ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πειρασμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πειρασμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Ιανουαρίου 11, 2019

Oι τρεις πειρασμοί του Κυρίου


Πριν από το δικό του Πάσχα και πριν από το Πάσχα του λαού Του ο Χριστός εισέρχεται στην έρημο (Ματθ. 4, 1). Και όπως ο παλαιός Ισραήλ με τον Μωυσή έμεινε σαράντα χρόνια, έτσι και ο Χριστός μένει σαράντα ημέρες μέσα στη δοκιμασία της ερήμου, όπου αντιμετωπίζει από τον πειραστή διάβολο τρεις πειρασμούς.
Ο πρώτος πειρασμός ήταν ο «βιολογικός» πειρασμός, ο πειρασμός της πείνας και της δίψας (Ματθ. 4,2). Ο πονηρός, μετά σαράντα ημέρες νηστείας και άσκησης του Χριστού, του λέγει: «Εάν είσαι υιός του Θεού, κάνε τις πέτρες ψωμί για να χορτάσεις την πείνα σου και την πείνα του κόσμου. Ξεκινάς για το έργο Σου και ξεχνάς ότι ο κόσμος πεινά. Ικανοποίησε πρώτα τις υλικές του ανάγκες και μετά προσπάθησε να τους οδηγήσεις στην πνευματική ζωή».
Ο Χριστός στην πρόκληση του πονηρού αρνείται να μετατρέψει τις πέτρες σε ψωμί. Δεν υπόσχεται κανέναν υλικό παράδεισο, αλλά δημιουργεί ένα προηγούμενο και μια πνευματική παράδοση για τον λαό Του με την απάντησή Του: «Ο άνθρωπος δε ζει μόνο με το ψωμί, τα υλικά αγαθά, αλλά με τον λόγο του Θεού που δίδει περιεχόμενο στη ζωή του». Η πίστη και η πνευματική ζωή δεν μπορεί να υποτάσσονται στην καθημερινή ανάγκη. Η ορθόδοξη ζωή είναι η υπέρβαση της καθημερινότητας, είναι η είσοδος διά της ερήμου της ιστορίας στον χώρο της αιωνιότητας. Ο πειρασμός αυτός έχει ιδιαίτερη σημασία για μια κοινότητα, για έναν κόσμο που οικοδομείται.

Ο δεύτερος πειρασμός του Ιησού Χριστού στην έρημο ήταν ο πειρασμός της πνευματικής επάρκειας και πνευματικής ανεξαρτησίας από τη Χάρη και την παρουσία του Θεού. Είναι ένα είδος πειρασμού «αυτοσυνειδησίας». Ο πειραστής διάβολος παραλαμβάνει τον Ιησού, μας αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, και τον οδηγεί στον Ναό, όπου διατυπώνει μέσα σε ιερό μάλιστα χώρο τον πειρασμό του: «Εάν είσαι υιός του Θεού, πέσε κάτω από τη στέγη του Ναού, γιατί είναι γραμμένο ότι δε θα πάθεις τίποτε, αφού ο Θεός θα δώσει εντολή για Σένα στους αγγέλους Του και θα σε σηκώσουν στα χέρια τους» (Ματθ. 4, 6).
Ο διάβολος προκαλεί τον Χριστό να κάνει κάποιο θαύμα, για να αποδείξει τη θεία Του προέλευση. Αντιλαμβάνεται κανείς τί θα σήμαινε, εάν έστω προς στιγμήν, αμφέβαλε ο Χριστός για τη φύση του προσώπου Του και της αποστολής Του· εάν ήθελε, σύμφωνα με τον πειρασμό, να δοκιμάσει, τη σχέση Του με τον Θεό Πατέρα και να βεβαιωθεί για τον εαυτό Του και τις δυνατότητές Του.
Αν τώρα ο πειρασμός αυτός μεταφερθεί στον χώρο του ανθρώπου και της ανθρώπινης κοινωνίας, τότε μπορούμε να αντιληφθούμε γιατί ο κόσμος και ο άνθρωπος σήμερα βρίσκεται σε κατάσταση ελλείψεως αυτογνωσίας και αυτοσυνειδησίας. Πόσες φορές ο κόσμος δεν αναζητά από την πίστη θαύματα για να πιστέψει; Ο Κύριος, όμως, δεν ενδίδει στον μεγάλο αυτό πειρασμό- γιατί θέλει η πίστη του ανθρώπου να μη στηρίζεται σε θαυματουργικές πράξεις ή εξωτερικά τεκμήρια. Η πίστη στον Θεό, που είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος, είναι ουσιαστικά μια ελεύθερη και αγαπητική αποδοχή που δικαιώνεται μόνο από τους καρπούς της.

Ο τρίτος πειρασμός της ερήμου είναι ο πειρασμός της εξουσίας και της δυνάμεως. «Εάν πέσεις και με προσκυνήσεις, θα σου δώσω όλα τα βασίλεια του κόσμου» (Ματθ. 43). Είναι πολύ χαρακτηριστικό πως στην έρημο ο διάβολος δεν έρχεται ν’ αποτρέψει τον Ιησού από τη μεσσιανική αποστολή Του και να τον απομακρύνει από την άσκηση μιας κάποιας εξουσίας. Ο Ιησούς Χριστός καλείται από τον σατανά να γίνει Μεσσίας του διαβόλου και να ασκήσει την εξουσία αυτή επάνω σ’ όλους τους λαούς της γης στο όνομα του πειραστή.
Ο τρίτος αυτός πειρασμός ανακεφαλαιώνει κατά τρόπο απτό και ωμό την τραγική ιστορία του ανθρώπου διά μέσου των αιώνων, μια Ιστορία πολέμων και βιαιοτήτων, αρπαγών και διεκδικήσεων. Μια ιστορία ασκήσεως εξουσίας όχι εν ονόματι της αλήθειας και του Θεού, αλλά εν ονόματι του ψεύδους και του διαβόλου. Μια ιστορία που δεν οδήγησε ποτέ τον άνθρωπο σε ελευθερία αλλά σε χίλιες δυό μορφές δουλείας.

Ο Χριστός, μέσα στο Ευαγγέλιο, δίδει το μέτρο και το νόημα της ηγεσίας. Η εξουσία συνδέεται όχι με την καταδυνάστευση αλλά με τη διακονία και την προσφορά. «Ξέρετε ότι οι άρχοντες καταδυναστεύουν τα έθνη και οι μεγάλοι τα καταπιέζουν. Αυτό δε θα γίνεται σ’ εσάς, αλλά εκείνος που θέλει να γίνει μεγάλος ανάμεσά σας θα είναι διάκονός σας, και εκείνος που θέλει να είναι πρώτος, αυτός θα είναι δούλος σας, όπως ακριβώς ο Υιός του Ανθρώπου δεν ήλθε να υπηρετηθεί, αλλά να διακονήσει και να δώσει τη ζωή του λύτρο αντί πολλών».
Μ’ αυτές τις τρεις αρχές ο Χριστός ξεκινά το τρίχρονο θείο έργο Του και συντελείται πραγματικά κάτι θαυμαστό: Ο λαός που βρισκόταν στο σκοτάδι και την απειλή του θανάτου είδε να ανατέλλει μέγα και λαμπρό Φως. Το Φως αυτό είναι η Χάρη του Θεού, το Φως της Θεότητας. Ο Κύριος καλεί σε μετάνοια και αλλαγή τον άνθρωπο, γιατί η Βασιλεία του Θεού δεν είναι πια ένα μακρινό όραμα, αλλά μια πραγματικότητα που είναι απτή στο πρόσωπο του Μεσσία Χριστού και βιώνεται μέσα στη Θεία Ευχαριστία και την Εκκλησία. Ας παρακαλάμε, λοιπόν, τον άγιο Θεό να φωτίζει το σκότος του νου μας, γιατί, όταν φωτιστεί το σκοτάδι του νου μας, τότε γινόμαστε ολοκληρωμένοι άνθρωποι, φωτόμορφα τέκνα της Εκκλησίας.
(Αγαθαγγέλου, επισκόπου Φαναρίου, «Η ζύμη του Ευαγγελίου», εκδ. Αποστολική Διακονία)

Πέμπτη, Ιανουαρίου 11, 2018

Οι τρεις πειρασμοί του Κυρίου


    Πριν  από το δικό του Πάσχα και πριν από το Πάσχα του λαού Του ο Χριστός εισέρχεται στην έρημο (Ματθ. 4, 1). Και όπως ο παλαιός Ισραήλ με τον Μωυσή έμεινε σαράντα χρόνια, έτσι και ο Χριστός μένει σαράντα ημέρες μέσα στη δοκιμασία της ερήμου, όπου αντιμετωπίζει από τον πειραστή διάβολο τρεις πειρασμούς.


     Ο πρώτος πειρασμός ήταν ο «βιολογικός» πειρασμός, ο πειρασμός της πείνας και της δίψας (Ματθ. 4,2). Ο πονηρός, μετά σαράντα ημέρες νηστείας και άσκησης του Χριστού, του λέγει: «Εάν είσαι υιός του Θεού, κάνε τις πέτρες ψωμί για να χορτάσεις την πείνα σου και την πείνα του κόσμου. Ξεκινάς για το έργο Σου και ξεχνάς ότι ο κόσμος πεινά. Ικανοποίησε πρώτα τις υλικές του ανάγκες και μετά προσπάθησε να τους οδηγήσεις στην πνευματική ζωή».
Ο Χριστός στην πρόκληση του πονηρού αρνείται να μετατρέψει τις πέτρες σε ψωμί. Δεν υπόσχεται κανέναν υλικό παράδεισο, αλλά δημιουργεί ένα προηγούμενο και μια πνευματική παράδοση για τον λαό Του με την απάντησή Του: «Ο άνθρωπος δε ζει μόνο με το ψωμί, τα υλικά αγαθά, αλλά με τον λόγο του Θεού που δίδει περιεχόμενο στη ζωή του». Η πίστη και η πνευματική ζωή δεν μπορεί να υποτάσσονται στην καθημερινή ανάγκη. Η ορθόδοξη ζωή είναι η υπέρβαση της καθημερινότητας, είναι η είσοδος διά της ερήμου της ιστορίας στον χώρο της αιωνιότητας. Ο πειρασμός αυτός έχει ιδιαίτερη σημασία για μια κοινότητα, για έναν κόσμο που οικοδομείται.

Ο δεύτερος πειρασμός του Ιησού Χριστού στην έρημο ήταν ο πειρασμός της πνευματικής επάρκειας και πνευματικής ανεξαρτησίας από τη Χάρη και την παρουσία του Θεού. Είναι ένα είδος πειρασμού «αυτοσυνειδησίας». Ο πειραστής διάβολος παραλαμβάνει τον Ιησού, μας αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, και τον οδηγεί στον Ναό, όπου διατυπώνει μέσα σε ιερό μάλιστα χώρο τον πειρασμό του: «Εάν είσαι υιός του Θεού, πέσε κάτω από τη στέγη του Ναού, γιατί είναι γραμμένο ότι δε θα πάθεις τίποτε, αφού ο Θεός θα δώσει εντολή για Σένα στους αγγέλους Του και θα σε σηκώσουν στα χέρια τους» (Ματθ. 4, 6).
Ο διάβολος προκαλεί τον Χριστό να κάνει κάποιο θαύμα, για να αποδείξει τη θεία Του προέλευση. Αντιλαμβάνεται κανείς τί θα σήμαινε, εάν έστω προς στιγμήν, αμφέβαλε ο Χριστός για τη φύση του προσώπου Του και της αποστολής Του· εάν ήθελε, σύμφωνα με τον πειρασμό, να δοκιμάσει, τη σχέση Του με τον Θεό Πατέρα και να βεβαιωθεί για τον εαυτό Του και τις δυνατότητές Του.
   Αν τώρα ο πειρασμός αυτός μεταφερθεί στον χώρο του ανθρώπου και της ανθρώπινης κοινωνίας, τότε μπορούμε να αντιληφθούμε γιατί ο κόσμος και ο άνθρωπος σήμερα βρίσκεται σε κατάσταση ελλείψεως αυτογνωσίας και αυτοσυνειδησίας. Πόσες φορές ο κόσμος δεν αναζητά από την πίστη θαύματα για να πιστέψει; Ο Κύριος, όμως, δεν ενδίδει στον μεγάλο αυτό πειρασμό- γιατί θέλει η πίστη του ανθρώπου να μη στηρίζεται σε θαυματουργικές πράξεις ή εξωτερικά τεκμήρια. Η πίστη στον Θεό, που είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος, είναι ουσιαστικά μια ελεύθερη και αγαπητική αποδοχή που δικαιώνεται μόνο από τους καρπούς της.

Ο τρίτος πειρασμός της ερήμου είναι ο πειρασμός της εξουσίας και της δυνάμεως. «Εάν πέσεις και με προσκυνήσεις, θα σου δώσω όλα τα βασίλεια του κόσμου» (Ματθ. 43). Είναι πολύ χαρακτηριστικό πως στην έρημο ο διάβολος δεν έρχεται ν’ αποτρέψει τον Ιησού από τη μεσσιανική αποστολή Του και να τον απομακρύνει από την άσκηση μιας κάποιας εξουσίας. Ο Ιησούς Χριστός καλείται από τον σατανά να γίνει Μεσσίας του διαβόλου και να ασκήσει την εξουσία αυτή επάνω σ’ όλους τους λαούς της γης στο όνομα του πειραστή.
Ο τρίτος αυτός πειρασμός ανακεφαλαιώνει κατά τρόπο απτό και ωμό την τραγική ιστορία του ανθρώπου διά μέσου των αιώνων, μια Ιστορία πολέμων και βιαιοτήτων, αρπαγών και διεκδικήσεων. Μια ιστορία ασκήσεως εξουσίας όχι εν ονόματι της αλήθειας και του Θεού, αλλά εν ονόματι του ψεύδους και του διαβόλου. Μια ιστορία που δεν οδήγησε ποτέ τον άνθρωπο σε ελευθερία αλλά σε χίλιες δυό μορφές δουλείας.

Ο Χριστός, μέσα στο Ευαγγέλιο, δίδει το μέτρο και το νόημα της ηγεσίας. Η εξουσία συνδέεται όχι με την καταδυνάστευση αλλά με τη διακονία και την προσφορά. «Ξέρετε ότι οι άρχοντες καταδυναστεύουν τα έθνη και οι μεγάλοι τα καταπιέζουν. Αυτό δε θα γίνεται σ’ εσάς, αλλά εκείνος που θέλει να γίνει μεγάλος ανάμεσά σας θα είναι διάκονός σας, και εκείνος που θέλει να είναι πρώτος, αυτός θα είναι δούλος σας, όπως ακριβώς ο Υιός του Ανθρώπου δεν ήλθε να υπηρετηθεί, αλλά να διακονήσει και να δώσει τη ζωή του λύτρο αντί πολλών».



