ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Κυριακή, Ιανουαρίου 19, 2020

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΤΟΥ ΑΙΓΥΠΤΙΟΥ(+19 Ιανουαρίου)


Ο αββάς Πέτρος διηγήθηκε για τον άγιο Μακάριο ότι πήγε κάποτε σε κάποιον αναχωρητή και τον βρήκε άρρωστο. Τον ρώτησε τι θα ήθελε να φάει, γιατί στο κελλί του δεν υπήρχε τίποτε. Και όταν εκείνος του είπε «παστέλι», δεν δίστασε ο γενναίος να πάει στην Αλεξάνδρεια και να φέρει στον άρρωστο. Και αυτό το θαυμαστό γεγονός δεν το πήρε είδηση κανείς.
Ο αββάς Πέτρος είπε επίσης ότι, καθώς ο αββάς Μακάριος φερόταν με ακακία σε όλους τους αδελφούς, κάποιοι τον ρώτησαν: «Γιατί κάνεις έτσι;» Εκείνος αποκρίθηκε: «Δώδεκα χρόνια υπηρέτησα τον Κύριό μου, για να μου δώσει το χάρισμα αυτό, και όλοι με συμβουλεύετε να το αποβάλω;»
Έλεγαν για τον αββά Μακάριο ότι, αν ποτέ τύχαινε να βρεθεί μαζί με αδελφούς, έβαζε όρο στον εαυτό του: «Αν υπάρχει κρασί, πιες για χάρη των αδελφών. Και για κάθε ένα ποτήρι κρασί μία μέρα να μην πιεις νερό». Οι αδελφοί λοιπόν του έδιναν, για να τον ευχαριστήσουν, και ο γέροντας το έπαιρνε με χαρά, για να βασανίσει τον εαυτό του. Ο μαθητής του όμως, που ήξερε τι συμβαίνει, έλεγε στους αδελφούς: «Για το όνομα του Κυρίου, μην του δώσετε· διαφορετικά, στο κελλί θα βασανίζει τον εαυτό του». Όταν οι αδελφοί το έμαθαν, έπαψαν να του δίνουν.
Ήταν κάποιος στην Αίγυπτο που είχε γιο παράλυτο και τον έφερε στο κελλί του αββά Μακαρίου, όπου τον άφησε μπροστά στην πόρτα να κλαίει και έφυγε μακριά. Σκύβοντας λοιπόν ο γέροντας έξω, είδε το παιδί και το ρώτησε: «Ποιος σε έφερε εδώ;» «Ο πατέρας μου με έριξε εδώ και έφυγε», απάντησε εκείνο, και ο γέροντας του είπε: «Σήκω να τον προλάβεις». Και αμέσως έγινε καλά και σηκώθηκε και έφτασε τον πατέρα του, και έτσι πήγαν στο σπίτι τους.
Κάποτε ἐκεῖ ποὺ περπατοῦσε συνάντησε δύο νέους διαφορετικοῦ φύλου νὰ περιπτύσσονται καὶ νὰ ἀσπάζονται περιπαθῶς ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Ὁ ὅσιος ἀντὶ νὰ τοὺς κατακρίνη, ἐλεεινολόγησε τὸν ἑαυτὸ τοῦ λέγοντας: «Ἐσὺ ἄθλιε ἔχεις τόση ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστὸ ὅσην ἔχουν αὐτὰ τὰ παιδιὰ μεταξύ τους;». Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ταπεινώθηκε, ἀλλὰ καὶ τὴν κατάκριση ἀπέφυγε.
Ὁ Ὅσιος Παλλάδιος διηγεῖται γιὰ τὸν Ἅγιο Μακάριο, ὅτι τότε κάποιος κολασμένος ζήτησε σὲ σατανικὸ ἔρωτα κάποια σώφρονα κοπέλα καὶ ἐπειδὴ ἐκείνη δὲν δέχθηκε, τὴν ἔκαμε μὲ διαβολικὰ μάγια νὰ φαίνεται στοὺς ἀνθρώπους σὰν φοράδα. Οἱ γονεῖς τοῦ κοριτσιοῦ αὐτοῦ ἦλθαν στὸν Ἅγιο Μακάριο καὶ τοῦ εἶπαν.
— Αὐτὴ ἡ φοράδα ποῦ φέραμε ἐδῶ καὶ Βλέπεις ἦταν κόρη μας, ἀλλὰ ἀπὸ τὰ μάγια κάποιου ἀνθρώπου, μεταμορφώθηκε σ’ αὐτὴ τὴ μορφή. Σὲ παρακαλοῦμε λοιπὸν νὰ παρακαλέσεις
τὸν Κύριο καὶ νὰ τὴν μετατρέψεις στὴν προηγούμενη μορφή.
Ὁ δὲ Ὅσιος ἀπάντησε:
— Ὅσο γιὰ μένα, ἐγὼ τὴν βλέπω γυναίκα καὶ ὅτι φοράδα, ὅπως μου λέτε. Αὐτὴ δὲ ἡ μορφὴ ποὺ βλέπετε δὲν εἶναι στὸ σῶμα της, ἀλλὰ μόνον στοὺς ὀφθαλμούς σας ἀπὸ τὴ συνεργεία τοῦ δαίμονα.
Ἀφοῦ τοὺς εἶπε αὐτά, πῆρε τὴν κόρη τους στὸ κελί του καὶ ἀφοῦ προσευχήθηκε, τὴν ἔχρισε μὲ ἅγιο ἔλαιον, καὶ ἀπὸ ἐκείνην τὴν στιγμὴ ἐφαίνετο πάλι σ’ ὅσους τὴν ἔβλεπαν σαν
γυναίκα, ἐπειδὴ μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ Ἁγίου Μακαρίου ἐξηφανίσθη ἡ μαγεία. Μετὰ ἀφοῦ ἔγινε καλὰ ἡ κοπέλα ὁ Ἅγιος της ἔδωσε τὴν ἕξης συμβουλή:
— Παιδί μου, μὴ λείπεις ἀπὸ τὴν Κοινωνία τῶν Μυστηρίων τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ νὰ κοινωνεῖς συνετῶς, διότι αὐτὴ ἡ διαβολικὴ ἐνέργειά σου συνέβη, ἐπειδὴ δὲν μετέλαβες γιὰ πέντε
συνεχεῖς ἑβδομάδες καὶ ὡς ἐκ τούτου βρῆκε εὐκαιρία ὁ διάβολος καὶ σὲ πείραξε.
Κάποιοι ρώτησαν τον αββά Μακάριο: «Πώς πρέπει να προσευχόμαστε;» Ο γέροντας τούς αποκρίθηκε: «Δεν χρειάζεται να φλυαρούμε, αλλά να υψώνουμε τα χέρια και να λέμε· “Κύριε, όπως θέλεις και όπως γνωρίζεις, ελέησέ με”. Αν πάλι περιμένουμε πόλεμο –δηλαδή πειρασμό–, να λέμε· “Κύριε, βοήθησέ με”. Και αυτός γνωρίζει αυτά που μας συμφέρουν και θα μας ελεήσει».
Έλεγαν για τον αββά Μακάριο ότι, αν πήγαινε σε αυτόν κάποιος αδελφός με δέος, σαν σε άγιο και μεγάλο γέροντα, δεν του έλεγε τίποτε. Αν όμως κανείς από τους αδελφούς τού έλεγε, σαν να ήθελε να τον προσβάλει: «Αββά, τότε που ήσουν καμηλιέρης και έκλεβες νίτρο και το πουλούσες, δεν σε έδερναν οι φύλακες;», αν λοιπόν του έλεγε τέτοια, ο γέροντας τού μιλούσε με χαρά επάνω σε ό,τι τον ρωτούσε.
Έλεγαν για τον αββά Μακάριο τον Αιγύπτιο ότι κάποτε ανέβαινε από τη Σκήτη στο όρος της Νιτρίας, και όταν πλησίασε στον τόπο, είπε στον μαθητή του: «Προχώρησε λίγο». Καθώς ο αδελφός προχώρησε, συνάντησε κάποιον ιερέα των ειδωλολατρών και άρχισε να του φωνάζει: «Ε, ε, δαίμονα, πού τρέχεις;» Εκείνος γύρισε, του έδωσε δυνατά χτυπήματα και, αφήνοντάς τον μισοπεθαμένο, πήρε το ραβδί και έφυγε τρέχοντας.
Λίγο παρακάτω τον συνάντησε ο αββάς Μακάριος να τρέχει και του είπε: «Είθε να σωθείς· είθε να σωθείς, ταλαίπωρε!» Έκπληκτος εκείνος, τον πλησίασε και είπε: «Τι καλό είδες σ’ εμένα και με χαιρέτησες;» Ο γέροντας του αποκρίθηκε: «Σε είδα που κουράζεσαι, και δεν ξέρεις ότι στα χαμένα κοπιάζεις». Εκείνος συνέχισε: «Εγώ συγκινήθηκα που με χαιρέτησες και κατάλαβα ότι είσαι άνθρωπος του Θεού. Ένας άλλος όμως κακός μοναχός που με συνάντησε, με έβρισε, και εγώ τον χτύπησα μέχρι θανάτου». Ο γέροντας κατάλαβε ότι εννοεί τον μαθητή του. Στη συνέχεια ο ιερέας έπεσε στα πόδια του γέροντα και είπε: «Δεν θα σε αφήσω, αν δεν με κάνεις μοναχό». Πήγαν έπειτα στο σημείο όπου ήταν πεσμένος ο μοναχός, τον σήκωσαν και τον έφεραν στην εκκλησία του όρους. Όταν οι αδελφοί είδαν τον ιερέα μαζί του, έμειναν κατάπληκτοι· στη συνέχεια τον έκαναν μοναχό, και πολλοί ειδωλολάτρες έγιναν εξαιτίας του χριστιανοί.
Έλεγε λοιπόν ο αββάς Μακάριος ότι ο λόγος ο κακός και τους καλούς τους κάνει κακούς, ενώ ο καλός λόγος και τους κακούς τους κάνει καλούς.
Έλεγαν για τον αββά Μακάριο ότι κατά την απουσία του μπήκε ληστής στο κελλί του. Επιστρέφοντας αυτός στο κελλί, βρήκε τον ληστή να φορτώνει στην καμήλα τα πράγματά του. Μπήκε λοιπόν και αυτός στο κελλί και άρχισε να παίρνει πράγματα και να τα φορτώνει στην καμήλα μαζί μ’ εκείνον. Όταν πια τη φόρτωσαν, άρχισε ο ληστής να χτυπά την καμήλα για να σηκωθεί, αυτή όμως δεν σηκωνόταν. Βλέποντας ο αββάς Μακάριος ότι η καμήλα δεν σηκώνεται, μπήκε στο κελλί, βρήκε ένα μικρό σκαλιστήρι, το πήρε και το έβαλε και αυτό επάνω της λέγοντας: «Αδελφέ, αυτό γυρεύει η καμήλα». Και χτυπώντας την με το πόδι ο γέροντας είπε: «Σήκω!» Η καμήλα αμέσως σηκώθηκε, περπάτησε λίγο, για τον λόγο του γέροντα, και κάθισε πάλι. Και δεν ξανασηκώθηκε, μέχρι που ξεφόρτωσαν όλα τα πράγματα, και τότε έφυγε.
Ο αββάς Μακάριος διηγήθηκε: «Μια φορά, όταν ήμουν νέος, ένιωσα ακηδία στο κελλί μου και βγήκα στην έρημο, λέγοντας στον λογισμό μου· “Όποιον συναντήσεις, ρώτησέ τον, για να ωφεληθείς”. Βρήκα ένα παιδί που έβοσκε βόδια και το ρώτησα· “Τι να κάνω, παιδάκι μου, που πεινώ;” Εκείνο μου αποκρίθηκε· “Να φας”. “Έφαγα και πάλι πεινώ”, είπα. Το παιδί μού απάντησε· “Πάλι να φας”. Εγώ συνέχισα· “Πολλές φορές έφαγα, και πάλι πεινώ”. Τότε μου είπε· “Μήπως είσαι γάιδαρος, αββά, και όλο θέλεις να τρως;” Ωφελήθηκα από την απάντηση και έφυγα».
Ὁ ἅγιος Μακάριος, βαδίζοντας στὴν ἔρημο, ξέθαψε κατὰ λάθος μὲ τὸ ραβδὶ τοῦ ἕνα κρανίο. Ἔσκυψε λοιπόν, τὸ ἔθαψε μὲ σεβασμὸ καὶ προσευχήθηκε γιὰ τὸν ἄνθρωπο, στὸν ὁποῖο ἀνῆκε. Τότε τοῦ ἐμφανίστηκε ἡ ψυχὴ καὶ τὸν πληροφόρησε ὅτι, ὅταν ζοῦσε, ἦταν λάτρης τῶν δαιμόνων (ἱερέας τῆς Ἴσιδος) καὶ τώρα βρισκόταν στὴν κόλαση. «Καὶ πῶς εἶναι ἐκεῖ;» ρώτησε ὁ ἅγιος. «Τὰ πάντα βρίσκονται μέσα στὴ φωτιὰ» ἀπάντησε ἡ ψυχή. «Κι ἐμεῖς εἴμαστε δεμένοι πλάτη μὲ πλάτη. Ὅμως, ὅταν ἐσὺ προσεύχεσαι γιὰ μᾶς, βλέπουμε λίγο ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, ὅση ὥρα διαρκεῖ ἡ προσευχή».
Ξέρουμε ἀπὸ τοὺς ἁγίους χριστιανοὺς διδασκάλους ὅτι ἡ φωτιά, ποὺ ἀνέφερε ἡ ψυχή, εἶναι τὸ Φῶς τοῦ Θεοῦ, στὸ ὁποῖο λούζονται τὰ πάντα στὸν ἄλλο κόσμο. Ἡ αἴσθηση ποὺ βιώνουν ἀπὸ Αὐτὸ τὸ Φῶς ἐκεῖνοι ποὺ τὸ βλέπουν μέσα ἀπὸ τὴν παραμόρφωση τοῦ ἐγωισμοῦ εἶναι αὐτὸ ποὺ περιγράφεται ὡς «πῦρ τῆς κολάσεως».
Ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος ἦταν τόσο καλός, ὥστε, ὅταν μιὰ νέα γυναίκα ποὺ εἶχε μείνει ἔγκυος ἀπὸ κάποιον κρυφὸ ἐραστή, τὸν συκοφάντησε ὅτι τὸ παιδὶ ἦταν δικό του, ἐκεῖνος τὸ δέχτηκε, ὑπέμεινε κάθε εἴδους προσβολὲς ἀπὸ τὸν πληθυσμὸ ἐκείνου τοῦ τόπου καὶ ἄρχισε νὰ δουλεύει διπλάσια, γιὰ νὰ συντηρήσει καὶ τὴ γυναίκα μὲ τὸ παιδί της. Καί, ὅταν ἀργότερα ἀποκαλύφθηκε ἡ συκοφαντία, ἔφυγε κρυφὰ καὶ δὲ ζήτησε ποτὲ τὸ δίκιο του.
[Απάνθισμα από το Διαδίκτυο].

