ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ήθος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ήθος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Νοεμβρίου 26, 2020

Έχει και η Εκκλησία τα δικά της μοντέλα




 Έχει και η Εκκλησία τα δικά της μοντέλα τα οποία έζησαν μέσα σε παλάτια και ανέσεις αλλά διαπίστωσαν ότι αποκλειστικά η κοσμική ομορφιά δεν οδηγεί πουθενά και επέλεξαν να στολιστούν για να αρέσουν όχι στον κόσμο αλλά στον εραστή του σύμπαντος κόσμου. Γιατί όταν τελικά γνωρίσεις τον Χριστό η οπτική που έχεις για όλα τα πράγματα του κόσμου αλλάζει. Είναι ένα βίωμα που δεν εξηγείται με λόγια αλλά βιώνεται με την καρδιά. Αυτές οι γυναίκες λοιπόν, επέλεξαν να δώσουν στην ύπαρξη τους μια ομορφιά που οράται όχι μόνο με τον γήινο οφθαλμό αλλά και με τα μάτια της καρδιάς. Μια ομορφιά που δεν ακτινοβολεί σε κτιστούς καθρέφτες και σε φλας φωτογράφων αλλά ακτινοβολεί μέσα στους αιώνες και μάλιστα θεραπευτικά για κάθε άνθρωπο. Τέτοια είναι η ομορφιά των Αγίων. Όπου το σωματικό κάλλος δεν εμπόδισε το στόλισμα της ψυχής.

Η ομορφιά του σώματος αν δεν συνοδεύεται με την ομορφιά της ψυχής τότε μυρίζει δυσωδία ακόμα και αν η γυναίκα αυτή έχει χρησιμοποιήσει όλα τα καλλυντικά και έχει κάνει πλαστικές για τις οποίες έχει αξιοποιηθεί όλη η επιστημονική γνώση της σημερινής εποχής.

Για αυτό μας «ελκύουν» πνευματικά οι Άγιοι και οι Αγίες ακόμα και όταν βρίσκονται σε λασπόνερα μέσα στις σπηλιές. Μας ελκύει και μας καλεί μια ομορφιά και δεν μπορείς να απαντήσεις γιατί και πως, αλλά ακολουθείς και ερωτεύεσαι πνευματικά αυτό το πρόσωπο.

Μια σταγόνα αρώματος τέτοιας ευωδίας μπορούμε να βιώσουμε στον κτιστό κόσμο όταν τελικά γνωρίσουμε τον άνθρωπο της ζωής μας. Τον ερωτευόμαστε και μας καλεί κάτι σε αυτό το πρόσωπο που δεν μπορούμε να το περιγράψουμε με λέξεις κανενός λεξικού του κόσμου. Είναι αυτό το «Κάτι» ….Είναι δηλαδή το κομμάτι του Θεού σε αυτόν τον άνθρωπο που ταιριάζει με το δικό μας κομμάτι που έχουμε μέσα μας. Ένα σπασμένο διαμάντι συναντάει το άλλο του μισό και ολοκληρώνεται σε ένα σώμα. Είναι το κομμάτι από το διαμάντι που λείπει από το στέμμα του ουρανού.

Οι Αγίες της Εκκλησίας είναι τέκνα του κόσμου αλλά έγινε η ζωή τους προετοιμασία για τον ουράνιο κόσμο. Δεν αρνήθηκαν τον κόσμο , αλλά την ψευτιά αυτού του κόσμου και έτσι επέλεξαν την ομορφιά του ουρανού.

Ο Στάρετς Σαμψών Σίβερς, ένας μεγάλος σύγχρονος ομολογητής της Ρωσίας, επισημαίνει: «Δεν υπάρχουν άσχημες κοπέλες. Μία κοπέλα που πραγματικά αγαπά τον Θεό φαντάζει όμορφη έστω κι αν ακόμα έχει πρόσωπο αλόγου». Σε ένα ανάλογο ύφος ο πατήρ Γεώργιος Σαβέλσκι, βιογράφος του αγίου Ιωάννου της Κροστάνδης, αναφέρει: «Ο άγιος είχε ένα συνηθισμένο πρόσωπο. Όμως η χάρη του Θεού που κατοικούσε μέσα του τον ομόρφυνε και τον έκανε να φαντάζει σαν επίγειος άγγελος».