Μ’ αυτές τις τρεις αρχές ο Χριστός ξεκινά το τρίχρονο θείο έργο Του και συντελείται πραγματικά κάτι θαυμαστό: Ο λαός που βρισκόταν στο σκοτάδι και την απειλή του θανάτου είδε να ανατέλλει μέγα και λαμπρό Φως. Το Φως αυτό είναι η Χάρη του Θεού, το Φως της Θεότητας. Ο Κύριος καλεί σε μετάνοια και αλλαγή τον άνθρωπο, γιατί η Βασιλεία του Θεού δεν είναι πια ένα μακρινό όραμα, αλλά μια πραγματικότητα που είναι απτή στο πρόσωπο του Μεσσία Χριστού και βιώνεται μέσα στη Θεία Ευχαριστία και την Εκκλησία. Ας παρακαλάμε, λοιπόν, τον άγιο Θεό να φωτίζει το σκότος του νου μας, γιατί, όταν φωτιστεί το σκοτάδι του νου μας, τότε γινόμαστε ολοκληρωμένοι άνθρωποι, φωτόμορφα τέκνα της Εκκλησίας.

(Αγαθαγγέλου, επισκόπου Φαναρίου, «Η ζύμη του Ευαγγελίου», εκδ. Αποστολική Διακονία)

από τον Νεκρό

Τετάρτη, Ιουλίου 26, 2017

«ΟΙ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ ΚΑΙ Ο ΠΙΣΤΟΣ» ΙΕΡΟΜ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ




Η ασθένεια είναι μία επίσκεψη του Θεού προς τον άνθρωπο. Είναι μία εκδήλωση της αγάπης Του, που έχει ως σκοπό την θεραπεία της ψυχής μας από την αρρώστια της αμαρτίας. «Ο Θεός δίνει τις αρρώστιες για την υγεία της ψυχής», λένε οι άγιοι Πατέρες.

Ο ιερός Χρυσόστομος μιλώντας για τον παράλυτο, που επί τριάντα οκτώ χρόνια περίμενε την θεραπεία του, λέγει ότι η αρρώστια του «έδειξε την φιλανθρωπία του Θεού. Διότι πραγματικά, το να τον παραδώσει ο Θεός σε τέτοια αρρώστια, και το να παρατείνει την αρρώστια τόσο πολύ καιρό, είναι απόδειξη πολύ μεγάλης φροντίδος. Όπως ο χρυσοχόος βάζει το χρυσάφι στο χωνευτήρι και το αφήνει να δοκιμάζεται στην φωτιά μέχρις δότου το δει να γίνεται τελείως καθαρό, έτσι κάνει και ο Θεός: Επιτρέπει να δοκιμάζονται οι ανθρώπινες ψυχές στις συμφορές τόσο, όσο να γίνουν καθαρές και διάφανες, και να αποκομίσουν πολλή ωφέλεια από την δοκιμασία αυτή. Επομένως και αυτό είναι ένα είδος ευεργεσίας, και μάλιστα το μεγαλύτερο», καταλήγει ο Άγιος. Εάν οι λόγοι του ιερού Χρυσοστόμου μας φαίνονται υπερβολικοί, θα πρέπει να εξετάσουμε γιατί η αρρώστια θεωρείται ευεργεσία του Θεού. Η απάντηση, σύμφωνα με τους θεοφόρους Πατέρες, βρίσκεται στην πατρική φιλανθρωπία του Θεού, που με αγάπη και σοφία βρίσκει τον τρόπο να θεραπεύσει την άρρωστη ψυχή μας. Οι αρρώστιες, όπως και οι άλλες θλίψεις που παραχωρεί ο Θεός στην ζωή μας, είναι, κατά τους αγίους Πατέρες, «φάρμακα που θεραπεύουν την ψυχή μας και την πολυχρονισμένη κακία που βρίσκεται στο βάθος της, καθώς έχουν μέσα τους το πικρό και δηκτικό, και μπορούν να δώσουν στην ψυχή την υγεία ευκολότερα από τα άλλα μέσα», δηλαδή την νηστεία, την αγρυπνία, κλπ.

Η πνευματική ωφέλεια που προξενεί η σωματική ασθένεια είναι μία πραγματικότητα που βίωσαν όλοι οι Άγιοι της Εκκλησίας μας. Γι’ αυτό ακριβώς, όταν ο Κύριος τους επισκεπτόταν με την ασθένεια, δεν ζητούσαν να απαλλαγούν από αυτήν, αλλά να τους δώσει δύναμη να υπομείνουν.

Ένας Γέροντας, που υπέφερε από υδρωπικία, έλεγε στους αδελφούς που πήγαιναν να τον περιποιηθούν: «Πατέρες εύχεσθε, ώστε να μην προσβάλει παρόμοια ασθένεια την ψυχή μου. Όσο για την σωματική ασθένεια, παρακαλώ τον Θεό να μην με θεραπεύσει αμέσως, διότι αν και ο εξωτερικός μας άνθρωπος φθείρεται, ο εσωτερικός όμως ανακαινίζεται μέρα με την ήμερα». Αισθανόταν δηλαδή ο Άγιος αυτός, κατά το πρότυπο του αποστόλου Παύλου, την αυξανόμενη ωφέλεια στην ψυχή του από την οδυνηρή αυτή ασθένεια.

Ο μακαριστός γέροντας Παΐσιος μιλώντας από την εμπειρία της μεγάλης δοκιμασίας του έλεγε: «Όταν το σώμα δοκιμάζεται, τότε η ψυχή αγιάζεται... Μεγάλη τιμή θα μου έκαμε ο Χριστός να υπέφερα ακόμη περισσότερο για την αγάπη Του, αρκεί να με ενίσχυε, ώστε να αντέχω, και μισθό δεν θέλω... Όσο ωφελήθηκα από την αρρώστια δεν ωφελήθηκα από όλη την άσκηση που είχα κάνει μέχρι τότε». «Μεγάλο πράγμα η υγεία, άλλα και το καλό που προσφέρει η αρρώστια, η υγεία δεν μπορεί να το δώσει! Πνευματικό καλό! Είναι πολύ μεγάλη ευεργεσία, πολύ μεγάλη! Καθαρίζει τον άνθρωπο από την αμαρτία, και μερικές φορές του εξασφαλίζει και μισθό. Η ψυχή του ανθρώπου είναι σαν το χρυσάφι και η αρρώστια είναι σαν την φωτιά που την καθαρίζει. Βλέπεις, και ο Χριστός είπε στον απόστολο Παύλο: Η δύναμις μου εν ασθενεία τελειούται. Όσο περισσότερο ταλαιπωρηθεί με κάποια αρρώστια ο άνθρωπος, τόσο περισσότερο εξαγνίζεται και αγιάζεται, αρκεί να κάνει υπομονή και να την δέχεται με χαρά... Η σωματική αρρώστια βοηθά στην θεραπεία της πνευματικής αρρώστιας. Την εξουδετερώνει με την ταπείνωση πού φέρνει».

Αξίζει να αναφερθεί εδώ ή μαρτυρία μιας εκλεκτής ψυχής που έπασχε από μυασθένεια πάνω από 30 χρόνια και εκοιμήθη πριν από λίγο καιρό σε άσυλο ανιάτων:

«Η καρδιά μου αγαπούσε δυνατά τον Πλαστουργό της. Αυτός ήταν ο πλούτος και η τροφή μου! Αλλά αν όλα τα χρόνια ήμουν κάτω από την προστασία και την αγάπη Του, το 1980... βρέθηκα σε καταιγισμό αγάπης!... Από το κεφάλι μέχρι τα δάκτυλα των ποδιών μου ήμουν ακίνητη... Τα μάτια δεν άνοιγαν για να δουν, αλλά και όταν άνοιγαν τα έβλεπα ή θαμπά ή διπλά. Δεν μπορούσα να μιλήσω καθόλου,... τα πνευμόνια δεν λειτουργούσαν από μόνα τους. Είχα πάντα οξυγόνο, μερικές φορές και αναπνευστήρα... Είχα για 3 συνεχή χρόνια ορό χωρίς να παίρνω από το στόμα ούτε μια κουταλιά γάλα. Έτσι δοκίμασα στον τέλειο βαθμό της την πείνα και την δίψα... Η δόση των καθημερινών μου φαρμάκων έφθανε τα 60-70 χάπια με άδειο τελείως στομάχι. Πολλές φορές πλησίασα την γεύση του θανάτου.

»Όλα αυτά φαίνονταν σαν ταλαιπωρίες, όμως η πραγματικότητα ήταν άλλη. Ποτέ δεν θα μπορέσω να περιγράψω την γλυκύτητα και την εσωτερική ανάπαυση και χαρά... Βυθίζομαι σε ωκεανούς χαράς και ευτυχίας. Και αιτία αυτών η μακροχρόνια ασθένεια μου».

Έλεγε ο μακαριστός γέροντας Πορφύριος: «Ευχαριστώ τον Θεό, που μου έδωσε πολλές αρρώστιες. Πολλές φορές του λέω: «Χριστέ μου, η αγάπη σου δεν έχει όρια». Το πώς ζω είναι ένα θαύμα. Μέσα στις άλλες μου αρρώστιες έχω και καρκίνο στην υπόφυση... Πονάω φοβερά. Προσεύχομαι όμως σηκώνοντας τον Σταυρό του Χριστού με υπομονή... Πονάω πολύ, υποφέρω, αλλά είναι πολύ ωραία η αρρώστια μου. Την αισθάνομαι ως αγάπη του Χριστού. Κατανύγομαι και ευχαριστώ τον Θεό. Είναι για τις αμαρτίες μου. Είμαι αμαρτωλός και προσπαθεί ο Θεός να με εξαγνίσει. Όταν ήμουν δεκαέξι χρονών παρακαλούσα τον Θεό να μου δώσει μια βαριά αρρώστια, έναν καρκίνο, για να πονάω για την αγάπη Του και να Τον δοξάζω μέσα από τον πόνο... Ο Θεός δε λησμόνησε το αίτημα μου, και μου έδωσε αυτήν την ευεργεσία μετά από τόσα χρόνια! Τώρα δεν παρακαλώ τον Θεό να μου πάρει αυτό που Του ζήτησα. Χαίρομαι που το έχω, για να γίνω κι εγώ συμμέτοχος στα πάθη Του από την πολλή μου αγάπη. Έχω την παιδεία του Θεού. «Ον γαρ αγαπά Κύριος παιδεύει». Η αρρώστια μου είναι μία ιδιαίτερη εύνοια του Θεού που με καλεί να μπω στο μυστήριο της αγάπης Του... Γι’ αυτό δεν προσεύχομαι να με κάνει ο Θεός καλά. Προσεύχομαι να με κάνει καλό».

Σάββατο, Μαΐου 06, 2017

Η υπομονή είναι δώρο για την βρεφική μας πίστη




Την υπομονήν Ιωβ ηκούσατε... 

Με την ευκαιρία της μνήμης του δικαίου Ιώβ μακαρίζουμε την εν Χριστώ υπομονή. Η υπομονή είναι το δώρο εκείνο του Θεού πού δίνεται στους ανθρώπους εκείνους πού βιώνουν την αγία καλή πίστη(εμπιστοσύνη στον Θεό). 

Οι καλοί μας αρχαίοι μακάριζαν ως σοφό τον άνθρωπο εκείνο πού έδειχνε ακριβώς την ίδια ψυχραιμία και αξιοπρέπεια μπροστά στα κακά και τα καλά της ζωής. Κάνοντας ένα βήμα παραπάνω η Εκκλησία μιλάει για τους ανθρώπους εκείνους πού έχουν παραθέσει από πριν όλη τους την ζωή στον Θεό και σε αυτά πού παραχωρεί, με βρεφική συγκινητική απλότητα και εμπιστοσύνη. 

Η υπομονή δεν είναι κατόρθωμα ανήκον σε εμάς. Δωρίζεται όταν μπροστά σε μια δοκιμασία η ταπεινή καρδιά δεν παύει να δοξολογεί φανερά και νοερά τον Κύριο της λατρείας της και ανταμοίβεται, ανδρίζεται, δοξάζεται. 

Έτσι και ο Ιώβ, ενώ έφτασε στην έσχατη θλίψη δεν βλασφήμησε αλλά δέχτηκε τα δεινά με ευχαριστία και σιωπή.Γι αυτό όχι μόνο πληρώθηκε με υπομονή, αλλά ευλόγησεν ο Κύριος τα έσχατα Ιωβ υπερ τα πρώτα.

Πέρα από κάθε συζήτηση για θεοδικίες , παραχωρήσεις και δοκιμασίες Θεού, τονίζεται αυτή η αγία πίστη-εμπιστοσύνη. 

Ας την καλλιεργήσουμε σοφά από τώρα, ενώ ακόμα είναι αιθρία, γιατί ο χειμώνας παραμονεύει από στιγμή σε στιγμή, κρυμμένος μέσα στο δάσος του βίου μας. Ας μας βρεί πανέτοιμους και όχι αδύναμους προς απώλεια.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 22, 2012

ΟΙ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ ΚΑΙ Ο ΠΙΣΤΟΣ




Όταν μιλούμε για την θεραπεία κάποιας αρρώστιας δεν πρέπει να μάς διαφεύγει ότι ο μοναδικός Ιατρός των ψυχών και των σωμάτων είναι ό Χριστός. Όπως κατά την επί γης παρουσία Του, έτσι και τώρα, Δύναμις παρ’ Αυτού εξέρχεται και ιάται πάντας. Εάν Εκείνος που δημιούργησε την ψυχή και το σώμα μας θελήσει να μας θεραπεύσει, μπορεί να το κάμει, έστω και αν είμαστε καταδικασμένοι από την ιατρική επιστήμη. Και πάλι, εάν ο Κύριος κρίνει ότι χρειάζεται να παραταθεί η ασθένεια μας, κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να μας θεραπεύσει. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι θα υποτιμήσουμε την ιατρική επιστήμη.