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΩΣ(+19 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)


Ἡ μεγάλη καὶ ὑπεράνθρωπη ἄσκησή του τὸν ἔκαμε ἀπαθῆ ἀλλὰ καὶ ἀγαπητὸ στὸ Θεὸ ποὺ τοῦ ἔδωσε πολλὰ χαρίσματα. καὶ τὴ δύναμη τῆς θαυματουργίας νὰ διώχνει τοὺς δαίμονες ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Γιὰ τοῦτο μιὰ μέρα τὸ πνεῦμα τῆς κενοδοξίας, γιὰ νὰ τὸν βγάλει ἀπὸ κελί του καὶ νὰ τὸν ρίξει, τοῦ ἔβαλε τὸ λογισμὸ νὰ πάει στὴ Ρώμη νὰ θεραπεύσει τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ὑπέφεραν ἀπὸ διάφορες ἀσθένειες. Ἔτσι μέρα νύχτα τὸν ἐβίαζεν ἀσταμάτητα ὁ δαίμονας διὰ τοῦ λογισμοῦ, ἀλλὰ ὁ ἅγιος ἐναντιονώταν καὶ δὲν ἤθελε νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ κελί του. Ξάπλωσε κάτω στὴ γῆ κοντὰ στὴ θύρα καὶ ἅπλωσε τὰ πόδια του πρὸς αὐτὴ λέγοντας: σύρετέ με δαίμονες, γιατί ἐγὼ δὲ βγαίνω νὰ πάω σὲ ἄλλο μέρος προτιμῶ νὰ εἶμαι ἐδῶ ξαπλωμένος παρὰ νὰ σᾶς ἀκολουθήσω. Κατὰ τὸ βράδυ σηκώθηκε, ἀλλὰ πάλιν ὁ λογισμὸς τὸν ἐνοχλοῦσε.
Τότε γέμισε ἕνα ζεμπίλι δυὸ μόδια ἄμμο καὶ φορτώνοντάς το στὴ ράχη του γύριζε μέσα στὴν ἔρημο γιὰ νὰ περνᾶ ὁ λογισμός. Σ’ αὐτὴ τὴ κατάσταση τὸν συνάντησε ὁ Εὐσέβιος ὁ Ἀντιοχέας, ὁ λεγόμενος κοσμήτωρ καὶ τὸν ρώτησε. τί σηκώνεις, Ἀββᾶ, ἄφησε νὰ πάρω ἐγὼ τὸ φορτίο, δὲν κάνει γιὰ σένα νὰ βασανίζεσαι. Καὶ ὁ Ὅσιος ἀπάντησε. Ἐγὼ βασανίζω ἐκεῖνον ποὺ μὲ βασανίζει, γιατί ἂν μείνω ἥσυχος θὰ μὲ δουλώσει σὲ δρόμους ξενιτειᾶς. ΄Ἔτσι μὲ τὸν τρόπο αὐτό, τοῦ βασανισμοῦ τοῦ σώματος, καταπαυσε τὸ λογισμὸ τῆς ἀναxώρησης.
Μιὰ ἄλλη φορά ὁ Ἀββᾶς αὐτὸς πεθύμησε νὰ φάει σταφύλια φρέσκα. τὴν ὥρα ἐκείνη κάποιος ἀδελφὸς ἔτυχε νὰ τοῦ στείλει ὡραία καὶ φρέσκα σταφύλια. ΄Ὅμως γιὰ νὰ βασανίσει τὴν ὄρεξή του τὰ πῆρε καὶ τὰ ἔδωσε σὲ ἄλλο ἀδελφὸ ποὺ ἦταν ἄρρωστος στὸ στρῶμα καὶ εἶχε καὶ αὐτὸς τὴ ἐπιθυμία νὰ φάει σταφύλια, ὁ ὁποῖος ὅταν τὰ εἶδε χάρηκε πολὺ ἀλλά, χωρὶς καθόλου νὰ τὰ ἀγγίσει διάταξε καὶ τὰ ἔδωσαν σὲ ἄλλο ἀδελφό, προσποιούμενος πὼς δὲν τὰ ἐπιθυμοῦσε. Ἄλλα καὶ ὁ ἄλλος ἀδελφός, παρ’ ὅλο ποὺ ἦταν στερημένος ἀπὸ φροῦτα τὰ ἔστειλε σ’ ἄλλον ἀδελφό. Ἔτσι τὰ σταφύλια αὐτὰ ἔκαμαν τὸ γύρο σὲ πολλοὺς ἀδελφοὺς καὶ κανένας δὲν τὰ ἔφαγε καὶ γύρισαν πάλιν στὸ Μακάριο ποὺ ἦταν τὰ εἶδε δόξασε τὸ Θεὸ γιὰ τὴ ἐγκράτεια τῶν ἀδελφῶν, χωρὶς καὶ αὐτὸς νὰ τὰ δεχτεῖ γιὰ τελείαν ταπείvωση τοῦ διαβόλου.

