ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Σάββατο, Μαρτίου 06, 2021

Κυριακή της Απόκρεω: Η Κυριακή της Μελλούσης Κρίσεως



Την παραβολή του Ασώτου Υιού θα την ενθυμούμεθα, όσον καιρό θα υπάρχει αυτός ο κόσμος, διότι δι’ αυτής εκφράζεται η ανεκλάλητη αγάπη και το έλεος του Θεού προς ημάς. Γι’ αυτό ίσως ο Σωτήρ ήθελε να πεθάνει δια σταυρικού θανάτου, δηλαδή με τα χέρια τεντωμένα, όπως άλλωστε πάντοτε τον παρουσιάζει και η Εκκλησία, για να μας φανερώσει ότι για πάντα θα μένει με τις αγκάλες ανοικτές, για ν’ αγκαλιάζει όλους τους αμαρτωλούς, οι οποίοι επιστρέφουν στο πατρικό τους σπίτι.

Η αγάπη όμως δεν είναι μονόπλευρη. Ζητεί απάντηση από τον αγαπώντα. Και η φυσικότερη απάντησις δεν ημπορεί να είναι άλλη παρά μόνον η αγάπη. Εάν η Κυριακή του Ασώτου μας επρόβαλε την άπειρη αγάπη του Θεού προς τους ανθρώπους, η τρίτη αυτή Κυριακή, της Μελλούσης Κρίσεως, μας παρακινεί να στοχασθούμε την απάντηση που θα δώσουμε απέναντι της θείας αγάπης.

Η αγάπη προς τον Θεό είναι ιερότατο καθήκον του ανθρώπου. Δεν αγαπούν άραγε τα παιδιά τους γονείς τους; Και τα ζώα και τ’ άγρια θηρία δεν αγαπούν τους ευεργέτες τους; Πώς λοιπόν να μην αγαπήσει ο άνθρωπος τον Θεό, τον ποιητή και χορηγό παντός αγαθού; «Η αγάπη του Θεού είναι η φυσικότερη κίνησις της καρδιάς του ανθρώπου. Πρέπει να σε εξαναγκάσουν, να σε πιέσουν, να σε βασανίσουν για να μην αγαπάς τον Θεό» (Reguy).

Γι’ αυτό, από την Παλαιά Διαθήκη ακόμη, η αγάπη του Θεού εκφράζεται στην αρχή του Δεκαλόγου είναι η μεγαλύτερη εντολή στην οποία περιέχεται όλος ο Νόμος και οι Προφήτες. «Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου» (Ματθ. 22, 37). Ενώ ο Σωτήρ Ιησούς Χριστός μας διαβεβαιώνει ότι καμία άλλη εντολή δεν είναι ανώτερη από την εντολή της αγάπης.

Άλλ’ όμως πώς εναρμονίζεται η ελευθερία με την εντολή; Ο Θεός εδημιούργησε ελεύθερη την ύπαρξη του ανθρώπου. Αυτή η ελευθερία του είναι ο στέφανος της αξιοπρέπειάς του και ο Θεός δεν εννοεί να καταφρονήσει αυτή την ελευθερία.

Στο άγιο Ευαγγέλιο διαβάζουμε ότι ο Σωτήρ δεν διατάζει, αλλά προσκαλεί: «Eἰ θέλεις εἰσελθεῖν…», «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν…». Και πάλι σ’ άλλο μέρος λέγει ο Κύριος καθαρά: «Ἐὰν ἀγαπᾶτέ με, τὰς ἐντολὰς τὰς ἐμὰς τηρήσατε» (Ιωάν. 14, 15), θέλοντας έτσι να μας δείξει ότι η εκπλήρωσις των εντολών είναι αλάνθαστη απόδειξις της αγάπης του Θεού.

Τι είναι λοιπόν οι εντολές του Θεού και ποιος ο σκοπός τους;

Η εκπλήρωσις των εντολών κρύβει ένα βαθύ πνευματικό μυστήριο. Ο Θεός έδωσε εξουσία, δηλαδή δύναμη, σ’ αυτούς που πιστεύουν στο όνομά Του να γίνουν υιοί του Θεού (Ιωάν. 1, 12). Γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες λέγουν «ότι ο Θεός είναι ουσία των αρετών». Κατά το μέτρο που ο άνθρωπος εφαρμόζει τις εντολές, κατά το ίδιο μέτρο χορηγείται η πνευματική χάρις σ’ αυτόν. Όσο είναι αγαθό το έργο που θα κάνει ο άνθρωπος, άλλο τόσο εκδηλώνεται και ζωογονείται μέσα του η θεία χάρις, που εν σπέρματι ευρίσκεται μέσα του. Έτσι, σταδιακά, γίνεται όμοιος με τον Θεό, υιός του Θεού και κληρονόμος της αιωνίου βασιλείας Του.

Ο Θεός δεν πειθαναγκάζει τον άνθρωπο και, ακόμη περισσότερο, δεν τον διατάζει, για να Τον αγαπήσει. Αλλά ο άνθρωπος, όταν τηρεί τις εντολές Του, δηλαδή αγαπά τον Θεό, κληρονομεί την επουράνια βασιλεία Του. Κι επειδή ο Θεός, χάριν του ανθρώπου, ετοίμασε την βασιλεία Του από καταβολής κόσμου και επιθυμεί όλοι να την αποκτήσουν, προτρέπει ως εξής: «Γίνεσθε τέλειοι», «γίνεσθε άγιοι», «γίνεσθε οικτίρμονες».

Η εφαρμογή των εντολών, λοιπόν, δεν είναι υποχρεωτικό έργο απέναντι του Θεού, όπως συμβαίνει με τις ανθρώπινες διαταγές, αλλά είναι καθήκον απέναντι του ιδίου του εαυτού μας, και είναι το βασικότερο θεμέλιο για την ζωή μας.

Υπάρχουν όμως άνθρωποι, που μη μπορώντας να το καταλάβουν αυτό, βλέπουν τις εντολές -την αγάπη προς τον Θεό- ως ένα δυσβάστακτο φορτίο, το οποίο δεν είναι για τον εαυτό τους, αλλά για τους άλλους. Έτσι καταλήγουν σε εσφαλμένα συμπεράσματα, ότι ημπορούν να κάνουν μία αμαρτωλή ζωή, ξένη προς τον Θεό, και συγχρόνως πιστεύουν ότι ημπορούν να χαίρονται, χωρίς να έχουν κοπιάσει, τις πνευματικές απολαύσεις, που προσφέρει αυτή η ζωή κοντά στον Χριστό.

«Μην ασχολείσαι με την μετάνοια, τον συμβουλεύει ο πονηρός εχθρός. Έχεις ακόμη αρκετό καιρό μέχρι του θανάτου σου. Δεν γνωρίζεις ότι ο Θεός είναι μακρόθυμος και πολυέλεος;». Και υπακούει ο άνθρωπος επιπόλαια στους πονηρούς αυτούς ψιθυρισμούς, απομακρύνεται δια της αμαρτίας από τον θείο οίκο. Κάνει μία τυπική χριστιανική ζωή, παρηγορούμενος με την ψευδαίσθηση ότι ο Θεός θα τον συγχωρήσει με το άπειρο έλεός Του, καθώς εσυγχώρησε τον Άσωτο Υιό, την πόρνη και τον ληστή. Διότι μόνο για τους αμαρτωλούς και όχι για τους δικαίους ήλθε στον κόσμο ο Χριστός!

Φοβερή είναι αυτή η απάτη! Εάν η απελπισία, που προέρχεται από την απιστία στην αγαθότητα του Θεού, είναι μεγάλος κίνδυνος για την σωτηρία, η αδιάκριτη εμπιστοσύνη στο θείον έλεος είναι περισσότερο επικίνδυνη και επισφαλής. Με την απελπισία ο άνθρωπος αποκόπτεται μόνος του από κάθε ελπίδα σωτηρίας και δικαιώσεώς του. Με την αδιάκριτη πεποίθηση στο θείο έλεος δεν θέλει να εργασθεί το αγαθόν και να μετανοήσει με ελεύθερη γνώμη και με την θέλησή του. Και οι δύο περιπτώσεις είναι βαριές αμαρτίες κατά του Αγίου Πνεύματος και οδηγούν στην αιώνια κόλαση.

Η Κυριακή της Μελλούσης Κρίσεως σ’ αυτόν ακριβώς τον κίνδυνο μας εφιστά την προσοχή. Ναι, ο Θεός είναι υπεράγαθος, πολυεύσπλαχνος και φιλάνθρωπος, αλλά συγχρόνως είναι και απειροδίκαιος. «Ἐλεήμων καὶ δίκαιος (εἶναι) ὁ Κύριος», μας λέγει ο Ψαλμωδός (Ψαλμ. 114, 5) και «τῆς δικαιοσύνης αὐτοῦ οὐκ ἔσται πέρας». Κατά την διάρκεια της επιγείου ζωής μας, βλέπουμε περισσότερο το αδιάστατο πέλαγος του ελέους Του, αλλά θα έλθει η ημέρα της Μελλούσης Κρίσεως, όπου ο Θεός θα φανερωθεί με το φως της δικαιοσύνης Του. «Πάντες γὰρ παραστησόμεθα τῷ βήματι τοῦ Χριστοῦ», λέγει ο Απόστολος Παύλος (Ρωμ. 14, 10). Τότε ο Θεός θα κρίνει τον κόσμο με δικαιοσύνη, και όλα τα έθνη, χωρίς προσωποληψία.

Αλλά τι είναι η θεία δικαιοσύνη;

Στα τροπάρια του όρθρου αυτής της Κυριακής ακούμε: «Ὅταν τίθενται θρόνοι καὶ βίβλοι ἀνοίγωνται καὶ τὰ κρυπτὰ τοῦ σκότους δημοσιεύωνται… Τί ποιήσωμεν τότε οἱ ἐν πολλαῖς ὑπεύθυνοι ἁμαρτίαις; Τίς ὑποστήσεται τὴν φοβερὰν ἐκείνην ἀπόφασιν… Ὤ ποία ὥρα τότε καὶ ἡμέρα φοβερά!…»

Αλλά για ποια βιβλία εδώ γίνεται λόγος; Υπάρχει κάποιος που γράφει το κάθε τι που κάνει εδώ ο άνθρωπος; Ναι, αλήθεια, υπάρχουν βιβλία και συγγραφείς και τίποτε δεν παραμένει άγραφο. Εδώ πρέπει ν’ αναφέρουμε κάτι πολύ θαυμαστό.

Οι άνθρωποι της γνώσεως, προσπαθώντας με κάθε τρόπο ν’ αποκαλύψουν τα μυστήρια της ανθρωπίνης ζωής, συνεπέραναν ότι κάθε τι που κάνει ο άνθρωπος, δηλαδή αυτό που λέγει ή σκέπτεται, αφήνει ένα ίχνος, το οποίο γράφεται στο βάθος της υπάρξεώς μας, σαν σ’ ένα βιβλίο. Έτσι λοιπόν εμείς οι ίδιοι είμεθα το βιβλίο και ακόμη εμείς οι ίδιοι το γράφουμε. Μεγάλο μυστήριο κρύβεται εδώ!

Κατά την φοβερή κρίση θ’ ανοιχθεί αυτό το βιβλίο· δηλαδή όσα μυστικά γράφθηκαν μέσα μας και είναι άγνωστα στους άλλους, θ’ αποκαλυφθούν. Τα καλά και κακά μας έργα θα τα γνωρίσει όλος ο κόσμος. Τότε οι πληγές των Μαρτύρων θα λάμψουν σαν μαργαριτάρια, οι ασκήσεις και τα έργα των δικαίων και οσίων «ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος» (Ματθ. 13, 43), καθώς μας επιβεβαιώνει ο Ιησούς Χριστός. Ενώ οι μορφές των αμαρτωλών θα είναι δύσμορφες και παραλλαγμένες από τις αμαρτίες και τα πάθη που διέπραξαν στην ζωή τους. Ποιος θα ημπορέση να υπομείνει αυτή την απερίγραπτη εντροπή;

Ιδού η θεία δικαιοσύνη! «Σε έπλασα, σε ετίμησα και σε επροίκισα με πλήρη ελευθερία, την οποία ούτε εγώ δεν ετόλμησα να παραβιάσω. Σου έδωσα την δύναμη να γίνεις όμοιος με Μένα κατά χάριν. Ιδού λοιπόν, τώρα απόλαυε αυτό που εσύ μόνος σου εδιάλεξες!».

