
 Η πρώτη απεικονίζει το όραμα του αγίου Μακάριου του Αιγύπτιου, που είναι γραμμένο στο Γεροντικό (ένα αρχαίο βιβλίο που παραθέτει τις ιστορίες των αγίων ασκητών της ερήμου) και μας δίνει, τρόπον τινά, ένα αποκαλυπτικό στιγμιότυπο από την κόλαση! Ο άγιος Μακάριος, βαδίζοντας στην έρημο, ξέθαψε κατά λάθος με το ραβδί του ένα κρανίο. Έσκυψε λοιπόν, το έθαψε με σεβασμό και προσευχήθηκε για τον άνθρωπο, στον οποίο ανήκε. Τότε του εμφανίστηκε η ψυχή και τον πληροφόρησε ότι, όταν ζούσε, ήταν λάτρης των δαιμόνων (ιερέας της Ίσιδος) και τώρα βρισκόταν στην κόλαση. «Και πώς είναι εκεί;» ρώτησε ο άγιος. «Τα πάντα βρίσκονται μέσα στη φωτιά» απάντησε η ψυχή. «Κι εμείς είμαστε δεμένοι πλάτη με πλάτη. Όμως, όταν εσύ προσεύχεσαι για μας, βλέπουμε λίγο ο ένας τον άλλο, όση ώρα διαρκεί η προσευχή».
Ξέρουμε από τους αγίους χριστιανούς διδασκάλους ότι η φωτιά, που ανέφερε η ψυχή, είναι το Φως του Θεού, στο οποίο λούζονται τα πάντα στον άλλο κόσμο. Η αίσθηση που βιώνουν από Αυτό το Φως εκείνοι που το βλέπουν μέσα από την παραμόρφωση του εγωισμού είναι αυτό που περιγράφεται ως «πυρ της κολάσεως».
Ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος ήταν τόσο καλός, ώστε, όταν μια νέα γυναίκα που είχε μείνει έγκυος από κάποιον κρυφό εραστή, τον συκοφάντησε ότι το παιδί ήταν δικό του, εκείνος το δέχτηκε, υπέμεινε κάθε είδους προσβολές από τον πληθυσμό εκείνου του τόπου και άρχισε να δουλεύει διπλάσια, για να συντηρήσει και τη γυναίκα με το παιδί της. Και, όταν αργότερα αποκαλύφθηκε η συκοφαντία, έφυγε κρυφά και δε ζήτησε ποτέ το δίκιο του.
Η δεύτερη τοιχογραφία προέρχεται από παλαιό πρότυπο (το πρότυπό της βρίσκεται στον ιστορικό ναό της Αγίας Τριάδας στο ομώνυμο χωριό κοντά στη μονή Αρκαδίου Ρεθύμνης, ναό γεμάτο υπέροχες τοιχογραφίες, νομίζω εποχής της Ενετοκρατίας) και βρίσκεται μέσα στο Ιερό, ακριβώς δίπλα στην αγία πρόθεση, ώστε μπαίνοντας ο ιερέας τη βλέπει απέναντί του, ενώ δεν είναι ορατή έξω από το Ιερό. Απευθύνεται λοιπόν στον Ιερέα και στοχεύει στη διαρκή ηθική του επαγρύπνιση.
Εικονίζει έναν ιερέα πεσμένο στο έδαφος, με την επιγραφή "Ο Ανάξιος Ιερεύς", και πάνω του βρίσκεται ένας άγγελος, που έχει φορέσει τα ιερά άμφια και λειτουργεί αντί για τον ιερέα.
Η εικόνα βασίζεται, υποθέτω, σε μια παλιά ιστορία, που λέει πως κάποιος ιερέας μέθυσε ένα σαββατόβραδο και την άλλη μέρα πήγε να λειτουργήσει. Όμως η παπαδιά, πηγαίνοντας στην εκκλησία, τον είδε έξω, δεμένο σ' ένα δέντρο. Όταν μπήκε μέσα, τον είδε πάλι, να λειτουργεί! Ξαφνιάστηκε. Μετά τη λειτουργία ο σύζυγός της τής αποκάλυψε πως ένας άγγελος τον εμπόδισε να λειτουργήσει και λειτούργησε εκείνος με τη μορφή του.
Το νόημα της ιστορίας είναι πως η αναξιότητα του ιερέα δεν εμποδίζει την εγκυρότητα των μυστηρίων, αφού η χάρη του Θεού τα τελεί και όχι ο παπάς. Αλλά και ότι οι ιερείς πρέπει να είναι άξιοι του λειτουργήματός τους, αλλιώς θα έχουν συνέπειες και τώρα και στην αιωνιότητα...
Φυσικά, καθένας μπορεί να έχει την άποψή του για την τοιχογραφία αυτή, όπως και για όλα τα θέματα. Όμως τη θεωρώ άκρως ενδιαφέρουσα, γι' αυτό θέλησα να τη μοιραστώ μαζί σας.
Θεόδ. Ι. Ρηγινιώτης
 
 

Κυριακή, Οκτωβρίου 30, 2011

Απέθανε και ο πλούσιος και ετάφη...