Ὁ Παφνούτιος ὁ μαθητὴς τοῦ ἁγίου Μακαρίoυ μᾶς διηγήθηκε καὶ τὸ ἑξῆς: «Μιὰ μέρα ἐνῶ προσευχόταν στὸ προαύλιο τοῦ κελιοῦ του ἔφθασε μιὰ λύκαινα μὲ τὸ μικρό της ποὺ ἦταν τυφλό. Μὲ τὸ κεφάλι της κτύπησε τὴ θύρα τοῦ κελιοῦ, ἄνοιξε καὶ μπῆκε μέσα ρίχνοντας τὸ μικρό της στὰ πόδια τοῦ ἁγίου. Ὁ δὲ Μακάριος πῆρε τὸ μικρὸ στὰ χέρια του καὶ ἔφτυσε χάμω καὶ μὲ τὸν πηλὸ ἔχρισε τὰ μάτια τοῦ κουταβιοῦ κάνοντας εὐχή. Ἀμέσως ἄνοιξαν τὰ μάτια τοῦ ζώου, τὸ πῆρε ἡ λύκαινα καὶ ἔφυγε. Τὴν ἄλλη μέρα, γύρισε ἡ λύκαινα φέρνοντας στὸ Μακάριο ἕνα μεγάλο δέρμα προβάτου. Τότε ὁ Μακάριος ρώτησε τὴ λύκαινα μήπως ἔφαγε τὸ ζῶο κανενὸς φτωχοῦ καὶ ἔκαμε ἀδικία· ἐγώ, τῆς λέει, δὲν τὸ δέχομαι. Τὸ ζῶο ἔσκυβε τὸ κεφάλι καὶ γονάτισε ρίχνοντας τὸ δέρμα στὰ πόδια τοῦ ἁγίου. Ἔγινε ἀρκετὸς διάλογος Μακαρίου καὶ λύκαινας μέχρι ποὺ ἡ λύκαινα ἔπεισε τὸ Μακάριο ὅτι δὲν ἔκαμε καμιὰ ἀδικία καὶ μόνο τότε τὸ δέχτηκε.
Γιὰ τὸ δέρμα ἐκεῖνο, ἔλεγε ἡ Ὁσία Μελανή, ὅτι τὸ πῆρε ἀπὸ τὸ Μακάριο καὶ τὸ ὀνόμασε «δῶρο τῆς λύκαινας». Καὶ δὲν εἶναι παράδοξο γιὰ ἕνα δοῦλο τοῦ Θεοῦ, ποὺ σταύρωσε τὸν ἑαυτό του γιὰ τὸν κόσμο καὶ ἔγινε οὐράνιος, νὰ εὐεργετηθεῖ ἀπὸ ἕνα ἄγριο ζῶο. Ἐκεῖνος ποὺ ἔδωκε διαταγὴ στὰ λιοντάρια νὰ φυλάξουν σῶο το Δανιήλ, ἔδωσε καὶ τὴ σύνεση στὴ λύκαινα νὰ καταφύγει στὸν ἅγιο Μακάριο.
Πρέπει, νομίζω, πρὶν τελειώσω νὰ περιγράψω καὶ τὸ εἶδος τοῦ ἁγίου καθὼς τὸν εἶδα ὁ ἴδιος μὲ τὰ μάτια μου. Ἦταν λίγο κυρτὸς καὶ μὲ πολὺ λίγο γένι, γιατί ἀπὸ τὴ μεγάλη ἄσκηση δὲ φύτρωναν οἱ τρίχες.
Μιὰ μέρα ἀνάφερα στὸν Ὅσιο ὅτι βρίσκoμαι σὲ μεγάλη ἀμέλεια καὶ μὲ συγχύζουν οἱ λογισμοί μου καὶ μοῦ λέγουν ὅτι ἐσὺ ἐδῶ δὲν κατορθώνεις τίποτα, τί κάθεσαι; Φεῦγε ἀπὸ τὸν τόπον αὐτό. Καὶ μοῦ ἀπάντησε. Ὅταν σοῦ ἔρχονται τέτοιοι λογισμοὶ γιὰ φυγή, λέγε σ’ αὐτοὺς ὅτι ἐγὼ γιὰ τὸ Χριστὸ μένω καὶ φυλάγω τοὺς τοίχους τούτους.



Από το Λαυσαϊκόν

Σάββατο, Ιανουαρίου 18, 2020

Κατά Ειδώλων( απόσπασμα)


Αυτόν που προσκυνούμε και κηρύσσουμε, αυτός είναι
ο μόνος αληθινός Θεός· είναι ο Κύριος όλου του σύμπαντος και
δημιουργός κάθε πλάσματος.
Ποιός άλλος λοιπόν είναι αυτός παρά ο πανάγιος και υπερβατικός, πέρα
από κάθε δημιουργημένη φύση, ο Πατέρας δηλαδή του Χριστού; Αυτός,
σαν άριστος κυβερνήτης, με τη σοφία του και τον Υιό και Λόγο του Κύριό
μας Ιησού Χριστό, όλα τα εξουσιάζει και προνοεί
για τη σωτηρία τους· ενεργεί όπως Αυτός θεωρεί ότι είναι καλά.
Και είναι όλα καλά, όπως δημιουργήθηκαν και δημιουργούνται, επειδή
Εκείνος αυτό θέλει. Αυτό κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει. Διότι, αν
η κτίση κινούνταν όχι με λογική βούληση κι όλα ήταν τυχαία,
καλά θα έκανε κάποιος ν' αμφισβητούσε αυτά που λέμε. Αφού όμως όλα έχουν
συσταθεί και διακοσμηθεί με λογική, σοφία και γνώση, υποχρεωτικά αυτός
που στέκεται από πάνω τους και τα προνοεί δεν είναι άλλος παρά ο Υιός
και Λόγος του Θεού.
Λόγο ονομάζω όχι αυτόν που είναι συνυφασμένος και σύμφυτος με κάθε
δημιούργημα, τον οποίο συνήθως ορισμένοι ονομάζουν σπερματικό· αυτός
είναι άψυχος, χωρίς λογική και νόηση· ενεργεί με τη δύναμη της τέχνης που
έρχεται απέξω και με τη σοφία εκείνου που τον εξουσιάζει. Ούτε είναι σαν
το λόγο που έχουν οι λογικοί άνθρωποι και αποτελείται από συλλαβές και
μεταδίδεται με τον αέρα.
Ονομάζω Λόγο τον ζωντανό και ενεργή Θεό, τον αίτιο της υπάρξεώς του,
το Λόγο του αγαθού Θεού· Αυτός διαφέρει από κάθε δημιούργημα και
κτιστό· είναι ο μόνος όμοιος Λόγος του αγαθού Πατέρα του· Αυτός
στόλισε το σύμπαν και το φωτίζει με την πρόνοιά του. Επειδή είναι του
καλού Πατέρα ο καλός Λόγος, αυτός διαρρύθμισε την τάξη όλων·
προσάρμοσε τα αντίθετα μεταξύ τους κι έτσι προέκυψε μία όμορφη αρμονία.
Αυτός είναι η δύναμη και η σοφία του Θεού· περιστρέφει τον ουρανό,
κρέμασε τη γη και, ενώ δεν στηρίζεται πουθενά, με το νεύμα του τη
στερέωσε. Απ' Αυτόν παίρνει φως ο ήλιος και φωτίζει την οικουμένη,
ενώ δίνει λιγοστό φως και στη σελήνη. Αυτός κρεμά το νερό στα σύννεφα
και οι βροχές κατακλύζουν τη γη· η θάλασσα περιορίζεται ενώ η γη
φυτρώνει κάθε είδους φυτά και βλαστάνει χόρτο.
Αν κάποιος άπιστος, μετά απ' όσα είπαμε, ζητεί να μάθει αν υπάρχει ο
Υιός και Λόγος του Θεού, αυτός δεν είναι καλά που αμφιβάλλει! Έχει τις
αποδείξεις απ' όσα βλέπει· όλα δημιουργήθηκαν από το Λόγο και τη
Σοφία του Θεού. Δεν θα στεκόταν κανένα δημιούργημα, αν δεν το έκανε
ο Λόγος, ο Υιός και Λόγος του Θεού, όπως είπαμε.
Είναι Λόγος, όπως είπα, χωρίς να έχει σχέση και ομοιότητα με τον
ανθρώπινο λόγο που συνίσταται από συλλαβές· αλλά είναι καθ' όλα όμοια
εικόνα του Θεού Πατέρα. Διότι οι άνθρωποι, επειδή αποτελούνται από
διάφορα μέρη και προήλθαν από το μηδέν, έχουν σύνθετο λόγο που διαλύεται.
Ο Θεός όμως είναι ο πάντοτε υπάρχων και δεν είναι σύνθετος·
γι' αυτό και ο Λόγος του υφίσταται πάντα και δεν είναι σύνθετος.
Ο Λόγος είναι ο ένας και μονογενής Υιός Θεός του Θεού Πατέρα· προήλθε
από τον Πατέρα σαν από αγαθή πηγή· προνοεί και συγκρατεί τα πάντα.
Η αιτία πάλι για την οποία ο Λόγος του Θεού ήλθε στα δημιουργήματα,
είναι όντως αξιοθαύμαστη· μας πληροφορεί ότι μόνο έτσι, όπως συνέβη,
έπρεπε να γίνει και όχι αλλιώς.
Διότι, η φύση των δημιουργημάτων, επειδή προήλθε από την ανυπαρξία,
είναι επιρρεπής, αδύναμη και θνητή, όπως το πιστοποιεί η εξέτασή της.
Ο Θεός όμως των δημιουργημάτων είναι αγαθός και πάνω από καλός στη
φύση του· γι' αυτό και αγαπά τους ανθρώπους, επειδή στον αγαθό δεν
υπάρχει φθόνος για τίποτε. Δεν φθονεί την ύπαρξη των άλλων, αλλά θέλει όλοι να υπάρχουν, για να μπορεί να τους ευεργετεί.
Ο Θεός, λοιπόν, βλέπει ότι κάθε δημιούργημα μόνο με τις δικές του λογικές
δυνάμεις είναι θνητό και διαλύεται· και για να μην πάθει πάλι το ίδιο και χαθεί στην ανυπαρξία το σύμπαν, που το έπλασε με τον αιώνιο Λόγο του
και το έδωσε ουσία, δεν άφησε πλέον τα δημιουργήματά του να
παρασύρονται και ταλαιπωρούνται από τη θνητή φύση τους· έτσι ώστε
να μην κινδυνεύουν να έλθουν πάλι στην ανυπαρξία.
Αλλά ο Θεός, ως αγαθός που είναι, με το Λόγο του, που είναι κι αυτός Θεός,
κυβερνά και φροντίζει όλο τον κόσμο· με την εξουσία, την πρόνοια και τη
φροντίδα του Λόγου φωτίζει τη κτίση να μένει σταθερή στη ζωή· διότι
μετέχει στον αίτιο της ύπαρξης, το Λόγο του Πατέρα, που τη βοηθεί να
παραμένει κι αυτή στην ύπαρξη. Έτσι δεν παθαίνει εκείνο που θα πάθαινε,
αν δεν την συγκρατούσε ο Λόγος, δηλαδή να οδηγηθεί στην ανυπαρξία·
διότι, «Αυτός είναι εικόνα του αόρατου Θεού, ο πρώτος άνθρωπος απ' όλη
τη δημιουργία για τη Βασιλεία του Θεού· Αυτός και χάρη σ' αυτόν
δημιουργήθηκαν και συντηρούνται όλα, ορατά και αόρατα· Αυτός
αποτελεί τον αρχηγό της Εκκλησίας», όπως μας το λένε στις Άγιες Γραφές
οι Πατέρες που διδάσκουν την αλήθεια.
Αυτός, λοιπόν, ο παντοδύναμος και τέλειος σε όλα Λόγος του Πατέρα στάθηκε πάνω απ' όλα και τα σκέπασε παντού με τη δύναμή του·
έδωσε φως σε όλα, τα ορατά και αόρατα. Έτσι, όλα τα δίνει σύσταση και τα συγκρατεί· από κανένα δεν στερεί την ευεργετική του δύναμη.
Όλα και με όλα, το καθένα χωριστά και όλα μαζί, τα ζωοποιεί και τα προστατεύει.

