ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Κυριακή, Απριλίου 18, 2021

καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν...



 «Ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτοὺς λέγει αὐτοῖς· οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν· οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ᾿ ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος, καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος». (Μαρκ. ι΄ 42-44).

Εδώ έχουμε μια καινούργια κατάσταση πραγμάτων. Εδώ έχουμε μια καινούργια κοινωνική συνταγή, άγνωστη κι ανήκουστη στον προ Χριστού ειδωλολατρικό κόσμο. Στους ειδωλολάτρες οι άρχοντες έδειχναν την κυριαρχία τους με τη δύναμη, με τη βία. Οι κυβερνώντες κυβερνούσαν με την αυθεντία της εξουσίας και της δύναμης, της κληρονομιάς ή του πλούτου. Κυβερνούσαν κι εξουσίαζαν. Οι άλλοι υποτάσσονταν από φόβο και τους υπηρετούσαν με τρόμο. Αυτοί τον εαυτό τους λογάριαζαν πρώτο, ανώτερο και καλλίτερο, μόνο και μόνο επειδή βρίσκονταν στην εξουσία λόγω κοινωνικής θέσεως, δύναμης και τιμής. Η κοινωνική θέση, η δύναμη κι ο πλούτος ήταν ο τρόπος που μετρούσαν την υπεροχή των ανθρώπων.

Ο Κύριος Ιησούς απορρίπτει τη μέθοδο αυτή και θεσμοθετεί την διακονία ως μέτρο υπεροχής σ’ εκείνους που τον πιστεύουν. Πρώτος δεν είναι εκείνος που τα μάτια των ανθρώπων τον βλέπουν ανεβασμένο ψηλά, αλλ’ αυτός που οι καρδιές των ανθρώπων νιώθουν ότι είναι καλός. Σε μια χριστιανική κοινωνία το στέμμα δεν προσφέρει την πρώτη θέση αυτοδίκαια, τα πλούτη κι η δύναμη δεν απονέμουν ανωτερότητα. Η κλήση κι η κοινωνική θέση είναι κενά σχήματα, αν δεν συμπληρώνονται με την υπηρεσία των άλλων στο όνομα του Χριστού. Όλα τ’ άλλα εξωτερικά σημάδια και σύμβολα υπεροχής είναι ένα απλό καλειδοσκόπιο, αν η υπεροχή δεν έχει αποκτηθεί και δικαιωθεί με την υπηρεσία των άλλων. Εκείνος που παραμένει στην κορυφή με τη βία, βρίσκεται εκεί με μεγάλη ανασφάλεια. Κι όταν πέσει, θα λάβει σίγουρα την κατώτερη θέση. Εκείνος που αγοράζει την ανωτερότητά του, θα λάβει την ανταπόδοσή του από τα χείλη και τα χέρια των ανθρώπων, αλλά θα περιφρονηθεί από τις καρδιές τους. Εκείνος που στέκεται πάνω από τους ανθρώπους με τη βία, είναι σα να στέκεται πάνω σε ηφαίστειο φθόνου και μίσους, ωσότου το ηφαίστειο εκραγεί και χαθεί μες στην λάβα.

«Οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν», είναι η εντολή του Κυρίου. Τέτοια κοινωνική πρακτική προέρχεται από τον πονηρό, όχι από τον αγαθό. Έτσι ζουν τα τέκνα του σκότους, όχι τα τέκνα του φωτός. Κι εσείς είστε τέκνα του φωτός. Ανάμεσά σας αφήστε να βασιλεύει η υπεροχή της αγάπης, η ανωτερότητα της αγάπης ας κυριαρχήσει της εξουσίας. Εκείνος από σας που προσφέρει τη μεγαλύτερη υπηρεσία στους αδελφούς του από αγάπη, θα είναι πρώτος στα μάτια του Θεού. Η υπεροχή του θ’ αντέξει τόσο στην πρόσκαιρη ζωή όσο και στη μέλλουσα. Ο θάνατος δεν έχει εξουσία στην αγάπη, ούτε σ’ ό,τι έχει δημιουργήσει η αγάπη. Εκείνος που αποκτά υπεροχή σ’ αυτόν τον κόσμο λόγω της αγάπης του, θα την κρατήσει και στη μέλλουσα ζωή. Δε θα του αφαιρεθεί, αλλά θ’ αυξάνεται και θα βεβαιώνεται αιώνια.

Όποιος γνωρίζει πόσο κακό έχει συσσωρευτεί και συσσωρεύεται στον κόσμο με τον αγώνα για την απόκτηση υπεροχής, θα καταλάβει πως η διδαχή αυτή του Χριστού είναι πρόξενος ειρήνης. Μ’ αυτήν ξεκίνησε η μεγαλύτερη και πιο ευλογημένη επανάσταση στην κοινωνία των ανθρώπων – από τότε που εμφανίστηκε στον κόσμο η κοινωνία αυτή. Αναλογίσου τι θα σήμαινε για τον κόσμο αν η ισότητα κι η κοινωνική θέση εξαρτιούνταν από την παροχή υπηρεσίας και την αγάπη, αντί της βίας, του πλούτου, της πολυτέλειας ή της υποτιθέμενης γνώσης. Αλήθεια, πόσοι απ’ αυτούς που νομίζουν ότι είναι πρώτοι, θα βρίσκονταν στην τελευταία θέση! Πόσοι απ’ αυτούς που θα πίστευαν πως ήταν τελευταίοι, θα βρίσκονταν πρώτοι! Αλήθεια, πόση χαρά θα γέμιζε τις καρδιές των ανθρώπων, πόση ευταξία, ειρήνη κι αρμονία θα βασίλευε! Θα συναγωνίζονταν όλοι ποιος θα υπηρετήσει τον άλλον, όχι ποιος θα τον κυβερνήσει. Όλοι θα βιάζονταν να δώσουν και να βοηθήσουν, παρά να πάρουν και να εμποδίσουν. Κάθε καρδιά θα γέμιζε με χαρά και φως, όχι με κακία και σκότος. Τότε ο διάβολος θα ’παιρνε ένα φανάρι και θα ’ψαχνε όλον τον κόσμο για να βρει έναν άπιστο, αλλά δεν θα ’βρισκε κανέναν.

Όπου βασιλεύει η αγάπη, ο Θεός είναι φανερός και ορατός απ’ όλους. Αυτό δεν είναι ουτοπία, δεν είναι απραγματοποίητο όνειρο. Η αλήθεια του φανερώνεται στα τελευταία λόγια του Χριστού στο σημερινό ευαγγέλιο: «Ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι, καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν» (Μάρκ. ι΄ 45). Ο Υιός του ανθρώπου δεν ήρθε στη γη για να τον διακονήσουν οι άλλοι, αλλά να τους διακονήσει ο ίδιος. Ήρθε για να δώσει τη ζωή Του ως λύτρο και αντάλλαγμα για τις αμαρτίες πολλών.

***

Ο Κύριός μας δεν έδωσε στους ανθρώπους ούτε μια εντολή που δεν την τήρησε πρώτα ο ίδιος και μάλιστα σε τέλειο βαθμό. Άφησε έτσι το παράδειγμά Του σε όλους μας. Ο Κύριος τήρησε την εντολή της διακονίας των ανθρώπων σ’ όλη τη διάρκεια της επίγειας ζωής Του, ακόμα και με τον τρόπο που ήρθε στη γη, με το θάνατό Του και τελικά με την ακατάπαυστη αγαπητική δραστηριότητά Του για το ανθρώπινο γένος και μετά το θάνατό Του, με την εκ νεκρών ανάστασή Του και με την αποστολή του Αγίου Πνεύματος. Με το θάνατό Του έδωσε τη ζωή Του λύτρον αντί πολλών. Δε λέει για όλους, αλλά για πολλούς. Αυτό σημαίνει πως θα βρεθούν και μερικοί που δε θα δεχτούν την αγάπη Του, δε θα εκτιμήσουν τη θυσία Του. Η διακονία της αγάπης Τον οδήγησε στο πάθος και το θάνατο. Εκείνος που διακονεί από αγάπη κι όχι από αίσθηση καθήκοντος, δε θα υποχωρήσει μπροστά στο θάνατο.

Η διακονία του Χριστού στους ανθρώπους δεν περιορίζεται από το χρόνο. Το πάθος ή ο θάνατος επομένως έχουν όλα τα σημάδια της τέλειας, της λυτρωτικής θυσίας. Με τη διακονία Του ο Κύριος λύτρωσε το ανθρώπινο γένος από την εξουσία του διαβόλου, από την αμαρτία και το θάνατο. Δε θα μπορούσε ο Κύριος όμως ν’ αναλάβει ή να ολοκληρώσει τέτοια διακονία χωρίς τη μέγιστη κι ανυπέρβλητη ταπείνωσή Του. Ενώ ήταν άναρχος, προαιώνιος, έγινε έσχατος. Εμφανίστηκε στον κόσμο ως δούλος, ως διάκονος, ώστε με τη διακονία Του στους ανθρώπους να φτάσει για μια ακόμα φορά στο ανυπέρβλητο ύψος Του, για να δείξει στους ανθρώπους το δρόμο του πραγματικού ύψους, της αληθινής υπεροχής, της μέγιστης και διαρκούς ανωτερότητας. Υπάρχουν άνθρωποι που δέχτηκαν το παράδειγμα αυτό του Υιού του Θεού στην καρδιά τους, ακολούθησαν το παράδειγμά Του και στο όνομά Του δόθηκαν ολοκληρωτικά στην αγαπητική διακονία των ανθρώπων. Ήταν κι άλλοι όμως που περιφρόνησαν το παράδειγμα και τη διδαχή Του. Ποιά τύχη περίμενε τους πρώτους και ποια τους δεύτερους; Την απάντηση θα τη βρούμε στην ιστορία των αποστόλων του Χριστού:

Ο Ιούδας απόρριψε τόσο το παράδειγμα του Χριστού όσο και τη διδασκαλία Του και τελείωσε την επίγεια ζωή Του μ’ έναν επονείδιστο τρόπο. Κρεμάστηκε. Οι υπόλοιποι έντεκα απόστολοι που έβαλαν στην καρδιά τους τα λόγια του σημερινού ευαγγελίου για την ταπείνωση και στη συνέχεια προσπάθησαν να μιμηθούν το παράδειγμα του Διδασκάλου τους στην αγαπητική διακονία, δοξάζονται στη γη και τον ουρανό, στο χρόνο και την αιωνιότητα. Όλοι εκείνοι που απόρριψαν τη διδασκαλία και το παράδειγμα του Χριστού, ακολούθησαν τα βήματα του Ιούδα. Εκείνοι όμως που έκαναν δική τους τη σωτήρια διδασκαλία Του και μιμήθηκαν το ανυπέρβλητο παράδειγμά Του, ακολούθησαν τα βήματα των έντεκα αποστόλων.

Η Ιστορία αναφέρει χιλιάδες Ιούδες, όπως και χιλιάδες χιλιάδων αληθινούς και πιστούς μαθητές κι ακόλουθους του Κυρίου και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού. Όπως βγήκε Νικητής ο Κύριος στο τέλος της σύντομης επίγειας ζωής Του, έτσι θα βγει Νικητής και στο τέλος ολόκληρης της μακράς ιστορίας του κόσμου. Ο στρατός των σεσωσμένων και ένδοξων πιστών Του θα είναι ασύγκριτα μεγαλύτερος από εκείνον του αντικείμενου, του πονηρού, που αποτελείται από τους φίλους του διαβόλου κι εχθρούς του Θεού.

Εύχομαι να βρεθούμε στο στρατό εκείνο των σεσωσμένων και δοξασμένων. Εύχομαι ο Κύριος Ιησούς να γίνει ίλεως σε μας την Έσχατη Μέρα, όταν θα σκοτιστεί ο αισθητός ήλιος και δε θα ξαναφωτίσει πια. Γλυκύτατε και Ζωοποιέ Κύριε, συγχώρεσε τις αμαρτίες μας προτού φτάσει η μέρα εκείνη! Απόρριψε όλα τα έργα μας ως ανάξια κι ακάθαρτα και σώσε μας με το αμέτρητο έλεός Σου, μ’ αυτό που ήρθες στη γη για να σώσεις εμάς τους ανάξιους. Σε Σένα πρέπει η δόξα, μεγάλε και θαυματουργέ Κύριε, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Καιρός μετανοίας: Από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου ως την Μεγάλη Παρασκευή: Ομιλίες Β΄, 1η έκδ., Εκδόσεις: ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΟΤΣΗΣ, Αθήνα, 2010

Σάββατο, Απριλίου 17, 2021

Κυριακή Ε΄Νηστειών:Ἡ ὁδὸς τῆς Σταύρωσης

 Metr.Anthony Bloom

Ἑβδομάδα μ’ ἑβδομάδα νοιώθουμε ὅτι πλησιάζουμε ὁλοένα τὴν ἔνδοξη Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Καὶ μᾶς φαίνεται ὅτι κινούμαστε γρήγορα, ἀπὸ Κυριακὴ πρὸς Κυριακή, πρὸς τὴν ἡμέρα ποὺ κάθε φόβος, κάθε φρίκη θὰ χαθεῖ.

