ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Τρίτη, Μαΐου 15, 2018
...αγία μου ανάληψη, δωσ'μου ένα ψαράκι για τον αδελφό!...
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 17, 2017
Διήγηση ωφέλιμη για τον στάρετς Θεόδωρο τον απλού και μακάριο
Κάποτε, τὴν ἡμέρα τῆς ῾Υψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, κατὰ τὴν ὁποία πλῆθος πιστῶν συνάγεται στοὺς Ναοὺς γιὰ νὰ προσκυνήση τὸ πάντιμο Ξύλο, σκέφθηκε ὁ Θεόδωρος: «Σήμερα θὰ πάω στὴν ᾿Εκκλησία, γιὰ νὰ ἰδῶ τοὐλάχιστον μία φορὰ στὴν ζωή μου, τί κάνουν ἐκεῖ». ῎Ετσι καὶ ἔγινε: προσκύνησε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους πιστούς, παρηκολούθησε τὴν Θεία Λειτουγία καὶ συγκινήθηκε ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου, «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι».
Μετὰ τὴν ἀπόλυσι, ἐπισκέφθηκε κάποιον γνωστό του καὶ τὸν ἐρώτησε, τί ἆραγε ἐσήμαιναν τὰ λόγια αὐτά. ᾿Εκεῖνος ἀπάντησε, ἀστειευόμενος: «Αὐτὸ σημαίνει, νὰ πᾶς σὲ ἕνα δάσος, νὰ κόψης ἕνα δένδρο, νὰ φτιάξης ἕναν σταυρό, νὰ τὸν βαστάζης (φέρης) καὶ νὰ βαδίζης πρὸς τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ». «Αὐτὸ εἶναι πολὺ εὔκολο», ἀπάντησε ὁ Θεόδωρος, «καὶ θὰ τὸ κάνω ἀμέσως. Σὲ εὐχαριστῶ, ἀδελφέ μου, γιὰ τὴν καλὴ συμβουλή».
Πράγματι, πῆγε στὸ δάσος καὶ ἔφτιαξε ἕναν μεγάλο σταυρό, τόσο βαρύ, ὥστε τὸν ἔφερε μὲ πολὺ δυσκολία. ῎Αρχισε ἔτσι νὰ βαδίζη, ἐρωτώντας κάθε διαβάτη: «Αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος γιὰ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ;». Μία τέτοια ἐρώτησις ἔκανε τὸν καθ᾿ ἕνα νὰ νομίζη, ὅτι πρόκειται περὶ τρελλοῦ, καὶ ἀπαντοῦσαν: «Βάδιζε γρήγορα!... Αὐτὸς ὁ δρόμος πάει κατ᾿ εὐθεῖαν στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ...».
῎Ετσι, ὁ Θεόδωρος ἔσπευδε περισσότερο...
Περιπλανήθηκε πολλὲς ἡμέρες, ξεχνώντας νὰ φάη καὶ νὰ πιῆ. Τελικά, ἔφθασε στὰ σύνορα τῆς ᾿Ιβηρίας καὶ Τουρκίας. ᾿Εκεῖ ἀντίκρυσε ἀπὸ μακρυὰ ἕνα Μοναστήρι καὶ μονολόγησε γεμᾶτος χαρά: «Δόξα τῷ Θεῷ! Μᾶλλον αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ»!
῞Οταν ἔφθασε στὸ Μοναστήρι καὶ ἔκανε τὴν συνηθισμένη του ἐρώτησι, κατάλαβαν τὴν ἁπλότητά του καὶ τοῦ ἀπάντησαν: «῾Η Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἀκόμη ἐδῶ, ἀλλὰ εἶναι κοντά, πάρα πολὺ κοντά. Ξεκουράσου λίγο καὶ ἴσως ἄλλοι ταξιδιῶτες θὰ ἔλθουν γιὰ νὰ σὲ συνοδεύσουν, διότι τὸ τελευταῖο τμῆμα τοῦ δρόμου ἕως τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνο».
῾Ο ἁπλοϊκὸς Θεόδωρος συμφώνησε καὶ ἐγκαταστάθηκε στὸν νάρθηκα τοῦ Ναοῦ τῆς Μονῆς, ὅπου ἀπόθεσε καὶ τὸν σταυρό του, γιὰ νὰ μὴ τὸν ἀποχωρισθῆ ποτέ.
῾Ο ῾Ηγούμενος ποὺ εἶχε ἀντιληφθῆ τὴν ἀγάπη καὶ ἁπλότητά του, ἀνέθεσε εἰς αὐτὸν τὴν φροντίδα τοῦ κήπου. ῾Ο Θεόδωρος ἐκτελοῦσε μὲ μεγάλο ζῆλο καὶ εὐλάβεια τὴν διακονία του.
Μία ἡμέρα, κοίταξε τὸν ἐσταυρωμένο Κύριό μας καὶ ἐρώτησε μὲ μεγάλη συντριβὴ καρδιᾶς τὸν ῾Ηγούμενο: «Πάτερ, ποιός εἶναι αὐτὸς ποὺ βαστάζει σταυρὸ ὅπως καὶ ἐγώ; Γιὰ ποιό λόγο εἶναι καρφωμένος στὸν σταυρό του;».
῾Ο ῾Ηγούμενος ἀπάντησε: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστός», καὶ ἐν συνεχείᾳ τοῦ διηγήθηκε τὴν ζωὴ τοῦ Κυρίου μας. ῎Εκτοτε, ὁ Θεόδωρος αἰσθανόταν ἀδελφικὴ ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστό μας, λόγῳ τῆς ὁμοιότητος τῆς ζωῆς του καὶ τοῦ ὡμιλοῦσε μὲ παρρησία.
Μία φορὰ ποὺ τοῦ ἔφεραν φαγητό, σκέφθηκε ὁ μακάριος: «῾Ο ἀδελφός μου Χριστὸς ἔτρωγε, ὅπως καὶ ἐγώ, ὅταν περιφερόταν στὴν γῆ; Θὰ τοῦ ζητήσω νὰ συμμετάσχη, ἂν θέλη, στὸ φτωχικό μου δεῖπνο».
Καθὼς σκεπτόταν ἔτσι, ξαφνικὰ ἄνοιξε ἡ θύρα τοῦ Ναοῦ καὶ ἕνα λαμπρὸ φῶς πλημμύρισε τὴν ᾿Εκκλησία. ῾Η εἰκόνα τοῦ ᾿Εσταυρωμένου ζωντάνεψε καὶ ἐμφανίσθηκε ὁ Κύριός μας ᾿Ιησοῦς Χριστὸς γεμᾶτος δόξα καὶ ὡραιότητα!
῾Ο Χριστός μας ἀπευθύνθηκε στὸν Θεόδωρο μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: «῎Ηπια καὶ ἔφαγα ὅταν ἤμουν στὴν γῆ καὶ τώρα ἡ τροφὴ δὲν μοῦ εἶναι ἀναγκαία.
Σύντομα τὸ ἴδιο θὰ συμβῆ καὶ μὲ σένα. Εἶμαι ὁ Υἱὸς ἑνὸς πλουσίου Πατέρα. Γρήγορα θὰ πάω εἰς Αὐτὸν καὶ θὰ σὲ πάρω μαζί μου καὶ θὰ σοῦ δείξω τὴν δόξα Του καὶ θὰ εἶσαι μαζί μου ἐκεῖ αἰωνίως!».
᾿Εν τῷ μεταξύ, ὁ ῾Ηγούμενος καὶ ἡ ᾿Αδελφότης, μὲ τὸν ξαφνικὸ φωτισμὸ τοῦ Ναοῦ, ἔτρεξαν πρὸς τὰ ἐκεῖ. ᾿Εσκέφθησαν, ὅτι ὁ σαλὸς Θεόδωρος εἶχε βάλει φωτιά. ῞Οταν ἔφθασαν στὴν ᾿Εκκλησία, εἶδαν τὸ θαυμαστὸ φῶς καὶ ἄκουσαν τὴν ἢσυχη καὶ γλυκειὰ συνομιλία μεταξὺ τοῦ ἀγνώστου ἀνθρώπου καὶ τοῦ Θεοδώρου. Στὶς ἐρωτήσεις τους, γιὰ τὸ τί συνέβη, ὁ μακάριος ἀπέφυγε νὰ ἀπαντήση καὶ ἔκανε τὸν ἀνήξερο.
Τελικά, ὁ Θεόδωρος ἐφανέρωσε στὸν ῾Ηγούμενο τὴν ἀποκάλυψι.
᾿Εκεῖνος, γεμᾶτος ἔκπληξι, ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ μακαρίου καὶ τὸν παρακαλοῦσε: «᾿Αληθῶς, εἶσαι ἀδελφὸς τοῦ Χριστοῦ. ῏Ω ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ! Μεσίτευσε γιὰ νὰ μὲ πάρη μαζί σου στὸν Οἶκο τοῦ Πατρός Του!»
Τὴν νύκτα, ὁ Θεόδωρος μὲ τὴν συνηθισμένη του ἁπλότητα καὶ παρρησία, προσευχήθηκε γιὰ τὸν ῾Ηγούμενο. Τότε, τοῦ ἐμφανίσθηκε πάλι ὁ Χριστὸς καὶ τοῦ εἶπε: «Πρέπει ὁ ῾Ηγούμενος νὰ ἐργασθῆ ἀκόμη ἐκεῖ».
῞Οταν ὁ ῾Ηγούμενος ἔμαθε, τί εἶπε ὁ Κύριός μας, παρεκάλεσε μὲ δάκρυα τὸν Θεόδωρο: «Προσευχήσου στὸν Χριστό, ὁ ῾Οποῖος ἐσταυρώθη γιὰ μᾶς, ἂν καὶ εἶμαι ἀνάξιος τοῦ Οἴκου τοῦ Πατρός Του, νὰ μὲ ἐλεήση χάριν τῆς ῾Υπεραγίας Μητρός Του».
῾Ο μακάριος προσευχήθηκε πάλι στὸν Κύριό μας ᾿Ιησοῦ Χριστό, ὁ ῾Οποῖος τοῦ ἀπάντησε: «Χάριν τῆς Μητρός μου, σὲ σαράντα ἡμέρες θὰ παραλάβω καὶ τὸν ῾Ηγούμενο μαζί σου στὸν Οἶκο τοῦ Πατρός μου».
Μετὰ ἀπὸ αὐτό, ὁ ῾Ηγούμενος καὶ ὁ Θεόδωρος πέρασαν τὶς ἡμέρες τους μὲ προσευχή· ὅταν συμπληρώθηκε ἡ τεσσαρακοστὴ ἡμέρα, ἐκοιμήθησαν καὶ οἱ δύο εἰρηνικά, ἐνῶ εὑρίσκοντο σὲ στάσι προσευχῆς!
από ΜΙΚΡΟ ΩΡΟΛΟΓΙΟ
Σάββατο, Μαΐου 06, 2017
Η υπομονή είναι δώρο για την βρεφική μας πίστη
Την υπομονήν Ιωβ ηκούσατε...
Με την ευκαιρία της μνήμης του δικαίου Ιώβ μακαρίζουμε την εν Χριστώ υπομονή. Η υπομονή είναι το δώρο εκείνο του Θεού πού δίνεται στους ανθρώπους εκείνους πού βιώνουν την αγία καλή πίστη(εμπιστοσύνη στον Θεό).
Οι καλοί μας αρχαίοι μακάριζαν ως σοφό τον άνθρωπο εκείνο πού έδειχνε ακριβώς την ίδια ψυχραιμία και αξιοπρέπεια μπροστά στα κακά και τα καλά της ζωής. Κάνοντας ένα βήμα παραπάνω η Εκκλησία μιλάει για τους ανθρώπους εκείνους πού έχουν παραθέσει από πριν όλη τους την ζωή στον Θεό και σε αυτά πού παραχωρεί, με βρεφική συγκινητική απλότητα και εμπιστοσύνη.
Η υπομονή δεν είναι κατόρθωμα ανήκον σε εμάς. Δωρίζεται όταν μπροστά σε μια δοκιμασία η ταπεινή καρδιά δεν παύει να δοξολογεί φανερά και νοερά τον Κύριο της λατρείας της και ανταμοίβεται, ανδρίζεται, δοξάζεται.
Έτσι και ο Ιώβ, ενώ έφτασε στην έσχατη θλίψη δεν βλασφήμησε αλλά δέχτηκε τα δεινά με ευχαριστία και σιωπή.Γι αυτό όχι μόνο πληρώθηκε με υπομονή, αλλά ευλόγησεν ο Κύριος τα έσχατα Ιωβ υπερ τα πρώτα.
