ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σαλότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σαλότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Ιουλίου 21, 2019

Ο εκπληκτικός βίος του Αγ.Ιωάννη του ασκητή και του Αγ.Συμεών του δια Χριστόν σαλού

 Στην εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού του έτους 518 πήγαν στα Ιεροσόλυμα να προσκυνήσουν και δυο νέοι, φίλοι αχώριστοι, από την Έδεσσα της Συρίας.
 Μετά την προσκύνηση του Σταυρού του Χριστού είπαν να επισκεφτούν μοναστήρια και ασκητήρια για να πάρουν ευχές και νουθεσίες από τους ασκητές. Χάρηκαν τόσο πολύ από την περιήγηση αυτή και την επαφή τους με τους μοναχούς, που ήθελαν να μείνουν εκεί. Σ’ ένα μοναστήρι λοιπόν έγιναν μοναχοί κι από ‘κει αναχώρησαν μόνοι για την έρημο. Κοντά στη Νεκρά θάλασσα βρήκαν σπήλαια και κατοίκησαν. Εκεί ζούσαν ασκητικά, προσευχόμενοι και διαβάζοντας τις Γραφές καθημερινά. Καθάριζαν το νου και την καρδιά τους από κάθε επιθυμία κοσμική, ώσπου έφτασαν σε κατάσταση απάθειας, δηλαδή, δεν επιθυμούσαν πια τίποτε κακό ούτε μπορούσαν να σκεφθούν κάτι αντίθετο από το θέλημα του Θεού. Πέρασαν εκεί είκοσι εννέα χρόνια.

Μια μέρα λέει ο Συμεών στον Ιωάννη: «Έχω μία εσωτερική πληροφορία, που μου λέει να πάω στον κόσμο. Ίσως εκεί βοηθήσω και κάποιους άλλους να βρουν το δρόμο του Θεού». Μα ο Ιωάννης δεν ένοιωθε πως ήταν έτοιμος ή ικανός για κάτι τέτοιο. Μάλιστα προσπαθούσε να μεταπείσει το συνασκητή του ν’ αλλάξει γνώμη. Ο Συμεών όμως είχε μία εσωτερική σιγουριά για την απόφαση αυτή. Έτσι μια μέρα αποχαιρέτησε το φίλο του κι έφυγε για τον κόσμο. «Πάω να περιπαίζω τον κόσμο» του είπε.
Αποτέλεσμα εικόνας για СИМЕОН ПАЛЕСТИНСКИЙ, ЕМЕССКИЙ, ПРП., ХРИСТА РАДИ ЮРОДИВЫЙ
Πήγε πρώτα στα Ιεροσόλυμα. Εκεί προσκύνησε τους Αγίους Τόπους και μετά έφυγε για την πατρίδα του, την Έδεσσα. Κατά την επαφή του με τον κόσμο, συνέχεια γίνονταν θαύματα με την προσευχή του και το άγγιγμα των χεριών του. Όμως παρακάλεσε το Θεό να τον προστατεύσει, να μην γνωρίσουν οι άνθρωποι ποιος ήταν. Γι’ αυτό και ο ίδιος προσποιείτο πως ήταν σαλός, δηλαδή τρελός. Άρχισε τις τρέλες του με την είσοδό του στην πόλη. Βρήκε έναν ψόφιο σκύλο, τον έδεσε με το ζωνάρι του και σέρνοντάς τον μπήκε στην πόλη. Εκεί κοντά ήταν ένα σχολείο. Μόλις τον είδαν τα παιδιά, τον πήραν για τρελό, έτρεχαν ξωπίσω του και τον γιουχάιζαν.

Σαν ήρθε στη αγορά τον βρήκε κάποιος εστιάτορας και τον προσέλαβε να πουλά ξηρές τροφές. Αυτός μόλις ανάλαβε καθήκοντα πωλητή άρχισε να τρώει, (είχε μία βδομάδα να φάει). Όταν χόρτασε, άρχισε να διαμοιράζει τις υπόλοιπες τροφές στους ζητιάνους. Σαν τον πήρε είδηση ο ιδιοκτήτης, τον έδιωξε βρίζοντας και κλωτσοκοπώντας τον. Ο Όσιος Συμεών έφυγε, μα επέστρεψε πάλι το απόγευμα. Μπήκε στο εστιατόριο με αναμμένα κάρβουνα στη χούφτα του και λιβάνι. Θύμιαζε το μαγαζί και τους παρευρισκόμενους. Όταν είδε αυτό το θαύμα η γυναίκα του εστιάτορα, ευλαβήθηκε πολύ τον Άγιο και ολόκληρη η οικογένεια επέστρεψε στην Ορθοδοξία, γιατί ήσαν αιρετικοί.
Σχετική εικόνα

Μετά απ’ αυτό όλοι τον σέβονταν. Άρχισε, λοιπόν, να τρώει κρέας μπροστά τους. Για κάθε κομμάτι κρέας, που έτρωγε φανερά, νήστευε στα κρυφά για μια βδομάδα όλα τα φαγητά. Επειδή και πάλι τον τιμούσαν και ιδίως η γυναίκα του εστιάτορα, σκέφτηκε κάτι άλλο να κάνει. Ανέβηκε ένα βράδυ στο δωμάτιο όπου κοιμόταν η γυναίκα μόνη της κι έκανε πως ήθελε να την αγκαλιάσει. Αυτή μόλις το αντιλήφθηκε, έβαλε τις φωνές και με κλωτσιές τον έβγαλαν έξω.

Κάποιος διάκος, ονόματι Ιωάννης, έγινε φίλος με τον Άγιο Συμεών. Τον συμπονούσε για την κακοπάθεια και τη σκληραγωγία του. Προσφέρθηκε μια μέρα να τον πάει στα κοινά λουτρά, να τον λούσει. Ο Όσιος αντί να τον ακολουθήσει στο αντρικό λουτρό όρμησε στο γυναικείο. Οι γυναίκες που λούζονταν ξαφνιάστηκαν, τον άρπαξαν και αφού τον έδειραν, τον έριξαν έξω. Αργότερα τον βρήκε ο Ιωάννης, ο διάκος, και τον ρώτησε: «Πώς αισθάνθηκες, αλήθεια, ανάμεσα σε τόσες γυμνές γυναίκες;». Κι αυτός του απάντησε: «Τίποτε δεν αισθάνθηκα, ήμουν σαν ξύλο ανάμεσα στα ξύλα».

Ο διάκος Ιωάννης είχε ένα γιο, ο οποίος επισκεπτόταν κρυφά μια παντρεμένη γυναίκα. Όταν τον βρήκε ο Όσιος στην αγορά, του ‘δωσε ένα σκαμπίλι και του είπε: «Πάψε να κάνεις αυτά που κάνεις, γιατί θα σε πάρει ο δαίμονας και θα σε σηκώσει». Και ο δαιμονίστηκε πάραυτα! Έπεσε χαμαί κι’ άφριζε. Είδε τότε τον Άγιο να βγάζει από πάνω του ένα μαύρο ζώο και να το διώκει με ξύλινο σταυρό. Αμέσως ο νέος θεραπεύτηκε και σωφρονίστηκε, Δεν μπορούσε όμως να πει τίποτε απ’ όσα είδε κι έπαθε, παρά μόνο μετά το θάνατο του Αγίου.

Ο Άγιος Συμεών συνήθως έκανε παρέα με φτωχούς, ζητιάνους και δούλους. Συχνά πήγαινε στα σπίτια των πλουσίων κι έκανε παρέα με τις υπηρέτριες, χαριεντιζόταν μαζί τους και προσποιείτο ότι τις φιλούσε. Μια φορά κάποια υπηρέτρια έμεινε έγκυος και είπε στην κυρία της ότι ο πατέρας του παιδιού είναι ο σαλός. Ο Όσιος δεν το αρνήθηκε, μάλιστα φρόντιζε κάθε τόσο να παίρνει κρέας και ψάρια στην υποτιθέμενη γυναίκα του. Όταν ήρθε η ώρα να γεννήσει, τρία μερόνυκτα κοιλοπονούσε χωρίς αποτέλεσμα. Ήρθε τότε ο Συμεών κι όλοι του έλεγαν: «Κάνε προσευχή, σαλέ, για τη γυναίκα και το παιδί σου». Αυτός κτυπούσε παλαμάκια κι έλεγε: «Αν δεν ομολογήσει τον πατέρα του παιδιού, δεν γεννιέται παιδί». Αυτή ομολόγησε την αλήθεια και παρευθύς γέννησε.
Αποτέλεσμα εικόνας για Αγ.Ιωάννη του ασκητή και του Αγ.Συμεών του δια Χριστόν σαλού
Ένας παντοπώλης Εβραίος έτυχε να δει τον Όσιο να συνομιλεί με δυο αγγέλους την ώρα που πλενόταν και ήθελε να το πει. Ο Όσιος πήγε στον ύπνο του και του είπε: «Μην πεις σε κανένα αυτό που είδες». Όταν ξημέρωσε όμως και πήγε στο παντοπωλείο του, ήθελε να το πει στους πελάτες του. Τότε πέρασε ο Άγιος, τον άγγιξε στα χείλη και βουβάθηκε. Ο Εβραίος έπεσε στα πόδια του και τον παρακαλούσε με νεύματα να τον θεραπεύσει. 
Αυτός δεν του απάντησε, μόνο φάνηκε πάλι στον ύπνο του και του είπε: «Αν πιστέψεις και βαπτιστείς, θεραπεύεσαι, αλλιώς θα πεθάνεις άλαλος ».
Ο Εβραίος δεν αποφάσισε να βαπτιστεί παρά μόνο μετά το θάνατο του Αγίου. Και πραγματικά, μόλις βγήκε από την κολυμβήθρα, ήρθε η λαλιά του. Και είχε τόση ευλάβεια προς αυτόν, ώστε αυτός πρώτος τον τίμησε ως Άγιο και γιόρταζε κάθε χρόνο τη μνήμη του.

