ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Τρίτη, Νοεμβρίου 13, 2018
Δευτέρα, Ιανουαρίου 18, 2010
H δύναμη του σαρανταλείτουργου
Ο Γερο-Δανιήλ ο αγιορείτης (+1929), ο σοφός ησυχαστής των Κατουνακίων, έχει καταχωρισμένο στα χειρόγραφά του και το ακόλουθο περιστατικό, που συνέβη το 1869 στην πατρίδα του, τη Σμύρνη.Κάποιος ενάρετος χριστιανός κάλεσε στα τελευταία της ζωής του τον πνευματικό του παπα-Δημήτρη και του είπε:-Εγώ σήμερα πεθαίνω. Πες μου, σε παρακαλώ, τί πρέπει να κάνω την κρίσιμη τούτη ώρα;Ο ιερέας, γνωρίζοντας την αρετή του και τη μυστηριακή προετοιμασία του, του πρότεινε το εξής:-Δώσε εντολή να σου κάνουν μετά το θάνατό σου τακτικό σαρανταλείτουργο σ’ ένα εξωκκλήσι.Έτσι κι έγινε. Ο κυρ-Δημήτρης -αυτό ήταν το όνομά του- άφησε εντολή στο γιό του να κάνει μετά την κοίμησή του σαρανταλείτουργο. Κι εκείνος, υπακούοντας στην τελευταία επιθυμία του καλού του πατέρα, ανέθεσε χωρίς καθυστέρηση την εκτέλεσή της στον παπα-Δημήτρη.Ο σεμνός λευίτης δέχτηκε να κάνει το σαρανταλείτουργο, που ο ίδιος είχε προτείνει στο μακαρίτη, και αποσύρθηκε για όλο αυτό το διάστημα στο εξωκκλήσι των αγίων Αποστόλων.Οι τριάντα εννέα λειτουργίες έγιναν απρόσκοπτα. Η τελευταία έπρεπε να γίνει ήμερα Κυριακή. Το βράδυ όμως του Σαββάτου πιάνει τον παπά ένας δυνατός πονόδοντος και τον αναγκάζει να επιστρέψει στο σπίτι του.Η πρεσβυτέρα του πρότεινε να βγάλει το δόντι, μα εκείνος αρνήθηκε, γιατί έπρεπε την επομένη να τελέσει την τελευταία λειτουργία. Τα μεσάνυχτα ο πόνος κορυφώθηκε, και τελικά ο παπάς αναγκάστηκε να βγάλει το δόντι. Επειδή όμως παρουσιάστηκε αιμορραγία, ανέβαλε την τελευταία λειτουργία για τη Δευτέρα.Στο μεταξύ, το απόγευμα του Σαββάτου, ο Γεώργιος, ο γιός του μακαριστού Δημητρίου, ετοίμασε μερικά χρήματα για τον κόπο του ιερέα, με σκοπό να του τα δώσει την επόμενη μέρα.Τα μεσάνυχτα ξύπνησε για να προσευχηθεί. Ανακάθισε στο κρεβάτι κι άρχισε να φέρνει στο νου του τις αρετές, τα χαρίσματα και τα σοφά λόγια του πατέρα του. Κάποια στιγμή πέρασε απ’ το μυαλό του η ακόλουθη σκέψη: «Άραγε ωφελούν τα σαρανταλείτουργα τις ψυχές των κεκοιμημένων, ή τα καθιέρωσε η εκκλησία για παρηγοριά των ζώντων;»Τότε ακριβώς τον πήρε ένας ελαφρός ύπνος, και είδε πως βρέθηκε σε μια πεδιάδα με ομορφιά απερίγραπτη. Ένιωθε ανάξιο τον εαυτό του να βρίσκεται σε τέτοιο ιερό και παραδεισένιο χώρο. Μπροστά του απλωνόταν ένα απέραντο και κατάφυτο περιβόλι, που μοσχοβολούσε με μια ανέκφραστη ευωδιά.«Αυτός οπωσδήποτε θα είναι ο παράδεισος!», μονολόγησε. «Ω, τι μακαριότητα περιμένει όσους ζουν ενάρετα στη γη!»Εξετάζοντας έκπληκτος τα υπερκόσμια κάλλη, είδε ένα λαμπρό ανάκτορο με έξοχη αρχιτεκτονική χάρη, ενώ οι τοίχοι του έλαμπαν απ’ τα διαμάντια και το χρυσάφι. Η ομορφιά του ήταν ανέκφραστη.