Κι ὅμως τόσο εὔκολα ξεχνᾶμε ὅτι πρὶν φτάσουμε τὴν ἡμέρα τῆς Ἀνάστασης, πρέπει μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, μαζὶ μὲ τοὺς Ἀποστόλους Του, νὰ βαδίσουμε τὴν ὁδὸ τῆς Σταύρωσης. «Ἰδού, ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου θὰ παραδοθῆ εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ θὰ Τὸν σταυρώσουν, καὶ τὴν τρίτην ἡμέραν θὰ ἀναστηθεῖ». Ὅλοι ξέρουμε ὅτι θὰ ἀναστηθεῖ, ἀλλὰ ἔχουμε πότε ἀναρωτηθεῖ πῶς γύρισαν οἱ μαθητές Του στὴν Ἱερουσαλήμ, ξέροντας ὅτι ἡ Σταύρωση ἦταν κοντά; Κινοῦνταν φοβισμένοι. Δὲν εἶχαν ὡριμάσει τόσο, ὥστε νὰ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ καὶ τὴν ζωή τους θὰ ἔδιναν γιὰ νὰ διαδοθεῖ τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου. Κινοῦνταν μὲ φόβο. Ὅταν ὁ Χριστὸς τοὺς εἶπε νὰ γυρίσουν στὴν Ἱερουσαλήμ, τὴν πόλη ποὺ εἶχε ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό, βάζοντας τὴν ζωή Του σὲ κίνδυνο, ἐκεῖνοι Τοῦ εἶπαν: «ἂς μὴν πᾶμε..», καὶ μόνον ἕνας μαθητής, ὁ Θωμᾶς, εἶπε: «Ὄχι. Ἂς πᾶμε μαζί Του, κι ἂς πεθάνουμε μαζί Του».

Ὁ μαθητὴς εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ ἀνόητα πιστεύω, ὀνομάσαμε Ἄπιστο: ὁ μόνος ποὺ δὲν ἦταν ἕτοιμος νὰ δώσει τὴν ἐμπιστοσύνη του, τὴν πίστη, τὴν ζωή του, τὸ αἷμα του, χωρὶς βεβαιότητα. Ἀλλὰ ἡ καρδιὰ του ἦταν ἀνεπιφύλακτα δοσμένη στὸν Χριστό. Πόσο ὑπέροχο νὰ εἶναι κάποιος ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος! Ἀλλὰ καὶ οἱ ὑπόλοιποι μαθητὲς δὲν θὰ ἐγκαταλείψουν τὸν Χριστό. Θὰ βαδίσουν μαζί Του πρὸς τὴν Ἱερουσαλήμ.

Ἔχουμε σήμερα ἀκόμα τὸ παράδειγμα ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ζοῦσε μιὰ τραγωδία πρὶν συναντήσει τὸν Χριστό. Εἶναι ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία. Ἦταν ἁμαρτωλή. Ἦταν πόρνη. Δὲν πίστευε στὸν Θεό, οὔτε μὲ τὴν ψυχή, οὔτε μὲ τὸ σῶμα. Δὲν εἶχε σεβασμὸ σὲ αὐτὸ τὸ σῶμα ποὺ ὁ Θεὸς ἔχει δημιουργήσει, οὔτε σ’ αὐτὴ τὴν ψυχή. Κι ὅμως ἦρθε, μὲ τραγικὸ τρόπο, ἀντιμέτωπη μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ὑπῆρχε τρόπος νὰ τῆς ἐπιτραπεῖ ἡ εἴσοδος στὸν Ναὸ ἐκτὸς ἂν ἀπέρριπτε τὸ κακὸ καὶ διάλεγε τὴν ἁγνότητα, τὴν μετάνοια, τὴν νέα ζωή.

Ἂς συλλογιστοῦμε τοὺς μαθητὲς ποὺ σχεδὸν ἱκέτεψαν τὸν Χριστὸ νὰ μὴν ἐπιστρέψει στὴν Ἱερουσαλήμ, ἐπειδὴ ἡ Ἱερουσαλὴμ ἦταν μιὰ πόλη ὅπου ὅλοι οἱ προφῆτες εἶχαν πεθάνει, δὲν ἤθελαν νὰ πεθάνει ὁ Χριστός, καὶ φοβόντουσαν. Ἂς ἀναρωτηθοῦμε πόσο τοὺς μοιάζουμε. Ἂς ἀναρωτηθοῦμε εἰλικρινὰ σήμερα  κατά πόσο μοιάζουμε ἢ ὄχι στὴν ὁσία Μαρία τὴν Αἰγυπτία· τὴν Μαρία ποὺ εἶχε ζήσει τὴν ζωὴ της σύμφωνα μὲ τοὺς τρόπους καὶ τὶς ἐπιθυμίες της, παρασυρόμενη ἀπ’ ὅλους τοὺς πειρασμοὺς τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς· καὶ μία μέρα συνειδητοποίησε ὅτι στὴν κατάσταση ποὺ ἦταν δὲν μποροῦσε νὰ εἰσέλθει στὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ.

Πόσο εὔκολα μπαίνουμε ἐμεῖς στὸ ναὸ, ξεχνώντας τόσο εὔκολα ὅτι ἡ ἐκκλησία εἶναι ἕνα μικρὸ κομμάτι τοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐπιλέξει νὰ ζεῖ ἀποκομμένος ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ ἔχει ἀπορρίψει τὸν Θεό, ἔχει χάσει τὸ ἐνδιαφέρον του γι’ Αὐτόν· κι ὅτι οἱ λίγοι πιστοὶ δημιουργήθηκαν ἀπὸ τὸν Θεὸ σὰν καταφύγιο· ναί, ἡ ἐκκλησία εἶναι ἡ πληρότητα τοῦ Παραδείσου, καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ ἕνα τραγικὸ καταφύγιο, τὸ μόνο μέρος ποὺ ἔχει δικαίωμα νὰ βρίσκεται ὁ Θεὸς ἐπειδὴ εἶναι καταζητούμενος. Κι ὅταν ἐρχόμαστε ἐδῶ, μπαίνουμε στὸ βασίλειο τοῦ Θεοῦ. Θὰ πρέπει νὰ ἐρχόμαστε μὲ μία αἴσθηση δέους ὄχι ἁπλὰ νὰ περπατᾶμε ἐκεῖ ὅπως σ’ ἕνα ἄλλο μέρος, ἀλλὰ σ’ ἕναν τόπο ποὺ εἶναι ἤδη τὸ Βασίλειο τοῦ Θεοῦ.

Ἂν εἴχαμε αὐτὴν τὴν διάθεση, ὅταν ἐρχόμαστε στὴν πόρτα τῆς Ἐκκλησίας, θὰ μπορούσαμε νὰ εἴμαστε, ἂν καὶ ἀσήμαντοι, σὰν τὴν Μαρία τὴν Αἰγυπτία. Θὰ σταματούσαμε καὶ θὰ λέγαμε, «πῶς μπορῶ νὰ μπῶ στὸν ναό;» Καὶ ἂν τὸ κάναμε αὐτὸ ὁλόψυχα, μὲ μιὰ καρδιὰ συντετριμμένη, μὲ μιὰ αἴσθηση τρόμου ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι εἴμαστε τόσο μακρυὰ ἀπὸ τὸν Θεό, τόσο ξένοι, τόσο ἄπιστοι, τότε θὰ ἄνοιγαν οἱ θύρες, καὶ θὰ βλέπαμε ὅτι δὲν βρισκόμαστε ἁπλὰ σ’ ἕναν μεγάλο χῶρο περιτριγυρισμένο ἀπὸ τοίχους, ἀλλὰ βρισκόμαστε σ’ ἕναν τόπο ποὺ εἶναι ὁ Παράδεισος τοῦ Θεοῦ ποὺ ἦλθε στὴν γῆ.

Ἂς μάθουμε ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἐμπειρία τί σημαίνει νὰ προχωρᾶμε βῆμα-βῆμα πρὸς τὴν Ἀνάσταση, ἐπειδὴ γιὰ νὰ φτάσουμε στὴν Ἀνάσταση πρέπει νὰ περάσουμε μέσα ἀπὸ τὸν Γολγοθᾶ, πρέπει νὰ περάσουμε ἀπὸ τὴν τραγωδία τῆς Μ. Ἑβδομάδας καὶ νὰ τὴν κάνουμε δική μας, μετέχοντας μὲ τὸν Χριστό, τοὺς μαθητές Του καὶ τὰ πλήθη ὁλόγυρα, στὸν φόβο, στὸν τρόμο αὐτοῦ τοῦ γεγονότος· κι ἐπίσης νὰ τὸ ζήσουμε σὰν μιὰ φωτιὰ ποὺ θὰ κατακάψει ὅ,τι εἶναι εὐτελὲς γιὰ τὸν Θεὸ καὶ θὰ μᾶς καθαρίσει. Κι ἴσως μία μέρα, ὅταν ἡ φωτιὰ θὰ ἔχει κατακάψει ὅ,τι δὲν εἶναι ἄξιο γιὰ τὸν Θεό, καθένας ἀπὸ μᾶς ἴσως γίνει μιὰ εἰκόνα τῆς φλεγομένης βάτου, πυρακτωμένης ἀπὸ τὴν θεία φλόγα καὶ μὴ καιομένης, ἐπειδὴ θὰ εἶχε ἀπομείνει σὲ μᾶς μόνο ὅ,τι θὰ ἐπιβίωνε ἀπὸ τὴν θεϊκὴ φωτιά. Ἀμήν.

Ι.Μ.Α.Ι.Κ

Κυριακή Ε' Νηστειών



Ομιλία του Βασιλείου Επισκόπου Σελευκείας εις το «Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα και ο Υιός του ανθρώπου παραδοθήσεται εις χείρας αμαρτωλών»

Αυξάνει την αγωνία της γλώσσης το ενδιαφέρον των ακροατών. Ο πόθος της συνάξεως της Εκκλησίας για θείαν διδασκαλία, μου αυξάνει τον φόβο εμπρός στο εγχείρημα της ομιλίας. Γι’ αυτό ο Δεσπότης, καταπραϋνοντας τον φόβο του λόγου, εβόησε: «Μακάριοι οι λέγοντες εις ώτα ακουόντων», αυτοί που ρίπτουν τον σπόρο της διδασκαλίας σε γόνιμο γη, και συσσωρεύουν δόγματα αγαθά στο αλώνι της ψυχής. Επειδή αξίζει να κοπιάση κανείς γι’ αυτήν, ελπίζοντας να δρέψη τους καρπούς του κηρύγματος.

Και οι μεν Ιουδαίοι και τις προφητείες απέφευγαν να ακούσουν, αλλά και οι νουθεσίες τούς ήσαν ανεπιθύμητες, όπως ευρίσκουμε γραμμένο στους Προφήτες. Διότι λέγει «Κύριε, τίς επίστευσε τη ακοή ημών;». Γι’ αυτό ο Ιερεμίας, αναζητώντας εύλογον πρόφαση, προέβαλε την ηλικία: «Νεώτερος εγώ ειμί, και λαλείν ουκ επίσταμαι». Και ο Μωυσής, όταν εκλήθη στην ηγεμονία του λαού, αποφεύγει την τιμή κατηγορώντας τον εαυτό του: «ισχνόφωνος ειμί και βραδύγλωσσος». Η παραίτησις των αποστελλομένων ελέγχει τον απειθή χαρακτήρα των Ιουδαίων. Πάντοτε ήταν θεομάχον το γένος αυτό, και αντίπαλον στις θείες ευεργεσίες. Κάποτε θρηνούσαν για την αιγυπτιακήν δουλεία, και όταν απηλλάγησαν, ελοιδορούσαν αυτόν που τους απήλλαξε. Διέτρεχαν ως λεωφόρο την θάλασσα, με πόδια σκονισμένα οδοιπορούσαν στο πέλαγος, και απέδιδαν την ευεργεσία στον μόσχο. Ο ουρανός πάλιν απέστελλε τις νιφάδες του μάννα, κι αυτοί από κάτω εβλασφημούσαν φωνάζοντας «κατάξηρος γέγονεν η ψυχή ημών επί τω άρτω τω διακένω (το κούφιο δηλαδή)». Ακολουθούσε πέτρα που κατέκλυζε με χειμάρρους την έρημο, και ένα πλήγμα της ράβδου εκυοφόρησε πολλές πηγές υδάτων. Αλλά ούτε αυτό εκαθάρισε την αχάριστο γλώσσα τους, και παρά την απόλαυσιν αυτήν έλεγαν: «Επεί επάταξε πέτραν και ερρύησαν ύδατα και χείμαρροι κατεκλύσθησαν, μη και άρτον δύναται δούναι;» Όταν πάλιν αγνοούσαν τον δρόμο, συνοδοιπορούσε νεφέλη που έλυε την άγνοια και ημπόδιζε την φλόγωση των ακτίνων. Στύλος πυρός φωταγωγούσε την νύκτα, αλλά αυτοί, ατιμάζοντας εκείνον που τους ετιμούσε με τα θαύματα, έλεγαν: «θώμεν (να τοποθετήσωμε δηλαδή) αρχηγούς και επιστρέψωμεν εις Αίγυπτον». Σύννεφα από όρνιθες έφερνε ο αέρας, ετοιμάζοντάς τους συσσίτιο ωσάν σε ξένους οδοιπόρους. Σαράντα χρόνια τα ιμάτιά τους τριβόμενα παρέμεναν καινούρια, νικώντας τον χρόνο και την φύση, και μαζί με τα ιμάτια διετηρούντο καινούρια λόγω της ανάγκης και τα υποδήματα, για να αντέξουν στα σαράντα χρόνια πορείας. Όταν πολεμούσαν εσυμμαχούσε μαζί τους η τροχιά των στοιχείων της φύσεως, τότε που ο ήλιος, διδασκόμενος να επιβραδυνθή, επετάχυνε την νίκη αυξάνοντας την διάρκεια της ημέρας, για να τους αναδείξη νικητάς αυθημερόν. Επιμηκύνοντας τον δρόμο του, συνέστειλε της νίκης τον χρόνο, ίσως όμως και να ηύξησε την διάρκεια του χρόνου. Και αυτό για να μη λυπήση τους ήδη ταλαιπωρημένους με την αναβολήν της νίκης. Μετά τον ήλιον εσταμάτησε και το ρεύμα του Ιορδάνου, και ανεχαιτίσθη η ορμή του παραχωρώντας τους τόπο να βαδίσουν. Εστάθη ο φυσικός νόμος της ροής, αναμένοντας την διέλευσή τους. Οι βασιλείς ήκουσαν και εταράχθησαν, οι πόλεις αυτομάτως υπέκυπταν. Εκυκλώθη η Ιεριχώ και εξεδύθη τον κύκλο του τείχους, σαν να αποφεύγη τους κατοίκους της και να προστρέχη στους Ισραηλίτες. Ποία ήταν η ευχαριστία για όλα αυτά; «Θώμεν αρχηγούς και επιστρέψωμεν εις Αίγυπτον».