Μια μέρα πέρασε από μια συγκέντρωση, όπου χόρευαν πολλές κοπέλες. Αυτές μόλις τον είδαν, άρχισαν να τον περιπαίζουν τραγουδώντας αισχρά τραγούδια. Ενώ τραγουδούσαν διαπίστωσαν ότι τυφλώθηκαν όλες στο ένα τους μάτι. Τότε κλαίγοντας τον πήραν ξωπίσω και τον παρακαλούσαν να τις συγχωρέσει και να τις θεραπεύσει. Στάθηκε αυτός και είπε: «Όποια δεχθεί να την φιλήσω στο μάτι θα θεραπευθεί». Μερικές δέχθηκαν και θεραπεύθηκαν. Οι άλλες έμειναν μονόφθαλμες. Αργότερα κι αυτές τον έτρεχαν κατόπι φωνάζοντας: «Φίλησέ μας, φίλησέ μας». Αυτός όμως δεν δέχθηκε πια.
 Όταν αργότερα ο διάκος φίλος του τον ρώτησε γιατί δε θεράπευσε κι αυτές, είπε: «Εάν αυτές θεραπευθούν θα γίνουν οι πιο αμαρτωλές γυναίκες στη Συρία. Μονόφθαλμες σώζονται».

Κάποτε κάποιος έμπορος από την Έδεσσα πήγε στα Ιεροσόλυμα να προσκυνήσει και να γιορτάσει την Ανάσταση. Μετά τη γιορτή επισκεπτόταν σπήλαια και ασκητήρια της ερήμου δίνοντας ελεημοσύνη στους μοναχούς και ζητώντας την ευχή τους. Έτυχε τότε να συναντήσει και τον Άγιο Ιωάννη, το φίλο και συνασκητή του Αγίου Συμεών. «Πόθεν είσαι»; τον ερωτά. «Από την Έδεσσα» του απαντά. «Έχεις τον Αββά Συμεών, το σαλό, στη γειτονιά σου και ήρθες εδώ ζητώντας ευχή από μένα; Εγώ και όλος ο κόσμος χρειαζόμαστε την ευχή του. Να του πεις να μην ξεχνά να προσεύχεται και για τον αδελφό του τον Ιωάννη, τον ασκητή». Ο έμπορας πήρε τα χαιρετίσματα στον Άγιο Συμεών, αλλά μόνο μετά το θάνατό του μπόρεσε να πει το γεγονός.

Κάποτε κάποιο κακοποιοί σκότωσαν κάποιον και τον έριξαν κρυφά στο σπίτι του διάκου Ιωάννη. Όταν βρήκαν το νεκρό, κατηγόρησαν το διάκο για φόνο και επρόκειτο να τον οδηγήσουν στην αγχόνη. Αυτός συνέχεια φώναζε: «Ο Θεός του σαλού, βοήθησέ με». Ο Συμεών ήταν στο καλυβάκι του και προσευχόταν γι’ αυτόν. Τη τελευταία στιγμή συνέλαβαν τους πραγματικούς δολοφόνους κι άφησαν ελεύθερο τον διάκο. Αυτός κλαίγοντας πήγε να ευχαριστήσει τον φίλο του. Ο Άγιος Συμεών του είπε: «Ξέρεις γιατί τα έπαθες όλα αυτά; Χθες δυο φτωχοί σου ζήτησαν ελεημοσύνη και ενώ είχες δεν έδωσες, Μήπως νομίζεις ότι είναι δικά σου εκείνα που δίνεις; Λοιπόν, εάν πιστεύεις στο Θεό, δίνε όσο μπορείς. Εάν δε δίνεις είναι φανερό πως είσαι άπιστος».
Αποτέλεσμα εικόνας για Αγ.Ιωάννη του ασκητή και του Αγ.Συμεών του δια Χριστόν σαλού
Ένα πρωί ο Συμεών κρατούσε σινάπι τριμμένο στο αριστερό του χέρι και στο δεξί ψωμί. Το άρτυζε με σινάπι κι έτρωγε. Όποιος τον πείραζε του έτριβε το σινάπι στο στόμα. Τον πλησίασε και κάποιος, που είχε ασθένεια στα μάτια. Του ‘χρισε τα μάτια με το σινάπι και του είπε: «Πήγαινε, νίψου με σκορδόξυδο και θα γιάνεις, κουτέ». (Όλους συνήθιζε να τους αποκαλεί κουτούς ή κάτι παρόμοιο). Εκείνος δεν εμπιστεύθηκε τον Όσιο και πήγε σε γιατρούς, όπου και χειροτέρεψε. Μια μέρα αγανακτισμένος είπε: «Θα κάμω ό,τι μου πει ο σαλός κι ας βγουν και τα δύο μου μάτια». Και πλύθηκε με σκορδόξυδο κι έγιναν τα μάτια του σα μικρού παιδιού. Όταν τον συνάντησε στο δρόμο ο Όσιος, του είπε: «Βλέπεις πως έγινες καλά, κουφιοκέφαλε; Να μην ξανακλέψεις κατσίκες από το μαντρί του γείτονά σου».

Ο δούλος κάποιου πλούσιου του ΄κλεψε πεντακόσια χρυσά νομίσματα. Μη μπορώντας να βρει ούτε τον κλέφτη, ούτε τα λεφτά, πήγε στο Συμεών και του λέγει: «Μπορείς, τρελέ, να μου βρεις τα νομίσματα, που ‘χασα, να σου δώσω και σένα δέκα;». Του λέει ο Όσιος: «Δώσε μου υπόσχεση ότι δε θα ξαναδείρεις πια κανένα δούλο σου». Αυτός ορκίστηκε και ο Άγιος του υπέδειξε πού είναι τα χρυσά νομίσματα και τα βρήκε. Μετά από καιρό πήγε να δείρει ένα δούλο κι άρχισε να τρέμει το χέρι του. Κατάλαβε τότε πως είναι δουλειά του σαλού. Πήγε και του λέει: «Λύσε με από τον όρκο, τρελέ». Ο Άγιος δεν του απάντησε. Πήγε όμως στον ύπνο του και του είπε: «Αν λύσω τον όρκο, θα σκορπίσω όλα τα αργύρια κι όλο το βιός σου. Δε φοβάσαι και δεν ντρέπεσαι να δέρνεις αυτούς που κατευθείαν πηγαίνουν στην αιώνια ζωή, εσύ που αδίκαστος πας στην κόλαση;».

Μια γυναίκα έκανε φυλακτά για το μάτι και διάφορα άλλα μαγικά. Ο Άγιος την αγαπούσε και της έδινε φαγητά και ρούχα που του χάριζαν. Μια μέρα της λέει: «Να σου κάνω κι εγώ ένα φυλακτό να μη σε βλάπτει ποτέ κανένα μάτι». Και της έγραψε ένα φυλακτό στη συριακή διάλεκτο που αυτή δεν μπορούσε να διαβάσει. Έγραφε «Ο Θεός να σ’ ελεήσει και να σε καταργήσει, να μη σ’ αφήνει να απομακρύνεσαι απ’ Αυτόν, ούτε τους άλλους ν’ απομακρύνεις». Αυτό το σημείωμα πάνω της η γυναίκα σα φυλακτό και δεν μπορούσε πια να κάνει καμιά μαγεία.

