ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Τετάρτη, Απριλίου 01, 2020

«Οὐκ ἐκ Σαμαρείας, ἀλλ’ ἐκ Μαρίας»...

παναγία εγγυήτισσα
Τοῖς τῶν ἐμῶν λογισμῶν, λῃσταῖς περιπεσών, ἐσυλήθην ὁ τάλας τὸν νοῦν, καὶ δεινῶς πληγωθείς, ὅλην μου τὴν ψυχὴν τετραυμάτισμαι, καὶ ἔνθεν κεῖμαι γυμνὸς ἀρετῶν, ἐν τῇ τοῦ βίου ὁδῷ, ἱερεὺς δὲ ἰδών με τῷ μώλωπι ὀδυνώμενον, διὰ τὸ ἀνίατον, παρορῶν, οὐκ ἐπιβλέπει. Λευΐτης δὲ πάλιν, μὴ φέρων τὴν ψυχοφθόρον ἀλγηδόνα, καὶ αὐτὸς κατιδών, ἀντιπαρῆλθέ μοι, σὺ δὲ ὁ εὐδοκήσας, οὐκ ἐκ Σαμαρείας, ἀλλ' ἐκ Μαρίας σαρκωθῆναι, Χριστὲ ὁ Θεός, τῇ φιλανθρωπίᾳ σου, παράσχου μοι τήν ἴασιν, ἐπιχέων ἐπ' ἐμέ, τὸ μέγα σου ἔλεος.
Ἐξ Ἱερουσαλὴμ κατέβην ἀπολισθήσας, τῶν ἐν αὐτῇ τοῖς ἔθνεσιν, γραφέντων ἐνταλμάτων σου· εἰς Ἱεριχὼ δὲ πορευόμενος, τῇ πρὸς μιμήσει ὁρμῇ, τῶν ἐν αὐτῇ πάλαι διὰ κακίαν, ὑπὸ σοῦ πρὸς φόνον ἐκδοθέντων τῷ λαῷ σου, διὰ τῆς παρακοῆς, ψυχοφθόροις ἐνέτυχον πάθεσιν, ὡς λῃσταῖς, ὑφ' ὧν πληγέντα, καὶ παραβραχὺ θανατωθέντα, ὁ τοῖς ἥλοις καὶ τῇ λόγχῃ, τὸ σῶμα τραυματισθεὶς ἑκουσίως διὰ ἁμαρτίας ἀνθρώπων, καὶ τὴν κοινὴν τελέσας διὰ Σταυροῦ σωτηρίαν ἐν Ἱερουσαλήμ, ἴασαί με Κύριε, καὶ σῶσόν με. 
 ( ιδιόμελa της πέμπτης εβδομάδος των νηστειών)

Στὸ πρόσωπο τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη ἡ ἀλληγορικὴ πατερικὴ ἑρμηνεία ἀναγνωρίζει τὸν Χριστό. Αὐτὴ τὴν ἑρμηνεία ἀκολουθοῦν καὶ οἱ θεραπαινίδες τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρείας, ὑμνογραφία καὶ ἁγιογραφία, χορταίνοντας τὸν νοῦ καὶ τὶς αἰσθήσεις μας μὲ θρεπτικότατους καρπούς. Ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος γιὰ ἄλλους λόγους κατηγορήθηκε ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ὅτι εἶναι «Σαμαρείτης», δὲν ἀνέχθηκε ἁπλῶς... τὸ «συνάχι» μας ἀλλὰ -κατὰ τὸν προφήτη Ἠσαΐα- «τὰς ἀσθενείας ἡμῶν ἔλαβεν καὶ τὰς νόσους ἐβάστασεν». Καὶ ἀφοῦ ὁ ἱερέας καὶ ὁ λευΐτης, δηλαδὴ ὁ Μωσαϊκὸς νόμος καὶ οἱ προφῆτες, δὲν μπόρεσαν νὰ θεραπεύσουν τὴν καταπληγωμένη ἀπὸ τοὺς δαίμονες ἀνθρώπινη φύση μας, ἦλθε ὁ Ἴδιος «ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος» καὶ μᾶς βρῆκε πραγματικὰ «ἡμιθανεῖς». Καὶ ἀφοῦ πρῶτα καθάρισε τὰ τραύματά μας μὲ «ἔλαιον καὶ οἶνον», δηλαδὴ μὲ τὴν ἱλαρότητα, ἀλλὰ καὶ τὴν αὐστηρότητα τῆς διδασκαλίας του, τὰ ἔδεσε μὲ τὰ θεραπευτικὰ δεσμὰ τῶν ἐντολῶν του. Μετά, ὄχι ἁπλῶς μᾶς ἀνέβασε «ἐπὶ τὸ ἴδιον ὑποζύγιον», ἀλλὰ «μᾶς φορτώθηκε» στὸ Σῶμα του, ἢ μᾶλλον κάτι ἀσύγκριτα ἀνώτερο: καταδέχθηκε νὰ μᾶς κάνει μέλη τοῦ Σώματός του.
Ἔτσι μᾶς ἔφερε στὸ «πανδοχεῖο», ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία του. Σ’ αὐτὴν καὶ στοὺς προεστῶτες της, ἁγίους ἀποστόλους καὶ τοὺς διαδόχους τους, μᾶς ἐμπιστεύθηκε ἀφήνοντας κατ’ ἀρχὴν γιὰ «ἔξοδα θεραπείας», ὡς «δύο δηνάρια», τὴν Παλαιὰ καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη. Αὐτὸν τὸν πλοῦτο οἱ ἁγιώτατοι ποιμένες καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τὸν ἅγιο Κύριλλο, «μετὰ πόνων καὶ ἱδρώτων ἐπλάτυναν καὶ ηὔξησαν»· καί, ὅπου χρειάστηκε, «οἴκοθεν προσεδαπάνησαν», δηλαδὴ ἄσκησαν μὲ προσωπικὴ εὐθύνη ποιμαντικὴ οἰκονομία, ὥστε ἡ θεραπεία μας νὰ εἶναι ἀποτελεσματική. Καὶ τὴν τελευταία ἡμέρα, ποὺ θὰ ἐπανέλθει ὁ Δεσπότης, «ἀποδώσει πᾶσι τὰς ἀμοιβὰς» ἀπὸ τὸ ἀνεξάντλητο ταμεῖο τοῦ ἐλέους του. Ὄντως, πῶς νὰ μὴν εἶναι ἀνεξάντλητο, ἀφοῦ Αὐτός, ὁ Κύριος τοῦ Πανδοχείου, εἶναι -κατὰ τὸν ὑμνωδὸ- «ὁ τοῖς ἥλοις καὶ τῇ λόγχῃ τὸ Σῶμα τραυματισθεὶς ἑκουσίως διὰ ἁμαρτίας ἀνθρώπων, καὶ τὴν κοινὴν τελέσας διὰ Σταυροῦ σωτηρίαν ἐν Ἱερουσαλήμ».


αρχ. Βαρνάβας Λαμπρόπουλος

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Πέμπτῃ τῆς πέμπτης Ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν, κατὰ τὴν ἀρχαίαν παράδοσιν, ψάλλομεν τὴν Ἀκολουθίαν τοῦ Μεγάλου καὶ κατανυκτικοῦ Κανόνος.
Στίχοι
Τρόπους, Ἰησοῦ, κατανύξεως δίδου,
ᾌδουσι νυνὶ Κανόνα σοι τὸν Μέγαν.


Κοντάκιον
Ψυχή μου ψυχή μου, ἀνάστα, τί καθεύδεις; τὸ τέλος ἐγγίζει, καὶ μέλλεις θορυβεῖσθαι, ἀνάνηψον οὖν, ἵνα φείσηταί σου Χριστὸς ὁ Θεός, ὁ πανταχοῦ παρών, καὶ τὰ πάντα πληρῶν.
Ὁ Οἶκος
Τὸ τοῦ Χριστοῦ ἰατρεῖον βλέπων ἀνεῳγμένον, καὶ τὴν ἐκ τούτου τῷ Ἀδὰμ πηγάζουσαν ὑγείαν, ἔπαθεν, ἐπλήγη ὁ διάβολος, καὶ ὡς κινδυνεύων ὠδύρετο, καὶ τοῖς αὐτοῦ φίλοις ἀνεβόησε· τί ποιήσω τῷ Υἱῷ τῆς Μαρίας; κτείνει με ὁ Βηθλεεμίτης, ὁ πανταχοῦ παρών, καὶ τὰ πάντα πληρῶν.

Καί ἐρχόμεθα στό περιεχόμενο τοῦ μεγάλου Κανόνος. Δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἕνα κύκνειο ᾆσμα, ἕνας θρῆνος προθανάτιος, ἕνας θρηνητικός μονόλογος. Ὁ ποιητής βρίσκεται στό τέλος τῆς ζωῆς του. Αἰσθάνεται ὅτι οἱ ἡμέρες του εἶναι πιά ὀλίγες, ὁ βίος του ἔχει περάσει. Ἀναλογίζεται τόν θάνατο καί τήν κρίσι τοῦ δικαίου Κριτοῦ, πού τόν ἀναμένει. Καί ἔρχεται νά κάμῃ μία ἀναδρομή, μία ἀνασκόπησι τοῦ πνευματικοῦ του κόσμου. Κάθεται νά συζητήσῃ μέ τήν ψυχή του. Ὁ ἀπολογισμός ὅμως δέν εἶναι ἐνθαρρυντικός. Ὁ βαρύς κλοιός τῆς ἁμαρτίας τόν συμπνίγει. Ἡ συνείδησις τόν ἐλέγχει. Καί ὁ ποιητής θρηνεῖ διαρκῶς γιά τήν ἄβυσσο τῶν κακῶν του πράξεων.Στόν θρῆνο αὐτό συμπλέκεται ἡ ἀναδρομή στήν Ἁγία Γραφή.


Αὐτό κυρίως δίδει τήν μεγάλη ἔκταση στό ποίημα. Ὁ σύνδεσμος ὅμως τοῦ θρήνου μέ τήν Ἁγία Γραφή εἶναι πολύ φυσικός. Σάν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ὁ ποιητής ἀνοίγει τό βιβλίο τοῦ Θεοῦ γιά νά ἀξιολογήσῃ τά πεπραγμένα του. Ἐξετάζει ἕνα πρός ἕνα τά παραδείγματα τοῦ ἱεροῦ βιβλίου. Τό ἀποτέλεσμα τῆς συγκρίσεως εἶναι κάθε φορά τρομερό καί αἰτία νέων θρήνων. Ἔχει μιμηθῆ ὅλες τίς κακές πράξεις τῶν ἡρώων τῆς ἱερᾶς ἱστορίας, ὄχι ὅμως καί τίς καλές πράξεις τῶν Ἁγίων. Δέν τοῦ μένει παρά ἡ μετάνοια, ἡ συντριβή καί ἡ καταφυγή στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καί ἀνοίγει ἡ αἰσιόδοξος προοπτική τοῦ ποιητοῦ. Βρῆκε τήν θύρα τοῦ Παραδείσου, τήν μετάνοια. Καρπούς μετανοίας δέν ἔχει νά παρουσιάσῃ·προσφέρει ὅμως στόν Θεό τή συντετριμένη του καρδιά καί τήν πνευματική του πτωχεία.

Τά βιβλικά παραδείγματα τοῦ Δαυίδ, τοῦ τελώνου, τῆς πόρνης καί τοῦ ληστοῦ τόν ἐνθαρρύνουν, Ὁ Κριτής θά εὐσπλαγχνισθῇ καί αὐτόν, πού ἁμάρτησε πιό πολύ ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους.


I.Φουντούλης,Λογική Λατρεία

Κυριακή, Μαρτίου 29, 2020

Μεταλαμβάνοντας σε καιρούς πανδημίας


π. Νικόλαος Λουδοβίκος
(απόσπασμα από άρθρο του στο Αντίφωνο)
Ο άνθρωπος λοιπόν, σε μια θεολογική προοπτική είναι όχι το τελειότερο, αλλά επίσης το ατελέστερο των κτιστών όντων, ακριβώς γιατί είναι το μόνο που έχει επίγνωση της ατέλειάς του και η ίδια η αιτία της επιθυμίας του είναι, παραδόξως, «ἡ ἔφεσις τῆς οἰκείας καὶ πλήρους ὀντότητος» , κατά τον μεγαλοφυή λόγο του Μαξίμου Ομολογητή (Πρὸς Μαρίνον, 12CD) – δεν έχει τον εαυτό του αλλά τον αναζητεί. Ο άνθρωπος δηλαδή δεν μπορεί να ταυτισθεί, όπως π.χ. στον Αριστοτέλη, απλώς με τον δοσμένο εαυτό του, η φύση του πραγματώνεται κινούμενη έξω της, όχι για να εγκαταλείψει εαυτήν αλλά για να συναντήσει την αιώνια πηγή της: η επιθυμία του ανθρώπου, στο βάθος της, εκφράζει τον μετα-λογικό πόθο αφθαρτοποίησης της φύσης του, στην συνάντηση με την δημιουργό και θεοποιούσα επιθυμία του Θεού. Να το θαύμα του Χριστού: ο Θεός να επιθυμεί, εξ αγάπης, να ζήσει την ζωή του πλάσματός του και αποκτά έτσι έναν αιώνιο, ανθρώπινο μαζί και θείο εαυτό και ο άνθρωπος, από την άλλη, αγαπά και επιθυμεί να ανοίγεται στην ίδια την ζωή του Θεού, βρίσκοντας τον αυθεντικό και πλήρη εαυτό του σ’ Αυτόν – το μυστήριο της θεανθρωπίας του Χριστού είναι λοιπόν το μυστήριο της απόλυτης αμοιβαίας αγάπης, όπου ο καθένας ποθεί να ζήσει την ζωή του άλλου, τόσο πολύ, που εντέλει οι δύο (και εδώ ο δεύτερος, ο ανθρώπινος πόλος, είναι η επιθυμία της Θεοτόκου) καθίστανται ένα όν, μία υπόσταση, με δύο όμως φύσεις. Η αλήθεια και η πληρότητα των δύο φύσεων του Χριστού, στην πλήρη τους έκφραση μέσω δύο ακέραιων φυσικών ενεργειών και θελήσεων, οντολογικά συνδεδεμένων άρρηκτα και ασύγχυτα μέσα στην μία υπόσταση/πρόσωπο του ένσαρκου Λόγου (αφού είναι Αυτός, ως προσωπική ύπαρξη, που θέλει και ενεργεί ταυτόχρονα ως Θεός και άνθρωπος), δημιουργεί την θεολογική ανάγκη εισαγωγής ενός πολυσήμαντου νέου θεολογικού όρου, προκειμένου αυτό να περιγραφεί: πρόκειται για την έννοια του τρόπου της υπάρξεως. Έννοια καταρχήν Τριαδολογική, όπου περιγράφει τον τρόπο ακριβώς της υποστατικής διαφοροποίησης των τριών Θείων Προσώπων, εν σχέσει προς την μία αντιδιδόμενη Ουσία, θα χρησιμοποιηθεί εντέλει και στην Χριστολογία, προκειμένου να περιγράψει το πώς, χωρίς καθόλου να χαθούν οι φυσικές ιδιότητες των δύο φύσεων, η ανθρώπινη υφίσταται και δρα με τον τρόπον της Θείας, μέσα στην μία και ενιαία Θεία υπόσταση του Λόγου, υπόσταση η οποία αποτελεί το Εγώ του Χριστού – αφού ο Χριστός είναι ο ίδιος ο Λόγος, ως, ταυτόχρονα, «υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου». Έτσι, έχουμε στον Χριστό πλήρη και πραγματική ανθρώπινη φύση, θέληση και ενέργεια, δρώσα όμως με τον τρόπον της φύσης του Θεού Λόγου, επειδή Αυτός είναι το μόνο υποκείμενο/υπόσταση. Χρειάζεται κάποια προσοχή στο σημείο αυτό: δεν έχουμε απλώς την πληρότητα της φύσης του κτιστού στο Χριστό, αλλά και την δυνατότητα της φύσης αυτής «ἐνεργεῖσθαι καὶ ἐνεργεῖν ὑπὲρ τὸν ἑαυτῆς θεσμόν», να υποδέχεται δηλαδή την άκτιστη ενέργεια του Θεού, αλλά και να ενεργεί πέρα από τα φαινόμενα φυσικά της όρια, κατά την ακριβή έκφραση του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή. Η Χριστολογική αυτή θεολογία μεταφέρεται αυτούσια στην θεολογία της Θείας Ευχαριστίας, όπως θα δούμε.
Αλλά, ας επιστρέψουμε ξανά στην ανθρωπολογία. Από όσα ειπώθηκαν στην αρχή της προηγούμενης παραγράφου, φαίνεται πως ο αυθεντικός ορίζοντας του ανθρώπινου εαυτού (αυτό φανερώνει και πραγματώνει ο Χριστός ) είναι ο ίδιος ο Θεός, ο άνθρωπος μόνον ως θεάνθρωπος βρίσκει την αλήθεια και την πληρότητά του. Και επειδή αυτό δεν μπορεί να γίνει με ανθρώπινες δυνάμεις, μόνον ως μετοχή στο γεγονός του Χριστού μπορεί να συμβεί – και για την ακρίβεια αυτό το προσφέρει ο Χριστός δια των Μυστηρίων. Ο Χριστός γίνεται ο θεωμένος εαυτός μας μέσα μας, δια του Βαπτίσματος, του Χρίσματος και εντέλει, με την Θεία Ευχαριστία, όταν η τελευταία αποτελεί το όχημα της συνειδητής επιθυμίας μας για την εν Θεώ εαυτότητά μας. Γι’ αυτό και η ένωση μεταξύ Χριστού και ανθρώπου, είναι, όπως το λέγει ο Νικόλαος Καβάσιλας μεγαλύτερη από κάθε γήινη ένωση («ὑπὲρ πᾶσαν ἕνωσιν», Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ Ζωῆς, Α, 5-7) και καμμιά ανθρώπινη λέξη δεν μπορεί να την εκφράσει – ούτε η «φιλία», ούτε η «συνάφεια», ούτε ο «γάμος», ούτε η σύναψη η ίδια των μελών του σώματος με την κεφαλή – διότι, εάν τα δύο τελευταία διαιρεθούν αφανίζονται και ο άνθρωπος πεθαίνει, ενώ και όταν ο άνθρωπος πεθάνει τίποτα δεν τον χωρίζει από τον Θεό. Προχωρεί μάλιστα ακόμη περισσότερο ο μεγάλος αυτός θεολόγος: με τί μπορεί να ενωθεί κανείς πιο απόλυτα, ερωτά, παρά με τον ίδιο του τον εαυτό; Αλλά όμως, επιλέγει, και αυτή ακόμη η αυτονόητα ισχυρότερη πάντων ένωση είναι πιό αδύναμη από την ένωση με τον Χριστό. Ο άνθρωπος του Θεού «συνῆπται τῷ Σωτῆρι μᾶλλον ἢ ἑαυτῷ· φιλεῖ γὰρ ἐκεῖνον μᾶλλον ἢ ἑαυτόν». Ως πεμπτουσία λοιπόν του ανθρώπινου εαυτού , δια της Ευχαριστιακής κοινωνίας, ο Χριστός γίνεται, στην κυριολεξία τα πάντα για τον άνθρωπο, συμπλέκεται με το είναι του, δεν υπάρχει τίποτα χρειαζόμενο στον άνθρωπο, το οποίο Αυτός δεν παρέχει, αφού, κατά τον Καβάσιλα, «καὶ γεννᾶ γὰρ καὶ αὔξει καὶ τρέφει, καὶ φῶς ἐστι καὶ πνοή, καὶ πλάττει μὲν αὐτοῖς ὀφθαλμὸν ἑαυτῷ, φωτίζει δὲ ἑαυτῷ πάλιν, παρέχει δὲ ὁρᾶν ἑαυτόν. Καὶ τροφεὺς ὢν καὶ τροφή ἐστι, καὶ αὐτὸς μὲν ἐστὶν ὁ παρέχων τὸν ἄρτον τῆς ζωῆς, αὐτός δέ ἐστιν ὃ παρέχει· καὶ ζωή μέν ἐστιν ζῶσιν, ἀναπνέουσι δὲ μύρον, ἰμάτιον δὲ ἐνδύσασθαι βουλομένοις. Καὶ μὴν αὐτός μέν ἐστιν ὣ δυνάμεθα βαδίζειν, αὐτός δέ ἐστιν ἡ ὁδός, καὶ πρός γε ὅτι τὸ κατάλυμα τῆς ὁδοῦ καὶ τὸ πέρας. Μέλη ἐσμέν, ἐκεῖνος κεφαλή· ἀγωνίζεσθαι δέον συναγωνίζεται, εὐδοκιμοῦσιν ἀγωνοθέτης ἐστι· νικῶμεν, στέφανος ἐκεῖνος εὐθύς.» (ο.π. παρ.8)
Θέλω να πω δηλαδή, πως στα πλαίσια της Ορθόδοξης θεολογίας η Ευχαριστία δεν έχει καθόλου χαρακτήρα συμβολικό ή μεταφορικό, ή κάτι παρεμφερές – πρόκειται για μετοχή πραγματική και οντολογική στο ίδιο το θεωμένο, λόγω της υποστατικής ένωσης με την Θεία φύση του Χριστού, ανθρώπινο σώμα του Χριστού, το οποίο υπάρχει με τον τρόπον υπάρξεως της πρώτης και είναι πλήρες των ακτίστων ενεργειών της. Στην απαστράπτουσα ποιητική θεολογική γλώσσα του αγίου Συμεώνος του Νέου Θεολόγου, συνοψίζονται πολλά ανάλογα πατερικά κείμενα:
«Σῶμα γὰρ τὸ σόν, τὸ ἄχραντον καὶ θεῖον, ἀστράπτει ὅλον πυρὶ θεότητός σου, ἀναφυραθὲν καὶ συμμιγὲν ἀρρήτως· τοῦτο οὒν καμοὶ ἐδωρήσω, Θεέ μου· τὸ γὰρ ρυπαρὸν καὶ φθαρτὸν τοῦτο σκῆνος τῷ παναχράντῳ ἑνωθὲν σώματί σου καὶ μιγὲν τὸ αἷμα μου τῷ αἵματί σου ἡνώθην, οἶδα, καὶ τῇ θεότητί σου, καὶ γέγονα σὸν καθαρώτατον σῶμα, μέλος ἔκλάμπον, μέλος ἅγιον ὄντως, μέλος τηλαυγὲς καὶ διαυγὲς καὶ λάμπον» (Τῶν θείων ὕμνων οἱ ἔρωτες, SC 156, 176-178).
Η θεολογική λοιπόν παράδοση είδε εξαρχής την Θεία κοινωνία ως «φάρμακον ἀθανασίας, ἀντίδοτον τοῦ μὴ ἀποθανεῖν, ἀλλὰ ζῆν ἐν Θεῷ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καθαρτήριον ἀλεξίκακον» (Ἰγνατίου Θεοφόρου, Πρὸς Ἐφεσίους, PG5, 753B-756A) – να διώκει ασθένειες ψυχής και σώματος, όχι να προκαλεί. Για να γίνει αυτό περισσότερο κατανοητό πρέπει να εφαρμόσουμε και στην Ευχαριστιακή ενσάρκωση του Λόγου, την θεολογική έννοια της μεταβολής του τρόπου της υπάρξεως – «μεταβαλῶν τῷ Πνεύματί σου τῷ Ἁγίῳ», είναι η καθαγιαστική ρήση της Λειτουργίας του Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Δεν πρόκειται, πράγματι για μετουσίωση· ο Ζουμπουλάκης έχει κατά το ήμισυ δίκαιο. Η ουσία των προσφερθέντων υλικών στοιχείων, όπως ακριβώς και η ανθρώπινη φύση του Χριστού, παραμένει αναλλοίωτη – και οφείλει να παραμείνει αναλλοίωτη, διότι αλλιώς θα ήταν ωσάν ο Θεός να μετανοεί για το είδος των όντων που έπλασε και να ζητά να αφανίσει ή αλλοιώσει την φύση τους. Ωστόσο, η κτιστή αυτή ύλη υπάρχει πλέον, εν αγίω Πνεύματι, ελεύθερη από τα κτιστά της όρια, δηλαδή υπάρχει με τον τρόπο υπάρξεως της άκτιστης φύσης, «ἐνεργουμένη καὶ ἐνεργοῦσα ὑπὲρ τὸν ἑαυτῆς θεσμόν», πλήρης της χάριτος του θεωμένου σώματος του Χριστού. Τούτο σημαίνει πως τα Τίμια Δώρα, ακόμη και αν υποστούν εξωτερική φθορά (όπως, για παράδειγμα, η μούχλα) ή αναμιχθούν αθελήτως (ή και, υποθετικά, κακοβούλως) με ιούς και μικρόβια, η παρούσα χάρις δεν επιτρέπει να καταστούν επιβλαβή για την υγεία του πιστού, ακριβώς διότι, όπως πάλι ο Συμεών ο Νέος θεολόγος επέμενε, αποτελούν ήδη πραγματικότητα και παρουσία της Βασιλείας του Θεού (πρβλ. τα λόγια του Χριστού «κἂν θανάσιμόν τι πίωσιν οὐ μὴ αὐτοὺς βλάψει», Μαρκ. 16,18).
Ανέφερα το τίμιο όνομα της «Βασιλείας τοῦ Θεοῦ» και αμέσως ανεδύθη το μείζον χαρακτηριστικό της όλης αυτής παγκόσμιας πλέον συμφοράς, για το οποίο κανείς σχεδόν δεν μιλά: πρόκειται ίσως για την πρώτη τέτοια συμφορά που αντιμετωπίζεται με τις Εκκλησίες και τα παντοειδή ιερά, κλειστά. Στο σούπερ μάρκετ μπορεί κανείς να παραμείνει για ώρα, έστω σε απόσταση από τον άλλον (που ξαφνικά έγινε επιθετικά σχεδόν εχθρικός), η εκκλησιαστική όμως κοινότητα δεν έχει δικαίωμα να συναχθεί, έστω με τους όρους των συνάξεων των υπερκαταστημάτων. Οι έξι λόγοι για τους οποίους κανείς μπορεί να βγαίνει από το σπίτι του δεν περιλαμβάνουν την ανάγκη της απευθείας αναφοράς της κοινότητας στον Πατέρα (του οποίου ωστόσο η νοσταλγία προβάλλεται στο πρόσωπο του ηγέτη και των «ειδικών»). Είναι τόσο δε αυτονόητη αυτή η απαγόρευση, μαζί με τις ψυχαγωγικές, καλλιτεχνικές και πολιτικές συνάξεις, και της λατρεύουσας κοινότητας – άλλωστε ακούσαμε κατά κόρον αυτές τις μέρες πως η «θρησκεία» είναι «εσωτερική υπόθεση», τη στιγμή που το Χριστιανικό γεγονός είναι απολύτως και πρωτίστως, ακριβώς κοινότητα λατρείας – που θα έλεγε κανείς πως, από την άποψη αυτή, εκείνο που θα παραμείνει καινοφανές και αξιομνημόνευτο όταν η συμφορά κοπάσει, θα είναι ακριβώς αυτό το νέο σύστημα αυταπόδεικτης ιεράρχησης αξιών και πραγμάτων, όπου η αυτονόητη σε άλλες εποχές κοινή επικλητική αναφορά στον Θεό, τον δυνάμενον σώζειν, δεν ανήκει πια στους πρωτίστως αναγνωρίσιμους φορείς αυτοσυνειδησίας (αλλά και σωτηρίας ή νοηματοδοσίας) των κοινωνιών, στη στιγμή της μεγάλης κρίσης. Τα πνευματικά μέσα της αντιμετώπισης της τελευταίας, τα Μυστήρια και οι Ευαγγελικές αρετές, τίθενται εμφανώς σε παρένθεση, δεν εκπηγάζουν πλέον γνήσια ελπίδα θεραπείας, προστασίας και βοήθειας, άξιας να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Η υπόθεση του Θεού λειτουργεί μόνον «ιδιωτικά» και à la carte, μέσα σε αυτό το αυτονόητο πλαίσιο μιας κλεισμένης στα δεδομένα της κτιστότητας θεώρησης του ανθρώπου, σε αντίθεση προς την παραπάνω ανοικτή προς το επέκεινα θεώρηση – και αυτό αποτελεί μέρος αυτού που αποκαλώ Βελούδινο Ολοκληρωτισμό σε υπό έκδοση βιβλίο μου.
Συνεπώς, για να επιστρέψουμε, το Θείο επέκεινα ζη (τι απόλυτη και εξαίσια και μοναδική ευτυχία!) ανάμεσά μας και ο άρτος και ο οίνος έχουν μεταβληθεί όντως και απολύτως σε σώμα και αίμα Χριστού.

