ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Τρίτη, Μαΐου 11, 2021

Αὐτό εἶναι τό τριπλό δῶρο τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ

 Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Κύριός μας, εἰσέρχεται μετά τήν Ἀνάσταση, κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, καί ἐμφανίζεται, «οὔσης ὀψίας», στούς μαθητές Του. Κομίζει στούς Ἀποστόλους τρία δῶρα, καί σέ ἀνταπόδοση τούς δίνει τήν ἐντολή ἤ τούς παραγγέλλει νά φέρουν εἰς πέρας μία ἀποστολή. Ποιά εἶναι αὐτά τά τρία ἀναστάσιμα δῶρα καί ποιά ἡ ἀποστολή ποὺ τά συνοδεύει;

Τό πρῶτο δῶρο εἶναι τό δῶρο τῆς Εἰρήνης; «Ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καί ἔστη εἰς τό μέσον, καί λέγει αὐτοῖς• εἰρήνη ὑμῖν» (Ἰωάν. 20,19). Ἡ εἰρήνη σημαίνει μία αἴσθηση κατεύθυνσης: Ὄχι τήν ἀπουσία πειρασμῶν καί ἀγώνα -αὐτά συνεχίζονται μέχρι τέλους τῆς ζωῆς μας- ἀλλά τήν ἀπουσία ἐκείνης τῆς σύγχυσης, τῆς παραζάλης καί τῆς ἀβεβαιότητας, πού κάνουν τόν ἄνθρωπο νά παραλύει. Τέτοια ἦταν ἡ κατάσταση τῶν μαθητῶν. Ὅταν εἶδαν τόν Κύριό τους νά πεθαίνει στό Σταυρό, ἀπογοητεύτηκαν βαθιά καί τράπηκαν σέ φυγή, ὅπως τά πρόβατα χωρίς ποιμένα. Δέν εἶχαν ἰδέα τί θά ἔπρατταν στή συνέχεια. Ὅμως τώρα πού συνάντησαν τόν ἀναστημένο Σωτήρα, ἔχουν πλέον μέσα τούς εἰρήνη. Ἔχουν μία αἴσθηση προσανατολισμοῦ καί ξέρουν πού πηγαίνουν.

Τό δεύτερο δῶρο εἶναι τό δῶρο τῆς Χαρᾶς: «ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταί ἰδόντες τόν Κύριον» (Ἰωάν. 20,20). Ἡ ἀπόγνωση πού ἔνιωσαν οἱ μαθητές ὅταν εἶδαν τόν Χριστό σταυρωμένο μετατράπηκε τώρα σέ ἀγαλλίαση. Συντετριμμένοι προηγουμένως, ζαρωμένοι ἀπό τό φόβο πίσω ἀπό κλειδωμένες πόρτες, μεταμορφώνονται ἔξαφνα ἀπό μία μεγάλη χαρά.

Τό τρίτο δῶρο εἶναι τό σημαντικότερο ὅλων, εἶναι ἡ δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: «Ἐνεφύσησε καί λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον» (Ἰωάν. 20,22). Προεξοφλώντας τήν πληρέστερη ἀποκάλυψη κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ὁ ἀναστημένος Χριστός καθιστᾶ τοὺς Ἀποστόλους «πνευματοφόρους». Αὐτό, ἀπό μία ἄποψη, μπορεῖ κανείς νά τό δεῖ ὡς τό πλήρωμα τοῦ σκοποῦ τῆς Ἐνσάρκωσης: ὅπως βεβαιώνουν οἱ Πατέρες, «ὁ Λόγος ἐνσαρκώθηκε γιά νά μπορέσουμε ἐμεῖς νά ἀξιωθοῦμε τό Ἅγιο Πνεῦμα». Ὅπως λέει καί ὁ Βλαδίμηρος Λόσκυ: «Ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα μας -προσωπική καί ἀναφαίρετη στόν καθένα μας- εἶναι τό θεμέλιο ὅλης τῆς χριστιανικῆς ζωῆς».





Αὐτό εἶναι τό τριπλό δῶρο τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ: Εἰρήνη, Χαρά καί Ἅγιο Πνεῦμα. Ὅμως τά δῶρα ὑπάρχουν πάντα γιά νά μοιράζονται μέ τούς ἄλλους καί νά γίνονται χρήσιμα γιά τό καλό τῶν ἄλλων γι’ αὐτό καί τό τριπλό δῶρο κουβαλᾶ μαζί του καί μία πρόσκληση ἀποστολῆς. «Καθώς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς» (Ἰωαν. 20, 21): ἡ Εἰρήνη, ἡ Χαρά καί ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συνεπάγονται τό στάλσιμο τῶν Ἀποστόλων σέ μία ἀποστολή. Πρέπει νά προεκτείνουν τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ στό χρόνο καί τό χῶρο, φέρνοντας τό δικό Του μήνυμα συγχωρήσεως στούς ἀπεγνωσμένους καί ἐξουθενωμένους. Ἐνδυναμώθηκαν διά τοῦ Πνεύματος γιά νά κομίσουν μαρτυρία: «ὑμεῖς δέ ἐστε μάρτυρες τούτων» (Λουκ. 24,48).

Κι ὡστόσο, ὁ Κύριος, καθώς προσφέρει τά τρία δῶρα Του καί ἐμπιστεύεται στούς Ἀποστόλους ἕνα ἔργο, κάνει καί κάτι ἄλλο: «Ἔδειξεν αὐτοῖς τάς χεῖρας καί τήν πλευράν» (Ἰωάν, 20,20). Γιατί; Δέν χωρᾶ καμία ἀμφιβολία πώς νά τούς διαβεβαιώσει πώς αὐτός πού στέκεται μπροστά τους εἶναι πράγματι Ἐκεῖνος ὁ Ἴδιος, ἀναστημένος ἀπό τούς νεκρούς μέ τό ἴδιο φυσικό σῶμα πού ὑπέφερε πάνω στό Σταυρό. Ὅμως ὑπάρχει σίγουρα κι ἕνας βαθύτερος λόγος. Ἄν ὁ Σωτήρας τούς δείχνει τά πέντε στίγματα τῶν πληγῶν τοῦ Πάθους, νωπά ἀκόμα στή σάρκα Του, εἶναι γιά νά τούς καταστήσει σαφές πώς μόνο ἕνας τρόπος ὑπάρχει νά ἐκπληρώσουν μέ ἐπιτυχία τήν ἀποστολή πού τούς παρέδωσε. Κι αὐτός ὁ τρόπος εἶναι νά Τόν ἀκολουθήσουν στό δρόμο τοῦ Σταυροῦ, νά μοιραστοῦν μαζί Του τήν οὐσιαστική αὐτοπροσφορά Του, νά βαστάξουν «ἐν τῷ σώματι, τά στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ» (Γαλ. 6,17). «Ὑμεῖς ἐστε μάρτυρες τούτων» (Λουκ. 24,48): ὅσο ὁ καθένας μας γίνεται μάρτυρας, δηλαδή σύν-πάσχει καί σύν-μαρτυρεῖ μαζί μέ τό Χριστό, ὅσο εἴμαστε ἐκτεθειμένοι, ἀνοιχτοί στό πόνο τῶν διπλανῶν μας, τόσο θά μποροῦμε κι ἐμεῖς νά εἴμαστε ἀληθινοί ἀπόστολοι.