Αγίου Αθανασίου του Μεγάλου, Κατά Ειδώλων

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ’ ΛΟΥΚΑ: Η θεραπεία των δέκα λεπρών (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)


«Εισερχομένου αυτού (του Ιησού) είς τινα κώμην απήντησαν αυτώ δέκα λεπροί άνδρες, οι έστησαν πόρρωθεν. και αυτοί ήραν φωνήν λέγοντες- Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς» (Λουκ. ιζ’ 12,13). Ήταν δέκα λεπροί. Είναι φρικτό να βλέπεις ένα λεπρό, πόσο μάλλον να δεις δέκα μαζί. Ένα σώμα καλυμμένο ολόκληρο, από την κορφή ως τα νύχια, με άσπρες κηλίδες, κακοφορμισμένες πληγές, που στην αρχή δημιουργούν φαγούρα κι έπειτα καίνε σαν φλόγα. Ένα σώμα που φθείρεται συνέχεια και λειώνει.
Σύμφωνα με το Νόμο του Μωυσή, στους λεπρούς απαγορευόταν νά ‘ρθουν σ’ οποιαδήποτε επαφή με τους άλλους ανθρώπους. Το ίδιο γίνεται και στις μέρες μας, στις περιοχές όπου κατοικούν λεπροί [*]. Κι οι λεπροί, για να εμποδίσουν τους άλλους ανθρώπους να τους πλησιάσουν, τους φώναζαν από μακριά, με το μοναδικό όνομα που αναφέρεται στο Νόμο γι’ αυτούς: «Ακάθαρτος! Ακάθαρτος!» Αναφέρεται στο Νόμο: «Και ο λεπρός εν ω έστιν η αφή, τα ιμάτια αυτού έστω παραλελυμένα και η κεφαλή αυτού ακάλυπτος, και περί το στόμα αυτού περιβαλέσθω, και ακάθαρτος κληθήσεται» (Λευϊτ. ιγ’ 45). Τα ρούχα του πρέπει να είναι σχισμένα, για να φαίνεται η λέπρα του. Το κεφάλι του να είναι ακάλυπτο, και το στόμα του καλυμμένο, για τον ίδιο λόγο. Και κυρίως έπρεπε να φωνάζουν: «Ακάθαρτος! Ακάθαρτος!» Απομακρύνονταν από τις πόλεις και τα χωριά και ζούσαν χειρότερα κι από τα ζώα, περιφρονημένοι και ξεχασμένοι. Αναφέρεται στο Λευϊτικό: «Ακάθαρτος έσται, κεχωρισμένος καθήσεται, έξω της παρεμβολής αυτού έσται η διατριβή» (Λευϊτ. ιγ’ 46). Τους λογάριαζαν νεκρούς, αλλ’ η μοίρα τους ήταν χειρότερη κι από των νεκρών.
Μια μέρα ο Κύριος Ιησούς, η πηγή της υγείας, του κάλλους και της δύναμης, πέρασε κοντά απ’ αυτά τα ανθρώπινα ράκη, αυτά τα δύσοσμα υπολείμματα της ζωής. Μόλις οι λεπροί κατάλαβαν πως δίπλα τους περνούσε Εκείνος, σήκωσαν τη φωνή τους από μακριά και είπαν: Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάςΠώς γνώριζαν οι ταλαίπωροι αυτοί άνθρωποι για τον Ιησού και τη δύναμη που είχε να τους βοηθήσει, αφού δεν είχαν επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους; Θα πρέπει κάποιος από κείνους που τους άφηνε από μακριά ψωμί στο δρόμο, να τους είχε πληροφορήσει για τα νέα. Η φήμη του νέου θαυματουργού στον κόσμο, που θα μπορούσε να τους ενδιαφέρει, θα πρέπει να είχε φτάσει στ’ αυτιά τους. Όλα τ’ άλλα που γίνονταν στον κόσμο, όπως οι αλλαγές των αρχόντων κι οι πόλεμοι ανάμεσα στα έθνη, η ίδρυση κι η καταστροφή των πόλεων, οι εορταστικές εκδηλώσεις, οι πυρκαγιές κι οι σεισμοί, όλ’ αυτά τους ήταν εντελώς αδιάφορα. Πνιγμένοι μέσα στο πύον, το μόνο που θα σκέφτονταν ήταν η αθλιότητά τους και ίσως Εκείνος που θα μπορούσε να τους απαλλάξει από τις πληγές, τα ράκη και το πύον και να τους ντύσει με το ένδυμα της υγείας. Άκουσαν για τον Κύριο Ιησού και σίγουρα πληροφορήθηκαν κάποιες εξαιρετικές περιπτώσεις, που ο Κύριος θεράπευσε λεπρούς σαν κι εκείνους (βλ. Λουκ. ε 12,13). Θα νοσταλγούσαν λοιπόν τη μοναδική ευκαιρία να βρεθούν μπροστά στον Κύριο.
Κάπου στην άκρη της πεδιάδας της Γαλιλαίας, εκεί που ο δρόμος αρχίζει ν’ ανηφορίζει προς τη Σαμάρεια, τον περίμεναν. Και να που η ευτυχισμένη και μοναδική ευκαιρία που περίμεναν τους πλησίασε, όχι κατά τύχη, αλλά με την πρόνοια του Θεού. Είδαν το Χριστό να περνάει από κει με τους μαθητές Του κι έκραξαν με μεγάλη φωνή: Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς! Γιατί τον ονόμασαν Επιστάτη; Επειδή η λέξη αυτή είναι πιο επιβλητική από το «διδάσκαλος». Επιστάτης δεν είναι μόνο ο διδάσκαλος, αλλά εκείνος που εποπτεύει, που καθοδηγεί, που με τα λόγια, το παράδειγμα και τη μέριμνά Του οδηγεί τους ανθρώπους στο δρόμο της σωτηρίας. Γιατί τότε δεν τον ονόμασαν «Κύριο», που είναι ακόμα πιο επιβλητική λέξη από το «επιστάτης»; Επειδή δεν είχαν γνωρίσει ακόμα τη δύναμη και την εξουσία του Χριστού.
Ελέησον ημάς, κραύγαζαν. «Και ιδών είπεν αυτοίς· πορευθέντες δείξατε εαυτούς τοις ιερεύσι». Και καθώς πήγαιναν στους ιερείς, στο δρόμο καθαρίστηκαν. Σε προηγούμενη περίπτωση θεραπείας λεπρών, ο Κύριος έκτεινε το χέρι Του κι ακούμπησε το λεπρό λέγοντας: «θέλω, καθαρίσθητι. και ευθέως η λέπρα απήλθεν απ’ αυτού» (Λουκ. ζ’ 13). Τώρα όμως όχι μόνο δεν άγγιξε τους λεπρούς, μα δεν τους πλησίασε καν, ήταν μακριά τους, αφού έστησαν πόρρωθεν, και αυτοί ήραν φωνήν. Τους μιλούσε από απόσταση.
Γιατί ο Κύριος τους έστειλε στους ιερείς; Επειδή οι ιερείς είχαν το καθήκον να τους κηρύξουν ακάθαρτους και να τους αποκλείσουν από την κοινωνία, όπως είχαν και το δικαίωμα να δηλώσουν πως είναι θεραπευμένοι και καθαροί, για να ξαναγυρίσουν κοντά στους ανθρώπους (βλ. Λευϊτ. ιγ’ 34,44). Ο Κύριος δε θα καταργήσει το Νόμο, καθώς μάλιστα ο Νόμος δεν εμποδίζει το έργο Του, αλλά μάλλον το ενισχύει σ’ αυτήν την περίπτωση. Οι ίδιοι οι ιερείς θα πείθονταν πως οι δέκα λεπροί καθαρίστηκαν, αφού βεβαιώθηκαν γι’ αυτό. Οι δέκα λεπροί άκουσαν τι τους είπε ο Κύριος και που τους έστειλε και ξεκίνησαν για το χωριό, να εκτελέσουν την εντολή Του. Να, όμως, που καθώς βάδιζαν, η λέπρα τους καθαρίστηκε, εξαφανίστηκε. «Και εγένετο εν τω υπάγειν αυτούς εκαθαρίσθησαν» (Λουκ. ιζ’ 14). Κοίταξαν τα σώματά τους και διαπίστωσαν πως είχαν γίνει καθαροί, υγιείς. Κοίταζαν ο ένας τον άλλον κι έκαναν την ίδια διαπίστωση. Οι πληγές, το πύον κι η δυσοσμία είχαν εξαφανιστεί. Μόνο τα ίχνη της φοβερής αρρώστιας είχαν μείνει, για να μαρτυρούν τη θεραπεία τους.
Ποιος θα μπορούσε να πει πως το θαύμα αυτό του Χριστού δεν ήταν ανώτερο από ανάσταση νεκρών; Ας εγκύψουμε βαθύτερα στο γεγονός πώς, μ’ ένα Του λόγο, τα λεπρά σώματα που τα είχε καταφάγει η αρρώστια, ξαφνικά καθαρίστηκαν, έγιναν καλά. Όσο εμβαθύνει κανείς στο θαύμα αυτό, αναγνωρίζει κι ομολογεί πως θνητός άνθρωπος δεν μπορεί ν’ αρθρώσει τέτοιο λόγο. Μόνο ο Θεός μπορεί να προφέρει αυτόν τον θεραπευτικό λόγο, μέσα από τα ανθρώπινα χείλη Του. Είναι αλήθεια πως ο λόγος αυτός βγήκε από ανθρώπινα χείλη. Είναι σίγουρο όμως πως προήλθε από τα ίδια βάθη, απ’ όπου κι ο λόγος της δημιουργίας του κόσμου. «Αυτός είπε και εγενήθησαν».
Υπάρχουν λόγια και λόγια. Υπάρχουν λόγια αγνά κι αναμάρτητα, που είναι και λόγια δυνάμεως. Τα λόγια αυτά προέρχονται από την πρωταρχική πηγή της αιώνιας Αγάπης. Οι πύλες ολόκληρης της δημιουργίας είναι ανοιχτές μπροστά τους. Τα πάντα, άνθρωποι, ασθένειες και πνεύματα τους υποτάσσονται. Υπάρχουν όμως και λόγια διασπαστικά, ωμά, που τα έχει νεκρώσει η αμαρτία. Τα λόγια αυτά δεν έχουν μεγαλύτερη επιρροή απ’ όση έχει το σφύριγμα του ανέμου ανάμεσα στις καλαμιές. Όσα τέτοια νεκρά λόγια κι αν ακουστούν, παραμένουν τόσο ανίσχυρα, όσο ο καπνός που προσκρούει σε σιδερένια πόρτα.
Αναλογιστείτε όμως πόση απερίγραπτη ανακούφιση και παρηγοριά νιώθουμε, όταν γνωρίζουμε σε πόσο δυνατό και στοργικό Κύριο ανήκουμε! «Πάντα όσα ηθέλησεν ο Κύριος εποίησεν, εν τω ουρανώ και εν τη γη» (Ψαλμ. ρλδ’ 6). Αυτός είναι ο Κύριος της ζωής, Αυτός κυβερνά την αρρώστια, Αυτός δίνει τους νόμους της φύσης, είναι ο νικητής του θανάτου. Δεν δημιουργηθήκαμε από την αλόγιστη φύση. Είμαστε δούλοι του ζωντανού Θεού που αγαπά τον άνθρωπο. Δεν είμαστε τυχαία πλάσματα της τύχης. Είμαστε πλάσματα Εκείνου που δημιούργησε όλους τους πρεσβύτερους αδελφούς μας, τους αγγέλους, τους αρχαγγέλους κι όλα τ’ αθάνατα όντα του ουρανού. Αν υποφέρουμε σ’ αυτή τη ζωή, Εκείνος γνωρίζει το νόημα και το σκοπό των βασάνων μας. Αν μας έκανε λεπρούς η αμαρτία, ο λόγος Του είναι ισχυρότερος από τη λέπρα, είτε σωματική είναι αυτή είτε πνευματική. Την ώρα που πνιγόμαστε, το σωστικό χέρι Του είναι κοντά μαςΤην ώρα που πεθαίνουμε, μας περιμένει στην άλλη πλευρά του τάφου.
