
ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Σάββατο, Μαΐου 29, 2021
Του Χρυσοστόμου, περί των δογμάτων και της Ανάγνωσης και Γνώσης των Αγίων Γραφών.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 27, 2020
ΟΤΙ ΝΑΖΩΡΑΙΟΣ ΚΛΗΘΗΣΕΤΑΙ
«ὅπως πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ τῶν προφητῶν ὅτι Ναζωραῖος κληθήσεται (: για να πραγματοποιηθεί έτσι εκείνο που είπαν οι προφήτες, ότι ο Ιησούς θα ονομαστεί περιφρονητικά από τους εχθρούς του Ναζωραίος)» [Ματθ. 2, 23].
Ποιος προφήτης είπε την προφητεία αυτήν; Μην είσαι περίεργος και μη λεπτολογείς, διότι πολλά προφητικά βιβλία έχουν εξαφανιστεί. Και αυτό δύναται να το συμπεράνει κανείς από τη διήγηση των ιστορικών βιβλίων των «Παραλειπομένων». Πραγματικά, καθώς οι Ιουδαίοι ήσαν αδιάφοροι και διαρκώς περιέπιπταν στην ασέβεια, άλλα από τα βιβλία τα άφηναν να χάνονται και άλλα τα έκαιγαν και τα έσχιζαν οι ίδιοι. Και την καύση των βιβλίων τη διηγείται ο Ιερεμίας [Ιερ. 43, 23-24: «καὶ ἐγενήθη ἀναγινώσκοντος Ἰουδὶν τρεῖς σελίδας καὶ τέσσαρας, ἀπέτεμεν αὐτὰς τῷ ξυρῷ τοῦ γραμματέως καὶ ἔῤῥιπτεν εἰς τὸ πῦρ τὸ ἐπὶ τῆς ἐσχάρας, ἕως ἐξέλιπε πᾶς ὁ χάρτης εἰς τὸ πῦρ τὸ ἐπὶ τῆς ἐσχάρας. καὶ οὐκ ἐζήτησαν καὶ οὐ διέῤῥηξαν τὰ ἱμάτια αὐτῶν ὁ βασιλεὺς καὶ οἱ παῖδες αὐτοῦ οἱ ἀκούοντες πάντας τοὺς λόγους τούτους (: κατά τον χρόνο όμως που ο Ιουδίν διάβαζε τρεις και τέσσερις σελίδες, ο βασιλιάς με το μαχαιράκι του γραμματέα τις έκοβε και τις έριχνε στη φωτιά, που βρισκόταν στη σχάρα, στο πύραυνο. Έτσι λοιπόν παρέδωσε στο πυρ όλη την περγαμηνή. Ο βασιλιάς και οι αυλικοί που βρίσκονταν γύρω του δεν συγκλονίστηκαν από όσα ήταν γραμμένα στην περγαμηνή, δεν διέρρηξαν ως ένδειξη λύπης και μετανοίας τα ενδύματά τους, ακούγοντας τα λόγια αυτά)»], ενώ την καταστροφή ο συγγραφέας του τετάρτου βιβλίου των Βασιλειών, που μας λέγει ότι έπειτα από πολύ χρόνο κατά τύχη βρέθηκε το Δευτερονόμιο θαμμένο κάπου και εξαφανισμένο [Δ΄Βασ. 21 κ.ε.]. Και αν είχαν έτσι εγκαταλείψει τα βιβλία χωρίς να υπάρχουν βάρβαροι, πολύ περισσότερο θα το έκαναν, όταν έκαναν επιδρομές βαρβάρων. Ειπώθηκαν αυτά, διότι όπως Τον προανήγγειλαν οι προφήτες, έτσι, «Ναζωραίο», Τον αποκαλούν και οι Απόστολοι σε πολλά σημεία.
«Αυτό λοιπόν μήπως έρριπτε κάποια σκιά στην προφητεία για τη Βηθλεέμ;», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος.
Καθόλου. Απεναντίας αυτό ακριβώς κινεί και διεγείρει το ενδιαφέρον προς έρευνα όσων λέγονται γι΄Αυτόν. Έτσι και ο Ναθαναήλ συμμετέχει στην αναζήτηση και όταν ο Φίλιππος του λέγει: «ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ (: βρίσκει στο μεταξύ ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ και του λέει: ’’Εκείνον για τον οποίο έγραψε ο Μωυσής στο νόμο και προανήγγειλαν οι προφήτες, τον βρήκαμε. Είναι ο Ιησούς, ο γιος του Ιωσήφ, και κατάγεται από τη Ναζαρέτ)» [Ιω. 1, 46], εκείνος απαντά: «ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι; (: Από τη Ναζαρέτ, το κακό και άσημο αυτό χωριό, μπορεί να βγει τίποτε καλό;)» [Ιω. 1, 47]. Και η απάντηση του Φιλίππου: «ἔρχου καὶ ἴδε (: Έλα και όταν Τον δεις με τα μάτια σου, θα πειστείς)» [Ιω. 1, 48]. Ήταν χωριό χωρίς σημασία και μάλιστα όχι ο οικισμός αυτός μόνο αλλά και ολόκληρη η περιοχή της Γαλιλαίας.
Για τον λόγο αυτόν οι Φαρισαίοι έλεγαν: «Μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας εἶ; ἐρεύνησον καὶ ἴδε ὅτι προφήτης ἐκ τῆς Γαλιλαίας οὐκ ἐγήγερται (: μήπως και εσύ είσαι από τη Γαλιλαία; Ερεύνησε και εύκολα θα δεις και θα πειστείς από τα πράγματα ότι κανείς προφήτης δεν έχει ως τώρα βγει από τη Γαλιλαία)» [Ιω. 7, 52]. Αυτός όμως δεν ντρέπεται να ονομάζεται Ναζωραίος, δε θεωρεί υποτιμητικό να ομολογεί ότι κατάγεται από εκεί, αποδεικνύοντας ότι δεν έχει ανάγκη από κανένα πιστοποιητικό και ότι δε χρειάζεται κανένα από τα ανθρώπινα. Ακόμη και τους μαθητές Του, από τη Γαλιλαία τούς εκλέγει. Έτσι αφαιρεί παντού τις δικαιολογίες εκείνων που επιθυμούν την ησυχία και αποδεικνύει ότι κανένα εξωτερικό γνώρισμα δε μας χρειάζεται, αν ασκήσουμε την αρετή.
