Ο Ιησούς Χριστός και οι άγιοι διδάσκαλοι του χριστιανισμού (που κάποιοι απ’ αυτούς υπάρχουν και σήμερα) δε μας άφησαν δόγματα ή θεωρίες, αλλά ένα δρόμο, που, όποιος τον ακολουθήσει, θεραπεύει την ψυχή του από τα πάθη και φέρνει μέσα του την ταπεινή και ανιδιοτελή αγάπη για όλους τους ανθρώπους και για όλα τα όντα.
Οι περισσότεροι από μας ακολουθούμε αυτό το δρόμο χλιαρά και μέτρια. Όχι μόνο γιατί δεν αγαπάμε τους εχθρούς μας, δεν αγαπάμε κάθε άνθρωπο όσο την οικογένειά μας, δεν αγαπάμε εκείνους που θεωρούμε ότι δεν αξίζουν αγάπη, δεν προτιμάμε να ωφεληθεί ο άλλος αντί για μας, δεν αγαπάμε το Θεό (μόνο απαιτούμε απ’ Αυτόν) κ.τ.λ., αλλά και δε θέλουμε ούτε να προσπαθήσουμε ν’ αγαπήσουμε τόσο πολύ. Προτιμάμε να πούμε πως ο Χριστός έκανε λάθος, όταν τα δίδαξε αυτά, παρά να παραδεχτούμε πως από δική μας προσωπική δειλία, αδυναμία, εγωισμό ή κακία δε μπορούμε να τα εφαρμόσουμε.
Όμως
υπάρχουν άνθρωποι (ακόμη και γύρω μας) που προοδεύουν πνευματικά σ’ αυτό το
δρόμο της ταπεινής αγάπης. Όποιος λοιπόν προοδεύει πάρα πολύ, ενώνεται με την
αγαθή ενέργεια του Θεού (τη «θεία χάρη») και φτάνει στο σημείο να έχει προσωπική
και άμεση γνώση της ύπαρξης του Θεού, καθώς και της ταυτότητάς Του – δηλ.
«βλέπει» πια ότι ο Θεός είναι η Αγία Τριάδα και όχι αυτά που νομίζουν ως θεούς
οι διάφορες θρησκείες.
Εικ. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης
Στα τελικά στάδια αυτού του δρόμου, ο άνθρωπος είναι άγιος, θαυματουργός ενώ ακόμα ζει σ’ αυτή τη ζωή. Αλλά και στα πρώτα στάδια, έχει μια αγιότητα, έστω και μικρή. Θα πρέπει όμως να θεωρήσουμε ότι στο πρώτο πραγματικό στάδιο βρίσκεται εκείνος, που αγαπά και συγχωρεί μέσα του κάθε άνθρωπο, όσο κακός κι αν είναι. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι ξέρετε τέτοιους ανθρώπους.
![]() |
| Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος |
Αυτός ο δρόμος της θεραπείας από τα πάθη και της ένωσης με τον Τριαδικό Θεό διά του Χριστού, με θεμέλιο την ταπείνωση (όπως και ο Θεός είναι ταπεινός), θα λέγαμε πως είναι η κυριότερη διαφορά της Ορθοδοξίας (που είναι η αρχαία, πρωταρχική μορφή του χριστιανισμού) από τις διάφορες θρησκείες, αλλά και τις χριστιανικές αιρέσεις που κυκλοφορούν στην εποχή μας και στο παρελθόν.
[Βλ. περισσότερα στην ενότητα άρθρων με θέμα «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία», και στο άρθρο: Πώς ξέρουμε σίγουρα ότι υπάρχει Θεός;]
Μύθος 2) Ότι, κατά το χριστιανισμό, «ο Θεός έχει κατασκευάσει την κόλαση για να τιμωρεί αιώνια τους αμαρτωλούς».