Στίς βιτρίνες τῶν γραφείων κηδειῶν ὑπάρχει κάποιες φορές ἡ ἐπιγραφή «Δεχόμαστε παραγγελίες στεφάνων ἤ σταυρῶν». Ὅμως στή πραγματικότητα δέν ὑπάρχει δυνατότητα ἐπιλογῆς μεταξύ τῶν δύο: δέν μποροῦμε νά φορέσουμε τό στεφάνι τῆς ἀναστάσιμης νίκης, ἄν δέν σηκώσουμε μαζί μέ τό Χριστό τό Σταυρό. Κατά τό Μεσαίωνα, τά «πασχάλια μνήματα», οἱ κατασκευές δηλαδή ἐκεῖνες πού ἑτοιμάζονταν γιά νά στολίσουν κάθε Πάσχα τούς ἀγγλικούς ναούς, ἔφεραν πάνω τους τήν ἐπιγραφή «Vincit qui patitur» – «Αὐτός πού πάσχει νικᾶ». Αὐτό συνέβη μέ τό Σωτήρα μας καί αὐτό πρέπει νά συμβεῖ καί μέ μᾶς. Ἄς βαστάξουμε λοιπόν στό σῶμα μας τά στίγματα τοῦ σταυρωθέντα Ἰησοῦ, καί στή συνέχεια, μέ τή δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θά μοιραστοῦμε μαζί μέ τούς ἄλλους τήν Εἰρήνη καί τή Χαρά τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ!

επισκ. Διοκλείας Κάλλιστος

Σάββατο, Μαΐου 08, 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ


 

Το βράδυ της Κυριακής του Πάσχα ο Κύριος εμφανίζεται στους συγκεντρωμένους μαθητές. «Τῶν θυρῶν κεκλεισμένων», βρίσκεται ξαφνικά ανάμεσα τους· έτσι ακριβώς εισέρχεται και στις ψυχές που φαινομενικά είναι οι πιο κλειστές γι’ Αυτόν. Δύο φορές λέει στους μαθητές: «Εἰρήνη ὑμῖν». Υπάρχει μια απόχρωση ανάμεσα στις δύο αυτές ευλογίες. Την πρώτη φορά ο Κύριος δίνει την ειρήνη στις αναστατωμένες ψυχές των ίδιων των μαθητών. Τη δεύτερη τούς τη δίνει για να τη μεταδίδουν στους άλλους, επειδή αμέσως προσθέτει: «Καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς». Κατόπιν φύσηξε στα πρόσωπα τους: «Λάβετε Πνεύμα Ἅγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἀμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται». Έχουν λοιπόν ήδη δεχθεί το Άγιο Πνεύμα, κι όμως δεν είναι ακόμη Πεντηκοστή. Το Πνεύμα είναι μέσα τους άδηλο, αλλά την Πεντηκοστή θα δούμε την έκδηλη, δυναμική έλευσή του. Κατά παρόμοιο τρόπο το Πνεύμα μπορεί να αναπαύεται και στη δική μας ψυχή, χωρίς να δείχνει τη δράση και τη δύναμη Του – η ψυχή θα χρειαστεί ακόμη τη Χάρη της Πεντηκοστής.

Ο Θωμάς απουσίαζε. Η διήγηση των μαθητών περί της εμφανίσεως του Κυρίου τον αφήνει με αμφιβολίες: «Αν δεν δω στα χέρια Του τα ίχνη από τα καρφιά και αν δε βάλω το δάκτυλό μου στον τύπο των ήλων κι αν δεν ψηλαφήσω την πλευρά Του, δεν θα πιστέψω». Κυλάει μία βδομάδα· κι ο Ιησούς εμφανίζεται και πάλι στους μαθητές. Προσκαλεί τον Θωμά να ψηλαφήσει. Τον παρακινεί να μην είναι άπιστος, αλλά πιστός. Και ο Θωμάς ανταποκρίνεται με μια πράξη πίστης και λατρείας: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου!». Ο Ιησούς επανέρχεται: «Μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες».

Για να λέμε την αλήθεια, ο Χριστός δεν επικρίνει τον Θωμά. Εξάλλου, οι άλλοι μαθητές δεν θα ήταν λιγότερο αξιοκατάκριτοι, διότι κι αυτοί πίστεψαν στην Ανάσταση μόνον αφού είδαν τον Αναστημένο. Ο Ιησούς δεν έχει αντίρρηση το ανθρώπινο πνεύμα να καταφεύγει σε κάποιες αποδείξεις αξιοπιστίας. Και είναι ωραίο να μπορούμε να πείθουμε τους άλλους ότι η πίστη μας μπορεί να ξεπερνά τη λογική, όμως δεν είναι παράλογη. Ο Κύριος όμως μακαρίζει ειδικώς εκείνους που πιστεύουν ασυζητητί στον Λόγο Του, επειδή μέσα σ’ αυτόν βρίσκουν τη μοναδική και προσφιλή λαλιά Του.

Το Ευαγγέλιο σήμερα μας ζητά να είμαστε επιφυλακτικοί ενώπιον κάθε εκδοχής του χριστιανικού μηνύματος που θα καταργούσε τον Σταυρό και τη Σταύρωση. Ο κίνδυνος να νοθευτεί το μήνυμα αυτό προέρχεται από δύο διαφορετικές πλευρές. Υπάρχουν αυτοί που «στρογγυλεύουν» και «εξευγενίζουν» τον Χριστό μέχρι του σημείου να Τον κάνουν έναν μειλίχιο, αξιαγάπητο ηθικοδιδάσκαλο. Το μυστήριο του Σταυρού τούς φαίνεται πολύ σκληρό, απαράδεκτο για το «σύγχρονο πνεύμα». Υπάρχουν επίσης οι γνωστικοί και οι ψευδομυστικιστές που, γεμάτοι από ιδέες περί ενσαρκώσεως, μεταμορφώσεως και θεώσεως, όταν έρθουν στο περί σωτηρίας, δεν αφήνουν πουθενά στην αντίληψή τους κανένα χώρο για τον Σταυρό. Και οι μεν και οι δε -ουμανιστές, θεοσοφιστές ή ανθρωποσοφιστές, κ.ά.- έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό την αποστροφή για ό,τι ο Σταυρός σημαίνει πρακτικά, δηλαδή για τη μετάνοια, την άσκηση, τη θυσία. Εμείς ας απορρίπτουμε και τις δύο εκδοχές του Χριστού που μας παρουσιάζουν. Ας απαιτούμε, σαν τον Θωμά, να βλέπουμε και να ψηλαφούμε τις πληγές του Κυρίου μας. Ξέρουμε ότι ένας Χριστός που δεν φέρει τους «τύπους τῶν ἥλων» δεν είναι αυθεντικός. Κι ας φυλάμε τη λατρεία μας για τον Εσταυρωμένο και μόνο γι’ Αυτόν.

