ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πάσχα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πάσχα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, Μαΐου 07, 2022

Θεοφάνους του Κεραμέως, Ομιλία εις το Β΄Εωθινόν Ευαγγέλιον


Η επίσκεψη των Μυροφόρων στον Τάφο (Μάρκ. ις’ 2-4)
Όταν πλέον πέρασε η λύπη του Σαββάτου και ενεργήθηκε το μυστήριο της αναστάσεως και ο Ήλιος της δικαιοσύνης σαν από κάποιο ορίζοντα ανέτειλε, τότε η τριάδα των ιερών γυναικών που μετέφεραν τα αρώματα έφθασε στο ζωηφόρο μνήμα. «Και πολύ πρωί, την πρώτη ημέρα της εβδομάδας, έρχονται στο μνήμα, μόλις ανέτειλε ο ήλιος». Γιατί η Εύα, επειδή απατήθηκε κατά το δειλινό, εξορίζεται από τον τόπο της απολαύσεως (παράδεισο). Αντίθετα όμως, οι απόγονοί της σπεύδουν πολύ πρωί να μάθουν την αποκατάσταση της πρώτης μητέρας του ανθρώπινου γένους (Εύας), που έγινε μέσω της αναστάσεως.
Σπεύδουν λοιπόν, καθώς ανέτειλε ο ήλιος. Γιατί ο ήλιος σαν να ανέτειλε από τα κατώτερα μέρη της γης, δημιούργησε μια καινούργια ημέρα για τους ζωντανούς και τους νεκρούς. Και επειδή το αρχικό φως, που δημιουργήθηκε την πρώτη ημέρα της εβδομάδας, η αμαρτία το αμαύρωσε, την ίδια ακριβώς ημέρα αφού αναστήθηκε ο Κύριος, δημιούργησε μια παρατεταμένη πρωία. Πράγμα το οποίο, όπως εγώ νομίζω, ο ευαγγελιστής έχει φανερώσει με την έκφραση· «και πολύ πρωί». Γιατί με την ανάσταση του Χριστού οι ψυχές δεν βρίσκονται πλέον φυλακισμένες στις σκοτεινές κρυψώνες του άδη. Και έλεγαν μεταξύ τους· «Ποιός θα μας κυλίσει την πέτρα από την είσοδο του μνήματος»; Η Μαρία λοιπόν η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία, η οποία πιστεύουμε ότι είναι η υπέραγνη Δέσποινα (αυτήν δηλαδή ονομάζουν τα Ευαγγέλια μητέρα Ιακώβου και του Ιωσή), είχαν πάει από πριν στον τάφο, και δεν ήταν εντελώς άπειρες από το γεγονός της αναστάσεως, και μάλιστα, επειδή ήταν με πάρα πολύ φλογερό πόθο ενισχυμένες, έτρεχαν να πάρουν μεγαλύτερη επιβεβαίωση. Η Σαλώμη δε, επειδή ήλθε στον τάφο για πρώτη φορά πριν από λίγο χρόνο, γνώριζε ότι μια μεγάλη πέτρα εμπόδιζε την είσοδο του μνήματος. Γιατί ήταν και αυτή μαζί με τον κύκλο των γυναικών που ακολουθούσαν τη Θεοτόκο την ώρα που τοποθετούσαν το Δεσποτικό σώμα στον τάφο και έβλεπε που έχει τοποθετηθεί, όπως ο Ματθαίος και ο Μάρκος μάς ανέφεραν. Ο μεν Ματθαίος τη γνώριζε από τα παιδιά της, ο δε Μάρκος από το όνομά της. Επειδή αγνοούσε τί επακολούθησε, απορεί σχετικά με την πέτρα· γιατί δικός της ήταν ο λόγος· «Ποιός θα μας κυλίσει την πέτρα». Γι’ αυτό και οι Μαρίες, επειδή πράγματι γνώριζαν ότι η πέτρα είχε αποκυλιστεί, λύνουν την απορία της με το γνέψιμο των ματιών· «Και όταν σήκωσαν τα μάτια τους, βλέπουν ότι η πέτρα είχε κυλιστεί»· γιατί με το «όταν σήκωσαν τα μάτια τους», δήλωσε το δείξιμο με το γνέψιμο (νεύμα) των οφθαλμών. Φανερώνεται επίσης και το μέγεθος της πέτρας, όταν λέει· «ήταν δε (η πέτρα) πάρα πολύ μεγάλη», και αποδεικνύοντας ότι την πέτρα δεν την κύλισαν τυμβωρύχοι και κλέφτες, προσπαθώντας να κλέψουν το νεκρό, σύμφωνα με τους συκοφάντες αρχιερείς, οι οποίοι έλεγαν στον Πιλάτο· « Μήπως αφού έλθουν οι μαθητές του κατά τη διάρκεια της νύχτας, τον κλέψουν». Πρέπει δε να γνωρίζουμε ότι ο τάφος εκείνος ήταν σπηλιά κατασκευασμένη με ανθρώπινα χέρια, της οποίας την είσοδο ο Ιωσήφ είχε κλείσει με τη μεγάλη εκείνη πέτρα, που την έσυρε με τη βοήθεια πολλών ανθρώπων, ούτως ώστε να μην είναι δυνατόν από πολλούς εύκολα να μετακινηθεί. Επιπλέον ήταν σημαδεμένος και με τις σφραγίδες. Αλλά ήταν αληθινά πάρα πολύ μεγάλος αυτός που είχε μετακινήσει την πέτρα· γιατί τίποτε δεν μπορεί να εμποδίσει το «Ήταν πάρα πολύ μεγάλη» και έτσι να το εκλαμβάνεις.
«Οι Μυροφόρες αντικρύζουν τον λαμπροφορεμένο άγγελο» (Μάρκ. ιϛ´ 5)
«Και όταν μπήκαν στο μνήμα, είδαν ένα νέο με λευκή στολή να κάθεται στα δεξιά, και τις κατέλαβε φόβος και έκπληξη». Όταν είδαν οι γυναίκες την πέτρα μετατοπισμένη από το ζωηφόρο μνήμα, μπαίνουν αμέσως προς τα μέσα· και όταν αντίκρυσαν ένα απροσδόκητο θέαμα που τις έφερε σε αμηχανία, τις κατέλαβε τρόμος και έκπληξη, γιατί είδαν ένα λευκοφορεμένο νέο στα δεξιά του τάφου και σάστισαν από την εκπληκτική μορφή του. Σημαίνει δε «θάμβος» κάποιο φόβο που προκαλείται από ένα ασυνήθιστο θέαμα. Το ότι ο άγγελος παρουσιάστηκε στα δεξιά του τάφου, ήταν ενδεικτικό ενός αίσιου γεγονότος και μηνύματος. Κατά τον ίδιο τρόπο και ο Γαβριήλ, όταν αναγγέλλει στο Ζαχαρία την ευχάριστη είδηση της γεννήσεως του Προδρόμου, παρουσιάζεται στο δεξιό μέρος του θυσιαστηρίου. Όσον αφορά στο λευκό χρώμα της στολής (του αγγέλου), αυτό φανερώνει τη λαμπρή και ολοφώτεινη ανάσταση. Η δε νεανικότητα της αγγελικής μορφής φανέρωνε ότι η μορφή των αγγέλων βρίσκεται πάντοτε και με τον ίδιο τρόπο στην άνθισή της. Γιατί τα θεία τα χαρακτηρίζει πάντοτε η νεανικότητα, μια και δεν συμμετέχουν στη διαδικασία της γήρανσης και βιώνουν τη θεϊκή μακαριότητα.
«Ο άγγελος αναγγέλλει την ανάσταση του Χριστού» (Μάρκ. ιϛ´ 6-7)
«Αυτός όμως τους είπε·  μην τρομάζετε·  ξέρω ότι ψάχνετε τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, τον σταυρωμένο». Πρώτα ο άγγελος καταπραΰνει τον φόβο, απαλλάσσοντας τις γυναίκες από τον τρόμο που είχε καταλάβει τις ψυχές τους. Έπειτα, επειδή γνώριζε πολύ καλά και την αιτία για την οποία είχαν πάει στο μνήμα, τους λέγει· «Ξέρω ότι ψάχνετε τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, τον σταυρωμένο». Αλλά για ποιό λόγο, αφού άφησε τις υψηλές σκέψεις που αρμόζουν στον Θεό, με τις οποίες φανερώνεται η Θεότητα του Λόγου, χρησιμοποίησε τα ταπεινά αυτά λόγια; Ίσως για να αποδοκιμάσει τις σκέψεις των γυναικών. Γιατί δεν τον αντιμετώπιζαν ολοκληρωτικά ως Θεό. Εάν συνέβαινε αυτό, δεν θα είχαν έλθει να τον αλείψουν με αρώματα. Αυτό που τους λέγει, σημαίνει τούτο· αυτόν που εσείς θεωρείτε ως απλό άνθρωπο προσέχοντας μόνο ό,τι φαίνεται -δηλαδή τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, αυτόν που δέ­χθηκε σταυρικό θάνατο για τη σωτηρία μας- αυτός αναστήθηκε. Δεν είναι τέτοιου είδους, όπως τον θεωρείτε. Γιατί το “ώδε” πρέπει να νοηθεί ως “ούτως”, για να σημαίνει· δεν ευρίσκεται μεταξύ των θνητών κατά τέτοιο τρόπο, που εσείς νομίζετε. Γιατί υπήρχε σε κάθε τόπο, χωρίς να περιορίζεται σ’ ένα τόπο ως Θεός που ήταν και κάλυπτε με την παρουσία του τα πάντα. Όταν πλέον τις μύησε στο μυστήριο της αναστάσεως, τις έστειλε στους αποστόλους με την αποστολή να μεταφέρουν σ’ αυτούς τη χαρούμενη είδηση.
«Η αποκατάσταση του Πέτρου» (Μάρκ. ιϛ´ 7)
«Πηγαίνετε και πείτε στους μαθητές του και στον Πέτρο». Γιατί αφού είπε· «πείτε στους μαθητές του», πρόσθεσε, «και στον Πέτρο»; Επειδή ο ακλόνητος εκείνος στύλος όταν ταλαντεύτηκε για λίγο, αρνήθηκε το Δεσπότη· όταν όμως κατανόησε την πτώση του, έκλαψε πικρά. Και τη συνείδησή του βασάνιζαν τέτοιου είδους τύψεις και ήταν ταραγμένος από τη λύπη κι ο νους του ήταν γεμάτος από έννοιες, επειδή δεν γνώριζε αν τον συγχώρησε ο Θεός. Επειδή όμως είχε αυτή την αμφιβολία, δεν θεωρούσε τον εαυτό του άξιο να συναριθμείται στον κύκλο των αποστόλων. Γι’ αυτό αφού ανέφερε τους μαθητές ο άγγελος, προσθέτει και το όνομα του Πέτρου, για να πληροφορηθεί ο Πέτρος το κέρδος από τα δάκρυα που έχυσε, εξαιτίας των οποίων δεν έχασε τη θέση του μεταξύ των μαθητών.
«Γιατί οι μυροφόρες αποσιωπούν την αποκάλυψη της αναστάσεως του Χριστού;» (Μάρκ. ιϛ´ 7-8)
Για να γίνει πιστευτή η αλήθεια της οπτασίας και να επιβεβαιωθεί η ανάσταση του Κυρίου, τις προτρέπει ο άγγελος να αναγγείλουν την ευχάριστη είδηση, κάτι που μόνοι οι μαθητές γνώριζαν. Γιατί τους λέει· «ότι πηγαίνει πριν από σας στη Γαλιλαία· εκεί θα τον δείτε, όπως σας είπε.». Γιατί ο Σωτήρας είχε υποσχεθεί στους μαθητές πριν το πάθος, ότι θα τον δουν στη Γαλιλαία μετά την ανάστασή Του. Εκείνο που αξίζει να εξετασθεί είναι το εξής ερώτημα: πώς ο θεόπνευστος Λουκάς λέει ότι οι γυναίκες ανήγγειλαν όλα αυτά στους μαθητές; ενώ ο ευαγγελιστής Μάρκος ανέφερε ότι η Μαγδαληνή πήγε να τα αναγγείλει σ’ αυτούς που είχαν μείνει μαζί Του και που πενθούσαν και έκλαιγαν. Εδώ όμως αναφέρει· «έφυγαν από το μνήμα, και δεν είπαν σε κανέναν τίποτε, γιατί φοβόντουσαν». Οι μαθητές, όταν άκουσαν τις πρώτες οράσεις των γυναικών -τις οποίες εξιστόρησαν ο Ματθαίος και ο Ιωάννης και ο Λουκάς- δεν πίστεψαν. Γι’ αυτό και ο Κύριος, αφού εμφανίσθηκε στους ένδεκα, ενώ καθόντουσαν στο τραπέζι, έψεξε την απιστία τους. Γι’ αυτό το λόγο, επειδή οι γυναίκες φοβόντουσαν, μη φανούν πάλι οι μαθητές άπιστοι, όπως ακριβώς και πριν, αποσιωπούν την αποκάλυψη. Φοβόντουσαν μήπως γίνονταν αιτία μεγαλύτερης καταδίκης για τους μαθητές, αφού για οράσεις ολοκάθαρες και επαναλαμβανόμενες δυσπιστούσαν.
«Οι μυροφόρες πρότυπα μιμήσεως των πιστών» (Μάρκ. ιϛ´ 2. 5. 8.)
Αυτές λοιπόν τις ένθεες και μακάριες γυναίκες, ας μιμηθούμε κι εμείς με ζέση. Και άλλος μεν ας επιδεικνύει ζήλο μιμούμενος τη Μαρία τη Μαγδαληνή όσον άφορα την πράξη. Και όπως εκείνη όλη τη νύκτα παρέμενε με ευχαρίστηση στον τάφο, ερευνώντας από κοντά την ανάσταση του Κυρίου, έτσι κι εκείνος ας επιζητεί σε όλη του τη ζωή την ανάσταση του λόγου που βρίσκεται μέσα του πεθαμένος. Αυτός όμως που θέλει να μιμηθεί τη Μαρία του Ιακώβου, ας προσηλώνει το νου του στο θεωρητικό μέρος. Αυτός ας ασχοληθεί σ’ όλη του τη ζωή με τη μελέτη των θείων εννοιών, και μέσα από την αληθινή γνώση ας γεννήσει μέσα του το λόγο και ας καρπώνεται τη συγγένεια που έχουμε με το Θεό κατά χάρη. Γιατί ο Σωτήρας μας, μας λέει· «Μητέρα και αδελφοί μου είναι όσοι εφαρμόζουν το θέλημά μου». Τέλος ας μιμηθεί τη Σαλώμη εκείνος που ως προς την αναζήτηση του καλού αποδείχθηκε ράθυμος στη νεανική του ηλικία, γιατί ήταν βυθισμένος στον ύπνο της ραθυμίας. Αυτός λοιπόν όταν ανατείλει ο ήλιος, δηλαδή όταν θα τον φωτίσει το θείο φως, ας αποδιώξει τη ραθυμία και ας συγκαταριθμήσει τον εαυτό του στη χορεία εκείνων που έχουν ήδη εντρυφήσει στο αγαθό. Το όνομα Σαλώμη ερμηνεύεται ειρηνική και δηλώνει την αγαθή ψυχή που νίκησε τα πάθη και ειρηνεύει όσο μπορεί. Αυτές λοιπόν αφού μιμηθούμε σχετικά με τη γνώση του λόγου, ας ζητήσουμε ολοπρόθυμα όταν ανατείλει ο ήλιος, όταν φωτιστεί δηλαδή το ηγεμονικό της ψυχής μας, και διασκορπιστεί σαν το σκοτάδι η άγνοια των λογισμών. Εάν λοιπόν συμπεριφερθούμε έτσι, θα δούμε την καρδιά μας να απαλλάσσεται από την σκλήρυνσή της, σαν να σηκώνεται μια πέτρα. Όταν δε μαλακώσει η καρδιά μας, θα φανεί σε μας ο άγγελος, η κίνηση δηλαδή της συνειδήσεως, που θα μας αναγγέλλει την ανάσταση του λογιστικού μέρους της ψυχής, που είχε νεκρωθεί μέσα μας. Ας γίνουμε λοιπόν στους άλλους διδάσκαλοι του καλού, σε όσων η ακοή πείθεται στην ακρόαση των θείων λόγων. Σε όσους όμως θεωρούν ότι η θεία διδασκαλία είναι ανοησίες, ας μην πούμε σε κανέναν τίποτα. Γιατί δεν είναι θεμιτό να αποκαλύπτουμε τα θεία μυστήρια στους απίστους, αυτά που εμείς αξιωθήκαμε να δούμε. Έτσι θα αποφύγουμε και ο λόγος να είναι ανώφελος και μείς να γίνουμε γι’ αυτούς αίτιοι μεγαλύτερης καταδίκης. Και ο Χριστός, ο Θεός μας, που μας ζωοποίησε με την ανάστασή του από τους νεκρούς, αυτός ας μας αναστήσει και από το θάνατο που προέρχεται από τις αμαρτίες, κι ας μας αξιώσει να κληρονομήσουμε τη βασιλεία του. Αμήν.



Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2019/05/blog-post_11.html#ixzz6K9I1qdsn

Κυριακή, Απριλίου 24, 2022

ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΗΜΕΡΑ


# Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός
«Αλλά θα ρωτήσει κάποιος: πως ανασταίνονται οι νεκροί; Ω, τι απιστία! Ω, τι ανοησία! Αυτός που μετέτρεψε με μόνη την θέλησή του το χώμα σε σώμα, δε θα αναστήσει πολύ ευκολότερα, μόνο με τη θέλησή Του, αυτό που δημιουργήθηκε και έπαθε αποσύνθεση; Λοιπόν να θεωρήσεις ότι τα σπέρματα θάβονται μέσα στα αυλάκια του χωραφιού, ως μέσα στους τάφους. Ποιός είναι αυτός που έβαλε μέσα σ’ αυτά ρίζες, καλάμια και φύλλα και στάχυα; Δεν είναι ο Δημιουργός του σύμπαντος; Δεν τα έβαλε η προσταγή αυτού που τα κατασκεύασε όλα; Πίστευε, λοιπόν, ότι έτσι θα γίνει και η ανάσταση των νεκρών με τη θεία θέληση και το θείο νεύμα διότι η δύναμη συνεργεί με τη βούληση».

# Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης
«Τί είναι αυτό, αδελφοί αγαπητοί και φιλέορτοι και φιλόχριστοι; Τί είναι αυτή η μεγάλη λαμπροφορία; Τί είναι αυτή η τόση φωταγωγία και χαρά; Τί είναι αυτό που έκανε την Εκκλησία να στράφτει τόσο πολύ; Τί είναι αυτό που λάμπρυνε την οικουμένη; Τί είναι αυτό που έκανε να δημιουργηθεί τόσο μεγάλη χαρά και ευχαρίστηση;
Χθες ήμασταν σε λύπη και σήμερα σε χαρά. Χθες σε κατήφεια και σήμερα σε ευθυμία. Χθες σε θρήνους και σήμερα σε αλαλαγμούς.
Ρωτάς ποια είναι η αιτία αυτών και τι είναι εκείνο που προκάλεσε αυτή την τόσο μεγάλη χαρά και λαμπρότητα; Ο Χριστός αναστήθηκε από τους νεκρούς και όλος ο κόσμος γέμισε από αγαλλίαση. Κατάργησε με το ζωοποιό του θάνατο το θάνατο και όλοι όσοι βρίσκονταν στον Άδη ελευθερώθηκαν απ’ τα δεσμά του. Άνοιξε τον Παράδεισο και τον έκανε προσιτό σε όλους.
Πόσο, αλήθεια, μεγάλο βάθος, που δεν μπορεί να κατανοηθεί! Πόσο μεγάλο ύψος, που δεν μπορεί να μετρηθεί! Πόσο φρικτό μυστήριο, που υπερβαίνει τη δύναμη του νου!
Υμνούν οι άγγελοι, επειδή ευφραίνονται για τη σωτηρία μας. Χαίρονται οι προφήτες βλέποντας να εκπληρώνονται οι προφητείες τους. Όλη η κτίση εορτάζει μαζί μας γιατί ξημέρωσε γι’ αυτήν ημέρα σωτήρια, έλαμψε πάλι ο ήλιος της δικαιοσύνης».

# Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος
«Είναι ημέρα της Αναστάσεως σήμερα και το ξεκίνημα είναι ευνοϊκό . ας καμαρώνουμε για το πανηγύρι και ας αγκαλιάσουμε ο ένας τον άλλον. Ας προσφωνήσουμε « αδερφοί», ακόμη κι εκείνους που μας μισούν και, πολύ περισσότερο, εκείνους που από αγάπη έχουν κάμει ή έχουν πάθει κάτι. Ας δώσουμε συγχώρεση για όλα προς χάρη της Αναστάσεως. Ας δώσουμε συγχώρεση ο ένας στον άλλο...
Χτες σταυρωνόμουν μαζί με τον Χριστό, σήμερα δοξάζομαι μαζί Του. Χτες γινόμουν νεκρός μαζί Του, σήμερα γίνομαι ζωντανός μαζί Του. Χτες θαβόμουν μαζί Του, σήμερα ανασταίνομαι μαζί Του...
Ας γίνουμε όπως ο Χριστός, γιατί και ο Χριστός έγινε όπως εμείς. Ας γίνουμε θεοί γι’ Αυτόν, επειδή κι Εκείνος έγινε άνθρωπος για χάρη μας.
Δέχτηκε το χειρότερο, για να δώσει το καλύτερο. Έγινε φτωχός, για να γίνουμε εμείς πλούσιοι με τη δική Του φτώχεια. Έλαβε μορφή δούλου, για να πάρουμε εμείς από Αυτόν την ελευθερία. Κατέβηκε στη γη, για να υψωθούμε στον ουρανό. Δοκιμάστηκε από πειρασμούς, για να νικήσουμε. Ατιμάστηκε για να μας δοξάσει . πέθανε για να μας σώσει , ανέβηκε στους ουρανούς για να τραβήξει κοντά Του εμάς που βρισκόμαστε ριγμένοι κάτω με την πτώση στην αμαρτία».

# Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος
«Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους πιστεύουν στην Ανάσταση του Χριστού, πολύ λίγοι όμως είναι αυτοί που τη βλέπουν καθαρά και αυτοί που δεν την είδαν, δεν μπορούν να προσκυνήσουν τον Ιησού Χριστό ως Άγιο και Κύριο….
Και το ιερότατο λόγιο που καθημερινά έχουμε στο στόμα, δε λέει «Ανάστασιν Χριστού πιστεύοντες» αλλά τι; «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι προσκυνήσωμεν άγιον Κύριον Ιησούν τον μόνον αναμάρτητον».
Πως λοιπόν μας προτρέπει τώρα το Άγιο Πνεύμα να λέμε ότι είδαμε αυτήν που δεν είδαμε, αφού μάλιστα μια φορά αναστήθηκε ο Χριστός πριν χίλια χρόνια κι ούτε τον είδε κανείς να ανασταίνεται; Άραγε μήπως η Αγία Γραφή θέλει να λέμε ψέματα;
Όχι βέβαια αλλά αυτό που μας προτρέπει να ομολογούμε είναι η αλήθεια, επειδή η Ανάσταση του Χριστού συντελείται μέσα στον κάθε πιστό κι όχι μια φορά, αλλά κάθε ώρα θα λέγαμε, αφού αυτός ο ίδιος ο Δεσπότης Χριστός ανασταίνεται μέσα μας και λαμπροφορεί και απαστράπτει τις αστραπές της αφθαρσίας και της θεότητος.
Γιατί η φωτοφόρος παρουσία του Πνεύματος μας υποδεικνύει την Ανάσταση του Χριστού ή μάλλον μας αξιώνει να δούμε αυτόν τον ίδιο τον Αναστάντα. Γι’ αυτό και λέμε: «Θεός είναι ο Κύριος μας και φανερώθηκε σε μας» (ψαλμ.117, 27).
Σ’ όσους λοιπόν αποκαλυφθεί ο αναστημένος Χριστός, πάντως πνευματικά εμφανίζεται στα πνευματικά τους μάτια. Γιατί, όταν έρχεται σε μας δια του Αγίου Πνεύματος, μας ανασταίνει εκ νεκρών, μας ζωοποιεί και μας δίνει τη χάρη να Τον βλέπουμε μέσα μας ολοζώντανο, Αυτόν τον αθάνατο και ανώλεθρο και να γνωρίζουμε πλήρως, ότι Αυτός μας συνανασταίνει και μας συνδοξάζει, όπως μαρτυρεί η Αγία Γραφή».

# Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος
Χρειασθήκαμε Θεό που σαρκώθηκε και πέθανε, για να ζήσουμε. Νεκρωθήκαμε μαζί Του, για να καθαρισθούμε. Αναστηθήκαμε μαζί Του, επειδή μαζί Του και νεκρωθήκαμε. Συνδοξασθήκαμε, επειδή συναναστηθήκαμε.
Είναι πολλά μεν λοιπόν τα θαύματα της τότε εποχής: Θεός που σταυρώνεται, ήλιος που σκοτίζεται και πάλι ανατέλλει (γιατί έπρεπε και τα κτίσματα να συμπάσχουν με τον Κτίστη). Καταπέτασμα που σχίζεται, αίμα και νερό που χύνεται απ' την πλευρά (το μεν αίμα, γιατί ήταν άνθρωπος, το δε νερό γιατί ήταν πάνω απ' τον άνθρωπο). Γη, που σείεται, πέτρες που σχίζονται για χάρη της πέτρας (που είναι ο Χριστός), νεκροί που ανασταίνονται, ως επιβεβαίωση της τελευταίας και κοινής αναστάσεως.
Τα σημεία δε στον τάφο, τα μετά τον τάφο, ποιος θα μπορούσε επάξια να τα υμνήσει; Τίποτε δε δεν υπάρχει σαν το θαύμα της σωτηρίας μου: λίγες σταγόνες αίματος αναπλάθουν τον κόσμο όλο και γίνονται σαν χυμός γάλακτος για όλους τους ανθρώπους, που συνδέουν και συνάγουν εμάς σε μια ενότητα.
Αλλ' ω Πάσχα, το μέγα και ιερό, εσύ ΧΡΙΣΤΕ, που καθαρίζεις τον κόσμο όλο! Γιατί θα σου μιλήσω σαν κάτι έμψυχο. Ω Λόγε Θεού και φως και ζωή και σοφία και δύναμη! Γιατί χαίρομαι μ' όλα σου τα ονόματα! Ω γέννημα κι ορμή και σφραγίδα του μεγάλου νου! Ω Λόγε που νοείσαι κι άνθρωπε που φαίνεσαι, ο οποίος φέρεις τα πάντα προσδεδεμένα στο λόγο της δυνάμεώς σου!
Θεοδώρου δεσπότου του Λασκάρεως

Χριστός Ανέστη εκ νεκρών· οι νεφέλες ας ράνουν (ραντίσουν) με νερό αγαλλιάσεως, τα φυτά ας φέρουν χλωρά φύλλα κι ας δώσει η γη τον καρπό της· ο Δημιουργός των πάντων ανέστη εκ των νεκρών, και σεις βλαστήσατε· της αρετής οι κλάδοι ανθήσατε, γιατί ο Αρχηγός της ζωής ανέστη εκ νεκρών. Ποιός δεν χαίρει σήμερα; ποιος δεν ενθουσιάζεται; ποιός δεν τέρπεται; και ποιός, για να το ειπώ έτσι, δεν ευφραίνεται;

Ανέστη εκ των νεκρών, και του Άδου το βασίλειο κατέλυσε· ανέστη, και τον διάβολο κατήργησε· ανέστη, και την αμαρτία εξήλειψε· ανέστη, και την ειδωλομανία εμείωσε· ανέστη, και την πλάνη απεδίωξε· ανέστη, και τον Αδάμ διέσωσε· ανέστη και τους αγγέλους έκαμε αμετακίνητους προς το κακό· ανέστη, και τον άνθρωπο έσωσε· ανέστη, και τα ουράνια συνέδεσε με τα επίγεια, υποδεικνύοντας τον Εαυτό Του παγκόσμιο βασιλέα και υπέρτατο Δεσπότη όλων: των αγγέλων, των ανθρώπων, των στοιχείων, των στοιχειωτών και, πρωτοφανές, των δαιμόνων. Χαίρετε, λοιπόν, με ανεκλάλητη χαρά· όσοι ακούετε ότι, ο Χριστός ανέστη εκ νεκρών, ευφραίνεσθε· ποιος δεν προσκυνεί τον Πρώτο και τον Έσχατο, κατά την θεηγόρο φωνή· ποιος δεν Τον δοξάζει; Διελύθη το σκοτάδι· ελευθερωθήκαμε από τα δεσμά· προς την άνω βασιλεία υψωθήκαμε.


Αναστάσεως ημέρα· και ποιός δεν θα λάβει πνευματική κινύρα (κιθάρα) για να ψάλει επαναλαμβανόμενο μέλος (άσμα), με ωδές και ψαλμούς και αγαλλίασι μεγάλη, και με διαπεραστική μελωδία να αλαλάξει και να βοήσει το, ανέστη εκ των νεκρών; Χριστός Ανέστη εκ νεκρών. Φύγε μακριά μας κάθε δαιμονική φάλαγγα· κι ο αρχηγός του σκότους, με την στρατιά σου κάτελθε προς τα τάρταρα· γιατί ανέστη ο Αρχηγός της ζωής και το βασίλειό σου εσκύλευσε·

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, Κατηχητικός Λόγος εις το Πάσχα

Γιατί αν κι ο Σωτήρας μας κρατήθηκε από το θάνατο, τελικά τον εξαφάνισε. Ο Κύριός μας που κατέβηκε στον άδη άρπαξε κι ανέσυρε μαζί Του όσους κρατούσε ο άδης. Ο Κύριος πίκρανε τον άδη, όταν εκείνος ο παμφάγος Τόν κατάπιε. Κι αυτό ήταν που προβλέποντας το παλιά ο προφήτης Ησαΐας είχε βροντοφωνήσει: Χριστέ μου, όταν ο άδης εκεί κάτω στο σκοτάδι σε συνάντησε, πικράνθηκε. Και πολύ σωστά πικράνθηκε, γιατί από τότε καταργήθηκε.


Πικράνθηκε γιατί ξεγελάστηκε. Πικράνθηκε γιατί θανατώθηκε.
Πικράνθηκε γιατί έχασε πια την εξουσία του.
Πικράνθηκε γιατί ο ίδιος τώρα υποδουλώθηκε. Εκείνος, καθώς νόμιζε, είχε λάβει σώμα θνητό και βρέθηκε απρόσμενα μπροστά σε Θεό. Εκείνος είχε πάρει χώμα από τη γη και συνάντησε Θεό, που είχε κατεβεί από τον ουρανό. Εκείνος είχε πάρει ένα σώμα ορατό και καταισχύνθηκε από τον Αόρατο.