Ο χριστιανός που πιστεύει ακράδαντα στην θαυματουργική χάρη του Χριστού καταφεύγει στους γιατρούς με την πεποίθηση ότι και αυτοί ενεργούν με φωτισμό Θεού. Ο λόγος της Σοφίας Σειράχ είναι σαφής: «Να τιμάς τον γιατρό όπως αρμόζει,... διότι ο Κύριος τον έκαμε (γιατρό). Βέβαια, η θεραπεία προέρχεται από τον ύψιστο Θεό... Ο Κύριος όρισε να φυτρώνουν φαρμακευτικά βότανα από την γη, και ο συνετός άνθρωπος δεν τα αποστρέφεται. Ο Θεός έδωσε στους ανθρώπους την ιατρική επιστήμη, ώστε να δοξάζεται με τα θαυμαστά έργα Του. Με τους γιατρούς και τα φάρμακα ο Θεός θεραπεύει και αφαιρεί τους πόνους του ασθενούς».
Ο λόγος της Αγίας Γραφής τοποθετεί σωστά τον πιστό απέναντι στην ιατρική επιστήμη. Την βλέπει ως δώρο Θεού προς τον άνθρωπο. Οι χριστιανοί που προστρέχουν στους γιατρούς έχουν την ελπίδα τους στον Θεό, και το κάνουν λέγοντας: "Στο όνομα του Κυρίου εμπιστευόμαστε τους εαυτούς μας στους γιατρούς, διότι μέσω αυτών μας δίνει την θεραπεία". Ο πιστός έχει την απόλυτη βεβαιότητα ότι καταφεύγοντας στους γιατρούς γίνεται το θέλημα του Θεού και τίποτε άλλο. Αυτό το αισθάνεται συχνά και ο γιατρός, ιδιαίτερα δε ο πιστός. Υπάρχουν μαρτυρίες χειρούργων που ένοιωθαν να καθοδηγεί κάποιος Άλλος το χέρι τους στην διάρκεια δύσκολων εγχειρήσεων.

Βέβαια, «η καταφυγή στην ιατρική επιστήμη δεν αναιρεί την επίκληση της θείας βοηθείας. Οι Χριστιανοί, χωρίς να αρνούνται την ιατρική βοήθεια, πρέπει να προσεύχονται ώστε να φωτίσει ο Θεός τους γιατρούς να κάνουν την σωστή διάγνωση, να προβούν στις απαραίτητες εξετάσεις και να καθορίσουν την κατάλληλη θεραπεία». Όταν ο Θεός παρέχει την θεραπεία της ασθενείας μέσω της ιατρικής επιστήμης, η θεραπεία ακολουθεί τους φυσικούς νόμους που Εκείνος καθόρισε. Μπορεί βέβαια ο Θεός, το ίδιο εύκολα, να δώσει την θεραπεία με έναν θαυματουργικό τρόπο, παρακάμπτοντας τους φυσικούς νόμους. Θα πρέπει όμως να υπάρχει σοβαρός λόγος, και ο άνθρωπος να έχει πολύ πίστη και ταπείνωση.


Η θεία παρηγοριά
Στις δύσκολες ώρες της ασθενείας ο Θεός δεν εγκαταλείπει τον άνθρωπο αβοήθητο. Στέλνει κάποιον άλλον άνθρωπο για συμπαράσταση και ενίσχυση του ασθενούς, ή επεμβαίνει με υπερφυσικό τρόπο όταν λείπει η ανθρώπινη παρηγοριά. Ας δούμε πώς παρηγορούσαν οι Άγιοι, μέσα από την πείρα τους και την χάρη του Θεού.
Ο άγιος Βαρσανούφιος στηρίζοντας έναν αρχάριο Μοναχό, που δεν μπορούσε να σηκώσει το βάρος της αρρώστιας του, έλεγε: «Ας υπομείνουμε, παιδί μου, με ευχάριστη διάθεση αυτή την θλιβερή ασθένεια, για να μας επισκίαση πλούσια το έλεος του Θεού, και ας μην χάσουμε το θάρρος μας, για να μην βρεθούμε αιχμαλωτισμένοι από την ακηδία, από την οποία γίνεται η αρχή της απώλειας μας. Θυμήσου, παιδί μου, ότι αυτός που θα υπομείνει ως το τέλος, εκείνος θα σωθεί.
»Παιδί μου, μην αδιαφορείς για την ωφέλεια που φέρνει η παιδαγωγία του Κυρίου... Ο απ. Παύλος μας λέγει: "Αν είστε χωρίς παιδαγωγία, στην οποία έλαβαν μέρος όλα τα γνήσια παιδιά, αποδεικνύετε με αυτό ότι είστε νόθα και όχι παιδιά του Θεού". Αν λοιπόν κι εσύ σηκώσεις την αρρώστια σου με ευχαριστία, γίνεσαι υιός γνήσιος».
Η αγία Συγκλητική, η οποία εκτός από το οσιακό πήρε και το μαρτυρικό στεφάνι της ασθενείας, έλεγε: «Η αρρώστια είναι το καλύτερο και αποτελεσματικότερο φάρμακο για την ολοκληρωτική εξάλειψη του σαρκικού φρονήματος. Και η μεγαλύτερη άσκηση είναι τουτη, το να έχει κανείς εγκαρτέρηση στις αρρώστιες και να ευχαριστεί τον Θεό... Ας μην αδημονούμε λοιπόν όταν αρρωσταίνουμε, αλλ’ ας ευχαριστούμε τον Θεό που όλα τα οικονομεί για το συμφέρον μας, και πολλές φορές, με την πρόσκαιρη αρρώστια του φθαρτού σώματος, χαρίζει στην αθάνατη ψυχή υγεία και σωτηρία αιώνια».
Η φιλανθρωπία του Θεού χαρίζει ένα μέρος από την ουράνια απόλαυση σ’ εκείνους που στερούνται την ανθρώπινη παρηγορία πάνω στο κρεβάτι του πόνου: Πριν από μερικές δεκαετίες ζούσε στα Κατουνάκια του Αγίου Όρους ένας πολύ απλός Γέροντας, ο π. Γεώργιος. Έμενε μόνος του ηλικιωμένος και εγκαταλελειμμένος. Κάποτε αποφάσισε να τον επισκεφθεί γνωστός του μοναχός. Όταν πλησίασε στην γειτονική καλύβη, ρώτησε για τον Γέροντα, αλλά δεν τον είχαν ιδεί...
Έφθασε λοιπόν στην καλύβη με αγωνία και, όταν είδε ησυχία μεγάλη έξω και μέσα, ανησύχησε περισσότερο. Άρχισε να φωνάζει δυνατά και να χτυπάει την πόρτα, αλλά τίποτε. Τελικά πίεσε την πόρτα και την άνοιξε και μπήκε μέσα. Βλέπει τον Γέροντα ξαπλωμένο στο κρεβάτι και του λέει:
— Ευλογείτε, Γέροντα, τι κάνεις;
— Ήρθα να σε ιδώ.
Εκείνος απήντησε πολύ στενοχωρημένος:
— Ευλογημένε μου, καλύτερα να μην ερχόσουν, γιατί μόλις μπήκες, μου έδιωξες τον άγιο Άγγελο που με υπηρετούσε. Γι’ αυτό δεν σου άνοιγα. Άλλη φορά να μην έρθεις, ευλογημένε μου, γιατί μου διώχνεις τον άγιο Άγγελο!
Έφυγε ο αδελφός για το Κελλί του, και έμεινε ό Γέροντας ξαπλωμένος στα σανίδια του κρεβατιού, τελείως μεν εγκαταλελειμμένος από τους ανθρώπους, αλλά για να έχει εγκαταλείψει τον εαυτό του στα χέρια του Θεού, ο Θεός τον αξίωσε να υπηρετείται από Αγγέλους.
Ο γέροντας Παΐσιος είχε και ο ίδιος ανάλογη εμπειρία.
Διηγείται:
Κάποτε ήμουν επί δεκαπέντε μέρες άρρωστος με πυρετό, ρίγος, χωρίς σόμπα, μόνος, δεν μπορούσα να κάνω ένα τσάι, ούτε να βγω έξω. Πίστευα ότι θα πέθαινα, και έριξα επάνω μου το Σχήμα του γέροντα μου, του παπα-Τύχωνα. Τότε αισθάνθηκα τέτοια χάρη! Βρέθηκα έξω από το Κελλί μου μέσα σε φως, και έβλεπα με άλλα μάτια τα πάντα. Τα πουλιά, τα ψάρια, τους πλανήτες, τον κόσμο όλο. Και όλα αυτά μιλούσαν και έλεγαν ότι, όλα τα έκανε ο Θεός για σένα, τον άνθρωπο.
Παρακαλούσα τον Θεό, όταν πεθάνω να είμαι μόνος, και μόνο μ’ αυτή τη σκέψη πλημμύριζα από χαρά και αγαλλίαση. Η ανθρώπινη εγκατάλειψη και η στέρηση της ανθρώπινης παρηγοριάς φέρνει πλούσια την θεϊκή.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος αναφέρει για έναν Άγιο πού ζούσε στην Ρώμη:
Ήταν φτωχός σε υλικά αγαθά, αλλά πλούσιος σε αρετές. Το σώμα του παρέλυσε από μία πολύχρονη αρρώστια ώστε να μην μπορεί να μετακινήσει καθόλου ούτε πόδι ούτε χέρι. Για τις ανάγκες του του παραστεκόταν η μητέρα του με τον αδελφό του, και ό,τι δεχόταν από ελεημοσύνη το έδινε σε άλλους φτωχούς. Όσο για τον πόνο τον υπέμεινε με ευχαριστία, υμνολογώντας νύχτα-μέρα τον Θεό.
Σαν έφθασε ο καιρός να ανταμειφθεί η τόση του υπομονή, το σώμα του σταμάτησε να πονάει. Και καθώς κατάλαβε πως πλησίαζε στον θάνατο, παρακάλεσε αυτούς που φιλοξενούσε, να σηκωθούν και να ψάλουν μαζί του ύμνους στον Θεό...
Ξαφνικά, και ενώ κι ο ίδιος ο ετοιμοθάνατος έψαλλε μαζί τους, τους σταμάτησε λέγοντας:
- Σωπάστε! Δεν ακούτε πώς αντηχούν οι ύμνοι στον ουρανό;
Προσέχοντας σ’ αυτούς τους ύμνους, που άκουγε μυστικά με τ’ αυτιά της καρδιάς, λύθηκε από τα δεσμά του σώματος η αγία εκείνη ψυχή. Και καθώς έβγαινε, τόση ευωδία σκορπίστηκε στον τόπο εκείνο, που όλοι οι παρευρισκόμενοι γέμισαν από ανέκφραστη γλυκύτητα, ώστε και μ’ αυτό το σημείο να γίνει φανερό ότι την ψυχή υποδέχθηκαν οι Άγγελοι που έψαλλαν εκείνους τους ουράνιους ύμνους.


«ΟΙ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ ΚΑΙ Ο ΠΙΣΤΟΣ»
ΙΕΡΟΜ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ

 πηγη

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 16, 2012

ΘΑ ΔΕΧΟΤΑΝ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΟΣΗ ΛΑΜΨΗ ΣΤΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ;.....Του Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς Επισκ. Αχρίδος




Απάντηση σε μια επιστολή


Στο προηγούμενο γράμμα μου απαντάτε πάλι με ερώτηση: «Θα ανεχό­ταν ο Χριστός τόση λάμψη στην Εκκλησία;». Οπωσδήποτε. Το ανεχόταν και τότε, θα το ανεχόταν και τώρα. Τότε υπήρχε στα Ιεροσόλυμα ο ναός του Σολομώντα, ένα από τα σπάνια θαύματα της αρχιτεκτονικής και πο­λυτέλειας στον κόσμο. Τούτος ο ναός είχε περισσότερο χρυσό και πολύτι­μες πέτρες εσωτερικά απ' ό,τι έχουν σήμερα όλοι οι χριστιανικοί ναοί στα Βαλκάνια. «Και όλον τον οίκον περιέσχε χρυσίω έως συντέλειας παντός του οίκου» (Γ' Βασ. 6,22). Σ' αυτό το ναό έμπαινε ο Χριστός πολλές φορές, όμως ποτέ δεν εξέφρασε τη δική σας σκέψη, ότι θα έπρεπε όλα αυτά να με­ταμορφωθούν σε ψωμί και να φαγωθούν.


Αυτός προέβλεψε την κατάρ­ρευση αυτού του ναού και ο ναός καταστράφηκε, αλλά όχι εξαιτίας του χρυσού στον ναό, αλλά εξαιτίας της λάσπης στις ανθρώπινες ψυχές. Εμένα με ευχαριστεί που δείχνετε ελεήμων προς τους φτωχούς, αλλά ακόμα πε­ρισσότερο θα με ευχαριστούσε εάν δείχνατε ελεήμων με τη δική σας περι­ουσία και όχι των άλλων.


Δεν θα ήθελα να σας δω όμως στήν ίδια πλευρά με τον Ιούδα. Θα θυμάστε πώς ο Ιούδας θέλησε κάποτε να φανεί πιο ελε­ήμων από τον Χριστό... Διαβάστε το δωδέκατο κεφάλαιο του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου. Κάποια γυναίκα πήρε ένα μπουκαλάκι με πολύτιμο μύρο νάρδου και άλειψε τα πόδια του Ιησού. Ο Ιούδας, ο οποίος αργότερα πρόδωσε τον δάσκαλο του για τα λεφτά, θύμωσε και φώναξε: «Διατί τούτο το μύρον ουκ επράθη τριακοσίων δηναρίων και εδόθη πτωχοίς;» (Ιωάν. 12,5). Σ' αυτό του απάντησε ο στοργικός Κύριος, που ήταν καθ' οδόν να δώσει και τη ζωή Του για τούς φτωχούς: «Τους πτωχούς γάρ πάντοτε έχετε μεθ' εαυτών, εμέ δε ου πάντοτε έχετε» (Ιωάν. 12,8).


Ακούστε, λοιπόν, τι θα σας πω: εάν όλοι εμείς είχαμε πάντα τον Χριστό μαζί μας, δεν θα υπήρχαν φτωχοί ανάμεσα μας. Εκείνοι οι οποίοι έχουν τον Χριστό μαζί τους, εκείνοι προσέφεραν στην Εκκλησία όλα αυτά που εσείς ονομάζετε «λάμψη». Εκείνοι οι ίδιοι δίνουν τα μέγιστα στους φτωχούς. Η αγάπη προς τον ζωντανό Χριστό τους σπρώχνει και στις δύο θυσίες: στη θυσία προς την Εκκλησία τους και στη θυσία προς τα φτωχά αδέλφια τους. Ενώ εκείνοι που δεν έχουν τον Χριστό μαζί τους, δεν έχουν ούτε τούς φτωχούς μαζί τους. Εκείνοι θα ήθελαν να πάρουν από την Εκκλησία και να δώσουν στους φτωχούς, για να μη δίνουν τα δικά τους και για να μην τούς ενοχλούν οι φτωχοί. Αυτός είναι ο βαθύτερος πειρασμός, πού κάνει αυθάδη περίπατο ανάμεσα μας με το προσωπείο της ευεργεσίας.