Κατά τους αγίους διδασκάλους της Ορθοδοξίας, κόλαση και παράδεισος είναι η διαφορετική αντιμετώπιση της αγάπης και του φωτός του Θεού από τον άνθρωπο, και εδώ και στην αιωνιότητα.

«Πρέπει να ξέρουμε ότι ο Θεός δεν κολάζει κανένα, αλλά ο καθένας κάνει τον εαυτό του δεκτικό της μετοχής στο Θεό. Η μετοχή στο Θεό είναι απόλαυση και η αμεθεξία στο Θεό κόλαση» (άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός)[1].
Γι’ αυτό και ο Δαμασκηνός τονίζει στο Κατά Μανιχαίων διάλογος πως ο Θεός πάντοτε δέχεται την μετάνοια (δηλαδή την αλλαγή του νου) του ανθρώπου, ακόμα και μετά το θάνατο του, καθώς δεν μπορεί ποτέ να αρνηθεί το πλάσμα του, αλλά μετά το θάνατο η ψυχή δεν θέλει να μετανοήσει : «οὐχὶ τοῦ θεοῦ μὴ δεχομένου μετάνοιαν – αὐτὸς γὰρ ἑαυτὸν ἀρνήσασθαι οὐ δύναται οὐδὲ ἀποβάλλεται τὴν συμπάθειαν – ἀλλ’ ἡ ψυχὴ οὐκέτι τρέπεται». [Από το άρθρο του καθηγητή Ι. Λίλη Ψηλαφώντας τον παράδεισο και την κόλαση στη γη].
«Όταν έρχεται η ώρα της τελέσεως των υπερθαύμαστων μυστηρίων, εύχεται ο ιερέας στο λαό και ο λαός στον ιερέα, αφού η φράση “και μετά του πνεύματος σου” δε σημαίνει τίποτε άλλο από αυτήν την ανταπόδοση της ευχής. Αλλά και οι ευχές (=προσευχές) που αναπέμπονται κατά την τέλεση της Ευχαριστίας (θείας μετάληψης) λέγονται από κοινού. Δεν προσφέρει λοιπόν την Ευχαριστία ο ιερέας μόνος, αλλά μαζί του και όλος ο λαός. Κάνει την αρχή βέβαια ο ιερέας με τον πρώτο λόγο, αλλά, αφού, στη συνέχεια, συμφωνήσουν όλοι ότι “αξίως και δικαίως” γίνεται τούτο, τότε αρχίζει την ευχή της Ευχαριστίας. Και γιατί θαυμάζεις ακούγοντας ότι ο λαός εύχεται μαζί με τον ιερέα, όταν αυτός ο λαός και με αυτά τα ίδια τα χερουβείμ και τις άνω δυνάμεις τους ιερούς εκείνους ύμνους αναπέμπει;» (Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ε.Π.Ε. Τόμος 19ος, σελ. 486, 488 – εδώ).
Επίσης, να πούμε ότι ο Θεός, κατά το χριστιανισμό, δεν είναι μόνο «ο Πατέρας του Χριστού», αλλά ολόκληρη η Αγία Τριάδα: ο Πατέρας, ο Υιός (που έγινε άνθρωπος και είναι ο Ιησούς Χριστός) και ένα τρίτο Πρόσωπο, το Άγιο Πνεύμα. Αυτά τα ονόματα τα δίδαξε ο Χριστός, όταν ήρθε στη Γη, και είπε για τον εαυτό Του πως είναι το ένα από τα τρία αυτά μεγάλα Πνεύματα, ο Υιός.
Τα τρία αυτά Πνεύματα είναι πάντα ενωμένα μεταξύ Τους με την ουσία του Πατέρα (Αυτός έδωσε και δίνει ζωή στα άλλα δύο, μεταδίδοντάς τους την ουσία Του, δηλαδή το άγνωστο και άυλο βασικό στοιχείο που τα κάνει να υπάρχουν) και με την απίστευτη και άπειρη αγάπη που έχουν μεταξύ Τους. Γι’ αυτό, δε λέμε ότι πιστεύουμε σε τρεις Θεούς, αλλά σε Ένα Θεό, που είναι τριαδικός: στην Αγία Τριάδα.