Σάββατο, Μαρτίου 28, 2020

Κυριακή δ΄Νηστειών: Πίστη, προσευχή, νηστεία


άγιος Νικόλαος Αχρίδος

OI μαθητές ρώτησαν τον Χριστό για το ακάθαρτο πνεύμα: «διατί ημείς ουκ ηδυνήθημεν εκβαλείν αυτό;» Κι ο Ιησούς τους απάντησε: «δια την απι­στίαν υμών. αμήν γαρ λέγω υμίν, εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και μεταβήσεται, και ουδέν αδυνατήσει υμίν» (Ματθ. ιζ’ 20). Η απιστία σας φταίει, τους είπε ο Κύ­ριος. Εάν είχατε πίστη, έστω ίσαμε τον μικρό κόκκο του συναπιού, θα μπορούσατε να πείτε στο βουνό αυτό, πήγαινε από εδώ εκεί κι αυτό θα πήγαινε. Τίποτα δε θα σας ήταν αδύνατο.
Η αιτία τής αδυναμίας τους επομένως ήταν η απι­στία. Όσο μεγαλύτερη είναι η πίστη, τόσο μεγαλύτε­ρη είναι κι η δύναμη. Λιγότερη η πίστη, λιγότερη κι η δύναμη. Νωρίτερα ο Κύριος είχε δώσει στους αποστόλους «εξουσίαν πνευμάτων ακαθάρτων ώστε εκβάλλειν αυτά και θεραπεύειν πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν» (Ματθ. ι’ 1). Κι εκείνοι είχαν κάνει καλή χρήση τής δύ­ναμης αυτής για κάποιο διάστημα. Στο μέτρο όμως που η πίστη τους αδυνάτισε, είτε από το φόβο των ανθρώπων είτε από υπερηφάνεια, εξασθένησε κι η δύναμη που τους είχε δοθεί.
Στον Αδάμ είχε δοθεί εξουσία πάνω σ’ όλα τα πλά­σματα. Με την παρακοή του όμως, με την απληστία και την υπερηφάνεια του, έκανε κακή χρήση κι έχασε την εξουσία του. Οι απόστολοι τώρα, από κάποιο σφάλμα τους, έχασαν τη δύναμη και την εξουσία που τους είχε δοθεί. Η απώλεια τής δύναμης αυτής μπορεί ν’ ανακτηθεί μόνο με πίστη, πίστη, περισσότερη πίστη. Γι’ αυτό ο Κύριος στην περίπτωση αυτή δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη δύναμη της πίστης. Η πίστη μπορεί να με­τακινήσει όρη. Τίποτα δεν αδυνατεί μπροστά στην πί­στη. Ο κόκκος τού σιναπιού είναι πολύ μικρός, η μυρω­διά του όμως μπορεί να καλύψει ολόκληρο πιάτο φαγη­τό. Γράφει ο Κύριλλος Ιεροσολύμων σε μια από τις κατηχήσεις του: «Όπως ο κόκκος τού συναπιού, που είναι μικρός στο μέγεθος αλλά δυνατός στην επίδρασή του, όταν τον σπέρνεις σ’ ένα μικρό χώρο βγάζει πολλά βλα­στάρια κι όταν μεγαλώνει μπορεί να στεγάσει ακόμα και πουλιά, έτσι κι όταν υπάρχει πίστη στην ψυχή, σύ­ντομα κάνει πράγματα μεγάλα. Γι’ αυτό πίστεψε στον Κύριο, για να λάβεις απ’ Αυτόν πίστη μεγάλη που ξε­περνάει την ανθρώπινη δύναμη». Αν έχεις πίστη, έστω όσο ο κόκκος του σιναπιού, τα βουνά θα υποχωρήσουν μπροστά σου και θα μετακινηθούν από το ένα μέρος σε άλλο.
Γιατί ο ίδιος ο Κύριος δεν μετακίνησε βουνά; Γιατί δεν του ήταν απαραίτητο. Έκανε μόνο τα θαύματα εκείνα που ήταν αναγκαία για την ωφέλεια των ανθρώπων και για τη σωτηρία τους. Είναι όμως μεγαλύτερο θαύμα η μετακίνηση των βουνών από τη μετατροπή τού νερού σε κρασί, από τον πολλαπλασιασμό των άρτων, από τη θεραπεία δαιμονισμένων κι όλων των λογιών ασθενειών, από το περπάτημα πάνω στο νερό ή το γα­λήνεμα της ανταριασμένης θάλασσας μ’ ένα Του λόγο ή μιά Του σκέψη; Δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση ν’ αποκλειστεί η περίπτωση πιστών του Χριστού, όταν ανταποκρίνονται σε ειδικές ανάγκες κι έχουν δυνατή πί­στη, να κάνουν και το θαύμα μετακίνησης κάποιου βουνού. Αλλ’ υπάρχουν μεγαλύτερα βουνά, πιο δύσβατα υψίπεδα και πιο δυσβάσταχτα βάρη και πιο εξαντλητική κούραση για την ψυχή τού ανθρώπου από τις γήινες μέριμνες, τις αλυσίδες και τα εγκόσμια δεσμά; Όποιος μπορεί ν’ αφαιρέσει το βάρος αυτό από την ψυχή τού ανθρώπου και να το ρίξει στη θάλασσα, αυτός έχει με­τακινήσει ουσιαστικά το μεγαλύτερο και βαρύτερο βου­νό τού κόσμου.
«Τούτο δε το γένος ουκ εκπορεύεται ει μη εν προ­σευχή και νηστεία» (Ματθ. ιζ’ 21). Το είδος αυτό των δαιμόνων δε διώχνεται με άλλον τρόπο, παρά μόνο με προσευχή και νηστεία.
Η νηστεία κι η προσευχή είναι οι δυο στύλοι τής πί­στης. Είναι οι δυο φωτιές που καίνε τα πονηρά πνεύμα­τα. Με τη νηστεία ηρεμούν και αδρανούν όλα τα σωμα­τικά πάθη και κυρίως η φιληδονίαΜε την προσευχή ηρεμούν και αδρανούν όλα τα πάθη τής ψυχής, της καρδιάς και του νου, όπως εκδίκηση, φθόνος, μίσος, κακία, υπερηφάνεια, φιλοδοξία, επιθυμία και τέλεση πονηρών πράξεων κ.ά. Με τη νηστεία καθαρίζονται τα δοχεία τού σώματος και της ψυχής από το δυσώδες περιεχό­μενό τους, από τα εγκόσμια πάθη και την κακία. Με την προσευχή προσελκύουμε στο άδειο και καθαρμένο δοχείο τής καρδιάς τη χάρη τού Αγίου Πνεύματος. Κι η πληρότητα της πίστης κατορθώνεται με την ενοίκηση του Αγίου Πνεύματος στον άνθρωπο.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει από αμνημόνευτα χρό­νια εφαρμόσει τη νηστεία σαν ένα δοκιμασμένο και αποτελεσματικό φάρμακο για όλα τα ψυχικά πάθη, σαν ένα δυνατό όπλο ενάντια στα πονηρά πνεύματαΌλοι εκείνοι που υποτιμούν ή απορρίπτουν τη νηστεία, στην ουσία υποτιμούν ή απορρίπτουν μια σαφή και καθοριστική οδηγία τού Κυρίου Ιησού στο σχέδιο της σωτηρίας τού ανθρώπουΗ προσευχή δυναμώνει και ενισχύεται με τη νηστεία. Η πίστη βεβαιώνεται και από τη μια και από την άλλη. Κι η πίστη μετακινεί βουνά, εκβάλλει δαίμο­νες και κάνει τα αδύνατα δυνατά.
Τα τελευταία λόγια τού Χριστού στο σημερινό ευαγ­γέλιο δε φαίνονται να σχετίζονται με το γεγονός που μας απασχολεί. Μετά το μεγάλο θαύμα τής θεραπείας τού δαιμονισμένου νέου παιδιού κι ενώ οι συγκεντρω­μένοι άνθρωποι θαύμαζαν τα γενόμενα, ξαφνικά ο Κύ­ριος άρχισε να μιλάει στους μαθητές Του για το πάθος Του.
«Μέλλει ο υιός τού ανθρώπου παραδίδοσθαι εις χείρας ανθρώπων και αποκτενούσιν αυτόν, και τη τρίτη ημέρα εγερθήσεται» (Ματθ. ιζ’ 22-23). Γιατί μετά το θαύμα αυτό, όπως κι υστέρα από κάποια άλλα θαύματα, ο Χριστός μιλάει στους μαθητές Του για το πάθος Του; Ώστε όταν έρθει ο προδιαγεγραμμένος καιρός να μη δειλιάσουν, να μη φοβηθεί η καρδιά τους. Τους το λέει αυτό μετά από τα μεγάλα θαύματά Του, μετά τις τιμές, τη δόξα και την ευχαρίστηση που τον περιμένουν και τον υποδέχονται οι άνθρωποι, για να χαραχτούν καλύτερα στο νου τους. Το λέει αυτό όμως και για να διδάξει, όχι μόνο τους αποστόλους αλλά κι εμάς, ώστε μετά από τέ­τοια μεγάλα και θαυμαστά έργα να μην περιμένουμε ανταμοιβή από τους ανθρώπους, αλλά να προετοιμα­στούμε να δεχτούμε τα χειρότερα και σκληρότερα χτυ­πήματα και τις ταπεινώσεις, ακόμα κι από εκείνους που ευεργετήσαμε πολύ.
Ο Κύριος δεν προείπε μόνο τα πάθη και το θάνατό Του, αλλά και την ανάστασή Του. Στο τέλος όλων αυτών ακολουθεί η Ανάσταση, η νίκη κι η αιώνια δόξα. Ο Κύριος προλέγει στους μαθητές Του κάτι που μοιάζει απίθανο, για να τονώσει την πίστη τους σε όσα πρόκει­ται να γίνουν. Να τους διδάξει, για να πιστέψουν όσα τους είπε. Πρέπει κάθε άνθρωπος νά ’χει πίστη ίσαμε τον κόκκο τού σιναπιού ή και λιγότερη, για να προετοιμαστεί, να περιμένει κάθε είδος πειρασμού και βασά­νων σ’ αυτόν τον κόσμο. Πρέπει να ξέρουν με σιγουριά όμως πως στο τέλος όλων αυτών περιμένει η Ανάστα­ση.
Όλη τη δόξα τού κόσμου κι όλους τους επαίνους των ανθρώπων πρέπει να τους λογαριάζουμε σαν ένα απόλυτο μηδέν. Μετά απ’ όλους τους θριάμβους που μπορεί να μας προσφέρει ο κόσμος, πρέπει να προετοιμαστούμε για πειρασμούς. Πρέπει να δεχτούμε όλα όσα μας στέλνει ο ουράνιος Πατέρας μας με ταπείνωση και υπομονή. Δεν πρέπει ν’ αφηγούμαστε και να κοκορευ­όμαστε με όσα έχουμε κάνει για τους ανθρώπους, για την πόλη ή για το χωριό μας, για το έθνος ή για την πατρί­δα μας. Δεν πρέπει να επαναστατούμε όταν οι πειρα­σμοί μας πιέζουν. Αν κάναμε κάτι για κάποιους από τους γνωστούς μας, αυτό έγινε με τη βοήθεια του Θεού. Έτσι είναι. Κάθε καλό έργο γίνεται από το Θεό με όργανο εμάς. Ο Θεός επομένως είναι απόλυτα δίκαι­ος όταν μας στέλνει πειρασμούς μετά από εγκόσμια δό­ξα, ταπείνωση μετά από επαίνους, φτώχεια μετά από πλούτη, περιφρόνηση μετά από τιμές, αρρώστια μετά από υγεία, απομόνωση και μοναξιά μετά την απόλαυση πλήθους φίλων. Ο Θεός γνωρίζει γιατί μας τα στέλ­νει αυτά. Γνωρίζει πως όλα αποβλέπουν στο καλό μας. Πρώτο, για να μάθουμε να επιζητούμε τα αιώνια και άφθαρτα αγαθά, να μην οδεύουμε προς τον τάφο με συ­νοδεία την ψεύτικη και παροδική λαμπρότητα αυτού του κόσμου. Και δεύτερο ότι δεν πρέπει ν’ αποβλέπουμε σε ανταπόδοση για τα καλά μας έργα από τους ανθρώ­πους και τον κόσμο σ’ αυτήν τη ζωή, γιατί τότε δε θά ’χουμε τίποτα να ζητήσουμε ή να λάβουμε στη μέλλουσα. Εύχομαι να μην ακούσουμε στη θύρα τής ουράνιας βασιλείας: «Πορεύεσθε απ’ εμού· το μισθό σας τον λά­βατε».
Εύχομαι αυτό να μη μας συμβεί. Για να μη χαθούμε ποτέ μαζί με την αναπόφευκτη καταστροφή αυτού του κόσμου, από τον οποίο λάβαμε δόξα, εγκώμια και τι­μές, ο Κύριος Ιησούς Χριστός μας διδάσκει πως, μετά από τη μεγαλύτερη δόξα, τα εγκώμια και τις τιμές που μπορεί να μας δώσει ο κόσμος, πρέπει να προετοιμα­στούμε ν’ αναλάβουμε το σταυρό Του. Σ’ Εκείνον πρέ­πει η αιώνια δόξα κι η τιμή, μαζί με τον Πατέρα και το Αγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώ­ρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Παρασκευή, Μαρτίου 27, 2020

