ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ύμνοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ύμνοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 04, 2017

Αγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός: Η πρώτη πηγή της βυζαντινής μουσικής


...Ο Δαμασκηνός, κατά τους βιογράφους του, Θεοφάνη τον Ομολογητή, τον  πατριάρχη Ιεροσολύμων Ιωάννη, τον Μ. Λογοθέτη Κωνσταντίνο τον Ακροπολίτη, τον Σουΐδα και τον Κεδρηνό, γεννήθηκε το 676 μ.Χ. και απέθανε το 756 μ.Χ.  Πατρίδα είχε την Δαμασκό, γι΄αυτό και λέγεται Δαμασκηνός. Προερχόταν από γένος επιφανέστατου οίκου. Ο πατέρας αυτού Σέργιος, ήταν διοικητής της Δαμασκού, που ήταν τότε υποταγμένη στους Σαρακηνούς, κατ’άλλους δε ήταν θησαυροφύλακας του Καλίφου Αβδούλ Μελίκ του Α’. Ο πατέρας του λοιπόν εξαγόρασε τον αιχμάλωτο Κοσμά από την Καλαβρία της Ιταλίας, τον οποίο έλεγαν «Ξένο», «Ικέτη» και «Ασύγκριτο», και ο οποίος εκπαίδευσε τον Ιωάννη, καθώς και τον ασματογράφο και μετέπειτα ιεράρχη της επισκοπής Γάζης,  Μαϊουμά  Κοσμά τον Μελωδό.
Με προτροπή και παράκληση  του πατριάρχη Ιεροσολύμων Ιωάννου, ο Δαμασκηνός ενδύεται το  μοναχικό τριβώνιο και χειροτονείται, απ΄ αυτόν πρεσβύτερος. Διάλεξε δε ως ερημητήριο την  μονή  του αγίου Σάββα που βρίσκονταν  όχι μακριά από τα  Ιεροσόλυμα,  γι΄αυτό και λέγεται και Ιεροσολυμίτης. Εδώ πέρασε τη ζωή του συγγράφοντας και μελετώντας. Πολέμησε ισχυρά τους εικονομάχους αυτοκράτορες Λέοντα τον Γ’ τον ΄Ισαυρο και τον Κωνσταντίνο τον Κοπρώνυμο.  Με επιστολές του  παραινών τους κατοίκους της  Κωνσταντινούπολης, προασπίζονταν την τιμήν και προσκύνηση των εικόνων. Ιστορείται μάλιστα ότι ο Λέων οργισμένος διέταξε να μιμηθούν την γραφή του Δαμασκηνού και να αποστείλουν  στον Καλίφη πλαστή επιστολή αυτού, με την οποία αυτός φαίνεται ότι προσέφερε την Δαμασκό στους Βυζαντινούς. Ο δε Καλίφης έκοψε το δεξί χέρι αυτού, το οποίο όμως ιάθη ως εκ θαύματος. Τότε δε ο ιερός ψαλμωδός ανέμελψε τον Α΄ Ειρμόν του Κανόνος του Α’ ήχου «Σου η τροπαιούχος δεξιά,  θεοπρεπώς εν ισχύϊ δεδόξασται».  Ένεκα  της  ευγλωττίας του επωνομάσθηκε και «Χρυσορρόας» ή «Χρυσόστομος» από δε τους μελωδούς «Μαΐστωρ της μουσικής». Από τον Κοπρώνυμο εκλήθη «Μανσούρ», και από άλλους πολέμιους του επωνυμικά «Σαραβαΐτης» και «Αρκλάς» για χλευασμό. Η Ανατολική Εκκλησία εορτάζει την μνήμη του την 4 Δεκεμβρίου, η δε Δυτική την 6 Μαΐoυ.
Τα ποιητικά και ασματικά έργα  του Δαμασκηνού.
Τα έργα του Δαμασκηνoύ ανάγονται σε πέντε τάξεις, σε καθαρώς φιλοσοφικά ή διαλεκτικά, σε θεολογικά,  σε ερμηνευτικά ή κριτικά, σε ποιητικά, και σε άσματα ήτοι μουσικά.  Ο Δαμασκηνός, ως υμνογράφος και μουσικός, παρατηρούμε ότι μετέφερε σε απλούστερο είδος την ψαλμωδία της πριν από αυτόν εποχής, και επελήφθη του κανονισμού  και της διαρρύθμισης της ψαλμωδίας, συντάσσοντας για τον λόγο αυτό την Οκτώηχο κατά τους οκτώ ήχους, τους παραγόμενους κατά τινα τροποποίηση και μεταβολή από τα πολυάριθμα είδη των μελών της ελληνικής Μουσικής, των οποίων ο χαρακτήρας συμβιβάζονταν προς τα σεμνά και ιερά της Εκκλησίας  αισθήματα  και συνεργούσε σε δοξολογία του Θεού και κατάνυξη, παρακωλύσας δε όλα τα μέλη των οποίων τα αισθήματα ήσαν άσεμνα και απρεπή, ενθουσιαστικά, θούρια και πολεμιστήρια. Ο Δαμασκηνός συμπεριέλαβε την απλότητα των μελών των οκτώ ήχων στην Οκτώηχο αυτού.
Επενόησε επίσης για τους οκτώ ήχους και δική του αγκιστροειδή παρασημαντική. Kαι είναι αλήθεια ότι τα αγκιστροειδή μουσικά σημεία, με τα οποία έγραψε  τις μελωδίες που έφτιαξε και μελοποίησε, έχουν την αρχή τους στους προ αυτού τρεις αιώνες. Οι χαρακτήρες του Δαμασκηνού ήταν γριφώδεις και συμβολικοί, όμοιοι προς τους ιερογλυφικούς εκείνους των αρχαίων Αιγυπτιακών γραμμάτων. Κάθε  χαρακτήρας παριστάνει  πολλάκις ένα φθόγγο αλλά και πολλούς.
Ο Δαμασκηνός ως γνώστης της  θεωρίας της Μουσικής παρατήρησε ότι η γνώση της μελωδίας των ήχων περιορίζονταν μόνο στην πράξη, η δε θεωρητική διάταξη της μελωδίας και η αμοιβαία σχέση των ήχων διατελούσαν παρημελημένα. Πρώτος εσυστηματοποίησε την αρχαία οκτωηχία, συγγράφοντας θεωρία για την πράξη της ιερής μουσικής στη βάση του ελληνικού Πεντάχορδου ή Τροχού. Της μουσικής θεωρίας των εκκλησιαστικών ήχων η πρακτική  εφαρμογή είναι η Οκτώηχος.
Υπό το όνομα του Δαμασκηνού σώζεται σε περγαμηνή  «εν τοις παλαιοίς Στιχηραρίοις τοις επί μεμβράνης γεγραμμένοις»  Γραμματική  Μουσικής ή Κανόνιον κατά τους ορισμούς και κανόνας των αρχαίων Ελλήνων, όπου πραγματεύεται περί διαιρέσεως των οκτώ ήχων, περί παραγωγής των πλαγίων ήχων από τους κύριους, και περί των ονομασιών των οκτώ ήχων και των αντιστοίχων αυτών στην αρχαία ελληνική μουσική. Επιγράφεται δε «Αρχή των σημείων της ψαλτικής τέχνης των ανιόντων και κατιόντων  σωμάτων τε και πνευμάτων και πάσης χειρονομίας». Πραγματείες περί θεωρίας της Μουσικής μετά τον φωστήρα Δαμασκηνό έγραψαν Μανουήλ ο Βρυέννιος, Ιωάννης ιερεύς Πλουσιαδηνός, Ιωάννης Μαΐστωρ ο Κουκκουζέλης,  Ιωάννης ο Κλαδάς, Μανουήλ ο Χρυσάφης, Δημήτριος ο Καντεμίρης, Κύριλλος ο αρχιεπίσκοπος Τήνου, Βασίλειος Στεφανίδης ο Βυζάντιος, Χρύσανθος ο μητοοπολίτης Δυρραχίου, Χουρμούζιος ο Χαρτοφύλαξ, Θεόδωρος Φωκαεύς,  Μαργαρίτης  ο Δοβριανίτης,  Γεώργιος ο Λέσβιος,  Παναγιώτης  Αγαθοκλέους,  Κυριακός Φιλοξένης ο Εφεσιομάγνης  και άλλοι σύγχρονοι μας. Θεωρητικό εξέδωσε και η Επιτροπή του 1881  που είχε συσταθεί από το Οικ. Πατριαρχείο.
Το πρώτο ποιητικό και ασματικό προϊόν του Δαμασκηνού τυγχάνει η Οκτώηχος,  την οποία εμέλισε στη βάση της οκταήχου αυτού υμνωδίας. Από τα διάφορα Τροπαρία που απαρτίζουν την Οκτάηχο στον Δαμασκηνό αποδίδονται μόνον οι ακολουθίες του Εσπερινού των Σαββάτων και τoυ Όρθρου των Κυριακών, καθότι τα Ανατολικά λεγόμενα στιχηρά ανήκουν στον Ανατόλιο μοναχό τον Στουδίτη που έζησε μετά τον Δαμασκηνό, τα Απόστιχα  στον Παύλο τον Αμμορίου η της Ευεργέτιδος, oι Τριαδικοί Κανόνες  στον  Μητροφάνη τον Σμύρνης,  τα ένδεκα Εωθινά στον Λέοντα τον Σοφό, τα  ένδεκα  Εξαποστειλάρια  στον Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητο και oι Αναβαθμοί  στον Θεόδωρο τον Στουδίτη. Την Οκτάηχο, στην οποία βρίσκεται  άπασα η χριστιανική δογματική διδασκαλία, παραδέχονται στην εκκλησιαστική χρήση όλες οι Εκκλησίες της Ανατολής και Δύσης,  κελεύσει του Φράγκου Ρήγα Καρλομάγνου, ζώντος έτι τoυ Δαμασκηνού.
Ο θείος μουσουργός, πλην των Κανόνων της Οκτωήχου  εποίησε και τον λαμπρότατο Κανόνα της εορτής της λαμπροφόρου Αναστάσεως «Αναστάσεως ημέρα, λαμπρυνθώμεν λαοί», τον οποίο όταν άκουσε ο Κοσμάς ο Μελωδός, που επίσης είχε γράψει Κανόνα για την ίδια εορτή σε ήχο Β’, «Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια», ανεφώνησε «Kαι συ αδελφέ Ιωάννη, το παν όλον εν τοις τρισί τούτοις συμπεριέλαβες, και oυδέν αφήκας έξωθεν· ήττημαι  γουν εγώ και την ήτταν ομολογώ· όθεν ο μεν σός κανών εχέτω τα πρωτεία και αριστεία, και ψαλλέσθω δημοσίως  εν ταις του Χριστού Εκκλησίαις, ο δε εμός  εν σκότει και γωνία  γενέσθω ως μη εν φωτί άξιος διά τε τα νοήματα και δια τε τον πενθικόν και κλαυθμηρόν ήχον,  καθ’ον εμελοποίηθη,  ανάρμοστον πάντη όντα εν τη λαμπροτάτη και κοσμοχαρμοσύνω ημέρα της του Κυρίου Αναστάσεως». Ο Δαμασκηνός συνέταξε πάνω από εξήντα Κανόνες για τις κυριότερες εορτές της Εκκλησίας, οι οποίοι  είναι ανθολογία εύρυθμος από τους Πανηγυρικούς Λόγους του Γρηγορίου του Θεολόγου  και άλλων.
Εκ των Κανόνων τoυ θείου Ιωάννoυ αναφέρουμε:
«Έσωσε λαόν θαυματουργών Δεσπότης», «Στείβει θαλάσσης κυματούμενον σάλω», «Θείω καλυφθείς ο βραδύγλωσσος γνόφω», φτιαγμένοι σε ιαμβικούς τρίμετρους, κατ’ απομίμησιν Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, τον οποίο είχε και αυτός πρότυπο, όπως και ο Κοσμάς ο Μελωδός. Ο Δαμασκηνός μουσούργησε και τον κατ’ Αλφάβητο Κανόνα της εορτής του Ευαγγελισμού «Ανοίξω το στόμα μου», ποιήσας για την Δ’ ωδή δύο Ειρμούς «Την ανεξιχνίαστον θείαν βουλήν και  «Ο καθήμενος εν δόξη». Επίσης τους Κανόνες «Παρθένοι νεάνιδες συν Μαριάμ τη Προφήτιδι»,  «Τώ Σωτήρι Θεώ τω εν θαλάσση λαόν», εις την Υπαπαντήν, εις την Ύψωσιν του Σταυρού, εις το Γενέσιον της Θεοτόκου, στους Προφήτας, στους Αποστόλους,  στους ιεράρχας,  στους μάρτυρες, στους οσίους, στα εγκαίνια του ναού της Αναστάσεως, στην ανάμνηση του επιφανέντος σημείου του Σταυρού στον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο, κλπ. Υπομνήματα δε και ερμηνείες στους ασματικούς Κανόνες τoυ θείου  μελωδού έγραψαν ο Ζωναράς, ο Γρηγόριος ο Πάρδος επίσκοπος Κορίνθου, Ευστάθιος ο Θεσσαλονίκης, Μάρκος ο Εφέσου και  Νικόδημος ο Αγιορείτης.
Στον ιερό Δαμασκηνό αποδίδονται και οι εξής εκκλησιαστικοί ύμνοι «Υπερένδοξε αειπάρθενε ευλογημένη Θεοτόκε προσάγαγε»,  «Επί σοι χαίρει κεχαριτωμένη πάσα η κτίσις»,  «Την άχραντον εικόνα σου προσκυνούμεν αγαθέ», «Ελέησον ημάς Κύριε ελέησον ημάς», «Κύριε ελέησον ημας επί σoι γαρ πεποίθαμεν», «Της ευσπλαγχνίας την πύλην άνοιξον ημίν ευλογημένη Θεοτόκε»,  «Πολλά τα πλήθη των εμών Θεοτόκε πταισμάτων», «Την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθημι», «Των ουρανίων στρατιών Αρχιστράτηγε», τα Τροπάρια στις Ώρες και τα Στιχηρά  του Πάσχα, τα 26 νεκρώσιμα ιδιόμελα και στιχηρά τα ποιηθέντα στην μονή  του αγίoυ Σάββα. Αυτά τα έξοχα και λαμπρά έργα του Δαμασκηνού,  χρησίμευσαν σαν υπόδειγμα στους μεταγενέστερους μελωδούς της Εκκλησίας, και τα οποία διαδόθηκαν παντού  και συνετέλεσαν στο να περιπέσουν σε αχρηστία τα πολλά Κοντάκια του Ρωμανού, με εξαίρεση  ολίγων...