Ας δώσουμε λοιπόν στις νέες κοπέλες αυτό που χρειάζονται. Όχι επίγεια στολίδια και ψεύτικα πρότυπα αλλά ουράνια πρότυπα. Οι κοπέλες πολλές φορές στεναχωριούνται και παλεύουν με χίλιους τρόπους να αρέσουν εξωτερικά στον κόσμο. Την αποκλειστική όμως ομορφιά την τρώει ο θάνατος της φθοράς ενώ ο στολισμός της ψυχής παραμένει αναλλοίωτος και λάμπει πάντοτε. Να μην αμελούμε το σώμα και ιδιαίτερα την υγεία αυτού αλλά να στολίσουμε την ψυχή μας και τότε θα λάμψει και το σώμα με την ομορφιά που δίνει η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος . Μια ομορφιά που δεν ελκύει μόνο τους ανθρώπους αλλά η γυναίκα γίνεται εκλεκτή προσκεκλημένη από τον Νυμφίο Χριστό στο Ουράνιο Παλάτι του παραδείσου.

π.Σπυρίδων Σκουτής - euxh.gr - Ιερά Μητρόπολη Λήμνου

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 18, 2019

Η πορεία της Εκκλησίας μας ήταν πάντα αγωνιστική


Η πορεία της Εκκλησίας μας ήταν πάντα αγωνιστική, μαρτυρική , πολεμική. Είτε πάνω σε ικριώματα, είτε σε κατακόμβες, είτε με πολεμικά λάβαρα κατά βαρβάρων, είτε πολεμώντας τον βαρβαρισμό της ειδωλολατρίας και του μυστικισμού με την απολογητική γραφίδα σε κάποιο ταπεινό κελί,είτε μαρτυρώντας τον Ιησού τον Εσταυρωμένο σε έναν απνευματιστο και αλλόκοτο κόσμο . Πάντα πόλεμο είχαμε και θα έχουμε. Ο ίδιος ο Χριστός έγινε κατάρα για να αλώσει τον Άδη και τον θάνατο και σε αυτό το σημείο δεν υπάρχει τίποτα συμβολικό. Ο θάνατος του Χριστού δεν έχει τίποτα το συμβολικό. Είναι θανάσιμο χτύπημα στην καρδιά του θανάτου.Χωρις οίκτο και συμπάθεια για την βασιλεία αυτού του τυρράνου.Χωρις συμβασιλεια με τον διάβολο και βολικους μανιχαϊσμούς και συνύπαρξη με την τυραννία του Κακού,σαν τις αρχαίες θρησκείες της ατιμωτικής ειρήνης με τον κόσμο. Τα τροπάρια του Σταυρού θα είναι πάντα επίκαιρα για αυτό τον λόγο και δεν είναι απλώς και μόνον αποκυήματα ιστορικών αναγκών οριοθετημένων κάποτε στον μεσαίωνα. Η πίστη μας δεν ήταν ποτέ και δεν θα είναι ποτέ ενδοτική στους μικρούς και μεγάλους θανάτους. Είναι απλά τα πράγματα.

Κυριακή, Απριλίου 07, 2019

Έρως έρωτι νικάται

Η αγάπη ως ουσία της Ασκητικής της Ορθοδοξίας

 Και λέει κανείς, γιατί άραγε σήμερα εμείς οι λιγότερο ασκητικοί χριστιανοί, μας πιάνει ένας τρόμος, όταν ακούμε για άσκηση; Και κάπως αισθανόμαστε άβολα. Γιατί μας έχει διαφύγει αδελφοί μου μια μεγάλη αλήθεια της πίστης μας…. Την συνοψίζει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, σε τρείς λέξεις: «ἔρως ἔρωτι νικᾶται». 
   
 Ένας έρωτας λέει, νικιέται απο έναν άλλο, μεγαλύτερο έρωτα…


   Τι είναι εκείνο, που μας κρατάει δεμένους με τα πάθη μας; Τα έχουμε ερωτευτεί!