Κάθε τι που πράττει ο άνθρωπος με την ελεύθερη θέλησή του, τον πλησιάζει ή τον απομακρύνει από τον Θεό. Ο άνθρωπος σχεδιάζει μόνος του τη μορφή του μ’ αυτό το οποίο γράφει στο βιβλίο της ζωής του, και μ’ αυτή την μορφή θα παρουσιασθεί στην Κρίση. Όταν ο άνθρωπος αντικρίσει την θεία εικόνα, την οποία έπρεπε να μιμηθεί και να επιτύχει στην ζωή του με τις χορηγούμενες δωρεές του Θεού, αλλά και την απαίσια μορφή που έφτιαξε μόνος του στην ζωή του, θα αντιληφθεί ποιος μισθός του αξίζει. Ω, ποία ώρα θα έλθει τότε! Η κρίσις είναι ο μισθός των έργων που εκάναμε στην ανθρώπινη ζωή μας και συγχρόνως η αιωνία επισφράγισις αυτού του αγώνος. Ιδού λοιπόν η θεία δικαιοσύνη! Ο Θεός δεν ημπορεί να αλλάξει αυτό που μας αρέσει. Γι’ αυτό λέγει κάποιος ότι ο πόνος του Θεού θα είναι μεγάλος, όταν θα βλέπει τα παιδιά Του, για τα οποία θυσιάστηκε και τους ετοίμασε την βασιλεία Του από καταβολής κόσμου, να προτιμούν την αιώνια καταδίκη και το πυρ, που ετοιμάσθηκαν για τον διάβολο και τους αγγέλους του.

Γι’ αυτό η ανάμνησις της φοβεράς Κρίσεως είναι συγχρόνως μία γραπτή προτροπή για ν’ αποφύγουμε την αδιαφορία για την σωτηρία μας. Ας μην αυταπατώμεθα με την εσφαλμένη πεποίθηση ότι ο Θεός θα μας συγχωρήσει, επειδή είναι αγαθός και πολυέλεος. Η αγαθότης Του δεν μπορεί να γίνει αιτία αμαρτίας. Αυτός συγχωρεί με το άπειρο έλεός Του, αλλά δεν καταφρονεί την αξιοπρέπεια της ανθρωπίνης ελευθερίας και την συμβολή της στην σωτηρία. Την αμαρτία την γράφει στο βιβλίο του μόνος του ο άνθρωπος και μόνο αυτός μπορεί να την σβήσει και κανείς άλλος, ούτε ακόμη ο ίδιος ο Θεός, εάν δεν θέλει ο άνθρωπος. Το σπουδαιότερο λοιπόν έργο στην ζωή μας είναι να σβήσουμε από το βιβλίο την οποιαδήποτε αμαρτία με την ειλικρινή μετάνοια, την αποχή από το κακό, την καθαρή εξομολόγηση, την επιτέλεση του κανόνος μας με προσευχή και δάκρυα. Και για κάθε αμαρτία μας να ερωτούμε με ανησυχία και φόβο: Άραγε εξαλείφθηκε αυτή από το βιβλίο; Και, αφού τις καθαρίσουμε, να γράψουμε εκεί τα καλά έργα με την εκπλήρωση των εντολών του Θεού, διότι αυτές μας στολίζουν και μας προετοιμάζουν για την αιωνιότητα. Όλα τα καλά έργα είναι αγωνίσματα μεγάλης τιμής, με τα οποία ευφραινόμεθα στους αιώνες των αιώνων. «Όσο μεγαλώνεις τις πτέρυγές σου, λέγει ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος, τόσο ευκολότερα θα ημπορέσεις να πετάξεις προς τα ουράνια. Όσο καθαρίσθηκε ο νους σου εδώ, τόσο καλύτερα θα βλέπεις εκεί την δόξα του Θεού. Και με το μέτρο που Τον αγάπησες εδώ, με το ίδιο μέτρο θα ευφρανθείς από την αγάπη Του».

Η δεύτερη εκδήλωσις αγάπης μας προς τον Θεό γίνεται δια της αγάπης μας προς τον πλησίον, από την οποία πάλι εξαρτάται η θέσις μας στην μέλλουσα Κρίση. Εικόνα αυτής της αγάπης μας αποκαλύπτει κατά διαυγέστατο τρόπο ο Σωτήρ, όταν μας λέγει: «Oὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλʾ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ιωάν. 3, 16). «Aὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολὴ ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς» (Iωάν. 15, 12). και ακόμη: «Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις» (Ιωάν. 13, 35). Και: «Ἐάν τις εἴπῃ ὅτι ἀγαπῶ τὸν Θεόν, καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ μισῇ, ψεύστης ἐστίν. Ὁ γὰρ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν ὃν ἐώρακε, τὸν Θεόν ὃν οὐχ ἑώρακε πῶς δύναται ἀγαπᾶν;» (Α΄ Ιωάν. 4, 20), και « ἀγαπῶν τὸν Θεὸν ἀγαπᾷ καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ» (Α΄ Ιωάν. 4, 21).

Η επιμονή του Σωτήρος στην εντολή της αγάπης έχει ιδιαίτερη σημασία, όταν αποκαλυφθούν τα πάντα την ημέρα της Μελλούσης Κρίσεως. Τότε ολόκληρη η ανθρωπότης θα χωρισθεί στα δύο με κριτήριο την εντολή εκπληρώσεως της αγάπης προς τον πλησίον.

Θ’ ακούσουμε με φόβο την απόφαση του Δικαίου Κριτού, ο οποίος θα ειπεί στους εκ δεξιών Του: «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Ἐπείνασα γὰρ καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με, γυμνός καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην καὶ ἤλθετε πρός με… Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε. Τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· Πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον, τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. Ἐπείνασα γὰρ καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με… Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε…» (Ματθ. 25, 34-45).

Θα είναι μεγάλο λάθος να εννοούμε μ’ αυτά τα λόγια του Κυρίου, ότι η αγάπη προς τον πλησίον αναφέρεται μόνο στην υλική ελεημοσύνη. Η ελεημοσύνη είναι το ορατό σημείο της αγάπης προς τον Θεό και τον πλησίον και, όποιος την έχει, εκπληρώνει ολόκληρη την αρετή. Μαζί με την ελεημοσύνη δηλ. έχει και τις άλλες αρετές. Και πάλι σφάλλουμε εάν, βλέποντας πόσο τιμά ο Κύριος την ελεημοσύνη, νομίσουμε ότι όλα τα άλλα αγαθά έργα, όπως: το μαρτύριο, η προσευχή, οι ασκητικοί κόποι, θα καταφρονηθούν. Όλα θα δοξασθούν και θα αμειφθούν, δηλαδή, όλα τα έργα και οι λογισμοί. Αλλά και στον έπαινο που γίνεται από τον Θεό για το πιο μικρό έργο, κρύβεται μυστικά η μεγάλη χορήγησις της θείας χάριτος και της αγάπης ΤουΑυτό μάς δείχνει την μεγάλη δυνατότητα που έχει ο άνθρωπος να σωθεί, ώστε να μην υπάρχει κανείς που να λέγει ότι δεν ημπορεί να σωθεί. Πρέπει λοιπόν να γνωρίζει ο άνθρωπος ότι ημπορεί να τελειωθεί με τα έργα της ελεημοσύνης. Η ανθρώπινη ζωή είναι ένα μεγάλο δώρο του Θεού. Βέβαια είναι σύντομη, αλλά μ’ αυτή ημπορούμε να κερδίσουμε την αιώνια ζωή. Ο κόπος είναι ολίγος, αλλά αιωνία η ανάπαυσις, λέγουν οι άγιοι Πατέρες. Κάθε καλό που κάνουμε τώρα, θα μας ακολουθήσει μετά τον θάνατό μας και θα μας χαρίσει την αιωνιότητα.

Γι’ αυτό η ενθύμησις της φοβεράς Κρίσεως είναι πηγή μεγάλης πνευματικής δυνάμεως. Μας αποβάλλει την ακηδία και μας παροτρύνει σ’ όλα τα καλά έργα. Ο άγιος Μακάριος ο Μέγας, λέγεται ότι ήτο πολύ αδύνατος, και ξηρός σαν το σύκο.

– Γιατί, πάτερ, τον ερώτησε ένας αδελφός, είσαι πάντοτε αδύνατος, και όταν νηστεύεις και όταν τρώγεις;

-Η τσιμπίδα, του απήντησε ο Άγιος, με την οποία τακτοποιούμε τα ξύλα στην φωτιά, είναι πάντοτε μαυρισμένη και καμένη. Έτσι ακριβώς κατατρώγουν το σώμα και οι λογισμοί περί της Μελλούσης Κρίσεως.

Η μνημόνευσις των νεκρών κατά το λεγόμενο Ψυχοσάββατο, προ της Κυριακής της Μελλούσης Κρίσεως, είναι μία ευκαιρία ν’ αρχίσουμε τα αγαθά έργα και να εκδηλώσουμε την αγάπη που έχει ο Θεός προς τους κοιμηθέντας.

Αλλά η μνημόνευσις των νεκρών είναι ταυτόχρονα και μία προτροπή για να στοχαζώμεθα τον θάνατο. Αυτό τον στοχασμό οι άγιοι Πατέρες θεωρούν σαν την υψηλότερη φιλοσοφία και τροφό της ταπεινώσεως, της προσευχής και της μετανοίας. Οι σκέψεις γύρω από τις ματαιότητες της ανθρωπίνης ζωής, για το εφήμερο του βίου, για την φθορά των πάντων, μας ξυπνούν από την αναισθησία, μας οδηγούν στην διόρθωση και την μετάνοια. Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος μας προτρέπει λέγοντας: «Να σκέπτεσαι πάντοτε τα έσχατα της ζωής σου και δεν θ’ αμαρτήσεις στον αιώνα». Όποιος θέλει να λυτρωθεί από τον αιώνιο θάνατο, να έχει πάντοτε μπροστά του την μνήμη του θανάτου. Διότι, όπως το ψωμί είναι το αναγκαιότερο απ’ όλα τα τρόφιμα, έτσι και η μνήμη του θανάτου προηγείται απ’ όλα τα άλλα πνευματικά έργα. Ο ιερός Αυγουστίνος λέγει: «Ας γίνει ο θάνατος στην ζωή σου ιατρός», θέλοντας μ’ αυτό τον λόγο του να τονίσει ότι η φιλοσοφία του θανάτου προκαλεί την θεραπεία όλων των παθών. «Θρηνώ και οδύρομαι, όταν εννοήσω τον θάνατον!». «Οἴμοι μέλαινα ψυχή, ἕως πότε τῶν κακῶν οὐκ ἐκκόπτεις; Τί οὐκ ἐνθυμῇ τὴν φοβεραν ὥραν τοῦ θανάτου; Τί οὐ τρέμεις ὅλη τὸ φρικτόν βῆμα τοῦ Σωτῆρος; Ἆρα τί ἀπολογήσῃ;…».

Ενθυμήθηκα την ώρα εκείνη του Κριτού, μονολογεί ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος, και εφοβήθην. Εσκέφθην την φοβερά εκείνη Κρίση και ετρόμαξα. Ανελογίσθην την ευφροσύνη του παραδείσου και εστέναξα. Με κατέλαβε το πένθος και έκλαυσα μέχρις εξουδενώσεως των πνευματικών μου δυνάμεων… «Υποσχέθηκες με το πλήθος των οικτιρμών Σου, Φιλάνθρωπε, Πανάγαθε Βασιλεύ, ότι δεν θα τοποθετήσεις στ’ αριστερά, με τα ερίφια, αυτούς που επένθησαν. Μη μου ειπείς τότε: δεν σε γνωρίζω! Αλλά με το άπειρο έλεός Σου, χάρισέ μου ακατάπαυστα δάκρυα, μαλάκωσε και ταπείνωσε την καρδιά μου και καθάρισέ την, για να γίνει οίκος της θείας σου χάριτος. Διότι, ιδού, είμαι αμαρτωλός και ανάξιος και δεν θα παύσω να κτυπώ την θύρα του ελέους Σου» (άγιος Εφραίμ ο Σύρος).

 

(Γέροντας Πετρώνιος Τανάσε, “Οι Πύλες της Μετανοίας – Στοχασμοί στο Τριώδιο”, “Ορθόδοξος Κυψέλη”, Θεσσαλονίκη, 2003)

ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ



Ο θάνατος δεν είναι μια στιγμή, συνυπάρχει και συντροφεύει τον άνθρωπο καθ' όλη την πορεία της ζωής του. Είναι παρών σε όλα τα πράγματα, είναι το προφανές όριό τους. Ο χρόνος και ο χώρος, οι στιγμές πού χάνονται και οι αποστάσεις πού χωρίζουν, είναι τόσες τομές, τόσοι τμηματικοί θάνατοι. Κάθε αποχαιρετισμός, λήθη, αλλαγή, το γεγονός ότι τίποτε δεν μπορεί να ξαναγίνει ακριβώς το ίδιο, μεταφράζουν την πνοή τού θανάτου μέσα στην καρδιά της ζωής και μας αιωρούν μέσα στην οδύνη.