Το περιστατικό με τον Θωμά υπονοεί και κάτι ακόμη. Μπορούμε σήμερα να αγγίξουμε με τα χέρια μας την πληγωμένη σάρκα του Σωτήρος; Εμείς, που δεν έχουμε τη δυνατότητα να Τον δούμε, μπορούμε να βεβαιωθούμε ότι δεν λατρεύουμε ένα φάντασμα, αλλά τον Ζωντανό Θεό; Ναι, αυτή η δυνατότητα έχει δοθεί σε όλους τους ανθρώπους.

Ο Ιησούς ζει με τρόπο αόρατο αλλά πραγματικό στο πρόσωπο όλων των ανθρώπων που, με σάρκα και οστά, μας περιβάλλουν. Τις πληγές Του από τη σταύρωση μπορούμε να τις ψηλαφήσουμε και να τις προσκυνήσουμε στο πρόσωπο των αρρώστων, των φτωχών, όλων των ανθρώπων που υποφέρουν και που δι’ αυτών παρατείνεται η αγωνία του Χριστού. Είναι τα μέλη του μυστικού Του Σώματος, τα οποία μετέχουν στο Πάθος της θείας Κεφαλής τους. Ο Ιησούς μάς λέει: «Αν αμφιβάλλεις ότι σταυρώθηκα και αναστήθηκα για σένα, σκύψε προς τα μέλη μου που υποφέρουν. Ψηλάφησέ με, απλώνοντας προς αυτούς χέρι βοηθείας. Προσφέροντας σ’ αυτούς, θα με βρεις. Κάνε γι’ αυτούς κάτι που σου στοιχίζει. Θυσίασε κάτι γι’ αυτούς. Και να, εκεί θα με ανακαλύψεις. Θα σου απαντήσω με περίσσια Χάριτος. Θα με νιώσεις ζωντανό και παρόντα. Θα γευτείς την πραγματικότητα, τη δύναμη της Αναστάσεως μου».

Δεν μου έχει δοθεί η δυνατότητα να βλέπω συνεχώς το Άγιο Πρόσωπό Του, αλλά θα μου εμφανιστεί πίσω από τα πρόσωπα των αδελφών μου· μέσα από τη συμπάθεια θα ξανασμίξω με το Πάθος. Θα αγγίξω τον αδελφό μου που πονά και θα πω: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου, δόξα σοι».

Lev Gillet (ενός Μοναχού της Ανατολικής Εκκλησίας), Πασχαλινή κατάνυξη, 1η έκδοση, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα, 2009

Τετάρτη, Μαΐου 05, 2021

...κατόρθωμα ὄχι μόνο ἀνδρῶν, ἄλλα καὶ γυναικῶν καὶ παρθένων καὶ μικρῶν παιδιῶν...



Μεγίστη ἀπόδειξη τῆς Ἀναστάσεως εἶναι ὅτι ὁ Ἐσφαγμένος Χριστὸς ἔδειξε μετὰ τὸν θάνατο τόση δύναμη, ὥστε ἔπεισε τοὺς ζωντανοὺς νὰ περιφρονήσουν καὶ πατρίδα καὶ σπίτι καὶ φίλους καὶ συγγενεῖς καὶ τὴν ἴδια τὴ ζωή τους γιὰ χάρη του καὶ νὰ προτιμήσουν μαστιγώσεις καὶ κινδύνους καὶ θάνατο. Αὐτὰ δὲν εἶναι κατορθώματα νεκροῦ κλεισμένου στὸν τάφο, ἀλλὰ ἀναστημένου καὶ ζωντανοῦ.

Πρόσεξε παρακαλῶ: Οἱ ἀπόστολοι, ὅταν μὲν ζοῦσε ὁ Διδάσκαλος ἀπὸ τὸν φόβο τοὺς τὸν πρόδωσαν κι ἐξαφανίσθηκαν ὅλοι. Ὁ Πέτρος μάλιστα τὸν ἀρνήθηκε μὲ ὅρκο τρεῖς φορές. Ὅταν ὅμως πέθανε ὁ Χριστός, αὐτὸς ποὺ τὸν ἀρνήθηκε τρεῖς φορὲς καὶ πανικοβλήθηκε μπροστὰ σὲ μίαν ὑπηρετριούλα, τόσο ἀπότομα ἄλλαξε, ὥστε ν᾿ ἀψηφήσει ὁλόκληρο λαὸ καὶ μέσ᾿ στὴ μέση του Ἰουδαϊκοῦ ὄχλου νὰ διακηρύξει ὅτι ὁ σταυρωθεὶς καὶ ταφεὶς ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν τὴν τρίτη ἡμέρα καὶ ὅτι ἀνέβηκε στὰ οὐράνια. Καὶ τὰ κήρυξε ὅλα αὐτὰ χωρὶς νὰ ὑπολογίσει τὴ φοβερὴ μανία τῶν ἐχθρῶν καὶ τὶς συνέπειες.

Ποῦ βρῆκε αὐτὸ τὸ θάρρος; Ποῦ ἀλλοῦ, παρὰ στὴν Ἀνάσταση. Τὸν εἶδε καὶ συνομίλησε μαζί του καὶ ἄκουσε γιὰ τὰ μέλλοντα ἀγαθά, κι ἔτσι ἔλαβε δύναμη νὰ πεθάνει γι᾿ Αὐτὸν Καὶ νὰ σταυρωθεῖ μὲ τὴν κεφαλὴ πρὸς τὰ κάτω. Τὸ ἐξόχως σπουδαῖο εἶναι ὅτι ὄχι μόνο ὁ Πέτρος καὶ ὁ Παῦλος καὶ οἱ λοιποὶ ἀπόστολοι, ἄλλα, καὶ ὁ Ἰγνάτιος, ποὺ οὔτε κὰν τὸν εἶδε οὔτε ἀπόλαυσε τὴ συντροφιά του, ἔδειξε τόση προθυμία γιὰ χάρη του, ὥστε γι᾿ Αὐτὸν πρόσφερε θυσία τὴ ζωή του. Καὶ μόνο ὁ Ἰγνάτιος καὶ οἱ ἀπόστολοι; Καὶ γυναῖκες καταφρονοῦν τὸν θάνατο, πού, πρὶν ἀναστηθεῖ ὁ Χριστός, ἦταν φοβερὸς καὶ φρικώδης ἀκόμη καὶ σὲ ἄνδρες καὶ μάλιστα ἁγίους.