Πέρα από κάθε συζήτηση για θεοδικίες , παραχωρήσεις και δοκιμασίες Θεού, τονίζεται αυτή η αγία πίστη-εμπιστοσύνη.
Ας την καλλιεργήσουμε σοφά από τώρα, ενώ ακόμα είναι αιθρία, γιατί ο χειμώνας παραμονεύει από στιγμή σε στιγμή, κρυμμένος μέσα στο δάσος του βίου μας. Ας μας βρεί πανέτοιμους και όχι αδύναμους προς απώλεια.
Πέμπτη, Μαΐου 04, 2017
εαν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία...
...εν εκεινη τη ωρα προσηλθον οι μαθηται τω ιησου λεγοντες τις αρα μειζων εστιν εν τη βασιλεια των ουρανων και προσκαλεσαμενος ο ιησους παιδιον εστησεν αυτο εν μεσω αυτων και ειπεν αμην λεγω υμιν εαν μη στραφητε και γενησθε ως τα παιδια ου μη εισελθητε εις την βασιλειαν των ουρανων οστις ουν ταπεινωση εαυτον ως το παιδιον τουτο ουτος εστιν ο μειζων εν τη βασιλεια των ουρανων και ος εαν δεξηται παιδιον τοιουτον εν επι τω ονοματι μου εμε δεχεται ( μτθ ιη 1-5)
— Αδελφοί μου,ποιος άραγε μπορεί να μας κάνει ξανά σαν τά παιδιά; Κανένας, εκτός από τον Έναν Χριστό. Εκείνος μπορεί να μάς κάνει σάν τα παιδιά καί να μας βοηθήσει να γεννηθούμε ξανά, μέ το παράδειγμά Του, τη διδασκαλία Του καί τή δύναμη του Αγίου Του Πνεύματος.”
Κυριακή, Απριλίου 09, 2017
ΠΩΣ ΕΙΣΟΔΕΥΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ...
Πέμπτη, Μαρτίου 30, 2017
Το μυστικό της σοφίας
Το μυστικό της σοφίας είναι ΝΑ ΜΗΝ ΠΑΙΡΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ ΣΤΑ ΣΟΒΑΡΑ!
Ο άνθρωπος πού ζητά διαρκώς την προσοχή, την αποδοχή και τον θαυμασμό των άλλων, φοβάται να τσαλακωθει και να τολμήσει την ευτυχία, υποφέρει, γεμίζει άγχη, φοβίες και μνησικακία και στο τέλος γίνεται αιχμάλωτος της αυτάρκειας και του θελήματος του.
Ο ταπεινός άνθρωπος όμως στέκει πάντα χαρούμενος και αμέριμνος.
Κάνει χώρο στον Θεό να ρθει να κατοικήσει μέσα του, αδειάζοντας από τον εαυτό του και στο τέλος έλκει και την αγάπη και το ενδιάφερον των άλλων.
Γιατί δεν υπάρχει τίποτα πιό χαριτωμένο και παρηγορητικό από την παρουσία και την συναναστροφή με έναν άνθρωπο ταπεινό, μικρό, φτωχούλη για τον Θεό!
Πέμπτη, Μαΐου 19, 2016
Κάτι από τους ληστές του Κόντογλου...
...Ο δεσμοφύλακας, δίχως να δώσει σημασία σ΄ αυτές τις φασαρίες, ορδινάρισε να ξεκινήσουν.
Σε λίγο φάνηκε κ΄ ένας παπάς και κόλλησε δίπλα στον Ιγνάτιο, για να τον ξαγορέψει στις τελευταίες στιγμές του. Κράταγε ένα χρυσό σταυρό κ΄ έλεγε, έλεγε:
«Τέκνον μου, είσαι ευτυχισμένος άνθρωπος, επειδή, χάρη στη συχώρεση που θα σου δώσω, είναι σίγουρο πως θα δειπνήσεις μέσα στην αγκαλιά του Αβραάμ!»
«Ευχαριστώ, γέροντα», του είπε γλυκά-γλυκά ο Ιγνάτιος. «Εγώ όμως δεν είμαι εγωιστής· και, επειδή, μαθές, είσαι έτσι σίγουρος για την καλή τύχη που με προσμένει, πάρε τη θέση μου… Και, να σου πω κιόλας; Σου τη δίνω με την καρδιά μου!»
«Μα αυτό δε γίνεται, παιδί μου! Μάχαιραν έδωσες, μάχαιραν θα λάβεις! Έτσι λέει το Βαγγέλιο και αυτό ζητάει η κοινωνία!»
«Η κοινωνία δεν ξέρει τι της γίνεται, είναι κουτή!»
«Είναι δίκαια!»
«Είναι για το διάολο!»
«Κάνει σωστά!»
«Είναι παλαβή, σου λέω!»
«Δίνει το καλό παράδειγμα!»
«Δεν ξέρει τι Θεό λατρεύει!» φώναξε θυμωμένος ο Ιγνάτιος. «Επειδή, αποκρίσου μου, παρακαλώ. Ένας άνθρωπος κλέβει ένα άλογο. Τι είναι;»
«Κλέφτης!»
«Καλά!. Έρχεται ένας άλλος και το κλέβει κι αυτουνού. Τι είναι αυτός ο άλλος;»
«Κλέφτης κι αυτός!»
«Περίφημα, παπούλη μου! Σύμφωνος! Τώρα, λοιπόν, πώς τον λέτε κείνον που σκότωσε;»
«Φονιά!»
«Ακόμα πιο λαμπρά! Και κείνους που σκοτώνουν αυτόν τον φονιά, πώς του λέτε, αι, παπαδάκι μου;»
Ο παπάς κοκκάλωσε. Έκανε πως έπεσε σε βαθειά συλλογή, κ΄ είπε:
«Στ΄ αλήθεια, δεν ξέρω τι μου ήρτε και χάνω τον καιρό μου μαζί σου. Καταδικάστηκες δίκια. Αυτό φτάνει. Είμαι βέβαιος πως είναι με τη γνώμη μου κι ο άγιος Αυγουστίνος που ΄χω στη βιβλιοθήκη μου!»
«Τι έχει να κάνει; Κι ο άγιος Αυγουστίνος ατός του ήθελε χάσει τα λόγια του, αν μου ΄λεγε πως είναι δίκιο να με σκοτώσουνε…»
Στο μεταξύ σίμωσαν στο μέρος που έπρεπε. Ο παπάς κι ο ληστής περπάταγαν δίχως μιλιά. Άξαφνα ο Ιγνάτιος έστρεψε κι είπε του παπά:
«Σε παρακαλώ να με συμπαθήσεις, γέροντα, για τις ανοησίες μου… Φαίνεται πως είχα άδικο… Είμαι ένας αγράμματος σκύλος, ένα σκουπίδι….»
Κυριακή, Ιανουαρίου 12, 2014
Ο δρόμος της σωτηρίας
Μαθητής: Ποιος είναι ο ευκολότερος δρόμος, πού οδηγεί στην σωτηρία;
Γέρων: Φαντάσου, ότι ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, βαδίζει επάνω στην γη. Με όλη του την ευαγγελική απλότητα. Περπατώντας και σύ μαζί Του, γίνεσαι καλύτερος από ό,τι είσαι τώρα; Μαθητής: (Αφού σκέφθηκα για μια στιγμή, απάντησα):
- Υποθέτω, πώς θα έμενα ο ίδιος, όπως και πριν! Χωρίς καμία ιδιαίτερη χάρη από τον Θεό. Πολλοί είχαν ακολουθήσει τον Χριστό. Και έπειτα εξέπεσαν!
Γέρων: Και ποιο είναι εκείνο, πού ελκύει την χάρη του Θεού περισσότερο από κάθε τι άλλο;
Μαθητής: Δεν γνωρίζω, πάτερ.
Γέρων: Αν προσπαθείς να έχεις την απλότητα των Αποστόλων, δεν κρύβεις τα ανθρώπινα ελαττώματά σου, και δεν προσποιείσαι τον πολυευλαβη, τότε τον βρήκες τον δρόμο.
Μα παρ’ ότι είναι εύκολος, πολλοί δεν τον βρίσκουν! Ο δρόμος αυτός είναι η συντομότερη οδός προς την σωτηρία. Και ελκύει την χάρη του Θεού στον άνθρωπο. Η απλότητα και η ειλικρίνεια, είναι οι πιο ευάρεστες στον Κύριο αρετές. Εάν μή στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία, ου μή εισέλθητε εις την Βασιλείαν των Ουρανών (Ματθ. 18,3).
από φβ
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 31, 2010
Γιάννης ο Ευλογημένος!

O Άγιος Βασίλης, σαν περάσανε τα Χριστούγεννα, πήρε το ραβδί του και γύρισε σ όλα τα χωριά, να δει ποιός θα τόνε γιορτάσει με καθαρή καρδιά.
Πέρασε από λογιών-λογιών πολιτείες κι από κεφαλοχώρια, μα σ’ όποια πόρτα κι αν χτύπησε δεν τ’ ανοίξανε, επειδή τον πήρανε για διακονιάρη. Κι έφευγε πικραμένος, γιατί ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από τους ανθρώπους, μα ένοιωθε το πόσο θα πονούσε η καρδιά κανενός φτωχού από την απονιά που του δείξανε κείνοι οι άνθρωποι.
Μια μέρα έφευγε από ένα τέτοιο άσπλαχνο χωριό, και πέρασε από το νεκροταφείο, κι είδε τα κιβούρια πως ήτανε ρημαγμένα, οι ταφόπετρες σπασμένες κι αναποδογυρισμένες, και τα νιόσκαφτα μνήματα ήτανε σκαλισμένα από τα τσακάλια.
Σαν άγιος που ήτανε άκουσε πως μιλούσανε οι πεθαμένοι και λέγανε: «Τον καιρό που είμαστε στον απάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι αφήσαμε πίσω μας παιδιά κ εγγόνια να μας ανάβουνε κανένα κερί, να μας καίγουνε λίγο λιβάνι μα δεν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπά στο κεφάλι μας να μας διαβάσει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρά σαν να μην αφήσαμε πίσω μας κανέναν».
Κι ο άγιος Βασίλης πάλι στενοχωρήθηκε κι είπε: «Τούτοι οι χωριάτες ούτε σε ζωντανό δε δίνουνε βοήθεια, ούτε σε πεθαμένον », και βγήκε από το νεκροταφείο, και περπατούσε ολομόναχος μέσα στα παγωμένα χιόνια..
* * *
Παραμονή της πρωτοχρονιάς έφτασε σε κάτι χωριά που ήτανε τα πιο φτωχά ανάμεσα στα φτωχοχώρια, στα μέρη της Ελλάδας. Ο παγωμένος αγέρας βογκούσε ανάμεσα στα χαμόδεντρα και στα βράχια, ψυχή ζωντανή δεν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Είδε μπροστά του μια ραχούλα, κι από κάτω της ήτανε μια στρούγκα τρυπωμένη. Ο άγιος Βασίλης μπήκε στη στάνη και χτύπησε με το ραβδί του την πόρτα της καλύβας και φώναξε: «Ελεήστε με, τον φτωχό, για την ψυχή των αποθαμένων σας κι ο Χριστός μας διακόνεψε σε τούτον τον κόσμο!». Τα σκυλιά ξυπνήσανε και χυθήκανε απάνω του, μα σαν πήγανε κοντά του και τον μυριστήκανε, πιάσανε και κουνούσανε τις ουρές τους και πλαγιάζανε στα ποδάρια του και γρούζανε παρακαλεστικά και χαρούμενα.
Απάνω σ αυτά, άνοιξε η πόρτα και βγήκε ένας τσοπάνης, ως εικοσιπέντε χρονών παλληκάρι, με μαύρα στριφτά γένια, ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, άνθρωπος αθώος κι απελέκητος, προβατάνθρωπος, και πριν να καλοϊδεί ποιός χτύπησε, είπε: «Έλα, έλα μέσα. Καλή μέρα, καλή χρονιά!».
Μέσα στο καλύβι έφεγγε ένα λυχνάρι, κρεμασμένο από πάνω από μία κούνια, που ήτανε δεμένη σε δυο παλούκια. Δίπλα στο τζάκι ήτανε τα στρωσίδια τους και κοιμότανε η γυναίκα του Γιάννη. Αυτός, σαν μπήκε μέσα ο άγιος Βασίλης, κι είδε πως ήτανε γέρος σεβάσμιος, πήρε το χέρι του και το ανεσπάσθηκε κι είπε: «Να χω την ευχή σου, γέροντα», και το ’λεγε σαν να τον γνώριζε κι από πρωτύτερα, σα να ’τανε πατέρας του.