Γεώργιος Παπαδόπουλος – Εκδόσεις «Τέρτιος», Κατερίνη
ολόκληρο εδώ
ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

Τρίτη, Ιουλίου 25, 2017






Μακαρία ἡ κοιλία σου, ἡ βαστάσασα ἀληθῶς,
τὴν τὸ φῶς τοῦ κόσμου
ἔνδον ἐν κοιλίᾳ βαστάσασαν,
καὶ οἱ μαστοί σου ὡραῖοι,
οἱ θηλάσαντες τὴν θηλάσασαν Χριστόν, 
τὴν τροφὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν,
ὃν καθικέτευε τοῦ ῥυσθῆναι ἡμᾶς
ἀπὸ πάσης θλίψεως,
καὶ προσβολῆς τοῦ ἐχθροῦ,
καὶ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κυριακή, Ιουλίου 16, 2017

Το βασίλεμα του Ηλίου του Φώτη Κόντογλου και η Επιλύχνιος Ευχαριστία

1. Το βασίλεμα του Ηλίου - Φώτη Κόντογλου

Έχουμε στο σπίτι μας ένα μικρό δωμάτιο μ' ένα εικονοστάσι, που βρίσκεται προς τη μιά γωνιά του. Απάνω στο εικονοστάσι είναι βαλμένο, στη μέση, ένα παλιό μεγάλο Ευαγγέλιο με ασημωμένες τάβλες, ένας αρχαίος σκαλιστός σταυρός, ένα μικρό κουτάκι με άγιο λείψανο, ένα ασημένο χέρι, μεγάλο όσο είναι το φυσικό χέρι, που έχει μέσα άγιο λείψανο της αγιάς Παρασκευής, και κάμποσα εικονίσματα, που ανάμεσά τους είναι μία μεγάλη εικόνα της αγιάς Παρασκευής, παλιά κι ασημωμένη από τέμπλο.

Όλα αυτά ήτανε της οικογενειακής εκκλησιάς μας, και τα πήραμε μαζί μας τον καιρό που φύγαμε από τη Μικρά Ασία, καταδιωγμένοι από τον Τούρκο, μαζί με λίγα εκκλησιαστικά βιβλία. Αντί να πάρουμε άλλα πράγματα, που θα ήτανε πιό χρήσιμα σε μας, κατά τη γνώμη του κόσμου, προτιμήσαμε να πάρουμε αυτά τα αγιασμένα πράγματα.

Περάσαμε στη Μυτιλήνη, που είναι κοντά στο μέρος που γεννηθήκαμε, αντίκρυ στη μεγάλη στεριά της Ανατολής.

Το καντήλι καίει μέρα-νύχτα ακοίμητο, μπροστά σ' αυτό το εικονοστάσι. Το δωμάτιο μοσκοβολά κερί και λιβάνι. Εκεί είναι το καταφύγιο μας στις δύσκολες περιστάσεις της ζωής μας, εκεί λέμε και τις ευχαριστίες μας στον Θεό για ό,τι καλό μας στέλνει.

Εκεί λέμε τον εσπερινό και τον όρθρο, όποτε τύχει να μην πάμε στην εκκλησία, τις παρακλήσεις, τις δοξολογίες. εκεί γίνουνται οι αγιασμοί και τα ευχέλαια, από αγιαμένους παπάδες και καλογήρους. Η ψυχή μας κ' η καρδιά μας, βρίσκονται εκεί. Έχουμε τα Μηναία, το Πεντηκοστάριο, την Παρακλητική, το Τριώδιο, το Ωρολόγιο, το Αγιασματάρι, κλπ... Εκείνο το θαλάμι είναι η κατ οίκον εκκλησία μας.

Από τα δεξιά βρίσκεται ένα παραθύρι, δίπλα στη βορεινή γωνιά. Απ' εκείνο το παραθύρι, που είναι βορεινό, δεν μπαίνει ολότελα ο ήλιος όλον τον χειμώνα. Μονάχα κατά την αρχή του καλοκαιριού αρχίζουν και τρυπώνουν λοξά χρυσές αχτίνες από τον ήλιο, την ώρα που βασιλεύει.

Τρυπώνει δειλά-δειλά, αυτό το φώς, το «Φώς ιλαρόν», όπως το λέγω, και κάνει μια στενή λουρίδα όρθια, χρυσαφένια, δίπλα στη βορεινή γωνιά, αριστερά από το εικονοστάσι.
Φανερώνεται τις πρώτες μέρες του Ιουνίου, και χάνεται τις πρώτες μέρες του Αυγούστου. Το αγιασμένο πυροτέχνημα στην αρχή βαστά λίγες στιγμές κ' ύστερα αποτραβιέται. Κατά την αρχή Ιουλίου στέκεται ίσαμε μιά ώρα. Και στις τελευταίες μέρες του βαστά πάλι λίγες στιγμές, ως που χάνεται, και δεν ξαναφαίνεται πιά.

Αυτό είναι το «Φώς ιλαρόν». Από μικρό παιδί το 'βλεπα το βράδυ που βασίλευε ο ήλιος, εξωτικό, χρυσοκκόκινο, να χρυσώνει τα σπίτια, τα μικρά τα βουνά, τα βράχια, τα πανιά των καραβιών, σαν να ήτανε χρυσοκαπνισμένα. Το θέαμα ήτανε πανηγυρικό, κ' έπεφτα σε έκσταση, σαν να ερχότανε εκείνο το φώς απο έναν άλλον κόσμο, από τη βασιλεία των ουρανών, κατά κει που βασιλεύει ο ήλιος.

Πόσο ποιητικά εκφράζει ο λαός μας τη μεγαλοπρέπεια που έχει εκείνη η ιερή ώρα, λέγοντας πως ο ήλιος «βασιλεύει». Αληθινά, ποιός βασιλιάς ντύθηκε ποτέ με τέτοια πορφύρα; Θα' λεγε κανένας πως δεν είναι ο ήλιος αυτός ο βασιλέας, αλλά ο Χριστός, ο βασιλεύς των βασιλευόντων.

Έχω την ιδέα μαλιστα πως ο ευλαβής λαός μας, λέγοντας «ο ήλιος εβασίλεψε», επήρε τα λόγια, γυρίζοντάς τα, από το «Προκείμενον» που λέγει ο ψάλτης το Σαββατόβραδο στον εσπερινό: «ο Κύριος εβασίλευσεν, ευπρέπειαν ενεδύσατο» ίσα-ίσα την ίδια ώρα που βασιλεύει ο ήλιος. Εκείνη την ώρα το χρυσορρόδινο φώς μπαίνει απο το παράθυρο της εκκλησίας, που είναι κατά το δυτικό μέρος, και χτυπά απάνω στο σκαλιστό τέμπλο, κάνοντας το να λαμποκοπά σάν «χρυσοπλοκώτατος πύργος».
Λίγο πρίν το «Προκείμενον» λέγει ο ψάλτης,
ή κανένας καλόγερος, ή κανένανς ταπεινός αναγνώστης 
το «Φως ιλαρόν», εκείνον τον θεσπέσιον εσπερινόν ύμνον.

Σχέδιο του Φ. Κόντογλου «Ηλιοβασίλεμα Δρόμος» Ιούνιος 1924
Σχέδιο του Φ. Κόντογλου «Ηλιοβασίλεμα Δρόμος» Ιούνιος 1924

Έχω γράψει πολλές φορές γι' αυτή την αγιασμένη και κατανυστική ώρα: Σ'ένα τέτοιο γράψιμο μου λέγω τα παρακάτω: «Πρός το βράδυ, ένα χρυσαφένιο γλυκό φως μπαίνει μέσα στον αγιασμένο πύργο της εκκλησιάς (στον τρούλλο), σαν να τον γεμίζει με θυμίαμα. Τούτη την ιερή ώρα βουΐζει ο τελευταίος φτερωτός προσκυνητής, ένας αθώος καντηλοσβήστης...

Από κάτω, την ίδια ώρα, λέγει ο καλόγερας με φωνή ήσυχη το «Φως ιλαρόν», ενώ ο ήλιος βασιλεύει, και τελειώνει η μέρα: «Φώς ιλαρόν αγίας δόξης αθανάτου Πατρός, ουρανίου, αγίου, μάκαρος, Ιησού Χριστέ, ελθόντες επί την ηλίου δύσιν, ιδόντες φως εσπερινόν, υμνούμεν Πατέρα, Υιόν και άγιον Πνεύμα, Θεόν. Άξιόν Σε εν πάσι καιροίς υμνείσθαι φωναίς αισίαις, Υιέ Θεού, ζωήν ο διδούς. Διό ο κόσμος Σε δοξάζει».

Δάκρυα έρχουνται στα μάτια του ανθρώπου, ακούγοντας αυτά τ' αρχαία λόγια, που είναι απλά και αιώνια σαν το βασίλεμα του ήλιου. Το βιβλίο που' ναι ακουμπισμένο απάνω στ' αναλόγι, γράφει πως είναι «ποίημα Αθηνογένους του Μάρτυρος».