 

Αξίζει όμως να εξετάσωμε συνετώς και την εκφορά που έγινε στον καθένα τους όταν απέθαναν. Ο μεν πτωχός λοιπόν όταν εκοιμήθη είχεν αγγέλους να τον προστατεύουν και να τον υπηρετούν, οι οποίοι τον οδηγούσαν με καλές ελπίδες στον τόπον της αναπαύσεως.

«Ο δε πλούσιος αποθανών», λέγει, «ετάφη».

Με κανένα καταλληλότερον τρόπον δεν θα ημπορούσε η Γραφή να περιγράψει, και μάλιστα μονολεκτικώς, την άδοξο κατάληξη του πλουσίου. Διότι όταν ο αμαρτωλός αποθνήσκει, όντως θάπτεται, επειδή είναι χοϊκός κατά το σώμα, γήινος δε και κατά την ψυχήν, αφού με την συμπάθεια προς την σάρκα, έχει υποβιβάσει την φυσικήν υπεροχή της ψυχής προς τα υλικά, και δεν αφήνει καμμίαν αγαθήν ανάμνηση της ζωής του, αλλά καλύπτεται από άδοξο λήθη, και έχει το ίδιο τέλος με τα βοσκήματα.

Διότι όπως ο τάφος δέχεται το σώμα, έτσι και ο άδης την ψυχή: δύο σκοτεινά δεσμωτήρια που μοιράζονται του πονηρού ζώου την τιμωρίαν. Και ποίος δεν θα κατηγορούσε τον άθλιον για την απερισκεψία του; Όσον ευρίσκετο επάνω από το χώμα, εκαυχάτο, υπερηφανεύετο, περιφρονούσε όλους τους οικείους και συνανθρώπους του, και θεωρούσε σχεδόν σαν μύρμηκες και σκώληκες όποιους συναντούσε, έτοιμος να διαρραγεί από την κενοδοξίαν.

Όταν όμως απεσπάσθη από την ζωήν αυτή, και εστερήθη σαν μαστιγωμένος δούλος από εκείνα που δεν του ανήκαν, των οποίων από μωρίαν ενόμιζε πως είναι κύριος, τότε κρημνίζεται στην αντίρροπο της υπερηφανείας ταπεινότητα, και εκφωνώντας γραώδεις οδυρμούς επικαλείται διαρκώς και ανωφελώς τον Πατριάρχην, λέγοντας: «Πάτερ Αβραάμ, ελέησόν με και πέμψον Λάζαρον, ίνα βάψει το άκρον του δακτύλου αυτού ύδατος και καταψύξει την γλώσσαν μου, ότι οδυνώμαι εν τη φλογί ταύτη», ζητώντας έλεος, το οποίον δεν έδωσε τότε που είχε πρόχειρον την εξουσία να ευεργετεί.

Και είχε την αξίωση να έλθει βοηθός του κατά του πυρός ο Λάζαρος, επιθυμώντας να απομυζήση τον δάκτυλο του λεπρού, δροσισμένον με λίγο νερό. Αυτές είναι οι απερισκεψίες των φιλοσωμάτων, αυτό είναι το τέλος των φιλοπλούτων.

Οφείλει λοιπόν όποιος είναι συνετός και ανησυχεί για το μέλλον, να αποφύγει την πείραν των ομοίων κακών, θεωρώντας την παραβολήν, ως φάρμακον που μας προφυλάσσει από την ασθένεια, και να ασκήσει την συμπάθεια και την φιλανθρωπίαν ως αιτίαν της μελλούσης ζωής.