Ας γυρίσουμε τώρα στη διήγηση του ευαγγελίου, στη θεραπεία των λεπρών. Ας ρίξουμε μια ματιά στην καθαρή απεικόνιση της ευγνωμοσύνης και της αγνωμοσύνης. Τι έκαναν οι λεπροί αυτοί όταν διαπίστωσαν πως είχαν θεραπευτεί από τη λέπρα τους; Μόνο ο ένας απ’ αυτούς γύρισε για να ευχαριστήσει το Χριστό. Οι άλλοι εννιά τράβηξαν το δρόμο τους. Ούτε που σκέφτηκαν να γυρίσουν και να ευχαριστήσουν τον Ευεργέτη και Σωτήρα τους.
«Εις δε εξ αυτών, ιδών ότι ιάθη, υπέστρεψε μετά φωνής μεγάλης δοξάζων τον Θεόν. και έπεσεν επί πρόσωπον παρά τους πόδας αυτού ευχαριστών αυτώ· και αυτός ην Σαμαρείτης» (Λουκ. ιζ’ 15, 16). Ο ευγνώμων αυτός άνθρωπος, μόλις είδε πως είχε απαλλαγεί από τη φοβερή αρρώστια του, ένιωσε την ψυχή του ν’ ανασαίνει ανάλαφρα. Ήταν σα να είχε βγάλει από μέσα του κάποια φαρμακερά φίδια. Η πρώτη του σκέψη λοιπόν ήταν να τρέξει και να ευχαριστήσει Εκείνον που τον έσωσε απ’ αυτήν τη φοβερή αθλιότητα. Λίγο νωρίτερα είχε κράξει, Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς. Τώρα ξανασήκωσε τη φωνή του και βροντοφώναξε από τα βάθη της ψυχής του κι από τα καθαρά χείλη του ευχαρίστησε το Θεό. Δεν του έφτασε αυτό όμως. Έτρεξε αμέσως να βρει τον Ευεργέτη του, να του εκφράσει τις ευχαριστίες του. Μόλις έφτασε κοντά στο Χριστό έπεσε μπροστά Του να τον προσκυνήσει. Γονάτισε τώρα όχι με πονεμένα πόδια από τις ανοιχτές πληγές, αλλά με πόδια θεραπευμένα και υγιή. Είχε πια ένα σώμα τελείως υγιές, μια καρδιά γεμάτη χαρά και δυο μάτια γεμάτα δάκρυα.
Αυτός ήταν αληθινός άνθρωπος. Στιγμές νωρίτερα ήταν μια μάζα από πυώδη σάρκα. Τώρα ξανάγινε άνθρωπος. Στιγμές νωρίτερα ήταν απόβλητος από τη ζωή των ανθρώπων. Τώρα ξανάγινε άξιο μέλος της κοινωνίας τους. Στιγμές νωρίτερα ήταν μια θλιβερή σάλπιγγα που ηχούσε μονότονα μια μόνο λέξη: «Ακάθαρτος! Ακάθαρτος!» Τώρα μεταβλήθηκε σε μια θριαμβευτική σάλπιγγα που ανέπεμπε ευχαριστίες και δοξολογίες στο Θεό.
Αυτός ο ένας και μοναδικός θεραπευμένος κι ευγνώμων άνθρωπος δεν ήταν Ιουδαίος, αλλά Σαμαρείτης. Οι Σαμαρείτες δεν ήταν Ιουδαίοι αλλά ούτε και καθαρόαιμοι Ασσύριοι ή μιγάδες από Ασσύριους και Ιουδαίους γονείς. Ήταν οι Ασσύριοι εκείνοι που κάποτε εγκατέστησε ο βασιλιάς Σαλμανάσαρ σε τόπους της Συρίας, αφού μετακίνησε από κει τους Ιουδαίους στην Ασσυρία (βλ. Β’ Βασ. ιζ’ 3-6, 24). Το ότι ο ευγνώμων αυτός άνθρωπος ήταν καθαρόαιμος Ασσύριος προκύπτει κι από τα λόγια του Κυρίου που τον ονόμασε αλλογενή.
«Αποκριθείς δε ο Ιησούς είπεν· ουχί οι δέκα εκαθαρίσθησαν; οι δε εννέα πού; ουχ ευρέθησαν υποστρέφαντες δούναι δόξαν τω Θεώ ει μη ο αλλογενής ούτος;» (Λουκ. ιζ’ 17,18). Πόσο ευγενικά μέμφεται τους αγνώμονες ο Κύριος! Ρώτησε μόνο αν θεραπεύτηκαν κι αυτοί και γιατί δε γύρισαν να τον ευχαριστήσουν. Δε ρώτησε βέβαια επειδή ο ίδιος δεν ήξερε ότι είχαν θεραπευτεί όλοι. Όχι. Γνώριζε πως θα θεραπευτούν προτού καν τους δει και τους συναντήσει. Έκανε όμως την ερώτηση σαν μια ευγενική επίπληξη. Εμείς, όταν δίνουμε ένα νόμισμα σε κάποιον επαίτη, εκνευριζόμαστε και ξεσπούμε σε κραυγές αν δε μας ευχαριστήσει. Σκεφτείτε τώρα πόσο θα εκνευριζόμασταν και θα καταγγέλαμε τους εννιά αυτούς ανθρώπους, αν υποτεθεί πως είχαμε τη δύναμη και τους θεραπεύσαμε από τέτοια φοβερή αρρώστια κι εκείνοι δε γύρισαν να μας πουν ούτε ένα ευχαριστώ.
Οι μέρες μας είναι γεμάτες από οργισμένους ανθρώπους ενάντια στους αγνώμονες. Ο αέρας που μας περιβάλει είναι γεμάτος από μίση και ύβρεις που εκστομίζονται από χείλη ανθρώπων καθημερινά, από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός, προς τους αγνώμονες. Πόσο μικρά όμως είναι αυτά που κάνει ο άνθρωπος, σε σχέση με τα μέγιστα που ακούραστα και αδιάλειπτα κάνει ο Θεός για τους ανθρώπους, από τη στιγμή που γεννήθηκαν ως το θάνατό τους! Ο Θεός όμως ποτέ δε μέμφεται, ποτέ δεν οργίζεται στον αγνώμονα, αλλά τον επιπλήττει ευγενικά και ρωτάει όσους τον λατρεύουν στο ναό: «Πού είναι τα άλλα παιδιά Μου; Δεν έδωσα την υγεία σε χιλιάδες; Γιατί βρίσκονται μόνο λίγες δεκάδες στο ναό Μου; Δε δίνω το φως του ήλιου σε εκατομμύρια; Γιατί είστε μόνο λίγες εκατοντάδες οι ευγνώμονες; Δεν ομόρφηνα τους αγρούς, δεν τους γέμισα με πλούσια σοδειά, με κάθε χόρτο για τα κοπάδια; Γιατί είστε μόνο λίγοι εσείς που γονατίζετε με ευχαριστία μπροστά Μου; Πού είναι τα άλλα παιδιά Μου; Πού είναι οι δυνατοί και ισχυροί που κυβερνούν τα έθνη με τη δική Μου δύναμη και ισχύ; Πού είναι οι ισχυροί, πού οι επιτυχημένοι που πλούτισαν από τα πλούτη Μου και πέτυχαν χάρη στο έλεός Μου; Πού είναι οι ευτυχισμένοι που αντλούν την υγεία και την ευτυχία από τη δική Μου πηγή; Πού είναι οι γονείς που τα παιδιά τους τα βοηθάω να μεγαλώσουν και να γίνουν δυνατοί; Πού είναι οι δάσκαλοι που τους χορηγώ σοφία και γνώση; Πού είναι όλοι οι άρρωστοι που θεράπευσα; Πού είναι όλοι οι αμαρτωλοί που καθάρισα τις ψυχές τους από την αμαρτία, σα νά ‘ταν από λέπρα;»
Προσέξτε, ει μη ο αλλογενής ούτος! Μόνο αυτός γύρισε για να ευχαριστήσει. Είναι όμως κανένας ξένος, αλλογενής, στο Χριστό; Δεν ήρθε για να σώσει όλους τους ανθρώπους κι όχι μόνο τους Ιουδαίους; Οι Ιουδαίοι υπερηφανεύονταν επειδή ήταν ο «περιούσιος», ο εκλεκτός λαός του Θεού, πως είχαν γνώση του Θεού, πως απ’ αυτήν την άποψη ξεπερνούσαν κάθε άλλο έθνος στη γη. Υπάρχει όμως ένα παράδειγμα που φανερώνει το σκότος του μυαλού τους και τη σκληρότητα της καρδιάς τους. Ένας Ασσύριος, ειδωλολάτρης, είχε πιο φωτισμένο μυαλό και πιο ευγενική καρδιά από τους αυτοθαυμαζόμενους Ιουδαίους. Η ιστορία αυτή με τους εκλεκτούς ή τους μη εκλεκτούς, δυστυχώς επαναλαμβάνεται και στις μέρες μας. Και σήμερα κάποιοι ειδωλολάτρες έχουν πιο ανοιχτό μυαλό και πιο ευγνώμονα καρδιά προς το Θεό από πολλούς χριστιανούς. Υπάρχουν μωαμεθανοί, βουδιστές ή παρσιστές (οπαδοί του ζωροαστρισμού) που ντροπιάζουν πολλούς χριστιανούς με τις καρδιακές προσευχές τους στο Θεό και τη θερμή ευγνωμοσύνη τους προς Εκείνον.
Η παραβολή τελειώνει με τα λόγια του Σωτήρα μας προς τον ευγνώμονα Σαμαρείτη: «Και είπεν αυτώ· αναστάς πορεύου· η πίστις σου σέσωκέ σε» (Λουκ. ιζ’ 19). Προσέξτε τη μεγαλοσύνη της ταπείνωσης του Κυρίου, την αρχοντιά Του! Ο ίδιος χαίρεται να ονομάζει τους ανθρώπους συνεργάτες Του στα μέγιστα και καλά έργα Του. Θέλει έτσι να ενισχύσει το ηθικό της ταπεινωμένης και υποτιμημένης ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι υπεράνω της ανθρώπινης υπερηφάνειας και ματαιότητας και θέλει να μοιράσει τη δική Του αξία με άλλους, τα πλούτη Του με τους φτωχούς, τη δόξα Του με τους άπορους και τους θλιμμένους.
Η πίστις σου σέσωκέ σε. Ο Σαμαρείτης είχε πραγματικά πιστέψει, όπως κι οι άλλοι εννιά λεπροί. Αν δεν είχαν πιστέψει στη δύναμη του Κυρίου, δε θα φώναζαν Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς. Σε τι τους χρησίμευε η πίστη τους όμως; Με την ίδια πίστη θα μπορούσαν να φωνάξουν σε χιλιάδες διάσημους γιατρούς του κόσμου: «Ελεήστε μας, θεραπεύστε μας!» Όλα όμως θ’ απέβαιναν μάταια. Αν κάποιος απ’ αυτούς τους χιλιάδες θνητούς γιατρούς του κόσμου τους είχε θεραπεύσει, πιστεύετε πως θ’ απέδιδε τη θεραπεία στην πίστη του αρρώστου ή στη δική του ικανότητα κι επιστημοσύνη; Δε συνηθίζουν οι γιατροί του κόσμου να ξεπερνούν σιωπηλά τις ευχαριστίες των αρρώστων για την αποκατάσταση της υγείας τους, δίνουν μεγάλη έμφαση στη δική τους αξία και συμμετοχή. Αυτή είναι η συμπεριφορά του ανθρώπου προς άνθρωπο. Ο Χριστός όμως συμπεριφέρεται διαφορετικά στους ανθρώπους. Ο Χριστός έχει ένα βαγόνι γεμάτο σιτάρι κι ο λεπρός Σαμαρείτης πρόσθεσε ένα σπυρί σιτάρι στο φορτίο. Το φορτίο με το σιτάρι είναι η θεϊκή Του δύναμη και εξουσία. Το σπυρί του λεπρού είναι η πίστη του στο Χριστό. Ο Χριστός αγαπά πραγματικά τον άνθρωπο και δεν υποτιμά το μικρό σπυρί, αλλ’ αντίθετα θα το τιμήσει περισσότερο από το δικό Του μεγάλο φορτίο. Γι’ αυτό και δε λέει, όπως θά ‘λεγε κάθε άνθρωπος σε τέτοια περίπτωση: «Το φορτίο μου με το σιτάρι θα σε θρέψει». Δε λέει «Εγώ σε έσωσα», αλλά η πίστις σου σέσωκέ σε. Πόση μεγαλοψυχία κρύβεται στα λόγια αυτά! Πόσο μεγάλη είναι για όλους μας η διδαχή Του! Πόσο μεγάλη είναι η επίπληξη στην ανθρώπινη ιδιοτέλεια κι υπερηφάνεια!