Ποιὸς τοὺς ἔπεισε ὅλους αὐτοὺς νὰ περιφρονήσουν τὴν παροῦσα ζωή; Φυσικὰ δὲν εἶναι κατόρθωμα ἀνθρώπινης δυνάμεως νὰ πειστοῦν τόσες μυριάδες, ὄχι μόνο ἀνδρῶν, ἄλλα καὶ γυναικῶν καὶ παρθένων καὶ μικρῶν παιδιῶν, νὰ πειστοῦν νὰ θυσιάσουν τὴν παροῦσα ζωή, νὰ τὰ βάλουν μὲ θηρία, νὰ περιγελάσουν τὴ φωτιά, νὰ καταπατήσουν κάθε εἶδος τιμωρίας καὶ νὰ σπεύσουν πρὸς τὴ μέλλουσα ζωή!
Καὶ ποίος, παρακαλῶ, τὰ κατόρθωσε ὅλ᾿ αὐτά; Ὁ νεκρός; Ἀλλὰ τόσοι νεκροὶ ὑπῆρξαν καὶ κανένας δὲν ἔκανε τέτοια πράγματα. Μήπως ἦταν μάγος καὶ ἀγύρτης; Πλῆθος μάγοι καὶ ἀγύρτες καὶ πλάνοι πέρασαν, ἄλλα ξεχάστηκαν ὅλοι, χωρὶς ν᾿ ἀφήσουν τὸ παραμικρὸ ἴχνος μαζὶ μὲ τὴ ζωή τους ἔσβησαν κι οἱ μαγγανεῖες τους. Ἡ φήμη ὅμως κι ἡ δόξα κι οἱ πιστοὶ τοῦ Χριστοῦ κάθε μέρα αὐξάνουν κι ἁπλώνονται σ᾿ ὅλη τὴν οἰκουμένη.
Οἱ ἄπιστοι φρίττουν κι οἱ πιστοὶ διακηρύττουν:

Χριστὸς ἀνέστη! Ἀληθῶς ἀνέστη!


ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

Εἰς κώμην ᾗ ὄνομα Ἐμμαούς…



Τοῦ Δημήτρη Μαυρόπουλου

Οἱ ἐμφανίσεις τοῦ Ἰησοῦ στοὺς μαθητές του μετὰ τὴν Ἀνάσταση ἐμπεριέχουν παραδοξότητες καὶ ἀντιφάσεις. Καὶ ἐκπλήξεις. Φανερώνεται καὶ κρύβεται. «Προσποεῖται» τὸν ἄγνωστο καὶ μετὰ ἀναγνωρίζεται. Μιὰ λέξη, ἕνας λόγος, μιὰ κίνηση, λειτουργοῦν ὡς «σημεῖα» ποὺ θὰ ξεδιπλώσουν τὴν παρουσία του. Τὴ Μαρία, ποὺ τὸν ἔψαχνε νεκρό, θὰ τὴν προσφωνήσει ὀνομαστικὰ ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπιτρέψει νὰ τὸν ἀγγίξει. Στοὺς συγκεντρωμένους καὶ ἔμφοβους μαθητὲς θὰ δείξει τὶς πληγὲς γιὰ νὰ πεισθοῦν ὅτι δὲν εἶναι ὀπτασία. Θὰ προσκαλέσει τὸν Θωμᾶ νὰ τὶς ψηλαφήσει αὐτὲς τὶς πληγὲς γιὰ νὰ πεισθεῖ ὅτι ὁ Διδάσκαλος εἶναι πραγματικὰ παρών. Ὅταν τὸν συναντᾶνε δίπλα στὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, «ἰδόντες αὐτὸν προσεκύνησαν, οἱ δὲ ἐδίστασαν». Στοὺς ἄλλους μαθητές, «ἐπὶ τῆς λίμνης τῆς Τιβεριάδος», θὰ θαυματουργήσει γιὰ νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν, θὰ τοὺς ζητήσει φαγητὸ γιὰ νὰ καταλάβουν ὅτι εἶναι ζωντανὸς ὁ πρὶν νεκρός. Κι ὅλες οἱ ἐμφανίσεις ἀνάμεσα στὸ «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ» καὶ στὸ «ὁ Κύριός ἐστι».
Τὴ συνάντηση τοῦ Ἰησοῦ μὲ δύο ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ εὐρύτερου κύκλου («ἑτέρους ἑβδομήκοντα»), τὸν Κλεόπα καὶ τὸν Σίμωνα, τὴν διηγεῖται ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς στὸ τελευταῖο κεφάλαιο τοῦ φερώνυμου εὐαγγελίου, ἕνα κείμενο ποὺ ἀναγινώσκεται στὴν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου ὡς ε´ ἑωθινὸ εὐαγγέλιο. Πρόκειται γιὰ αὐτοτελὴ καὶ ἐξαιρετικῆς λογοτεχνικῆς ὑφῆς διήγηση. Δύο μαθητὲς τοῦ Ἰησοῦ πορεύονται ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα πρὸς τὴν πολίχνη Ἐμμαούς, μετὰ τὸ τέλος τῶν ἑορτασμῶν γιὰ τὸ Πάσχα, ὅπου ἔζησαν τὰ δραματικὰ γεγονότα τοῦ Πάθους καὶ τῆς Σταύρωσης τοῦ Διδασκάλου. Συζητοῦν μεταξύ τους καὶ εἶναι «σκυθρωποί». Εἶναι καὶ ἀπογοητευμένοι, γιατὶ ὁ Διδάσκαλος δὲν ἔφερε τελικὰ τὴν ἀπολύτρωση στὸ λαό τους, τὴν ἐλευθερία ἀπὸ τὴ δουλεία σὲ κατακτητές. Ἔτσι τὸν εἶχαν κατανοήσει, ὡς δυνατὸ καὶ ἰσχυρὸ ἐκ Θεοῦ ποὺ ἦρθε νὰ ἐλευθερώσει τὸν λαὸ ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία. Ἔτσι εἶχαν παιδαγωγηθεῖ. Ἦταν μαζί του τρία χρόνια καὶ εἶχαν δεῖ ἢ εἶχαν μάθει ἀπὸ ἄλλους τὰ θαύματά του, εἶχαν ἀκούσει τὸν λόγο του, λόγο ἀληθείας. Εἶχαν πιστέψει ὅτι ἦταν ὁ ἀποσταλεὶς ἀπὸ τὸν Θεὸ Σωτήρας. Καὶ τώρα ὅλα εἶχαν γκρεμιστεῖ. Πάνω στὸν Σταυρὸ χάθηκε ἡ ἐλπίδα τους. Ἄκουσαν ὅτι κάποιες γυναῖκες ποὺ πῆγαν νὰ μυρώσουν τὸ ἐνταφιασμένο σῶμα βρῆκαν τὸν τάφο ἄδειο. Ἄκουσαν ὅτι καὶ δύο μαθητὲς ποὺ πῆγαν στὸ μνημεῖο βρῆκαν μόνον τὰ ἐντάφια σπάργανα.
Αὐτὰ ἀναπτύσσουν στὸν ἀπρόσκλητο συνοδοιπόρο ποὺ περπατάει μαζί τους καὶ δὲν ἀντιλαμβάνονται ὅτι εἶναι Ἐκεῖνος. Δὲν ἔχουν (ἀκόμα) τὴν ὅραση ἐκείνη ποὺ θὰ τοὺς ἐπέτρεπε νὰ δοῦν τὰ ὄντως ἀληθῆ. «Ἡμεῖς δὲ ἠλπίζομεν ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ μέλλων λυτροῦσθαι τὸν Ἰσραήλ», ἀφοῦ γνωρίσαμε ὅτι «ἐγένετο ἀνὴρ προφήτης δυνατὸς ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ», λένε στὸν συνοδοιπόρο τους. Καὶ Ἐκεῖνος τοὺς παίρνει ἀπὸ τὰ φληναφήματα τῆς ἱστορίας καὶ τοὺς πάει στὴ μυσταγωγία τῆς προφητείας, ἀπὸ τὸν λόγο καὶ τὴ φαντασίωση τῶν ἀνθρώπων καὶ τοὺς πάει στὸν λόγο καὶ τὴ σοφία τοῦ Θεοῦ. «Ὦ ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ τοῦ πιστεύειν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ προφῆται! Οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξαν αὐτοῦ;». Ξυπνεῖστε, σὰν νὰ τοὺς λέει, ἡ Βασιλεία μου καὶ ἡ δύναμή μου «οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου». Δὲν ἦλθα γιὰ νὰ σᾶς προσφέρω μιὰ ἐνδοκοσμικὴ τακτοποίηση, μιὰ δύναμη τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλὰ γιὰ νὰ σᾶς χαρίσω αἰώνια ζωή, «ἵνα ζωὴν ἔχητε καὶ περισσὸν ἔχητε». Τὸν κάλεσαν σὲ δεῖπνο. Καμώθηκε πὼς βιάζεται νὰ συνεχίσει τὸν δρόμο του, «προσεποιεῖτο πορρωτέρω πορεύεσθαι». Τελικὰ δέχθηκε τὴν πρόσκληση. Καὶ συνέβη τὸ ἐξαίφνης. Ἀναγνώρισαν τὸν Διδάσκαλο «ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου». Αὐτὸ ἦταν. Ἀπὸ τὸ κράτημα τῶν ὀφθαλμῶν, ἀπὸ τὸ ἐμπόδιο τῆς ἀληθοῦς γνώσης, πέρασαν στὴ διάνοιξη τῶν ὀφθαλμῶν, στὴν ἐπίγνωση. Κι ἀμέσως μετά, τὸ δεύτερο ἐξαίφνης: «καὶ αὐτὸς ἄφαντος ἐγένετο ἀπ᾽ αὐτῶν». Ἄφαντος σημαίνει αἰωνίως παρὼν σὲ ἄλλη διάσταση, σ᾽ αὐτὴν τῆς θείας Βασιλείας. Ἤ, κατὰ τὸν Λορεντζάτο, «᾿Αντίθετα μὲ τὰ ἄλλα ὅλα ὅσα ψάχνεις, τὸ Θεὸ ὅταν τὸν βρεῖς —ἂν τὸν βρεῖς— τότε εἶναι ποὺ θὰ τὸν ψάχνεις ἀκόμα περισσότερο» (Collectanea, ἀρ. 883).
Τὸ Κατὰ Λουκᾶν εὐαγγέλιο γράφτηκε κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 1ου αἰώνα. Ἐκ πρώτης ὄψεως περιγράφει ἕνα ἐπεισόδιο ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Ἔλα ὅμως ποὺ αὐτὴ ἡ συνάντηση μαθητῶν καὶ Διδασκάλου ψηλαφεῖται διαρκῶς στὴ ζωὴ ἑκάστου πιστοῦ κάθε φορὰ ποὺ τὸν προσκαλοῦμε στὴ θεία Εὐχαριστία νὰ εὐλογήσει καὶ νὰ διαμοιράσει τὸν ἄρτο τῆς ζωῆς, δηλαδὴ τὸν ἑαυτό του, σὲ ὅλους ἐμᾶς τοὺς κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἦττον ὀλιγόπιστους, τοὺς «περιδεεῖς καὶ δωρολῆπτες» ὀπαδούς… Ὁ Ἰησοῦς τῆς ἱστορίας θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸν Χριστὸ τῆς Βασιλείας. Κι ὅταν φτάσουμε ἐκεῖ —ἂν φτάσουμε ὅσο εἴμαστε ἀκόμα ζωντανοί— δὲν μᾶς χρειάζεται ὁ Ἰησοῦς τῆς ἱστορίας. Στὴν Ἄνω Ἱερουσαλὴμ δὲν ὑπάρχει ναός, «Καὶ ναὸν οὐκ εἶδον ἐν αὐτῇ· ὁ γὰρ Κύριος ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ ναὸς αὐτῆς ἐστι, καὶ τὸ ἀρνίον». Ἄλλωστε, αὐτὴ τὴ συνθήκη διακηρύττουμε κάθε φορὰ ποὺ «ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου» μᾶς προσφέρεται «ὁ πάντοτε ἐσθιώμενος καὶ οὐδέποτε δαπανώμενος»: «Εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν πίστιν ἀληθῆ». Δηλαδή, ὅπως τότε «αὐτῶν διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί, καὶ ἐπέγνωσαν αὐτόν», ἔτσι συνεχῶς, καὶ τώρα καὶ πάντοτε, μᾶς χαρίζεται ἡ ἀνοιχτοσύνη τῶν ὀφθαλμῶν τῆς ψυχῆς γιὰ νὰ μὴν τὸν χάσουμε.
Χριστὸς Ἀνέστη!

Τρίτη, Μαΐου 04, 2021

Χριστός Ανέστη κοκκαλάκια μου!«Αληθώς ανέστη, αδελφέ!»

 