Για τούτο δε φροντίζει ούτε για το σπίτι. Λέγει: «αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ (: οι αλεπούδες έχουν φωλιές και τα πουλιά του ουρανού έχουν μέρη που κουρνιάζουν, ενώ ο υιός του ανθρώπου [δηλαδή εγώ που γεννήθηκα χωρίς πατέρα αλλά μόνο από την Παρθένο και είμαι ο κατεξοχήν άνθρωπος, γνωστός από την υπόσχεση του Θεού προς τον Αδάμ] δεν έχει πού να ακουμπήσει το κεφάλι Του)» [Λουκ. 9, 58]. Όταν Τον επιβουλεύεται ο Ηρώδης, φεύγει, και όταν γεννήθηκε, Τον ανακλίνουν στη φάτνη, μένει στο στάβλο, εκλέγει μητέρα αφανή. Μας διδάσκει έτσι κανένα από αυτά να μη θεωρούμε εξευτελιστικό, ποδοπατεί εκ προοιμίου κάθε ανθρώπινο εγωισμό, διατάζει να είμαστε διάκονοι της αρετής.
«Γιατί μεγαλοφρονείς για την πατρίδα σου, όταν σου δίνω εντολή να θεωρείς τον εαυτό σου ξένο για ολόκληρη την οικουμένη;», μας λέγει. Όταν έχεις την εξουσία να γίνεις τέτοιος, ώστε ο κόσμος ολόκληρος να μην είναι άξιός σου; Όλα αυτά είναι τόσο μηδαμινά, ώστε μήτε από τους Έλληνες φιλοσόφους να μην αποδίδεται σε αυτά καμία σημασία και να αποκαλούνται τα εκτός, και να κατέχουν την τελευταία θέση.
Αλλά και ο Ιωάννης έλεγε σε όσους έρχονταν προς αυτόν: «Ποιήσατε οὖν καρποὺς ἀξίους τῆς μετανοίας, καὶ μὴ ἄρξησθε λέγειν ἐν ἑαυτοῖς, πατέρα ἔχομεν τὸν Ἀβραάμ· λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι δύναται ὁ Θεὸς ἐκ τῶν λίθων τούτων ἐγεῖραι τέκνα τῷ Ἀβραάμ (: Μόνο το βάπτισμα δεν ωφελεί. Αν θέλετε να σωθείτε από την οργή που πρόκειται σε λίγο να ξεσπάσει, κάνετε καλά έργα, τα οποία είναι άξιοι καρποί της αληθινής μετάνοιας, και δείξτε με ενάρετες πράξεις την ειλικρινή μετάνοιά σας. Και μην αρχίσετε να λέτε μέσα σας: ’’Πατέρα μας έχουμε τον Αβραάμ· διότι σας λέω ότι ο Θεός έχει τη δύναμη και από το πλέον ακατάλληλο υλικό, ακόμη και από αυτές εδώ τις πέτρες, να αναστήσει απογόνους του Αβραάμ’’)» [Λουκά 3, 8].
Ας μη μεγαλοφρονούμε λοιπόν μήτε για την ευγενή καταγωγή, μήτε για τον πλούτο μας, αλλά ας περιφρονούμε και αυτούς που μεγαλοφρονούν γι’ αυτά. Μήτε να αποθαρρυνόμαστε για την πτωχεία μας. Ας επιδιώκουμε τον πλούτο των αγαθών έργων και ας αποφεύγουμε την πτωχεία εκείνη που οδηγεί στην κακία.
ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
Δευτέρα, Μαΐου 18, 2020
+ π. Αντωνίου Αλεβιζοπούλου-Ἡ Θεία Ἀπoκάλυψη
Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ συνεχίζει νά εἶναι ὑποστατικά ἑνωμένος μέ τό σῶμα Του καί σάν κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πάντοτε ἑνωμένος μαζί μας (Ματθ. ιη' 20. κη' 20). Τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἐνεργοποιεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα στή Ζωή τῆς Ἐκκλησίας (Α' Κορ. ιβ' 3), γι' αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία εἶναι «στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας» (Α' Τιμ. γ' 15. Πρβλ Α' Κορ. β' 7-11).
Ἡ ἁγία Γραφή δέν περιλαμβάνει τήν πληρότητα τῆς θείας ἀποκάλυψης. Ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη ὑπογραμμίζεται ἡ σημασία τῆς προφορικῆς παράδοσης καί ἡ φροντίδα γιά τή μετάδοσή της ἀπό γενεά σέ γενεά (Ψαλμ. μγ' 2 / μδ' 1. Ἰωήλ α' 3). Ἡ Καινή Διαθήκη σημειώνει πὼς δέν περιέχει τήν πληρότητα τῶν λόγων καί τῶν ἔργων τοῦ Χριστοῦ (Ἰω. κα' 25).