Μια μέρα καθόταν στο φούρνο ενός Εβραίου, που έψηνε γυάλινα σκεύη και παρακολουθούσε μ’ ένα τσούρμο φτωχούς. Σε κάποια στιγμή λέει στους ζητιάνους: «θέλετε να σας κάνω να γελάσετε; Προσέξτε!» Πλησίασε, σταύρωσε από πάνω τα αγγεία κι έσπασαν επτά. Οι ζητιάνοι έσκασαν στα γέλια ενώ ο Εβραίος έγινε έξω φρενών και κτύπησε τον Άγιο. Αυτός του είπε: «Στ’ αλήθεια, ντενεκέ, αν δεν κάνεις το σημείο του σταυρού στο μέτωπό σου, θα σπάσουν όλα τ’ αγγεία σου». Και πριν τελειώσει το λόγο, έσπασαν άλλα δεκατρία. Ο Εβραίος κατανύχθηκε, έκανε σταυρό στο μέτωπό του και δεν έσπασαν άλλα αγγεία. Έτσι πίστεψε στον Χριστό και βαπτίστηκε μ’ όλη την οικογένειά του.
Ο Άγιος Συμεών κάθε Μεγάλη Σαρακοστή δεν έτρωγε τίποτα μέχρι τη Μεγάλη Πέμπτη. Τότε πήγαινε στον αρτοποιό, άρπαζε ένα ψωμί κι έτρωγε λαίμαργα μπροστά στον κόσμο. Όλοι οι άνθρωποι σκανδαλίζονταν κι έλεγαν: «Αυτός ο καλόγερος ούτε τη Μεγάλη Πέμπτη δεν μπορεί να νηστέψει».
Είχε για διαμονή του μια ξύλινη καλύβα και ξάπλωνε σ’ ένα δεμάτι κληματίδες. Συχνά ξαγρυπνούσε προσευχόμενος. Όταν έβγαινε το πρωί να γυρίσει την πόλη, έκοβε κλάδους ελιάς ή άλλων φυτών κι έκανε στεφάνι, που το φορούσε στη κεφαλή. Κρατούσε κι ένα κλαδί στο χέρι και συχνά φώναζε: «Νίκα το βασιλιά και την πόλη». Πόλη εννοούσε την ψυχή και βασιλιά το νου. Δηλαδή να νικάς και να υποτάσσεις νου και ψυχή στο θέλημα του Θεού.

Ο Άγιος Συμεών έκαμνε όλες τις διδασκαλίες, τις ευεργεσίες και τα θαύματα με σαλότητα. Γι’ αυτό κανείς δεν τον εκτιμούσε για πολύ. Μόνο το διάκο Ιωάννη εμπιστευόταν και κάποτε του έλεγε την αλήθεια.
Δυο μέρες πριν το θάνατό του φώναξε το φίλο του και του είπε: «Ήθελα να σου πω, φίλε Ιωάννη, πως σήμερα πήγα και είδα τον αδελφό μου Ιωάννη τον ασκητή, στην έρημο και ευχαριστήθηκα πάρα πολύ. Τον είδα να φορά τίμιο στεφάνι που έγραφε γύρω-γύρω: 
»Στεφάνι υπομονής της ερήμου». 
Εκείνος μου είπε πως είδε τον Κύριό μας να με πλησιάζει και να μου λέγει:
 «Έλα, σαλέ, να πάρεις τα στεφάνια των ψυχών που μου έφερες». Όσο για σένα, θέλω να σε παρακαλέσω, φίλε Ιωάννη, να επιμελείσαι κάθε άπορο πλάσμα, να ελεείς κατά τη δύναμή σου. Διότι αυτή η αρετή βοηθά από τις άλλες περισσότερο. Όλοι αυτοί οι ταπεινοί και περιφρονημένοι θα σε πάρουν στη βασιλεία του Θεού. Ακόμα κάτι, να μη πλησιάζεις την Αγία Τράπεζα αν έχεις στην καρδιά σου κάτι εναντίον κάποιου. Λοιπόν, την Τρίτη μέρα από σήμερα, ο Κύριος θα παραλάβει το σαλό Συμεών. Την ίδια ώρα θα παραλάβει και τον αδελφό μου τον Ιωάννη, τον ασκητή».

Πραγματικά, την τρίτη μέρα ο Θεός πήρε την ψυχή του. Οι πτωχοί και οι ζητιάνοι φίλοι του τον αναζήτησαν και τον βρήκαν ολομόναχο, νεκρό στην καλύβα του. Τον σήκωσαν με σκοπό να τον ενταφιάσουν στο νεκροταφείο των ξένων. Όταν περνούσαν έξω από το σπίτι του Ιουδαίου υαλοποιού, αυτός άκουσε υπερκόσμιες μελωδίες. Άνοιξε το παράθυρο και είδε τη νεκρώσιμη πομπή. ταυτόχρονα είδε πλήθος αγγέλων ν’ ακολουθούν και να ψάλλουν την νεκρώσιμη ακολουθία. Δάκρυσε τότε, ο Εβραίος, και είπε: 
«Μακάριος είσαι συ, σαλέ Συμεών, δεν έχεις ανθρώπους να σ’ ενταφιάσουν, αλλ’ έχεις τάξεις θείων Αγγέλων και Αρχαγγέλων να σε συνοδεύουν». Και πήγε κι αυτός με την οικογένειά του στον ενταφιασμό.
Ο διάκος Ιωάννης άργησε να πάει κι όταν έμαθε πως ήδη τον έθαψαν, κλαίγοντας πήγε στο μνήμα. Ήθελε να τον ξεθάψει για να του κάμει κανονική κηδεία, μα προς έκπληξή του δεν βρήκε το σώμα. Είχε μετατεθεί με θεία δύναμη κι είχε θαφτεί στην έρημο, κοντά στον αγαπημένο του φίλο Ιωάννη, τον ασκητή, που κι αυτός κοιμήθηκε την ίδια μέρα. Από τότε τιμάται η μνήμη τους κάθε χρόνο από την Εκκλησία μας στις 21 Ιουλίου. Ας έχουμε την ευχή και τη βοήθειά τους.

Από το βιβλίο «Για την Αγάπη του Χριστού» του Χαράλαμπου Επαμεινώνδα.
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC

εγώ από προσκυνητής

Παρασκευή, Νοεμβρίου 02, 2018

Δεν γίνεται να πιστεύεις στον Θεό και να 'σαι νορμάλ-Άγιος Γαβριήλ ο σαλός για τον Χριστό


Μια μέρα, ο Όσιος Γαβριήλ της Γεωργίας -που γιορτάζει σήμερα- ανέβηκε σ' ένα κτήριο στην Τυφλίδα που κρεμότανε από 'κει μια τεράστια αφίσα του Λένιν. Πήρε ένα μπιτόνι βενζίνη, της έβαλε φωτιά και την έκαψε, βλέποντας τον λαό του να προσκυνά τους ηγέτες σα να 'ναι αυτοκράτορες, σα να χρημάτισαν θεοί πάνω στη γη. Σίγουρα, στα σοβιετικά καθεστώτα καλλιεργήθηκε μια 'θρησκευτική' σχεδόν λαγνεία στα πρόσωπα των ηγετών, στο μεταφυσικό κενό που άφησεν η οργανωμένη αθεΐα.
Όταν λοιπόν ο γέροντας έκαψε την τεράστια αφίσα του Λένιν, οι άλλοι, που το παίζανε σοφοί και δεν άφηναν τον κόσμο να πιστεύει στον Θεό, τον συλλάβανε λέγοντας πως τάχα είν' τρελός, πως δεν είν' καλά στα λογικά του. Οι ίδιοι είχανε συμβιβαστεί τόσο που τους ήταν αδιανόητο κάποιος με τέτοιο τρόπο, ενώπιον πάντων, το καθεστώς τους να προσβάλει. Τόσο τυφλώνει τα μάτια των ανθρώπων η εξουσία...
Πιάσανε τον γέρο- Γαβριήλ κι αφού τον σαπίσανε στο ξύλο -έσπασε 17 πλευρά- τον κλείσανε στο ψυχιατρείο σα να ναι για τον κόσμο επικίνδυνος, επικατάρατος για την κοινωνική γαλήνη. Εκεί, οι γιατροί έβγαλαν γνωμάτευση ότι είναι τρέλος τάχα γιατί στον Θεό πιστεύει καθώς πίσω απ' όλα τα πράγματα, ο τρελοκαλόγερος, ψάχνει την ελπίδα.
Έζησε πολλά ο Άγιος, προφήτεψε άλλα τόσα και νουθέτησε ξυπνώντας κόσμο και ντουνιά, ο κουρελιάρης που αφύπνισε ένα έθνος ολόκληρο... Κοιμήθηκε το '95 κι άφησε την αγία του 'τρέλα' σε 'μας, ένδειξη και σημάδι ότι η Αγάπη του Θεού μπορεί να μας τρελάνει. Να μας μεθύσει όπως τους Αποστόλους άλλοτε την ημέρα της Πεντηκοστής.
Δεν γίνεται να πιστεύεις στον Θεό και να 'σαι νορμάλ. Μεθύσι το Πνεύμα το Άγιο. Κι όποιος αντέχει, αντέχει. Χριστιανός και συμβιβασμένος είν' αδύνατο ποτέ στ' αλήθεια να υπάρξει. Κι ο Όσιος Γαβριήλ ήταν ασυμβίβαστος, μακάρι να γίνουμε κι εμείς.