Όλοι εκείνοι που κρύβουν το σπυρί της αξίας του άλλου και δίνουν έμφαση στο δικό τους φορτίο, ας ταπεινωθούν, ας διδαχτούν από το Χριστό, το Δίκαιο. Δεν είναι λιγότερο ληστές και κλέφτες από τον πλούσιο, που προσθέτει το μικρό αγρό του φτωχού στ’ απέραντα δικά του στρέμματα. Όλοι οι στρατηγοί που κρύβουν το ρόλο που έπαιξαν οι στρατιώτες στη νίκη και διασαλπίζουν προς κάθε κατεύθυνση μόνο τη δική τους συμμετοχή, ας σκύψουν λίγο κι ας διδαχτούν από το Δίκαιο Χριστό. Όσοι ασχολούνται με τη βιομηχανία και το εμπόριο και αποδίδουν στον εαυτό τους και στην αξία τους, στη σοφία και την τύχη τους, όλη την επιτυχία που ανήκει στους εργάτες και τους υπαλλήλους τους, ας παραδειγματιστούν από τον ταπεινό Ιησού. Τέλος όλοι οι άνθρωποι, που με την τυφλή υπερηφάνεια τους αποδίδουν κάθε καλό, κάθε ικανότητα και κάθε επιτυχία μόνο στον εαυτό τους κι αγνοούν ή ξεχνούν την τεράστια συμβολή του Θεού, ας διδαχτούν από το Θεό, που αγαπά ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Ας πλησιάσουν κι ας μάθουν πως ο Θεός δεν αγνοεί και δεν κρύβει ούτε ένα σπυρί από την αξία του ανθρώπου που προσθέτει στο μέγιστο δικό Του φορτίο αξιών. Το μόνο που κρύβει είναι η δική Του συμβολή και δίνει έμφαση στη συμμετοχή των ανθρώπων.
Υπάρχει μεγαλύτερο χτύπημα και πιο φοβερή επίπληξη στους ανθρώπους για την κλοπή, τη ληστεία, τη σκληρότητα, την υπερηφάνεια και την έλλειψη αγάπης που δείχνουν προς τον άνθρωπο και το Θεό; Όποιος έχει αίσθηση συστολής, πρέπει πραγματικά να ντραπεί και να ταπεινωθεί μπροστά στην ταπείνωση του Χριστού. Εκείνος που διατηρεί έστω και μια σπίθα της συνείδησής του αναμμένη, ας μετανοήσει για το χυδαίο κι ανόητο αυτοθαυμασμό και την αυταρέσκειά του κι ας γίνει ευγνώμων στο Θεό και στους ανθρώπους. Η ευγνωμοσύνη θα του διδάξει την αλήθεια, τη δικαιοσύνη και την ταπείνωση.
Αν εμείς οι χριστιανοί γνωρίζαμε την ποικιλία και το πλήθος των πνευματικών νοσημάτων, από τα οποία ο Χριστός μας θεραπεύει κάθε μέρα, θα στρέφαμε γρήγορα προς Εκείνον το πρόσωπό μας και θα πέφταμε στα πόδια Του να τον ευχαριστήσουμε από τη στιγμή αυτή ως το θάνατό μας. Η ώρα αυτή δεν είναι μακριά για κανένα μας.
Δόξα και αίνος στον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 16, 2020

ΕΙΠΕ Ο ΑΒΒΑΣ ΜΕΓΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ

Έλεγαν μερικοί για τον αββά Αντώνιο, ότι τον φώτιζε σε όλα το Άγιο Πνεύμα, αλλά δεν ήθελε να μιλά, εξαιτίας των ανθρώπων. Γιατί και όσα γίνονταν στον κόσμο και όσα έμελλαν να συμβούν, τα γνώριζε.
Είπε ο Αββάς Αντώνιος στον Αββά Ποιμένα: «Να τι είναι το μεγάλο έργο του ανθρώπου: Να αναλαμβάνη, μπροστά στον Θεό, την ευθύνη των σφαλμάτων του και να περιμένη πειρασμούς έως τη στερνή του πνοή ».
Ο ίδιος είπε: « Κανείς δεν μπορεί να εισέλθη στη βασιλεία των ουρανών, χωρίς να δοκιμάση πειρασμούς. Βγάλε από τη μέση τους πειρασμούς και τότε κανείς δεν θα υπάρχη όπου να σώζεται».
Ρώτησε ο Αββάς Παμβώ τον Αββά Αντώνιο: « Τί να κάμω; ». Και του λέγει ο γέρων: « Να μη έχης πεποίθηση στην αρετή σου. Μήτε να μεταμελήσαι για πράγμα όπου πέρασε πια. Και να κυριαρχής στη γλώσσα σου και στην κοιλιά σου ».
Είπε ο Αββάς Αντώνιος: « Είδα όλες τις παγίδες του εχθρού ( ήγουν του διαβόλου ) απλωμένες πάνω στη γη. Και στέναξα και είπα: Ποιός άρα θα τις προσπέραση χωρίς να τον πιάσουν; Και άκουσα φωνή να μου λέγη: Η ταπεινοφροσύνη».
Είπε πάλι: Ο Θεός δεν επιτρέπει τους πειρασμούς σ’ αυτήν εδώ τη γενεά, όπως συνέβαινε στις παλαιές γενεές. Γιατί γνωρίζει ότι οι άνθρωποι, τώρα, είναι αδύνατοι και δεν αντέχουν.
Στον Αββά Αντώνιο, ενώ βρισκόταν στην έρημο, φανερώθηκε το εξής: « Στην πόλη υπάρχει κάποιος όμοιος σου, γιατρός στο επάγγελμα, όπου ό,τι του περισσεύει το δίνει σε όσους έχουν ανάγκη και όλη τη μέρα ψάλλει τον τρισάγιο ύμνο μαζί με τους Αγγέλους ».
Είπε ο Αββάς Αντώνιος : « Έρχεται καιρός όπου οι άνθρωποι θα παραλογίζονται. Και αν δουν κάποιον να μη παραλογίζεται, θα ξεσηκωθούν εναντίον του, λέγοντας : « Συ είσαι παράλογος. Και αυτό θα συμβεί, γιατί δεν θα είναι όμοιος τους ».
Κάποτε ο Αββάς Αντώνιος έλαβε γράμμα του βασιλέως Κωνσταντίνου, όπου τον καλούσε να πάη στην Κωνσταντινούπολη. Σκεπτόταν λοιπόν τί να κάμη. Και λέγει στον Αββά Παύλο, τον μαθητή του: «Τί λες, να πάω ;» Και εκείνος του αποκρίνεται: «Αν πας, θα λέγεσαι Αντώνιος. Αν δεν πας, Αββάς Αντώνιος».
Είπε πάλι:Οι αν­θρω­ποι λέ­γο­νται λο­γι­κοί κα­τα­χρη­στι­κά.Δέν ει­ναι λο­γι­κοί ε­κει­νοι πού ε­μα­θαν τούς λό­γους καί τά βι­βλί­α των αρ­χαί­ων σοφων,αλ­λά ο­σοι ε­χουν λο­γι­κή ψυ­χή καί μπο­ρουν νά δια­κρί­νουν ποιό ει­ναι τό κα­λό καί ποιό ει­ναι τό κα­κό·καί ε­τσι α­πο­φεύ­γουν τά κα­κά καί ψυ­χο­βλα­βή,με­λε­τουν ο­μως σο­βα­ρά τά κα­λά καί ψυ­χω­φε­λή καί τά πράτ­τουν μέ με­γά­λη ευ­χα­ρι­στί­α πρός τό Θε­ό.Μό­νο αυ­τοί πρέ­πει α­λη­θι­νά νά λέ­γο­νται λο­γι­κοί αν­θρω­ποι.
Κάποιος που κυνηγούσε στην έρημο άγρια ζώα, είδε τον αββά Αντώνιο να αστειεύεται με τους αδελφούς και σκανδαλίστηκε. Θέλοντας δε ο γέροντας να τον διδάξει ότι είναι ανάγκη πού και πού να συγκαταβαίνει κανείς στους αδελφούς, τού λέγει: «Βάλε μια σαϊτα στο τόξο σου και τέντωσέ το». Το έκαμε εκείνος. Τού λέγει: «Τέντωσέ το πιο πολύ». Και το τέντωσε. Και πάλι τού λέγει: «Ακόμη πιο πολύ». Τού απαντά τότε ο κυνηγός: "Αν το τεντώσω υπερβολικά, θα σπάσει το τόξο».Και ο γέροντας τού λέει: «Έτσι και στο έργο του Θεού. Αν τεντώσουμε υπερβολικά τη συμπεριφορά μας απέναντι στους αδελφούς, θα σπάσουν και αυτοί. Πρέπει λοιπόν πού και πού να συγκαταβαίνουμε στους αδελφούς». Και έφυγε πολύ ωφελημένος από τον γέροντα. Οι δε αδελφοί, στηριγμένοι, έφυγαν και πήγαν στον τόπο τους.
Πήγαν κάποτε μερικοί γέροντες στον αββά Αντώνιο και ήταν ο αββάς Ιωσήφ μαζί του. Και θέλοντας ο γέροντας να τους δοκιμάσει, τους πρόβαλε ένα ρητό της Γραφής και άρχισε, από τους πιο νέους, να τους ρωτά για το νόημά του. Και καθένας απαντούσε κατά τη δύναμή του. Ο δε γέροντας έλεγε στον καθένα: «Δεν το βρήκες». Ύστερα από όλους, λέει στον αββά Ιωσήφ: «Εσύ τί έχεις να πεις πάνω σ' αυτό το ρητό;» Αποκρίνεται εκείνος: «Δεν ξέρω». Λέει λοιπόν ο αββάς Αντώνιος: «Πάντως ο αββάς Ιωσήφ βρήκε τον δρόμο, γιατί είπε, "δεν ξέρω"».
Τρεις από τους πατέρες είχαν τη συνήθεια να πηγαίνουν κάθε χρονιά στον μακάριο Αντώνιο. Και οι μεν δύο τον ρωτούσαν σχετικά με τους λογισμούς και τη σωτηρία της ψυχής. Ο άλλος όμως σιωπούσε πάντα, μη ρωτώντας τίποτε. Μετά λοιπόν από πολύ καιρό, του λέγει ο αββάς Αντώνιος: «Τόσο καιρό έρχεσαι εδώ και τίποτε δεν με ρωτάς». Και εκείνος του αποκρίνεται και του λέγει: «Μου αρκεί μόνο να σε βλέπω, πάτερ».