Πλησιάζει πιό κοντά, και τότε -τι χαρά! -βλέπει στην πόρτα του παλατιού τον πατέρα του ολοφώτεινο και λαμπροφορεμένο.-Πώς βρέθηκες εδώ, παιδί μου; τον ρωτάει με πραότητα και στοργή.-Ούτε κι εγώ ξέρω, πατέρα. Καταλαβαίνω πως δεν είμαι άξιος γι’ αυτόν τον τόπο. Αλλά πες μου, πώς τα περνάς εδώ; Πώς ήρθες; Τίνος είναι αυτό το παλάτι;-Η φιλανθρωπία του Σωτήρα Χριστού με τις πρεσβείες της Παναγίας, που της είχα ιδιαίτερη ευλάβεια, με αξίωσε να καταταχθώ σ’ αυτό το μέρος. Ήταν μάλιστα να μπω σήμερα μέσα στο παλάτι. Ο οικοδόμος όμως, που το χτίζει, πέρασε μια ταλαιπωρία -έβγαλε απόψε το δόντι του – κι έτσι δεν τέλειωσαν οι σαράντα μέρες της οικοδομής του. Για το λόγο αυτό θα μπω αύριο.Ύστερα απ’ αυτό ο Γεώργιος ξύπνησε δακρυσμένος και έκπληκτος, αλλά και με απορίες. Πέρασε την υπόλοιπη νύχτα αναπέμποντας αίνους και δοξολογίες στο Θεό. Το πρωί, μετά τη θεία λειτουργία, πήρε πρόσφορα, νάμα και αγνό κερί και ξεκίνησε για το εξωκκλήσι των αγίων Αποστόλων. Ο παπα-Δημήτρης τον υποδέχθηκε με χαρά:-Τώρα μόλις τελείωσα κι εγώ τη θεία λειτουργία. Έτσι ολοκληρώθηκε το σαρανταλείτουργο.Αυτό το είπε για να μην τον λυπήσει.Ο επισκέπτης τότε του διηγήθηκε το νυχτερινό του δράμα. Όταν έφτασε στο σημείο που ο πατέρας του δεν μπήκε στο παλάτι, γιατί ο οικοδόμος έβγαλε το δόντι του, ο παπα-Δημήτρης ένιωσε φρίκη, αλλά και θαυμασμό.-Εγώ είμαι, αγαπητέ μου, ο οικοδόμος που εργάστηκε στην οικοδομή του παλατιού, είπε με χαρά. Σήμερα δεν λειτούργησα, γιατί έβγαλα το δόντι μου. Θα λειτουργήσω όμως τη Δευτέρα, κι έτσι θα ολοκληρώσω το πνευματικό παλάτι του πατέρα σου.
( Άρχ. Χερουβείμ, Δανιήλ ο Κατουνακιώτης, Εκδ. Ι. Μ. Παρακλήτου.)
Πέμπτη, Ιανουαρίου 14, 2010
Η ιεροσύνη των γυναικών -μια άποψη

...Θα εξηγήσω γιατί ιερείς είναι μόνο άνδρες και δεν είναι γυναίκες. Είναι ένα θέμα που έχει τεθεί τελευταία, ιδίως από ξένες Εκκλησίες.(Δεν υπάρχει συνάντηση με ετεροδόξους που να μην τεθεί αυτό το θέμα της ιεροσύνης των γυναικών). Το ερώτημα θα ήταν όντως πολύ σοβαρό, εάν η ιεροσύνη ήταν ένα επάγγελμα, μία τάξη, μία κάστα. Τέτοια ήταν π.χ. στους Ιουδαίους η φυλή του Λευί, οι Λευίτες, απ' όπου προέρχονταν οι ιερείς. Εάν λοιπόν η ιεροσύνη ήταν μία ιδιότητα, τότε το ερώτημα θα ήταν πράγματι πολύ σοβαρό. Γιατί όχι και η γυναίκα; Δεν υπάρχει δογματικός λόγος που να μην επιτρέπει στη γυναίκα να είναι ιερέας. Και εάν το εξετάσουμε ιστορικά ή ανθρωπολογικά, επίσης δεν υπάρχει λόγος να μην είναι η γυναίκα ιερέας. Αλλά στην Εκκλησία μας υπάρχει μια άλλη παράμετρος.... την οποία δεν τη βρίσκω στις άλλες χριστιανικές ομολογίες. Είναι η παράμετρος της εικονολογικής αντιλήψεως του κόσμου.. Η Ορθόδοξη παράδοση αντιλαμβάνεται τον κόσμο εικονολογικά. Σ' αυτήν την