Το Άγιο Πνεύμα δεν έχει μορφή περιστεριού (έτσι εμφανίστηκε μόνο στη βάφτιση του Χριστού). Στην πραγματικότητα, δεν έχει μορφή ορατή στα δικά μας μάτια, αλλά, αν θέλουμε να Το φανταστούμε, πιο σωστό είναι να Το φανταστούμε με ανθρώπινη μορφή. Στην κανονική ορθόδοξη εικόνα της Αγίας Τριάδας, τα τρία αυτά Πρόσωπα (ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα) ζωγραφίζονται σαν τρεις άντρες, όμοιοι μεταξύ τους, με φτερά όπως των αγγέλων (από ένα επεισόδιο στην Παλαιά Διαθήκη, όπου ο Θεός εμφανίστηκε στον Αβραάμ με τη μορφή τριών αντρών). Η εικόνα αυτή λέγεται «Η φιλοξενία του Αβραάμ» ή «Η Αγία Τριάς».
Ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα παίρνουν τη ζωή και την ύπαρξή Τους από τον Πατέρα. Ο Πατέρας είναι η Πηγή της ζωής, γι’ αυτό δεν παίρνει ζωή από κάποιο άλλο πρόσωπο. Και τα τρία θεϊκά Πρόσωπα (πρόσωπα = όντα, υπάρξεις) υπάρχουν πριν τη δημιουργία του κόσμου και του χρόνου, γι’ αυτό λέμε ότι υπάρχουν «πάντα». Πώς ακριβώς αντιλαμβάνεται Εκείνος το χρόνο, είναι τελείως άγνωστο σε μας, γιατί ο Θεός δεν είναι άνθρωπος, ούτε ον του δικού μας σύμπαντος.
Γι’ αυτό «ο Θεός είναι αγάπη» και γι’ αυτό δεν έχει ανάγκη από τη δική μας λατρεία, αλλά η λατρεία αποσκοπεί καθαρά στη δική μας ωφέλεια: γιατί είναι Ένας, αλλά δεν είναι Μόνος, ούτε ποτέ ήταν Μόνος.
Μύθος 4) Ότι «λατρεύουμε την Παναγία, το σταυρό, τους αγίους, τις εικόνες και τα άγια λείψανα».
«Με την από 18/9/1952 "Σύμβαση περί εξαγοράς υπό του Δημοσίου κτημάτων της Εκκλησίας προς αποκατάστασιν ακτημόνων γεωργικών κτηνοτρόφων", η Εκκλησία της Ελλάδος υποχρεώθηκε να παραχωρήσει στο Κράτος το 80% της καλλιεργούμενης ή καλλιεργήσιμης αγροτικής περιουσίας της με αντάλλαγμα να λάβει κάποια αστικά ακίνητα και 45.000.000 δραχμές νέας (τότε) εκδόσεως [σ.σ: μικρό ποσόν, αν σκεφτούμε την αξία 1 δις της παραχώρησης της δεκαετίας 1922-32]. Στη σύμβαση του 1952 περιέχεται η διακήρυξη του κράτους ότι η απαλλοτρίωση αυτή είναι η τελευταία και δεν πρόκειται να υπάρξει νεότερη στο μέλλον, ενώ υπάρχει και η δέσμευση ότι η Πολιτεία θα παρέχει κάθε αναγκαία υποστήριξη (υλική και τεχνική), ώστε η Εκκλησία να μπορέσει να αξιοποιήσει την εναπομείνασα περιουσία της.