Αυτά όμως που επηκολούθησαν ήσαν φοβερότερα από τα προηγούμενα. Προσεκύνησαν το ξόανο των Μωαβιτών. Οι νικηταί να προσκυνούν τα είδωλα των νικημένων! Εχύθησαν αίματα προφητικά, κατέκαυσαν βιβλία μωσαϊκά, εμίσησαν θρησκείαν θεοφιλή, έστησαν αγάλματα δαιμονικά.

Αυτά όμως είναι αρχαία και παλαιά. Πώς άραγε συμπεριεφέρθησαν με την ενανθρώπιση του Σωτήρος; Ελυπήθη ο Χριστός τους ανθρώπους και ήλθε προτείνοντας χείρα σωτηρίας στο γένος μας. Δεν άλλαξαν όμως τρόπους, να εντραπούν τα θαύματα, αλλά έτρεξε μέσα στο χρόνο η γνώμη των προγόνων και ηύρε τους κληρονόμους. Νιφάδες θαυμάτων, πέλαγος οι θεραπείες, αφθονία κάθε αγαθού. Αλλά ευεργετούμενοι πενθούσαν και εκήρυτταν με λόγια την απορία της ψυχής τους «τι ποιήσωμεν, ότι ο άνθρωπος ούτος πολλά σημεία ποιεί;». Έβλεπαν τα πάθη να διώκωνται και ετρώθησαν στην ψυχή με το πάθος του φθόνου. Την λύση της συμφοράς των άλλων, θεωρούσαν ιδική τους συμφορά. Παράλυτος ηγέρθη, τυφλός ανέβλεψε, νεκρός ανεκήρυξε του θανάτου την ήττα, και ο ιατρός εξισούτο με τους εγκληματίες. Ελευθερώνοντο από τα χέρια των δαιμόνων, και δεν εντρέποντο να αποκαλούν δαιμονισμένον αυτόν που τους ηλευθέρωσε από τους δαίμονες. Και πάλιν επέμεναν να θρηνούν: «Τι ποιήσωμεν, ότι ο άνθρωπος ούτος τοιαύτα σημεία ποιεί;». Αίσχος της ανθρωπίνης φύσεως απεδείχθη ο τρόπος των Ιουδαίων. Δεν υπέφεραν άλλο, το πάθος τούς οδήγησε στον φόνο. Τους εφαίνετο όμως άδοξος ο φόνος ο απλός. Μηχανεύονται τον Σταυρό, και έτσι, αναμιγνύοντας τα θαύματα με την επαίσχυντο παρανομία, προπαρεσκεύαζαν την θεραπεία του φθόνου τους. Αλλά δεν του διέφευγαν όλα αυτά του Χριστού, που εκουσίως ήρχετο προς το Πάθος, αφού από ενωρίς προφητικώς προκαλούσε τον θάνατο λέγοντας «Λύσατε τον ναόν τούτον, και εν τρισίν ημέραις εγερώ αυτόν». Δεν αγνοούσε το Πάθος αυτός που είπε «εξουσίαν έχω θείναι την ψυχήν μου. Και εξουσίαν έχω πάλιν λαβείν αυτήν».

Διότι το Πάθος ανήκε στην θείαν οικονομία. Και θα το ετολμούσαν μεν παρανόμως οι Ιουδαίοι, θα το είχε οικονομήσει όμως για την σωτηρία μας ο Θεός. Αλλά ο φιλόχριστος χορός των Αποστόλων αθυμούσε, ακούγοντας για το Πάθος, και ο λόγος επλήγωνε την ψυχή τους, κάμνοντάς τους να προγευθούν το Πάθος με το πένθος. Απαλύνοντας δε την υπερβολικήν λύπη των μαθητών ο Σωτήρ συνέπλεκε την μνήμη του Πάθους με την προαγγελία της Αναστάσεως. Αλλά και τους υπενθύμιζε επανειλημμένως το Πάθος, το ελάφρυνε με την συχνήν μελέτη της διηγήσεως, για να μην εκπλαγούν από την απότομο θέα και έτσι η ψυχή τους βυθισθή σε πολύ μεγαλύτερο πένθος. Γι’ αυτό και τώρα ο Σωτήρ, προαναγγέλλοντας το Πάθος, λέγει: «Ιδού, αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα, και ο Υιός του ανθρώπου παραδοθήσεται εις χείρας πρεσβυτέρων και γραμματέων, και αποκτενούσιν αυτόν… και τη τρίτη ημέρα αναστήσεται». Αποδεικνύει ότι και τον χρόνο γνωρίζει, και ότι εκουσίως έρχεται προς το πάθος. Θα ημπορούσα, λέγει, και να παραιτηθώ από το πάθος αλλάζοντας πορεία, και να αποφύγω την θανάτωσή μου απομακρυνόμενος από τον τόπο του φόνου. Αλλά ο καιρός απαιτεί τον Σταυρόν, η ανάγκη κυοφορεί το πάθος, η προθεσμία της παρουσίας μου αναζητεί αφορμήν για να λήξη. Γι’ αυτό προηγουμένως απέφευγα τον λιθοβολισμό, διότι ανέμενα τον Σταυρό. Γι’ αυτό και είχα εξαφανισθή όταν ηθέλησαν να με ρίψουν στον γκρεμό. Επειδή ήλθα για να θεραπεύσω τον θάνατο που προξένησε στον Αδάμ το ξύλο. Για να καρφωθώ σε ένα ξύλο, ανακόπτοντας έτσι την πορεία των κακών που προήλθαν από το ξύλο. Υπηρέται δε του πάθους μου είναι οι Φαρισαίοι και οι Γραμματείς και οι πρεσβύτεροι, οι επικεφαλής του Νόμου, αυτοί οι οποίοι, ενώ έχουν την τιμή να θεωρούνται διάδοχοι του Μωυσέως, συμπράττουν με τον διάβολο. Οι μαθηταί του Νομοθέτου, υπασπισταί του παρανόμου. Σε σας όμως τους ιδικούς μου προλέγω το Πάθος και θεραπεύω την λύπη, προμηνύοντας την Ανάσταση: «Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλύμα, και ο Υιός του ανθρώπου παραδοθήσεται εις χείρας πρεσβυτέρων και γραμματέων και αποκτενούσιν αυτόν, και τη τρίτη ημέρα αναστήσεται». Εάν λυπήσθε για το Πάθος, ας σας θεραπεύση την λύπην η Ανάστασις. Εάν φρίττετε τον Σταυρό, ευφρανθήτε για την νίκη: «τη τρίτη ημέρα εγερθήσομαι». Πορεύομαι σε έτοιμη νίκη, σύντομα θα εγείρω το τρόπαιον, έχει ορισθή ο χρόνος της στεφανώσεως. Πορεύομαι στον θάνατο, για να τον υποχρεώσω να μην είναι η εξουσία του στους ανθρώπους αθάνατος. Και θα αναστηθώ από τον τάφον εγκαινιάζοντας την Ανάσταση. Θα διδάξω τον Άδη να περιμένη διάδοχό του την Ανάσταση. Με εμέ παύει ο θάνατος και φυτεύεται αθανασία. Μικρόν θα είναι το μεταίχμιο μεταξύ του θανάτου και της ζωής. Διότι δεν κατέρχομαι για να εξοφλήσω αμαρτίαν, αλλά για να την καταργήσω. Δεν άντεξε όμως στα λόγια αυτά η ψυχή των μαθητών, αλλά από την μνήμη του πάθους εκάμφθησαν, και τους εκυρίευσε όλους η σιωπή. Ο Πέτρος όμως εξεπλάγη ακούοντας αυτά, και μη υποφέροντας από πόθον το πάθος, έπιασε το χέρι του Κυρίου και είπε: «Ίλεώς σοι, Κύριε, ου μη έστω σοι τούτο». Η φωνή απεκάλυψε την πληγή της ψυχής. Τί λέγεις, ω Δέσποτα, πώς μελετάς Σταυρό και ομιλείς περί πάθους; Θα τολμήση να σου επιτεθή ο θάνατος, αφού δεν άντεξε ούτε την φωνή σου ο Άδης; Προηγουμένως εφώναξες νεκρόν τον υιόν της χήρας και ο θάνατος έφυγε, αδυνατώντας να τον οδηγήση ακόμη και μέχρι τον τάφο. Πώς λοιπόν θα δεχθή ο θάνατος αυτόν τον οποίο φοβείται; Άφησε αυτά τα λόγια, ω Δέσποτα. Ο Ηλίας υπερπήδησε τον θάνατον, ο Ενώχ μετετέθη διαφεύγοντας από τον Άδη, και πώς ο Χριστός θα υποκύψη στον θάνατο;

