ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Τετάρτη, Αυγούστου 04, 2021

Πάρε αυτά, μου είπε, εις δόξαν της Κυρίας Θεοτόκου...


άγιος Παΐσιος Αγιορείτης
Εκείνοι που τρέφονται από την αγάπη του Θεού, πολλές φορές αδιαφορούν για τις υλικές τροφές ή, όταν τρώνε, δεν αισθάνονται, διότι και τότε τον Θεό αισθάνονται έντονα και τρέφονται από την γλυκιά ευλογία της αγάπης Του.
Η επιθυμία για τις καλές τροφές είναι το δόλωμα του πονηρού, και, όποιος δεν τις κόψει, πιάνεται από το αγκίστρι του εχθρού και μετά τηγανίζεται με το ίδιο του το λίπος από την πυρωμένη του σάρκα. Αντίθετα, η επιθυμία για τις πνευματικές τροφές ξεκόβει την καρδιά από τα γήϊνα και ανεβάζει την ψυχή στους Ουρανούς, και γεύεται από την τροφή των Αγγέλων.
Όσοι δεν φρενάρουν την καρδιά τους από τις υλικές επιθυμίες, τις μη απαραίτητες, – ούτε κάν λόγος γίνεται για σαρκικές επιθυμίες – και δεν συμμαζέψουν τον νου τους μέσα στην καρδιά, για να δοθούν όλα μαζί με την ψυχή στον Θεό, αλλά τα αφήνουν αδέσποτα, διπλή δυστυχία τους περιμένει. 
***
– Γέροντα, όταν έχω συνέχεια πτώσεις στον αγώνα μου, με πιάνει λύπη.
– Να ψέλνης το «Πάντων προστατεύεις, αγαθή» και το «Πάντων θλιβομένων η χαρά», . Αυτό να το κάνης σαν κανόνα, και η Παναγία θα σε βοηθήση. Η Παναγία δεν μας αφήνει· μας κουβαλάει στην πλάτη Της, αρκεί κι εμείς να το θέλουμε και να μην κλωτσάμε,όπως κάνουν τα άτακτα παιδιά.
– Γέροντα, θα ήθελα η Παναγία να κρατήση κι εμένα στην αγκαλιά Της, όπως κρατάει τον Χριστό.
– Δεν σε κράτησε ποτέ εσένα; Δεν ένιωσες καμμιά φορά σαν μωρό στην αγκαλιά Της; Εγώ αισθάνομαι σαν παιδάκι κοντά Της. Την νιώθω Μάνα μου. 
Πολλές φορές πηγαίνω και ακουμπώ στην εικόνα Της και λέω: «Τώρα, Παναγία μου, θα θηλάσω λίγο Χάρη».
Νιώθω σαν μωρό που θηλάζει στην αγκαλιά της μάνας του ξέγνοιαστο, αμέριμνο, και νιώθει την μεγάλη της αγάπη και την ανέκφραστη στοργή της, και τρέφομαι με Χάρη.
– Γέροντα, γιατί η Παναγία άλλοτε μου δίνει αμέσως αυτό που Της ζητώ και άλλοτε όχι;
– Η Παναγία, όποτε έχουμε ανάγκη, απαντά αμέσως στην προσευχή μας• όποτε δεν έχουμε, μας αφήνει, για να αποκτήσουμε λίγη παλληκαριά. 
Όταν ήμουν στην Μονή Φιλοθέου , μια φορά, αμέσως μετά την αγρυπνία της Παναγίας με έστειλε ένας Προϊστάμενος να πάω ένα γράμμα στην Μονή Ιβήρων.
Ύστερα έπρεπε να πάω κάτω στον αρσανά της μονής και να περιμένω ένα γεροντάκι που θα ερχόταν με το καραβάκι, για να το συνοδεύσω στο μοναστήρι μας – απόσταση μιάμιση ώρα με τα πόδια.
Ήμουν από νηστεία και από αγρυπνία.
Τότε την νηστεία του Δεκαπενταυγούστου την χώριζα στα δύο· μέχρι της Μεταμορφώσεως δεν έτρωγα τίποτε, την ημέρα της Μεταμορφώσεως έτρωγα, και μετά μέχρι της Παναγίας πάλι δεν έτρωγα τίποτε.
Έφυγα λοιπόν αμέσως μετά την αγρυπνία και ούτε σκέφθηκα να πάρω μαζί μου λίγο παξιμάδι.
Έφθασα στην Μονή Ιβήρων, έδωσα το γράμμα και κατέβηκα στον αρσανά, για να περιμένω το καραβάκι. Θα ερχόταν κατά τις τέσσερις το απόγευμα, αλλά αργούσε να έρθη. 
Άρχισα εν τω μεταξύ να ζαλίζωμαι. Πιό πέρα είχε μια στοίβα από κορμούς δένδρων, σαν τηλεγραφόξυλα, και είπα με τον λογισμό μου: 
«Ας πάω να καθήσω εκεί που είναι λίγο απόμερα, για να μη με δη κανείς και αρχίση να με ρωτάη τί έπαθα».
Όταν κάθησα, μου πέρασε ο λογισμός να κάνω κομποσχοίνι στην Παναγία να μου οικονομήση κάτι. 
Αλλά αμέσως αντέδρασα στον λογισμό και είπα: 
«Ταλαίπωρε, για τέτοια τιποτένια πράγματα θα ενοχλής την Παναγία;». 
Τότε βλέπω μπροστά μου έναν Μοναχό. 
Κρατούσε ένα στρογγυλό ψωμί, δύο σύκα και ένα μεγάλο τσαμπί σταφύλι.

«Πάρε αυτά, μου είπε, εις δόξαν της Κυρίας Θεοτόκου», και χάθηκε.
Έ, τότε διαλύθηκα• με έπιασαν τα κλάματα, ούτε ήθελα να φάω πιά… 
Πά, πά! Τί Μάνα είναι Αυτή!
Να φροντίζη και για τις μικρότερες λεπτομέρειες! Ξέρεις τί θα πη αυτό!

Κυριακή, Αυγούστου 01, 2021

Γέροντα θυμάστε τις γυναίκες;




Περάσαμε από ένα κελί έξω από τις Καρυές το κελί του παπά Γρηγόρη. Αυτός ήρθε πολύ μικρός στο Άγιο Όρος, περίπου δέκα-δώδεκα ετών, και έγινε μοναχός. Όταν πήγαμε εμείς ήταν γύρω στα ογδόντα πέντε με ενενήντα, και δεν είχε βγει ποτέ έξω από το Άγιον Όρος. -Γέροντα θυμάστε τις γυναίκες; -Ναι τις θυμάμαι. Και δεν μας φτάνει αυτό το όμορφο ναι ,που ήταν αφοπλιστικό, ξαναρωτάμε: -Πως είναι οι γυναίκες γέροντα; Και περιμένουμε να μας περιγράψει πως είναι μια γυναίκα. Κλείνει τα μάτια του σοβαρεύει εκείνη την ώρα και λέει: -Όταν κοιτάζω την Παναγία, θυμάμαι τη μάνα μου. Και όλες οι γυναίκες του κόσμου για τον παπά Γρηγόρη ήταν σαν την Παναγία και σαν τη μάνα του. Δεν είναι μικρό πράγμα αυτό να αρχίσεις να μπερδεύεις τους Αγίους με τους ανθρώπους, και βλέπεις μέσα στο ναό οι άγιοι είναι από ένα σημείο και μετά, από ένα σημείο και κάτω που είναι τα στασίδια είμαστε εμείς, κι αυτός είναι ένας κύκλος , στην κορυφή ο Παντοκράτορας και συνεχίζει και φτάνει μέχρι κάτω εκεί που είμαστε εμείς. Τα άνω τοις κάτω συνεορτάζει και τα κάτω τοις άνω συνομιλεί... Δεν είναι μικρό πράγμα να μπορέσουμε να το νιώσουμε έστω και κάποια στιγμή. Κάποια στιγμή.. 