ΑΓΙΟΣ ΜΗΝΑΣ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ
ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ 43 ΑΠΡΙΛΙΟΣ - ΙΟΥΛΙΟΣ 2010

http://www.impantokratoros.gr/
σχόλιο: Συμφωνώ απόλυτα με τον άγιο Πατέρα. Στην καθημερινή πράξη αποδεικνύεται πώς όλοι αυτοί πού θα ήθελαν οι εικόνες και τα μανουάλια να γίνουν κριθαρόψωμα, είναι συνήθως οι χριστιανοί πού θεωρούν την οικονομία και την τσιγκουνιά, ύψιστες Χριστιανικές αρετές, επηρεασμένοι από το γερμανόφερτο χριστιανικοκαπιταλιστικό πνεύμα , πού ταλαιπωρεί το ήθος της εκκλησίας μας εδώ και δεκαετίες, μεταθέτοντας την δική τους ευθύνη στους άλλους.Επίσης, είναι οι εχθροί της Εκκλησίας, πού προκαλούν συνήθως από την τάξη των συβαριτών ή των ραθύμων, γιατί πολύ απλά "αυτό έχουν και αυτό λένε" ήτοι, εκ του περισσεύματος της καρδίας λαλούν. Ιεράρχης της Εκκλησίας έφερε παλαιότερα παράδειγμα τους Σιναΐτες πατέρες πού διαβιούσαν ξυπόλητοι,ακτήμονες και με μπαλωμένα ράσα και εν ώρα ιερουργίας ντύνοταν τα πολυτελή άμφια του σκευοφυλακίου για να δηλώσει την διαφορά μεταξύ μίζερου πνεύματος και πραγματικής διάκρισης και τον κατεδίωξαν γι'αυτή την άποψη, επειδή δεν πληρούσε τα στοιχεία ηθικότητος και καθαρότητος πού πληρούσαν οι ίδιοι οι επικριτές του, οι ..απλούστατοι εκείνοι(απλότης στην πραγματικότητα είναι μια πνευματική αντανάκλαση και αρετή και όχι μια κοινωνική στάση προς το θεαθήναι). Την ρωμαίικια αρχοντιά και διάκριση, αντεκατέστησε η προστεσταντική βλακεία και μιζέρια.Είναι χαρακτηριστικό πώς όσοι εκκλησιαστικοί ποιμένες και ηγέτες παραινούν τους υφισταμένους τους στην απλότητα, οι ίδιοι τις περισσότερες φορές, εκπίπτουν στον προκλητικό συβαριτισμό. Γιατί , άραγε αυτή η μονομέρεια και αποκλειστικότητα;Να σημειώσω δε, πώς με την ευκαιρία αυτής της κρίσης είναι ευτυχές πού αμβλύνεται και ο φθόνος και η βλακεία και οι ευκαιρίες επίδειξης, αλλά και κατάκρισης, δυσάρεστο δε πού εκλίπουν τα μέσα. Στην πραγματικότητα όμως δεν υπάρχει καμία έλλειψη , όταν μπορείς να μοιραστείς το τελευταίο ξεροκόμματο σου με κάποιον πού δεν έχει ούτε αυτό το ελάχιστο. Επίσης, να σημειώσω πώς όλοι αυτοί οι λαμπροί ναοί και τα μοναστήρια, κτίστηκαν και συντηρήθηκαν από φτωχούς και πειναλέους ραγιάδες, αλλά βασιλιάδες στην καρδιά, πού χαλάλιζαν τον έσχατο κόμπο ελαίου στο καντήλι της Παναγίας του ταπεινού τους εικονοστασίου ή στον ναό της γειτονιάς τους, στερώντας το από τα ίδια τα παιδιά τους(όταν δεν τον χαλάλιζαν στον τυχάρπαστο διακονιάρη πού θα τους χτυπούσε την πόρτα). Σήμερα απλά η αρχοντιά έγινε σπάνια, ενώ η κακομοιριά νόμος και τρανή αξία σοφού και σύγχρονου ανθρώπου, μη εξαιρουμένου του εκκλησιαστικού ανθρώπου.

Παρενθετικά, η Εκκλησία του Χριστού γνώριζε πότε και πώς να εκποιεί την εκκλησιαστική περιουσία και τα αφιερώματα για το καλό του Γένους και του πλησίον . Σε όλα όμως πρέπει να επικρατεί η διάκριση. Επιζητούμε και προσευχόμαστε για τον άφθονο,ανυπόκριτο και διακριτικό οφθαλμό όλων μας.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 15, 2010

Θ Ντοστογιέφκη- Ο Μέγας Ιεροεξεταστής(δ΄μέρος)



Θα τους πείσουμε τέλος να μην περηφανεύουνται, γιατί ήσουν εσύ, που ανυψώνοντάς τους, τους το δίδαξες κι αυτό. Εμείς θα τους αποδείξουμε ότι είναι ταπεινοί κι άχρηστα παιδιά, θλιβερά πλάσματα, μα πως η παιδιάστικη ευτυχία είναι πιο προσιτή. Θα γίνουν ντροπαλοί, δε θα θέλουνε να μας χάσουν απ' τα μάτια τους, και θα σφίγγονται πάνω μας με τρόμο σαν τα τρυφερά κλωσσοπούλια κάτω απ' τα φτερά της κότας. Θα δοκιμάζουν μιαν όλο φόβο κατάπληξη και θα 'ναι περήφανοι γι αυτή την ενεργητικότητα και την εξυπνάδα, που εμείς θα τους επιτρέπουμε να παρουσιάζουν όλοι αυτοί, μέσ' από το αναρίθμητο πλήθος των επαναστατημένων. Η οργή μας θα τους κάνει να τρέμουν, η ντροπή κι η δειλία θα τους πλημμυρίζει, τα μάτια τους θα πάρουν μια θρυνητική έκφραση σαν των γυναικών και των παιδιών. Μα, σ' ένα νόημά μας, θα περνούν το ίδιο εύκολα στη χαρά και στο γέλιο, σαν ξένοιαστα παιδιά. Βέβαια, θα τους υποχρεώνουμε να δουλεύουν, μα τις ώρες της σχόλης τους, θα οργανώσουμε τη ζωή τους έτσι που να μοιάζει σαν παιχνίδι, με τραγούδια, με χορωδίες, μ' αθώους χορούς.

Ω, ναι ! Θα τους επιτρέπουμε ακόμη και ν' αμαρτάνουν, γιατί είν' αδύναμοι, κι εξαιτίας αυτού είναι που θα μας αγαπούν σαν παιδιά. Θα τους πούμε πως το κάθε αμάρτημα θα εξαγοράζεται, αν έγινε με την άδειά μας. Από αγάπη είναι που θα τους επιτρέπουμε ν' αμαρτάνουν και θα παίρνουμε τη θλίψη και το βάρος πάνω μας. Θα μας ευλογούν σαν ευεργέτες που φορτωνόμαστε τα αμαρτήματά τους, ενώπιον του Θεού. Δε θα 'χουν πια μυστικά από μας. Ανάλογα με το βαθμό της υπακοής τους, θα τους επιτρέπουμε ή θα τους απαγορεύουμε να ζουν με τις γυναίκες τους, ή με τις ερωμένες τους, να 'χουν παιδιά ή να μη έχουν, κι αυτοί θα μας ακούνε με χαρά. Θα μας παραδίνουν τα πιο πολύτιμα μυστικά της συνείδησής τους, θα λύνουμε όλα τα προβλήματά τους, και θα δέχονται την απόφασή μας με ξεγνοιασιά, γιατί θα τους βγάζει απ' τη μεγάλη έγνοια να διαλέξουν από μόνοι τους ελεύθερα. Κι όλοι τους θα 'ναι ευτυχισμένοι, εκατομμύρια πλάσματα, έξω από καμιά εκατοστή χιλιάδες, τους διευθυντές τους, έξω από μας, που θα ξέρουμε τα μυστικά τους.

Οι ευτυχισμένοι θ' αριθμούνται κατά δεκάδες χιλιάδες, κατά μυριάδες και δε θα υπάρχουν παρά εκατό χιλιάδες μάρτυρες, που θα ξέρουν την καταραμένη διάκριση ανάμεσα στο Καλό και στο Κακό. Θα πεθάνουν ειρηνικά, θα σβήσουν γλυκά στ' όνομά σου, και στο υπερπέραν δε θα βρουν παρά το θάνατο. Θα φυλάξουμε όμως το μυστικό. θα τους λικνίσουμε, ναι, θα τους νανουρίσουμε, για την ευτυχία τους, με μιαν αιώνια ανταμοιβή στον ουρανό. Γιατί δεν υπάρχει άλλη ζωή, κάτι τέτοιο βέβαια δεν είναι καμωμένο για πλάσματα σαν κι αυτά.


Προφητεύουν ότι θα ξαναγυρίσεις για να νικήσεις πάλι, περιτριγυρισμένος από τους εκλεκτούς σου, τους πανίσχυρους και περήφανους. θα πουν ότι δε θα 'χουν σωθεί παρά μόνο εκείνοι από μόνοι τους, ενώ εμείς θα 'χουμε σώσει όλο τον κόσμο. Ισχυρίζονται ότι η πόρνη ανεβασμένη πάνω στο ζώο και κρατώντας στα χέρια της τό "κύπελλο του μυστηρίου" θα 'ναι ατιμασμένη, ότι οι άνθρωποι θα επαναστατήσουν πάλι, ότι θα ξεσχίσουν την πορφύρα της και θα καταβροχθίζουν το "ακάθαρτο". Θα σηκωθώ τότε και θα δείξω τις μυριάδες τους ευτυχισμένους, που δε γνώρισαν το αμάρτημα. Κι εμείς, εμείς που πήραμε απάνω μας τα λάθη τους, για την ευτυχία τους, θ' ανορθωθούμε μπροστά σου και θα πούμε: "Δε σε φοβόμαστε καθόλου. Κι εμείς το ίδιο βρεθήκαμε στην έρημο, ζήσαμε μ' ακρίδες και μέλι. Κι εμείς το ίδιο ευλογήσαμε την ελευθερία που παραχώρησες στους ανθρώπους. Κι ετοιμαστήκαμε να 'μαστε ανάμεσα στους εκλεκτούς σου, στους ισχυρούς και στους περήφανους, και να καούμε "για να συμπληρώσουμε τον αριθμό". Αλλά συνήρθαμε και δε θελήσαμε να υπηρετήσουμε μια παράλογη ιδέα. Ξαναγυρίζουμε για να ενωθούμε μ' αυτούς που διόρθωσαν το λάθος σου. Εγκαταλείψαμε τους περήφανους και γυρίσαμε κοντά στους ταπεινούς, για να φτιάξουμε την ευτυχία τους". Στο ξαναλέω, αύριο, σ' ένα νόημά μου, όλο αυτό το πειθαρχημένο κοπάδι θα φέρει αναμμένα κάρβουνα για την πυρά, όπου θα σ' ανεβάσουμε για να μην εμποδίσεις το έργο μας. Γιατί αν κάποιος αξίζει πιότερο απ' όλους να καεί, αυτός είσ' εσύ. Αύριο θα σε κάψω. Ελέχθη.




 

... ο ιεροεξεταστής σωπαίνει, περιμένει μια στιγμή την απάντηση του Κρατούμενου. Η σιωπή του, τον βαραίνει. Ο Κρατούμενος τον άκουγε όλη την ώρα έχοντας καρφωμένη πάνω του τη διαπεραστική κι ήρεμη ματιά του, φανερά αποφασισμένος να μην του απαντήσει. Ο γέρος θα 'θελε να του πει κάτι, έστω κι αν ήταν λόγια πικρά και σκληρά. Ξαφνικά ο Κρατούμενος πλησιάζει ήρεμα και σιωπηλός το γέρο και του φιλά τ' άχρωμα χείλια του. Αυτή ήταν όλη κι όλη η απάντησή του.

Ο γέρος τινάζεται, τα χείλια του τρέμουν. Πάει στην πόρτα, την ανοίγει και του λέει: "Φύγε και να μην ξαναγυρίσεις πια... ποτέ πια !" Και τον αφήνει να φύγει μέσα στα σκοτάδια της πόλης. Ο Κρατούμενος φεύγει.