π.Ιάσων Κεσέν

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 12, 2017

Η τρέλα για τον Χριστό και η αληθινή τρέλα



Σήμερα είναι η μνήμη του αγίου Θεοδώρου, μάρτυρα στην Αλεξάνδρεια.
O άγιος μάρτυς αυτός, από άλλους φέρεται ως απλός χριστιανός, από άλλους ως επίσκοπος Αλεξανδρείας. Επειδή κήρυττε τον Χριστό με θάρρος τον συνέλαβαν και του φόρεσαν ακάνθινο στεφάνι και τον περιέφεραν στους δρόμους της πόλης εμπαίζοντας τον, όπως ακριβώς έκαναν οι ιουδαίοι στον Κύριο. Τέλος, τον αποκεφάλισαν και έλαβε και τον αμαράντινον στέφανον.
Δεν είναι αυτός ο άγιος η ζωντανή εικόνα του αληθινού αγωνιστή χριστιανού; Αυτού πού υπέταξε τον εαυτό του στον ζυγό του Κυρίου και κάθε κακοπάθεια και εμπαιγμό για το Όνομα Του το θεωρεί κέρδος και τιμή και αξία; Περιφέρεται ο άνθρωπος του Θεού σε αυτόν τον αποτρελαμένο πιά κόσμο με το όνειδος του Χριστού, του χριστιανού να τον συνοδεύει παντού. Και δέχεται κριτική και πόλεμο, πολλές φορές μέχρι ηθικής και φυσικής εξόντωσης, επειδή κατά τον μέγα Αντώνιο ο κόσμος τον θεωρεί τρελό, επειδή δεν είναι σαν τους άλλους ανθρώπους.
Τί μεγαλείο και τί χαρά να εμπαίζεσαι για το όνομα Χριστός! Θέλει γενναίες ψυχές και όχι στάσιμους και λιμνάζοντες "χριστιανούς" μόνον κατ όνομα. Θέλει αυστηρή άσκηση και τεράστια αγάπη για να σταθείς σε ένα τέτοιο ύψος και να αγωνίζεσαι να μην πέσεις ούτε δεξιά, ούτε αριστερά από μια τέτοια ηρωϊκή και θαυμάσια παράλογη σχοινοβασία.
Πολλοί από εμάς απαρνηθήκαμε τον ακάνθινον στέφανον. Φορέσαμε μια κορώνα και σαν τον αρχιερέα εκείνο του παλαιού νόμου και γράψαμε μια λέξη πάνω στο πέταλο της. 'Οχι πιά "αυτός πού ανήκει στον Κύριο", αλλά την λέξη "εγώ".Και ξεχάσαμε την ευαγγελική περικοπή αυτή πού λέει με απόλυτο τρόπο "Ο Υιός του Ανθρώπου ήλθε για να σωθεί ο κόσμος δι αυτού" και νομίζουμε πώς είμαστε εμείς οι σωτήρες του κόσμου. Αυτός ο στρεβλός ιεραποστολισμός, ο ζηλωτισμός πώς θα σώσουμε την άσωτη εκκλησία και τους αδελφούς μας είναι η καθαρή και κατ εξοχήν τρέλα. Μια σπορά αηδίας πού έπεσε από τον διάβολο μέσα στους θρήσκους ανθρώπους. Αυτός ο άνθρωπος είναι ο κατ εξοχήν άθεος, ο βλάσφημος κατά του αγίου Πνεύματος, πού χρίστηκε μόνος του σωτήρας.Αυτός πού απαρνήθηκε την θυσία και την αγάπη, ο ξένος σταυρού. Αυτός πού αξίωσε την αποκλειστικότητα στον αμπελώνα του Κυρίου Του, την ιδιοκτησία, αυτός πού απέκτεινε τους κληρονόμους. Ο τρελός.
Όταν βαπτιστήκαμε και χριστήκαμε ,λάβαμε τον αρραβώνα της ζωής, λάβαμε όμως και μια υπόσχεση θανάτου. Τώρα σβήνει το δικό μας φως για να φανεί το Φως του Χριστού. Μακάρι να Το κρατήσουμε αναμμένο στην λυχνία μας και να μην σβήσει ποτε.

Τετάρτη, Μαρτίου 15, 2017

Εἶμαι χριστιανὸς καὶ δὲν τρώω κρέας τὴ Σαρακοστὴ γιατὶ νηστεύω!








Ὁ μακάριος Νικόλαος ἔτρεχε ἀνάμεσα στοὺς δρόμους τοῦ Πσκὼφ προσποιούμενος τὸν τρελό, ἐλέγχοντας τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὶς κρυφὲς ἁμαρτίες τους καὶ προφητεύοντας ἐκεῖνα ποὺ ἐπρόκειτο νὰ τοὺς συμβοῦν. 

Ὅταν ὁ Ἰβὰν ὁ Δ΄ ὁ Τρομερὸς κατέφθασε στὸ Πσκώφ, ὁλόκληρη ἡ πόλη διασαλεύτηκε ἀπὸ τὸν τρόμο γιὰ τὸ φοβερὸ τσάρο. Γιὰ νὰ τὸν ὑποδεχθοῦν οἱ κάτοικοι τοποθέτησαν στὴν εἴσοδο κάθε σπιτιοῦ ψωμὶ καὶ ἁλάτι, ἀλλὰ οἱ ἴδιοι, φοβισμένοι, δὲν ἐμφανίστηκαν.

Ὅταν ὁ κυβερνήτης τῆς πόλης πρόσφερε στὸν τσάρο ψωμὶ καὶ ἁλάτι σ’ ἕνα δίσκο, ὁ τσάρος ἔσπρωξε μακριά τον δίσκο, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ πέσουν καταγῆς τὸ ψωμὶ καὶ τὸ ἁλάτι. Τότε ἐμφανίστηκε μπροστά του ὁ ὅσιος Νικόλαος: ντυμένος μὲ ποδήρη χιτώνα, δεμένο μὲ σκοινὶ στὴ μέση, χοροπηδοῦσε γύρω του μ’ ἕνα μπαστούνι, σὰν παιδί. Τοῦ φώναζε: «Ἰβάνουσκα, Ἰβάνουσκα, φάε ψωμὶ κι ἁλάτι καὶ μὴν τρῶς ἀνθρώπινο αἷμα». Οἱ στρατιῶτες ἔτρεξαν νὰ τὸν πιάσουν, ὅμως ἐκεῖνος τοὺς ξεγλίστρησε καὶ κρύφτηκε. 


Ὁ τσάρος ζήτησε νὰ μάθει γιὰ τὸ μακάριο Νικόλαο –ποιὸς ἦταν καὶ τί ἦταν– καὶ τὸν ἐπισκέφθηκε στo φτωχικό του. Ἦταν τότε ἡ πρώτη ἑβδομάδα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ὁ Νικόλαος, μόλις πληροφορήθηκε ὅτι ἐρχόταν ὁ τσάρος γιὰ νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ, φρόντισε νὰ ἐξασφαλίσει ἕνα κομμάτι ὠμὸ κρέας. Ὅταν λοιπὸν κατέφθασε ὁ Ἰβὰν ὁ Τρομερός, ὁ ὅσιος ἔβαλε μετάνοια καὶ τοῦ πρόσφερε τὸ κρέας λέγοντας «Φάε, Ἰβάνουσκα, φάε!». Ὀργισμένος ὁ τσάρος τοῦ ἀπάντησε «Εἶμαι χριστιανὸς καὶ δὲν τρώω κρέας τὴ Σαρακοστὴ γιατὶ νηστεύω!». Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ μονομιᾶς τὸν ἀποστόμωσε «Κάνεις πολὺ χειρότερα: τρέφεσαι μὲ σάρκα καὶ αἷμα ἀνθρώπων, ξεχνώντας ὄχι μόνον τὴ Σαρακοστή, ἀλλὰ καὶ τὸν ἴδιο τὸν Θεό!».


Τὸ μάθημα αὐτὸ μπῆκε βαθιὰ μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ τσάρου Ἰβὰν· ντροπιασμένος ἔφυγε ἀμέσως ἀπ’ τὸ Πσκώφ, ὅπου ἀρχικῶς εἶχε ἔλθει μὲ τὴν πρόθεση νὰ κατασφαγιάσει τὸν πληθυσμό.