Ἡ ἴδια ἡ ἁγία Γραφή κάνει χρήση τῆς παράδοσης (Ἀριθ. κά' 14-15. Ματθ. β' 23. Πράξ. κ' 35. Β' Τιμ. γ' 8. Ἰούδα 14). Ὁ Χριστός δέν παρακίνησε τούς μαθητές του νά γράψουν βιβλία, ἀλλά νά κηρύξουν, ὑποσχόμενος πὼς θά βρίσκεται γιά πάντα μαζί τους (Ματθ. κη' 20) καί ὅτι θά τούς ἀποστείλει τό Πνεῦμα τό Ἅγιο γιά νά μείνει μαζί τους (Ἰω.ιδ' 16), νά τούς διδάξει καί νά τούς ὑπενθυμίσει τό κήρυγμά Του (Ἰω. ιδ' 25-26) νά τούς ὁδηγήσει «εἰς ὅλην τήν ἀλήθεια», ἀποκαλύπτοντας σ' αὐτούς τό βαθύτερο νόημα τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ, ὅλα ἐκεῖνα ποὺ μέ τίς δικές τους δυνάμεις δέν μποροῦσαν νά «βαστάξουν» (Ἰω. ιστ' 12-15).
Ἀλλά καί οἱ ἀπόστολοι δέν περιορίσθηκαν στά γραπτά κείμενα, μετέδωσαν στούς πρώτους χριστιανούς πολύ περισσότερα ἀπό ἐκεῖνα ποὺ κατέγραψαν «διά χάρτου καί μελάνης» (Β' Ἰω. 12. Γ' Ἰω. 13-14. Α' Κορ. ια' 34). Μερικά ἀπό τά γραφόμενα ἀποδείχθηκαν ὅτι ἔχουν καιρική σημασία, γιατί δέν διατηρήθηκαν στήν Ἐκκλησία: ὁ ἀριθμός τῶν διακόνων (Πράξ. στ' 3), τό τάγμα τῶν χηρῶν (Α' Τιμ. ε' 9), τό κάλυμμα τῶν γυναικῶν (Α' Κορ. ια' 5), τό νίψιμο τῶν ποδιῶν (Ἰω. ιγ' 14).
Στό κέντρο τῆς ἁγίας Γραφῆς εἶναι τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ (Ἰω. ε' 38-39. Γαλ γ' 24), χωρίς τό Χριστό δέν μποροῦμε νά κατανοήσουμε τήν ἁγία Γραφή (Β' Κορ. γ΄ 14). Ἔτσι ἡ ἑνότης στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή στήν Ἐκκλησία, ἐξασφαλίζει τήν καθαρότητα τῆς εὐαγγελικῆς ἀλήθειας (Α' Τιμ. γ' 15).
Ἡ ἁγία Γραφή δέν ἀπευθύνεται σέ διασκορπισμένα ἄτομα, ἀλλά σέ πιστούς, ποὺ εἶναι συγκροτημένοι σέ ἕνα σῶμα. Ἡ ἱερή παράδοση εἶναι ἡ ἀτμόσφαιρα μέσα στήν ὁποία τό σῶμα ζεῖ καί κατανοεῖ ὀρθά τήν ἀλήθεια, εἶναι ἡ διαρκής ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ συνείδησή της, ὄχι προσωπικές γνῶμες, διδασκαλίες, ἐντάλματα ἀνθρώπων (πρβλ Ἠσ. κθ' 13. Ματθ. ιε' 3.4.9. Μάρκ. ζ' 8. Κολ β' 8).
Μέ βάση τό θησαυρό τῆς ἱερῆς μνήμης τῆς Ἐκκλησίας, ἡ μελέτη τῆς ἁγίας Γραφῆς ὁδηγεῖ στήν ἑνότητα, ὄχι στή διάσπαση τῆς Ἐκκλησίας.
Μ' αὐτό τόν τρόπο ἐκπληρώνεται ἡ ἐπιθυμία τοῦ Χριστοῦ γιά ἑνότητα τῶν πιστῶν (Ἰω. ιζ' 20-21). Γι' αὐτό καί οἱ ἀπόστολοι συνιστοῦσαν τούς χριστιανούς νά κρατοῦν τίς παραδόσεις, δηλαδή τόν θησαυρό ποῦ τούς ἐμπιστεύθηκαν (Α' Κορ. ια' 2. Φιλιπ. δ' 9), «εἴτε διά λόγου, εἴτε δι' ἐπιστολῆς» (Β' Θεσ. β' 15. πρβλ β' Τιμ. α' 13).
Οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας τοποθετήθηκαν στή θέση αὐτή γιά νά ἀγρυπνοῦν, νά εἶναι δηλαδή Φύλακες (= ἐπίσκοποι) τῆς καθαρότητας τῆς ζωῆς καί τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας (Πράξ. κ' 28-31): «νά ἀναζωπυρῆς τό χάρισμα τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖον εἶναι ἐν σοὶ διά τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν μου... Κράτει τό ὑπόδειγμα τῶν ὑγιαινόντων λόγων, τούς ὁποίους ἤκουσας παρ' ἐμοῦ... τήν καλήν παρακαταθήκην φύλαξον διά τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου τοῦ ἐνοικοῦντος ἐν ἠμῖν». (Β' Τιμ. α' 6. 13. 14) «καί ὅσα ἤκουσας παρ' ἐμοῦ διά πολλῶν μαρτύρων, ταῦτα παράδος εἰς πιστούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι θά εἶναι ἱκανοί νά διδάξουν καί ἄλλους» (Β' Τιμ. β' 2).
Μέ ἀλλά λόγια ἡ ἀποστολική διαδοχή συμβαδίζει μέ τήν ἀποστολική διδαχή. Μέ αὐτή τήν ἔννοια κατανοοῦμε τούς λόγους τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου (†110): «Διότι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἡ ἀληθινή μας Ζωή, εἶναι ἡ γνώμη τοῦ Πατρός, ὅπως ἐπίσης καί οἱ ἐπίσκοποι οἱ ὁποῖοι ἔχουν κατασταθεῖ εἰς τά πέρατα τῆς γῆς εἶναι μέ τήν γνώμη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ «ἐν Ἰησοῦ Χριστοῦ γνώμῃ». Λοιπόν, πρέπει καί σεῖς νά παρακολουθεῖτε τή γνώμη τοῦ ἐπισκόπου, πράγμα τό ὁποῖο καί κάμνετε, διότι τό ἄξιον τοῦ ὀνόματός του πρεσβυτέριό σας, τό ὁποῖον εἶναι καί τοῦ Θεοῦ ἄξιο, εἶναι συνηρμοσμένο μέ τόν ἐπίσκοπο, ὅπως οἱ χορδές εἰς τήν κιθάρα» (Ἰγν., Ἐφεσ. ΠΙ, 2-IV,l).