Και κείνος του είπε: «Βλογημένος να σαι, εσύ κι όλο το σπιτικό σου, και τα πρόβατά σου η ειρήνη του Θεού να ναι απάνω σας!». Σηκώθηκε κ η γυναίκα και πήγε και προσκύνησε και κείνη τον γέροντα και φίλησε το χέρι του και τη βλόγησε. Κι ο άγιος Βασίλης ήτανε σαν καλόγερος ζητιάνος, με μια σκούφια παλιά στο κεφάλι του, και τα ράσα του ήτανε τριμμένα και μπαλωμένα και τα τσαρούχια του τρύπια, κι είχε κι ένα παλιοτάγαρο αδειανό. Ο Γιάννης ο Βλογημένος έβαλε ξύλα στο τζάκι. Και παρευθύς, φεγγοβόλησε το καλύβι και φάνηκε σαν παλάτι. Και φανήκανε τα δοκάρια, σα να ’τανε μαλαμοκαπνισμένα, κι οι πητιές που ήτανε κρεμασμένες φανήκανε σαν καντήλια, κι οι καρδάρες και τα τυροβόλια και τ’ άλλα τα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης, γινήκανε σαν ασημένια, και σαν πλουμισμένα με διαμαντόπετρες φανήκανε, και τ’ άλλα, τα φτωχά τα πράγματα που χε μέσα στο καλύβι του ο Γιάννης ο Βλογημένος.
Και τα ξύλα που καιγόντανε στο τζάκι τρίζανε και λαλούσανε σαν τα πουλιά που λαλούνε στον παράδεισο, και βγάζανε κάποια ευωδιά πάντερπνη.
Τον άγιο Βασίλη τον βάλανε κι έκατσε κοντά στη φωτιά κι η γυναίκα του ’θεσε μαξιλάρια να ακουμπήσει. Κι ο γέροντας ξεπέρασε το ταγάρι του από το λαιμό του και το βαλε κοντά του, κι έβγαλε και το παλιόρασό του κι απόμεινε με το ζωστικό του. Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε κι άρμεξε τα πρόβατα μαζί με τον παραγυιό του, κι έβαλε μέσα στην κοφινέδα τα νιογέννητα τ’ αρνιά, κι ύστερα χώρισε τις ετοιμόγεννες προβατίνες και τις κράτησε στο μαντρί, κι ο παραγυιός τα ’βγαλε τ’ άλλα στη βοσκή. Λιγοστά ήτανε τα ζωντανά του, φτωχός ήτανε ο Γιάννης, μα ήτανε Βλογημένος.
Κι είχε μία χαρά μεγάλη, σε κάθε ώρα, μέρα και νύχτα, γιατί ήτανε καλός άνθρωπος κι είχε και καλή γυναίκα, κι όποιος λάχαινε να περάσει από την καλύβα τους, σαν να ’τανε αδελφός τους, τον περιποιόντανε. Για τούτο κι ο άγιος Βασίλης κόνεψε στο σπίτι τους, και κάθησε μέσα, σα να ’τανε δικό του σπίτι, και βλογηθήκανε τα θεμέλιά του. Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της Οικουμένης, οι αρχόντοι, οι δεσποτάδες κι οι επίσημοι ανθρώποι μα εκείνος δεν πήγε σε κανέναν, παρά πήγε και κόνεψε στο καλύβι του Γιάννη του Βλογημένου.
* * *
Το λοιπόν, σαν σκαρίσανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάννης και λέγει στον άγιο: «Γέροντα, έχω χαρά μεγάλη. Θέλω να μας διαβάσεις τα γράμματα τ’ Άη-Βασίλη.
Εγώ είμαι άνθρωπος αγράμματος, μα αγαπώ τα γράμματα της θρησκείας μας. Έχω και μία φυλλάδα από έναν γούμενο αγιονορίτη, κι όποτε τύχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τον βάζω και μου διαβάζει από μέσα την φυλλάδα, γιατί δεν έχουμε κοντά μας εκκλησία».
Έπιασε και θαμπόφεγγε κατά το μέρος της ανατολής. Ο άγιος Βασίλης σηκώθηκε και στάθηκε κατά την ανατολή κι έκανε το σταυρό του, ύστερα έσκυψε και πήρε μία φυλλάδα από το ταγάρι του, κι είπε: «Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων».
Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε και στάθηκε από πίσω του, και η γυναίκα βύζαξε το μωρό και πήγε και κείνη και στάθηκε κοντά του, με σταυρωμένα χέρια.
Κι ο άγιος Βασίλης είπε το «Θεός Κύριος» και το απολυτίκιο της Περιτομής «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες», δίχως να πει και το δικό του το απολυτίκιο που λέγει «Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου».
Η φωνή του ήτανε γλυκιά και ταπεινή, κι ο Γιάννης κι η γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ας μην καταλαβαίνανε τα γράμματα. Και είπε ο άγιος Βασίλης όλον τον Όρθρο και τον Κανόνα της Εορτής: «Δεύτε λαοί άσωμεν άσμα Χριστώ τω Θεώ, χωρίς να πει το δικό του τον Κανόνα, που λέγει «Σου την φωνήν έδει παρείναι, Βασίλειε».
Και ύστερα είπε όλη τη λειτουργία κι έκανε απόλυση και τους βλόγησε. Και σαν καθήσανε στο τραπέζι και φάγανε κι αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στο σοφρά.
Κι ο άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα, κι είπε: «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος κ έκοψε το πρώτο το κομμάτι κι είπε «του Χριστού» κι ύστερα είπε «της Παναγίας», κι ύστερα είπε «του νοικοκύρη Γιάννη του Βλογημένου».
Του λέγει ο Γιάννης: «Γέροντα, ξέχασες τον άη- Βασίλη!».
Του λέγει ο άγιος: «Ναι, καλά! κι ύστερα λέγει: «Του δούλου του Θεού Βασιλείου». Κι ύστερα λέγει πάλι: «Του νοικοκύρη, «της νοικοκυράς», «του παιδιού», «του παραγυιού», «των ζωντανών», «των φτωχών».
Τότε λέγει στον άγιο ο Γιάννης ο Βλογημένος: «Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου;
Του λέγει ο άγιος: «Έκοψα, Βλογημένε!» μα, ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα, ο μακάριος. Κι ύστερα, σηκώθηκε όρθιος ο άγιος Βασίλειος κι είπε την ευχή του «Κύριε ο Θεός μου, οίδα ότι ουκ ειμί άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην εισέλθεις του οίκου της ψυχής μου».
Κι είπε ο Γιάννης ο Βλογημένος: «Πες μου, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, σε ποιά παλάτια άραγες πήγε σαν απόψε ο άγιος Βασίλης; οι αρχόντοι κι οι βασιλιάδες τι αμαρτίες να χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστε αμαρτωλοί, επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζόμαστε».
Κι ο άγιος Βασίλης δάκρυσε κι είπε πάλι την ευχή, αλλοιώτικα: «Κύριε, ο Θεός μου, οίδα ότι ο δούλος σου Ιωάννης ο απλούς εστίν άξιος και ικανός ίνα υπό την στέγην του εισέλθεις. Ότι νήπιος υπάρχει και τα μυστήριά Σου τοις νηπίοις αποκαλύπτεται».
Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο μακάριος, ο Γιάννης ο Βλογημένος...
ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
Πέμπτη, Οκτωβρίου 21, 2010
Γράμματα από παιδιά στον Θεό
Με συγχωρείς που δεν σου έγραψα νωρίτερα.
Μόλις αυτή τη βδομάδα έμαθα να γράφω.
Μάρθα
Αγαπητέ Θεέ,γιατί πρέπει να προσεύχομαι αφού έτσι κι αλλιώς
ξέρεις τι θέλω; Αν όμως σ' ευχαριστεί αυτό θα προσεύχομαι.
Σιού
Αγαπητέ Θεέ, αν ζούμε μετά το θάνατό μας,τότε γιατί να πεθάνουμε;
Ρόν
Αγαπητέ Θεέ, το αντρόγυνο στο διπλανό διαμέρισμα τσακώνεται για τα καλά όλη την ώρα.Θα έπρεπε ν' αφήνεις να
παντρεύονται μόνο οι πολύ καλοί φίλοι.
Νάν
Αγαπητέ Θεέ, πώς έγινε και δεν εφεύρες κανένα καινούργιο ζώο τελευταία; Έχουμε πάντα τα ίδια τα παλιά.
Τζόννυ
Αγαπητέ Θεέ, ξέρω που λέει να γυρίζεις και το άλλο σου μάγουλο, τι γίνεται όμως
αν η αδερφή σου σε χτυπήσει στο μάτι;
Με αγάπη Τζέρεσσο
Αγαπητέ Θεέ, αν δεν πάρεις πίσω το μωρό,δεν θα καθαρίσω το δωμάτιό μου.
Τζόυ
Αφού δεν θέλεις οι άνθρωποι να λένε κακά λόγια, γιατί τα εφεύρες;
Ευγένιος
Αγαπητέ Θεέ, ο Ντόναλντ έσπασε τη γυάλα,όχι εγώ.Τώρα πια το έχεις και γραφτό.
Τζαίην
Αγαπητέ Θεέ, ήθελες πράγματι η καμηλοπάρδαλη να είναι έτσι,ή μήπως έκανες λάθος;
Νόρμα
Αγαπητέ Θεέ, θα μπορούσες να γράψεις μερικές ακόμα ιστορίες;
Τις διαβάσαμε όλες αυτές που έγραψες και τις ξαναρχίσαμε.
Με ευγνωμοσύνη Έμιλυ
Διαβάσαμε ότι ο Θωμάς Έντισονανακάλυψε το φως. Εγώ νόμιζα ότι το είχες ανακαλύψει
εσύ.
Ντόνα
Αγαπητέ Θεέ, είσαι πλούσιος ή μόνο διάσημος;
Στήβεν
Πώς ήξερες ότι ήσουνα Θεός;
Τσάρλυ
Αγαπητέ Θεέ, στις απόκριες θα ντυθώ διάβολος. Σε πειράζει;
Μάρνιε
Αγαπητέ Θεέ, η δασκάλα λέει ότι οι μέρες άλλοτε μικραίνουν κι άλλοτε
μεγαλώνουν. Δεν μπορείςνα καταλήξεις σε μια απόφαση;
Μίντυ
Τζέην
Αγαπητέ Θεέ, είναι καλύτερα τ' αγόρια από τα κορίτσια;Ξέρω πως είσαι αγόρι,αλλά προσπάθησε να είσαι δίκαιος.
Σύλβια
Αγαπητέ Θεέ, ελπίζω να μην έχουν καμιά ιδιαίτερη αξία τα μυρμήγκια, γιατί τα πατάω όλη την ώρα.
Ντένις
Πέμπτη, Ιουλίου 15, 2010
O άγιος Κήρυκος δεν ήταν χαμένος στην μετάφραση
Η Εκκλησία μας εορτάζει σήμερα τη μνήμη ενός μάρτυρα, του τρίχρονου Κήρυκου. Είναι γνωστό, πώς η μητέρα του Ιουλίττα συνελήφθη σαν χριστιανή και οδηγήθηκε μπροστά στον ηγεμόνα. Αυτός , σαν γνήσιο όργανο του διαβόλου, προσπάθησε να πάρει με το μέρος του τον μικρό, με κολακείες και έντονο ψυχολογικό πόλεμο .
Τί ανείπωτη δειλία και τί μεγάλη πτώση και ήττα για έναν ηγεμόνα να πέφτει στις κολακείες προκειμένου να κάμψει ένα νήπιο. Ο διάβολος λένε αγιογραφείτaι σμικρότατος σε σχέση με τους μάρτυρες του Χριστού στις εικόνες μας και αυτό κρύβει βαθιά σοφία.Τότε το νήπιο με "φωνήν υποψελλίζουσαν το όνομα του Ιησού" στράφηκε προς την μητέρα του και στην πρόκληση του τυρράνου να βλασφημήσει το όνομα του Χριστού, τον εφτυσε και του κατάφερε με όση δύναμη "ηδύνατο" μια κλωτσιά στην κοιλιά. Ο τύρρανος νικημένος και παράφρων πέταξε το θαρραλέο νήπιο στα σκαλιά του ανακτόρου και έθραυσε το κεφάλι του. Είναι γνωστό πώς μαρτύρησε ο άγιος τρίχρονος στρατιωτης του Χριστού κατ'αυτόν τον τρόπο. Έπειτα ακολούθησε και η μητέρα με μαρτυρικό θάνατο.
