ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Πέμπτη, Απριλίου 15, 2021

Αυτοί που βλέπουν το Θεό ακριβώς επειδή δεν θεωρούν εαυτούς αξίους αυτής της τιμής

 



O άνθρωπος που είναι απόλυτα δουλωμένος στον εγωκεντρισμό του δεν μπορεί να δει τη σταυρική ανάσταση του Χριστού και η Μαρία η Αιγυπτία που ήταν μια γυναίκα απόλυτα δουλωμένη στα εγωκεντρικά πάθη της ματαιοδοξίας, της άνετης ζωής και της σωματικής ηδονής δεν μπόρεσε να δει και να προσκυνήσει το Σταυρό του Κυρίου που είναι η έκφραση της αγάπης που γεννιέται από το σταύρωμα του εγώ. Αλλά «νεύσει θεϊκῇ» κατηυγάσθη «σταυρικῷ φωτισμῷ», «σταυρῶ τοῦ ὁμιλήσαντος». Η ακτινοβολία της σταυρωμένης αγάπης άνοιξε και εφώτισε τα τυφλωμένα από τον εγωκεντρισμό μάτια της ψυχής της και μπόρεσε κι αυτή να σταυρώσει το θανάσιμο εγωκεντρισμό της (Ωδή δ΄ κανόνος της ε΄ Κυριακής Νηστειών). «Τὸν Σταυρὸν ποθήσασα τοῦ Κυρίου θεάσασθαι» (κάθισμα ε΄ Κυριακής Νηστειών).


Η κατάντια της Μαρίας της Αιγυπτίας δεν της αποκλείει τη συνάντηση με τον αναστημένο Κύριο. Όπου κι αν βρίσκεται κανείς, άμα καταληφθεί από πόθο θεϊκό και από πίστη ζέουσα και θεία όπως εκείνη (Ωδή η΄ κανόνος ε΄ Κυριακής των Νηστειών) μπορεί να πορευθεί προς αυτή τη συνάντηση. Τη στιγμή που ο άνθρωπος μεταθέτει τον έρωτά του από τα κτίσματα στον κτίστη αρχίζει αυτή την πορεία. Κανείς δεν πρέπει να αποθαρρύνεται από την κατάστασή του. Δεν πρέπει να σκέπτεται πως γι’ αυτόν δεν υπάρχει αυτή η ελπίδα. «Μηδεὶς ὀδυρέσθω πταίσματα· συγγνώμη γὰρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε» (Κατηχητικός λόγος Ιωάννου Χρυσοστόμου). Εξάλλου τα μάτια του Θεού δεν είναι ίδια με τα μάτια του ανθρώπου. Ό,τι φαίνεται κοντά στο Θεό για τους ανθρώπους, μπορεί να είναι πολύ μακριά από το Θεό στα μάτια του Θεού, και ασφαλώς ο Θεός δεν νιώθει κοντά του τον καθωσπρέπει άνθρωπο με την εξωτερική ευσέβεια και με τη βεβαιότητα του δικαιωμένου. Αν θέλουμε, μπορούμε να ξέρουμε πως βλέπει ο Θεός, γιατί ο Θεός βλέπει όπως βλέπει ο Χριστός και ξέρουμε πως βλέπει ο Χριστός, μας το είπε ξανά και ξανά. Όμως οι πιο πολλοί από εμάς και πολύ συχνά όλοι μας δεν βλέπουμε όπως βλέπει ο Χριστός γιατί εμείς βλέπουμε κοντά στο Θεό τους «προφάσει μακρᾷ» προσευχόμενους Γραμματείς και Φαρισαίους που «ἔξωθεν μὲν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν καὶ πάσης ἀκαθαρσίας» (Ματθ. 23, 27), ενώ ο Χριστός βλέπει κοντά στο Θεό τους τελώνες και τις πόρνες (Ματθ. 21, 31).

Γιατί άραγε ο Χριστός βλέπει τους τελώνες και τις πόρνες να είναι πιο κοντά στο Θεό από τους «δικαίους» και να τους προάγουν στη βασιλεία του Θεού; Γιατί εκείνοι ξέρουν ότι είναι μακριά από το Θεό, ξέρουν πως βρίσκονται στην εξορία και μπορούν να αισθανθούν την ανάγκη να επιστρέψουν, ενώ οι «δίκαιοι» πιστεύουν στη δικαιοσύνη τη δικιά τους και γι’ αυτό δεν υποτάσσονται στη δικαιοσύνη του Θεού (Ρωμ. 10, 3) και δεν αισθάνονται την ανάγκη καμιάς επιστροφής. Δεν αισθάνονται την ανάγκη να επιστρέψουν στη βασιλεία του Θεού γιατί πιστεύουν ότι βρίσκονται σ’ αυτήν και πιστεύουν ότι βρίσκονται σ’ αυτήν γιατί είναι βέβαιοι ότι τη δικαιούνται και κανείς απ’ όσους είναι βέβαιοι ότι δικαιούνται τη βασιλεία του Θεού δεν την απολαμβάνει.

