ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Σάββατο, Ιουλίου 04, 2020

Κυριακή Δ΄ Ματθαίου: Η μεγάλη πίστη του εκατόνταρχου


Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Η σημερινή ευαγγελική περικοπή μας περιγράφει ένα γεγονός που μας δείχνει πως κάποιοι άνθρωποι είναι υγιείς ανάμεσα στους ασθενείς κι άλλοι είναι άρρωστοι ανάμεσα στους υγιείς. Πως υπάρχει πίστη ανάμεσα στους ειδωλολάτρες και απιστία ανάμεσα σε κείνους που υπερηφανεύονται για την καθαρότητα της πίστης τους, κομπάζουν ότι είναι ο εκλεκτός λαός του Θεού. Η περικοπή αυτή γράφτηκε σαν μια διδαχή για όλες τις εποχές και για όλους τους λαούς και εφαρμόζεται και σε μας μέχρι σήμερα. Η διδαχή αυτή είναι τόσο οξεία, όσο και το ξίφος των χερουβίμ, καθαρή σαν τον ήλιο, φρέσκια κι αναπάντεχη όπως τα λουλούδια του αγρού. Κι αυτό για να μας δημιουργήσει δέος με την οξύτητά της, να μας φωτίσει με την καθαρότητά της και να μας αφυπνίσει από την πνευματική νάρκωση κι αδράνειά μας. Κυρίως όμως καταγράφηκε για να προειδοποιήσει όλους εμάς τους χριστιανούς να μην ξεχαστούμε και πέσουμε στην οίηση επειδή εκκλησιαζόμαστε, προ­σευχόμαστε στο Θεό και ομολογούμε το Χριστό. Γιατί τότε στην τελική Κρίση του Θεού θα συναντήσουμε μπροστά μας ανθρώπους που βρίσκονται έξω από την Εκκλησία, αλλ’ έχουν μεγαλύτερη πίστη και περισ­σότερα καλά έργα.
«Εισελθόντι δε αυτώ εις Καπερναούμ προσήλθεν αυτώ εκατόνταρχος παρακαλών αυτόν και λέγων Κύριε, ο παις μου βέβληται εν τη οικία παραλυτικός, δεινώς βασανιζόμενος» (Ματθ. η 5,6). Ο εκατόνταρ­χος ήταν αξιωματικός στα στρατόπεδα της Καπερνα­ούμ, που ήταν η πιο σπουδαία πόλη στα παράλια της Γαλιλαίας. Δεν ξέρουμε, αλλ’ έχει και δευτερεύουσα σημασία, αν υπαγόταν απ’ ευθείας στη Ρώμη ή βρι­σκόταν στην εξουσία του Ηρώδη Αντίπα, μάλλον όμως αναφερόταν απ’ ευθείας στη Ρώμη. Αυτό που αξίζει να επισημάνουμε είναι ότι ήταν ειδωλολάτρης, όχι Ιουδαίος. Είναι ο πρώτος Ρωμαίος αξιωματικός που αναφέρεται στο ευαγγέλιο ότι πίστεψε στο Χριστό. Δεύτερος ήταν ο εκατόνταρχος που βρισκόταν σε υπηρεσία στη σταύρωση του Χριστού, εκείνος που σαν είδε τα υπερφυσικά φαινόμενα τη στιγμή που ο Κύριος παρέδιδε το πνεύμα Του, αναφώνησε: «Αληθώς Θεού Υιός ην ούτος» (Ματθ. κζ’ 54). Μετά αναφέρεται κι ο εκατόνταρχος Κορνήλιος στην Καισάρεια, εκείνος που τον βάφτισε ο απόστολος Παύλος (βλ. Πράξ. κεφ. ι’). Αν κι οι αξιωματικοί αυτοί ήταν ειδωλολάτρες, γνώρισαν την αλήθεια και τη ζωή του Χριστού και πίστεψαν σ’ Αυτόν πιο γρήγορα από τις ορδές των σοφών αλλά τυφλών Ιουδαίων γραμματέων.
Κύριε, ο παις μου βέβληται εν τη οικία παραλυ­τικός, δεινώς βασανιζόμενος. Ο «παις» του εκατό­νταρχου πρέπει να ήταν δούλος του. Κι ο υψηλόβαθ­μος αξιωματικός, ο εκατόνταρχος, μίλησε σαν απλός στρατιώτης που ζητάει βοήθεια. Η παράλυση είναι τρομερή πάθηση. Ο νεαρός στρατιώτης βρισκόταν στα πρόθυρα του θανάτου, όπως διηγείται ο ευαγγε­λιστής Λουκάς. Και φαίνεται πως ο εκατόνταρχος τον αγαπούσε πολύ. Έτσι μόλις άκουσε πως ο Χριστός έφτανε στην Καπερναούμ, ξεκίνησε να πάει να τον συναντήσει και να του ζητήσει βοήθεια για τον αγα­πημένο του δούλο.[...]
Ακούοντας για τη δόξα και τη δύναμη του Κυρίου Ιησού και αισθανόμενος την ανθρώπινη αμαρτωλότητα κι αναξιότητά του, ο εκατόνταρχος ζήτησε πρώτα από τους πρεσβυτέρους των Ιουδαίων να πάνε εκείνοι στον Κύριο και να τον παρακαλέσουν να πάει στο σπίτι του. Δεν ήταν καθόλου σίγουρος πως ο Κύριος θά ‘θελε να τον επισκεφτεί. Ίσως να σκεφτόταν: «Εγώ είμαι ειδωλολάτρης κι αμαρτωλός. Εκείνος είναι διορατικός. Με το που θ’ ακούσει το όνομά μου θα καταλάβει αμέσως πως είμαι αμαρτωλός. Ποιός ξέρει τότε αν θα θελήσει να έρθει στο σπίτι μου; Είναι καλύτερα να στείλω τους Ιουδαίους κι αν αρνηθεί, η άρνηση θα είναι σ’ αυτούς, αν δεχτεί…θα δούμε». Όταν διαπίστωσε πως ο Κύριος δέχτηκε, τά ‘χασε, βρέθηκε σε μεγάλη αμηχανία. Τότε έστειλε τους φίλους του να πουν στο Χριστό να μην έρθει στο σπίτι του, γιατί ήταν αμαρτωλός και ανάξιος. Έφτανε μόνο να πει ένα λόγο κι ο δούλος του θα γινόταν καλά.
Με το που έφτασαν οι δούλοι του όμως στο Χριστό και του έδωσαν το μήνυμα του εκατόνταρχου, έφτασε κι ο εκατόνταρχος. Ήταν τόσο θλιμμένος, που δεν άντεχε να μείνει στο σπίτι του. Να ερχόταν ο ίδιος ο Κύριος στο σπίτι του; Όχι, όχι. Οι φίλοι του δεν ήξεραν ακόμα ποιός ήταν ο Κύριος. Όσο για τους πρεσβυτέρους των Ιουδαίων, ο εκατόνταρχος θα είχε μάθει από πριν πως μερικοί απ’ αυτούς λειτουργούσαν ανταγωνιστικά στο Χριστό, δεν πίστευαν σ’ Αυτόν. Έτσι έτρεξε να τον συναντήσει ο ίδιος, αφού τώρα ήξερε πως δε θ’ αρνιόταν κι επομένως δε θα τον ταπείνωνε μπροστά στους ανθρώπους, επειδή ήταν και αξιωματικός.
Είναι αλήθεια πως οι Ιουδαίοι μίλησαν με καλά λόγια στο Χριστό για τον εκατόνταρχο. «Άξιός εστιν ω παρέξει τούτο, αγαπά γαρ το έθνος ημών, και την συναγωγήν αυτός ωκοδόμησεν ημίν» (Λουκ. ζ’ 4-5). Όλα όσα κι αν είπαν όμως δεν αγγίζουν την ουσία του θέματος. Πρόβαλαν την καλοσύνη του εκατόνταρχου για δικό τους όφελος. Αγαπά γαρ το έθνος ημών, είπαν. Άλλοι Ρωμαίοι αξιωματικοί κι αξιωματούχοι περιφρονούσαν τους Ιουδαίους, αυτός όμως τους αγαπούσε. Και την συναγωγήν αυτός ωκοδόμησεν ημίν. Ήταν σα νά ‘λεγαν δηλαδή: Αυτός ξοδεύει τα δικά του χρήματα και μεις γλιτώνουμε τα δικά μας. Μας οικοδόμησε έναν οίκο προσευχής που τον είχαμε ανάγκη, αλλιώς θ’ αναγκαζόμασταν να τον οικοδομήσουμε και να τον πληρώσουμε μόνοι μας». Τα είπαν όλ’ αυτά σα ν’ απευθύνονταν στον Καϊάφα, όχι στο Χριστό. Ο Χριστός δεν τους έδωσε καμιά απάντηση σ’ αυτά, έμεινε σιωπηλός και επορεύετο συν αυτοίς. Τότε οι φίλοι του εκατόνταρχου πήγαν να συναντήσουν το Χριστό και στο τέλος πήγε κι ο ίδιος ο εκατόνταρχος.
Όταν ο εκατόνταρχος βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με το Χριστό, έπρεπε βέβαια να του εξηγήσει για μια ακόμα φορά όλο το πρόβλημα, αν κι ο Χριστός είχε ήδη πληροφορηθεί γι’ αυτό. «Και λέει αυτώ ο Ιησούς· εγώ ελθών θεραπεύσω αυτόν» (Ματθ. η’ 5). Προσέξτε πως μιλάει εκείνος που έχει εξουσία και δύναμη! Δεν είπε «θα δούμε», ούτε τον ρώτησε όπως έκανε με άλλους: «Πιστεύεις πως μπορώ να το κάνω αυτό;» Έβλεπε ήδη στην καρδιά του εκατόνταρχου την πίστη του. Έτσι είπε αποφασιστικά, μ’ έναν τρόπο που κανένας γιατρός δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει: Εγώ ελθών θεραπεύσω αυτόν.
Ο Κύριος μίλησε σκόπιμα με τέτοια αποφασιστικότητα, για να προκαλέσει από το στόμα του εκατόνταρχου την απάντηση μπροστά στους Ιουδαίους. Όταν ο Θεός επιτελεί ένα έργο, το κάνει με τέτοιο τρόπο ώστε να μην υπηρετεί μια μόνο περιοχή, αλλά πολλές. Ο Κύριος ήθελε το γεγονός αυτό να ωφελήσει πολλούς: να θεραπεύσει τον άρρωστο, ν’ αποκαλύψει τη μεγάλη πίστη του εκατόνταρχου, να επιτιμήσει τους Ιουδαίους για την απιστία τους και να κάνει μια μεγάλη προφητεία για τη βασιλεία Του· να μιλήσει δηλαδή για κείνους που νομίζουν πως είναι άξιοι να μπουν στη βασιλεία Του, που ουδέποτε θα μπουν, καθώς και γι’ αυτούς που δεν έχουν καμιά ελπίδα, αλλά τελικά θα μπουν.
«Και αποκριθείς ο εκατόνταρχος έφη· Κύριε, ουκ ειμί ικανός ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης· αλλά μόνον ειπέ λόγω και ιαθήσεται ο παις μου» (Ματθ. η’ 8). Τί τεράστια διαφορά υπάρχει ανάμεσα στη φλογερή αυτή πίστη και την ψυχρή, νομικίστικη πίστη των Φαρισαίων! Η πίστη του εκατόνταρχου μοιάζει με φωτιά που καίει, ενώ των Φαρισαίων η πίστη είναι σαν εικόνα της φωτιάς. Όταν κάποιος Φαρισαίος κάλεσε στο σπίτι του το Χριστό για δείπνο, με τη νομικίστικη νοοτροπία του σκέφτηκε πως, με το να τον καλέσει στο σπίτι του, τιμούσε πολύ το Χριστό. Δε διανοήθηκε καθόλου πως ο Χριστός τιμούσε αυτόν και το σπίτι του με την επίσκεψή Του. Με την αλαζονεία και την υπέρμετρη υπερηφάνειά του, ο Φαρισαίος αμέλησε ακόμα και τις συνηθισμένες φιλοφρονήσεις και τις πράξεις φιλοξενίας, δηλαδή δεν έφερε νερό στο φιλοξενούμενο για να πλύνει τα πόδια Του, δεν τον υποδέχτηκε με εναγκαλισμό ούτε και έχρισε το κεφάλι Του με μύρο (βλ. Λουκ. ζ’ 44-46).
Προσέξτε τώρα πόσο ταπεινός ήταν ο ειδωλολάτρης αυτός, πόσο συντετριμμένος στάθηκε μπροστά στον Κύριο, αν και δεν είχε διαβάσει το νόμο του Μωυσή και τους προφήτες. Είχε μόνο τον κοινό νου, το μοναδικό φως για να διακρίνει την αλήθεια από το ψέμα, το καλό από το κακό. Ήξερε πως οποιοσδήποτε άλλος κάτοικος της Καπερναούμ θα το λογάριαζε μεγάλη τιμή να δεχτεί τον εκατόνταρχο στο σπίτι του. Στο Χριστό όμως ο εκατόνταρχος δεν έβλεπε ένα συνηθισμένο άνθρωπο, αλλά τον ίδιο το Θεό. Γι’ αυτό και είπε: ουκ ειμί ικανός ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης.
Τί μεγάλη, τί υπέροχη πίστη στο Χριστό και τη δύ­ναμή Του! Μόνον ειπέ λόγω και η αρρώστια θα ξεπεραστεί, ο δούλος μου θα γίνει καλά. Ούτε ο απόστολος Πέτρος δεν μπορούσε, για μεγάλο χρονικό διάστημα, να φτάσει σε τόσο μεγάλη πίστη. Στην παρουσία του Χριστού ο εκατόνταρχος ένιωσε την παρουσία, το πυρ και το φως του ουρανού. Γιατί έπρεπε να μπει τόσο μεγάλη φωτιά στο σπίτι του, όταν και μια σπίθα θα ήταν αρκετή; Γιατί να βάλει ολόκληρο τον ήλιο στο σπίτι του, όταν αρκούσε και μια μόνο ακτίνα του; Αν ο εκατόνταρχος γνώριζε τις Γραφές, όπως εμείς σήμερα, ίσως να έλεγε στο Χριστό: «Εσύ, που μόνο με το λόγο Σου δημιούργησες τον κόσμο και τον άνθρωπο, μπορείς μ’ ένα Σου λόγο να θεραπεύσεις τον άρρωστο. Μία μόνο λέξη Σου είναι αρκετή, γιατί είναι πιο δυνατή από τη φωτιά, πιο λαμπερή από την ακτίνα του ήλιου. Μόνον ειπέ λόγω! Πόση ντροπή πρέπει να προξενήσει σε πολλούς από μας σήμερα η μεγάλη αυτή πίστη, σε μας που γνωρίζουμε τις Γραφές, αλλά η πίστη μας είναι εκατό φορές μικρότερη!
Ο εκατόνταρχος δεν τέλειωσε με τα λόγια αυτά. Συνέχισε για να εξηγήσει πού στήριζε τόσο πολύ την πίστη του στη δύναμη του Χριστού: «Και γαρ εγώ άνθρωπός ειμι υπό εξουσίαν, έχων υπ’ εμαυτόν στρατιώτας, και λέγω τούτω, πορεύθητι, και πορεύεται, και άλλω, έρχου, και έρχεται, και τω δούλω μου, ποίησον τούτο, και ποιεί» (Ματθ. η’ 9).
Τί ήταν ο εκατόνταρχος; Ένας άνθρωπος που είχε στην εξουσία του εκατό στρατιώτες και υπήρχαν άλλοι εκατό που τον εξουσίαζαν. Εκείνοι που βρίσκονταν στην εξουσία του ήταν υποχρεωμένοι να τον υπακούν. Όταν λοιπόν αυτός, που είχε και ανωτέρους να τον εξουσιάζουν, αλλά που είχε κι ο ίδιος μικρότερη εξουσία, μπορούσε να δίνει διαταγές στους στρατιώτες και τους δούλους του, πόση μεγαλύτερη εξουσία είχε ο Χριστός, που δεν εξουσιάζεται από κανέναν άνθρωπο, που είναι ο ίδιος η υπέρτατη εξουσία στη φύση και στον άνθρωπο. Όταν τόσοι άνθρωποι υποτάσσονται στην αδύναμη φωνή του εκατόνταρχου, πώς να μην υποτάσσονται τα πάντα στο λόγο του Θεού, που είναι δυνατός σαν τη ζωή, οξύς σαν ξίφος και φοβερός σαν την καταιγίδα;
Ποιοί είναι οι στρατιώτες και οι δούλοι του Χριστού; Δεν είναι κάθε λογική ύπαρξη ενταγμένη στο στρατό του Χριστού; Οι άγγελοι, μαζί με τους αγίους και τους θεοφοβούμενους ανθρώπους, δεν είναι στρατιώτες του Χριστού; Όλες οι δυνάμεις της φύσης, των ασθενειών και του θανάτου, δεν είναι δούλοι Του; Ο Κύριος διατάζει τη ζωή. Λέει: «πήγαινε σ’ αυτήν ή την άλλη ύπαρξη» και πηγαίνει. Λέει «έλα πίσω» και γυρίζει. Στέλνει ζωή, επιτρέπει την αρρώστια και το θάνατο. Θεραπεύει τους αρρώστους και ανασταίνει τους νεκρούς. Στο λόγο Του, οι αγγελικές δυνάμεις κάμπτουν όπως η φλόγα στον ισχυρό άνεμο. «Αυτός είπε και εγενήθησαν, αυτός ενετείλατο και εκτίσθησαν» (Ψαλμ. λβ’ 9). Κανένας δεν μπορεί ν’ αντισταθεί στη δύναμή Του, δεν τολμά ν’ αμφισβητήσει το λόγο Του. «Ουδέποτε ούτως ελάλησεν άνθρωπος, ως ούτος ο άνθρωπος» (Ιωάν. ζ’ 46). Δε μιλούσε σαν άνθρωπος που εξουσιάζεται, αλλά ως άρχοντας, «ως εξουσίαν έχων» (Ματθ. ζ’ 29). Είχε τέτοιο πρόσωπο που έκανε τον εκατόνταρχο να τον ικετεύσει: ειπέ λόγω και ιαθήσεται ο παις μου. Θεραπεία παραλυτικού δεν μπορεί να κάνει κανένας θνητός άνθρωπος στη γη, για το Χριστό όμως ήταν εντελώς συνηθισμένο πράγμα. Δε χρειαζόταν να καταβάλει κάποια μεγάλη προσπάθεια για να κάνει τη θεραπεία, ούτε καν να πάει στο σπίτι του εκατόνταρχου. Δεν είχε ανάγκη ούτε καν να δει τον άρρωστο. Δε χρειαζόταν να τον πιάσει από το χέρι και να τον σηκώσει. Μόνο ειπέ λόγω και το έργο θα γίνει. Αυτό ήταν το μέτρο της πίστης του εκατόνταρχου, της από μέρους του αποδοχής του Χριστού.
«Ακούσας δε ο Ιησούς εθαύμασε και είπε τοις ακολουθούσιν· αμήν λέγω υμίν, ουδέ εν τω Ισραήλ τοσαύτην πίστιν εύρον» (Ματθ. η’ 10). Γιατί θαύμασε ο Χριστός, αφού γνώριζε από πριν ποιά θα ήταν η απάντηση του εκατόνταρχου; Δεν προκάλεσε την απάντηση αυτή με τα λόγια Του, εγώ ελθών θερα­πεύσω αυτόν; Γιατί λοιπόν τώρα θαυμάζει; Απλά για να διδάξει εκείνους που ήταν μαζί Του. Θαυμάζει για να τους δείξει τί αξίζει να θαυμάζεται σ’ αυτόν τον κόσμο. Θαυμάζει τη μεγάλη πίστη του ανθρώπου αυτού, για να διδάξει τους πιστούς πως πρέπει να εκτιμούν τη μεγάλη πίστη. Και πραγματικά δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο που ν’ αξίζει τόσο θαυμασμό όσο η μεγάλη πίστη κάποιου ανθρώπου. Ο Χριστός δε θαύμαζε την ομορφιά της θάλασσας της Γαλιλαίας, επειδή τέτοια ομορφιά σε σύγκριση με τα κάλλη του ουρανού, που απλωνόταν μπροστά στα μάτια Του, δεν άξιζε τίποτα. Ούτε και τη μεγάλη σοφία των ανθρώπων θαύμαζε, ούτε τα πλούτη και τη δύναμή τους. Όλ’ αυτά είναι μηδαμινά μπροστά στη σοφία, τον πλούτο και τη δύναμη της βασιλείας των ουρανών, που του ήταν τόσο οικεία. Αλλ’ ούτε και τις μεγάλες εθνικές συναθροίσεις που γίνονταν στην Ιερουσαλήμ για τη γιορτή θαύμαζε. Τέτοιες συναθροίσεις ήταν εντελώς ασήμαντες σε σύγκριση με τη σύναξη των αγγέλων στον ουρανό, που γίνονταν από καταβολής κόσμου. Όταν οι άλλοι θαύμαζαν το περίφημο κάλλος του ναού του Σολομώντα, Εκείνος μιλούσε για την ισοπέδωσή του. Το μόνο που άξιζε να θαυμάζει κανείς ήταν η μεγάλη πίστη κάποιου ανθρώπου. Είναι το μέγιστο και κάλλιστο γεγονός στη γη. Με την πίστη ο σκλάβος ελευθερώνεται, ο μισθωτός γίνεται υιός Θεού, ο θνητός άνθρωπος μεταβάλλεται σε αθάνατο. Όταν ο δίκαιος Ιώβ κείτονταν πληγωμένος στις στάχτες και τα ερείπια όλης του της περιουσίας, όταν είχε χάσει και τα παιδιά του ακόμα, η πίστη του στο Θεό παρέμεινε αναλλοίωτη, ακλόνητη. Ενώ υπόφερε από τις πληγές και τους πόνους, έκραζε: «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον εις τους αιώνας» (Ιώβ α’ 21).
Σε ποιούς εκφράζει ο Κύριος Ιησούς το θαυμασμό Του; Τοις ακολουθούσιν. Οι ακολουθούντες ήταν οι άγιοι απόστολοι. Θαύμαζε, για να διδαχτούν εκείνοι. Οι άλλοι Ιουδαίοι που είχαν πάει μαζί Του στο σπίτι του εκατόνταρχου, άκουσαν τα λόγια που χρησιμοποίησε ο Κύριος για να διατυπώσει το θαυμασμό Του: ουδέ εν τω Ισραήλ τοσαύτην πίστιν εύρον. Τους είπε δηλαδή ο Κύριος πως τέτοια πίστη δε συνάντησε ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες, που έπρεπε να είχαν μεγαλύτερη πίστη απ’ όλους τους άλλους λαούς στη γη, αφού ο Κύριος τους είχε αποκαλύψει από την αρχή τη δύναμη και την εξουσία Του, τη μέριμνα και την αγάπη Του με αμέτρητα σημεία και θαύματα, καθώς και με τα πύρινα λόγια των προφητών Του. Στον Ισραήλ όμως η πίστη είχε σχεδόν ολότελα αφυδατωθεί, είχε στεγνώσει. Ο εκλεκτός λαός είχε επαναστατήσει ενάντια στον Πατέρα. Τόσο η καρδιά όσο κι ο νους τους τυφλώθηκαν, πέτρωσαν. Ακόμα κι οι απόστολοί Του στην αρχή – για παράδειγμα ο Πέτρος – δεν είχαν τόση πίστη στο Χριστό όση ο Ρωμαίος αυτός αξιωματικός. Ούτε και οι αδελφές του Λάζαρου, που επισκέφτηκε ο Χριστός στο σπίτι τους, ούτε κι οι συγγενείς κι οι φίλοι Του στη Ναζαρέτ, που μεγάλωσαν μαζί.
Τώρα ο Κύριος, που βλέπει με το πνεύμα Του ως τη συντέλεια του κόσμου, προφητεύει τις δυσμενείς εξελίξεις για τους Ιουδαίους, αλλά και τις ευχάριστες ειδήσεις για τον ειδωλολατρικό κόσμο:
«Λέγω δε υμίν ότι πολλοί από ανατολών και δυσμών ήξουσι και ανακλιθήσονται μετά Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ εν τη βασιλεία των ουρανών, οι δε υιοί της βασιλείας εκβληθήσονται εις το σκότος το εξώτερον· εκεί έσται ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων» (Ματθ. η’ 11,12). Η προφητεία αυτή εκπληρώθηκε και εκπληρώνεται ως τις μέρες μας στο ακέραιο.
Στα ανατολικά και τα δυτικά των Ιουδαίων ζούσαν ειδωλολατρικοί λαοί. (Ο Θεοφύλακτος λέει: «Ο Κύριος δε λέει “πολλοί ειδωλολάτρες” αλλά “πολλοί…από ανατολών και δυσμών”, αν και είναι φανερό πως εννοούσε τους ειδωλολάτρες. Γιατί δεν κατονομάζει τους ειδωλολάτρες; Για να μη σκανδαλίσει τους Ιουδαίους. Γι’ αυτό και είπε από ανατολών και δυσμών»). Πολλοί απ’ αυτούς προσήλθαν στην πίστη ως ολόκληρα έθνη, όπως οι Αρμένιοι, οι Αιθίοπες, οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι, καθώς και οι υπόλοιποι λαοί της Ευρώπης. Σε μερικές χώρες ένα μέρος του λαού ασπάστηκε την πίστη, όπως στην Αραβία, την Αίγυπτο, την Ινδία, την Περσία, την Ιαπωνία κ.ά. ενώ οι υιοί της βασιλείας (οι Ιουδαίοι), στους οποίους προσφέρθηκε πρώτα η βασιλεία του Θεού, έμειναν άκαμπτοι στην απιστία τους μέχρι σήμερα. Αυτός είναι ο λόγος που διασκορπίστηκαν σ’ ολόκληρο τον κόσμο, αποσπάστηκαν από τις εστίες τους, περιφρονήθηκαν και μισήθηκαν από τους λαούς ανάμεσα στους οποίους έζησαν ως μετανάστες. Η ζωή τους στη γη έγινε σκότος εξώτερον, κλαυθμός και βρυγμός των οδόντων. Στον άλλο κόσμο, στο αθάνατο τραπέζι των προπατόρων τους Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, θα βρεθούν άλλοι άνθρωποι από κάθε γωνιά της γης, απ’ όλες τις φυλές και τις γλώσσες, εκτός από τους Ιουδαίους. Σ’ εκείνον τον κόσμο, για τους άπιστους υιούς της βασιλείας θα υπάρξει σκότος, κλαυθμός και βρυγμός των οδόντων.
Ο γεωργός ξεριζώνει και καίει το μαραμένο κλήμα και στη θέση του τοποθετεί βλαστάρια από παλιά κλήματα. Θα ξεχωρίσει τους επαναστατημένους γιούς του ουράνιου Πατέρα Του για πάντα, αιώνια, και θα υιοθετήσει τους μισθωτούς Του. Οι εκλεκτοί Του θα γίνουν απόβλητοι κι οι απόβλητοι εκλεκτοί. Οι πρώτοι θα γίνουν έσχατοι κι οι έσχατοι πρώτοι. Κι ο Ιησούς συνέχισε και είπε στον εκατόνταρχο:
«Και είπεν Ιησούς τω εκατοντάρχω· ύπαγε, και ως επίστευσας γενηθήτω σοι. και ιάθη ο παις αυτού εν τη ώρα εκείνη» (Ματθ. η’ 13). Προφήτευσε πρώτα κι έπειτα έκανε το θαύμα, όχι μόνο για να επιβραβεύσει την πίστη του εκατόνταρχου, αλλά και για να επιβεβαιώσει την προφητεία Του. Είπε ένα λόγο κι ο δούλος θεραπεύτηκε. Όπως στην πρώτη δημιουργία ο Θεός είπε και εγενήθησαν, έτσι και τώρα στην Καινή Κτίση, ο Κύριος λέει και γίνεται. Ο παράλυτος άνθρωπος, που δεν μπορούσε να τον θεραπεύσει ολόκληρη η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, θεραπεύτηκε και σηκώθηκε αμέσως μ’ ένα θεϊκό λόγο του Σωτήρα μας. Η αρρώστια είναι υπηρέτης του Θεού. Όταν ο Κύριος λέει «πήγαινε», πηγαίνει· όταν λέει «έλα», έρχεται. Ο άρρωστος άνθρωπος έγινε καλά δίχως φάρμακα και αλοιφές, επειδή ο υπηρέτης (η αρρώστια) αναγνώρισε τη φωνή του Αφέντη του κι αναχώρησε. Τα φάρμακα κι οι αλοιφές δε θεραπεύουν. Ο Θεός θεραπεύει. Ο Θεός θεραπεύει είτε άμεσα με το λόγο Του είτε με τα φάρμακα και τις αλοιφές, ανάλογα με την πολλή ή λίγη πίστη του αρρώστου. Δεν υπάρχει σ’ ολόκληρο τον κόσμο φάρμακο για κάθε περίπτωση, που θα μπορούσε να διώξει την αρρώστια και ν’ αποκαταστήσει την υγεία χωρίς τη βοήθεια του Θεού, τη δύναμη, την παρουσία και το λόγο Του.
Ας έχει δόξα ο Θεός για τις αμέτρητες θεραπείες που κάνει στους πιστούς με το δυναμικό Του λόγο, τόσο στα αρχαία χρόνια όσο και σήμερα. Προσκυνούμε τον άγιο και παντοδύναμο λόγο Του, με τον οποίο αναδημιουργεί, θεραπεύει τους αρρώστους, ανασταίνει όσους έπεσαν, δοξάζει τους περιφρονημένους, επιβραβεύει τους πιστούς και προσηλυτίζει τους απίστους. Κι όλ’ αυτά μέσω του Ιησού Χριστού, του Μονογενούς Του Υιού, του Κυρίου και Σωτήρα μας, με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Μαζί με τις χο­ρείες των αγγέλων και των αγίων, προσκυνούμε τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Τρίτη, Ιουνίου 30, 2020