Ιερομόναχος Αναστάσιος (Κελίου Τιμίου Προδρόμου- Διονυσίου του εκ Φουρνά) 

από  Μιχάλης Μάλαμας

Σάββατο, Ιουλίου 31, 2021



Όταν ο Κύριος πάνω στον Σταυρό παρέδωσε την φροντίδα της Μητέρας Του, στον ηγαπημένο μαθητή και επιστήθιο Ιωάννη, ήταν σαν να μας κατέλιπε, σε μας στην εκκλησία, την φροντίδα και την στοργή της μάνας Του.Ήταν σαν να μας άφηνε παρακαταθήκη και παραγγελία παρηγοριάς προς Αυτήν , πού δίστομος ρομφαία καταξέσκισε την μητρική της καρδιά, όταν είδε τον Γιό της σταυρωμένο και νεκρό. Όμως αυτή η ελάχιστη στοργή και αγάπη πού δείξαμε ως άνθρωποι αδύναμοι και εγκόσμιοι στην μεγάλη και κοινή μητέρα, αυτή η λατρευτική σχεδον απόδοση τιμής στο αγνότατο πρόσωπο της, μετηλλάχθη σε στοργή άπειρη, σε αγάπη ουράνια, σε λατρεία και αφοσίωση ως προς μητρός προς τα τέκνα, από την Παναγία Θεοτόκο προς εμάς τους ολίγιστους. Εμείς την βάλαμε στο μέσον της Εκκλησίας, εκεί ψηλά στην κόγχη του ιερού, να ενώνει γή και ουρανό και αυτή μας έβαλε μέσα στην ποδιά της, στην πανάγια σκέπη της. Και η φροντίδα η δική μας, έγινε φροντίδα δική της και αυτή πού ονομάσαμε πρώτη αδελφή και μάνα μας, έγινε η Μεγάλη μας Μητέρα, η ουράνια σκέπη, η πηγή κάθε στοργής και μέριμνας, η ακαταμάχητη προστασία και η θερμότερη μεσιτεία για όλους, από αμαρτωλού εβδελυγμένου έως αγίου, προς τον Υιο της.

ΑΥΡΙΟ ΜΠΑΙΝΕΙ Ο ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ. Ο ΜΗΝΑΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΜΑΣ.

