ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θρησκεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θρησκεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Οκτωβρίου 18, 2013

5+1 μύθοι για τη Θρησκεία και την Εκκλησία


Αν και οι περισσότεροι είμαστε βαφτισμένοι ορθόδοξοι χριστιανοί, κυριαρχούν πολλοί μύθοι σ’ αυτά που νομίζουμε για τη θρησκεία και την Εκκλησία. Οι μύθοι αυτοί είναι τόσο πολλοί, που θα μπορούσε να γραφτεί γι’ αυτούς ολόκληρο βιβλίο. Διαλέξαμε πέντε, για λόγους χώρου, και θα τους σχολιάσουμε με τη μεγαλύτερη δυνατή συντομία… (Οι Μύθοι 2 και 3 προέρχονται από επιρροές ιδεών της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, που πέρασαν σιγά σιγά στη νοοτροπία των Ελλήνων ως δήθεν ιδέες της Ορθοδοξίας).

Μύθος 1) Ότι «η ύπαρξη του Θεού δεν αποδεικνύεται».

Ο Ιησούς Χριστός και οι άγιοι διδάσκαλοι του χριστιανισμού (που κάποιοι απ’ αυτούς υπάρχουν και σήμερα) δε μας άφησαν δόγματα ή θεωρίες, αλλά ένα δρόμο, που, όποιος τον ακολουθήσει, θεραπεύει την ψυχή του από τα πάθη και φέρνει μέσα του την ταπεινή και ανιδιοτελή αγάπη για όλους τους ανθρώπους και για όλα τα όντα.

Οι περισσότεροι από μας ακολουθούμε αυτό το δρόμο χλιαρά και μέτρια. Όχι μόνο γιατί δεν αγαπάμε τους εχθρούς μας, δεν αγαπάμε κάθε άνθρωπο όσο την οικογένειά μας, δεν αγαπάμε εκείνους που θεωρούμε ότι δεν αξίζουν αγάπη, δεν προτιμάμε να ωφεληθεί ο άλλος αντί για μας, δεν αγαπάμε το Θεό (μόνο απαιτούμε απ’ Αυτόν) κ.τ.λ., αλλά και δε θέλουμε ούτε να προσπαθήσουμε ν’ αγαπήσουμε τόσο πολύ. Προτιμάμε να πούμε πως ο Χριστός έκανε λάθος, όταν τα δίδαξε αυτά, παρά να παραδεχτούμε πως από δική μας προσωπική δειλία, αδυναμία, εγωισμό ή κακία δε μπορούμε να τα εφαρμόσουμε.

Όμως υπάρχουν άνθρωποι (ακόμη και γύρω μας) που προοδεύουν πνευματικά σ’ αυτό το δρόμο της ταπεινής αγάπης. Όποιος λοιπόν προοδεύει πάρα πολύ, ενώνεται με την αγαθή ενέργεια του Θεού (τη «θεία χάρη») και φτάνει στο σημείο να έχει προσωπική και άμεση γνώση της ύπαρξης του Θεού, καθώς και της ταυτότητάς Του – δηλ. «βλέπει» πια ότι ο Θεός είναι η Αγία Τριάδα και όχι αυτά που νομίζουν ως θεούς οι διάφορες θρησκείες.
Εικ. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης

Στα τελικά στάδια αυτού του δρόμου, ο άνθρωπος είναι άγιος, θαυματουργός ενώ ακόμα ζει σ’ αυτή τη ζωή. Αλλά και στα πρώτα στάδια, έχει μια αγιότητα, έστω και μικρή. Θα πρέπει όμως να θεωρήσουμε ότι στο πρώτο πραγματικό στάδιο βρίσκεται εκείνος, που αγαπά και συγχωρεί μέσα του κάθε άνθρωπο, όσο κακός κι αν είναι. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι ξέρετε τέτοιους ανθρώπους.


Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος
Όλα όσα διδάσκει η Ορθοδοξία προέρχονται από την άμεση εμπειρία και γνώση των αγίων, που βρίσκονται στα τελικά στάδια του ορθόδοξου δρόμου και είναι πλέον τόσο ενωμένοι με το Θεό, ώστε γίνονται θεϊκά πλάσματα, γεμάτα ειρήνη και φως και με γνώση όλων των πνευματικών καταστάσεων. Η εμπειρία αυτή ελέγχεται πολύ προσεχτικά και ξεχωρίζεται από ψεύτικες εμπειρίες και δήθεν «υπερφυσικά» χαρίσματα ή βιώματα, που εντοπίζονται και απορρίπτονται.  Και όλα όσα υπάρχουν στη χριστιανική ζωή (το βάφτισμα, η θεία μετάληψη, η προσευχή, η εξομολόγηση, η νηστεία κ.τ.λ.), υπάρχουν για να βοηθήσουν τον άνθρωπο να βαδίσει αυτό το δρόμο σωστά και να προχωρήσει πολύ, αν φυσικά το θέλει. Τον βοηθούν και με τη θεία χάρη που φέρνουν στην καρδιά του, αλλά και με το να τον ενώνουν με όλους τους ανθρώπους, καθώς εντάσσουν τη ζωή του στο πανανθρώπινο «Σώμα του Χριστού», την Εκκλησία (δηλ. το σύνολο των χριστιανών). Χρειάζεται ταπεινή καρδιά για να δεχτεί κάποιος αυτή την ένταξη – και αυτή η ταπείνωση είναι η πνευματική «θεραπευτική του αγωγή».

Αυτός ο δρόμος της θεραπείας από τα πάθη και της ένωσης με τον Τριαδικό Θεό διά του Χριστού, με θεμέλιο την ταπείνωση (όπως και ο Θεός είναι ταπεινός), θα λέγαμε πως είναι η κυριότερη διαφορά της Ορθοδοξίας (που είναι η αρχαία, πρωταρχική μορφή του χριστιανισμού) από τις διάφορες θρησκείες, αλλά και τις χριστιανικές αιρέσεις που κυκλοφορούν στην εποχή μας και στο παρελθόν.

[Βλ. περισσότερα στην ενότητα άρθρων με θέμα «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία», και στο άρθρο: Πώς ξέρουμε σίγουρα ότι υπάρχει Θεός;]

Μύθος 2) Ότι, κατά το χριστιανισμό, «ο Θεός έχει κατασκευάσει την κόλαση για να τιμωρεί αιώνια τους αμαρτωλούς».

Κατά τους αγίους διδασκάλους της Ορθοδοξίας, κόλαση και παράδεισος είναι η διαφορετική αντιμετώπιση της αγάπης και του φωτός του Θεού από τον άνθρωπο, και εδώ και στην αιωνιότητα.
Οι άνθρωποι που έζησαν σ’ αυτό τον κόσμο έχοντας προχωρήσει προς το Χριστό με καθαρή καρδιά, μετά θάνατον προγεύονται την απερίγραπτη ευτυχία που προκαλεί η σχέση με το Χριστό, η θέα του ουράνιου κάλλους Του και του άκτιστου Φωτός Του. Η ευτυχία αυτή είναι ανάλογη με την καλοσύνη τους και θα ολοκληρωθεί μετά την ανάσταση όλων των ανθρώπων. Την ονομάζουμε «παράδεισο».
Αντίθετα, εκείνοι που έζησαν σ’ αυτό τον κόσμο περιορίζοντας την αγάπη τους στον εγωιστικό εαυτό τους, στον ουρανό προγεύονται την οδύνη που προκαλεί η σχέση με το Χριστό (τον οποίο δεν αγαπούν), η θέα του ουράνιου κάλλους Του και του άκτιστου Φωτός Του. Η οδύνη αυτή είναι ανάλογη με την παραμόρφωση που τους έχει προκαλέσει ο εγωισμός τους και θα ολοκληρωθεί μετά την ανάσταση όλων των ανθρώπων. Την ονομάζουμε «κόλαση».
«Πρέπει να ξέρουμε ότι ο Θεός δεν κολάζει κανένα, αλλά ο καθένας κάνει τον εαυτό του δεκτικό της μετοχής στο Θεό. Η μετοχή στο Θεό είναι απόλαυση και η αμεθεξία στο Θεό κόλαση» (άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός)[1].
Όσα λέει για την κόλαση το Ευαγγέλιο (π.χ. το κατά Ματθαίον, κεφ. 25, στίχοι 31-46), δεν πρέπει να τα κατανοήσουμε ανθρωπόμορφα, αλλά μέσα στα πλαίσια της αγάπης του Θεού προς όλους τους ανθρώπους και προς όλα τα πλάσματα. Ο Θεός δεν «στέλνει στην κόλαση» τους αμετανόητους αμαρτωλούς, αλλά η ίδια η κατάσταση της ψυχής τους είναι η κόλαση. Η κατάσταση, που δεν τους επιτρέπει να γευτούν την απερίγραπτη ευτυχία του παραδείσου.
Στην κόλαση δεν υπάρχει μετάνοια, όχι επειδή ο Θεός δεν τη δέχεται, αλλά επειδή ο άνθρωπος είναι πια εγωιστής και σκληρός. Γι’ αυτό και η κόλαση θα είναι αιώνια, όπως και ο παράδεισος.
Γι’ αυτό και ο Δαμασκηνός τονίζει στο Κατά Μανιχαίων διάλογος πως ο Θεός πάντοτε δέχεται την μετάνοια (δηλαδή την αλλαγή του νου) του ανθρώπου, ακόμα και μετά το θάνατο του, καθώς δεν μπορεί ποτέ να αρνηθεί το πλάσμα του, αλλά μετά το θάνατο η ψυχή δεν θέλει να μετανοήσει : «οὐχὶ τοῦ θεοῦ μὴ δεχομένου μετάνοιαν – αὐτὸς γὰρ ἑαυτὸν ἀρνήσασθαι οὐ δύναται οὐδὲ ἀποβάλλεται τὴν συμπάθειαν –  ἀλλ’ ἡ ψυχὴ οὐκέτι τρέπεται». [Από το άρθρο του καθηγητή Ι. Λίλη Ψηλαφώντας τον παράδεισο και την κόλαση στη γη].
 Το όραμα του αγίου Μακάριου του Αιγύπτιου, που είναι γραμμένο στο Γεροντικό (ένα αρχαίο βιβλίο που παραθέτει τις ιστορίες των αγίων ασκητών της ερήμου), μας αποδεικνύει ότι η κόλαση σχετίζεται με τη μοναξιά, αφού ο άνθρωπος, απορρίπτοντας την αγάπη, έχει απομονώσει τον εαυτό του. Ο άγιος Μακάριος, βαδίζοντας στην έρημο, ξέθαψε κατά λάθος με το ραβδί του ένα κρανίο. Έσκυψε λοιπόν, το έθαψε με σεβασμό και προσευχήθηκε για τον άνθρωπο, στον οποίο ανήκε. Τότε του εμφανίστηκε η ψυχή και τον πληροφόρησε ότι βρισκόταν στην κόλαση. «Και πώς είναι εκεί;» ρώτησε ο άγιος. «Τα πάντα βρίσκονται μέσα στη φωτιά» απάντησε η ψυχή. «Κι εμείς είμαστε δεμένοι πλάτη με πλάτη. Όμως, όταν εσύ προσεύχεσαι για μας, βλέπουμε λίγο ο ένας τον άλλο, όση ώρα διαρκεί η προσευχή».
Είπαμε ότι η φωτιά, που ανέφερε η ψυχή, είναι το Φως του Θεού, στο οποίο λούζονται τα πάντα στον άλλο κόσμο. Η αίσθηση που βιώνουν από αυτό το Φως εκείνοι που το βλέπουν μέσα από την παραμόρφωση του εγωισμού είναι αυτό που περιγράφεται ως «πυρ της κολάσεως».
Ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος ήταν τόσο καλός, ώστε, όταν μια νέα γυναίκα που είχε μείνει έγκυος από κάποιον κρυφό εραστή, τον συκοφάντησε ότι το παιδί ήταν δικό του, εκείνος το δέχτηκε, υπέμεινε κάθε είδους προσβολές από τον πληθυσμό εκείνου του τόπου και άρχισε να δουλεύει διπλάσια, για να συντηρήσει και τη γυναίκα με το παιδί της. Και, όταν αργότερα αποκαλύφθηκε η συκοφαντία, έφυγε κρυφά και δε ζήτησε ποτέ το δίκιο του.
Μύθος 3) Ότι «ο ιερέας είναι αντιπρόσωπος του Θεού στη Γη».
Ο Θεός δε χρειάζεται αντιπροσώπους, ούτε μεσάζοντες. Ο άνθρωπος, με την προσευχή του (όταν φυσικά βγαίνει απ’ την καρδιά του), επικοινωνεί απευθείας μαζί Του. Στην πραγματικότητα, το αντίθετο συμβαίνει: ο ιερέας είναι εκπρόσωπος των ανθρώπων προς το Θεό.
Κατά την Ορθοδοξία, όλοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί είμαστε ιερείς, άντρες και γυναίκες. Έχουμε το χάρισμα της «γενικής ιεροσύνης», που το παίρνουμε με το μυστήριο του χρίσματος, όταν δηλ. ο παπάς βάζει άγιο μύρο στο νεοφώτιστο (τον «μυρώνει») μετά τη βάφτιση. Έτσι, όλοι μαζί – όλος ο λαός – τελούμε τη θεία λειτουργία και τις άλλες θρησκευτικές τελετές. Κάποιος όμως θα πρέπει να βάλει τα χέρια του στην αγία τράπεζα, να πιάσει το ψωμί, το κρασί κ.τ.λ., να φροντίσει για την ψυχή μας και να μας βοηθήσει στο δρόμο της ένωσής μας με το Θεό. Αυτός είναι ο ιερέας, που έχει το χάρισμα της «ειδικής ιεροσύνης», με το οποίο: δεν έχει κανενός είδους εξουσία πάνω στο λαό, ούτε ιδιαίτερα προνόμια απέναντι στο Θεό, αλλά αντίθετα, έχει τη βαριά ευθύνη να βοηθήσει τον καθένα από μας να προοδεύσει πνευματικά και ηθικά, να πλησιάσει το Θεό και να ενωθεί με Αυτόν.
Γι’ αυτό, στη θεία λειτουργία, ο ιερέας μεταλαβαίνει πρώτος και μετά ο ίδιος μεταλαβαίνει τους άλλους χριστιανούς: γιατί ο ίδιος έχει τόσο βαρύ φορτίο και τόσο μεγάλη ευθύνη (ενώ είναι ένας αμαρτωλός άνθρωπος, όπως εμείς), που πρέπει πρώτα να πάρει τη δύναμη που προσφέρει ο Θεός, μέσω της θείας μετάληψης, για να μπορέσει έπειτα να ωφελήσει και τους άλλους.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (συγγραφέας της λειτουργίας που γίνεται κάθε Κυριακή) λέει:
«Όταν έρχεται η ώρα της τελέσεως των υπερθαύμαστων μυστηρίων, εύχεται ο ιερέας στο λαό και ο λαός στον ιερέα, αφού η φράση “και μετά του πνεύματος σου” δε σημαίνει τίποτε άλλο από αυτήν την ανταπόδοση της ευχής. Αλλά και οι ευχές (=προσευχές) που αναπέμπονται κατά την τέλεση της Ευχαριστίας (θείας μετάληψης) λέγονται από κοινού. Δεν προσφέρει λοιπόν την Ευχαριστία ο ιερέας μόνος, αλλά μαζί του και όλος ο λαός. Κάνει την αρχή βέβαια ο ιερέας με τον πρώτο λόγο, αλλά, αφού, στη συνέχεια, συμφωνήσουν όλοι ότι “αξίως και δικαίως” γίνεται τούτο, τότε αρχίζει την ευχή της Ευχαριστίας. Και γιατί θαυμάζεις ακούγοντας ότι ο λαός εύχεται μαζί με τον ιερέα, όταν αυτός ο λαός και με αυτά τα ίδια τα χερουβείμ και τις άνω δυνάμεις τους ιερούς εκείνους ύμνους αναπέμπει;» (Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ε.Π.Ε. Τόμος 19ος, σελ. 486, 488 – εδώ).
***
Ας εξηγήσουμε εδώ ότι «Εκκλησία» δεν είναι το κτήριο όπου λατρεύουμε το Θεό, ούτε μια οργάνωση με στελέχη παπάδες και δεσποτάδες (ιερείς και επισκόπους), αλλά το σύνολο των ορθόδοξων χριστιανών, ενωμένο με το Χριστό, τους αγγέλους και τους αγίους. Οι ιερείς είναι μέλη της Εκκλησίας, όπως κι εμείς. Οι ίδιες ακριβώς εντολές του Θεού ισχύουν και για τους ιερείς και για τους μοναχούς και για μας τους «λαϊκούς». Εξάλλου, από μας προέρχονται και οι ιερείς.
Στις μέρες μας υπάρχουν πολλοί άξιοι και καλοί ιερείς, αλλά και αρκετοί άγιοι ιερείς[2]. Αν έχουμε τη γνώμη πως χρειαζόμαστε τέτοιους παπάδες για να φτάσουμε κάπου, ας τους αναζητήσουμε – ασφαλώς και στην πόλη σας υπάρχει κάποιος, αναζητήστε τον.