Κάθε αναχώρηση ενός αγαπημένου προσώπου, το τέλος κάθε πάθους, τα ίχνη του χρόνου πάνω σ' έvα πρόσωπο, το τελευταίο βλέμμα πάνω σε μια πόλη ή σ' ένα τοπίο, πού δεν θα ξαναδούμε πια ποτέ, ή απλούστατα ένα μαραμένο λουλούδι προκαλούν μια βαθειά μελαγχολία, μια προκαταβολικά άμεση εμπειρία του θανά­του.
Η φύση δεν γνωρίζει προσωπική αθανασία, δεν γνωρίζει παρά την επιβίωση του είδους. Οι «άθεοι» δεν μπορούν να οραματίζονται παρά επιβίωση μέσα στα έργα τους ή μέσα στην ανάμνηση των μελλοντικών γενεών είναι μια μελαγχολική αθανασία λεξικού, το πολύ - πολύ.
Η βιαιότητα του θανάτου δεν μπορεί να εξουδετερωθεί παρά με την άρνησή του. Γι' αυτό στο κέντρο της ζωής ορθώνεται ο Σταυρός η δε Ζωή δέχεται ελεύθερα να περάσει από τον θάνατο, για να τον ανατινάξει και να τον εκμηδενίσει: «θανάτω θάνατον πατήσας», ψάλλει η Εκκλησία την νύχτα του Πάσχα.
Ο Ωριγένης αναφέρει μια παράδοση, κατά την οποία το σώμα του Αδάμ είχε ταφεί εκεί όπου ο Χριστός σταυρώθηκε. Μια άλλη παράδοση λέγει ότι το ξύλο τού Σταυρού έχει την προέλευσή του από το δένδρο της Εδέμ. Έτσι ο Σταυρός του Χριστού έγινε το Δένδρο της ζωής. Η Βίβλος αγνοεί την φυσική αθανασία και αποκαλύπτει την Ανάσταση πού έρχεται από το υπερπέραν: από τον θάνατο και την Ανάσταση του Θεανθρώπου. Έτσι μόνον ο Χριστιανισμός δέχεται την τραγικότητα του θανάτου, τον κοιτάζει κατά πρόσωπο, γιατί o Θεός περνά απ' αυτό τον δρόμο και όλοι τον ακολουθούν.
ΠΑΥΛΟΣ ΕΥΔΟΚΙΜΩΦ

Παρασκευή, Μαρτίου 05, 2021

ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟΝ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ



Το Σάββατο αυτό οι θειότατοι πατέρες θέσπισαν να μνημονεύουμε όλους τους ευσεβώς κοιμηθέντες όλων των αιώνων.

Επειδή πολλοί πέθαναν ξαφνικά και στην ξενιτιά και με κάθε είδους θάνατο, και πολλοί ήταν ίσως φτωχοί, και δεν αξιώθηκαν τις καθορισμένες ψαλμωδίες και τα μνημόσυνα, οι άγιοι πατέρες από φιλανθρωπία θέσπισαν, η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία να κάνει μνημόσυνα κοινά για όλους, για να περιλαμβάνονται σε αυτά και όσοι για κάποιο λόγο δεν τούς έγιναν τα συνηθισμένα μνημόσυνα. Αυτό το παρέλαβαν από τους ιερούς αποστόλους, διότι αυτά που γίνονται για τους κεκοιμημένους προξενούν σε αυτούς μεγάλη ωφέλεια.

Ένας δεύτερος λόγος είναι ότι, επειδή την επόμενη μέρα θα έβαζαν την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού,μνημονεύουν όπως αρμόζει και τις ψυχές, σαν να παρακαλούν κατά κάποιο τρόπο τον φοβερό και αλάνθαστο κριτή να δείξει σε αυτές τη συνηθισμένη συμπάθειά του και να τις κατατάξει στην τρυφή, που ο ίδιος υποσχέθηκε.
Και επιπλέον, επειδή την επόμενη Κυριακή οι άγιοι πατέρες θα βάλουν την εξορία του Αδάμ, σκέφτηκαν με την παρούσα κατάπαυση (το Σάββατο των ψυχών) να βάλουν κάποια κατάπαυση και κάποιο τέλος όλων των ανθρωπίνων, ώστε την επόμενη Κυριακή να αρχίσουν από την αρχή. Διότι το τελευταίο απ’ όλα τα σχετικά μ’ εμάς είναι η εξέταση των πράξεών μας από τον αδέκαστο κριτή.
Τη μνημόνευση των ψυχών την κάνουμε πάντοτε το Σάββατο, επειδή η λέξη Σάββατο στα εβραϊκά σημαίνει κατάπαυση. Καθώς λοιπόν οι πεθαμένοι κατέπαυσαν από τα βιοτικά και από όλα τα άλλα, γι’ αυτό και την ημέρα που σημαίνει κατάπαυση κάνουμε τις δεήσεις γι’ αυτούς. Και αυτό επικράτησε να γίνεται κάθε Σάββατο, αλλά κατά το σημερινό κάνουμε κοινό μνημόσυνο και παρακαλούμε τον Θεό για όλους τους ευσεβείς.

H Εκκλησία μας ψάλλει χαρακτηριστικά:

Τῶν ἀπ' αἰῶνος σήμερον νεκρῶν, ἁπάντων κατ' ὄνομα, μετὰ πίστεως ζησάντων εὐσεβῶς, μνήμην τελοῦντες οἱ πιστοί, τὸν Σωτῆρα καὶ Κύριον, ἀνυμνήσωμεν, αἰτοῦντες ἐκτενῶς, τούτους ἐν ὥρᾳ τῆς κρίσεως, ἀπολογίαν ἀγαθήν, δοῦναι αὐτῷ τῷ Θεῷ ἡμῶν, τῷ πᾶσαν κρίνοντι τὴν γῆν, τῆς δεξιᾶς αὐτοῦ παραστάσεως τυχόντας ἐν χαρᾷ, ἐν μερίδι Δικαίων, καὶ ἐν Ἁγίων κλήρῳ φωτεινῷ, καὶ ἀξίους γενέσθαι, τῆς οὐρανίου βασιλείας αὐτοῦ.

...πάντας ἀνάπαυσον Κύριε, τοὺς κοιμηθέντας εὐσεβῶς, ἢ ἐν ἐρήμοις, ἢ πόλεσιν, ἢ ἐν θαλάσσῃ, ἢ ἐν γῇ, ἢ ἐν παντὶ τόπῳ, βασιλεῖς τε, ἱερεῖς, ἀρχιερεῖς, μοναστὰς καὶ μιγάδας, ἐν ἡλικίᾳ πάσῃ παγγενεῖ, καὶ ἀξίωσον αὐτούς, τῆς οὐρανίου βασιλείας σου...

...ὸ αἰτοῦμεν ἐκτενῶς, τοὺς σοὺς δούλους ἀνάπαυσον, ἐν αὐλαῖς σου, καὶ ἐν κόλποις Ἀβραάμ, τοὺς ἐξ, Ἀδὰμ μέχρι σήμερον, λατρεύσαντάς σοι καθαρῶς, πατέρας καὶ ἀδελφοὺς ἡμῶν, φίλους ὁμοῦ καὶ συγγενεῖς, ἅπαντα ἄνθρωπον, τὰ τοῦ βίου λειτουργήσαντα πιστῶς, καὶ πρὸς σὲ μεταστάντα, πολυειδῶς, καὶ πολυτρόπω...

Τοὺς θεομηνίᾳ, θανατικῶν ἐκτριβέντας, κεραυνῶν παντοίων, ἐξ οὐρανοῦ ἐνεχθέντων, γῆς σχισθείσης, ἐπικλυσάσης θαλάσσης πάντας τοὺς πιστούς, Χριστὲ ἀνάπαυσον. 

Πᾶσαν ἡλικίαν, πρεσβύτας καὶ νεανίσκους, νέους καὶ ἐφήβους, παῖδας, καὶ τὰ ἄωρα βρέφη, ἀρρενικὴν φύσιν τε καὶ θηλείαν, ἀνάπαυσον ὁ Θεός, οὓς προσελάβου πιστούς. 

Τοὺς ἐξ ἰοβόλων δηγμάτων κεκοιμημένους, καταπόσεως ὄφεων, συμπατήσεως ἵππων καὶ ἐκ πνιγμοῦ, καὶ ἀγχόνης τοῦ πέλας, πίστει σοι λατρεύσαντας ἀνάπαυσον. 

Ἕκαστον κατ' ὄνομα, τῶν ἐν πίστει θανέντων, ἀπὸ τοῦ αἰῶνος, καὶ γενεῶν καὶ γενεᾶς, ἀκατακρὶτως παρασταθῆναί σοι τότε, ἐν τῇ παρουσία σου ἀξίωσον. 

Από ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ(Νέον Λειμωνάριον Αθανασίου Παρίου)

Περί των Κολλύβων

  Ο σίτος χρησιμοποιείται στα κόλλυβα προς τιμή των αγίων και υπέρ υγείας όσων τα προετοιμάζουν και τα προσφέρουν. Χρησιμοποιείται παράλληλα, και στα μνημόσυνα των κεκοιμημένων, τα οποία τελούνται σε συγκεκριμένες ημέρες (τρίμερα, εννιάμερα, τεσσαρακονθήμερα, τριμηνιαία, ετήσια κ.λπ.) από την κοίμηση κάθε πιστού. Η ευλογία των νεκρώσιμων κολλύβων, τα οποία αποτελούνται από σίτο και άλλους καρπούς, λειτουργούν συμπληρωματικά της μνημόνευσης του ονόματος του κεκοιμημένου στη Θεία Ευχαριστία και την εξαγωγή μερίδας στο δισκάριο κατά τη προσκομιδή, υπέρ της ανάπαυσης της ψυχής του πιστού.

            Τα κόλλυβα των μνημοσύνων αποτελούν σύμβολο της ανάστασης των νεκρών, με πρότυπο την Ανάσταση του Κυρίου. Ο Συμεών Θεσσαλονίκης παραλληλίζει τον κεκοιμημένο με σπόρο. Όταν ο σπόρος πέσει στη γη, καλυφθεί και σαπίσει, μετά από καιρό αποδίδει καρπούς και μάλιστα, πολύ περισσότερους και καλύτερους από τον αρχικό. Ο κεκοιμημένος πιστός αντίστοιχα, κατατίθεται στη γη μετά από τον θάνατό του, αναμένοντας την ημέρα της κοινής Ανάστασης, οπότε όλοι οι κεκοιμημένοι θα αναστηθούν και θα λάβουν σώμα άλλης μορφής, ανώτερης από εκείνη που είχαν πριν από την κοίμησή τους. Η ταφή του κεκοιμημένου στη γη, ως άλλου πνευματικού σίτου, ανάγει στη μέλλουσα κοινή ανάσταση και ατελεύτητη ζωή κοντά στον Χριστό.

            Η ερμηνεία των κολλύβων και ειδικά του σίτου, ως εικόνας της ανάστασης των κεκοιμημένων, δείχνει την εσχατολογική προοπτική της Εκκλησίας και την εν τω μέλλοντι αιώνι αποκατάσταση του ανθρώπου στην προγονική φυσικότητα. Μεταξύ των καρπών των κολλύβων προέχει ο σίτος. Η υπεροχή του σιταριού έναντι των άλλων καρπών βασίζεται στο γεγονός, ότι ο Κύριος εικόνισε με αυτόν τον ίδιο του τον Εαυτό, τόσο σε σημεία του κηρύγματός του, όσο και κατά την ημέρα του Μυστικού Δείπνου.

γ. ζαραβέλα, ο σίτος και τα κόλλυβα στην ορθόδοξη λατρεία

πεμπτουσία

Τετάρτη, Μαρτίου 03, 2021

«Θάνατος ποιμανεῖ αὐτούς» ( Ψαλμ. μη΄, 15 )

 


Ἀρχιμ. Αντωνίου Ρωμαίου

«Αὐτούς θά τούς ποιμάνει ὁ θάνατος», λέει ὁ Ψαλμωδός. Σύμφωνα μέ τά βιβλικά δεδομένα, δέν πρόκειται ἐδῶ γιά εἰρωνεία στήν ἔκφραση, ἀλλά γιά διαγνωστική προαγγελία.

Ἤδη, στό Δευτερονόμιο τῆς Πεντατεύχου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, παρουσιάζεται ὁ Θεός νά κάνει αὐτή τή διαγνωστική προαγγελία μέ τά λόγια: «᾿Ιδοὺ ἐγώ δίδωμι ἐνώπιον ὑμῶν σήμερον τὴν εὐλογίαν καί τὴν κατάραν· τὴν εὐλογίαν, ἐὰν ἀκούσητε τὰς ἐντολὰς Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν, ὅσας ἐγώ ἐντέλλομαι ὑμῖν σήμερον, καί τὴν κατάραν, ἐὰν μὴ ἀκούσητε τὰς ἐντολὰς Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ὅσα ἐγώ ἐντέλλομαι ὑμῖν σήμερον, καί πλανηθῆτε ἀπὸ τῆς ὁδοῦ, ἧς ἐνετειλάμην ὑμῖν, πορευθέντες· λατρεύειν θεοῖς ἑτέροις, οὓς οὐκ οἴδατε» [1].