METANOIAΣ Ο ΚΑΙΡΟΣ


Ο Κύριος λέει: «Ο λαός αυτός με το στόμα του με πλησιάζει, και με τα χείλη του με τιμάει, ενώ η καρδιά του βρίσκεται μακριά από μένα· με σέβονται σύμφωνα με ανθρώπινες εντολές που έχουν μάθει. Γι’ αυτό θα συνεχίσω να κάνω στο λαό αυτόν έργα θαυμαστά, ώστε η σοφία των σοφών του να χαθεί και η σύνεση των συνετών του να εξαφανιστεί.( ΗΣΑΙΑΣ)
Ο Κύριος του σύμπαντος λέει στους ιερείς: «Ο γιος τιμάει τον πατέρα του και ο δούλος τον κύριό του. Αν εγώ είμαι ο πατέρας σας, πού είναι η τιμή που μου αποδίδετε; Κι αν εγώ είμαι Κύριός σας, πού είναι ο σεβασμός που μου έχετε; Με περιφρονείτε και ρωτάτε: “πώς σε περιφρονούμε;” Με το να προσφέρετε στο θυσιαστήριό μου μιαρές προσφορές. Και ρωτάτε: “πώς μολύναμε το θυσιαστήριο;” Με το να μη δίνετε πολλή σημασία στο τραπέζι μου. Όταν μου προσφέρετε θυσία τυφλό ζώο, νομίζετε πως αυτό είναι σωστό; Όταν μου προσφέρετε ένα κουτσό ή άρρωστο ζώο, νομίζετε πως αυτό είναι σωστό; Προσφέρτε το στον κυβερνήτη σας· θα ευχαριστηθεί; Θα σας δεχτεί ευνοϊκά; Νομίζετε λοιπόν ότι θα εξευμενίσετε μ’ ένα τέτοιο δώρο έναν Θεό για να σας σπλαχνιστεί και να σας δεχτεί ευνοϊκά; Γιατί στην πραγματικότητα αυτό κάνετε! Μακάρι κάποιος από σας να έκλεινε τις πόρτες του ναού για να μην ανάβετε άσκοπα φωτιά στο θυσιαστήριό μου. Δεν είμαι ευχαριστημένος από σας και δε θα δεχτώ καμιά θυσία από τα χέρια σας». Ο Κύριος του σύμπαντος το λέει.
«Από την ανατολή μέχρι τη δύση μεγάλη είναι η φήμη μου ανάμεσα στα έθνη», λέει ο Κύριος του σύμπαντος. «Σε κάθε τόπο προσφέρεται λιβάνι σ’ εμένα και θυσίες καθαρές, γιατί είμαι μεγάλος ανάμεσα στα έθνη.Εσείς όμως με λησμονήσατε λέγοντας: “το τραπέζι του Κυρίου δεν έχει και μεγάλη σημασία. Μπορούμε να προσφέρουμε στο Θεό τροφή ό,τι έχουμε για πέταμα”. Και παρ’ όλα αυτά βαρυγκωμάτε: “τι κόπος”, λέτε, “η υπηρεσία μας!” Έτσι εξοργίζετε εμένα, τον Κύριο του σύμπαντος. Προσφέρετε θυσία το κουτσό ζώο, το άρρωστο, ακόμη και το κλεμμένο. Μπορώ να το δεχτώ από τα χέρια σας;» Ο Κύριος το λέει.
«Αν κάποιος μου τάξει ένα ζώο χωρίς ελάττωμα από το κοπάδι του, αλλά με εξαπατήσει και μου προσφέρει θυσία ένα ζώο ευνουχισμένο, αυτός να είναι καταραμένος, γιατί εγώ είμαι μεγάλος βασιλιάς κι όλα τα έθνη με σέβονται». Αυτά λέει ο Κύριος του σύμπαντος.( ΜΑΛΑΧΙΑΣ)
Kύριε, άνoιξε τα χείλη μoυ· και τo στόμα μoυ θα αναγγέλλει την αίνεσή σoυ.
Eπειδή, δεν θέλεις θυσία, αλλιώς θα είχα πρoσφέρει· σε oλoκαυτώματα δεν αρέσκεσαι.
Θυσίες τoύ Θεoύ είναι συντριμμένo πνεύμα· συντριμμένη και ταπεινωμένη καρδιά, Θεέ, δεν θα καταφρoνήσεις.
Eυεργέτησε τη Σιών με την εύνoιά σoυ· οικοδόμησε τα τείχη τής Iερoυσαλήμ.
Tότε, θα ευαρεστηθείς σε θυσίες δικαιoσύνης, σε πρoσφoρές και oλoκαυτώματα·
τότε, θα πρoσφέρoυν μoσχάρια επάνω στo θυσιαστήριό σoυ.
(ΨΑΛΜΟΙ)