Στην ίδια σύμβαση καθιερώθηκε και η "μισθοδοσία" των κληρικών από τον Κρατικό Προϋπολογισμό - του δε Αρχιεπισκόπου και των Μητροπολιτών από το έτος 1980 - ως υποχρέωσις του Κράτους έναντι των μεγάλων παραχωρήσεων γης στις οποίες είχε προβεί η Εκκλησία της Ελλάδος κατά την δεκαετία 1922-32. Δηλαδή, επειδή το Κράτος αδυνατούσε να καταβάλει οποιοδήποτε αντίτιμο - όπως προέβλεπε ο νόμος του 1932 - συνεφωνήθη να μισθοδοτούνται επ' άπειρον οι κληρικοί και το Κράτος δεσμεύθηκε επ' αυτού. Καταρρίπτεται έτσι ο μύθος που προσπαθεί μάταια να διαιωνίσει ο κ. Πάγκαλος με τις αναφορές του σε "δημόσιους υπαλλήλους". …
Όταν το 1987 ψηφίστηκε από τη Βουλή ο νόμος 1700/87 (νόμος Τρίτση) που αποτελεί μία ακόμη προσπάθεια για την οριστική αποψίλωση της εκκλησιαστικής περιουσίας, δόθηκε αφορμή να δημοσιευθούν σημαντικά κείμενα. Μεταξύ αυτών και ένα υπό τον τίτλο "ιδιοκτησιακό καθεστώς και αξιοποίηση της αγροτικής γης στην Ελλάδα" (περιοδικό "Εκκλησία" 1-15/4/1987, σελίδες 254-55). Με αναμφισβήτητα στοιχεία, στηριγμένο σε μελέτη των Θ. Τσούμα και Δ. Τασιούλα που εκδόθηκε επισήμως από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος λίγο αργότερα, το 1988, αποδεικνύεται ότι στο σύνολο της αγροτικής γης της Ελλάδος ανήκουν: στο Δημόσιο 43.598.000 στρέμματα, στην Τοπική Αυτοδιοίκηση: 15.555.200 στρ., στην Εκκλησία 1.282.300 στρ., στους Συνεταιρισμούς 1.098.400 στρ.
Από αυτά τα 1.282.300 στρέμματα ιδιοκτησίας της Εκκλησίας, τα 367.000 είναι δασικές εκτάσεις, τα 745.400 βοσκότοποι και μόνο τα 169.900 γεωργική καλλιεργήσιμη γη. Δηλαδή οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις της αντιστοιχούν μόλις στο 0,48% του συνόλου της γεωργικής γης της χώρας μας!
Και να ληφθεί υπόψη ότι κατά τη δεκαετία 1974-1983 "εγκαταλείπονται κάθε χρόνο από τους αγρότες και κτηνοτρόφους κατά μέσο όρο 162.400 αγροτικής γης ακαλλιέργητα και ανεκμετάλλευτα". Το 1983 υπολογίστηκαν ως 4.380.000 στρέμματα οι εγκαταλελειμμένες εκτάσεις γης (σχεδόν 3,5 φορές μεγαλύτερες από το σύνολο της γης που ανήκει στην Εκκλησία, ενώ σήμερα θα είναι ασφαλώς πολύ περισσότερο).
Παρά ταύτα, στα μάτια κάποιων και η εναπομείνασα περιουσία φαντάζει μεγάλη. Δε λαμβάνεται όμως υπόψη ότι αυτή δεν ανήκει στην Κεντρική Διοίκηση (Ιερά Σύνοδο), αλλά σε περισσότερα από 10.000 εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα (Μητροπόλεις, Ναούς, Μονές, Προσκυνήματα, Ιδρύματα, Κληροδοτήματα και άλλα), το καθένα από τα οποία αγωνίζεται - μέσα από τον κυκεώνα των νομικών και διοικητικών δεσμεύσεων - να διαφυλάξει την κυριότητα και να αξιοποιήσει τα όσα του ανήκουν περιουσιακά στοιχεία, για το καλό του πληρώματος [ = του λαού] και της Εκκλησίας.
Δηλαδή κάθε Μονή και κάθε Ιερός Ναός που είναι ΝΠΔΔ (Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου), μεριμνούν για τη συνήθως μικρή περιουσία που έχουν, φροντίζοντας για την έντιμη διαχείρισή της και τηρώντας τις αυστηρές διατάξεις που ισχύουν για τα νομικά πρόσωπα. Η διαχείριση αυτή υπόκειται σε τακτικό έλεγχο τόσο από την Εκκλησία όσο και από τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής προσφοράς, όχι και το μοναδικό, αποτελεί η Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη (Αθήνα). Έχοντας στην κατοχή της σημαντική περιουσία, που την απέκτησε κατά τον 17ο και 18ο αιώνα με αγορές των ηγουμένων της (σώζονται στο αρχείο της τα σχετικά έγγραφα), αναδείχθηκε ο μεγαλύτερος κοινωνικός ευεργέτης των Αθηνών. Σε δωρηθέντα ακίνητά της έχουν ανεγερθεί: η Ριζάρειος Σχολή, η Ακαδημία Αθνών, το Αιγινήτειο Νοσοκομείο, το Μετσόβειο Πολυτεχνείο, το Σκοπευτήριο, το Πτωχοκομείο, η Μαράσλειος Ακαδημία, το Θεραπευτήριο "Ευαγγελισμός", το Αρεταίειο νοσοκομείο, η Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή, οι Αστυνομικές Σχολές στην οδό Μεσογείων, το Νοσοκομείο Παίδων, το Νοσοκομείο Συγγρού, το Λαικό Νοσοκομείο "Σωτηρία", το Ασκληπείο Βούλας, η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, το Ορφανοτροφείο Βουλιαγμένης, το ΠΙΠΚΑ Βούλας, το Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, το Γηροκομείο, η Εθνική Βιβλιοθήκη, το Πανεπιστήμιο Αθηνών, 142 Δημοτικά, Γυμνάσια και Λύκεια της Αττικής και πολλά άλλα...
Βεβαίως, κανείς δε φρόντισε να μνημονεύονται αυτά, έστω σε μία επιγραφή επί των ανεγερθέντων κτιρίων.
Το δε Δημόσιο έχει γίνει πολλές φορές αποδέκτης εκτάσεων μεγάλης αξίας, τις οποίες παραχώρησε η Εκκλησία προκειμένου να λειτουργήσουν κατασκηνώσεις, να ανεγερθούν σχολεία, ιδρύματα, γυμναστήρια, στρατόπεδα ή να δημιουργηθούν κοινόχρηστοι χώροι για την αναψυχή του λαού. Αυτή, εν συντομία, είναι η αλήθεια …».
Οι πολυθεϊστικές
θρησκείες, όπως ο Ινδουισμός, η θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων και οι
προχριστιανικές θρησκείες των περισσότερων λαών της Γης, πιστεύουν ότι υπάρχουν
πολλοί θεοί, συνήθως ανθρωπόμορφοι, με ανθρώπινα πάθη και αδυναμίες, που
συγκρούονται μεταξύ τους και με τους ανθρώπους. Κάποιοι απ’ αυτούς είναι σκοτεινοί και μοχθηροί,
αλλά κι αυτοί «πρέπει να λατρεύονται», αφού «είναι θεοί», γι’ αυτό στις
θρησκείες αυτές γίνονται δεκτές και πνευματικές οντότητες που λατρεύονται με ανθρωποθυσίες
ή που καταλαμβάνουν τους ανθρώπους κ.τ.λ., πράγματα απαράδεκτα κατά το
χριστιανισμό.
Εικ: Κάλι (=η "Μαύρη"), η φονική ινδική θεότητα.