Ἡ διδασκαλία αὐτή δέν εἶναι σημερινή, εἶναι πρωτοχριστιανική πεποίθηση: «Ἀπό τά δόγματα καί τάς ἀληθείας ποὺ φυλάσσει ἡ Ἐκκλησία, ἄλλα μέν τά ἔχομε πάρει ἀπό τήν γραπτήv διδασκαλίαν, ἄλλα δέ ποὺ μυστικῶς ἔφθασαν μέχρις ἡμῶν τά ἔχομε κάμει δεκτά ἐκ τῆς παραδόσεως τῶν ἀποστόλων. Καί τά δύο στοιχεῖα, καί ἡ γραπτή καί ἡ προφορική παράδοσις, ἔχουν τήν αὐτήν σημασίαν διά τήν πίστιν. Καί κανείς ἐξ ὅσων ἔχουν καί μικρὰν γνῶσιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν δέν ἐγείρει ἀντίρρησιν ἐπ' αὐτῶν. Διότι ἄν ἐπιχειρούσαμε νά ἐγκαταλείψωμεν ὅσα ἐκ τῶν ἐθῶν εἶναι ἄγραφα, διότι δῆθεν δέν ἔχουν μεγάλην σημασίαν, χωρίς νά τό καταλάβωμε θά ἐζημιώναμε τό εὐαγγέλιον εἰς τήν οὐσίαν του ἤ μᾶλλον θά μεταφέραμε τό κήρυγμα εἰς κενόν νοήματος ὄνομα» (Μ. Βασιλ., Περί Ἁγίου Πνεύμαιος, κζ' 66).
Στήν ἐποχή λοιπόν τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὅποιος εἶχε ἀκόμη καί, «μικρὰν γνῶσιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν», παραδεχόταν πὼς ἡ θεία ἀποκάλυψη διαφυλάχθηκε μυστικά στήν Ἐκκλησία σέ ὅλη της τήν πληρότητα. Γιά παράδειγμα ὁ Μ. Βασίλειος ἀναφέρει τή συνήθεια «οἱ ἐλπίζοντες εἰς τό ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» νά φανερώνουν τήν πίστη τους «μέ τό νά κάνουν τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ».
Ἐδῶ λοιπόν ἔχουμε βασική διαφορά μέ τόν προτεσταντικό κόσμο. Τό ἀξίωμα «μόνη ἡ Γραφή» ἀφήνει ἀκάλυπτη καί αὐτή τήν ἴδια τή Γραφή, ἐκτεθειμένη στήν «ἑρμηνευτική αὐθεντία καί στό ἀλάθητο τοῦ καθενός πάστορα.
Ἡ ἁγία Γραφή δέν εἶναι δυνατόν νά ἀπολυτοποιηθεῖ, γιατί αὐτό θά ἀντικαθιστοῦσε τό Ζωντανό Χριστό μέ τό γράμμα τῆς Βίβλου, ποὺ θεοποιεῖται ξεκομμένο ἀπό τή Ζωή τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀπό τή ζωή τῶν ἁγίων (Ἰούδα 3). Ἡ ἁγία Γραφή εἶναι «λόγος γιά τόν Θεό ποὺ πέρασε ἀπό τήν καρδιά τῶν ἁγίων, εἶναι ὁ περί Θεοῦ λόγος τοῦ Θεοῦ» (Γ. Μεταλληνός), ἡ ἀλήθεια ποὺ παραδόθηκε «ἅπαξ» στούς ἁγίους (Ἰούδα 3) καί μάλιστα ὄχι ὁλόκληρη ἡ ἀλήθεια, ἀλλά μέρος της. Δέν μπορεῖ νά νοηθεῖ ξεκομμένη ἀπό τήν Ἐκκλησία (Α' Τιμ. γ' 15).
Ἡ Ἐκκλησία, λέγει ἡ κίνηση (ὁμιλεῖ γιά Προτεσταντικές ὁμάδες), ἀποτελεῖται ἀπό ὅσους στηρίζουν τή Ζωή τους στό γράμμα τῆς Βίβλου. Ταυτόχρονα ὅμως ὑπογραμμίζει τήν ἀπόλυτη αὐτονομία τῆς κάθε κοινότητας, ἀκόμη καί σέ θέματα ποὺ ἀφοροῦν τήν πίστη καί τή ζωή. Αὐτό σημαίνει πὼς ἡ κάθε κοινότητα, καί εἰδικότερα ὁ κάθε ποιμένας, ἀναγνωρίζει σάν ἀνωτάτη ἑρμηνευτική αὐθεντία τῆς Γραφῆς μόνο τόν ἑαυτό του. Στό ὄνομα αὐτοῦ τοῦ «ἀλάθητου» μπορεῖ νά χαρακτηρίζει τούς ἄλλους, ποὺ διαφωνοῦν μαζί του, σάν «ἐκτός Ἐκκλησίας». Μέ αὐτό τόν τρόπο ἑρμηνεύεται τό γεγονός ὅτι οἱ λεγόμενες «ἐλεύθερες ἐκκλησίες» διασπῶνται συνεχῶς, μέ ἀποτέλεσμα νά δημιουργοῦνται νέα σχίσματα. Ἡ καθεμιά ἀπό τίς σχισματικές ὁμάδες φρονεῖ πὼς μόνο αὐτή κατέχει τήν «πληρότητα τῆς ἀλήθειας».