Συνέβη το Πάσχα του 1935, στο αγιορείτικο μοναστήρι του Αγίου Παύλου. Μετά τον εσπερινό της Αγάπης συνηθίζεται να συνάζονται όλοι οι πατέρες στο αρχονταρίκι και να ανταλλάσσουν ευχές με τον ηγούμενο και μεταξύ τους. Ο νεόκουρος μοναχός π. Θωμάς μη γνωρίζοντας την τάξη, πήγε με τους γεροντότερους μοναχούς μπροστά μπροστά. Ο ηγούμενος τον είδε και τον παρατήρησε. Ο π.Θωμάς είπε το «ευλόγησον».
Τότε ο καθηγούμενος π. Σεραφείμ γύρισε και είπε στον π. Θωμά: «Πάτερ Θωμά, πήγαινε, σε παρακαλώ, κάτω στο οστεοφυλάκιο να πείς στα οστά των κεκοιμημένων πατέρων το «Xριστός Aνέστη» και έλα μετά πάλι εδώ».
O π. Θωμάς, ο απλός, ο ταπεινός, ο πρόθυμος εργάτης της υπακοής, χωρίς να σκεφτεί καθόλου, έτρεξε στο οστεοφυλάκιο και είπε μεγαλόφωνα: «Πατέρες και αδελφοί, ο ηγούμενος με έστειλε να σας πω το «Xριστός Aνέστη»». Και τότε συνέβη το υπέρλογο γεγονός. Όλα τα οστά σκίρτησαν, έτριξαν, χόρεψαν, αναπήδησαν! Ένα κρανίο, μάλιστα, σηκώθηκε έως ένα μέτρο ψηλά και απάντησε στον χαιρετισμό του γέροντα: «Αληθώς Ανέστη ο Κύριος». Αμέσως έγινε και πάλι νεκρική σιγή. Ο π. Θωμάς επέστρεψε πίσω σε περίπου δέκα λεπτά, καθώς το κοιμητήριο και το οστεοφυλάκιο της Μονής βρίσκεται κοντά στο αρχονταρίκι.
Μόλις τον είδε ο ηγούμενος τον ρώτησε αν είπε το «Χριστός Ανέστη» στους κεκοιμημένους. Εκείνος απάντησε καταφατικά. Τότε ο ηγούμενος ξαναρώτησε «Και σου απάντησαν;».
Χαρούμενος ο απλούστατος π. Θωμάς είπε ότι του απάντησαν οι νεκροί το «Αληθώς Ανέστη», διηγήθηκε όλο το συμβάν στον ηγούμενο και εκείνος έκπληκτος τον ρώτησε ξανά και ξανά για να επιβεβαιώσει ότι δεν άκουσε λάθος.
Ο ευλογημένος π. Θωμάς νόμιζε πως αυτό ήταν το τυπικό που συμβαίνει κάθε χρόνο στο μοναστήρι και δε τού φάνηκε κάτι ιδιαίτερο!»
Το περιστατικό έχει καταγράψει ο παλιός και σεβαστός αγιορείτης, επίσκοπος Ροδοστόλου π.Χρυσόστομος, από παλαιούς αγιοπαυλίτες οι οποίοι ήσαν παρόντες στο συμβάν.

Δευτέρα, Μαΐου 03, 2021

 



Ἡμέρα χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης σήμερα, ἀγαπητοί. Ἡμέρα ἀγαλλιάσεως καὶ σωτηρίας, ἡμέρα φωτισμοῦ καὶ ἁγιασμοῦ, ἡμέρα εἰρήνης καὶ καταλλαγῆς· ἡμέρα ἀναπλάσεως καὶ ἀνακαινισμοῦ τῶν ψυχῶν μας, ἡμέρα πραγματικὰ μεγάλη καὶ θαυμαστή, ἡμέρα ἐπιφανής. Αὐτὴ τὴν ἡμέρα μᾶς συνανέστησε ὁ Χριστός μας, ἐμᾶς ποὺ εἴχαμε πέσει στὴν ἁμαρτία. Αὐτὴ τὴν ἡμέρα μᾶς συνεζωοποίησε ὁ Χριστός, ἐμᾶς ποὺ εἴχαμε νεκρωθεῖ ἀπὸ τὰ παραπτώματά μας. Αὐτὴ τὴν ἡμέρα μᾶς ἄνοιξε τὸν Παράδεισο, γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε τὸ ξύλο τῆς Ζωῆς. Δηλαδή, τὸ Τίμιο καὶ ζωοποιὸ σῶμα του καὶ αἷμα του, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξαγνιζόμεθα καὶ ἁγιαζόμεθα καὶ φωτιζόμεθα καὶ ἀνακαινιζόμεθα…
Διότι ὁ Χριστὸς ἔδωσε τὸν ἑαυτὸ του λύτρο γιὰ ὅλους μας καὶ μᾶς ὁδήγησε ἀπὸ τὸ θάνατο στὴ ζωή, ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὸ φῶς, ἀπὸ τὴν δουλεία στὴν ἐλευθερία, ἀπὸ τὴν ἔχθρα στὴ γνήσια φιλία. Μᾶς ἐξαγόρασε ὁ Χριστός μας ἀπὸ τὴν κατάρα καὶ τὴν ἁμαρτία, ἀφοῦ ἔγινε γιὰ μᾶς κατάρα, κι ἔτσι μποροῦμε νὰ ἀπολαύσουμε τὴν υἱοθεσία, γιὰ νὰ μὴν εἴμεθα πλέον δοῦλοι, ἀλλὰ ἐλεύθεροι, νὰ μὴν εἴμεθα ἐμπαθεῖς, ἀλλὰ ἀπαθεῖς, νὰ μὴν εἴμεθα φιλοκόσμοι, ἀλλὰ φιλόθεοι. Νὰ μὴν πορευόμεθα σαρκικὰ ἀλλὰ πνευματικά.
Ὁ Χριστός μας, ἀγαπητοί, μᾶς ἐδόξασε «ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ». Ἐμεῖς τί θὰ ἀνταποδώσουμε στὸν Κύριό μας γιὰ ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα μᾶς χάρισε; Τί θὰ τοῦ προσφέρουμε ἴσο πρὸς τὴν ὑπερβάλλουσα δωρεά του καὶ τὴ χάρη του;…
Ἂς τὸν εὐχαριστήσουμε, ἀγαπητοί, καὶ ἂς προσπέσουμε στὸν Κύριό μας. Ἂς τὸν προσκυνήσουμε καὶ ἂς τοῦ προσφέρουμε μὲ σεβασμὸ καὶ εὐλάβεια τὰ μύρα (τῆς ἀγάπης μας) καὶ τοὺς ὕμνους μας ὡς δῶρα. Διότι εἶναι φιλάνθρωπος καὶ φιλάγαθος ὁ Δεσπότης μας καὶ δέχεται τὰ πάντα, ἔστω κι ἂν εἶναι μικρὰ καὶ εὐτελῆ, αὐτὰ ποὺ τοῦ προσφέρουμε.
Ἂς ἀγαπήσουμε κι ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, Αὐτὸν ποὺ μᾶς ἀγάπησε κατὰ χάρη, …ἂς πορευθοῦμε συμφώνως μὲ τὶς ἅγιες ἐντολές του.
Ἂς καθαρίσουμε τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ κάθε σαρκικὸ καὶ πνευματικὸ μολυσμό. Ἂς προσφέρουμε στὸ Θεὸ πράξεις ἀγαθές, ὅπως τὴν πίστη, τὴν ἐλπίδα, τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ὑπομονή. Ἂς τοῦ προσφέρουμε τὸ συντριμμὸ τῆς καρδίας μας, τὴ δωρεὰ τῆς κατανύξεως, τὴν καθαρότητα τῆς συνειδήσεως, τὴν νέκρωση τῶν παθῶν, τῆς ἀκαθαρσίας, τῆς κακῆς ἐπιθυμίας καὶ τῆς πλεονεξίας.
Ἂς δουλεύσουμε στὸν Κύριο μὲ σύνεση καὶ εὐστάθεια, μὲ καρτερία καὶ ὑπομονή. Ἂς ἐνστερνιστοῦμε τὸ φίλτρο τῆς ἀγάπης τοῦ Ἀναστάντος Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας. Ἂς ψάλλουμε στὸ Θεὸ μᾶς ἄσμα καινό.
Ἂς κροτήσουμε δυνατὰ τὰ χέρια μας κι ἂς φωνάξουμε στὸ Θεὸ μὲ φωνὴ ἀγαλλιάσεως. Διότι ὁ Κύριός μας εἶναι μέγας καὶ τῆς μεγαλοσύνης του δὲν ὑπάρχει τέλος. Μέγας εἶναι ὁ Κύριος καὶ μεγάλη ἡ δύναμή του. Κατάργησε καὶ καταπάτησε τὸν ἀλαζόνα καὶ ὑπερήφανο ἐχθρό μας, τὸν διάβολο, καὶ μὲ τὴν Ἀνάστασή του πάτησε τὸ θάνατο καὶ μᾶς ἀνέστησε ὅλους καὶ μᾶς δώρισε τὴν αἰώνια ζωή. Γι’ αὐτὸ ἂς ἀπολαύσουμε ὅλοι, ἀγαπητοί, τῶν ἀγαθῶν χαρισμάτων αὐτῆς τῆς καλῆς πανηγύρεως. Ἂς εἰσέλθουμε χαίροντες στὴ χαρὰ τοῦ Κυρίου μας…
Ἄρχοντες καὶ ἀρχόμενοι, πρεσβύτεροι καὶ νεώτεροι, πλούσιοι καὶ φτωχοί, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, δοῦλοι καὶ ἐλεύθεροι, δοξάσατε καὶ μεγαλύνατε τὸν Κύριο καὶ Θεό μας σήμερα, κατὰ τὴν λαμπρὴ αὐτὴ ἡμέρα καὶ ἑορτὴ τῆς Ἀναστάσεώς του…
Διότι, ἀνέστη Χριστὸς καὶ ἀπὸ τὴ φθορὰ λυτρωθήκαμε.
Ἀνέστη Χριστὸς καὶ ἀπὸ τὴν κατάρα σωθήκαμε.
Ἀνέστη Χριστὸς καὶ ἐμεῖς συναναστηθήκαμε.
Ἀνέστη Χριστὸς καὶ ἐμεῖς ζωοποιηθήκαμε.
Ἀνέστη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν καὶ ἀπαρχὴ τῆς ἀναστάσεως τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο.
Σ’ Αὐτὸν τὸν Ἀναστημένο Χριστὸ ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη, καὶ ἡ προσκύνηση καὶ ἡ μεγαλοσύνη τώρα καὶ πάντοτε καὶ εἰς τοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἁγίου Ἀμφιλοχίου, Ἐπισκόπου Ικονίου