Αντιγραφή Kειμένου από Oistros




Θ Ντοστογιέφσκη - Ο Μέγας Ιεροεξεταστής(γ΄ μέρος)


Υπάρχουν τρεις δυνάμεις, οι μόνες που μπορούν να υποδουλώσουν για πάντα τη συνείδηση αυτών των αδυνάμων επαναστατημένων, είναι: το θαύμα, το μυστήριο, η αυταρχικότητα ! Τ' απώθησες και τα τρία αυτά, δίνοντας έτσι ένα παράδειγμα. Το τρομερό και βαθύ Πνεύμα, σε είχε συμπαρασύρει μέσα στο Ναό και σου είχε πει: "Θες να ξέρεις αν είσαι γιος του Θεού; Πέσε κάτω από δω ψηλά, γιατί είναι γραμμένο πως οι άγγελοι θα σε συγκρατήσουν και θα σε στηρίξουν, δε θα τραυματιστείς καθόλου, και τότε θα ξέρεις αν είσαι γιος του Θεού, και θ' αποδείξεις έτσι την πίστη στον Πατέρα σου". Μα απόδιωξες και τούτη την πρόταση, δεν όρμησες να πέσεις κάτω. Έδειξες τότε μια υπέροχη περηφάνεια, ολότελα θεία, μα για τους ανθρώπους, ράτσα αδύναμη κι επαναστατημένη, δεν είναι θεία ! Ήξερες πως κάνοντας ένα βήμα, μια χειρονομία για να ορμήσεις, θα ενοχλούσες τον Κύριο και θα 'χανες την πίστη σου σ' Αυτόν. Μα υπάρχουν πολλοί σαν κι εσένα ; Μπορούσες να παραδεχτείς έστω και για μια στιγμή ότι οι άνθρωποι θα 'χαν τη δύναμη ν' αντέξουν σ' ένα παρόμοιο πειρασμό; Είναι τάχα μέσα στην ανθρώπινη φύση ν' αποδιώχνει το θαύμα, και στις σοβαρές στιγμές της ζωής μπροστά σε βασικά κι επίμονα προβλήματα, να διατηρεί την ελεύθερη κρίση της καρδιάς;

Ώ ! Ήξερες πως η σταθερότητά σου θ' αναφερόταν στις Γραφές, θα επιζούσε μέσα στους αιώνες, θα 'φτανε ως τις πιο μακρινές περιοχές, κι έλπισες πως ακολουθώντας το παράδειγμά σου, ο άνθρωπος θα περιοριζόταν στο Θεό χωρίς να προσφεύγει στο θαύμα. Μα αγνοούσες ότι ο άνθρωπος απωθεί το Θεό ταυτόχρονα με το θαύμα, γιατί είναι προπάντων το θαύμα που αποζητά. Καί καθώς δεν ξέρει πως να κάνει συγκεντρώνεται πάλι στον εαυτό του, καταφεύγει στους δικούς του, υποκλίνεται στα θαύματα κάποιου μάγου, στα μαγικά κόλπα μιας μάγισσας, στον όποιο επαναστατημένο ή αιρετικό. Δεν κατέβηκες από το σταυρό όταν σε κορόιδευαν, κι όταν σου φώναζαν μ' απόγνωση: "Κατέβα από το σταυρό και θα σε πιστέψουμε". Δεν το έκανες, γιατί δε θέλησες πάλι να υποδουλώσεις τον άνθρωπο μ' ένα θαύμα, επιθυμούσες μια πίστη που θα 'ταν ελεύθερη και δε θα εμπνεόταν από θαύματα. Σου χρειαζόταν μια ελεύθερη αγάπη, κι όχι η δουλική συμπεριφορά του τρομοκρατημένου σκλάβου. Και στο σημείο αυτό ακόμη η ιδέα που είχες για τον άνθρωπο ήταν πολύ ανώτερη, γιατί οι άνθρωποι είναι σκλάβοι, έστω κι αν δημιουργούν επαναστατικές ιδέες. Δες μονάχος σου και κρίνε, τι έγινε ύστερ' από δεκαπέντε επαναστατημένους αιώνες, ποιός ανυψώθηκε ως εσένα; Σου το καταγγέλω: ο άνθρωπος είναι πιο αδύναμος και πιο χυδαίος, απ' όσο πίστεψες ποτέ. Μπορεί, είναι δυνατό ποτέ να ολοκληρωθεί ένας άνθρωπος, όπως εσύ; Η μεγάλη εκτίμηση που έτρεφες για τον άνθρωπο, αδίκησε τον οίκτο που έπρεπε να νιώσεις γι αυτόν. Ζήτησες πολλά απ' τους άνθρώπους, εσύ προπάντων που τους αγάπησες περισσότερο κι απ' τον εαυτό σου ! Αν τους εκτιμούσες λιγώτερο, θα τους είχες επιβάλει ένα ελαφρότερο φορτίο, που να αναλογεί περισσότερο στην αγάπη σου. Ο άνθρωπος είναι κουρασμένος κι αδύναμος.


Τι σημασία έχει τώρα αν επαναστατούν παντού ενάντια στην εξουσία μας, κι αν είναι περήφανοι γι' αυτή την εξέγερση; Είναι κάτι ανάλογο με την αλαζονεία νεαρών σπουδαστών που εστασίασαν κι έδιωξαν το δάσκαλό τους. Αλλά τούτη η επιπολαιότητα των χαμινιών θα πάρει τέλος και θα τους στοιχίσει ακριβά. Θα γκρεμίσουν τους ναούς και θα πλημμυρίσουν τη γη στο αίμα. Αλλά θα καταλάβουν επιτέλους αυτά τ' ανόητα παιδιά, πως δεν είναι παρά κάτι αδύναμοι στασιαστές, ανίκανοι να επαναστατούν για πολύ. Θα χύσουν ανόητα δάκρυα και θα καταλάβουν ότι ο Δημιουργός κάνοντάς τους έτσι επαναστάτες, θέλησε να τους κοροϊδέψει, σίγουρα. Θα το φωνάξουν μ' απελπισία κι αυτή η βλαστήμια θα τους κάνει ακόμη πιο δυστυχισμένους, γιατί η ανθρώπινη φύση δεν ανέχεται τούτη τη βλαστήμια και καταλήγει να παίρνει την εκδίκησή της. Έτσι, η αγωνία, η ταραχή, η δυστυχία είναι το μοιράδι των ανθρώπων, ύστερ' από τα μαρτύρια που δοκίμασες για να τους απελευθερώσεις !

Ο φωτισμένος προφήτης σου είπε, μέσα στο συμβολικό όραμά του, ότι είδε όλους όσοι παίρνουν μέρος στην πρώτη ανάσταση και τους αριθμεί σε δώδεκα χιλιάδες απ' την κάθε φυλή. Για να 'ναι όμως τόσο πολλοί, έπρεπε να 'ναι περισσότερο από άνθρωποι, έπρεπε να 'ναι θεοί. Υπόφεραν το σταυρό σου, και τη ζωή μέσα στην έρημο, τρώγοντας ακρίδες κι άγρια χόρτα. Βέβαια, μπορεί να 'σαι περήφανος γι' αυτά τα παιδιά της ελευθεριάς, για τούτη την ελεύθερη αγάπη, για την υπέρτατη θυσία τους στο' όνομά σου. Αλλά θυμήσου, δεν ήταν παρά μερικές δεκάδες χιλιάδες κι όλοι τους σχεδόν θεοί, οι υπόλοιποι όμως; Είναι από λάθος τους αυτών των άλλων, των αδύναμων, αν δεν μπόρεσαν να υποφέρουν τα μαρτύρια των δυνατών; Η αδυναμία της ψυχής φταίει τάχα που δεν μπόρεσε να κρατήσει μέσα της τόσο τρομερά δώρα; Δεν ήρθες στ' αλήθεια για τους εκλεκτούς; Τότε, αυτό είναι ένα μαρτύριο, ακατανόητο για μας, και θα 'χαμε το δικαίωμα να το κηρύξουμε στους ανθρώπους, να τους διδάξουμε πως δεν πρόκειται για καμιά ελεύθερη απόφαση μέσ' από την καρδιά, ούτε για την αγάπη, αλλά για ένα μυστήριο που οφείλουν να υποταχτούν σ' αυτό τυφλά, ακόμη και ενάντια στη θέληση ή στην συνείδησή τους. Αυτό ακριβώς κάναμε κι εμείς. Διορθώσαμε το έργο σου στηρίζοντάς το πάνω στο "θαύμα, στο "μυστήριο" και στην "κυριαρχία". Κι οι άνθρωποι χαίρονται να ξαναγεννηθούν σαν ένα κοπάδι και ν' απαλλαγούν απ' αυτό το μοιραίο δώρο που τους προκαλούσε τόσα βάσανα. Είχαμε δίκιο που ενεργήσαμε έτσι; Πες μου!

Δε σημαίνει ότι αγαπάς την ανθρωπότητα, όταν καταλαβαίνεις τις αδυναμίες της, όταν ξαλαφρώνεις το φορτίο της με την αγάπη, όταν ανέχεσαι ακόμη και την αμαρτία στον αδύναμο χαρακτήρα, φτάνει τούτη η αμαρτία να γίνεται με την άδειά μας; Γιατί λοιπόν να 'ρθεις και να εμποδίσεις το έργο μας; Γιατί κάθεσαι έτσι σιωπηλός και με κοιτάζεις με το τρυφερό και διαπεραστικό αυτό βλέμμα; Εξαφανίσου καλύτερα, δεν τη θέλω την αγάπη σου, γιατί ούτε κι εγώ σ' αγαπώ. Γιατί να το κρύψω; Ξέρω σε ποιόν μιλώ, ξέρεις όλ' αυτά που έχω να σου πω, το βλέπω μέσα στα μάτια σου. Τάχα είναι στο χέρι μου να σου κρύψω το μυστικό μας; Ίσως να 'θελες να τ' ακούσεις απ' το στόμα μου, ορίστε που σου το 'πα. Δεν είμασταν μαζί σου αλλά μ' Εκείνον που πέρασε εδώ και πολύν καιρό από τούτη τη γη. Είν' ακριβώς οχτώ αιώνες που πήραμε απ' Αυτόν τούτο το δώρο, το τελευταίο που εσύ απόδιωξες μ' αγανάκτηση, όταν σου έδειχνε όλα τα βασίλεια πάνω στη γη, δεχτήκαμε τη Ρώμη και το σπαθί του Καίσαρα, κι ανακηρυχτήκαμε οι μοναδικοί βασιλιάδες της γης, παρόλο που ως τώρα δεν είχαμε ποτέ τον καιρό ν' αποτελειώσουμε το έργο μας. Αλλά ποιανού είναι το λάθος ; Ω ! η υπόθεση αυτή δε βρίσκεται παρά μόνο στην αρχή, θέλει πολύν καιρό για να τελειώσει ακόμη, κι η γη θα χρειαστεί πολλά να υποφέρει ως τότε, αλλά εμείς θα φτάσουμε στο σκοπό μας, θα γίνουμε Καίσαρες και τότε θα συλλογιστούμε και την παγκόσμια ευτυχία.

"Ωστόσο, θα μπορούσες τότε να 'χες πάρει το σπαθί του Καίσαρα. Γιατί τ' απόδιωξες αυτό το τελευταίο δώρο ; Ακολουθώντας εκείνη την τελευταία συμβουλή του παντοδύναμου Πνεύματος, θα μπορούσες να πραγματοποιήσεις το κάθε τι που ζητούν οι άνθρωποι στη ζωή, και πάνω σ' αυτή τη γη : να γίνεις ένας αφέντης που μπρός του να προσκυνούν, ένας φύλακας της συνείδησής τους, και το μέσο που θα τους ανάγκαζε να ενωθούν τελικά μονιασμένοι σε μια κοινότητα μυρμηγκιών, γιατί η ανάγκη για παγκόσμια ένωση είναι το τρίτο και το τελευταίο βασανιστήριο της ανθρώπινης φυλής.

Η ανθρωπότητα είχε πάντα την τάση, στο σύνολό της, να οργανωθεί σε μια παγκόσμια βάση. Υπάρχουν μεγάλοι λαοί μέσα στην Ιστορία μα στο μέτρο που ανυψώθηκαν υπόφεραν πιότερο, δοκιμάζοντας πιο ισχυρά απ' τους άλλους την ανάγκη τούτη για παγκόσμια ένωση. Οι μεγάλοι κατακτητές, οι Ταμερλάνοι κι οι Τζέγκις Χαν, που πέρασαν πάνω απ' τη γη σαν την καταιγίδα, ενσάρκωναν κι αυτοί οι ίδιοι χωρίς να το συνειδητοποιούν τούτη την τάση των λαών προς την ενότητα. Αν είχες δεχτεί την πορφύρα του Καίσαρα, θα μπορούσες να δημιουργήσεις τις βάσεις για μια παγκόσμια αυτοκρατορία και να φέρεις την ειρήνη στον κόσμο. Γιατί ποιός άλλος είναι προορισμένος να κυβερνήσει τους ανθρώπους παρά όποιος κυβερνά τη συνείδησή τους κι ακούει τον πόνο τους; Εμείς πήραμε το σκήπτρο του Καίσαρα, και κάνοντάς το αυτό σ' εγκαταλείψαμε για ν' ακολουθήσουμε Εκείνον. Ω, θ' ακολουθήσουν ακόμη αιώνες πνευματικής λογοκρισίας, μάταιης γνώσης κι ανθρωποφαγίας, γιατί μόνο έτσι θα καταλήξουν, αφού θα οικοδομήσουν τον Πύργο της Βαβέλ τους, χωρίς εμάς, να φτάσουν σ' εμάς. Αλλά τότε το ζώο θα α 'ρθει σ' εμάς μπουσουλίζοντας, θα γλύψει τα πόδια μας, θα τα ποτίσει μ' αίμα και δάκρυα. Κι εμείς θα σκαρφαλώσουμε πάνω του, θα υψώσουμε στον αγέρα τό κύπελλο που πάνω του θα 'ναι γραμμένη η λέξη : "Μυστήριο!" Τότε μόνο η γαλήνη κι η ευτυχία θα βασιλέψουν πάνω στους ανθρώπους.

Είσαι περήφανος για τους εκλεκτούς σου, αλλά δεν πρόκειται παρά για λίγους διαλεχτούς, ενώ εμείς θα δώσουμε τη γαλήνη σ' όλους. Άλλωστε ανάμεσα σ' αυτούς τους ισχυρούς, που προορίζονται να γίνουν εκλεκτοί, πόσοι δεν έχουν κουραστεί επιτέλους να περιμένουν, πόσοι δεν πρόσφεραν και θα προσφέρουν ακόμη αλλού τη δύναμη του πνεύματός τους και τη φλόγα της καρδιάς τους, πόσοι δε θα καταλήξουν να επαναστατήσουν εναντίον σου στ' όνομα της ελευθερίας! Όμως εσύ τους την έδωσες. Ενώ εμείς θα τους κάνουμε όλους ευτυχισμένους, οι επαναστάσεις κι οι σφαγές, που συνοδεύουν αξεχώριστα την ελευθερία, θα σταματήσουν. Ω, θα τους πείσουμε ότι δε θα 'ναι πραγματικά ελεύθεροι παρά μόνο αν παραιτηθούν απ' την ελευθερία τους για χάρη μας. Ε, λοιπόν, θα πούμε την αλήθεια ή θα 'χουμε πει ψέμματα; Θα πεισθούν κι αυτοί οι ίδιοι ότι μιλούμε την αλήθεια, γιατί θα θυμηθούν σε ποιά δουλεία, σε ποιά αναταραχή τους είχε βυθίσει η δική σου ελευθερία. Η ανεξαρτησία, η ελεύθερη σκέψη, η επιστήμη θα τους έχουν παρασύρει σ' ένα τέτοιο λαβύρινθο, θα τους φέρουν μπρος σε τόσα ανεξήγητα θαύματα κι αινίγματα, που άλλοι, έξαλλοι επαναστάτες θα καταστρέψουν τον ίδιο τον εαυτό τους, κι άλλοι επαναστάτες κι αυτοί, μα αδύναμοι, δειλοί, τρελλοί κι εξαθλιωμένοι, θα συρθούν στα πόδια μας φωνάζοντας : "Ναι, είχατε δίκιο, εσείς μόνο ξέρετε το μυστικό και σ' εσάς ξαναγυρίζουμε. σώστε μας απ' τον εαυτό μας!" Χωρίς αμφιβολία, όταν θα πάρουν από μας το ψωμί, θα δουν βέβαια ότι τους παίρνουμε το δικό τους, που το κέρδισαν με τον ίδιο τον κόπο τους, για να τους το ξαναμοιράσουμε δίχως θαύματα, θα δουν ότι δε μεταλλάξαμε τις πέτρες σε ψωμιά, αλλ' αυτό που θα τους ευχαριστήσει περισσότερο κι απ' το ψωμί το ίδιο, είναι το γεγονός ότι θα το παίρνουν από τα χέρια μας ! Γιατί θα θυμηθούν ότι παλιότερα, ακόμη και το ίδιο το ψωμί, ο καρπός της δουλειάς τους, μετάλλαζε σε πέτρα μέσα στα χέρια τους, ενώ όταν ξαναγυρίσουν κοντά μας, οι πέτρες θα μοιάζουν με ψωμί. Θα καταλάβουν την αξία της οριστικής υποταγής. Όσο οι άνθρωποι δε θα μπορούν να τα καταλαβαίνουν όλ' αυτά, θάναι δυστυχισμένοι.