Παμπάλαιος ύμνος, που τον λένε κάθε βράδυ, σαν τελειώνει η μέρα, από δυό χιλιάδες χρόνια ίσαμε σήμερα, απλοί άνθρωποι που βαστάνε από τους αρχαίους Έλληνες, σαν και τούτον τον Αγιονορίτη καλόγερα, που είναι και στο πρόσωπο σαν τους παλιαούς»(*).

Αλλά και τούτη την ώρα που γράφω, λάμπει απάνω στον τοίχο, κοντά στο εικονοστάσι με τα αγαπημένα εικονίσματα που γλύτωσα από τους αλλόθρησκους και που τα προσκυνούσαν οι πρόγονοί μου.

Πόσο χαίρουμε σαν το βλέπω να μπαίνει μέσα στο καταφύγιό μου! Η χαρά που νιώθω είναι μά κρυφή χαρά, που τη φυλάγω στην καδιά μου, σαν ένα φως ανέσπερο, που θα την ζεσταίνει τον χειμώνα. Αυτό το υπερκόσμιο φως είναι μιά ελπίδα που έρχεται «εξ ετοίμου κατοικητηρίου του Κυρίου», είναι μια θεϊκή επίσκεψη που μου δίνει παρηγοριά.

Κάθε βράδυ το περιμένω με αγάπη. Δεν πηγαίνω πουθενά για να μην χάσω την ιερή αυτή επίσκεψη. Χαίρομαι που κρατά πολλή ώρα η παρουσία του και παρακαλώ ν' αργήσει να φύγει.

Μόλις αρχίζει και φεγγίζει μυστικά λέγω: «Καλώς το! Καλώς ήρθες πάλι στο φτωχικό μας. Κάθε βράδυ με χαρά σε περιμένουμε, και σαν φεύγεις, με ελπίδα σε προσμένουμε να'ρθεις το άλλο βράδυ. Ας αργήσουνε να περάσουμε οι μέρες που μας έρχεσαι».

Κάνω τον σταυρό μου και συλλογίζουμαι: «Τούτη την ώρα χρυσαφώνεις τα παλιά τέμπλα στα μοναστήρια, στολίζεις με ακριβά πετράδια το φτωχό εικονοστάσι, που είναι μέσα στη σπηλιά του ασκητή ή κανένα σκοτεινό κουβούκλι που κάνει την προσευχή της καμιά ταπεινή και πικραμένη ψυχή.

Την ίδια ώρα, όμως, μπαίνεις και σε σπίτια ψυχά και δίχως πνοή, που κάθουνται μέσα άπιστοι άνθρωποι, και δεν σε παίρνουνε είδηση, αλλοίμονο! ω χαιρέτισμα αρχαγγελικό, ω αγιασμένη πορφύρα, που έγινες από τα αθάνατα αίματα που χύσανε οι Μάρτυρες του Χριστού.

Μπαίνεις και σε φυλακές σκοτεινές, εκεί που βασανίζουνται οι απελπισμένοι, για να τους δώσει λίγη ελπίδα. Μπαίνεις και σε τρύπες υγρές κι ανήλιαγες. Μπαίνεις και σε άψυχα κι άσλαχνα εργοστάσια, μα κανένας δέν σε παίρνει είδηση, ούτε πότε μπαίνεις, ούτε πότε φεύγεις, ούτε ποιά μέρα θα σβήσεις, φεύγοντας για πάντα, σαν τον άνθρωπο που δεν γυρίζουν να τον δούνε. Άραγε ο Θεός σε στέλνει μονάχα σε μας για να μας φέρεις την ελπίδα του και τον χαιρετισμό της αγάπης του, και σε περιμένουμε με αγάπη και με πόθο;...»

Αλλοίμονο! Σε στέλνει σε όλους τους ανθρώπους μα αυτοί δεν σε βλέπουν, ω φως ιλαρόν*, ω φώς εσπερινόν, ω φως ανέσπερον!

*ιλαρόν:-επίθετο- εύθυμο, φαιδρό, χαρωπό.

Βιβλιογραφία: Φώτης Κόντογλου «Ευλογημένο Καταφύγιο», Κεφάλαιο: Το βασίλεμα του ήλιου. Παλιά σύντομα κείμενα πού μιλούν με λατρεία και γνώση για την Ελλάδα τής γνησιότητας που φέρουμε μέσα μας και που κινδυνεύει. εκδ. 1985, Η' έκδοση, 2000. Εκδόσεις Ἀκρίτας.

«Πρωτότυπος είναι ο κάθε άνθρωπος που απομένει πιστός κι ειλικρινής στον εαυτό του». Ένα αληθινό καταφύγιο γαλήνης. Γιώργος Βιδάλης (Ελευθεροτυπία). www.sophia-ntrekou.gr

2. Επιλύχνιος Ευχαριστία (Φως Ιλαρόν)
Σύντομο ιστορικό και η μετάφραση 

Άγιου Αθηνογένη επίσκοπου Πηδαχθόης


 Επιλύχνιος Ευχαριστία (Φως Ιλαρόν)  Σύντομο ιστορικό και η μετάφραση
Η σύνθεση του ύμνου αποδίδεται στον μάρτυρα 
Αθηνογένη (εορτάζει 16 Ιουλίου), 
ο οποίος, κατά την παράδοση, τον εκφώνησε, 
την ώρα που τον οδηγούσαν στο μαρτύριο.

Η Επιλύχνιος Ευχαριστία (Φως Ιλαρόν) είναι αρχαίος ύμνος, που συνδέθηκε με την ακολουθία του Εσπερινού από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους. Η ύπαρξη του ύμνου αυτού μαρτυρείται ήδη από τον 4ο μ.Χ. αιώνα. Μάλιστα, ο Μέγας Βασίλειος αναφέρεται στην ύπαρξή του και τον χαρακτηρίζει ως «αρχαίαν φωνήν». Από τη μαρτυρία αυτή συνάγεται, ότι η Επιλύχνιος Ευχαριστία απηχεί λατρευτική παράδοση πολύ αρχαιότερη του 4ου μ.Χ. αιώνος.

Άγιος Αθηνογένης (; - 311) επίσκοπος Πηδαχθόης και οι Δέκα Μαθητές του: Πατρίδα του Αγίου Αθηνογένη ήταν η Σεβάστεια της Καππαδοκίας. Η μόρφωση του, η θερμή πίστη του, καθώς και η γενναία φιλανθρωπική του δράση, τον ανέδειξαν επίσκοπο Πηδαχθόης. Σαν επίσκοπος, ήταν φωτεινό πνευματικό λυχνάρι για το ποίμνιο του. Μάλιστα τόσο πολύ ήθελε να συνεχιστεί το έργο του Ευαγγελίου, ώστε με ιδιαίτερη φροντίδα κατάρτισε ικανότατους βοηθούς του. Άλλα όταν έγινε ο διωγμός επί Διοκλητιανού, ο Αθηνογένης με δέκα μαθητές του, τον Ριγίνο, τον Μαξιμίνο, τον Πατρόφιλο, τον Αθηνογένη, τον Αντίοχο, τον Άμμων, τον Θεόφραστο, τον Κλεόνικο, τον Πέτρο και τον Ησύχιο, συνελήφθη από τον ηγεμόνα Φηλίμαρχο, και αφού όλοι ομολόγησαν το Χριστό αποκεφαλίσθηκαν. Απότμημα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου Αθηνογένη βρίσκεται στη Λαύρα Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι Αγίας Πετρουπόλεως.

Άγιου Αθηνογένη επίσκοπου ΠηδαχθόηςΟ ύμνος, με ποιητική γλώσσα, απευθύνεται προς το Χριστό, τον οποίο και ονομάζει Φως Ιλαρόν. Το Ιλαρόν, όμως, αυτό Φως, είναι διαφορετικό, ως προς τη φύση Του, από το κτιστό φως του ήλιου, γιατί είναι το «(Φως) της Αγίας Δόξης του Αθανάτου, Ουρανίου και Μάκαρος Θεού Πατρός».

Σε αυτό το Άκτιστο Φως της Αγίας Δόξης, που είναι ο Χριστός, ανάγουν οι χριστιανοί λατρευτικά το νου και την καρδιά τους, κάθε φορά, που, «επί την ηλίου δύσιν», βλέπουν το «εσπερινόν φως» του φυσικού ήλιου, και μέσα από αυτή τη μυσταγωγική αναγωγή αισθάνονται την ανάγκη να υμνήσουν «Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, Θεόν».

Ο επίλογος του ύμνου, απευθυνόμενος, όπως και ο υπόλοιπος ύμνος, προς το Χριστό, δικαιολογεί την πνευματική αυτή αντίδραση των χριστιανών στη θέα του εσπερινού φωτός, γιατί «...Άξιον Σε εν πάσι καιροίς υμνήσθαι φωναίς οσίαις, Υιέ Θεού, ζωήν ο διδούς, διό ο κόσμος Σε δοξάζει». 

Δευτέρα, Απριλίου 10, 2017

Ο της ψυχής ραθυμία... Εν ταις λαμπρότησι...


Απόψε, στον όρθρο της αγίας και Μεγάλης Τρίτης, θα ψαλλούν, κατά την ταπεινή μου γνώμη και αίσθηση, οι ωραιότεροι ύμνοι της μεγάλης εβδομάδας, αλλά και της ενιαύσιας εκκλησιαστικής υμνογραφίας. Οι δύο αδελφοί οι πνευματικοί, ο Κοσμάς και ο Δαμασκηνός, "συναγωνίζονται", στην δαψιλή των ταλάντων τους προσφορά, για να υμνήσουν τον Παθόντα Κύριο και να κατανύξουν την ψυχή μας την ράθυμο τε και γρηγορούσα.Αντίδωρο εύοσμο και μύρον πολυτιμο οι νότες της νοητής τους κιθάρα στο Πανάγιο Πνεύμα, πού τους χαρίτωσε. Χαρακτηριστικά τα παρακάτω:

Ὁ τῇ ψυχῆς ῥαθυμίᾳ νυστάξας,
οὐ κέκτημαι Νυμφίε Χριστέ, καιομένην λαμπάδα τὴν ἐξ ἀρετῶν, 
καὶ νεάνισιν ὡμοιώθην μωραῖς, ἐν καιρῷ τῆς ἐργασίας ῥεμβόμενος, 
τὰ σπλάγχνα τῶν οἰκτιρμῶν σου, μὴ κλείσῃς μοι Δέσποτα,
ἀλλ’ ἐκτινάξας μου τὸν ζοφερὸν ὕπνον ἐξανάστησον,
καὶ ταῖς φρονίμοις συνεισάγαγε Παρθένοις, 
εἰς νυμφῶνα τὸν σόν, ὅπου ἦχος καθαρὸς ἑορταζόντων,
καὶ βοώντων ἀπαύστως· Κύριε δόξα σοι.


(Eγώ πού νύσταξα από της ψυχής την ραθυμιά,
δεν απέκτησα Νυμφίε μου Χριστέ, λαμπάδα πού να καίγεται από τις αρετές,
και έγινα όμοιος με τις ανόητες κοπέλες της παραβολής, ρεμβάζοντας τον καιρό της εργασίας.
Μην με αποκλείσεις από την ευσπλαχνία Σου, Αφέντη μου,
αλλά τίναξε από πάνω μου τον ύπνο του ζόφου και σήκωσε με
και με τις φρόνιμες παρθένες βάλε με μαζί, στον νυφικό σου θάλαμο,
εκεί πού ήχος καθαρός ανθρώπων πού γιορτάζουν και άπαυστα φωνάζουν:
Δόξα σε Σένα Κύριε!
Σημ.Το παρόν αποτελεί και αγαπημένη μου προσευχή καθ' όλο το έτος)


Εν ταις λαμπρότησι των Αγίων σου, πώς εισελεύσομαι ο ανάξιος; εάν γάρ τολμήσω συνεισελθείν εις τον νυμφώνα, ο χιτών με ελέγχει, ότι ουκ έστι του γάμου, και δέσμιος εκβαλούμαι υπό των Αγγέλων. Καθάρισον Κύριε, τον ρύπον της ψυχής μου, και σώσόν με ως φιλάνθρωπος.