εικονολογία, το ζητούμενο είναι να πραγματοποιήσουμε το δείπνο της Βασιλείας. Κάθε θεία ευχαριστία είναι το δείπνο της Βασιλείας. Μάλιστα, κατά τα λόγια του ίδιου Χριστού, η Ευχαριστία είναι ένα γαμήλιο δείπνο. Πρόκειται δηλ. για φανέρωση ερωτικής σχέσης, με όλη τη σημασία που έχει η λέξη (ας θυμηθούμε ότι οι προφήτες, χρησιμοποιώντας το ρήμα "γινώσκειν", μιλούσαν για σχέση ανδρός και γυναικός). Γι' αυτό και πολλές από τις παραβολές του Κυρίου περί της Βασιλείας του Θεού αναφέρονται σ' ένα γαμήλιο δείπνο. Σας θυμίζω τα δυο, λεγόμενα αποκαλυπτικά βιβλία, εκ των οποίων το ένα θέτει το ερώτημα και το άλλο δίνει την απάντηση περί του γάμου του Νυμφίου με την νύμφη. Το ερώτημα τίθεται από το Άσμα Ασμάτων, όπου η ένωση φαίνεται να μην τελείται, να εμποδίζεται. Υπάρχουν οι οικείοι, υπάρχουν οι φρουροί, υπάρχουν τα τείχη, υπάρχουν τα εμπόδια, ο έρωτας όμως είναι μεγάλος, η λαχτάρα του Νυμφίου και της νύμφης να ενωθούν είναι μεγάλη. Το Άσμα Ασμάτων μιλά κατ' ουσίαν για την ιστορία της συναγωγής που αναμένει τον Μεσσία. Το άλλο βιβλίο είναι η Αποκάλυψη του Ιωάννη. Η Αποκάλυψη μας μιλά επίσης για τον έρωτα του Νυμφίου και της νύμφης, που σαφώς αντιστοιχούν στον Χριστό και στην Εκκλησία. Εκεί το δείπνο συντελείται, παρά τις αντιξοότητες, παρά τις εχθρότητες και παρά τους πολέμους. Τελικά η νύμφη παρουσιάζεται ενώπιον του Νυμφίου και τελείται ο γάμος.Κάθε θεία Ευχαριστία είναι η τέλεση ενός τέτοιου γάμου. Είναι ανάγκη σ' αυτόν τον γάμο να φανερωθούν και να λειτουργήσουν οι ρόλοι. Τη θέση του νυμφίου την αναλαμβάνει ο ιερέας. Αυτός είναι ο Χριστός, ο εις τόπον και τύπον Χριστού. Η γυναίκα αναλαμβάνει τον ρόλο της νύμφης. Η Εκκλησία είναι θηλυκού γένους. Όταν μιλάμε για γάμο ή ένωση του Χριστού και της Εκκλησίας, αναγόμαστε στην αρχετυπική ζεύξη άρρενος και θήλεος, σ' αυτό το προαιώνιο μυστήριο. Γι' αυτό μέσα στην ιστορία ο κλήρος, ο επίσκοπος, ήταν πάντα άνδρας, γιατί έπρεπε να δηλώσει την παρουσία του Χριστού και την σχέση του με την ανθρωπότητα και την κτίση, με την νύμφη Εκκλησία. Μόνο λοιπόν αν δούμε την Εκκλησία με τον τρόπο αυτό, δηλ. εικονολογικά, μπορούμε να πούμε ότι ο ιερέας πρέπει να είναι άνδρας.Να εξηγήσω τί εννοούμε όταν λέμε "εικονολογικά". Η εικονολογική διάσταση της Εκκλησίας αποσαφηνίζεται στην Ζ' Οικουμενική Σύνοδο. Όλα όσα τελούνται στην Εκκλησία αποτελούν εικόνα ενός πρωτοτύπου. Η Εκκλησία μας παρέχει μια εικόνα των πραγμάτων, δηλ. των όντων, τα οποία δεν γίνονται αλλιώς κατανοητά ή μεθεκτά, παρά μόνο μέσω μιας εικόνας τους. Έχουμε ανάγκη από μια εικόνα για να τα ψηλαφήσουμε, να τα κατανοήσουμε, να τα γνωρίσουμε και να ενωθούμε μαζί τους. Εδώ μιλάμε για την εικόνα της ενώσεως Χριστού και Εκκλησίας, δηλ. Χριστού και πιστών.