Κυριακή, Μαΐου 02, 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ


"μὴ φοβοῦ· ἐγώ εἰμι ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος καὶ ὁ ζῶν, καὶ ἐγενόμην νεκρός, καὶ ἰδοὺ ζῶν εἰμι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, καὶ ἔχω τὰς κλεῖς τοῦ θανάτου καὶ τοῦ ᾅδου" ( Αποκ. α΄17-18).
Κοντάκιον
Εἰ καὶ ἐν τάφῳ κατῆλθες ἀθάνατε, ἀλλὰ τοῦ ᾍδου καθεῖλες τὴν δύναμιν, καὶ ἀνέστης ὡς νικητής, Χριστὲ ὁ Θεός, γυναιξὶ Μυροφόροις φθεγξάμενος. Χαίρετε, καὶ τοῖς σοῖς Ἀποστόλοις εἰρήνην δωρούμενος ὁ τοῖς πεσοῦσι παρέχων ἀνάστασιν.
Τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ Κυριακῇ τοῦ Πάσχα, αὐτὴν τὴν ζωηφόρον Ἀνάστασιν ἑορτάζομεν τοῦ Κυρίου, καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Στίχοι
Χριστὸς κατελθὼν πρὸς πύλην ᾍδου μόνος
Λαβὼν ἀνῆλθε πολλὰ τῆς νίκης σκῦλα.
ΣΥΝΑΞΑΡΙΟΝ
Τη σημερινή γιορτή την ονομάζουμε Πάσχα. Στην εβραϊκή γλώσσα Πάσχα σημαίνει διάβαση, πέρασμα. Αυτή την ημέρα, την Κυριακή, ο Θεός άρχισε απ’ το μηδέν τη Δημιουργία του κόσμου. Αυτή την ημέρα βοήθησε τούς Ισραηλίτες να περάσουν την Ερυθρά Θάλασσα (τους άνοιξε διάβαση, πέρασμα) και τους λύτρωσε απ’ τη δουλεία του Φαραώ. Αυτή την ημέρα, την Κυριακή, κατέβηκε ο Κύριος από τον ουρανό (κατά τον Ευαγγελισμό) και κατοίκησε στη μήτρα της Αειπαρθένου Μαρίας. Αυτή την ημέρα άρπαξε ο Θεός όλο το ανθρώπινο γένος απ’ τον πυθμένα του Άδη, το ανέβασε στον ουρανό και το οδήγησε στην αρχαία δόξα της αφθαρσίας. Βέβαια, όταν κατέβηκε στον Άδη, δεν τους ελευθέρωσε όλους, αλλά μόνο όσους θέλησαν να πιστέψουν σ’ Αυτόν. Σε όλες όμως τις ψυχές των αγίων απ’ τη Δημιουργία του κόσμου μέχρι τότε, χάρισε την ελευθερία και τους έδωσε τη δυνατότητα ν’ ανεβούν στον ουρανό. Γι’ αυτό το λόγο με υπερκόσμια και πανευφρόσυνη χαρά γιορτάζουμε σήμερα με λαμπρότητα την Ανάσταση, δείχνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο το πόσο μεγάλη χαρά πήρε η ανθρώπινη φύση μας από την πλούσια δωρεά του πανελεήμονος Κυρίου και Θεού μας. Κι ακόμα δίνουμε τον ασπασμό της αγάπης ο ένας στον άλλον, δείχνοντας την κατάργηση της έχθρας και την ένωση μας με το Θεό και τους αγγέλους.
Η Ανάσταση του Κυρίου έγινε ως εξής: Ενώ οι στρατιώτες φύλαγαν τον τάφο, κατά τα μεσάνυχτα έγινε σεισμός. Κι αυτό, επειδή κατέβηκε ένας Άγγελος κι απομάκρυνε το λίθο απ’ τη θύρα του μνημείου. Όταν οι φύλακες συνήλθαν κι είδαν τι έγινε, απ’ το φόβο τους έφυγαν. Τότε ήλθαν οι γυναίκες «ὀψὲ Σαββάτου», όπως λέει το Ευαγγέλιο, δηλ. στη μέση περίπου της νύχτας του Σαββάτου.
Πρώτα-πρώτα η Ανάσταση έγινε φανερή στη Μητέρα του Θεού, η οποία καθόταν απέναντι απ’ τον τάφο μαζί με τη Μαρία τη Μαγδαληνή, όπως λέει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος. Για να μην είναι όμως αμφιβαλλόμενη υπόθεση η Ανάσταση, οι Ευαγγελιστές δεν αναφέρουν ότι την είδε πρώτα η Μητέρα Του, αλλά η Μαρία η Μαγδαληνή. Αυτή είδε και τον άγγελο που καθόταν πάνω στο λίθο κι έσκυψε και είδε και τους άλλους αγγέλους μέσα στον τάφο. Αυτοί μάλιστα της μίλησαν και της ανήγγειλαν την Ανάσταση. «Αναστήθηκε», της είπαν· «δεν είναι εδώ· να ο τόπος που είχαν τοποθετήσει το νεκρό». Η Μαρία, λοιπόν, μόλις άκουσε αυτά, τρέχει και πηγαίνει στους ένθερμους μαθητές, τον Πέτρο και τον Ιωάννη, και τους φέρνει τη χαρμόσυνη είδηση. Κι όταν αυτή επέστρεφε μαζί με την άλλη Μαρία (την Παναγία), τις συνάντησε ο Χριστός λέγοντάς τους: «Χαίρετε». Αυτό έγινε, γιατί έπρεπε το φύλο των γυναικών, το οποίο άκουσε πρώτο τη θλιβερή απόφαση: «Με λύπες θα γεννάς τα παιδιά σου», αυτό πρώτο ν’ ακούσει και τη χαρμόσυνη αγγελία της Αναστάσεως. Αυτές, λοιπόν, απ’ την πολλή αγάπη που είχαν για τον Διδάσκαλο, πλησιάζουν για να βεβαιωθούν πραγματικά για το γεγονός, και γονατίζοντας αγγίζουν τα άχραντα πόδια Του. Ο Πέτρος εν τω μεταξύ κι ο Ιωάννης πήγαν στο μνημείο. Ο Πέτρος έσκυψε μόνο, είδε το μνημείο κι έφυγε. Ο Ιωάννης όμως μπήκε και μέσα. Αυτός εξέτασε με περισσότερη περιέργεια κι άγγιξε το σινδόνι και το σουδάριο, με τα οποία είχαν τυλίξει το σώμα και το κεφάλι του Ιησού.