Πέμπτη, Ιουλίου 08, 2021

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ



Λίγο μετά την έκδοση των διαταγμάτων του διωγμού κατά των χριστιανών (303), ο Διοκλητιανός μετέβη, καθώς λένε, στην Αίγυπτο για να καταστείλει τη στάση που προκάλεσε ο σφετεριστής Αχίλλειος. Μετά τη νίκη του και τη στερέωση της εξουσίας του, μετέβη στην Αντιόχεια, όπου η πλειονότητα των κατοίκων είχε αποστραφεί τη λατρεία των ειδώλων για να στραφεί στον Χριστό, τον μόνο αληθινό Θεό και Σωτήρα. Προσέφερε θυσία στον ναό του Απόλλωνος στη Δάφνη και έπειτα επέστρεψε στην πόλη για να δεχθεί τις τιμές των προκρίτων. Μία ειδωλολάτρισσα ευγενικής καταγωγής από την Ιερουσαλήμ, η Θεοδοσία, χήρα ενός χριστιανού ονόματι Χριστοφόρου, ήλθε να παρουσιάσει στον αυτοκράτορα τον γιο της, τον Νεανία, φέρνοντας ως δώρο άφθονο χρυσό και ασήμι και παρακάλεσε τον ηγεμόνα να δεχθεί στην υπηρεσία του τον νέο. Ο Νεανίας κίνησε αμέσως τη συμπάθεια στον Διοκλητιανό και πολύ σύντομα έλαβε τον τίτλο του δούκα της Αλεξανδρείας, με αποστολή τη δίωξη των χριστιανών και τη θανάτωση εκείνων που δεν θα υπάκουαν στα αυτοκρατορικά διατάγματα.
Ο Νεανίας πήρε τον δρόμο για την Αλεξάνδρεια επικεφαλής δύο κοοριτών υπό τη διοίκηση δύο τριβούνων, του Νικόστρατου και του Αντίοχου. Σταμάτησαν στην Απάμεια της Συρίας, απ’ όπου ξεκίνησαν πάλι τη νύχτα για να αποφύγουν τον καυτό ήλιο. Θα είχαν διανύσει περίπου πενήντα χιλιόμετρα, όταν αίφνης μια αστραπή έσχισε τον ουρανό και μια φωνή ακούστηκε: «Πού πηγαίνεις, Νεανία; Και ενάντια σε Ποιον ξεκίνησες να κάνεις πόλεμο;». Τον προειδοποίησε δε, ότι ο διωγμός που ετοιμαζόταν να εξαπολύσει εναντίον των χριστιανών θα οδηγούσε στον θάνατό του και στην αιώνια κόλαση. Ωθούμενος από την καλή διάθεση της συνείδησής του, ο Νεανίας αποκρίθηκε στην φωνή αυτή αποκαλώντας την «Κύριε». Τότε έλαμψε στον ουρανό ένας κρυστάλλινος Σταυρός και από αυτόν βγήκε φωνή λέγουσα: «Εγώ είμαι ο Ιησούς ο Εσταυρωμένος, ο Υιός του Θεού». Ο Νεανίας δέχθηκε τότε όλο το Μυστήριο της ενσάρκου Οικονομίας και ο Χριστός πρόσθεσε: «Αφού Με είδες, θα γίνεις σκεύος εκλογής. Με το σημείο αυτό θα νικήσεις όλους τους αντιπάλους σου. Η ειρήνη Μου ας είναι μαζί σου!». Μόλις χάθηκε η οπτασία, ο Νεανίας έσπευσε στη Σκυθόπολη, όπου έβαλε έναν Εβραίο χρυσοχόο να του φτιάξει έναν ασημένιο Σταυρό σύμφωνα με το πρότυπο εκείνου που του είχε φανερωθεί. Μόλις δε τελείωσε ο Σταυρός, φάνηκαν τυπωμένες σε αυτό τρεις εικόνες με εβραϊκές επιγραφές. Στο επάνω μέρος ήταν γραμμένο «Εμμανουήλ», στη μία πλευρά «Μιχαήλ» και στην άλλη «Γαβριήλ». Ασπάσθηκε ευλαβικά τον Σταυρό και τις αχειροποίητες αυτές εικόνες [1] και επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ.
Συμμορίες Βεδουίνων κούρσευαν κάθε χρόνο τις πόλεις της περιοχής και αρπάζανε νέες κοπέλες ευγενικής καταγωγής για να τις κάνουν στανικά γυναίκες τους. Τη χρονιά εκείνη, επειδή κρεμόταν πάλι η απειλή πάνω από την Ιερουσαλήμ, οι πρόκριτοι ήλθαν να παρακαλέσουν τον Νεανία να τους υπερασπισθεί με τα στρατεύματά του. Ο άγιος άδραξε τον Σταυρό που κρατούσε κρυμμένο και ρίχθηκε στη μάχη επικαλούμενος το σωτήριο Όνομα του Χριστού. Πάνω από έξι χιλιάδες Αγαρηνοί έπεσαν νεκροί χωρίς να πληγωθεί ούτε ένας από τους στρατιώτες του. Επιστρέφοντας στην πόλη, ανήγγειλε την είδηση της νίκης του στη μητέρα του, η οποία, όντας φανατική ειδωλολάτρισσα, την απέδωσε στην προστασία των θεών και τον κάλεσε να προσφέρει ευχαριστήρια θυσία προς τιμήν τους. Ο άγιος τής αποκρίθηκε ότι τη νίκη αυτή τη χρωστούσε στη δύναμη του Χριστού· και φέρνοντας τη μητέρα του στο δωμάτιο όπου βρίσκονταν τα οικογενειακά είδωλα, τα έκανε κομμάτια. Ξεχνώντας κάθε μητρικό αίσθημα και κυριευμένη από οργή η Θεοδοσία, πήγε και κατέδωσε τον γιο της στον αυτοκράτορα Διοκλητιανό, ο οποίος ανέθεσε στον διοικητή της Καισάρειας της Παλαιστίνης, Ουλκίωνα (ή Ούλκιο), να διενεργήσει έρευνα. Ο Νεανίας έσκισε μπροστά στον διοικητή την αυτοκρατορική επιστολή, δηλώνοντας ότι ήταν γι’ αυτόν προτιμότερο να προσφέρει τον εαυτό του θυσία για τον Χριστό παρά να προσφέρει άλογη λατρεία στους ψευδείς θεούς· και βγάζοντας τη ζώνη του την πέταξε με περιφρόνηση στο πρόσωπό του. Ο Ουλκίων πρόσταξε να τον αλυσοδέσουν και να τον μεταφέρουν στην Καισάρεια, τη μητρόπολη της Παλαιστίνης, για να μαστιγωθεί μπροστά στον λαό. Βλέποντας κάποιους από τους παρευρισκομένους να κλαίνε στο θέαμα των βασανιστηρίων του, ο γενναίος αθλητής φώναξε: «Μην κλαίτε για μένα, αλλά για την απώλεια της ψυχής σας. Ποιο το όφελος, αν το σώμα μας βρει την ανάπαυση στη ζωή αυτή και η ψυχή μας την αιώνια κόλαση; Όσο για μένα, χαίρομαι όπως ο γεωργός που ρίχνει τον σπόρο περιμένοντας τη μελλοντική ανταμοιβή». Αφού βασανίστηκε όλη την ημέρα, ρίχθηκε στη φυλακή μισοπεθαμένος και λουσμένος στο αίμα του. Τότε εμφανίσθηκε ο Χριστός μέσα σε δόξα, μέσα σε αγγελικό χορό, έλυσε τα δεσμά του και του είπε: «Στο εξής θα ονομάζεσαι Προκόπιος, γιατί θα προκόψεις στην αρετή μέχρι να βρεις την τελείωση του μαρτυρίου και θα προσφέρεις πλήθος ψυχών στον Θεό» [2]. Ο Κύριος γιάτρεψε όλες τις πληγές του και με την οπτασία αυτή μετέδωσε σ’ αυτόν ανδρεία και τόλμη, ώστε ο Προκόπιος ήταν έτοιμος στο εξής να υπομείνει όλες τις δοκιμασίες στις οποίες τον υπέβαλλαν οι υπηρέτες των δαιμόνων, για να κάνει στο τέλος να διατρανωθεί και να θριαμβεύσει η Αλήθεια.