Κυριακή, Ιανουαρίου 12, 2020

Παπα-Φώτης ο διά Χριστόν σαλός: Με τα άμφια σε οίκο ανοχής!


[Ο παπα-Φώτης ο Λαυριώτης, ο διά Χριστόν σαλός, δεν άφησε έξω από το πλαίσιο της ποιμαντικής του τους οίκους ανοχής, στους οποίους έσπευδε με θάρρος, καλωσύνη και γενναιότητα, ντυμένος ακόμη και με τα άμφια του, για να προτρέψει σε μετάνοια, να εξομολογήσει και να κοινωνήσει ετοιμοθάνατες γυναίκες που ζούσαν εκεί. Ας δούμε ένα τέτοιο περιστατικό και τι έλεγε ο ίδιος για την ποιμαντική του αυτή αποστολή].
Κάποια φορά, αργά τη νύχτα επισκέφθηκε [ο Ιερομόναχος παπα-Φώτης] ένα από τα σπίτια της πόλης μας στο οποίο βρήκε κατάλυμα.
Πριν κοιμηθεί, έδωσε την εξής εντολή στον οικοδεσπότη:
Αύριο χαράματα, εσύ κι εγώ έχουμε μια δουλειά.
Ξύπνησαν, έφυγαν από τη Μυτιλήνη, πήγαν στο Ησυχαστήριό του. Πήρε γρήγορα- γρήγορα ιερά σκεύη και την ιερατική του στολή και κατευθύνθηκαν στο γραφικό ξωκλήσι της Παναγίας της Γαλατούσας στο κάστρο της πόλης μας.
Λειτούργησε. Πήρε το Άγιο Ποτήριο και τη λαβίδα και έτσι όπως ήταν με τα άμφιά του, κατ’ ευθύνθηκε σ’ έναν από τους οίκους ανοχής , που υπήρχαν τότε σε αυτήν την περιοχή.
Εκεί κοινώνησε μια ετοιμοθάνατη πόρνη, την Ευλαμπία, η οποία μάλιστα αμέσως μετά τη Θεία Κοινωνία αναπαύθηκε «εν Κυρίω”, πέθανε. Την είχε προηγουμένως εξομολογήσει!
Όταν τον ρώτησα αργότερα σχετικά μ’ αυτό το θέμα, μου είπε:
Αυτό έχει γίνει πολλές φορές. Μία γυναίκα κοντά στην εκκλησία του Αγίου Συμεών μού έλεγε τέτοιες περιπτώσεις κι εγώ πήγαινα σ’ αυτές τις ψυχές στους οίκους ανοχής. Με αποδέχονταν. Τους μιλούσα για τη μετάνοια για τη σωτηρία της ψυχής, για την άλλη ζωή…
Ποτέ δεν τους μιλούσα άσχημα, αλλά με αγάπη τους έλεγα να μετανοήσουν και θα φροντίσει γι’ αυτές ο Θεός, θα τις αποκαταστήσει στην καρδιά Του.
Πολλές ψυχές μετανοούσαν…
Με ρώτησες αν φοβόμουν. Τι να φοβηθώ; Δεν φοβάμαι κανέναν. Μόνο το Θεό φοβόμαστε, όταν αμαρτάνουμε. Δεν με ένοιαζε τι θα έλεγε ο κόσμος, εγώ για το Χριστό ενεργούσα.
Από το βιβλίο του π. Αθανασίου Γιουσμά, “παπα-Φώτης ο ‘διά Χριστόν σαλός’, (1912-2010)”, Μυτιλήνη 2010.

Σάββατο, Ιανουαρίου 11, 2020

Kυριακή μετά τα Φώτα:Μετανοείτε και πιστεύετε τω Ευαγγελίω


Όταν ο Μωυσής πλησίασε τον Θεό στο υψηλό όρος Χωρήβ, άκουσε μία υπερφυσική φωνή να του λέει: «Μη έγγισης ώδε, λύσαι το υπόδημα εκ των ποδών σου· ο γαρ τόπος, εν ω συ έστηκας, γη αγία εστί» (Έξοδος, Γ, 5-6). Η εντολή «λύσαι το υπόδημα εκ των ποδών σου», σημαίνει βέβαια κάτι περισσότερο από το να βγάλεις τα παπούτσια από τα πόδια σου. Η βαθύτερη, πνευματική σημασία αυτής της εντολής είναι: «αναγεννηθείτε, εξαγνιστείτε, ανανεωθείτε». Το μέρος ονομάζεται αγία γη, όχι επειδή το όρος Χωρήβ ήταν αγία γη από μόνο του. Εκείνος ο τόπος έγινε άγιος από τη στιγμή που ο Θεός θέλησε να συναντήσει και να πλησιάσει τον θνητό άνθρωπο, έγινε άγιος τόπος εξαιτίας της παρουσίας Του.
Πράγματι, ολόκληρο το σύμπαν δεν θα είχε ούτε ένα μόριο, ούτε ένα άτομο άγιο, αν η αγιότητα του αιώνιου Δημιουργού, δεν φώτιζε τα πάντα και εάν το μαρτύριο και η ανάστασή Του, δεν χάριζε στην οικουμένη ένα λαμπρό φωτοστέφανο. Και εμείς όμως, εκτός από τον ταξιδιώτη που θέλει να πάει στην Ιερή χώρα, καθημερινά πλησιάζουμε στην αγία χώρα. Για εκείνους, που θα περάσουν στη γη κάποιες εκατοντάδες και χιλιάδες μέρες, κάθε μέρα σημαίνει ένα βήμα πιο κοντά στην Ιερή χώρα. Ιδιαίτερα για μένα και για σένα, φίλε μου, για μένα και για σένα τους οποίους ο θάνατος, αύριο θα εξορίσει από αυτό τον κόσμο,  για μας κάθε ώρα, κάθε λεπτό είναι ένα μεγάλο βήμα προς αυτή τη νέα, άγνωστη και άγια χώρα, από την οποία οι προσκυνητές δεν επιστρέφουν. Εμείς ήδη βρισκόμαστε στην τελευταία μέρα, στο τελευταίο μας βήμα. Μπροστά μας υπάρχει «ο καιόμενος βάτος» η άσβηστη, αιώνια φλόγα του Θεού. Σ' αυτή την εορταστική στιγμή πριν το θάνατο, όταν πρέπει να πλησιάσουμε αυτή τον «καιόμενο βάτο», ακούμε ξεκάθαρα την παρακάτω φωνή, εκτός και αν το πνεύμα μας είναι κουφό και δεμένο με αυτόν τον κόσμο: «Μη εγγίσης ώδε, λύσαι το υπόδημα εκ των ποδών σου ο γάρ τόπος, εν ω συ έστηκας, γη άγια εστί».
Η φωνή αυτή λοιπόν μας ζητά να «καθαριστούμε» να εξαγνιστούμε, γιατί τίποτε ακάθαρτο δεν εισέρχεται σ' αυτή τη φλόγα, γιατί καθετί ακάθαρτο γίνεται στάχτη, ό,τι όμως είναι εξαγνισμένο και άγιο δεν καίγεται. Η θεϊκή φλόγα το κρατάει, το διατηρεί μέσα της, σε μια ανείπωτη, ανεκδιήγητη χαρά, ανέκφραστη δύναμη και αγιότητα!
Είναι βέβαια σαφές πως σ' αυτό το σημείο με τη λέξη «υπόδημα» εννοείται η ψυχή του ανθρώπου και όχι τα «υποδήματά» του. Επειδή δεν εμφανίζεται ο άνθρωπος ενώπιον του Θεού με τα υποδήματα. Ας προσέξουμε λοιπόν με τι είδους υποδήματα και με τι είδους ένδυμα ντύσαμε την ψυχή μας, την ώρα που ετοιμαζόμαστε να παρουσιαστούμε ενώπιον του Θεού. Και αν βρούμε πως η ψυχή μας είναι ντυμένη στην αμαρτία, γρήγορα να «ξεντυθούμε» από αυτό το επικίνδυνο ένδυμα, για να μην κατακαεί η ψυχή μας, στην φρικτή φωτιά του βάτου, ο οποίος «καίεται μεν πυρί, αλλά ου κατεκαίετο».
Αυτή η πράξη, το να αποβάλλει κανείς το φόρεμα της αμαρτίας, είναι η μετάνοια. Προτείνω λοιπόν, σε όλους, και σε εμένα και σε εσένα την μετάνοια. Η μετάνοια να είναι η τελευταία μας απασχόληση τις τελευταίες ώρες μας, πριν το θάνατο.