πηγη
Κυριακή, Μαρτίου 18, 2018
Εώς πότε έσομαι μεθ' υμών, έως πότε ανέξομαι υμών;
Τετάρτη, Ιουλίου 19, 2017
Η παιδαγωγία του Θεού στον ζηλωτή προφήτη κατά τον Ι. Χρυσόστομο
απόσπασμα εισήγησης Σεβ. Γορτύνης κ. Ιερεμίου
Ὑπάρχει μία σπουδαία ὅσο καί τολμηρή ὁμιλία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου περί τοῦ προφήτου Ἠλία. Τήν παραθέτω συντόμως.
Κατά τήν ὁμιλία αὐτή ὁ Θεός προσπάθησε πολύ νά κάνει τόν ζηλωτή προφήτη του ἐπιεικῆ καί φιλάνθρωπο, χωρίς ὅμως... νά τό πετύχει. Ἡ ὁμιλία παρουσιάζει τόν Ἠλία νά ἀπορεῖ γιά τήν ἀγάπη καί τήν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ στούς ἀποστάτες Ἰσραηλῖτες, γιατί ἔβλεπε ὅτι μέ αὐτήν δέν ἐπέρχεται ἡ διόρθωσή τους.
Πίστευε δέ ὅτι ἡ διόρθωση αὐτή τοῦ λαοῦ θά ἔλθει μέ μία τιμωρία, αὐστηρή τιμωρία ἐναντίον του. Γι᾽ αὐτό – ὅπως τό παρουσιάζει ἡ ὁμιλία τοῦ ἱεροῦ Πατρός – τόλμησε νά παρουσιαστεῖ στόν Θεό καί νά τόν «δέσει» μέ ὅρκο νά δώσει τιμωρία στούς Ἰσραηλῖτες, ὅπως τήν σκεπτόταν αὐτός, καί νά μή λύσει τήν τιμωρία αὐτή, ἄν δέν τό πεῖ ὁ ἴδιος!...
«Εἰ μή διά στόματός μου», εἶπε! Ὁ προφήτης Ἠλίας ζήτησε ἀπό τόν Θεό νά δώσει ἀνομβρία στήν γῆ γιά τρία ἔτη καί ἕξι μῆνες. Ἡ ὁμιλία παρουσιάζει τόν Θεό νά «συνέχεται», νά συμπιέζεται· ἀπό τήν μιά μεριά ἤθελε νά ἀκούσει τόν ζηλωτή του προφήτη Ἠλία, ἀλλά καί ἀπό τήν ἄλλη μεριά εὐσπλαγχνιζόταν τόν λαό γιά τό κακό τῆς ἀνομβρίας καί τῆς πείνας, πού θά τοῦ συνέβαινε.
Γι᾽ αὐτό καί κάνει μέν τό θέλημα τοῦ Ἠλία, ἀλλά καί τόν βοηθεῖ νά γίνει φιλάνθρωπος, ὥστε σύντομα αὐτός νά τόν παρακαλέσει γιά τήν λύση τῆς τιμωρίας. Πρῶτα-πρῶτα ὁ Θεός «συγκολάζει τῷ λαῷ τόν προφήτην»!
Ἀφοῦ ὁ Ἠλίας ζήτησε ἀνομβρία γιά τόν λαό, θά ὑπαχθεῖ καί ὁ ἴδιος στήν τιμωρία αὐτή!... Φροντίζει ὅμως ἰδιαίτερα ὁ Θεός γιά τόν προφήτη του, γι᾽ αὐτό καί τόν τρέφει μυστικά καί θαυμαστά. Καί λέγομε «θαυμαστά», γιατί τόν τρέφει μέ ἕναν κόρακα, πού τοῦ πήγαινε κρέας.
Ὁ κόρακας ὅμως, σχολιάζει ὁ Χρυσόστομος, εἶναι ζῶο «μισότεκνον», γιατί δέν ἀγαπᾶ τά νεογνά του, ἀφοῦ δέν τά τρέφει.
Γι᾽ αὐτό καί ὁ ψαλμωδός Δαυΐδ παριστάνει τά μικρά τῶν κοράκων νά ἐπικαλοῦνται τόν Θεό γιά τροφή, ἀφοῦ ὁ πατέρας τους δέν τούς τήν δίνει: «Τοῖς νεοσσοῖς τῶν κοράκων τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν (τόν Θεόν)» (Ψαλμ. 146,9).
Ὅπως ὁ κόρακας εἶναι μισότεκνος, ἔτσι καί ὁ Ἠλίας ἦταν μισότεκνος πρός τούς Ἰουδαίους ἕνεκα τῆς ἀποστασίας τους.
Ἀλλά νά τώρα πού ὁ κόρακας μεταβάλλεται καί γίνεται φιλάνθρωπος καί πηγαίνει τροφή στόν Ἠλία. Αὐτό ἦταν τό μυστικό μάθημα, πού ἤθελε ὁ Θεός νά δώσει στόν προφήτη του: Νά γίνει μεσίτης γιά τούς Ἰουδαίους, ὅπως ὁ κόρακας μετέβαλε τήν φύση του καί γίνεται μεσίτης τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ πρός αὐτόν (τόν Ἠλία) καί τοῦ πηγαίνει τροφή στόν καιρό τῆς πείνας.
Ὁ προφήτης Ἠλίας ὅμως δέν διδάχθηκε ἀπό τό μάθημα αὐτό ἤ μᾶλλον δέν θά τό ἐνόησε καί καθόλου, γι᾽ αὐτό καί ὁ Θεός τοῦ ἀφαιρεῖ τώρα τήν διατροφή του ἀπό τόν κόρακα, ὥστε νά πιεστεῖ ἀπό τήν πείνα καί νά πρεσβεύσει στόν Θεό νά λυθεῖ ἡ τιμωρία.