Αυτά έλεγε ο Πέτρος για το πάθος, τον απεστόμωσε όμως ο Χριστός επιτιμώντας τον με δριμύτητα: «Ύπαγε οπίσω μου, σατανά, σκάνδαλόν μου ει, ότι ου φρονείς τα του Θεού, αλλά τα των ανθρώπων». Τι λέγεις, Πέτρε, εμποδίζεις τον θάνατο; Δεν αποβλέπεις λοιπόν στην Ανάσταση; Εμποδίζεις τον Σταυρό; Πώς θα επιτευχθή η νίκη; Να μη γίνη το πάθος; Πώς θα έλθη η απάθεια; Να μη προσηλώσω το Σώμα μου στο ξύλο; Πώς λοιπόν θα σχισθή το χειρόγραφο των αμαρτημάτων που εγράφη με το ξύλο; Να μην ανεβώ στο ύψος; Πώς λοιπόν να θριαμβεύσω κατά του διαβόλου; Να αποφύγω την ταφή; Πώς λοιπόν θα καταργηθούν οι τάφοι; Να μη κατέλθω στους νεκρούς; Πώς λοιπόν θα δέσω τον Άδη; Πώς θα χαρίσω την λύση στους αλυσοδεμένους; Να αποφύγω τον Σταυρό; Πώς λοιπόν θα θεραπεύσω τα τραύματα του Αδάμ; Πώς αλλιώς θα θεραπευθή η παράβασις του πρωτοπλάστου; Χωρίς να το θέλης, Πέτρε, συνηγορείς με τον διάβολο. Να αποφύγω τον θάνατο; Πώς λοιπόν θα εκπληρωθούν οι προφητείες; Θα έχης την κατακραυγήν του Ησαϊου, ο οποίος θα σου φωνάξη ακόμη δυνατότερα: «Ως πρόβατον επί σφαγήν ήχθη, και ως αμνός εναντίον του κείροντος αυτόν άφωνος». Θα σου διηγηθή την ωφέλεια του πάθους λέγοντας: «Ου τω μώλωπι ημείς πάντες ιάθημεν». Θα σε επικρίνη και ο Ιερεμίας εικονίζοντας το πάθος: «Ιδού ως αρνίον άκακον αγόμενον του θύεσθαι, ουχ έγνων». Από το άλλο μέρος θα σε καταγγείλη ο Δαυίδ εξυμνώντας με την κιθάρα του την ευωδία του πάθους: «Σμύρναν και στακτήν και κασσίαν από των ιματίων σου». Θα εύρης αντιμέτωπο τον Ζαχαρίαν, ο οποίος λέγει: «Και δίνονται προς με, προς oν εξεκέντησαν». Και άλλος θα σου ειπή: «Και δύσεται ο ήλιος μεσημβρίας». Και πάλι: «Ούτε ημέρα ούτε νυξ, και προς εσπέραν έσται φώς». Περίμενε λίγο, Πέτρε, και θα ιδής την πραγματοποίηση των λόγων αυτών. Τον ήλιο στο μέσον της ημέρας να αρπάζεται και νύκτα πρόωρος να απλώνεται στην κτίση. Τις πέτρες να χωρίζονται, τον Άδη να λαφυραγωγήται. Τον θάνατο να ακυρώνεται, τον διάβολο να εκπίπτη από την τυραννικήν εξουσία του, τον δήμο των νεκρών ελεύθερον. Αυτά όλα, Πέτρε, θέλεις να τα εμποδίσω; Θέλεις να τα συγκρατήσω; Να ματαιώσω την πραγματοποίησή τους; «Ύπαγε οπίσω μου, σατανά. Ότι ου φρονείς τα του Θεού αλλά τα των ανθρώπων» . Τι τραχύτητα έχουν τα λόγια αυτά, ω Δέσποτα; Τι φοβερά η επιτίμησις αυτή κατά του Πέτρου; Προ ολίγου ήκουσε από σε «Μακάριος ει, Σίμων Βαριωνά», και τώρα αποκαλείς τον Απόστολο σατανά; Προ ολίγου είπες: «Συ ει Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν». Και τώρα τον αποκαλείς σκάνδαλο και όργανο του διαβόλου; Και ο μεν Ιούδας δεν επιτιμάται, αν και σε πωλεί και σε φονεύει. Κλείνει συμφωνία με τους Ιουδαίους εναντίον σου. Βλέπει να τιμάσαι με το μύρο και αγανακτεί και υπολογίζοντας με ακρίβεια το ποσόν που εζημιώθη φωνάζει: «Εις τι η απώλεια αύτη; Ηδύνατο τούτο πραθήναι πολλού (να πωληθή ακριβά δηλαδή)», και ελέγχει με αυτά τα λόγια την ανοχή σου. Και συ δεν ηγανάκτησες, δεν επετίμησες. Αντιθέτως, απεμάκρυνες τον θυμό εκφράζοντας τον οίκτο σου με τους λόγους: «Τι κόπους παρέχετε τη γυναικί; Καλόν έργον ειργάσατο εις εμέ. Βαλούσα γαρ αύτη το μύρον, εις το ενταφιάσαι με πεποίηκε». Σαν να λέγη δηλαδή προς τον Ιούδα: Μη με στερήσης με τις συκοφαντίες σου από τα εντάφια, εφ’ όσον μου στερείς και την ζωή. Αυτή η γυναίκα με προετοιμάζει με τα εντάφια για τον φόνο που προξένησες εσύ. Υπολόγισε το αντίτιμο του μύρου ως έξοδα για την ταφή. Αφού διαπραγματεύεσαι ήδη τον φόνο, υποχώρησε τουλάχιστον στο θέμα της ταφής.

Τον είδες να έρχεται εναντίον σου με στρατιώτες και όπλα και ξύλα, και δεν είπες «ύπαγε οπίσω μου, σατανά». Δεν τον επετίμησες με λόγια, δεν τον εφόβησες με έργα, αλλά και τον προέτρεψες προς το εγχείρημα. «Εταίρε (σύντροφε δηλαδή), εφ ω πάρει» (κάμε δηλαδή αυτό για το οποίον ήλθες). Ανάλαβε το έργο, μην αναβάλης την τόλμη. Επικύρωσε την πώληση με την πράξη. Και έτσι μεν συμπεριεφέρθης στον Ιούδα. Ενώ ο Πέτρος, που σε αγαπά, υβρίζεται, και επειδή σε λυπάται πληγώνεται; Από άγνοιαν έσφαλε, πώς με τα λόγια μαστιγώνεται; Ναι, λέγει ο Σωτήρ, ο φιλάνθρωπος. Όπου το τραύμα είναι ανίατον, εκεί το φάρμακον είναι άχρηστον. Όπου όμως υπάρχει ελπίς θεραπείας, εκεί η τομή είναι ίασις. Όπου αναγνωρίζω μαθητήν, και αν υβρίζω, παιδαγωγώ. Ενώ όπου ο τρόπος είναι ξένος προς εμέ, η νόσος ανίατος. Και του ενός μεν θεραπεύω την άγνοια, του δε άλλου προκαλώ την παραφροσύνη. Αλλά συ μεν, ω Πέτρε, με συμβουλεύεις να παραιτηθώ από το πάθος. Εγώ όμως σε παροτρύνω να μιμηθής τον θάνατό μου, να δεχθής τον σταυρό, να υπομείνης το πάθος, να ποθήσεις τον κίνδυνο με ζήλο. Διότι «ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι». Το πάθος, οδός σωτηρίας. Και ο Σταυρός πρόξενος Βασιλείας. Με την κοινωνία των Παθών μου να δείξετε ότι είστε μαθηταί μου. Και έτσι, επειδή θα πάθετε για χάρη μου, θα βασιλεύσετε μαζί μου. Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας. Αμήν.»

(4ος – 5ος αιών. Migne P.G. τ. 85, στ. 337 – Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 555 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)

(Πηγή ηλ. κειμένου: orp.gr)


ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ

Παρασκευή, Απριλίου 16, 2021

Κανείς ας μην απελπίζεται! Λίγες στιγμές αρκούν. Το επιθανάτιο κλάμα του αρχιληστή.

 


Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ.
Αλλά και οι αμαρτωλοί πού ειλικρινά μετανοούν, αξιώνονται του θείου ελέους, όπως φαίνεται από την επόμενη διήγηση.
Στα χρόνια του αυτοκράτορα Μαυρίκιου (582-602), ήταν στη Θράκη ένας αρχιληστής άγριος και σκληρός, πού οι αρχές δεν μπορούσαν να τον συλλάβουν. Ο αυτοκράτορας, ακούγοντας γι` αυτόν, του έστειλε τον επιστήθιο σταυρό του και του μήνυσε να μη φοβάται. Του συγχωρούσε όλα τα κακουργήματα πού είχε διαπράξει, φτάνει να διορθωνόταν. Ο ληστής κατανύχθηκε. Πήγε στον βασιλιά κι έπεσε στα πόδια του μετανοημένος. Και ο Μαυρίκιος, όπως είχε υποσχεθεί, τον συγχώρησε.
‘Ύστερ’ από λίγες μέρες ο ληστής αρρώστησε. Επειδή η κατάστασή του όλο και χειροτέρευε, τον έβαλαν στο νοσοκομείο του Αγίου Σαμψών. Τη νύχτα, στον ύπνο του, είδε το φοβερό κριτήριο του Κυρίου. Ξυπνώντας, κατάλαβε ότι πλησίαζε το τέλος του και άρχισε να προσεύχεται με δάκρυα:
— Φιλάνθρωπε Κύριε, Εσύ που έσωσες τον όμοιό μου ληστή, στείλε και σ’ έμενα το έλεός Σου. Σου προσφέρω το επιθανάτιο κλάμα μου. Όπως δέχτηκες εκείνους πού ήρθαν την «ενδεκάτη ώρα», μολονότι τίποτα το σπουδαίο δεν έπραξαν, δέξου και τα δικά μου λιγοστά δάκρυα. Βάπτισέ με σ’ αυτά και καθάρισέ με από τίς αμαρτίες μου. Τίποτε’ άλλο μη μου ζητήσεις, γιατί δεν έχω καιρό- οι δανειστές πλησιάζουν γιά ν’ απαιτήσουν τα χρέη μου. Μην αναζητήσεις μέσα μου κανένα καλό- δεν πρόκειται να βρεις. Νυχτώθηκα πια, και με πρόλαβαν οι ανομίες μου. Αναρίθμητα είναι τα κακουργήματά μου. Όπως δέχτηκες τον πικρό κλαυθμό τού αποστόλου Πέτρου, έτσι δέξου και τον δικό μου, Φιλάνθρωπε, και ρίξε τα δάκρυά μου πάνω στο χρεόγραφο των αμαρτημάτων μου. Σβήσε τα όλα με το σφουγγάρι της ευσπλαχνίας Σου.
’Έτσι προσευχόταν γιά μερικές ώρες ο ληστής, σκουπίζοντας μ’ ένα μαντήλι τα δάκρυά του, ώσπου παρέδωσε το πνεύμα.
Την ώρα τού θανάτου του, ο αρχίατρος του νοσοκομείου, πού κοιμόταν στο σπίτι του, είδε το εξής όνειρο: Στο κρεβάτι του ληστή ήρθαν δαίμονες, σαν Αιθίοπες, με χαρτιά, όπου ήταν γραμμένα τα πολυάριθμα αμαρτήματά του. Μετά πλησίασαν δύο πανέμορφοι νέοι με μια ζυγαριά. Ήταν άγγελοι. Οι δαίμονες έβαλαν στον ένα δίσκο της ζυγαριάς τα χαρτιά με τίς αμαρτίες του ληστή.
Αμέσως ο δίσκος αυτός, βαραίνοντας, χαμήλωσε, ενώ ο άλλος ανέβηκε.
— Δεν έχουμε εμείς να βάλουμε κάτι εδώ; αναρωτήθηκαν οι άγιοι άγγελοι.
— Τί να έχουμε; είπε ο ένας απ’ αυτούς. Δεν είναι πάνω από δέκα μέρες πού σταμάτησε να σκοτώνει.
— Ας ψάξουμε, ωστόσο, είπε ο άλλος, κάτι το καλό μπορεί να βρούμε.
Ψάχνοντας, βρήκαν το μαντήλι τού ληστή ποτισμένο με τα δάκρυά του.
— Ας το βάλουμε στον άλλο δίσκο της ζυγαριάς μαζί με τη φιλανθρωπία τού Θεού, είπαν, και βλέπουμε…
Μόλις έβαλαν το μαντήλι στον δίσκο, αυτός βάρυνε τόσο, πού σήκωσε ψηλά τον άλλο με τίς αμαρτίες του ληστή. Οι άγγελοι αναφώνησαν χαρούμενοι:
— Νίκησε η φιλανθρωπία του Θεού!
Πήραν, λοιπόν, μαζί τους την ψυχή του ληστή, ενώ οι δαίμονες έφυγαν ντροπιασμένοι με θρηνητικές κραυγές.
Ο γιατρός, ξυπνώντας, πήγε στο νοσοκομείο. Πλησιάζοντας στο κρεβάτι του ληστή, βρήκε το σώμα του ζεστό άλλά εγκαταλειμμένο ήδη από την ψυχή. Το μαντήλι του, μουσκεμένο από τα δάκρυα, ήταν απλωμένο πάνω στα μάτια του. Μαθαίνοντας από τούς άλλους άρρωστους αλλά τα σχετικά με τίς τελευταίες του ώρες, πήρε το μαντήλι και πήγε στον αυτοκράτορα Μαυρίκιο.
— Βασιλιά μου, του είπε, ας δοξάσουμε τον Θεό. Σώθηκε ο ληστής!
Ωστόσο, όπως πολύ συνετά σημειώνει στο τέλος της διηγήσεως ο συντάκτης της, είναι πολύ καλύτερα να ετοιμάζει κανείς έγκαιρα τον εαυτό του γιά τη φοβερή ώρα του θανάτου με τη μετάνοια. Γιατί, παρατηρεί ο όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, «όποιος έχει ζυμωθεί πια με την κακία, από τη μακροχρόνια συνήθεια, μένει τελείως αδιόρθωτος» «Η κακή συνήθεια τύραννε! πολλές φορές και τον άνθρωπο πού πενθεί» επισημαίνει με θλίψη ο μεγάλος διδάσκαλος των μοναχών.
Ας προσθέσουμε σ’ αυτά πώς η αληθινή μετάνοια προϋποθέτει ορθή πίστη και ακριβή —έστω και απλή— γνώση αυτής της πίστεως. Η αληθινή μετάνοια είναι ξένη προς κάθε αίρεση και κάθε διαφθορά του νου. Όσοι, λοιπόν, υιοθετούν τίς απόψεις των αιρετικών βιβλίων ή των κοσμικών περιοδικών γιά τίς αρετές και τούς κανόνες της ζωής, δεν μπορούν να έχουν αληθινή μετάνοια.
Σε τέτοια βιβλία και περιοδικά, πολλά θανάσιμα αμαρτήματα, πού οδηγούν στον άδη, παρουσιάζονται σάν ασήμαντα και συγγνωστά παραπτώματα και πολλά αμαρτωλά πάθη παρουσιάζονται σάν ελαφριές και ευχάριστες αδυναμίες. Υπάρχουν άνθρωποι πού παραδίνονται άφοβα σε τέτοια πάθη, ενώ βρίσκονται κιόλας μπροστά στις πύλες του θανάτου. Πόσο μεγάλη συμφορά είναι η άγνοια του Χριστιανισμού!
Ο Κύριος μάς καλεί σε μετάνοια και σωτηρία ως την τελευταία στιγμή της επίγειας ζωής μας. Αυτή την τελευταία στιγμή είναι ακόμη ανοιχτή η θύρα της φιλανθρωπίας τού Θεού σ’ όποιον θελήσει να τη διαβεί. Κανείς ας μην απελπίζεται! Λίγες στιγμές αρκούν.
[Πρβλ. Αναστασίου πατριάρχου Αντιόχειας του Σιναίτου, Λόγος εις τον έκτον ψαλμό (απόσπασμα). (Σ.τ.Μ.: Πρβλ. Ευχή του επί Μαυρίκιου βασιλέως αρχιληστού ψυχορραγοϋντος και σύν δάκρυσι γιά πολλοίς τε και πικροίς έπι πολλάς ώρας λέγοντος ταύτην [’Α. Δ. Σιμωνώφ, Μέγα Προσευχητάριο, έκδ. Πελεκάνος, Άθήναι σελ. 440]).
Λόγος γιά τα πνεύματα-Λόγος γιά τον θάνατο: Ἅγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ιερά Μονή Παρακλήτου].