(Στο λαμπρό και άγιο ναό του παραδείσου, πώς να εισέλθω ο ανάξιος; Αν τολμήσω να εισέλθω με τους άξιους στο νυφικό σου θάλαμο, δεν θα μπορέσω, ο χιτώνας της ψυχής μου με ελέγχει και θα πεταχτώ έξω, δέσμιος από τους Αγγέλους. Καθάρισε μου Κύριε την βρωμιά της ψυχής και σώσε με, γιατί είσαι Φιλάνθρωπος)

Σάββατο, Απριλίου 02, 2016

Τρία Προσόμοια στην Σταυροπροσκύνηση




Τρία προσόμοια στην σταυροπροσκύνηση. Μικρά προτροπή στην νηστεία, ελαχίστη συμβολή αντιδώρου εις του Σταυρού τας απείρους χάριτας.


Δεύρο των νηστευτών η σεμνή , κεκαθαρμένη και οσία παράταξις,το Ξύλον το ζωηφόρον εξ ου πηγάζει ημίν, δαψιλώς η χάρις και ανάψυξις,εν ω προεκλάμπει του Χριστού η Ανάστασις, και των ανθρώπων απορρέει η λύτρωσις και βασίλεια του θανάτου σκυλεύονται, φόβω προϋπαντήσωμεν , εκτύπωμα άριστον του Βασιλέως της δόξης,των ουρανών ισοστάσιον,μετά χαράς εκβοώντες τω εν αυτώ τανυθέντι, Κύριε δόξα Σοι.

Χαίρε εξ ου πηγάζει χαρά , εστιλβωμένον Χριστού θείοις αίμασι, το Ξύλον εν ω ο Κτίστης προσηλωθείς τους βροτούς, εν Εδέμ και πάλιν συνεισήγαγε,Ληστή τω βοήσαντι,ευγνωμόνως το Μνήσθητι,ένθα χορείαι σταυροφόρων αγάλλονται, και ευφραίνονται οι την σάρκα σταυρώσαντες,δένδρον το αγλαόκαρπον,φυτόν θεομύριστον,κήπος των θείων χαρίτων, φέρων τα άνθη τα εύοσμα, δι ών ημείς εκ θανάτου λιποθυμίας δεινής εκλυτρούμεθα.

Χαίροις ο του Κυρίου Σταυρός, ότι ετέθης ημίν εις προσκύνησιν , εν μέσω του παραδείσου των ιερών νηστειών, εις τρυφής εκτάκτου αναπλήρωσιν,ο στύλος ο πύρινος,οδηγών εις την έρημον,της εγκρατείας Ισραήλ τον θεόλεκτον,και ανάψυξις αθυμούντων τω πνεύματι, σύμβολον φαεινότατον, και θείον οδόσημον,εν ω προφαίνει τοις πάσι, τα του Κυρίου παθήματα,χαρά δε πηγάζει, Αναστάσεως τω κόσμω και μέγα έλεος.