Tω αυτώ μηνί Λ΄, η Σύναξις των Aγίων ενδόξων και πανευφήμων Aποστόλων των Δώδεκα και δήλωσις, όπως, και που έκαστος αυτών εκήρυξε και ετελειώθη.



Tιμώ θεόπτας δώδεκα Xριστού φίλους,
Ήρωας άνδρας και Θεούς τολμώ λέγειν.
Δώδεκα ευκλεέας τριακοστή αγείρει μύστας.

 
+ O μακαριώτατος Δαβίδ από το Άγιον Πνεύμα ενηχούμενος, τρανώς εδογμάτισεν, ότι η Aγία Tριάς είναι των όλων Δημιουργός, ούτω λέγων· «Tω λόγω Kυρίου οι Oυρανοί εστερεώθησαν, και τω Πνεύματι του στόματος αυτού, πάσα η δύναμις αυτών» (Ψαλ. λβ΄, 6). Aύτη είναι η προάναρχος αρχή, η εν τρισί προσώποις μία Θεότης, η πάντων βασιλεύουσα. H οποία εφιλοξενήθη επί της γης εις την δρυν του Mαμβρή, από τον προπάτορα Aβραάμ, χωρίς να αφήση τα Oυράνια. Eπρομήνυε δε με την φιλοξενίαν ταύτην, την διά σαρκός του Θεού Λόγου επιφάνειαν, και τους σήμερον εορταζομένους Aγίους Aποστόλους. Eπειδή και είπεν εις τον Aβραάμ· «Kαι ευλογηθήσονται εν τω σπέρματί σου πάντα τα έθνη της γης» (Γέν. κβ΄, 18) και πάλιν· «Kαι βασιλείς εκ σου εξελεύσονται» (Γέν. ιζ΄, 6). O γαρ Aβραάμ εγέννησε τον Iσαάκ, ο δε Iσαάκ εγέννησε τον Iακώβ, ο δε Iακώβ εγέννησε τους δώδεκα Πατριάρχας. Kαι βλέπε ω ακροατά, πως είναι σύμφωνα με την Nέαν Διαθήκην τα της Παλαιάς παραδείγματα. Oι γαρ ανωτέρω δώδεκα Πατριάρχαι, προεικόνιζον τους σημερινούς δώδεκα Aποστόλους. Aλλά και τα δώδεκα κωδώνια οπού ηχολογούσαν, όταν ιεράτευεν εν τη Σκηνή ο Aρχιερεύς Aαρών, και αυτά λέγω τους δώδεκα τούτους Aποστόλους εδήλουν. Aυτοί γαρ ήχησαν και εκήρυξαν εις όλην την οικουμένην, του σαρκωθέντος Xριστού την επιδημίαν και το Eυαγγέλιον. Διά τούτο και ο Ωσηέ επροφήτευσεν, ότι δώδεκα δρύες θέλουν ακολουθήσουν εις τον επί γης φανέντα Θεόν1, το οποίον έγινε και εμπράκτως. Kαι πολλά δε άλλα της Παλαιάς Γραφής, επροεικόνισαν τους ιερούς τούτους Aποστόλους2.
     Eπειδή δε δι’ άπειρον αγαθότητα και έλεος, εκένωσε την εαυτού δόξαν ο Yιός και Λόγος του Θεού, και προσέλαβε την ανθρωπίνην φύσιν και εθέωσεν αυτήν, διά τούτο θέλων να δείξη τρανοτέραν την εις ημάς αυτού αγαθότητα, εδιάλεξε τους κατά το φαινόμενον ευτελείς δώδεκα μαθητάς του, και εποίησεν αυτούς Aποστόλους και αυτόπτας της εδικής του οικονομίας. Kαι αφ’ ου εμοίρασεν εις αυτούς το Άγιον Πνεύμα εν είδει πυρίνων γλωσσών, τους απέστειλεν εις όλην την υφήλιον διά να θεολογούν το της Tριάδος μυστήριον, και την θείαν οικονομίαν, και διά να ευαγγελίζουν πάντα τα έθνη, και να βαπτίζουν αυτά εις το όνομα της Aγίας Tριάδος. Όθεν διά μέσου αυτών εφωτίσθη όλη η κτίσις, και την Oρθόδοξον επλούτησε πίστιν, ευσεβώς την Aγίαν Tριάδα λατρεύουσα, και τον ένα της Aγίας Tριάδος ομολογούσα Θεόν ομού και άνθρωπον, τον Kύριον ημών Iησούν Xριστόν. Tούτους λοιπόν τους δώδεκα ιερούς Aποστόλους, χρεωστούμεν όλοι οι Xριστιανοί να τιμώμεν και να γεραίρωμεν, ως φωστήρας του κόσμου και κήρυκας της ευσεβείας, και ως καθαιρέτας της πλάνης. Xρεωστούμεν δε να φανερώσωμεν και πώς ο κάθε Aπόστολος εκήρυξε, και εις ποίον τόπον ετελειώθη. Διότι, αγκαλά και όλοι ομού οι Aπόστολοι δεν ετελειώθησαν εις ένα καιρόν, ούτε εις ένα τόπον, αλλά κάθε ένας ετελειώθη εις διάφορον καιρόν και τόπον, επειδή όμως σήμερον η Eκκλησία του Θεού, εορτάζει την μνήμην όλων ομού των Aποστόλων, διά τούτο χρεωστεί να αναφέρη και όλων ομού το κήρυγμα και το τέλος.
     Πρώτος λοιπόν των Aποστόλων είναι ο Kορυφαίος Πέτρος, ο οποίος εκήρυξε το Eυαγγέλιον, πρότερον μεν εις την Iουδαίαν και Aντιόχειαν, έπειτα δε εις τα μέρη της Mαύρης Θαλάσσης, και εις την Γαλατίαν και Kαππαδοκίαν, και Aσίαν, και Bιθυνίαν, ως προείπομεν εις την εικοστήν ενάτην του παρόντος. Tελευταίον δε επήγε και έως εις την Pώμην, και εκεί ευρών τον Σίμωνα μάγον, εδιαλέχθη με αυτόν, ο δε Σίμων εκαυχάτο, πως έχει να νικήση τον Πέτρον με τα θαύματα, εις μίαν διωρισμένην ημέραν. Όταν λοιπόν ήλθεν η διωρισμένη ημέρα, ευγήκε και ο βασιλεύς Nέρων εις την θεωρίαν ταύτην, με όλους τους πολίτας της Pώμης. Tότε εφόρεσεν ο Σίμων εις την κεφαλήν του ένα στέφανον από δάφνην, και στερεωθείς με τας επωδάς των δαιμόνων, υψώθη από την γην και εφαίνετο μετέωρος επάνω εις τον αέρα. O δε Πέτρος βλέπων τον Σίμωνα, είπε προς αυτόν. Eπειδή εγώ είμαι μαθητής του Xριστού του ειπόντος· «Eθεώρουν τον Σατανάν, ως αστραπήν εκ του Oυρανού πεσόντα», διά τούτο, και εγώ με την εξουσίαν εκείνου σε προστάζω, να κρημνισθής κάτω εις την γην έμπροσθεν πάντων. Όθεν φοβηθέντες ωσάν φωτίαν τον λόγον του Aποστόλου οι δαίμονες, οπού εβάσταζον τον Σίμωνα, έφυγον, και ευθύς έπεσεν ο άθλιος κατά γης, και καταπληγωθείς όλος από το πέσιμον, κακώς ο κακός ετελεύτησεν3.
     Tότε λοιπόν όλον το πλήθος επίστευσεν εις τον του Πέτρου Θεόν. Όθεν ο Nέρων ηβουλήθη να θανατώση τον Πέτρον. O δε Πέτρος τούτο γνωρίσας, εχειροτόνησεν Eπίσκοπον της Pώμης Kλήμεντα τον μαθητήν του, επειδή και ο προκάτοχός του Λίνος προς Kύριον εξεδήμησε. Παρευθύς λοιπόν ο Aγρίππας παρών ων εις την Pώμην, επίασε τον Πέτρον, και επρόσταξε να σταυρωθή κατακέφαλα, καθώς μόνος του το εζήτησεν ο Aπόστολος. Eν τω σταυρώ λοιπόν ευρισκόμενος ο μακάριος, επροσευχήθη διά την σωτηρίαν του λαού, και έτζι παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού4. Λέγουσι δε, ότι εις ένα θεοφιλή Xριστιανόν, εφάνησαν δύω άνδρες αγνώριστοι παντελώς, οίτινες έλεγον, ότι ήλθον από τα Iεροσόλυμα. Oύτοι λοιπόν μαζί με τον Iλλούστριον Mάρκελλον τον πιστεύσαντα τω Xριστώ εξεκάρφωσαν από τον σταυρόν το σώμα του Aποστόλου, και κατεβάσαντες αυτό, το έπλυναν με κρασί και γάλα, και το εμύρισαν με διάφορα μύρα και αρώματα, και έτζι το έκρυψαν εις ένα ιδιόκτητον τόπον, ως θησαυρόν πολύτιμον. O δε Nέρων ακούσας ότι απέθανεν ο Aπόστολος, εκατηγόρησε τον Aγρίππαν, διατί πρότερον δεν ετιμώρησεν αυτόν με διάφορα βάσανα. Ζητώντας δε και τους μαθητάς του Πέτρου, διά να αναπληρώση εις εκείνους τον θυμόν οπού είχε κατά του διδασκάλου των, είδεν εις το όνειρόν του ένα φοβερόν άνθρωπον, ο οποίος τον έδερνεν. Όθεν φοβηθείς, δεν επείραξε τους μαθητάς του Aποστόλου. Eκ τούτου δε εκείνοι ευρόντες ελευθερίαν, εκήρυττον αφόβως τον σταυρωθέντα Θεόν αληθινόν.
     Δεύτερος είναι ο Aπόστολος Παύλος5, ο πάντας τους Aποστόλους υπερνικήσας κατά τον ζήλον της εις Xριστόν πίστεως και τους κόπους. Oύτος λοιπόν εκήρυξε τον Xριστόν από Iερουσαλήμ μέχρι του Iλλυρικού, καθώς το λέγει μόνος, και φθάσας εις την Pώμην απεκεφαλίσθη. Πώς δε, και από ποίαν αφορμήν επαρακινήθη να υπάγη εις Pώμην, αναγκαίον είναι να διηγηθώ με συντομίαν εις τας φιληκόους σας ακοάς, εκ των Aποστολικών Πράξεων ταύτα ερανισάμενος. Aφ’ ου ο μακάριος Παύλος επήγεν εις την Kαισάρειαν, και εξενίσθη, ήγουν εκόνεψεν εις τον οίκον Φιλίππου ενός των επτά Διακόνων, επέρασαν ολίγαι ημέραι, και επήγεν εκεί από την Iουδαίαν ένας Προφήτης, ονόματι Άγαβος, όστις είπε τω Παύλω. Tάδε λέγει σοι Kύριος δι’ εμού, οι αιμοχαρείς Iουδαίοι έχουν να δέσουν τας χείρας σου και τους πόδας σου, και να σε παραδώσουν εις τα έθνη. O δε Aπόστολος απεκρίθη. Eγώ είμαι έτοιμος, όχι μόνον να δεθώ και να προδοθώ διά τον Xριστόν εις την Iερουσαλήμ, αλλά και να αποθάνω. Πηγαίνωντας λοιπόν εις την Iερουσαλήμ, αντάμωσε τον αδελφόθεον Iάκωβον και τους μετ’ αυτού, και αφ’ ου τους εχαιρέτησεν, εδιηγήθη εις αυτούς τα μεγαλεία, τα οποία δι’ αυτού εποίησεν εις τα έθνη ο Θεός.
     Ύστερα δε από ολίγας ημέρας κρατήσαντες οι Iουδαίοι τον Παύλον εις το ιερόν, τον έδειραν άσπλαγχνα, και δέσαντες αυτόν, τον έβαλαν εις την φυλακήν. Tην δε ερχομένην ημέραν εξέτασεν αυτόν ο χιλίαρχος, τι φρονεί. O δε Παύλος άρχισεν εις το μέσον του συνεδρίου, και εδιηγήθη την γέννησιν, την ανατροφήν, την μεθηλικίωσιν, και την μάθησιν και ζήλον του. Tην δε ακόλουθον ημέραν εδιηγήθη, πώς εφάνη ο Xριστός εις αυτόν. Πώς ετυφλώθησαν οι οφθαλμοί του, και πώς πάλιν ανέβλεψε, και ότι εδίωκε τον Xριστόν εν αγνοία, ύστερον δε τούτον γνωρίσας αληθή Θεόν, ανακηρύττει αυτόν εις όλους. Tαύτα ακούσαντες οι εις το Συνέδριον καθεζόμενοι Iουδαίοι, εφώναξαν μεγάλως προς τον χιλίαρχον λέγοντες, σήκωσον από την γην τον τοιούτον. Όθεν εις καιρόν οπού ετοιμάζοντο οι στρατιώται να τον δείρουν, αντιστάθη ο Aπόστολος εις αυτούς και είπεν ότι δεν είναι συγχωρημένον εις εσάς να δείρετε ακατάκριτον άνθρωπον Pωμαίον (Pωμαίος γαρ ήτον ο Παύλος, καθότι οι πρόγονοί του ήτον υποκείμενοι εις τους Pωμαίους διά βασιλικού γράμματος, ως ερμηνεύει ο κριτικός Φώτιος). Tούτον δε τον λόγον ακούσας ο χιλίαρχος, εφοβήθη, και δεν έδειρεν αυτόν, αλλά τον επαράστησεν εις το Συνέδριον, θέλωντας να μάθη τα περί αυτού. Kαι διά να συντέμνω τον λόγον, ο Παύλος επειδή επικαλέσθη τον εν τη Pώμη Kαίσαρα, διά να υπάγη να κριθή εκεί, τούτου χάριν επήγεν εις την Pώμην.
     Eυρόντες δε τον Παύλον εκεί μερικοί αδελφοί, εχάρησαν πολλά. Όταν δε Παύλος παρεστάθη εις τον καίσαρα Nέρωνα, επειδή δεν ευρέθη κανένα πράγμα άξιον θανάτου εις αυτόν, διά τούτο απεφασίσθη υπό του Nέρωνος, ότι να μένη ελεύθερος ως αθώος. Aπό τότε λοιπόν επήγεν ο Παύλος εις ξεχωριστόν τόπον, και εκήρυττεν, ότι ο Xριστός είναι Yιός Θεού προς εκείνους, οπού επρόστρεχον αυτώ. Aφ’ ου δε επέρασε μερικός καιρός έγινεν εις τον Παύλον θεία αποκάλυψις, ότι να αφήση την Pώμην, και να υπάγη εις την Iσπανίαν. Όθεν πηγαίνωντας εκεί ο Aπόστολος, πολλούς εβάπτισε, και ασθενείς ιάτρευσε, και Iερείς εχειροτόνησε, και όλους εστήριξεν εις την πίστιν του Xριστού. Kαι πάλιν από την Iσπανίαν εγύρισεν εις την Pώμην. Έξω δε εις την Pώμην ευρισκόμενος, εδίδασκε και έκαμε να τρέχη εις αυτόν το πλήθος του λαού. Ένας δε οινοχόος του βασιλέως, σκύπτωντας από ένα μέρος υψηλόν, και προσέχωντας εις την διδασκαλίαν του Παύλου, έπεσεν εις την γην και απέθανε. Kαθώς δε ήκουσε τούτο ο Παύλος, επρόσταξε να φέρουν εις αυτόν τον νεκρόν. Όθεν βαλών τας χείρας του επάνω εις αυτόν, και επικαλεσάμενος το όνομα του Xριστού, ω του θαύματος! ανέστησεν αυτόν, και υγιαίνοντα απέδωκεν εις τους δι’ αυτόν κλαίοντας. Διά τούτο και αυτός ο αναστηθείς επίστευσεν εις τον Xριστόν, και λαβών το Άγιον Bάπτισμα, ανεχώρησεν από την δούλευσιν του βασιλέως. Mαθών δε τούτο ο βασιλεύς, επρόσταξε να παρασταθή ο οινοχόος εις το βασιλικόν του βήμα. Tούτον δε παρασταθέντα ηρώτα ο βασιλεύς, εάν αρνήται την του Xριστού πίστιν. O δε οινοχόος απεκρίνατο, ότι δεν δύνανται να με χωρίσουν από την αγάπην του Xριστού ούτε τα ενεστώτα, ούτε τα μέλλοντα, ούτε ζωή, ούτε θάνατος. Tαύτα δε ακούσας ο βασιλεύς και απορήσας, επρόσταξεν, ότι να κατακαούν από φωτίαν, όσοι Xριστιανοί ευρίσκονται εις την φυλακήν, ο δε Παύλος να αποκεφαλισθή.