Λίγο αργότερα ήλθαν οι φύλακες να τον βγάλουν από το δεσμωτήριο και παρουσιάσθηκε μπροστά στον διοικητή με πρόσωπο που έλαμπε σαν ήλιος και με το σώμα άθικτο σαν άσπιλο σεντόνι. Ο Ουλκίων απέδωσε πλανερά το θαύμα τούτο στην εύνοια και προστασία των θεών και τότε ο Προκόπιος, προς έκπληξη του ηγεμόνα, πρότεινε να μεταβούν στον ναό για να προσφέρει θυσία. Περιχαρείς για τη νίκη τους, οι ειδωλολάτρες γέμισαν τους δρόμους με λευκά ενδύματα και κήρυκες σύναξαν όλο τον λαό. Φθάνοντας μπροστά στον ναό, ο άγιος ζήτησε να εισέλθει μόνος του για να προσευχηθεί. Κλείνοντας πίσω τις πόρτες, ο Προκόπιος ανέπεμψε φλογερή προσευχή στον Χριστό και, μόλις έκανε το σημείο του Σταυρού, ευθύς τριάντα έξι αγάλματα συνετρίβησαν και έλιωσαν. Μπροστά στο παράδοξο αυτό, οι δύο τριβούνοι, ο Νικόστρατος και ο Αντίοχος, όπως και άλλοι στρατιώτες του [3], ομολόγησαν τον αληθινό Θεό. Από τον φόβο της στάσης ο διοικητής δεν τόλμησε να τους τιμωρήσει αμέσως, έτσι ήλθαν να βρουν τη νύχτα τον άγιο στη φυλακή για να του ζητήσουν να τους εντάξει στην άφθαρτη στρατιά του Βασιλέα των Ουρανών. Ο Προκόπιος τούς εμπιστεύθηκε στον δεσμοφύλακα Τέρτιο, που ήταν φίλος του και τον παρηγορούσε στις δοκιμασίες του, για να τους οδηγήσει κατόπιν στον επίσκοπο Λεόντιο, ο οποίος και τους βάπτισε. Λίγο αργότερα, με προσταγή του Ουκλίωνος, οι νεόφυτοι αποκεφαλίσθηκαν μπροστά στα μάτια του αγίου Προκοπίου, ενώ ένας αξιοσέβαστος άνθρωπος της πόλης, ο Ευλάλιος, ενταφίασε τα σώματά τους.
Δώδεκα γυναίκες συγκλητικές, που είχαν πιστέψει στον Χριστό μπροστά στα θαυμαστά που ενήργησε ο άγιος Μάρτυρας, συνελήφθηκαν και ρίχθηκαν στην ίδια φυλακή. Ο άγιος Προκόπιος τις κατήχησε όλη την νύκτα στο μυστήριο της Σωτηρίας και τις παρότρυνε να μη φοβηθούν διόλου τα παροδικά μαρτύρια που θα τις λυτρώσουν από την κόλαση και θα τις κάνουν αθάνατες. Το πρωί οδηγήθηκαν μπροστά στον τύραννο στο αμφιθέατρο και πιέσθηκαν να θυσιάσουν. Βλέποντας την υπερφυσική εγκαρτέρηση των αγίων αυτών μαρτύρων στα βασανιστήρια, η Θεοδοσία, η μητέρα του αγίου, κινούμενη από τη θεία Χάρη και αποτασσόμενη κάθε δόξα και κάθε μέριμνα του κόσμου τούτου, φώναξε: «Είμαι κι εγώ δούλη του Εσταυρωμένου!». Την έριξαν στη φυλακή και εκεί φρόντιζε τις πληγές των δώδεκα μαρτύρων, ενώ προπαρασκευάστηκε για το άγιο Βάπτισμα από τον γιο της, που την προέτρεψε στο μαρτύριο, λέγοντας: «Έλα μαζί μας, για να δεις τον αόρατο Θεό στον ουρανό με μάτια αθάνατα!». Αφού βαπτίσθηκε από τον επίσκοπο Λεόντιο, εισήλθε κι αυτή με ζήλο στον χορό των δώδεκα μαρτύρων. Μετά από νέα ακρόαση στο δικαστήριο, κατά την οποία η Θεοδοσία ομολόγησε με φλόγα την Πίστη, υποβλήθηκαν όλες σε βασανιστήρια: τις έσπασαν τα σαγόνια, ξερίζωσαν τους μαστούς και με πυρακτωμένες σιδερένιες σφαίρες έκαψαν τις μασχάλες τους. Παρέμειναν όμως όλες ακλόνητες και ο διοικητής πρόσταξε να τις δέσουν όλες μαζί και να τις αποκεφαλίσουν.
Λίγες μέρες αργότερα, ο άγιος Προκόπιος ανακρίθηκε εκ νέου και, ενώ υποβαλλόταν σε μαρτύρια, θεράπευσε ένα κοριτσάκι που βασανιζόταν από τον δαίμονα. Παρέμεινε στις δοκιμασίες ακλόνητος σαν θαλασσόπληκτος βράχος, σε σημείο που ο Ουλκίων συντετριμμένος από την αποτυχία του προσβλήθηκε από βίαιο πυρετό και εξέπνευσε.
Στη θέση του διορίσθηκε ένας άλλος διοικητής, ο Φλαβιανός, το ίδιο θηριώδης απέναντι στους χριστιανούς. Κάλεσε αμέσως τον άγιο Προκόπιο, ο οποίος προέβη σε μια λαμπρή απολογία της χριστιανικής Πίστεως, αποδεικνύοντας ότι ακόμη και οι αρχαίοι σοφοί είχαν διαισθανθεί τον μόνο αληθινό Θεό [4]. Έξαλλος ο Φλαβιανός, διέταξε έναν στρατιώτη, τον Αρχέλαο, να αποκεφαλίσει τον άγιο· μόλις όμως αυτός ύψωσε το ξίφος, παρέλυσε το χέρι του και ξεψύχησε.
Έξι ημέρες αργότερα, ο άγιος παρουσιάσθηκε πάλι στο δικαστήριο. Κατηγορούμενος για μαγεία, προσφέρθηκε με τη θέλησή του στο μαρτύριο και, ενώ τον κτυπούσαν, συνέχιζε να εμπαίζει τον ανίσχυρο δικαστή. Αφού τον έδειραν με βούνευρα και έκαψαν το σώμα του με αναμμένα κάρβουνα, ο Φλαβιανός διέταξε να βάλουν στο χέρι του κάρβουνα με λιβάνι πάνω από έναν ειδωλολατρικό βωμό με σκοπό να καεί και από τον αφόρητο πόνο να ρίξει το λιβάνι μέσα στον βωμό εν είδει αναγκαστικής θυσίας. Ο άγιος όμως, προσηλώνοντας όλη την έφεση και τη θέλησή του προς τον Θεό, κράτησε ακίνητο το χέρι του για δύο ολόκληρες ώρες, έως ότου αυτό κατακάηκε ολόκληρο!
Ο Φλαβιανός θαύμασε την υπερφυσική αυτή εγκαρτέρηση, αλλά έχοντας τελείως πωρωμένη τη λίθινη καρδιά του, όπως άλλοτε ο σκληροτράχηλος Φαραώ στην Αίγυπτο, παρέδωσε τον Προκόπιο σε νέα βασανιστήρια. Αφού τον κρέμασαν με τα χέρια του τεντωμένα από δύο βαριές πέτρες, τον έριξαν σε αναμμένη κάμινο. Οι στρατιώτες που βρίσκονταν εκεί κοντά κάηκαν, αλλά ο άγιος παρέμεινε αβλαβής σαν τους Τρεις Παίδες στη Βαβυλώνα. Ο Φλαβιανός τότε τον καταδίκασε σε θάνατο. Φθάνοντας στον τόπο της θανάτωσης ο Προκόπιος στράφηκε προς την ανατολή και μεσίτευσε για την πόλη, ώστε να στείλει ο Θεός το φως της γνώσεως στους κατοίκους της, να θεραπεύσει τους ασθενείς της, να έρθει αρωγός στους ανήμπορους και να χορηγήσει τη Χάρη Του σε όλους εκείνους που θα τιμούν με πίστη τη μνήμη του. Μια ουράνια φωνή επιβεβαίωσε ότι όντως η Προσευχή του εισακούσθηκε και τότε ο άγιος έσκυψε γαλήνια τον αυχένα κάτω από το ξίφος για να λάβει έτσι τον αμάραντο στέφανο του σεπτού μαρτυρίου [5].
- Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ -
[1] Το επεισόδιο τούτο χρησιμοποιήθηκε από τους Πατέρες της Δευτέρας Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας, δηλ. της Ζ΄ Οικ. Συνόδου (787), ως επιχείρημα υπέρ της τιμής των ιερών εικόνων.
[2] Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο Χριστός τον βάπτισε και τον κοινώνησε.
[3] Σύμφωνα με ορισμένες εκδοχές οι στρατιώτες ήσαν 1.500.
[4] Παραλλαγές του «Μαρτυρίου» του αγίου αναφέρουν το παράθεμα από την «Ιλιάδα» (Β, 203), η οποία βρισκόταν στην αρχική αφήγηση του Ευσεβίου Καισαρείας (βλ. 22 Νοεμ.).
[5] Τα λείψανα του αγίου Μεγαλομάρτυρος Προκοπίου βρίσκονται από το 1386 στην πόλη Prokuplje της Σερβίας. Να επισημανθεί ότι ο άγιος Προκόπιος που εορτάζεται στις 8 Ιουλίου πρέπει πιθανώς να ταυτισθεί με τον ομώνυμο άγιο που μνημονεύεται στις 22 Νοεμβρίου και που αναφέρεται από τον Ευσέβιο Καισαρείας ως «πρωτομάρτυς» της Παλαιστίνης. Η παρούσα μνήμη του αγίου εμφαίνει τη μεταγενέστερη παράδοση που διεύρυνε σε σημαντικό βαθμό την αφήγηση του μαρτυρίου του.
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 11ος (Ιούλιος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος».
ΜΙΚΡΟ ΩΡΟΛΟΓΙΟ

Σάββατο, Ιουλίου 03, 2021

Κυριακή Β’ Ματθαίου: Λόγος εις το “Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων” (Όσιος Βασίλειος, Επίσκοπος Σελευκείας)


+Bασιλείου Επισκόπου Σελευκείας

O πάνσοφος ιατρός και βασιλεύς, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, βλέποντας την Οικουμένη να νοσεί από το πάθος της ασεβείας και να φλεγμαίνει από τις κοσμικές απάτες που την οδήγησαν στην ειδωλομανία, δεν ρίπτει πύρινη βροχή, ούτε ωθεί τη θάλασσα να εκστρατεύσει κατά της ξηράς, ούτε εξοπλίζει κατά της ασεβείας τη βία των στοιχείων της φύσεως, αλλά πείθει με θαύματα, προσελκύει με ευεργεσίες, και με ουράνιους λόγους μεταπλάθει τα φλεγμονώδη πάθη της ψυχής. Ήδη δε επιλέγει και μερικούς ευτελείς μαθητάς και εμπιστεύεται στα χέρια και στις γλώσσες τους την ιατρεία της Οικουμένης.
«Περιπατών» λέγει «παρά την θάλασσαν της Γαλιλαίας είδε δύο αδελφούς, Σίμωνα τον λεγόμενον Πέτρον και Ανδρέαν τον αδελφόν αυτού, βάλλοντας αμφίβληστρον (δίκτυ) εις την θάλασσαν. Ήσαν γαρ αλιείς. Και λέγει αυτοίς. Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων. Οι δε ευθέως αφέντες τα δίκτυα ηκολούθησαν αυτώ». Ω της αληθώς μεγάλης βουλής και της αθανάτου σοφίας! Θέλοντας να διδάξει τους ανθρώπους πράγματα παράδοξα και δόγμα νέον και πολιτείαν ουράνιον, και αναζητώντας εκείνους που θα υπηρετήσουν ένα τέτοιο δόγμα, παρέβλεψε πόλεις, διέγραψε δήμους, δεν εζήτησε τη βοήθεια κάποιας βασιλείας, περιφρόνησε τη δύναμη του πλούτου, εμίσησε την ισχύ των ρητόρων, δεν εστήριξε την ελπίδα του σε γλώσσες φιλοσόφων. Παρέτρεξε έθνη και δεν υπελόγισε ούτε σε στρατιωτική προπαρασκευή ούτε σε ικανότητα χειρών ούτε σε ταχύτητα ποδών. Και γιατί απαριθμώ τα ανθρώπινα πλεονεκτήματα; Αφήνοντας τις τάξεις των αγγέλων να παραμένουν στην ησυχία, περιήρχετο λιμένες και ποταμούς, ακρογιαλιές και εργαστήρια, θέλοντας να δανεισθεί από αυτά τους υπηρέτες των δογμάτων. Και παρουσιαζόμενος ενώπιόν τους παρακαλούσε λέγοντας: «Δεύτε οπίσω μου, και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων». Εσάς, λέγει, ήλθα να θηρεύσω. Αλιείς επιζητώ και όχι βασιλείς. Ναύτες προτρέπω, όχι δυνάστες. Παύσετε να αγωνίζεσθε κατά της αψύχου θαλάσσης. Μεταφέρετε για χάρη μου την αλιευτική τέχνη στην ξηρά. Εδώ υπάρχει πέλαγος ασεβείας. Σ’ αυτό απλώστε προς χάριν μου τα δίκτυα σας και θηρεύσετε την ευσέβεια. «Δεύτε οπίσω μου» μαθηταί ιδικοί μου και καθηγηταί της Οικουμένης. Χρησιμοποιήστε την τέχνη σας για αλιεία ουράνια. Θάλασσα ειδωλολατρίας απλώνεται παντού, από νέφος πολυθεΐας καλύπτεται η κτίσις. Βυθός ασεβείας έχει κατακλύσει τα πάντα. Πνίγονται άνθρωποι κάτω από τα δαιμονικά κύματα. Πλήρης ο κόσμος από τη δυσωδία των αιμάτων, μολύνεται από τις ζωές που θυσιάζονται. Σε αλιείς θα αναθέσω τη θεραπεία τους, την ιδική σας τέχνη επιζητεί το πάθος τούτο. Ας χρησιμοποιήσουμε σωτήριο φάρμακο για την κτίση που κινδυνεύει.
«Δεύτε οπίσω μου. Οι δε, αφέντες τα δίκτυα ηκολούθησαν αυτώ». Συντρέχει από τον πόθο του Δεσπότου ο χορός των μαθητών. Δεν εθεώρησε ως φαντασία την κλήση, ούτε το μέγεθος της υποσχέσεως τους στέρησε τις ελπίδες, ούτε τους ανάγκασε να εκστομίσουν παρόμοια λόγια προς τον Δεσπότη: Γιατί μας χλευάζεις άνθρωπε, βλέποντάς μας να παλεύουμε με τα κύματα; Γιατί εμπαίζεις τον κόπο μας με λόγια άξια γέλωτος; Μας βλέπεις να ταλαιπωρούμεθα με τη θάλασσα, και ενώ η τέχνη κηρύττει την ευτέλεια, εσύ λέγεις «Δεύτε οπίσω μου, και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων»; Ποίον πλούτον επικαλούμενοι, ειπέ μας, θα ελκύσουμε τους ακροατάς; Μήπως θα τους δείξουμε τα σχισμένα δίκτυα και θα συλλάβουμε σαν θηράματα τους λαούς; Ποίαν ρητορικήν ικανότητα χρησιμοποιώντας θα σαγηνεύσουμε με την καλλιέπεια του λόγου τις ακοές; Ή μήπως με ναυτικές εκφράσεις θα αιχμαλωτίσουμε τις ψυχές των βασιλέων; Ιχθείς εμάθαμε να αλιεύουμε, όχι ανθρώπους.
Τίποτε από αυτά δεν είπαν, ούτε εσκέφθησαν, αλλά πραγματικά, αφού τους διαπέρασε ο λόγος σαν άγκιστρο, ακολούθησαν τον Δεσπότη που τους ωμιλούσε και εδιδάσκοντο μυστικώς τον τρόπο της αλιείας. Να αγρεύουν μάθαιναν, και εκείνα που επρόκειτο να πράξουν, τα υπέμειναν πρώτα εμπράκτως. Έλεγε: «Δεύτε», και καλούμενοι ακολουθούσαν. Ω! η έμπρακτος απόδειξις των λόγων! «Δεύτε», εγώ παρασκευάζω το δόλωμα με τα δικά σας λόγια. Εγώ θα επιστρέψω πόλεις και λαούς με τις φωνές τις δικές σας, σεις είσθε η απαρχή της αλιείας μου. Σας καλλιεργώ χρησιμοποιώντας προς τούτο εσάς τους ίδιους. Μου ήταν δυνατόν να χρησιμοποιήσω βασιλείς ως υπηρέτες. Μου ήταν δυνατόν να προσελκύσω γλώσσες ρητόρων για να υπηρετήσουν το δόγμα μου. Ημπορούσα να εμπιστευθώ στα αγγελικά τάγματα το κήρυγμα. Αλλά τότε η σπουδαιότης των υπηρετών θα αποσπούσε από εμένα τη δοξολογία. Διότι η δύναμις του υπηρετούντος υποκλέπτει τη δόξα του ενεργούντος. Δεν δέχομαι να υπηρετηθώ από τον πλούτο, μήπως συνεργαζόμενος νοθεύσει το θαύμα. Εσάς ευρίσκω έμπιστους φύλακες των θαυμάτων μου. Διότι από όποιους δεν διαθέτουν κανένα ανθρώπινο πλεονέκτημα, από εκείνους διαφυλάττεται ακεραία η δύναμις της Θεότητος. Έτσι θαυμάζεται και ο στρατιώτης, όταν επιτύχει κάποιο ανδραγάθημα με όπλα ευτελή. Η αρετή θέλει να διαμοιράζεται τη δόξα του κατορθώματος με εκείνον που το κατόρθωσε.
Ας αναχαιτισθούν τα λόγια της απιστίας, ας φραγεί η γλώσσα, δεν χωρεί συκοφαντία. Ας μη λέγει κάποιος ασεβής, όταν βλέπει πόλεις και χώρες να αυτομολούν σύσσωμες προς το κήρυγμα: πώς δεν θα έπειθε ο Χριστός, αφού προέβαλε τους σοφιστάς ως κήρυκες; Εφόβισε με όπλα και υπέταξε ψυχές. Δεικνύοντας χρήματα δελέασε οφθαλμούς. Με τον φόβο κυρίευσε τη γνώμη. με πλήθη έφερε τα πλήθη με το μέρος του.
Σεις όμως, απογυμνωμένοι από όλα αυτά, απογυμνώστε από κάθε πρόφαση τους συκοφάντες. «Δεύτε οπίσω μου, και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων». Γίνετε μετά την θάλασσα αλιείς της ξηράς, ας περιβληθεί με δίκτυα η γη. Από τώρα θα είσθε αλιείς ανθρώπων. Επειδή οι άνθρωποι επινόησαν τους αλληλοσπαραγμούς κατά το παράδειγμα των ιχθύων, ας συλληφθούν από τα μεγάλα σας δίκτυα, ας υποστούν ό,τι και οι ιχθείς για να σωθούν.
Αμέσως σαν να διαπέρασε άγκιστρο τις ακοές τους, ηκολούθησαν προθύμως αυτόν που αναζητεί ελεύθερα θύματα. Και χαιρετώντας τα δίκτυα απαρνήθηκαν τη θάλασσα και ακολούθησαν τα νεύματα του Σωτήρος. Έτσι λοιπόν, αφού προμηθεύθηκαν τα δίκτυα του Δεσπότου και έγιναν μαθηταί της παραδοξοτάτης αλιείας, όταν ο Κύριος ανελήφθη εις τους ουρανούς, οι μαθηταί αλίευαν με τα δίκτυα της χάριτος τα γένη των ανθρώπων. Και χρησιμοποιώντας τη νέα τέχνη σε συγκεντρώσεις Ιουδαίων, συνέλαβαν αμέσως τρεις χιλιάδες. Δευτέρα βολή, και τα δίκτυα ήρπασαν πέντε χιλιάδες. Ίσως ποθείτε να μάθετε το δόλωμα με το οποίο συνέλαβαν τους πέντε χιλιάδες. Ήταν ένας χωλός εμπρός στην ωραία πύλη, τον οποίο η φύσις, αδρανοποιώντας τις βάσεις των ποδών με μίαν ασθένειαν, τον παρέδωσε στη χάρη να τον μεταχειρισθεί όπως θέλει. Και αφού τον έδεσε ο Πέτρος με το άγκιστρο της πίστεως, έκαμε όλον τον δήμο δεσμώτη της γλώσσης του. Έγινε και εκείνος ο μέγας Κορνήλιος θήραμα αυτής της σαγήνης.
Αφού συνέλαβαν έτσι τους Παλαιστίνιους, έφεραν στις νήσους την τέχνη της χάριτος, σαγηνεύοντας μετά την ξηρά τη θάλασσα. Είδαν την Κύπρο, αφού είχαν την Αντιόχεια. Μετά από αυτό κατέλαβαν την Παμφυλία. Εσυλήθη η Μακεδονία. Η Θράκη προσέτρεξε, η Ελλάς συνελήφθη από την γλώσσα. Η Ρώμη έκρυψε το διάδημα και προσεκύνησε το κήρυγμα του σταυρού. Αλλεπάλληλες πόλεις εδέχθησαν αυτομάτως να συλληφθούν από τα αποστολικά δίκτυα. Δεν έπαυσαν να τα απλώνουν μέχρι που όλος ο περίβολος της οικουμένης συνελήφθη από τα δεσποτικά δίκτυα. Αλλά ω των παραδόξων και υπερφυσικών γεγονότων! Επειδή ο διάβολος πλήττεται με αυτά που βλέπει, μην υποφέροντας να βλέπει τη σωτηρία εξαπλουμένη, μηχανεύεται να θανατώσει τους κήρυκες, σαν να διεγείρει κάποια αγριότερα θαλάσσια κήτη εναντίον των αλιέων. Αλλά εκείνοι τον μεν θάνατον δέχονται, δεν έπαυσαν όμως την αλιεία και μετά το τέλος τους. Εργάζονται και μετά τον θάνατο το πρόσταγμα του Δεσπότου, και μολονότι κρύπτονται στον τάφο, δεν λησμόνησαν την αποστολή τους. Διότι και οι τάφοι ομιλούν, όταν θελήσει η χάρις. Επειδή είναι αληθής εκείνος που τους εκάλεσε λέγοντας: «Δεύτε και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων».