Επίσης, να πούμε ότι ο Θεός, κατά το χριστιανισμό, δεν είναι μόνο «ο Πατέρας του Χριστού», αλλά ολόκληρη η Αγία Τριάδα: ο Πατέρας, ο Υιός (που έγινε άνθρωπος και είναι ο Ιησούς Χριστός) και ένα τρίτο Πρόσωπο, το Άγιο Πνεύμα. Αυτά τα ονόματα τα δίδαξε ο Χριστός, όταν ήρθε στη Γη, και είπε για τον εαυτό Του πως είναι το ένα από τα τρία αυτά μεγάλα Πνεύματα, ο Υιός.

Τα τρία αυτά Πνεύματα είναι πάντα ενωμένα μεταξύ Τους με την ουσία του Πατέρα (Αυτός έδωσε και δίνει ζωή στα άλλα δύο, μεταδίδοντάς τους την ουσία Του, δηλαδή το άγνωστο και άυλο βασικό στοιχείο που τα κάνει να υπάρχουν) και με την απίστευτη και άπειρη αγάπη που έχουν μεταξύ Τους. Γι’ αυτό, δε λέμε ότι πιστεύουμε σε τρεις Θεούς, αλλά σε Ένα Θεό, που είναι τριαδικός: στην Αγία Τριάδα.


Το Άγιο Πνεύμα δεν έχει μορφή περιστεριού (έτσι εμφανίστηκε μόνο στη βάφτιση του Χριστού). Στην πραγματικότητα, δεν έχει μορφή ορατή στα δικά μας μάτια, αλλά, αν θέλουμε να Το φανταστούμε, πιο σωστό είναι να Το φανταστούμε με ανθρώπινη μορφή. Στην κανονική ορθόδοξη εικόνα της Αγίας Τριάδας, τα τρία αυτά Πρόσωπα (ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα) ζωγραφίζονται σαν τρεις άντρες, όμοιοι μεταξύ τους, με φτερά όπως των αγγέλων (από ένα επεισόδιο στην Παλαιά Διαθήκη, όπου ο Θεός εμφανίστηκε στον Αβραάμ με τη μορφή τριών αντρών). Η εικόνα αυτή λέγεται «Η φιλοξενία του Αβραάμ» ή «Η Αγία Τριάς».

Ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα παίρνουν τη ζωή και την ύπαρξή Τους από τον Πατέρα. Ο Πατέρας είναι η Πηγή της ζωής, γι’ αυτό δεν παίρνει ζωή από κάποιο άλλο πρόσωπο. Και τα τρία θεϊκά Πρόσωπα (πρόσωπα = όντα, υπάρξεις) υπάρχουν πριν τη δημιουργία του κόσμου και του χρόνου, γι’ αυτό λέμε ότι υπάρχουν «πάντα». Πώς ακριβώς αντιλαμβάνεται Εκείνος το χρόνο, είναι τελείως άγνωστο σε μας, γιατί ο Θεός δεν είναι άνθρωπος, ούτε ον του δικού μας σύμπαντος.

Γι’ αυτό «ο Θεός είναι αγάπη» και γι’ αυτό δεν έχει ανάγκη από τη δική μας λατρεία, αλλά η λατρεία αποσκοπεί καθαρά στη δική μας ωφέλεια: γιατί είναι Ένας, αλλά δεν είναι Μόνος, ούτε ποτέ ήταν Μόνος.

Μύθος 4) Ότι «λατρεύουμε την Παναγία, το σταυρό, τους αγίους, τις εικόνες και τα άγια λείψανα».
Δε λατρεύουμε κανένα απ’ αυτά τα πρόσωπα ή τα αντικείμενα. Λατρεύουμε μόνο το Θεό (την Αγία Τριάδα – δηλ. μέσα σ’ αυτήν και το Χριστό, που είναι Θεός, όπως είναι Θεός ο Πατέρας και Θεός το Άγιο Πνεύμα). Την Παναγία, τους αγίους, τους αγγέλους, τις εικόνες, το σταυρό και τα άγια λείψανα τα σεβόμαστε, τα αγαπάμε, τα τιμάμε, αλλά δεν τα λατρεύουμε.
Στην Ορθοδοξία, πράξη λατρείας είναι μόνο η θεία λειτουργία, δηλαδή εκείνη η τελετή, όπου γίνεται το μυστήριο της θείας μετάληψης (μόνο αυτή η τελετή ονομάζεται «λειτουργία»). Η τελετή αυτή είναι πάντα αφιερωμένη στο Θεό και προσφέρεται στο Θεό, όπως και η αγία τράπεζα κάθε εκκλησίας είναι αφιερωμένη σ’ Αυτόν. Στις γιορτές των αγίων και της Παναγίας, τους τιμάμε και τους εκφράζουμε το σεβασμό και την αγάπη μας, αλλά λατρεία προσφέρουμε μόνο στο Θεό.
Τις εικόνες τις ασπαζόμαστε (τις χαιρετάμε με φιλί), κρατώντας μια παλιά συνήθεια των πρώτων χριστιανών, να χαιρετιούνται μεταξύ τους με φιλί. Έτσι χαιρετάμε κι εμείς, όχι βέβαια τις εικόνες, αλλά τα πρόσωπα που είναι ζωγραφισμένα σ’ αυτές. Είναι ακριβώς όπως με τις φωτογραφίες ή τα προσωπικά αντικείμενα των αγαπημένων μας προσώπων: τα σεβόμαστε και τα αγαπάμε, γιατί μας παραπέμπουν στα πρόσωπα. Καμιά φορά μπορεί να μιλάμε στη φωτογραφία ενός δικού μας που δε βρίσκεται κοντά μας. Τα αντικείμενά του είναι για μας πολύτιμα. Τα οστά του, αν είναι νεκρός, και τον τάφο του τα αντιμετωπίζουμε με σεβασμό (ακόμη κι εκείνοι που καίνε τους νεκρούς, τη στάχτη την αντιμετωπίζουν με σεβασμό). Το ίδιο συμβαίνει με τις εικόνες ή τα ιερά λείψανα (δηλ. τα σώματα ή τα οστά) των αγίων.
Η πείρα όμως μέσα στους αιώνες έχει αποδείξει ότι ο Θεός μέσω των εικόνων και των ιερών λειψάνων φέρνει στους ανθρώπους τη θεία χάρη. Γι’ αυτό οι άγιοι κάνουν θαύματα μέσω των εικόνων και των λειψάνων τους. Και τούτο, επειδή η θεία χάρη δεν έρχεται μόνο στην ψυχή, αλλά και στο σώμα του ανθρώπου και στα αντικείμενα που συνδέονται με τον αγιασμένο άνθρωπο, και όλα αυτά αποχτούν μια ιερότητα (αυτός είναι κι ο λόγος που δεν καίμε τους νεκρούς – ενώ εκείνοι που τους καίνε, π.χ. οι Ινδοί ή οι αρχαίοι Έλληνες, αναγνωρίζουν κάποια αξία μόνο στην ψυχή, όχι στο σώμα). Αυτό δε μπορούμε να το αρνηθούμε, γιατί το βλέπουμε ακόμη και σήμερα. Και φυσικά το πιο αγιασμένο αντικείμενο, που ποτίστηκε ακόμη και με το ανθρώπινο αίμα του Θεού, όταν έγινε άνθρωπος, είναι ο σταυρός του Χριστού. Έτσι ο σταυρός απόχτησε την ιερότητα και την αξία του, αλλά και τη θεία δύναμή του (την οποία εκατομμύρια άνθρωποι, ακόμη και καθηγητές πανεπιστημίου, ακόμη και άπιστοι, έχουν διαπιστώσει στη ζωή τους).
Μύθος 5) Ότι «οι ιερείς πληρώνονται από το Ελληνικό Δημόσιο ως υπάλληλοι του κράτους».
Η πραγματικότητα είναι ότι το Ελληνικό Κράτος δεσμεύτηκε το 1952 να μισθοδοτεί τους ιερείς επ’ άπειρον, ως ανταπόδοση για την περιουσία που είχε πάρει από την Εκκλησία της Ελλάδος τη δεκαετία 1922-1932, η οποία άξιζε περισσότερο από ένα δισεκατομμύριο δραχμές (αστρονομικό ποσό για την εποχή)! Η ανταπόδοση αυτή ορίστηκε το 1952, επειδή τότε το Κράτος ξαναπήρε το 80% της περιουσίας που είχε απομείνει στην Εκκλησία, η οποία έμενε πια χωρίς την οικονομική δυνατότητα να φροντίζει για την επιβίωση των ιερέων και των οικογενειών τους.
Για το θέμα, διαβάζουμε στο άρθρο «Η Εκκλησιαστική περιουσία και οι υποχρεώσεις του Κράτους» (επιμ. Α. Σταλίδης, εδώ και εδώ):
«Με την από 18/9/1952 "Σύμβαση περί εξαγοράς υπό του Δημοσίου κτημάτων της Εκκλησίας προς αποκατάστασιν ακτημόνων γεωργικών κτηνοτρόφων", η Εκκλησία της Ελλάδος υποχρεώθηκε να παραχωρήσει στο Κράτος το 80% της καλλιεργούμενης ή καλλιεργήσιμης αγροτικής περιουσίας της με αντάλλαγμα να λάβει κάποια αστικά ακίνητα και 45.000.000 δραχμές νέας (τότε) εκδόσεως [σ.σ: μικρό ποσόν, αν σκεφτούμε την αξία 1 δις της παραχώρησης της δεκαετίας 1922-32]. Στη σύμβαση του 1952 περιέχεται η διακήρυξη του κράτους ότι η απαλλοτρίωση αυτή είναι η τελευταία και δεν πρόκειται να υπάρξει νεότερη στο μέλλον, ενώ υπάρχει και η δέσμευση ότι η Πολιτεία θα παρέχει κάθε αναγκαία υποστήριξη (υλική και τεχνική), ώστε η Εκκλησία να μπορέσει να αξιοποιήσει την εναπομείνασα περιουσία της.

Στην ίδια σύμβαση καθιερώθηκε και η "μισθοδοσία" των κληρικών από τον Κρατικό Προϋπολογισμό - του δε Αρχιεπισκόπου και των Μητροπολιτών από το έτος 1980 - ως υποχρέωσις του Κράτους έναντι των μεγάλων παραχωρήσεων γης στις οποίες είχε προβεί η Εκκλησία της Ελλάδος κατά την δεκαετία 1922-32. Δηλαδή, επειδή το Κράτος αδυνατούσε να καταβάλει οποιοδήποτε αντίτιμο - όπως προέβλεπε ο νόμος του 1932 - συνεφωνήθη να μισθοδοτούνται επ' άπειρον οι κληρικοί και το Κράτος δεσμεύθηκε επ' αυτού. Καταρρίπτεται έτσι ο μύθος που προσπαθεί μάταια να διαιωνίσει ο κ. Πάγκαλος με τις αναφορές του σε "δημόσιους υπαλλήλους". …

Όταν το 1987 ψηφίστηκε από τη Βουλή ο νόμος 1700/87 (νόμος Τρίτση) που αποτελεί μία ακόμη προσπάθεια για την οριστική αποψίλωση της εκκλησιαστικής περιουσίας, δόθηκε αφορμή να δημοσιευθούν σημαντικά κείμενα. Μεταξύ αυτών και ένα υπό τον τίτλο "ιδιοκτησιακό καθεστώς και αξιοποίηση της αγροτικής γης στην Ελλάδα" (περιοδικό "Εκκλησία" 1-15/4/1987, σελίδες 254-55). Με αναμφισβήτητα στοιχεία, στηριγμένο σε μελέτη των Θ. Τσούμα και Δ. Τασιούλα που εκδόθηκε επισήμως από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος λίγο αργότερα, το 1988, αποδεικνύεται ότι στο σύνολο της αγροτικής γης της Ελλάδος ανήκουν: στο Δημόσιο 43.598.000 στρέμματα, στην Τοπική Αυτοδιοίκηση: 15.555.200 στρ., στην Εκκλησία 1.282.300 στρ., στους Συνεταιρισμούς 1.098.400 στρ.

Από αυτά τα 1.282.300 στρέμματα ιδιοκτησίας της Εκκλησίας, τα 367.000 είναι δασικές εκτάσεις, τα 745.400 βοσκότοποι και μόνο τα 169.900 γεωργική καλλιεργήσιμη γη. Δηλαδή οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις της αντιστοιχούν μόλις στο 0,48% του συνόλου της γεωργικής γης της χώρας μας!

Και να ληφθεί υπόψη ότι κατά τη δεκαετία 1974-1983 "εγκαταλείπονται κάθε χρόνο από τους αγρότες και κτηνοτρόφους κατά μέσο όρο 162.400 αγροτικής γης ακαλλιέργητα και ανεκμετάλλευτα". Το 1983 υπολογίστηκαν ως 4.380.000 στρέμματα οι εγκαταλελειμμένες εκτάσεις γης (σχεδόν 3,5 φορές μεγαλύτερες από το σύνολο της γης που ανήκει στην Εκκλησία, ενώ σήμερα θα είναι ασφαλώς πολύ περισσότερο).

Παρά ταύτα, στα μάτια κάποιων και η εναπομείνασα περιουσία φαντάζει μεγάλη. Δε λαμβάνεται όμως υπόψη ότι αυτή δεν ανήκει στην Κεντρική Διοίκηση (Ιερά Σύνοδο), αλλά σε περισσότερα από 10.000 εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα (Μητροπόλεις, Ναούς, Μονές, Προσκυνήματα, Ιδρύματα, Κληροδοτήματα και άλλα), το καθένα από τα οποία αγωνίζεται - μέσα από τον κυκεώνα των νομικών και διοικητικών δεσμεύσεων - να διαφυλάξει την κυριότητα και να αξιοποιήσει τα όσα του ανήκουν περιουσιακά στοιχεία, για το καλό του πληρώματος [ = του λαού] και της Εκκλησίας.

Δηλαδή κάθε Μονή και κάθε Ιερός Ναός που είναι ΝΠΔΔ (Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου), μεριμνούν για τη συνήθως μικρή περιουσία που έχουν, φροντίζοντας για την έντιμη διαχείρισή της και τηρώντας τις αυστηρές διατάξεις που ισχύουν για τα νομικά πρόσωπα. Η διαχείριση αυτή υπόκειται σε τακτικό έλεγχο τόσο από την Εκκλησία όσο και από τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής προσφοράς, όχι και το μοναδικό, αποτελεί η Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη (Αθήνα). Έχοντας στην κατοχή της σημαντική περιουσία, που την απέκτησε κατά τον 17ο και 18ο αιώνα με αγορές των ηγουμένων της (σώζονται στο αρχείο της τα σχετικά έγγραφα), αναδείχθηκε ο μεγαλύτερος κοινωνικός ευεργέτης των Αθηνών. Σε δωρηθέντα ακίνητά της έχουν ανεγερθεί: η Ριζάρειος Σχολή, η Ακαδημία Αθνών, το Αιγινήτειο Νοσοκομείο, το Μετσόβειο Πολυτεχνείο, το Σκοπευτήριο, το Πτωχοκομείο, η Μαράσλειος Ακαδημία, το Θεραπευτήριο "Ευαγγελισμός", το Αρεταίειο νοσοκομείο, η Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή, οι Αστυνομικές Σχολές στην οδό Μεσογείων, το Νοσοκομείο Παίδων, το Νοσοκομείο Συγγρού, το Λαικό Νοσοκομείο "Σωτηρία", το Ασκληπείο Βούλας, η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, το Ορφανοτροφείο Βουλιαγμένης, το ΠΙΠΚΑ Βούλας, το Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, το Γηροκομείο, η Εθνική Βιβλιοθήκη, το Πανεπιστήμιο Αθηνών, 142 Δημοτικά, Γυμνάσια και Λύκεια της Αττικής και πολλά άλλα...

Βεβαίως, κανείς δε φρόντισε να μνημονεύονται αυτά, έστω σε μία επιγραφή επί των ανεγερθέντων κτιρίων.
Το δε Δημόσιο έχει γίνει πολλές φορές αποδέκτης εκτάσεων μεγάλης αξίας, τις οποίες παραχώρησε η Εκκλησία προκειμένου να λειτουργήσουν κατασκηνώσεις, να ανεγερθούν σχολεία, ιδρύματα, γυμναστήρια, στρατόπεδα ή να δημιουργηθούν κοινόχρηστοι χώροι για την αναψυχή του λαού. Αυτή, εν συντομία, είναι η αλήθεια …». 
Μύθος 5+1) Ότι «όλες οι θρησκείες έχουν τον ίδιο Θεό».
Καμιά θρησκεία, εκτός από την Ορθοδοξία, δεν διδάσκει τον Τριαδικό Θεό, που από καθαρή αγάπη γίνεται άνθρωπος (η Μία από τις Τρεις Υποστάσεις Του) και ενώνεται με τους ανθρώπους (και μάλιστα υποφέρει και πεθαίνει από τα χέρια τους) για να δώσει τη δυνατότητα σε όλους – ακόμη και στους πιο αμαρτωλούς – να ενωθούν με το Θεό.
Οι μονοθεϊστικές θρησκείες, όπως το Ισλάμ, διδάσκουν ένα θεό ηγέτη, που αγαπά τους ανθρώπους όσο τον υπακούνε και τον λατρεύουν, αλλά, αν δεν το κάνουν, τους εξολοθρεύει από τη Γη και τους τιμωρεί αιώνια στην κόλασή του. Και ο Καθολικισμός και ο Προτεσταντισμός ένα τέτοιο θεό διδάσκουν, παρόλο που δέχονται την τριαδικότητά του (κατά την Ορθοδοξία, είπαμε τι είναι η κόλαση). Και ο Ιουδαϊσμός, η εβραϊκή θρησκεία, ένα τέτοιο θεό δέχεται, βασισμένος στην ιουδαϊκή κατανόηση της Παλαιάς Διαθήκης – η χριστιανική ερμηνεία της Παλ. Διαθήκης από τους αγίους διδασκάλους της Ορθοδοξίας (π.χ. τον άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο) είναι εντελώς διαφορετική.

Οι πολυθεϊστικές θρησκείες, όπως ο Ινδουισμός, η θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων και οι προχριστιανικές θρησκείες των περισσότερων λαών της Γης, πιστεύουν ότι υπάρχουν πολλοί θεοί, συνήθως ανθρωπόμορφοι, με ανθρώπινα πάθη και αδυναμίες, που συγκρούονται μεταξύ τους και με τους ανθρώπους. Κάποιοι απ’ αυτούς είναι σκοτεινοί και μοχθηροί, αλλά κι αυτοί «πρέπει να λατρεύονται», αφού «είναι θεοί», γι’ αυτό στις θρησκείες αυτές γίνονται δεκτές και πνευματικές οντότητες που λατρεύονται με ανθρωποθυσίες ή που καταλαμβάνουν τους ανθρώπους κ.τ.λ., πράγματα απαράδεκτα κατά το χριστιανισμό.
Εικ: Κάλι (=η "Μαύρη"), η φονική ινδική θεότητα.