Ποιός έχει βάλει το χέρι του περισσότερο απ' όλους για να δημιουργηθεί τούτη η ακατανοησία; Πες μου ! Ποιός μοίρασε το κοπάδι και το σκόρπισε σ' άγνωστους δρόμους; Μα το κοπάδι θα ξανασυγκροτηθεί, θα ξαναβρεί την υπακοή, κι αυτό θα 'ναι πια για πάντα. Τότε θα τους προσφέρουμε μια ήρεμη και ταπεινή ευτυχία, μια ευτυχία προσαρμοσμένη στα μέτρα των αδύναμων πλασμάτων, τέτοιων που είναι.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 14, 2010

Θ. Ντοστογιέφσκη- Ο Μέγας Ιεροεξεταστής





 

"Μα να που θέλησε να παρουσιαστεί για μια στιγμή τουλάχιστον στον ταπεινωμένο κι εξαθλιωμένο λαό, στο λαό που σερνόταν μέσα στην αμαρτία, μα που τον αγαπούσε μ' αφέλεια. Η δράση λοιπόν εξελίσσεται στην Ισπανία, στη Σεβίλλη, στην πιο τρομερή εποχή της Ιεράς Εξέτασης, όταν κάθε μέρα άναβαν φωτιές κι έκαιγαν ανθρώπους για την αγάπη του Θεού κι όπου

" Σ' υπέροχες λαμπαδιαστές φωτιές
έκαιγαν τις τρομερές αιρετικές "


"Ώ, μα δεν ήταν έτσι που υποσχέθηκε να ξαναγυρίσει, στους αιώνες των αιώνων, με το πλήρωμα του χρόνου, σ' όλη του την ουράνια δόξα, ξαφνικά, "καθώς η αστραπή εξέρχεται από ανατολών και φαίνεται έως δυσμών" . Όχι, θέλησε να επισκεφθεί τα παιδιά του στον ίδιο τον τόπο, όπου έκαιγαν οι φωτιές για τους αιρετικούς. Μέσα στην απέραντη ελεημοσύνη του, ξαναγυρίζει κοντά στους ανθρώπους, με τη μορφή που είχε κατά τη διάρκεια των τριών χρόνων της δημόσιας ζωής του. Νάτον που κατεβαίνει τους ηλιολουσμένους δρόμους αυτής της μεσογειακής πόλης, όπου ακριβώς την παραμονή, μπροστά στο βασιλιά, τους αυλικούς, τους ιππότες, τους καρδινάλιους, και τις πιο χαριτωμένες κυρίες της Αυλής, ο Μέγας Ιεροεξεταστής έβαλε να κάψουν μια εκατοστή αιρετικούς "Ad Ma jorem Dei Gloriam". Εμφανίζεται αθόρυβα, χωρίς να τον προσέξει κανένας και - πράγμα παράξενο - όλοι τον αναγνωρίζουν...



Ο λαός σα να τον τραβούσε μια ακατανίκητη δύναμη, όλοι μαζεύονται στο πέρασμά του και τον ακολουθούν. Σιωπηλός, περνά καταμεσής του πλήθους, μ' ένα χαμόγελο απέραντης συμπάθειας. Η καρδιά του πλημμυρίζει από αγάπη, τα μάτια του αντανακλούν τη Γνώση, το Φως, τη Δύναμη, που φωτίζουν και ξυπνούν την αγάπη στις καρδιές, τους απλώνει τα χέρια, τους ευλογεί, μια άρετή εξυγίανσης βγαίνει απ' την κάθε επαφή μαζί του κι' ακόμη απ' τα φορέματά του. Ένας γέρος, τυφλός απ' τα παιδικά του χρόνια φωνάζει μεσ' από το πλήθος : "Κύριε θεράπευσέ με και θα δω". Ο λαός χύνει δάκρυα χαράς καί φιλά το χώμα όπου πατά. Απ' τα μάτια του γέρου πέφτει ένα φλούδι κι εκείνος βλέπει. Τα παιδιά σκορπίζουν λουλούδια στο πέρασμά του και φωνάζουν "Ωσαννά!" Εκείνος, φωνάζουν. Είναι Εκείνος ! Δεν μπορεί παρά να 'ναι Εκείνος. Σταματά στην πλατεία της Μητρόπολης της Σεβίλλης τη στιγμή που φέρνουν ένα μικρό άσπρο φέρετρο, όπου αναπαύεται η εφτάχρονη μοναχοκόρη κάποιου προύχοντα. Η νεκρή είναι σκεπασμένη με λουλούδια. "Θ' αναστήσει το παιδί σου", φωνάζουν απ' το πλήθος κι η μητέρα κλαίει. Ο παπάς που προχωρεί μπρός απ' το φέρετρο, κοιτάζει μ' ένα ύφος συγχυσμένο καί ζαρώνει τα φρύδια. Ξαφνικά, μια φωνή αντηχεί, η μητέρα ρίχνεται στα πόδια του : "Αν είσαι Εσύ, ανάστησε το παιδί μου !" και του απλώνει τα χέρια της. Η πομπή σταματά, αφήνουν το φέρετρο πάνω στις πέτρες της πλατείας. Το κοιτάζει με οίκτο, το στόμα του προφέρει για μια φορά ακόμη : "Ταλιθά κούμμι" και η κόρη εγείρεται. Η νεκρή σηκώνεται, κάθεται και κοιτάζει γύρω της με ύφος κατάπληκτο, χαμογελαστή. Κρατεί ακόμη στα χέρια της το μπουκέτο με τ' άσπρα τριαντάφυλλα, που συνηθίζουν να δίνουν στους νεκρούς. Μέσα στο πλήθος, όλοι έχουν ταραχτεί,φωνάζουν, κλαίνε.

Εκείνη τη στιγμή περνά από την πλατεία ο καρδινάλιος Μέγας Ιεροεξεταστής. Είν' ένας ψηλός γέρος, σχεδόν αιωνόβιος, με στεγνό πρόσωπο, μάτια χωμένα στις κόγχες, μα που μέσα του λάμπει ακόμη μια σπίθα. Δε φορεί πια εκείνη την περίλαμπρη στολή, που τον έκανε να ξεχωρίζει χτες μέσα στο πλήθος, την ώρα που έκαιγαν τους εχθρούς της Καθολικής Εκκλησίας. Έχει ξαναβάλει το παλιό, ασκητικό του ράσο. Οι βοηθοί του κι ο Μέγας Σκευοφύλακας τον ακολουθούν από απόσταση, όλο σεβασμό. Σταματά πλάι στο πλήθος και κοιτάζει από μακριά. Τα είδε όλα, το φέρετρο ακουμπισμένο μπροστά Του, την ανάσταση του κοριτσιού, και το πρόσωπό του σκοτεινιάζει... Ζαρώνει τα πυκνά του φρύδια και στα μάτια του αστράφτει μια τρομερή φλόγα. Τον δείχνει με το δάχτυλο και διατάζει τους φρουρούς του να τον πιάσουν. Είναι τόσο μεγάλη η δύναμή του και ο λαός τόσο συνηθισμένος να τον υπακούει, που όλοι παραμερίζουν, υπακούουν τρέμοντας. Μέσα σε μια θανάσιμη σιωπή, οι χωροφύλακες τον πιάνουν και τον φέρνουν μπροστά του. Σαν ένας άνθρωπος όλο αυτό το πλήθος γονατίζει μπρός στο Μεγάλο Ιεροεξεταστή που σηκώνει το χέρι του και το ευλογεί κι ύστερα χωρίς να πει μια λέξη εξακολουθεί το δρόμο του. Οδηγούν τον Κρατούμενο στο θλιβερό και παλιό κτίριο της Αγίας Σκεύης, και τον κλείνουν εκεί, σ' ένα μικρό υπόγειο κελί.



Η ημέρα περνά κι έρχεται η νύχτα, μια νύχτα Σεβιλλιάνικη ζεστή κι αποπνικτική. Ο αγέρας είναι πλημμυρισμένος απ' τις μυρωδιές που ξεχύνουν οι ροδοδάφνες και οι πορτοκαλιές. Μέσα στα σκοτάδια, η σιδερένια πόρτα του κελιού ανοίγει, και παρουσιάζεται ο Μέγας Ιεροεξεταστής μ' ένα δαυλό στο χέρι. Σταματά στο σκαλοπάτι, παρατηρεί για πολλήν ώρα την Αγία Μορφή, τελικά πλησιάζει, ακουμπά τη δάδα πάνω στο τραπέζι και του λέει: "Εσύ; Είσαι Εσύ;" Μην παίρνοντας απάντηση προσθέτει γρήγορα:
"Μη λες τίποτα, πάψε. Άλλωστε τι θα μπορούσες να πεις; Τα ξέρω όλα πολύ καλά. Και δεν έχεις το δικαίωμα να προσθέσεις ούτε μια λέξη στα όσα είπες άλλοτε. Γιατί ήρθες να μας αναστατώσεις; Γιατί, ναι, μας αναστατώνεις, και το ξέρεις πολύ καλά. Αλλά ξέρεις τι θα συμβεί αύριο ; Αγνοώ ποιός είσαι κι ούτε θέλω να το ξέρω: είσ' Εσύ ή μόνο το ομοίωμά Σου; Όμως αύριο θα σε καταδικάσω και θα καείς στην πυρά, όπως ο χειρότερος των αμαρτωλών, κι αυτός ο ίδιος λαός που σου φιλούσε τα πόδια, θα ξεχυθεί αύριο, μόλις δώσω το σύνθημα, για να βάλει φωτιά στο σωρό με τα ξύλα. Το ξέρεις; Ισως" - προσθέτει ο γέρος με τα μάτια καρφωμένα πάνω στον κρατούμενό του, συλλογισμένος...

"Έχεις το δικαίωμα να μας αποκαλύψεις ας είναι και έν' από τα μυστικά του κόσμου απ' όπου έρχεσαι;" ρωτά ο γέρος, κι απαντά ο ίδιος : "Όχι, δεν έχεις το δικαίωμα. Γιατί τούτη η αποκάλυψη θα 'ρχόταν να προστεθεί στην προηγούμενη, και μ' αυτόν τον τρόπο θ' αφαιρούσες απ' τους ανθρώπους την ελευθερία που την υπερασπίσθηκες τόσο πάνω σε τούτη τη γη.

Όλες οι νεώτερες αποκαλύψεις θα έβλαπταν την ελευθερία της πίστης, γιατί θα εμφανίζονταν σαν οφειλόμενες σε θαύμα. όμως, εσύ ο ίδιος πριν από δεκαπέντε αιώνες έβαζες πάνω απ' όλα τούτη την ελευθερία της πίστης. Δεν είπες τάχα τόσες φορές : "Θέλω να σας καταστήσω ελεύθερους!" Ε, λοιπόν ! Τους είδες τους "ελεύθερους" ανθρώπους - προσθέτει ο γέρος με σαρκαστικό τόνο. Ναί, όλο αυτό μας στοίχισε πολύ ακριβά- εξακολούθησε κοιτάζοντάς τον μ' αυστηρότητα -μα επιτέλους τελειώσαμε τούτο το έργο στ' όνομά σου. Μας χρειάσθηκαν δικαπέντε αιώνες σκληρής δουλειάς, για να εγκαθιδρύσουμε την ελευθερία. μα τώρα πια έγινε, και καλά. Δεν το πιστεύεις; Με κοιτάζεις μάλιστα με τρυφερότητα, χωρίς ούτε να καταδεχτείς ν' αγανακτήσεις. Μα ξέρετε ότι οι άνθρωποι ποτέ άλλοτε δεν πίστεψαν τον εαυτό τους πιο λεύτερο όσο τώρα, κι ωστόσο, η ελευθερία τους είν' εκείνη, που έρχονται να την καταθέσουν ταπεινά στα πόδια μας. Αυτό λοιπόν είναι το έργο μας, για να λέμε την αλήθεια. Αυτή είν' η ελευθερία που ονειρεύτηκες ;"

...Ήσουν πληροφορημένος για όλ' αυτά -συνεχίζει ο γέρος- τα συμβούλια δε σου λείπουν, αλλά δε λογάριασες τίποτα, δε σκέφτηκες το μοναδικό μέσο για να γίνουν οι άνθρωποι ευτυχισμένοι. Ευτυχώς που φεύγοντας ανάθεσες σ' εμάς το έργο, μας το υποσχέθηκες, μας παραχώρησες επίσημα το δικαίωμα να λύνουμε και να δένουμε. Τώρα, δεν πιστεύω να σκέφτηκες να μας το αφαιρέσεις; Για ποιό λόγο λοιπόν ήρθες να μας αναστατώσεις ; "...

(συνεχίζεται...)