Όσιος Αστέριος Αμασείας


διαβάστε όλο τον λόγο στην παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου εδώ

Δευτέρα, Μαρτίου 15, 2010

Ο γέροντας Παΐσιος για τον παράδεισο και την κόλαση


- Γέροντα, πως είναι η κόλαση;

- Θα σου πω μια ιστορία που έχω ακούσει:


Κάποτε ένας απλός άνθρωπος παρακαλούσε τον Θεό να του δείξει πως είναι ο Παράδεισος και η κόλαση . Ένα βράδυ λοιπόν στον ύπνο του άκουσε μία φωνή να του λέει : " Έλα να σου δείξω την κόλαση "

Βρέθηκε τότε λοιπόν σε ένα δωμάτιο , όπου πολλοί άνθρωποι κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι και στην μέση ήταν μία κατσαρόλα γεμάτη φαγητό. Όλοι όμως οι άνθρωποι ήταν πεινασμένοι , γιατί δεν μπορούσαν να φάνε . Στα χέρια τους κρατούσαν από μία πολύ μακριά κουτάλα . Έπαιρναν από την κατσαρόλα το φαγητό , αλλά δεν μπορούσαν να φέρουν την κουτάλα στο στόμα τους . Γι ' αυτό άλλοι γκρίνιαζαν , άλλοι φώναζαν , άλλοι έκλαιγαν ...

Μετά άκουσε την ίδια φωνή να του λέει : " Έλα τώρα να σου δείξω και τον Παράδεισο " .

Βρέθηκε τότε σε ένα άλλο δωμάτιο όπου πολλοί άνθρωποι κάθονταν γύρω από το τραπέζι ίδιο με το προηγούμενο και στην μέση ήταν πάλι μια κατσαρόλα με φαγητό και είχαν τις ίδιες μακριές κουτάλες . Όλοι όμως ήσαν χορτάτοι και χαρούμενοι, γιατί ο καθένας έπαιρνε με την κουτάλα του φαγητό από την κατσαρόλα και τάϊζε τον άλλον .

Κατάλαβες τώρα κι εσύ πως μπορείς να ζεις από αυτήν τη ζωή τον Παράδεισο ;


Όποιος κάνει το καλό αγάλλεται ... , διότι αμείβεται με θεϊκή παρηγοριά . Όποιος κάνει το κακό υποφέρει και κάνει τον επίγειο Παράδεισο .. επίγεια κόλαση .

Έχεις αγάπη , έχεις καλοσύνη ; Είσαι άγγελος και όπου πας ή σταθείς , μεταφέρεις τον Παράδεισο . Έχεις πάθη , κακία ; Έχεις μέσα σου τον διάβολο και όπου πας ή σταθείς , μεταφέρεις την κόλαση . . .

Από εδώ αρχίζουμε να ζούμε τον ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ή την κόλαση ...

{Η επιλογή είναι όλη δική μας ..}

~Γέρων Παΐσιος ο Αγιορείτης !~

AΠΑΝΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Σάββατο, Φεβρουαρίου 06, 2010

Παράδεισος και Κόλαση στην Ορθόδοξη Παράδοση


Πρωτ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός

Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών




Την Κυριακή της Απόκρεω «μνείαν ποιούμεθα της δευτέρας και αδεκάστου παρουσίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Η φράση «μνείαν ποιούμεθα» του Συναξαρίου βεβαιώνει, ότι η Εκκλησία, ως σώμα Χριστού, βιώνει στη λατρεία της τη Β’ Παρουσία του Χριστού μας ως «γεγονός» και όχι ως κάτι το ιστορικά αναμενόμενο. Και αυτό, διότι με τη Θεία Ευχαριστία μεθιστάμεθα στην ουράνια βασιλεία, στη μεταϊστορία. Σ’ αυτή την προοπτική προσεγγίζεται ορθόδοξα και το θέμα: παράδεισος-κόλαση.
Στα Ευαγγέλια (Ματθ.κεφ.25) γίνεται λόγος για «βασιλεία» και «πυρ αιώνιον». Στην περικοπή αυτή, που διαβάζεται στη Λειτουργία της Κυριακής της Απόκρεω, «βασιλεία» είναι ο κατά Θεόν προορισμός του ανθρώπου. Το «πυρ» είναι «ητοιμασμένον» για τον διάβολο και τους αγγέλους του (δαίμονες), όχι διότι το θέλησε ο Θεός, αλλά διότι αυτοί δεν μετανοούν. Η «βασιλεία» είναι «ητοιμασμένη» για τους πιστούς στο θέλημα του Θεού. «Βασιλεία» (=άκτιστη δόξα) είναι ο παράδεισος, «πυρ» (αιώνιο) είναι η κόλαση («κόλασις αιώνιος»,στ.46). Στην αρχή της ιστορίας ο Θεός καλεί στον παράδεισο, στην κοινωνία με την άκτιστη Χάρη Του. Στο τέλος της ιστορίας ο άνθρωπος αντιμετωπίζει παράδεισο και κόλαση. Τι σημαίνει αυτό θα το δούμε στη συνέχεια. Σπεύδουμε όμως να πούμε, ότι είναι κεντρικότατο θέμα της πίστεως μας, λυδία λίθος του Χριστιανισμού ως Ορθοδοξίας.