κείμενο:iconandlight

Πέμπτη, Απριλίου 15, 2021

Αυτοί που βλέπουν το Θεό ακριβώς επειδή δεν θεωρούν εαυτούς αξίους αυτής της τιμής

 



O άνθρωπος που είναι απόλυτα δουλωμένος στον εγωκεντρισμό του δεν μπορεί να δει τη σταυρική ανάσταση του Χριστού και η Μαρία η Αιγυπτία που ήταν μια γυναίκα απόλυτα δουλωμένη στα εγωκεντρικά πάθη της ματαιοδοξίας, της άνετης ζωής και της σωματικής ηδονής δεν μπόρεσε να δει και να προσκυνήσει το Σταυρό του Κυρίου που είναι η έκφραση της αγάπης που γεννιέται από το σταύρωμα του εγώ. Αλλά «νεύσει θεϊκῇ» κατηυγάσθη «σταυρικῷ φωτισμῷ», «σταυρῶ τοῦ ὁμιλήσαντος». Η ακτινοβολία της σταυρωμένης αγάπης άνοιξε και εφώτισε τα τυφλωμένα από τον εγωκεντρισμό μάτια της ψυχής της και μπόρεσε κι αυτή να σταυρώσει το θανάσιμο εγωκεντρισμό της (Ωδή δ΄ κανόνος της ε΄ Κυριακής Νηστειών). «Τὸν Σταυρὸν ποθήσασα τοῦ Κυρίου θεάσασθαι» (κάθισμα ε΄ Κυριακής Νηστειών).


Η κατάντια της Μαρίας της Αιγυπτίας δεν της αποκλείει τη συνάντηση με τον αναστημένο Κύριο. Όπου κι αν βρίσκεται κανείς, άμα καταληφθεί από πόθο θεϊκό και από πίστη ζέουσα και θεία όπως εκείνη (Ωδή η΄ κανόνος ε΄ Κυριακής των Νηστειών) μπορεί να πορευθεί προς αυτή τη συνάντηση. Τη στιγμή που ο άνθρωπος μεταθέτει τον έρωτά του από τα κτίσματα στον κτίστη αρχίζει αυτή την πορεία. Κανείς δεν πρέπει να αποθαρρύνεται από την κατάστασή του. Δεν πρέπει να σκέπτεται πως γι’ αυτόν δεν υπάρχει αυτή η ελπίδα. «Μηδεὶς ὀδυρέσθω πταίσματα· συγγνώμη γὰρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε» (Κατηχητικός λόγος Ιωάννου Χρυσοστόμου). Εξάλλου τα μάτια του Θεού δεν είναι ίδια με τα μάτια του ανθρώπου. Ό,τι φαίνεται κοντά στο Θεό για τους ανθρώπους, μπορεί να είναι πολύ μακριά από το Θεό στα μάτια του Θεού, και ασφαλώς ο Θεός δεν νιώθει κοντά του τον καθωσπρέπει άνθρωπο με την εξωτερική ευσέβεια και με τη βεβαιότητα του δικαιωμένου. Αν θέλουμε, μπορούμε να ξέρουμε πως βλέπει ο Θεός, γιατί ο Θεός βλέπει όπως βλέπει ο Χριστός και ξέρουμε πως βλέπει ο Χριστός, μας το είπε ξανά και ξανά. Όμως οι πιο πολλοί από εμάς και πολύ συχνά όλοι μας δεν βλέπουμε όπως βλέπει ο Χριστός γιατί εμείς βλέπουμε κοντά στο Θεό τους «προφάσει μακρᾷ» προσευχόμενους Γραμματείς και Φαρισαίους που «ἔξωθεν μὲν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν καὶ πάσης ἀκαθαρσίας» (Ματθ. 23, 27), ενώ ο Χριστός βλέπει κοντά στο Θεό τους τελώνες και τις πόρνες (Ματθ. 21, 31).

Γιατί άραγε ο Χριστός βλέπει τους τελώνες και τις πόρνες να είναι πιο κοντά στο Θεό από τους «δικαίους» και να τους προάγουν στη βασιλεία του Θεού; Γιατί εκείνοι ξέρουν ότι είναι μακριά από το Θεό, ξέρουν πως βρίσκονται στην εξορία και μπορούν να αισθανθούν την ανάγκη να επιστρέψουν, ενώ οι «δίκαιοι» πιστεύουν στη δικαιοσύνη τη δικιά τους και γι’ αυτό δεν υποτάσσονται στη δικαιοσύνη του Θεού (Ρωμ. 10, 3) και δεν αισθάνονται την ανάγκη καμιάς επιστροφής. Δεν αισθάνονται την ανάγκη να επιστρέψουν στη βασιλεία του Θεού γιατί πιστεύουν ότι βρίσκονται σ’ αυτήν και πιστεύουν ότι βρίσκονται σ’ αυτήν γιατί είναι βέβαιοι ότι τη δικαιούνται και κανείς απ’ όσους είναι βέβαιοι ότι δικαιούνται τη βασιλεία του Θεού δεν την απολαμβάνει.

Τα μάτια δύο παιδιών της Εκκλησίας, που βλέπουν όπως τα μάτια του Θεού, μας βοηθούν να δούμε τους τελώνες και τις πόρνες όπως τους βλέπει εκείνος. Ο πρώτος είναι ο Παπαδιαμάντης και ο δεύτερος ο Ντοστογέφσκυ. Η αμαρτωλή γυναίκα του Παπαδιαμάντη είναι η Χριστίνα, η δασκάλα που συζούσε χωρίς στεφάνι με τον κομματάρχη τον Παναγή Ντεληκανάτα και την οποία ο Παπαδιαμάντης περιγράφει ως έξης:

«Ἡ ταλαίπωρος αὐτὴ, μανθάνουσα, ἐπιπλήττουσα, διαμαρτυρομένη, ὑπομένουσα, ἐγκαρτεροῦσα, ἔπαιρνε τὰ νόθα τοῦ ἀστεφανώτου ἀνδρός της εἰς τὸ σπίτι, τὰ ἐθέρμαινεν εἰς τὴν ἀγκαλιάν της, ἀνέπτυσσε μητρικὴν στοργήν, τὰ ἐπονοῦσε καὶ τὰ ἀνέσταινε, κι ἐπάσχιζε νὰ τὰ μεγαλώσῃ, καὶ ὅταν ἐγίνοντο δύο ἢ τριῶν ἐτῶν, καὶ τὰ εἶχε πονέσει πλέον ὡς τέκνα της, τότε ἤρχετο ὁ Χάρος, συνοδευόμενος ἀπὸ τὴν ὀστρακιάν, τὴν εὐλογιάν καὶ ἄλλας δυσμόρφους συντρόφους, καὶ τῆς τὰ ἔπαιρνε ἀπὸ τὴν ἀγκαλιάν της.

Τρία ἢ τέσσαρα παιδία τῆς εἶχαν ἀποθάνει οὕτω ἐντὸς ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἐτῶν. Και αὐτὴ ἐπικραίνετο, ἐγήρασκε καὶ ἄσπριζε. Κι ἔκλαιε τὰ νόθα τοῦ ἀνδρός της, ὡς νὰ ἦσαν γνήσια ἰδικά της. Κι ἐκεῖνα τὰ πτωχά, τὰ μακάρια, περιίπταντο εἰς τὰ ἄνθη τοῦ παραδείσου, ἐν συντροφίᾳ μὲ τ᾽ ἀγγελούδια τὰ ἐγχώρια ἐκεῖ. Ἐκεῖνος οὐδὲ λόγον τῆς ἔκαμεν πλέον περὶ στεφανώματος. Κι αὐτὴ δὲν ἔλεγε πλέον τίποτε. Ὑπέφερεν ἐν σιωπῇ.

Κι ἔπλυνε κι ἐσυγύριζεν ὅλον τὸν χρόνον, τὴν Μεγάλην Πέμπτην ἔβαπτε τ᾽ αὐγὰ τὰ κόκκινα. Καὶ τὰς καλὰς ἡμέρας δὲν εἶχε τόλμης πρόσωπον νὰ ὑπάγῃ κι αὐτὴ εἰς τὴν ἐκκλησίαν.

Μόνον τὸ ἀπόγευμα τοῦ Πάσχα, εἰς τὴν ἀκολουθίαν τῆς Ἀγάπης, κρυφὰ καὶ δειλὰ εἰσῆρπεν εἰς τὸν ναόν, διὰ ν᾽ ἀκούσῃ τὸ «Ἀναστάσεως ἡμέρα» μαζὶ μὲ τὶς δοῦλες καὶ τὶς παραμάνες.

Ἀλλ᾽ Ἐκεῖνος, ὅστις ἀνέστη ἕνεκα τῆς ταλαιπωρίας τῶν πτωχῶν καὶ τοῦ στεναγμοῦ τῶν πενήτων, ὅστις ἐδέχθη τῆς ἁμαρτωλῆς τὰ μύρα καὶ τὰ δάκρυα, καὶ τοῦ λῃστοῦ τὸ μνήσθητί μου, θὰ δεχθῇ καὶ αὐτῆς τῆς πτωχῆς τὴν μετάνοιαν, καὶ θὰ τῆς δώσῃ χῶρον καὶ τόπον χλοερόν, καὶ ἄνεσιν καὶ ἀναψυχὴν εἰς τὴν βασιλείαν Του τὴν αἰωνίαν».

Η αμαρτωλή του Ντοστογέφσκυ είναι η Σόνια, η κόρη του μεθύστακα Μαρμελάντωφ, που κι αυτή όπως και η Χριστίνα η δασκάλα (πόσο απτά φαίνεται η ενότητα της πίστεως ανάμεσα σ’ αυτές τις δυο) θυσιάζει την ίδια την ψυχή της για να σώσει μικρά παιδιά. Όταν θα έλθει ο κριτής, λέει ο Ντοστογέφσκυ με το στόμα του Μαρμελάντωφ, την ημέρα της κρίσεως, θα ρωτήσει: «Πού είναι η κόρη που για την κακιά και φθισικιά μητρυιά της, για παιδιά που δεν ήταν αδέλφια της, μικρή-μικρή ακόμη πούλησε τον εαυτό της; Πού είναι η κόρη που σπλαχνίσθηκε τον επίγειο πατέρα της, τον αδιόρθωτο μεθύστακα, χωρίς να φρίξει από την αποκτήνωσή του;» και θα πει: «Έλα! σ’ έχω κιόλας μια φορά συγχωρήσει… Σ’ έχω μια φορά συγχωρήσει… Σήμερα πάλι ἀφίενταί σοι αἱ πολλαὶ ἁμαρτίαι σου, ὅτι πολὺ ἠγάπησας».

Η Σόνια ήταν μια αγία παρά το γεγονός, ή ίσως ακριβώς εξαιτίας του γεγονότος, ότι ήταν «ανήθικη». Η μοιχεία της ήταν αγιότερη από την παρθενία πολλών. Η κεντρική έννοια της «αγιότητος» είναι αφοσίωση αφιερωμένη στην υπηρεσία του Θεού.[1]

Συνεχίζοντας ο Μαρμελάντωφ λέει πως ο Χριστός θα δεχθεί τους τελώνες και τις πόρνες στη βασιλεία Του. «Πλησιάστε και σεις», θα τους πει, «ξεδιάντροποι. Είσαστε γουρούνια! φοράτε τη μάσκα του ζώου και έχετε τη σφραγίδα του. Όμως ελάτε και σεις». Και τότε οι δίκαιοι και οι σώφρονες θα διαμαρτυρηθούν. «Κύριε, γιατί τους δέχεσαι αυτούς;» Κι Εκείνος θα πει: «Τους δέχομαι, ω δίκαιοι, τους δέχομαι, ω σώφρονες, επειδή ούτε ένας απ’ αυτούς δεν θεώρησε ποτέ άξιο αυτής της τιμής τον εαυτό του…».