Τέλος, υπάρχουν θρησκείες, όπως ο Βουδισμός, που διδάσκουν ότι δεν υπάρχουν καν θεοί, ούτε άνθρωποι, αλλά μόνο ψευδαισθήσεις, και ότι ο άνθρωπος λυτρώνεται από «την ψευδαίσθηση ότι υπάρχει», μόνο όταν πάψει να υπάρχει. Οι θρησκείες αυτές πιστεύουν στη μετενσάρκωση – ότι γεννιόμαστε ξανά και ξανά ως άλλα πρόσωπα ή άλλα είδη ζωής – και προσπαθούν να οδηγήσουν τον άνθρωπο, με μεθόδους όπως ο διαλογισμός (και εδώ), σε συναισθηματική αταραξία, ώστε να αποκοπεί από την πραγματικότητα (που τη θεωρούν ψευδαίσθηση) και «να μην ξαναγεννηθεί».
Συνεπώς, όχι, οι θρησκείες δεν πιστεύουν και δε διδάσκουν τον ίδιο Θεό. Με χριστιανικά κριτήρια, σε όλες τις θρησκείες υπάρχουν κάποιες αλήθειες, αλλά ανακατεμένες με πλάνες. Σε όλες τις θρησκείες υπάρχουν καλοί και ενάρετοι άνθρωποι, αλλά οι θεοί που λατρεύονται σ’ αυτές και οι υπερφυσικές εμπειρίες των πιστών τους συχνά είναι σκοτεινές και ύποπτες κι αυτό προκαλεί σοβαρές πνευματικές και κοινωνικές συνέπειες στους ανθρώπους, αλλά και στην ανθρώπινη ιστορία.
[1]. Άγιος
Ιωάννης ο Δαμασκηνός [εικ.], PG
94, 1573C. «Πυρ, σκότος, σκώληξ και τάρταρος», γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης (οι όροι που
χρησιμοποιεί ο Χριστός μιλώντας για την κόλαση) είναι η γενική ηδυπάθεια, ο
γαργαλισμός της επιθυμίας και η δυσωδία της αμαρτίας, ενώ «λίμνες του πυρός» οι
πωρωμένες ψυχές, «στις οποίες βρωμάει ο βόρβορος των παθών, που τρέφουν τον
ακοίμητο σκώληκα της ακολασίας και την ακράτητη επιθυμία της σάρκας».
«Σάρκα» στη γλώσσα της ορθοδοξίας δε σημαίνει το σώμα (που το σεβόμαστε ως δημιούργημα του Θεού και, με τη βάφτιση, κατοικητήριο του Αγ. Πνεύματος, γι’ αυτό και δεν το αποτεφρώνουμε μετά θάνατον), αλλά το «της σαρκός φρόνημα», δηλαδή την υποδούλωση στα πάθη και την εκδίωξη της θείας χάρης (Φιλοκαλία, Δ΄, Αστήρ, σελ. 36, λζ΄). Αναλυτική παρουσίαση του θέματος, με πλήθος βιβλικών και πατερικών παραπομπών, βλ. στον τόμο Θάνατος, Ανάσταση και Αιώνια ζωή, εκδ. Ετοιμασία, ιερά μονή Τιμίου Προδρόμου, Καρέας 2005.
Βλ. ακόμη π. Γ. Δ. Μεταλληνού, τ. κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του πανεπιστημίου Αθηνών, «Παράδεισος και Κόλαση στην ορθόδοξη παράδοση» , Ν. Μ., «Ο Θεός ως πυρ και φως», Αλέξανδρου Καλόμοιρου (1931-1990) Ο Πύρινος Ποταμός, μτφρ. Π. Μπότση, Ζέφυρος, Θεσσαλονίκη 1995.
"Ν": Θεωρώ πρέπον να συμπληρώσω τον π. Φώτη Λαυριώτη από τη Μυτιλήνη.
![]() |
| Ο ασκητής και ταπεινός πατριάρχης Σερβίας Παύλος |
