Στήν ἱστορική διαδρομή του, ὁ λαός τοῦ Ἰσραήλ ἔχει ἐπιβεβαιώσει, κατά ἐναλλασσόμενες περιόδους, τήν ἀναντίρρητη πραγματικότητα καί τῶν δύο φάσεων τῆς σχέσης του μέ τόν Θεό.

Σέ κάθε χρονική περίοδο, πού σεβόταν τόν Θεό καί ἐφήρμοζε τίς ἐντολές Του, μεγαλουργοῦσε, εὐημεροῦσε καί ἀντιμετώπιζε τούς ἐχθρούς του νικηφόρα. Στίς χρονικές περιόδους, πού παρασυρόταν ἀπό γειτνιάζοντα ἔθνη καί ἀπομακρυνόταν ἀπό τήν θεοκρατική πίστη καί κοσμοβιοθεωρία του, σέ σημεῖο, πού ἐγκατέλειπε καί τόν μονοθεϊσμό καί τήν παραδεδομένη λατρεία, ἔχανε τήν ἐθνική κυριαρχία του. Ὑποδουλωνόταν τότε σέ ἄλλους λαούς καί στρεφόταν στόν παγανισμό, στήν δεισιδαίμονα εἰδωλολατρία καί στήν ὑποκουλτούρα τῶν ἀκαλλιέργητων φυλῶν.

Σέ αὐτές τίς περιόδους τῆς παρακμῆς, ὁ Θεός δέν ἄφηνε τό λαό Του ἀβοήθητο. Προνοοῦσε γιά τήν παρουσία ἰσχυρῶν προσώπων, ἱκανῶν νά τόν ἐπαναφέρουν στήν παραδεδομένη πίστη καί λατρεία, ὅπως, γιά παράδειγμα, ὑπῆρξαν οἱ προφῆτες.

Μία τέτοια προσωπικότητα, ὁ Προφήτης Ἠσαΐας ἔκαμε τότε μία δυνατή παρέμβαση, λέγοντας: «Καὶ δεῦτε διαλεχθῶμεν, λέγει Κύριος· καὶ ἐὰν ὦσιν αἱ ἁμαρτίαι ὑμῶν ὡς φοινικοῦν, ὡς χιόνα λευκανῶ, ἐὰν δὲ ὦσιν ὡς κόκκινον, ὡς ἔριον λευκανῶ. καὶ ἐὰν θέλητε καὶ εἰσακούσητέ μου, τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς φάγεσθε· ἐὰν δὲ μὴ θέλητε, μηδὲ εἰσακούσητέ μου, μάχαιρα ὑμᾶς κατέδεται· τὸ γὰρ στόμα Κυρίου ἐλάλησε ταῦτα[2]».

Καλεῖ ὁ Θεός, μέ τόν Προφήτη Ἠσαΐα, τούς ἀποστατημένους Ἰσραηλῖτες σέ διάλογο καί, ὅπως θά λέγαμε σήμερα, τούς λέει: «Λοιπόν, ἐλᾶτε, κι ἂς κριθοῦμε μεταξύ μας, λέει ὁ Κύριος. Θέλω νά κάνω διάλογο μαζί σας. Γιατί μέ ἀποφεύγετε; Μήπως μέ φοβόσαστε, γιά τίς ἁμαρτίες πού ἔχετε κάνει; Εἶναι οἱ ἁμαρτίες σας κόκκινες σάν τό αἷμα; Μά θά μποροῦσαν νά γίνουν λευκές, σάν τό χιόνι. Ἔχουν τό χρῶμα τῆς πορφύρας; μά θά μποροῦσαν νά λευκανθοῦν, σάν καθάριο μαλλί».

Ταπεινώνεται ὁ Θεός, μέ Ἀγάπη γιά τόν ἐκλεκτό, ἀλλά ξεπεσμένο Ἰσραηλιτικό λαό, καί τόν καλεῖ σέ ἐπανασύνδεση μαζί Του. Τούς ἀποκαλύπτει τήν μέθοδο τοῦ σατανᾶ, ὁ ὁποῖος βάζει πρῶτα τούς πιστούς νά ἁμαρτάνουν καί μετά τούς ὑποβάλλει τό συναίσθημα τῆς ἀναξιότητας. Τούς κάνει, δηλαδή, νά πιστεύουν πραγματικά, ὅτι δέν εἶναι ἄξιοι νά ἔχουν σχέση μέ τόν Θεό! Ὁ Κύριος ὅμως τούς βεβαιώνει ὅτι οἱ ἁμαρτίες τους δέν Τόν δυσκολεύουν νά τούς δεχθεῖ σάν παιδιά Του, ἀρκεῖ αὐτοί νά θέλουν νά εἶναι ἑνωμένοι μαζί Του καί νά ἐφαρμόζουν τίς σωτήριες ἐντολές Του. Ἐκεῖνος, ὡς Θεός, ἔχει τήν δύναμη νά τούς ἀναμορφώσει. Τούς βεβαιώνει, λοιπόν, καί τούς λέει: « Ἂν θέλετε, νά δεχθεῖτε τίς ἐντολές μου καί νά τίς τηρήσετε, νά εἶστε σίγουροι ὅτι θά σᾶς ἀξιώσω νά ἀπολαύσετε ὅλα τά ἀγαθά πού μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά χαρεῖ στήν ἐπίγεια ζωή του. Ἂν ὅμως δέν θελήσετε νά συμμορφωθεῖτε μέ τή συμβουλή μου καί τήν παρακούσετε, τότε, θά σᾶς ἐξαφανίσει ἀπό τή ζωή τό μαχαίρι τοῦ ἐχθροῦ σας»[3].

Τό νόημα αὐτοῦ τοῦ προφητικοῦ λόγου τοῦ Ἠσαΐα, εἶναι ταυτόσημο μέ ἐκεῖνο τοῦ Ψαλμοῦ πού λέει: «θάνατος ποιμανεῖ αὐτούς». Μέ τήν ποιητική αὐτή διατύπωση, ὁ Ψαλμωδός, προσπαθεῖ νά συγκινήσει τούς ἀποστατημένους ἀπό τόν Θεό ἁμαρτωλούς, μέ τρόπο ἐντυπωσιακό. Τούς ζητεῖ νά σκεφτοῦν σοβαρά τήν ἀλήθεια καί τήν πραγματικότητα. Ἄν, δηλαδή, ἀρνοῦνται νά ποιμανθοῦν ἀπό τόν Θεό, κατά τήν ἐπίγεια ζωή τους, μετά τό θάνατό τους, θά ἔχουν ὑποχρεωτικά γιά ποιμένα τους, τόν θάνατο· τόν σκληρό αὐτό καί μοχθηρό ἄρχοντα τοῦ Ἅδη.

Ὁ ἴδιος Προφήτης, ὁ Ἠσαΐας[4] στήν προσπάθειά του νά προκαλέσει τήν μετάνοια τοῦ ἀποστατημένου Ἰσραήλ, τούς προτρέπει νά συνειδητοποιήσουν ὅτι, μέ τήν ἀποστασία τους αὐτή, ἀναλαμβάνουν ἐπιπλέον τήν εὐθύνη, γιά ἐκείνους πού δέν πλησιάζουν καί δέν ὑποτάσσονται στόν Κύριο. Κι αὐτό, γιατί θεωροῦν τόν Θεό ἀνίκανο νά τούς κρατήσει κοντά Του, ἀφοῦ ἀκόμα καί ὁ ἐκλεκτός λαός Του Τόν ἐγκαταλείπει. Εἶναι κλασσική διαστροφή τῶν ἀπίστων καί τῶν ἀσεβῶν νά μικραίνουν τόν Θεό καί νά μεγαλώνουν τόν ἑαυτό τους.

Ὁ Κύριος, ὅμως, ἔχει τή δύναμη καί τούς τρόπους, ὥστε –τότε πού Ἐκεῖνος θά κρίνει σκόπιμο καί θά ἀποφασίσει– νά κάνει φανερή τήν ἰσχύ καί τήν ἐξουσία Του ἐπί τοῦ σύμπαντος εἰς τόν αἰώνα. Ζημιώνουν τόν ἑαυτό τους ὅσοι δέν καταλαβαίνουν ὅτι τό συμφέρον τους βρίσκεται στήν ἀγκαλιά Του! Αὐτή ἡ ἀλήθεια διακηρύττεται καί στήν Παλαιά Διαθήκη: «Δίκαιοι δὲ εἰς τὸν αἰῶνα ζῶσι, καὶ ἐν Κυρίῳ ὁ μισθὸς αὐτῶν, καὶ ἡ φροντὶς αὐτῶν παρὰ ῾Υψίστῳ»[5]. Ἡ βιωματική ἐμπειρία τῶν πιστῶν ἐπιβεβαιώνει τά θεϊκά λόγια.

Μία παράλληλη προφητεία ἔχουμε καί ἀπό τόν Προφήτη Ὠσηέ σέ μία κοσμογονική, θά λέγαμε, συγκυρία, σέ μία προβολή δύο, μεταξύ των, ἀντιθέτων προοπτικῶν, γιά τόν ἀποστατημένο Ἰσραήλ. Φαίνεται ἐδῶ νά φέρεται τελεσίδικα πρός ἀφανισμό, ἐξαιτίας τῶν τόσο σημαντικῶν παραβάσεών του ἀπέναντι στόν Θεό καί τό Θέλημά Του, ὁ Προφήτης ὅμως, παράλληλα, ἀποκαλύπτει τή Βουλή τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ λαοῦ, ἀλλά ὄχι μέ τόν τρόπο πού οἱ ἀποστατημένοι Ἰσραηλῖτες φαντάζονται καί προτίθενται νά ἐπιδιώξουν! Παραθέτω, χάριν συντομίας, μόνο τήν μετάφραση τῶν τριῶν αὐτῶν στίχων: «Διά τοῦτο, θά παραχωρήσω νά ἐπέλθουν ἐναντίον του πόνοι τόσον ἰσχυροί, ὅμοιοι πρός ἐκείνους, τούς ὁποίους ὑποφέρει ἡ γυναίκα, ὅταν γεννᾶ. Ποιός δέν θά τόν σώσει; Μήπως ὁ υἱός σου, ὁ βασιλιᾶς αὐτός τῆς φυλῆς Ἐφραίμ, τόν ὁποῖο ὡς φρόνιμο ἀνέβασες στό θρόνο; Δέν πρόκειται ὅμως νά σέ ὠφελήσει σέ τίποτε, διότι αὐτός, ἐνῶ τά τέκνα σου θά συντρίβωνται, δέν θά μπορέσει νά ἀντισταθεῖ στούς ἐχθρούς καί θά συλληφθεῖ αἰχμάλωτος. Ἀλλ’ ἐγώ θά τούς σώσω ἀπό τά χέρια τοῦ ἅδου καί θά τούς λυτρώσω ἀπό τόν θάνατο, δηλαδή ἀπό τήν αἰχμαλωσία. Ποῦ εἶναι ἡ καταδίκη, ἡ τιμωρία, οἱ πληγές πού ἐπιφέρεις θάνατε; ποῦ εἶναι τό φαρμακερό κεντρί σου, ἅδη; Μέχρι τότε ὅμως, πού θά σώσω τόν ἰσραηλιτικό λαό, ἡ παρηγορία καί ἡ ἐλπίδα τῆς σωτηρίας φαίνεται ὅτι ἔχει κρυβεῖ ἀπό τά μάτια μου καί δέν θά σοῦ δοθεῖ· διότι τούς ἀδελφούς, πού εἶναι αἰχμάλωτοι, θά τούς χωρίζει μεταξύ των ὁ θάνατος· ὁ Κύριος θά ἐπιφέρει ἐναντίον τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ καυστικό ἄνεμο ἀπό τήν ἔρημο (ἐχθρούς) καί θά ἀποξηράνει τίς πλουτοφόρες πηγές του καί θά ἐρημώσει ἐντελῶς τίς πηγές τῆς χώρας του. Αὐτός θά ξηράνει ὅλως διόλου τήν χώραν του· οἱ ἐχθροί θά λεηλατήσουν ὅλα τά πολύτιμα ἀντικείμενά του –τά χρυσά καί τά ἀργυρᾶ– τά ὁποῖα πάντοτε ἐπιθυμοῦν καί ὀρέγονται οἱ ἐχθροί» [6].