Η αγάπη αυτών των δύο αμαρτωλών γυναικών για εκείνα τα πλάσματα του Θεού μοιάζει τόσο πολύ με την αγάπη του Θεού ο οποίος «ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε» (Ρωμ. 5, 8). Εκείνη την αγάπη βίωσαν οι μεγάλοι άγιοι του Θεού που ήταν πρόθυμοι και την ίδια τη σωτηρία τους να θυσιάσουν για το συνάνθρωπο. «Ηὐχόμην γὰρ αὐτὸς ἐγὼ ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου, τῶν συγγενῶν μου κατὰ σάρκα» (Ρωμ. 9, 3), λέει ο Παύλος, και ο Κοσμάς ο Αιτωλός έλεγε το ίδιο πράγμα με άλλα λόγια· «Μα θέλετε ειπή: και συ καλόγερος είσαι, διατί συναναστρέφεσαι εις τον κόσμον; Και εγώ αδελφοί μου, κακά το κάμνω, μα επειδή το γένος μας έπεσε εις αμάθειαν, είπα: Ας χάση ο Χριστός μου εμένα, ένα πρόβατον, και ας κερδίση τα άλλα. Ίσως η ευσπλαχνία του Θεού και η ευχή σας σώση και εμένα».[2]

Σ’ αυτό το προωθημένο στάδιο της πορείας προς τη συνάντηση με τον αναστημένο Χριστό η Εκκλησία προβάλλει το παράδειγμα μιας πόρνης της οποίας οι πολλές αμαρτίες συγχωρέθηκαν όπως και εκείνης της άλλης πόρνης του Ευαγγελίου, για να μας διαβεβαιώσει πως τον αναστημένο Χριστό μπορεί κάθε άνθρωπος, αν το θελήσει, να τον συναντήσει όπου κι αν βρίσκεται και ακόμη για να δείξει πως τα μάτια του Θεού δεν βλέπουν τον άνθρωπο όπως τα μάτια του ανθρώπου.

[1] Jaroslav Pelikan, Fools for Christ, Philadelphia: Muhilenberg Press, 1955, σελ. 76.

[2] Ιωάν. Μενούνου, Κοσμά Αιτωλού Διδαχές, εκδ. Τήνος, 1979, Αθήνα, σελ. 200.

π. Φιλόθεος Φάρος, Πριν και μετά το Πάσχα, Εκδ. Ακρίτας, Αθήνα, 1998

Τετάρτη, Απριλίου 14, 2021

Ω Κύριε, «σώσόν με από πηλού ίνα μη εμπαγώ»...



Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Σώσόν με από πηλού, ίνα μη εμπαγώ» (Ψαλ. 68,15)

Αδελφοί, οι ψυχές μας είναι ντυμένες με πηλό• και τα πήλινα, χοϊκά. σώματά μας έχουν δοθεί για την υπηρεσία της ψυχής μας.
Είθε οι ψυχές μας να μη βουλιάξουν μέσα στο χώμα! Είθε οι ψυχές μας να μη σκλαβωθούν στο πήλινο σαρκίο! Είθε η ζωντανή φλόγα να μη σβηστεί μέσα στο χοϊκό τάφο!
Είναι απέραντη και αχανής η χοϊκή γη που μας έλκει προς τον εαυτό της, αλλά απείρως πλατύτερο είναι το απροσμέτρητο βασίλειο του Πνεύματος που καλεί την ψυχή μας, ως δικιά του.
Πράγματι συνδεόμαστε με τη γη με το χοϊκό σώμα, αλλά συνδεόμαστε και με τον ουρανό με την ψυχή. Είμαστε ένοικοι σε προσωρινές καλύβες, είμαστε στρατιώτες που καταλύσαμε σε προσωρινές σκηνές.

Ω Κύριε, «σώσόν με από πηλού ίνα μη εμπαγώ» Έτσι προσευχόταν ο μετανοημένος βασιλιάς Δαβίδ που είχε αρχικώς παραδοθεί στον πηλό, στο χώμα• μέχρι που είδε πως το πήλινο σαρκίο μας έλκει μέσα στην άβυσσο της καταστροφής. Πηλός είναι το σώμα του ανθρώπου, με όλες τις φαντασιώσεις του• πηλός είναι επίσης όλοι οι πονηροί άνθρωποι που πολεμούν τους δικαίους• πηλός είναι οι δαίμονες με τον τρόμο που σκορπούν.
Είθε ο Κύριος να μας σώσει απ’ όλη αυτή τη χοϊκότητα, διότι Εκείνος μόνον είναι ικανός να το κάνει. Θα έπρεπε να αγωνιζόμαστε πρώτα απ’ όλα για να δούμε τον εχθρό μέσα μας• τον εχθρό ο οποίος προσελκύει τους άλλους εχθρούς.
Η μεγαλύτερη τραγωδία του αμαρτωλού είναι ότι ασυνείδητα και χωρίς να το θέλει είναι σύμμαχος των ίδιων των εχθρών του!
Απεναντίας, ο δίκαιος άνθρωπος έχει ριζωμένη στον Θεό και στη βασιλεία του Θεού τη δύναμη της ψυχής του και γι’ αυτό δεν φοβάται. Δεν φοβάται τον εαυτό του κι επομένως δεν φοβάται και τους άλλους εχθρούς του.
Δεν φοβάται, διότι δεν είναι σύμμαχος ούτε συνεργός των εχθρών της ψυχής του. Κατά συνέπεια, ούτε άνθρωποι ούτε δαίμονες μπορούν να τον βλάψουν. Ο Θεός είναι σύμμαχός του και οι άγγελοι του Θεού είναι προστάτες του. Τί μπορεί τότε να του κάνει ένας άνθρωπος; Τί μπορούν να του κάνουν οι δαίμονες; Τί μπορεί να του κάνει ο πηλός;

Ω Κύριε και Θεέ, Τριάς Ομοούσιε, Συ ο Δημιουργός που ενεφύσησες ζώσες ψυχές στα πήλινα σώματά μας, σώσε μας κατά το μέγα Σου έλεος!

Ότι Σοι πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
πηγή: Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Ο Πρόλογος της Αχρίδος», Έκδοσις Άθως

iconandlight

Τρίτη, Απριλίου 13, 2021

Πρέπει νὰ ἀφήσουμε ἐν λευκῷ τὸν ἑαυτό μας στὴν θεία πρόνοια( άγιος Παΐσιος)



Μερικοὶ λένε «πιστεύω ὅτι ὁ Θεὸς θὰ μὲ βοηθήση», καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη προσπαθοῦν νὰ μαζεύουν χρήματα, γιὰ νὰ μὴ στερηθοῦν τίποτε. Αὐτοὶ ἐμπαίζουν τὸν Θεό, γιατὶ δὲν ἐμπιστεύονται τὸν ἑαυτό τους στὸν Θεὸ ἀλλὰ στὰ χρήματα. Ἂν δὲν παύσουν νὰ ἀγαποῦν τὰ χρήματα καὶ νὰ στηρίζουν σ᾿ αὐτὰ τὴν ἐλπίδα τους, δὲν θὰ μπορέσουν νὰ στηρίξουν τὴν ἐλπίδα τους στὸν Θεό. Δὲν λέω νὰ μὴν ἔχουν οἱ ἄνθρωποι μιὰ οἰκονομία στὴν ἄκρη γιὰ ὥρα ἀνάγκης, ἀλλὰ νὰ μὴ στηρίζουν τὴν ἐλπίδα τους στὰ χρήματα καὶ δίνουν σ' αὐτὰ τὴν καρδιά τους, γιατὶ ἔτσι ξεχνοῦν τὸν Θεό. Ὅποιος κάνει σχέδια δικά του, χωρὶς νὰ ἐμπιστεύεται στὸν Θεό, καὶ λέει μετὰ ὅτι ἔτσι θέλει ὁ Θεός, αὐτὸς εὐλογεῖ τὸ ἔργο του ταγκαλακίστικα καὶ συνέχεια βασανίζεται. Δὲν ἔχουμε καταλάβει τὴν δύναμη καὶ τὴν καλωσύνη τοῦ Θεοῦ. Δὲν Τὸν ἀφήνουμε νοικοκύρη νὰ μᾶς κυβερνάη, γι' αὐτὸ ταλαιπωρούμαστε.

Στὸ Σινᾶ, ἐκεῖ στὸ ἀσκητήριο τῆς Ἁγίας Ἐπιστήμης ὅπου ἔμενα, τὸ νερὸ ἦταν ἐλάχιστο. Μιὰ–μιὰ σταγόνα ἔτρεχε ἀπὸ ἕναν βράχο μέσα σὲ μιὰ σπηλιά, καμμιὰ εἰκοσαριὰ μέτρα μακριὰ ἀπὸ τὸ ἀσκητήριο. Εἶχα κάνει μιὰ στερνίτσα καὶ μάζευα τρία κιλὰ νερὸ τὸ εἰκοσιτετράωρο. Ὅταν πήγαινα νὰ πάρω νερό, ἔβαζα τὸ τενεκάκι νὰ γεμίση καὶ ἔλεγα τοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Παναγίας. Ἔβρεχα μὲ τὸ χέρι μου λιγάκι μόνον τὸ μέτωπο, γιατὶ αὐτὸ μὲ βοηθοῦσε – μοῦ τὸ εἶχε πεῖ ἕνας γιατρὸς νὰ τὸ κάνω – ἔπαιρνα λίγο νερό, γιὰ νὰ ἔχω νὰ πιῶ, μάζευα καὶ λίγο σὲ ἕνα τενεκάκι γιὰ τὰ πουλάκια καὶ τὰ ποντικάκια ποὺ εἶχε τὸ ἀσκητήριο. Αὐτὸ τὸ νερὸ ἦταν καὶ γιὰ νὰ πλύνω ἕνα ροῦχο κ.λπ. Τί χαρά, τί εὐγνωμοσύνη ἔνιωθα γι᾿ αὐτὸ τὸ λίγο νερὸ ποὺ εἶχα! Δοξολογία, γιατὶ εἶχα νερό! Ὅταν  ἦρθα στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἔμεινα γιὰ λίγο καιρὸ στὴν Σκήτη τῶν Ἰβήρων, ἐπειδὴ ἐκεῖ εἶναι προσήλιο τὸ μέρος, εἶχε πολὺ νερό. Εἶχε μιὰ στέρνα ποὺ ξεχείλιζε καὶ τὸ νερὸ ἔτρεχε ἀπ' ἔξω. Οὔ, ἔπλενα καὶ τὰ πόδια καὶ τὸ κεφάλι..., ἀλλὰ εἶχα ξεχασθῆ. Στὸ Σινᾶ βούρκωναν τὰ μάτια μου ἀπὸ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὸ λίγο νερό, ἐνῶ στὴν Σκήτη ξεχάσθηκα ἀπὸ τὴν ἀφθονία τοῦ νεροῦ. Γι᾿ αὐτὸ ἔπειτα πῆγα καὶ ἔμεινα καμμιὰ ὀγδονταριὰ μέτρα πιὸ μακριὰ καὶ εἶχα μιὰ στέρνα μικρή. Πῶς χάνεται, πῶς ξεχνιέται κανεὶς μὲ τὴν ἀφθονία!

Πρέπει νὰ ἀφήσουμε ἐν λευκῷ τὸν ἑαυτό μας στὴν θεία πρόνοια, στὸ θεῖο θέλημα, καὶ ὁ Θεὸς θὰ μᾶς φροντίση. Ἕνας μοναχὸς πῆγε ἕνα ἀπόγευμα νὰ διαβάση τὸν Ἑσπερινὸ σὲ μιὰ κορυφή. Στὸν δρόμο βρῆκε ἕνα ἄσπρο μανιτάρι καὶ εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ γιὰ τὸ σπάνιο εὕρημά του. Στὸν γυρισμὸ θὰ τὸ ἔκοβε καὶ θὰ περνοῦσε μὲ αὐτὸ τὸ βράδυ. «Ἐὰν μὲ ρωτήσουν οἱ κοσμικοὶ ἂν τρώω κρέας, εἶπε μὲ τὸν λογισμό του, μπορῶ νὰ τοὺς πῶ πὼς τρώω κάθε φθινόπωρο»! Στὴν ἐπιστροφὴ βρῆκε μισὸ τὸ μανιτάρι – κάποιο ζῶο θὰ τὸ εἶχε πατήσει – καὶ εἶπε: «Φαίνεται, τόσο ἔπρεπε νὰ φάω». Τὸ πῆρε καὶ εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ γιὰ τὴν πρόνοιά Του, γιὰ τὸ μισὸ μανιτάρι. Πιὸ κάτω βρῆκε ἕνα ἄλλο μισὸ μανιτάρι καὶ ἔσκυψε νὰ τὸ πάρη, γιὰ νὰ συμπληρώση τὸ βραδινό του, ἀλλά, ἐπειδὴ ἦταν χαλασμένο – ἴσως νὰ ἦταν δηλητηριῶδες –, τὸ ἄφησε καὶ εὐχαρίστησε πάλι τὸν Θεὸ ποὺ τὸν φύλαξε ἀπὸ δηλητηρίαση. Πῆγε στὴν Καλύβη του καὶ πέρασε τὸ βράδυ μὲ τὸ μισὸ μανιτάρι. Τὴν ἄλλη μέρα, ὅταν βγῆκε ἀπὸ τὴν Καλύβη του, ἀντίκρισε ἕνα θέαμα! Ὅλος ὁ τόπος ἦταν γεμάτος ἀπὸ ὡραῖα μανιτάρια, καὶ εὐχαρίστησε τὸν Θεό. Βλέπετε, εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ καὶ γιὰ τὸ ὁλόκληρο καὶ γιὰ τὸ μισό, καὶ γιὰ τὸ καλὸ καὶ γιὰ τὸ χαλασμένο, καὶ γιὰ τὸ ἕνα καὶ γιὰ τὰ πολλά. Εὐχαριστία γιὰ ὅλα.