Τα μάτια δύο παιδιών της Εκκλησίας, που βλέπουν όπως τα μάτια του Θεού, μας βοηθούν να δούμε τους τελώνες και τις πόρνες όπως τους βλέπει εκείνος. Ο πρώτος είναι ο Παπαδιαμάντης και ο δεύτερος ο Ντοστογέφσκυ. Η αμαρτωλή γυναίκα του Παπαδιαμάντη είναι η Χριστίνα, η δασκάλα που συζούσε χωρίς στεφάνι με τον κομματάρχη τον Παναγή Ντεληκανάτα και την οποία ο Παπαδιαμάντης περιγράφει ως έξης:

«Ἡ ταλαίπωρος αὐτὴ, μανθάνουσα, ἐπιπλήττουσα, διαμαρτυρομένη, ὑπομένουσα, ἐγκαρτεροῦσα, ἔπαιρνε τὰ νόθα τοῦ ἀστεφανώτου ἀνδρός της εἰς τὸ σπίτι, τὰ ἐθέρμαινεν εἰς τὴν ἀγκαλιάν της, ἀνέπτυσσε μητρικὴν στοργήν, τὰ ἐπονοῦσε καὶ τὰ ἀνέσταινε, κι ἐπάσχιζε νὰ τὰ μεγαλώσῃ, καὶ ὅταν ἐγίνοντο δύο ἢ τριῶν ἐτῶν, καὶ τὰ εἶχε πονέσει πλέον ὡς τέκνα της, τότε ἤρχετο ὁ Χάρος, συνοδευόμενος ἀπὸ τὴν ὀστρακιάν, τὴν εὐλογιάν καὶ ἄλλας δυσμόρφους συντρόφους, καὶ τῆς τὰ ἔπαιρνε ἀπὸ τὴν ἀγκαλιάν της.

Τρία ἢ τέσσαρα παιδία τῆς εἶχαν ἀποθάνει οὕτω ἐντὸς ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἐτῶν. Και αὐτὴ ἐπικραίνετο, ἐγήρασκε καὶ ἄσπριζε. Κι ἔκλαιε τὰ νόθα τοῦ ἀνδρός της, ὡς νὰ ἦσαν γνήσια ἰδικά της. Κι ἐκεῖνα τὰ πτωχά, τὰ μακάρια, περιίπταντο εἰς τὰ ἄνθη τοῦ παραδείσου, ἐν συντροφίᾳ μὲ τ᾽ ἀγγελούδια τὰ ἐγχώρια ἐκεῖ. Ἐκεῖνος οὐδὲ λόγον τῆς ἔκαμεν πλέον περὶ στεφανώματος. Κι αὐτὴ δὲν ἔλεγε πλέον τίποτε. Ὑπέφερεν ἐν σιωπῇ.

Κι ἔπλυνε κι ἐσυγύριζεν ὅλον τὸν χρόνον, τὴν Μεγάλην Πέμπτην ἔβαπτε τ᾽ αὐγὰ τὰ κόκκινα. Καὶ τὰς καλὰς ἡμέρας δὲν εἶχε τόλμης πρόσωπον νὰ ὑπάγῃ κι αὐτὴ εἰς τὴν ἐκκλησίαν.

Μόνον τὸ ἀπόγευμα τοῦ Πάσχα, εἰς τὴν ἀκολουθίαν τῆς Ἀγάπης, κρυφὰ καὶ δειλὰ εἰσῆρπεν εἰς τὸν ναόν, διὰ ν᾽ ἀκούσῃ τὸ «Ἀναστάσεως ἡμέρα» μαζὶ μὲ τὶς δοῦλες καὶ τὶς παραμάνες.

Ἀλλ᾽ Ἐκεῖνος, ὅστις ἀνέστη ἕνεκα τῆς ταλαιπωρίας τῶν πτωχῶν καὶ τοῦ στεναγμοῦ τῶν πενήτων, ὅστις ἐδέχθη τῆς ἁμαρτωλῆς τὰ μύρα καὶ τὰ δάκρυα, καὶ τοῦ λῃστοῦ τὸ μνήσθητί μου, θὰ δεχθῇ καὶ αὐτῆς τῆς πτωχῆς τὴν μετάνοιαν, καὶ θὰ τῆς δώσῃ χῶρον καὶ τόπον χλοερόν, καὶ ἄνεσιν καὶ ἀναψυχὴν εἰς τὴν βασιλείαν Του τὴν αἰωνίαν».