 

Τετάρτη, Ιουνίου 24, 2009

O γέροντας Παΐσιος και ο διάβολος


Όταν ήμουν στο μοναστήρι του Στομίου στην Κόνιτσα, ό διάβολος προσπαθούσε να με παρασύρει χρησιμοποιώντας διάφορους τρόπους. Ένα βράδυ, μετά το απόδειπνο, έλεγα την ευχή στο κελί καθισμένος σ' ένα σκαμνί. Είχα μια καλή κατάσταση. Ξαφνικά ακούω διάφορα όργανα, κλαρίνα και νταούλια. Παραξενεύτηκα. «Τι είναι τούτα πάλι», είπα. «Το πανηγύρι πέρασε. Ποιοι παίζουν τώρα όργανα εκεί στον ξενώνα;». Σηκώθηκα απ' το σκαμνί και κοίταξα απ' το παράθυρο έξω. Ήταν παντού ησυχία. Τότε κατάλαβα ότι ό διάβολος ήθελε να διακόψω την προσευχή.—Ακούγονταν καθαρά τα όργανα, Γέροντα, ρώτησε ένας απ' την παρέα. Μήπως νομίσατε ότι κάτι ακούγονταν;-Τι λες, βρε παλικάρι; Άκουγα τα όργανα, όπως ακούγονται και στο πανηγύρι στις 8 Σεπτεμβρίου. Είχαν όρεξη οί οργανοπαίχτες του διαβόλου. Αντηχούσαν οι ρεματιές.-Μετά, Γέροντα, ησυχάσατε; Σταμάτησαν οι πειρασμοί;—Όχι. Ό διάβολος δεν απογοητεύεται εύκολα. Εγώ ξανακάθισα στο σκαμνί, για να συνεχίσω την ευχή. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ, άλλα δεν με άφησε. Μετά από λίγη ώρα γέμισε το κελί μου με δυνατό φως. Ξαφνιάστηκα πάλι. Είδα ακόμα την οροφή να εξαφανίζεται και να μπαίνει στο κελί μια φωτεινή στήλη, πού ξεκινούσε απ' το ύψος του ουρανού. Στη κορυφή αυτής της στήλης υπήρχε ένας ξανθός νέος, πού έμοιαζε με το Χριστό. Δεν έβλεπα, όμως, ολόκληρο το πρόσωπο του. Σηκώθηκα απ' το σκαμνί, για να δω καλύτερα. Εκείνη τη στιγμή μια εσωτερική φωνή με διαβεβαίωνε ότι είδα το Χριστό. Εγώ αντέδρασα αμέσως. Έκανα το σταυρό μου και μονολόγησα: «Ποιος είμαι εγώ, που αξιώθηκα να δω το Χριστό; Εγώ είμαι ανάξιος». Αυτό ήταν. Το φως και ό δήθεν Χριστός χάθηκαν. Ή οροφή ήταν στη θέση της.-Αυτές οι καταστάσεις δεν προκαλούν φόβο, Γέροντα; Νομίζω ότι εγώ προσωπικά δεν θ' άντεχα, είπε ένας άλλος.-Τι να έκανα; Μπορούσα να τον αποφύγω τον διάβολο; Όμως, πρέπει να ξέρετε ότι χρειάζεται θάρρος και προσευχή. Μη νομίζετε ότι ό διάβολος είναι πολύ δυνατός. Δειλός και φοβητσιάρης είναι.Δεν πρέπει, όμως, να τον πιστεύουμε. Τι να σας πω! Κάποτε προθυμοποιήθηκε να μ' εξυπηρετήσει. Θυμάμαι, πού όταν έφυγα απ' το Στόμιο και πήγα στο Σινά, στο ασκητήριο της Αγίας Επιστήμης, ό διάβολος συχνά μ' ενοχλούσε. Εκεί το κελλάκι είχε τέσσερα σκαλάκια και πιο πέρα υπήρχαν διάφορες σπηλιές. Όταν είχε αστροφεγγιά, μου άρεσε να βγαίνω έξω και να τρυπώνω σε κάποια σπηλιά, για να κάνω την προσευχή μου πιο έντονη; Μια φορά λοιπόν φόρεσα την κάπα μου και βγήκα έξω. Δεν είχε πολύ φως. Είχα ένα τσακμάκι και το αναβόσβηνα, για να βλέπω τα σκαλοπάτια και τα βράχια Κάποια στιγμή το τσακμάκι δεν άναβε. Τότε ένα δυνατό φως, σαν να ήταν από προβολέα, ήρθε απ' τον απέναντι βράχο και φώτισε τα πάντα γύρω. Εγώ αγρίεψα λίγο και ψιθύρισα: «Να μου λείψουν τέτοια φώτα». Και αμέσως ξαναμπήκα στο κελί. Ευθύς το φως χάθηκε. Είδατε το διάβολο, μου αχρήστεψε το τσακμάκι και θέλησε να μ' εξυπηρετήσει.Σκέφθηκε: «Κρίμα δεν είναι αυτός ό καλός καλόγερος να παιδεύεται; "Ας του δώσω εγώ φως!». Είδατε καλοσύνη! Ήθελε να με φωτίσει!-Γέροντα, μετά από μια τέτοια παρουσία του διαβόλου, τι νιώθει κανείς. Αισθάνεται δυνατός ή τον μαραζώνει ό φόβος;Είναι φοβερό να βλέπεις το διάβολο δίπλα σου. Όμως, εμείς έχουμε το Χριστό μέσα μας και μπορούμε ν' αντιμετωπίζουμε το διάβολο χωρίς πανικό. Είναι μεγάλο κατόρθωμα να τον διώχνεις από κοντά σου με την προσευχή.—Γέροντα, σ' ευχαριστούμε για τις εμπειρίες, πού μας διηγήθηκες, είπαν όλοι με μια φωνή.

—Το Χριστό και την Παναγία να ευχαριστείτε, είπε ό Γέροντας και άρχισε να τους αποχαιρετάει.

πηγή

Τρίτη, Ιουνίου 02, 2009

Γράμμα πικρό στους δικαιούντας εαυτούς

Εχτές, σε ένα γειτονικό χριστιανικό ιστολόγιο(ίσως το καλύτερο στο είδος του), στενοχώρησα και σκανδάλισα κάποιους , σχετικά με το θέμα των χριστιανικών οργανώσεων. 

Το να έχει κάποιος και μάλιστα ιερέας - το τονίζω το ιερέας γιατί έχει ιδιαίτερο βάρος και ευθύνη- κάποιες αποκρυσταλλωμένες απόψεις,απόψεις που διαμόρφωσε από παιδί στην εκκλησία και τους χώρους της, εμπειρίες που είδε και έζησε, θεολογικές μαρτυρίες πνευματικών αλλά και θεολόγων του κόσμου και ιδιαίτερα απόψεις που του εμφυσά ο πόνος της καρδιάς του, είναι κατηγορητέο και κατακριτέο; Αυτής της ίδιας καρδιάς που ακόμα και στον πιό αμαρτωλό και αναίσθητο ιερέα-ων πρώτος ειμί εγώ- που μπροστά στο θυσιαστήριο γίνεται χίλια κομμάτια για τον Εραστή και τα παιδιά Του;Αυτής της ίδιας της μαύρης και ταλαίπωρης ψυχής που την παίζει, την ρισκάρει ο λειτουργός ενώπιον του φρικτού θυσιαστηρίου , την ρισκάρει λέω για όλους τους άλλους, για να τραφούν από το Άφατο Θύμα;

Ποιός μπορεί να νιώσει τον ιερέα εκτός από τον ιερέα; Δεν θα πώ, τίς ελέγξη ιερείς περί αμαρτίας, διότι αναμάρτητοι δεν είμαστε, θα πώ όμως ότι παίζουμε με την Φωτιά για να Φάνε οι άλλοι, να θραφούνε Χριστό. Λοιπόν ένας τέτοιος διακομιστής πού συν τοις άλλοις επωμίζεται όλη την αμαρτία των εκκλησιαστικών, κληρικών και μή ενώπιον λαού και χριστομάχων , οφείλει να σιγεί, όταν παρασαλέυεται το ορθόδοξο πνεύμα και μάλιστα με εκκλησιαστικές ευλογίες; Μίσος και χολή δεν έχω για κανένα πρόσωπο, μα θαρρώ πώς κάθε ιερέας δεν εχει απλώς το δικαίωμα, αλλά και την ευθύνη να βροντοφωνάξει: εδώ δεν υπάρχει ορθοδοξία. Δεν είναι μίσος και εμπάθεια, είναι ευθύνη. Δεν μπορώ να βλέπω στραγγαλισμένα και νευρωτικά τα παιδιά που μου γέννησε ο Θεός. Επαναστατώ,φλέγομαι,ντρέπομαι!

Μου καταλόγισαν χολή. Εχτές ήμουν ένα ράκος. Όχι γιατί μετάνοιωσα γι'αυτά που έγραψα, μα γιατί νιώθω πως σαν Άνθρωπος στενοχώρησα άνθρωπο και δεν αγαπώ πολύ τις τσιριμόνιες. Μα καλύτερα να είναι κανείς χολερικός παρά νερόβραστος, καλύτερα να είναι  κρουστός με μέλανες χυμούς, παρά αποχυμωμένος και αποστειρωμένος. Οφείλεις να είσαι ζεστός ή κρύος, λέει η αποκάλυψη. Τον χλιαρό θα τον εμέσω. 

Ζήτησαν να μου αποσπάσουν ομολογία πίστης πώς είμαι τάχα οικουμενιστής! Αυτή η πράξη (απόσπαση ομολογίας) εκτός του ότι είναι ιεροεξεταστική και δηλωτική πιετιστών είναι ανατριχιαστικά απάνθρωπη, λες και είστε τορκεμάδες και εγώ κάποιος Γαλιλέι. Με ποιό δικαίωμα; Σας απάντησα τί φρονώ και πώς είμαι παιδί της ορθοδοξίας αυτής της Μάνας που θαρρείτε για άλλους είναι τροφός και γι'αλλους μητρυιά. Οι άνθρωποι του κόσμου,αυτοί που έχουν μόνο φυσικό δίκαιο και οι αδιάφοροι, είναι πιο γλυκύθυμοι και διαλεκτικοί από σας. Πολλές φορές η καρδιά μου αναπαύτηκε σ'αυτούς και είδα εκεί εικόνες Θεού. Εσείς τρέφετε κακίες και μισαλλοδοξίες, πολλές φορές εν αγνοία σας και δεν λέω εν γνώσει σας για να μην σας καταλογήσω μεγαλύτερη αστοχία. Γιατί ομιλείτε για ορθοδοξίες και οικουμενισμούς, όταν η ίδια η υπόσταση σας εκκλησιολογικά είναι προτεσταντικής προέλευσης και φύσης;  Λέτε για διεφθαρμένους ιερείς και αρχιερείς. Μην βγάζετε την ουρά σας απ'έξω. Άρα ομολογείτε πώς είστε από άλλη εκκλησία μ'αυτούς; Εμένα αδέρφια μου είναι ο πόρνος και ο ομοφυλόφιλος.  Δεν μ'αρέσει η πράξη τους, δεν τους κρίνω όμως  σαν ανθρώπους. Το αντέχετε εσείς αυτό; Αντέχετε να σηκώσετε τον σταυρό του αμαρτωλού να μην τσακιστεί και χαθεί η ψυχή του;Αγαπητοί, το να φορά κάποιος ράσο και να ευαγγελίζεται Χριστό και Εκκλησία, το να φέρει δηλ. τον ονειδισμό του Χριστού και τον εμπαιγμό του κόσμου, ειδικά σ'αυτό το ρημάδι υποκρισίας που λέγεται σύγχρονη κοινωνία είναι μαρτύριο και ομολογία . Εσείς θα κάμετε τα αγιοτικά σας στις αίθουσες σας, μακρυά από τις ενορίες και μετά θα γυρίσετε δικαιωμένοι σπίτι σας. Στην καλύτερη περίπτωση οι άνθρωποι θα σας καταλογίσουν δικαιοσύνη στην χειρότερη φαρισαϊσμό. Δηλ. ή θα πάρετε τον μισθό σας από τους ανθρώπους και όχι από τον Θεό ή μια ελάχιστη κατηγόρια.Εμείς όμως και στο σπίτι και στο ναό και στον δρόμο είμαστε ευδιάκριτοι και κουβαλάμε αμαρτίες φρικτές που κάνουν τρεις παπάδες στους χίλιους και ακόμα ακόμα και τις δικές σας αστοχίες που σκανδαλίζουν τους ανθρώπους. Σε κάθε περίπτωση μόνο εμείς θα είμαστε υπόλογοι στην κοινωνική κριτική. Ούτε αυτό το σεβαστήκατε. Άρα μήπως εμείς να σας ζητήσουμε ομολογία ή απολογία τινά; Δεν νομίζω, γιατί ευαγγελιζόμαστε σεβασμό του Προσώπου και οφείλουμε να το τηρούμε.

Μου ζήτησαν να αλλάξω νικ όταν μιλώ για τις οργανώσεις, να μην φαίνεται πώς είμαι παπάς και σκανδαλίζω και να κρατώ τα προσχήματα. Μόνο αυτό από μόνο του είναι τόσο πολύ δηλωτικό της υποκρισίας,των συμβάσεων και της προσποίησης που δέρνει τα προτεσταντικά σας μυαλά και προσκρούει στην χριστιανική εντολή της απλότητας. Δεν κρυβόμαστε πίσω από τα δάχτυλα μας κύριοι. Ορθοδοξούμε. Σας ξαφνίσαμε; Λυπάμαι, δεν πλέκω ευκολα ύμνους, δεν θέλω να ράψω το στόμα μου. Και πιστέψτε πώς δεν σας μισώ, μα έκανα το .... μεγάλο αμάρτημα να έχω διαφορετικές απόψεις από σας!

Μου λέτε, για τα "βαμμένα κοριτσάκια" που τα φωνάζουν μερικοί πόρνες, τους διεφθαρμένους με τα μεγάλα αυτοκίνητα. Σ'αυτούς θα προσθεσω εγώ όλες τις ανομίες και τις εκπτώσεις του κόσμου και αντάμα μ'αυτούς τους αγνούς και τους δίκαιους(τί αλαζονική προπέτεια για την κρίση του Θεού!). Αυτοί όλοι είναι το ποίμνιο μας, που κρέμεται από το λαιμό μας και δίνουμε λόγο γι'αυτούς στον Κύριο. Θα σας πώ κάτι φρικτό και .. ανόσιο. Αν το ποίμνιο μου κατέβει ολόκληρο στην κόλαση θα τους ακολουθήσω και εγώ εκεί. Και την ψυχή μου στον τζόγο, γιατί όπου αυτοί οφείλω να είμαι και εγώ και ας οικονομήσει ο Χριστός σωτηρία! Δεν θα εννοήσετε ποτε πώς η Εκκλησία είναι μεταμόρφωση και ανοικτή σε όλους! Μπαίνουν τα κουρέλια και βγαίνουν διαμάντια!Δεν θα εννοήσετε ποτέ πώς η εκκλησία είναι γάμος και χαρά, ειδικά γιατί την ευλογημένη χαρμολύπη την καταντήσατε κακομοιριά και μιζέρια. Έρχεται το νερό  άοσμο και αγευστο και βγαίνει κρασί εκλεκτό της Κανά! Έρχεται ο λύκος και γίνεται αρνί και η πόρνη γίνεται μυροφόρος! Εσείς θέλετε οι ιερείς να είμαστε πυλωροί και αστυνομικοί και να κρίνουμε τους ανθρώπους από την εμφάνιση, λες και θα σας σώσει η σχηματική ευπρέπεια. Δεν είστε ευπρεπείς από ευγένεια ή αγάπη για τον Χριστό, αλλά από φοβο για τον περίγυρο σας και τα μαρτύρια της κολάσεως. Θέλετε οι ιερείς να είμαστε ράφτες και μπακάληδες και να μετράμε ήθος και ψυχές με το ζύγι και τον χάρακα. Λυπάμαι οφείλουμε να είμαστε μόνο κηρυναίοι και όταν μπορούμε γιατροί. Οι Ιεροί Κανόνες είναι τα φάρμακα μας και όχι κάποιο αστικό δίκαιο που ξαποστέλνει στην καρμανιόλα τους αμαρτωλούς του κόσμου. Η Γραφή είναι ο οδηγός μας και πηγή ζωής, όχι ένας χάρτινος αδυσώπητος πάπας που κόβει συνταγές και τρομάζει ή καλουπώνει τις ψυχές των ανθρώπων. Όταν ανεβείτε στον Σταυρό και χύσετε το Αίμα σας για όλους τους αματωλούς, τότε θα έχετε το δικαίωμα να κρίνετε ανθρώπους και να κάνετε υποδείξεις. Αφήστε εμάς τους αμαρτωλούς παπάδες να αγαπάμε τους συναμαρτωλούς μας. Σκύβουμε πάνω τους και δεν βλέπουμε κόπρο μα πεσμένη την εικόνα του Θεού. Ουαί ημίν εν τω κρίνεσθαι, αν τους περιφρονησουμε. Καταδικάζουμε την αμαρτία, παλεύουμε να τους σύρουμε μακρυά απ'αυτήν, πολεμάμε τον εφευρέτη της, δεν χαρίζουμε κάστανα. Αλλά τους ίδιους τους αμαρτωλούς θα τους αγαπάμε μέχρι να βγει η ψυχή τους ή η ψυχή μας.

Με συμπάθεια σε όσους είναι ανάμεσα σας και παραμένουν αγνοί, με θλίψη για τους υποψιασμένους, με αδιαφορία για τους τάχα αναποφάσιστους.

Ο ελάχιστος εν ιερεύσι Παντελεήμων.

Κυριακή, Μαΐου 24, 2009

Ο πόλεμος των πειρασμών




 

  Οι πειρασμοί είναι σωματικοί και ψυχικοί. Οι άγιοι λέγουν πως οι πειρασμοί, που έρχονται κατά παραχώρηση Θεού, είναι για την υπερηφάνεια μας, να μας φέρουν δηλ. στην ταπείνωση. Μας πολεμούν και μας πειράζουν με πόνους και οδύνες στο κορμί μας. Έρχονται όμως σαν γιατροί «πας πειρασμός, ως εκ Θεού παραχωρείται, προς ίασιν ψυχής του νοσούντος» (αγ. Πέτρος ο Δαμασκηνός). Βέβαια μας φέρνουν λύπες και σωματικές οδύνες, αλλ’ αυτό γίνεται για τρεις λόγους: α) να ξεριζώσουν από μέσα μας τις παλιές αμαρτίες, β) να μας απομακρύνουν από τις τωρινές αμαρτίες, και γ) να μας προφυλάξουν από τις αμαρτίες που ο σατανάς θα μας βάλει να κάνουμε αύριο μεθαύριο. Αλλά δεν πρέπει ούτε στιγμή να γογγύζουμε για τους πειρασμούς που θα μας έρθουν. «Μακάριος ανήρ ος υπομένει πειρασμόν» (Ιακ. Α΄12). Αυτό είναι το όπλο, με το οποίο θα νικήσουμε τον πειρασμό. Να προσευχόμαστε να δίνει ο Θεός υπομονή και ταπείνωση: «ευφρανθείημεν, ανθ’ ων ημερών εταπείνωσας ημάς, ετών ων είδομεν κακά» (Ψαλμ. πθ΄15). Και να μη νομίζουμε ότι ο Θεός θα μας αφήσει να βαστάξουμε πειρασμό βαρύτερο απ’ ότι μπορούμε να υποφέρουμε «πιστός δε ο Θεός ος ουκ εάσει υμάς πειρασθήναι υπέρ ο δύνασθε, αλλά ποιήσει συν τω πειρασμώ και την έκβασιν του δύνασθαι υμάς υπενεγκείν» (Α΄Κορ. ι΄13). 

  Πρέπει ακόμη να ξέρουμε, ότι η έκβαση του πειρασμού εξαρτάται από την προσευχή μας και τη θέληση του Θεού. Κι αν δεν ήρθε ο πειρασμός, λέγει ο Μέγας Αντώνιος, εμείς πρέπει να τον περιμένουμε. Θεωρεί αδύνατο να σωθεί ο άνθρωπος, δίχως να πειρασθεί: «ουδείς απείραστος δυνήσεται εισελθείν εις την Βασιλείαν των Ουρανών. Έπαρον γαρ, φησί, τους πειρασμούς και ουδείς ο σωζώμενος». Χωρίς πειρασμούς η υπερηφάνεια μας σέρνει σε ψηλούς και επικίνδυνα απόκρημνους βράχους. Ενώ με τους πειρασμούς και οι τέλειοι ακόμη, γίνονται άξιοι για μεγαλύτερα χαρίσματα. Και την κατάλληλη ώρα, «οίδε Κύριος ευσεβείς εκ πειρασμού ρύεσθαι» (Β΄Πέτρου β΄9) αρκεί όμως, όπως μας το ζητάει, να δείξουμε υπομονή. Η υπομονή είναι η μητέρα της παρηγοριάς, είναι η δύναμη, που γεννιέται μέσα σε μια ευρύχωρη καρδιά, με επίμονη προσευχή και θερμά δάκρυα. Κ’ εκεί που ο πόνος μας συνθλίβει και κράζουμε εναγώνια «ο Θεός, ο Θεός μου, πρόσχες μοι, ίνα τι με εγκατέλειπες;» (Ψαλμ. δ΄ 1), σε λίγο αναφωνούμε, ξαλαφρωμένοι και ανακουφισμένοι: «Κύριε, εν θλίψει επλάτυνας με» (Ψαλμ. δ΄ 1).

  Ας μη γογγύζουμε με τους πόνους και τις οδύνες των πειρασμών που μας έρχονται. Όπως εμείς οι άνθρωποι ξέρουμε πόσο βάρος πρέπει να φορτώσουμε τα ζώα μας, κι όπως ο κεραμιδάς που καίει τα πήλινα αγγεία, ούτε άψητα τ’ αφήνει, κι ούτε τα παρακαίει, έτσι κι ο Θεός, που επιτρέπει τους πειρασμούς για το καλό μας: καίει όσο χρειάζεται το χωματένιο αγγείο του σαρκίου μας με το θείον πυρ, για να βαστάξουμε μέχρι τέλους ελεύθερη τη ψυχή μας από το θάνατο της αμαρτίας. Στο τέρμα των πειρασμών υπάρχει το βραβείο και ο στέφανος, τα οποία δίδονται σε όσους αγωνίζονται, και όχι σε εκείνους που «υπτίως κείμενοι ρέγχουσι». Σε κάθε πειρασμό να στρέφουμε τα μάτια μας στον ουρανό και θ’ ακούσουμε τη γλυκειά φωνή της Αποκαλύψεως να μας λέγει: «ότι ετήρησας τον λόγον της υπομονής μου, καγώ σε τηρήσω εκ της ώρας του πειρασμού της μελλούσης έρχεσθαι επί της οικουμένης όλης» (Αποκ. γ΄ 10). 

  Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος έλεγε: «Τις πτώσεις του χριστιανού δεν τις φέρνει η φύση των πειρασμών, αλλά η ραθυμία των πειρασμών».
 

«ΕΡΩΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ»

Π.Β.ΠΑΣΧΟΥ

 

Πέμπτη, Μαρτίου 19, 2009

Αγίου Ισαάκ Σύρου: Πειρασμοί και θλίψεις



Όπως πλησιάζουν τα βλέφαρα το ένα το άλλο, έτσι και οι πειρασμοί είναι κοντά στους ανθρώπους. Και αυτό το οικονόμησε ο Θεός να είναι έ­τσι, με σοφία, για να έχουμε ωφέλεια. για να κρούεις δηλ. επίμονα, εξαιτίας των θλίψεων, τη θύρα του ελέους του Θεού και για να μπει μέσα στο νου σου, με το φόβο των θλιβερών πραγμάτων, ο σπόρος της μνήμης του Θεού, ώστε να πας κοντά του με τις δεήσεις, και να αγιασθεί η καρδιά σου με τη συνεχή ενθύμησή του. Και ενώ εσύ θα τον παρακαλείς, αυτός θα σε ακούσει...

Ο πορευόμενος στο δρόμο του Θεού πρέπει να τον ευχαριστεί για όλες τις θλίψεις που τον βρίσκουν, και να κατηγορεί και να ατιμάζει τον αμελή εαυτό του, και να ξέρει ότι ο Κύριος, που τον αγαπά και τον φροντίζει, δε θα του παραχωρούσε τα λυπηρά, για να ξυπνήσει το νου του, αν δεν έδειχνε κάποια αμέλεια. Ακόμη μπορεί να επέτρεψε ο Θεός κάποια θλίψη, διότι ο άνθρωπος έχει υπερηφανευθεί, οπότε ας το καταλάβει και ας μην ταραχθεί κι ας βρίσκει την αιτία στον εαυτό του, ώστε το κακό να μη γίνει διπλό, δηλ. να υποφέρει και να μη θέλει να θεραπευθεί. Στο Θεό που είναι η πηγή της δικαιοσύνης, δεν υπάρχει αδικία. Αυτό να μην περάσει από το νου μας.

Μην αποφεύγεις τις θλίψεις, διότι βοηθούμενος απ' αυτές μαθαίνεις καλά την αλήθεια και την αγάπη του Θεού. Και μη φοβηθείς τους πειρασμούς, διότι μέσα από αυτούς βρίσκεις θησαυρό. Να προσεύχεσαι να μην εισέλθεις στους ψυχικούς πειρασμούς όσο για τους σωματικούς, να ετοιμάζεσαι να τους αντιμετωπίσεις με όλη τη δύναμή σου, γιατί χωρίς αυτούς δεν μπορείς να πλησιάσεις το Θεό. Μέσα σ' αυτούς εμπεριέχεται η θεία ανάπαυση. Όποιος αποφεύγει τους σωματικούς πειρασμούς, αποφεύγει την αρετή.

Χωρίς πειρασμούς η πρόνοια του Θεού για τον άνθρωπο δε φανερώνεται, και είναι αδύνατο, χωρίς αυτούς, να αποκτήσεις παρρησία στο Θεό, και να μάθεις τη σοφία του αγίου Πνεύματος και, ακόμη, δε θα μπορέσει να στεριωθεί μέσα στην ψυχή σου ο θεϊκός πόθος. Προτού να έρθουν οι πειρασμοί, ο άνθρωπος προσεύχεται στο Θεό σαν ξένος. Από τότε όμως που θα εισέλθει σε πειρασμούς για την αγάπη του Θεού, και δεν αλλάξει γνώμη, έχει το Θεό, να πούμε, υποχρεωμένο απέναντί του, και ο Θεός τον λογαριάζει για γνήσιο φίλο του. Διότι πολέμησε και νίκησε τον εχθρό του, για να εκπληρώσει το θέλημα του Θεού.



Ο Θεός δεν δίνει μεγάλο χάρισμα χωρίς να προηγηθεί μεγάλος πειρασμός γιατί ανάλογα με την σφοδρότητα των πειρασμών ορίσθηκαν τα χαρίσματα από τη σοφία του Θεού, την οποία όμως δεν καταλαβαίνουν συνήθως οι άνθρωποι. Από το μέγεθος των μεγάλων θλίψεων που σου στέλνει η πρόνοια του Θεού, καταλαβαίνεις πόση τιμή σου κάνει η μεγαλοσύνη του. Διότι ανάλογη με τη λύπη που δοκιμάζεις είναι και η παρηγοριά που δέχεσαι.

Αν με ρωτήσεις ποια είναι η αιτία για όλα αυτά, σου απαντώ: Η αμέλεια σου. γιατί δε φρόντισες να βρεις τη γιατρειά τους. Η γιατρειά όλων αυτών είναι μία, και μ' αυτή ο άνθρωπος βρίσκει αμέσως στην ψυχή του την παρηγοριά που ποθεί. Και ποια λοιπόν είναι αυτή η γιατρειά; Είναι η ταπεινοφροσύνη της καρδιάς. Χωρίς αυτήν είναι αδύνατο να χαλάσεις το φράχτη των πειρασμών. απεναντίας μάλιστα βρίσκεις ότι οι πειρασμοί είναι ισχυρότεροι και σε εξουθενώνουν....

Κατά το μέτρο της ταπεινοφροσύνης, σου δίνει ο Θεός και τη δύναμη να υπομένεις τις συμφορές σου. Και κατά το μέτρο της υπομονής σου, το βάρος των θλίψεών σου γίνεται ελαφρό και, έτσι, παρηγοριέσαι. Και όσο παρηγοριέσαι, τόσο η αγάπη σου προς το Θεό αυξάνει. Και όσο αγαπάς το Θεό, τόσο μεγαλώνει η χαρά που σου χαρίζει το άγιο Πνεύμα. Ο εύσπλαχνος Πατέρας μας, θέλοντας να βγάλει σε καλό τους πειρασμούς των πραγματικών του παιδιών, δεν τους παίρνει, παρά τους δίνει τη δύναμη να τους υπομείνουν. Όλα αυτά τα αγαθά (την παρη­γοριά, την αγάπη, τη χαρά) τη δέχονται οι αγωνιστές ως καρπό της υπομονής, για να φτάσουν οι ψυχές τους στην τελειότητα. Εύχομαι ο Χριστός και Θεός μας να μας αξιώσει με τη χάρη του να υπομένουμε την πίκρα των πειρασμών για την αγάπη του και με ευχαριστίες της καρδιάς μας. Αμήν.

[απο το www.impantokratoros.gr]