Τέλος, υπάρχουν θρησκείες, όπως ο Βουδισμός, που διδάσκουν ότι δεν υπάρχουν καν θεοί, ούτε άνθρωποι, αλλά μόνο ψευδαισθήσεις, και ότι ο άνθρωπος λυτρώνεται από «την ψευδαίσθηση ότι υπάρχει», μόνο όταν πάψει να υπάρχει. Οι θρησκείες αυτές πιστεύουν στη μετενσάρκωση – ότι γεννιόμαστε ξανά και ξανά ως άλλα πρόσωπα ή άλλα είδη ζωής – και προσπαθούν να οδηγήσουν τον άνθρωπο, με μεθόδους όπως ο διαλογισμός (και εδώ), σε συναισθηματική αταραξία, ώστε να αποκοπεί από την πραγματικότητα (που τη θεωρούν ψευδαίσθηση) και «να μην ξαναγεννηθεί».

Συνεπώς, όχι, οι θρησκείες δεν πιστεύουν και δε διδάσκουν τον ίδιο Θεό. Με χριστιανικά κριτήρια, σε όλες τις θρησκείες υπάρχουν κάποιες αλήθειες, αλλά ανακατεμένες με πλάνες. Σε όλες τις θρησκείες υπάρχουν καλοί και ενάρετοι άνθρωποι, αλλά οι θεοί που λατρεύονται σ’ αυτές και οι υπερφυσικές εμπειρίες των πιστών τους συχνά είναι σκοτεινές και ύποπτες κι αυτό προκαλεί σοβαρές πνευματικές και κοινωνικές συνέπειες στους ανθρώπους, αλλά και στην ανθρώπινη ιστορία.



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
 
[1]. Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός [εικ.], PG 94, 1573C. «Πυρ, σκότος, σκώληξ και τάρταρος», γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης (οι όροι που χρησιμοποιεί ο Χριστός μιλώντας για την κόλαση) είναι η γενική ηδυπάθεια, ο γαργαλισμός της επιθυμίας και η δυσωδία της αμαρτίας, ενώ «λίμνες του πυρός» οι πωρωμένες ψυχές, «στις οποίες βρωμάει ο βόρβορος των παθών, που τρέφουν τον ακοίμητο σκώληκα της ακολασίας και την ακράτητη επιθυμία της σάρκας». 
«Σάρκα» στη γλώσσα της ορθοδοξίας δε σημαίνει το σώμα (που το σεβόμαστε ως δημιούργημα του Θεού και, με τη βάφτιση, κατοικητήριο του Αγ. Πνεύματος, γι’ αυτό και δεν το αποτεφρώνουμε μετά θάνατον), αλλά το «της σαρκός φρόνημα», δηλαδή την υποδούλωση στα πάθη και την εκδίωξη της θείας χάρης (Φιλοκαλία, Δ΄, Αστήρ, σελ. 36, λζ΄). Αναλυτική παρουσίαση του θέματος, με πλήθος βιβλικών και πατερικών παραπομπών, βλ. στον τόμο Θάνατος, Ανάσταση και Αιώνια ζωή, εκδ. Ετοιμασία, ιερά μονή Τιμίου Προδρόμου, Καρέας 2005.

Βλ. ακόμη π. Γ. Δ. Μεταλληνού, τ. κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του πανεπιστημίου Αθηνών, «Παράδεισος και Κόλαση στην ορθόδοξη παράδοση» , Ν. Μ., «Ο Θεός ως πυρ και φως», Αλέξανδρου Καλόμοιρου (1931-1990) Ο Πύρινος Ποταμός, μτφρ. Π. Μπότση, Ζέφυρος, Θεσσαλονίκη 1995.
[2]. Αναφέρω πρόχειρα δέκα: τους π. Ευμένιο Σαριδάκη († 1999),  π. Νικόλαο Πέττα († 2000), π. Ευμένιο Λαμπάκη των Ρουστίκων Ρεθύμνου († 25.12.2005), π. Νικόλαο Κογιώνη († 2006), π. Γεώργιο Καλτσίου († 2006), π. Μάρκο Μανώλη († 2010), π. Δανιήλ Συσόεφ (δολοφονήθηκε το 2010) , π. Ιουστίνο Πίρβου († 2013), το μητροπολίτη Σιατίστης Αντώνιο († 2005), τον πατριάρχη Σερβίας Παύλο († 2009), ενώ υπάρχουν και πολλοί άλλοι (και εν ζωή).
"Ν": Θεωρώ πρέπον να συμπληρώσω τον π. Φώτη Λαυριώτη από τη Μυτιλήνη. 