Δ. Μαυρόπουλος
Υάκινθος
Τρίτη, Δεκεμβρίου 29, 2009
Φώτης Κόντογλου - Ο Μέγας Βασίλειος κι᾿ ο παραμορφωμένος Χριστιανισμός

...Γράφει λοιπὸν ὁ θεόγλωσσος Παῦλος καὶ ρωτᾶ: «Ποῦ σοφός; Ποῦ γραμματεύς; Ποῦ συζητητὴς τοῦ αἰῶνος τούτου; (δηλ. τῆς κοσμικῆς σοφίας). Οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου;» Σὰν νὰ λέγη: «Ποιὸς ἀπὸ τοὺς σοφούς του κόσμου τούτου, ἀπὸ τοὺς φιλοσόφους καὶ τοὺς δεινοὺς συζητητᾶς, μὲ τὴ διαλεκτική τους, θὰ μπορέση νὰ συζητήση, ἢ κἂν νὰ καταλάβη αὐτὰ ποὺ λέμε ἐμεῖς οἱ μωροί, ἐμεῖς ποὺ δὲν γνωρίζουμε τὰ μαστορικὰ γυρίσματα τῆς διαλεκτικῆς, ἐμεῖς οἱ ἀπαίδευτοι ἀνατολίτες, κι᾿ ὄχι κατὰ βάθος ἐμεῖς, ἀλλὰ αὐτὰ ποὺ λέγει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον μὲ τὸ στόμα μας;»Καὶ παρακάτω γράφει: «Σοφίαν δὲ λαλοῦμεν ἐν τοῖς τελείοις, σοφίαν δὲ οὐ τοῦ αἰῶνος τούτου, οὐδὲ τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου, τῶν καταργουμένων». Ποιοὶ εἶναι οἱ ἄρχοντες τοῦ αἰῶνος τούτου, οἱ καταργούμενοι, παρὰ οἱ φιλόσοφοι κ᾿ οἱ ρήτορες κ᾿ οἱ ἄλλοι λογής-λογὴς μαστόροι τῆς κοσμικῆς λογοτεχνίας, ποὺ τὰ σκοτεινὰ φῶτα τους, λένε οἱ τυφλοὶ διδάσκαλοι τοῦ λαοῦ πὼς χρειάζονται στὸ χριστιανό, σὰν νὰ μὴν τοὺς φθάνη τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ λέγει «ἂν τὸ φῶς ποὺ ἔχουνε μέσα τους (οἱ τέτοιοι) εἶναι σκοτάδι, τὸ σκοτάδι τοὺς πόσο πρέπει νὰ εἶναι;»
Λοιπόν, κατὰ τὸ πνεῦμα «τοῦ αἰῶνος τούτου τοῦ καταργουμένου» ἑορτάζουνε καὶ δοξάζουνε καὶ τὸν ἅγιον Βασίλειον, ὄχι σὰν ἅγιον καὶ ἀγωνιστῆ τῆς ἀληθινῆς θρησκείας, ἀλλὰ σὰν συγγραφέα «καλλιεπῶν συγγραμμάτων», «σοφὸν ἠθικολόγον καὶ παιδαγωγόν, λάτρην τῆς ἑλληνικῆς σοφίας».