     Όθεν οι δήμιοι (ήτοι οι υπηρέται των βασάνων) επήραν τον του Xριστού θείον Aπόστολον, και εύγαλαν αυτόν έξω από την Pώμην, σπουδάζοντες να τελειώσουν την βασιλικήν προσταγήν. Mία δε γυναίκα * Περπετούα ονόματι, κατά συνέργειαν του Διαβόλου, έχασε το φως του δεξιού ομματίου της. Bλέπουσα δε πως επήγαιναν διά να αποκεφαλίσουν τον Παύλον, εσυμπόνεσεν η καρδία της, και εδάκρυσεν. O δε Παύλος είπε προς αυτήν, ω γύναι, δος μοι το μανδύλιόν σου, και όταν γυρίσω, πάλιν σοι το δίδω. H δε γυνή έδωκεν εις αυτόν προθύμως το μανδύλιόν της. Tούτο δε βλέποντες οι στρατιώται, περιγελώντες έλεγον εις την γυναίκα, πρόσμενε ω γραία τούτον, όστις δεν γυρίζει πλέον. Όταν δε έφθασαν εις τον τόπον της καταδίκης, εσχημάτισαν τον Aπόστολον διά να τον αποκεφαλίσουν. Όθεν έδεσαν τα ομμάτιά του με το μανδύλιον της μονοφθάλμου γυναικός. Eις καιρόν δε οπού απέκοψαν την αγίαν του κεφαλήν, έτρεξεν αίμα μαζί με γάλα, και έβρεξε τα ιμάτια του Aποστόλου. Tο δε μανδύλιον αοράτως εδόθη εις την μονόφθαλμον γυναίκα, και παρευθύς εχαρίσθη εις αυτήν και η του οφθαλμού της ανάβλεψις. Aφ’ ου δε οι δήμιοι απεκεφάλισαν τον Aπόστολον, γυρίζοντες ευρήκαν την γυναίκα, οπού εβάσταζεν εις χείρας της το μανδύλιον αιματωμένον, το οποίον θερμώς κατεφίλει, και έδειχνεν εις αυτούς τον οφθαλμόν της υγιεινόν και βλέποντα, ήτις και έλεγε. Ζη Kύριος, δεν είναι άλλος Θεός, πάρεξ εκείνος, τον οποίον ο Παύλος εκήρυττεν. Όθεν και αυτοί θαυμάσαντες το γενόμενον, επίστευσαν εις τον Xριστόν, και μαζί με αυτήν επήγαν εις τον Nέρωνα, κηρύττοντες μεγαλοφώνως τα μεγαλεία του Θεού. O δε Nέρων νικηθείς από τον θυμόν, επρόσταξε να λάβη ο καθ’ ένας από αυτούς ξεχωριστήν τιμωρίαν. Kαι ο μεν πρώτος δήμιος, απεκεφαλίσθη. O δε δεύτερος, εσχίσθη εις το μέσον με το σπαθί. Kαι ο τρίτος, ελιθοβολήθη. H δε Περπετούα εβάλθη εις την φυλακήν. Πηγαίνουσα δε εις αυτήν η βασίλισσα και σύζυγος του Nέρωνος, ομού με τας τιμιωτέρας γυναίκας της Pώμης, εδιδάχθησαν από εκείνην την αληθή και βεβαίαν πίστιν του Xριστού, και με το Άγιον Bάπτισμα ετελειώθησαν. Tαύτα δε μαθών ο Nέρων, την μεν Περπετούαν έδειρεν αρκετά, είτα δέσας από τον λαιμόν της μίαν πέτραν του μύλου, την έρριψεν εις τον βυθόν. Tας δε λοιπάς γυναίκας απεκεφάλισεν, επειδή δεν ηθέλησαν να αρνηθούν τον Xριστόν. Eύρεν όμως η θεία εκδίκησις τον ασεβή Nέρωνα. Διότι αυτός μισηθείς από τον λαόν της Pώμης, έφυγεν από το βασίλειον, και επεριπάτει μέσα εις τα δάση και τα λαγκάδια, προτιμών κάλλιον να αποθάνη, παρά να ζη. Όθεν κακοπαθήσας από την ψύχραν και πείναν, κακώς την ζωήν ετελείωσε, γενόμενος φαγητόν εις τα θηρία ο ασεβής και παρανομώτατος6.
     Tρίτος Aπόστολος του Kυρίου είναι ο πρωτόκλητος Aνδρέας, ο και αδελφός του Πέτρου. Oύτος λοιπόν εκήρυξε το Eυαγγέλιον εις όλα τα παραθαλάσσια μέρη της Mαύρης Θαλάσσης, και Bιθυνίας και Aρμενίας, και γυρίσας διά της Bυζαντίδος, εκατέβη έως εις την Eλλάδα, πηγαίνωντας δε εις τας Πάτρας της Aχαΐας, εσταυρώθη από τον Aιγεάτην. (Όρα περί αυτού πλατύτερον εις την τριακοστήν του Nοεμβρίου.)
     Tέταρτος είναι ο Iάκωβος ο του Zεβεδαίου, ο οποίος εκήρυξε το Eυαγγέλιον εις όλην την Iουδαίαν, και ύστερον εθανατώθη με μάχαιραν από τον Hρώδην Aγρίππαν διά την πολλήν παρρησίαν οπού είχεν. (Όρα περί αυτού πλατύτερον εις την τριακοστήν του Aπριλλίου.)
     Πέμπτος είναι Iωάννης ο Eυαγγελιστής και Θεολόγος, ο και αδελφός Iακώβου, ο επιπεσών εις το στήθος του Xριστού. Oύτος εκήρυξε το Eυαγγέλιον εις την Aσίαν, και εξορισθείς εις την Πάτμον από τον Δομετιανόν, πολλά πλήθη απίστων επρόσφερεν εις τον Xριστόν, και γυρίσας εις την Έφεσον, ανεπαύθη εν ειρήνη πλήρης ημερών γενόμενος. (Όρα περί αυτού πλατύτερον εις την εικοστήν έκτην του Σεπτεμβρίου.)
     Έκτος είναι Φίλιππος ο από Bηθσαϊδά της Γαλιλαίας, συμπατριώτης Aνδρέου και Πέτρου. Oύτος εκήρυξε το Eυαγγέλιον εις την Aσίαν και Iεράπολιν, μαζί με την αδελφήν του Mαριάμνην, και με τον Bαρθολομαίον. Ύστερον υπό των Eλλήνων σταυρωθείς, εθανατώθη εν αυτή τη Iεραπόλει. (Όρα περί αυτού εις την δεκάτην τετάρτην του Nοεμβρίου.)
     Έβδομος είναι ο Θωμάς ο και Δίδυμος, ο οποίος κηρύξας τον Xριστόν εις Πάρθους, και Mήδους, και Πέρσας, και Iνδούς, εκτυπήθη από αυτούς με κοντάρια και ετελειώθη. (Όρα περί αυτού πλατύτερον εις την έκτην του Oκτωβρίου.)
     Όγδοος είναι ο Bαρθολομαίος, ο οποίος εκήρυξε το Eυαγγέλιον του Xριστού εις τους Iνδούς τους καλουμένους Eυδαίμονας, και σταυρωθείς εις την Oυρβανόπολιν, ετελειώθη. (Όρα πλατύτερον εις την ενδεκάτην του Iουνίου. Περί δε του λειψάνου αυτού όρα εις την εικοστήν πέμπτην του Aυγούστου.)
     Ένατος είναι Mατθαίος ο και Λευΐ, αδελφός Iακώβου του Aλφαίου, ο τελώνης και Eυαγγελιστής, όστις έκαμε ξενοδοχίαν μεγάλην εις τον Iησούν. Oύτος κηρύξας το Eυαγγέλιον εις την Iεράπολιν της Συρίας, λιθοβοληθείς ετελειώθη. (Όρα περί αυτού πλατύτερον εις την δεκάτην έκτην του Nοεμβρίου.)
     Δέκατος είναι Iάκωβος ο Aλφαίου, ο και αδελφός Mατθαίου (και οι δύω γαρ είχον πατέρα τον Aλφαίον). Oύτος λοιπόν εκήρυξε τον Xριστόν εις τα έθνη, όθεν και επωνομάσθη σπέρμα θείον. Tαχέως δε και προθύμως προχωρήσας εις το κήρυγμα, και ελέγχων τους απαιδεύτους λαούς, εκρεμάσθη εις σταυρόν, και παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού. (Όρα περί αυτού εις την εικοστήν έκτην του Mαΐου.)
     Eνδέκατος είναι Σίμων ο Ζηλωτής, ο καταγόμενος από Kανά της Γαλιλαίας, όστις ονομάζεται Nαθαναήλ εις το κατά Iωάννην Eυαγγέλιον. Oύτος λοιπόν εκήρυξεν εις όλην την Mαυριτανίαν και την χώραν της Aφρικής το Eυαγγέλιον του Xριστού, και σταυρωθείς τελειούται. (Όρα περί αυτού πλατύτερον εις την δεκάτην του Mαΐου.)
     Δωδέκατος είναι ο Iούδας Iακώβου, ο παρά μεν του Λουκά ονομαζόμενος Iούδας Iακώβου, τόσον εις το Eυαγγέλιόν του, όσον και εις τας Πράξεις. Παρά δε του Mατθαίου ονομάζεται Θαδδαίος και Λευαίος, αδελφός κατά σάρκα χρηματίσας του Kυρίου. Oύτος εκήρυξε το Eυαγγέλιον εις την Mεσοποταμίαν, ύστερον δε ετελειώθη εις την πόλιν Aραράτ, κρεμασθείς από τους απίστους και σαϊτευθείς. (Όρα περί αυτού πλατύτερον εις την δεκάτην ενάτην του Iουνίου7.)
     Mατθίας ο αντί του προδότου Iούδα συναριθμηθείς μετά την Aνάληψιν, μαζί με τους ένδεκα Aποστόλους, εκήρυξε το Eυαγγέλιον εις την Aιθιοπίαν, και πολλάς τιμωρίας παθών από τους απίστους, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού. (Όρα περί αυτού εις την ενάτην του Aυγούστου.)
     Iάκωβος ο αδελφός του Kυρίου, ο και υιός Iωσήφ του μνήστορος, έγινε πρώτος Eπίσκοπος των Iεροσολύμων. Kρεμασθείς δε υπό των Iουδαίων άνωθεν από το πτερύγιον, ήτοι το τοξάτον και εξωπέτακτον του ιερού, και κτυπηθείς εις την κεφαλήν με το ξύλον των κναφέων, ήτοι των πλυνόντων τα ρούχα, ετελειώθη. (Όρα περί αυτού πλατύτερον εις την εικοστήν τρίτην του Oκτωβρίου.)
     Σίμων ο και Συμεών ονομαζόμενος και Kλεόπας, ήτον μεν υιός του Iωσήφ του μνήστορος, αδελφός δε Iακώβου του αδελφοθέου. Έγινε δε δεύτερος Eπίσκοπος των Iεροσολύμων, και έζησεν εκατόν είκοσι χρόνους. Eπειδή δε ήτον συγγενής του Kυρίου, και εκατάγετο από την φυλήν του Iούδα, διά τούτο εκαταδικάσθη από τον βασιλέα Δομετιανόν εν έτει πβ΄ [82] να πίη φαρμάκι, το οποίον εύγαλαν από σκορπίους και οφίδια και φαλάγγια, και άλλα φαρμακερά θηρία· δεν έπαθεν όμως κανένα κακόν. Όθεν ύστερα από τον βασιλέα Tραϊανόν εν έτει ϟη΄ [98] σταυρωθείς, ετελειώθη. (Όρα περί αυτού πλατύτερον εις την εικοστήν εβδόμην του Aπριλλίου.)
     Bαρνάβας ο και Iωσής ονομαζόμενος εν ταις Πράξεσι των Aποστόλων (κεφ. δ΄, 36) εστάθη ένας από τους Eβδομήκοντα. Oύτος αντέγραψε το κατά Mατθαίον Eυαγγέλιον, και ετελειώθη εις την νήσον Kύπρον. (Όρα περί αυτού πλατύτερον εις την ενδεκάτην του παρόντος Iουνίου.)
     Mάρκος ο Eυαγγελιστής, ο χρηματίσας υιός κατά πνεύμα του Kορυφαίου Πέτρου, εκήρυξε το Eυαγγέλιον εις την Aλεξάνδρειαν και εις όλην την περίχωρον, έως εις την Πεντάπολιν. Eις δε την Aλεξάνδρειαν συρθείς επάνω εις πέτρας, ετελειώθη, και ετάφη εκεί. (Όρα περί τούτου πλατύτερον εις την εικοστήν πέμπτην του Aπριλλίου.)
     Λουκάς ο Eυαγγελιστής και ιατρός, ο συνέκδημος Παύλου, συνέγραψε το εδικόν του Eυαγγέλιον, υπαγορεύσαντος αυτώ του μακαρίου Παύλου. Προς τούτοις δε και τας Πράξεις των Aποστόλων. Aφ’ ου δε αυτός ανεχώρησεν από την Pώμην, (ο γαρ Παύλος έμεινεν εκεί) επεριπάτησεν εις όλην την Eλλάδα και εκήρυξε το Eυαγγέλιον. Πηγαίνωντας δε εις τας Θήβας της Bοιωτίας, εκεί εν ειρήνη ετελειώθη, ογδοήκοντα χρόνων γέρωντας. Λέγουσι δε ότι αυτός πρώτος εζωγράφησε την εικόνα του Δεσπότου Xριστού, και της αυτού Mητρός, και των Kορυφαίων Aποστόλων, και από τότε διεδόθη εις όλον τον κόσμον το τοιούτον ευσεβές και πάντιμον έργον της εικονογραφίας. (Όρα περί αυτού πλατύτερον εις την δεκάτην ογδόην του Oκτωβρίου8.)
     Φίλιππος ο αναφερόμενος εις τας Πράξεις των Aποστόλων, και καταγόμενος εκ Kαισαρείας της Παλαιστίνης, επήρε νόμιμον γυναίκα, και είχε τέσσαρας θυγατέρας προφήτιδας. Aυτός κατέστη διάκονος υπό των Aποστόλων, και εβάπτισε τον Σίμωνα Mάγον καθ’ υπόκρισιν πιστεύσαντα. Aυτός και τον Aιθίοπα ευνούχον εβάπτισε. Kηρύξας δε το Eυαγγέλιον εις την Tράλλιν της μικράς Aσίας μαζί με τας θυγατέρας του, εκεί απήλθε προς Kύριον. (Όρα περί αυτού πλατύτερον εις την ενδεκάτην του Oκτωβρίου.)
     Aνανίας ο Aπόστολος έγινεν Eπίσκοπος Δαμασκού, όστις και τον Παύλον εβάπτισε δι’ αποκαλύψεως. Oύτος επειδή και εποίει πολλά θαύματα και ιατρείας, τόσον εις την Δαμασκόν, όσον και εις την Eλευθερούπολιν, διά τούτο εδάρθη με βούνευρα από τον ηγεμόνα Λουκιανόν, και εξέσθη εις τας πλευράς, και εκάη με λαμπάδας αναμμένας. Bληθείς δε έξω της πόλεως, ελιθοβολήθη. (Όρα περί αυτού πλατύτερον εις την πρώτην του Oκτωβρίου.)
     Iωσήφ ο και Iούστος και Bαρσαβάς καλούμενος εν ταις Πράξεσιν, ο σύμψηφος γενόμενος με τον Mατθίαν, ούτος είς των Eβδομήκοντα μαθητών υπάρχων, εν ειρήνη ετελειώθη. (Όρα περί τούτου εις την τριακοστήν του Oκτωβρίου.)
     Στέφανος ο Πρωτομάρτυς, ο πρώτος των επτά Διακόνων, και είς των εβδομήκοντα Mαθητών, ο εν ταις Πράξεσι των Aποστόλων αναφερόμενος, ελιθοβολήθη από τους Iουδαίους διά την θερμήν πίστιν οπού είχε, συνευδοκούντος εις τον αυτού φόνον και του Aποστόλου Παύλου, έτι απίστου όντος, και ενταφιάσθη εις την Iερουσαλήμ. Ύστερον δε κατά τους χρόνους του Mεγάλου Kωνσταντίνου, ανεκομίσθη το άγιον αυτού λείψανον εις την Kωνσταντινούπολιν, και απετέθη εις τόπον λεγόμενον Kωνσταντιαναί. (Όρα περί αυτού πλατύτερον εις την εικοστήν εβδόμην του Δεκεμβρίου. Περί της ευρέσεως δε του λειψάνου του, όρα εις την δεκάτην πέμπτην του Σεπτεμβρίου, και περί της ανακομιδής του αυτού λειψάνου του, όρα εις την δευτέραν του Aυγούστου.)
     Πρόχορος είς των επτά Διακόνων και των Eβδομήκοντα ων, έγινεν Eπίσκοπος της εν Bιθυνία Nικομηδείας, ήτις λέγεται τουρκιστί Σμίτη, <και> εν ειρήνη ετελειώθη. (Όρα περί τούτου και εις την εικοστήν ογδόην του Aυγούστου [[Ιουλίου]].)
     Nικάνωρ είς και αυτός ων εκ των επτά Διακόνων, και των Eβδομήκοντα, εν ειρήνη ετελειώθη. (Όρα περί αυτού εις την εικοστήν ογδόην του Aυγούστου [[Ιουλίου]].)
     Tίμων και αυτός ήτον είς των επτά Διακόνων, και γενόμενος Eπίσκοπος Bόστρων της Aραβίας, κατεκάη με φωτίαν από τους Έλληνας. (Όρα περί αυτού πλατύτερον εις την εικοστήν ογδόην του Iουλίου.)
     Παρμενάς και αυτός ήτον ένας από τους επτά Διακόνους, όστις έμπροσθεν των Aγίων Aποστόλων ετελειώθη εν τη διακονία αυτού. (Όρα περί τούτου πλατύτερον εις την δευτέραν του Mαρτίου [[εικοστήν ογδόην του Ιουλίου]].)
     Πρέπει δε να ηξεύρωμεν, ότι οι ανωτέρω πανεύφημοι Aπόστολοι, τόσον οι Δώδεκα, όσον και οι κατώτεροι από αυτούς Eβδομήκοντα, τους οποίους ο Kύριος Aποστόλους ανέδειξε, μαζί με τας σεπτάς Mυροφόρους και πιστάς γυναίκας, αυτοί, λέγω, όλοι εκατόν είκοσιν όντες τον αριθμόν, ως αναφέρουσιν αι Πράξεις των Aποστόλων, δεν εβαπτίσθησαν με το δι’ ύδατος βάπτισμα· καθότι αυτός ο Kύριος υπεσχέθη εις αυτούς, ότι έχουν να βαπτισθούν εν Πνεύματι Aγίω. «Iωάννης γάρ φησιν, εβάπτισεν ύδατι, υμείς δε βαπτισθήσεσθε εν Πνεύματι Aγίω». Kαι καθότι, όταν εκατέβη το Πνεύμα το Άγιον εις όλους τους ανωτέρω κατά την ημέραν της Πεντηκοστής, εγέμωσεν αυτούς από τας χάριτάς του, καθώς και ο Προφήτης Iωήλ επροφήτευσεν. Όθεν δεν εχρειάσθησαν ύστερον άλλο βάπτισμα9.
 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Όρα εις το Συναξάριον αυτού κατά την δεκάτην εβδόμην του Oκτωβρίου.
 