Σάββατο, Απριλίου 04, 2015

Ύμνος εις τα Βάια





Ῥωμανὸς ὁ Μελωδός - Ὕμνος ΛΓ´

Ἔνθρονος ἀπάνω στὰ οὐρανόθρεφτα, τὰ ἡλιοφόρα πλάτη
καὶ ἐπὶ γῆς ἀπέριττος ἀπάνω σ᾿ ἕνα γαϊδαράκο,
ἐσὺ Χριστέ μου ὁ Θεὸς ὁ ἔνσαρκος,
δεχόσουνα μαβιὰ δοξολογήματα νηπίων καὶ ἀγγέλων:
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις.
α.
Ὄντας αὐτὸς ποὺ τὸ θάνατο τὸν ἔδεσες πίστομα
καὶ τὸν Ἅδη τὸ λαίμαργο ὁποὔχεις νεκρώσει
στὸν κόσμο λουλουδιάζοντας ἀνάσταση,
τὰ νήπια βαγιόκλαδα ἀνεμίζοντας, τὰ νήπια,
Χριστὲ ἐσένα ἀνυμνοῦσαν ἀκόρεστα
ὡς φορέα ὑπέρτατης νίκης πνευματικῆς
κραυγάζοντας σήμερα «Ὡσαννὰ στὸν ὑπαίθριο υἱὸ τοῦ Δαυίδ»·
ἄλλη δὲ θάρθει, λέγασι, μαυρίλα μας ὁποὺ
νὰν τὰ χαλάσουν τόσα σμήνη ἀπὸ βρέφη
γυρεύοντας τὸ βρέφος τῆς Μαρίας νὰ ἀφανίσουν,
ἀφοῦ ἐσὺ σταυρώνεσαι ὁ μέγας ἔρημος
γιὰ ὅλους τοὺς κακόμοιρους ἀνθρώπους
ἀπ᾿ τῶν βρεφῶν ἀρχίζοντας τὴν ἔμορφη
τὴ ζήση μέχρι τοὺς ξεκρέμαστους γερόντους·
σπαθὶ κανένα δέ μας πιάνει τώρα πιά,
γιατί ἡ λόγχη θὰ στομώσει στὴν πλευρά σου·
γι᾿ αὐτὸ κ᾿ ἐμεῖς ἀγαλλιώντας ψάλλουμε:
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις.
β.
Ἰδοὺ τοῦ πνεύματος ὁ ἡγεμόνας ὁ ἡσύχιος καὶ πράος,
καβάλα σ᾿ ἕνα γαϊδαράκο φτάνει ὁλοπρόθυμα
νὰ πάθει καὶ τὰ πάθη νὰ νεκρώσει.
Ὁ Λόγος ὁ προαιώνιος ποὺ φτάνει μὲ τὴν Ἄνοιξη
καβάλα σ᾿ ἕνα ἄλογο πλάσμα λαχταρώντας
τῶν λογικῶν πλασμάτων τὴν ἀπολύτρωση·
παράξενο ποὺ ἤτανε νὰ βλέπεις
ἀπάνω στοῦ φτωχούλη γαϊδαράκου τὴν ἀθώα ράχη
ἐκεῖνον ποὺ φέρεται στοὺς χρυσίζοντες
ὤμους τῶν αἰθέριων Χερουβίμ,
ἐκεῖνον ὅπου ὕψωσε κάποτε
στὸν οὐρανὸ ὡς ἡνίοχο θαύματος
τὸν Ἠλία σ᾿ ἕνα περίλαμπρον ἅρμα ἀπὸ φωτιά·
μ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο φτώχεψε τὴ θεϊκιά του δύναμη
καὶ τιποτένιος φανερώθηκε ὁλότελα ὁ Κύριος τῶν Ὄντων
ἐνθαρρύνοντας ὅλους τοὺς ἄμοιρους ὁποὺ φωνάζαν:
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις.
γ.
Συθέμελα σείστηκε ἡ πόλη Ἱερουσαλὴμ ὅπως κάποτε
σεισμὸς μεγάλος ταρακούνησε τὴν Αἴγυπτο·
καὶ ἐκεῖ σειστῆκαν τ᾿ ἄψυχα, μὰ ἐδῶ σειστῆκαν οἱ ἀνθρῶποι
μὲ τὸ δικό σου φτάσιμο·
ὄχι βέβαια γιατί προκάλεσες ὡς ταραξίας τὴν ἔξαψη,
ἐσὺ φυτεύεις πάντα τὴν εἰρήνη,
ἀλλὰ γιατὶ τὶς ἄτιμες τῶν υἱῶν τοῦ σκότους μηχανὲς
ξέρεις ἐσὺ ὁ Θαλερὸς τοῦ Σύμπαντος νὰ ἐξουδετερώνεις,
διώχνοντας ὅλους τοὺς κακοὺς ἀπ᾿ ὅπου κι ἂν τοὺς ἀπαντήσεις,
καθὼς εἶσαι ὁ ὑπέρτατος Κύριος
τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου·
εἶναι πεσμένα ἀπὸ παλιὰ στὴν ἄκαρπη σιγὴ τὰ εἴδωλα τοῦ σκότους,
τὴν ὥρα τούτη ὅσοι τὰ λατρεύουν κλυδωνίζονται,
ὅπως ἀκοῦνε τῶν θεάρεστων νηπίων τὶς ἑόρτιες φωνές:
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις.
δ.
«Ποιὸς εἶν᾿ ἐτοῦτος;» ἔλεγαν ἐκεῖνοι
ποὺ παρασταῖναν ἀφειδώλευτα πὼς δὲ σὲ ξέρουν·
λὲς καὶ δὲν εἶχαν γνώση οἱ μισόθεοι
ποιὸς ἤτανε τοῦ ἀστραπόλαλου προπάτορα Δαυὶδ
ὁ ἄχραντος υἱός, ὁ πράος κατιόντας,
ὁποὺ συλλήβδην ἀπ᾿ τοῦ μαύρου χάροντα
τοὺς ἔσωσε τ᾿ ἁρπάγια.
Εἶναι νωπὸς ἀκόμη βγαίνοντας ὁ Λάζαρος ἀπ᾿ τ᾿ ἄσπρα σάβανά του κι ὅμως
ποτὲ δὲν τόμαθαν αὐτοί, δὲν ξέρουν ποιὸς τὸν ἔχει ἐγείρει·
ὁ πόνος δὲν τοὺς ἔπαψε στοὺς ὤμους τους ἐκείνων
ὁποὺ βαστῆξαν ἀσηκώνοντας τὸ γυιὸ τῆς χήρας κι ὅμως
δὲν εἶδαν τάχα ποιὸς τὸν ἅρπαξε ἀπ᾿ τῆς θανῆς τὴ μέγγενη·
τὸ δράμα τοῦ Ἰάειρου πατέρα, τὴν αὐλή,
δὲν ἄφησαν ὀπίσω τους ἀκόμη τοῦτοι κι ὅμως
τὴν πεθαμένη νιά, τὴν κόρη, ποιὸς τὴ γιόμισε
ζωὴ καὶ πάλι δὲν τὸ βλέπουν·
ὡστόσο τοῦτα τἄζησαν αὐτόπτες πλὴν τοὺς λείπει
ἡ ξαστεριὰ τῆς ἄκακης καρδιᾶς γιὰ νὰ φωνάξουν:
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις.
ε.
Ἀχάριστοι στὸν πλάστη τους ποὺ δείχτηκαν οἱ ἄνομοι,
τῆς ἄγνοιας ντυθῆκαν τὴν ὑποκρισία
σὰν τάχα νὰ μὴν ἤξεραν ἐκεῖνον ὁποὺ σκόπευαν
ἀδίσταχτα νὰ χαντακώσουν·
α, βέβαια, δὲν ἤξεραν οἱ μαῦροι γυιοὶ τοῦ ψεύδους...
Διόλου παράξενο μ᾿ αὐτούς, ὁποὺ τὴν ὡς τώρα
τὴ γηραιὰ τὴν ὕβρη τους ἀνακαινίζουν·
ἂς θυμηθοῦμε πὼς ὅταν ὁ θεολάλητος Μωυσῆς
τοὺς ἐξασφάλισε τὴν ἔξοδο ἀπ᾿ τὴν Αἴγυπτο,
μὲ πίκρες καὶ μὲ βάσανα τὸ νόστο στὴν κοιτίδα ὁδηγώντας,
οἰκτρὰ περιφρονήθηκε ἀπὸ δαύτους,
ὡς τώρα κι ὁ Χριστός, ποὺ ἀπ᾿ τὸ θάνατο τοὺς ἔσωσε γιὰ πάντα,
καταφρονήθηκε φρικτὰ σήμερις ἀπ᾿ τοὺς ἴδιους·
τὸ Μωυσῆ ἀρνήθηκαν οἱ λατρευτὲς τοῦ μόσχου καὶ τῆς ὕλης,
τὸν Ἰησοῦ ἀρνήθηκαν οἱ φίλοι τοῦ Βελίαρ·
αὐτοὶ λοιπὸν δὲν ἤθελαν στὰ ὕψη νὰ βοήσουν:
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις.
στ.
Τὰ βρέφη βάγια σείοντας υἱὸ σὲ τραγουδοῦσαν,
υἱὸ Δαυὶδ σὲ φώναζαν, υἱὸ σὲ καρτεροῦσαν·
εὔλογη τούτη ἡ φρενίτιδα Κύριε!
Εἶσαι ἐσὺ ὁποὺ τοῦ νοητοῦ Γολιὰθ ἀχρήστεψες τὸ ὄνειδος,
τοῦ χάρου τὴ γιγάντιαν ἁρπάγη·
κείνου γυναῖκες χορευτά, τοῦ πρόγονου, τὰ νικητήρια ψάλλαν:
«Σαοὺλ χιλιάδες χάλασε, μὰ ὁ Δαυὶδ μυριάδες».
Ἔτσι ὁ Νόμος· ὓστερ᾿ ἀπ᾿ αὐτὸν ἡ χάρη ἡ δική σου Ἰησοῦ μου.
Ὁ Νόμος ἤτανε Σαούλ, μὲ φθόνο καὶ σκληράδα ὁ διώκτης,
ἀλλ᾿ ὁ Δαυὶδ τὴ χάρη σου βλασταίνει διωκόμενος·
γιατί ἐσὺ τοῦ γίνηκες ἡ φώτιση κι ὁ δρόμος·
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις.
ζ.
Ἅρμα φωτὸς ὁ ἥλιος μας κι αὐτὸς διάκονός σου,
ἀχτιδοβόλο ὄχημα τὸν οὐρανὸ φαιδρύνει,
κυρίαρχος καὶ θερμουργὸς κι ὅμως κ᾿ ὑποταγμένος
στοῦ πλάστη τὰ κελεύσματα, τὰ θεῖα μαθηματικά σου,
κι ὡστόσο τώρα σ᾿ ἔτερψε ὁ παλιογαϊδαράκος;
δόξα στὸ μέγα ἔλεος, δόξα στὴν ταπεινότη!
Δὲν τὸ ξεχνῶ πὼς κάποτε τυλίχτηκες μὲ σπάργανα στὴ φάτνη
καὶ τώρα νὰ λοιπὸν ἐσὺ τὸ θρόνο τ᾿ οὐρανοῦ ὁποὺ κατέχεις
ἀπάνω στὸ φτωχούλικο κι ἀνήξερο πουλάρι
μὲ λάμψη ἐποχήθηκες.
Ἀναλογίες τραγουδῶ· τὴ φάτνη ἐκεῖ πέρα
κυκλόφερναν οἱ ἄγγελοι μέσ᾿ τὰ μαλάματά τους,
τὸ πουλαράκι οἱ ταπεινοί σου μαθητὲς ἐδῶ
τὸ βάσταγαν ἀπ᾿ τὴ μουσούδα·
«Δόξα» καὶ τότε ἄκουγες, «Δόξα» καὶ τώρα κράζουν:
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις.
η.
Τὴ δύναμή σου τὴ φανέρωνες μονάχα μὲ ταπεινοσύνη·
μήγαρις ἤτανε καὶ τίποτ᾿ ἄλλο νὰ καθήσεις
ἀπάνω στὸ φτωχούλη γαϊδαράκο;
Κι ὅμως τὴν ἔσειξες ὁλάκερη τὴν Ἱερουσαλὴμ
ὅπως ἂν ἔφτανες ἐκεῖ μὲ δόξα τυλιγμένος.
Ἤτανε καὶ τῶν μαθητῶν σου τὰ ἱμάτια
τὰ λαϊκὰ ποὺ δείχναν εὐλαβῆ ταπείνωση
κι ἀληθινός σου θρίαμβος καὶ μυρωμένη δόξα
ὁ ὕμνος τῶν παιδιῶν ὁ ἀναμάρτητος
καὶ τῶν μαζῶν ἡ ἰαχὴ ἡ σύγκορμη καὶ οὐρανομήκης,
ἡ ἰαχὴ τοῦ «Ὡσαννά» ὁποὺ σημαίνει: σῶσε μας ἐσὺ
ὁ προαιώνιος κάτοικος τοῦ ὕψους,
ἐσὺ ὁ δυσανάβατος, τοῦ κόσμου σῶσε ἐσὺ
τοὺς ἀναρίθμητους καὶ καταφρονεμένους,
κοιτάζοντας μὲ εὐμένεια τὴν ἐλπίδα μας,
κι ἀπειράγαθος ὄντας ἐλέησέ μας,
δόνησε τὰ σπλάγχνα σου γιὰ μᾶς τοὺς ἄμοιρους
καθὼς ἐμεῖς δονοῦμε τὰ κλωνάρια τῶν βαγιῶνε
στὸν ἀγέρα κραυγάζοντας:
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις.
θ.
Ἔχουμε νὰ ξοφλήσουμε τὸ χρέος ποὺ μᾶς ἄφησε
κληρονομιὰ καταραμένη ὁ δύστυχος προπάτορας Ἀδάμ,
τρώγοντας τὸν καρπὸ τὸν ὄχι του πρεπούμενο,
κι ἀπὸ τότε εἴμαστε σύνολη ἡ ἀνθρωπότητα ὀφειλέτες·
τοῦτο σημαίνει πὼς δὲν ἄρκεσε στὴ θεία βούληση
ὁ πρωτόπλαστος ὀφειλέτης
κι ὁ δανειστὴς ὁ παντοδύναμος
τὸ χρέος τὸ γυρεύει κι ἀπ᾿ τοὺς ἀπογόνους,
ἀδειάζοντας ὁλότελα τὸ σπίτι τοῦ χρεώστη,
βγάζοντας ὅλους ἔξω ἀπὸ δαῦτο·
γι᾿ αὐτό σου κράζουμε ὅλοι ὦ πανίσχυρε:
«πάμφτωχοι εἴμαστε καὶ τὸ ξέρεις ὦ Ἅγιε,
πλούσιος εἶσαι καὶ σβῆσε μας τὸ χρέος·
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις.
ι.
Ἔχεις ἔρθει στὴ σάρκα τὴν ἀνθρώπινη γιὰ τὴ σωτηρία μας
καὶ μάρτυρας γι᾿ αὐτὸ ποὺ λέω ὁ προφήτης σου ὁ Ζαχαρίας,
ὁ ποὺ σὲ ὀνόμασε κάποτε κορυφὴ τῆς πραότητας,
κορυφὴ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς σωτηρίας.
Κουραστήκαμε, νικηθήκαμε καὶ εἴμαστε ἀπὸ παντοῦ διωγμένοι,
πιστέψαμε πὼς ὁ Νόμος ἠθελάτανε ὁ μόνος λυτρωτής μας,
μὰ ὁ ἴδιος αὐτὸς καὶ γιὰ καλὰ μᾶς ἔχει ὑποδουλώσει·
ἀκόμη κ᾿ οἱ προφῆτες μας μονάχα τὴν ἐλπίδα μᾶς ἀφῆκαν·
γι᾿ αὐτὸ κ᾿ ἐμεῖς στὰ γόνατα προσπέφτουμε
μαζὶ μὲ τὰ ἀθώα νήπια
καὶ σοῦ ζητοῦμε γοερὰ τὸ ἔλεος οἱ καταφρονεμένοι,
δέξου γιὰ χάρη μας τὸ σταυρικό σου κι ἄδικο θάνατο
καὶ σχίσε τὸ χειρόγραφο τοῦ χρέους·
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις».
ια.
«Ὢ πλάσμα τῆς παλάμης μου» ὁ πλάστης ἀποκρίθηκε
σ᾿ αὐτοὺς ποὺ μὲ τέτοια λόγια τὸν ἱκετεῦαν·
«τὄξερα πὼς ὁ Νόμος δὲ γινότανε νὰ σὲ σώσει
κι αὐτὸς εἰν᾿ ὁ λόγος ποὺ ντύθηκα τὴ σάρκα
ἐρχόμενος στὸν κόσμο τῆς πραγματικότητας·
τὄξερα πὼς ὁ Νόμος δὲν εἶχε τὴ δύναμη νὰ σὲ λυτρώσει,
γιατί δὲν εἰν᾿ ὁ Νόμος ὁποὺ σ᾿ ἔπλασε κι ἀκόμη
δὲ γινότανε νὰ σὲ σώσουν οἱ προφῆτες οἱ ὁσοιδήποτε,
γιατί κι αὐτοὺς ἐγὼ τοὺς ἔπλασα ὅπως καὶ σένα·
ἐγὼ λοιπὸν ἔχω τὸ χρέος νὰ σὲ σώσω, μονάχα,
ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ βαρύτατο χρέος ποὺ σὲ παιδεύει·
θὰ μὲ πουλήσουν καὶ θὰ δεῖς ἐσὺ τὴ λευτεριά σου,
θὰ μὲ σταυρώσουν ἐμένανε γιὰ νὰ γλυτώσεις ἐσὺ
ἀπ᾿ τοῦ θανάτου τὴν ποινὴ καὶ κακουχία,
ὁ θάνατός μου θἆναι σὰν ἕνα θεώρημα θυσίας
νὰ σὲ διδάσκει καὶ χαρούμενος νὰ ψάλλεις:
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις.
ιβ.
Μήγαρις γιὰ τοὺς ἀγγέλους τὴν ἀγάπη μου σπατάλησα;
μὰ γιὰ σένα τὸ φτωχὸ κι ἀνήμπορο
ξεχύνω ὁλάκερο τὸν ἔρωτά μου·
καὶ πλούσιος ὄντας ἔγινα φτωχὸς κ᾿ ἐγὼ κατὰ τὸ μέτρο σου·
εἶναι πολὺς ὁ πόθος μου γιὰ νὰ σὲ λευτερώσω·
τὴ δόξα μου τὴν ἔκρυψα στὰ φύλλα τοῦ ἐλέους
καὶ πείνασα καὶ δίψασα καὶ φτώχηνα γιὰ σένα,
στὰ ὄρη ψάχνοντας ἀπάνω, στὰ κρημνὰ καὶ στὰ φαράγγια,
γυρεύοντας ἐσένα τὸν πλανώμενο· κι ὀνομάστηκα πρόβατο
βαθιὰ πονώντας σε μὲ τὸ θέλγητρο τῆς ἁγνότητας νὰ σὲ σώσω
καὶ τσοπάνης ὀνομάστηκα καὶ γιὰ σένα
τὴ ζωή μου θὰ παραδώσω,
θέλοντας ἀπ᾿ τὸ χέρι τοῦ λύκου νὰ σὲ λυτρώσω·
κι αὐτὰ ὅλα τὰ πάσχω ἀπὸ ἔρωτα γιὰ σένα
ποὔχω λαχτάρα νὰ φωνάζεις ἀπ᾿ τὰ βάθια σου:
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις».
ιγ.
Μὰ ἤτανε καιρὸς τὰ θεῖα ρήματα
στὰ πράγματα νὰ κάνουν τόπο·
κι ὡς ἔφτασε στὴν πόλη μέσα ὁ Ἰησοῦς
καὶ τῆς ἀλήθειας τοὺς ἐχθροὺς τοὺς ἔκανε ν᾿ ἀφρολυσσάξουν,
ἀπ᾿ τῶν παιδιῶν τὸ τόσο δοξολόγημα,
ὑψώνοντας τὸ βλέμμα του τὸ ἅγιο τὴν πόλη φάνηκε ν᾿ ἀτενίζει
κι ἀφοῦ τῆς εἶπε τὸ ποὺ ὕφανε βαθύ του μοιρολόι
ἀκούστηκε κράζοντας:
«Ὥρα γιὰ νὰ στενάξεις Ἱερουσαλήμ, ὦ ἐσὺ
πούχεις παιδιὰ μὲ φρόνηση πατέρων
καὶ δάσκαλους ἀληθινὰ σοφοὺς τοὺς γυιούς σου·
γιὰ τὸ κακὸ καὶ γιὰ τὴν κάθε πονηριὰ
νεανικὴ ἡ δύναμή σου
καὶ τ᾿ ἀγαθὸ σοὔρχεται βάρος ἀπ᾿ τὸ γῆρας·
καλύτεροί σου εἶν᾿ ὅλοι τοῦτοι ποὺ σὲ μένα τραγουδοῦν:
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις.
ιδ.
Τώρα σὲ σένα θάμπω σκοπεύοντας
νὰ σ᾿ ἀφήσω γιομάτος περιφρόνηση,
ὄχι κινούμενος ἀπὸ κανένα μίσος,
μὰ γιατί σὺ μὲ μίσησες καὶ μένανε καὶ τοὺς δικούς μου·
γιὰ ποιὰ αἰτία τὸ σταυρὸ ξυλούργησαν τὰ τέκνα σου;
γιατί τὴ θάλασσα τὴν ἔσχισα στὰ δυὸ σὰ νἄτανε χιτώνας
μὲ τὸ ραβδὶ γιὰ νὰ περάσουν·
γιὰ ποιὰ αἰτία τὸν τάφο μου τονὲ λαξεύουν;
σ᾿ ἀντάμειψη ποὺ μὲ σωτήρια
νεφέλη τοὺς προστάτεψα κάποτε!
Νιώθω ἀήττητη χαρὰ ποὺ γιὰ χάρη τοὺς ἦρθα στὸν κόσμο
καὶ στέργω τὴ θυσία μου ποθώντας τὸ πεσμένο πλάσμα,
γιὰ νὰ φωνάζουν ὅσοι μ᾿ ἔχουν ποθητὸ καὶ νὰ ἀγάλλονται:
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις».
ιε.
Ἔτσι τὴ νωθροκάρδια μεμφότανε τὴν πολιτεία
κεῖνος ποὺ βλέπει μέσ᾿ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς
καὶ μπαίνει μ᾿ ὅλα του τὰ νήπια, τοῦ Σύμπαντος ὁ ἱερέας,
μεσ᾿ στὸ ναὸ τὸν ἱερό, στὸ πατρικό του σπίτι,
καὶ διώχνει βίαια τοὺς ἔμπορους, διώχνει καὶ τοὺς ἀγοραστάδες,
φωνάζοντας μὲ θεϊκιὰ ὀργὴ καὶ λαῦρο πάθος:
«τίποτα νὰ μὴ μείνει, μὰ τίποτα, ἐδῶ μέσα,
γιατί ἀλλιῶς θὰ φύγουμε
κ᾿ ἐγὼ καὶ ὁ Πατέρας καὶ τὸ Πνεῦμα·
κ᾿ οἱ τρεῖς μας τώρα βρήκαμε τὴν ὤρια κατοικιά μας
στὴν ἴδια τὴν καρδιὰ τῶν πράων,
ὁποὺ κραυγάζουν ἀχόρταγα σὲ μένα καὶ μὲ πίστη:
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις».
ιστ.
Υἱὲ Θεοῦ πανάγιε σ᾿ αὐτοὺς
τοὺς νήπιους κι ἀθώους ὑμνητές σου
κι ὅλους ἐμᾶς τοὺς ἄλλους συναρίθμησε
καὶ δέξου τὴν ἀκόρεστη δική μας προσευχὴ
σὰν τότε ποὺ δεχόσουνα καὶ τῶν παιδιῶν τοὺς ὕμνους.
Ἐλέησέ μας τὰ δικά σου πλάσματα,
ποὺ γιὰ χάρη μας τυλίχτηκες τὴ σάρκα
γιομάτος ἀρίφνητον ἔρωτα·
χάρισε τὴν εἰρήνη σου σ᾿ ὅλες τὶς Ἐκκλησίες
τὶς τόσο σαλευόμενες ἀπ᾿ τοὺς ἐχθροὺς τῆς καλοσύνης
καὶ σὲ μένα τὸ δύστυχο τὸν ὑμνογράφο τὴ συχώρεση
νὰ μὴν τὴ φειδωλέψεις ὦ σωτήρα μου·
δόσμου τὴ χάρη νὰ λαλῶ γιὰ πάντοτε τὸ θέλημά σου
κι ἂς μὴν τὸ κάνει πιὰ νωθρὸ ἡ θλίψη τὸ μυαλό μου·
κάνε μὲ ἀγλαόκαρπο στὰ ἔργα καὶ στὰ λόγια,
νἄχω φωνὴ φωνάζοντας χαρούμενος·
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις.