από fb

Πέμπτη, Μαΐου 05, 2011

Ὁ μοναχὸς Ἡρωδίων, διὰ Χριστὸν σαλός


Μια περιγραφὴ κάποιας συνάντησης μὲ ἕναν ἄνθρωπο τῆς «ἄλλης» λογικῆς, ὡς ἐπίλογος αὐτῆς τῆς μεταξύ μας συνάντησης, ἴσως ἀποτελεῖ τὸν καλύτερο πρόλογο γιὰ τὴ συνάντηση μὲ τὸ Θεό:
Ἤδη ἡ ὥρα περνοῦσε καὶ ἔπρεπε νὰ πᾶμε καὶ στὸν π. Ἠρωδίωνα· ἕναν ρουμάνο ποὺ ἢ ἦταν σαλὸς διὰ Χριστὸν ἢ δὲν ἦταν ἄνθρωπος. Σὲ δέκα λεπτὰ φθάσαμε στὸν… σκουπιδότοπό του. Ὁ ἥλιος εἶχε ἤδη δύσει. Σ᾿ ἕνα ἐρείπιο γεμάτο σκουπίδια συναντοῦμε ἕνα νέο ἥρωα. Ὀγδόντα δύο ἐτῶν, ὄρθιος στὸ κούφωμα μίας πόρτας… χωρὶς πόρτα.
Τὰ πόδια του κρατοῦσαν κόντρα στὸ ἕνα της δοκάρι. Ἡ μέση του ἀκουμποῦσε στὸ ἄλλο. Τὰ χέρια του στηρίζονταν στὸ πρῶτο. Ὧρες ὁλόκληρες περνοῦσε ἔτσι. Ὁ ἴδιος δίχως ζωστικό. Μία μάλλινη φανέλα κι ἕνα κουρελιασμένο παντελόνι κάλυπταν τὸ ἐξαγιασμένο σῶμα του. Ἡ καλύβη του γεμάτη σκουπίδια. Δὲν ἔβλεπες δάπεδο. Ἕνα στρῶμα ἀπὸ κονσέρβες, κουκούτσια, σακοῦλες, τάπες, καπάκια ἀπὸ μπουκάλια, φλοῦδες, ὅ,τι μποροῦσε κανεὶς νὰ φαντασθεῖ, πάχους τριάντα ἑκατοστῶν καὶ πάνω, ἀποτελοῦσε τὸ πολύτιμο χαλὶ στὸ μυστηριῶδες… παλατάκι του καὶ ἀσφαλῶς τὸ στρῶμα του, ἂν βέβαια κοιμόταν ὁριζόντιος. Στοὺς τοίχους του τὰ ἀποτυπώματα χυμένων καφέδων καὶ τὰ ζουμιὰ πεταγμένων πορτοκαλάδων καί, ἀντὶ γιὰ κατοικίδια ζῶα, ὅλων τῶν εἰδῶν τὰ ζωΰφια, μυγάκια, κατσαρίδες καὶ ποντίκια.
- Εὐλογεῖτε, γέροντα, εἶπε χαρούμενος ὁ ἁπλοϊκὸς συνοδοιπόρος μου.
- Ὁ Κύριος, ἀπαντᾶ νηφάλιος ὁ ἡρωικὸς ἀσκητής, χωρὶς νὰ δείχνει καθόλου ἐνοχλημένος γιὰ τὸν οἰκολογικὸ περίγυρό του.
- Σοῦ φέραμε λίγες εὐλογίες, κάτι νὰ φᾶς, συνεχίζει δίχως ἐνδοιασμὸ ὁ μοναχὸς φίλος μου.
- Ὤ! καλοὶ πατέρες, πολὺ εὐχαριστῶ. Σᾶς εὐχαριστῶ. Καλοὶ πατέρες. Πολὺ εὐχαριστῶ, ἀπαντᾶ ἐκεῖνος.
Καὶ παίρνοντας τὴν σακούλα μὲ τὶς εὐλογίες καὶ συνεχίζοντας νὰ ἐπαναλαμβάνει αὐτὲς τὶς προτάσεις, μὲ ἰδιάζουσα δύναμη καὶ ἐκφραστικότητα, πετοῦσε τὶς ντομάτες καὶ τὰ ροδάκινα πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας στοὺς τοίχους τῆς καλύβης του. Τὰ χυμένα ζουμιά τους ἀποτυπώνουν τὴν δική μου ἀπορία πού, σκυμμένος μὴ μὲ πάρουν τὰ βόλια, προσπαθοῦσα νὰ καταλάβω τὴ λογικὴ τῆς εὐγνωμοσύνης του καί, ἐντελῶς ξαφνιασμένος, νὰ ἀποτυπώσω τὸ περιεχόμενο τῆς ἰδιότυπης μοναχικῆς προοπτικῆς του.
Ἀφοῦ ἔσπασε τὰ μακαρόνια καὶ τὰ ἔχυσε ἀπὸ τὸ περίβλημά τους, ἀφοῦ σκόρπισε τὰ μπισκότα ὅσο πιὸ μακριὰ μποροῦσε, φωνάζοντας «νὰ φᾶνε τὰ πουλάκια· νὰ φᾶνε τὰ πουλάκια», ἄρχισε νὰ μιλάει γιὰ τὸν σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, τὴν προδοσία τοῦ Ἰούδα καὶ ἐν μέσῳ ἀσυνάρτητων κραυγῶν νὰ δοξάζει τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ.
Εἶχε ἤδη ἀρχίσει νὰ νυχτώνει. Λίγο ἀκόμη καὶ θὰ χάναμε τὸ θέαμα. Θὰ χάναμε αὐτὸ ποὺ ὁ π. Ἠρωδίων ἔδειχνε. Μέσα ὅμως στὴ νύχτα τὰ δικῆς μου λογικῆς εἶχα ἀρχίσει νὰ ὑποψιάζομαι λίγο ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ ἔκρυβαν τὰ σκουπίδια, τὰ ἀκαταλαβίστικα λόγια καὶ φυσικὰ ἡ ἐντελῶς ἀκατανόητη λογικὴ ἑνὸς σαλοῦ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Θυμήθηκα τὸν ἀββᾶ Ἰσαὰκ πού, ἀναφερόμενος σ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἡρωϊκοὺς ἁγίους ποὺ ζοῦν «ἐν ἀταξίαις, εὔτακτοι ὄντες», κατακλείει· «ταύτην τὴν ἄνοιαν ἀξιώσει ἡμᾶς ὁ Θεὸς φθᾶσαι». Ἄραγε αὐτὴ εἶναι ἡ λογικὴ γιὰ τὴν ὁποία μιλοῦσε ὁ π. Παΐσιος;
Γύρισα πίσω γιὰ μία τελευταία κλεφτὴ ματιά. Τὸ ἄσχημο ἀπὸ τὴν φύση του καὶ ἄγριο ἀπὸ τὸν τρόπο του πρόσωπό του ἔλαμπε ὑπερβατικὰ ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἦταν τόση ἡ λάμψη του ποὺ ὑποχρέωνε τὰ πήλινα μάτια μου καὶ τὴν «μὴ ὁρῶσα» καρδιά μου σὲ ἀσυνήθιστες ὁράσεις ἄλλου εἴδους καὶ ἄλλου κόσμου. Ἡ μυστηριώδης ὄψη του μένει ἀκόμη βαθειὰ χαραγμένη στὴν μνήμη μου.
Ἔφυγα καὶ ξαναβυθίστηκα στὰ σκουπίδια τοῦ ἑαυτοῦ μου. Ἐκεῖνος ἔμεινε πατώντας πάνω στὰ σκουπίδια τῆς λογικῆς αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Τὸν σκεπτόμουν καὶ θαύμαζα τὴν ἀντοχὴ καὶ τὸν ἡρωισμό του. Μέχρι σήμερα, ἐνῶ ἀντιλαμβάνομαι τὴν ἀξία καὶ τὸ μεγαλεῖο της λογικῆς του, δὲν μπορῶ νὰ συλλάβω τὴν δομή της. Σίγουρα  ἡ λογικὴ εἶναι μεγαλύτερη ἐκτροπὴ ἀπὸ τὴν διὰ Χριστὸν σαλότητα. Ἴσως ὅμως καὶ ὁ σταυρός της νὰ εἶναι τελικὰ βαρύτερος ἀπὸ τὸν σταυρὸ τοῦ π. Ἠρωδίωνα.
Πάνω στὸ πανεπιστήμιο τῶν σκουπιδιῶν καὶ τῆς σαλότητος, τόλμησα νὰ προβάλω τὴν λογική, τὴν αἴγλη καὶ τὴν φινέτσα τῆς νωπῆς τότε ἐμπειρίας μου στὸ Harvard καὶ τὸ ΜΙΤ. Τότε ἄρχισαν τὰ σκουπίδια νὰ εὐωδιάζουν σὰν λουλούδια, τὰ ζωύφια νὰ μεταμορφώνονται σὲ πουλάκια, οἱ ξεσχισμένες σακκοῦλες σὲ πτυχία καὶ δημοσιεύματα· καὶ ὁ π. Ἠρωδίων πολὺ πιὸ «ἔξυπνος», πολὺ πιὸ πετυχημένος ἀπὸ τοὺς Νομπελίστες καθηγητές μου! Ἡ λογική τους ἐμοίαζε μὲ ἀγωνιστικὸ αὐτοκίνητο· ἡ λογικὴ τῆς διὰ Χριστὸν σαλότητος μὲ πύραυλο. Τὸ πρῶτο τρέχει μέχρι 320 χλμ. τὴν ὥρα. Τὸ δεύτερο ἀπὸ 29.000 χλμ. τὴν ὥρα καὶ πάνω. Τὸ πρῶτο κινεῖται ὁριζόντια. Τὸ δεύτερο κατακόρυφα. Στὴν μία περίπτωση, ἂν ὑπερβεῖς τὸ ὅριο, γκρεμοτσακίζεσαι. Στὴν δεύτερη, ἂν τὸ ξεπεράσεις, ἐκτοξεύεσαι· ξεπερνᾶς τὴν βαρύτητα τῆς γής· διαφεύγεις· ἐλευθερώνεσαι. Οἱ πρῶτοι, οἱ λογικοί, ὅσο κι ἂν τρέχουν πατᾶνε στὴν γῆ. Ὁ π. Ἠρωδίων ἔφυγε ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο χωρὶς νὰ τὴν ἔχει ἀκουμπήσει. Χωρὶς νὰ τὸν ἔχει ἀκουμπήσει…