Ο ασκητής και ταπεινός πατριάρχης Σερβίας Παύλος

Τετάρτη, Ιανουαρίου 20, 2010

Ορθοδοξία και θρησκεία


 Ή Ορθοδοξία δεν είναι θρησκεία

π. Ιωάννης Ρωμανίδης

Σε πολλούς επικρατεί ή αντίληψη ότι ή Ορθοδοξία είναι μία από τις πολλές θρησκείες, που έχει σαν κύρια μεριμνά Της την προετοιμασία των μελών της Εκκλησίας για τη ζωή μετά θάνατον, να εξασφάλιση δηλαδή μία θέση στον Παράδεισο για κάθε Ορθόδοξο Χριστιανό. 'Έτσι θεωρείται ότι το Ορθόδοξο δόγμα πρόσφερε μια επί πλέον εξασφάλιση, επειδή είναι Ορθόδοξο και ότι, αν κανείς δεν πιστεύει στο Ορθόδοξο δόγμα, αυτό είναι ένας επί πλέον λόγος, για να πάει στην Κόλαση ό άνθρωπος αυτός, εκτός δηλαδή από το ότι ενδεχομένως θα τον στείλουν εκεί τα προσωπικά του αμαρτήματα.Ο σοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί πιστεύουν ότι αυτό το πράγμα είναι ή Ορθοδοξία αυτοί έχουν συσχετίσει την Ορθοδοξία αποκλειστικά με την μέλλουσα ζωή. Και αυτοί δεν κάνουν και πολλά πράγματα σ' αυτή την ζωή, αλλά περιμένουν να πεθάνουν, για να πάνε στον Παράδεισο, επειδή, όταν ζούσαν, ήταν Ορθόδοξοι Χριστιανοί!Μία άλλη μερίδα Ορθοδόξων δραστηριοποιείται μέσα στον χώρο της Εκκλησίας ενδιαφερόμενη όχι για την άλλη ζωή, αλλά κυρίως γι' αυτήν εδώ την ζωή. Δηλαδή για το πώς θα τους βοηθάει ή Ορθοδοξία να ζήσουν καλά σ' αυτήν την ζωή. Τέτοιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί προσεύχονται στο Θεό, βάζουν τους Ιερείς να κάνουν προσευχές, κάνουν αγιασμούς, παρακλήσεις, ευχέλαιο κ.λπ., για να τους βοηθήσει ό Θεός να περνάνε καλά σ' αυτήντην ζωή, να μη αρρωσταίνουν, να αποκαθίστανται τα παιδιά τους, να εξασφαλίζουν στα κορίτσια τους μία καλή προίκα και έναν καλό γαμπρό, τα αγόρια τους να βρουν καλές κοπέλες με καλή προίκα, για να παντρευτούν, οι δουλειές τους να πηγαίνουν καλά, ακόμη και στο χρηματιστήριο , η, ή βιομηχανία τους, κ.λπ. Οπότε βλέπομε ότι αυτοί οι Χριστιανοί δεν διαφέρουν κατά πολύ από τους πιστούς των άλλων θρησκειών, πού κάνουν και εκείνοι τα ίδια περίπου πράγματα.Δηλαδή βλέπει κανείς από τα παραπάνω την Ορθοδοξία να έχει αυτά τα δύο κοινά σημεία με όλα τα άλλα θρησκεύματα: Πρώτον, το να προπαρασκευάζει τους πιστούς, για την ζωή μετά θάνατον, ώστε να πάνε στον Παράδεισο, όπως ό καθένας τον φαντάζεται και δεύτερον, το να. φροντίζει, ώστε οι Χριστιανοί να μη περνούν θλίψεις, στενοχώριες, καταστροφές, αρρώστιες, πολέμους κ.λπ. σ' αυτήν εδώ τη ζωή, δηλαδή ό Θεός να τα τακτοποιεί όλα κατά τις ανάγκες η τις επιθυμίες τους. Έτσι γι' αυτούς τους δεύτερους, ή θρησκεία παίζει μεγάλο ρόλο σ' αυτήν την ζωή και μάλιστα σ' αυτήν την καθημερινή τους ζωή.Κατά βάθος, όμως, άπ' όλους τους παραπάνω Χριστιανούς ποιος ενδιαφέρεται αν ύπάρχη ή δεν υπάρχει Θεός; Ποιος Τον αναζητά; Γι αυτούς δεν τίθεται θέμα αν ύπάρχη Θεός ή όχι, έφ' όσον καλύτερα θα ήταν να υπήρχε Θεός, για να μπορούμε να τον επικαλούμεθα και να του ζητούμε να ικανοποιεί ανάγκες μας, ώστε να πηγαίνουν καλά οι δουλειές μας και να έχομε κάποια ευτυχία σ' αυτήν την ζωή.Όποτε βλέπομε, ότι ό άνθρωπος έχει μία ισχυρότατη τάσι να θέλει να ύπάρχη Θεός, να πιστεύει ότι υπάρχει Θεός, διότι είναι μία ανάγκη για τον άνθρωπο να ύπάρχη Θεός, για να του εξασφαλίζει τα όσα είπαμε. "Ε, και έφ' όσον είναι λοιπόν μία ανάγκη για τον άνθρωπο το να ύπάρχη Θεός, άρα Θεός υπάρχει!Αν ό άνθρωπος δεν είχε την ανάγκη ενός Θεού και αν μπορούσε να εξασφάλιση αυτάρκεια των προς το ζην σε αυτήν την ζωή με κάποιον άλλο τρόπο, τότε δεν ξέρει κανείς πόσοι άνθρωποι θα πίστευαν στον Θεό. Αυτό, γίνεται, εν πολλοίς και στην Ελλάδα.Έτσι, βλέπομε, πολλοί άνθρωποι, ενώ πριν ήταν αδιάφοροι ως προς την θρησκεία, προς το τέλος της ζωής τους να θρησκεύουν, μετά ίσως από κάποιο γεγονός, πού τους φόβισε. Διότι πλέον δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς να επικαλούνται να τους βοηθήσει κάποιος Θεός, από δεισιδαιμονική δηλαδή πρόληψη. Γι αυτούς τους λόγους ή φύσις του ανθρώπου βοηθά στο να θρησκεύη ό άνθρωπος. Αυτό δεν ισχύει μόνο για τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, ισχύει για τους πιστούς όλων των θρησκειών. Παντού ή φύσις του ανθρώπου είναι ίδια Έτσι ό άνθρωπος μετά την πτώση του —σκοτισμένος, όπως είναι κατά φύσιν — μάλλον, παρά φύσιν— ρέπει προς την δεισιδαιμονία.Τώρα το ερώτημα, πού ακολουθεί είναι: Που σταματάει ή δεισιδαιμονία και που αρχίζει ή αληθινή πίστης;Σ' αυτά τα θέματα οι Πατέρες έχουν σαφείς θέσεις και διδασκαλία. Ένας άνθρωπος, ό όποιος ακολουθεί ή μάλλον νομίζει ότι ακολουθεί την διδασκαλία του Χριστού και απλώς πηγαίνει στην Εκκλησία κάθε Κυριακή, πού κοινωνεί κατά τακτά διαστήματα, πού χρησιμοποιεί τους ιερείς, για να του κάνουν αγιασμούς, ευχέλαιο κ.λπ., χωρίς να εμβαθύνει σ' αυτά, παραμένοντας στο γράμμα του νόμου και όχι στο πνεύμα του νόμου, αυτός ωφελείται ιδιαίτερα από την Ορθοδοξία; Μετά ένας άλλος, ό όποιος προσεύχεται αποκλειστικά για την μέλλουσα ζωή, για τον εαυτό του και για τους άλλους και αδιαφορεί τελείως για αυτήν τη ζωή, αυτός πάλι ωφελείται ιδιαίτερα από την Ορθοδοξία; Ή μία τάσης εκπροσωπείται από τον παπά της ενορίας και όσους μαζεύονται γύρω του με το παραπάνω πνεύμα και ή άλλη εκπροσωπείται από έναν Γέροντα σε μοναστήρι, συνήθως κάποιον αρχιμανδρίτη, που βρίσκεται σε σύνταξη και περιμένει να πεθάνει, με μερικούς μοναχούς γύρω του.Έφ' όσον οι δύο αυτές τάσεις δεν είναι επικεντρωμένες γύρω από την κάθαρση και τον φωτισμό, από Πατερικής απόψεως, είναι λανθασμένες ως προς εκείνο, πού επιδιώκουν. Όσο, όμως, είναι επικεντρωμένες γύρω από την κάθαρση και τον φωτισμό και εφαρμόζουν την Ορθόδοξη Πατερική ασκητική αγωγή για την απόκτηση της νοεράς προσευχής, τότε μόνον τα πράγματα τίθενται πάνω σε ορθή βάση. Αυτές οι δύο τάσεις είναι υπερβολές προς τα δύο άκρα. Δεν έχουν αυτές οι τάσεις κοινόν άξονα. Ό κοινός άξονας, πού διακρατεί την Ορθοδοξία και διατηρεί την συνοχή της, ό ένας και μοναδικός της άξονας επάνω σε όλα τα θέματα, πού την απασχολούν και ό όποιος τοποθετεί τα πάντα επάνω σε ορθή βάση, όταν λαμβάνεται ύπ' όψιν, είναι ό άξονας: Κάθαρσις — φωτισμός—θέωσις.Οι Πατέρες δεν ενδιαφέρονται για το τι θα συμβεί στον άνθρωπο μετά θάνατον αποκλειστικά, αλλά εκείνο κυρίως, πού τους ενδιαφέρει είναι το τι θα γίνη ό άνθρωπος σε αυτήν τη ζωή. Μετά θάνατον δεν υπάρχει θεραπεία του νοός, οπότε πρέπει σε αυτήν την ζωήν να αρχίσει ΤΗΝ θεραπεία, διότι «εν τω Αδη ουκ εστί μετάνοια». Γι` αυτό ή Ορθόδοξη Θεολογία δεν είναι υπερκοσμική ούτε μελλοντολογική ούτε εσχατολογική, αλλά είναι καθαρά ενδοκοσμική. Διότι το ενδιαφέρον της Ορθοδοξίας είναι για τον άνθρωπο σε αυτόν τον κόσμο, σε αυτήν την ζωή, όχι μετά θάνατον.Τώρα ή Κάθαρσις και ό φωτισμός για ποιόν λόγο χρειάζονται; Για να πάει ό άνθρωπος στον Παράδεισο και να αποφυγή την Κόλαση; Για αυτό χρειάζονται; Εις τι συνίσταται ή κάθαρσις και ό φωτισμός και για ποιόν λόγο επιδιώκονται από τους Ορθοδόξους; Για να βρει κανείς τον λόγο και να δώσει απάντηση στην ερώτηση αυτή, πρέπει να κατέχει το βασικό κλειδί, το όποιο είναι τούτο: Όλοι οι άνθρωποι επάνω στην γη έχουν το ίδιο τέλος από Ορθόδοξη θεολογική άποψη. Είτε είναι κανείς Ορθόδοξος είτε είναι Βουδιστής είτε Ινδουιστής είτε αγνωστικιστής είτε άθεος, οτιδήποτε και αν είναι, δηλαδή κάθε άνθρωπος επάνω στην γη, είναι προορισμένος να δη την δόξα του Θεού. Θα δη την δόξα του Θεού κατά το κοινό τέλος της ανθρωπότητας κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Όλοι οι άνθρωποι θα δουν την δόξαν (το άκτιστο φως) του Θεού και από αυτής της απόψεως έχουν το ίδιο τέλος. Όλοι βέβαια θα δουν την δόξα του Θεού, αλλά με μία διαφορά . Οι μεν σεσωσμένοι θα δουν την δόξα του Θεού ως Φως γλυκύτατον και ανέσπερο, οι δε κολασμένοι, θα δουν την ίδια δόξα του Θεού ως πυρ κατανάλισκαν, σαν φωτιά, πού θα τους καίη. Αυτό, το ότι όλοι θα δούμε την δόξα του Θεού, είναι ένα αληθινό και αναμενόμενο γεγονός. Το να δη κανείς τον Θεό, δηλαδή την δόξα Του, το Φως Του, αυτό είναι κάτι, πού θα γίνη είτε το θέλουμε είτε όχι. Ή βίωσης, όμως, αυτού του Φωτός θα είναι διαφορετική στους μεν, από τους δε.Όποτε το έργο της Εκκλησίας και των κληρικών δεν είναι να μας βοηθήσουν να δούμε αυτήν την δόξα, διότι αυτό θα γίνη οπωσδήποτε. Το έργο της Εκκλησίας εστιάζεται στο πως θα δη ό κάθε άνθρωπος τον Θεόν. Όχι στο αν θα δη τον Θεόν. Δηλαδή το έργο της Εκκλησίας είναι να κηρύττει στους ανθρώπους ότι υπάρχει Θεός αληθινός, ότι ό Θεός αποκαλύπτεται είτε ως Φως είτε ως πυρ καταναλίσκον, ότι όλοι οι άνθρωποι κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού θα δούμε τον Θεόν και να προετοιμάζει τα μέλη της, ώστε να δουν τον Θεόν όχι σαν φωτιά, αλλά σαν Φως.Αυτή ή προετοιμασία των μελών της Έκκλησίας, καθώς και όλων των ανθρώπων, πού θέλουν να δουν τον Θεόν ως Φως, είναι στην ουσία της, μία θεραπευτική αγωγή, ή οποία πρέπει να αρχίσει και να τελείωση σ' αυτήν τη ζωή. Πρέπει σ' αυτήν τη ζωή να γίνη ή θεραπεία και να περατωθεί. Διότι μετά θάνατον ουκ εστί μετάνοια. Αυτή ή θεραπευτική αγωγή είναι ή ουσία και το κύριο περιεχόμενο της Ορθοδόξου Παραδόσεως ως και ή κύρια μέριμνα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Συνίσταται δε και αποτελείται από τα ακόλουθα τρία στάδια πνευματικής αναβάσεως: Την κάθαρση από τα πάθη, τον φωτισμό από την Χάρι του Αγίου Πνεύματος και την θέωση, πάλι από την Χάρι του Άγιου Πνεύματος. Συμβαίνει δέ και τούτο: Αν δεν φθάση κανείς τουλάχιστον σε κατάσταση μερικού φωτισμού, σ' αυτήν την ζωή, δεν μπορεί να δη τον Θεόν σαν Φως ούτε σ' αυτήν την ζωή, αλλά ούτε και στην άλλη.Έτσι είναι φανερό ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας ενδιαφέρονται για τον άνθρωπο, όπως είναι σήμερα, αυτήν την στιγμή. Και εκείνος, πού χρειάζεται θεραπεία, είναι ο κάθε άνθρωπος, ό όποιος έχει την ευθύνη ενώπιον του Θεού να αρχίσει αυτό το έργο σήμερα, σ' αυτήν την ζωή, διότι σ' αυτήν την ζωή μπορεί. όχι μετά θάνατον. Και. αυτό ό ίδιος ό άνθρωπος είναι εκείνος, πού θα αποφασίσει για το αν θα ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο της θεραπείας ή όχι.Ο Χριστός είπε. •«Εγώ ειμί η οδός».. Ή οδός προς τι; όχι μόνον προς την άλλη ζωή. Ό Χριστός είναι πρώτα , η οδός σε αυτήν την ζωή. Ό Χριστός είναι ή οδός προς τον Πατέρα Του καί Πατέρα μας. Ό Χριστός αποκαλύπτεται στον άνθρωπο πρώτα σ' αυτή τη ζωή καί του δείχνει τον δρόμο προς τον Πατέρα. Αυτός ό δρόμος είναι ό ίδιος ό Χριστός.Το ερώτημα τώρα είναι: Ή θρησκεία ταυτίζεται με μία διδασκαλία περί της αθανασίας της ψυχής, καθώς καί με μία διδασκαλία περί της υπάρξεως Θεού για την μέλλουσα ζωή; Επίσης ταυτίζεται με την επικράτηση της πλήρους δικαιοσύνης; Δηλαδή πρέπει να έχομε θρησκεία, επειδή πρέπει να ύπάρχη ένας δίκαιος Θεός, ό οποίος θα κάνη καί την τελική κρίση όλων των ανθρώπων, ώστε να τιμωρηθούν οι άδικοι στην Κόλαση καί να βραβευθούν οι δίκαιοι (τα καλά παιδιά) στον Παράδεισο; Αν ή απάντησης είναι Ναι, ε τότε πρέπει να υπάρχη θρησκεία, άφ' ενός για να επικράτηση τελικά ή δικαιοσύνη καί άφ' ετέρου για να μη μείνει ανεκπλήρωτος ό πόθος του άνθρωπου για ευδαιμονία. Είναι δυνατόν δηλαδή το καλό παιδί να μη ζή μετά θάνατον ευδαίμονα ζωή; Δεν είναι δυνατόν! Κι ας ήταν αδικημένο σ' αυτήν την ζωή. Όλοι δηλαδή αυτοί οι αδικημένοι ή τα καλά παιδιά είναι δυνατόν να μη δικαιωθούν στην μέλλουσα ζωή; Δεν είναι δυνατόν!και δεν θα πρέπει εκεί να ζήσουν μία ζωή ευχάριστη, μία ζωή ευδαιμονίας; Βεβαίως! Μα, για να γίνη αυτό, θα πρέπει να ύπάρχη ζωή μετά θάνατον, καθώς και ένας καλός καί δίκαιος Θεός, ό όποιος θα πρέπει να κάνη μία καλή και δίκαιη μοιρασιά! Έτσι δεν είναι; Θα πρέπει να ύπάρχη. Σύμφωνα με την αντίληψη του Μεσαίωνα, δηλαδή, της Δυτικής θεολογίας.Όμως, σε σχέση με όλα αυτά, έρχεται ή μοντέρνα ψυχολογία καί τα τινάζει όλα αυτά στον αέρα. Μας λέγει ότι αυτές οι αντιλήψεις είναι ψυχολογικές, διότι ό άνθρωπος έχει μέσα του το αίσθημα της δικαιοσύνης, το οποίο είναι εκείνο, πού απαιτεί να τιμωρηθούν τα κακά παιδιά καί να βραβευθούν τα καλά παιδιά! Καί, έφ' όσον ή βράβευσης αποτυγχάνει να πραγματοποιηθεί σ' αυτήν εδώ την ζωή, προβάλλει ή ανθρώπινη φαντασία την ιδέα ότι αυτά πρέπει να εκπληρωθούν σε μια άλλη ζωή καί για αυτό ό αδύνατος άνθρωπος, καθώς καί εκείνος, πού αγαπάει την δικαιοσύνη και έχει βαθιά καί σοβαρά αισθήματα για την δικαιοσύνη, γίνεται θρησκευόμενος καί πιστεύει στα δόγματα της θρησκείας, πού ακολουθεί. Για αυτούς τους λόγους δηλαδή πιστεύει, επειδή το δόγμα, στο οποίο πιστεύει, του εξυπηρετεί την ψυχολογική του ανάγκη για απόδοση δικαιοσύνης. Οι λόγοι αυτοί δεν έχουν φιλοσοφικά, μεταφυσικά δηλαδή θεμέλια, αλλά μόνο ψυχολογικά θεμέλια.Το σωστό όμως, στο παραπάνω σκεπτικό είναι ότι, εάν ποτέ επικρατήσουν ή δικαιοσύνη και ή ευδαιμονία για τους καλούς ανθρώπους, θα πρέπει να επικρατήσουν σ' αυτήν την ζωή. Διότι άλλη ζωή οι άνθρωποι αυτοί δεν ξέρουν αν θα έχουν, έφ' όσον τα επιχειρήματα, - πού αναφέραμε για την ύπαρξη άλλης ζωής, είναι καθαρά ψυχολογικά επιχειρήματα και δεν είναι επιστημονικά επιχειρήματα, δηλαδή επιχειρήματα, πού θα θεμελιώνονται επάνω στην εμπειρία και στην επιστημονική μεθοδολογία. Έτσι οι άνθρωποι αυτοί πιστεύουν σε μία ζωή μετά θάνατον απλώς, επειδή θέλουν να πιστεύουν. Και γι' αυτό η ουσία της θρησκείας τους είναι να ύπάρχη μία άλλη ζωή, οπού τιμωρείται ή αδικία και Βραβεύεται ή δικαιοσύνη.Έτσι, γι' αυτούς τους λόγους, βλέπει κανείς ότι σήμερα σοβαροί άνθρωποι στην Ευρώπη καί στην Αμερική δεν παραδέχονται πλέον αυτά τα θεμέλια της θρησκείας καί πάρα πολλοί επιστήμονες έχουν απορρίψει την θρησκεία καί έχουν οδηγηθεί στον αγνωστικισμό, ενώ• οι αντίστοιχοι τους της Ανατολικής Ευρώπης, στην αθεΐα Τα τελευταία χρόνια, όμως, βρίσκει κανείς πολλούς κομμουνιστές, οι όποιοι εγκατέλειψαν την σκληρή αθεΐα του παρελθόντος καί έχουν γίνει αγνωστικιστές. Καί από αυτής της απόψεως μοιάζουν με τους αγνωστικιστές της Ευρώπης και της Αμερικής. Από την άλλη μεριά υπάρχουν οι θρησκευόμενοι στα κομμουνιστικά κράτη καί στην Αμερική, οι όποιοι συνεχίζουν να πιστεύουν στην μετά θάνατον ζωή, διότι, όπως εξηγήσαμε, θέλουν να πιστεύουν, χωρίς να έχουν επιστημονικά επιχειρήματα για την στήριξη αυτών των πεποιθήσεων. Αυτή είναι ή γενική κατάσταση...