Όταν ο βασιλιάς των προφητών, ο Ιωάννης ο Βαπτιστής ήρθε από την έρημο, για την εκπλήρωση της αποστολής του στον κόσμο αυτό, φώναζε με οδύνη: «Μετανοείτε»!
Όταν ο ίδιος ο βασιλιάς των βασιλιάδων, άνοιξε το θεϊκό Του στόμα για να διδάξει, κάλεσε τον λαό σε μετάνοια, λέγοντας: «Μετανοείτε γιατί πλησιάζει η βασιλεία των ουρανών».
Το πρώτο αποστολικό κήρυγμα, μετά τη φανέρωση του Αγίου Πνεύματος, άρχιζε με τα παρακάτω λόγια: Μετανοείτε (Πράξεις Αποστόλων 2, 38).
Και η Εκκλησία του Χριστού, από τα ταραγμένα χρόνια των αποστόλων και των μαρτύρων, μέχρι σήμερα τόνιζε και τονίζει, πως η μετάνοια αποτελεί την αρχή της ανθρώπινης σωτηρίας. Μετανοείτε και πιστέψτε στο Ευαγγέλιο!
Η φωνή του Χριστού έγινε η φωνή της Εκκλησίας, η οποία ακούγεται διαμέσου των αιώνων: Μετανοείτε!
Μελετήστε τις ζωές των μεγάλων Αγίων και Πατέρων της εκκλησίας και θα ανακαλύψετε πως στην αρχή της αγιότητας τους, μετανόησαν. Χωρίς μετάνοια δεν υπάρχει χριστιανισμός. Όπως το παράθυρο του σπιτιού χρησιμοποιείται για δυο ανάγκες: για να βγει από αυτό ο ακάθαρτος αέρας και να μπει ο καθαρός, έτσι και με τη μετάνοια εξέρχεται από τον άνθρωπο το κακό πνεύμα και εισέρχεται το Άγιο Πνεύμα!
Πριν από μερικές μέρες με επισκέφτηκε ένας έμπορος, που μου είπε για τον εαυτό του τα εξής: «Κληρονόμησα μία εμπορική επιχείρηση από τον πατέρα μου και επιθυμούσα με κάθε τρόπο να την επεκτείνω. Χρησιμοποιούσα κάθε τρόπο και κάθε μέσο για να πετύχω το στόχο μου. Εξαπατούσα τους ανθρώπους, χρησιμοποίησα πλαστά χρήματα, ορκιζόμουν ψεύτικα την ώρα που πουλούσα και την ώρα που αγόραζα, έβαζα μεγάλο τόκο στους οφειλέτες μου, έκλεβα από τον καθένα και ήμουν τσιγκούνης με όλους. Και όσο εγώ βυθιζόμουν με όλη μου την ψυχή στις εμπορικές μου δραστηριότητες, ο διάβολος μπήκε στο σπίτι μου από την άλλη πόρτα και άρχισε να το καταστρέφει συθέμελα. Δηλαδή, η γυναίκα μου παραδόθηκε στην ακολασία και ο μοναχογιός μας, περιφρονώντας και εμένα και τη μητέρα του, έφυγε μακριά, εγκατέλειψε το σπίτι χωρίς να πει τίποτε. Μια Κυριακή, πριν να βραδιάσει, καθόμουν στο σπίτι δίπλα στο παράθυρο, σκεπτόμενος τη δουλειά μου. Τότε άκουσα δύο ανθρώπους να μιλούν, στο δρόμο κάτω από το παράθυρο μου. Ο ένας ρώτησε τον άλλο: -Πού βρισκόμαστε; Και ο άλλος είπε: -Αυτό είναι το σπίτι του τάδε εμπόρου. Ακούγοντας το όνομα μου είπε ο πρώτος: -Ο Θεός ας συγχωρέσει την ψυχή του τίμιου πατέρα του. Καλύτερα θα ήταν αυτός ο άσπλαχνος γιος του, να σβήσει από την ταμπέλα το όνομα του τίμιου πατέρα του και να γράψει την επιγραφή «Διάβολος και Σία». Εκείνη τη στιγμή αν ένας κεραυνός χτυπούσε το σπίτι μου, λιγότερο θα με τάραζε από αυτά τα λόγια.
Την ίδια νύχτα, παρόλο που ήταν σκοτάδι και έβρεχε, πήγα στον τάφο του πατέρα μου και έμεινα εκεί μέχρι το ξημέρωμα, κλαίγοντας με λυγμούς. Το πρωί εγκατέλειψα τα πάντα και βρήκα καταφύγιο σ' ένα απομακρυσμένο μοναστήρι. Εκεί παρέμεινα μέχρι τώρα, μετανοώντας βαθιά με νηστεία και προσευχή. Σήμερα νιώθω πως είμαι εντελώς διαφορετικός άνθρωπος. Βρήκα την ψυχή μου, τον μοναδικό μου θησαυρό. Άρχισα να σκέφτομαι και να φροντίζω για τη σωτηρία της ψυχής μου, περισσότερο από καθετί άλλο στον κόσμο».
Αυτή η ιστορία με εξέπληξε για ένα λόγο. Δεν με εξέπληξε η ιστορία από μόνη της, αλλά με εντυπωσίασαν οι ομοιότητες που έχει με τις ιστορίες κάποιων μετανοημένων ανθρώπων και αγίων, που έζησαν πριν από δέκα πέντε αιώνες.
Μια άλλη φορά με επισκέφτηκε μία γυναίκα και με κλάματα μου διηγήθηκε την σκοτεινή ιστορία της ζωής της. Η ιστορία της είναι τόσο σκοτεινή, που είναι ντροπή να την πει κανείς στο καπηλειό. Πώς λοιπόν να την πει κανείς από το ιερό βήμα του ναού; Όσο αυτή εξομολογούνταν τις αμαρτίες της, στο νου μου είχα ιστορίες άλλων αμαρτωλών γυναικών από το χριστιανικό παρελθόν. Όχι μόνο οι αμαρτίες της σύγχρονης αμαρτωλής γυναίκας έμοιαζαν με τις αμαρτίες των παλαιότερων αμαρτωλών γυναικών, αλλά και η ταπεινή και η «εκ βαθέων» και αποφασιστική μετάνοιά της έμοιαζε επίσης.
Κάποτε, όταν υπηρετούσα σε ένα ορεινό χωριό, θυμάμαι πως ήρθε ένας μορφωμένος, πολυμαθής «ανήξερος», να μιλήσει σε μία συγκέντρωση του λαού για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ένας από τους πολλούς που υπάρχουν σ' αυτή τη χώρα και εκθέτουν συνεχώς σε κίνδυνο την ειρήνη και την ηθική του λαού. Ανέλυε τα πάντα λεπτομερώς, αλλά μιλούσε με σκέψεις άλλων ανθρώπων, χωρίς να λέει τη δική του γνώμη. Όταν τελείωσε την ομιλία του, οι άνθρωποι έμειναν σιωπηλοί σαν πέτρες. Ο ομιλητής πλησίασε έναν σκεφτικό, μέσης ηλικίας, απλό άνθρωπο και τον ρώτησε ποια είναι η γνώμη του για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτός αναστέναξε βαθιά και απάντησε: -Γιατί ρωτάς εμένα, κύριε; Εγώ είμαι ο πιο αμαρτωλός άνθρωπος στον κόσμο και έμενα προσωπικά δεν μού χρειάζεται κανένα δικαίωμα, εμένα μού είναι απαραίτητη η μετάνοια. Δεν έχω δικαίωμα λόγω των αμαρτιών μου, ούτε να ζεσταίνομαι από το φως του ήλιου του Θεού, ούτε έχω δικαίωμα να αναπνέω το θεϊκό οξυγόνο. Παρατήρησα, πως στην ομιλία σου δεν τόλμησες να αναφέρεις το όνομα του Θεού, πιθανόν από το φόβο που έχεις απέναντι στον Θεό. Ακόμη και εγώ που είμαι τόσο αμαρτωλός, αξίζω περισσότερο να αναφέρω το όνομά Του.
Λέγοντας αυτά στον «πολυμαθή» κύριο, αυτός ο απλός άνθρωπος, στη συνέχεια άρχισε να μιλά στον υπόλοιπο λαό για την αναγκαιότητα της μετάνοιας. Τους είπε πως η μετάνοια είναι η πρώτη ανάγκη κάθε ανθρώπου και ολόκληρου του λαού και συνέχισε λέγοντας πως οι άνθρωποι εύκολα θα συμφωνούσαν όσον αφορά τα δικαιώματα και θα έβαζαν σε τάξη όλα όπως πρέπει, στην περίπτωση που μετάνιωναν για τις αμαρτίες τους. Οι απλοί άνθρωποι από το χωριό άκουσαν τα λόγια του με κατάπληξη και τον επιδοκίμασαν. Ο «έξυπνος» κύριος εγκατέλειψε την συγκέντρωση μουρμουρίζοντας θυμωμένα και έφυγε από τα βουνά μας.
Πολλοί άνθρωποι που πήγαν στον πόλεμο γυρίζουν χωρίς να διδαχτούν σχεδόν τίποτε. Προσωπικά γνώρισα έναν απλό άνθρωπο, ο οποίος μου εξομολογήθηκε πως στον πόλεμο ένιωσε και κατάλαβε τι σημαίνει να έχει κανείς τον φόβο του Θεού. Πριν από τον πόλεμο δεν είχε νιώσει αυτόν το φόβο. Επιστρέφοντας από τον πόλεμο στο χωριό του ως έφεδρος αξιωματικός, άρχισε να καλεί τους ανθρώπους σε μετάνοια και κατόρθωσε να «γιατρέψει» πενήντα σπίτια από κάθε αμαρτία.
Και τώρα συνεχίζει με μεγάλη προθυμία, να παρακινεί όλο το χωριό του σε μετάνοια και διά μέσου της μετάνοιας να το οδηγεί στην εξαγνισμένη χριστιανική ζωή. Δεν πληρώνεται από κανέναν, ούτε -αλίμονο- περιμένει κάποια πληρωμή από τους ανθρώπους. Η αληθινή προθυμία προς το Θεό τον κινεί για να πράττει αυτό το ευλογημένο έργο. Όταν τον ρώτησα ποια είναι η γνώμη του για διάφορα θέματα που σήμερα δημιουργούν ανησυχία στη χώρα μας, αυτός απάντησε με πραότητα: Όλα αυτά τα θέματα είναι δευτερεύουσας σημασίας και είναι άλυτα, μέχρι να λυθεί ένα βασικό θέμα και ερώτημα. Το βασικό θέμα είναι η μετάνοια του λαού ενώπιον του Θεού.
Υπάρχουν και άλλα, αμέτρητα, σύγχρονα παραδείγματα μετανοημένων ανδρών και γυναικών, ανθρώπων που ζουν στη σημερινή κοινωνία, τα οποία γνωρίζω προσωπικά και τα οποία θα μπορούσα μέχρι αύριο να απαριθμώ. Μοιάζουν απίστευτα με κλασικά παραδείγματα ανθρώπων που η Ορθόδοξη Εκκλησία διαφύλαξε και τόνισε ως σωστά παραδείγματα για τους πιστούς.
Όπου υπάρχει αμαρτία εκεί μπορεί να υπάρξει και μετάνοια. Όπου υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχει και αμαρτία. Ίδιες είναι οι αμαρτίες και σήμερα, όπως ήταν και πριν δύο χιλιάδες χρόνια, ίδιο είναι και το φάρμακο για όλες τις αμαρτίες: η μετάνοια! Το φάρμακο -πρώτο και βασικό φάρμακο- για όλες τις αμαρτίες είναι η μετάνοια! Η μετάνοια είναι η πρώτη πνευματική ιατρική, που παρέχεται στον ασθενή για την αμαρτία!

άγιος νικόλαος αχρίδος