Την ώρα του όρθρου η Μαρία η Μαγδαληνή ξαναήλθε με άλλες γυναίκες για να βεβαιωθεί καλύτερα. Στην αρχή κάθισε έξω από τον τάφο κι έκλαιγε. Κι όταν έσκυψε να κοιτάξει μέσα, είδε δύο αγγέλους με απαστράπτουσα λαμπρότητα, οι οποίοι επιτιμώντας την κατά κάποιον τρόπο, της είπαν: «Γυναίκα, γιατί κλαις; Ποιον ζητάς; Ζητάς τον Ιησού το Ναζαρηνό, τον Εσταυρωμένο; Αναστήθηκε, δεν είναι εδώ». Κι αμέσως σηκώθηκαν όλες φοβισμένες και βλέποντας μπροστά τους τον Κύριο, έφυγαν. Η Μαρία όμως γύρισε πίσω και βλέπει πάλι το Χριστό να είναι εκεί. Νομίζοντας, λοιπόν, ότι είναι ο κηπουρός (γιατί το μνήμα ήταν μέσα στον κήπο) λέει: «Κύριε, αν Τον πήρες εσύ, πες μου που Τον έβαλες κι εγώ θα Τον πάρω». Κι όταν αυτή έστρεψε ξανά πίσω το βλέμμα της προς τους αγγέλους του τάφου, ο Σωτήρας μας της είπε: «Μαρία». Εκείνη τότε κατάλαβε τη γνώριμη και γλυκιά φωνή του Χριστού και θέλησε να Τον αγγίξει. Όμως Εκείνος της είπε: «Μη μ’ αγγίζεις, δεν ανέβηκα ακόμα στον Πατέρα μου» (γιατί ο Χριστός γνώριζε ότι Τον θεωρούσε ακόμη άνθρωπο), «Πήγαινε στους αδελφούς και πες τους όσα είδες κι άκουσες». Και βέβαια, η Μαγδαληνή αυτό έκανε. Όταν πλέον ξημέρωσε η μέρα ήλθε και πάλι στον τάφο μαζί με τις υπόλοιπες. Αυτές μαζί με την Ιωάννα και τη Σαλώμη ήλθαν στο μνημείο όταν πλέον είχε ανατείλει ο ήλιος. Γενικά ο ερχομός των γυναικών στο μνημείο έγινε σε διαφορετικούς χρόνους. Κι ανάμεσά τους ήταν κι η Θεοτόκος. Αυτή (η Θεοτόκος) είναι η Μαρία (η μητέρα) του Ιωσή που λέει το Ευαγγέλιο. Ο Ιωσής ήταν υιός του Ιωσήφ του μνήστορος. Θα πρέπει πάντως να πούμε ότι είναι άγνωστο πότε ακριβώς αναστήθηκε ο Κύριος. Άλλοι λένε με το πρώτο λάλημα του πετεινού, άλλοι όταν έγινε ο σεισμός κι άλλοι διαφορετικά.
Όταν έγιναν αυτά, κάποιοι απ’ τη στρατιωτική φρουρά ήλθαν στους αρχιερείς και τους ανέφεραν όλα όσα συνέβησαν. Αυτοί όμως δίνοντάς τους χρήματα τους έπεισαν να πουν ότι ήλθαν οι μαθητές Του τη νύκτα και Τον έκλεψαν.
Το βράδυ της ημέρας αυτής, καθώς οι Μαθητές ήταν συγκεντρωμένοι όλοι μαζί εξ αιτίας του φόβου των Ιουδαίων κι ενώ οι πόρτες του σπιτιού ήταν καλά κλεισμένες και ασφαλισμένες, εισήλθε ο Χριστός. Αυτό έγινε, γιατί το σώμα Του δεν ήταν πλέον σαν το δικό μας, αλλά άφθαρτο. Τούς χαιρέτησε με το συνήθη χαιρετισμό της ειρήνης. Αυτοί, όταν Τον είδαν, χάρηκαν υπερβολικά. Κι Εκείνος με το φύσημα της πνοής Του τους έδωσε τελειότερα την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος (το Ευαγγέλιο αναφέρει «ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς: “Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον”»).
Όσο για το πώς λέγεται ότι ο Χριστός αναστήθηκε τριήμερος (σε τρεις μέρες) ισχύουν τα εξής: Το βράδυ της Πέμπτης και η ημέρα της Παρασκευής λογίζονται σαν μία ημέρα (24ωρο), γιατί έτσι μετρούν οι Εβραίοι το ημερονύκτιο (το λένε νυχθήμερο δηλ. νύχτα + ημέρα). Η νύχτα της Παρασκευής και η ημέρα του Σαββάτου είναι δεύτερο νυχθήμερο. Τρίτο νυχθήμερο είναι η νύχτα του Σαββάτου και η ημέρα της Κυριακής, κατά την οποία έγινε η Ανάσταση του Κυρίου.
Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.