Ἔχω τήν ἀντίληψη, ὅτι τά σκηνικά τῶν τριῶν αὐτῶν στίχων τοῦ Προφήτου Ὠσηέ, θά μποροῦσαν νά θεωρηθοῦν ἱκανή περιγραφή καί τῆς κατάστασης, πού σήμερα, ἀντιμετωπίζει ὁ ἀποστατημένος ἀπό τόν Θεό, στό μέγιστο ποσοστό του, ἑλληνικός λαός. Ἕνας λαός, γιά τόν ὁποῖο δικαίως θά μποροῦσε νά ἰσχύει τό ὑπό τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «ἦτε ἐν τῷ καιρῶ ἐκείνω χωρίς Χριστοῦ, ἀπηλλοτριωμένοι τῆς πολιτείας τοῦ Ἰσραήλ καί ξένοι τῶν διαθηκῶν τῆς ἐπαγγελίας, ἐλπίδα μή ἔχοντες καί ἄθεοι ἐν τῷ κόσμω»[7], καί «πέποιθάς τε σεαυτὸν ὁδηγὸν εἶναι τυφλῶν, φῶς τῶν ἐν σκότει, 20 παιδευτὴν ἀφρόνων, διδάσκαλον νηπίων, ἔχοντα τὴν μόρφωσιν τῆς γνώσεως καὶ τῆς ἀληθείας ἐν τῷ νόμῳ. ὁ οὖν διδάσκων ἕτερον σεαυτὸν οὐ διδάσκεις; ὁ κηρύσσων μὴ κλέπτειν κλέπτεις; ὁ λέγων μὴ μοιχεύειν μοιχεύεις; ὁ βδελυσσόμενος τὰ εἴδωλα ἱεροσυλεῖς; ὃς ἐν νόμῳ καυχᾶσαι, διὰ τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου τὸν Θεὸν ἀτιμάζεις; τὸ γὰρ ὄνομα τοῦ Θεοῦ δι᾿ ὑμᾶς βλασφημεῖται ἐν τοῖς ἔθνεσι, καθὼς γέγραπται»[8].

Ὁ Προφήτης Ἰεζεκιήλ, ἕνας ἀπό τούς τέσσαρες μεγάλους προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης κατ’ ἐντολή τοῦ Θεοῦ, παρουσιάζει τήν εἰκόνα τῆς ἀποστασίας  τοῦ Ἰσραήλ καί τήν εἰκόνα τῆς ἐπιστροφῆς του στόν Κύριο καί τῆς ἀνασύστασης τῆς θεοκρατικῆς καί θεοχαρίτωτης κοινωνίας του, πού ξαναζεῖ μέσα στίς εὐλογίες τοῦ Θεοῦ καί μέσα στήν εὐμάρεια καί εὐπραγία του

Θεωρῶ σκόπιμο καί διδακτικό τό νά παραθέσω, σέ μετάφραση, ὁλόκληρη αὐτή τήν προφητεία, πού μέ τήν κατανόησή της μπορεῖ νά διώξει τήν ἀγχωτική βίωση τοῦ σύγχρονου κόσμου καί νά βάλει μέσα στίς καρδιές τῶν ἀπελπισμένων τήν θεοδώρητη ἐλπίδα, γιά ἕνα εἰρηνικό καί καρποφόρο μέλλον. Ἂς ἀκούσουμε τόν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ:

« Ὡμίλησε δέ ὁ Κύριος πρός ἐμέ καί εἶπεν:

Ἄνθρωπε, οἱ ἀπόγονοί τοῦ Ἰσραήλ ἐγκαταστάθηκαν στή γῆ τους καί τήν μόλυναν μέ τή συμπεριφορά τους καί μέ τά εἴδωλα τῶν ἐθνῶν πού λάτρευσαν καί αὐτοί, ἀλλά καί μέ τίς ἠθικές  ἀκαθαρσίες τους. Ἡ ζωή τους μοῦ παρουσιαζόταν ἀκάθαρτη ὅπως ἡ ἀκαθαρσία τῆς γυναίκας πού ἔχει τά ἔμμηνά της. Ξέχυσα λοιπόν καί ἐγώ τό θυμό μου ἐναντίον τους καί τούς διασκόρπισα στά διάφορα ἔθνη· τούς σκόρπισα σάν ἄχυρα σέ ἄλλες χῶρες. Τούς καταδίκασα καί τούς τιμώρησα ἀνάλογα μέ τή ζωή τους καί μέ τίς ἁμαρτίες τους. Ἀναμίχθηκαν καί ἔζησαν μέσα στά ἔθνη, διασκορπισμένοι ἀνάμεσά τους, καί βεβήλωσαν καί πρόσβαλαν τό Ὄνομά μου τό ἅγιο· γιατί ἔγιναν αἴτιοι, ὥστε οἱ διάφοροι λαοί, ἀνάμεσα στούς ὁποίους ζοῦσαν σέ κάθε χώρα, νά τούς βλέπουν καί νά λένε: ΄Αὐτοί οἱ ξένοι εἶναι λαός τοῦ Κυρίου καί ὅμως ἔχουν ἐξοριστεῖ ἀπό τή χώρα Του΄. Ὡσάν νά ἔλεγαν: ΄Τί Θεός εἶναι αὐτός, πού δέν τούς προστάτευσε καί ἔχει σάν δικό του λαό τόσο διεφθαρμένους ἀνθρώπους;΄.

Τούς λυπήθηκα λοιπόν καί ἀποφάσισα νά τούς βοηθήσω καί νά τούς λυτρώσω, γιά νά ἀποκατασταθεῖ τό κύρος τοῦ ἁγίου Ὀνόματός μου, πού τό βεβήλωσαν καί τό πρόσβαλαν οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἰσραήλ, ζώντας ὡς ἐξόριστοι καί αἰχμάλωτοι, ἀνάμεσα σέ διάφορους λαούς.

Γιά τοῦτο, νά εἰπεῖς τά ἑξῆς στούς ἀπογόνους τοῦ Ἰσραήλ: Αὐτά λέγει ὁ Κύριος: Δέν ἐνεργῶ ἐγώ γιά σᾶς, ἀπόγονοι τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλά γιά τό Ὄνομά μου τό Ἅγιον, πού τό βεβηλώσατε στά διάφορα ἔθνη, πού ζήσατε ἀνάμεσά τους ὡς ἐξόριστοι καί αἰχμάλωτοι.

Θά ἁγιάσω λοιπόν τό μέγα Ὄνομά μου, πού βεβηλώθηκε μεταξύ τῶν ἐθνῶν, ἐξαιτίας σας, καί τότε θά γνωρίσουν τά ἔθνη ὅτι Ἐγώ εἶμαι Κύριος τοῦ παντός, μέ αὐτό πού θά κάνω γιά σᾶς μπροστά στά μάτια τους καί πού θά τούς κάνει νά καταλάβουν τήν ἁγιότητα καί τό μεγαλεῖο μου. Θά σᾶς πάρω δηλαδή μέσα ἀπό τά ἔθνη, θά σᾶς συναθροίσω ἀπό ὅλες τίς περιοχές καί θά σᾶς ὁδηγήσω μέσα στή χώρα σας. Θά σᾶς ραντίσω μέ καθαρό νερό καί θά καθαρισθεῖτε ἀπό ὅλους τούς μολυσμούς σας καί ἀπό ὅλα τά βδελυκτά εἴδωλά σας. Θά σᾶς καθαρίσω ὁπωσδήποτε. Θά σᾶς δώσω ἐπίσης καινούργια καρδιά, θά σᾶς δώσω καί νέο πνεῦμα μέσα σας. Θά βγάλω τή λίθινη καρδιά ἀπό τό σῶμα σας καί θά σᾶς δώσω καρδιά σάρκινη, πού νά αἰσθάνεται καί νά συγκινεῖται.

Θά σᾶς δώσω ἀκόμα μέσα σας καί τό Πνεῦμα μου καί ἔτσι θά σᾶς βοηθήσω νά ζεῖτε καί νά συμπεριφέρεστε σύμφωνα μέ τά προστάγματά μου καί νά τηρεῖτε καί ἐφαρμόζετε τίς ἐντολές μου.

Θά κατοικήσετε δέ στή γῆ πού ἔδωσα στούς πατέρες σας καί θά εἶστε πλέον δικός μου λαός , καί ἐγώ θά εἶμαι ὁ Θεός σας.

Θά σᾶς σώσω, ἐπαναλαμβάνω, ἀπό ὅλους τούς μολυσμούς σας. Θά κάνω δέ τό σιτάρι νά γυρίσει καί νά πολλαπλασιαστεῖ στή χώρα σας. Μέ τή δυναμή μου θά τό πληθύνω καί δέν πρόκειται πλέον νά σᾶς τιμωρήσω μέ πείνα. Θά πληθύνω ἐπίσης κάθε καρπό δένδρου καί τά προϊόντα τῶν ἀγρῶν, γιά νά μή πεινάσετε καί σᾶς ὀνειδίζουν γιά τοῦτο οἱ ἄλλοι λαοί.

Τότε, θά θυμηθεῖτε τούς πονηρούς τρόπους τῆς συμεπριφορᾶς σας καί τά ἔργα σας, πού δέν ἦταν καλά, καί θά ἀποστραφεῖτε μέ ἀηδία μπροστά στά μάτια τους τίς παρανομίες σας καί τά βδελυρά εἰδωλολατρικά ἔθιμά τους.

Νά γνωρίζετε ὅμως, ἀπόγονοι τοῦ Ἰσραήλ, ὅτι αὐτά Ἐγώ δέν τά κάνω, λέγει ὁ μόνος Κύριος καί ἐξουσιαστής τοῦ παντός, ἐπειδή τό ἀξίζατε. Σεῖς πρέπει νά αἰσχύνεστε καί νά ντρέπεστε γιά τήν προηγούμενη ζωή σας.

Αὐτά λέγει ὁ Κύριός μου, ὁ μόνος ἐξουσιαστής τοῦ παντός: Τότε πού θά σᾶς καθαρίσω ἀπό ὅλες τίς παρανομίες σας, θά γεμίσω μέ κατοίκους τίς πόλεις καί θά οἰκοδομηθοῦν οἱ περιοχές πού εἶχαν ἐρημωθεῖ. Ἡ γῆ δέ πού εἶχε καταστραφεῖ, θά καλλιεργηθεῖ καί πάλι, γιατί τότε τήν ἔβλεπε ὁ καθένας πού περνοῦσε ἀπό ἐκεῖ καί ἦταν κατεστραμμένη. Τώρα ὅμως οἱ περαστικοί θά λένε: Ἐκείνη ἡ κατεστραμμένη γῆ τώρα ἔγινε σάν κῆπος εὐφροσύνης· οἱ δέ πόλεις πού ἦταν ἔρημες καί κατεστραμμένες ἔγιναν ὀχυρές καί στέκουν ἀκλόνητες»

Ἔτσι, θά γνωρίσουν τά διάφορα ἔθνη, ὅσα θά ἀπομείνουν γύρω σας, ὅτι Ἐγώ, ὁ Κύριος τῶν πάντων, ἀνοικοδόμησα τίς κατεστραμμένες πόλεις καί ἐγέμισα μέ φυτά τίς ἔρημες περιοχές. Τά εἶπα αὐτά Ἐγώ ὁ Κύριος τῶν πάντων, καί θά τά πραγματοποιήσω ὁπωσδήποτε!

Αὐτά λέγει ὁ Κύριός μου, ὁ μόνος ἐξουσιαστής τοῦ παντός. Θά παρακινηθῶ νά κάνω καί αὐτό ἀκόμα γιά τούς ἀπογόνους τοῦ Ἰσραήλ: Θά τούς πληθύνω· θά πληθυνθοῦν οἱ ἄνθρωποι σάν κοπάδια προβάτων.

Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί θά εἶναι ἅγιοι, ὅπως τά πρόβατα πού ξεχωρίζονται γιά νά προσφερθοῦν ὡς θυσία εἰς τόν ἅγιο Ναό. Ὅπως γέμιζαν τά πρόβατα τούς δρόμους τῆς Ἱερουσαλήμ κατά τίς ἑορτές της, ὅποτε μαζεύονταν πολλοί Ἰουδαῖοι γιά νά ἑορτάσουν καί νά προσφέρουν θυσίες, ἔτσι θά γεμίσουν οἱ πόλεις, πού ἦταν ἕως τώρα ἔρημες, ἀπό πρόβατα-ἀνθρώπους. Καί θά γνωρίσουν τότε ὅτι Ἐγώ εἶμαι ὁ Κύριος τῶν πάντων» [9].