Πού είναι λοιπόν άδη η νίκη σου;
Αναστήθηκε ο Χριστός και έχεις πια οριστικά κατανικηθεί.
Αναστήθηκε ο Χριστός και οι δαίμονες έχουν στα βάραθρα της απώλειας γκρεμιστεί.
Αναστήθηκε ο Χριστός και χαίρουν οι Άγγελοι.
Αναστήθηκε ο Χριστός και η ζωή παντού βασιλεύει.
Αναστήθηκε ο Χριστός και δεν θα μείνει πια κανένας νεκρός στο μνήμα. Γιατί με την Ανάστασή Του ο Χριστός έγινε η αρχή της αναστάσεως όλων όσων έχουν κοιμηθεί. Σ’ Αυτόν ανήκει η δόξα και η εξουσία στους απέραντους αιώνες. Αμήν

Τρίτη, Μαΐου 18, 2021

Ολιβιέ Κλεμέντ-Η Ζώσα Ζωή(απόσπασμα)



Στὴ Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία, τὸν καιρὸ τῶν διωγμῶν, ἀποκαλοῦσαν τοὺς Χριστιανοὺς «ἐκείνους ποὺ δὲν φοβοῦνται τὸν θάνατο». Ἡ ἐμπειρία τοῦ μαρτυρίου (κι ὁ 20ος αἰώνας ἀνέδειξε ἀναμφίβολα περισσότερους μάρτυρες ἀπ’ ὅσους ὁλόκληρη ἡ προγενέστερη ἱστορία τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου) εἶναι μία μυστικὴ ἐμπειρία, μία ἐμπειρία, δηλαδή, Πασχάλια. Στὸ Χριστιανισμό, κάθε μυστικὴ ἐμπειρία τελικὰ δὲν μπορεῖ νἆναι στὴν πραγματικότητα παρὰ μόνο ἐμπειρία τοῦ Πάσχα.


Ὁ μάρτυρας εἶναι ἕνας ὁποιοσδήποτε ἄνθρωπος, καθόλου ἕνας ἀσκητής, ἕνας ἄνθρωπος ὅμως γεμάτος μὲ πίστη. Τὴ στιγμὴ τοῦ πιὸ μεγάλου πόνου δὲν γίνεται σκληρὸς κι ἄκαμπτος, οὔτε ἐπαναστατεῖ, ἀλλὰ παραδίδεται στὸ Χριστό, ταυτίζεται μὲ τὸν Ἐσταυρωμένο καὶ μαζί Του συγχωρεῖ τοὺς δήμιούς του, παρακαλώντας: «Πάτερ, ἅφες αὐτοῖς, οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λκ. κγ', 34). Τὸν πλημμυρίζει τότε ἡ χαρὰ τῆς ἀνάστασης καὶ συχνὰ τὸν λυτρώνει ἀπὸ τὸν πόνο.

Ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς καλούμαστε, μ’ ἕνα τρόπο πολὺ ταπεινὸ καὶ διαφορετικὸ ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλο, νὰ ζήσουμε αὐτὴ τὴν ἐμπειρία ἀργὰ ἤ γρήγορα, ἴσως στὴν ἐπιθανάτιά μας ἀγωνία....

«Ἐγὼ εἰμι ἡ Ἀνάστασις καὶ ἡ Ζωή• ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἄν ἀποθάνῃ, ζήσεται• καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰώνα». ( Ἰωάν. ια', 25-26).

Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ὑψηλὴ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία, ὁ Χριστιανισμὸς δὲν ἀγγέλλει πρῶτα, οὔτε μοναχά, τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς. Σ’ ἀντίθεση μὲ τὸν Ἰουδαϊσμό, δὲν ἀγγέλλει μόνο τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν τὴν ἔσχατη ὥρα τοῦ κόσμου. Ὁ Χριστιανισμὸς ἀγγέλλει τὴν ἐν Χριστῷ ἀνάστασή μας ἀπὸ τώρα. Κηρύττει τὴ μυστική, μὰ πραγματική, παρουσία τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν ἀπὸ τώρα. Ἀγγέλλει στὸν κόσμο ὅτι ἡ αἰωνία ζωὴ ἀρχίζει ἀπὸ ἐδῶ κάτω στὴ γῆ καὶ πὼς «ὁ ἄλλος κόσμος», ἐν Χριστῷ βρίσκεται στὴν καρδιά, στὰ ἐνδόμυχα τοῦ κόσμου τούτου. Ὁ Πὼλ Ἐλυὰρ ἦταν προφητικὸς ὅταν ἔγραφε: «Ὑπάρχει ἕνας ἄλλος κόσμος ποὺ εἶν’ ὡστόσο σὲ τοῦτο δῶ τὸν κόσμο μέσα».

Λέγεται γιὰ τὸν μυθιστοριογράφο Τολστόη πὼς ἦταν «ἕνας ἐνορατικός της σάρκας», πὼς ἔβλεπε τὸ μυστήριο μέσα στὴν ἴδια τὴν πυκνότητα τῶν ὄντων καὶ τῶν πραγμάτων. Αὐτὸ θὰ μποροῦσε νἆναι ἕνας ἀρκετὰ καλὸς ὁρισμὸς τοῦ Χριστιανοῦ σὰν Πασχάλιου ἄνθρωπου, σὰν ἐνορατικοῦ τοῦ Πασχάλιου μυστηριακοῦ χαρακτήρα τοῦ ὄντος.

Ὁ θάνατος, μὲ τὴν τρομερὴ καὶ καθολικὴ ἔννοια αὐτοῦ τοῦ ὅρου, δὲν ὀρθώνεται πιὰ μπροστά μας, ἀλλ’ ἀποτελεῖ παρελθοῦσαν κατάσταση, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε καὶ τὸ Βάπτισμα μᾶς ἔχει ἐνδύσει καὶ περιβάλει μὲ τὴν ἀνάστασή του. Ἀπὸ δῶ καὶ μπρὸς ὅλες οἱ καταστάσεις θανάτου, ποὺ πρέπει νὰ διέλθουμε, περιλαμβανομένου καὶ τοῦ σωματικοῦ μας θανάτου («κἄν ἀποθάνῃ, ζήσεται») εἶναι μοναχὰ περάσματα (διαπορεύσεις), ἰσάριθμα πάσχα (ξέρουμε ὅτι ἡ λέξη «πεσσὰχ» σημαίνει «πέρασμα»), ὅπου ἡ ζωὴ λαμπικάρεται καὶ γίνεται πιὸ καθάρια καὶ διαφανής, πιὸ ἔντονη. Μᾶς συμβαίνει κάποτε νὰ περπατᾶμε νωρὶς τὸ πρωὶ σὲ μία βουνοκορφή, πού, σταματώντας τὶς ἀκτίδες, ποὺ ἀκόμα χαμοφέγγουν, ὁροθετεῖ ἀνάμεσα σκιᾶς καὶ φωτός. Ἔτσι πορευόμαστε κι ἐμεῖς ἀνάμεσα βραδύνοντος θανάτου καὶ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ποὺ ἔρχεται. Στὸ βάθος τῆς καρδίας μας «μεταβεβήκαμεν (ἤδη) ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν».

«Ξέρω πὼς δὲν θ’ ἀποθάνω», ἔγραφε ἕνας Ἕλληνας μυστικὸς συγγραφέας τοῦ 11ου αἰώνα, «γιατί νοιώθω ὁλόκληρη τὴ ζωή, ποὺ ἀναβλύζει μέσα μου». Ὅλα, καὶ τὶς αἰσθήσεις καὶ τοὺς λογισμούς μας, τὴν ὀδύνη μας καὶ τὴν εὐτυχία μας καὶ τὴν ὑποδοχὴ προσώπων καὶ πραγμάτων, πρέπει νὰ τὰ αἰωροῦμε ἀσταμάτητα μέσα σ’ αὐτὸ τὸν ὠκεανὸ Φωτός, γιὰ νὰ μᾶς κατακλύσει, καὶ γιὰ ν’ ἀκτινοβολεῖ ἀπό μᾶς, ἀνάλαφρη καὶ δυνατή, ἡ χαρὰ τοῦ ὑπάρχειν.

Τὴν ἀγαθὴ δύναμη, ποὺ μᾶς ἔρχεται μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο καὶ ποὺ ἀναβλύζει, «ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς», ἀπὸ τὸ ἅγιο τῆς Θείας Εὐχαριστίας ποτήριο, χρέος ἔχουμε νὰ τὴν καταχωροῦμε στὴν ἱστορία. Ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ πάνω στὸν ἅδη καὶ τὸ θάνατο ἀπαιτεῖ νὰ μαχόμαστε ἐνάντια σ’ ὅλες τὶς μορφὲς θανάτου, ἐνάντια σ’ ὅλες τὶς καταχθόνιες καταστάσεις, μέσα στὰ πλαίσια τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς κοινωνίας• ἐνάντια στὴ φυσικὴ ἤ τὴν ἠθικὴ ὑποδούλωση, ἐνάντια στὴ μοναξιά, τὸ βασανισμό, τὴ δολοφονία καὶ τὴν αὐτοκτονία, ἐνάντια στὸ ψεῦδος καὶ τὴν ἐκλεπτυσμένη γοητεία τοῦ μηδενὸς καὶ τῆς ἀνυπαρξίας, ἐνάντια στὸ καθετὶ ποὺ ἀποξηραίνει καὶ σκληρύνει ἐδῶ τὶς καρδιές, κι ἀλλοῦ τὴ γῆ καὶ τὰ σώματα.

Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου μᾶς ἐλευθερώνει ἀπὸ τὶς ὁλοκληρωτικὲς οὐτοπίες, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἡ Χριστιανωσύνη δὲν προφυλάχτηκε πάντα. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Βασιλεία αὐτὴ ἀναδύεται ἤδη μέσα στὴν εἰρήνη, τὸ κάλλος καὶ τὴν ἀγάπη τῆς θ. λειτουργίας καὶ τῆς θεωρίας μᾶς ἐλευθερώνει ἀπὸ τὶς ἀπογοητεύσεις καὶ τὶς πικρίες, ποὺ καθιστοῦν τὸν ἄνθρωπο κυνικὸ καὶ σκληρό.

Τίποτα δὲν εἶναι περισσότερο δημιουργὸ ἱστορίας ἀγαθῆς ἀπὸ τὸ μυστήριο τοῦ Πάσχα (καὶ κατὰ συνέπεια ἀπὸ τὴν προσδοκία καὶ τὴν προβίωση τῆς Ἐπιστροφῆς τοῦ Χριστοῦ), ποὺ γίνεται τωρινὴ πραγματικότητα μέσα στὴν ἱκετήρια μεσιτεία τῶν μοναχῶν, ποὺ σκεπάζει τὸν κόσμο μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα ἀδελφότητας τῶν εὐχαριστιακῶν κοινοτήτων, τῶν ἀπαρχῶν αὐτῶν κοινωνικῆς ἐπανένωσης, ἐκεῖ ποὺ παντοῦ πληθύνονται τραγικὰ οἱ ἀθεράπευτες κοινωνικὲς πληγές, τὰ γκουλὰγκ ἤ οἱ ἀναίσθητες μεγαλουπόλεις, ἀλλὰ καὶ μέσα στὶς ὁράσεις τῶν προφητῶν, ποὺ βλέπουν νὰ ἀνατέλλει ἡ ζωή, μέσα στὴν ἤρεμη δύναμη τῶν «βασιλέων» ἐκείνων, ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ τὴν κοινωνία τῶν προσώπων καὶ τὸ κάλλος. Τὸ «μυστήριο τοῦ θυσιαστηρίου», ἔλεγε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, εἶναι ἀξεχώριστο ἀπὸ τὸ «μυστήριο τοῦ ἀδελφοῦ».

Ἡ ἀληθινὴ «θεολογία τῆς ἀπελευθέρωσης» εἶναι θεολογία τοῦ Πάσχα• ὄχι μοναχὰ ἕνας ἐπαναστατικὸς (καὶ πνευματικὸς ἐπίσης) συμβολισμὸς ἑνὸς λαοῦ, ποὺ ἀποσπᾶται ἀπὸ τὴν Αἰγυπτιακὴ δουλεία, ἀλλὰ καὶ γονιμοποίηση τῆς Ἱστορίας μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ περιλαμβάνει καὶ τὶς ἀπαραίτητες μορφὲς κοινωνικῆς ἀπελευθέρωσης, ἀλλὰ καὶ τὶς σχετικοποιεῖ καὶ τὶς ἐπαναπροσανατολίζει ὄχι πρὸς μίαν ἱστορία, ποὺ θὰ εἶναι σίγουρα ἐπιτυχὴς μέσα στὰ δικά της ὅρια, ἀλλὰ πρὸς τὴν Ἔλευση τοῦ Κυρίου.

Μόνο ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀνάστασή μας ἐν Αὐτῷ μποροῦν νὰ μεταμορφώσουν στὰ μύχια τῆς ψυχῆς μας τὸ μῖσος σὲ ἐμπιστοσύνη καὶ νὰ κάνουν ὥστε νὰ ἀναφανοῦν ἄνθρωποι ἐλευθερωμένοι ἀπὸ τὸ θάνατο, τὸν θεμελιώδη, πνευματικὸ θάνατο, καὶ κατὰ συνέπεια ἱκανοὶ νὰ πραγματοποιοῦν μέσα στὴν ἱστορία ἀπελευθερωτικὰ κατορθώματα, ποὺ νὰ μὴ ὑποδουλώνουν τὸν ἄνθρωπο διαφορετικά, κατορθώματα ἀγάπης νοήμονος, μαχητικῆς καὶ δημιουργικῆς, ποὺ θὰ περιορίσουν κι ὕστερα θὰ μεταθέσουν στὸ ἐσωτερικο τοῦ ἀνθρώπου τὴ βία καὶ θὰ συντρίψουν τὰ αἴτια καὶ τὰ παράγωγά της.

Ἴσαμε τὴν Ἔλευση τοῦ Χριστοῦ πορευόμαστε μέσα στὴ σποδὸ τοῦ θανάτου, ἀλλὰ τὸ ζωοποιὸν Πνεῦμα, τὸ Πνεῦμα τῆς Ἀνάστασης — ἂν Τὸ ἀφήσουμε νὰ μᾶς διαπεράσει — διασκορπίζει κάποτε καὶ διαλύει τὴ σποδὸ τούτη γιὰ νὰ μᾶς ἀποκαλύψει τοὺς ἀπαστράπτοντες πολύτιμους λίθους τῆς Πασχάλιας Πολιτείας, ὅπου ἐπὶ τέλους ὁ θάνατος ἀποκαλύπτεται νεκρὸς καὶ ὁ κόσμος φανερώνεται μεταμορφωμένος.

Τετάρτη, Μαΐου 05, 2021

Εἰς κώμην ᾗ ὄνομα Ἐμμαούς…



Τοῦ Δημήτρη Μαυρόπουλου

Οἱ ἐμφανίσεις τοῦ Ἰησοῦ στοὺς μαθητές του μετὰ τὴν Ἀνάσταση ἐμπεριέχουν παραδοξότητες καὶ ἀντιφάσεις. Καὶ ἐκπλήξεις. Φανερώνεται καὶ κρύβεται. «Προσποεῖται» τὸν ἄγνωστο καὶ μετὰ ἀναγνωρίζεται. Μιὰ λέξη, ἕνας λόγος, μιὰ κίνηση, λειτουργοῦν ὡς «σημεῖα» ποὺ θὰ ξεδιπλώσουν τὴν παρουσία του. Τὴ Μαρία, ποὺ τὸν ἔψαχνε νεκρό, θὰ τὴν προσφωνήσει ὀνομαστικὰ ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπιτρέψει νὰ τὸν ἀγγίξει. Στοὺς συγκεντρωμένους καὶ ἔμφοβους μαθητὲς θὰ δείξει τὶς πληγὲς γιὰ νὰ πεισθοῦν ὅτι δὲν εἶναι ὀπτασία. Θὰ προσκαλέσει τὸν Θωμᾶ νὰ τὶς ψηλαφήσει αὐτὲς τὶς πληγὲς γιὰ νὰ πεισθεῖ ὅτι ὁ Διδάσκαλος εἶναι πραγματικὰ παρών. Ὅταν τὸν συναντᾶνε δίπλα στὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, «ἰδόντες αὐτὸν προσεκύνησαν, οἱ δὲ ἐδίστασαν». Στοὺς ἄλλους μαθητές, «ἐπὶ τῆς λίμνης τῆς Τιβεριάδος», θὰ θαυματουργήσει γιὰ νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν, θὰ τοὺς ζητήσει φαγητὸ γιὰ νὰ καταλάβουν ὅτι εἶναι ζωντανὸς ὁ πρὶν νεκρός. Κι ὅλες οἱ ἐμφανίσεις ἀνάμεσα στὸ «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ» καὶ στὸ «ὁ Κύριός ἐστι».
Τὴ συνάντηση τοῦ Ἰησοῦ μὲ δύο ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ εὐρύτερου κύκλου («ἑτέρους ἑβδομήκοντα»), τὸν Κλεόπα καὶ τὸν Σίμωνα, τὴν διηγεῖται ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς στὸ τελευταῖο κεφάλαιο τοῦ φερώνυμου εὐαγγελίου, ἕνα κείμενο ποὺ ἀναγινώσκεται στὴν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου ὡς ε´ ἑωθινὸ εὐαγγέλιο. Πρόκειται γιὰ αὐτοτελὴ καὶ ἐξαιρετικῆς λογοτεχνικῆς ὑφῆς διήγηση. Δύο μαθητὲς τοῦ Ἰησοῦ πορεύονται ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα πρὸς τὴν πολίχνη Ἐμμαούς, μετὰ τὸ τέλος τῶν ἑορτασμῶν γιὰ τὸ Πάσχα, ὅπου ἔζησαν τὰ δραματικὰ γεγονότα τοῦ Πάθους καὶ τῆς Σταύρωσης τοῦ Διδασκάλου. Συζητοῦν μεταξύ τους καὶ εἶναι «σκυθρωποί». Εἶναι καὶ ἀπογοητευμένοι, γιατὶ ὁ Διδάσκαλος δὲν ἔφερε τελικὰ τὴν ἀπολύτρωση στὸ λαό τους, τὴν ἐλευθερία ἀπὸ τὴ δουλεία σὲ κατακτητές. Ἔτσι τὸν εἶχαν κατανοήσει, ὡς δυνατὸ καὶ ἰσχυρὸ ἐκ Θεοῦ ποὺ ἦρθε νὰ ἐλευθερώσει τὸν λαὸ ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία. Ἔτσι εἶχαν παιδαγωγηθεῖ. Ἦταν μαζί του τρία χρόνια καὶ εἶχαν δεῖ ἢ εἶχαν μάθει ἀπὸ ἄλλους τὰ θαύματά του, εἶχαν ἀκούσει τὸν λόγο του, λόγο ἀληθείας. Εἶχαν πιστέψει ὅτι ἦταν ὁ ἀποσταλεὶς ἀπὸ τὸν Θεὸ Σωτήρας. Καὶ τώρα ὅλα εἶχαν γκρεμιστεῖ. Πάνω στὸν Σταυρὸ χάθηκε ἡ ἐλπίδα τους. Ἄκουσαν ὅτι κάποιες γυναῖκες ποὺ πῆγαν νὰ μυρώσουν τὸ ἐνταφιασμένο σῶμα βρῆκαν τὸν τάφο ἄδειο. Ἄκουσαν ὅτι καὶ δύο μαθητὲς ποὺ πῆγαν στὸ μνημεῖο βρῆκαν μόνον τὰ ἐντάφια σπάργανα.
Αὐτὰ ἀναπτύσσουν στὸν ἀπρόσκλητο συνοδοιπόρο ποὺ περπατάει μαζί τους καὶ δὲν ἀντιλαμβάνονται ὅτι εἶναι Ἐκεῖνος. Δὲν ἔχουν (ἀκόμα) τὴν ὅραση ἐκείνη ποὺ θὰ τοὺς ἐπέτρεπε νὰ δοῦν τὰ ὄντως ἀληθῆ. «Ἡμεῖς δὲ ἠλπίζομεν ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ μέλλων λυτροῦσθαι τὸν Ἰσραήλ», ἀφοῦ γνωρίσαμε ὅτι «ἐγένετο ἀνὴρ προφήτης δυνατὸς ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ», λένε στὸν συνοδοιπόρο τους. Καὶ Ἐκεῖνος τοὺς παίρνει ἀπὸ τὰ φληναφήματα τῆς ἱστορίας καὶ τοὺς πάει στὴ μυσταγωγία τῆς προφητείας, ἀπὸ τὸν λόγο καὶ τὴ φαντασίωση τῶν ἀνθρώπων καὶ τοὺς πάει στὸν λόγο καὶ τὴ σοφία τοῦ Θεοῦ. «Ὦ ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ τοῦ πιστεύειν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ προφῆται! Οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξαν αὐτοῦ;». Ξυπνεῖστε, σὰν νὰ τοὺς λέει, ἡ Βασιλεία μου καὶ ἡ δύναμή μου «οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου». Δὲν ἦλθα γιὰ νὰ σᾶς προσφέρω μιὰ ἐνδοκοσμικὴ τακτοποίηση, μιὰ δύναμη τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλὰ γιὰ νὰ σᾶς χαρίσω αἰώνια ζωή, «ἵνα ζωὴν ἔχητε καὶ περισσὸν ἔχητε». Τὸν κάλεσαν σὲ δεῖπνο. Καμώθηκε πὼς βιάζεται νὰ συνεχίσει τὸν δρόμο του, «προσεποιεῖτο πορρωτέρω πορεύεσθαι». Τελικὰ δέχθηκε τὴν πρόσκληση. Καὶ συνέβη τὸ ἐξαίφνης. Ἀναγνώρισαν τὸν Διδάσκαλο «ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου». Αὐτὸ ἦταν. Ἀπὸ τὸ κράτημα τῶν ὀφθαλμῶν, ἀπὸ τὸ ἐμπόδιο τῆς ἀληθοῦς γνώσης, πέρασαν στὴ διάνοιξη τῶν ὀφθαλμῶν, στὴν ἐπίγνωση. Κι ἀμέσως μετά, τὸ δεύτερο ἐξαίφνης: «καὶ αὐτὸς ἄφαντος ἐγένετο ἀπ᾽ αὐτῶν». Ἄφαντος σημαίνει αἰωνίως παρὼν σὲ ἄλλη διάσταση, σ᾽ αὐτὴν τῆς θείας Βασιλείας. Ἤ, κατὰ τὸν Λορεντζάτο, «᾿Αντίθετα μὲ τὰ ἄλλα ὅλα ὅσα ψάχνεις, τὸ Θεὸ ὅταν τὸν βρεῖς —ἂν τὸν βρεῖς— τότε εἶναι ποὺ θὰ τὸν ψάχνεις ἀκόμα περισσότερο» (Collectanea, ἀρ. 883).
Τὸ Κατὰ Λουκᾶν εὐαγγέλιο γράφτηκε κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 1ου αἰώνα. Ἐκ πρώτης ὄψεως περιγράφει ἕνα ἐπεισόδιο ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Ἔλα ὅμως ποὺ αὐτὴ ἡ συνάντηση μαθητῶν καὶ Διδασκάλου ψηλαφεῖται διαρκῶς στὴ ζωὴ ἑκάστου πιστοῦ κάθε φορὰ ποὺ τὸν προσκαλοῦμε στὴ θεία Εὐχαριστία νὰ εὐλογήσει καὶ νὰ διαμοιράσει τὸν ἄρτο τῆς ζωῆς, δηλαδὴ τὸν ἑαυτό του, σὲ ὅλους ἐμᾶς τοὺς κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἦττον ὀλιγόπιστους, τοὺς «περιδεεῖς καὶ δωρολῆπτες» ὀπαδούς… Ὁ Ἰησοῦς τῆς ἱστορίας θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸν Χριστὸ τῆς Βασιλείας. Κι ὅταν φτάσουμε ἐκεῖ —ἂν φτάσουμε ὅσο εἴμαστε ἀκόμα ζωντανοί— δὲν μᾶς χρειάζεται ὁ Ἰησοῦς τῆς ἱστορίας. Στὴν Ἄνω Ἱερουσαλὴμ δὲν ὑπάρχει ναός, «Καὶ ναὸν οὐκ εἶδον ἐν αὐτῇ· ὁ γὰρ Κύριος ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ ναὸς αὐτῆς ἐστι, καὶ τὸ ἀρνίον». Ἄλλωστε, αὐτὴ τὴ συνθήκη διακηρύττουμε κάθε φορὰ ποὺ «ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου» μᾶς προσφέρεται «ὁ πάντοτε ἐσθιώμενος καὶ οὐδέποτε δαπανώμενος»: «Εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν πίστιν ἀληθῆ». Δηλαδή, ὅπως τότε «αὐτῶν διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί, καὶ ἐπέγνωσαν αὐτόν», ἔτσι συνεχῶς, καὶ τώρα καὶ πάντοτε, μᾶς χαρίζεται ἡ ἀνοιχτοσύνη τῶν ὀφθαλμῶν τῆς ψυχῆς γιὰ νὰ μὴν τὸν χάσουμε.
Χριστὸς Ἀνέστη!

Τρίτη, Μαΐου 04, 2021

Χριστός Ανέστη κοκκαλάκια μου!«Αληθώς ανέστη, αδελφέ!»

 


Συνέβη το Πάσχα του 1935, στο αγιορείτικο μοναστήρι του Αγίου Παύλου. Μετά τον εσπερινό της Αγάπης συνηθίζεται να συνάζονται όλοι οι πατέρες στο αρχονταρίκι και να ανταλλάσσουν ευχές με τον ηγούμενο και μεταξύ τους. Ο νεόκουρος μοναχός π. Θωμάς μη γνωρίζοντας την τάξη, πήγε με τους γεροντότερους μοναχούς μπροστά μπροστά. Ο ηγούμενος τον είδε και τον παρατήρησε. Ο π.Θωμάς είπε το «ευλόγησον».
Τότε ο καθηγούμενος π. Σεραφείμ γύρισε και είπε στον π. Θωμά: «Πάτερ Θωμά, πήγαινε, σε παρακαλώ, κάτω στο οστεοφυλάκιο να πείς στα οστά των κεκοιμημένων πατέρων το «Xριστός Aνέστη» και έλα μετά πάλι εδώ».
O π. Θωμάς, ο απλός, ο ταπεινός, ο πρόθυμος εργάτης της υπακοής, χωρίς να σκεφτεί καθόλου, έτρεξε στο οστεοφυλάκιο και είπε μεγαλόφωνα: «Πατέρες και αδελφοί, ο ηγούμενος με έστειλε να σας πω το «Xριστός Aνέστη»». Και τότε συνέβη το υπέρλογο γεγονός. Όλα τα οστά σκίρτησαν, έτριξαν, χόρεψαν, αναπήδησαν! Ένα κρανίο, μάλιστα, σηκώθηκε έως ένα μέτρο ψηλά και απάντησε στον χαιρετισμό του γέροντα: «Αληθώς Ανέστη ο Κύριος». Αμέσως έγινε και πάλι νεκρική σιγή. Ο π. Θωμάς επέστρεψε πίσω σε περίπου δέκα λεπτά, καθώς το κοιμητήριο και το οστεοφυλάκιο της Μονής βρίσκεται κοντά στο αρχονταρίκι.
Μόλις τον είδε ο ηγούμενος τον ρώτησε αν είπε το «Χριστός Ανέστη» στους κεκοιμημένους. Εκείνος απάντησε καταφατικά. Τότε ο ηγούμενος ξαναρώτησε «Και σου απάντησαν;».
Χαρούμενος ο απλούστατος π. Θωμάς είπε ότι του απάντησαν οι νεκροί το «Αληθώς Ανέστη», διηγήθηκε όλο το συμβάν στον ηγούμενο και εκείνος έκπληκτος τον ρώτησε ξανά και ξανά για να επιβεβαιώσει ότι δεν άκουσε λάθος.
Ο ευλογημένος π. Θωμάς νόμιζε πως αυτό ήταν το τυπικό που συμβαίνει κάθε χρόνο στο μοναστήρι και δε τού φάνηκε κάτι ιδιαίτερο!»
Το περιστατικό έχει καταγράψει ο παλιός και σεβαστός αγιορείτης, επίσκοπος Ροδοστόλου π.Χρυσόστομος, από παλαιούς αγιοπαυλίτες οι οποίοι ήσαν παρόντες στο συμβάν.

Δευτέρα, Μαΐου 03, 2021

 



Ἡμέρα χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης σήμερα, ἀγαπητοί. Ἡμέρα ἀγαλλιάσεως καὶ σωτηρίας, ἡμέρα φωτισμοῦ καὶ ἁγιασμοῦ, ἡμέρα εἰρήνης καὶ καταλλαγῆς· ἡμέρα ἀναπλάσεως καὶ ἀνακαινισμοῦ τῶν ψυχῶν μας, ἡμέρα πραγματικὰ μεγάλη καὶ θαυμαστή, ἡμέρα ἐπιφανής. Αὐτὴ τὴν ἡμέρα μᾶς συνανέστησε ὁ Χριστός μας, ἐμᾶς ποὺ εἴχαμε πέσει στὴν ἁμαρτία. Αὐτὴ τὴν ἡμέρα μᾶς συνεζωοποίησε ὁ Χριστός, ἐμᾶς ποὺ εἴχαμε νεκρωθεῖ ἀπὸ τὰ παραπτώματά μας. Αὐτὴ τὴν ἡμέρα μᾶς ἄνοιξε τὸν Παράδεισο, γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε τὸ ξύλο τῆς Ζωῆς. Δηλαδή, τὸ Τίμιο καὶ ζωοποιὸ σῶμα του καὶ αἷμα του, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξαγνιζόμεθα καὶ ἁγιαζόμεθα καὶ φωτιζόμεθα καὶ ἀνακαινιζόμεθα…
Διότι ὁ Χριστὸς ἔδωσε τὸν ἑαυτὸ του λύτρο γιὰ ὅλους μας καὶ μᾶς ὁδήγησε ἀπὸ τὸ θάνατο στὴ ζωή, ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὸ φῶς, ἀπὸ τὴν δουλεία στὴν ἐλευθερία, ἀπὸ τὴν ἔχθρα στὴ γνήσια φιλία. Μᾶς ἐξαγόρασε ὁ Χριστός μας ἀπὸ τὴν κατάρα καὶ τὴν ἁμαρτία, ἀφοῦ ἔγινε γιὰ μᾶς κατάρα, κι ἔτσι μποροῦμε νὰ ἀπολαύσουμε τὴν υἱοθεσία, γιὰ νὰ μὴν εἴμεθα πλέον δοῦλοι, ἀλλὰ ἐλεύθεροι, νὰ μὴν εἴμεθα ἐμπαθεῖς, ἀλλὰ ἀπαθεῖς, νὰ μὴν εἴμεθα φιλοκόσμοι, ἀλλὰ φιλόθεοι. Νὰ μὴν πορευόμεθα σαρκικὰ ἀλλὰ πνευματικά.
Ὁ Χριστός μας, ἀγαπητοί, μᾶς ἐδόξασε «ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ». Ἐμεῖς τί θὰ ἀνταποδώσουμε στὸν Κύριό μας γιὰ ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα μᾶς χάρισε; Τί θὰ τοῦ προσφέρουμε ἴσο πρὸς τὴν ὑπερβάλλουσα δωρεά του καὶ τὴ χάρη του;…
Ἂς τὸν εὐχαριστήσουμε, ἀγαπητοί, καὶ ἂς προσπέσουμε στὸν Κύριό μας. Ἂς τὸν προσκυνήσουμε καὶ ἂς τοῦ προσφέρουμε μὲ σεβασμὸ καὶ εὐλάβεια τὰ μύρα (τῆς ἀγάπης μας) καὶ τοὺς ὕμνους μας ὡς δῶρα. Διότι εἶναι φιλάνθρωπος καὶ φιλάγαθος ὁ Δεσπότης μας καὶ δέχεται τὰ πάντα, ἔστω κι ἂν εἶναι μικρὰ καὶ εὐτελῆ, αὐτὰ ποὺ τοῦ προσφέρουμε.
Ἂς ἀγαπήσουμε κι ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, Αὐτὸν ποὺ μᾶς ἀγάπησε κατὰ χάρη, …ἂς πορευθοῦμε συμφώνως μὲ τὶς ἅγιες ἐντολές του.
Ἂς καθαρίσουμε τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ κάθε σαρκικὸ καὶ πνευματικὸ μολυσμό. Ἂς προσφέρουμε στὸ Θεὸ πράξεις ἀγαθές, ὅπως τὴν πίστη, τὴν ἐλπίδα, τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ὑπομονή. Ἂς τοῦ προσφέρουμε τὸ συντριμμὸ τῆς καρδίας μας, τὴ δωρεὰ τῆς κατανύξεως, τὴν καθαρότητα τῆς συνειδήσεως, τὴν νέκρωση τῶν παθῶν, τῆς ἀκαθαρσίας, τῆς κακῆς ἐπιθυμίας καὶ τῆς πλεονεξίας.
Ἂς δουλεύσουμε στὸν Κύριο μὲ σύνεση καὶ εὐστάθεια, μὲ καρτερία καὶ ὑπομονή. Ἂς ἐνστερνιστοῦμε τὸ φίλτρο τῆς ἀγάπης τοῦ Ἀναστάντος Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας. Ἂς ψάλλουμε στὸ Θεὸ μᾶς ἄσμα καινό.
Ἂς κροτήσουμε δυνατὰ τὰ χέρια μας κι ἂς φωνάξουμε στὸ Θεὸ μὲ φωνὴ ἀγαλλιάσεως. Διότι ὁ Κύριός μας εἶναι μέγας καὶ τῆς μεγαλοσύνης του δὲν ὑπάρχει τέλος. Μέγας εἶναι ὁ Κύριος καὶ μεγάλη ἡ δύναμή του. Κατάργησε καὶ καταπάτησε τὸν ἀλαζόνα καὶ ὑπερήφανο ἐχθρό μας, τὸν διάβολο, καὶ μὲ τὴν Ἀνάστασή του πάτησε τὸ θάνατο καὶ μᾶς ἀνέστησε ὅλους καὶ μᾶς δώρισε τὴν αἰώνια ζωή. Γι’ αὐτὸ ἂς ἀπολαύσουμε ὅλοι, ἀγαπητοί, τῶν ἀγαθῶν χαρισμάτων αὐτῆς τῆς καλῆς πανηγύρεως. Ἂς εἰσέλθουμε χαίροντες στὴ χαρὰ τοῦ Κυρίου μας…
Ἄρχοντες καὶ ἀρχόμενοι, πρεσβύτεροι καὶ νεώτεροι, πλούσιοι καὶ φτωχοί, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, δοῦλοι καὶ ἐλεύθεροι, δοξάσατε καὶ μεγαλύνατε τὸν Κύριο καὶ Θεό μας σήμερα, κατὰ τὴν λαμπρὴ αὐτὴ ἡμέρα καὶ ἑορτὴ τῆς Ἀναστάσεώς του…
Διότι, ἀνέστη Χριστὸς καὶ ἀπὸ τὴ φθορὰ λυτρωθήκαμε.
Ἀνέστη Χριστὸς καὶ ἀπὸ τὴν κατάρα σωθήκαμε.
Ἀνέστη Χριστὸς καὶ ἐμεῖς συναναστηθήκαμε.
Ἀνέστη Χριστὸς καὶ ἐμεῖς ζωοποιηθήκαμε.
Ἀνέστη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν καὶ ἀπαρχὴ τῆς ἀναστάσεως τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο.
Σ’ Αὐτὸν τὸν Ἀναστημένο Χριστὸ ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη, καὶ ἡ προσκύνηση καὶ ἡ μεγαλοσύνη τώρα καὶ πάντοτε καὶ εἰς τοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἁγίου Ἀμφιλοχίου, Ἐπισκόπου Ικονίου

Κυριακή, Μαΐου 02, 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ


"μὴ φοβοῦ· ἐγώ εἰμι ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος καὶ ὁ ζῶν, καὶ ἐγενόμην νεκρός, καὶ ἰδοὺ ζῶν εἰμι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, καὶ ἔχω τὰς κλεῖς τοῦ θανάτου καὶ τοῦ ᾅδου" ( Αποκ. α΄17-18).
Κοντάκιον
Εἰ καὶ ἐν τάφῳ κατῆλθες ἀθάνατε, ἀλλὰ τοῦ ᾍδου καθεῖλες τὴν δύναμιν, καὶ ἀνέστης ὡς νικητής, Χριστὲ ὁ Θεός, γυναιξὶ Μυροφόροις φθεγξάμενος. Χαίρετε, καὶ τοῖς σοῖς Ἀποστόλοις εἰρήνην δωρούμενος ὁ τοῖς πεσοῦσι παρέχων ἀνάστασιν.
Τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ Κυριακῇ τοῦ Πάσχα, αὐτὴν τὴν ζωηφόρον Ἀνάστασιν ἑορτάζομεν τοῦ Κυρίου, καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Στίχοι
Χριστὸς κατελθὼν πρὸς πύλην ᾍδου μόνος
Λαβὼν ἀνῆλθε πολλὰ τῆς νίκης σκῦλα.
ΣΥΝΑΞΑΡΙΟΝ
Τη σημερινή γιορτή την ονομάζουμε Πάσχα. Στην εβραϊκή γλώσσα Πάσχα σημαίνει διάβαση, πέρασμα. Αυτή την ημέρα, την Κυριακή, ο Θεός άρχισε απ’ το μηδέν τη Δημιουργία του κόσμου. Αυτή την ημέρα βοήθησε τούς Ισραηλίτες να περάσουν την Ερυθρά Θάλασσα (τους άνοιξε διάβαση, πέρασμα) και τους λύτρωσε απ’ τη δουλεία του Φαραώ. Αυτή την ημέρα, την Κυριακή, κατέβηκε ο Κύριος από τον ουρανό (κατά τον Ευαγγελισμό) και κατοίκησε στη μήτρα της Αειπαρθένου Μαρίας. Αυτή την ημέρα άρπαξε ο Θεός όλο το ανθρώπινο γένος απ’ τον πυθμένα του Άδη, το ανέβασε στον ουρανό και το οδήγησε στην αρχαία δόξα της αφθαρσίας. Βέβαια, όταν κατέβηκε στον Άδη, δεν τους ελευθέρωσε όλους, αλλά μόνο όσους θέλησαν να πιστέψουν σ’ Αυτόν. Σε όλες όμως τις ψυχές των αγίων απ’ τη Δημιουργία του κόσμου μέχρι τότε, χάρισε την ελευθερία και τους έδωσε τη δυνατότητα ν’ ανεβούν στον ουρανό. Γι’ αυτό το λόγο με υπερκόσμια και πανευφρόσυνη χαρά γιορτάζουμε σήμερα με λαμπρότητα την Ανάσταση, δείχνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο το πόσο μεγάλη χαρά πήρε η ανθρώπινη φύση μας από την πλούσια δωρεά του πανελεήμονος Κυρίου και Θεού μας. Κι ακόμα δίνουμε τον ασπασμό της αγάπης ο ένας στον άλλον, δείχνοντας την κατάργηση της έχθρας και την ένωση μας με το Θεό και τους αγγέλους.
Η Ανάσταση του Κυρίου έγινε ως εξής: Ενώ οι στρατιώτες φύλαγαν τον τάφο, κατά τα μεσάνυχτα έγινε σεισμός. Κι αυτό, επειδή κατέβηκε ένας Άγγελος κι απομάκρυνε το λίθο απ’ τη θύρα του μνημείου. Όταν οι φύλακες συνήλθαν κι είδαν τι έγινε, απ’ το φόβο τους έφυγαν. Τότε ήλθαν οι γυναίκες «ὀψὲ Σαββάτου», όπως λέει το Ευαγγέλιο, δηλ. στη μέση περίπου της νύχτας του Σαββάτου.
Πρώτα-πρώτα η Ανάσταση έγινε φανερή στη Μητέρα του Θεού, η οποία καθόταν απέναντι απ’ τον τάφο μαζί με τη Μαρία τη Μαγδαληνή, όπως λέει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος. Για να μην είναι όμως αμφιβαλλόμενη υπόθεση η Ανάσταση, οι Ευαγγελιστές δεν αναφέρουν ότι την είδε πρώτα η Μητέρα Του, αλλά η Μαρία η Μαγδαληνή. Αυτή είδε και τον άγγελο που καθόταν πάνω στο λίθο κι έσκυψε και είδε και τους άλλους αγγέλους μέσα στον τάφο. Αυτοί μάλιστα της μίλησαν και της ανήγγειλαν την Ανάσταση. «Αναστήθηκε», της είπαν· «δεν είναι εδώ· να ο τόπος που είχαν τοποθετήσει το νεκρό». Η Μαρία, λοιπόν, μόλις άκουσε αυτά, τρέχει και πηγαίνει στους ένθερμους μαθητές, τον Πέτρο και τον Ιωάννη, και τους φέρνει τη χαρμόσυνη είδηση. Κι όταν αυτή επέστρεφε μαζί με την άλλη Μαρία (την Παναγία), τις συνάντησε ο Χριστός λέγοντάς τους: «Χαίρετε». Αυτό έγινε, γιατί έπρεπε το φύλο των γυναικών, το οποίο άκουσε πρώτο τη θλιβερή απόφαση: «Με λύπες θα γεννάς τα παιδιά σου», αυτό πρώτο ν’ ακούσει και τη χαρμόσυνη αγγελία της Αναστάσεως. Αυτές, λοιπόν, απ’ την πολλή αγάπη που είχαν για τον Διδάσκαλο, πλησιάζουν για να βεβαιωθούν πραγματικά για το γεγονός, και γονατίζοντας αγγίζουν τα άχραντα πόδια Του. Ο Πέτρος εν τω μεταξύ κι ο Ιωάννης πήγαν στο μνημείο. Ο Πέτρος έσκυψε μόνο, είδε το μνημείο κι έφυγε. Ο Ιωάννης όμως μπήκε και μέσα. Αυτός εξέτασε με περισσότερη περιέργεια κι άγγιξε το σινδόνι και το σουδάριο, με τα οποία είχαν τυλίξει το σώμα και το κεφάλι του Ιησού.
Την ώρα του όρθρου η Μαρία η Μαγδαληνή ξαναήλθε με άλλες γυναίκες για να βεβαιωθεί καλύτερα. Στην αρχή κάθισε έξω από τον τάφο κι έκλαιγε. Κι όταν έσκυψε να κοιτάξει μέσα, είδε δύο αγγέλους με απαστράπτουσα λαμπρότητα, οι οποίοι επιτιμώντας την κατά κάποιον τρόπο, της είπαν: «Γυναίκα, γιατί κλαις; Ποιον ζητάς; Ζητάς τον Ιησού το Ναζαρηνό, τον Εσταυρωμένο; Αναστήθηκε, δεν είναι εδώ». Κι αμέσως σηκώθηκαν όλες φοβισμένες και βλέποντας μπροστά τους τον Κύριο, έφυγαν. Η Μαρία όμως γύρισε πίσω και βλέπει πάλι το Χριστό να είναι εκεί. Νομίζοντας, λοιπόν, ότι είναι ο κηπουρός (γιατί το μνήμα ήταν μέσα στον κήπο) λέει: «Κύριε, αν Τον πήρες εσύ, πες μου που Τον έβαλες κι εγώ θα Τον πάρω». Κι όταν αυτή έστρεψε ξανά πίσω το βλέμμα της προς τους αγγέλους του τάφου, ο Σωτήρας μας της είπε: «Μαρία». Εκείνη τότε κατάλαβε τη γνώριμη και γλυκιά φωνή του Χριστού και θέλησε να Τον αγγίξει. Όμως Εκείνος της είπε: «Μη μ’ αγγίζεις, δεν ανέβηκα ακόμα στον Πατέρα μου» (γιατί ο Χριστός γνώριζε ότι Τον θεωρούσε ακόμη άνθρωπο), «Πήγαινε στους αδελφούς και πες τους όσα είδες κι άκουσες». Και βέβαια, η Μαγδαληνή αυτό έκανε. Όταν πλέον ξημέρωσε η μέρα ήλθε και πάλι στον τάφο μαζί με τις υπόλοιπες. Αυτές μαζί με την Ιωάννα και τη Σαλώμη ήλθαν στο μνημείο όταν πλέον είχε ανατείλει ο ήλιος. Γενικά ο ερχομός των γυναικών στο μνημείο έγινε σε διαφορετικούς χρόνους. Κι ανάμεσά τους ήταν κι η Θεοτόκος. Αυτή (η Θεοτόκος) είναι η Μαρία (η μητέρα) του Ιωσή που λέει το Ευαγγέλιο. Ο Ιωσής ήταν υιός του Ιωσήφ του μνήστορος. Θα πρέπει πάντως να πούμε ότι είναι άγνωστο πότε ακριβώς αναστήθηκε ο Κύριος. Άλλοι λένε με το πρώτο λάλημα του πετεινού, άλλοι όταν έγινε ο σεισμός κι άλλοι διαφορετικά.
Όταν έγιναν αυτά, κάποιοι απ’ τη στρατιωτική φρουρά ήλθαν στους αρχιερείς και τους ανέφεραν όλα όσα συνέβησαν. Αυτοί όμως δίνοντάς τους χρήματα τους έπεισαν να πουν ότι ήλθαν οι μαθητές Του τη νύκτα και Τον έκλεψαν.
Το βράδυ της ημέρας αυτής, καθώς οι Μαθητές ήταν συγκεντρωμένοι όλοι μαζί εξ αιτίας του φόβου των Ιουδαίων κι ενώ οι πόρτες του σπιτιού ήταν καλά κλεισμένες και ασφαλισμένες, εισήλθε ο Χριστός. Αυτό έγινε, γιατί το σώμα Του δεν ήταν πλέον σαν το δικό μας, αλλά άφθαρτο. Τούς χαιρέτησε με το συνήθη χαιρετισμό της ειρήνης. Αυτοί, όταν Τον είδαν, χάρηκαν υπερβολικά. Κι Εκείνος με το φύσημα της πνοής Του τους έδωσε τελειότερα την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος (το Ευαγγέλιο αναφέρει «ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς: “Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον”»).
Όσο για το πώς λέγεται ότι ο Χριστός αναστήθηκε τριήμερος (σε τρεις μέρες) ισχύουν τα εξής: Το βράδυ της Πέμπτης και η ημέρα της Παρασκευής λογίζονται σαν μία ημέρα (24ωρο), γιατί έτσι μετρούν οι Εβραίοι το ημερονύκτιο (το λένε νυχθήμερο δηλ. νύχτα + ημέρα). Η νύχτα της Παρασκευής και η ημέρα του Σαββάτου είναι δεύτερο νυχθήμερο. Τρίτο νυχθήμερο είναι η νύχτα του Σαββάτου και η ημέρα της Κυριακής, κατά την οποία έγινε η Ανάσταση του Κυρίου.
Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.

Δευτέρα, Απριλίου 20, 2020

Χριστός Ανέστη


Ο Χριστός έκανε τόσα για μας. Σταυρώθηκε, μας δόθηκε ο Ίδιος σαν Πάσχα και μας έδειξε τον τρόπο να μετέχουμε στον νυμφώνα. Νομίζω πώς σε όλα αυτά υπάρχει μια χαρά. Μια πασχαλινή χαρά. Δεν ξέρω γιατί τρέχουμε προς την ηδονή της αποτυχίας, της ελεεινολογίας και της φτώχειας μας. Μας αρέσει να λέμε πώς είμαστε αμαρτωλοί τελικά και να φαντασιωνόμαστε την κόλαση μας. Και λέω φαντασιωνόμαστε όχι γιατί δεν υπάρχει κόλαση ήδη για τους άχαρους και αμετανόητους, αλλά γιατί όλη αυτή η ηττοπάθεια και απελπισία είναι ήδη η κόλαση. Στον άνθρωπο πού αναγνωρίζει τις αμαρτίες του, τις βλέπει κατάματα και έχει ομως ειλικρινή χαρά για την σωτηρία του δεσπόζει αυτό πού λέμε χαρμολύπη. Κριτήριο της μετάνοιας και της ταπείνωσης μας είναι να μην πεθάνει μαζί με τις αμαρτίες μας και η ελπίδα μας , πώς ίσως θα είμαστε μαζί με τον Χριστό, καίτοι ανάξιοι. Αν μαζί με την λύπη και την ταπείνωση μας δεν συμβαδίζει αυτή η ελπίδα, η χαρά, κάτι δεν πάει καλά. Γιατί η αναφορά μας είναι να μπούμε στον νυμφώνα καν ανάξιοι. Είναι αυτή η αναστάσιμη προσδοκια. Οι πατέρες μας έδωσαν το μέτρο: Κράτα τον νου σου στον άδη και μην απελπίζεσαι. Αυτό...
Πρέπει να προσευχόμαστε για όσους έχουν χάσει την ελπίδα.


Κυριακή, Απριλίου 19, 2020

Αὐτή εἶναι ἡμέρα, πού βγῆκε ἀπ᾽ τά χέρια τοῦ Κυρίου


Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης ὁ τριήμερος ἀνέτειλε σήμερα κι᾽ ὁλόκληρη ἐφώτισε τήν πλάση. Ὁ τριήμερος καί προαιώνιος Χριστός, τό τσαμπί τοῦ σταφυλιοῦ, βλάστησε καί τόν κόσμο πλημμύρισε ἀπό χαρά. Τήν ἀβασίλευτην αὐγή ἄς δοῦμε. Πρίν ἔρθη ἡ αὐγή, ἄς τή δοῦμε σήμερα καί ἀπ᾽ τή φωτοπλημμύρα ἄς γεμίσουμε ἀπό χαρά. Τίς πόρτες τοῦ Ἅδη ἀνοίγει ὁ Χριστός καί οἱ νεκροί σηκώθηκαν σά νά κοιμοῦνταν. Ἀναστήθηκε ὁ Χριστός πού ἀνασταίνει τούς πεσμένους καί ἀνάστησε μαζί Του τόν Ἀδάμ.
 Ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, Αὐτός πού ἀνασταίνει ὅλους καί ἐλευθέρωσε τήν Εὔα ἀπ᾽ τήν κατάρα. Ἀναστήθηκε ὁ Χριστός πού Αὐτός μόνος ἀνασταίνει καί χαροποίησε τόν ἀκατάστατο πρῶτα κόσμο, σέ ὅλα τό ρυθμό καί τήν τάξη ἐγκαθιστῶντας. Σηκώθηκε ὁ Κύριος, ὅπως αὐτός πού κοιμᾶται, καί τούς ἐχθρούς Του ὅλους τούς χτύπησε καί τούς ντρόπιασε. Ἀναστήθηκε κι᾽ εἶναι ἡ χαρά τό δῶρο Του σ᾽ ὅλη τήν χτίση. Ἀναστήθηκε κι᾽ ἄνοιξε τοῦ Ἅδη ἡ φυλακή. Ἀναστήθηκε καί τή φθορά τῆς φύσης σέ ἀφθαρσία τή μετάλλαξε. Ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, κι᾽ ἀποκατάστησε τόν Ἀδάμ στήν παλιά δόξα τῆς ἀθανασίας.
Ἡ νέα κτίση, πού φέρνει ὁ Χριστός, μέ τήν Ἀνάστασή Του ἀνανεώνεται. Μέ τή νέα ὀμορφιά τοῦ Χριστοῦ ἄς στολισθοῦμε, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὁ καινούργιος οὐρανός γίνεται σήμερα, ἕνας οὐρανός πιό λαμπρός ἀπό τόν οὐρανό πού ἀντικρύζομε. 
Γι᾽ αὐτόν τόν Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, τό Χριστό, ἔχει γίνει οὐρανός ἡ Ἐκκλησία καί δέν ἔχει φεγγάρι πού μεγαλώνει καί μικραίνει παρά τή χάρη πού λάμπει πάντα. Δέν ἀνατέλλει κάποια ἀστέρια πλανητικά ἀλλά ἀστέρια νεοφώτιστα μέσα ἀπό τήν κολυμβήθρα. Δέ βγάζει σύννεφα πού προκαλοῦν τή βροχή,ἔχει ἡ Ἐκκλησία θεολόγους δασκάλους. Δέν κρέμεται πάνω σέ θολά νερά, ἀλλά ἔχει θεμελιωθῆ πάνω στά ἱερά δόγματα. Δέν φέρνει χειμωνιάτικη βροχή καί συγκινεῖ τούς ἀνθρώπους ὄχι μέ κρωγμούς ἀγριοπουλιῶν ἀλλά μέ τίς ὁμιλίες τῶν δασκάλων.
Αὐτή εἶναι ἡμέρα, πού βγῆκε ἀπ᾽ τά χέρια τοῦ Κυρίου. Ἄς νιώσωμε τήν πνευματική της ἀναγάλλια καί τή θεϊκή εὐφροσύνη της.
Ἁγίου Ἐπιφανίου Κύπρου