πηγή: Νικολάου, μητρ. Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικῆς, «Ἄνθρωπος μεθόριος», ἐκδ. Μελωδικὸ Καράβι, 2005

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 04, 2010

Χριστιανική ζωή και σαλότης


Η ζωή τών κατά Χριστόν σαλών ήταν μιά τελεία, ίσως καί ακραία εφαρμογή τής μωρίας κατά Χριστόν, πού είναι η πεμπτουσία όλου τού πνεύματος τού Ευαγγελίου. Δέν μπορούν, βέβαια, όλοι νά παριστάνουν τόν κατά Χριστόν σαλό, γιατί αυτό είναι ένα ιδιαίτερο χάρισμα καί μιά ιδιαίτερη ευλογία τού Θεού, αλλά όλοι μπορούν νά βιώσουν τήν κατά Χριστόν σαλότητα σέ μετριότερη μορφή καί ανάλογη προσαρμογή. Καί αυτό γίνεται αντιληπτό από τό ότι η ζωή πού έχει η Εκκλησία, ζωή τής αγάπης, τής πίστεως, τής εγκρατείας αποβλέπει καί εμπνέεται από ένα άλλο πολίτευμα, πού είναι σαφώς αντίθετο από τά ανθρώπινα πολιτεύματα... Η χριστιανική ζωή, χωρίς νά καταργή τήν λογική καί τίς αισθήσεις, κινείται πέρα από αυτές. ...

Όλη η χριστιανική ζωή, η νέα ζωή τήν οποία έφερε στόν κόσμο ο Χριστός είναι μία σαλότης γιά τήν λογικοκρατούμενη καί αισθησιοκρατούμενη κοινωνία.

Οι κατά Χριστόν σαλοί, πού έλαβαν από τόν Θεό τό συγκεκριμένο χάρισμα, έζησαν μέ μιά ακραία μορφή αυτήν τήν αλήθεια τής Εκκλησίας, αφού έκαναν τά πάντα γιά νά κρύπτουν τήν αρετή τους, νά αποφύγουν τήν τιμή τών ανθρώπων, καί νά τούς διορθώσουν μέ ιδιότυπους τρόπους, ακριβώς επειδή είχαν διαστρέψει τήν χριστιανική ζωή. Πραγματικά, η εκκοσμικευμένη κοινωνία γιά νά ξυπνήση από τόν λήθαργο καί τήν αφασία στήν οποία έχει περιπέσει, χρειάζεται εκκεντρικούς τρόπους.

...

Οι κατά Χριστόν σαλοί δείχνουν τόν δρόμο τής ευρέσεως τής πραγματικής ελευθερίας, τόν τρόπο ευρέσεως τού πραγματικού προσώπου. Αναλογικά, πρέπει νά συντονισθούμε σέ αυτό τό επίπεδο καί σ' αυτό τό μέτρο. Νά μή μάς ενδιαφέρη ποιά γνώμη έχει ο κόσμος, αλλά η γνώμη τού Θεού. Η αγάπη τού Θεού είναι μιά θεία μέθη. Καί αυτή η "νηφάλιος μέθη" είναι έρως. Αυτός ο θείος έρως είναι η όντως ζωή.

(Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου, Τό Πρόσωπο στήν Ορθόδοξη Παράδοση)

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 22, 2009

...αράτω τον σταυρόν αυτού...



Παραθέτω μια ενδιαφέρουσα συγκινητική ιστορία από το ιστολόγιο "μικρό ωρολόγιο" του Αλντεμπαράν.



Σε κάποιο χωριὸ τῆς ᾿Ιβηρίας/Γεωργίας ζοῦσε ἕνας ἁπλοϊκὸς ἄνθρωπος μὲ τὸ ὄνομα Θεόδωρος, τὸν ὁποῖον ὅλοι θεωροῦσαν ἀνόητο ἀκόμη καὶ τρελλό. Δὲν πήγαινε ποτὲ στὴν ᾿Εκκλησία, δὲν φαινόταν ὅμως νὰ ἔχη ἄλλα ἐλαττώματα.

Κάποτε, τὴν ἡμέρα τῆς ῾Υψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, κατὰ τὴν ὁποία πλῆθος πιστῶν συνάγεται στοὺς Ναοὺς γιὰ νὰ προσκυνήση τὸ πάντιμο Ξύλο, σκέφθηκε ὁ Θεόδωρος: «Σήμερα θὰ πάω στὴν ᾿Εκκλησία, γιὰ νὰ ἰδῶ τοὐλάχιστον μία φορὰ στὴν ζωή μου, τί κάνουν ἐκεῖ». ῎Ετσι καὶ ἔγινε: προσκύνησε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους πιστούς, παρηκολούθησε τὴν Θεία Λειτουγία καὶ συγκινήθηκε ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου, «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι».

Μετὰ τὴν ἀπόλυσι, ἐπισκέφθηκε κάποιον γνωστό του καὶ τὸν ἐρώτησε, τί ἆραγε ἐσήμαιναν τὰ λόγια αὐτά. ᾿Εκεῖνος ἀπάντησε, ἀστειευόμενος: «Αὐτὸ σημαίνει, νὰ πᾶς σὲ ἕνα δάσος, νὰ κόψης ἕνα δένδρο, νὰ φτιάξης ἕναν σταυρό, νὰ τὸν βαστάζης (φέρης) καὶ νὰ βαδίζης πρὸς τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ». «Αὐτὸ εἶναι πολὺ εὔκολο», ἀπάντησε ὁ Θεόδωρος, «καὶ θὰ τὸ κάνω ἀμέσως. Σὲ εὐχαριστῶ, ἀδελφέ μου, γιὰ τὴν καλὴ συμβουλή».

Πράγματι, πῆγε στὸ δάσος καὶ ἔφτιαξε ἕναν μεγάλο σταυρό, τόσο βαρύ, ὥστε τὸν ἔφερε μὲ πολὺ δυσκολία. ῎Αρχισε ἔτσι νὰ βαδίζη, ἐρωτώντας κάθε διαβάτη: «Αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος γιὰ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ;». Μία τέτοια ἐρώτησις ἔκανε τὸν καθ᾿ ἕνα νὰ νομίζη, ὅτι πρόκειται περὶ τρελλοῦ, καὶ ἀπαντοῦσαν: «Βάδιζε γρήγορα!... Αὐτὸς ὁ δρόμος πάει κατ᾿ εὐθεῖαν στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ...».

῎Ετσι, ὁ Θεόδωρος ἔσπευδε περισσότερο...

Περιπλανήθηκε πολλὲς ἡμέρες, ξεχνώντας νὰ φάη καὶ νὰ πιῆ. Τελικά, ἔφθασε στὰ σύνορα τῆς ᾿Ιβηρίας καὶ Τουρκίας. ᾿Εκεῖ ἀντίκρυσε ἀπὸ μακρυὰ ἕνα Μοναστήρι καὶ μονολόγησε γεμᾶτος χαρά: «Δόξα τῷ Θεῷ! Μᾶλλον αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ»!

῞Οταν ἔφθασε στὸ Μοναστήρι καὶ ἔκανε τὴν συνηθισμένη του ἐρώτησι, κατάλαβαν τὴν ἁπλότητά του καὶ τοῦ ἀπάντησαν: «῾Η Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἀκόμη ἐδῶ, ἀλλὰ εἶναι κοντά, πάρα πολὺ κοντά. Ξεκουράσου λίγο καὶ ἴσως ἄλλοι ταξιδιῶτες θὰ ἔλθουν γιὰ νὰ σὲ συνοδεύσουν, διότι τὸ τελευταῖο τμῆμα τοῦ δρόμου ἕως τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνο».

῾Ο ἁπλοϊκὸς Θεόδωρος συμφώνησε καὶ ἐγκαταστάθηκε στὸν νάρθηκα τοῦ Ναοῦ τῆς Μονῆς, ὅπου ἀπόθεσε καὶ τὸν σταυρό του, γιὰ νὰ μὴ τὸν ἀποχωρισθῆ ποτέ.

῾Ο ῾Ηγούμενος ποὺ εἶχε ἀντιληφθῆ τὴν ἀγάπη καὶ ἁπλότητά του, ἀνέθεσε εἰς αὐτὸν τὴν φροντίδα τοῦ κήπου. ῾Ο Θεόδωρος ἐκτελοῦσε μὲ μεγάλο ζῆλο καὶ εὐλάβεια τὴν διακονία του.

Μία ἡμέρα, κοίταξε τὸν ἐσταυρωμένο Κύριό μας καὶ ἐρώτησε μὲ μεγάλη συντριβὴ καρδιᾶς τὸν ῾Ηγούμενο: «Πάτερ, ποιός εἶναι αὐτὸς ποὺ βαστάζει σταυρὸ ὅπως καὶ ἐγώ; Γιὰ ποιό λόγο εἶναι καρφωμένος στὸν σταυρό του;».