Ὁ Καλὸς Θεὸς μᾶς δίνει ἄφθονες εὐλογίες καὶ ἐνεργεῖ πάντα γιὰ τὸ καλό μας. Ὅλα τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἔχουμε εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ. Ὅλα τὰ ἔκανε, γιὰ νὰ ἐξυπηρετοῦν τὸ πλάσμα Του, τὸν ἄνθρωπο, καὶ νὰ θυσιάζωνται γι' αὐτόν, ἀπὸ ζῶα καὶ πτηνά, μικρὰ καὶ μεγάλα, μέχρι φυτά, – ἀκόμη καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς θυσιάσθηκε, γιὰ νὰ λυτρώση τὸν ἄνθρωπο. Ἂς μὴν ἀδιαφοροῦμε γιὰ ὅλα αὐτὰ καὶ Τὸν πληγώνουμε μὲ τὴν μεγάλη μας ἀχαριστία καὶ ἀναισθησία, ἀλλὰ νὰ Τὸν εὐχαριστοῦμε καὶ νὰ Τὸν δοξολογοῦμε.

Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία και η εγγύηση της μετάνοιας


Μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀνηφορική καί κοπιαστική πορεία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ πορεία πρός τή συνάντησή μας μέ τόν ἀναστημένο Χριστό, φθάνει στό τέλος της.
Τόσο ἡ προηγούμενη Κυριακή ὅσο καί ἡ αὐριανή εἶναι ἀφιερωμένες στή μνήμη δύο μεγάλων διδασκάλων τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας: τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου καί τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας. Δύο ἀντιπροσωπευτικές μορφές τῆς ὀρθόδοξης ἄσκησης.
Κι αὐτό, γιατί ἐκεῖνο πού ζητάει ἀπό μᾶς ἡ Ἐκκλησία εἶναι νά ἐμπλουτίσουμε τόν πνευματικό καί διανοητικό ἐσωτερικό μας κόσμο. Καί ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἡ Σαρακοστή εἶναι ἕνα βιωματικό ταξίδι στό βάθος τοῦ εἶναι μας. Τῆς ἀναζήτησης νοήματος. Τῆς ἀνακάλυψης ἀπό τόν ἄνθρωπο τοῦ θεϊκοῦ νοήματος τῆς ζωῆς του⋅ τοῦ κρυμμένου βάθους της.
Γιά παράδειγμα, μέ τό νά ἀπέχουμε ἀπό τήν τροφή νηστεύοντας ξαναβρίσκουμε τή γλύκα της καί ξαναμαθαίνουμε πῶς νά τήν παίρνουμε ἀπό τό Θεό μέ χαρά καί εὐγνωμοσύνη. Μέ τό νά περιορίζουμε τίς ψυχαγωγίες, τή διασκέδαση, τή μουσική, τίς ἀτέλειωτες συζητήσεις, τίς ἐπιπόλαιες κοινωνικότητες, ἀνακαλύπτουμε τελικά τήν ἀξία τῶν εἰλικρινῶν διαπροσωπικῶν ἀνθρώπινων σχέσεων, τῆς τέχνης. Καί τά ξαναβρίσκουμε ὅλ᾿ αὐτά, ἀκριβῶς γιατί ξαναβρίσκουμε τόν ἴδιο τόν Θεό⋅ γιατί ξαναγυρίζουμε σ᾿ Αὐτόν καί δι᾿ Αὐτοῦ σέ ὅλα ὅσα ἐκεῖνος μᾶς προσέφερε μέσα ἀπό τήν τέλεια ἀγάπη καί τό ἔλεός Του.
Συνεχίζοντας τή λυτρωτική πορεία μας πρός τό Πάσχα, τήν Κυριακή τῆς ἁγίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, διδασκόμαστε ὅτι κάθε ἄνθρωπος, ὅσο ἁμαρτωλός κι ἄν εἶναι, μπορεῖ -ἄν τό θελήσει βαθειά καί ὑπαρξιακά- νά συναντήσει τόν ἀναστημένο Χριστό⋅ φθάνει νά φλογισθεῖ ἀπό τόν πόθο τῆς συνάντησης μαζί Του.
Πέμπτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, καὶ καθὼς ὁδεύουμε πρός τό τέλος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ Ἐκκλησία μας προβάλλει ἀκόμη ἕνα πρότυπο ἁγιαστικῆς ζωῆς, ἕνα πρότυπο μετανοίας, γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσει νά ἐντείνουμε τὸν πνευματικὸ ἀγῶνα τῆς περιόδου αὐτῆς, τοῦ «καιροῦ τοῦ εὐπρόσδεκτου τῆς μετανοίας», ὅπως εὔστοχα ἡ ἐκκλησιαστική ποίηση χαρακτηρίζει τήν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς.
Ἡ ὁσία Μαρία, μιά γυναίκα ἀπόλυτα δουλωμένη στά ἐγωκεντρικά πάθη τῆς ματαιοδοξίας καί τῶν σωματικῶν ἀπολαύσεων, παρ᾿ ὅλο πού, ὅπως γνωρίζουμε, προσπάθησε νά δεῖ καί νά προσκυνήσει τόν τίμιο Σταυρό στά Ἱεροσόλυμα, δέν τά κατάφερε, καθώς τά πάθη της τήν ἐμπόδιζαν. Καί τότε ἦταν πού ἡ ἀκτινοβολία τῆς σταυρωμένης ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ ἄνοιξε καί φώτισε τά τυφλωμένα ἀπό τόν ἐγωκεντρισμό μάτια τῆς ψυχῆς της καί μπόρεσε νά σταυρώσει τά πάθη της.
Βλέπουμε λοιπόν ὅτι ἡ κατάντια στήν ὁποία εἶχε φθάσει ἡ ὁσία Μαρία, δέν τήν ἀπέκλεισε τελικά ἀπό τή συνάντησή της μέ τόν ἀναστημένο Χριστό.
Ὅπου κι ἄν βρίσκεται κανείς, ὅταν κεντριστεῖ ἀπό τόν θεῖο πόθο καί ἀπό πίστη ζέουσα καί φλογερή ὅπως ἐκείνη τῆς ὁσίας Μαρίας, μπορεῖ ἀσφαλῶς νά πορευθεῖ πρός αὐτή τή συνάντηση.
Εἶναι ἡ στιγμή πού ὁ ἄνθρωπος μεταθέτει τόν ἔρωτά του ἀπό τά κτίσματα στόν κτίστη. Αὐτή τή μεγάλη ἀγάπη βίωσαν οἱ Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, πού ἦταν πρόθυμοι καί τήν ἴδια τή σωτηρία τους νά θυσιάσουν γιά τό συνάνθρωπο. «Ηὐχόμην γάρ αὐτός ἐγώ ἀνάθεμα εἶναι ἀπό τοῦ Χριστοῦ ὑπέρ τῶν ἀδελφῶν μου» γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Μά κι ὁ Ἁγιορείτης φωτιστής τοῦ Γένους μας, ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ἔλεγε τό ἴδιο ἀκριβῶς μέ ἄλλα λόγια:
«Μά θέλετε εἰπῆ⋅ Καί σύ καλόγερος εἶσαι, διατί συναναστρέφεσαι εἰς τόν κόσμον; Κι ἐγώ ἀδελφοί μου, κακά τό κάμνω, μά ἐπειδή τό γένος μας ἔπεσε εἰς ἀμάθειαν, εἶπα⋅ Ἄς χάσει ὁ Χριστός μου ἐμένα, ἕνα πρόβατον, καί ἄς κερδίσει τά ἄλλα. Ἴσως ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ καί ἡ εὐχή σας σώση καί ἐμένα»» .
Ἔτσι λοιπόν, σ᾿ αὐτό τό στάδιο τῆς πορείας μας πρός τό Πάσχα, τῆς πορείας μας πρός τή συνάντηση μέ τόν ἀναστημένο Χριστό, ἡ Ἐκκλησία προβάλλει τό παράδειγμα μιᾶς πόρνης, τῆς ὁποίας οἱ πολλές ἁμαρτίες συγχωρέθηκαν, ὅπως καί ἐκείνης τῆς ἄλλης πόρνης τοῦ Εὐαγγελίου, γιά νά μᾶς διαβεβαιώσει γιά ἕνα πρᾶγμα:
Πώς τόν ἀναστημένο Χριστό μπορεῖ κάθε ἄνθρωπος, ἄν τό θελήσει καί τό ἐπιθυμήσει, νά Τόν συναντήσει. Στήν περίπτωση τῆς ὁσίας Μαρίας, ἡ ἁμαρτωλότητά της δέν τῆς ἀπέκλεισε τήν δυνατότητα νά πλησιάσει τόν Χριστό καί νά αἰσθανθεῖ τή λυτρωτική Του παρουσία στή ζωή της.
Ἡ περίπτωση τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας μᾶς ὁδηγεῖ στό συμπέρασμα ὅτι κανείς δέν πρέπει νά ἀποθαρρύνεται ἀπό τήν πνευματική του κατάσταση, ὅσο ἄσχημη κι ἄν εἶναι. Γιά ὅλους ὑπάρχει ἐλπίδα. «Μηδείς ὀδυρέσθω πταίσματα⋅ συγγνώμη ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε», θά ἀναφωνήσει σέ λίγες μέρες ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στόν Κατηχητικό του Λόγο τό Πάσχα.
Ἐξάλλου τά μάτια τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι μέ τά ἴδια μέ τά ἀνθρώπινα μάτια. Ὅτι φαίνεται μακρυνό καί ἄπιαστο στούς ἀνθρώπους, μπορεῖ νά φαίνεται κοντινό στό Θεό, καί τό ἀντίστροφο. Ἄλλωστε, ὅπως εἶπε ὁ Χριστός, «οἱ τελῶνες καί οἱ πόρνες» μᾶς προάγουν στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Κι αὐτό γιατί ἐκεῖνοι γνωρίζουν ὅτι βρίσκονται μακρυά ἀπό τόν Θεό καί γι᾿ αὐτό μποροῦν νά αἰσθανθοῦν τήν ἀνάγκη νά ἐπιστρέψουν, ἐνῶ οἱ «δίκαιοι» πολλές φορές περιχαρακωμένοι στήν «δικαιοσύνη» τους δέν αἰσθάνονται τήν ἀνάγκη τῆς μετάνοιας, γιατί πιστεύουν ὅτι τήν ἔχουν πετύχει ἤδη⋅ δέν αἰσθάνονται τήν ἀνάγκη νά ἐπιστρέψουν στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ γιατί εἶναι βέβαιοι ὅτι τήν δικαιοῦνται καί πιστεύουν ὅτι βρίσκονται ἤδη σ᾿ αὐτήν.
Στήν Ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου πού θά ψάλλουμε αὔριο τό πρωΐ, στόν κανόνα τῆς ὁσίας Μαρίας, ἄν προσέξουμε, ἀντιπαραβάλλεται ἕνας ἄλλος κανόνας πού ἀναφέρεται στήν παραβολή τοῦ πλουσίου καί τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου καί στήν ὁποία ὁ Χριστός παρουσιάζει τήν τρομερότερη περιγραφή τῆς κολάσεως, ἀπ᾿ ὅσες ὑπάρχουν στό Εὐαγγέλιο. Τό Δοξαστικό μάλιστα τῆς ἡμέρας ὑπογραμμίζει τή μεγάλη ἀλήθεια: «Οὐκ ἔστιν ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρῶσις καί πόσις ἀλλά δικαιοσύνη καί ἄσκησις σύν ἁγιασμῷ». Γι᾿ αὐτό τό λόγο, συνεχίζει τό τροπάριο, «οὐδέ πλούσιοι εἰσελεύσονται ἐν αὐτῇ, ἀλλ᾿ ὅσοι τούς θησαυρούς αὐτῶν ἐν χερσί πενήτων ἀποτίθενται. Ταῦτα καί Δαβίδ ὁ προφήτης διδάσκει λέγων⋅ Δίκαιος ἀνήρ, ὁ ἐλεῶν ὅλην τήν ἡμέραν».
Ὅπως ξεκάθαρα φαίνεται μέσα ἀπό τό τροπάριο αὐτό, δίκαιος θεωρεῖται ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος πού ἀποθέτει τούς θησαυρούς του στά χέρια τῶν πτωχῶν. Κι αὐτό ἐπιβεβαιώνει τήν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ πώς τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ ἀνήκουν σ᾿ αὐτούς πού τά ἔχουν ἀνάγκη.