1. Ο λόγος για παράδεισο και κόλαση στην Καινή Διαθήκη είναι συχνός. Στο Λουκ.23,43 ο Χριστός λέει στον ληστή: «σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω». Στο παράδεισο όμως αναφέρεται και ο ληστής λέγοντας(23.42): «μνήσθητι μου Κύριε […] εν τη βασιλεία σου». Κατά τον Βουλγαρίας Θεοφύλακτο (P.G.123,1106) «ο γαρ ληστής έστι μεν εν παραδείσω, ήτοι τη βασιλεία». Ο Απ. Παύλος (Β’Κορ. 12, 3-4) ομολογεί ότι ήδη σ’ αυτόν τον κόσμο, «ηρπάγη εις τον παράδεισον και ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι». Στην Αποκάλυψη διαβάζουμε : «Τω νικώντι δώσω αυτώ φαγείν εκ του ξύλου της ζωής, ο έστιν εν τω παραδείσω του Θεού μου» (2,7) Και ο Αρέθας Καισαρείας ερμηνεύει: «παράδεισον την μακαρίας και αιωνίζουσαν εκληπτέον ζωήν». (P.G. 106,529). Παράδεισος-αιώνιος ζωή-βασιλεία Θεού ταυτίζονται.

Για την κόλαση: Ματθ.25.46 («εις κόλασιν αιώνιον»), 25,41 (πυρ αιώνιον), 25,30 «σκότος εξώτερον», 5,22 «γέεννα πυρός». Α΄ Ιω. 4,18 («…ότι ο φόβος κόλασιν έχει»). Με όλους αυτούς τους τρόπους δηλώνεται αυτό που εννοούμε με τον όρο «κόλασις».

2. Παράδεισος και κόλαση δεν είναι δυο διαφορετικοί τόποι. Αυτή η εκδοχή είναι ειδωλολατρική. Είναι δύο διαφορετικές καταστάσεις (τρόποι), που προκύπτουν από την ίδια άκτιστη πηγή και βιώνονται ως δυο διαφορετικές εμπειρίες. Ή μάλλον είναι η ίδια εμπειρία, βιούμενη διαφορετικά από τον άνθρωπο, ανάλογα με τις εσωτερικές προϋποθέσεις του. Η εμπειρία αυτή είναι η θέα του Χριστού μέσα στο άκτιστο φως της θεότητάς Του, μέσα στη «δόξα» Του. Από τη Β’ Παρουσία και σ’ όλη την ατελεύτητη αιωνιότητα, όλοι οι άνθρωποι θα βλέπουν τον Χριστό στο άκτιστο φως Του. Και τότε «εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάσταστιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως» (Ιω.5.29). Ενώπιον του Χριστού χωρίζονται οι άνθρωποι («πρόβατα» και «ερίφια», δεξιά και αριστερά Του). Διακρίνονται δηλαδή σε δύο ομάδες. Αυτούς που βλέπουν τον Χριστό ως παράδεισο («υπέρκαλον αγλαΐαν») και αυτούς που Τον βλέπουν ως κόλαση («πυρ καταναλίσκον», Εβρ.12,29).

Παράδεισος και κόλαση είναι η ίδια πραγματικότητα. Αυτό δείχνει ο εικονισμός της Β΄ Παρουσίας. Από τον Χριστό απορρέει ένας ποταμός, φωτεινός ως χρυσίζον φως, στο άνω μέρος, όπου βρίσκονται οι άγιοι και ποταμός πύρινος στο κάτω μέρος, όπου βρίσκονται οι δαίμονες και οι αμετανόητοι («οι μηδέποτε μετανοήσαντες», όπως λέγει ένα τροπάριον των Αίνων της ημέρας). Γι’ αυτό στο Λουκ. 2,34 λέγεται περί του Χριστού ότι «κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών». Ο Χριστός γίνεται σε άλλους μεν, όσους Τον δέχθηκαν και ακολούθησαν την προτεινόμενη από Αυτόν θεραπεία της καρδιάς, ανάστασις στην αιώνια ζωή Του και σ’ όλους που Τον απέρριψαν, πτώση και κόλαση.