῾Ο ῾Ηγούμενος ἀπάντησε: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστός», καὶ ἐν συνεχείᾳ τοῦ διηγήθηκε τὴν ζωὴ τοῦ Κυρίου μας. ῎Εκτοτε, ὁ Θεόδωρος αἰσθανόταν ἀδελφικὴ ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστό μας, λόγῳ τῆς ὁμοιότητος τῆς ζωῆς του καὶ τοῦ ὡμιλοῦσε μὲ παρρησία.

Μία φορὰ ποὺ τοῦ ἔφεραν φαγητό, σκέφθηκε ὁ μακάριος: «῾Ο ἀδελφός μου Χριστὸς ἔτρωγε, ὅπως καὶ ἐγώ, ὅταν περιφερόταν στὴν γῆ; Θὰ τοῦ ζητήσω νὰ συμμετάσχη, ἂν θέλη, στὸ φτωχικό μου δεῖπνο».

Καθὼς σκεπτόταν ἔτσι, ξαφνικὰ ἄνοιξε ἡ θύρα τοῦ Ναοῦ καὶ ἕνα λαμπρὸ φῶς πλημμύρισε τὴν ᾿Εκκλησία. ῾Η εἰκόνα τοῦ ᾿Εσταυρωμένου ζωντάνεψε καὶ ἐμφανίσθηκε ὁ Κύριός μας ᾿Ιησοῦς Χριστὸς γεμᾶτος δόξα καὶ ὡραιότητα!

῾Ο Χριστός μας ἀπευθύνθηκε στὸν Θεόδωρο μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: «῎Ηπια καὶ ἔφαγα ὅταν ἤμουν στὴν γῆ καὶ τώρα ἡ τροφὴ δὲν μοῦ εἶναι ἀναγκαία.

Σύντομα τὸ ἴδιο θὰ συμβῆ καὶ μὲ σένα. Εἶμαι ὁ Υἱὸς ἑνὸς πλουσίου Πατέρα. Γρήγορα θὰ πάω εἰς Αὐτὸν καὶ θὰ σὲ πάρω μαζί μου καὶ θὰ σοῦ δείξω τὴν δόξα Του καὶ θὰ εἶσαι μαζί μου ἐκεῖ αἰωνίως!».

᾿Εν τῷ μεταξύ, ὁ ῾Ηγούμενος καὶ ἡ ᾿Αδελφότης, μὲ τὸν ξαφνικὸ φωτισμὸ τοῦ Ναοῦ, ἔτρεξαν πρὸς τὰ ἐκεῖ. ᾿Εσκέφθησαν, ὅτι ὁ σαλὸς Θεόδωρος εἶχε βάλει φωτιά. ῞Οταν ἔφθασαν στὴν ᾿Εκκλησία, εἶδαν τὸ θαυμαστὸ φῶς καὶ ἄκουσαν τὴν ἢσυχη καὶ γλυκειὰ συνομιλία μεταξὺ τοῦ ἀγνώστου ἀνθρώπου καὶ τοῦ Θεοδώρου. Στὶς ἐρωτήσεις τους, γιὰ τὸ τί συνέβη, ὁ μακάριος ἀπέφυγε νὰ ἀπαντήση καὶ ἔκανε τὸν ἀνήξερο.

Τελικά, ὁ Θεόδωρος ἐφανέρωσε στὸν ῾Ηγούμενο τὴν ἀποκάλυψι.

᾿Εκεῖνος, γεμᾶτος ἔκπληξι, ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ μακαρίου καὶ τὸν παρακαλοῦσε: «᾿Αληθῶς, εἶσαι ἀδελφὸς τοῦ Χριστοῦ. ῏Ω ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ! Μεσίτευσε γιὰ νὰ μὲ πάρη μαζί σου στὸν Οἶκο τοῦ Πατρός Του!»

Τὴν νύκτα, ὁ Θεόδωρος μὲ τὴν συνηθισμένη του ἁπλότητα καὶ παρρησία, προσευχήθηκε γιὰ τὸν ῾Ηγούμενο. Τότε, τοῦ ἐμφανίσθηκε πάλι ὁ Χριστὸς καὶ τοῦ εἶπε: «Πρέπει ὁ ῾Ηγούμενος νὰ ἐργασθῆ ἀκόμη ἐκεῖ».

῞Οταν ὁ ῾Ηγούμενος ἔμαθε, τί εἶπε ὁ Κύριός μας, παρεκάλεσε μὲ δάκρυα τὸν Θεόδωρο: «Προσευχήσου στὸν Χριστό, ὁ ῾Οποῖος ἐσταυρώθη γιὰ μᾶς, ἂν καὶ εἶμαι ἀνάξιος τοῦ Οἴκου τοῦ Πατρός Του, νὰ μὲ ἐλεήση χάριν τῆς ῾Υπεραγίας Μητρός Του».

῾Ο μακάριος προσευχήθηκε πάλι στὸν Κύριό μας ᾿Ιησοῦ Χριστό, ὁ ῾Οποῖος τοῦ ἀπάντησε: «Χάριν τῆς Μητρός μου, σὲ σαράντα ἡμέρες θὰ παραλάβω καὶ τὸν ῾Ηγούμενο μαζί σου στὸν Οἶκο τοῦ Πατρός μου».

Μετὰ ἀπὸ αὐτό, ὁ ῾Ηγούμενος καὶ ὁ Θεόδωρος πέρασαν τὶς ἡμέρες τους μὲ προσευχή· ὅταν συμπληρώθηκε ἡ τεσσαρακοστὴ ἡμέρα, ἐκοιμήθησαν καὶ οἱ δύο εἰρηνικά, ἐνῶ εὑρίσκοντο σὲ στάσι προσευχῆς!

Πέμπτη, Μαΐου 28, 2009

Οι δια Χριστόν σαλοί ως ιεραπόστολοι - Δ. Σπεντζάρη


 [ Σημ. :28 Μαΐου Μνήμη του αγίου Ανδρέου του διά Χριστόν σαλού]