Παρασκευή, Ιανουαρίου 15, 2010

Θ. Ντοστογιέφσκη- Ο Μέγας ιεροεξεταστής (β΄μέρος)




...Μα αυτό είναι το βασικό ζήτημα της ομιλίας του γέρου : "Το Πνεύμα, το τρομερό και βαθύ, το Πνεύμα της καταστροφής και του μηδενισμού -συνεχίζει- σου μίλησε στην έρημο, κι οι Γραφές αναφέρουν ότι "σ' έβαλε σε πειρασμό". Είν' αλήθεια αυτό; Και μπορούμε να πούμε τίποτα πιο διεισδυτικό, απ' αυτό που σου είπε στα τρία εκείνα ερωτήματα ή, για να μιλήσουμε όπως οι Γραφές- στους τρεις "πειρασμούς" που απέκρουσες ; Αν πραγματικά σημειώθηκε ποτέ πάνω στη γη ένα θαύμα αυθεντικό, που να τόμαθε όλος ο κόσμος, έγινε κείνη την ημέρα των τριών ερωτήσεων. Και μόνο το γεγονός ότι διατυπώθηκαν αυτά τα τρία ερωτήματα αποτελεί ένα θαύμα. Ας υποθέσουμε ότι τα σβήνουμε μεσ' από τις Γραφές, κι ότι πρέπει να τ' αποκαταστήσουμε, να τα φανταστούμε πάλι για να τα τοποθετήσουμε εκεί, και συγκεντρώνουμε γι' αυτό το σκοπό όλους τους σοφούς της γης, πολιτικούς, δεσποτάδες, διανοούμενους, φιλοσόφους, ποιητές, λέγοντάς τους: σκεφτείτε και συντάξετε πάλι τρία ερωτήματα που όχι μόνο ν' αντιστοιχούν στη σημασία του γεγονότος, μα ακόμη και να εκφράζουν σε τρεις φάσεις όλη τη μελλοντική ιστορία της ανθρωπότητας, πιστεύεις ότι αυτός ο Άρειος Πάγος, της ανθρώπινης σοφίας θα μπορούσε να φανταστεί τίποτα το ίδιο δυνατό και το ίδιο βαθύ, με τα τρία ερωτήματα που σου πρότεινε τότε το ισχυρό Πνεύμα; Αυτά τα τρία ερωτήματα αποδείχνουν από μόνα τους ότι έχουμε να κάνουμε μ' ένα Πνεύμα αιώνιο κι απόλυτο, κι όχι μ' ένα διαβατάρικο πνεύμα όπως το ανθρώπινο. Γιατί περικλείνουν μέσα τους και προλέγουν ταυτόχρονα όλη την κατοπινή ιστορία της ανθρωπότητας. είναι οι τρεις μορφές όπου αποκρυσταλλώνονται όλες οι αντιθέσεις, οι αξεδιάλυτες της ανθρώπινης φύσης. Τότε δεν μπορούσαμε να το αντιληφθούμε αυτό, γιατί το μέλλον δεν είχε αποκαλυφθεί, μα τώρα που κύλησαν δεκαπέντε αιώνες, βλέπουμε πως όλα είχαν προβλεφθεί σ' αυτά τα τρία ερωτήματα και πραγματοποιήθηκαν σε σημείο που νάναι αδύνατο να προσθέσεις ή ν' αφαιρέσεις μια λέξη.

"Αποφάσισε λοιπόν από μόνος σου, ποιός είχε δίκιο: εσύ, ή εκείνος που σε ρώτησε; Θυμήσου το πρώτο ερώτημα, την έννοια έστω κι όχι την επιφάνεια: θες να πας στον κόσμο μ' άδεια χέρια και να κηρύξεις μιαν ελευθερία που τους κάνει ανόητους και που η φυσική τους αχαριστία τους εμποδίζει να καταλάβουν, μια ελευθερία που την φοβούνται, γιατί δεν υπάρχει και δε θα υπάρξει ποτέ τίποτα πιο ανυπόφορο για τον άνθρωπο και για την κοινωνία, από τούτη την ελευθερία! Βλέπεις αυτές τις πέτρες στην άνυδρη έρημο; Μετάλλαξέ τις σε ψωμιά κι ο κόσμος θα τρέξει να πέσει στα πόδια σου, όμοια σαν ένα κοπάδι πειθαρχημένο κι όλο ευγνωμοσύνη, τρέμοντας ωστόσο μη τυχόν χάσουν την προστασία σου και πάψουν νάχουν ψωμί.

"Μα δε θέλησες να στερήσεις τον άνθρωπο απ' την ελευθερία του, κι αρνήθηκες, κρίνοντας πως η ελευθερία ήταν κάτι ασυμβίβαστο με την υποταγή που αγοράζεται με ψωμιά. Αποφάνθηκες πως ο άνθρωπος δεν ζει "μόνο με άρτον", μα ξέρεις ότι στ' όνομα του γήινου αυτού άρτου, το πνεύμα της Γης θα εξεγερθεί εναντίον σου, θ' αγωνιστεί και θα σε νικήσει, ότι όλοι το ακολουθούν φωνάζοντας: "Ποιός μοιάζει μ' αυτό το θηρίο που μας έδωσε τη φωτιά τ' ουρανού;" Αιώνες θα περάσουν κι η ανθρωπότητα θα διακηρύσσει με το στόμα των σοφών και των συνετών της ότι δεν υπάρχουν εγκλήματα και κατά συνέπεια, δεν υπάρχουν κι αμαρτήματα. ότι δεν υπάρχουν παρά μόνο πεινασμένοι. "Θρέψε τους πρώτα κι ύστερα ν' απαιτείς απ' αυτούς νάναι "ενάρετοι". Να τι θα γράψουν στο λάβαρο της επανάστασής τους, που θα επιτεθεί στο ναό σου. Στη θέση του ένα καινούργιο οικοδόμημα θα υψωθεί, ένας νέος πύργος της Βαβέλ, που θα παραμείνει δίχως αμφιβολία ατέλειωτος, όπως κι ο πρώτος εκείνος. αλλά θα μπορούσες να γλυτώσεις τους ανθρώπους απ' αυτή την δοκιμασία, κι από χιλιόχρονα βάσανα. Γιατί θα ξανάρθουν να μας βρουν αφού θάχουν κοπιάσει χίλια χρόνια να χτίσουν τον πύργο τους! Θα μας αναζητήσουν κάτω απ' τη γη, όπως άλλοτε, μέσα στις κατακόμβες όπου θάμαστε κρυμένοι (θα μας βασανίσουν πάλι) και θα κραυγάσουν: "Δώστε μας να φάμε γιατί αυτοί που μας υποσχέθηκαν τη φωτιά τ' ουρανού δε μας την έδωσαν".

 


Τότε θ' αποτελειώσουμε εμείς τον πύργο τους, γιατί δε χρειάζεται για κάτι τέτοιο παρά μόνο η τροφή, και θα τους θρέψουμε, υποτίθεται στ' όνομά σου, θα τους κάνουμε να το πιστέψουν τουλάχιστο. Χωρίς εμάς θάναι για πάντα τους πεινασμένοι. Καμιά γνώση δε θα τους δώσει ψωμί, όσο θα μένουν ελεύθεροι αλλά θα καταλήξουν να την καταθέσουν στα πόδια μας τούτη την ελευθερία τους, λέγοντας: "Υποτάξετέ μας, κάνετέ μας δούλους, μα δώστε μας να φάμε". Θα καταλάβουν επιτέλους πως η ελευθερία δε μπορεί να συμφιλιωθεί με το ψωμί της γης που είναι στη διάθεσή τους, γιατί ποτέ δε θα μπορέσουν να το μοιράσουν μεταξύ τους! Θα πεισθούν ακόμη για την ανικανότητά τους νάναι ελεύθεροι, όντας αδύναμοι, ξεστρατισμένοι, μηδαμινοί κι επαναστατημένοι.
Τους υποσχέθηκες τον ουράνιον άρτον. αλλά μπορεί κάτι τέτοιο, όσο δυνατό κ αν είναι σαν χτύπημα, να συγκριθεί μ' αυτό της γης, στα μάτια της αδύναμης και ξεστρατισμένης της αιώνια αχάριστης ανθρώπινης ράτσας; Χιλιάδες και δεκάδες χιλιάδων ψυχές θα σε ακολουθήσουν εξαιτίας αυτού του ψωμιού, μα τι θα γίνουν τα εκατομμύρια κι οι χιλιάδες που δεν έχουνε το θάρρος να προτιμήσουν τον άρτο τ' ουρανού απ' τον άρτον της γης; Δεν θα 'φτανες στο σημείο να διαλέξεις τους μεγάλους και τους δυνατούς, που σ' αυτούς οι άλλοι, το αναρίθμητο πλήθος, που είναι αδύναμο μα που σ' αγαπά, θα χρησίμευε σαν εκμεταλλεύσιμο υλικό; Μας είναι το ίδιο αγαπητά και τ' αδύναμα πλάσματα. Παρόλο που είναι ξεστρατισμένοι κι επαναστατημένοι θα γίνουν πειθαρχικοί τελικά. Θα ξαφνιαστούν και θα μας πιστέψουν για θεούς μια που καταδεχτήκαμε να μπούμε επικεφαλής τους, για να τα καταφέρουμε έτσι που η ελευθερία που τους τρόμαζε να ξαναγυρίσει απ' άλλο δρόμο, κι ακόμη γιατί καταδεχτήκαμε να βασιλέψουμε πάνω τους, τόσο που στο τέλος θ' αρχίσουν πραγματικά να φοβούνται νάναι ελεύθεροι.