περισσότερα εδώ

Η Δευτέρα Παρουσία ημέρα κρίσης αλλά και χαράς



Μου έκανε αλγεινή εντύπωση η αντίδραση κάποιας χριστιανής,όταν στα πλαίσια των εσπερινών κηρυγμάτων, διάβασα το "Όραμα της μελλούσης Κρίσεως" , από τον βίο του αγίου Νήφωνα επισκόπου Κωνσταντιανής. Δέκα ολόκληρες σελίδες για τον παράδεισο και την χαρά των αγίων και πέντε για την κόλαση και αυτό που της εντυπώθηκε είναι η κόλαση. "Απελπισία μ'έπιασε", μου εξομολογήθηκε. 

Νιώθεις άσχημα εκείνη την στιγμή σαν ποιμένας , γιατί ίσως ξαστοχεί ο σκοπός του κηρύγματος , πού ήταν μόνο η έμπνευση της κατάνυξης και της επιστροφής ενώπιον μάλιστα των εκφράσεων αυτών των αγίων ημερών και η δηλοποίηση της ελπίδας των μελλόντων αγαθών.

Δεν γνωρίζω πολλά από πνευματικά-άνθρωπος αγραμμάτιστος ων- αλλά λέω μήπως καμιά φορά βαραινόμαστε από πάθη ή από φόβους σατανικούς και βλέπουμε τον Χριστό ως τιμωρό και την κρίση του σαν εφιάλτη; Βέβαια, το επιθυμητό είναι η κατάνυξη και η επιστροφή, η έμπνευση μετάνοιας. Αλλά θυμήθηκα  και κάτι άλλο συνταρακτικό: μια άλλη χριστιανή να παθαίνει ακόμα και κρίση επιληψίας μπροστά στον φόβο της κολάσεως. Πάντως είναι ψυχοπαθητικό το αίτιο, όπως όλες οι ασθένειες που γεννά η αμαρτία. Η υπερηφάνεια γεννάει την απελπισία και η απελπισία τον θάνατο.

Είναι καλό και ωφέλιμο να κατανυσσόμαστε από τις ιερές διηγήσεις και να τρέχουμε με προθυμία στο πετραχήλι του πνευματικού, όπου με ταπεινότητα αφήνουμε τις αμαρτίες μας και αρραβωνιζόμαστε άνεση και σωτηρία. Ωστόσο, πολλές φορές πλάθουμε μια ψεύτικη εικόνα για τον Θεό. Ο "θεός" είναι ο εσχατολογικός μπαμπούλας, το αρχέτυπο του "πατέρα-τιμωρού" που αρέσκεται να παραδίνει στις φλόγες της κόλασης τα παιδιά τουκαι να εκδικείται τις αστοχίες των. Αυτά πετύχαμε με τις ιεροκηρυκτικές μας δραστηριότητες και με την λαϊκίστικη θρησκευτικότητα της μιζέριας και του ηθικισμού,μακρυά από την ορθόδοξη φιλοκαλική παράδοση των αγίων Πατέρων και πιό κοντά σε υποκειμενισμούς ανθρώπων: να γεννήσουμε άρρωστους ανθρώπους που τρέμουν και πάσχουν ενώπιον ειδώλων.

Πραγματικότητα ρεαλιστική είναι η κρίση και η δοκιμασία μας στο πυρ του Θεού και η μετά τάυτα κόλαση. Ο Θεός όμως όλους τους αγαπά και τους καλεί στην σωτηρία.  Οι αμαρτωλοί είναι πού φλέγονται και δεν είναι δεκτικοί της παρουσίας και του ελέους Του, γιατί ούτε έργα, ούτε καρδίαν ετοίμη διαθέτουν για να Τον αντέξουν. Όταν όμως αποφασίσουμε να δούμε τον Θεό ως σωτηρα και Πατέρα μας και την μετ'Αυτού ζωή ως παράδεισο, χαρά και λύτρωση ίσως νιώσουμε και την πραγματική χροιά και σημασία της συντριβής και της μετανοίας. Από ντροπή και μόνο, από φιλότιμο και μόνο θα μισήσουμε την αμαρτία , για να είμαστε κοντά στον Θεό και το πυρ το αγαπητικό,το μεθεκτικό, το αγιάζον και όχι το κολαστικό και αφόρητο.

Γιατί η Δευτέρα παρουσία μπορεί να είναι φόβητρο και φρικτός ρεαλισμός, είναι όμως ταυτόχρονα και χαρά και απελευθέρωση και λύτρωση και μέρα δικαίωσης για τους "φίλους τω Θεώ".

"Έχε το νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι" ναι μεν... αλλά σκέψου και την χαρά του παραδείσου και με φιλότιμο αγαλλίασης, πάλεψε να τον κερδήσεις.

Με χαρά!