Οι δια Χριστόν Σαλοί ως ιεραπόστολοι * 

του Διονύση Σπεντζάρη 

  Αν επιχειρήσουμε να ρίξουμε μια ματιά στη βιογραφία ενός δια Χριστόν Σαλού, αυτό που θα τραβήξει ιδιαιτέρως την προσοχή μας και μάλιστα θα μας ξαφνιάσει, θα είναι μάλλον η παραδοξότητα, η υπερβολή και η «τρέλα» της συμπεριφοράς του Σαλού.Ωστόσο, αν μετά το πρώτο μας ξάφνιασμα θελήσουμε η ματιά μας να γίνει περισσότερα απαιτητική, θ’ ανακαλύψουμε μια καταπληκτική ιεραποστολική θέαση της εκκλησιαστική μας ζωής η οποία φανερώνει τα βάθος της σχέσης Εκκλησίας και κόσμου. Γι’ αυτό καλύτερα να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.Δια Χριστόν Σαλοί, δηλαδή τρελοί για χάρη του Χριστού, καθιερώθηκε από τον 6ο αιώνα περίπου (με την εμφάνιση του αγίου Συμεών από την Έμεσα) να αποκαλούνται οι Χριστιανοί εκείνοι, συνήθως μοναχοί, που προσποιούνται τον τρελό προκειμένου να ανταποκριθούν, μέσα από περίεργους και ασυνήθιστους δρόμους τις εντολές του Χριστού. Όχι όμως για να σώσουν μονάχα την δική τους ψυχή αλλά και πλήθος άλλων συνανθρώπων. Η ζωή τους, δηλαδή, διαπνεόταν από κίνητρο ιεραποστολικό.Αυτό που πρέπει να προσέξουμε στους «Βίους» τους είναι ότι ο χώρος δράσης τους είναι η κοινωνία, οι πόλεις. Όσοι από τους δια Χριστόν Σαλούς ήσαν μοναχοί, άφησαν το μοναστήρι ή το ασκητήριό τους και εισήλθαν στη κοινωνία. Οι κοινωνίες, όμως, στις οποίες εισήλθαν ήσαν πάντοτε χριστιανικές. Αυτές ήσαν το πεδίο της δράσης τους. Οι πράξεις που έκαναν ήσαν παράλογες και προκλητικές, πράξεις ενός τρελού, οι οποίες όμως είχαν ένα βαθύτερο περιεχόμενο. Οι Σαλοί σύχναζαν σε ταβέρνες, σε κακόφημες συνοικίες, έκαναν παρέα με τις πόρνες, συμμετείχαν σε όλες τις διαστάσεις του περιθωρίου πλην μίας: της αμαρτίας.Ποιο ήταν αυτό το βαθύτερο περιεχόμενο; και γιατί οι Σαλοί έδρασαν στις χριστιανικές κοινωνίες;Στους πρώτους αιώνες της χριστιανικής εποχής οι πιστοί βίωναν περισσότερο έντονα το γεγονός ότι ήσαν μέλη της ίδιας οικογένειας. Όμως, όταν με το διάταγμα των Μεδιολάνων η Χριστιανική Εκκλησία γνώρισε την αναγνώριση, οι χριστιανοί άρχισαν να εφησυχάζουν μέσα στον ιστό της κοινωνικής τάξης και οι αδελφικές σχέσεις χαλάρωσαν. Τώρα πια ο Χριστιανισμός έγινε κοινωνικά αποδεκτός, απέκτησε κρατική υποστήριξη και εδραιώθηκε με κοσμικό πνεύμα στις συνειδήσεις, ο θεσμός της ιδιοκτησίας. Τώρα πια άρχισε να κυριαρχεί η διάκριση μεταξύ του «δικού μου» και του «δικού σου». Κι αυτή ήταν, σύμφωνα με τη μαρτυρία του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, μία από τις αιτίες αλλοίωσης του χριστιανικού ήθους. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι τον 4ο αιώνα στην Κωνσταντινούπολη οι περισσότεροι άνθρωποι ζούσαν μέσα στη φτώχια, στην ταλαιπωρία και στους πόνους. Σε αντίθεση μ’ αυτούς, η ζωή των πλουσίων ήταν ιδιαίτερα προκλητική. Δεν αφορούσε όμως μόνο τις κοινωνικές ανισότητες ο νέος άνεμος που έπνεε τον 4ο αιώνα. Οι χριστιανοί απολάμβαναν τιμές, αξιώματα, θέσεις στην, χριστιανική πια, Αυτοκρατορία. Ξαφνικά η Εκκλησία κατακλύσθηκε από πλήθη που έφεραν χωρίς κόπο την ετικέτα «Χριστιανός». Ο ιερός Χρυσόστομος ένοιωθε στεναχώρια για το μεγάλο αριθμό των κατ’ όνομα Χριστιανών, που τους θεωρούσε μάλιστα μια επιπλέον τροφή για το πυρ της γεένης. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η χριστιανική ταυτότητα έχανε τη βασική ιδιότητά της να λειτουργεί ως άλας της γης, ως η ζύμη που θα αναπλάσει το φύραμα, το ανθρώπινο φύραμα.Εδώ ακριβώς φανερώνεται η ιεραποστολική συνείδηση και δραστηριότητα των δια Χριστόν Σαλών. Οι Σαλοί ήλθαν να εργαστούν για μια ουσιαστική μεταστροφή στο Χριστό και για την γέννηση της πραγματικά χριστιανικής κοινωνίας. Δεν διακήρυξαν μια άλλη θρησκεία ή μια άλλη Εκκλησία, αλλά κατέθεσαν το αίτημα της ανανέωσης, την ανάγκη μιας αναβάπτισης. Υπενθύμισαν το μήνυμα του Χριστού και κάλεσαν σε γνήσια αποδοχή του. Οι Σαλοί ήσαν μια γροθιά στο στομάχι της εφησυχασμένης μετά τους διωγμούς, χριστιανικής κοινωνίας, τάραξαν τα λιμνάζοντα ύδατα της ασφάλειας, της ευημερίας και της τυπολατρείας.Αυτή την τυπολατρεία «τσαλάκωσε» ο Άγιος Συμεών όταν, Κυριακάτικα, γέμισε τις τσέπες του καρύδια, πήγε στην Εκκλησία, στην αρχή της θείας Λειτουργίας κι άρχισε να σβήνει τις καντήλες. Ακολούθησε πανικός. Άρχισαν να τον κυνηγούν για να τον βγάλουν έξω, αλλά αυτός ανέβηκε στον άμβωνα και εκεί χτυπούσε τις γυναίκες με τα καρύδια. Επιτέλους αυτές ξύπνησαν. Ναι! Όπως μαρτυρούν και τα κείμενα του ιερού Χρυσοστόμου, πολλές γυναίκες, μέσα στο πλαίσιο προφανώς της εξοικείωσης τους με τη λειτουργική ζωή, συνήθιζαν να παίρνουν έναν υπνάκο στη θεία Λειτουργία. Οι άνδρες είχαν «σοβαρότερες» ασχολίες, αφού στηνόταν μεταξύ τους κανονικός διάλογος για «τόκους αριθμών, λογισμούς δανεισμάτων» ή «περί κερδών, περί εμπορίας, περί καπηλείας». Γι’ αυτό ο Χρυσόστομος δεν δίσταζε να ομολογεί ότι οι πραγματικά καλοί χριστιανοί αποτελούσαν ένα μικρό κλάσμα από τον ολικό αριθμό των εκκλησιαζομένων. Οι περισσότεροι εκκλησιάζονταν από συνήθεια.Αυτή δεν ήταν η μοναδική ενέργεια του Συμεών, από την οποία αναστατώθηκαν και προκλήθηκαν οι κάτοικοι της Έμεσας. Τον συναντούμε να εισβάλει στα γυναικεία λουτρά της πόλης, να επιχειρεί τάχα να βιάσει τη γυναίκα το ταβερνιάρη εργοδότη του. Κίνητρό του; Να γκρεμίσει τη σιγουριά και το νομικίστικο πνεύμα, που κατατάσσει τους ανθρώπους με βάση τα εξωτερικά, επιδερμικά κριτήρια και παραβλέπει ότι η σωτηρία είναι ζήτημα βαθιάς μετάνοιας κι όχι απλώς τήρησης ενός κοσμικού καθωσπρεπισμού. Ο βιογράφος του, Λεόντιος ο επίσκοπος Νεαπόλεως, ο οποίος ρητά μας διαβεβαιώνει ότι η είσοδός του ήταν προσχεδιασμένη, επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό μας. «Πώς αισθανόσουν Πάτερ, όταν μπήκες στα λουτρά των γυναικών;» τον ρώτησε ο διάκονος Ιωάννης, ο μόνος που γνώριζε την αληθινή πολιτεία του αγίου. «Πίστεψέ με, παιδί μου ήμουν σαν ξύλο ανάμεσα σε ξύλα» του είπε ο Συμεών.Ο Άγιος Ανδρέας ο δια Χριστόν Σαλός έδρασε στην Κωνσταντινούπολη τον 9ο αιώνα. Κοντά στα άλλα του χαρίσματα φαίνεται ότι διέθετε και πολύ «βαρύ χέρι». Τα ευεργετικά του αποτελέσματα αισθάνθηκαν για τα καλά δυο κλέφτες, οι οποίοι απολάμβαναν τα «αγαθά» της λείας τους σε μια ταβέρνα. Ο τρόπος που μεταχειρίσθηκε ο Άγιος σίγουρα μας ξαφνιάζει. Αλλά αν έμπαινε στην ταβέρνα κι άρχιζε το κήρυγμα σε μια γλώσσα οικεία σε αξιοπρεπείς νοικοκυραίους, ποιος θα τον άκουγε; Ο πόνος από τα χαστούκια που δέχθηκαν οι δυο κλέφτες ήταν ένα είδος γλώσσας κατανοητό από τους ανθρώπους του υποκόσμου, και διαπέρασε το σώμα και την ψυχή τους. Περισσότερο αυτήν. Το φανέρωμα της «πληγής» μας, η συνειδητοποίηση των αμαρτιών μας είναι το πρώτο βήμα προς τη σωτηρία. Αυτό πέτυχε ο Άγιος.Όταν, κατά την περίοδο της μεγάλης Τεσσαρακοστής, ο Ρώσσος Νικόλαος ο Σαλός (16ος αιώνας) διασταυρώθηκε με τον τσάρο Ιβάν τον Τρομερό ο οποίος είχε εγκαθιδρύσει μια βασιλεία του τρόμου, του προσέφερε να φάει ένα κομμάτι ωμό κρέας. Ο Ιβάν οπισθοχώρησε αηδιασμένος, παίρνοντας το μήνυμα, ότι χειρότερο από το να φας κρέας τη Σαρακοστή είναι να «καταβροχθίζεις» ανθρώπινο κρέας με την τυραννική εξουσία σου. Ο Σαλός δεν επαναπαύθηκε στο ότι τυπικά η εξουσία ήταν χριστιανική, αλλά φανέρωσε τα ουσιαστικά κριτήρια χριστιανικότητας.Πιστεύουμε, ότι με τη ζωή και τη δράση τους οι δια Χριστόν Σαλοί μιμήθηκαν την κένωση του ίδιου του Ιησού Χριστού, που κατέβηκε μέχρι τα κατώτατα του Άδη για να καλέσει κάθε άνθρωπο στο Σώμα του. Οι Σαλοί απευθύνουν ένα διαρκές μήνυμα σε όλο το σώμα της Εκκλησίας, σε όλες τις εποχές και υπενθυμίζουν τη θεμελιώδη ιεραποστολική φυσιογνωμία της. Μας καλούν, έτσι, σε αυτοκριτική, σε αναζήτηση γνήσιου εκκλησιαστικού τρόπου ζωής. Συνεχώς μας υπενθυμίζουν ότι δεν μπορούμε να εφησυχάζουμε, νομίζοντας ότι είμαστε Χριστιανοί επειδή γεννηθήκαμε σε ένα από τα λεγόμενα «χριστιανικά έθνη». ----------------* Περιοδικό Πάντα τα έθνη, Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2003