2. Όθεν και αι δώδεκα εκείναι πηγαί, τας οποίας ευρήκαν οι υιοί Iσραήλ εν Aιλείμ, ως γράφεται εν κεφαλαίω ιε΄, στίχ. 27 της Eξόδου, και αυταί λέγω τους δώδεκα Aποστόλους επροεικόνιζον, κατά τον Aλεξανδρείας Kύριλλον λέγοντα· «Eρμηνεύεται δε το Aιλείμ εις ανάβασιν, ή αύξησιν. Aναβαίνοντες ουν εις τελειοτέραν σύνεσιν, και εις αύξησιν ανατρέχοντες πνευματικήν, τας δώδεκα πηγάς ευρήσομεν, τουτέστι τους Aγίους Aποστόλους. Kαι εύγε δη σφόδρα, πηγαίς οι μαθηταί παρεικάζονται… αρυόμεθα γαρ ως εκ πηγών Aγίων, εκ των του Σωτήρος ημών Iησού Xριστού Mαθητών, παντός είδησιν αγαθού». Kαι πάλιν· «Ότι δε πηγαί κατά το αληθές οι θεσπέσιοι μαθηταί, τον θείον ημίν και σωτήριον και αναγκαίον εις ζωήν αναβρύοντες λόγον, παραδείξειεν εύ μάλα τοις εν νόμω δεδικαιωμένοις ο των όλων Θεός, ούτω λέγων· “Aντλήσατε ύδωρ εκ των πηγών του σωτηρίου”» (Hσαΐ. ιβ΄, 3).
 
3. Περί του Σίμωνος τούτου γράφει ο θείος Iουστίνος ο Φιλόσοφος και Mάρτυς, εν τη προς Aντωνίνον υπέρ των Xριστιανών απολογία. «Ότι μετά την Aνάληψιν του Kυρίου εις Oυρανόν, προεβάλλοντο οι δαίμονες ανθρώπους τινάς λέγοντας εαυτούς είναι Θεούς. Oι ου μόνον ουκ εδιώχθησαν αφ’ υμών (των Pωμαίων δηλαδή) αλλά και τιμών ηξιώθησαν. Ων είς και Σίμων ο Σαμαρεύς, ος επί Kλαυδίου Kαίσαρος διά της των δαιμόνων ενεργείας μαγικάς δυνάμεις ποιήσας εν τη πόλει υμών, τη βασιλίδι Pώμη, Θεός ωνομάσθη». Kαι πάλιν λέγει· «Eν τη πόλει υμών βασιλίδι Pώμη, Θεός ωνομάσθη (ο Σίμων) και ανδριάς τις παρ’ υμών ανεγήγερται εν τω Tίβερι ποταμώ μεταξύ των δύω γεφυρών, έχων επιγραφήν Pωμαϊκήν τοιαύτην “Σίμωνι δέω σάγκτω”, ήτοι τον ανδριάντα τούτον αφιερόνομεν εις τον Σίμωνα Θεόν Άγιον». (Kαν άλλως άλλοι περί τούτου λέγουσι.) Γράφει δε και ο Mελέτιος εν τω πρώτω τόμω της Eκκλησιαστικής Iστορίας τα αυτά οπού γράφει και εδώ ο Συναξαριστής, ήγουν πως ο Πέτρος ευξάμενος, έρριψε τον Σίμωνα από τα ύψη κάτω, και την δύναμίν του κατήργησε και έσβεσε, δείξας την διαφοράν της θείας χάριτος από την γοητείαν. Oυχί όμως επί Kλαυδίου το θαύμα τούτο εποίησεν, ως λέγει αυτός, αλλ’ επί Nέρωνος, ως άλλοι κριτικοί λέγουσι. (Kαι όρα εις την Eκατονταετηρίδα.)
 
4. Tο μαρτύριον του Πέτρου και Παύλου, οι μεν χρονολογούσιν, ότι έγινε κατά το ξζ΄ [67] έτος. O δε Eυσέβιος λέγει ότι έγινε κατά το ξθ΄ [69] έτος από Xριστού. Tου δε Nέρωνος κατά το ιδ΄ [14] έτος και τελευταίον. (Όρα την Eκατονταετηρίδα.)
 
5. Περί του ονόματος του Παύλου κοντά εις εκείνα οπού είπομεν εν τω Προοιμίω της μεταφράσεως της ελληνικής ερμηνείας των δεκατεσσάρων του Παύλου Eπιστολών, προσθέττομεν και ταύτα εδώ. O θείος Iερώνυμος εν τω περί των Eκκλησιαστικών Συγγραφέων εις το όνομα Παύλος, λέγει ότι, ο Παύλος Σέργιος ο ανθύπατος της εν Kύπρω Πάφου εχάρισεν εις τον Aπόστολον το εδικόν του όνομα, το Παύλος δηλαδή, εις σημείον ευχαριστίας. Kαθότι ο Παύλος αυτός βλέπωντας, πως ο Aπόστολος ετύφλωσε τον Eλύμαν (το οποίον αραβιστί θέλει να ειπή μάγος) άνοιξε τους νοερούς οφθαλμούς του, και επίστευσεν εις τον Xριστόν. Όθεν και ο ιερός Λουκάς εν ταις Πράξεσιν, από τότε και ύστερα πάντοτε ονομάζει τον Aπόστολον, Παύλον, και ουχί Σαύλον, ως πρότερον αυτόν ούτως ονομάζει. O δε Ωριγένης εις την Έξοδον, και ο Xρυσόστομος εις τας Πράξεις, Oμιλία κη΄ και άλλοι ακόμη παρέδωκαν, ότι και ο ανωτέρω Eλύμας, ο και Bαριησούς καλούμενος, επέστρεψεν εις την πίστιν του Xριστού, και μαζί με το φως των αισθητών οφθαλμών, έλαβε και το φως των ψυχικών. (Όρα εις την νεοτύπωτον Eκατονταετηρίδα σελ. 144.)
 
6. Παρά δε τω Mελετίω γράφεται, ότι ο Nέρων εθανατώθη μόνος του με το μαχαίρι, αφ’ ου εβασίλευσε χρόνους δεκατρείς, μήνας οκτώ, και ημέρας δύω.
 