Αλλα εμείς θα τους λέμε πως είμαστε υποτακτικοί σου, ότι βασιλεύουμε μόνο στ' όνομά σου. Θα τους ξεγελάσουμε πάλι, μια και δεν πρόκειται να σ' αφήσουμε να τους ξαναπλησιάσεις. Κι είναι τούτη η αγυρτεία που θα γίνει το βασανιστήριό μας, γιατί θα πρέπει να πούμε ψέματα. Αυτό είναι το πρώτο νόημα του ερωτήματος που σούκαναν στην έρημο, και να, που αποδιώχτηκες στ' όνομα αυτής της ελευθερίας που την τοποθετούσες πάνω απ' όλα. Ωστόσο αυτή είναι που κρύβει όλο το μυστικό του κόσμου. Γιατί αν δεχόσουν να κάνεις αυτό το θαύμα των ψωμιών θα 'χες κατασιγάσει την πανανθρώπινη αγωνία -ατόμων και ομάδων- δηλαδή θα 'δινες απάντηση στο αγωνιακό ερώτημα: "μπροστά σε ποιόν πρέπει να υποκλιθούμε;" Γιατί δεν υπάρχει για τον άνθρωπο που απομένει ελεύθερος, έγνοια πιο μόνιμη, πιο αγωνιώδης, απ' την αναζήτηση ενός πλάσματος για να το προσκυνήσουν. Αλλά, ο ελεύθερος άνθρωπος δε θέλει να υποκύψει παρά μόνο μπροστά σε κάποιον με αναμφισβήτητη αξία και δύναμη, που όλοι να τον σέβονται, με μια παγκόσμια συγκατάθεση. Αυτά τα δυστυχισμένα πλάσματα βασανίζονται αποζητώντας μια λατρεία, που να ενώνει όχι μόνο τους αδύναμους, και μικρούς πιστούς, αλλά που σ' αυτήν να μετέχουν όλοι μαζί, ενωμένοι απ' την ίδια πίστη. Αυτή η ανάγκη της κοινότητας μέσα στη λατρεία, είναι το ουσιαστικώτερο βασανιστήριο του κάθε ατόμου και της ανθρωπότητας ολόκληρης, από την πανάρχαια εποχή...


 Για να πραγματοποιήσουν αυτό το σκοπό αλληλοεξοντώνονται με τη ρομφαία. Οι λαοί δημιούργησαν θεούς και τους έβαλαν ν' αντιμάχονται ο ένας τον άλλο: "Αρνηθείτε τους θεούς σας και πιστέψτε στους δικούς μας, αλλιώτικα δυστυχία σ' εσάς και στου θεούς σας!" Κι έτσι θα γίνεται ως τη συντέλεια του κόσμου, ακόμη κι όταν οι θεοί θάχουν εξαφανιστεί. οι άνθρωποι θα γονατίζουν μπρος στα είδωλα. Δεν αγνοούσες, δεν ήταν δυνατό ν' αγνοείς αυτό το βασικό μυστικό της ανθρώπινης φύσης, κι ωστόσο απόδιωξες το μοναδικό ακατανίκητο λάβαρο που σου προσφέρθηκε και που αναμφισβήτητα θα 'χε τυλίξει όλους του ανθρώπους μέσα του και θα τους έκανε να κλίνουν το κεφάλι μπρός σου, το λάβαρο του γήινου ψωμιού. το απώθησες στ' όνομα του ουράνιου άρτου και της ελευθερίας! Να τι έκανες κατόπι στ' όνομα πάντα της ελευθερίας! Δεν υπάρχει στο ξαναλέω, πιο αγωνιακή ανάγκη για τον άνθρωπο απ' το να βρει, όσο γίνεται πιο γρήγορα, ένα πλάσμα που να του παραδώσει αυτή την ελευθερία, που ο δυστυχισμένος κουβαλά στη ράχη του απ' τη στιγμή της γέννησής του. Αλλά για να διαθέσεις κατάλληλα την ελευθερία των ανθρώπων, πρέπει να τους προσφέρεις την ανάπαυση της συνείδησης. Το ψωμί θα σου εξασφάλιζε την επιτυχία. ο άνθρωπος υποκύπτει μπροστά σ' αυτόν που δίνει αυτό το ψωμί, γιατί πρόκειται για κάτι χεροπιαστό, μα όταν κάποιος άλλος θελήσει να γίνει κύριος της ανθρώπινης συνείδησης, θα παρατήσει ακόμη και τον άρτον σου, κατά μέρος για να προσφέρει αυτό που κατακτά τούτη την ανθρώπινη συνείδηση. Πάνω σ' αυτό είχες δίκιο, γιατί το μυστικό της ανθρώπινης ύπαρξης συνίσταται όχι μόνο στο να ζήσει, μα και στο να βρει ένα κίνητρο για τούτη τη ζωή. Χωρίς μια ξεκάθαρη ιδέα για το σκοπό της ύπαρξης, ο άνθρωπος προτιμά να τ' αρνηθεί όλα, έστω κι αν έχει όσο ψωμί θέλει γύρω του -θα προτιμήσει να καταστραφεί, παρά να μείνει στη γη. Μα τι απόγινε; Αντί να πάρεις στα χέρια σου την ανθρώπινη ελευθερία θέλησες να την εξαπλώσεις; Ξέχασες λοιπόν ότι ο άνθρωπος προτιμά την ησυχία του κι ακόμη το θάνατο, απ' την ελευθερία να ξεχωρίζει το Καλό απ' το Κακό; Δεν υπάρχει τίποτα πιο γοητευτικό για τον άνθρωπο απ' το να τον αφήνεις ασύδοτο, μα κι ακόμη τίποτα πιο επίπονο. Κι αντί για σταθερές αρχές που θα 'χαν καθησυχάσει για πάντα την ανθρώπινη συνείδηση, διάλεξες αόριστα νοήματα, παράξενα κι αινιγματικά, το κάθε τι που ξεπερνά τη δύναμη του ανθρώπου, κι ενήργησες κατά ένα τρόπο σα να μην αγαπούσες την ανθρωπότητα, εσύ, που ήρθες να δώσεις τη ζωή σου για χάρη των ανθρώπων! Μεγάλωσες την ανθρώπινη ελευθερία αντί να την περιορίσεις, κι επέβαλες για πάντα στο ηθικό άτομο τα βασανιστήρια αυτής της ελευθερίας. Θέλησες να σ' αγαπούν ελεύθερα, να σ' ακολουθήσουν εθελοντικά οι άνθρωποι γοητευμένοι από σένα.

Αντί για τον σκληρό, παλαιό νόμο, ο άνθρωπος δε θα 'χε τώρα παρά να ξεχωρίσει μ' ελεύθερη καρδιά το Καλό απ' το Κακό, χωρίς άλλο οδηγό έξω απ' την εικόνα σου -μα δεν προέβλεψες ότι τελικά θ' απωθούσε και θα περιφρονούσε, αμφισβητώντας την εικόνα σου, έχοντας κουραστεί απ' αυτό το τρομερό φορτίο: την αλήθεια να διαλέξουν; Θα φωνάξουν τελικά πως η αλήθεια δε βρισκόταν σ' εσένα, γιατί αλλιώτικα δε θα τους άφηνες μέσα σε μια τέτοια αγωνιώδη αβεβαιότητα, με τόσες αγωνίες κι αξεδιάλυτα προβλήματα. Προετοίμασες έτσι την καταστροφή της βασιλείας σου. μην κατηγορείς λοιπόν κανένα γι' αυτή την καταστροφή. Ωστόσο ήταν αυτό που σου πρότειναν;

(συνεχίζεται...)

Πέμπτη, Ιανουαρίου 14, 2010

Θ. Ντοστογιέφσκη- Ο Μέγας Ιεροεξεταστής





 

"Μα να που θέλησε να παρουσιαστεί για μια στιγμή τουλάχιστον στον ταπεινωμένο κι εξαθλιωμένο λαό, στο λαό που σερνόταν μέσα στην αμαρτία, μα που τον αγαπούσε μ' αφέλεια. Η δράση λοιπόν εξελίσσεται στην Ισπανία, στη Σεβίλλη, στην πιο τρομερή εποχή της Ιεράς Εξέτασης, όταν κάθε μέρα άναβαν φωτιές κι έκαιγαν ανθρώπους για την αγάπη του Θεού κι όπου

" Σ' υπέροχες λαμπαδιαστές φωτιές
έκαιγαν τις τρομερές αιρετικές "


"Ώ, μα δεν ήταν έτσι που υποσχέθηκε να ξαναγυρίσει, στους αιώνες των αιώνων, με το πλήρωμα του χρόνου, σ' όλη του την ουράνια δόξα, ξαφνικά, "καθώς η αστραπή εξέρχεται από ανατολών και φαίνεται έως δυσμών" . Όχι, θέλησε να επισκεφθεί τα παιδιά του στον ίδιο τον τόπο, όπου έκαιγαν οι φωτιές για τους αιρετικούς. Μέσα στην απέραντη ελεημοσύνη του, ξαναγυρίζει κοντά στους ανθρώπους, με τη μορφή που είχε κατά τη διάρκεια των τριών χρόνων της δημόσιας ζωής του. Νάτον που κατεβαίνει τους ηλιολουσμένους δρόμους αυτής της μεσογειακής πόλης, όπου ακριβώς την παραμονή, μπροστά στο βασιλιά, τους αυλικούς, τους ιππότες, τους καρδινάλιους, και τις πιο χαριτωμένες κυρίες της Αυλής, ο Μέγας Ιεροεξεταστής έβαλε να κάψουν μια εκατοστή αιρετικούς "Ad Ma jorem Dei Gloriam". Εμφανίζεται αθόρυβα, χωρίς να τον προσέξει κανένας και - πράγμα παράξενο - όλοι τον αναγνωρίζουν...



Ο λαός σα να τον τραβούσε μια ακατανίκητη δύναμη, όλοι μαζεύονται στο πέρασμά του και τον ακολουθούν. Σιωπηλός, περνά καταμεσής του πλήθους, μ' ένα χαμόγελο απέραντης συμπάθειας. Η καρδιά του πλημμυρίζει από αγάπη, τα μάτια του αντανακλούν τη Γνώση, το Φως, τη Δύναμη, που φωτίζουν και ξυπνούν την αγάπη στις καρδιές, τους απλώνει τα χέρια, τους ευλογεί, μια άρετή εξυγίανσης βγαίνει απ' την κάθε επαφή μαζί του κι' ακόμη απ' τα φορέματά του. Ένας γέρος, τυφλός απ' τα παιδικά του χρόνια φωνάζει μεσ' από το πλήθος : "Κύριε θεράπευσέ με και θα δω". Ο λαός χύνει δάκρυα χαράς καί φιλά το χώμα όπου πατά. Απ' τα μάτια του γέρου πέφτει ένα φλούδι κι εκείνος βλέπει. Τα παιδιά σκορπίζουν λουλούδια στο πέρασμά του και φωνάζουν "Ωσαννά!" Εκείνος, φωνάζουν. Είναι Εκείνος ! Δεν μπορεί παρά να 'ναι Εκείνος. Σταματά στην πλατεία της Μητρόπολης της Σεβίλλης τη στιγμή που φέρνουν ένα μικρό άσπρο φέρετρο, όπου αναπαύεται η εφτάχρονη μοναχοκόρη κάποιου προύχοντα. Η νεκρή είναι σκεπασμένη με λουλούδια. "Θ' αναστήσει το παιδί σου", φωνάζουν απ' το πλήθος κι η μητέρα κλαίει. Ο παπάς που προχωρεί μπρός απ' το φέρετρο, κοιτάζει μ' ένα ύφος συγχυσμένο καί ζαρώνει τα φρύδια. Ξαφνικά, μια φωνή αντηχεί, η μητέρα ρίχνεται στα πόδια του : "Αν είσαι Εσύ, ανάστησε το παιδί μου !" και του απλώνει τα χέρια της. Η πομπή σταματά, αφήνουν το φέρετρο πάνω στις πέτρες της πλατείας. Το κοιτάζει με οίκτο, το στόμα του προφέρει για μια φορά ακόμη : "Ταλιθά κούμμι" και η κόρη εγείρεται. Η νεκρή σηκώνεται, κάθεται και κοιτάζει γύρω της με ύφος κατάπληκτο, χαμογελαστή. Κρατεί ακόμη στα χέρια της το μπουκέτο με τ' άσπρα τριαντάφυλλα, που συνηθίζουν να δίνουν στους νεκρούς. Μέσα στο πλήθος, όλοι έχουν ταραχτεί,φωνάζουν, κλαίνε.