Λοιπόν , ποιός δίδαξε σε αυτό το τρίχρονο νήπιο το θάρρος και την ομολογία και την ευλογημένη ευχή του Ιησού
( με υποψελίζουσα φωνή επικαλείτο το όνομα του Ιησού κατά το συναξάρι) και την τέτοια και τόση συνείδηση ώστε να διακρίνει την Αλήθεια από την απάτη και την Ζωή από τον θάνατο;
Ας πούμε πώς η μητέρα του, του ενέπνευσε τόση θερμή αγάπη. Ας πούμε πώς του έδωσε την χριστιανική λεγόμενη αγωγή. Δεν είμαι ειδικός παιδαγωγός και δεν γνωρίζω κατά πόσον μπορείς να εμφυσήσεις σαν γονιός τέτοια στέρεα πίστη και τόση θερμή αγάπη σε ένα νήπιο τριών ετών. Δεν ξέρω καν αν τα νήπια κινούνται περισσότερο από την ανάγκη της ασφάλειας προς το θέλημα των γονέων,από βρεφικό ένστιχτο ή αν έχουν τέτοια διαμορφωμένη συνείδηση ώστε να διακρίνουν μεταξύ Χριστού και διαβόλου και μάλιστα μπροστά σε κολακείες και απειλές φανταχτερών ηγεμόνων.
Ήταν λοιπόν ασφαλέστατα ο Χριστός που του φώτισε την συνείδηση. Ήταν ο Χριστός και το Πνεύμα που του εμφύσησαν το θάρρος, την ορμή και τον έρωτα. Ας πούμε πώς εμιμείτο την μητέρα του στα περί την Ευχήν. Πάντως αυτή στερεώθηκε και γιγαντωθηκε μέσα του και έδωσε καρπούς πνευματικούς επειδή ΚΑΙ τα παιδιά δύνανται να θεολογούν και να καταλαβαίνουν και να γινονται δοχεία της χάρης και του Πνεύματος. Ναι ίσως τα αθώα και αγνά νήπια να είναι πιο εξοικειωμένα από μας στο θεολογείν και ας μην έχουν σε καθημερινή χρήση στο λεξιλόγιο τους τις έννοιες, ουσία, μέθεξη,ενέργεια, προοδευτισμός και συντηρητισμός!
Γι 'αυτό και τα παιδιά των χριστιανών δεν είναι "χαμένα στην μετάφραση" κύριοι θεολόγοι της αναγέννησης και της αναμόρφωσης της λατρείας, ούτε αποκομμένα από λατρεία και μέθεξη και αγιασμό για ένα τέτοιο εξωτερικό όχημα όπως είναι η γλώσσα. Τα παιδιά κατέχουν την ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. Είναι οι ομιλούντες και οι συνομιλούντες με τον Θεό. Εμείς είμαστε πού όσο μεγαλώνουμε χάνουμε επαφές και παλεύουμε για να βρούμε συννενόηση με την άλλη άκρη του σύρματος! Και αυτό γιατί δεν είμαστε πια νήπιοι. Το να είσαι θεολόγος είναι κάτι σπανιότατο πια. Γίναμε όλοι μεγάλοι και ξύπνιοι, γεμάτοι αγωνίες και θεωρίες μεγαλίστικες. Αναλωνόμαστε στο να εφευρίσκουμε κώδικες ενώ καταφέρνουμε να αγνοούμε την μόνη διάλεκτο. Και ενώ κάνουμε θεό το νου και την διάνοια, είμαστε περισσότερο α-νόητοι και α-διανόητοι παρά ποτέ.
Κάτω, πιο χαμηλά από το θεολογικό μας μπόι και έξω από την οπτική γωνία των μεγάλων μας κύκλων ζουν οι νήπιοι. Μόνο οι νήπιοι και οι άγιοι γνωρίζουν την γλώσσα του Θεού . Και μήπως οι άγιοι δεν έζησαν σαν βρέφη στην αγκαλιά του Πατέρα τους;
Τρίτη, Ιουνίου 22, 2010
O ησυχασμός ως βιωμένη φυσιολογία
Έλεγα λοιπόν 5 πράγματα, έβλεπα ότι ο κόσμος έ, άκουγε ότι άκουγε, γύρναγε έσκυβε το κεφάλι και εντάξει συνέχιζε κανονικά την ζωή του, σαν να μην συνέβαινε τίποτα. Η μοναξιά αυτή ήτανε βαρύ αίσθημα, έλεγα μα τι κάνω εγώ σαν παπάς αυτή την στιγμή, τι νόημα έχει να ξαναπάω την Κυριακή και να ξαναμιλήσω στον τάδε, χωριό αφού πάλι ...; ναι, δεν μπορούσα, δεν λέω ότι είναι εύκολο αλλά, σήμερα σας είπα διάλεξα να μιλήσω δύσκολα, θέλω να πω πιστεύω ότι το ακροατήριο έχει τέτοιες δυνατότητες, αλλά έμαθα πολλά από τότε, πάντως είχα μεγάλη δυσκολία. Λοιπόν κάποια στιγμή μου συνέβη το εξής θαυμαστό γεγονός, με το οποίο ο Θεός σαν να μου έμαθε πολλά πράγματα.
Μια από αυτές τις Κυριακές, τελείωσε η Θεία Λειτουργία, μου λέει ο παπάς, ένας απλός παπάς και δύο απλοί-απλούστατοι επίτροποι, αγράμματοι άνθρωποι, πάμε να πιούμε πάτερ έναν καφέ, προτού φύγεις. Μην φύγεις έτσι, εντάξει. Τελειώνει η Λειτουργία, εγώ πάντα θλιμμένα πολύ μέσα στην μοναξιά κλπ κλπ κλπ. Και πάμε να πιούμε τον καφέ στην πλατεία του χωριού. Εκεί λοιπόν που πίναμε τον καφέ, ξαφνικά γυρίζει ο ένας από τους επιτρόπους, με κοιτάζει και μου λέει:
- Λοιπόν πάτερ (-μου λέει) εγώ με τον κυρ-Γιάννη από εδώ (-κυρ-Γιάννης ήταν ο άλλος ο επίτροπος) είχαμε μία απορία. Ο ναός μας εδώ δεν ήταν καθαγιασμένος - δεν είχαν γίνει, ναι - και είχαμε την απορία, μη όντας καθαγιασμένος από τον επίσκοπο, τα μυστήρια και η Θεία Λειτουργία δεν ήταν κανονικά;
Λέω ωχ, ωχ τι γίνεται εδώ! τέτοια απορία, μου έκανε εντύπωση. Και λέει:
- Ξέρεις τι κάναμε, είπαμε να κάνουμε τρεις εβδομάδες νηστεία, για να μας δείξει ο Θεός. Και κάναμε, και πραγματικά μια Κυριακή προτού έλθει ο Δεσπότης να κάνει τα αυτά, είδαμε την ώρα της Θείας Λειτουργίας ξανά αυτό το φως.
Εγώ άρχισα να θορυβούμαι:
- Ποιο φως, τι φως;
- Εκείνο το φως, το αείφωτο, βλέπεις μετά τον ήλιο και νομίζεις ότι είναι σκοτάδι, ένα φως το οποίο κατεβαίνει και βλέπεις πράγματα, πολλά πράγματα, καταστάσεις, παρόν, παρελθόν, το μέλλον εκεί μέσα κλπ.
Άρχισα να συγκλονίζομαι, είχα να κάνω με ανθρώπους που είχαν την εμπειρία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του αγίου Συμεών του νέου θεολόγου και βέβαια και ο άλλος ευλογούσε εκεί και ο απλός ο παπάς έλεγε κι αυτός ναι, ναι, ήτανε όλοι σαν ...; Ήταν συγκλονιστική η εμπειρία αυτή για μένα, βέβαια δεν σταμάτησε εκεί αλλά άρχισα να τον ψάχνω αυτόν τον επίτροπο, αυτόν τον απλό άνθρωπο.
- Πώς ζεις εσύ, (αφού έπαθα το σοκ το οποίο με συνόδευε για χρόνια μετά). Πώς ζεις εσύ;
- Έ πώς ζω εγώ, φτωχά.
- Τι κάνεις, πως ακριβώς περνάς την μέρα σου, τι ακριβώς κάνεις στην διάρκεια της μέρας;
- Δεν κάνω (-λέει) απολύτως τίποτα, δεν έχω (-λέει) κάποια ιδιαίτερη αυτή, αγαπώ τον Θεό αλλά λίγη υπομονή κάνω. Λίγη υπομονή κάνω.
Είχε υπομονή αυτός, ξέρεις τι θα πει υπομονή; Υπομονή σημαίνει αυτός ο σταυρός της ελευθερίας να αγκαλιάζει τους άλλους. Εκεί μέσα αποκαλύπτεται ο Θεός.
Αυτό είναι το μεγαλειώδες δίδαγμα, ο ησυχασμός είναι βιωμένη φυσιολογία, μην νομίζετε ότι ο ησυχασμός, εσείς οι θεολόγοι, είναι ατομική επίδοση όπως κάνουν οι ινδουιστές ή αυτοί οι οποίοι καταργούνε το θέλημα για να δούνε τα θεάματα. Είναι αυτό το άνοιγμα στην κοινωνία, και με τον τρόπο αυτόν γίνονται μεγάλες αποκαλύψεις τις οποίες εγώ φυσικά, ως υποψήφιος διδάκτωρ και μετέπειτα δεν αξιώθηκα, ούτε αξιώθηκα έκτοτε. Ευχαριστώ για την υπομονή σας.
π. Νικόλαος Λουδοβίκος
http://anastasiosk.blogspo
Τετάρτη, Ιουνίου 16, 2010
Φώτης Κόντογλου - Δροσίσετε τὴν ψυχή σας στὴν καλωσύνη καὶ ἁγνότητα

Tοῦτος ὁ κόσμος εἶναι ἀνάποδος. Ὅπως καὶ νὰ κάνεις, δὲν τὸν εὐχαριστᾶς. Οὔτε στὸν ἥλιο τὸν βρίσκεις, οὔτε στὸν ἴσκιο. Ὁ κάθε ἕνας λέγει τὸ κοντό του καὶ τὸ μακρύ τους. Γιὰ ὅ,τι ἐνθουσιάζεται ὁ ἕνας, γιὰ ἴδιο στενοχωριέται ὁ ἄλλος. Ἄλλη φορὰ μπορεῖ οἱ ἄνθρωποι νὰ μὴν ἤτανε ὅλοι σύμφωνοι, μὰ γιὰ τοὺς πιὸ πολλοὺς τὸ καλὸ ἤτανε καλὸ καὶ τὸ κακό, κακό. Τώρα ὁ καθένας ἔχει σηκώσει μιὰ παντιέρα καὶ κάνει τὸν καπετὰν Ἕναν.