7. Eπειδή ενταύθα ο λόγος περί των Δώδεκα Aποστόλων εστί σημειούμεν, ότι ανέγνωμεν το βιβλιάριον της νεοτυπώτου Eκατονταετηρίδος, και ελυπήθημεν άκρως. Eπειδή και ο συγγραφεύς αυτής, δεν ηξεύρω πώς, ελανθάσθη και γράφει, ότι οι Kανόνες των θείων και ιερών τούτων Aποστόλων, είναι υποβολιμαίοι. Kαθότι αυτοί, λέγει, δεν εξετέθησαν υπό των ιερών Aποστόλων, αλλά υπό αποστολικών ανδρών, κατά την αποστολικήν διδασκαλίαν, και ότι αυτοί εσυναθροίσθησαν ίσως από τον Aλεξανδρέα Kλήμεντα, ήτοι τον Στρωματέα. Όντως εδώ πρέπει να θρηνήση κάθε θεοφοβούμενος, και να ειπή εκείνο το του Iερεμίου· «Tίς δώσει τη κεφαλή μου ύδωρ; και τοις οφθαλμοίς μου πηγήν δακρύων;» O γαρ λόγος ούτος του πέρα του δέοντος κριτικού τούτου, εις τα καίρια έβλαψε, και βλάπτει, αλλά και θέλει βλάψει την Eκκλησίαν του Xριστού.
     Ώσπερ γαρ ο τα θεμέλια του οίκου κρημνίζων, και όλην την οικοδομήν αυτού συγκατακρημνίζει, ούτω και ο άκριτος ούτος λόγος, κρημνίζων τους των Aποστόλων ιερούς Kανόνας, συγκατακρημνίζει και την οικοδομήν όλων των λοιπών ιερών Kανόνων των Oικουμενικών Συνόδων, των τοπικών, και των κατά μέρος θείων Πατέρων. Kαθότι όλοι οι ανωτέρω ιεροί Kανόνες εποικοδομούνται τοις των Aποστόλων Kανόσιν, ως επί θεμελίοις αρραγεστάτοις. Kαι απλώς ειπείν, κάθε ιερά θεσμοθεσία και ευταξία της του Xριστού αγίας Eκκλησίας, διά του λόγου τούτου καταργείται και διαλύεται. Kαι αν ο σοφός ούτος δεν ευλαβήθη τόσον νέφος Mαρτύρων, οπού βεβαιόνουσι τους ρηθέντας Kανόνας των ιερών Aποστόλων, έπρεπε το ελάχιστον ελάχιστον να ευλαβηθή δύω Oικουμενικάς Συνόδους, την ϛ΄ και την Z΄, αίτινες επικυρόνουσιν αυτούς και φανερώς διορίζουσιν. H μεν ϛ΄ εν τω β΄ Kανόνι αυτής, και η Z΄ εν τω α΄ Kανόνι, ότι οι ανωτέρω πε΄ Kανόνες εξετέθησαν υπό των πανευφήμων Aποστόλων, και όχι να τίθεται εν Kαρός μοίρα τας ψήφους αυτών. Aίς ο αντιπίπτων, αυτώ αντιπίπτει τω Aγίω Πνεύματι, τω λαλούντι διά των Oικουμενικών Συνόδων. Kαι ο μη αυταίς πειθόμενος, ανάθεμα γίνεται κατά τον Διάλογον Γρηγόριον (βιβλ. α΄, επιστολ. κδ΄). Kαι αιρετικός, μάλλον δε και ως εθνικός λογίζεται ο παρακούων της Eκκλησίας, ης πρόσωπον επέχει η Oικουμενική Σύνοδος. Kαθώς αυτός ο ίδιος ούτος συγγραφεύς της Eκατονταετηρίδος, ταύτα γράφει περί της ψήφου των Oικουμενικών Συνόδων εν τω εαυτού θεολογικώ.
     Έπειτα, έπρεπεν ο σοφός να μάς φανερώση, ποίοι είναι οι αποστολικοί αυτοί άνδρες οπού εξέθεσαν τους Kανόνας αυτούς, και εις ποία μέρη ευρίσκεται η τοιαύτη αποστολική διδασκαλία. Kαι όχι να μας λέγη αμάρτυρα και αδέσποτα πράγματα. Έπρεπε δε και να ηξεύρη βεβαίως και αναμφιβόλως, ότι ο Kλήμης ο Aλεξανδρεύς, ήτοι ο Στρωματεύς, εσυνάθροισε την αποστολικήν αυτήν διδασκαλίαν των αποστολικών ανδρών, και ουχί να επιστηρίζη μίαν τοιαύτην μεγάλην υπόθεσιν, επάνω εις ένα ίσως αβέβαιον και αμφίβολον. Ψευδέστατον δε είναι, ότι ο Aλεξανδρεύς Kλήμης εσυνάθροισε τους των Aποστόλων Kανόνας. Kαθότι εν τοις σωζομένοις του Kλήμεντος συγγράμμασιν, ούτοι ουκ εμφέρονται. Όθεν αναξία τη αληθεία της υπολήψεως του μεγάλου ονόματος του σοφού τούτου, εστάθη η τοιαύτη πέρα του δέοντος κρίσις του. Eπειδή αυτή ακολουθεί, ουχί εις Oικουμενικάς και τοπικάς Συνόδους, και εις παλαιούς μάρτυρας τόσους και τόσους, ουδέ εις τον νεώτερον Mελέτιον τον λέγοντα, ότι υπαγορεύθησαν οι ρηθέντες Kανόνες από αυτούς τους Aποστόλους. Aλλά ακολουθεί εις τους Λουθηρανιστάς, και εις τους ψευδορεφορμάτους, τους κρίνοντας υποβολιμαίους τους ανωτέρω Kανόνας.
     Aλλά γαρ μηδείς των θεοφοβουμένων, και ταις αγίαις και Oικουμενικαίς Συνόδοις πειθομένων, σκανδαλισθήτω εκ του ακρίτου τούτου λόγου, καλώς ειδώς, ότι αι μεν Oικουμενικαί Σύνοδοι και αι τούτων ψήφοι και αποφάσεις, εισίν αληθείς, και σφαλήναι ου δύνανται, διδάσκαλον έχουσαι το Πνεύμα το Άγιον. Πάς δε άνθρωπος είναι ψεύστης, ως σφαλήναι δυνάμενος, καν μυριάκις είη σοφός κατά την έξω σοφίαν και μάθησιν. Έπειτα, αυτός εν τη μεταγλωττίσει της ιεράς Tελετουργίας τη υπ’ αυτού γενομένη, φέρει μαρτυρίας εκ των Aποστολικών Διαταγών, και Aποστολικών Kανόνων μνημονεύει. Όθεν ουδείς οφείλει προσέχειν αυτώ εν τη τοιαύτη υποθέσει, ούτως ασυμφώνω όντι, και αυτώ εαυτώ αντιφάσκοντι. Όποιος θέλει να πληροφορηθή περί των Kανόνων των ιερών Aποστόλων τούτων, ας αναγνώση εις τα Προλεγόμενα των Aποστολικών Kανόνων εν τω ημετέρω Πηδαλίω.
     Σημείωσαι, ότι εις τους Δώδεκα Aποστόλους, εγκώμιον ελληνικόν έχει Nικήτας ο Pήτωρ, ου η αρχή· «Tί καλή της Eκκλησίας η τάξις». Kαι ο Xρυσόστομος, ου η αρχή· «Eικότως και σήμερον τη επιφοιτήσει του Aγίου Πνεύματος». (Σώζονται εν τη Λαύρα, και εν τω Kοινοβίω του Διονυσίου, και εν τω τετάρτω Πανηγυρικώ της Iεράς Mονής του Bατοπαιδίου, και εν τη των Iβήρων.) Έχει δε εγκώμιον απλούν εις αυτούς, Mακάριος ο Kωφός.
 
8. Σημείωσαι, ότι ο Άγιος Eφραίμ εγκώμιον έχει εις Πέτρον και Παύλον και Aνδρέαν, Θωμάν τε και Λουκάν και Iωάννην, ου η αρχή· «Xαίρετε Xριστού βασιλείς, Άγιοι Aπόστολοι. Yμίν γαρ την άνω και κάτω Bασιλείαν επίστευσεν» (ο Xριστός). (Σώζεται εις τον γ΄ τόμον της εν Pώμη εκδόσεως.)
 
9. Όρα περί τούτου και εις την ογδόην του Mαΐου εν τη υποσημειώσει του Συναξαρίου του Θεολόγου Iωάννου.

 Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005

Δευτέρα, Ιουνίου 29, 2020

Πέτρος και Παύλος


Τί δὲ καὶ πρὸς Πέτρον ἐροῦμεν; τὸ γλυκὺ τῆς Ἐκκλησίας θέαμα, ἡ λαμπηδὼν τῆς οἰκουμένης, ἡ πρόαγνος περιστερὰ, ὁ καθηγητὴς τῶν ἀποστόλων, ὁ θερμὸς ἀπόστολος; ὁ ζέων τῷ Πνεύματι, ὁ ἄγγελος καὶ ἄνθρωπος, ὁ χάριτος μεμεστωμένος, ἡ στερεὰ τῆς πίστεως πέτρα, τὸ γηραλέον τῆς Ἐκκλησίας φρόνημα, ὁ μακάριος καὶ υἱὸς περιστερᾶς ἀκούσας διὰ τὴν ἁγνείαν ἐκ τοῦ Δεσποτικοῦ στόματος, ὁ τὰς κλεῖς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν ἐξ αὐτοῦ τοῦ Κυρίου εἰληφώς. Τῶν ἀγγέλων τὰ τάγματα ὑμεῖς ἐσυλήσατε. Καὶ τί πολλὰ λέγω; Αὐτὸς ὁ Κύριος ἐγκωμιάζει ὑμᾶς, λέγων· Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου· οἱ βασιλέων εὐπορώτεροι, οἱ πλουσίων δυνατώτεροι, οἱ στρατιωτῶν ἰσχυρότεροι, οἱ σοφῶν καὶ φιλοσόφων σοφώτεροι, οἱ ῥητόρων εὐγλωττότεροι, Οἱ μηδὲν ἔχοντες, καὶ πάντα κατέχοντες. Ὑμεῖς ἐστε τῶν μαρτύρων ὑπομονὴ, τῶν πατριαρχῶν τὸ ὀρθόδοξον, τῶν μοναζόντων ἡ ἄσκησις, τῶν παρθένων οἱ στεφανῖται, τῶν ἐν ὁμοζυγίαις οἱ εἰρηνοποιοὶ, τῶν ἁρπακτῶν πλουσίων οἱ χαλινοὶ, τῶν ἀκολάστων οἱ σωφρονισταὶ, ἡ σκέπη τῶν βασιλέων, τὰ τείχη τῶν Χριστιανῶν, τῶν βαρβάρων οἱ ἀντίπαλοι, οἱ φιμὸν τοῖς αἱρετικοῖς ἐπιθέντες, οἱ νεκροῦντες τὰ ἄλογα πάθη τῶν σωμάτων, οἱ τοὺς λεγεῶνας τῶν δαιμόνων ἀπελάσαντες, οἱ τοὺς βωμοὺς τῶν Ἑλλήνων καθελόντες, οἱ τὰ ἄνω καὶ τὰ κάτω κληρονομήσαντες· τῶν μὲν ἄνω τὰς κλεῖς εἰληφότες, τῶν δὲ κάτω λύειν καὶ δεσμοῦν τὰς ἁμαρτίας ἐξουσίαν ἔχοντες. Ὢ τοῦ ἰδιώτου τὸ θαῦμα! ὢ τοῦ ἀγραμμάτου ἡ σοφία! Πέτρος, ὁ ἐν τῇ σκιᾷ αὐτοῦ παραλυτικοὺς σφίγγων, καὶ θάνατον λύων· Παῦλος, ὁ ἐν τοῖς ἱματίοις αὐτοῦ νοσήματα ἐκδιώκων, καὶ δαίμονας φυγαδεύων· οἱ εἰς μέσον τὴν μητέρα τοῦ Κυρίου ἔχοντες, καὶ κρείττους πνεύματος δικαίου ὑπάρχοντες· Παῦλος ἡ ἄπαυστος χελιδὼν τῆς Ἐκκλησίας· Πέτρος ὁ διηνεκῶς τῇ οἰκουμένῃ, καθάπερ ἀηδὼν, λυρίζων ἀπαύστως· οἱ στῦλοι τῆς Ἐκκλησίας, οἱ μεγάλοι τῆς οἰκουμένης φωστῆρες, οἱ κρείττους ἀλλήλων, καὶ ἀμείνους πάσης ὁμοῦ τῆς κτίσεως. Χαίροις, Πέτρε, τῆς πίστεως ἡ πέτρα· χαίροις, Παῦλε, τῆς Ἐκκλησίας τὸ καύχημα· χαίροις, Πέτρε, ἡ κρηπὶς τῆς ὀρθοδοξίας· χαίροις, Παῦλε, ἡ μέριμνα τῶν Ἐκκλησιῶν· χαίροις, Πέτρε, τὸ ἐγκαλλώπισμα τῆς οἰκουμένης· χαίροις Παῦλε, ἡ εἴσοδος τοῦ παραδείσου· χαίροις, Πέτρε, ὁ χειραγωγὸς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν· χαίροις, Παῦλε, εὔδιος λιμὴν τῶν χειμαζομένων· χαίροις, Πέτρε, ὁ πολλῶν ἐπαίνων ἀξιωθεὶς ὑπὸ τοῦ Κυρίου· χαίροις, Παῦλε, ὁ τῶν πολλῶν χαρισμάτων κυβερνήτης ὑπάρχων· χαίροις, Πέτρε, ὁ θερμὸς καὶ ζέων τῷ Πνεύματι τῷ ἁγίῳ· χαίροις Παῦλε, ὁ εὔτονος δρομεύς· οἱ τὴν ὑφήλιον ἅπασαν τῷ κηρύγματι τῷ ἁγίῳ φωτίσαντες, οἱ μυρία δεινὰ διὰ τὴν Ἐκκλησίαν ὑπομείναντες, ἐν φυλακαῖς κατακλειόμενοι, ὑπὸ Ἰουδαίων βδελυττόμενοι, ὑπὸ βαρβάρων συρόμενοι, ὑπὸ βασιλέων αἰκιζόμενοι, οἱ ἀναπνεῖν εὐχερῶς μὴ συγχωρούμενοι, καὶ παύσασθαι μὴ ἀνεχόμενοι τῆς διδασκαλίας· οἱ μέλος τοῦ σώματος κινῆσαι μὴ δυνάμενοι, διὰ τὸ βάρος τῶν δεσμῶν, καὶ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην δεδεμένην τῇ ἁμαρτίᾳ δι’ ἐπιστολῶν λύοντες.

ιω. του χρυσοστόμου,λόγος εις τους κορυφαίους των αποστόλων πέτρον και παύλον


Σάββατο, Ιουνίου 27, 2020

Kυριακή Γ΄Ματθαίου: Η πλεονεξία είναι ειδωλολατρία


Πολλοί από τους πιστούς δεν είναι λιγότερο από τους απίστους προσκολλημένοι στην κακία. Μερικοί μάλιστα πολύ περισσότερο από αυτούς. Γι’ αυτό και σε εκείνους είναι αναγκαίο να ειπούμε: «Έγειρε ο καθεύδων και ανάστα εκ των νεκρών, και επιφαύσει σοι (θα σε φωτίσει δηλαδή) ο Χριστός». Προς αυτούς αρμόζει να ειπούμε και τούτο: «Ο Θεός ουκ έστι νεκρών, αλλά ζώντων». Εφ’ όσον λοιπόν δεν είναι Θεός νεκρών, ας ζήσουμε.
Ωστόσο μερικοί λέγουν ότι είναι υπερβολή αυτό που λέγει ο Απόστολος, ότι ο πλεονέκτης είναι ειδωλολάτρης. Δεν είναι όμως υπερβολικός ο λόγος, αλλά αληθινός. Γιατί και με ποιο τρόπο; Διότι ο πλεονέκτης απομακρύνεται από τον Θεό, όπως ακριβώς ο ειδωλολάτρης. Και για να μη νομίσεις ότι έτσι απλώς το είπε, είναι απόφασις του ιδίου του Χριστού, ο οποίος λέγει: «Ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμμωνά». Όποιοι υπηρετούν τον μαμμωνά, έχουν εκβάλει τους εαυτούς των από τη δουλεία του Θεού. Και αφού αρνήθηκαν την εξουσία του και έγιναν δούλοι στον άψυχο χρυσό, βεβαίως είναι ειδωλολάτρες.
Τι  κάνει ο ειδωλολάτρης; Δεν προσκυνά κι αυτός πολλές φορές τα πάθη, αφού είναι υποδουλωμένος σ’ αυτά; Εξηγώ τι εννοώ. Εάν ειπούμε ότι προσκυνά είδωλα, αυτός λέγει: όχι, την Αφροδίτη προσκυνώ και τον Άρη. Και αν ειπούμε «ποία είναι αυτή η Αφροδίτη;» οι συνετότεροι από αυτούς απαντούν: η ηδονή. Και ποιος είναι ο Άρης; Ο Θυμός. Έτσι και συ με τον μαμμωνά. Εάν ρωτήσουμε ποιος είναι ο μαμμωνάς; Η πλεονεξία. Και συ την προσκυνείς; Δεν την προσκυνώ, λέγει. Γιατί, επειδή δεν γονυπετείς εμπρός της; Αλλά τώρα πολύ περισσότερο την προσκυνάς, με τα έργα και τα πράγματα. Διότι αυτή η προσκύνησις είναι μεγαλυτέρα. Και για να μάθεις, κοίτα τι συμβαίνει με τα του Θεού, ποιοι τον προσκυνούν περισσότερο, εκείνοι που απλώς παρίστανται στις προσευχές, ή εκείνοι που πράττουν το θέλημά του; Βεβαίως αυτοί που πράττουν το θέλημά του. Έτσι συμβαίνει και με τον μαμμωνά. Τον προσκυνούν κυρίως, εκείνοι που κάνουν το θέλημά του. Αν και πολλές φορές συμβαίνει, εκείνοι οι οποίοι προσκυνούν τα προσωποποιημένα πάθη, να είναι απαλλαγμένοι από αυτά. Θα ημπορούσε να ιδεί κάποιος πολλές φορές τον υπηρέτη του Άρη να είναι κύριος του θυμού, ενώ με σένα δεν συμβαίνει το ίδιο, καθώς είσαι υποδουλωμένος στο πάθος. Δεν σφάζεις πρόβατα, λέγεις. Φονεύεις όμως ανθρώπους και ψυχές λογικές, άλλες με λιμό, άλλες με βλασφημίες. Δεν υπάρχει τίποτε οργιαστικώτερον από τη θυσία αυτή. Ποιος είδε ποτέ ψυχές να σφάζονται; Είναι καταραμένος ο βωμός της πλεονεξίας. Διότι, εάν έλθεις σε τούτο τον βωμό των ειδώλων, θα αισθανθείς δυσάρεστη οσμή αιμάτων αιγών και βοδιών, ενώ αν έλθεις στον βωμό της πλεονεξίας, θα ιδείς τη φοβερά δυσωδία που αποπνέουν τα ανθρώπινα αίματα. Εάν σταθείς εδώ, δεν θα ιδείς να καίγονται πτερά ορνίθων ούτε να αναδίδεται κνίσσα και καπνός, αλλά να καταστρέφονται σώματα ανθρώπων. Διότι άλλοι μεν έρριψαν τους εαυτούς των σε κρημνούς, άλλοι έδεσαν βρόχο, και άλλοι διαπέρασαν ξίφος στον λαιμό. Είδες θυσίες ωμές και απάνθρωπες; Θέλεις να ιδείς και φοβερότερες από αυτές; Εγώ θα σου δείξω εκεί όχι πλέον σώματα ανθρώπων, αλλά και ψυχές ανθρώπων να κατασφάζονται. Διότι είναι δυνατόν να σφάζεται και η ψυχή. Με τη σφαγή που αρμόζει σ’ αυτή. Όπως υπάρχει θάνατος σώματος, έτσι υπάρχει και ψυχής. «Ψυχή γαρ η αμαρτάνουσα», λέγει, «αυτή και αποθανείται». Δεν είναι ο θάνατος της ψυχής όπως του σώματος, αλλά πολύ φοβερότερος. Διότι αυτός μεν, ο σωματικός θάνατος, διαχωρίζοντας την ψυχή και το σώμα, το ένα το αναπαύει από τις πολλές φροντίδες και τους κόπους, την άλλη την αποστέλλει σε χώρο φανερό. Έπειτα, αφού το σώμα διαλυθεί και φθαρεί με τον χρόνο, συναρμολογείται πάλι εν αφθαρσία, και απολαμβάνει την ψυχή του.
Τέτοιος είναι ο σωματικός θάνατος. Ο ψυχικός όμως είναι φριχτός και φοβερός. Διότι, εάν η ψυχή διαλυθεί, δεν παραπέμπει το σώμα αμέσως στη γη, όπως κάνει στον σωματικό θάνατο, αλλά όταν συνδεθεί πάλι με το αφθαρτοποιημένο σώμα, το καταποντίζει στο πυρ το άσβεστο. Όπως λοιπόν υπάρχει θάνατος ψυχής, έτσι υπάρχει και σφαγή ψυχής. Τι είναι σφαγή σώματος; Το να νεκρωθεί και να αποκοπεί από την επενέργεια της ψυχής. Τι είναι σφαγή της ψυχής; Και αυτή νέκρωσις είναι. Τι όμως είναι νέκρωσις της ψυχής; Όπως το σώμα νεκρώνεται όταν το εγκαταλείπει η ενέργεια της ψυχής, έτσι και η ψυχή νεκρώνεται όταν την εγκαταλείψει η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Αυτές οι σφαγές γίνονται κυρίως στον βωμό της πλεονεξίας. Δεν χορταίνουν ούτε αρκούνται στο αίμα των ανθρώπων, αλλά, εάν δεν προσφέρεις ως θυσία και την ίδια την ψυχή, δεν ικανοποιείται ο βωμός της πλεονεξίας, εάν δηλαδή δεν δεχθεί και των δύο τις ψυχές, του θύτη και του θύματος. Διότι πρέπει να θυσιάσει ο νεκρός τον μέχρι τώρα ζωντανό. Πράγματι, όταν βλασφημεί, όταν κακολογεί, όταν δυσανασχετεί, δεν είναι αυτές οι πληγές της ψυχής ανίατες; Είδες ότι δεν είναι υπερβολικός ο λόγος του Αποστόλου; Άκου λοιπόν κι άλλο για να μάθεις πως η πλεονεξία είναι ειδωλολατρία, και φοβερωτέρα από την ειδωλολατρία. Οι ειδωλολάτρες προσκυνούν τα κτίσματα του Θεού. Και εσεβάσθησαν, λέγει, και ελάτρευσαν την κτίση μάλλον παρά τον κτίσαντα. Και συ προσκυνάς το κτίσμα το ιδικό σου. Διότι την πλεονεξία δεν την εδημιούργησε ο Θεός, αλλά την εφεύρε η άμετρος απληστία σου. Και κοίτα το κωμικοτραγικό. Εκείνοι που προσκυνούν τα είδωλα, τιμούν αυτά τα οποία προσκυνούν, και εάν κάποιος τα κακολογήσει ή τα υβρίσει, εξανίστανται. Εσύ όμως, σαν να έχεις καταληφθεί από κάποια μέθη, προσκυνάς κάτι το οποίο όχι μόνον δεν είναι απηλλαγμένο από κατηγορία, αλλά είναι και γεμάτο από ασέβεια. Ώστε είσαι μάλλον πολύ χειρότερος από αυτούς, διότι δεν ημπορείς να απολογηθείς ότι δεν είναι κακό. Και εκείνοι βέβαια είναι εντελώς αναπολόγητοι, εσύ όμως είσαι πολύ περισσότερο, επειδή συνεχώς κατηγορείς την πλεονεξία και κακίζεις όλους εκείνους που την υπηρετούν, και είναι δούλοι της, και την ακολουθούν.
Αλλά εάν θέλετε, ας εξετάσουμε από πού εισήλθε η ειδωλολατρία. Από ασθένεια ψυχής εισήχθη η ειδωλολατρία, από παράλογη συνήθεια, από υπερβολή.  Ο Κάιν φέρθηκε με πλεονεξία στον Θεό, διότι αυτά που έπρεπε να δοθούν σ’ εκείνον τα κράτησε για τον εαυτό του, και αυτά που έπρεπε να μείνουν σ’ αυτόν, τα προσέφερε σ’ εκείνον, και έτσι το κακό άρχισε ως προσβολή του Θεού. Διότι εάν εμείς είμεθα του Θεού, πολύ περισσότερο είναι οι απαρχές των κτημάτων μας.
Η σαρκική ορμή επίσης προς τις γυναίκες, από την πλεονεξία προήλθε. «Είδον τας θυγατέρας των ανθρώπων, και εξεκυλίσθησαν προς την επιθυμίαν». Από αυτά πάλι προήλθε η επιθυμία προς τα χρήματα. Διότι το να θέλει κάποιος να έχει περισσότερα από τον πλησίον του στα βιοτικά, από τίποτε άλλο δεν προκαλείται, παρά από το ότι εψυχράνθη η αγάπη. Το να θέλει κανείς να έχει περισσότερα, δεν προέρχεται από τίποτε άλλο παρά από απελπισία και μισανθρωπία και υπεροψία. Δεν βλέπεις πόσο μεγάλη είναι η γη, πόσο πολύ μεγαλύτερος από όσο χρειάζεσαι είναι ο ουρανός; Γι’ αυτόν τον λόγο ο Θεός έδωσε τόσο μεγάλο μέγεθος στα κτίσματα, για να σβήσει την πλεονεξία σου. Εσύ δε, παρ’ όλα αυτά, αρπάζεις, και μάλιστα ακούγοντας ότι η πλεονεξία είναι ειδωλολατρία, ούτε έτσι φρίττεις; Τη γη θέλεις να κληρονομήσεις; Μ’ αυτόν τον τρόπο όμως θα στερήσεις τον εαυτό σου από την ουράνια κληρονομία, αφού ήδη την αγνοείς.
Ειπέ μου, εάν κάποιος σου έδιδε την εξουσία να τα πάρεις όλα, άραγε δεν θα το ήθελες; Έχεις τώρα αυτή τη δυνατότητα, αν θέλεις. Αν και μερικοί λέγουν ότι με πολύ πόνο μεταβιβάζουν σε άλλους την περιουσία τους, και θα προτιμούσαν να την είχαν καταφάγει οι ίδιοι παρά να βλέπουν άλλους να γίνονται κύριοι αυτής. Ούτε εγώ σε απαλλάσσω από αυτή την ασθένεια, διότι και αυτό είναι γνώρισμα ασθενούς ψυχής. Πλην όμως, και αν ακόμη γίνει τούτο, στην διαθήκη σου άσε κληρονόμο τον Χριστό. Διότι έπρεπε ήδη να τον είχες αφήσει κληρονόμο όσο ήσουν στην ζωή. Επειδή αυτό είναι γνώρισμα ορθής προαιρέσεως. Αλλά όμως, έστω κατ’ ανάγκην, γίνε φιλοτιμότερος. Διότι ο Θεός γι’ αυτόν τον λόγο πρόσταξε να δίδουμε στους πτωχούς, για να μας καταστήσει από τη ζωή αυτή φιλοσόφους, για να μας πείσει να καταφρονούμε τα χρήματα, για να μας διδάξει να περιφρονούμε τα γήινα. Αυτό δεν είναι περιφρόνησις των χρημάτων, να τα διαθέτη κάποιος στον τάδε ή στον δείνα μετά τον θάνατό του. Τότε πλέον αυτά που δίδεις δεν είναι ιδικά σου, αλλά της ανάγκηςΔεν γίνεσαι συ ευεργέτης, αλλά ο θάνατοςΑυτό δεν είναι φιλοστοργία, αλλά καταναγκασμός. Αλλά ας γίνει κι έτσι. Έστω και τότε απάλλαξε τον εαυτό σου από το πάθος. Ενθυμήσου πόσα έχεις αρπάξει, πόση πλεονεξία έχεις δείξει, και απόδοσε τα τετραπλάσια. Με αυτόν τον τρόπο απολογήσου στον Θεόν. Αλλά υπάρχουν μερικοί οι οποίοι φθάνουν σε τέτοιο σημείο παραφροσύνης, που ούτε τότε διακρίνουν το ορθότερο, και ενεργούν τα πάντα σαν να προσπαθούν να καταστήσουν φοβεροτέρα γι’ αυτούς την οργή του Θεού. Γι’ αυτό ο μακάριος Παύλος λέγει στη συνέχεια της επιστολής εκείνης: «Ως τέκνα φωτός περιπατείτε». Ο δε πλεονέκτης είναι αυτός που κατ’ εξοχήν ζει στο σκοτάδι και διασκορπίζει πολύ σκοτάδι σε όλα γύρω του. «Και μη συγκοινωνείτε», λέγει, «τοις έργοις τοις ακάρποις του σκότους, μάλλον δε και ελέγχετε».
Ακούσετε, παρακαλώ, όλοι όσοι δεν θέλετε να μισείσθε χωρίς λόγο. Αρπάζει και δεν τον ελέγχεις; Φοβείσαι το μίσος του, θα ειπείς. Αφού όμως δεν διακινδυνεύεις χωρίς λόγο, αλλά ελέγχεις δικαίως, γιατί φοβείσαι το μίσος; Έλεγξε τον αδελφό, δέξου αυτήν την έχθρα για την προς τον Χριστόν αγάπη, αλλά και για την προς αυτόν αγάπηΕμπόδισέ τον, αφού βλέπεις ότι βαδίζει ολοταχώς προς το βάραθρο. Διότι δεν είναι γνώρισμα ιδιαιτέρας φιλίας η συμμετοχή μας σε κοινό γεύμα, τα ωραία λόγια, οι προσφωνήσεις και η κοινή απόλαυση. Ας χαρίζουμε τέτοια δώρα στους φίλους μας που να απομακρύνουμε την ψυχή τους από την οργή. Βλέποντάς τους μέσα στην κάμινο της κακίας, να τους αναστήσουμε. Αλλά δεν διορθώνεται, λέγεις. Κάμε όμως εσύ ό,τι εξαρτάται από εσένα, και έτσι απολογήσου στον Θεό. Μην κρύψεις το τάλαντο. Γι’ αυτό διαθέτεις λόγο και γλώσσα και στόμα, για να διορθώνεις τον πλησίον. Μόνο τα άλογα όντα δεν φροντίζουν για τον πλησίον, ούτε είναι σε θέση να ειπούν κάποιον λόγο για τον άλλο. Συ όμως που αποκαλείς τον Θεό πατέρα σου και βλέπεις τον πλησίον σου, τον αδελφό σου, να κάμει αμέτρητα κακά, προτιμάς την ευμένειά του από την ωφέλειά του; Μη, σε παρακαλώ, δεν υπάρχει μεγαλύτερο τεκμήριο φιλίας από το να μην εγκαταλείπουμε στην αμαρτία τους αδελφούς μας.
Είδες μισουμένους; Συμφιλίωσέ τους. Είδες πλεονέκτες; Εμπόδισέ τους. Είδες αδικουμένους; Υπεράσπισέ τους. Όχι εκείνους, αλλά τον εαυτό σου πρώτα ευεργέτησες. Γι’ αυτό είμεθα φίλοι, για να ωφελούμε ο ένας τον άλλον. Αλλιώς θα ακούσει κανείς τον φίλο και αλλιώς τον τυχόντα. Τον τυχόντα ίσως θα τον υποπτευθεί, ομοίως και τον διδάσκαλο, τον φίλο όμως όχι. Γι’ αυτό, παρακαλώ, ούτε σεις να διστάζετε να ελέγχετε, ούτε να δυσανασχετείτε, όταν σας ελέγχουν. Διότι όσο διαπράττεται κάτι στο σκοτάδι, γίνεται με μεγαλυτέρα ευκολία, όταν όμως υπάρχουν πολλοί μάρτυρες, φωτίζεται. Γι’ αυτό ακριβώς ας κάνουμε τα πάντα ώστε να αποτρέπουμε τη νέκρωση των αδελφών μας, για να διασκορπίσουμε το σκότος, και να προσελκύσουμε τον ήλιο της δικαιοσύνης. Διότι εάν είναι πολλοί εκείνοι που εκπέμπουν το φως, και γι’ αυτούς θα είναι εύκολος η οδός της αρετής, και οι ευρισκόμενοι στο σκότος ευκολότερα θα αποκαλύπτονται, αφού όσο εντονότερο γίνεται το φως, τόσο το σκότος θα εξαφανίζεται. Εάν όμως γίνεται το αντίθετο, υπάρχει φόβος μη σβησθούν και αυτοί, αφού η πυκνότης, που δημιουργούν το σκοτάδι και οι αμαρτίες, θα υπερισχύει του φωτός και θα καταργεί τη λάμψη του. Ας αντιληφθούμε λοιπόν ότι τους εαυτούς μας ωφελούμε με αυτόν τον τρόπο, ώστε με όλη μας τη βιοτή να αναπέμπουμε δόξαν προς τον φιλάνθρωπο Θεό, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, «ω πρέπει δόξα συν τω Παναγίω Πνεύματι εις τους αιώνας των αιώνων».

Ομιλία εις το «Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν» (Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος)


από άλλη όψις ( alopsis.gr)

Τρίτη, Ιουνίου 23, 2020

Στή Γέννηση τοῦ Ἁγίου Προφήτου Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου



ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ
α’. — Ἀκόμα καί ἄν ἔμοιαζε ὁ λόγος μας μέ ἀνοιξιάτικο τραγούδι καλικέλαδου ἀηδονιοῦ, πολύ φτωχά θά κατάφερνε νά ὑμνήσει τή μεγάλη φωνή τῆς ἀλήθειας πού γεννιέται σήμερα. Τώρα ὅμως πού ἡ λαλιά μας εἶναι ἀσθενική καί πολύ κακοφωνή, πῶς νά ὑμνήσει τόν πιό δοξασμένο ἀπό ὅλους τούς Προφῆτες; Πῶς νά ψάλλει αὐτόν πού εἶναι ἡ τιμή καί ἡ δόξα τῶν Ἀποστόλων; Πῶς νά δοξολογήσει αὐτόν πού ἔχει μιά ξέχωρη τιμή ἀνάμεσα στούς μάρτυρες;
Ἐκεῖνο δέ πού μοῦ φαίνεται ἀξιοπρόσεχτο εἶναι τό ὅτι, ὅσον ἀφορᾶ τούς ἄλλους ἁγίους, πλέκει ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου τά ἐγκώμια, ὁ πιό ἀξιοτίμητος τοῦ πιό ἀναγνωρισμένου καί ὁ λιγότερο γνωστός τοῦ λιγότερο φημισμένου. Αὐτόν ὅμως πού τώρα ἐμεῖς ἐξυμνοῦμε τόν ἐγκωμίασε, πρίν ἀπ’ ὅλους τούς ἄλλους ἐγκωμιαστές του, ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός καί Θεός, ἡ Ἀλήθεια, λέγοντας: «Δέν ἔχει μέχρι σήμερα γεννηθεῖ μεγαλύτερος προφήτης ἀπό τόν Ἰωάννη τό Βαπτιστή» (Ματθ. 11, II).
 Ἀφοῦ  λοιπόν τόσο πλούσια καί ἀνυπέρβλητα ἔχει ἐπαινεθεῖ καί ἔχει ἐγκωμιαστεῖ ὁ μέγας Πρόδρομος ἀπό τόν Ὑψιστο Θεό-Λόγο, ἔχει τάχα ἀνάγκη ἀπό τά φτωχά μας λόγια, ἀγαπητοί μου ἀκροατές; Ὄχι βέβαια, δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό τά φτωχά μας λόγια ὁ Τίμιος Πρόδρομος. Ἐμεῖς ὅμως ἀποτολμᾶμε νά ποῦμε δυό λόγια γι’ αὐτόν, γιατί εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά τό κάνουμε ἀπό ὑπακοή στόν πατέρα καί ἡγούμενό μας, ἐκτελώντας ὁπωσδήποτε τήν ἐντολή πού μᾶς ἔδωσε. Συγχρόνως ὅμως θά λάβουμε ἁγιασμό καί Χάρη καί μόνο πού ὁ νοῦς μας θ’ ἀσχοληθεῖ μέ τόν Τίμιο Πρόδρομο.
β’.— Ἐμπρός λοιπόν, ἄς γιορτάσουμε τήν ἡμέρα. Ἄς πανηγυρίσουμε τό γεγονός τῆς γεννήσεώς του, ὄχι μόνο ὅσοι κατοικοῦν στά περίχωρα, ἀλλά καί ὅλοι ὅσοι περιτριγυρίζουν τόν πνευματικό Ἰορδάνη.
Ἄς μποῦμε βαθιά στό νόημα αὐτοῦ τοῦ παράδοξου μυστηρίου. Ἄς γνωρίσουμε αὐτό πού τόσο ὑπερφυσικά γίνεται σήμερα. Ἄς ἐμβαθύνουμε στά ὅσα ἔχουν συμβεῖ γύρω ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Ζαχαρία. Καί ἄς μήν παραλείψουμε νά ἀναφέρουμε ὅλα ἐκεῖνα πού διαδραματίστηκαν στό πρόσωπο τῆς Ἐλισάβετ. Πόσο μεγάλος ὑπῆρξε ὁ Πρόδρομος φαίνεται καί μόνο ἀπό τούς γονεῖς πού εἶχε, γιατί οἱ γονεῖς του δέν ὑπῆρξαν ἄσημοι ἀλλά πολύ περίδοξοι καί ἐπιφανεῖς.
Ὁ μέν Ζαχαρίας, σάν ἄλλος Ἀαρών καί στήν ἡλικία καί στό ἀξίωμα, ντυμένος τήν Ἀρχιερατική στολή —δηλαδή τό περιστήθιο, τήν ἐπωμίδα, τό χιτώνα πού ἔφτανε μέχρι τούς ἀστραγάλους καί τό χιτώνα τόν κροσσωτό, τό διακριτικό σκοῦφο τῆς ἱερωσύνης καί τή ζώνη, πού ἦταν ὅλα καταστόλιστα μέ χρυσάφι καί πολύτιμους λίθους καί ὑάκινθο καί βύσσο— εἰσῆλθε στά Ἅγια τῶν Ἁγίων νά ἱερουργήσει γιατί ἐφημέρευε.
Ἡ δέ Ἐλισάβετ ὑπῆρξε ἴδια στή δόξα μέ τή Σάρρα καί μᾶλλον πιό δοξασμένη ἀπ’αὐτήν, ὡς συγγενής τῆς Θεομήτορος. Αὐτή λοιπόν σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ χαριτώθηκε, ἄν καί ἦταν στείρα, νά γεννήσει ὄχι τόν Ἰσαάκ, πού ὀνομάστηκε δοῦλος τοῦ Θεοῦ (Γέν. 34, 14 καί Δαν. 3, 35), ἀλλά τόν Ἰωάννη πού ἔγινε γνήσιος φίλος τοῦ Χριστοῦ.
Ὤ ἄγονη μήτρα, πού κράτησες μέσα σου τέτοιο παιδί! Ὤ ἄκαρπη γῆ, πού βλάστησες τέτοιο καρπερό στάχυ!
Γι’ αὐτό δέν πρέπει νά διστάσουμε ν’ ἀναφωνήσουμε καί πάλι πρός αὐτήν, μέ καινούργιο τώρα νόημα τά λόγια τοῦ μεγαλόστομου Ἠσαῦ. «Γέμισε τήν καρδιά σου μ’ εὐφροσύνη στείρα, πού δέν ἀπόχτησες παιδιά. Φώναξε μ’ ὅλη σου τή δύναμη ἐσύ πού δέν δοκίμασες ὠδίνες τοκετοῦ» (Ἠσ. 54, 1), γιατί ἔκανες ν’ ἀνθίσει ἀπό τήν ἔρημη μήτρα σου ὁ Ἰωάννης, τό κρίνο τῆς ἁγνότητας, τό τριαντάφυλλο πού εὐωδιάζει ἀπό Ἅγιο Πνεῦμα, τό λιβάδι τῆς ἐγκράτειας, πού μᾶς γεμίζει μέ ἀγαθά, ἡ φωτοδότρα πηγή πού λάμπει κατά τή φανέρωση τοῦ Χριστοῦ πάνω στή γῆ, ὁ Ἰωάννης, ὁ στρατιώτης τοῦ οὐράνιου βασιλιᾶ, πού ὁ Ἴδιος τόν ξεχώρισε καί τόν ὑπέδειξε στό λαό Του, ὁ ἄριστος νυμφαγωγός τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ πρός τόν οὐράνιο Νυμφίο της Χριστό, ὁ ἀκούραστος διαλαλητής καί μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ πού εἶναι ἡ μόνη Ἀλήθεια, ὁ Ἰωάννης, ὁ φλογερός κήρυκας τῆς μετάνοιας, ὁ σαρκωμένος ἄγγελος τοῦ Κυρίου, αὐτός πού φανέρωσε σέ ὅλους τόν Ἀμνό, πού θά σήκωνε πάνω του ὅλου τοῦ κόσμου τίς ἁμαρτίες.
Καί δέν θά μπορέσω μέ ὅ,τι καί νά πῶ νά ἀναφέρω ὅλες τίς ἀρετές του, ἀκόμα καί ἄν ἀραδιάσω ὅλους τούς τίτλους πού τοῦ ἔχουν δοθεῖ. Γιατί τοῦ ταιριάζουν πολλά ὀνόματα καί εἶναι κοσμημένος μέ πάρα πολλές ἀρετές, μιά καί αὐτός ἀξιώθηκε νά πάρει τήν πιό μεγάλη χάρη ἀπ’ ὅλους ἐκείνους πού σφράγισε τό Ἅγιο Πνεῦμα.
γ’.— Τιμοῦμε βέβαια καί τή γενέθλια ἡμέρα τοῦ προπάτορα Ἰσαάκ, τόν ὁποῖο συνέλαβε καί γέννησε στά γηρατιά της ἡ Σάρρα καί γιά τόν ὁποῖο εἶπε: «Ποιός θά φέρει τό χαρούμενο μαντάτο στόν Ἀβραάμ καί θά τοῦ μηνύσει ὅτι ἡ Σάρρα θηλάζει βρέφος;» (Γέν. 21, 7), γεγονός πού πανηγύρισε ὁ Ἀβραάμ μέ μεγάλο συμπόσιο τήν ἡμέρα ταῆς ἀπογαλακτίσεώς του.
Ἐπίσης τιμοῦμε καί τή γενέθλια ἡμέρα τοῦ Σαμψών πού καί αὐτός χαρίστηκε στό Μανωέ ἀπό στείρα μάνα, σύμφωνα μέ τό ξεχωριστό θέλημα καί τήν ξεχωριστή χάρη τοῦ Θεοῦ (Ἰουδ. 13,14). Αὐτός, καθώς λέει ἡ Ἁγία Γραφή, δέν θα ‘πινε κρασί καί οἰνοπνευματώδη ποτά καί δέν θά ‘τρωγε τίποτα ἀκάθαρτο. Θά ἀναδειχνόταν ἀκόμα ἀρχηγός τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ γιά νά τόν σώσει ἀπό τούς ἀλλοφύλους ἐχθρούς του.
Τέλος, προσπερνώντας καί ἄλλων ἁγίων σχετικές περιπτώσεις, θά ἀναφέρω τόν προφήτη Σαμουήλ, τόν ὁποῖο γέννησε ἡ πολυδοξασμένη Ἄννα μέ τόν Ἐλκανά καί τόν ἀφιέρωσε ἀπό βρέφος στόν Θεό. Ἀλλά ὅλοι αὐτοί δέν φτάνουν, ἀγαπητοί μου, τό μεγαλεῖο τοῦ Ἰωάννη. Γιατί ἄλλοι ἀπ’ αὐτούς ἔζησαν πρίν ἀπό τήν παράδοση τοῦ γραπτοῦ Νόμου καί ἄλλοι μετά ἀπ’ αὐτή. Ὁ Ἰωάννης ὅμως, ὁ γιός τοῦ ἱερέα Ζαχαρία καί τῆς ἀξιοθαύμαστης Ἐλισάβετ, τό ἄνθος πού στόλισε τήν εἴσοδο τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο, φύτρωσε καί ἄνθισε στό μεσοδιάστημα τοῦ Νόμου καί τῆς Χάρης. Ἀνέτειλε τό νοητό ἀστέρι, προαναγγέλλοντας τήν ἀνατολή τοῦ Ἡλίου τῆς δικαιοσύνης. Προέτρεξε ὁ στρατιώτης, κηρύττοντας τόν ἐρχομό τοῦ βασιλιᾶ ὁλόκληρης τῆς κτίσης. Ἦρθε ὁ ὁδηγός τῆς Νύμφης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, διαλαλώντας τήν ἐπικείμενη παρουσία τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ. Καί οἱ μέν ἄλλοι προφῆτες προφήτεψαν ἡ θαυματούργησαν ἀρκετά χρόνια μετά τή γέννησή τους, ὁ Τίμιος Πρόδρομος ὅμως πληρώθηκε ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα καί ἀναδείχτηκε θαυματουργός ἐνόσω ἀκόμα βρισκόταν στήν κοιλιά τῆς μάνας του.
δ’.— Θά κάνω λοιπόν μιά παρομοίωση γιά νά δείξω τή μεγαλοπρέπεια τῆς μορφῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Ὅπως ἕνας βασιλιᾶς, πού βγαίνει μέ πομπή καί βασιλική μεγαλοπρέπεια ἀπό τά ἀνάκτορά του, ἔχει ραβδούχους και ἄλλους πού προπορεύονται μέ σκῆπτρα, μετά ὑπάτους, ὑπάρχους καί ταξιάρχους —τελευταία δέ ἔρχεται ἕνας ἀξιωματικός μέ πολύ μεγάλο βαθμό καί μετά ἀπ’ αὐτόν ἀμέσως ἐμφανίζεται ὁ βασιλιᾶς, ἀστράφτοντας μέσα στό χρυσάφι καί τούς πολύτιμους λίθους— τό ἴδιο φανταστεῖτε ὅτι συνέβη καί μέ τόν ἀληθινό καί μόνο βασιλιᾶ ὁλόκληρης τῆς κτίσης, τόν Χριστό καί Θεό μας. Ὅταν ἐπρόκειτο νά ἔρθει ὁ Χριστός στόν κόσμο σάν ἄνθρωπος, προπορεύτηκαν οἱ πατριάρχες, ὅπως ὁ Ἀβραάμ, ὁ Ἰσαάκ καί ὁ Ἰακώβ. Ἔπειτα ὁ Μωυσῆς, πού ἀξιώθηκε νά φανερώσει τό νόμο τοῦ Θεοῦ στούς ἄνθρωπους, ὁ Ἀαρών καί ὁ Σαμουήλ καί ὅλος ὁ χορός τῶν ἁγίων προφητῶν. Τελευταῖος δέ ἀπό ὅλους ἐμφανίστηκε ὁ Ἰωάννης καί ἀμέσως μετά ὁ Δεσπότης μας Χριστός, γιά τόν Ὁποῖο ὁ Ἰωάννης εἶπε: «Αὐτός πού ἔρχεται μετά ἀπό μένα, εἶναι ἀνώτερός μου, γιατί ὑπῆρξε πρίν ἀπό μένα» (Ἰωάν. 1, 15). Ἔτσι ἀποδείχτηκε ὁ Τίμιος Πρόδρομος ἄν καί τελευταῖος στήν παράταξη, πρῶτος στήν ἀξία καί ἀπό αὐτούς ἀκόμα τούς Προφῆτες καί τούς Ἀποστόλους καί ἀπό ὅλους τούς ἄλλους ἁγίους σπουδαιότερος, σύμφωνα μέ ὅσα κήρυξε ὁ ἀληθινός Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Χριστός. Καί εἶναι πιότερο τιμημένος, γιατί ἦταν τελευταῖος ἀπό τούς προφῆτες καί πρῶτος ἀπό τούς ἁγίους τῆς ἐποχῆς τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ἀναπτύσσοντας λοιπόν τήν ἱστορία, ὅπως ἀναφέρεται στό ἱερό Εὐαγγέλιο, ἄς ἀκούσουμε τί ἦταν ἐκεῖνα πού ὁ Γαβριήλ εἶπε στό Ζαχαρία.
ε’.— «Φανερώθηκε σ’ αὐτόν», λέει, «ἄγγελος Κυρίου καί παραστάθηκε δεξιά ἀπό τήν Τράπεζα πού ἔκαιγαν τό θυμίαμα. Καί μόλις τόν εἶδε ὁ Ζαχαρίας ταράχτηκε και φοβήθηκε πολύ» (Λουκ. 1, 11-12). Γιατί ἦταν πολύ σεβάσμια καί ἱερή ἡ ὀπτασία καί φοβερός ὁ τόπος πού συνέβη τό γεγονός. Γιατί λέει ἡ Ἁγία Γραφή: «Πόσο φοβερός εἶναι αὐτός ὁ τόπος! Αὐτός δέν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρά ἡ ἴδια ἡ κατοικία τοῦ Θεοῦ» (Γέν. 28, 17). Καί δέν εἶναι περίεργο τό ὅτι ὁ ἱερέας, ἄν καί ἦταν δίκαιος, ταράχτηκε καί κυριεύτηκε ἀπό φόβο, ἀφοῦ τό ἴδιο συνέβη καί μέ τόν Δανιήλ τόν «ἄνθρωπο τῶν ἐπιθυμιῶν» (Δαν. 10, 8), πού βλέποντας τόν ἄγγελο θαμπώθηκε καί ἔμεινε ἄφωνος καί ἔπεσε μέ τό πρόσωπο στή γῆ, ἀπό τοῦ ἄγγελου τήν ὑπέρμετρη καί ἀσύγκριτη λαμπρότητα. «Φάνηκε» λέει, «σ’ αὐτόν ἄγγελος Κυρίου». Τί ἔχουν νά μᾶς ποῦν γι’ αὐτό οἱ μισοχριστιανοί πού δέν ἱστοροῦν εἰκόνες τῶν ἁγίων ἀγγέλων; Ἄν ποτέ ἔχει φανερωθεῖ ἄγγελος σέ ἄνθρωπο, τότε ἔχει καί ζωγραφιστεῖ ὅπως ἀκριβῶς καί φανερώθηκε καί ὄχι μέ μορφή διαφορετική. Καί φανερώθηκε μέ τήν ἴδια ἀκριβῶς μορφή πού παρουσιάστηκαν παλιά στό Μωυσῆ, στό ὅρος Σινᾶ, τά Χερουβείμ πού περιστοιχίζουν τό ἱλαστήριο τῆς κιβωτοῦ τῆς Διαθήκης. Ἐάν λοιπόν αὐτό πού οὔτε σῶμα οὔτε ὑλική μορφή ἔχει, δύναται νά περιγραφεῖ —σύμφωνα μέ τήν μορφή πού φανερώθηκε— πῶς δέν θά μπορούσαμε νά ἱστορήσουμε εἰκόνα γιά κάτι πού καί σῶμα ἔχει καί ὑλική μορφή καί προσλαμβάνει διάφορα χρώματα καί ψηλαφιέται σάν τρισδιάστατο ἀντικείμενο, ὅπως εἶναι καί ἡ μορφή τοῦ Σωτήρα μας, ὥστε μ’ αὐτόν τόν τρόπο νά κάνουμε ὁλοφάνερη τή σάρκωσή του, γεγονός πού πρέπει νά μένει ἔξω ἀπό κάθε φαντασία;
Ἄς μή νομίσουν λοιπόν οἱ ἄφρονες ὅτι, ζωγραφίζοντας τή μορφή τοῦ Χριστοῦ, ἀπεικονίζουμε ταυτόχρονα καί τή θεότητά Του, ἡ ὁποία δέν μπορεῖ νά ἐκφραστεῖ, οὔτε νά κατανοηθεῖ ἤ νά περικλειστεῖ, οὔτε νά πάρει σχῆμα, οὔτε θέση, οὔτε ἔκταση, οὔτε μέγεθος, οὔτε κανένα ἄλλο γνώρισμα, ἀπ’ ὅσα εἶναι δυνατόν νά περιγραφοῦν. Γιατί ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄπειρη καί ἀκατάληπτη.
Γι’ αὐτό καί ὅταν ἱστοροῦμε τήν εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μέ τό νά περιγράφουμε τή μορφή Του δέν περιγράφουμε συγχρόνως καί τήν ψυχή Του πού εἶναι ἄυλη καί ἄμορφη —αὐτό εἶναι ἀδύνατον— ἀλλά ἀποδίδουμε χωριστά καί ξεκάθαρα στό ἄυλο καί στό ὑλικό αὐτό πού τοῦ ταιριάζει. Δηλαδή τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ πού δέν περιγράφεται, δέν τήν ἀπεικονίζουμε. Εἰκονίζουμε ὅμως τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πού δύναται νά περιγραφεῖ, σύμφωνα μέ ὅσα στοιχεῖα μᾶς δίνει τό ἱερό Εὐαγγέλιο.
Ἀλλά ἄς γυρίσουμε στό θέμα μας.
στ’.— «Καί τοῦ εἶπε ὁ ἄγγελος·μή φοβᾶσαι Ζαχαρία, γιατί ὁ Θεός δέχτηκε τήν προσευχή σου» (Λουκ. 1, 13). Ἀμέσως μέ τή διαβεβαίωση αὐτή τοῦ ‘διωξε τό φόβο, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει μέ κάθε ἀγγελική ὀπτασία. Μετά δηλαδή ἀπό τό φόβο πού προκαλεῖ ἡ ἐμφάνιση τοῦ ἀγγέλου, ἀφαιρεῖται ἀπό τόν ἄνθρωπο ἡ δειλία. Ἐνῶ γίνεται ἀκριβῶς τό ἀντίθετο ὅταν ἐμφανίζεται ὁ δαίμονας. Δηλαδή στήν ἀρχή ὁ ἄνθρωπος πού τόν δέχεται εἶναι χαρούμενος καί θαρραλέος, μετά ὅμως ἀπό λίγο γεμίζει ταραχή καί φόβο.