Ἀλλά ὁ Ἠλίας ἦταν τόσο πολύ χολωμένος γιά τήν ἀποστασία τοῦ Ἰσραήλ ἀπό τόν Θεό, ὥστε, ὄχι! Δέν ἤθελε νά παρακαλέσει γι᾽ αὐτούς πού ζοῦσαν ἀκόμη στήν ἀποστασία τους. Ἀφοῦ, λοιπόν, ὁ προφήτης Ἠλίας δέν διδάχθηκε ἀπό τό μάθημα τοῦ κόρακα, ἔφερε ὁ Θεός ἔτσι τά πράγματα νά διδαχθεῖ ἀπό μιά εἰδωλολάτρισσα χήρα γυναίκα.
Ἀκοῦστε: Ἡ πείνα ἔθλιβε τόν Ἠλία καί ὁ Θεός τοῦ εἶπε: «Φύγε ἀπ᾽ ἐδῶ καί πήγαινε ἔξω ἀπό τό Ἰσραήλ, στά Σαρεφθά τῆς Σιδωνίας καί ἐκεῖ θά πῶ σέ μιά χήρα ἐθνική γυναίκα νά σέ διαθρέψει». Ἀπαγορευόταν τότε ἡ ἐπικοινωνία τῶν Ἰουδαίων μέ τούς Ἐθνικούς καί γι᾽ αὐτό ὁ Θεός, ἑρμηνεύει ὁ Χρυσόστομος, εἶπε στόν Ἠλία νά πάει σέ ἐθνική γυναίκα νά τόν διαθρέψει, ὥστε νά σιχαθεῖ τήν τροφή ἀπό εἰδωλολάτρισσα καί νά μεσιτεύσει στόν Θεό νά στείλει βροχή καί νά πάψει ἡ τιμωρία τῆς πείνας. Οὔτε ὅμως καί ἀπό αὐτό ὁ Ἠλίας κάμφθηκε σέ φιλανθρωπία ὑπέρ τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλά πῆγε μακρυά στά Σαρεφθά τῆς Σιδωνίας γιά νά τραφεῖ ἐκεῖ.
Ὁ Θεός ὅμως ἔκανε ἐκεῖ τήν χήρα γυναίκα νά τοῦ μιλήσει σκληρά, ἐνῶ μάλιστα αὐτός βρισκόταν σέ μεγάλη πείνα· καί αὐτό τό ἔκανε γιά νά πονέσει καί νά γίνει φιλάνθρωπος. Στόν πεινασμένο, λοιπόν, προφήτη ἡ χήρα ἐθνική γυναίκα τοῦ εἶπε: «Δέν ἔχω καθόλου ψωμί παρά μόνο μιά χούφτα ἀλεύρι στό πιθάρι καί λίγο λάδι στό δοχεῖο.
Θά τά ἑτοιμάσω γιά μένα καί γιά τά παιδιά μου, θά τά φᾶμε καί μετά θά πεθάνουμε» (Γ´ Βασ. 17,22). Αὐτά τά λόγια τῆς χήρας γυναίκας πρέπει νά πόνεσαν τόν Ἠλία. «Αὐτή ἡ γυναίκα – θά σκέφθηκε – ὑποφέρει περισσότερο ἀπό μένα, γιατί ἐγώ ὑποφέρω μόνος, ἐνῶ αὐτή ὑποφέρει καί μέ τά παιδιά της. Ἄς μή γίνω λοιπόν πρόξενος θανάτου στήν χήρα γυναίκα πού μέ δέχθηκε σπίτι της».
Ὅπως φαίνεται, τώρα γιά πρώτη φορά ὁ Ἠλίας ὁμιλεῖ φιλάνθρωπα. Ὅπως λέγει ὁ Χρυσόστομος «χαυνοῦται πρός τήν φωνήν (τῆς χήρας), ἄρχεται λοιπόν φιλανθρωπίας ἐν ἑαυτῷ περιφέρειν μελέτην». Τώρα ὁ Ἠλίας εὐλογεῖ τήν τροφή τῆς γυναίκας νά μή λείψει ἀπό τό σπίτι της καί τώρα γιά πρώτη φορά μιλάει γιά λύση τῆς τιμωρίας καί ὅτι ὁ Θεός θά στείλει βροχή στήν γῆ.
Εἶπε, λοιπόν, στήν ἀπελπισμένη χήρα γυναίκα: «Τό πιθάρι μέ τό ἀλεύρι δέν θ᾽ ἀδειάσει καί τό λάδι στό δοχεῖο δέν θά λιγοστέψει, μέχρι τήν ἡμέρα πού ὁ Κύριος θά στείλει βροχή στήν γῆ» (Γ´ Βασ. 17,14).
Ἄς παρατηρήσουμε ὅμως μαζί μέ τόν Χρυσόστομο, ὅτι ἀκοῦμε μέν τόν προφήτη Ἠλία νά λέει στήν χήρα ὅτι θά ἔρθει κάποτε βροχή στή γῆ, δέν τόν ἀκοῦμε ὅμως νά προσεύχεται γι᾽ αὐτό, ὥστε νά σταματήσει γρήγορα ἡ ἀνομβρία.
Γι᾽ αὐτό ὁ Θεός βοηθεῖ τόν προφήτη του νά προοδεύσει στήν φιλανθρωπία, πού τώρα ἄρχισε νά τοῦ ἐμφανίζεται, καί κάνει νά πεθάνει τό παιδί τῆς χήρας! Αὐτό πόνεσε πολύ τήν χήρα, ἡ ὁποία καί πα- ραπονέθηκε στόν προφήτη.
Ὁ Ἠλίας τῆς ἔδωσε τήν εὐλογία στό σπίτι της νά μή λείψει ἡ τροφή ἀπ᾽ αὐτό, ἀλλά γιά τήν χήρα –ὅπως τήν παρουσιάζει νά λέει ὁ Χρυσόστομος – θά ἦταν καλύτερα νά πέθαινε μέ τό παιδί της ἀπό τήν πείνα, ὅπως τό εἶπε ἀπό τήν ἀρχή στόν προφήτη, παρά νά ζεῖ τώρα αὐτή καί νά βλέπει νεκρό τό παιδί της.