Ποιός ἀνοιχτομάτης καί καλοπροαίρετος καί ἀπροκατάληπτος ἄνθρωπος θά μποροῦσε νά ὡραιοποιήσει τήν σύγχρονη πραγματικότητα; Μόνο ὅποιος εἶναι ἀφιονισμένος μέ τό δηλητήριο τῆς ἀθεΐας καί τῆς σαρκολατρίας καί αἰχμάλωτος τῆς ἀνήθικης εἰκόνας, θά μποροῦσε νά θεωρήσει ἐξωπραγματικούς αὐτούς τούς ἰσχυρισμούς. Στό μέγιστο ποσοστό μας, λεγόμαστε χριστιανικός λαός, ἀλλά εἴμαστε χωρισμένοι ἀπό τόν Χριστό καί ἀγνοοῦμε, παντελῶς ἤ μερικῶς, τήν Καινή Διαθήκη πού τήν ἔχει σφραγίσει μέ τή σταυρική θυσία Του. Καθηλωνόμαστε μέ εὐλάβεια μπροστά στίς ἐπαίσχυντες τηλεοπτικές ἐκπομπές καί, ἂν ποτέ βρεθοῦμε μέσα σέ Ναούς, γινόμαστε σκανταλιάρικα νήπια, ἀφοῦ ἀγνοοῦμε, μέ τό θέλημά μας, τί σημαίνουν τά τελούμενα μέσα στό Ναό. Εἶναι δυνατόν νά εἴμαστε δεκτικοί τῆς Χάριτος καί τῆς Εὐλογίας τοῦ Θεοῦ, ἂν δέν θελήσουμε νά μετανοήσουμε καί νά ἀναγεννηθοῦμε; Ἕνας διαφωτισμός, πού ξεριζώνει τήν πίστη τῶν ἀνθρώπων στόν Θεό, ἀξίζει τό τίτλο τοῦ «διασκοτισμοῦ».

[1] Δευτερονόμιο ια΄, 26-28

[2] Ἠσαΐας α΄,18- 20

[3] Ἠσαΐας α΄, 19-20

[4] Ἠσαΐας νβ΄, 5

[5] Σοφία Σολομῶντος ε΄,15

[6] Ὠσηέ ιγ΄, 13-15

[7] Ἐφεσίους, β΄, 12)

[8] Ρωμ. β΄, 19-24

[9] Ἰεζεκιήλ λστ΄, 16-38


imaik

Τρίτη, Μαρτίου 02, 2021

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος συνέρχεται...



ἀπαιτεῖται μεγάλη ἀνδρεία, προκειμένου νὰ ἐξετάσει τὴν καρδιά του καὶ νὰ ἔλθει ἀντιμέτωπος μὲ τὴν ἀληθινὴ καὶ ὀλέθρια πτωχεία ποὺ τὸν χαρακτηρίζει. Μόλις ὅμως ἀντιληφθεῖ καὶ ἐξομολογηθεῖ τὴν κατάστασή του, ὁ Θεὸς σπεύδει νὰ τοῦ συμπαρασταθεῖ. Τὸν φωτίζει, ὑποδεικνύοντάς του ποῦ ἀκριβῶς βρίσκεται. Μὲ τὴν παράδοξη αὐτὴ ὅραση, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, ὁ ἄνθρωπος δέχεται τὸν φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ «ἐκ τῶν ὄπισθεν». Δὲν βλέπει τὸν Θεό, ἀλλὰ μᾶλλον ἀποκτᾶ ἐπίγνωση τῶν ἁμαρτημάτων του. Ἡ χάρη τοῦ ἀποκαλύπτει τὰ ὑστερήματά του. Συναισθάνεται τότε τὴν κόλαση στὴν ὁποία βρίσκεται, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπουσιάζει ὁ Θεός, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει, ὅταν μία ἀκτίνα φωτὸς ἀποκαλύπτει ξαφνικὰ τὴ σκόνη σὲ ἕνα σκοτεινὸ δωμάτιο. Ἡ ἐπίγνωση τῆς πνευματικῆς πτωχείας του προσδίδει στὸν ἄνθρωπο τὴν ἱκανότητα νὰ διακρίνει καὶ νὰ ἐπιδιώκει μόνο τὰ ἄφθαρτα καὶ θεϊκὰ πράγματα, ἐνῶ συγχρόνως τὸν κάνει ἱκανὸ νὰ περιφρονεῖ ὅλα τὰ φθαρτά τῆς πρόσκαιρης αὐτῆς ὑπάρξεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς σοφίας, ἐφόσον ἡ γνώση τῆς ἀληθινῆς μας καταστάσεως ἐμπνέει μέσα μας τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ (Ψαλμ. 110, 10).

Εἶναι ἐξέχουσα ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος «ἔρχεται εἰς ἑαυτόν». Οἱ ἡσυχαστὲς τοῦ δέκατου τέταρτου αἰώνα ἔκαναν συχνὴ χρήση τῆς φράσεως αὐτῆς, ποὺ ὑποδεικνύει τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἡ ἁμαρτία, διαχέει τὸν νοῦ πρὸς τὸν ἐξωτερικὸ κόσμο. Ἄσωτος υἱὸς εἶναι, κατὰ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἀποχωρίζεται ἀπὸ τὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ, καθίσταται εἴτε θηριώδης εἴτε δαιμονιώδης. Τότε ἀρχίζει ἡ ζωὴ τῆς ἀσωτείας, ποὺ εἶναι ἀντίθετη πρὸς τὴ σωφροσύνη καὶ ποὺ προκαλεῖ τὴ διάσπαση καὶ τὴ διάχυση τοῦ νοῦ, τῶν αἰσθήσεων καὶ ὅλης τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Προκειμένου νὰ ἑνοποιηθεῖ ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου, ὁ νοῦς πρέπει νὰ ἑνωθεῖ καὶ πάλι μὲ τὴν καρδιὰ μὲ μία θεραπευτικὴ κίνηση πρὸς τὰ μέσα. Εἶναι ἀναγκαῖο νὰ κατεβεῖ καὶ νὰ ἀναπαυθεῖ στὴν καρδιά, ὥστε ἑνωμένος πάλι μὲ αὐτὴν νὰ μπορεῖ νὰ κυβερνᾶ ἀποτελεσματικὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξή του, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ σώματος, συγκεντρωθεῖ στὴν καρδιά, συντελεῖται μία τρίτη κίνηση, αὐτὴ τὴ φορὰ πρὸς τὸν Ἴδιο τὸν Θεό. Τὸ συνολικὸ σχῆμα ἔχει κυκλικὸ χαρακτήρα, σύμφωνα μὲ τοὺς ὅσιους ἡσυχαστές. Ἀφοῦ «διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ» στὸν ἐξωτερικὸ κόσμο (πρώτη κίνηση), ὁ ἄσωτος υἱὸς «ἔρχεται εἰς ἑαυτὸν» (δεύτερη κίνηση), οὕτως ὥστε νὰ κατευθύνει ὅλη τὴν ὕπαρξή του πρὸς τὸν ἐναγκαλισμὸ τοῦ Πατέρα (τρίτη κίνηση). Προκειμένου ὅμως ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐπανασυνδέσει τὸν νοῦ μὲ τὴν καρδιά του, πρέπει νὰ ἀντιταχθεῖ στὸ πλῆθος τῶν λογισμῶν ποὺ τοῦ ὑποβάλλει ὁ ἐχθρός. Οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς ἔχουν τὴ ρίζα τους στὴν ὑπερηφάνεια. Ὡστόσο ἔχοντας ὁ ἄνθρωπος ἀνακαλύψει τὴν καρδιά του, ἀρχίζει νὰ ἐντοπίζει τὴν προέλευση τέτοιου εἴδους λογισμῶν καθὼς ἐπίσης καὶ τὸν σκοπό τους. Δὲν τὸν ἐξαπατοῦν οἱ λογισμοὶ πιὰ μὲ τὴν ἴδια εὐκολία ὅπως παλιά, γιατί μαθαίνει νὰ ἐπιτηρεῖ τὴν εἴσοδο τῆς καρδιᾶς του. Ὅταν τελικὰ καταφέρει νὰ ἐνοικήσει σὲ αὐτήν, τότε μόνο ταπεινοὶ διαλογισμοὶ θὰ ἀναφύονται στὸ ἔδαφός της, ποὺ θὰ τρέφουν καὶ θὰ ζωογονοῦν τὴν ὕπαρξή του.

[Ἀπό τό βιβλίο, Πιστοὶ στὴ διαθήκη τῆς Ἀγάπης,Ἀρχιμανδρίτης Ζαχαρίας Ζάχαρου].

Ο λατρεμένος άγιος ΝΙΚΟΛΑΟΣ ο Πλανάς.Ο ταπεινός και μέγας,ο πλουτήσας τη ταπεινώσει τα υψηλά,τη πτωχεία τα πλούσια.(2 Μαρτίου)


" Απορίαν και θαυμασμόν μοι προξενεί, όταν αναλογισθώ, ότι ο παπα-Νικόλας επί 15 περίπου ώρας ίστατο άυπνος και όρθιος, καίτοι υπέφερεν από τους πόδας του και είχε και άλλας ασθενείας. Ίστατο όλην την αγρυπνίαν 10-11 ώρας και κατά τα εξημερώματα μετέβαινεν εις την ενορίαν του και συνέχιζε τον Όρθρον και την Λειτουργίαν, άλλας 4-5 ώρας. Δεν θα ήτο δυνατόν να ίσταται τόσος ώρας, εάν δεν είχε υπομονήν μεγάλην. Αλλά και όσον μεγάλην υπομονήν εάν είχε, πάλιν δεν θα εβάσταζε. Τον παπα-Νικόλα άλλη τις ξένη δύναμις τον εβάσταζε: η δύναμις του Θεού, η χάρις του Αγίου Πνεύματος, «η τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα», η τα αδύνατα δυνατά ποιούσα. Αρμόζει να είπη τις, ότι εν τω π. Νικολάω δεν έζη ο Νικόλαος, αλλά το εν ταις καρδίαις των πραέων αναπαυόμενον Πνεύμα Κυρίου: «εν καρδίαις πραέων αναπαύσεται πνεύμα Κυρίου, καρδία δε ταραχώδης καθέδρα διαβόλου», λέγει ο σοφός Παροιμιαστής.
Ο π. Νικόλαος ουδέποτε εταράχθη, ουδέποτε εθύμωσε, πάντας ηγάπα, υπέρ πάντων ηύχετο. Είχε δε την νοεράν προσευχήν, το χαροποιόν πένθος, το αείρυτον δάκρυον, άτινα τον κατέστησαν πράον και κληρονόμον της γης των πραέων, της Βασιλείας των Ουρανών.

γερ.Φιλόθεος Ζερβάκος " 


ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΝΑΣ
Κατ’ αρχήν ο Άγιος Νικόλας Πλανάς έγινε εφημέριος εις τον Άγιον Παντελεήμονα, εις τον Νέον Κόσμον. Η ενορία του απηρτίζετο από… 13 οικογένειας. Εις το διάστημα της εφημερίας του, τον επεσκέφθη ένας ιερεύς άνευ ενορίας, τον παρεκάλεσε να συλλειτουργήσουν, και αυτός ως καλός και αγαθός τον εδέχθη ολοψύχως. Αυτός όμως ο ιερεύς τα συνεφώνησε με τούς τότε επιτρόπους της εκκλησίας του Αγίου Παντελεήμονος, τον έδιωξαν και τον έστειλαν εις την εκκλησίαν τού Αγίου Ιωάννου της οδού Βουλιαγμένης (τον «Κυνηγόν», ως τον έλεγαν τότε). Η ενορία της εκκλησίας αυτής απηρτίζετο από… οχτώ οικογενείας! Και η πληρωμή τού ιερέως ήτανε ένα κομμάτι κρέας από το μανάρι των Απόκρεω ή των Χριστουγέννων. Αυτό δεν τον πείραζε, είχε κεφάλαιον την νηστείαν. Αρκεί να είχε εκκλησία να λειτουργή.
Αυτός ο διωγμός από την εκκλησία τού Αγίου Παντελεήμονος τού έφερε μεγάλο ψυχικό πόνο. Μια βραδιά, φεύγοντας από τον Άγιο Ιωάννη για να πάη στο σπίτι του, έκλαιγε στο δρόμο. Έρημος ο τόπος τότε.
Βλέπει άξαφνα στο δρόμο ένα νεαρό παλληκάρι και τού λέγει: Τι κλαις, πάτερ μου;
– Κλαίω, παιδί μου, γιατί με διώξανε από τον Άγιο Παντελεήμονα.
– Μη λυπείσαι, πάτερ μου, και εγώ είμαι πάντοτε μαζί σου.
Τού λέγει: Ποιος είσαι συ, παιδί μου;
– Εγώ, τού λέγει, είμαι ο Παντελεήμων, πού μένω στον Νέο Κόσμο- και τον έχασε αμέσως από εμπρός του. Αυτήν την οπτασίαν την διηγείτο ο ίδιος επί λέξει εις μίαν κόρη της συνοδείας του.
Πάντοτε την παραμονή του αγίου Παντελεήμονος, ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς, τελούσε Αγρυπνία στον ιερό ναό του στον Ιλισσό. Μια χρονιά όμως ήταν άρρωστος με υψηλό πυρετό. Οι δικοί του τον απέτρεπαν να πάει για την Αγρυπνία. Εκείνος φλεγόταν από αγάπη προς τον Άγιο. Και πήγε. Όπως έλεγε αργότερα, τη νύχτα, μετά τη Λιτή ακούμπησε, εξαντλημένος από τον πυρετό, στην άκρη της Αγίας Τραπέζης. Και βλέπει εμπρός του τον Άγιο «να κρατά ένα μικρό ποτήρι γεμάτο φάρμακο» και του λέει: «Πιέτο, πάτερ μου, να γίνης καλά». Το πήρε, το ήπιε, έφυγε ο πυρετός, έγινε τελείως καλά. Και έλεγε: «Επί μίαν εβδομάδα είχα τη γλύκα στο λάρυγγά μου… Το θεώρησα αμαρτία και αγνωμοσύνη να μη το ειπώ…».
Iconandlight