 Μετάφραση: Νίκος Καροῦζος, ἀπὸ τὸ περιοδικὸ Ἐποπτεία, τεῦχος 15, 1977


εδώ

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 22, 2014

Ἡ δημιουργός, νῦν προέρχεται Σοφία...


O Mεγάλης Βουλής Άγγελος- Μονή Καρακάλλου

Ἡ δημιουργός, νῦν προέρχεται Σοφία, αἱ προφητικαί, διανίσχουσι νεφέλαι, ἡ χάρις αἰθριάζει, ἡ ἀλήθεια ἔλαμψε, παύεται αἰνίγματα σκιώδη, ἡ τῆς Ἐδὲμ ἠνοίγη πύλη, Ἀδὰμ χόρευε, ὁ πλαστουργὸς Θεὸς ἡμῶν, ἑκὼν πεπλαστούργηται. 

Θεσπίσματα πληρῶν, Προφητῶν καὶ τὰς ὁράσεις, τίκτεται σαρκί, καὶ παχύνεται ὁ Λόγος, καὶ φάτνῃ τῶν ἀλόγων, γεννηθεὶς ἀνακλίνεται. Τοῦτο συγκατάβασις ἡ ἄκρα! τοῦτο ἡ φρικτὴ οἰκονομία! δι' ἣν ψάλλομεν· Ὁ Βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ, Χριστὸς παραγίνεται.

Ἵνα τῆς φθορᾶς, τὸν ἰὸν ἀποκαθάρῃς, καὶ τὴν ἀρχικήν, ἀναπλάσῃς μοι εἰκόνα, σαρκοῦσαι καὶ θηλάζεις, καὶ σπαργάνοις ὁ νεύματι, πάντα περιάγων ἐνειλίσσῃ, τερατουργὲ ὑμνῶ σε Λόγε, βουλῆς Ἄγγελε, τῆς πατρικῆς, δι' ἧς ἐγώ, ἀπαθανατίζομαι. 

Κόλπων Πατρικῶν, οὐκ ἐκστὰς βροτὸς ὡράθης, καὶ Παρθενικαῖς, ἐποχούμενος ὠλέναις, τοὺς Μάγους ἐκ Περσίδος, δι' ἀστέρος ἐκάλεσας, ἄνακτα Θεὸν σε προσκυνοῦντας· πνεύματι χειλέων ἀσεβοῦντας, ἐθνῶν ἄρχοντας, ὃς ἀνελεῖς, καὶ ποιμανεῖς, λαὸν περιούσιον.
 
Λόγος ὁ Πατρί, ὁμοούσιος ὑπάρχων, ἐκ παρθενικῶν, φυραθεὶς ἁγνῶν αἱμάτων, καὶ πλάττεται καὶ αὔξει, χρονικῷ διαστήματι, αὖθίς τε γεννᾶται ἐν Σπηλαίῳ, ἔκπληξις! ἀλλ' Ἄγγελοι κροτοῦσι, βροτοὶ μέλπουσιν· Ὁ Βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ, Χριστὸς παραγίνεται.

Μάντεως χρησμοί, Βαλαὰμ ἀποπληροῦνται· οἱ γὰρ Περσικαῖς, τερατείαις κεχηνότες, ἀστέρος ἀσυνήθους, τῇ ἐλλάμψει τὸν ἄδυτον, Ἥλιον Χριστὸν καταυγασθέντες, ἐν Βηθλεὲμ σωματωθέντα, Θεὸν ἄνακτα, καὶ ἐθελούσιον νεκρόν, τοῖς δώροις τεκμαίρονται.

Δευτέρα, Απριλίου 21, 2014

Πώς επεκράτησε ο κανόνας της ανάστασης



Ποιητής των Καταβασιών , πού ψάλλονται κατά τις εορτές της Εκκλησίας μας , είναι ο άγιος Κοσμάς, επίσκοπος της μικρής πόλης Μαϊουμά στην Συρία και θετός αδελφός του Δαμασκηνού Ιωάννη, του έτερου μεγάλου αστέρα της ορθόδοξης υμνογραφίας.Κατέλιπε δε στην Εκκλησία μας και άλλα διαμάντια ρωμέϊκης ποίησης και θεοπνεύστου, τα οποία ψαλλαμε και χαρήκαμε μέσα στην μεγάλη Εβδομάδα. 

Ποιητής των Καταβασιών λοιπόν και μάλιστα κατ' ήχον ανά εορτή: Τα Χριστούγεννα ο πρώτος, Θεοφάνεια ο δεύτερος, Υπαπαντή ο Τρίτος, ο τέταρτος της Θεοτόκου για τον Ευαγγελισμό, πλάγιος του Α για την Ανάληψη, ο θρηνητικός πλάγιος του δευτέρου για τα τριώδια της μεγαλοβδομάδας, βαρύς για την Πεντηκοστή, πλάγιος τετάρτου για τον Σταυρό τον Σεπτέμβρη.

Kατά τον αρχαιοελληνικό μύθο ο μουσικός και μυστικός Ορφέας, θέλοντας να αναστήσει την χαμένη του αγάπη Ευρυδίκη από τον τάρταρο του Άδη , έπαιξε στην λύρα του άσμα κατά τον λύδιο ήχο, θρηνητικό και γλυκύ και πενθοχαρμόσυνο και παθητικό, πού οι ειδικοί δέχονται πώς αντιστοιχεί στον δεύτερο ήχο της εκκλησιαστικής μουσικής. Ο άγιος Κοσμάς, έχοντας υπ' όψιν του τον μύθο αυτό, συνέθεσε καταβασία και κανόνα και για την εορτή του Πάσχα, σε δεύτερο ήχο, αφού ο Χριστός σαν άλλος Ορφέας, κατέβηκε στον Άδη και με την μελωδία του ευαγγελίου, ανέσυρε την Ευριδίκη ανθρωπότητα προς την ζωή. Απόδειξη όλων τούτων είναι πώς οι άγιοι ποιητές μας, ήταν εκτός από ορθόδοξοι στο πνεύμα και Έλληνες στην καρδιά και την κουλτούρα και είχαν αυτό πού λέμε συνείδηση ελληνικής συνέχειας και πολιτισμού .

Κανόνα όμως στην Ανάσταση , συνέθεσε και ο μεγάλος Δαμασκηνός, το γνωστό μας "Αναστάσεως Ημέρα", σε ήχο πρώτο και πανηγυρικό και θριαμβευτικό και μεγάλο και θείο σε νοήματα και εκφράσεις.Όταν λοιπόν οι δύο αγαπημένοι αδελφοί  έψαλλαν ο ένας τον Κανόνα του στον άλλο, και συγκεκριμένα όταν ο άγιος Ιωάννης έφτασε στο τροπάριο : "Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια...", ο άγιος Κοσμάς αναπήδησε από την χαρά του και ενθουσιάστηκε τόσο ώστε συμφώνησε να ψάλλεται δημοσία και εν ταις εκκλησίας ο Κανόνας του Ιωάννη κατά την Εορτή του Πάσχα και να ξεχαστεί ο δικός του ο θρηνητικός , πού παρέπεμπε στην κάθοδο του Χριστού στον Άδη. Έτσι κατά αρχαία παράδοση επεκράτησε να ψάλλεται άχρι της σήμερον η Καταβασία και ο Κανόνας "Αναστάσεως ημέρα..." στις αγίες του Θεού Εκκλησίες , κατά την εορτή του πάσχα.