Καί ὁ προφήτης τοῦ Θεοῦ ὄχι ἁπλῶς λυπόταν, ἀλλά καί ντρεπόταν γιά τό θέαμα, ὅπως τό ὑποθέτει ὁ Χρυσόστομος. Θά σκεπτόταν: «Προτοῦ νά ἔρθω καί νά φιλοξενηθῶ ἀπό τήν γυναίκα, αὐτή ἦταν εὔτεκνος. Τώρα μέ τήν φιλοξενία μου τῆς πέθανε τό ἀγαπητό της παιδί καί αὐτή ὀδύρεται. Αὐτόν τόν μισθό ἔδωσα στήν γυναίκα γιά τήν καλή της φιλοξενία;» Σκεπτόμενος, λοιπόν, τό συμβάν καί ντρεπόμενος γι᾽ αὐτό ἄρχισε νά ἐννοεῖ ὅτι τό συμβάν δέν εἶναι φυσικό, ἀλλά προέρχεται ἀπό τόν Θεό καί ὅτι κάτι θέλει νά τοῦ πεῖ ὁ Θεός μέ αὐτό.
Ἀλλά κατάλαβε ὁ Ἠλίας τήν τέχνη καί τόν σκοπό τοῦ Θεοῦ: Ἤθελε νά τόν κάνει σπλαγχνικό πρός τόν Ἰσραήλ. Ἄς μεταφράσω τήν σχετική περικοπή ἀπό τήν ὁμιλία τοῦ Χρυσοστόμου. Ὁ ἱερός πατήρ παριστάνει τόν Ἠλία νά λέγει: «Δέν εἶναι τό συμβάν φυσικός θάνατος· εἶναι, Θεέ, ἀπό τήν δική σου τέχνη καί κατ᾽ ἀνάγκην μέ κάνεις φιλάνθρωπο.
Ὥστε, ὅταν σοῦ πῶ, “Ἐλέησε Κύριε τό νεκρό παιδί τῆς χήρας”, θά μοῦ πεῖς καί σύ – “Ἐλέησε τό παιδί μου τόν Ἰσραήλ”. Μέ ὠθεῖς γιά φιλανθρωπία, Θεέ. Καταλαβαίνω τά τεχνάσματά σου Κύριε, γιατί ὅταν θά σοῦ πῶ ἐγώ, “Σῶσε τόπαιδί τῆς χήρας τό νεκρό”, θά μοῦ πεῖς: “Οἰκτείρησε καί σύ τόν Ἰσραήλ τόν νεκρό ἀπό τήν πείνα.
Μοῦ ζητᾶς χάρη, ἀλλά κάνε καί σύ χάρη. Λύσε τήν ἀπόφαση τοῦ λιμοῦ καί λύνω καί ἐγώ τόν θάνατο τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας”». Τότε, λοιπόν, ὅταν εἶδε ὁ Θεός ὅτι ὁ Ἠλίας ἔγινε φιλανθρωπότερος, τότε τόν στέλνει στόν Ἀχαάβ νά τοῦ ἀναγγείλει ὅτι θά λυθεῖ ἡ τιμωρία: «Πορεύθητι – τοῦ εἶπε – καί ὄφθητι τῷ Ἀχαάβ καί δώσω ὑετόν ἐπί πρόσωπον τῆς γῆς» (Γ´ Βασ. 18,1).
Ἄς παρατηρήσουμε ὅμως ὅτι ὁ Θεός ἔδωσε στόν προφήτη νά πεῖ αὐτά τά λόγια φιλανθρωπίας γιά τήν λύση τοῦ λιμοῦ, ὅταν καί ὁ ἴδιος ὁ προφήτης ἔγινε φιλανθρωπότερος. Καί ἄς παρατηρήσουμε ἀκόμη ὅτι δέν ἔλυσε ὁ Θεός μόνος του τόν λιμό χωρίς πρῶτα νά τό ἀναγγείλει ὁ προφήτης του, ὁ ὁποῖος καί προανήγγειλε τήν ἔναρξη τοῦ λιμοῦ.
Τρέχει, λοιπόν, τώρα ὁ προφήτης Ἠλίας σέ ὅλη τήν χώρα καί κηρύττει τήν λύση τῆς τιμωρίας, ὅτι θά ἔρθει βροχή στήν γῆ. Ἀλλά ἐκεῖ πού πήγαινε νά κηρύξει αὐτό τό χαρμόσυνο μήνυμα, ἔβλεπε πάλι ἀσέβειες καί παραβάσεις τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καί σκεπτόταν νέα τιμωρία κατά τοῦ λαοῦ. «Πάλιν τήν αὐτῶν ἀσέβειαν θεασάμενος, ἐμελέτα τινά τιμωρίαν κατ᾽ αὐτῶν ἀπόφασιν λυπηράν». Βλέποντας, λοιπόν ὁ Θεός τόν Ἠλία, λέει ὁ Χρυσόστομος, ὅτι δέν εἶναι συμπαθητικός στά ἁμαρτήματα τῶν ἀνθρώπων, τόν χωρίζει ἀπ᾽ αὐτούς, δέν τόν ἀφήνει νά κατοικήσει μαζί τους!