Τρίτη, Ιουνίου 29, 2021

Εάν οι απόστολοι ισχυρίζονταν την ανάσταση του Χριστού από τους νεκρούς και γι’ αυτό τον ισχυρισμό έπαιρναν μαρμάρινα παλάτια δίπλα στον Ηρώδη στα Ιεροσόλυμα ή το επάγγελμα του συγκλητικού στη Ρώμη, αμέσως ο ισχυρισμός τους θα έδειχνε ψεύτικος.





Όμως, το κήρυγμά τους παίρνει όψη αλήθειας από τη στιγμή, που ξεκινούν γι’ αυτό τους το κήρυγμα να θυσιάζουν τις περιουσίες τους, το χρόνο, τους φίλους, την υγεία και την ευτυχία τους.
Όταν πρώτη φορά οι απόστολοι μίλησαν περί του αναστημένου Χριστού, οι άνθρωποι γελούσαν και τους αποκαλούσαν μεθυσμένους.
Όταν μίλησαν δεύτερη φορά, οι άνθρωποι δεν γελούσαν, αλλά μπόρεσαν να τους αποκαλέσουν πληρωμένους. Όταν οι άνθρωποι τους έβαλαν στα μαρτύρια και πάλι άκουσαν τα ‘ίδια λόγια από το στόμα τους, τότε άρχισαν να σκέφτονται.
Και μόλις είδαν οι άνθρωποι ότι ούτε το αίμα τους δεν λυπούνται να χύσουν προκειμένου να μιλήσουν περί αναστάσεως, τους πίστεψαν.
Όχι η λογική αλλά το αίμα των μαρτύρων απέδειξε την ανάσταση του Χριστού...