Αξίζει να σημειωθεί πώς ο άγιος Ιωάννης εμπνεύστηκε και κατέγραψε αυτό το φωτεινό και αναστάσιμο ποίημα, σε ένα ζοφερό και στενόχωρο σπήλαιο, πού χρησιμοποιούσε για ασκητήριο. Τόση μεγάλη ήταν η έκταση και τόσο δυνατό και έντονο ήταν το φως και η αναστάσιμη εμπειρία πού κρατούσε συνεχώς μέσα του, ώστε να γράψει τα φωτοφόρα και αυγάζοντα αυτά λόγια, σε ένα τέτοιο αντίθετο περιβάλλον!

Παραθέτουμε τροπάρια γνωστά από τον Αναστάσιμο Κανόνα του Δαμασκηνού:

Καθαρθῶμεν τὰς αἰσθήσεις, καὶ ὀψόμεθα, τῷ ἀπροσίτῳ φωτὶ τῆς ἀναστάσεως, Χριστὸν ἐξαστράπτοντα, καί, Χαίρετε, φάσκοντα, τρανῶς ἀκουσόμεθα, ἐπινίκιον ᾄδοντες.

Οὐρανοὶ μὲν ἐπαξίως εὐφραινέσθωσαν, γῆ δὲ ἀγαλλιάσθω, ἑορταζέτω δὲ κόσμος, ὁρατός τε ἅπας καὶ ἀόρατος· Χριστὸς γὰρ ἐγήγερται, εὐφροσύνη αἰώνιος.

Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ, καὶ τὰ καταχθόνια· ἑορταζέτω γοῦν πᾶσα κτίσις, τὴν Ἔγερσιν Χριστοῦ, ἐν ᾗ ἐστερέωται.

Τὴν ἄμετρόν σου εὐσπλαγχνίαν, οἱ ταῖς τοῦ ᾍδου σειραῖς, συνεχόμενοι δεδορκότες, πρὸς τὸ φῶς ἠπείγοντο Χριστέ, ἀγαλλομένῳ ποδί, Πάσχα κροτοῦντες αἰώνιον.

Προσέλθωμεν λαμπαδηφόροι, τῷ προϊόντι Χριστῷ ἐκ τοῦ μνήματος, ὡς νυμφίῳ, καὶ συνεορτάσωμεν ταῖς φιλεόρτοις τάξεσι, Πάσχα Θεοῦ τὸ σωτήριον.

Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, ᾍδου τὴν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν, καὶ σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τὸν αἴτιον, τὸν μόνον εὐλογητὸν τῶν Πατέρων, Θεὸν καὶ ὑπερένδοξον.

Ὡς ὄντως ἱερὰ καὶ πανέορτος, αὕτη ἡ σωτήριος, νὺξ καὶ φωταυγής, τῆς λαμπροφόρου ἡμέρας, τῆς Ἐγέρσεως οὖσα προάγγελος, ἐν ᾗ τὸ ἄχρονον φῶς, ἐκ τάφου σωματικῶς πᾶσιν ἐπέλαμψεν.

Ὢ θείας, ὢ φίλης, ὢ γλυκυτάτης σου φωνῆς· μεθ' ἡμῶν ἀψευδῶς γάρ, ἐπηγγείλω ἔσεσθαι, μέχρι τερμάτων αἰῶνος Χριστέ, ἣν οἱ πιστοί, ἄγκυραν ἐλπίδος, κατέχοντες ἀγαλλόμεθα.

Ὦ Πάσχα τὸ μέγα, καὶ ἱερώτατον Χριστέ, ὦ σοφία καὶ Λόγε, τοῦ Θεοῦ καὶ δύναμις, δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον, σοῦ μετασχεῖν, ἐν τῇ Ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς βασιλείας σου.

 

Κυριακή, Δεκεμβρίου 15, 2013

Έκτεινον σου την χείραν!

 
 
Ο οίκος του σημερινού Κοντακίου των Προπατόρων, ποίημα Ρωμανού του Μελωδού, πού μπορεί κάλλιστα να είναι καθημερινή προσευχή κάθε αγωνιζομένου και αγωνιώντος Χριστιανού. Υπέροχος!



Ἔκτεινόν σου τὴν χεῖρα,
ἧς πάλαι ἔλαβον πεῖραν Αἰγύπτιοι πολεμοῦντες,
καὶ ῾Εβραῖοι πολεμούμενοι·

μὴ καταλίπῃς ἡμᾶς, καὶ καταπίῃ ἡμᾶς θάνατος,
ὁ διψῶν ἡμᾶς,
καὶ σατὰν ὁ μισῶν ἡμᾶς·

ἀλλ᾿ ἔγγισον ἡμῖν, καὶ φεῖσαι τῶν ψυχῶν ἡμῶν,
ὡς ἐφείσω ποτὲ τῶν Παίδων σου, τῶν ἐν Βαβυλῶνι

ἀπαύστως ἀνυμνούντων σε, καὶ βληθέντων ὑπὲρ σοῦ εἰς τὴν κάμινον,

καὶ ἐκ ταύτης κραυγαζόντων σοι·


Τάχυνον ὁ οἰκτίρμων, καὶ σπεῦσον ὡς ἐλεήμων,
εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν, ὅτι δύνασαι βουλόμενος.


 
 
Η εικόνα απεικονίζει τον βύθιον δράκοντα και είναι από αγγλικό ψαλτήριο του 12ου αιώνα.

Τετάρτη, Απριλίου 10, 2013

ΜΕΣΟΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ



Λαμπροφοροῦντες ταῖς ἀρεταῖς προσέλθωμεν, τῆς ἐγκρατείας τὸ καθαρὸν κτησάμενοι, καὶ Σταυρὸν τὸν τίμιον, βοῶντες προσκυνήσωμεν. Ἁγίασον ἡμῶν σὺν ταῖς ψυχαῖς, καὶ τὰ σώματα, ἀξίωσον ἡμᾶς, καὶ τοῦ ἀχράντου Πάθους σου, ὁ μόνος Θεὸς ἁπάντων, χαριζόμενος ἡμῖν καὶ τὰ ἐλέη σου.

Σήμερον τὸ προφητικὸν πεπλήρωται λόγιον· ἰδοὺ γὰρ προσκυνοῦμεν, εἰς τὸν τόπον, οὗ ἔστησαν οἱ πόδες σου Κύριε, καὶ ξύλου σωτηρίας γευσάμενοι, τῶν ἐξ ἁμαρτίας παθῶν, ἐλευθερίας ἐτύχομεν, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, μόνε φιλάνθρωπε.

Ὁ Σταυρός σου Κύριε ἡγίασται· ἐν αὐτῷ γὰρ γίνονται ἰάματα, τοῖς ἀσθενοῦσιν ἐν ἁμαρτίαις, δι' αὐτοῦ σοι προσπίπτομεν· Ἐλέησον ἡμᾶς.

Μόνον ἐπάγη τὸ ξύλον Χριστὲ τοῦ Σταυροῦ σου, τὰ θεμέλια ἐσαλεύθησαν τοῦ θανάτου Κύριε· ὃν γὰρ κατέπιε πόθῳ ὁ ᾍδης, ἀπέλυσε τρόμῳ, ἔδειξας ἡμῖν τὸ σωτήριόν σου Ἅγιε, καὶ δοξολογοῦμέν σε, Υἱὲ Θεοῦ, ἐλέησον ἡμᾶς.

Μέσης ἡμέρας σταυρουμένου σου, μέσον τῆς γῆς βουλήσει Κόσμου τὰ πέρατα, μέσον φάρυγγος τοῦ δράκοντος, ἐξέσπασας Οἰκτίρμον· διὸ ἐν μέσῃ, θείων ἑβδομάδι Νηστειῶν, προσκυνοῦντες δοξάζομεν τὸν τίμιον Σταυρόν σου, τὸν Κύριον ὑμνεῖτε, βοῶντες, καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Χαρᾶς σημεῖον ὅπλον ἄρρηκτον, τῆς Ἐκκλησίας τεῖχος, Μαρτύρων καύχημα, Ἀποστόλων ἐγκαλλώπισμα, Ἀρχιερέων σθένος, ἐνδυναμώσας τὴν ἐξασθενοῦσάν μου ψυχήν, προσκυνεῖν σε ἀξίωσον, καὶ μέλπειν σοι βοῶντα· Τὸν Κύριον ὑμνεῖτε τὰ ἔργα, καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Μεσότητι τῶν Νηστειῶν, τὸ πανσέβαστον Ξύλον, τοὺς πάντας εἰς προσκύνησιν, προσκαλεῖται τοὺς ὅσοι, τὰ ἑαυτῶν παθήματα, τοῖς τοῦ Χριστοῦ παθήμασιν, ἀξίως συναφικνοῦσι. Δεῦτε πάντες οἱ πιστοί, προσκυνήσωμεν τὸ Ξύλον, τοῦ φρικτοῦ μυστηρίου.

Τῆς Νηστείας τὴν ὁδὸν μεσάσαντες, τὴν ἄγουσαν ἐπὶ τὸν Σταυρόν σου τὸν τίμιον, τὴν σὴν ἡμέραν ἰδεῖν, ἣν εἶδεν Ἀβραὰμ καὶ ἐχάρη, ὡς ἐκ τάφου τοῦ βουνοῦ, ζῶντα λαβὼν τὸν Ἰσαάκ, εὐδόκησον καὶ ἡμᾶς, πίστει ῥυσθέντας τοῦ ἐχθροῦ, καὶ Δείπνου μετασχεῖν τοῦ μυστικοῦ, ἐν εἰρήνῃ κράζοντας· ὁ φωτισμὸς καὶ ὁ Σωτὴρ ἡμῶν, δόξα σοι.

Μεσάσαντες τὸ πέλαγος τῆς ἐγκρατείας, λιμένα ἐκδεχόμεθα τῆς σωτηρίας, τὸν καιρὸν τοῦ Πάθους σου, τοῦ ἑκουσίου Κύριε, ἀλλ' ὡς εὔσπλαγχνος καὶ οἰκτίρμων, καὶ τὴν ἡμέραν τῆς ἐνδόξου Ἀναστάσεώς σου, ἐν εἰρήνῃ ἀξίωσον ἡμᾶς, θεάσασθαι φιλάνθρωπε.

Δευτέρα, Αυγούστου 06, 2012

Πρὸ τοῦ Σταυροῦ σου Κύριε, παραλαβὼν τοὺς Μαθητὰς εἰς ὄρος ὑψηλόν, μετεμορφώθης ἔμπροσθεν αὐτῶν





Πρὸ τοῦ σοῦ Σταυροῦ Κύριε, ὄρος οὐρανὸν ἐμιμεῖτο, νεφέλη ὡς σκηνὴ ἐφηπλοῦτο. Σοῦ μεταμορφουμένου, ὑπὸ Πατρὸς δὲ μαρτυρουμένου, παρῆν ὁ Πέτρος σὺν Ἰακώβῳ καὶ Ἰωάννῃ, ὡς μέλλοντες συνεῖναί σοι, καὶ ἐν τῷ καιρῷ τῆς παραδόσεώς σου, ἵνα θεωρήσαντες τὰ θαυμάσιά σου, μὴ δειλιάσωσι τὰ παθήματά σου, ἃ προσκυνῆσαι ἡμᾶς, ἐν εἰρήνῃ καταξίωσον, διὰ τὸ μέγα σου ἔλεος.