***
Οι ταπεινοί αυτοί Χριστιανοί, ούτε συλλόγους είχανε σκαρώ­σει, ούτε λόγους βγάζανε, ούτε συχνάζανε στα γραφεία των εφημερίδων, απαιτώντας προ­σωπική προβολή και παινέματα των δημοσιογράφων, ούτε καλούσανε κανέναν ισχυρό να 'ρθη, να τους καμαρώση και να τους ενισχύση.
Δεν κάνανε κοινωνικό Χρι­στιανισμό, ούτε είχε ψηλώσει ο νους τους, ώστε να θέλουνε να βολέψουνε τα στραβά τού κό­σμου, σαν κείνους τους πιο θεόστραβους άπ' όλους, που παρασταίνουνε τον εκλεχτό τού Θεού, τον προωρισμένο ν' αποκαταστήση την δικαιοσύνη του, στον ξεστρατισμέ­νο κόσμο.
Είτανε άνθρωποι απλοί, ταπεινοί Χριστιανοί, που πιστεύανε στον Θεάνθρωπο Χριστό, στη Παναγία Θεοτόκο και στους αγίους Του. Και πιστοί στο Λόγο Του, δεν νοιαζότανε για τα κρίματα των αλλονών, αλλά για τα δικά τους. Κι' αυτές τις δικές τους πληγές πασχίζανε να επουλώσουνε με νηστείες, με προσευχή, με καθημερινή παρουσία στον Οίκο Του, μ' αδιάκοπο διάβασμα τού Λό­γου Του, τού Ευαγγελικού και των βίων των αγίων, που βρίσκανε μέσα στα συναξάρια.
[Κωστή Μπαστιά: ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΝΑΣ - ΕΝΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΦΥΤΩΡΙΟ]

***

Παπα-Νικόλας Πλανάς, ο νέος Άγιος της Ορθοδοξίας
Εις την πόλην των Αθηνών, παρά τους παλαιούς στρατώνες και την πλατείαν «Μοναστηρακίου» υπήρχε ιδιωτικόν παρεκκλήσιον, έπ’ ονόματι του Προφήτου Ελισαίου – εις την οδόν Άρεως 14. Αργότερον κατηδαφίσθη.
Εις το εκκλησάκι αυτό ελειτούργει ο «απλούς» τον τρόπον σεβάσμιος ιερεύς Νικόλαος Πλανάς, εκ της νήσου Νάξου καταγόμενος. Ακαταπόνητος, περίπου επί πεντηκονταετίαν (1884-1932) ετέλει καθημερινώς την Θ. Λειτουργίαν, πλην Σαββάτων και Κυριακών και επισήμων εορτών, οπότε ιερούργει εις την ενορίαν του, του Αγίου Παντελεήμονος -Ιλισσού αρχικώς και ακολούθως εις την του Αγ. Ιωάννου του Προδρόμου της οδού Βουλιαγμένης. Την δε Μ. Τεσσαρακοστήν ετέλει καθ’ εκάστην Προηγιασμένας λειτουργίας.
Την εποχή εκείνην που εχειροτονήθη (Διάκονος την 28ην Ιουλίου 1879 και Πρεσβύτερος, μετά πενταετίαν την 2α Μαρτίου 1884, άγων το 33ο έτος της ηλικίας του) η πόλη των Αθηνών, κατά μαρτυρίαν του ιδίου, «έφθανεν από την Ακρόπολη ως την Παναγίαν Βλασαρού» (παρά τον Άγιον Φίλιππον – Μοναστηρακίου). Και αι ενορίαι απηρτίζοντο από ελαχίστας οικογενείας (13 οικογενείας η του Αγ. Παντελεήμονος και 8 οικογενείας η του Αγ. Ιωάννου, αμφότεροι διαδοχικώς της εφημερίας του π. Νικολάου Πλανου!).
Απέριττος λειτουργός
Ο απέριττος λειτουργός του Θεού ήτο ησκημένος εις την λιτότητα. Ορφανός πατρός από της ηλικίας των 14 ετών, ήλθεν εις Αθήνας μετά της μητρός του και της μόνης αδελφής του, αφού εμοιράσθη μετά της αδελφής την πατρικήν περιουσίαν, αξιόλογον ίσως, άλλ’ εδέησε να ενεχυρίαση το μερίδιόν του, χάριν εμπεριστάτου συμπατριώτου του, χωρίς ποτέ να την ανάκτηση. Και διέμεινε πτωχός.
Κατ’ έπιθυμίαν της μητρός του, δεκαεπταετής ενυμφεύθη την Ελένην το γένος Προβελεγγίου, εκ Κυθήρων. Και απέκτησεν υιόν έξ αυτής, τον Ιωάννην• άλλ’ η σύζυγος απέθανε κατά τον τοκετόν. Ο ίδιος αφιέρωσεν έκτοτε, νεαρώτατος, τον εαυτόν του εις τον Θεόν και την Εκκλησίαν. Και γενόμενος ιερεύς ηρκείτο συνήθως εις τεμάχιον άρτου και ολίγα χόρτα, τα οποία συνέλεγε μόνος του, ενίοτε δε και εις ολίγον γάλα που του προσέφεραν ποιμένες της περιοχής, ερημικής τότε, και σήμερον πολυανθρωποτάτης και αστικής, εν μέσαις Αθήναις. Και τα ελάχιστα διδόμενα εις αυτόν χρήματα η άλλο τι διέθετεν εις αγαθοεργίας. Ο,τι του εδίδετο το έδιδεν ευθύς, εις ορφανά, εις σπουδαστάς, εις πτωχάς οικογενείας, διά τον επιούσιον και τσς ανάγκας που ανεκάλυπτε και εκάλυπτεν αθορύβως, αφανώς και με πάσαν εχεμύθειαν.
Πλούτος και θησαυρός του, και κέντρον και άξων της ζωής και της υπάρξεώς του ήτο η λειτουργική ζωή της αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Ο ναός του Θεού και τα τελούμενα εν αυτώ.
Προφανώς και κατ’ αλήθειαν εχαρακτηρίσθη ως «ο λειτουργικώτερος ιερεύς της εποχής μας, άνθρωπος της προσευχής, του οποίου η ζωή υπήρξε συνεχής διακονία του θυσιαστηρίου, αληθής μύστης της χάριτος, την οποίαν, διά των έργων και του παραδείγματός του, μετέδιδεν εις τους πιστούς» (Θ. Η. Εγκυκλοπαίδεια, τ. 10, Ε. Ν. Τζιράκης). Κατά πλήρη εφαρμογήν, θα προσθέσωμεν, του αποστολικού παραγγέλματος• «τον κοπιώντα γεωργόν δει πρώτον των καρπών μεταλαμβάνειν» (Β’ Τιμ. 2, 6).
«Από φυλακής πρωΐας μέχρι νυκτός» διέτριβεν εις τον Ναόν, κατά το ψαλμικόν «ως αγαπητά τα σκηνώματά σου, Κύριε των δυνάμεων• επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου» (Ψαλ. 83-1 ).Ήρχιζε την ιεράν Ακολουθίαν το πρωΐ και ετελίωνε τας μεταμεσημβρινάς και πολλάκις τας απογευματινάς ώρας! Κατά δε την ιεράν Προσκομιδήν των Τιμίων Δώρων εμνημόνευεν σωρίαν ονομάτων. Διετήρει όλα τα κοινώς λεγόμενα «ψυχοχάρτια» που του έφερον – έστω και με μίαν δραχμήν η μίαν δεκάραν συνοδευόμενα – και τα εμνημόνευε συνεχώς και αδιαλείπτως, επί ώρας καθ’ έκάστην. Λέγεται δε ότι, φειδόμενοι του κόπου της αγάπης του, κάποτε εκ των υπηρετούντων αυτόν κατά την Θ. Λειτουργίαν, αφαιρούσαν μέρος έξ αυτών, δια να τον ανακουφίσουν.