Ἀλλὰ πόσο σύμφωνος εἶναι ὁ ἅγιος μὲ κείνους ποὺ τὸν δοξάζουνε γιὰ τὴν ἑλληνομάθειά του καὶ γιὰ τὴν ἐκτίμηση ποὺ εἶχε στὴν ἀρχαία σοφία, τὸ φανερώνουνε τὰ παρακάτω λόγια ἀπὸ μία ἐπιστολὴ ποὺ ἔγραψε στὸν Εὐστάθιο ἐπίσκοπο Σεβαστείας:«Ἐγώ, γράφει, ἀφοῦ ξόδεψα πολὺν καιρὸν στὰ μάταια πράγματα, κι᾿ ἀφοῦ ὅλη σχεδὸν τὴ νεότητά μου τὴ χάλασα μὲ τὸ νὰ κοπιάζω γιὰ πράγματα ἀνώφελα (ἀδιαφόρετα), καταγινόμενος νὰ μελετῶ τὰ μαθήματα τῆς «παρὰ τοῦ Θεοῦ μωρανθείσης σοφίας», ἐπειδὴ κάποτε ξύπνησα σὰν νὰ κοιμόμουνα σὲ βαθὺν ὕπνο, καὶ ἄνοιξα τὰ μάτια μου στὸ θαυμαστὸ φῶς τῆς ἀληθείας τοῦ Εὐαγγελίου κ᾿ εἶδα καλὰ πὼς ἤτανε ἄχρηστη «ἡ σοφία τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου τῶν καταργουμένων», ἀφοῦ ἔκλαψα πολὺ γιὰ τὴν ἐλεεινὴ ζωή μου, παρακαλοῦσα τὸ Θεὸ νὰ μὲ χειροκρατήση γιὰ νὰ φωτισθῶ στὰ δόγματα τῆς εὐσέβειας. Καὶ πρὶν ἀπ᾿ ὅλα προσπάθησα νὰ ἀποκτήσω κάποια ἠθικὴ διόρθωση, ἐπειδὴ εἶχε πάθει μεγάλη διαστροφὴ ἡ ψυχή μου ἀπὸ τὴ συναναστροφή μου μὲ τοὺς κακοὺς ἀνθρώπους. Διάβασα λοιπὸν τὸ Εὐαγγέλιο, καὶ σὰν εἶδα πὼς ἐκεῖ μέσα εἶναι γραμμένο πὼς συντείνει πολὺ στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου τὸ νὰ πουλήση τὰ ὑπάρχοντά του καὶ νὰ τὰ μοιράση στοὺς φτωχοὺς ἀδελφούς του καὶ νὰ ζῆ χωρὶς νὰ φροντίζη καθόλου γιὰ τούτη τὴ ζωή, καὶ νὰ μὴν προσηλώνεται ἡ ψυχὴ στὰ ἐπίγεια ἀπὸ καμμιὰ συμπάθεια, παρακαλοῦσα νὰ εὕρω κάποιον ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς ποὺ νὰ διάλεξε αὐτὸν τὸ δρόμο στὴ ζωή του, ὥστε, μαζὶ μ᾿ αὐτόν, νὰ ταξιδέψω καὶ νὰ περάσω τούτη τὴν περαστικὴ φουρτούνα τῆς ζωῆς».
Ἀλλὰ ποιὸς δίνει σημασία σ᾿ αὐτὰ ποὺ λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος; Ἡμεῖς κάναμε ἕνα δικό μας Χριστιανισμό, ἕνα βολικό, ἕναν ἀνθρωπινὸ καὶ λογικὸ Χριστιανισμό, ὅπως λέγει ὁ μεγάλος Ἱεροεξεταστὴς τοῦ Ντοστογιέφσκη, γιατὶ ὁ Χριστιανισμὸς ποὺ δίδαξε ὁ Χριστὸς εἶναι ἀνεφάρμοστος, ἀπάνθρωπος. Ἐμεῖς, ἀντὶ ν᾿ ἀνέβουμε πρὸς τὸν Χριστό, ποὺ λέγει «ἐγὼ σὰν ὑψωθῶ, θὰ σᾶς τραβήξω ὅλους πρὸς ἐμένα», τὸν κατεβάσαμε ἐκεῖ ποὺ βρισκόμαστε ἐμεῖς, καὶ κάναμε ἕνα Χριστιανισμὸ σύμφωνο μὲ τὶς ἀδυναμίες μας, μὲ τὰ πάθη μας, μὲ τὶς κοσμικὲς φιλοδοξίες μας, καὶ δώσαμε καὶ στοὺς ἁγίους τὰ προσόντα ποὺ ἐκτιμοῦμε καὶ ποὺ θαυμάζει ἡ ὑλοφροσύνη μας, τοὺς κάναμε φιλοσόφους, ρήτορας, πολιτικούς, ψυχολόγους, κοινωνιολόγους, παιδαγωγούς, ἐπιστήμονες κ.λπ. Ὁ μεγάλος Ἱεροεξεταστής, σὰν πήγανε μπροστά του τὸν Χριστὸ (ποὺ πρόσταξε νὰ τὸν πιάσουνε, ἐπειδὴ ξανακατέβηκε στὴ γῆ καὶ τὸν ἀκολουθοῦσε ὁ κόσμος), τοῦ εἶπε: «Τὸν καιρὸ ποὺ ἦρθες στὸν κόσμο ἔφερες στοὺς ἀνθρώπους μία θρησκεία σκληρή, ἀνεφάρμοστη, ἀπάνθρωπη. Ἐμεῖς τὴν κάναμε βολική, ἀνθρωπινή. Τί ξαναἦρθες νὰ κάνης πάλι στὸν κόσμο; Νὰ μᾶς τὴ χαλάσης, μόλις τὴ βάλαμε στὸ δρόμο; Γι᾿ αὐτό, θὰ διατάξω νὰ σὲ κάψουνε ἐν ὀνόματί σου, σὰν αἱρετικόν».