Πρὸ τοῦ Σταυροῦ σου Κύριε, παραλαβὼν τοὺς Μαθητὰς εἰς ὄρος ὑψηλόν, μετεμορφώθης ἔμπροσθεν αὐτῶν, ἀκτῖσι δυνάμεως καταυγάζων αὐτούς, ἔνθεν φιλανθρωπίᾳ, ἐκεῖθεν ἐξουσίᾳ, δεῖξαι βουλόμενος τῆς Ἀναστάσεως τὴν λαμπρότητα, ἧς καὶ ἡμᾶς ὁ Θεός, ἐν εἰρήνῃ καταξίωσον, ὡς ἐλεήμων καὶ φιλάνθρωπος.

Εἰς ὄρος ὑψηλὸν μεταμορφωθεὶς ὁ Σωτήρ, τοὺς κορυφαίους ἔχων τῶν Μαθητῶν, ἐνδόξως ἐξέλαμψας, δηλῶν, ὅτι οἱ τῷ ὕψει τῶν ἀρετῶν διαπρέψαντες, καὶ τῆς ἐνθέου δόξης ἀξιωθήσονται. Συλλαλοῦντες δὲ τῷ Χριστῷ, Μωϋσῆς καὶ Ἠλίας ἐδείκνυον, ὅτι ζώντων καὶ νεκρῶν κυριεύει, καὶ ὁ πάλαι διὰ νόμου, καὶ Προφητῶν λαλήσας ὑπῆρχε Θεός, ᾧ καὶ φωνὴ τοῦ Πατρός, ἐκ νεφέλης φωτεινῆς, ἐμαρτύρει λέγουσα· Αὐτοῦ ἀκούετε, τοῦ διὰ Σταυροῦ τόν, ᾍδην σκυλεύσαντος, καὶ νεκροῖς δωρουμένου, ζωήν τὴν αἰώνιον.

Ὄρος τὸ ποτὲ ζοφῶδες καὶ καπνῶδες, νῦν τίμιον καὶ ἅγιόν ἐστιν, ἐν ᾧ οἱ πόδες σου ἔστησαν Κύριε· πρὸ αἰώνων γὰρ κεκαλυμμένον μυστήριον, ἐπ' ἐσχάτων ἐφανέρωσεν ἡ φρικτή σου Μεταμόρφωσις, Πέτρῳ Ἰωάννῃ καὶ Ἰακώβῳ, οἵτινες τὴν ἀκτῖνα τοῦ προσώπου σου μὴ φέροντες, καὶ τὴν λαμπρότητα τῶν χιτώνων σου, ἐπὶ πρόσωπον, εἰς γῆν κατεβαρύνοντο, οἳ καὶ τῇ ἐκστάσει συνεχόμενοι, ἐθαύμαζον βλέποντες, Μωϋσῆν καὶ Ἠλίαν συλλαλοῦντάς σοι τὰ μέλλοντα συμβαίνειν σοι, καὶ φωνὴ ἐκ τοῦ Πατρός, ἐμαρτύρει λέγουσα· Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησᾳ, αὐτοῦ ἀκούετε, ὃς τις καὶ δωρεῖται τῷ κόσμῳ τὸ μέγα ἔλεος.


 Κοσμᾶ Μοναχοῦ

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 17, 2012


 
Ἀμνημόνησον πταισμάτων νεκροῖς, Λόγε, Τὰ χρηστὰ νεκρὰ σπλάγχνα σου μὴ δεικνύων.
 
 Αὐτὸς μόνος ὑπάρχεις ἀθάνατος, ὁ ποιήσας καὶ πλάσας τὸν ἄνθρωπον· οἱ βροτοὶ οὖν ἐκ γῆς διεπλάσθημεν, καὶ εἰς γῆν τὴν αὐτὴν πορευσόμεθα, καθὼς ἐκέλευσας ὁ πλάσας με, καὶ εἰπών μοι· Ὅτι γῆ εἶ, καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ, ὅπου πάντες βροτοὶ πορευσόμεθα, ἐπιτάφιον θρῆνον ποιοῦντες ᾠδὴν τό, Ἀλληλούϊα.

Κυριακή, Ιανουαρίου 29, 2012

Oι Θεολόγοι,αι Βάσεις, οι Χρυσολόγοι...




Από την Ιερά Καλύβη Αγίων Πάντων Σκήτη αγ. Άννης
Κρατάω από τα εξαιρετικής ομορφιάς απόστιχα των αγίων Τριών Ιεραρχών, αυτό το υπέροχο λογοπαίγνιο και σπανίας θεολογικής και ποιητικής εμπνεύσεως στίχο του οσίου Νείλου Ξανθοπούλου: οἱ Θεολόγοι, αἱ Βάσεις, οἱ χρυσολόγοι.  

΄Εμμεση αναφορά στα ονόματα ή τα ιδιώματα των Τριών αγίων και συγχρόνως μια βεβαιότητα πώς και οι Τρείς μοιράζονται τα ίδια χαρακτηριστικά και δεν ξεχωρίζει ο ένας από τον άλλο σε ποιότητα ή σπουδαιότητα.


Βάσις ο Βασίλειος, αλλά και Βάσις ο Γρηγόριος και ο Ιωάννης.
Θεολόγος ο Γρηγόριος, θεολόγος και ο Βασίλειος, θεολόγος και ο Ιωάννης.
Χρυσολόγος ο Ιωάννης, αλλά και Χρυσολόγος ο Γρηγόριος και ο Βασίλειος Χρυσολόγος!

Διηρημένοι τοις σώμασι και ηνωμένοι τοις πνεύμασι ή τω Πνεύματι.






Χαίροις Ἱεραρχῶν ἡ Τριάς, οὐρανοβάμονες ἐπίγειοι Ἄγγελοι, τοῦ κόσμου ἡ σωτηρία∙ ἡ τῶν ἀνθρώπων χαρά, καὶ τῆς οἰκουμένης οἱ διδάσκαλοι∙ τοῦ Λόγου οἱ πρόμαχοι∙ ἰατροὶ ἐπιστήμονες, τῶν νοσημάτων, τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος∙ οἱ ἀείροοι, ποταμοὶ οἱ τοῦ Πνεύματος, λόγοις οἱ καταρδεύσαντες, τῆς γῆς ἄπαν πρόσωπον∙ οἱ Θεολόγοι, αἱ Βάσεις, οἱ χρυσολόγοι οἱ ἔνθεοι, Χριστὸν καταπέμψαι, ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν αἰτεῖτε, τὸ μέγα ἔλεος.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 25, 2011

Παιδίον Νέον ο προ αιώνων Θεός...

Ἡ παρθένος σήμερον * τὸν ὑπερούσιον τίκτει,
καὶ ἡ γῆ τὸ σπήλαιον * τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει·
ἄγγελοι μετὰ ποιμένων * δοξολογοῦσι,
μάγοι δὲ μετὰ ἀστέρος * ὁδοιποροῦσι·
δι᾿ ἡμᾶς γὰρ * ἐγεννήθη
παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.



Τὴν Ἐδὲμ Βηθλεὲμ * ἤνοιξε, δεῦτε ἴδωμεν·
τὴν τρυφὴν ἐν κρυφῇ * ηὕραμεν, δεῦτε λάβωμεν
τὰ τοῦ παραδείσου * ἐντὸς τοῦ σπηλαίου·
ἐκεῖ ἐφάνη * ῥίζα ἀπότιστος * βλαστάνουσα ἄφεσιν,
ἐκεῖ ηὑρέθη * φρέαρ ἀνόρυκτον,
οὗ πιεῖν Δαυὶδ * πρὶν ἐπεθύμησεν·
ἐκεῖ παρθένος * τεκοῦσα βρέφος
τὴν δίψαν ἔπαυσεν εὐθὺς * τὴν τοῦ Ἀδὰμ καὶ τοῦ Δαυίδ·
διὰ τοῦτο πρὸς τοῦτο * ἐπειχθῶμεν ποῦ ἐτέχθη
παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.


Ὁ πατὴρ τῆς μητρὸς * γνώμῃ υἱὸς ἐγένετο,
ὁ σωτὴρ τῶν βρεφῶν * βρέφος ἐν φάτνῃ ἔκειτο·
ὃν κατανοοῦσα * φησὶν ἡ τεκοῦσα·
«Εἰπέ μοι, τέκνον, * πῶς ἐνεσπάρης μοι * ἢ πῶς ἐνεφύης μοι·
ὁρῶ σε, σπλάγχνον, * καὶ καταπλήττομαι,
ὅτι γαλουχῶ * καὶ οὐ νενύμφευμαι·
καὶ σὲ μὲν βλέπω * μετὰ σπαργάνων,
τὴν παρθενίαν δὲ ἀκμὴν * ἐσφραγισμένην θεωρῶ·
σὺ γὰρ ταύτην φυλάξας * ἐγεννήθης εὐδοκήσας
παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.




Ἡ Παναγία σήμερα στὸν κόσμο φέρνει ὡς ἄνθρωπο τὸν Ἄκτιστο Θεό,
καὶ ἡ γῆ τὸ Σπήλαιο στὸν Ἀπροσπέλαστο παρέχει.
ἄγγελοι μὲ τοὺς βοσκοὺς δοξολογοῦνε
καὶ μάγοι ἔρχονται στὸ δρόμο μὲ τ᾿ ἀστέρι.
ἀφοῦ πρὸς χάρι μας γεννήθηκε
Νέο Παιδί, ὁ Ἄχρονος Θεός.




Ἡ Βηθλεὲμ ἄνοιξε τὸν Παράδεισο, ἐλᾶτε νὰ δοῦμε.
τὴν ἀπόλαυσι κρυμμένη βρήκαμε, ἐλᾶτε νὰ πάρουμε
τοῦ παραδείσου τὰ δῶρα μέσα στὸ Σπήλαιο.
ἐκεῖ ἐφανερώθηκε δέντρο Ὑπερφυσικὸ ποὺ προσφέρει ἄφεσι,
ἐκεῖ μέσα εὑρέθηκε πηγάδι ἀχειροποίητο,
ἀπ᾿ ὅπου ὁ Δαβὶδ παλιὰ ἐπιθύμησε νὰ πιῆ.
ἐκεῖ μέσα βρίσκεται Κόρη ποὺ ἐγέννησε Βρέφος
καὶ σταμάτησεν ἀμέσως τὴ δίψα τοῦ Ἀδὰμ καὶ τοῦ Δαβίδ.
γιὰ τοῦτο πρὸς τὸ Σπήλαιο ἂς τρέξουμε, ἐκεῖ ποὺ ἐγεννήθη
Νέο Παιδί, ὁ Ἄχρονος Θεός.


Ὁ Δημιουργός της μητέρας Γιός της θέλησε κι ἔγινε.
ὁ προστάτης τῶν βρεφῶν Βρέφος στὴ φάτνη πλαγίαζε.
καὶ προσπαθώντας νὰ τὸν καταλάβη Τοῦ ᾿λεγεν ἡ Μητέρα Του:
«Πές μου, παιδί μου, πῶς μέσα μου ἦρθες;
Σὲ κοιτάζω, Σπλάχνο μου, καὶ μένω κατάπληκτη,
γιατὶ Σὲ θηλάζω καὶ γάμο δὲν ἔκανα.
κι ἐνῶ Σὲ βλέπω σπαργανωμένο
τὴν παρθενίαν μου ἀκόμα ἀπείραχτην θωρῶ.
γιατὶ Ἐσὺ τὴν ἐφύλαξες ποὺ διάλεξες κι ἔγινες
Νέο Παιδί, ὁ Ἄχρονος Θεός.


Κοντάκιο στην Γέννηση του αγίου Ρωμανού Μελωδού με μετάφραση π. Ανανία Κουστένη και καταγραφή στο διαδίκτυο κ. Νεκταρίου Μαμαλούγκου, ολόκληρο εδώ