(Από Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, ''Αργά βαδίζει ο Χριστός'')

Δευτέρα, Ιουνίου 28, 2021

Πέτρου και Παύλου

Αν η μνήμη κάθε αγίου τελείται, για τους λόγους που είπα­με, από εμάς με ύμνους και τα εγκώμια που ταιριάζουν σ’ αυτούς, πόσο περισσότερο πρέπει του Πέτρου και του Παύλου, της κορυ­φαίας ακρότητας του κορυφαίου χορού των Αποστόλων; Αυτοί είναι κοινοί πατέρες και καθοδηγητές όλων εκείνων που φέρουν το όνομα του Χριστού, αποστόλων, μαρτύρων, οσίων, ιερέων, ιεραρχών, ποιμένων και διδασκάλων, και όλων των ποιμαινομένων και διδασκομένων, ως αρχιποιμένες ή και αρχιτέκτονες της κοινής όλων ευσέβειας και αρετής, και «ως φωστήρες στον κόσμο που επέχουν θέση ζωής» (Φιλ. 2, 16), που τόσο πολύ ξεπερνούν σε λάμψη εκείνους που διέλαμψαν με την ευσέβεια και την αρετή τους, όσο υπερβαίνει τους άλλους αστέρες ο ήλιος, ή όσο οι ουρανοί τους ουρανούς, διηγούμενοι την ανώτατη δόξα του Θεού· τόσο πολύ ξεπερνούν το μέγεθος των ουρανών και το κάλλος των αστέρων και την ταχύτητα και των δύο και την τάξη και τη δύναμη, όσο αυτοί φανερώνουν και τα πάνω από την αίσθηση προς αυτά τα υπερουράνια και υπερκόσμια, και αναπέμπουν φως, «στο οποίο δεν υπάρχει παραλλαγή ή αποσκίασμα μετατροπής» (Ιακ. 1, 17), όχι μόνο εξάγοντας από το σκότος στο θαυμαστό αυτό φως, αλλά καθι­στώντας με τη μετάδοση αυτούς που μετέχουν φως και γεννήμα­τα τέλειου φωτός, ώστε και ο καθένας από αυτούς κατά τη μελλο­ντική ένδοξη παρουσία και επιφάνεια του αρχίφωτου και θεάν­θρωπου Λόγου να λάμψει σαν ήλιος.
Τέτοιοι φωστήρες έχοντας ανατείλει σήμερα σε μας ο ένας μαζί με τον άλλο λαμπρύνουν την Εκκλησία· γιατί η σύνοδος αυτών δεν προκαλεί έκλειψη, αλλά περίσσεια φωτός· γιατί δεν συμβαίνει, περιπολώντας ο ένας επάνω, να είναι εδραιωμένος στα ύψη, και ο άλλος να είναι χαμηλότερα για να υποσκιάσει τον άλλο, ούτε ο ένας να ηγείται της ημέρας και ο άλλος της νύχτας, ώστε φερόμενος αντίκρυ να πέσει στη σκιά, ούτε ο ένας να εκπέμπει το φως και ο άλλος να παίρνει το φως από εκεί, ώστε να παθαίνει από αυτό αλλοίωση, δεχόμενος άλλοτε αλλιώς τον φωτι­σμό ανάλογα με την απόσταση, αλλά, αφού και οι δύο κατέστη­σαν εξίσου μέτοχοι του Χριστού, της αστείρευτης πηγής, του αιώ­νιου φωτός, απέκτησαν ίσο και το ύψος και τη δόξα και τη λαμπρότητα. Γι’ αυτό και είναι αλληλουχία η σύνοδος των φω­στήρων αυτών, που χορηγεί διπλάσια έλλαμψη στις ψυχές των πιστών.

άγιος γρηγόριος παλαμάς

Κυριακή, Ιουνίου 27, 2021


 

Καθώς δηγοσαν τούς μάρτυρες γυμνούς, μέ δεμένα πίσω τά χέρια καί πό παντο τούς χτυποσαν καί τούς ξέσκιζαν, φαίνονταν πώς νικονταν, μως ατοί ν καί τραυματίζονταν, στηναν τό τρόπαιο τς νίκης ναντίον το διαβόλου. Καί πως τό διαμάντι ταν χτυπιέται δέν σπάζει, οτε μαλακώνει, λλά διαλύει τό σίδερο πού τό χτυπτσι κριβς καί ο ψυχές τν γίων, ν βασανίζονταν τόσο πολύ, ο διες δέν πάθαιναν κανένα κακό, λλά διέλυαν τή δύναμη κείνων πού τούς χτυποσαν καί τούς διωχναν πό τούς γνες νικημένους, ντροπιασμένους καί βαριά τραυματισμένους. Γιατί δεσαν τούς μάρτυρες καί στό ξύλο καί τρυποσαν τά πλευρά τους, νοίγοντας βαθιά αλάκια, σάν νά ργωναν τή γλλά δέν σκιζαν τά σώματά τους. Καί μποροσε νά δε κανείς λαγόνες ξεσκισμένες, πλευρά νοιγμένα καί στήθη τσακισμένα. Οτε δ μως σταματοσαν τή μανία τους τά αμοβόρα κενα θηρία, λλά, φο τούς κατέβαζαν πό τό ξύλο, τούς τέντωναν σέ σιδερένια σχάρα πάνω σέ ναμένα κάρβουνα. Καί τότε μποροσες νά δες κόμη σκληρότερα θεάματα πό τά προηγούμενα. Νά τρέχουν δηλαδή διπλές σταγόνες πό τά σώματά τους, λλες πό τό αμα πού χυνόταν καί λλες πό τίς σάρκες πού λειωναν. Ο γιοι μως πού ταν ξαπλωμένοι πάνω στά κάρβουνα σάν νά ταν ρόδα, παρακολουθοσαν μέ πολλή εχαρίστηση τά σα γίνονταν.

2. σύ μως ταν κούσεις σιδερένια σχάρα φέρε στό νο σου τή νοητή σκάλα, πού εδε  πατριάρχης ακώβ νά πλώνεται πό τή γ στόν ορανό. πό κείνη κατέβαιναν γγελοι, πό ατήν νεβαίνουν μάρτυρες, καί τίς δύο δέ τίς στηρίζει  Κύριος. Δέν θά ντεχαν τούς πόνους ατοί ο γιοι, ν δέν στηρίζονταν σ ατή τή σκάλα. πό κείνη νεβαίνουν καί κατεβαίνουν γγελοι. Καί πό ατή, εναι λοφάνερο πώς νεβαίνουν καί μάρτυρες. Καί γιατί ατό; πειδή ο γγελοι στέλνονται γιά νά πηρετήσουν ατούς πού θά κληρονομήσουν τή σωτηρία. Ο μάρτυρες μως σάν θλητές καί νικητές, φο παλλάχθηκαν πό τούς γνες, φυγαν στή συνέχεια γιά τόν γωνοθέτη.