Τρίτη, Μαρτίου 24, 2020

Mυστήριον ακατανόητον΄-Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς


Ότι δὲ τὸ μυστήριο τοῦτο εἶναι ἀκατανόητο, ὄχι μόνο στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ στοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς ἀρχαγγέλους, ἀποδεικνύει σαφῶς καὶ τὸ γεγονὸς ποὺ ἑορτάζεται ἀπὸ ἐμᾶς σήμερα. Ὁ ἀρχάγγελος εὐαγγελίσθηκε στὴν Παρθένο τὴ σύλληψι· ὅταν δὲ αὐτὴ ἀναζητοῦσε τὸν τρόπο κι εἶπε πρὸς αὐτόν, «πῶς θὰ μοῦ συμβῆ τοῦτο, ἀφοῦ δὲν γνωρίζω ἄνδρα;», μὴ μπορώντας νὰ ἑρμηνεύση τὸν τρόπο κατὰ κανένα τρόπο ὁ ἀρχάγγελος, κατέφυγε καὶ αὐτὸς πρὸς τὸν Θεό, λέγοντας «Πνεῦμα ἅγιο θὰ ἔλθη σ’ ἐσὲ καὶ δύναμις Ὑψίστου θὰ σὲ ἐπισκιάση». Ὅπως δηλαδή, ἂν κανεὶς ἐρωτοῦσε τὸν Μωυσῆ, πῶς κατασκευάζεται ἀπὸ γῆ ἄνθρωπος, πῶς ἀπὸ χῶμα προέρχονται ὀστᾶ καὶ νεῦρα καὶ σάρκα, πῶς αἰσθητήρια ἀπὸ ἀναίσθητη ὕλη, πῶς πάλι ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν ἀδαμιαία πλευρά, πῶς τὸ ὀστοῦν διαπλώθηκε καὶ διαιρέθηκε, ἑνώθηκε καὶ συνδέθηκε, πῶς ἀπὸ τὸ ὀστοῦν προῆλθαν σπλάγχνα καὶ χυμοὶ διάφοροι καὶ ὅλα τα ἄλλα; Ὅπως λοιπόν, ἂν κάποιος ἐρωτοῦσε αὐτὰ τὸν Μωυσῆ, δὲν θὰ ἔλεγε τίποτε περισσότερο πλὴν τοῦ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ποὺ ἔλαβε χῶμα ἀπὸ τὴ γῆ καὶ ἔπλασε τὸν Ἀδάμ, καὶ μιὰ ἀπὸ τὶς πλευρὲς τοῦ Ἀδὰμ καὶ κατασκεύασε τὴν Εὕα, ὥστε θὰ ἔλεγε μὲν ποιὸς εἶναι ὁ κτίστης, ἀλλὰ τὸν τρόπο κατὰ τὸν ὁποῖο ἔγιναν ἐκεῖνα δὲν θὰ τὸν ἔλεγε· ἔτσι καὶ ὁ Γαβριήλ, ὅτι τὸν ἄσπορο τόκο θὰ κατασκευάσουν τὸ ἅγιο Πνεῦμα καὶ ἡ δύναμις τοῦ Ὑψίστου, τὸ εἶπε, τὸ πῶς ὅμως, δὲν τὸ εἶπε. Ἂν μάλιστα, ὅταν ἐμνημόνευσε προηγουμένως τὴν Ἐλισάβετ, ὅτι συνέλαβε σὲ γηρατειὰ ἐνῶ ἦταν στείρα, δὲν εἶχε νὰ εἰπῆ τίποτε παραπάνω πλὴν τοῦ ὅτι δὲν εἶναι τίποτε ἀδύνατο γιὰ τὸν Θεό, πῶς θὰ μποροῦσε νὰ εἰπῆ τὸν τρόπο στὴν περίπτωσι αὐτῆς ποῦ συνέλαβε κι ἐγέννησε παρθενικά; 
Έχει ὅμως καὶ κάτι περισσότερό το λεγόμενο ἀπὸ τὸν ἀρχάγγελο πρὸς τὴν Παρθένο, ποὺ ἐνέχει μεγαλύτερο μυστήριο· «θὰ ἔλθη», λέγει, «ἅγιο Πνεῦμα σ’ ἐσὲ καὶ δύναμις Ὑψίστου θὰ σ’ ἐπισκιάση». Γιατί; Διότι καὶ τὸ γεννώμενο δὲν εἶναι προφήτης οὔτε ἁπλῶς ἄνθρωπος, ὅπως ὁ Ἀδάμ, ἀλλὰ θὰ ὀνομασθῆ υἱὸς τοῦ Ὑψίστου, σωτὴρ καὶ λυτρωτὴς τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καὶ βασιλεὺς αἰώνιος. Ὅπως τοὺς λίθους ποὺ ἐξέπεσαν ἀπὸ κορυφὴ ὅρους καὶ κινοῦνται ἕως τὸ τέλος τῆς ὑπωρείας τοὺς διαδέχονται πολλοὶ κρημνοί, ἔτσι κι ἐμᾶς, ἀφοῦ ἐξεπέσαμε ἀπὸ τὴ θεία ἐντολὴ στὸν παράδεισο κατεβήκαμε ἕως τὸν ἅδη, πολλὰ δεινά μας εὐρήκαν διαδοχικά. Διότι δὲν εἶναι μόνο ἡ γῆ ποὺ ἀνέπτυξε ἀγκάθια καὶ τριβόλια αἰσθητά, κατὰ τὴν κατάρα πρὸς τὸν προπάτορα, ἀλλὰ ἐσπαρθήκαμε κι ἐμεῖς μὲ τὰ πολυειδὴ ἀγκάθια τῶν πονηρῶν παθῶν καὶ τὰ φοβερὰ τριβόλια τῆς ἁμαρτίας. Καὶ δὲν ἔλαβε τὸ γένος μᾶς ἐκείνη μόνο τὴ λύπη τὴν ὁποία ἐκληροδότησε ἡ προμήτωρ διὰ τῆς πρὸς αὐτὴν κατάρας, ποὺ τὴν κατεδίκασε νὰ γεννᾶ μὲ λύπη, ἀλλὰ καὶ ὅλος ὁ βίος μᾶς ἔγινε σχεδὸν ὀδύνη καὶ λύπη. 
Ο Θεὸς ὅμως ποὺ μᾶς ἔπλασε ἀπὸ εὐσπλαγχνία ἐπέβλεψε πρὸς ἐμᾶς φιλανθρώπως καὶ ἀφοῦ ἔκλινε τοὺς οὐρανοὺς κατέβηκε καὶ παίρνοντας ἀπὸ τὴν ἁγία Παρθένο τὴ φύσι μᾶς τὴν ἀνακαίνισε καὶ τὴν ἐπανέφερε, μᾶλλον δὲ τὴν ἀνεβίβασε σὲ θεῖο καὶ οὐράνιο ὕψος. Θέλοντας λοιπὸν νὰ πραγματοποιήση αὐτό, μᾶλλον δὲ νὰ φέρη σὲ πέρας τὴν προαιώνια βουλὴ τοῦ σήμερα, στέλλει τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ, ὅπως λέγει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, «στὴ Ναζαρὲτ πρὸς Παρθένο μνηστευμένη μὲ ἄνδρα, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἦταν Ἰωσήφ, ἀπὸ τὸ γένος καὶ τὴν πατριὰ τοῦ Δαβίδ, καὶ τὸ ὄνομα τῆς Παρθένου ἦταν Μαριάμ». 
Στέλλει λοιπὸν ὁ Θεὸς τὸν ἀρχάγγελο πρὸς Παρθένο καὶ τὴν καθιστὰ μητέρα του μὲ μόνη τὴν προσφώνησι ἂν καὶ μένει παρθένος, ἐπειδὴ βέβαια, ἂν συλλαμβανόταν ἀπὸ σπέρμα, δὲν θὰ ἦταν νέος ἄνθρωπος οὔτε θὰ ἦταν ἄναμαρτητος καὶ σωτὴρ τῶν ἁμαρτωλῶν διότι ἡ κίνησις τῆς σαρκὸς γιὰ γέννησι, ἀφοῦ μένει ἀνυπότακτη πρὸς τὸν νοῦ ποὺ εἶναι ταγμένος νὰ ἡγεμονεύη τῶν λειτουργιῶν μας, δὲν εὑρίσκεται ἐντελῶς ἔξω ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Δαβὶδ ἔλεγε, «μὲ ἀνομίες συνελήφθηκα καὶ μὲ ἁμαρτίες μ’ ἐκυοφόρησε ἡ μητέρα μου». Ἐὰν λοιπὸν ἡ σύλληψις τοῦ Θεοῦ ἦταν ἀπὸ σπέρμα, δὲν θὰ ἦταν νέος ἄνθρωπος οὔτε ἀρχηγὸς τῆς νέας καὶ μὴ παλαιουμένης καθόλου ζωῆς. Ἂν ἦταν τῆς παλαιᾶς μερίδος καὶ κληρονόμος ἐκείνου τοῦ πταίσματος, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ φέρη στὸν ἑαυτὸ τοῦ τὸ πλήρωμα τῆς ἄφθαρτης θεότητος καὶ νὰ κάμη τὴν σάρκα τοῦ ἀνεξάντλητη ἁγιασμοῦ, ὥστε καὶ τῶν προπατόρων ἐκείνων ν’ ἀποπλύνη τὸν μολυσμὸ μὲ περίσσεια δυνάμεως καὶ στοὺς ἐπιγόνους ὅλους νὰ ἐπαρκῆ γι’ ἁγιασμό. Γι’ αὐτὸ δὲν ἦλθε ἄγγελος οὔτε ἄνθρωπος, ἀλλ’ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἦλθε καὶ μᾶς ἔσωσε, ποὺ συνελήφθηκε καὶ ἐσαρκώθηκε σὲ μήτρα Παρθένου κι ἔμεινε ἀναλλοιώτως Θεός. 
Έπρεπε δὲ νὰ ἔχη καὶ μάρτυρα τῆς ἄσπορης συλλήψεως τὴν Παρθένο καὶ συνεργὸ σὲ ὅσα ἐπρόκειτο νὰ τελεσθοῦν κατ’ οἰκονομία. Ποιὰ εἶναι αὐτά; Ἡ ἄνοδος στὴ Βηθλεέμ, ὅπου θὰ ἐτελεῖτο καὶ ὁ ἐξαγγελλόμενος καὶ δοξαζόμενος τοκετός· ἡ προσέλευσις στὸ ἱερό, ὅπου το βρέφος μαρτυρεῖται Κύριος ζωῆς καὶ θανάτου ἀπὸ τὸν Συμεὼν καὶ τὴν Ἄννα· ἡ φυγὴ στὴν Αἴγυπτο ἐμπρὸς στὸν Ἡρώδη καὶ ἡ ἐπάνοδος ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο κατὰ τὶς ἱερὲς προφητεῖες καὶ τὰ ἄλλα ποὺ δὲν εἶναι εὔκολο τώρα νὰ ἀπαριθμήσω. Γι’ αὐτὰ παρελήφθηκε ὡς μνηστὴρ ὁ Ἰωσὴφ καὶ ἐστάλθηκε ὁ ἄγγελος σὲ παρθένο μνηστευμένη μὲ ἄνδρα ὀνομαζόμενο Ἰωσήφ. Τὴν δὲ φράσι «ἀπὸ τὸν οἶκο καὶ τὴν πατριὰ τοῦ Δαβὶδ» θὰ τὴν ἐννοήσης καὶ γιὰ τοὺς δύο· διότι τόσο ἡ Παρθένος ὅσο καὶ ὁ Ἰωσὴφ ἀνέφεραν τὴν γενεά τους στὸν Δαβίδ. 
Και τὸ ὄνομα, λέγει, τῆς Παρθένου ἦταν Μαριάμ, ποὺ ἑρμηνεύεται Κυρία. Τοῦτο δεικνύει καὶ τὸ ἀξίωμα τῆς Παρθένου καὶ τὸ βέβαιό της παρθενίας, καὶ τὸ ἀλλοιώτικο καὶ προσεκτικὸ καὶ κατὰ κάποιον τρόπο παναμώμητό του βίου της· διότι, ἐπειδὴ ἦταν κυρίως παρθένος φερωνύμως, εἶχε τὴν πλήρη κατοχὴ τῆς ἁγνείας, ὄντας παρθένος καὶ στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή, καὶ κατέχοντας τὶς ψυχικὲς δυνάμεις καὶ ὅλες τὶς αἰσθήσεις τοῦ σώματος ὑπεράνω κάθε μολυσμοῦ, καὶ μάλιστα τόσο κυρίως καὶ βεβαίως καὶ ἐγκύρως καὶ καθ’ ὅλα ἱερῶς ὅλον τὸν χρόνο, ὅπως ἡ κλεισμένη πύλη διατηρεῖ τοὺς θησαυροὺς καὶ τὸ σφραγισμένο βιβλίο διατηρεῖ τὰ γραπτὰ ἀνέγγικτα ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμούς· διότι περὶ αὐτῆς ἔχει γραφή, τοῦτο εἶναι τὸ σφραγισμένο βιβλίο καὶ αὐτὴ ἡ πύλη θὰ εἶναι κλεισμένη, καὶ κανεὶς δὲν πρόκειται νὰ περάση ἀπὸ αὐτήν. 
Αλλά καὶ μὲ ἄλλον τρόπο πάλι εἶναι Κυρία ἡ Παναγία κατ’ ἀξία, ὡς δεσπόζουσα τῶν ὅλων, ἐπειδὴ συνέλαβε σὲ παρθενία κι ἐγέννησε θείως τὸν κατὰ φύσι δεσπότη τοῦ παντός. Ἐπίσης βέβαια εἶναι Κυρία ὄχι μόνο ὡς ἐλευθέρα ἀπὸ δουλεία καὶ μέτοχος θείας κυριότητος, ἀλλὰ καὶ ὡς πηγὴ καὶ ρίζα τῆς ἐλευθερίας τοῦ γένους, καὶ μάλιστα μετὰ τὴν ἀπόρρητη καὶ χαρμόσυνη γέννα. Διότι αὐτὴ ποὺ συζεύχθηκε μὲ ἄνδρα εἶναι μᾶλλον κυριευμένη παρὰ κυρία, καὶ μάλιστα μετὰ τὴν περίλυπη καὶ ὀδυνηρὴ γέννα, κατὰ τὴν ἀρὰ ἐκείνη πρὸς τὴν Εὕα, «θὰ γεννήσης τέκνα μὲ λύπη, θὰ ἐξαρτᾶσαι ἀπὸ τὸν ἄνδρα σου καὶ αὐτὸς θὰ σὲ αὐθεντεύη»· γιὰ νὰ ἐλευθερώση ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀρὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος ἡ παρθενομήτωρ, λαμβάνει τὴν χαρὰ καὶ τὴν εὐλογία διὰ τοῦ ἀγγέλου· διότι ὁ ἄγγελος, λέγει, ἀφοῦ εἰσῆλθε εἶπε πρὸς τὴν Παρθένο, «Χαῖρε κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος εἶναι μαζί σου, εἶσαι εὐλογημένη ἀνάμεσα στὶς γυναῖκες»· Ὁ ἀρχάγγελος δὲν τῆς προαγγέλλει τὸ μέλλον λέγοντας, ὁ Κύριος εἶναι μαζί σου, ἀλλὰ ἐξαγγέλλει ὅ,τι ἔβλεπε τότε ἀοράτως νὰ τελῆται. Καὶ ἀντιλαμβανόμενος ὅτι αὐτὴ εἶναι τόπος θείων καὶ ἀνθρωπίνων χαρισμάτων καὶ στολισμένη μὲ ὅλα τα χαρίσματα τοῦ θείου Πνεύματος, κυριολεκτικῶς τὴν ἀναγόρευσε κεχαριτωμένη, βλέποντας δὲ ὅτι ἤδη ἔλαβε ἔνοικο αὐτὸν στὸν ὁποῖο εὑρίσκονται οἱ θησαυροὶ ὅλων τούτων καὶ προορώντας τὴν ἀνώδυνη κυοφορία καὶ τὴν γέννα ποὺ θὰ ἐγινόταν χωρὶς ὠδίνες, τῆς ἀπηύθυνε τὸ «χαίρειν» κι ἐβεβαίωσε ὅτι εἶναι ἡ μόνη εὐλογημένη καὶ εὐλόγως δοξασμένη ἀνάμεσα στὶς γυναῖκες· διότι κατὰ τὴν ὑπερβολὴ τῆς δόξας τῆς θεομήτορος Παρθένου δὲν ὑπάρχει ἄλλη δοξασμένη, κι ἂν ἐδοξάσθηκε. 
Αλλά ἡ Παρθένος, καθὼς εἶδε κι ἐφοβήθηκε μήπως εἶναι κάποιος ἀπατηλὸς ἄγγελος, ποὺ παραπλανᾶ τὶς ἀπερίσκεπτες κατὰ τὸ παράδειγμα τῆς Εὕας, δὲν ἔδεχθηκε ἀνεξετάστως τὸν χαιρετισμό· καὶ μὴ γνωρίζοντας ἀκόμη καθαρῶς τὸν σύνδεσμο πρὸς τὸν Θεὸ ποὺ εὐαγγελιζόταν αὐτός, ἐταράχθηκε, λέγει, μὲ τὸν λόγο του, ἐπιμένοντας σταθερὰ στὴν παρθενία, «καὶ διαλογιζόταν τί εἴδους ἀσπασμὸς εἶναι αὐτός»· Γι’ αὐτὸ ὁ ἀρχάγγελος διαλύει ἀμέσως τὸν θεοφιλῆ φόβο τῆς χαριτωμένης Παρθένου, λέγοντάς της· «μὴ φοβῆσαι, Μαρία· διότι ἐπέτυχες τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ». Ποιὰ χάρι; Αὐτὴ ποὺ εἶναι δυνατὴ μόνο σ’ αὐτὸν ποὺ δύναται τὰ ἀδύνατα καὶ ἐφυλάχθηκε πρὸ τῶν αἰώνων σὲ σένα μόνη. «Ἰδοὺ θὰ συλλάβης τέκνο». Ἀκούοντας δὲ σύλληψι, λέγει, μὴ σκεφθῆς καμμιὰ ἀφαίρεσι τῆς παρθενίας, μὴ στενοχωρῆσαι καὶ μὴ ταράσσεσαι γι’ αὐτό· διότι τοῦτο τὸ «ἰδοὺ θὰ συλλάβης», λεγόμενο τότε πρὸς αὐτὴν ποὺ ἦταν παρθένος, ὑπεδείκνυε πλέον τὴ σύλληψι ὡς συνοδοιπόρο μὲ τὴν παρθενία. 
«Ἰδοὺ λοιπὸν θὰ συλλάβης καὶ θὰ γεννήσης υἱόν»· δηλαδὴ παραμένοντας ὅπως εἶσαι σήμερα καὶ διατηρώντας ἀνέπαφη τὴν παρθενία σου, θὰ συλλάβης ἔμβρυο καὶ θὰ γεννήσης τὸν υἱὸν τοῦ Ὑψίστου. Τοῦτο προβλέποντας καὶ ὁ Ἠσαΐας πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια, ἔλεγε, «ἰδοὺ ἡ Παρθένος θὰ κυοφορήση καὶ θὰ γεννήση υἱόν», καὶ «προσῆλθα πρὸς τὴν προφήτιδα. Πῶς λοιπὸν ὁ προφήτης προσῆλθε πρὸς τὴν προφήτιδα; Ὅπως τώρα ὁ ἀρχάγγελος πρὸς αὐτὴν διότι αὐτὸ ποὺ εἶδε τώρα αὐτός, τοῦτο προεῖδε καὶ προεῖπε ἐκεῖνος. Ὅτι δὲ ἡ Παρθένος ἦταν προφήτις, ποὺ εἶχε προφητικὴ χάρι, θὰ τὸ δείξη στὸν θέλοντα ἡ ὠδή της ποὺ περιέχεται στὸ εὐαγγέλιο. 
Προσήλθε λοιπόν, λέγει, ὁ Ἠσαΐας πρὸς τὴν προφήτιδα, ἀσφαλῶς μὲ τὸ προβλεπτικὸ πνεῦμα καὶ συνέλαβε τέκνο, πρὶν ἔλθη ὁ πόνος τῶν ὠδίνων, ἐξέφυγε καὶ ἐγέννησε ἀρσενικὸ τέκνο· ὁ δὲ ἀρχάγγελος λέγει τώρα πρὸς αὐτήν, «θὰ γεννήσης υἱὸν καὶ θὰ τὸν ὀνομάσης Ἰησοῦν, ποὺ ἑρμηνεύεται Σωτήρ· θὰ εἶναι δὲ μέγας». Εἶπε λοιπὸν πάλι ὁ Ἠσαΐας, «θαυμαστὸς σύμβουλος, Θεὸς ἰσχυρός, ἐξουσιαστής, ἄρχων εἰρήνης, πατὴρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Ὁμοίως μὲ αὐτὸν τώρα λέγει καὶ ὁ ἀρχάγγελος, «αὐτὸς θὰ εἶναι μέγας καὶ θὰ ὀνομασθῆ υἱὸς Ὑψίστου» (πῶς δὲ δὲν εἶπε, εἶναι μέγας καὶ υἱὸς Ὑψίστου, ἀλλὰ θὰ εἶναι καὶ θὰ ὀνομασθῆ; Τοῦτο συμβαίνει διότι ὡμιλοῦσε περὶ τοῦ ἀνθρωπίνου προσλήμματος τοῦ Χριστοῦ), ἐνῶ συγχρόνως δηλώνει ὅτι καὶ θὰ γνωσθῆ σὲ ὅλους καὶ ἀπὸ αὐτοὺς θὰ κηρυχθῆ ὅτι εἶναι τέτοιας λογῆς, ὥστε ὕστερα νὰ μπορῆ καὶ ὁ Παῦλος νὰ λέγη, «ὁ Θεὸς ἐφανερώθηκε σὲ σάρκα, ἐκηρύχθηκε στὰ ἔθνη, ἐπιστεύθηκε στὸν κόσμο». Ἀλλὰ λέγει ἐπίσης, «θὰ τοῦ δώση ὁ Κύριος τὸν θρόνο τοῦ πατρὸς τοῦ Δαβίδ, καὶ θὰ βασιλεύση στὸ γένος τοῦ Ἰακὼβ ἐπὶ αἰῶνες καὶ τῆς βασιλείας του δὲν θὰ ὑπάρξη τέλος»· αὐτὸς δέ, τοῦ ὁποίου ἡ βασιλεία ὡς αἰωνία δὲν ἔχει τέλος, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ἀλλ’ αὐτὸς ἔχει καὶ πατέρα τὸν Δαβίδ, ἑπομένως εἶναι ὁ ἴδιος καὶ ἄνθρωπος, ὥστε αὐτὸς ποὺ θὰ γεννηθῆ νὰ εἶναι συγχρόνως Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, υἱὸς ἀνθρώπου καὶ υἱὸς Θεοῦ, ποὺ ὡς ἄνθρωπος λαμβάνει τὴν ἀδιάδοχη βασιλεία ἀπὸ τὸ Θεὸ Πατέρα, ὅπως εἶδε καὶ προεξήγγειλε ὁ Δανιήλ· «παρατηροῦσα», λέγει, «ἕως ὅτου ἐτοποθετῆθηκαν θρόνοι κι ἐκάθησε ὁ Παλαιός των ἡμερῶν καὶ ἰδοὺ κάποιος ὡς υἱὸς ἀνθρώπου ἐρχόταν ἐπάνω στὶς νεφέλες τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἔφθασε μέχρι τῶν Παλαιοῦ των ἡμερῶν, κι ἐδόθηκε σ’ αὐτὸν ἡ τιμὴ καὶ ἡ ἐξουσία· καὶ ἡ βασιλεία τοῦ εἶναι βασιλεία αἰώνιος καὶ δὲν θὰ δοθῆ σὲ ἄλλον βασιλέα». 
Θα καθήση δὲ στὸν θρόνο τοῦ Δαβὶδ καὶ θὰ βασιλεύση στὸ γένος τοῦ Ἰακώβ· ἐπειδὴ βέβαια ὁ μὲν Ἰακὼβ εἶναι πατριάρχης ὅλων των θεοσεβῶν, ὁ δὲ Δαβὶδ εἶναι ὁ πρῶτος ἀπὸ ὅλους ποὺ ἐβασίλευσε θεοσεβῶς μαζὶ καὶ θεαρέστως σὲ τόπο τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος συνήνωσε σὲ μιὰ ἀρχὴ οὐράνια καὶ αἰώνια τὴν πατριαρχία καὶ τὴν βασιλεία. Ἡ δὲ χαριτωμένη Παρθένος, μόλις ἤκουσε ἀπὸ τὸν ἀρχάγγελο τὰ τόσο ἐξαίσια καὶ θεία λόγια, ὅτι ὁ Κύριος εἶναι μαζί σου, καὶ ἰδοὺ θὰ συλλάβης καὶ θὰ γεννήσης υἱό, λέγει, «πῶς θὰ μοῦ συμβῆ τοῦτο; Διότι δὲν ἔχω σχέσεις μὲ ἄνδρα». Διότι ἂν καὶ μοῦ μεταφέρεις πολὺ πνευματικὸ καὶ ἀνώτερο σαρκικῶν παθῶν μήνυμα, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος μου ἀναφέρεις σύλληψι στὴν γαστέρα καὶ κυοφορία καὶ τοκετό, προσθέτεις δὲ γιὰ τὴ σύλληψι καὶ τὸ ἰδού· πῶς λοιπὸν θὰ μοῦ συμβῆ τοῦτο; Διότι, λέγει, δὲν ἔχω σχέσεις μὲ ἄνδρα.
Λέγει δὲ τοῦτο ἡ Παρθένος, ὄχι ἀπὸ ἀπιστία, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐζητοῦσε νὰ μάθη κατὰ τὸ δυνατὸ πῶς ἔχει τὸ πράγμα· γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἀρχάγγελος λέγει πρὸς αὐτή, «Πνεῦμα ἅγιο θὰ ἔλθη σ’ ἐσένα καὶ δύναμις τοῦ Ὑψίστου θὰ σ’ ἐπισκιάση· γι’ αὐτὸ καὶ τὸ ἅγιο ποὺ θὰ γεννηθῆ θὰ ὀνομασθῆ Υἱὸς Θεοῦ». Ἁγία βέβαια εἶσαι ἐσύ, λέγει, καὶ χαριτωμένη, Παρθένε· Πνεῦμα δὲ πάλι ἅγιο θὰ ἔλθη σ’ ἐσένα, ποὺ θὰ ἑτοιμάση καὶ καταρτίση τὴν θεουργία μέσα σου μὲ ὑψηλότερα προσθήκη ἁγιασμοῦ· καὶ θὰ σὲ ἐπισκιάση δύναμις Ὑψίστου, ἡ ὁποία συγχρόνως θὰ σὲ ἐνδυμαμώνη καὶ διὰ τῆς ἐπισκιάσεως σ’ ἐσένα καὶ τῆς συνάφειας μὲ τὸν ἑαυτό της θὰ μορφώνη τὴν ἀνθρωπότητα, ὥστε τὸ γεννώμενο νὰ εἶναι ἅγιο, Υἱὸς Θεοῦ καὶ δύναμις Ὑψίστου μορφωμένη κατὰ ἄνθρωπο. Διότι ἐξ ἄλλου ἰδοὺ καὶ ἡ Ἐλισάβετ ἡ συγγενής σου, ποὺ ἐπέρασε ὅλον τὸν βίο τῆς στείρα, τώρα μὲ τὴν βούλησι τοῦ Θεοῦ σὲ γηρατειὰ παραδόξως κυοφορεῖ, διότι κανένα πράγμα δὲν εἶναι ἀδύνατο γιὰ τὸν Θεό. 
Τι πράττει λοιπὸν πρὸς αὐτὰ ἡ χαριτωμένη Παρθένος, ἡ θεία κατὰ τὴν σύνεσι καὶ ἀπαράμιλλη; Πάλι τρέχει πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἀπευθύνεται πρὸς αὐτὸν μὲ εὐχὴ λέγοντας πρὸς τὸν ἀρχάγγελο· ἄν, ὅπως λέγεις, ἔλθη σ’ ἐμένα ἅγιο Πνεῦμα, γιὰ νὰ μὲ καθαρίση περισσότερο καὶ νὰ μὲ δυναμώση νὰ δεχθῶ τὸ σωτήριο ἔμβρυο, ἂν μ’ ἐπισκιάση δύναμις τοῦ Ὑψίστου ποὺ θὰ μορφώση μέσα μου κατὰ τὸν ἄνθρωπο αὐτὸν ποὺ φέρει τὴν μορφὴ τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ δημιουργήση ἄσπορη λοχεία, ἂν τὸ γεννώμενο θὰ εἶναι ἅγιο καὶ Υἱὸς Θεοῦ καὶ Θεὸς καὶ βασιλεὺς αἰώνιος, βέβαια τίποτε δὲν εἶναι ἀδύνατο γιὰ τὸν Θεό, «ἰδοὺ ἐγὼ ἡ δούλη τοῦ Κυρίου, ἃς γίνη σύμφωνα μὲ τὸ λόγο σου». Κι ἔφυγε ἀπὸ ἐκεῖ ὁ ἄγγελος, ἀφοῦ ἄφησε στὴν γαστέρα τῆς τὸν ποιητὴ τοῦ σύμπαντος συνημμένο μὲ σῶμα καὶ ἀφοῦ μὲ τὴν συνάφεια αὐτή, ποὺ ἐξυπηρέτησε, προξένησε τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου. Ἔτσι καὶ ὁ Ἠσαΐας προεικόνισε ἐναργὼς μὲ ὅσα ἀξιώθηκε ἤδη μακαρίως νὰ πάθη. Διότι αὐτὸς δὲν εἶδε τὸν Σεραφεὶμ νὰ παίρνη ἀμέσως τὸν ἄνθρακα ἀπὸ τὸ νοητὸ θυσιαστήριο τοῦ οὐρανοῦ· τοῦτον τὸν ἐπῆρε ὁ Σεραφεὶμ μὲ τὴν λαβίδα, μὲ τὴν ὁποία ἔγγισε καὶ τὰ χείλη του, δίδοντας τὴν κάθαρσι. Αὐτὴ ἡ ἐμπειρία τῆς λαβίδας ἦταν τὸ ἴδιο μ’ ἐκεῖνο τὸ μεγάλο θέαμα ποὺ εἶδε ὁ Μωυσῆς, μιὰ βάτο ποὺ ἦταν ἀναμμένη μὲ πῦρ καὶ δὲν κατακαιόταν. 
Ποιος δὲν γνωρίζει ὅτι ἐκείνη ἡ βάτος καὶ αὐτὴ ἡ λαβίδα ἤσαν σὰν ἡ παρθενομήτωρ, ποὺ συνέλαβε μέσα της τὸ θεῖο πῦρ ἀπυρπολήτως, ἀφοῦ καί. ἐδῶ ἀρχάγγελος ἐμεσίτευε στὴν σύλληψι καὶ συνήνωνε δὶ’ αὐτῆς τὸν αἴροντα τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου μὲ τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ μὲ τὴν ἀπόρρητη συνάφεια μᾶς ἐξάγνισε; Ἑπομένως αὐτὴ ἡ παρθενομήτωρ εἶναι ἡ μόνη μεθόριο κτιστῆς καὶ ἄκτιστης φύσεως· ὅσοι βέβαια γνωρίζουν τὸ Θεὸ θὰ ἀναγνωρίσουν καὶ αὐτὴν ὡς χώρα τοῦ ἀχωρήτου καὶ αὐτὴν θὰ ὑμνήσουν μετὰ τὸν Θεὸ ὅσοι ὑμνοῦν τὸν Θεό. Αὐτὴ εἶναι καὶ αἰτία τῶν πρὶν ἀπὸ αὐτὴ καὶ προστάτις τῶν μετὰ ἀπὸ αὐτὴ καὶ πρόξενος τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν. Αὐτὴ εἶναι ὑπόθεσις τῶν προφητῶν, ἀρχὴ τῶν Ἀποστόλων, ἑδραίωμα τῶν μαρτύρων, κρηπίδα τῶν διδασκάλων. Αὐτὴ εἶναι ἡ δόξα τῶν ἐπὶ γῆς, ἡ τερπνότης τῶν οὐρανίων, τὸ ἐγκαλλώπισμα ὅλης της κτίσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ καταρχή, ἡ πηγὴ καὶ ἡ ρίζα τῆς ἀποθησαυρισμένης γιὰ μᾶς ἐλπίδος στοὺς οὐρανούς. 
Αυτήν τὴν ἐλπίδα εἴθε ν’ ἀποκτήσωμε ὅλοι ἐμεῖς μὲ τὶς δικές της προσβεῖες γιὰ μᾶς, σὲ δόξα τοῦ πρὸ αἰώνων γεννηθέντος ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ σαρκωθέντος κατὰ τοὺς τελευταίους αἰῶνες ἀπὸ αὐτὴν Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας. Σ’ αὐτὸν πρέπει κάθε δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.

"Ομιλία στον ευαγγελισμό της πανυπέραγνης Δέσποινάς μας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας"

Λόγος στον Ευαγγελισμό της Υπεραγίας Θεοτόκου


Θεοφάνους του Κεραμέως, αρχ/που Ταυρομενίου
Σήμερα η Εκκλησία φωτίζεται μυστικά και λάμπει, πανηγυρίζοντας την πρώτη των εορτών. Σήμερα αρχίζει να καταργείται το τείχος της έχθρας και να ενώνονται με μυστικό τρόπο η γη με τα ουράνια. Σήμερα την τιμωρία, που λύπησε την προμήτορα (Εύα) ο αρχαγγελικός χαιρετισμός μετέτρεψε σε χαρά και αφανίστηκε η παλιά μελαγχολία. Σήμερα η Παρθένος Μαριάμ παίρνει τη θέση των θρόνων των Σεραφίμ, κρατώντας με απερίγραπτο τρόπο, αυτόν που κάθεται πάνω σ’ αυτούς. Σήμερα φαίνεται να εκπληρώνεται το μυστήριο της βάτου, με την αποξηραμένη φύση να ενώνεται η φωτιά της Θεότητας. Η μεν λοιπόν εορτή, αν και είναι κορυφαία όλων των εορτών, περιέχει πολλά μυστήρια. Εμείς δε, επειδή μας πιέζει ο χρόνος, θα αναφερθούμε με συντομία σε μερικά θέματα του ευαγγελίου, και θα τα εξηγήσουμε σε σας που αγαπάτε τον Θεό. «Τις ημέρες εκείνες έμεινε έγκυος η Ελισάβετ η γυναίκα του Ζαχαρία, και έκρυβε την εγκυμοσύνη της για πέντε μήνες». Επειδή ο Ζαχαρίας, δεν πίστεψε στον Γαβριήλ, δεν μπορούσε να μιλήσει, η δε Ελισάβετ έμεινε έγκυος, και για λίγο έκρυβε τον εαυτό της. Μερικοί μεν πιστεύουν, ότι λόγω των γηρατειών της ντρεπόταν, σεβόμενη την παράκαιρη εγκυμοσύνη, εμείς δε λέμε, ότι δεν έκρυβε τον εαυτό της γι’ αυτό τον λόγο. Γιατί γι’ αυτήν η εγκυμοσύνη ήταν περισσότερο αιτία χαράς, όχι γιατί θα γινόταν μητέρα, το γλυκό πράγμα και όνομα, αλλά και από τον ίδιο το νόμο ήταν τιμή για τις μητέρες, στην οποία χαρά δεν μετείχαν οι στείρες και άκαρπες. Γιατί λοιπόν να ντρεπόταν επειδή κέρδισε την ευλογία του νόμου και συγχρόνως έμοιαζε με την παράκαιρη εγκυμοσύνη της ευτυχισμένης Σάρρας; Και ότι με την γέννηση θα έπαυε η ντροπή της ατεκνίας, το μαθαίνουμε από τα λόγια της. Γιατί λέει: «Ο Θεός είδε τη στενοχώρια μου και φρόντισε να με απαλλάξει από την ντροπή που ένιωθα μπροστά στους ανθρώπους για την ατεκνία μου». Για ποιο λόγο λοιπόν έκρυβε τον εαυτό της; Καταγόταν από τον Ααρών και ήταν σύζυγος του μεγάλου ιερέα, ονομαστή στην αρετή και την προσεκτική ζωή της. Φοβόταν λοιπόν, από την αρχή να φανερώσει την εγκυμοσύνη, μήπως πολλοί δεν πιστέψουν και δεχτούν την ίδια τιμωρία με τον Ζαχαρία. Γιατί γι’ αυτόν που έβλεπε την φύση, ήταν αληθινά απίστευτο, γυναίκα περασμένης ηλικίας, με ζαρωμένο το σώμα, ρυτιδωμένο το πρόσωπο, προχωρημένη στα γηρατειά, με στείρα φύση, να γίνεται μητέρα παιδιού. Γιατί ήδη σταμάτησαν να λειτουργούν σ’ αυτή όπως και στη Σάρρα, εκείνα με τα οποία πραγματοποιείται η εγκυμοσύνη. Όχι λοιπόν από ντροπή αλλά από φροντίδα έκρυβε τον εαυτό της. Επειδή με τη σταδιακή αύξηση του εμβρύου η κοιλιά μεγάλωνε και οι μαστοί γέμιζαν γάλα, τότε δεν έκρυβε αυτό που δεν μπορούσε να μη το πιστέψει κάποιος.
«Κατά τον έκτο μήνα ο Θεός έστειλε τον άγγελο Γαβριήλ στην πόλη της Γαλιλαίας Ναζαρέτ σε μια παρθένο, που ήταν αρραβωνιασμένη με κάποιον που τον έλεγαν Ιωσήφ». Θα ρωτήσει δε κάποιος, από αυτούς που πολύ ενδιαφέρονται, για ποιο λόγο κατά τον πρώτο μήνα για τους Εβραίους έγινε αυτό το μυστήριο; Γιατί ήταν φανερό ότι ο έκτος μήνας που συνελήφθη ο Ιωάννης, ήταν ο πρώτος μήνας του χρόνου. Επειδή δε αυτός ο αισθητός κόσμος, δημιουργήθηκε αυτόν τον καιρό, και με την παράβαση του ανθρώπου καταστράφηκε μαζί του και αυτός, έπρεπε με τον ερχομό του Κυρίου να αναδημιουργηθεί και η κτίση και να αναπλαστεί ο άνθρωπος. Γι’ αυτό τον πρώτο μήνα αρχίζει να βλαστάνει η ακαλλιέργητη γη, δηλ. η Παρθένος, τον χωρίς σπορά σωτήρα. Αυτή την αναγέννηση της κτίσεως προβλέποντας ο προφήτης έλεγε, «Θα είναι ο ουρανός καινούργιος και η γη καινούργια». Και όπως ακριβώς, όταν περάσει η σκοτεινιά του χειμώνα, έρχεται η ανοιξιάτικη λαμπρότητα, κατά τον ίδιο τρόπο τελείωσε και ο χειμώνας της ειδωλολατρίας και άρχισε να λάμπει η άνοιξη της φανέρωσης του Θεού. Και όταν ο ήλιος κατά την περιφορά του στον ουρανό βρίσκεται στο σημείο που ονομάζουν Κριό, τότε και ο Ήλιος της δικαιοσύνης, χωρίς να απομακρύνεται από τους κόλπους του Πατέρα ήλθε στο ύψωμα της δικής μας φτώχειας. Γιατί αληθινά έγινε υψοποιός αυτή η ταπείνωση, και σαν πρόβατο οδηγήθηκε στη σφαγή και σαν κριάρι αψεγάδιαστο θυσιάστηκε. […]
Της τάξεως των αρχαγγέλων ως πρώτο γνωρίζουμε τον Μιχαήλ, όπως μας αναφέρει η προφητεία του Δανιήλ, στον οποίο και ανατέθηκε η φύλαξη του Ιουδαϊκού λαού, όπως αναφέρουν τα ιερά λόγια· πώς λοιπόν δεν έγινε αυτός υπηρέτης του μυστηρίου, αλλά ο Γαβριήλ αναφέρει το μυστήριο στην Παρθένο; Επειδή κατά την δημιουργία η γυναίκα δημιουργήθηκε δεύτερη, μετά τον άνδρα, γι’ αυτό ο δεύτερος των αρχαγγέλων προς το δεύτερο γένος, όπως είναι εύλογο, αποστέλλεται για να αναγγείλει τον δεύτερο χωρισμό του κόσμου. Και επειδή το όνομα Γαβριήλ σημαίνει δύναμη Θεού, προκειμένου να σαρκωθεί ο Υιός του Θεού, ο οποίος είναι σοφία και δύναμη του Θεού, εύλογα αυτός αναγγέλλει το μυστήριο. Γιατί δεν στέλλεται ο άγγελος προς τον μνηστήρα Ιωσήφ αλλά προς την Παρθένο; Επειδή γνώριζε ότι δεν είχε καμιά σχέση ο Ιωσήφ με την γέννηση τού Κυρίου αν και ήταν φύλακας και φρόντιζε την Παρθένο. Άλλα επειδή από την αρχή έγινε η είσοδος της αμαρτίας από την γυναίκα, από το ίδιο γένος πραγματοποιείται η είσοδος της λυτρώσεως. […]
«Χαίρε εσύ, προικισμένη με τη χάρη του Θεού· ο Κύριος είναι μαζί σου». Αντίθετος ήταν ο λόγος που ειπώθηκε στην Παρθένο, από εκείνο που άκουσε η Εύα. Από αυτή ξεκίνησαν οι λύπες των πόνων, εδώ δε συνοδεύει την γέννηση η χαρά. Γιατί η γέννηση από την Παρθένο έγινε χωρίς πόνο. Γιατί; Επειδή κάθε ηδονή συνοδεύεται από τον πόνο, όπου όμως η ηδονή δεν προηγήθηκε της γεννήσεως, ούτε ο πόνος ακολούθησε. Αυτό και η προφητεία του Ησαΐα προανήγγειλε «πριν έλθουν οι πόνοι του τοκετού, διαφεύγει αυτούς και γεννά μάλιστα τέκνο αρσενικό».
«Να, θα μείνεις έγκυος». Πρόσεξε την ακρίβεια της λέξεως. Δεν είπε «να, θα γεννήσεις υιό», για να μη λάβουν αφορμή αυτοί που μετά δεν δέχθηκαν την αλήθεια και τόλμησαν να πουν ότι ο λόγος του αγγέλου κατέβασε την σάρκα από τον ουρανό. Εξασφάλισε, λοιπόν, τον εαυτό του από πριν λέγοντας, «θα μείνεις έγκυος», φανερώνοντας ότι από τη δική της παρθενική κοιλιά πήρε τη δική μας φύση. Γιατί έπρεπε την ίδια ακριβώς φύση να φορέσει, την οποία ήρθε να διορθώσει. Και επειδή ο Θεός δεν κατοικεί σε χειροποίητους ναούς, όπως λέει ο προφήτης, ο ίδιος για τον εαυτό του έκτισε τον πανάγιο ναό από τα ολοκάθαρα αίματα της αγνής κόρης, που είναι σύμφωνα με την προφητεία του Δανιήλ, ο ακρογωνιαίος λίθος που κόπηκε όχι από ανθρώπινο χέρι από το σκιερό βουνό, και όπως λέει ο Αββακούμ, θα αφανίσει τα έργα των δαιμόνων. Επόμενο, λοιπόν, ήταν, αυτός που γεννήθηκε να φέρει κατάλληλη ονομασία για το έργο του και αυτός που ήλθε για τη σωτηρία του κόσμου να ονομαστεί Ιησούς, από τον οποίον αγγέλλεται η σωτηρία του κόσμου. «Θα τον ονομάσεις Ιησού. Αυτός θα γίνει μέγας και θα ονομαστεί Υιός του Υψίστου». Αυτά, σύμφωνα με τα ανθρώπινα έχουν λεχθεί, και με τα παρακάτω της θυμίζει τις θείες προφητείες. Γιατί είχε πεισθεί η Παρθένος, ότι ορκίστηκε ο Κύριος στον Δαβίδ ότι από τους απογόνους του θα τοποθετήσει στον θρόνο του. Φανερώνει λοιπόν, ότι η προφητεία εκπληρώθηκε. «Σ’ αυτόν θα δώσει ο Κύριος το θρόνο του Δαβίδ, του προπάτορά του». Και αυτό σύμφωνα με τα ανθρώπινα. Γιατί ως Θεός είναι αιώνιος βασιλιάς, έχοντας αιώνια τη δύναμη, ως άνθρωπος δε λέγεται, ότι παίρνει τη βασιλεία από τον Πατέρα, όπως και ο ίδιος λέει στους μαθητές μετά την Ανάσταση. «Μου δόθηκε όλη η εξουσία στον ουρανό και στη γη». Και «θα βασιλέψει για πάντα στους απογόνους του Ιακώβ». Δεν αναφέρεται στους πραγματικούς απογόνους του Ιακώβ, αλλά στον νοητό Ισραήλ, που συγκεντρώθηκε απ’ όλα τα έθνη, που τον διάλεξε η χάρη, ο οποίος είναι έθνος άγιο και βασιλικό ιερατείο. Σ’ αυτούς τους πιστούς απογόνους του Ιακώβ, ο Χριστός έχει βασιλέψει αιωνίως, βασιλεία που δεν έχει τέλος. Τί απάντησε σ’ αυτά η Μαριάμ; Άκουσε καθαρά την φωνή της Παρθένου. «Πώς θα μου συμβεί αυτό αφού δεν έχω συζυγικές σχέσεις με άνδρα;» Γιατί γνώριζε ότι ο Ιωσήφ δεν ήταν άνδρας της, αλλά ήταν προστάτης της και ήταν αδύνατο να έλθει αυτή σε επαφή με άνδρα. Γιατί αν ήλπιζε ότι κάποτε θα ερχόταν σε επαφή με τον Ιωσήφ κατά το φυσικό νόμο, δεν θα θεωρούσε αδύνατη την εγκυμοσύνη, γιατί του γάμου αποτέλεσμα είναι η σύλληψη. Αλλά επειδή είχε την πληροφορία ότι ήταν αφιερωμένη στον Θεό, και ουδέποτε θα της αφαιρεθεί το άνθος της παρθενίας, λογικά απορούσε για τον τρόπο της γεννήσεως. Και πώς θα μου συμβεί αυτό, λέει, επειδή είναι αδύνατο να έχω σχέση με άνδρα; Ο αρχάγγελος όμως, βλέποντας ότι δεν απιστεί, αλλά εξέταζε για να μάθει τον τρόπο, λέει, «Το Άγιο Πνεύμα θα έρθει επάνω σου και η δύναμη του Θεού θα σε καλύψει». Κοίταξε πως φανέρωσε εδώ όλη την Τριάδα. Γιατί αν και σαρκώθηκε μόνο ο Υιός και έγινε άνθρωπος, δεν σταμάτησε να είναι Θεός, αλλά ήταν μαζί με τον σαρκωμένο και ο Πατέρας και το Πνεύμα, για το αδιαίρετο της ίδιας ουσίας. Και αυτό είναι εκείνο που λέει ο θείος Απόστολος: «Σ’ αυτόν κατοικεί σωματικά όλη η θεότητα», δηλαδή πραγματικά. Γιατί έγινε για την Παρθένο, σαν νυμφικός θάλαμος η δύναμη του Θεού, που την σκέπαζε σαν σύννεφο, λαμπάδα δε του γάμου, ο φωτισμός του Αγίου Πνεύματος, κρεβάτι δε η απάθεια και γάμος η αφθαρσία. Και χωρίς ένωση με άνδρα η εγκυμοσύνη, αμόλυντη δε η γέννηση. «Θα σε καλύψει» δε είπε, αντί θα σε περιβάλει, θα σε οχυρώσει, θα σε περικυκλώσει. Βεβαιώνοντας δε ο άγγελος την Παρθένο και από αυτά που έβλεπε, ανήγγειλε την εγκυμοσύνη της Ελισάβετ. «Μάθε ακόμη» λέει «ότι η συγγενής σου Ελισάβετ συνέλαβε γιο στα γηρατειά της, κι έτσι, αυτή που την αποκαλούσαν στείρα βρίσκεται τώρα στον έκτο μήνα της εγκυμοσύνης της». Θα ρωτήσει κάποιος, πώς είναι συγγενής της; Γιατί η μεν Παρθένος καταγόταν από το γένος του Δαβίδ, δηλαδή από τη φυλή του Ιούδα, η δε Ελισάβετ από γένος Λευιτικό. Πώς, λοιπόν, την ονομάζει συγγενή της Παρθένου; Πρέπει, λοιπόν, να γνωρίζουμε ότι ενώθηκε η Λευιτική φυλή με τη βασιλική. Γιατί επρόκειτο από τη φυλή του Ιούδα να έλθει ο Χριστός, ο οποίος ήταν και βασιλιάς και αρχιερέας. Από που προερχόταν η συγγένεια μεταξύ τους; Ας πούμε τι αναφέρουν οι παραδόσεις; Ο Ματθάν ο καταγόμενος από την Βηθλεέμ που ήταν και ιερέας, γέννησε τρεις κόρες, την Μαρία, την Άννα και τη Σωβή. Κόρη της Σωβής ήταν η Ελισάβετ, και της Άννας η υπέραγνη Δέσποινα. Από δύο, λοιπόν, αδελφές προέρχονταν η Ελισάβετ και η Παρθένος. Γιατί ο μεν Ζαχαρίας επειδή δεν πίστεψε στον άγγελο αμέσως τιμωρήθηκε με αφωνία, η δε Παρθένος αν και είπε «Πώς θα μου συμβεί αυτό» δεν τιμωρείται, αλλά διδάσκεται τον τρόπο; Επειδή ο μεν Ζαχαρίας είχε ως παράδειγμα τον Αβραάμ και τη Σάρρα, στους οποίους έπρεπε αποβλέποντας, να μην απιστήσει στο μήνυμα. Το να γεννήσει δε παρθένος, ήταν πραγματικά παράδοξο, και παράξενο για τη φύση. Άλλωστε λέγοντας αυτά προς τον άγγελο η Παρθένος δεν απιστούσε, αλλά ζητούσε να μάθει για το υπερφυσικό γεγονός. Αφού διδάχθηκε τον τρόπο και αφού άκουσε «το Άγιο Πνεύμα θα έρθει επάνω σου και η δύναμη του Θεού θα σε καλύψει» δέχεται με ευγνωμοσύνη το χαρμόσυνο μήνυμα, και αφήνει όλο τον εαυτό της στο θέλημα του Θεού και λέει, «είμαι μια δούλη του Κυρίου· ας γίνει το θέλημά του σ’ εμένα όπως μου το είπες». Και αμέσως ο λόγος του αγγέλου πραγματοποιήθηκε, και μέσα στην κοιλιά της είχε Θεό, και δεν γνώριζε η μητέρα του Θεού τι θα πει γάμος. Αφού δε συνέλαβε τον Δημιουργό της, πηγαίνει γρήγορα στην ορεινή Ιουδαία για να κάνει μέτοχο της χαράς και του θαύματος την Ελισάβετ. Αλλά ο φωτισμένος προφήτης που ήταν μέσα στην κοιλιά της στείρας, και πριν ακόμα δει τον ήλιο, αναγνώρισε τον Ήλιο της δικαιοσύνης, να βρίσκεται στην παρθενική κοιλιά σαν σε ελαφριά νεφέλη και αναγγέλλει τον Κύριο με σιωπή. Επειδή δεν μπορούσε να μιλήσει, το φανέρωσε με σκίρτημα και έδωσε τιμή προς την Παρθένο από την μητέρα του, προσκυνώντας τον κυοφορούμενο Κύριο, στον οποίο ανήκει κάθε τιμή και δόξα και ύμνος, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, σ’ όλους τους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
 ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