Η αμαρτωλή του Ντοστογέφσκυ είναι η Σόνια, η κόρη του μεθύστακα Μαρμελάντωφ, που κι αυτή όπως και η Χριστίνα η δασκάλα (πόσο απτά φαίνεται η ενότητα της πίστεως ανάμεσα σ’ αυτές τις δυο) θυσιάζει την ίδια την ψυχή της για να σώσει μικρά παιδιά. Όταν θα έλθει ο κριτής, λέει ο Ντοστογέφσκυ με το στόμα του Μαρμελάντωφ, την ημέρα της κρίσεως, θα ρωτήσει: «Πού είναι η κόρη που για την κακιά και φθισικιά μητρυιά της, για παιδιά που δεν ήταν αδέλφια της, μικρή-μικρή ακόμη πούλησε τον εαυτό της; Πού είναι η κόρη που σπλαχνίσθηκε τον επίγειο πατέρα της, τον αδιόρθωτο μεθύστακα, χωρίς να φρίξει από την αποκτήνωσή του;» και θα πει: «Έλα! σ’ έχω κιόλας μια φορά συγχωρήσει… Σ’ έχω μια φορά συγχωρήσει… Σήμερα πάλι ἀφίενταί σοι αἱ πολλαὶ ἁμαρτίαι σου, ὅτι πολὺ ἠγάπησας».

Η Σόνια ήταν μια αγία παρά το γεγονός, ή ίσως ακριβώς εξαιτίας του γεγονότος, ότι ήταν «ανήθικη». Η μοιχεία της ήταν αγιότερη από την παρθενία πολλών. Η κεντρική έννοια της «αγιότητος» είναι αφοσίωση αφιερωμένη στην υπηρεσία του Θεού.[1]

Συνεχίζοντας ο Μαρμελάντωφ λέει πως ο Χριστός θα δεχθεί τους τελώνες και τις πόρνες στη βασιλεία Του. «Πλησιάστε και σεις», θα τους πει, «ξεδιάντροποι. Είσαστε γουρούνια! φοράτε τη μάσκα του ζώου και έχετε τη σφραγίδα του. Όμως ελάτε και σεις». Και τότε οι δίκαιοι και οι σώφρονες θα διαμαρτυρηθούν. «Κύριε, γιατί τους δέχεσαι αυτούς;» Κι Εκείνος θα πει: «Τους δέχομαι, ω δίκαιοι, τους δέχομαι, ω σώφρονες, επειδή ούτε ένας απ’ αυτούς δεν θεώρησε ποτέ άξιο αυτής της τιμής τον εαυτό του…».

Η αγάπη αυτών των δύο αμαρτωλών γυναικών για εκείνα τα πλάσματα του Θεού μοιάζει τόσο πολύ με την αγάπη του Θεού ο οποίος «ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε» (Ρωμ. 5, 8). Εκείνη την αγάπη βίωσαν οι μεγάλοι άγιοι του Θεού που ήταν πρόθυμοι και την ίδια τη σωτηρία τους να θυσιάσουν για το συνάνθρωπο. «Ηὐχόμην γὰρ αὐτὸς ἐγὼ ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου, τῶν συγγενῶν μου κατὰ σάρκα» (Ρωμ. 9, 3), λέει ο Παύλος, και ο Κοσμάς ο Αιτωλός έλεγε το ίδιο πράγμα με άλλα λόγια· «Μα θέλετε ειπή: και συ καλόγερος είσαι, διατί συναναστρέφεσαι εις τον κόσμον; Και εγώ αδελφοί μου, κακά το κάμνω, μα επειδή το γένος μας έπεσε εις αμάθειαν, είπα: Ας χάση ο Χριστός μου εμένα, ένα πρόβατον, και ας κερδίση τα άλλα. Ίσως η ευσπλαχνία του Θεού και η ευχή σας σώση και εμένα».[2]

Σ’ αυτό το προωθημένο στάδιο της πορείας προς τη συνάντηση με τον αναστημένο Χριστό η Εκκλησία προβάλλει το παράδειγμα μιας πόρνης της οποίας οι πολλές αμαρτίες συγχωρέθηκαν όπως και εκείνης της άλλης πόρνης του Ευαγγελίου, για να μας διαβεβαιώσει πως τον αναστημένο Χριστό μπορεί κάθε άνθρωπος, αν το θελήσει, να τον συναντήσει όπου κι αν βρίσκεται και ακόμη για να δείξει πως τα μάτια του Θεού δεν βλέπουν τον άνθρωπο όπως τα μάτια του ανθρώπου.

[1] Jaroslav Pelikan, Fools for Christ, Philadelphia: Muhilenberg Press, 1955, σελ. 76.

[2] Ιωάν. Μενούνου, Κοσμά Αιτωλού Διδαχές, εκδ. Τήνος, 1979, Αθήνα, σελ. 200.

π. Φιλόθεος Φάρος, Πριν και μετά το Πάσχα, Εκδ. Ακρίτας, Αθήνα, 1998

Δεν υπάρχουν σχόλια: