ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μετάνοια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μετάνοια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Απριλίου 06, 2022

ΚΥΡΙΕ ΠΡΙΝ ΕΙΣ ΤΕΛΟΣ ΑΠΟΛΩΜΑΙ ΣΩΣΟΝ ΜΕ



Νά εἶσαι βέβαιος ὅτι πάντοτε εἶσαι δυνατώτερος ἀπό κάθε ἁμαρτία πού σέ βασανίζει, πάντοτε εἶσαι δυνατώτερος ἀπό κάθε πάθος πού σέ βασανίζει.
Πῶς; ἐρωτᾶς.
Μέ τήν μετάνοια! Καί τί εἶναι εὐκολώτερο ἀπό αὐτήν; Πάντοτε μπορεῖς μέσα σου, μέσα στήν ψυχή σου, νά κραυγάζῃς: «Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με». Ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ δέν θά σέ παραβλέψῃ. Θά ἀναστήσῃς τόν ἑαυτό σου ἀπό τούς νεκρούς καί θά ζῇς σ’ αὐτόν τόν κόσμο σάν κάποιος πού ἦρθε ἀπό ἐκεῖνον τόν κόσμο, πού ἀναστήθηκε καί ζῆ μία νέα ζωή, τήν ζωή τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου, πού ὑπάρχουν μέσα του ὅλες οἱ θεῖες δυνάμεις, ἔτσι ὥστε καμμία ἁμαρτία πλέον δέν μπορεῖ νά σέ φονεύσῃ. Ἴσως νά ξαναπέφτῃς, ἀλλά πλέον γνωρίζεις, γνωρίζεις τό ὅπλο, γνωρίζεις τήν δύναμι μέ τήν ὁποία ἀνασταίνεσαι ἐκ τῶν νεκρῶν. Ἄν πενήντα φορές τήν ἡμέρα ἁμαρτήσῃς, ἄν πενήντα φορές ντροπιασθῇς, ἄν πενήντα τάφους σκάψῃς σήμερα, μόνο φώναξε: «Κύριε, δός μου μετάνοια. Πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με». Ὁ Ἀγαθός Κύριος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τήν ἀσθένεια καί ἀδυναμία τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς καί τῆς ἀνθρωπίνης θελήσεως, εἶπε: Ἔλα, ἀδελφέ. Ἀκόμη κι ἄν ἑβδομηκοντάκις τήν ἡμέρα ἁμαρτήσῃς, πάλι ἔλα καί πές: ἥμαρτον (Ματθ. ιη΄, 21-22).
Αὐτό ἐντέλλεται ὁ Κύριος σέ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους, τούς ἀσθενεῖς καί ἀδυνάτους. Συγχωρεῖ τούς ἁμαρτωλούς. Γι’ αὐτό καί δήλωσε ὅτι χαρά μεγάλη γίνεται ἐν τῷ οὐρανῷ ἐπί ἐνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι ἐπί τῆς γῆς (πρβλ. Λουκ. ιε΄ 7). Ὅλος ὁ οὐράνιος κόσμος ἀτενίζει σέ σένα, ἀδελφέ καί ἀδελφή, πῶς ζῆς στήν γῆ. Πέφτεις στήν ἁμαρτία καί δέν μετανοεῖς; Νά, οἱ Ἄγγελοι κλαῖνε καί θλίβονται στόν Οὐρανό ἐξ αἰτίας σου. Μόλις ἀρχίσῃς νά μετανοῇς, νά, οἱ Ἄγγελοι στόν Οὐρανό χαίρονται, καί σάν οὐράνιοι ἀδελφοί σου χορεύουν… Νά ἡ σημερινή μεγάλη ἁγία, ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία. Πόσο ἁμαρτωλή! Ἀπό αὐτήν ὁ Κύριος ἔκανε μία ἁγία ὕπαρξι σάν τά Χερουβίμ. Μέ τήν μετάνοια ἔγινε ἰσάγγελη, μέ τήν μετάνοια κατέστρεψε τήν κόλασι, στήν ὁποία βρισκόταν, καί ἀνέβηκε ὁλόκληρη στόν παράδεισο τοῦ Χριστοῦ.
ΟΣΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ

Παρασκευή, Απριλίου 01, 2022



Τῇ Α' τοῦ αὐτοῦ μηνός, Μνήμη τῆς ὁσίας Μητρὸς ἡμῶν Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας.

Στίχοι
Ἀπῆρε πνεῦμα, σάρξ ἀπερρύη πάλαι.
Τὸν ὅστινον γῆ κρύπτε νεκρὸν Μαρίας.
Πρώτῃ Ἀπριλίου Μαρίη θάνεν εὖχος ἐρήμου.

«Είδα ψυχές που έρεπαν με μανία στους
σαρκικούς έρωτες. Αυτές λοιπόν αφού έλαβαν
αφορμή μετανοίας από την γεύση του αμαρτωλού
έρωτος, μετέτρεψαν αυτόν τον έρωτα
σε έρωτα προς τον Κύριο.
Έτσι ξεπέρασαν αμέσως κάθε συναίσθημα φόβου
και εκκεντρίσθηκαν στην άπληστη αγάπη του Θεού.
Γι αυτό και ο Κύριος στην αγνή εκείνη
πόρνη (Λουκ. ζ΄37-40) δεν είπε ότι εφοβήθηκε,
αλλά «ότι ηγάπησε πολύ» και κατόρθωσε
εύκολα να αποκρούσει τον ένα έρωτα
με τον άλλον.»

Αγίου Ιωάννου της'' Kλίμακος"


Σάββατο, Φεβρουαρίου 19, 2022

Στήν Εὐαγγελική περικοπή τῆς Κυριακῆς του Ἀσώτου

 


π. Νικόλαος Λουδοβῖκος

Νομίζω πώς ἀπό τό σημερινό Εὐαγγέλιο μποροῦμε νά καταλάβουμε, μελετώντας προσεκτικά, πώς ἡ μόνη χαρά τοῦ ἀνθρώπου, ἡ μεγάλη χαρά, ἀπό τήν ὁποία πηγάζουν ὅλες οἱ χαρές, ἡ χαρά ἡ μόνη τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ὁ Θεός. Γι᾿ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία μας καταλάμπεται ἀπό αὐτήν τή χαρά.
Αὐτή ἡ χαρά δέν εἶναι μία χαρά κοινή, τοῦ Πάσχα, ἔχει καί τήν Μ. Παρασκευή προηγουμένως. Δέν εἶναι μιά κοινή εὐφορία, εἶναι ἡ χαρά τῆς μετανοίας.
Πρέπει νά προσέξουμε νά μήν κατανοοῦμε τή μετάνοια ψυχολογικά καί ἀτομιστικά μόνο. Ἡ μετάνοια δέν εἶναι μιά μεταβολή στήν αὐτογνωσία καί μόνο, πού μᾶς δίδαξαν οἱ δυτικοί Θεολόγοι μέ πρῶτο τόν Αὐγουστῖνο. Δέν εἶναι μόνο μιά μεταβολή στή γνώση τοῦ ἑαυτοῦ μας. Εἶναι κάτι πού ἀφορᾶ τήν ἴδια τήν ὕπαρξή μου, τήν ὀντολογία. Θά λέγαμε εἶναι κάτι πού ἀφορᾶ τό γεγονός, τό εἶναι, τήν ὕπαρξη, εἶναι κοινωνία.
Καί ἐγώ ἔχω ἐκπέσει τῆς κοινωνίας καί δέν ἔχω τό εἶναι μου. Δέν ἔχω τή ζωή, παρόλο πού φαίνεται πώς τήν ἔχω. Εἶναι τό αἴσθημα διά τοῦ ὁποίου ὁ ἄνθρωπος πραγματικά φαίνεται νά σταυροῦται τῷ κόσμῳ, φαίνεται νά ἀρνεῖται τήν κοινή εὐφορία τοῦ κόσμου, πλήν ὅμως αἰσθανόμενος ὅτι τό εἶναι, ἡ ζωή, ἐνεργεῖται πολύ βαθύτερα, πολύ πληρέστερα, ἀπ᾿ ὅτι ὁ κόσμος συνήθως μπορεῖ νά καταλάβει καί νά νιώσει.

Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος πραγματικά μέ τή μετάνοια ἀνήκει σέ ὅλους καί καταλαβαίνει τήν ἀληθινή ζωή μέ τό νά ἀνήκει σέ ὅλους καί νά μπορέσει νά προσφερθεῖ σέ ὅλους.
Τό νά μάθεις τήν τέχνη τοῦ νά προσφέρεσαι σέ ὅλους, τό νά μάθεις τήν ἁπλότητα τοῦ Θεοῦ, καί νά τό ποῦμε μέ ἄλλα λόγια, νά μάθεις πώς ὁ Θεός φανερά μετέδωσε τήν ἁπλότητα πρός ὅλους καί ἐνῶ ἐμεῖς ἔχουμε γίνει τόσο περίπλοκοι, ὁ καθένας, καθώς εἴμαστε κλεισμένοι -ἀκριβῶς γι᾿ αὐτό- στή φιλαυτία μας.

Ἡ μετάνοια εἶναι μιά μεγάλη καί ἰσόβια σπουδή, εἶναι μιά μεγάλη καί ἰσόβια χαρά. Τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ εἶναι μυστήριο τῆς ἀναστάσεως. Ὁ Σταυρός εἶναι ἡ μετάνοια. Εἶναι αὐτό πού βιώνουν καί λένε οἱ Πατέρες μας, ὅτι δηλαδή ὅλος ὁ κόσμος εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ καί μόνον διά τοῦ Θεοῦ ἀληθεύει.
Στή μετάνοια ξαναβρίσκουμε τά ἴχνη τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο. Μαθαίνομε τόν τρόπο αὐτῆς τῆς ἁπλότητος τοῦ εἶναι. Μαθαίνομε πώς τό εἶναι, ἐνεργεῖται, ὑπάρχει ὡς κοινωνία. Μαθαίνομε ὅτι ὅλοι εἴμαστε ἕνα. Καί μαθαίνομε ὅτι ἡ ζωή αὐτή τῆς ἑνότητος εἶναι ἡ ζωή τοῦ Θεοῦ τοῦ Ἴδιου καί μαθαίνομεν ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ μέσῳ τῶν μυστηρίων.
Γι᾿ αὐτό ἡ Ἐκκλησία, βλέπετε, ἔβαλε αὐτά τά ἀναγνώσματα πρό τῆς Τεσσαρακοστῆς, γιατί εἶναι ἡ Σαρακοστή ἀκριβῶς μιά ἀφιέρωση, ἕνα ἀφιέρωμα τοῦ καθενός μας στόν Θεό.

Μέ τόν γλυκύ αὐτό καί ἁπαλό τρόπο εἶναι ἡ μετάνοια προσωπική.
Δέν εἶναι νομική ἡ μετάνοια, δέν εἶναι νομικισμός.
Εἶναι ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο καταλαβαίνουμε πραγματικά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί ἀνοιγόμαστε καί ἐμεῖς στήν ἀγάπη αὐτήν.

Ἡ μετάνοια εἶναι ἕνα ἐρωτικό γεγονός.
Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς βλέπομε στό Εὐαγγέλιο σήμερα ὅτι ὁ μετανοῶν ἁμαρτωλός αὐτός ὁ ὁποῖος ἐσκόρπισε τίποτε ὀλιγώτερον ἀπό τήν οὐσίαν του -ἡ λέξη αὐτή «οὐσία» ἔχει πολλές σημασίες- ἐσκόρπισε τόν ἑαυτό του χωρίς οὐσία, θά μπορούσαμε νά ποῦμε. Ὅμως μέ τήν μετάνοια αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἔχει τόν «μόσχον τόν σιτευτόν», ἔχει ἕνα κομμάτι χαρᾶς, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, πού δέν μπορεῖ κανείς νά τοῦ τό πάρει.

Καί ὁ ἄλλος ἀδελφός, ὁ πρεσβύτερος, ἔχοντας τή σκληρότητα τήν νομική, δέν ἔχει «μόσχον σιτευτόν»! Οὐδέποτε, λέγει, ἔλαβα ἔρριφον! Τίποτε δέν ἔχω λάβει. Δέν ἔχω χαράν!!!
Πιστέψτε με ἡ μεγαλύτερη κατηγορία πού ἀπευθύνθηκε ποτέ στούς Χριστιανούς εἶναι αὐτή πού ἀπηύθυνε ὁ Νίτσε: ὅτι οἱ Χριστανοί δέν ἔχουν χαρά! Καί δέν ἐννοῶ αὐτή τήν τοῦ κόσμου, τά τραγούδια κτλ., ἐννοῶ αὐτήν τήν χαρά τήν ὁποία εἶχε ὁ ἄσωτος μέ τόν «μόσχον τόν σιτευτόν»! Ἐννοῶ τήν χαρά, ὅτι ἔλαβε μέρος στή Θεία Ζωή! Τήν ἔκπληξη, τήν ἀναπάντεχη αὐτήν, τήν ἐρωτική ἔκπληξη τοῦ προσώπου πού βρέθηκε μπροστά στό πέλαγος τῆς Θείας ἀγάπης, μέ τή μετάνοια.

Ἐνῶ ὁ ἄλλος, ὁ πλήρης ἐντολῶν καί τηρήσεων, ἦταν ἀδύνατον νά καταλάβει τόν θεῖο ἔρωτα. Λέγει κάπου ὁ π. Παϊσιος: Εἶναι πολύ παράξενο τό γεγονός αὐτό· τό πῶς κοσμικοί ἄνθρωποι ὅταν τούς πεῖς γιά τόν θεῖο ἔρωτα τόν καταλαβαίνουν, καί ἄνθρωποι χριστιανοί δέν καταλαβαίνουν τόν θεῖο ἔρωτα. Δέν ἔχει σπάσει μέσα τους κάτι, τό ἐγώ, δέν ἔχει βρεῖ τήν διέξοδό του πρός τήν ἀγάπη. Μπορεῖ νά εἶναι γεμάτοι ἀπό ἀρετές, ἀλλά καί τίς ἀρετές αὐτές τίς χρησιμοποιοῦν γιά νά θωρακίσουν τό ἐγώ τους. Δέν τίς χρησιμοποιοῦν ὡς ὁδούς, δέν τίς χρησιμοποιοῦν ὡς διοδεύσεις πρός τό μυστήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
Λέγει κάπου ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής ὅτι «ἡ ἀρετή ἔστω διά τήν ἀλήθειαν». Οἱ ἀρετές εἶναι μέσα, δέν εἶναι αὐτοσκοποί, ὅπως εἶναι αὐτοσκοποί στή φιλοσοφική ἀρετή. Δέν εἶναι αὐτοσκοπός νά εἶμαι ἐλεήμων, ἀγαθός, φιλάνθρωπος. Εἶναι ἰδιώματα τοῦ Θεοῦ, πού γιά μένα εἶναι «ἄκτιστες ἐνέργειες», «ἄκτιστοι λόγοι» πού μέ ἱκανώνουν νά ζήσω ἐν τῷ Θεῷ.

Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὁ σκοπός, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ σκοπός. Δέν εἶναι τό νά εἶμαι ἐνάρετος ἁπλῶς· μπορεῖ νά σημαίνει μεγάλη φτώχεια ἡ ἀρετή, ὅταν συνοδεύεται μέ τό θανάσιμο αὐτό κλείσιμο. Τό κλείσιμο αὐτό σπάει ἀκριβῶς ἡ μετάνοια καί ὁδηγεῖ τό εἶναι ἐν κοινωνίᾳ μετά τοῦ Θεοῦ καί μέ ὅλη τήν κτίση. Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς πάντοτε οἱ Πατέρες μιλοῦν γιά τίς ἀρετές, συνδέοντάς τες πάντοτε, μέ τήν μετάνοια καί τήν ταπείνωση!
Ἡ θεοπτία εἶναι ἡ μετάνοια!

Ἡ κατάσταση τῆς αἰώνιας ζωῆς εἶναι μιά κατάσταση ἡ ὁποία ὁδοποιεῖται διά τῆς μετανοίας, ἀλλά ὄχι μέ τήν νομική αἴσθηση ἡ ἔννοια τῆς μετανοίας, ἀλλά μέ αὐτήν τήν ἐρωτική καί χαρμόσυνη αἴσθηση, ὅτι ὁ Θεός μέ ἀγαπάει καί ἐγώ εἶμαι ἀνάξιος τῆς ἀγάπης Του.

Καί ἔρχεται λοιπόν «ὁ μόσχος ὁ σιτευτός καί ὁ δακτύλιος καί τά καινούρια ροῦχα», καί ὅλα αὐτά τά ἐσχατολογικά, τά ἐνδύματα τά ὁποῖα ἐπιφυλάσσει ὁ Θεός σέ ἐκείνους πού μετανοοῦν. Καί παραδόξως οἱ ἄλλοι, αὐτοί πού ἔχουν τίς ἀρετές καί τίποτε ἄλλο, δέν ἔχουν αὐτή τή δυνατότητα.

Ἡ λογική αὐτή εἶναι παράξενη, θά ἔλεγα ὅτι εἶναι ἐρωτική λογική. Δέν ἐξηγεῖται ἀλλιῶς. Δέν νομίζω ὅτι μποροῦμε νά τό καταλάβουμε ἀλλιῶς.
Ἕνας ἄνθρωπος ἀκοινώνητος, γεμάτος ἀρετές, δέν ἔχει Θεό. Καί ἕνας ἄνθρωπος παναμαρτωλός γεμάτος μετάνοια εἶναι ὁ «ἄσωτος υἱός».

Αὐτό εἶναι χαρμόσυνο γιά ὅλους μας, γιατί ἀρετές μπορεῖ νά μήν ἔχουμε, ἔχουμε ὅμως ἁμαρτίες, ἔχουμε ἐλλείψεις, ἀλλά μποροῦμε νά ἔχουμε αὐτή τήν πνευματική τήν σταυροαναστάσιμη χαρά τῆς μετάνοιας. Αὐτό μᾶς δίνει κουράγιο στήν πνευματική ζωή. Αὐτό εἶναι μεγάλο πράγμα. Ἐκφράζει ἰσοβίως τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τήν ἔκπτωσή μας ἀπό τήν ἀγάπη αὐτή.
Αὐτό εἶναι πού σᾶς εὔχομαι νά κερδίσουμε: Νά δεχθοῦμε πραγματικά νά ἀγωνισθοῦμε νά σβήσουμε τή φιλαυτία καί νά κοιτάξουμε ὅλο τόν ἑαυτό μας, νά τόν «προσάξωμεν ὡς θυσία δοξολογική», ἔτσι ὅπως ὁ ἄσωτος ὁ ὁποῖος ἐπιστρέφει δοξολογώντας. Ἐνῶ ὁ ἄλλος, ὁ νομικός «ἄμεμπτος» ἀδελφός, «ὁ μεγάλος», ὁ «ἐνάρετος» ἁπλῶς καί μόνον, δέν μπορεῖ νά φθάσει στή θεοπτία, δέν ἔχει πνεῦμα Θεοῦ.

«Διά τήν ἀλήθειαν, λοιπόν, ἔστω ἡ ἀρετή»!
Οἱ ἀρετές εἶναι τόποι θεανθρώπινης ζωῆς, εἶναι τό Θεανθρώπινον τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖο ὅταν τό ἀποκτήσουμε, τό πλησιάσουμε, μᾶς ὁδηγεῖ, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, στήν ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. «Εἶναι χῶροι οἱ ἀρετές τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», ἔλεγεν ὁ ἅγιος Σεραφείμ. Καί διά τῶν ἀρετῶν ἐλπίζομεν πραγματικά, τά αἰώνια αὐτά χαρίσματα, τά ὁποῖα δέν εἶναι μακριά μας. Οὔτε ἡ θεοπτία εἶναι κάτι πού εἶναι πολύ μακριά ἀπό μᾶς.

Ἀπό τήν πρώτη στιγμή πού θά πεῖ κανείς «μετανοῶ», ἐσωτερικά, ἔχει πρώτου βαθμοῦ θεοπτία. Ἔχει μιά πρώτη θέα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ!

Εὔχομαι καλή Σαρακοστή ἀπό καρδίας σέ ὅλους καί ὅλες.

ιμ.α.ι.κ

Παρασκευή, Απριλίου 16, 2021

Κανείς ας μην απελπίζεται! Λίγες στιγμές αρκούν. Το επιθανάτιο κλάμα του αρχιληστή.

 


Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ.
Αλλά και οι αμαρτωλοί πού ειλικρινά μετανοούν, αξιώνονται του θείου ελέους, όπως φαίνεται από την επόμενη διήγηση.
Στα χρόνια του αυτοκράτορα Μαυρίκιου (582-602), ήταν στη Θράκη ένας αρχιληστής άγριος και σκληρός, πού οι αρχές δεν μπορούσαν να τον συλλάβουν. Ο αυτοκράτορας, ακούγοντας γι` αυτόν, του έστειλε τον επιστήθιο σταυρό του και του μήνυσε να μη φοβάται. Του συγχωρούσε όλα τα κακουργήματα πού είχε διαπράξει, φτάνει να διορθωνόταν. Ο ληστής κατανύχθηκε. Πήγε στον βασιλιά κι έπεσε στα πόδια του μετανοημένος. Και ο Μαυρίκιος, όπως είχε υποσχεθεί, τον συγχώρησε.
‘Ύστερ’ από λίγες μέρες ο ληστής αρρώστησε. Επειδή η κατάστασή του όλο και χειροτέρευε, τον έβαλαν στο νοσοκομείο του Αγίου Σαμψών. Τη νύχτα, στον ύπνο του, είδε το φοβερό κριτήριο του Κυρίου. Ξυπνώντας, κατάλαβε ότι πλησίαζε το τέλος του και άρχισε να προσεύχεται με δάκρυα:
— Φιλάνθρωπε Κύριε, Εσύ που έσωσες τον όμοιό μου ληστή, στείλε και σ’ έμενα το έλεός Σου. Σου προσφέρω το επιθανάτιο κλάμα μου. Όπως δέχτηκες εκείνους πού ήρθαν την «ενδεκάτη ώρα», μολονότι τίποτα το σπουδαίο δεν έπραξαν, δέξου και τα δικά μου λιγοστά δάκρυα. Βάπτισέ με σ’ αυτά και καθάρισέ με από τίς αμαρτίες μου. Τίποτε’ άλλο μη μου ζητήσεις, γιατί δεν έχω καιρό- οι δανειστές πλησιάζουν γιά ν’ απαιτήσουν τα χρέη μου. Μην αναζητήσεις μέσα μου κανένα καλό- δεν πρόκειται να βρεις. Νυχτώθηκα πια, και με πρόλαβαν οι ανομίες μου. Αναρίθμητα είναι τα κακουργήματά μου. Όπως δέχτηκες τον πικρό κλαυθμό τού αποστόλου Πέτρου, έτσι δέξου και τον δικό μου, Φιλάνθρωπε, και ρίξε τα δάκρυά μου πάνω στο χρεόγραφο των αμαρτημάτων μου. Σβήσε τα όλα με το σφουγγάρι της ευσπλαχνίας Σου.
’Έτσι προσευχόταν γιά μερικές ώρες ο ληστής, σκουπίζοντας μ’ ένα μαντήλι τα δάκρυά του, ώσπου παρέδωσε το πνεύμα.
Την ώρα τού θανάτου του, ο αρχίατρος του νοσοκομείου, πού κοιμόταν στο σπίτι του, είδε το εξής όνειρο: Στο κρεβάτι του ληστή ήρθαν δαίμονες, σαν Αιθίοπες, με χαρτιά, όπου ήταν γραμμένα τα πολυάριθμα αμαρτήματά του. Μετά πλησίασαν δύο πανέμορφοι νέοι με μια ζυγαριά. Ήταν άγγελοι. Οι δαίμονες έβαλαν στον ένα δίσκο της ζυγαριάς τα χαρτιά με τίς αμαρτίες του ληστή.
Αμέσως ο δίσκος αυτός, βαραίνοντας, χαμήλωσε, ενώ ο άλλος ανέβηκε.
— Δεν έχουμε εμείς να βάλουμε κάτι εδώ; αναρωτήθηκαν οι άγιοι άγγελοι.
— Τί να έχουμε; είπε ο ένας απ’ αυτούς. Δεν είναι πάνω από δέκα μέρες πού σταμάτησε να σκοτώνει.
— Ας ψάξουμε, ωστόσο, είπε ο άλλος, κάτι το καλό μπορεί να βρούμε.
Ψάχνοντας, βρήκαν το μαντήλι τού ληστή ποτισμένο με τα δάκρυά του.
— Ας το βάλουμε στον άλλο δίσκο της ζυγαριάς μαζί με τη φιλανθρωπία τού Θεού, είπαν, και βλέπουμε…
Μόλις έβαλαν το μαντήλι στον δίσκο, αυτός βάρυνε τόσο, πού σήκωσε ψηλά τον άλλο με τίς αμαρτίες του ληστή. Οι άγγελοι αναφώνησαν χαρούμενοι:
— Νίκησε η φιλανθρωπία του Θεού!
Πήραν, λοιπόν, μαζί τους την ψυχή του ληστή, ενώ οι δαίμονες έφυγαν ντροπιασμένοι με θρηνητικές κραυγές.
Ο γιατρός, ξυπνώντας, πήγε στο νοσοκομείο. Πλησιάζοντας στο κρεβάτι του ληστή, βρήκε το σώμα του ζεστό άλλά εγκαταλειμμένο ήδη από την ψυχή. Το μαντήλι του, μουσκεμένο από τα δάκρυα, ήταν απλωμένο πάνω στα μάτια του. Μαθαίνοντας από τούς άλλους άρρωστους αλλά τα σχετικά με τίς τελευταίες του ώρες, πήρε το μαντήλι και πήγε στον αυτοκράτορα Μαυρίκιο.
— Βασιλιά μου, του είπε, ας δοξάσουμε τον Θεό. Σώθηκε ο ληστής!
Ωστόσο, όπως πολύ συνετά σημειώνει στο τέλος της διηγήσεως ο συντάκτης της, είναι πολύ καλύτερα να ετοιμάζει κανείς έγκαιρα τον εαυτό του γιά τη φοβερή ώρα του θανάτου με τη μετάνοια. Γιατί, παρατηρεί ο όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, «όποιος έχει ζυμωθεί πια με την κακία, από τη μακροχρόνια συνήθεια, μένει τελείως αδιόρθωτος» «Η κακή συνήθεια τύραννε! πολλές φορές και τον άνθρωπο πού πενθεί» επισημαίνει με θλίψη ο μεγάλος διδάσκαλος των μοναχών.
Ας προσθέσουμε σ’ αυτά πώς η αληθινή μετάνοια προϋποθέτει ορθή πίστη και ακριβή —έστω και απλή— γνώση αυτής της πίστεως. Η αληθινή μετάνοια είναι ξένη προς κάθε αίρεση και κάθε διαφθορά του νου. Όσοι, λοιπόν, υιοθετούν τίς απόψεις των αιρετικών βιβλίων ή των κοσμικών περιοδικών γιά τίς αρετές και τούς κανόνες της ζωής, δεν μπορούν να έχουν αληθινή μετάνοια.
Σε τέτοια βιβλία και περιοδικά, πολλά θανάσιμα αμαρτήματα, πού οδηγούν στον άδη, παρουσιάζονται σάν ασήμαντα και συγγνωστά παραπτώματα και πολλά αμαρτωλά πάθη παρουσιάζονται σάν ελαφριές και ευχάριστες αδυναμίες. Υπάρχουν άνθρωποι πού παραδίνονται άφοβα σε τέτοια πάθη, ενώ βρίσκονται κιόλας μπροστά στις πύλες του θανάτου. Πόσο μεγάλη συμφορά είναι η άγνοια του Χριστιανισμού!
Ο Κύριος μάς καλεί σε μετάνοια και σωτηρία ως την τελευταία στιγμή της επίγειας ζωής μας. Αυτή την τελευταία στιγμή είναι ακόμη ανοιχτή η θύρα της φιλανθρωπίας τού Θεού σ’ όποιον θελήσει να τη διαβεί. Κανείς ας μην απελπίζεται! Λίγες στιγμές αρκούν.
[Πρβλ. Αναστασίου πατριάρχου Αντιόχειας του Σιναίτου, Λόγος εις τον έκτον ψαλμό (απόσπασμα). (Σ.τ.Μ.: Πρβλ. Ευχή του επί Μαυρίκιου βασιλέως αρχιληστού ψυχορραγοϋντος και σύν δάκρυσι γιά πολλοίς τε και πικροίς έπι πολλάς ώρας λέγοντος ταύτην [’Α. Δ. Σιμωνώφ, Μέγα Προσευχητάριο, έκδ. Πελεκάνος, Άθήναι σελ. 440]).
Λόγος γιά τα πνεύματα-Λόγος γιά τον θάνατο: Ἅγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ιερά Μονή Παρακλήτου].

κείμενο:iconandlight

Τρίτη, Απριλίου 13, 2021

Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία και η εγγύηση της μετάνοιας


Μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀνηφορική καί κοπιαστική πορεία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ πορεία πρός τή συνάντησή μας μέ τόν ἀναστημένο Χριστό, φθάνει στό τέλος της.
Τόσο ἡ προηγούμενη Κυριακή ὅσο καί ἡ αὐριανή εἶναι ἀφιερωμένες στή μνήμη δύο μεγάλων διδασκάλων τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας: τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου καί τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας. Δύο ἀντιπροσωπευτικές μορφές τῆς ὀρθόδοξης ἄσκησης.
Κι αὐτό, γιατί ἐκεῖνο πού ζητάει ἀπό μᾶς ἡ Ἐκκλησία εἶναι νά ἐμπλουτίσουμε τόν πνευματικό καί διανοητικό ἐσωτερικό μας κόσμο. Καί ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἡ Σαρακοστή εἶναι ἕνα βιωματικό ταξίδι στό βάθος τοῦ εἶναι μας. Τῆς ἀναζήτησης νοήματος. Τῆς ἀνακάλυψης ἀπό τόν ἄνθρωπο τοῦ θεϊκοῦ νοήματος τῆς ζωῆς του⋅ τοῦ κρυμμένου βάθους της.
Γιά παράδειγμα, μέ τό νά ἀπέχουμε ἀπό τήν τροφή νηστεύοντας ξαναβρίσκουμε τή γλύκα της καί ξαναμαθαίνουμε πῶς νά τήν παίρνουμε ἀπό τό Θεό μέ χαρά καί εὐγνωμοσύνη. Μέ τό νά περιορίζουμε τίς ψυχαγωγίες, τή διασκέδαση, τή μουσική, τίς ἀτέλειωτες συζητήσεις, τίς ἐπιπόλαιες κοινωνικότητες, ἀνακαλύπτουμε τελικά τήν ἀξία τῶν εἰλικρινῶν διαπροσωπικῶν ἀνθρώπινων σχέσεων, τῆς τέχνης. Καί τά ξαναβρίσκουμε ὅλ᾿ αὐτά, ἀκριβῶς γιατί ξαναβρίσκουμε τόν ἴδιο τόν Θεό⋅ γιατί ξαναγυρίζουμε σ᾿ Αὐτόν καί δι᾿ Αὐτοῦ σέ ὅλα ὅσα ἐκεῖνος μᾶς προσέφερε μέσα ἀπό τήν τέλεια ἀγάπη καί τό ἔλεός Του.
Συνεχίζοντας τή λυτρωτική πορεία μας πρός τό Πάσχα, τήν Κυριακή τῆς ἁγίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, διδασκόμαστε ὅτι κάθε ἄνθρωπος, ὅσο ἁμαρτωλός κι ἄν εἶναι, μπορεῖ -ἄν τό θελήσει βαθειά καί ὑπαρξιακά- νά συναντήσει τόν ἀναστημένο Χριστό⋅ φθάνει νά φλογισθεῖ ἀπό τόν πόθο τῆς συνάντησης μαζί Του.
Πέμπτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, καὶ καθὼς ὁδεύουμε πρός τό τέλος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ Ἐκκλησία μας προβάλλει ἀκόμη ἕνα πρότυπο ἁγιαστικῆς ζωῆς, ἕνα πρότυπο μετανοίας, γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσει νά ἐντείνουμε τὸν πνευματικὸ ἀγῶνα τῆς περιόδου αὐτῆς, τοῦ «καιροῦ τοῦ εὐπρόσδεκτου τῆς μετανοίας», ὅπως εὔστοχα ἡ ἐκκλησιαστική ποίηση χαρακτηρίζει τήν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς.
Ἡ ὁσία Μαρία, μιά γυναίκα ἀπόλυτα δουλωμένη στά ἐγωκεντρικά πάθη τῆς ματαιοδοξίας καί τῶν σωματικῶν ἀπολαύσεων, παρ᾿ ὅλο πού, ὅπως γνωρίζουμε, προσπάθησε νά δεῖ καί νά προσκυνήσει τόν τίμιο Σταυρό στά Ἱεροσόλυμα, δέν τά κατάφερε, καθώς τά πάθη της τήν ἐμπόδιζαν. Καί τότε ἦταν πού ἡ ἀκτινοβολία τῆς σταυρωμένης ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ ἄνοιξε καί φώτισε τά τυφλωμένα ἀπό τόν ἐγωκεντρισμό μάτια τῆς ψυχῆς της καί μπόρεσε νά σταυρώσει τά πάθη της.
Βλέπουμε λοιπόν ὅτι ἡ κατάντια στήν ὁποία εἶχε φθάσει ἡ ὁσία Μαρία, δέν τήν ἀπέκλεισε τελικά ἀπό τή συνάντησή της μέ τόν ἀναστημένο Χριστό.
Ὅπου κι ἄν βρίσκεται κανείς, ὅταν κεντριστεῖ ἀπό τόν θεῖο πόθο καί ἀπό πίστη ζέουσα καί φλογερή ὅπως ἐκείνη τῆς ὁσίας Μαρίας, μπορεῖ ἀσφαλῶς νά πορευθεῖ πρός αὐτή τή συνάντηση.
Εἶναι ἡ στιγμή πού ὁ ἄνθρωπος μεταθέτει τόν ἔρωτά του ἀπό τά κτίσματα στόν κτίστη. Αὐτή τή μεγάλη ἀγάπη βίωσαν οἱ Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, πού ἦταν πρόθυμοι καί τήν ἴδια τή σωτηρία τους νά θυσιάσουν γιά τό συνάνθρωπο. «Ηὐχόμην γάρ αὐτός ἐγώ ἀνάθεμα εἶναι ἀπό τοῦ Χριστοῦ ὑπέρ τῶν ἀδελφῶν μου» γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Μά κι ὁ Ἁγιορείτης φωτιστής τοῦ Γένους μας, ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ἔλεγε τό ἴδιο ἀκριβῶς μέ ἄλλα λόγια:
«Μά θέλετε εἰπῆ⋅ Καί σύ καλόγερος εἶσαι, διατί συναναστρέφεσαι εἰς τόν κόσμον; Κι ἐγώ ἀδελφοί μου, κακά τό κάμνω, μά ἐπειδή τό γένος μας ἔπεσε εἰς ἀμάθειαν, εἶπα⋅ Ἄς χάσει ὁ Χριστός μου ἐμένα, ἕνα πρόβατον, καί ἄς κερδίσει τά ἄλλα. Ἴσως ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ καί ἡ εὐχή σας σώση καί ἐμένα»» .
Ἔτσι λοιπόν, σ᾿ αὐτό τό στάδιο τῆς πορείας μας πρός τό Πάσχα, τῆς πορείας μας πρός τή συνάντηση μέ τόν ἀναστημένο Χριστό, ἡ Ἐκκλησία προβάλλει τό παράδειγμα μιᾶς πόρνης, τῆς ὁποίας οἱ πολλές ἁμαρτίες συγχωρέθηκαν, ὅπως καί ἐκείνης τῆς ἄλλης πόρνης τοῦ Εὐαγγελίου, γιά νά μᾶς διαβεβαιώσει γιά ἕνα πρᾶγμα:
Πώς τόν ἀναστημένο Χριστό μπορεῖ κάθε ἄνθρωπος, ἄν τό θελήσει καί τό ἐπιθυμήσει, νά Τόν συναντήσει. Στήν περίπτωση τῆς ὁσίας Μαρίας, ἡ ἁμαρτωλότητά της δέν τῆς ἀπέκλεισε τήν δυνατότητα νά πλησιάσει τόν Χριστό καί νά αἰσθανθεῖ τή λυτρωτική Του παρουσία στή ζωή της.
Ἡ περίπτωση τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας μᾶς ὁδηγεῖ στό συμπέρασμα ὅτι κανείς δέν πρέπει νά ἀποθαρρύνεται ἀπό τήν πνευματική του κατάσταση, ὅσο ἄσχημη κι ἄν εἶναι. Γιά ὅλους ὑπάρχει ἐλπίδα. «Μηδείς ὀδυρέσθω πταίσματα⋅ συγγνώμη ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε», θά ἀναφωνήσει σέ λίγες μέρες ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στόν Κατηχητικό του Λόγο τό Πάσχα.
Ἐξάλλου τά μάτια τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι μέ τά ἴδια μέ τά ἀνθρώπινα μάτια. Ὅτι φαίνεται μακρυνό καί ἄπιαστο στούς ἀνθρώπους, μπορεῖ νά φαίνεται κοντινό στό Θεό, καί τό ἀντίστροφο. Ἄλλωστε, ὅπως εἶπε ὁ Χριστός, «οἱ τελῶνες καί οἱ πόρνες» μᾶς προάγουν στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Κι αὐτό γιατί ἐκεῖνοι γνωρίζουν ὅτι βρίσκονται μακρυά ἀπό τόν Θεό καί γι᾿ αὐτό μποροῦν νά αἰσθανθοῦν τήν ἀνάγκη νά ἐπιστρέψουν, ἐνῶ οἱ «δίκαιοι» πολλές φορές περιχαρακωμένοι στήν «δικαιοσύνη» τους δέν αἰσθάνονται τήν ἀνάγκη τῆς μετάνοιας, γιατί πιστεύουν ὅτι τήν ἔχουν πετύχει ἤδη⋅ δέν αἰσθάνονται τήν ἀνάγκη νά ἐπιστρέψουν στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ γιατί εἶναι βέβαιοι ὅτι τήν δικαιοῦνται καί πιστεύουν ὅτι βρίσκονται ἤδη σ᾿ αὐτήν.
Στήν Ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου πού θά ψάλλουμε αὔριο τό πρωΐ, στόν κανόνα τῆς ὁσίας Μαρίας, ἄν προσέξουμε, ἀντιπαραβάλλεται ἕνας ἄλλος κανόνας πού ἀναφέρεται στήν παραβολή τοῦ πλουσίου καί τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου καί στήν ὁποία ὁ Χριστός παρουσιάζει τήν τρομερότερη περιγραφή τῆς κολάσεως, ἀπ᾿ ὅσες ὑπάρχουν στό Εὐαγγέλιο. Τό Δοξαστικό μάλιστα τῆς ἡμέρας ὑπογραμμίζει τή μεγάλη ἀλήθεια: «Οὐκ ἔστιν ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρῶσις καί πόσις ἀλλά δικαιοσύνη καί ἄσκησις σύν ἁγιασμῷ». Γι᾿ αὐτό τό λόγο, συνεχίζει τό τροπάριο, «οὐδέ πλούσιοι εἰσελεύσονται ἐν αὐτῇ, ἀλλ᾿ ὅσοι τούς θησαυρούς αὐτῶν ἐν χερσί πενήτων ἀποτίθενται. Ταῦτα καί Δαβίδ ὁ προφήτης διδάσκει λέγων⋅ Δίκαιος ἀνήρ, ὁ ἐλεῶν ὅλην τήν ἡμέραν».
Ὅπως ξεκάθαρα φαίνεται μέσα ἀπό τό τροπάριο αὐτό, δίκαιος θεωρεῖται ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος πού ἀποθέτει τούς θησαυρούς του στά χέρια τῶν πτωχῶν. Κι αὐτό ἐπιβεβαιώνει τήν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ πώς τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ ἀνήκουν σ᾿ αὐτούς πού τά ἔχουν ἀνάγκη.
Ἄν γιά τόν Χριστό, ἡ βάση τῆς ἁμαρτίας εἶναι ἡ ἔλλειψη ἀγάπης τοῦ ἀνθρώπου γιά τόν Θεό καί τό συνάνθρωπο, ὁ πλοῦτος πού δέν μοιράζεται καί σ᾿ ἐκείνους πού ἔχουν ἀνάγκη, δείχνει τήν ἔλλειψη καί τῆς μιᾶς καί τῆς ἄλλης ἀγάπης. Ὁ ἄφρων πλούσιος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει μεταθέσει τόν ἔρωτά του ἀπό τόν δημιουργό του Θεό στούς θησαυρούς του⋅ ἀπό τόν Κτίστη, στά κτίσματα. Καί σάν ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς μετάθεσης τοῦ ἔρωτά του ἀπό τόν Κτίστη στά κτίσματα, δέν ἔχει τήν δυνατότητα ὄχι ἁπλῶς νά ἀγαπήσει, ἀλλ᾿ οὔτε καί νά παρατηρήσει κἄν τό συνάνθρωπό του, ὅπως συμβαίνει μέ τόν πλούσιο τῆς παραβολῆς τοῦ πλουσίου καί τοῦ Λαζάρου.
Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά ἡ πορνεία τῆς Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας εἶναι ἁμαρτία, ὅπως ἄλλωστε καί ἡ ἀπληστία καί ἡ φιλαργυρία, κυρίως γιατί εἶναι μετάθεση τοῦ ἔρωτα τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Κτίστη στά κτίσματα. Ὅσο πιό βαρύ εἶναι τό φορτίο τῶν ὑλικῶν πραγμάτων πού κουβαλᾶμε μέσα μας, τόσο πιό δύσκολο εἶναι νά συμπορευθοῦμε μέ τόν Χριστό, ὁ ὁποῖος, ἐλαφρύς ὅπως εἶναι ἀπό κάθε ἐγωκεντρικό φορτίο, ἀφοῦ θυσιάστηκε γιά τή σωτηρία μας, προχωρᾶ μπροστά καί μᾶς ἀφήνει πίσω.
Ἕνα ἄλλο στοιχεῖο ἀπό τό Βίο τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας πού ἀξίζει νά προβάλλουμε στήν ἀγάπη σας, εἶναι ἡ μεσιτεία τῆς κυρίας Θεοτόκου γιά τήν ἀνακαινισμένη ἐν μετανοίᾳ ζωῆς της.
Ἀπό τά ὅσα διασώζει ὁ ἅγιος Σωφρόνιος Ἱεροσολύμων στό Βίο τῆς ὁσίας Μαρίας, μᾶς εἶναι γνωστό ὅτι ἡ Ὁσία, μετά ἀπό πολλές ἀποτυχημένες ἀπόπειρες νά εἰσέλθει στό ναό τῆς Ἀναστάσεως στά Ἱεροσόλυμα γιά νά προσκυνήσει τόν τίμιο Σταυρό, ἀπέκαμε, καί κάποια στιγμή κοντοστάθηκε καί εἶδε τήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, πού βρισκόταν στό ὑπέρθυρο τοῦ Ναοῦ. Βλέποντας τότε τήν ἀειπάρθενο Θεοτόκο, φωτίσθηκε ὁ νοῦς της καί ἀντιλήφθηκε πώς γιά τό πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν της, ἐμποδιζόταν νά εἰσέλθει στό Ναό. Τότε ἦταν πού πῆρε τή ἀπόφαση νά μετανοήσει. Καί ἀμέσως, ἔβαλε τήν Θεοτόκο ἐγγυήτρια γιά τήν ἀποχή της ἀπό τά πρότερα ἁμαρτήματά της, καί τήν ἀκόλουθη καί γνωστή σέ ὅλους μας συγκλονιστική μετάνοιά της.
Γιά τήν εἰκόνα αὐτή τῆς Παναγίας τῆς Ἐγγυήτριας, ἀξίζει νομίζω νά μεταφέρω στήν ἀγάπη σας τήν ζῶσα ἁγιορειτική παράδοση. Σύμφωνα μ᾿αὐτήν, ἡ εἰκόνα αὐτή, ἀρίστης βυζαντινῆς τέχνης, βρέθηκε μέ θαυματουργικό τρόπο στό Ἅγιον Ὄρος καί πιό συγκεκριμένα, στό Σπήλαιο τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου, στό ἀκρότατο σημεῖο τῆς ἀθωνικῆς χερσονήσου. Αὐτήν τήν εἰκόνα βρῆκε, θείᾳ νεύσει, ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος, ἱδρυτής καί θεμελιωτής τοῦ ἀθωνικοῦ κοινοβιακοῦ μοναχισμοῦ, περί τό ἔτος 965 καί τή μετέφερε στό καθολικό τῆς Μεγίστης Λαύρας, γιά νά προσκυνεῖται ἀπ᾿ ὅλους τούς πατέρες. Ὅμως τό πρωΐ ἡ εἰκόνα εἶχε ἤδη ἐξαφανιστεῖ καί μεταφερθεῖ μυστηριωδῶς πάλι στό Σπήλαιο. Τότε ὁ Ὅσιος τήν ξαναπῆρε στή Λαύρα καί τήν ἐναπέθεσε στήν ἴδια θέση ἐντός τοῦ ναοῦ. Ἀλλά καί πάλι ἡ εἰκόνα ἀναχώρησε γιά τό Σπήλαιο. Ἔκτοτε πλέον δέν τόλμησε ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος νά τή μετακινήσει, γι᾿ αὐτό καί τήν ἄφησε στό ἴδιο μέρος ὅπου καί μέχρι σήμερα βρίσκεται. Πρόκειται γιά τή θαυματουργό εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Ἐγγυήτριας. Ἑορτάζεται μάλιστα πανηγυρικά μέ φροντίδα τῆς Μεγίστης Λαύρας, κατά τό Σάββατο τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, κατά τήν Ε’ ἑβδομάδα τῶν νηστειῶν⋅ χθές δηλαδή.
Εἶναι ὠφέλιμο πιστεύω, καί πρός δόξαν Θεοῦ καί τιμήν τῆς Θεοτόκου, τῆς προστάτιδος τόσο τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας ὅσο καί τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων, ἀλλά καί τῶν πιστῶν τῆς ἐνορίας τοῦ πανηγυρίζοντος αὐτοῦ ἱεροῦ Ναοῦ, νά ἐξιστορήσουμε τό ἀκόλουθο περιστατικό, πού συνέβη πρίν περίπου ἑκατό χρόνια, τό ἔτος 1905, κατά τόν πολύ καταστροφικό σεισμό πού ἔπληξε τήν Χαλκιδική καί τό Ἅγιον Ὄρος, κατά τόν ὁποῖο ἔπαθαν τεράστιες καταστροφές μοναστήρια, σκῆτες καί κελλιά καί μέ ἀρκετά ἀνθρώπινα θύματα. Τήν ἐποχή ἐκείνη μέσα στό Σπήλαιο τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου ζοῦσε μέ μεγάλη ἄσκηση καί πλούσια λειτουργική ζωή ὁ ξακουστός Χαρίτων ὁ Πνευματικός (1836-1906) καί ἡ συνοδεία του.
Ἡ Θεοτόκος ἡ Ἔγγυήτρια, πού οἰκονόμησε τή σωτηρία τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, τί οἰκονόμησε γιά τή σωτηρία τῶν Πατέρων πού ἀσκούνταν στό Σπήλαιο; Οἰκονόμησε, ὁ εὐλαβής Πνευματικός παπᾶ Χαρίτων νά ἐγερθεῖ ἀπό τόν ὕπνο μισή ὥρα γρηγορότερα ἀπό τήν συνηθισμένη ὥρα καί νά ξυπνήσει καί τούς ἄλλους πατέρες, προκειμένου νά ἀρχίσουν τήν Ἀκολουθία τους στό ναό τῆς Παναγίας τῆς Ἐγγυήτριας. Τότε, μέ τό πού ἄρχισε ἡ Ἀκολουθία, ἄρχισε νά σείεται σπήλαιο καί ὀγκωδέστατοι βράχοι ἔπεφταν ἀπό ψηλά μέ τέτοιο κρότο ὥστε νόμιζε κανείς ὅτι ὅλο τό Ὄρος ἔμοιαζε μέ ἡφαίστειο πού ἐκρήγνυτο. Καί τά βράχια πού ἔπεσαν καταπλάκωσαν τό μέρος τοῦ Σπηλαίου ὅπου βρίσκονταν τά κελλιά τῶν πατέρων καί τά παρέσυραν μέχρι τή θάλασσα. Ὅμως οἱ Πατέρες, ἀφοῦ βρίσκονταν ἤδη στό ναό γιά τήν Ἀκολουθία, διαφυλάχθηκαν ἀβλαβεῖς χωρίς νά πάθουν τίποτα. Καί ἀφοῦ τέλειωσε ἡ Ἀκολουθία καί ξημέρωσε, βγῆκαν ἀπό τό Σπήλαιο δοξάζοντας τόν Κύριο καί τήν κυρία Θεοτόκο πού μέ τό θαυματουργικό αὐτό τρόπο τούς εἶχε σώσει.
Οἱ δέ πατέρες τῆς Μεγίστης Λαύρας, ἀφοῦ συνῆλθαν ἀπό τό φόβο τοῦ σεισμοῦ, ἔστειλαν μερικούς πατέρες μέ ζῶα καί ἱερέα γιά νά δώσουν βοήθεια σέ ὅποιον τυχόν εἶχε γλυτώσει ἀπό τό σεισμό, ὑποθέτοντας ὅτι ἀναμφίβολα δέν θά εἶχε σωθεῖ κανείς. Ὅμως ὅταν κατέβηκαν στό Σπήλαιο, βρῆκαν τούς πατέρες, ὄχι μόνο σώους καί ἀβλαβεῖς, ἀλλά καί ψύχραιμους, παρόλο πού εἶχαν χάσει ὅλα τά ὑπάρχοντά τους ἀπό τήν καταστροφή. Συγκλονισμένοι τότε, ἄκουσαν τούς πατέρες γιά τό παράδοξο θαῦμα τῆς Θεοτόκου, ἐνῶ ἐκεῖνοι πῆγαν νά τούς ψάλλουν τρισάγια καί ἄλλα νεκρώσιμα τροπάρια, ὡς κεκοιμημένους. Καί ἀναχώρησαν, δοξάζοντας τόν Θεό καί τήν Θεοτόκο, πού, ὅπως καί μέ τήν ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία, ἔτσι καί στίς μέρες μας, ἐγγυᾶται τή σωτηρία ὅλων ὅσων μέ εὐλάβεια καί πίστη προστρέχουν στή σκέπη της.
Ἐμεῖς βέβαια, ὡς ἄνθρωποι, δέν φοβόμαστε τίποτε περισσότερο, ὅσο τίς θλίψεις καί τίς δυσχέρειες. Καί εἰδικότερα, τήν τελευταία αὐτή περίοδο, κατά τήν ὁποία ἡ φιλτάτη πατρίδα μας βιώνει σέ ὅλες της τίς διαστάσεις τήν οἰκονομική κρίση, πού εἶναι ὅμως, πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα, ἀποτέλεσμα, τῆς πνευματικῆς κρίσης, πού βιώνει ἀπό δεκαετίες ὁ λαός μας. Ἡ Ἐκκλησία ἀπό τήν φύση της, ἐκτός τοῦ ὅτι νοηματοδοτεῖ τόν ἀνθρώπινο βίο καί ἔχει μία πνευματική ἀποστολή, συγχρόνως λειτουργεῖ ἐξισορροπητικά στήν κοινωνία. Ἔτσι, ἡ τρέχουσα κοινωνική καί οἰκονομική κρίση πρέπει νά ἀντιμετωπισθεῖ μέ κρίση, δηλαδή μέ διάκριση, περίσκεψη, σύνεση καί τήν πρέπουσα ἀποφασιστικότητα.
Ἕνα κλῖμα ἐμπιστοσύνης στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος παραχωρεῖ τήν δοκιμασία αὐτή ἀλλά καί κλῖμα ἀλληλεγγύης μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, θά πρέπει νά εἶναι τό κλῖμα, πού θά πρέπει νά ἐπικρατήσῃ μεταξύ τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας καί γενικότερα, μεταξύ ὅλων τῶν ἀνθρώπων.
Εὔχομαι ὁλόψυχα, μεταφέροντας καί τίς εὐχές τοῦ Γέροντός μου, καθηγουμένου τῆς Μεγίστης Λαύρας, ἀρχιμανδρίτου Προδρόμου καί ὅλων τῶν Ἁγιορειτῶν πατέρων, ὁ Κύριος διά πρεσβειῶν τῆς σήμερα ἑορταζομένης ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας καί τῆς Θεοτόκου τῆς Ἐγγυητρίας, νά φωτίζει τό δρόμο μας πρός τή συνάντησή Του κατά τήν λαμπροφόρο ἡμέρα τοῦ Πάσχα.
Χρόνια Πολλά καί Καλήν Ἀνάσταση!
Ἀπόσπασμα ἀπό τήν ὀμιλία τοῦ π. Παταπίου στόν ναό Ἁγ. Ἰωάννου Προδρόμου Χανίων Κρήτης, 31 Μαρτίου 2012.

Παρασκευή, Απριλίου 02, 2021

Μετάνοια (επισκόπου Κάλλιστου Ware)



Τι σημαίνει μετάνοια; Συνήθως θεωρείται ως θλίψη για την αμαρτία, ένα αίσθημα ενοχής, μια αίσθηση στενοχώριας και τρόμου για τις πληγές που προκαλέσαμε στους άλλους και τον εαυτό μας. Μια τέτοια άποψη όμως είναι επικίνδυνα ατελής. Η στενοχώρια και ο τρόμος υπάρχουν πράγματι συχνά στη βίωση της μετάνοιας, αλλά δεν είναι ολόκληρη η μετάνοια, δεν αποτελεί καν το σπουδαιότερο τμήμα της. Αν θεωρήσουμε όμως κατά τρόπο κυριολεκτικό τον όρο «μετάνοια», τότε θα βρεθούμε πιο κοντά στην καρδιά του ζητήματος. Μετάνοια σημαίνει «αλλαγή του νου»: όχι απλώς λύπη για το παρελθόν, αλλά μια θεμελιώδης μεταμόρφωση της όρασής μας, ένας νέος τρόπος να βλέπουμε τον εαυτό μας, τους άλλους και τον Θεό – σύμφωνα με τον Ποιμένα του Ερμά, είναι «μια μεγάλη κατανόηση». Μια μεγάλη κατανόηση και όχι, αναγκαστικά, μια συναισθηματική κρίση. Η μετάνοια δεν είναι ένας παροξυσμός τύψεων και αυτό-οικτιρμού, αλλά μεταστροφή, επανατοποθέτηση του κέντρου της ζωής μας στην Αγία Τριάδα.

Ως «νέος νους», ως μεταστροφή και επανατοποθέτηση του κέντρου της ζωής, η μετάνοια είναι κάτι το θετικό, και όχι αρνητικό. «Μετάνοια εστί θυγάτηρ ελπίδος, και άρνησις ανελπισίας», λέγει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Δεν είναι απελπισία, αλλά σφοδρή αναμονή∙ δεν είναι το αίσθημα πως κάποιος έφτασε σε αδιέξοδο, αλλά ο τρόπος με τον οποίο θα βγει απ’ αυτό. Δεν είναι αυτομίσος, αλλά επιβεβαίωση του αληθινού μου εαυτού, του δημιουργημένου κατ’ εικόνα Θεού. Μετάνοια σημαίνει πως κοιτάζω, όχι προς τα κάτω, στις δικές μου ελλείψεις, αλλά προς τα πάνω, στην αγάπη του Θεού∙ όχι προς τα πίσω αυτομεμφόμενος, αλλά προς τα εμπρός με εμπιστοσύνη. 

Μετάνοια είναι να βλέπω όχι το γιατί απέτυχα να γίνω κάτι, αλλά τι ακόμη μπορώ να γίνω με τη Χάρη του Χριστού.

Όσο ένα δωμάτιο παραμένει σκοτεινό, λέγει ο επίσκοπος Θεοφάνης ο Έγκλειστος, δεν προσέχουμε τη βρωμιά, όταν όμως φέρουμε ένα δυνατό φως στο δωμάτιο – όταν δηλαδή, σταθούμε μπροστά στον Χριστό στην καρδιά μας -, μπορούμε να διακρίνουμε κάθε μόριο σκόνης. Το ίδιο συμβαίνει και με τον χώρο της ψυχής μας. Η σειρά δεν είναι να μετανοήσουμε πρώτα και μετά να γνωρίσουμε τον Χριστό, μόνο όταν το φως του Χριστού έχει ήδη εισχωρήσει, ως ένα βαθμό, στη ζωή μας, αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε αληθινά την αμαρτωλότητά μας.
«Μετάνοια», λέγει ο Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης, «είναι να γνωρίζεις πως υπάρχει ένα ψέμμα στην καρδιά σου»• όμως πως μπορούμε να ανιχνεύσουμε την παρουσία ενός ψέμματος, αν δεν έχουμε ήδη κάποια αίσθηση της αλήθειας; […] Κατά τους Πατέρες της Ερήμου, «όσον εγγίζει άνθρωπος τω Θεώ, τοσούτον αμαρτωλόν εαυτόν βλέπειν». Και αναφέρουν ως παράδειγμα τον Ησαΐα: πρώτα βλέπει τον Κύριο στο θρόνο Του και ακούει τα Σεραφείμ να κραυγάζουν «Άγιος, άγιος, άγιος», και μόνο μετά που βλέπει αυτό το όραμα, αναφωνεί: «Ω τάλας εγώ, …ότι άνθρωπος ων και ακάθαρτα χείλη έχων» (Ησ. 6, 1-5).
Αυτή είναι λοιπόν η αρχή της μετανοίας: ένα όραμα ομορφιάς, όχι ασχήμιας: μια συνειδητοποίηση της δόξης του Θεού, και όχι της δικής μου ρυπαρότητας.

Τετάρτη, Μαρτίου 17, 2021

H λειτουργία της μετανοίας



 Ἡ σωματική μετάνοια, τό σκύψιμο τῆς κεφαλῆς μέχρι τό ἔδαφος, εἶναι τό ὁρατό σημεῖο τῆς μετανοίας: μέ τό σκύψιμο ἐξομολογούμεθα τήν πτῶσι μας στήν ἁμαρτία, τήν κατάστασι τῆς παρακμῆς στήν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Μέ τό ἀνασήκωμα δείχνουμε τήν θέλησί μας νά ὑψωθοῦμε, νά λυτρωθοῦμε ἀπό τήν ἁμαρτία, νά ἀναγεννηθοῦμε ψυχικά. Ἀλλά ἡ λέξις μετάνοια (μετά-νοια) σημαίνει καί ἀναγέννησι τοῦ νοῦ, ἀλλαγή, πρᾶξις μετασχηματισμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου στόν νέον ἄνθρωπο, πνευματικοποίησις πού συντελεῖται μέ τήν μετάνοια.

Νά, συνεπῶς, τί θαυμαστό πρᾶγμα δείχνει αὐτή ἡ πρακτική τῆς προσευχῆς τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ συνοδευομένη ἀπό μετάνοιες: ὅ,τι λέγουμε μέ τό στόμα στήν προσευχή, τό κάνουμε ταυτόχρονα καί μέ τό σῶμα, μέ ὅλη μας τήν ὕπαρξι δηλαδή. Ἀναγνωρίζουμε τήν ἁμαρτωλότητά μας καί πέφτουμε ταπεινά στό ἔδαφος, ἀλλά ἀνασηκωνόμαστε ἀμέσως, δείχνοντας τήν ἐπιθυμία μας γιά γρήγορη διόρθωσι.

Εἶναι σάν νά λέγουμε στόν Χριστό: «Κύριε, ξέχασε, πῶς ἔχω πέσει καί πόσο ἀχρεῖος εἶμαι δοῦλος τῶν παθῶν καί ἀποξενωμένος ἀπό Σένα καί ὅλο μου τό σῶμα! Ἀλλά, δέν θέλω νά μείνω ἔτσι. Εἶμαι δικός Σου. Σῶσον με καί κάνε με κατοικία τοῦ Ἁγίου Σου Πνεύματος!»

Ἐδῶ εἶναι κάτι περισσότερο ἀπό προσευχή, εἶναι ἡ ἴδια ἡ πρᾶξις τῆς μετανοίας, ἡ ὁποία μετασχηματίζει καί ἀνανεώνει τόν ἄνθρωπο. Εἶναι μιά πραγματική μεταμόρφωσις, ἡ ὁποία μᾶς ὁδηγεῖ νοερά στήν μεταμόρφωσι κατά τήν Θεία Εὐχαριστία ἐπάνω στό Ἱερό Θυσιαστήριο.

Εἶναι ἡ εὐχαριστία τῆς μετανοίας τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί ὅπως στήν Θεία Λειτουργία μέ τήν ἐπίκλησι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπό τόν ἱερέα, ὁ ἄρτος καί ὁ οἶνος πού προσφέρονται, μεταβάλλονται σέ Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Κυρίου, ἔτσι ἀκριβῶς καί ἐδῶ: μέ τήν ταπεινή ἱκεσία πρός τόν Θεό, μέ τήν βαθειά μεταμέλεια καί τήν ἀσάλευτη πίστι, ὁ ἁμαρτωλός ἄνθρωπος μεταμορφώνεται σέ πνευματικό ἄνθρωπο.

Καί ὅπως ἡ ἐπίκλησις τῆς Θείας Εὐχαριστίας ἀκούεται καί ἱκανοποιεῖται ἀμέσως ἀπό τόν Θεό, ἔτσι ἀκριβῶς καί ἡ ἀναγέννησις μέσω τῆς βαθειᾶς μεταμέλειας συντελεῖται σύντομα. Μᾶς διαβεβαιώνει γι᾿ αὐτό τό ἴδιο τό Ἱερό Εὐαγγέλιο. Ὁ Τελώνης ἀναστέναξε ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς του: «Ἱλάσθητί μοι, τῶ ἁμαρτωλῶ!» καί ἀμέσως διορθώθηκε.

Ὁ ληστής ἐπάνω στόν σταυρό ἔκραξε: «Μνήσθητί μου, Κύριε», καί ἀμέσως ἄκουσε: «Σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔση ἐν τῶ παραδείσῳ» (Λουκ. 23, 43). Μετά μᾶς διαβεβαιώνουν καί οἱ ἀποκαλύψεις ἀπό τήν ζωή τῶν μεγάλων Ἁγίων: τοῦ Ὁσίου Παύλου τοῦ Ἁπλοῦ, τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ διά Χριστόν σαλοῦ κ.ἄ. Καί οἱ διδασκαλίες τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἄν ἡ Λειτουργία τῆς Εὐχαριστίας εἶναι λειτουργία φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ, ἡ Λειτουργία τῆς Μετανοίας εἶναι ἡ ἀνταπόκρισις τοῦ ἀνθρώπου στήν θεϊκή ἀγάπη, μέσω τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀφοσιώσεως στόν Θεό. Καί ὁ Θεός δεχόμενος τήν θυσία τῆς μετανοίας, καθαρίζει καί ἀνανεώνει τόν ἄνθρωπο μέ βαθειά ἀλλαγή. «Καί ἐάν ὦσιν αἱ ἁμαρτίαι ὑμῶν ὡς φοινικοῦν, ὡς χιόνα λευκανῶ» (Ἡσ. 1, 18). Τόσο βαθειά καί ὁλοκληρωτική εἶναι ἡ ἀνανεωτική δύναμις τῆς μετανοίας. Γι᾿ αὐτό καί ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία καθώρισε γιά κάθε χριστιανό μιά ὡρισμένη περίοδο τοῦ ἔτους, τήν ἁγία Τεσσαρακοστή, νά ἀσχολεῖται ἰδιαίτερα μ᾿ αὐτήν τήν καθαρτική καί καθαγιαστική πρᾶξι.


+Γέροντας Πετρώνιος Τανάσε

Τετάρτη, Μαρτίου 03, 2021

«Θάνατος ποιμανεῖ αὐτούς» ( Ψαλμ. μη΄, 15 )

 


Ἀρχιμ. Αντωνίου Ρωμαίου

«Αὐτούς θά τούς ποιμάνει ὁ θάνατος», λέει ὁ Ψαλμωδός. Σύμφωνα μέ τά βιβλικά δεδομένα, δέν πρόκειται ἐδῶ γιά εἰρωνεία στήν ἔκφραση, ἀλλά γιά διαγνωστική προαγγελία.

Ἤδη, στό Δευτερονόμιο τῆς Πεντατεύχου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, παρουσιάζεται ὁ Θεός νά κάνει αὐτή τή διαγνωστική προαγγελία μέ τά λόγια: «᾿Ιδοὺ ἐγώ δίδωμι ἐνώπιον ὑμῶν σήμερον τὴν εὐλογίαν καί τὴν κατάραν· τὴν εὐλογίαν, ἐὰν ἀκούσητε τὰς ἐντολὰς Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν, ὅσας ἐγώ ἐντέλλομαι ὑμῖν σήμερον, καί τὴν κατάραν, ἐὰν μὴ ἀκούσητε τὰς ἐντολὰς Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ὅσα ἐγώ ἐντέλλομαι ὑμῖν σήμερον, καί πλανηθῆτε ἀπὸ τῆς ὁδοῦ, ἧς ἐνετειλάμην ὑμῖν, πορευθέντες· λατρεύειν θεοῖς ἑτέροις, οὓς οὐκ οἴδατε» [1].

Στήν ἱστορική διαδρομή του, ὁ λαός τοῦ Ἰσραήλ ἔχει ἐπιβεβαιώσει, κατά ἐναλλασσόμενες περιόδους, τήν ἀναντίρρητη πραγματικότητα καί τῶν δύο φάσεων τῆς σχέσης του μέ τόν Θεό.

Σέ κάθε χρονική περίοδο, πού σεβόταν τόν Θεό καί ἐφήρμοζε τίς ἐντολές Του, μεγαλουργοῦσε, εὐημεροῦσε καί ἀντιμετώπιζε τούς ἐχθρούς του νικηφόρα. Στίς χρονικές περιόδους, πού παρασυρόταν ἀπό γειτνιάζοντα ἔθνη καί ἀπομακρυνόταν ἀπό τήν θεοκρατική πίστη καί κοσμοβιοθεωρία του, σέ σημεῖο, πού ἐγκατέλειπε καί τόν μονοθεϊσμό καί τήν παραδεδομένη λατρεία, ἔχανε τήν ἐθνική κυριαρχία του. Ὑποδουλωνόταν τότε σέ ἄλλους λαούς καί στρεφόταν στόν παγανισμό, στήν δεισιδαίμονα εἰδωλολατρία καί στήν ὑποκουλτούρα τῶν ἀκαλλιέργητων φυλῶν.

Σέ αὐτές τίς περιόδους τῆς παρακμῆς, ὁ Θεός δέν ἄφηνε τό λαό Του ἀβοήθητο. Προνοοῦσε γιά τήν παρουσία ἰσχυρῶν προσώπων, ἱκανῶν νά τόν ἐπαναφέρουν στήν παραδεδομένη πίστη καί λατρεία, ὅπως, γιά παράδειγμα, ὑπῆρξαν οἱ προφῆτες.

Μία τέτοια προσωπικότητα, ὁ Προφήτης Ἠσαΐας ἔκαμε τότε μία δυνατή παρέμβαση, λέγοντας: «Καὶ δεῦτε διαλεχθῶμεν, λέγει Κύριος· καὶ ἐὰν ὦσιν αἱ ἁμαρτίαι ὑμῶν ὡς φοινικοῦν, ὡς χιόνα λευκανῶ, ἐὰν δὲ ὦσιν ὡς κόκκινον, ὡς ἔριον λευκανῶ. καὶ ἐὰν θέλητε καὶ εἰσακούσητέ μου, τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς φάγεσθε· ἐὰν δὲ μὴ θέλητε, μηδὲ εἰσακούσητέ μου, μάχαιρα ὑμᾶς κατέδεται· τὸ γὰρ στόμα Κυρίου ἐλάλησε ταῦτα[2]».

Καλεῖ ὁ Θεός, μέ τόν Προφήτη Ἠσαΐα, τούς ἀποστατημένους Ἰσραηλῖτες σέ διάλογο καί, ὅπως θά λέγαμε σήμερα, τούς λέει: «Λοιπόν, ἐλᾶτε, κι ἂς κριθοῦμε μεταξύ μας, λέει ὁ Κύριος. Θέλω νά κάνω διάλογο μαζί σας. Γιατί μέ ἀποφεύγετε; Μήπως μέ φοβόσαστε, γιά τίς ἁμαρτίες πού ἔχετε κάνει; Εἶναι οἱ ἁμαρτίες σας κόκκινες σάν τό αἷμα; Μά θά μποροῦσαν νά γίνουν λευκές, σάν τό χιόνι. Ἔχουν τό χρῶμα τῆς πορφύρας; μά θά μποροῦσαν νά λευκανθοῦν, σάν καθάριο μαλλί».

Ταπεινώνεται ὁ Θεός, μέ Ἀγάπη γιά τόν ἐκλεκτό, ἀλλά ξεπεσμένο Ἰσραηλιτικό λαό, καί τόν καλεῖ σέ ἐπανασύνδεση μαζί Του. Τούς ἀποκαλύπτει τήν μέθοδο τοῦ σατανᾶ, ὁ ὁποῖος βάζει πρῶτα τούς πιστούς νά ἁμαρτάνουν καί μετά τούς ὑποβάλλει τό συναίσθημα τῆς ἀναξιότητας. Τούς κάνει, δηλαδή, νά πιστεύουν πραγματικά, ὅτι δέν εἶναι ἄξιοι νά ἔχουν σχέση μέ τόν Θεό! Ὁ Κύριος ὅμως τούς βεβαιώνει ὅτι οἱ ἁμαρτίες τους δέν Τόν δυσκολεύουν νά τούς δεχθεῖ σάν παιδιά Του, ἀρκεῖ αὐτοί νά θέλουν νά εἶναι ἑνωμένοι μαζί Του καί νά ἐφαρμόζουν τίς σωτήριες ἐντολές Του. Ἐκεῖνος, ὡς Θεός, ἔχει τήν δύναμη νά τούς ἀναμορφώσει. Τούς βεβαιώνει, λοιπόν, καί τούς λέει: « Ἂν θέλετε, νά δεχθεῖτε τίς ἐντολές μου καί νά τίς τηρήσετε, νά εἶστε σίγουροι ὅτι θά σᾶς ἀξιώσω νά ἀπολαύσετε ὅλα τά ἀγαθά πού μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά χαρεῖ στήν ἐπίγεια ζωή του. Ἂν ὅμως δέν θελήσετε νά συμμορφωθεῖτε μέ τή συμβουλή μου καί τήν παρακούσετε, τότε, θά σᾶς ἐξαφανίσει ἀπό τή ζωή τό μαχαίρι τοῦ ἐχθροῦ σας»[3].

Τό νόημα αὐτοῦ τοῦ προφητικοῦ λόγου τοῦ Ἠσαΐα, εἶναι ταυτόσημο μέ ἐκεῖνο τοῦ Ψαλμοῦ πού λέει: «θάνατος ποιμανεῖ αὐτούς». Μέ τήν ποιητική αὐτή διατύπωση, ὁ Ψαλμωδός, προσπαθεῖ νά συγκινήσει τούς ἀποστατημένους ἀπό τόν Θεό ἁμαρτωλούς, μέ τρόπο ἐντυπωσιακό. Τούς ζητεῖ νά σκεφτοῦν σοβαρά τήν ἀλήθεια καί τήν πραγματικότητα. Ἄν, δηλαδή, ἀρνοῦνται νά ποιμανθοῦν ἀπό τόν Θεό, κατά τήν ἐπίγεια ζωή τους, μετά τό θάνατό τους, θά ἔχουν ὑποχρεωτικά γιά ποιμένα τους, τόν θάνατο· τόν σκληρό αὐτό καί μοχθηρό ἄρχοντα τοῦ Ἅδη.

Ὁ ἴδιος Προφήτης, ὁ Ἠσαΐας[4] στήν προσπάθειά του νά προκαλέσει τήν μετάνοια τοῦ ἀποστατημένου Ἰσραήλ, τούς προτρέπει νά συνειδητοποιήσουν ὅτι, μέ τήν ἀποστασία τους αὐτή, ἀναλαμβάνουν ἐπιπλέον τήν εὐθύνη, γιά ἐκείνους πού δέν πλησιάζουν καί δέν ὑποτάσσονται στόν Κύριο. Κι αὐτό, γιατί θεωροῦν τόν Θεό ἀνίκανο νά τούς κρατήσει κοντά Του, ἀφοῦ ἀκόμα καί ὁ ἐκλεκτός λαός Του Τόν ἐγκαταλείπει. Εἶναι κλασσική διαστροφή τῶν ἀπίστων καί τῶν ἀσεβῶν νά μικραίνουν τόν Θεό καί νά μεγαλώνουν τόν ἑαυτό τους.

Ὁ Κύριος, ὅμως, ἔχει τή δύναμη καί τούς τρόπους, ὥστε –τότε πού Ἐκεῖνος θά κρίνει σκόπιμο καί θά ἀποφασίσει– νά κάνει φανερή τήν ἰσχύ καί τήν ἐξουσία Του ἐπί τοῦ σύμπαντος εἰς τόν αἰώνα. Ζημιώνουν τόν ἑαυτό τους ὅσοι δέν καταλαβαίνουν ὅτι τό συμφέρον τους βρίσκεται στήν ἀγκαλιά Του! Αὐτή ἡ ἀλήθεια διακηρύττεται καί στήν Παλαιά Διαθήκη: «Δίκαιοι δὲ εἰς τὸν αἰῶνα ζῶσι, καὶ ἐν Κυρίῳ ὁ μισθὸς αὐτῶν, καὶ ἡ φροντὶς αὐτῶν παρὰ ῾Υψίστῳ»[5]. Ἡ βιωματική ἐμπειρία τῶν πιστῶν ἐπιβεβαιώνει τά θεϊκά λόγια.

Μία παράλληλη προφητεία ἔχουμε καί ἀπό τόν Προφήτη Ὠσηέ σέ μία κοσμογονική, θά λέγαμε, συγκυρία, σέ μία προβολή δύο, μεταξύ των, ἀντιθέτων προοπτικῶν, γιά τόν ἀποστατημένο Ἰσραήλ. Φαίνεται ἐδῶ νά φέρεται τελεσίδικα πρός ἀφανισμό, ἐξαιτίας τῶν τόσο σημαντικῶν παραβάσεών του ἀπέναντι στόν Θεό καί τό Θέλημά Του, ὁ Προφήτης ὅμως, παράλληλα, ἀποκαλύπτει τή Βουλή τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ λαοῦ, ἀλλά ὄχι μέ τόν τρόπο πού οἱ ἀποστατημένοι Ἰσραηλῖτες φαντάζονται καί προτίθενται νά ἐπιδιώξουν! Παραθέτω, χάριν συντομίας, μόνο τήν μετάφραση τῶν τριῶν αὐτῶν στίχων: «Διά τοῦτο, θά παραχωρήσω νά ἐπέλθουν ἐναντίον του πόνοι τόσον ἰσχυροί, ὅμοιοι πρός ἐκείνους, τούς ὁποίους ὑποφέρει ἡ γυναίκα, ὅταν γεννᾶ. Ποιός δέν θά τόν σώσει; Μήπως ὁ υἱός σου, ὁ βασιλιᾶς αὐτός τῆς φυλῆς Ἐφραίμ, τόν ὁποῖο ὡς φρόνιμο ἀνέβασες στό θρόνο; Δέν πρόκειται ὅμως νά σέ ὠφελήσει σέ τίποτε, διότι αὐτός, ἐνῶ τά τέκνα σου θά συντρίβωνται, δέν θά μπορέσει νά ἀντισταθεῖ στούς ἐχθρούς καί θά συλληφθεῖ αἰχμάλωτος. Ἀλλ’ ἐγώ θά τούς σώσω ἀπό τά χέρια τοῦ ἅδου καί θά τούς λυτρώσω ἀπό τόν θάνατο, δηλαδή ἀπό τήν αἰχμαλωσία. Ποῦ εἶναι ἡ καταδίκη, ἡ τιμωρία, οἱ πληγές πού ἐπιφέρεις θάνατε; ποῦ εἶναι τό φαρμακερό κεντρί σου, ἅδη; Μέχρι τότε ὅμως, πού θά σώσω τόν ἰσραηλιτικό λαό, ἡ παρηγορία καί ἡ ἐλπίδα τῆς σωτηρίας φαίνεται ὅτι ἔχει κρυβεῖ ἀπό τά μάτια μου καί δέν θά σοῦ δοθεῖ· διότι τούς ἀδελφούς, πού εἶναι αἰχμάλωτοι, θά τούς χωρίζει μεταξύ των ὁ θάνατος· ὁ Κύριος θά ἐπιφέρει ἐναντίον τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ καυστικό ἄνεμο ἀπό τήν ἔρημο (ἐχθρούς) καί θά ἀποξηράνει τίς πλουτοφόρες πηγές του καί θά ἐρημώσει ἐντελῶς τίς πηγές τῆς χώρας του. Αὐτός θά ξηράνει ὅλως διόλου τήν χώραν του· οἱ ἐχθροί θά λεηλατήσουν ὅλα τά πολύτιμα ἀντικείμενά του –τά χρυσά καί τά ἀργυρᾶ– τά ὁποῖα πάντοτε ἐπιθυμοῦν καί ὀρέγονται οἱ ἐχθροί» [6].

Ἔχω τήν ἀντίληψη, ὅτι τά σκηνικά τῶν τριῶν αὐτῶν στίχων τοῦ Προφήτου Ὠσηέ, θά μποροῦσαν νά θεωρηθοῦν ἱκανή περιγραφή καί τῆς κατάστασης, πού σήμερα, ἀντιμετωπίζει ὁ ἀποστατημένος ἀπό τόν Θεό, στό μέγιστο ποσοστό του, ἑλληνικός λαός. Ἕνας λαός, γιά τόν ὁποῖο δικαίως θά μποροῦσε νά ἰσχύει τό ὑπό τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «ἦτε ἐν τῷ καιρῶ ἐκείνω χωρίς Χριστοῦ, ἀπηλλοτριωμένοι τῆς πολιτείας τοῦ Ἰσραήλ καί ξένοι τῶν διαθηκῶν τῆς ἐπαγγελίας, ἐλπίδα μή ἔχοντες καί ἄθεοι ἐν τῷ κόσμω»[7], καί «πέποιθάς τε σεαυτὸν ὁδηγὸν εἶναι τυφλῶν, φῶς τῶν ἐν σκότει, 20 παιδευτὴν ἀφρόνων, διδάσκαλον νηπίων, ἔχοντα τὴν μόρφωσιν τῆς γνώσεως καὶ τῆς ἀληθείας ἐν τῷ νόμῳ. ὁ οὖν διδάσκων ἕτερον σεαυτὸν οὐ διδάσκεις; ὁ κηρύσσων μὴ κλέπτειν κλέπτεις; ὁ λέγων μὴ μοιχεύειν μοιχεύεις; ὁ βδελυσσόμενος τὰ εἴδωλα ἱεροσυλεῖς; ὃς ἐν νόμῳ καυχᾶσαι, διὰ τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου τὸν Θεὸν ἀτιμάζεις; τὸ γὰρ ὄνομα τοῦ Θεοῦ δι᾿ ὑμᾶς βλασφημεῖται ἐν τοῖς ἔθνεσι, καθὼς γέγραπται»[8].

Ὁ Προφήτης Ἰεζεκιήλ, ἕνας ἀπό τούς τέσσαρες μεγάλους προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης κατ’ ἐντολή τοῦ Θεοῦ, παρουσιάζει τήν εἰκόνα τῆς ἀποστασίας  τοῦ Ἰσραήλ καί τήν εἰκόνα τῆς ἐπιστροφῆς του στόν Κύριο καί τῆς ἀνασύστασης τῆς θεοκρατικῆς καί θεοχαρίτωτης κοινωνίας του, πού ξαναζεῖ μέσα στίς εὐλογίες τοῦ Θεοῦ καί μέσα στήν εὐμάρεια καί εὐπραγία του

Θεωρῶ σκόπιμο καί διδακτικό τό νά παραθέσω, σέ μετάφραση, ὁλόκληρη αὐτή τήν προφητεία, πού μέ τήν κατανόησή της μπορεῖ νά διώξει τήν ἀγχωτική βίωση τοῦ σύγχρονου κόσμου καί νά βάλει μέσα στίς καρδιές τῶν ἀπελπισμένων τήν θεοδώρητη ἐλπίδα, γιά ἕνα εἰρηνικό καί καρποφόρο μέλλον. Ἂς ἀκούσουμε τόν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ:

« Ὡμίλησε δέ ὁ Κύριος πρός ἐμέ καί εἶπεν:

Ἄνθρωπε, οἱ ἀπόγονοί τοῦ Ἰσραήλ ἐγκαταστάθηκαν στή γῆ τους καί τήν μόλυναν μέ τή συμπεριφορά τους καί μέ τά εἴδωλα τῶν ἐθνῶν πού λάτρευσαν καί αὐτοί, ἀλλά καί μέ τίς ἠθικές  ἀκαθαρσίες τους. Ἡ ζωή τους μοῦ παρουσιαζόταν ἀκάθαρτη ὅπως ἡ ἀκαθαρσία τῆς γυναίκας πού ἔχει τά ἔμμηνά της. Ξέχυσα λοιπόν καί ἐγώ τό θυμό μου ἐναντίον τους καί τούς διασκόρπισα στά διάφορα ἔθνη· τούς σκόρπισα σάν ἄχυρα σέ ἄλλες χῶρες. Τούς καταδίκασα καί τούς τιμώρησα ἀνάλογα μέ τή ζωή τους καί μέ τίς ἁμαρτίες τους. Ἀναμίχθηκαν καί ἔζησαν μέσα στά ἔθνη, διασκορπισμένοι ἀνάμεσά τους, καί βεβήλωσαν καί πρόσβαλαν τό Ὄνομά μου τό ἅγιο· γιατί ἔγιναν αἴτιοι, ὥστε οἱ διάφοροι λαοί, ἀνάμεσα στούς ὁποίους ζοῦσαν σέ κάθε χώρα, νά τούς βλέπουν καί νά λένε: ΄Αὐτοί οἱ ξένοι εἶναι λαός τοῦ Κυρίου καί ὅμως ἔχουν ἐξοριστεῖ ἀπό τή χώρα Του΄. Ὡσάν νά ἔλεγαν: ΄Τί Θεός εἶναι αὐτός, πού δέν τούς προστάτευσε καί ἔχει σάν δικό του λαό τόσο διεφθαρμένους ἀνθρώπους;΄.

Τούς λυπήθηκα λοιπόν καί ἀποφάσισα νά τούς βοηθήσω καί νά τούς λυτρώσω, γιά νά ἀποκατασταθεῖ τό κύρος τοῦ ἁγίου Ὀνόματός μου, πού τό βεβήλωσαν καί τό πρόσβαλαν οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἰσραήλ, ζώντας ὡς ἐξόριστοι καί αἰχμάλωτοι, ἀνάμεσα σέ διάφορους λαούς.

Γιά τοῦτο, νά εἰπεῖς τά ἑξῆς στούς ἀπογόνους τοῦ Ἰσραήλ: Αὐτά λέγει ὁ Κύριος: Δέν ἐνεργῶ ἐγώ γιά σᾶς, ἀπόγονοι τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλά γιά τό Ὄνομά μου τό Ἅγιον, πού τό βεβηλώσατε στά διάφορα ἔθνη, πού ζήσατε ἀνάμεσά τους ὡς ἐξόριστοι καί αἰχμάλωτοι.

Θά ἁγιάσω λοιπόν τό μέγα Ὄνομά μου, πού βεβηλώθηκε μεταξύ τῶν ἐθνῶν, ἐξαιτίας σας, καί τότε θά γνωρίσουν τά ἔθνη ὅτι Ἐγώ εἶμαι Κύριος τοῦ παντός, μέ αὐτό πού θά κάνω γιά σᾶς μπροστά στά μάτια τους καί πού θά τούς κάνει νά καταλάβουν τήν ἁγιότητα καί τό μεγαλεῖο μου. Θά σᾶς πάρω δηλαδή μέσα ἀπό τά ἔθνη, θά σᾶς συναθροίσω ἀπό ὅλες τίς περιοχές καί θά σᾶς ὁδηγήσω μέσα στή χώρα σας. Θά σᾶς ραντίσω μέ καθαρό νερό καί θά καθαρισθεῖτε ἀπό ὅλους τούς μολυσμούς σας καί ἀπό ὅλα τά βδελυκτά εἴδωλά σας. Θά σᾶς καθαρίσω ὁπωσδήποτε. Θά σᾶς δώσω ἐπίσης καινούργια καρδιά, θά σᾶς δώσω καί νέο πνεῦμα μέσα σας. Θά βγάλω τή λίθινη καρδιά ἀπό τό σῶμα σας καί θά σᾶς δώσω καρδιά σάρκινη, πού νά αἰσθάνεται καί νά συγκινεῖται.

Θά σᾶς δώσω ἀκόμα μέσα σας καί τό Πνεῦμα μου καί ἔτσι θά σᾶς βοηθήσω νά ζεῖτε καί νά συμπεριφέρεστε σύμφωνα μέ τά προστάγματά μου καί νά τηρεῖτε καί ἐφαρμόζετε τίς ἐντολές μου.

Θά κατοικήσετε δέ στή γῆ πού ἔδωσα στούς πατέρες σας καί θά εἶστε πλέον δικός μου λαός , καί ἐγώ θά εἶμαι ὁ Θεός σας.

Θά σᾶς σώσω, ἐπαναλαμβάνω, ἀπό ὅλους τούς μολυσμούς σας. Θά κάνω δέ τό σιτάρι νά γυρίσει καί νά πολλαπλασιαστεῖ στή χώρα σας. Μέ τή δυναμή μου θά τό πληθύνω καί δέν πρόκειται πλέον νά σᾶς τιμωρήσω μέ πείνα. Θά πληθύνω ἐπίσης κάθε καρπό δένδρου καί τά προϊόντα τῶν ἀγρῶν, γιά νά μή πεινάσετε καί σᾶς ὀνειδίζουν γιά τοῦτο οἱ ἄλλοι λαοί.

Τότε, θά θυμηθεῖτε τούς πονηρούς τρόπους τῆς συμεπριφορᾶς σας καί τά ἔργα σας, πού δέν ἦταν καλά, καί θά ἀποστραφεῖτε μέ ἀηδία μπροστά στά μάτια τους τίς παρανομίες σας καί τά βδελυρά εἰδωλολατρικά ἔθιμά τους.

Νά γνωρίζετε ὅμως, ἀπόγονοι τοῦ Ἰσραήλ, ὅτι αὐτά Ἐγώ δέν τά κάνω, λέγει ὁ μόνος Κύριος καί ἐξουσιαστής τοῦ παντός, ἐπειδή τό ἀξίζατε. Σεῖς πρέπει νά αἰσχύνεστε καί νά ντρέπεστε γιά τήν προηγούμενη ζωή σας.

Αὐτά λέγει ὁ Κύριός μου, ὁ μόνος ἐξουσιαστής τοῦ παντός: Τότε πού θά σᾶς καθαρίσω ἀπό ὅλες τίς παρανομίες σας, θά γεμίσω μέ κατοίκους τίς πόλεις καί θά οἰκοδομηθοῦν οἱ περιοχές πού εἶχαν ἐρημωθεῖ. Ἡ γῆ δέ πού εἶχε καταστραφεῖ, θά καλλιεργηθεῖ καί πάλι, γιατί τότε τήν ἔβλεπε ὁ καθένας πού περνοῦσε ἀπό ἐκεῖ καί ἦταν κατεστραμμένη. Τώρα ὅμως οἱ περαστικοί θά λένε: Ἐκείνη ἡ κατεστραμμένη γῆ τώρα ἔγινε σάν κῆπος εὐφροσύνης· οἱ δέ πόλεις πού ἦταν ἔρημες καί κατεστραμμένες ἔγιναν ὀχυρές καί στέκουν ἀκλόνητες»

Ἔτσι, θά γνωρίσουν τά διάφορα ἔθνη, ὅσα θά ἀπομείνουν γύρω σας, ὅτι Ἐγώ, ὁ Κύριος τῶν πάντων, ἀνοικοδόμησα τίς κατεστραμμένες πόλεις καί ἐγέμισα μέ φυτά τίς ἔρημες περιοχές. Τά εἶπα αὐτά Ἐγώ ὁ Κύριος τῶν πάντων, καί θά τά πραγματοποιήσω ὁπωσδήποτε!

Αὐτά λέγει ὁ Κύριός μου, ὁ μόνος ἐξουσιαστής τοῦ παντός. Θά παρακινηθῶ νά κάνω καί αὐτό ἀκόμα γιά τούς ἀπογόνους τοῦ Ἰσραήλ: Θά τούς πληθύνω· θά πληθυνθοῦν οἱ ἄνθρωποι σάν κοπάδια προβάτων.

Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί θά εἶναι ἅγιοι, ὅπως τά πρόβατα πού ξεχωρίζονται γιά νά προσφερθοῦν ὡς θυσία εἰς τόν ἅγιο Ναό. Ὅπως γέμιζαν τά πρόβατα τούς δρόμους τῆς Ἱερουσαλήμ κατά τίς ἑορτές της, ὅποτε μαζεύονταν πολλοί Ἰουδαῖοι γιά νά ἑορτάσουν καί νά προσφέρουν θυσίες, ἔτσι θά γεμίσουν οἱ πόλεις, πού ἦταν ἕως τώρα ἔρημες, ἀπό πρόβατα-ἀνθρώπους. Καί θά γνωρίσουν τότε ὅτι Ἐγώ εἶμαι ὁ Κύριος τῶν πάντων» [9].

Ποιός ἀνοιχτομάτης καί καλοπροαίρετος καί ἀπροκατάληπτος ἄνθρωπος θά μποροῦσε νά ὡραιοποιήσει τήν σύγχρονη πραγματικότητα; Μόνο ὅποιος εἶναι ἀφιονισμένος μέ τό δηλητήριο τῆς ἀθεΐας καί τῆς σαρκολατρίας καί αἰχμάλωτος τῆς ἀνήθικης εἰκόνας, θά μποροῦσε νά θεωρήσει ἐξωπραγματικούς αὐτούς τούς ἰσχυρισμούς. Στό μέγιστο ποσοστό μας, λεγόμαστε χριστιανικός λαός, ἀλλά εἴμαστε χωρισμένοι ἀπό τόν Χριστό καί ἀγνοοῦμε, παντελῶς ἤ μερικῶς, τήν Καινή Διαθήκη πού τήν ἔχει σφραγίσει μέ τή σταυρική θυσία Του. Καθηλωνόμαστε μέ εὐλάβεια μπροστά στίς ἐπαίσχυντες τηλεοπτικές ἐκπομπές καί, ἂν ποτέ βρεθοῦμε μέσα σέ Ναούς, γινόμαστε σκανταλιάρικα νήπια, ἀφοῦ ἀγνοοῦμε, μέ τό θέλημά μας, τί σημαίνουν τά τελούμενα μέσα στό Ναό. Εἶναι δυνατόν νά εἴμαστε δεκτικοί τῆς Χάριτος καί τῆς Εὐλογίας τοῦ Θεοῦ, ἂν δέν θελήσουμε νά μετανοήσουμε καί νά ἀναγεννηθοῦμε; Ἕνας διαφωτισμός, πού ξεριζώνει τήν πίστη τῶν ἀνθρώπων στόν Θεό, ἀξίζει τό τίτλο τοῦ «διασκοτισμοῦ».

[1] Δευτερονόμιο ια΄, 26-28

[2] Ἠσαΐας α΄,18- 20

[3] Ἠσαΐας α΄, 19-20

[4] Ἠσαΐας νβ΄, 5

[5] Σοφία Σολομῶντος ε΄,15

[6] Ὠσηέ ιγ΄, 13-15

[7] Ἐφεσίους, β΄, 12)

[8] Ρωμ. β΄, 19-24

[9] Ἰεζεκιήλ λστ΄, 16-38


imaik

Τρίτη, Μαρτίου 02, 2021

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος συνέρχεται...



ἀπαιτεῖται μεγάλη ἀνδρεία, προκειμένου νὰ ἐξετάσει τὴν καρδιά του καὶ νὰ ἔλθει ἀντιμέτωπος μὲ τὴν ἀληθινὴ καὶ ὀλέθρια πτωχεία ποὺ τὸν χαρακτηρίζει. Μόλις ὅμως ἀντιληφθεῖ καὶ ἐξομολογηθεῖ τὴν κατάστασή του, ὁ Θεὸς σπεύδει νὰ τοῦ συμπαρασταθεῖ. Τὸν φωτίζει, ὑποδεικνύοντάς του ποῦ ἀκριβῶς βρίσκεται. Μὲ τὴν παράδοξη αὐτὴ ὅραση, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, ὁ ἄνθρωπος δέχεται τὸν φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ «ἐκ τῶν ὄπισθεν». Δὲν βλέπει τὸν Θεό, ἀλλὰ μᾶλλον ἀποκτᾶ ἐπίγνωση τῶν ἁμαρτημάτων του. Ἡ χάρη τοῦ ἀποκαλύπτει τὰ ὑστερήματά του. Συναισθάνεται τότε τὴν κόλαση στὴν ὁποία βρίσκεται, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπουσιάζει ὁ Θεός, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει, ὅταν μία ἀκτίνα φωτὸς ἀποκαλύπτει ξαφνικὰ τὴ σκόνη σὲ ἕνα σκοτεινὸ δωμάτιο. Ἡ ἐπίγνωση τῆς πνευματικῆς πτωχείας του προσδίδει στὸν ἄνθρωπο τὴν ἱκανότητα νὰ διακρίνει καὶ νὰ ἐπιδιώκει μόνο τὰ ἄφθαρτα καὶ θεϊκὰ πράγματα, ἐνῶ συγχρόνως τὸν κάνει ἱκανὸ νὰ περιφρονεῖ ὅλα τὰ φθαρτά τῆς πρόσκαιρης αὐτῆς ὑπάρξεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς σοφίας, ἐφόσον ἡ γνώση τῆς ἀληθινῆς μας καταστάσεως ἐμπνέει μέσα μας τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ (Ψαλμ. 110, 10).

Εἶναι ἐξέχουσα ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος «ἔρχεται εἰς ἑαυτόν». Οἱ ἡσυχαστὲς τοῦ δέκατου τέταρτου αἰώνα ἔκαναν συχνὴ χρήση τῆς φράσεως αὐτῆς, ποὺ ὑποδεικνύει τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἡ ἁμαρτία, διαχέει τὸν νοῦ πρὸς τὸν ἐξωτερικὸ κόσμο. Ἄσωτος υἱὸς εἶναι, κατὰ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἀποχωρίζεται ἀπὸ τὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ, καθίσταται εἴτε θηριώδης εἴτε δαιμονιώδης. Τότε ἀρχίζει ἡ ζωὴ τῆς ἀσωτείας, ποὺ εἶναι ἀντίθετη πρὸς τὴ σωφροσύνη καὶ ποὺ προκαλεῖ τὴ διάσπαση καὶ τὴ διάχυση τοῦ νοῦ, τῶν αἰσθήσεων καὶ ὅλης τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Προκειμένου νὰ ἑνοποιηθεῖ ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου, ὁ νοῦς πρέπει νὰ ἑνωθεῖ καὶ πάλι μὲ τὴν καρδιὰ μὲ μία θεραπευτικὴ κίνηση πρὸς τὰ μέσα. Εἶναι ἀναγκαῖο νὰ κατεβεῖ καὶ νὰ ἀναπαυθεῖ στὴν καρδιά, ὥστε ἑνωμένος πάλι μὲ αὐτὴν νὰ μπορεῖ νὰ κυβερνᾶ ἀποτελεσματικὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξή του, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ σώματος, συγκεντρωθεῖ στὴν καρδιά, συντελεῖται μία τρίτη κίνηση, αὐτὴ τὴ φορὰ πρὸς τὸν Ἴδιο τὸν Θεό. Τὸ συνολικὸ σχῆμα ἔχει κυκλικὸ χαρακτήρα, σύμφωνα μὲ τοὺς ὅσιους ἡσυχαστές. Ἀφοῦ «διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ» στὸν ἐξωτερικὸ κόσμο (πρώτη κίνηση), ὁ ἄσωτος υἱὸς «ἔρχεται εἰς ἑαυτὸν» (δεύτερη κίνηση), οὕτως ὥστε νὰ κατευθύνει ὅλη τὴν ὕπαρξή του πρὸς τὸν ἐναγκαλισμὸ τοῦ Πατέρα (τρίτη κίνηση). Προκειμένου ὅμως ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐπανασυνδέσει τὸν νοῦ μὲ τὴν καρδιά του, πρέπει νὰ ἀντιταχθεῖ στὸ πλῆθος τῶν λογισμῶν ποὺ τοῦ ὑποβάλλει ὁ ἐχθρός. Οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς ἔχουν τὴ ρίζα τους στὴν ὑπερηφάνεια. Ὡστόσο ἔχοντας ὁ ἄνθρωπος ἀνακαλύψει τὴν καρδιά του, ἀρχίζει νὰ ἐντοπίζει τὴν προέλευση τέτοιου εἴδους λογισμῶν καθὼς ἐπίσης καὶ τὸν σκοπό τους. Δὲν τὸν ἐξαπατοῦν οἱ λογισμοὶ πιὰ μὲ τὴν ἴδια εὐκολία ὅπως παλιά, γιατί μαθαίνει νὰ ἐπιτηρεῖ τὴν εἴσοδο τῆς καρδιᾶς του. Ὅταν τελικὰ καταφέρει νὰ ἐνοικήσει σὲ αὐτήν, τότε μόνο ταπεινοὶ διαλογισμοὶ θὰ ἀναφύονται στὸ ἔδαφός της, ποὺ θὰ τρέφουν καὶ θὰ ζωογονοῦν τὴν ὕπαρξή του.

[Ἀπό τό βιβλίο, Πιστοὶ στὴ διαθήκη τῆς Ἀγάπης,Ἀρχιμανδρίτης Ζαχαρίας Ζάχαρου].