Εκείνη τη στιγμή περνά από την πλατεία ο καρδινάλιος Μέγας Ιεροεξεταστής. Είν' ένας ψηλός γέρος, σχεδόν αιωνόβιος, με στεγνό πρόσωπο, μάτια χωμένα στις κόγχες, μα που μέσα του λάμπει ακόμη μια σπίθα. Δε φορεί πια εκείνη την περίλαμπρη στολή, που τον έκανε να ξεχωρίζει χτες μέσα στο πλήθος, την ώρα που έκαιγαν τους εχθρούς της Καθολικής Εκκλησίας. Έχει ξαναβάλει το παλιό, ασκητικό του ράσο. Οι βοηθοί του κι ο Μέγας Σκευοφύλακας τον ακολουθούν από απόσταση, όλο σεβασμό. Σταματά πλάι στο πλήθος και κοιτάζει από μακριά. Τα είδε όλα, το φέρετρο ακουμπισμένο μπροστά Του, την ανάσταση του κοριτσιού, και το πρόσωπό του σκοτεινιάζει... Ζαρώνει τα πυκνά του φρύδια και στα μάτια του αστράφτει μια τρομερή φλόγα. Τον δείχνει με το δάχτυλο και διατάζει τους φρουρούς του να τον πιάσουν. Είναι τόσο μεγάλη η δύναμή του και ο λαός τόσο συνηθισμένος να τον υπακούει, που όλοι παραμερίζουν, υπακούουν τρέμοντας. Μέσα σε μια θανάσιμη σιωπή, οι χωροφύλακες τον πιάνουν και τον φέρνουν μπροστά του. Σαν ένας άνθρωπος όλο αυτό το πλήθος γονατίζει μπρός στο Μεγάλο Ιεροεξεταστή που σηκώνει το χέρι του και το ευλογεί κι ύστερα χωρίς να πει μια λέξη εξακολουθεί το δρόμο του. Οδηγούν τον Κρατούμενο στο θλιβερό και παλιό κτίριο της Αγίας Σκεύης, και τον κλείνουν εκεί, σ' ένα μικρό υπόγειο κελί.



Η ημέρα περνά κι έρχεται η νύχτα, μια νύχτα Σεβιλλιάνικη ζεστή κι αποπνικτική. Ο αγέρας είναι πλημμυρισμένος απ' τις μυρωδιές που ξεχύνουν οι ροδοδάφνες και οι πορτοκαλιές. Μέσα στα σκοτάδια, η σιδερένια πόρτα του κελιού ανοίγει, και παρουσιάζεται ο Μέγας Ιεροεξεταστής μ' ένα δαυλό στο χέρι. Σταματά στο σκαλοπάτι, παρατηρεί για πολλήν ώρα την Αγία Μορφή, τελικά πλησιάζει, ακουμπά τη δάδα πάνω στο τραπέζι και του λέει: "Εσύ; Είσαι Εσύ;" Μην παίρνοντας απάντηση προσθέτει γρήγορα:
"Μη λες τίποτα, πάψε. Άλλωστε τι θα μπορούσες να πεις; Τα ξέρω όλα πολύ καλά. Και δεν έχεις το δικαίωμα να προσθέσεις ούτε μια λέξη στα όσα είπες άλλοτε. Γιατί ήρθες να μας αναστατώσεις; Γιατί, ναι, μας αναστατώνεις, και το ξέρεις πολύ καλά. Αλλά ξέρεις τι θα συμβεί αύριο ; Αγνοώ ποιός είσαι κι ούτε θέλω να το ξέρω: είσ' Εσύ ή μόνο το ομοίωμά Σου; Όμως αύριο θα σε καταδικάσω και θα καείς στην πυρά, όπως ο χειρότερος των αμαρτωλών, κι αυτός ο ίδιος λαός που σου φιλούσε τα πόδια, θα ξεχυθεί αύριο, μόλις δώσω το σύνθημα, για να βάλει φωτιά στο σωρό με τα ξύλα. Το ξέρεις; Ισως" - προσθέτει ο γέρος με τα μάτια καρφωμένα πάνω στον κρατούμενό του, συλλογισμένος...

"Έχεις το δικαίωμα να μας αποκαλύψεις ας είναι και έν' από τα μυστικά του κόσμου απ' όπου έρχεσαι;" ρωτά ο γέρος, κι απαντά ο ίδιος : "Όχι, δεν έχεις το δικαίωμα. Γιατί τούτη η αποκάλυψη θα 'ρχόταν να προστεθεί στην προηγούμενη, και μ' αυτόν τον τρόπο θ' αφαιρούσες απ' τους ανθρώπους την ελευθερία που την υπερασπίσθηκες τόσο πάνω σε τούτη τη γη.

Όλες οι νεώτερες αποκαλύψεις θα έβλαπταν την ελευθερία της πίστης, γιατί θα εμφανίζονταν σαν οφειλόμενες σε θαύμα. όμως, εσύ ο ίδιος πριν από δεκαπέντε αιώνες έβαζες πάνω απ' όλα τούτη την ελευθερία της πίστης. Δεν είπες τάχα τόσες φορές : "Θέλω να σας καταστήσω ελεύθερους!" Ε, λοιπόν ! Τους είδες τους "ελεύθερους" ανθρώπους - προσθέτει ο γέρος με σαρκαστικό τόνο. Ναί, όλο αυτό μας στοίχισε πολύ ακριβά- εξακολούθησε κοιτάζοντάς τον μ' αυστηρότητα -μα επιτέλους τελειώσαμε τούτο το έργο στ' όνομά σου. Μας χρειάσθηκαν δικαπέντε αιώνες σκληρής δουλειάς, για να εγκαθιδρύσουμε την ελευθερία. μα τώρα πια έγινε, και καλά. Δεν το πιστεύεις; Με κοιτάζεις μάλιστα με τρυφερότητα, χωρίς ούτε να καταδεχτείς ν' αγανακτήσεις. Μα ξέρετε ότι οι άνθρωποι ποτέ άλλοτε δεν πίστεψαν τον εαυτό τους πιο λεύτερο όσο τώρα, κι ωστόσο, η ελευθερία τους είν' εκείνη, που έρχονται να την καταθέσουν ταπεινά στα πόδια μας. Αυτό λοιπόν είναι το έργο μας, για να λέμε την αλήθεια. Αυτή είν' η ελευθερία που ονειρεύτηκες ;"

...Ήσουν πληροφορημένος για όλ' αυτά -συνεχίζει ο γέρος- τα συμβούλια δε σου λείπουν, αλλά δε λογάριασες τίποτα, δε σκέφτηκες το μοναδικό μέσο για να γίνουν οι άνθρωποι ευτυχισμένοι. Ευτυχώς που φεύγοντας ανάθεσες σ' εμάς το έργο, μας το υποσχέθηκες, μας παραχώρησες επίσημα το δικαίωμα να λύνουμε και να δένουμε. Τώρα, δεν πιστεύω να σκέφτηκες να μας το αφαιρέσεις; Για ποιό λόγο λοιπόν ήρθες να μας αναστατώσεις ; "...

(συνεχίζεται...)


 

Παρασκευή, Ιουνίου 12, 2009

Είπε ο γέρων Πορφύριος...


Ο απώτερος σκοπός της θρησκείας μας είναι το «ίνα ώσιν έν». Εκεί ολοκληρώνεται το έργο του Χριστού. Η θρησκεία μας είναι αγάπη, είναι έρωτας, είναι ενθουσιασμός, είναι τρέλα, είναι λαχτάρα του θείου. Είναι μέσα μας όλ’ αυτά. Είναι απαίτηση της ψυχής μας η απόκτησή τους.Για πολλούς όμως η θρησκεία είναι ένας αγώνας, μία αγωνία κι ένα άγχος. Γι’ αυτό πολλούς απ’ τους «θρήσκους» τους θεωρούνε δυστυχισμένους, γιατί βλέπουνε σε τι χάλια βρίσκονται. Κι έτσι είναι τα πράγματα. Γιατί αν δεν καταλάβει κανείς το βάθος της θρησκείαςκαι δεν τη ζήσει, η θρησκεία καταντάει αρρώστια και μάλιστα φοβερή. Τόσο φοβερή, που ο άνθρωπος χάνει τον έλεγχο των πράξεών του, γίνεται άβουλος κι ανίσχυρος, έχει αγωνία κι άγχος και φέρεται υπό του κακού πνεύματος. Κάνει μετάνοιες, κλαίει, φωνάζει, ταπεινώνεται τάχα, κι όλη αυτή η ταπείνωση είναι μια σατανική ενέργεια. Ορισμένοι τέτοιοιάνθρωποι ζούνε τη θρησκεία σαν ένα είδος κολάσεως. Μέσα στην εκκλησία κάνουν μετάνοιες, σταυρούς, λένε, «είμαστε αμαρτωλοί, ανάξιοι» και μόλις βγούνε έξω, αρχίζουν να βλασφημάνε τα θεία, όταν κάποιος λίγο τους ενοχλήσει. Φαίνεται καθαρά ότι υπάρχει στομέσον δαιμόνιο.Στην πραγματικότητα η χριστιανική θρησκεία μεταβάλλει τον άνθρωπο και τον θεραπεύει. Η κυριότερη, όμως, προϋπόθεση, για να αντιληφθεί και να διακρίνει ο άνθρωπος την αλήθεια, είναι η ταπείνωση. Ο εγωισμός σκοτίζει το νου του ανθρώπου, τον μπερδεύει, τον οδηγεί στην πλάνη, στην αίρεση. Είναι σπουδαίο να κατανοήσει ο άνθρωπος την αλήθεια.Μες στη σπηλιά ο άνθρωπος φθείρεται αρρωσταίνει, καταστρέφεται, ενώ έξω ζωογονείται. Μπορείς να καταλάβεις την αλήθεια; Τότε είσαι στον ήλιο, στο φως, βλέπεις όλα τα μεγαλεία· αλλιώς είσαι σε μια σπηλιά σκοτεινή. Φως και σκότος. Ποιο είναι το πιο καλό;Να είσαι πράος, ταπεινός, ήσυχος, να έχεις μέσα σου αγάπη ή να είσαι νευρικός, στενόχωρος, να διαπληκτίζεσαι με τους πάντες; Ασφαλώς το ανώτερο είναι η αγάπη. Η αμαρτία κάνει τον άνθρωπο πολύ μπερδεμένο ψυχικά. Το μπέρδεμα δεν φεύγει με τίποτα. Μόνο με το φως του Χριστού γίνεται το ξεμπέρδεμα. Την πρώτη κίνηση την κάνει ο Χριστός. «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες …». Μετά εμείς οι άνθρωποι αποδεχόμαστεαυτό το φως με την αγαθή μας προαίρεση, που την εκφράζομε με την αγάπη μας απέναντί Του, με την προσευχή, με τη συμμετοχή στη ζωή της Εκκλησίας, με τα μυστήρια.Πολλές φορές ούτε ο κόπος ούτε οι μετάνοιες, ούτε οι σταυροί προσελκύουν την χάρι.Υπάρχουν μυστικά. Το ουσιαστικότερο είναι να φεύγεις από τον τύπο και να πηγαίνεις στην ουσία. Ό,τι γίνεται να γίνεται από αγάπη. Η αγάπη εννοεί πάντα να κάνει θυσίες. Σ’ ότι κάνεις αγγάρια, κλωστάει η ψυχή,αντιδρά.Η αγάπη ελκύει την χάρι του Θεού. Όταν έλθει η χάρις, έρχονται τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. «Ο δε καρπός του Πνεύματος εστιν αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθωσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια».Αυτά είναι που πρέπει να έχει μια υγιής ψυχή εν Χριστώ.Ο άνθρωπος με τον Χριστό γίνεται χαριτωμένος και ζει έτσι πάνω απ’ το κακό. Το κακό γι’ αυτόν δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο το αγαθό, ο Θεός. Δεν μπορεί να υπάρχει κακό.Δηλαδή, εφόσον έχει το φως, δεν μπορεί να έχει σκοτάδι. Ούτε μπορεί να τον καταλάβει το σκοτάδι, διότι έχει το φως.

από agiasma.info