λλά ς μήν γγίζουν μονάχα τ φτιά μας τά σα λέγονται. ταν δηλαδή κομε τι πρχαν κάρβουνα, κάτω πό τά καταπληγωμένα σώματα, ς ναλογιστομε πς νιώθουμε ταν μς πιάσει ξαφνικά πυρετός. Νομίζουμε τι  ζωή εναι νυπόφορη, ταραζόμαστε, δυσανασχετομε, γκρινιάζουμε σάν μικρά παιδιά, θεωρώντας τι  φλόγα το πυρετο δέν εναι καθόλου μικρότερη πό τήν κόλαση. Ατοί μως, χωρίς νά τούς πιάσει πυρετός, λλά χοντας λόγυρά τους τή φλόγα νά τούς ζώνει καί τίς σπίθες νά πηδον πάνω στίς πληγές καί νά δαγκώνουν τά τραύματα πιό γρια πό κάθε θηρίο, ταν σάν δαμάντινοι καί βλεπαν τά σα γίνονταν σάν νά συνέβαιναν σέ ξένα σώματα. τσι μέ πολλή γενναιότητα καί μέ πολλή νδρεία στέκονταν σταθεροί στήν μολογία τους, μένοντας κλόνητοι σ λα τά βασανιστήρια καί κάνοντας νά λάμψει καί  δική τους νδρεία καί  χάρη το Θεοχετε δε πολλές φορές ν νεβαίνει ψηλά τήν αγή  λιος καί νά στέλνει τίς χρυσές κτίνες του; , τέτοια ταν τά σώματα τν γίων. Σάν χρυσές κτίνες τούς περικύκλωναν πό παντο σάν ρυάκια μέ τό αμα καί καναν νά λάμπει τό σμα τους πολύ περισσότερο π ,τι κάνει  λιος τόν ορανό.

Βλέποντας ατό τό αμα ο γγελοι χαίρονταν, ο δαίμονες φοβονταν καί  διος  διάβολος τρεμε. Γιατί δέν ταν πλς αμα ατό πού τώρα βλεπαν, λλά αμα σωτήριο, αμα γιο, αμα ξιο γιά τούς ορανούς, αμα πού διαρκς ποτίζει τά καλά φυτά τς κκλησίας. Εδε τό αμα καί φριξε  διάβολος, γιατί θυμήθηκε λλο αμα, τό αμα το Δεσπότου Χριστο. Γιά χάρη κείνου το αματος χύθηκε ατό. Γιατί πό τότε πού κεντήθηκε  πλευρά το Δεσπότου βλέπεις στή συνέχεια νά κεντονται μέτρητες πλευρές. Ποιός λοιπόν δέν θά παιρνε μέρος μ εχαρίστηση πολλή σ ατούς τούς γνες, ταν πρόκειται νά γίνει μέτοχος τν παθημάτων το Δεσπότου καί νά χει τόν διο θάνατο μέ τόν Χριστό; Εναι ρκετή ατή  νταπόδοση καί μεγαλύτερη  τιμή.  μοιβή ξεπερνάει τά κατορθώματα καί ρχεται πρίν πό τόν ρχομό τς Βασιλείας τν ορανν. ς μήν φοβόμαστε λοιπόν ταν κομε τι  τάδε μαρτύρησε, λλά ς τρομάζουμε ταν κομε τι  τάδε δειλίασε καί πεσε, ν μπροστά του εχε τέτοια βραβεα.

Καί ν θέλεις ν κούσεις τί γινε στερα μάθε πώς ατά δέν μπορε νά τά παραστήσει κανένας νθρώπινος λόγος, πως λέει καί  πόστολος Παλος: «Οτε μάτι εδε, οτε ατί κουσε, οτε νθρώπινος νος ναλογίστηκε ατά, πού τοίμασε  Θεός γιά κείνους πού τόν γαπον» (Α’ Κορ. 2, 9). Καί κανένας πό τούς νθρώπους δέν γάπησε τόσο τό Θεό, σο ο μάρτυρες. Βέβαια δέν θά σιωπήσουμε, πειδή τό μέγεθος τν γαθν πού χουν τοιμαστε ξεπερν καί τό λόγο καί τή σκέψη μας, λλά σο εναι δυνατόν καί μες νά πομε καί σες ν κούσετε, θά προσπαθήσουμε νά σς δείξουμε μυδρά τή μακαριότητα πού περιμένει τούς μάρτυρες στόν ορανό. Γιατί θά τή γνωρίσουν καθαρά μόνον ατοί ο ποοι θά τήν πολαύσουν προσωπικά. Καί τά μέν δεινά ατά καί βάστακτα τά ποφέρουν ο μάρτυρες γιά λίγο χρονικό διάστημα. Μετά μως πό τήν παλλαγή τους πό τή ζωή ατή νεβαίνουν στούς ορανούς, ν προπορεύονται γγελοι καί τούς περιστοιχίζουν ρχάγγελοι. Γιατί ο γγελοι δέν ντρέπονται τούς συνδούλους τους, λλά θά θελαν νά κάνουν τά πάντα γι ατούς, πειδή καί κενοι προτίμησαν νά δεινοπαθήσουν γιά τό Δεσπότη τους Χριστό.

Καί ταν νεβον στόν ορανό, λες κενες ο γιες δυνάμεις τρέχουν νά τούς προϋπαντήσουν. ν λοιπόν, ταν ξένοι θλητές ρχονται στήν πόλη, λος  λαός τρέχει πό παντο καί φο τούς περικυκλώσουν παρατηρον καλά πό κοντά τή δύναμη πού χουν τά μέλη το σώματός τους, πολύ περισσότερο ταν ο θλητές τς εσέβειας νεβον στούς ορανούς τρέχουν νά τούς προϋπαντήσουν ο γγελοι καί λες ο οράνιες δυνάμεις. Τρέχουν πό παντο γιά νά παρατηρήσουν τά τραύματά τους καί τούς ποδέχονται λους καί τούς σπάζονται σάν ρωες πού γύρισαν πό τόν πόλεμο καί τή μάχη καί στερα πό πολλά τρόπαια καί νίκες. πειτα τούς δηγον μέ μεγάλη συνοδεία πρός τό βασιλιά τν ορανν, στό θρόνο κενο πού εναι γεμάτος πό πολλή δόξα, που βρίσκονται τά Χερουβίμ καί τά Σεραφίμ. Καί ταν φτάσουν κε καί προσκυνήσουν κενον πού κάθεται πάνω στό θρόνο, πολαμβάνουν πλέον περισσότερη τιμή πό τό Δεσπότη πό κείνη πού πολαμβάνουν πό τούς συνδούλους τους γγέλους. Γιατί δέν τούς δέχεται σάν δούλους - ν καί ατό θά ταν μεγάλη τιμή καί δέν μπορε κανείς νά βρε ση μ ατήν - λλά σάν φίλους Του. «Γιατί σες», λέει  Κύριος, «εσαστε φίλοι μου» (ωαν. 15, 14). Καί πολύ σωστά τό λέει, γιατί καί λλο επε: «Μεγαλύτερη πό ατή τήν γάπη δέν χει κανένας, στε νά δώσει τή ζωή του γιά χάρη τν φίλων του» (ωαν. 15, 13).

ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

γκώμιο στούς γίους Πάντες,
πού μαρτύρησαν σ λο τόν κόσμο