Ένθεος ζήλος
Αλλ’ όχι απλώς το μήκος και η διάρκεια της ιερουργίας ήτο ενδεικτική του ενθέου ζήλου του. Έτι μάλλον συνήρπαζεν η κατάνυξη, η αίσθησις της αγιότητος του ιερουργούντος και η μεταδιδόμενη γαλήνη και ο μετεωρισμός του εκκλησιάσματος προς τα άνω «ου ο Χριστός έστιν εν δεξιά του Θεού καθήμενος» (Κολ. 3, 1). Αναφέρονται μαρτυρίαι παιδιών ότι τον έβλεπον μετάρσιον, μη πατούντα επί της γης εν ώρα Θ. Λειτουργίας!
Ονομασταί και αλησμόνηται είναι αι άγρυπνίαι, τας οποίας ετέλει εις τον ναόν του Αγ. Ελισαίου. Ιερατικώς συνέπραττε μετ’ αυτού ο ιερεύς της ενορίας μου (άγ. Νικολάου «Πευκακίων» – Αθηνών), π. Αντώνιος Νικηφόρος, εκ Θούριας Καλαμών (†1937). Κατ’ επανάληψιν δε τον ηκολούθησα, κατά τα μαθητικά μου χρόνια και μου εδόθη η ευκαιρία – η ευλογία μάλλον – να ίδω ιερουργούντα τον μακαριστόν π. Νικόλαον Πλανάν.
Ήτο πολύ μικρός το δέμας. Και κυρτός πλέον σωματικώς εκ της ηλικίας, θα αναφέρω όμως οποίον σεβασμόν και ευλάβειαν ενέπνεε το πρόσωπόν του και η παρουσία του. Εις μίαν αγρυπνίαν μετέβημεν μαζί με την μητέρα μου. Αναγνώστης εγώ τότε – χειροθετημένος υυπό του προκατόχου μου μητροπολίτου Πατρών και έπειτα Αρχιεπισκόπου Αθηνών θεοκλήτου Παναγιωτοπούλου(† 8.1.1962), τότε βοηθού επισκόπου Σταυρουπόλεως – ανέγνωσα πολλάκις των ι. αναγνωσμάτων. Ενω δε, πέρα το μεσονύκτιον, ανεγίνωσκον την ακολουθίαν της Θείας Μεταλήψεως, εσημειώθη μικρά κίνησις του εκκλησιάσματος διανοίγοντος δίοδον και υποκλινομένου ευλαβώς. Η μητέρα μου ενόμισεν ότι εισήρχετο Αρχιερεύς, ίνα ιερουργήση και επί τη εισόδω του ο λαός έκυπτε την κεφαλήν, διά να λάβη την ευλογίαν του. Αντ’ αυτού όμως βλέπει μικρόσωμον ιερέα εισερχόμενον υπό την τόσον έκδηλον ευλάβειαν των υποδεχόμενων αυτόν χριστιανών. Ήτο ο π. Νικόλαος Πλανάς. Το κεντρικόν πρόσωπον της ιερουργίας. Με ταπεινήν όψιν και φωνήν. Και
με πανθομολογουμένην αγιότητα, ενώπιον της οποίας υπεκλίνοντο εύλαβώς οι γινώσκοντες αυτόν. Ηξιώθημεν να αγιασθώμεν διά της ευλογούσης χειρός του• και να κοινωνήσωμεν της χάριτος διά της ύπ’ αυτού τελεσιουργηθείσης Θείας Ευχαριστίας.
Με τους δύο Αλεξάνδρους
Παλαιότερον εις τας παννυχίδας αυτάς επλαισιώνετο από τους γνωστούς διηγηματογράφους Αλέξανδρον Παπαδιαμάντην και Αλέξανδρον Μωραϊτίδην (έπειτα μοναχό Ανδρόνικον) «άδοντας και ψάλλοντας εν τη καρδία αυτών τω Κυρίω», εις την εκκλησίαν του Προφήτου Ελισαίου.[…]
Όταν εφθασεν εις ώριμον γήρας (ογδοηκοντούτης), εκάμφθη υπό το βάρος των κοπώσεων. Και μετά εννεάμηνον παροπλισμόν του (από Ιουνίου 1931 μέχρι και Φεβρουαρίου 1932) εκτός ενεργού ιερατείας, λόγω εξαντλήσεως των σωματικών του δυνάμεων, εκοιμήθη εν Κυρίω την 2αν Μαρτίου 1932, επέτειον της εις πρεσβύτερον χειροτονίας του.
«Το τέλος αυτού – γράφει ο μακαριστός Μητροπολίτης πρ. Παραμυθίας Τίτος Ματθαιάκης, διατελέσας πνευματικόν τέκνον του αοιδίμου γέροντος – υπήρξε τέλος όντως αγίου. Συνωμίλει μετά του Σωτήρος Χριστού, ικετεύων αυτόν όπως λάβη την ψυχήν αυτού και αναπαύση το βεβαρημένον σώμα του. Έζησεν ως δίκαιος και εκοιμήθη ως άγιος τον ύπνον του ανθρώπου του Θεού ηρέμως…»
Η είδησις της κοιμήσεως αυτού διεδόθη αστραπιαίως εις την ενορίαν του και καθ’ άπασαν την πόλιν των Αθηνών. Το σεπτόν σκήνωμά του, μετακομισθέν εις τον ναόν του Αγ. Ιωάννου (της οδού Βουλιαγμένης), ετέθη εις προσκύνημα επί τριήμερον, «τη επιμόνω αξιώσει των ενοριτών αυτού – συνεχίζει ο πρ. Παραμυθίας Τίτος -χωρίς να προηγηθή ουδεμία ταρίχευσις αυτού ουδέ να ύποστή αλλοίωσίν τινα».
Χιλιάδες λαού στην κηδεία του
Χιλιάδες λαού συνέρρευσαν, άνθρωποι πάσης ηλικίας και τάξεως, ίνα προσκυνήσουν το σεπτόν αυτού σκήνωμα. Εκηδεύθη τη 5η Μαρτίου εν μέσω χιλιάδων λαού. Tης κηδείας αυτού προέστη ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος (†1938), ο οποίος εκφωνήσας επικήδειον λόγον, ανεφέρθη εις τας πολλάς και σπανίας αρετάς του κοιμηθέντος… εξάρας δεόντως τα πολλά αυτού χαρίσματα και την εξαίρετον ιερατικήν αυτού δράσιν εν τω αμπελώνι του Σωτήρος Χριστού. Ως απόδειξιν δε της μεγάλης τιμής ηξιώθη ούτος εν τη Εκκλησία επεκαλέσθη το πλήθος των πιστών, όπερ παρηκολούθησε την κηδείαν αυτού.
Κατόπιν ανεφέρθη εις την φήμην την αγαθήν, ήν απέκτησε ως εξομολόγος και παρωμοίασεν αυτόν προς «μεγάλον» της Εκκλησίας ημών Πατέρα».
«Η κηδεία αυτού ενεθύμιζεν ημέραν Μεγάλης Παρασκευής. Ως δ’ εάν επρόκειτο περί κηδείας Πατριάρχου η Βασιλέως, ο λαός είχε κατακλύσει την πλατείαν του Ναού και τας παρόδους, η συγκοινωνία είχε διακοπή, επιμόνω δ’ αξιώσει αυτού δεν ετάφη ευθύς αμέσως μετά την ακολουθία της κηδείας. Περαιωθείσης την 12ην μεσημβρινήν ώραν, αλλά περί την 4ην απογευματινήν, αφού περιεφέρθη επί των ώμων των ευσεβών αυτού ενοριτών το σκήνωμα αυτού εις τας κυριωτέρας οδούς της ενορίας ταύτης… Το τι επηκολούθησε κατά τας τεσσάρας ταύτας ώρας μέχρι της ταφής αυτού δεν περιγράφεται. Όλοι ωμίλουν περί γενομένης εις αυτούς εκ μέρους του κοιμηθέντος καλωσύνης, βοηθείας, παρηγορίας, σωτηρίας. Τους πάντας είχεν ευεργετήσει καθ’ όλην την μακράν ιερατικήν του υπηρεσίαν. Ετάφη εις ανοιγέντα τάφον παρά τω ιερώ βήματι του ναού τούτου (Περιοδ. «Εκκλησία» έ. 1966, σελ. 632).
Δημοσιεύματα εκκλησιαστικών εντύπων
Έγραψαν σχετικώς περί αυτού τα τότε εκδιδόμενα φύλλα:Η «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» της 12ης Μαρτίου 1932, μεταξύ άλλων «Κατά τα υπερπεντήκοντα έτη της υπηρεσίας του ο αείμνηστος ιερεύς Νικόλαος διά της εξομολογήσεως εγνωρίσθη ευρύτατα, χιλιάδες δε πιστών προσήρχοντο προς αύτόν. Ήσκει έπ’ αυτών, διά της ιεροπρεπείας του και των μεγάλων αρετών ύφ’ ων περιεκοσμείτο ευεργετικωτάτην επίδρασιν».


Ο «ΙΕΡΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ» της 1ης Απριλίου 1932 έγραφεν: «Ο παπα-Νικόλαος των αγρυπνιών του Αγίου Ελισαίου απεδήμησεν εις την αιώνιον χαράν… Λέγων προσευχάς εφαίνετο εμπνευσμένος. Ο πλούτος του ήτο η ευτέλεια της περιβολής του˙ η δόξα του, η καλωσύνη και η προθυμία του να εξυπηρετεί τους ζητούντας την φωτισμένην διάνοιάν του• η εξωτερική του εμφάνισις, συγκριτικώς προς τας επιδεικτικάς εμφανίσεις, ήτο ανυπαρξία αξίας τινός, αλλά διά μέσου αυτής της ανυπαρξίας εφαίνετο το μεγαλείον της εσωτερικής αγιότητος… Ήτο φοβερόν φαινόμενον εξουθενητού της επιδεικνυομένης πορφύρας και βύσσου, του χρυσού και του αργύρου… Δίκαιο είναι να κληθή ζωντανή εικών μακαρίου «πτωχού τω πνεύματι» χριστιανού άξιου της βασιλείας των ουρανών, καθ’ ά ο Κύριος ρητώς εδίδαξε και εχαρακτήρισε».
Οι «ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΑΙ» έγραψαν «…Ο αείμνηστος ιερεύς ήτο τύπος σεμνού και ευσεβεστάτου κληρικού, κεκοσμημένου όλων των αρετών, διό και απήλαυε του γενικού σεβασμού και της αγάπης εκ μέρους της κοινωνίας». Η εφημερίς «ΕΣΠΕΡΙΝΗ» της 7ης Μαρτίου 1932, μεταξύ άλλων, γράφει «… Είναι άπειροι εκείνοι που εσώθησαν από την ελεημοσύνην του ιερέως αυτού…Υπολογίζεται ότι από της προχθές παρήλασαν προ της σορού του και τον ησπάσθησαν περισσότεροι των οκτώ χιλιάδων…».
Η αυτή δε εφημερίς της 6ns Μαρτίου 1932 δημοσίευσε εις την 1ην σελίδα την φωτογραφίαν του αγίου ανδρός υπό τους τίτλους «Τα σπάνια ανθρώπινα φαινόμενα της εποχής μας». «Ένας άγιος ιερεύς που απέθανε πάμπτωχος. Τον θρηνούν χιλιάδες πιστών». «Ο Νικόλαος Πλανάς και το χριστιανικώτατον έργον του. Υπήρξε ο μοναδικός προστάτης χιλιάδων πτωχών. Παν ο,τι συνέλεγε το εμοίραζεν αμέσως.Η αυτοθυσία του θα μείνη αλησμόνητος. Τα οράματα που είδε προ του θανάτου του. Ήλθεν ένας άγγελος και εκάθησε παρά το προσκέφαλό του».
Θαυμασταί ιάσεις ασθενών
Τελευταίον πρέπει να μνημονεύσωμεν ότι και θαύματα μαρτυρούνται τελεσθέντα διά των ευχών και της ενώπιον του Κυρίου παρρησίας του. Εις εκδοθέν περί αυτού βιβλίον, υπό τον τίτλο «Ο παπα-Νικόλαος Πλάνας – ο απλοϊκός ποιμήν των απλών προβάτων» (Εκδ. Οίκος «Αστήρ» Α.Ε. Παπαδημητρίου, Αθήναι 1965. Πρόλογος Φ. Κόντογλου, Επίλογος Αρχιμ. Φιλόθεου Ζερβάκου) η συγγραφεύς μοναχή Μάρθα, εκ του άμεσου περιβάλλοντος του μακαριστού Γέροντος και τακτική συνοδός αυτού, διηγείται τινά εκ των θαυμάτων των ύπ’ αυτού συντελεσθέντων υπό της Χάριτος του Θεού. Περι ενός δ’ έξ αυτών (μνημονευομένου εν σελ. 37-38) ο προδιαληφθείς Μητροπολίτης πρ. Παραμυθίας Τίτος βεβαιοί ότι «έτυχε να είναι παρών ότε συνέβη
τούτο, επαληθεύσαντος του λόγου του Σωτήρος Χριστού• «καν θανάσιμόν τι πίωσιν, ου μη αυτούς βλάψη» (Μαρκ. 16, 18). Πρόκειται δε διά «το φάρμακον με το οποίον ετέλεσε την Θείαν Λειτουργίαν, όπερ κατά λάθος παρέλαβε μεθ’ εαυτού, αντί του νάματος» (Περιοδ. «Εκκλησία», ένθ. άνωτ., έ. 1966, σ. 631).
Εν δε τω περιοδικώ «Ενορία» του Ανδρέου Κεραμίδα, αρθρογραφών περι αυτού ο ιερεύς Ιωάννης Αδαμόπουλος – εφημέριος του Ι. Ναού Αγ. Κωνσταντίνου Ομονοίας, Αθηνών γνωρίσας προσωπικώς τον αείμνηστον τω 1930 και συνδεθείς στενώς μετ’ αυτού ως διάκονος, γράφει το και ανωτέρω μνημονευθέν, ότι «παιδάκια αθώα – κατά τας μαρτυρίας πολλών – τον έβλεπαν ιστάμενον υψηλότερον του εδάφους όταν ιερουργούσεν». Ιστορεί δε και τέσσερα εκ των γνωσθέντων θαυμάτων αυτού, λίαν χαρακτηριστικά, δύο θαυμαστάς ιάσεις ασθενών, θαυμαστήν κάλυψιν στρατιώτου εν πολέμω και ημέρωσιν αποθηριωθέντος αμαξηλάτου μετά θεραπείας του ημιθανούς ίππου του και ανανήψεως και μετανοίας του βλάσφημου εκείνου, όστις εφεξής αφωσιώθη εις τον γέροντα «και τον πηγαινοέφερνε από το σπίτι του εις τον Προφήτην Ελισαίον». (Περιοδ. «Ενορία» έ. 1949, σελ. 296 και 313-14). Ικανά ταύτα, νομίζομεν, και ενδεικτικά της αγιότητας του ανδρός.
Εν όψει δε πάντων των ανωτέρω, εκ των οποίων διαπιστούται η γενική έξωθεν μαρτυρία της αγιότητος του ιερέως Νικολάου Πλάνα ουδεμία ουδαμόθεν υπήρξε διαμφισβήτησις αυτής. Νωπαί δε είναι έξ άλλου εις τας ακοάς ημών μαρτυρίαι φθάσασαι μέχρις ημών διά στόματος πολλών επιζώντων μέχρι πρότινος πνευματικών αυτού τέκνων και άλλων εκ του κύκλου του περιβάλλοντος και της μετ’ αυτού αναστροφής «ειδότων την αυτού θεάρεστον βιοτήν και πολιτείαν», ευλαβώς εισηγούμεθα την υπό της καθ’ ημάς αγιωτάτης Εκκλησίας ανομολόγησιν της αγιότητος αυτού και την ενέργειαν των δεόντων διά την υπό της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, επίσημον ανακήρυξιν ταύτης και καθορισμόν της εορτίου μνήμης αυτού τη 2α Μαρτίου εκάστου έτους, επετείω της τέ χειροτονίας αυτού ως πρεσβυτέρου και της μακάριας κοιμήσεως αυτού εν Κυρίω.
[Το κείμενο αυτό αποτέλεσε εισήγηση προς την Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος περί της αναγνωρίσεως της αγιότητος του οσίου Νικολάου του Πλανά].