Ὁ βολικός, ὁ ἀνθρωπινὸς Χριστιανισμός, αὐτὸ τὸ ἀνθρώπινο κατασκεύασμα, εἶναι ἡ συχαμερὴ παραμόρφωση ποὺ ἔπαθε τὸ Εὐαγγέλιο ἀπὸ τὴν πονηρὴ ὑλοφροσύνη τῆς σαρκός.
Δευτέρα, Ιουνίου 29, 2009
Η δεύτερη άρνηση και το μαρτύριο του απoστόλου Πέτρου
Από ένα απόκρυφο πρωτοχριστιανικό κείμενο , που αναφέρεται όμως στην γνήσια παράδοση της Εκκλησίας της Ρώμης, μαθαίνουμε πώς όταν ο Νέρων ο παράφρων αυτοκράτορας πυρπόλησε την αιώνια πόλη, έριξε την ευθύνη στους χριστιανούς.Τότε άρχισε μέγας διωγμός. Ο απόστολος Πέτρος , γέρος πια και αναγνωρισμένος σαν στύλος της Εκκλησίας, δειλίασε, αρνήθηκε τον Χριστό για δεύτερη φορά και εγκατέλειψε την Ρώμη και το ποίμνιο του στο έλεος των διωκτών. Οδεύοντας όμως, είδε σε οπτασία τον Χριστό να πορεύεται προς την Ρώμη. Σταμάτησε, έφριξε και ρώτησε τον γλυκύ του διδάσκαλο: "Κύριε, που πάς;". Ο Ιησούς απάντησε: "Πάω στην Ρώμη για να ξανασταυρωθώ", εννοώντας τα μαρτύρια και τους διωγμούς της Εκκλησίας. Τότε ο γηραιός Απόστολος συνήλθε, μετανόησε και επέστρεψε στην Ρώμη και στο ποίμνιο του. Οι αρχές τον συνέλαβαν αμέσως και τον καταδίκασαν σε σταυρικό θάνατο. Ο άγιος Πέτρος όμως θεώρησε τον εαυτό του ανάξιο για μία τέτοια τιμή, μια και αρνήθηκε ξανά τον ίδιο τον Κύριο του,να μαρτυρήσει δηλ. όπως ακριβώς ο Κύριος του και ζήτησε από τους δήμιους να τον σταυρώσουν ανάποδα(με το κεφάλι κάτω). Έτσι με το πανάγιο μαρτύριο του ο κορυφαίος Απόστολος και τον εαυτό του αποκατέστησε και τον διδάσκαλο Του εδόξασε, επιστρέφοντας έτσι στο κορυφαίο αποστολικό του αξίωμα.Λέγεται επίσης , χωρίς να είναι ιστορικά εξακριβωμένο πώς ο απόστολος Πέτρος μαρτύρησε την ίδια ημέρα με τον άγιο Παύλο και ότι πηγαίνοντας και οι δύο προς την σφαγή, συναντήθηκαν στον δρόμο και ασπάστηκαν ο ένας τον άλλο. Αυτό όμως θεωρείται ιστορικά αβάσιμο, μια και ο Παύλος μαρτύρησε τρία χρόνια αργότερα διά αποκεφαλισμού. Η παράδοση για τον ασπασμό των αποστόλων πλάστηκε ακριβώς για να τονιστεί η συμφιλιώση μεταξύ των δύο μερίδων της Εκκλησίας διά των αντιπροσώπων τους: του Πέτρου ως των εξ Ιουδαίων χριστιανών προασπιστού και του Παύλου ως πατέρα των εξ εθνών χριστιανών.