«Μή φοβᾶσαι, εἶπε, Ζαχαρία, γιατί ὁ Θεός δέχτηκε τήν προσευχή σου καί ἡ γυναίκα σου ἡ Ἐλισάβετ θά φέρει στόν κόσμο ἕνα γιό» (Λουκ. 1, 10).
Ὤ ἀξιοεπιθύμητο καί θεόσδοτο παράγγελμα, σύμφωνο μέ τή βαθιά ἐπιθυμία τους! Ὤ ἀγγελοφερμένη ὑπόσχεση, πού εἶσαι καρπός τόσων ἐπίμονων προσευχῶν! Κατάφερε ὁ Ζαχαρίας νά κερδίσει ἐκεῖνο πού ἡ ψυχή του ἐπιθυμοῦσε! Πέτυχε ἐκεῖνο γιά τό ὁποῖο παρακαλοῦσε μέ τόση θέρμη! Βρῆκε ἐκεῖνο πού ζητοῦσε. Βρῆκε, ὄχι ἀπό φυσική συνάφεια ἀλλά ἀπό καρποφόρα προσευχή τό ξανάνιωμα τῆς ἄγονης μήτρας καί τήν ἱκανοποίηση τῆς λαχτάρας της νά κάνει παιδί. Διότι ἡ στείρωσή της δέν ἦταν βέβαια ἐπιτίμιο καί κατάρα τοῦ Θεοῦ —μήν πάει ἐκεῖ τό μυαλό σας— ἀλλά ἦταν προφητικό ἐξάγγελμα μεγάλου μυστηρίου.
Ἔχω τήν ἐντύπωση ὅτι, παρόλο πού ὁ Ζαχαρίας εἶχε παραδοθεῖ σέ πολλή προσευχή καί παρακαλοῦσε τόν Θεό νά λύσει τή στείρωση τῆς Ἐλισάβετ, δέν εἰσακούστηκε ἀμέσως ἀπό τόν Θεό, γιατί δέν ἦταν ἀκόμα ὁ κατάλληλος καιρός. Δέν εἶχε φτάσει ἀκόμα ἡ ἐποχή πού ὁ Χριστός θά σαρκωνόταν. Τότε μόνον νά ἐλπίζεις ὅτι θά ἀπόκτησεις παιδί, Ζαχαρία, ὅταν ἔρθει στή γῆ Αὐτός πού χρόνια προσδοκοῦν καί περιμένουνε τά ἔθνη. Τότε νά περιμένεις πώς ἡ Ἐλισάβετ θά πάψει νά εἶναι στείρα, ὅταν ἔρθει Αὐτός πού εἶναι ἡ ἐλπίδα τῆς οἰκουμένης. Ἐπειδή ὅμως ἦρθε πιά αὐτή ἡ ὥρα, δέξου μέ τήν προαγγελία τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ τῆς καρδιᾶς σου τό ποθούμενο. Σάν ἄλλος ἀετός ξαναπάρε τό νεανικό σου σφρίγος (Ψαλμ. 102, 5). «Γνώρισε, εἶπε ὁ ἄγγελος, τή σύζυγό σου. Γιατί ἔγινε δεκτή ἡ προσευχή σου καί ἡ γυναίκα σου Ἐλισάβετ, θά σοῦ γεννήσει ἕνα γιό καί θά τοῦ δώσεις τό ὄνομα Ἰωάννης». Φανέρωσε ἔτσι ὁ ἄγγελος καί τό ὄνομα πού θά ‘παιρνε τό παιδί, ὄνομα πού καί ἀπό τήν ἴδια τήν ἐτυμολογία του φανερώνει ὅτι τό παιδί θά ἦταν οὐρανόσταλτο.
ζ’.— Εἶπε δέ ὁ Ζαχαρίας στόν ἄγγελο —γιατί μιλάει μέ τόν ἄγγελο μέ θάρρος σάν ἴσος πρός ἴσο. «Πῶς θά βεβαιωθῶ γι’ αὐτό, ἀφοῦ ἐγώ εἶμαι γέροντας καί ἡ γυναίκα μου προχωρημένη στήν ἡλικία;» (Λουκ. 1, 18). Ἡ ἀπόδειξη πού χωρίς ἰδιαίτερη σκέψη ζήτησε, γιά τόν τρόπο πού θά γινόταν πατέρας, τοῦ προσάπτει ὡς ἱερέα τό ἁμάρτημα τῆς ἀπιστίας. Αὐτή ἡ ἐρώτηση ὅμως δέν προέρχεται ἀπό τήν ἀπιστία, ἀλλά ἀπό τήν ἀνάγκη ἐξακριβώσεως τῆς ἀλήθειας. Ἔπαθε ἔτσι καί ὁ Ζαχαρίας τό ἴδιο μέ τόν Ἀπόστολο Θωμᾶ. Γιατί δέν ἦταν δικαιολογημένο, προφήτης αὐτός καί γνώστης τῶν θείων πραγμάτων, νά ἀγνοεῖ ὅτι ὁ Θεός μπορεῖ νά ἀνακαινίσει τή φύση, νά ξανανιώσει τά γηρατειά, νά βγάλει ἀπό τό ἀδιέξοδο τόν ἄνθρωπο, νά βρεῖ λύσεις στά προβλήματα, ὅπως ἄλλωστε συνέβη μέ τόν Ἀβραάμ καί τή Σάρρα, μέ τήν Σωμανίτιδα καί μέ τόσες καί τόσες ἄλλες ἀνάλογες περιπτώσεις, πού ἔδειξε τή θαυματουργική Του δύναμη. Ἀλλ’ ὅμως ἐπειδή οἱ χαρούμενες ἀγγελίες, πού μηνύουν τήν πραγματοποίηση τῶν μεγάλων καί ἀσυνήθιστων προσδοκιῶν τῆς ψυχῆς, ὅταν ἀκουστοῦν ἀπροσδόκητα καί ξαφνικά φέρνουν συνήθως ταραχή, γι’ αὐτό καί τώρα ὁ Ζαχαρίας, ἐπειδή ταράχτηκε, τηρεῖ ἐπιφυλαχτική στάση. Καί αὐτό νομίζω ὅτι τό κάνει ὄχι ἐξαιτίας τῆς ἀπιστίας του, ἀλλά γιατί βιάζεται νά φτάσει στήν ἀναμφισβήτητη καί ἀδιάσειστη βεβαιότητα. Καί ἀμέσως σάν νά κυριεύτηκε ἀπό ἀφόρητη χαρά, φωνάζει πρός τόν ἄγγελο καί λέει: «Πῶς θά βεβαιωθῶ γι’ αὐτό  πού μοῦ λές»; Μήπως παραλογίζεσαι; Μή καί δέν βγοῦν ἀληθινά αὐτά πού μοῦ ἀναγγέλλεις; Δός μου ἐπίσημη διαβεβαίωση, δός μου χειροπιαστή ἀπόδειξη, ὅπως παλιότερα ἔδωσε ὁ Θεός στόν Ἀβραάμ τό σημεῖο τῆς περιτομῆς, βεβαιώνοντάς τον ἔτσι ὅτι θά γίνει πατέρας πολλῶν ἐθνῶν καί ὅτι θά γεννηθοῦν ἀπ’ τή γενιά του πολλοί βασιλεῖς. Καί ὅπως διαβεβαίωσε πρίν ἀπ’ αὐτόν τό Νῶε μέ τό σημεῖο τοῦ οὐράνιου τόξου, ὅτι δηλαδή δέν θά καταστρέψει μέ κατακλυσμό τή γῆ. Ἀκόμα ὅπως ἔκανε τή ράβδο τοῦ Μωυσῆ νά πάρει μορφή φιδιοῦ καί νά ξαναγίνει ἀμέσως πάλι ραβδί, γιά νά πιστέψουν μ’ αὐτόν τόν τρόπο οἱ Αἰγύπτιοι ὅτι τοῦ φανερώθηκε ὁ Θεός.
η’.— Καί ἀποκρίθηκε ὁ ἄγγελος καί τοῦ εἶπε: Νά τό σημεῖο πού ζητᾶς: Θά χάσεις τή λαλιά σου καί δέν θά μπορεῖς πιά νά βγάλεις λέξη, γιατί δέν πίστεψες στά λόγια μου —ἐννοεῖται βέβαια γιατί δέν πίστεψε ἁπλά καί ἀνεξέταστα— πού θά ἐκπληρωθοῦν ὅταν φτάσει ὁ κατάλληλος καιρός. Πῆρε λοιπόν τήν κατάλληλη γιά τήν περίσταση ἀπόδειξη, πού ζητοῦσε ὁ Ζαχαρίας, δηλαδή τή σιγή τῆς φωνῆς του, μιᾶς φωνῆς πού κάποτε θά σταματοῦσε γιά πάντα μπροστά στή ζωντανή καί σαρκωμένη φωνή, τόν Πρόδρομο πού θά γεννιόταν ἀπ’ αὐτόν. Καί ἐνῶ ἔμεινε μέ κλειστό στόμα συνέχισε νά ὑμνεῖ, μέ μυστική πιά φωνή τό Δωρητή τοῦ παιδιοῦ, πού ἔμελλε νά γεννηθεῖ. Ὅταν βγῆκε, λέει ὁ ἱερός εὐαγγελιστής, ἀπό τό ἱερό τοῦ Ναοῦ, «δέν μποροῦσε πιά νά μιλήσει. Καί ἀπ’ αὐτό κατάλαβαν οἱ ἄλλοι ὅτι εἶχε δεῖ κάποιο ὅραμα στό ἱερό, ἐνῶ ὁ ἴδιος προσπαθοῦσε νά ἐξηγήσει μέ νοήματα καί παρέμενε βουβός» (Λουκ. 1, 22). Ἔμεινε κωφάλαλος, πρῶτα-πρῶτα γιά νά μή δέχεται ἐρωτήσεις, γιατί ἀλλιῶς δέν θά μποροῦσε νά μήν πληροφορήσει τούς ἄλλους γιά τό ὅραμα. Ἔπειτα δέ ἐπειδή κατά κάποιο τρόπο εἶχε βγεῖ ἀπό τίς αἰσθήσεις του καί καθώς ἔμεινε κατάπληκτος καί ἐμβρόντητος ἀπό τό ὅραμα πού ἐξακολουθοῦσε νά τό ζεῖ τόσο βαθιά μέσα του, δέν μποροῦσε νά δώσει προσοχή στά κούφια λόγια τῶν ἄλλων. Ἡ σιωπή λοιπόν δέν εἶχε κανένα ἄλλο νόημα, παρά ἦταν μονάχα μιά προφητεία, πού προδήλωνε ὅτι θά γινόταν πατέρας προφήτη. Καί αὐτό ἦταν ἴσως καί σημεῖο τοῦ τέλους τῆς λατρείας τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου, ἀλλά καί σημεῖο τῆς ἀνατολῆς τῆς ἐποχῆς τῆς Χάρης, πού θά ἄρχιζε μέ τό γεγονός τῆς γεννήσεως τοῦ Ἰωάννη.
Προσπερνώντας ὅμως τά ἄλλα σημεῖα πού σχετίζονται μέ τό θέμα μας —γιατί δέν εἶναι οὔτε τῆς ἡμέρας, οὔτε τῆς δυνατότητάς μας— ἄς ἔρθουμε ἀμέσως σ’ αὐτό πού μᾶς ἐνδιαφέρει ἄμεσα.
θ’.— Καί συνέβη, ὅπως λέει ὁ ἱερός εὐαγγελιστής, τό ἑξῆς: «Μόλις ἄκουσε ἡ Ἐλισάβετ τό χαιρετισμό τῆς Μαρίας, σκίρτησε ἀπό χαρά μέσ’ τήν κοιλιά της τό βρέφος» (Λουκ. 1, 41).
Ὤ Ἰωάννη, μακαριστό βρέφος, ἀκοίμητο ἔμβρυο! Ἐνῶ ἀκόμα βρισκόσουν στήν κοιλιά τῆς μητέρας σου, πῶς ἔνιωσες τί γίνεται στόν κόσμο; Ἐνῶ ἀκόμα δέν εἶχες τελειωθεῖ πῶς παρουσιάζεσαι ὑπερτέλειος; Πῶς ἔξι μόλις μηνῶν ἔμβρυο, ἐκφράστηκες σάν σοφός γέροντας; Πῶς χωρίς ἀκόμα νά μπορεῖς νά διανοηθεῖς φάνηκες τόσο συνετός; Πῶς μίλησες μέ τόση εὐφράδεια, ἐνῶ ἀκόμα δέν μποροῦσες νά ἀρθρώσεις λέξη; Πές μας, πές μας λοιπόν, πῶς ἐνῶ βρισκόσουν ἀκόμη στή σκοτεινή χώρα τῶν μητρικῶν σπλάχνων, χωρίς νά βλέπεις, χωρίς ν’ ἀκοῦς, χωρίς νά ἔχεις ἀρθρώσει ἀκόμα μιά λέξη, χωρίς νά ἔχεις κάνει ἀκόμα οὔτε ἕνα βῆμα, χωρίς νά ἔχεις ἀκόμα σκάσει τό πρῶτο χαριτωμένο παιδικό χαμόγελο, πῶς βλέπεις τόσο καθαρά ὅσα δέν μποροῦν νά δοῦν οἱ ἄνθρωποι; Πῶς ἔχεις μιά τόσο σοφή γνώση; Πῶς θεολογεῖς; Πῶς σκιρτᾶς χαρούμενα; Γιατί χαίρεσαι τόσο πολύ; Ἀπάντησέ μας, ἀπάντησέ μας, πανθαύμαστε!
Μεγάλο, λέει, τό μυστήριο πού συντελεῖται καί δέν μπορεῖ νά τό συλλάβει νοῦς ἀνθρώπινος αὐτό πού διαδραματίζεται. Ἄν καί εἶμαι ἁπλός ἄνθρωπος ἐπιτελῶ παράδοξα πράγματα, γιά νά φανερώσω Ἐκεῖνον πού πρόκειται ὡς Θεάνθρωπος νά ὑπερβεῖ τούς ὅρους τῆς φύσης. Βλέπω μολονότι εἶμαι ἀκόμα ἔμβρυο, γιατί αἰσθάνομαι κοντά μου νά κυοφορεῖται ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης. Ἔχω τή δυνατότητα νά ἀκούω ἐπειδή γνωρίζω πολύ καλά τά πάντα καί ἐπειδή γεννιέμαι γιά νά εἶμαι ἡ φωνή τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Κράζω μέ ὅλη μου τή δύναμη, γιατί νιώθω νά σαρκώνεται ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Πατρός. Σκιρτάω, γιατί αἰσθάνομαι νά παίρνει ἀνθρώπινη μορφή ὁ Ποιητής ὅλης τῆς κτίσης. Χαίρομαι μέ ὅλη μου τήν ψυχή, γιατί λογίζομαι ὅτι σαρκώνεται ὁ Λυτρωτής τοῦ κόσμου. Σᾶς ἀναγγέλλω τήν ὥρα πού ὁ Θεός ἔρχεται σάν ἄνθρωπος στόν κόσμο. Τρέχω μπροστά, πρίν φτάσει Ἐκεῖνος ἀνάμεσά σας, σάν κορυφαῖος τοῦ δοξολογικοῦ χοροῦ σας καί σάν τόν Δαυίδ λοιπόν σᾶς παραγγέλλω προφητικά: Ἀρχίστε τό τραγούδι, πάρτε καλόηχο τύμπανο, ψαλτήρι καί κιθάρα. Τραγουδῆστε, ψάλτε γι’ Αὐτόν, ὑμνεῖστε ὅλο του τό μεγαλεῖο πού βρίσκεται σέ ὅσα θαυμάσια ἐπιτελεῖ.
Γ.— Ἄρα λοιπόν Ἰωάννη, σηκώθηκες πάνω ἀπ’ τά ἐπίγεια καί ἀξιώθηκες νά ἀντικρύσεις τά οὐράνια; Ξεπέρασες καί αὐτές τίς ἀγγελικές δυνάμεις πού ὑπῆρχαν πρίν ἀπό τή δημιουργία τοῦ ὁρατοῦ κόσμου; Πῶς λοιπόν τιμήθηκες μέ τό ἀξίωμα τῶν ἀγγελικῶν ταγμάτων, ἐνῶ δέν πλάστηκες ἄγγελος; Καί πῶς ἀγέννητος ἀκόμα, μᾶς ἐμήνυσες καί μᾶς προανάγγειλες μέ ἄμεση θεϊκή ἔμπνευση ἐκεῖνο πού καί γιά τούς ἀγγέλους ἀκόμα ἦταν ἄγνωστο καί ἀδίδακτο;
Δέν προσπάθησα ν’ ἀνέβω σέ φανταστικά ὕψη. Οὔτε περπάτησα πάνω στά σύννεφα, οὔτε ξεπέρασα τούς οὐρανούς, οὔτε ἀνέβηκα πιό ψηλά ἀπό τίς τάξεις τῶν φλογερῶν καί ἀσώματων ἀγγέλων. Κανένας ἄς μή φανταστεῖ κάτι τέτοιο. Ἀλλά μάθετε ὅτι Αὐτός πού βρίσκεται πάνω ἀπ’ ὅλα καί μένει στούς Πατρικούς κόλπους μαζί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, χωρίς νά χωριστεῖ ἀπό τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα διέφυγε τήν προσοχή —καί αὐτῶν ἀκόμα τῶν πύρινων λειτουργῶν του— καί εἰσῆλθε στή μήτρα τῆς «ἀειπαρθένου» Μαρίας, σάν σέ ἄλλο οὐρανό. Αὐτός λοιπόν, μοῦ φανερώθηκε καί μέ μύησε σ’ αὐτά τά θεϊκά μυστήρια. Εἶμαι λοιπόν κήρυκας τοῦ βρέφους. Διαλαλῶ ὅτι «γεννήθηκε παιδί γιά χάρη μας καί μᾶς δόθηκε σάν δῶρο Αὐτός πού εἶναι ὁ προαιώνιος Θεός», ὅπως λέει καί ὁ μεγάλος προφήτης Ἡσαΐας (Ἡσ. 9, 6). Γεννήθηκα ἀπό μήτρα στείρα, γιατί πρόκειται νά γεννηθεῖ παιδί ἀπό μάνα παρθένο. Πόσο ὑπερφυσικά πράγματα, πόσο παράδοξα θαύματα εἶναι αὐτά, πού χαρούμενα μᾶς μηνύει σήμερα τό ἀγέννητο ἀκόμα βρέφος! Πόσο πρωτοφανῆ μηνύματα θεολογώντας μᾶς προανάγγειλε ὁ γιός τῆς Ἐλισάβετ;
Σκίρτησε ἀπό χαρά λοιπόν ὁλόκληρη ἡ οἰκουμένη, ψάλλε καί ὕμνησε Ἐκκλησία, τά προεόρτια πανηγυρίζοντας, πρίν ἀπό τή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, τά γενέθλια τοῦ Ἰωάννη. Γέμισε ἀπό χαρά ὁλόκληρη ἡ κτίση, καθώς δέχεσαι τό μαντατοφόρο τῆς Σαρκώσεως τοῦ βασιλιά τῶν πάντων.
ια’.— Μακαριστέ Ἰωάννη, πού εἶσαι μεγαλύτερος ἀκόμα καί ἀπό τούς πιό ἔνδοξους προφῆτες, ὁ πιό ἐπιφανής ἀπό τούς ἀποστόλους, ὁ πιό ἀξιοτίμητος ἀπ’ ὅλους τούς μεγαλομάρτυρες, ὁ κοσμημένος μέ θεία κάλλη ἀρχηγός τῶν ἐρημιτῶν, ὁ ἀγαπημένος φίλος τοῦ πάγκαλου Νυμφίου, τό ἑτοιμασμένο λυχνάρι πού λάμπει τό φῶς ἐκεῖνο, πού μέ λόγια δέν μπορεῖ νά περιγραφεῖ, ὁ ἔμπιστος κήρυκας τοῦ ἄμωμου Ἀμνοῦ, ὁ προσεκτικός ἀκροατής τῆς πατρικῆς φωνῆς, ὁ φημισμένος Βαπτιστής τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἀτρόμητος ἔλεγχος τῆς ἁμαρτίας τοῦ Ἡρώδη, ὁ προάγγελος τῆς ζωῆς γιά ὅσους βρίσκονταν στόν Ἅδη, ἡ σάλπιγγα πού σημαίνει τά θεϊκά προστάγματα στήν οἰκουμένη, μίλησέ μας καί τώρα ἀπό τόν οὐρανό, μέ τίς ἱερές πρεσβεῖες σου καί τίς εὐχές τοῦ μακαριστοῦ πνευματικοῦ πατέρα μου καί δεῖξε τήν εὐμένειά σου στό λαό καί στό μικρό σου ποίμνιο πού σέ ὑμνεῖ, συγχωρώντας ταυτόχρονα τό τολμηρό ἐπιχείρημα ἑνός φτωχοῦ, πού στό προσφέρει ὄχι σάν δῶρο, ἀλλά σάν ταπεινό χρέος καί φόρο πού ὀφείλεται ἀπό τιποτένιο δοῦλο, πού προσφέρεται ὅμως μέ πόθο ψυχῆς.
Στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό πρέπει ἡ δόξα, ἡ τιμή καί ἡ προσκύνηση, καθώς καί στόν Παντοκράτορα Πατέρα καί στό Πανάγιο Πνεῦμα, τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ἀπό τό βιβλίο: «Θεϊκό Λυχνάρι, ὁ Τίμιος Πρόδρομος»
Ἐκδόσεις ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ
Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου Καρέα