Ἄν γιά τόν Χριστό, ἡ βάση τῆς ἁμαρτίας εἶναι ἡ ἔλλειψη ἀγάπης τοῦ ἀνθρώπου γιά τόν Θεό καί τό συνάνθρωπο, ὁ πλοῦτος πού δέν μοιράζεται καί σ᾿ ἐκείνους πού ἔχουν ἀνάγκη, δείχνει τήν ἔλλειψη καί τῆς μιᾶς καί τῆς ἄλλης ἀγάπης. Ὁ ἄφρων πλούσιος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει μεταθέσει τόν ἔρωτά του ἀπό τόν δημιουργό του Θεό στούς θησαυρούς του⋅ ἀπό τόν Κτίστη, στά κτίσματα. Καί σάν ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς μετάθεσης τοῦ ἔρωτά του ἀπό τόν Κτίστη στά κτίσματα, δέν ἔχει τήν δυνατότητα ὄχι ἁπλῶς νά ἀγαπήσει, ἀλλ᾿ οὔτε καί νά παρατηρήσει κἄν τό συνάνθρωπό του, ὅπως συμβαίνει μέ τόν πλούσιο τῆς παραβολῆς τοῦ πλουσίου καί τοῦ Λαζάρου.
Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά ἡ πορνεία τῆς Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας εἶναι ἁμαρτία, ὅπως ἄλλωστε καί ἡ ἀπληστία καί ἡ φιλαργυρία, κυρίως γιατί εἶναι μετάθεση τοῦ ἔρωτα τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Κτίστη στά κτίσματα. Ὅσο πιό βαρύ εἶναι τό φορτίο τῶν ὑλικῶν πραγμάτων πού κουβαλᾶμε μέσα μας, τόσο πιό δύσκολο εἶναι νά συμπορευθοῦμε μέ τόν Χριστό, ὁ ὁποῖος, ἐλαφρύς ὅπως εἶναι ἀπό κάθε ἐγωκεντρικό φορτίο, ἀφοῦ θυσιάστηκε γιά τή σωτηρία μας, προχωρᾶ μπροστά καί μᾶς ἀφήνει πίσω.
Ἕνα ἄλλο στοιχεῖο ἀπό τό Βίο τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας πού ἀξίζει νά προβάλλουμε στήν ἀγάπη σας, εἶναι ἡ μεσιτεία τῆς κυρίας Θεοτόκου γιά τήν ἀνακαινισμένη ἐν μετανοίᾳ ζωῆς της.
Ἀπό τά ὅσα διασώζει ὁ ἅγιος Σωφρόνιος Ἱεροσολύμων στό Βίο τῆς ὁσίας Μαρίας, μᾶς εἶναι γνωστό ὅτι ἡ Ὁσία, μετά ἀπό πολλές ἀποτυχημένες ἀπόπειρες νά εἰσέλθει στό ναό τῆς Ἀναστάσεως στά Ἱεροσόλυμα γιά νά προσκυνήσει τόν τίμιο Σταυρό, ἀπέκαμε, καί κάποια στιγμή κοντοστάθηκε καί εἶδε τήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, πού βρισκόταν στό ὑπέρθυρο τοῦ Ναοῦ. Βλέποντας τότε τήν ἀειπάρθενο Θεοτόκο, φωτίσθηκε ὁ νοῦς της καί ἀντιλήφθηκε πώς γιά τό πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν της, ἐμποδιζόταν νά εἰσέλθει στό Ναό. Τότε ἦταν πού πῆρε τή ἀπόφαση νά μετανοήσει. Καί ἀμέσως, ἔβαλε τήν Θεοτόκο ἐγγυήτρια γιά τήν ἀποχή της ἀπό τά πρότερα ἁμαρτήματά της, καί τήν ἀκόλουθη καί γνωστή σέ ὅλους μας συγκλονιστική μετάνοιά της.
Γιά τήν εἰκόνα αὐτή τῆς Παναγίας τῆς Ἐγγυήτριας, ἀξίζει νομίζω νά μεταφέρω στήν ἀγάπη σας τήν ζῶσα ἁγιορειτική παράδοση. Σύμφωνα μ᾿αὐτήν, ἡ εἰκόνα αὐτή, ἀρίστης βυζαντινῆς τέχνης, βρέθηκε μέ θαυματουργικό τρόπο στό Ἅγιον Ὄρος καί πιό συγκεκριμένα, στό Σπήλαιο τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου, στό ἀκρότατο σημεῖο τῆς ἀθωνικῆς χερσονήσου. Αὐτήν τήν εἰκόνα βρῆκε, θείᾳ νεύσει, ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος, ἱδρυτής καί θεμελιωτής τοῦ ἀθωνικοῦ κοινοβιακοῦ μοναχισμοῦ, περί τό ἔτος 965 καί τή μετέφερε στό καθολικό τῆς Μεγίστης Λαύρας, γιά νά προσκυνεῖται ἀπ᾿ ὅλους τούς πατέρες. Ὅμως τό πρωΐ ἡ εἰκόνα εἶχε ἤδη ἐξαφανιστεῖ καί μεταφερθεῖ μυστηριωδῶς πάλι στό Σπήλαιο. Τότε ὁ Ὅσιος τήν ξαναπῆρε στή Λαύρα καί τήν ἐναπέθεσε στήν ἴδια θέση ἐντός τοῦ ναοῦ. Ἀλλά καί πάλι ἡ εἰκόνα ἀναχώρησε γιά τό Σπήλαιο. Ἔκτοτε πλέον δέν τόλμησε ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος νά τή μετακινήσει, γι᾿ αὐτό καί τήν ἄφησε στό ἴδιο μέρος ὅπου καί μέχρι σήμερα βρίσκεται. Πρόκειται γιά τή θαυματουργό εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Ἐγγυήτριας. Ἑορτάζεται μάλιστα πανηγυρικά μέ φροντίδα τῆς Μεγίστης Λαύρας, κατά τό Σάββατο τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, κατά τήν Ε’ ἑβδομάδα τῶν νηστειῶν⋅ χθές δηλαδή.
Εἶναι ὠφέλιμο πιστεύω, καί πρός δόξαν Θεοῦ καί τιμήν τῆς Θεοτόκου, τῆς προστάτιδος τόσο τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας ὅσο καί τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων, ἀλλά καί τῶν πιστῶν τῆς ἐνορίας τοῦ πανηγυρίζοντος αὐτοῦ ἱεροῦ Ναοῦ, νά ἐξιστορήσουμε τό ἀκόλουθο περιστατικό, πού συνέβη πρίν περίπου ἑκατό χρόνια, τό ἔτος 1905, κατά τόν πολύ καταστροφικό σεισμό πού ἔπληξε τήν Χαλκιδική καί τό Ἅγιον Ὄρος, κατά τόν ὁποῖο ἔπαθαν τεράστιες καταστροφές μοναστήρια, σκῆτες καί κελλιά καί μέ ἀρκετά ἀνθρώπινα θύματα. Τήν ἐποχή ἐκείνη μέσα στό Σπήλαιο τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου ζοῦσε μέ μεγάλη ἄσκηση καί πλούσια λειτουργική ζωή ὁ ξακουστός Χαρίτων ὁ Πνευματικός (1836-1906) καί ἡ συνοδεία του.
Ἡ Θεοτόκος ἡ Ἔγγυήτρια, πού οἰκονόμησε τή σωτηρία τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, τί οἰκονόμησε γιά τή σωτηρία τῶν Πατέρων πού ἀσκούνταν στό Σπήλαιο; Οἰκονόμησε, ὁ εὐλαβής Πνευματικός παπᾶ Χαρίτων νά ἐγερθεῖ ἀπό τόν ὕπνο μισή ὥρα γρηγορότερα ἀπό τήν συνηθισμένη ὥρα καί νά ξυπνήσει καί τούς ἄλλους πατέρες, προκειμένου νά ἀρχίσουν τήν Ἀκολουθία τους στό ναό τῆς Παναγίας τῆς Ἐγγυήτριας. Τότε, μέ τό πού ἄρχισε ἡ Ἀκολουθία, ἄρχισε νά σείεται σπήλαιο καί ὀγκωδέστατοι βράχοι ἔπεφταν ἀπό ψηλά μέ τέτοιο κρότο ὥστε νόμιζε κανείς ὅτι ὅλο τό Ὄρος ἔμοιαζε μέ ἡφαίστειο πού ἐκρήγνυτο. Καί τά βράχια πού ἔπεσαν καταπλάκωσαν τό μέρος τοῦ Σπηλαίου ὅπου βρίσκονταν τά κελλιά τῶν πατέρων καί τά παρέσυραν μέχρι τή θάλασσα. Ὅμως οἱ Πατέρες, ἀφοῦ βρίσκονταν ἤδη στό ναό γιά τήν Ἀκολουθία, διαφυλάχθηκαν ἀβλαβεῖς χωρίς νά πάθουν τίποτα. Καί ἀφοῦ τέλειωσε ἡ Ἀκολουθία καί ξημέρωσε, βγῆκαν ἀπό τό Σπήλαιο δοξάζοντας τόν Κύριο καί τήν κυρία Θεοτόκο πού μέ τό θαυματουργικό αὐτό τρόπο τούς εἶχε σώσει.
Οἱ δέ πατέρες τῆς Μεγίστης Λαύρας, ἀφοῦ συνῆλθαν ἀπό τό φόβο τοῦ σεισμοῦ, ἔστειλαν μερικούς πατέρες μέ ζῶα καί ἱερέα γιά νά δώσουν βοήθεια σέ ὅποιον τυχόν εἶχε γλυτώσει ἀπό τό σεισμό, ὑποθέτοντας ὅτι ἀναμφίβολα δέν θά εἶχε σωθεῖ κανείς. Ὅμως ὅταν κατέβηκαν στό Σπήλαιο, βρῆκαν τούς πατέρες, ὄχι μόνο σώους καί ἀβλαβεῖς, ἀλλά καί ψύχραιμους, παρόλο πού εἶχαν χάσει ὅλα τά ὑπάρχοντά τους ἀπό τήν καταστροφή. Συγκλονισμένοι τότε, ἄκουσαν τούς πατέρες γιά τό παράδοξο θαῦμα τῆς Θεοτόκου, ἐνῶ ἐκεῖνοι πῆγαν νά τούς ψάλλουν τρισάγια καί ἄλλα νεκρώσιμα τροπάρια, ὡς κεκοιμημένους. Καί ἀναχώρησαν, δοξάζοντας τόν Θεό καί τήν Θεοτόκο, πού, ὅπως καί μέ τήν ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία, ἔτσι καί στίς μέρες μας, ἐγγυᾶται τή σωτηρία ὅλων ὅσων μέ εὐλάβεια καί πίστη προστρέχουν στή σκέπη της.
Ἐμεῖς βέβαια, ὡς ἄνθρωποι, δέν φοβόμαστε τίποτε περισσότερο, ὅσο τίς θλίψεις καί τίς δυσχέρειες. Καί εἰδικότερα, τήν τελευταία αὐτή περίοδο, κατά τήν ὁποία ἡ φιλτάτη πατρίδα μας βιώνει σέ ὅλες της τίς διαστάσεις τήν οἰκονομική κρίση, πού εἶναι ὅμως, πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα, ἀποτέλεσμα, τῆς πνευματικῆς κρίσης, πού βιώνει ἀπό δεκαετίες ὁ λαός μας. Ἡ Ἐκκλησία ἀπό τήν φύση της, ἐκτός τοῦ ὅτι νοηματοδοτεῖ τόν ἀνθρώπινο βίο καί ἔχει μία πνευματική ἀποστολή, συγχρόνως λειτουργεῖ ἐξισορροπητικά στήν κοινωνία. Ἔτσι, ἡ τρέχουσα κοινωνική καί οἰκονομική κρίση πρέπει νά ἀντιμετωπισθεῖ μέ κρίση, δηλαδή μέ διάκριση, περίσκεψη, σύνεση καί τήν πρέπουσα ἀποφασιστικότητα.
Ἕνα κλῖμα ἐμπιστοσύνης στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος παραχωρεῖ τήν δοκιμασία αὐτή ἀλλά καί κλῖμα ἀλληλεγγύης μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, θά πρέπει νά εἶναι τό κλῖμα, πού θά πρέπει νά ἐπικρατήσῃ μεταξύ τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας καί γενικότερα, μεταξύ ὅλων τῶν ἀνθρώπων.
Εὔχομαι ὁλόψυχα, μεταφέροντας καί τίς εὐχές τοῦ Γέροντός μου, καθηγουμένου τῆς Μεγίστης Λαύρας, ἀρχιμανδρίτου Προδρόμου καί ὅλων τῶν Ἁγιορειτῶν πατέρων, ὁ Κύριος διά πρεσβειῶν τῆς σήμερα ἑορταζομένης ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας καί τῆς Θεοτόκου τῆς Ἐγγυητρίας, νά φωτίζει τό δρόμο μας πρός τή συνάντησή Του κατά τήν λαμπροφόρο ἡμέρα τοῦ Πάσχα.
Χρόνια Πολλά καί Καλήν Ἀνάσταση!
Ἀπόσπασμα ἀπό τήν ὀμιλία τοῦ π. Παταπίου στόν ναό Ἁγ. Ἰωάννου Προδρόμου Χανίων Κρήτης, 31 Μαρτίου 2012.