Σάν νά τοῦ λέει, ὅπως τό φαντάζεται ὁ Χρυσόστομος: «Ἐγώ, ὦ Ἠλία, γνωρίζω τόν ζῆλο σου καί ἀναγνωρίζω τήν πολιτεία σου. Ὅμως, εὐσπλαγχνίζομαι τούς ἁμαρτωλούς ὅταν τιμωροῦνται πολύ. Ἀλλά ἐσύ ἐκδικεῖσαι πολύ τήν ἀσέβεια, οἱ ἄνθρωποι ὅμως συνεχῶς ἁμαρτάνουν. Σᾶς χωρίζω ἀπό τό νά συγκατοικεῖτε. Ἐσύ, ἀφοῦ δέν μπορεῖς νά ὑπομένεις τούς ἁμαρτωλούς, πήγαινε μέχρι τόν οὐρανό. Στήν γῆ θά κατέβω Ἐγώ. Ἄν ἐσύ, Ἠλία, μείνεις γιά πολύ στήν γῆ θά χαθεῖ τό ἀνθρώπινο γένος, γιατί συνεχῶς θά τούς τιμωρεῖς. Τί θά γίνει, λοιπόν; Πήγαινε, Ἠλία, μέχρι στόν οὐρανό. Δέν μπορεῖ ἡ φωτιά νά εἶναι μαζί μέ τά καλάμια! Σοῦ δίνω τήν χαρά νά συγκατοικεῖς μέ ἀναμάρτητους· μεῖνε μαζί μέ τούς χορούς τῶν ἀγγέλων. Πήγαινε, λοιπόν, πρός τόν οὐρανό. Μέ τούς ἁμαρτωλούς θά κατοικήσω ἐγώ. Ἐγώ, πού θέλω νά φέρω στόν ὦμο μου τό πλανεμένο πρόβατο. Ἐγώ πού θά πῶ σέ ὅλους τούς ἁμαρτωλούς: “Ἐλᾶτε σέ μένα ὅλοι οἱ βεβαρυμένοι”· δέν θά σᾶς κολάσω, ἀλλά “θά σᾶς ἀναπαύσω”».
Tά ἴδια περίπου γιά τόν προφήτη Ἠλία λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος καί σέ μία του ἄλλη ὁμιλία ἀφιερωμένη σ᾽ αὐτόν (MPG 50,725-736). Λέγει δηλαδή ὅτι ὁ Θεός εἶναι φιλάνθρωπος καί ὄχι ἀπάνθρωπος καί ἤθελε ἔτσι νά κάνει καί τόν προφήτη του Ἠλία. Γι᾽ αὐτό ὁ Θεός, λέγει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, ἔδωσε τό «δεσμεῖν» καί «λύειν» στόν ἄνθρωπο ἱερέα καί ὄχι σέ ἄγγελο, διότι ὁ ἱερεύς, σάν ἄνθρωπος μέ σάρκα, θά κατανοεῖ τόν πειρασμό καί τό ἁμάρτημα τοῦ ἐξομολογουμένου πιστοῦ, ἐνῶ ὁ ἄγγελος θά τοῦ ἀπέκοπτε τήν κεφαλήν! «Εἰ γάρ ἦν ἄγγελος ἱερεύς καί ἔλαβε τινά πορνεύσαντα, εὐθύς ἀνῄρει αὐτόν, αὐτός τῷ πάθει τοῦτο οὐ συμπεπλεγμένος. Διά τοῦτο, εἰ ἔλαβε ἄγγελος τήν ἐξουσίαν τοῦ ἱερατεύειν, οὐκ ἐδίδασκεν, ἀλλ᾽ εὐθέως ἀνῄρει διά τό ἐκεῖνον μή εἶναι τοιοῦτον, εἰς ὀργήν αὐτόν ἔφερε κατά τοῦ τοιούτου. Ἀλλά διά τοῦτο ἄνθρωπος ἐπιστεύθη, εἰδώς τά πλημμελήματα ἑαυτοῦ καί ἐκ πείρας ἔχων, ἵνα συγγινώσκῃ τοῖς ἁμαρτάνουσι, καί μή κινῆται διά τῆς ὀργῆς καί μή κενῶται διά τῆς ὀργῆς ἡ Ἐκκλησία» (MPG 50,728)!
Καί γι᾽ αὐτό μάλιστα, λέγει ὁ Χρυσόστομος, ὁ Χριστός ἐπέτρεψε ὁ Πέτρος, στόν ὁποῖο ἔδωσε τό «δεσμεῖν» καί «λύειν», νά ἁμαρτήσει μέ τήν ἄρνησή του, φοβηθείς μία ὑπηρέτρια, γιά νά εἶναι ὁ ἴδιος ἐπιεικής στούς χριστιανούς.
Καί γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς, συνεχίζει λέγοντας ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, ἐπέτρεψε ὁ Θεός καί ὁ Ἠλίας, πρίν ἀπό τόν Πέτρο, νά πέσει στό ἴδιο ἁμάρτημα μέ αὐτόν, στό ἁμάρτημα τῆς δειλίας σέ μία γυναίκα, γιά νά γίνει καί φιλάνθρωπος ὁ ζηλωτής προφήτης του.
Πραγματικά, ὁ Ἠλίας ἐφοβήθη τήν Ἰεζάβελ καί γι᾽ αὐτό ἔφυγε πολύ μακράν τοῦ Ἰσραήλ, στά Σαρεφθά τῆς Σιδωνίας. Καί λέγει ὡραῖα ὁ Χρυσόστομος: «Αἱ δύο ἀκροπόλεις (Ἠλίας καί Πέτρος) ὑπό γυναικός ἠλέγχθησαν· Πέτρος κόρην ἐφοβήθη καί Ἠλίας τήν Ἰεζάβελ· τοῖς αὐτοῖς περιέπεσον ἁμαρτήμασι...
Νῦν δέ ἐδείχθη Ἠλίας καί αὐτός ἁμαρτίᾳ ὑπεπτωκώς, τοῦ Θεοῦ συγχωρήσαντος καί ἐπινοοῦντος, ἵνα ἐξ ὧν αὐτός φιλανθρωπίας ἔτυχε, καί αὐτός ᾖ πρός τούς ἄλλους μή ἀπάνθρωπος» (MPG 50,734)!