Μὰ οἱ πιὸ πολλοὶ μποδίζονται ἀπὸ τιποτένια πράγματα: ὁ ἕνας θέλει νὰ φαίνεται πιὸ «βαθυστόχαστος» ἀπὸ ὅ,τι εἶνε, ὁ ἄλλος θέλει νὰ φαίνεται μοντέρνος, νὰ μὴν τὸν πάρουνε γιὰ χωριάτη, ὁ ἄλλος φοβᾶται μὴν τὸν πάρουνε γιὰ «ἀφελῆ», γιὰ ὄχι «σοβαρόν» ἄνθρωπο, ὁ ἄλλος δὲν θέλει νὰ δυσαρεστήσει κάποιον, ἕτερος κολακεύει τὶς γυναῖκες καὶ κάνει τὸν «ἱππότη» μιλώντας μὲ ψεύτικη εὐγένεια κ.λ.π. Ὅσοι εἶναι ἴσιοι καὶ ἁπλοί, δὲν ἔχουνε καμμιὰ σκοτούρα. Ζοῦνε μακρυὰ ἀπὸ λιβανίσματα ἀπὸ πονηριὲς εἰδῶν – εἰδῶν, ἀπὸ δυσπιστίες ποὺ φαρμακώνουνε τὸν ἄνθρωπο, ἀπὸ σκηνοθεσίες, ἀπὸ ψευτιές. Χαίρονται γιὰ τὰ καλά, γιὰ τὰ ἁπλά, γιὰ τὰ ἁγνά, γιὰ τὰ σεμνά, γιὰ τὰ ταπεινά. Ἐνῶ οἱ ἄλλοι ὁλοένα ταράζονται, ὁλοένα ἐξιχνιάζουνε. Πολλοὶ κατατρίβουνται μὲ πράγματα ποὺ δὲν ἔχουν καμμιὰ σημασία. Ρωτᾶνε, νὰ ποῦμε, νὰ μάθουνε γιὰ μένα τί σόι ἄνθρωπος εἶμαι, πὼς εἶναι τὸ σχέδιό μου, ἂν εἶμαι θαλασσινὸς καὶ τοῦτο καὶ κεῖνο. Ἀδελφέ μου ἂν σοῦ ἀρέσει ἡ συντροφιά μου, ἔλα ἐκεῖ ποὺ πηγαίνω, ἔλα νὰ νοιώσεις μαζί μου τὰ ὡραῖα ἔργα τοῦ Θεοῦ, τὸν θησαυρὸ ποὺ ἔχουνε μέσα τους κρυμμένον οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι... Παράτησε πίσω σου τὴν ὑποκρισία τῆς ζωῆς κι ἔλα νὰ δροσισθεῖς στὴ βρυσούλα ποὺ τρέχει κρυμμένη στὴ ρίζα τοῦ βουνοῦ, κοντὰ στὸ παλιὸ ἐρημοκκλήσι. Τί κάθεσε κι ἐξετάζεις τὰ ἀνεξέταστα; Τί σὲ μέλλει ἂν εἶμαι τὴν ὄψη ἔτσι ἢ ἀλλοιῶς, ἐγὼ καὶ κάθε ἄλλος; Τί ρωτᾶς ἂν εἶμαι ψηλὸς ἢ κοντός, μαῦρος ἢ ἄσπρος; Σ᾿ αὐτὰ ποὺ διαβάζεις βρίσκεται ὁ ἐαυτός μου, τὸ πῶς περπατῶ, τὸ πῶς μιλῶ, δηλαδὴ ὁ σαρκικὸς ἄνθρωπος. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πνεῦμα ὅπως ὁ Θεός. Αὐτὸ τὸ πνεῦμα νὰ σὲ ἐνδιαφέρει, αὐτὸ εἶναι πνεῦμα ὅπως ὁ Θεός. Αὐτὸ τὸ πνεῦμα νὰ σὲ ἐνδιαφέρει, αὐτὸ εἶναι ἡ ἀληθινὴ σύσταση τοῦ ἀνθρώπου.
Ἀπάνω ἀπ᾿ ὅλα νὰ ἀγαπᾶμε τὴν καλωσύνη. Νὰ χαιρόμαστε νἄμαστε καλοὶ καὶ νοιώθουμε κοντά μας καλοὺς ἀνθρώπους. Κανένα πρᾶγμα δὲν εἶνε σὰν τὴν καλωσύνη. Τὸ πρόσωπό της λαμποκοπᾶ σὰν τὸν ἥλιο ποὺ χρυσώνει τὴν πλάση τὸ πρωὶ τῆς ἔμορφης μέρας τοῦ καλοκαιριοῦ. Τί εὐλογημένοι ποὺ εἶναι οἱ καλοὶ ἄνθρωποι, οἱ πρόσχαροι, οἱ γλυκομίλητοι, οἱ ἁπλοί, οἱ ἀπονήρευτοι, οἱ πονετικοί, οἱ ταπεινοί! Τί ἀληθινὸς πλοῦτος μέσα σὲ μιὰ τέτοια καρδιά! Καὶ τί φτώχεια, τί μιζέρια, τί ἀσχήμια μέσα στὶς κακὲς ψυχές, στὶς ἐγωιστικές, κι᾿ ἂς φουσκώνουνε ἀπ᾿ ἔξω κι᾿ ἂς παραστένουνε τὸν πλούσιο! Πόσο ξεκουράζεται ἡ ψυχή μας ἀπὸ τὴ δροσιὰ τῆς καλωσύνης καὶ πόσο κουράζεται ἡ ψυχή μας ἀπὸ τὸν λίβα τῆς κακίας.
Μὰ οἱ καλοὶ ἄνθρωποι εἶνε δυστυχισμένοι, ὑποφέρουνε, τυραννιοῦνται. Ναί. Ὁ σατανᾶς τοὺς βασανίζει, τοὺς ρίχνει σὲ συμφορές. Μὰ ἔτσι γίνουνται ἀκόμα πιὸ καθαροί, σὰν τὸ χρυσάφι ποὺ πέφτει στὸ χωνευτήρι. Ζοῦνε φτωχικά, μακρυὰ ἀπὸ δόξες, κρυμμένοι, μὰ ζοῦνε ἀληθινά. Νὰ μὴν ζεῖς βουτηγμένος μέσα στὴν ψευτιά. Αὐτὸ εἶνε ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς «Τί θὰ ὠφελήσει τὸν ἄνθρωπο ἂν κερδίσει ὅλον τὸν κόσμο καὶ ζημιωθεῖ τὴν ψυχή του;» Αὐτός, ὁ φτωχός, ὁ παραπεταμένος, κέρδισε τὴν ψυχή του. Ἀφοῦ κέρδισε τὴν ψυχή του, τί ἔχασε; Ὅ,τι ἔχασε εἶνε τιποτένιο μπροστὰ σ᾿ αὐτὸ ποὺ κέρδισε. Κι᾿ ὁ ἄλλος ὁ χοντροπετσιασμένος ἀπὸ τὴ σαρκικὴ καλοπέραση, ἀπὸ τὰ σπόρ, ἀπὸ τὰ λουτρά, ἀπὸ τὶς γυναῖκες, ἀπὸ τὶς διάφορες ματαιότητες, τί κέρδισες ἄραγε, ἀφοῦ ἔχασε τὴν ψυχή του; Πόσοι καὶ πόσοι ὕστερα ἀπὸ μιὰ ζωὴ γεμάτη λογῆς–λογῆς σαρκικὲς ἀπολαύσεις, κοσμικὲς τυμπανοκρουσίες, πλούτη, ρεκλάμες κλπ., ἔρχονται σ᾿ ἕναν λογαριασμὸ καὶ ξεζαλίζουνται ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ σπιρτόζα πιστὰ καὶ νοιώθουνε τὴ γύμνια τους καὶ ζητᾶνε τὸν ἑαυτό τους ποῦ βρίσκεται; Μ ἃ δὲν ὑπάρχει πιά. Ἐρημιά, ξέρακας τῆς ἀπελπισίας ζώνει τοὺς ἐγωιστές! Τρομάζουνε μὲ τὴ μοναξιά τους μόλις τὴ νοιώσουνε. Ἀπὸ πάνω τους ὁ οὐρανὸς εἶναι ἔρημος, ἀδειανός, ἡ γῆ ἔρημη, οἱ ἄνθρωποι καρδιὲς ἔρημες, γιατὶ ποτέ τους δὲν γνοιασθήκανε γι᾿ αὐτές, καὶ ἔτσι κόπηκε κάθε τρυφερὴ ἀνταπόκριση μαζί τους. Στὸ τέλος καταλαβαίνουμε οἱ τέτοιοι πὼς μὲ τὰ λεπτὰ δὲν ἀγοράζουνται ὅλα τὰ πάντα. Καὶ πώς, ἴσια – ἴσια, ὅσα δὲν ἀγοράζουνται μὲ τὰ λεφτὰ αὐτὰ εἶνε ποὺ ἔχουνε τὴν πιὸ μεγάλη ἀξία. Καὶ πὼς ἀπ᾿ αὐτὰ ἔχουνε μεγάλη ἀνάγκη, ἀπ᾿ αὐτὰ ποὺ δὲν ἀγοράζουνται. Σὲ ποιὸ μέρος πουλᾶνε τὴν ἡσυχία τῆς ψυχῆς, τὴν ἁγνότητα, τὴν ἁπλότητα, τὴν κρυφὴ χαρὰ ποῦ νοιώθει ὁ ἄνθρωπος κοντὰ στὸν Θεὸ σὲ στιγμὴ ποῦ ζεῖ κρυμμένος ἀπὸ τὸν κόσμο, τὴν πραότητα, τὴν ἀγάπη; Δὲν τὰ πουλᾶνε σὲ κανένα ἀπὸ τὰ μαγαζιὰ κι᾿ ἀπὸ τὰ παζάρια γιὰ τὸ διάφορο, τὴν ἀπονιὰ γιὰ τοὺς ἄλλους, τὴν ψευτιὰ κάθε λογής, κι᾿ ὅσα πᾶνε μαζὶ μ᾿ αὐτά, δηλαδὴ τὸν ἐγωισμό, τὴν περηφάνεια, τὴν καταλαλιὰ μ᾿ ἕναν λόγο τὸ χοντροπέτσιασμα τῆς ψυχῆς.
Τί μεγαλομανία σ᾿ ἔχει πιάσει, ἀδελφέ μου, καὶ δὲν βρίσκεις ἡσυχία καὶ χτίζεις πατώματα ἀπάνω στὰ πατώματα, κι᾿ ἔχεις δυὸ τρία αὐτοκίνητα καὶ κότερα καὶ κάθε λογὴς μάταια πράγματα! Γύρισε καὶ κύτταξε καὶ τὸν ἀδελφό σου, νὰ δροσισθεῖ ἡ ψυχή σου μὲ τὴν εὐλογημένη καλωσύνη, ποὺ τὴν ξεράνανε τὰ τσιμέντα, οἱ ψεύτικες κουβέντες, οἱ συμφεροντολογικὲς παρέες, οἱ συνοφρυωμένες ἀξιοπρέπειες. Ἂν δὲν μπορεῖς νὰ κάνεις θυσίες, τουλάχιστον νὰ συχαθεῖς τὴν ἀδικία. Μὴν ἀδικεῖς. Ἡ ἀδικία εἶναι σιχαμερὴ στρίγγλα, χωρίστρα τῶν ἀνθρώπων, ἀνθρωποκτονία σὰν τὸν πατέρα της τὸν σατανᾶ.
Τί θὰ δίνανε πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτούς, ποὺ κερδίσανε τὸν κόσμο καὶ χάσανε τὴν ψυχή τους, γιὰ νὰ νοιώσουνε ὅ,τι νοιώθουνε οἱ ἄλλοι ποὺ δὲν χάσανε τὴν ψυχή τους! Ἂν τύχει νὰ ξεκόψει κανένας τέτοιος ἀπὸ ψεύτικη παρέα του καὶ βρεθεῖ στὴ συντροφιὰ τῶν ἁπλῶν, τῶν ἀχάλαστων, νοιώθει πὼς ζεῖ ἀληθινὰ καὶ σὰν ἀπογευθεῖ τὰ ἁγνὰ αἰσθήματα ὕστερα ἀπὸ τὴ ψευτιά, καταλαβαίνει τέτοια χαρά, ποὺ κάνει σὰν τὸν ἄνθρωπο ποὺ ξαναγεννήθηκε, σὰν τυφλὸς ποὺ εἶδε τὸ φῶς του. Κάτι τέτοιοι δὲν ξεκολλᾶνε πιὰ οἱ κακόμοιροι ἀπὸ τὴ συντροφιὰ τῶν ἁπλῶν, τῶν γκαρδιακῶν ἀνθρώπων. Ἀλλὰ γιὰ νὰ ξεμακρύνει ἀπὸ τὰ ψεύτικα πρέπει νἄχει λίγη ψυχή. Ἀλλοιῶς δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει χωρὶς ψευτιά. Ὁ ἄμμος τῆς Σαχάρας, ὅση βροχὴ κι᾿ ἂν πέσει ἀπάνω του, δὲν φυτρώνει τίποτα.
Ἂν πεῖς πάλι σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἄλλους, τοὺς φτωχούς, νὰ περάσει μισὴ ὥρα μὲ τὴν παρέα τῶν κοσμικῶν, καλύτερα ἔχει νὰ τὸ βάλεις στὸ μπουντρούμι, παρὰ νὰ βλέπει καὶ ν᾿ ἀκούγει ἐκεῖνα τὰ ψεύτικα κομπλιμέντα, τὶς ἀνάλατες συζητήσεις, τὰ κρύα χωρατά. Στὴ συναναστροφὴ ποὺ κάνουνε αὐτοὶ οἱ ψευτισμένοι, θαρρεῖς πὼς τοὺς χωρίζει ἕνας τοῖχος τὸν ἕναν ἀπὸ τὸν ἄλλον. Ἐνῶ οἱ ἄλλοι, ποὺ ζοῦνε μακρυὰ ἀπὸ τὸν κόσμο, νοιώθουνε πὼς οἱ καρδιὲς τοὺς γίνονται ἕνα, πὼς ἀκουμπᾶ ὁ ἕνας ἀπάνω στὸν ἄλλον καὶ ξεκουράζεται. Ἀγαπᾶ καὶ ἀγαπιέται, χαίρεται καὶ δίνει χαρά. Ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὴ συντροφιὰ τῶν σαρκικῶν ἀνθρώπων στέκεται ὁ διάβολος καὶ τοὺς κάνει νὰ μιλᾶνε ὁλοένα γιὰ λεφτὰ καὶ γιὰ τὰ ὅμοια, γιὰ νὰ μὴ γροικήσουνε οὔτε τὸ φαγὶ ποὺ τρῶνε. Ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὴ συντροφιὰ τῶν ταπεινῶν στέκεται ὁ Θεός, κι᾿ ὅλα εἶνε εὐλογημένα.
Πετάξετε ἀπὸ πάνω σας τὴν ψευτιά. Ἀνοίξετε τὰ πανιά, νὰ τὰ φουσκώσει ὁ καθαρὸς ἀγέρας τοῦ πελάγου. Νὰ δροσισθεῖ ἡ ψυχή σας, νὰ νοιώσετε πὼς ζητᾶ ἀληθινὰ κι᾿ ὄχι ψεύτικα.
πηγή:νεκτάριος
Τετάρτη, Μαΐου 19, 2010
Άγιος Νικόλαος Πλανάς- Άλλη τις ξένη δύναμις τον εβάσταζε (του γέροντα Φιλόθεου Ζερβάκου)

Κατά το έτος 1905-1907 υπηρετών εις τας τάξεις του στρατού, εφοίτων εις την Βυζαντινήν Μουσικήν Σχολήν «Ιωάννης ο Δαμασκηνός», την οποίαν είχεν ιδρύσει ο εκ Μονεμβασίας συμπατριώτης μου, αείμνηστος Ανδρέας Τσικνόπουλος, μουσικοδιδάσκαλος. Εις την ιδίαν Σχολήν εφοίτα και ο επίσης συμπατριώτης μου εκ Συκέας της Λακωνίας Ιωάννης Αλεξάκης, μετέπειτα Ιεροψάλτης. Ούτος ημέραν τινά λέγει μοι: «Να έλθης εις τον μικρόν ναόν του Προφήτου Ελισσαίου, εις τον οποίον γίνονται κατανυκτικαί αγρυπνίαι και ψάλλουν βυζαντινά οι Παπαδιαμάντης, Μωραϊτίδης, Τσώκλης και άλλοι. Θα ωφεληθής και θα μάθης πολλά αναγκαία, χρήσιμα και ωφέλιμα δια την ιεράν υμνωδίαν».[...]
Εις τας αγρυπνίας ήρχετο ανήρ τις, Αλέκος το όνομα, όστις έψαλλε, αλλ' ήτο μέθυσος, και ότε ήτο μεθυσμένος έψαλλε με κατάνυξιν και με δάκρυα. Ο Παπαδιαμάντης που τον ήξευρε όταν έψαλλε με κατάνυξιν έλεγε: «ο Αλέκος έχει κρασοκατάνυξιν» και πολλάκις τον εδίωκεν εκ της εκκλησίας. Ο παπα-Νικόλας, ως απλούς και άκακος, επειδή κατά τον ίδιον σοφόν παροιμιαστήν: «άκακος ανήρ, παντί πιστεύει», έλεγε: «καλός, καλός ο Αλέκος, έχει κατάνυξιν, έχει φόβον Θεού», και ενίοτε μετά την αγρυπνίαν τω έδιδε και μικράν αμοιβήν. Τούτο υπήρξεν αφορμή εις τον Αλέκο να πλησίαση τον παπα-Νικόλα και να γίνη οικείος του και αχώριστος, αλλ' υπήρξε και αφορμή σκανδάλου εις τινάς αδελφούς και εις εμέ, όστις ήμην νέος 22 - 23 ετών και εγνωρίζαμε τον Αλέκο, τινές δε είπον εις τον παπα-Νικόλα να διώξη τον Αλέκον, διότι ήτο μέθυσος και γίνεται σκάνδαλον εις τους αδελφούς. Αλλ' ο παπα-Νικόλας με την συνήθη απλότητα του, έλεγε: «καλός, καλός ο Αλέκος, αγαπά την εκκλησίαν, ψάλλει καλά». Ως τόσον ο Αλέκος επήρε θάρρος και με τρόπον έβαζε το χέρι και εις την τσέπην του παπα - Νικόλα και του αφαιρούσε τα χρήματα που του έδιδαν οι ευλαβείς χριστιανοί, δια να μνημόνευση τα ονόματα των προσφιλών γονέων, τέκνων, αδελφών και συγγενών των εις τας αγρυπνίας και Λειτουργίας.
Κάποτε ο παπα - Νικόλας είχε εις την τσέπη του αρκετά κέρματα και ο Αλέκος έβαλε το χέρι του και προσεπάθει να τα πάρη όλα. Ο παπα-Νικόλας αντελήφθη τούτο και χωρίς να θυμώση, να τον υβρίση, να τον ελέγξη, ηρκέσθη και τω είπε με πραότητα: «Αλέκο ήσυχα, ήσυχα- ήσυχα Αλέκο». Ο Αλέκος εξηκολούθει αφόβως και εισήρχετο ενίοτε και εις το Άγιον θυσιαστήριον και του αφήρει ό,τι είχε. [...]
Απορίαν και θαυμασμόν μοι προξενεί, όταν αναλογισθώ, ότι ο παπα-Νικόλας επί 15 περίπου ώρας ίστατο άυπνος και όρθιος, καίτοι υπέφερεν από τους πόδας του και είχε και άλλας ασθενείας. Ίστατο όλην την αγρυπνίαν 10-11 ώρας και κατά τα εξημερώματα μετέβαινεν εις την ενορίαν του και συνέχιζε τον Όρθρον και την Λειτουργίαν, άλλας 4-5 ώρας. Δεν θα ήτο δυνατόν να ίσταται τόσος ώρας, εάν δεν είχε υπομονήν μεγάλην. Αλλά και όσον μεγάλην υπομονήν εάν είχε, πάλιν δεν θα εβάσταζε. Τον παπα-Νικόλα άλλη τις ξένη δύναμις τον εβάσταζε: η δύναμις του Θεού, η χάρις του Αγίου Πνεύματος, «η τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα», η τα αδύνατα δυνατά ποιούσα. Αρμόζει να είπη τις, ότι εν τω π. Νικολάω δεν έζη ο Νικόλαος, αλλά το εν ταις καρδίαις των πραέων αναπαυόμενον Πνεύμα Κυρίου: «εν καρδίαις πραέων αναπαύσεται πνεύμα Κυρίου, καρδία δε ταραχώδης καθέδρα διαβόλου», λέγει ο σοφός Παροιμιαστής.
Ο π. Νικόλαος ουδέποτε εταράχθη, ουδέποτε εθύμωσε, πάντας ηγάπα, υπέρ πάντων ηύχετο. Είχε δε την νοεράν προσευχήν, το χαροποιόν πένθος, το αείρυτον δάκρυον, άτινα τον κατέστησαν πράον και κληρονόμον της γης των πραέων, της Βασιλείας των Ουρανών.
Ας μιμηθώμεν και ημείς, αγαπητοί, κατά το δυνατόν, την ταπείνωσιν του αγίου παπα-Νικόλα, δια να επιβλέψη και εις ημάς ο Κύριος και μας υψώση. Ας μιμηθώμεν την πραότητα αυτού, δια να αναπαυθή και εις τας ιδικάς μας καρδίας το Πνεύμα του Κυρίου, ας μιμηθώμεν την εκείνου υπομονήν, ίνα εν τη υπομονή ημών κτησώμεθα τας ψυχάς ημών, και ούτω κληρονομήσωμεν την Ουράνιον και αιώνιον Βασιλείαν του Θεού. Ης γένοιτο πάντας επιτυχείν, ελέει και οικτιρμοίς, χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ι. Χριστού, και δια πρεσβειών της Πανάχραντου Μητρός Αυτού και πάντων των Αγίων. Αμήν.
Αρχιμ. ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ
Πηγή περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ ΤΕΥΧΟΣ 16 (από το βιβλίο Ο παπα Νικόλας Πλανάς Εκδόσεις «ΑΣΤΗΡ» Αθήνα 1979. )
Πέμπτη, Φεβρουαρίου 25, 2010
Ο μπαρμπα Μανώλης ο Βασιλές

Φώτης Κόντογλου «Το Αΐβαλί η πατρίδα μου», εκδ.Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, 1991
«Από ΝΑΝΑΚΟΥ ΑΡΧΕΣΘΑΙ», λέγανε οι αρχαίοι Έλληνες, όποτε θέλανε να μιλήσουνε για τα παλαιά πράγματα. Ο Νάνακος ήτανε βασιλιάς της Ηπείρου πριν από τον Δευκαλίωνα, που στα χρόνια του έγινε ο κατακλυσμός. Ο μπαρμπα Μανώλης ήτανε Νάνακος παμπάλαιος, Μαθουσάλας. Μπορεί να μην ήτανε παραπάνω από ενενήντα πέντε χρονών, αλλά η όψη του, το παρουσιαστικό του, ήτανε τέτοιο, που τον έδειχνε πολύ πιο αρχαίο και σεβάσμιο.
Αθώος, άκακος, του παλιού καιρού άνθρωπος. Δεν θύμωσε ποτές, δεν έβρισε ποτές, δεν κακολόγησε ποτές. Πάντα γλυκομίλητος, μ' όλο που ήτανε λιγόλογος και σοβαρός. Όλοι τον αγαπούσανε. Οι Τούρκοι τον λέγανε «Ιχτιάρμπαμπά», που θα πει «Γεροπατέρας». Σπουδασμένοι και απλοί πηγαίνανε κοντά του, σαν να 'τανε ο μπαρμπαΜανώλης ένα ισκιερό δέντρο μέσα στην κάψα του καλοκαιριού.
Στο κορμί ήτανε κοντός, πάντα ξυπόλητος, με βρακί ανασκουμπωμένο και δεμένο με το ζουνάρι του, γιατί θαλάσσωνε για να βγει από τη βάρκα του, που ήτανε παμπάλαια σαν και εκείνον κι όσο που χωρούσε τρειςτέσσερες νοματέους. Ήτανε πάντα κατακάθαρος. Τον περισσότερο καιρό ήτανε με το πουκάμισο κοκκαλιασμένο από την αρμύρα, όπως ήτανε και τα βρακιά του και το φέσι του, που είχε γίνει σκληρό σαν την κορόνα του δεσπότη. Τα μάτια του ήτανε κόκκινα από τον ήλιο κι από την αρμύρα, μάτια καλοκάγαθα, αθώα, ντροπαλά. Περπατούσε με τα χέρια πίσω, κι όλο χάμω έβλεπε, συλλογισμένος, και κάθε τόσο κουνούσε το κεφάλι του και σκούπιζε τα μάτια του που δακρύζανε. Είχε μια κόρη χηρευάμενη, και κείνη τον διατηρούσε.
Το σπίτι της ήτανε στα Πλιθάρια, στην άκρη της πολιτείας, εκεί που είχε καμίνια και κάνανε τούβλα, κεραμίδια κι ασβέστη. Εκεί πέρα ζούσανε του θεού άνθρωποι, ξοχάρηδες, κεραμιδάδες, ασβεστάδες, αλμπάνηδες κι άλλοι τέτοιοι απλοί άνθρωποι. Εκεί ήτανε κ' η μικρή εκκλησιά τ' Άγι'Αντώνη, που ήτανε ο πρεπούμενός τους άγιος. Από τον μεγάλο δρόμο που πήγαινε στο Ντικελί και στην Πέργαμο, μέσα στην Ανατολή, περνούσανε όλη μέρα άλογα, νταλίκες (Αμάξια αλαφριά για τους ανθρώπους), αραμπάδες, γαϊδάροι, βόδια, καμήλες, θαρρούσε κανένας πως βρίσκεται στο Μπαγντάτ. Ήσυχη, ειρηνεμένη ζωή. Τα καμίνια καπνίζανε, στα πηγάδια με τις μεγάλες πεζούλες βγάζανε νερό τα κορίτσια με τα φαρδιά φουστάνια και με τα τσεμπέρια, οι γαϊδάροι βοσκούσανε και γκαρίζανε, οι καμήλες ανηφορίζανε αργοπερπατώντας στον μεγάλο δρόμο, Ρωμιοί και Τούρκοι Γιουρούκηδες ανεβοκατεβαίνανε. Σε κανέναν καφενέ καθόντανε ένας δυο γέροι και φουμάρανε ναργκιλέ.
Το σπίτι του Βασιλέ ήτανε από τα πιο φτωχά, κατακάθαρο, ασβεστωμένο πάντα, κάτασπρο, κοντά στον Άγιο Γιώργη το Τάσ', που τον λέγανε έτσι επειδής είχε μια βρύση μ' ένα έμορφο τάσι, κρεμασμένο με μιαν αλυσίδα, για να πίνει ο κόσμος. Εκεί κοντά βρισκότανε και του Ντέντου ο καφενές. Εκεί πήγαινε ο μπαρμπαΒασιλές, το βράδι που γύριζε από τις ακρογιαλιές, εκεί που έβγαζε χάβαρα, μύδια, καλόγνωμες, φούσκες, χιβάδες, κοχύλια κι άλλα θαλασσινά. Τον περισσότερον όμως καιρό τον περνούσε μακριά από την πολιτεία, στα έρημα κατάγιαλα, στον ανοιχτόν αγέρα, στον Άγιο Νικόλα, στην ΑγιάΠαρασκευή, στη Νησοπούλα, στην Αμπέλα, μέσα στο μπουγάζι. Παραπέρα δεν πήγαινε. Την όξω θάλασσα, το πέλαγος, δεν το είδε ποτές του. Το σκαφίδι του, η φελούκα του, ήτανε από τα χρόνια του Νώε. Είχε γίνει σαράβαλο. Σάπισε, ανοίξανε οι αρμοί της. Μα ο μπαρμπαΜανώλης όλο τη μερεμέτιζε. Την έγερνε στην μπάντα, την καλαφάτιζε με στουπί, και δος του από πάνω πηχτή πίσσα, που δεν φαινότανε πια σανίδι, ούλη η σκάφη ήτανε πισσωμένη. Και όμως, πώς τα κατάφερνε να μην παθαίνει τίποτα με τις φουρτούνες, με κείνον τον σκυλοπνίχτη, που τον είχε εξήντα χρόνια και παραπάνω~
Την βάρκα του την έδενε σ' ένα παλούκι μέσα σ' έναν μικρόν κόρφο, που τον αποσκέπαζε από βοριά μια χαμηλή μύτη που τη λέγανε Γλώσσα και που βρισκότανε αντίκρυ στην Αγιά Παρασκευή. Ανάμεσα ήτανε ένα στενό πέρασμα θάλασσα, κι ο μπαρμπαΒασιλές έβαζε μέσα στη βάρκα του και περνούσε αντίκρυ όποιον ήθελε να περάσει στην ΑγιάΠαρασκευή και τον ξανάφερνε, αν δεν ήτανε ν' απομείνει εκεί πέρα. Εκεί που βρισκότανε το παλούκι, ήτανε ρηχά τα νερά, κι ο μπαρμπαΜανώλης, αφού σιγουράριζε καλά τη βάρκα, θαλάσσωνε μ' ανεβασμένο το βρακί του, κ' έβγαινε όξω. Η βάρκα γύριζε ένα γύρο στο παλούκι, όποιος καιρός κι αν έπιανε.
Στην ΑγιάΠαρασκευή την άραζε στο μικρό το λιμανάκι, που 'χε μια χτισμένη αραξιά, κατά τη νοτιά. Ύστερα ανέβαινε σιγά σιγά τον ανήφορο με τα χέρια πίσω και σκυφτός, και πήγαινε στο μοναστήρι, στον γούμενο τον Στέφανο και στις αδερφάδες του, την κεραΖαχαρώ, τη Βανθίγια και τη Φιβρουνίγια, που τον αγαπούσανε σαν πατέρα τους. «Ώρα καλή, μουρά μ'!» «Καλώς τον μπαρμπα Μανουλέλ'!» Σκούπιζε τα μάτια του ο μπαρμπα Μανώλης. «Πέθανι ου Παναγής ου Σωτηρίου, κουτζάμ παλληκάρ'! Ιχτές πέθανι, τ' νύχτα! Αχ! Γιατί δεν πήρι ιμένα, του γέρου, ου μιγαλουδύναμους~» Καθότανε στην πεζούλα, έβγαζε το φέσι του, που ήτανε σκληρό σαν περικεφαλαία, κ' έπαιρνε από μέσα ένα χαρτί διπλωμένο, το έδινε στις γυναίκες κ' έλεγε: «Έχιτι μια γραφή απ' την Παρασκιβγή τ' Χατζηγιάννινα. Είπι ν' ανάψιτι μια λαμπάδα στ' χάρη τς. Κι αυτή χαρουκαμέν'! Πλούσια γυναίκα, τ' Αβραγιάμ κι τ' Ισαγιάκ τα καλά έχ'! Τι να κάν'ς~ Ου μιγαλουδύναμους να δίν' έλεγους, να παρ'γουριέτι ου πικραμένους ου κόσμους!»
Σ' όλο το μπουγάζι τριγύριζε, μα η αγάπη του ήτανε η Αγιά Παρασκευή. Ο γούμενος κ' οι αδερφάδες του του λέγανε να του πάρουνε μια καινούργια βάρκα, μα εκείνος δεν το παραδεχότανε, δεν ήθελε με κανέναν τρόπο ν' αποχωριστεί το σάπιο σκαφίδι του. Κι ούτε ήθελε τα καλά τα φαγιά που του βάζανε να φάγει. Έπαιρνε λίγες ελιές, ψωμί, λάδι, γλυκάδι, κανένα κρομμύδι, και κατέβαινε στην ακροθαλασσιά, έμπαινε στη βάρκα του, έβγαζε ένα τσουπί, το έστρωνε κάτω από έναν πρίνο, που τον είχε σαν δικόν του, καθότανε διπλοπόδι, έκανε τον σταυρό του κ' έτρωγε. Κοντά του είχε και το λαγήνι με το νερό. Εκεί έπινε νερό. Μα, σαν πήγαινε στην πολιτεία, στου Ντέντου τον καφενέ, είχε πάντα ένα καλάθι με μεζέδες, φρέσκα θαλασσινά, και τότες έπινε κρασί μαζί με τον Ντέντο και με τη συνοδεία. Τότε παράπινε καμμιά φορά και κοκκινίζανε η μύτη και τα μάγουλά του, και τότες έλεγε: «Τώρα είμι βασιλές!» απ' αυτό τον βγάλανε μπαρμπαΒασιλέ. Αφού έτρωγε, ξάπλωνε κάτω από τ' αγριόδεντρο, και τον νανούριζε το βουητό της θάλασσας και κανένα πουλάκι που καθότανε στο δέντρο από πάνω του. Μηδέ έγνοιες, μηδέ συλλογές, μηδέ πλούτη, μηδέ πολυτέλειες, μηδέ τίποτα.
Μακάριος, αληθινός βασιλές. Μέσα σε κείνη τη σκάφη την πισσωμένη πέρασε όλη τη ζωή του, όποτε ήτανε καλοκαίρι. Τον χειμώνα μαζευότανε στο σπίτι της κόρης του, και πήγαινε και στου Ντέντου τον καφενέ. Μα και τον χειμώνα δεν απόλειπε από την Αγιά Παρασκευή. Μιλούσε από μέσα του μ' όλη την πλάση, με τη θάλασσα, με τη στεριά, με τα δέντρα, με τον αγέρα, με τη βροχή, με τις πέτρες. Σαν να τον αγαπούσαν όλα. Τόσες φουρτούνες πέρασε με κείνο το καρυδόφλουδο, και δεν έπαθε τίποτα. Θαρρείς πως η θάλασσα μέρευε. Σε καιρό που ποδίζανε μεγάλα καΐκια, φουρτούνα κιαμέτι, ο μπαρμπα Μανώλης περνούσε το μπουγάζι με το σκαφίδι του. «Ιμένα, κεραΒανθίγια, μι κυλά η θάλασσα σα να είμι στην κούνια μ!» Όποτε είχε μέσα στη βάρκα του τίποτα γυναίκες και ξεφωνίζανε, φοβισμένες από τη φουρτούνα, ο μπαρμπαΜανώλης έλεγε: «Μουρή, τι τσιρίζιτι~ Τι έχ' η θάλασσα, βρε χριστιανή μ'~ Χαρά Θιού!» Έδινε της πιο θαρρευάμενης έναν ντενεκέ για να βγάζει τα νερά από τη σεντίνα, και της έλεγε: «Βουγήθα, μουρή κόρη μ'! Μην απολπίζισι!» Η πολιτεία τ' Αϊβαλιού έπεφτε κατά το βοριά, κ' η θάλασσα από κει κατέβαζε τα κύματά της κατά την ΑγιάΠαρασκευή, όποτε φυσούσε βοριάς γραίγος.
Ο μπαρμπαΜανώλης, σαν τύχαινε κ' είχε απομείνει απάνω στην Αγιά Παρασκευή με βοριά φουρτουνιασμένον, τραβούσε κατά το βορινό μέρος, κοίταζε στην πολιτεία, στην ακροθαλασσιά που χτυπούσανε οι θάλασσες, ερχόμενες από το πέλαγο που ήτανε όλο άμμος. Έπαιρνε την ακρογιαλιά και πήγαινε γιαλό γιαλό, και μάζευε ό,τι εύρισκε, ξύλα από μαδέρια καμμιανής βάρκας, κανέναν μπάγκο, παλιά σκοινιά, ντούγιες βαρελίσιες, κανένα κομμάτι καραβόπανο. Καμμιά φορά πετούσε όξω η θάλασσα και κανένα βαρέλι, καμμιά μεγάλη σανίδα, καμμιά κάσα, κανένα σεντούκι. Μάζευε και λογιώνλογιών κουτιά, πορτοκάλια, λεμόνια, που τα πετούσανε από τα Λεμονάδικα τα χιώτικα καΐκια.
Σαν του λέγανε: «Γιατί, μπαρμπαΜανώλη, πας και κουράζεσαι και γυρίζεις μέσα στο κρύο~» Εκείνος αποκρινότανε, δείχνοντας κατά τ' Αϊβαλί: «Πουλιτείγια είνι χτισμέν', κόρη μ'. Ειδών ειδών πράματα πέφτ'ν στ' θάλασσα. Μπουρεί να πέσ' όξου κι καμμιά βάρκα, να δώσουμ' είδησ' να τ'ν πάρουν. Μπουρεί να καΐναντίσ' κι κανένα καϊκ', να δώσουμι βογήθεια. Η Χάρη τς να φυλάγ' τουν κόσμου!» Κ' έκανε τον σταυρό του. Καμμιά φορά μου έλεγε και κανένα ιστορικό, από τον καιρό που βαθύνανε με τις φαγάνες το Ταλιάνι, δηλαδή το μπάσιμο του μπουγαζιού, που ήτανε ρηχό, για να περνούνε τα μεγάλα καράβια και τα παπόρια. Είχε την ιδέα πως αυτά τα μεγάλα πλεούμενα είχανε φέρει όλα τα κακά και τις αρρώστειες: «Απού τότις που άνοιξαν του Ταλιάν', γυιε μ' Φουτέλ', τουρλούτουρλού αστένειες ήμπαν' μέσα στ'ν πουλιτείγια, του χτικιό, του στενούς (Το άσθμα), ου νταμπλάς. Πού ξέραμ' ιμείς τέτοια πράματα~» Μιλούσε με θαυμασμό για τη Ρωσία, που τη φοβότανε ο Τούρκος και δεν τυραγνούσε τη Χριστιανωσύνη: «Απού τότις που φάνηκ' η Χριστιανουσύν', η Ρουσίγια μας προυστατεύγ', γιατί ου Τούρκους μόνε του Ρούσου φουβάτι. Άμα ακούσ' «Μουσκόβ», πιάνιτι του κάτουρό τ'! Τουν έτριψι τα μούτρα τ' ου βασιλές τσ' Ρουσίγιας, ου Μέγας Ικατιρίν'ς. Γιατ' έχουμι την ίδια θρησκείγια, τ'ν Ουρθουδουξίγια, τ'ν αληθινή τ'ν πίστ'. Για τούτου οι Φράγκ', τα πουντίκια, ξιστρατέψαν καταπάνου τς, στουν πόλιμου τσ' Κριμαίγιας, μαζί με τουν Τούρκου, η Αγγλίγια, η Γαλλίγια κ' η Σαρδέλα ( Η Σαρδηνία..).»
Μια μέρα αρρώστησε ο μπαρμπα Μανώλης, πρώτη φορά στα ενενηνταοχτώ χρόνια που έζησε σε τούτον τον κόσμο. Μ' όλα τα παρακάλια, δεν θέλησε να βγει από τη βάρκα. Κειτότανε εκεί μέσα, σκεπασμένος μ' ένα πάπλωμα. Γύρεψε τον γούμενο να τον ξομολογήσει, και κείνος κατέβηκε με τ' Άγιο Ποτήριο και τον ξομολόγησε μέσα στη βάρκα και τον κοινώνησε. Μα τι να ξομολογηθεί ο μπαρμπα Μανώλης~ Όσες αμαρτίες είχε κάνει το αγριοπούλι που καθότανε στον πρίνο, όσες αμαρτίες είχε κάνει η πέτρα που κειτότανε στην ακρογιαλιά, όσες αμαρτίες είχε κάνει ο πρίνος, όσες αμαρτίες έκανε η παλιόβαρκά του, άλλες τόσες είχε κανωμένες κι ο μπαρμπα Μανώλης. Κειτότανε μέσα στην πισσωμένη φωλιά του, και περίμενε να τον πάρει ο Ταξιάρχης, ήσυχος και βλογημένος. Τα κυματάκια αργοσαλεύανε την κούνια αυτού του νήπιου, του μπαρμπα Μανώλη, κι από πάνω από το κεφάλι του άναβε το καντήλι κάτω από την πλώρη, μπροστά στο σαρακοφα γωμένο κόνισμα του Άγιου Νικόλα. Την άλλη μέρα ο γούμενος ο Στέφανος κατέβηκε με τους παραγυιούς του, με τον Μιχάλη τον Ζαφειρίου τον ψάλτη, με τον Βασίλη τον Κλαδίτη, με τον Ξενοφών, με τον τσομπάνη τον Γιάννη τον Μπαρμπάκο, και σηκώσανε τον μπαρμπαΜανώλη, μέσα σ' ένα καθαρό σεντόνι, και τον ανεβάσανε απάνω στο μοναστήρι. Οι γυναίκες τον αλλάξανε και τον βάλανε απάνω σ' ένα αρχοντικό μεντέρι, σαν να 'τανε αληθινός βασιλιάς. Ο γούμενος διάβαζε από πάνω του ως τα μεσάνυχτα, κ' ύστερα πήγε να ξαπλώσει λίγο, κι απομείνανε οι γυναίκες. Πότε παράδωσε το πνεύμα του στον Κύριο κανένας δεν το κατάλαβε, γιατί μηδέ βαριανάσανε, μηδέ αναστέναξε, μηδέ άλλαξε ολότελα η όψη του. Έτσι έφυγε από τούτον τον κόσμο ο μπαρμπα Μανώλης ο Βασιλές, που δεν είχε τίποτα εξόν από τη βάρκα του, και τον θάψανε πίσω από την εκκλησία της Αγιάς Παρασκευής, με το κόνισμα τ' Άγιου Νικόλα στο στήθος του.
«Και απέθανε Μανουήλ ο Βασιλεύς, και προσετέθη προς τους πατέρας αυτού.» Οι παλαιοί ζωγράφοι που ζωγραφίζανε τη Δευτέρα Παρουσία, παριστάνουνε στον ουρανό τον Χριστό καθισμένον στον θρόνο του για να κρίνει τον κόσμο, κι από τις δυο μεριές καθισμένους τους Δώδεκα Απόστολους. Από το υποπόδιο του θρόνου βγαίνει ο πύρινος ποταμός, που μέσα σ' αυτόν καίγουνται οι αμαρτωλοί, που τους καταπίνει ο βύθιος δράκων. Οι αρχάγγελοι κράζουνε με τις σάλπιγγες, και σηκώνουνται από τα μνήματα οι νεκροί τρομαγμένοι. Ένας άγγελος τυλίγει τον ουρανό σαν να 'ναι χαρτί, κι άλλος ζυγιάζει τις ψυχές. Οι άνεμοι φυσούνε θυμωμένοι από τις τέσσερες μεριές της οικουμένης, θηρία και τέρατα καταβροχθίζουνε κεφάλια, χέρια, πόδια ανθρώπινα. Οι δαίμονες τρίζουνε τα δόντια τους. Η κτίση όλη ταράζεται από τα θεμέλια της. Οι ψυχές τρέμουνε σαν τα ξερά φύλλα που τα παίρνει ο δρόλαπας. Ο ήλιος μαύρισε και καρβούνιασε, και το φεγγάρι έσβησε. Φόβος και τρόμος πλακώνει όλη την οικουμένη.
Μονάχα ένας άνθρωπος δεν ταράζεται, ένα γεροντάκι, ταπεινό και ήσυχο, που αργοπερπατά με το ραβδάκι του, μέσα στην κοσμοχαλασιά, και πορεύεται θαρρετά προς τον θρόνο του Χριστού. Αυτός είναι ο «Ελάχιστος», όπως είναι γραμμένο στην εικόνα, δηλαδή ο πιο τιποτένιος, ο πιο καταφρονεμένος σε τούτον τον κόσμο. Τούτος ο «Ελάχιστος» είναι ο μπαρμπα Μανώλης ο Βασιλές, που ανοίξανε οι πόρτες τ' ουρανού για να μπει μέσα στον Παράδεισο.
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 30, 2009
Μέγας Βασίλειος και Μόδεστος

"Tι να πρωτοπεί κανείς για τον Μέγα Βασίλειο,τον ουρανοφάντορα ιεράρχη της Καισαρείας;Έζησε μόλις 49 χρόνια κι όμως έκανε τόσα στη ζωή του ,όσα πολλοί από εμάς δε θα κάναμε ακόμα κι αν ζούσαμε πολλούς αιώνες.
Το κέιμενο που ακολουθεί λέει τα πάντα για το ήθος και το φρόνημα του αγίου Βασιλείου.Χρόνια πολλά ,καλή χρονιά σε όλους με τις ευχές του καππαδόκου αγίου μας ,ο οποίος ασφαλώς και δεν έχει καμμία σχέση με το καλοταϊσμένο κακέκτυπο made by Coca cola !
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: « Πως σκέφτηκες σύ, Βασίλειε - δεν τον ονόμασε επίσκοπο - και τολμάς να αντιστέκεσαι ενάντια στην εξουσία και να φέρεσαι μόνος συ με τόση αυθάδεια;
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Γιατί μου κάνεις τέτοια ερώτηση; Ποια είναι η απείθεια και η υπεροψία μου; Γιατί ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω.
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Γιατί δεν ακολουθείς την θρησκεία του αυτοκράτορα, ενώ όλοι πιά οι άλλοι υποτάχτηκαν και νικήθηκαν;
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Δεν είναι αρεστά αυτό στο δικό μου Βασιλιά. Ούτε ανέχομαι να προσκυνώ το Χριστό σαν κάποιο κτίσμα, όπως τον θεωρείτε σεις οι αιρετικοί, αφού εγώ είμαι κτίσμα του Θεού.
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Και μάς πώς μάς θεωρείς; Δεν είμαστε τίποτε ημείς, που διατάζουμε αυτά; Πώς λοιπόν; Δεν θεωρείς μεγάλο και τιμητικό το να ταχθής με το μέρος μας και να έχης φίλους και συντρόφους;
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ:Αναγνωρίζω και δεν αρνούμαι ότι σείς είσθε ύπαρχοι και επιφανείς, αλλά καθόλου ανώτεροι από το Θεό. Και θεωρώ σπουδαία τη φιλία σας, αλλά και ισάξια με τη φιλία των άλλων ανθρώπων που πιστεύουν. Γιατί δεν είναι επίσημος ο Χριστιανισμός από την αξία των προσώπων που ανήκουν σ΄ αυτόν, αλλά από την πίστη.
Στο σημείο αυτό ο ύπαρχος ταράχθηκε. Άναψε από το θυμό του. Σηκώθηκε από την έδρα του και με λόγια ορμητικά είπε:
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Πως λοιπόν δεν φοβάσαι την εξουσία;
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Τι θα μου συμβή; Τι πρόκειται να πάθω;
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Τι θα πάθης; Ένα από τα πολλά που έχω στην εξουσία μου.
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Ποια είναι αυτά; Πες μου τα, για να ξέρω.
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Δήμευση, εξορία, βασανιστήρια, θάνατος.
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Απείλησε τίποτε άλλο, αν υπάρχη. Γιατί κανένα απ΄ αυτά που ανέφερες, δεν μπορεί να με θίξη και να με βλάψη.
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Πως είναι δυνατόν και με ποίο τρόπο θα τα καταφέρης;
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Γιατί δήμευση περιουσίας δεν μπορεί να πάθη εκείνος που δεν έχει τίποτα, εκτός αν πάρης τα τρίχινα αυτά φτωχά ρούχα και τα λίγα βιβλία, από τα οποία αποτελείται ολόκληρη η περιουσία μου. Εξορία δεν ξέρω αφού δεν είμαι πουθενά εγκατεστημένος και ούτε αυτή τη πόλη του κατοικώ τώρα, θεωρώ δική μου, αλλά θα έχω πατρίδα μου κάθε τόπο, στον οποίο θα με ρίξουν. Και μάλλον κάθε τόπο του Θεού, όπου εγώ είμαι ξένος και πάροικος. Τα βασανιστήρια πάλι τι μπορούν να κάνουν σε άνθρωπο που δεν έχει σώμα, εκτός αν λές βάσανο την πρώτη πληγή με την οποία θα πέσει το σώμα αυτό. Μόνο της πληγής αυτής είσαι κύριος. Και ο θάνατος θα είναι για μένα ευεργεσία, γιατί θα με στείλει γρηγορότερα στο Θεό, για τον οποίο ζω και πολιτεύομαι και χάρη του οποίου νεκρώθηκα και προς τον οποίο από καιρό τώρα σπεύδω.
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Κανείς μέχρι σήμερα δε μίλησε με τέτοιο τρόπο και με τόση μεγάλη παρρησία σε μένα τον Ύπαρχο.
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Ίσως δε συνάντησες ποτέ ΕΠΙΣΚΟΠΟ. Γιατί αν συναντούσες πραγματικό Ιεράρχη, που ν΄ αγωνίζεται για την ορθή πίστη, με αυτό τον τρόπο θα σου απαντούσε. Ημείς Ύπαρχε, σε όλα τα άλλα ζητήματα είμαστε επιεικείς και ταπεινότεροι από κάθε άλλο άνθρωπο, γιατί τέτοια εντολή έχουμε από τον Κύριο. Και όχι μόνο σε τόση μεγάλη εξουσία, όπως η δική σου, αλλά ούτε στον τυχόντα άνθρωπο σηκώνουμε μάτια. Αλλά όπου πρόκειται για το Θεό και κινδυνεύει η πίστη, σ΄ Αυτόν μόνο αποβλέπουμε. Φωτιά και ξίφος και θηρία και νύχια που κόβουν τις σάρκες είναι για μας αυτά περισσότερο ευχαρίστηση παρά εκφοβισμός και κατάπληξη. Γι΄ αυτό βρίζε, φοβέριζε, κάνε ό,τι θέλεις, χρησιμοποίησε την εξουσία σου. Ας ακούση την απάντηση αυτή και ο Βασιλιάς. Δεν θα υποτάξης, ούτε θα με πείσης να ταχθώ με το μέρος της αιρετικής ασέβειας, έστω και αν με απειλήσης με ακόμη τρομερότερα.»
Διάλογος του Μ.Βασιλείου με τον έπαρχο Μόδεστο ο οποίος προσπάθησε να τον πείσει να γίνει αρειανιστής ,όπως ήταν και ο αυτοκράτορας Ουάλης.Tα παραπάνω ας τα διαβάσουν οι φλύαροι αρχαιόπληκτοι και οι λοιπές νεοεποχικές δυνάμεις που λένε πως ,δήθεν, η Εκκλησία του Χριστού,βασίστηκε στην κρατική εξουσία για να επικρατήσει ενώ η αλήθεια είναι ότι από τις αρχές τής ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας η Ορθόδοξη Εκκλησία διώχθηκε ακόμα και από «χριστιανούς» αυτοκράτορες".
ΠΗΓΗ:http://misha.pblogs.gr/2009/01/m-basileios-o-thanatos-gia-emena-einai-efergesia.html#comments
(κράτησα τις παρατηρήσεις του misha ως έχουν , γιατί με εκφράζουν,εικόνα :Καππαδοκία)