     Τα έχουμε αγαπήσει, μέσα στήν πτώση μας, μέσα στήν εμπάθεια μας, τα έχουμε σφιχταγγαλιάσει. Είμαστε ερωτευμένοι με τα πάθη μας, με την γαστριμαργία μας, με την πορνεία μας, με την υπερηφάνια μας, τον εγωισμό, την κενοδοξία μας και ολα αυτά…
Και πως θα μπορέσουμε να θεραπευτούμε απο αυτά; Μόνο με επιταγές νομικού τύπου; Δεν πρέπει να είσαι κοιλιόδουλος; Δεν πρέπει να είσαι γαστρίμαργος; Δεν πρέπει να είσαι πόρνος, δεν πρέπει να είσαι υπερήφανος;
     Καλά είναι και αυτά, αλλά εχω την αίσθηση οτι δεν είναι ικανά, να γεμίσουν τον άνθρωπο απο μια φιλότιμη διάθεση να πετάξει απο επάνω του αυτά τα πάθη…
    Ερχεται λοιπόν ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος και μας λέει, οτι για να πάψουμε να έχουμε αυτούς του έρωτες, τούς έρωτες για τα γήινα πάθη μας, χρειάζεται να έρθει μέσα στήν καρδιά μας ένας μεγαλύτερος έρωτας!
     Οπότε ξαφνικά η άσκησή μας, δεν γίνεται απλώς η αποφυγή κάποιων παθών. Ούτε καν θα λέγαμε η μίμιση κάποιων καλών πράξεων, κάποιων αρετών, αλλά η άσκησή μας πλέων αλλάζει περιεχόμενο, και δεν είναι τόσο »αυτονόητο» αυτό το περιεχόμενο της άσκησης.

Η άσκησή μας θα έλεγα, αρχίζει και μοιάζει με την προσπάθεια που κάνει κάποιος που έχει ερωτευτεί, να πλησιάσει, το πρόσωπο που ερωτεύτηκε…Ας φέρουμε αυτό το παράδειγμα, μην σκανδαλιζόμαστε. Κάποιος αγαπά μια κοπέλα έτσι; Και τι κάνει; Γυρίζει γύρω-γύρω απο το σπίτι της, πηγαίνει και τις μιλάει, ευκαίρος-ακαίρος τις κάνει μια πολιορκία πιο ουσιαστική…

Αυτό ακριβώς γίνεται η άσκηση, όταν την κάνουμε απο Αγάπη.
Από έρωτα και από φιλότιμο, για Τον Χριστό μας.

Η άσκηση πλέον αποκτά ενα δυναμικό χαρακτήρα, δεν είναι απλώς η αποχή απο τα κακά, και το να κάνουμε τα καλά, αλλά είναι κάτι περισσότερο, είναι η προσπάθεια της ψυχής μου να πολιορκήσει τον Χριστό, και να Τον βάλει μέσα της, να Τον ενθρονίσει στήν καρδιά της.
Και αυτό είναι που αλλάζει πλέον και την διάθεση του ανθρώπου, φανταστείτε κάποιον να σας λεέι: Να κάνεις εκείνο! Να κάνεις το άλλο! Να μην κάνεις εκείνο, να μην κάνεις το άλλο…
Αυθορμήτως δημιουργείται και μια αντίδραση, και πολλές φορές πας και κάνεις ακρίβως τα αντίθετα, απο αυτά που σου λέει.
Έρχεται όμως ενα αγαπήμενο πρόσωπο, και σου λέει: αν μ΄αγαπάς, μην με στεναχωρείς, κάνε εκείνο σε παρακαλώ…
Και κατευθείαν αλλάζει η διάθεση σου, αυτή την αλήθεια μας λέει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Αυτή την αλήθεια μας λέει με άλλα λόγια ο ίδιος ο Κύριος μας… Ο Ιησούς Χριστός:
»Εὰν ἀγαπᾶτέ με.. (λέει στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο) τὰς ἐντολὰς τὰς ἐμὰς τηρήσατε…»

Να λοιπόν, βάζει την αγάπη στο πρόσωπό Του να νικήσει, τις ψεύτικες αγάπες που μας οδηγούν μακρυά απο τον δρόμο των εντολών Του… Να πως πρέπει λοιπόν ο χριστιανός να ζεί την άσκηση του, να ζεί την πνευματική του προσπάθεια ως ενα αγώνισμα αγάπης. Ως ενα αγώνισμα ερωτικό!
Να γιατί, οι Ασκητές της Εκκλησίας μας δεν έχουν καμία ομοιότητα, με ανθρώπους ιδιόρυθμους, ανθρώπους »παράξενους».
Δεν έχουν αυτήν την παραξενιά οι Ασκητές της Ορθοδόξου Εκκλησίας!

Γιατί; 
Γιατί είναι κατά βάσην άνθρωποι αγάπης.
Είναι άνθρωποι εράσμιοι και ερωτικοί. Είναι άνθρωποι που αγαπούν, και απο αυτή την πλειοδοσία της καρδιάς, στήν αγάπη πρός Τον Χριστό, αποδίδονται ολοένα και περισσότερο σε μεγαλύτερη προσπάθεια, σε μεγαλύτερη άσκηση, σε μεγαλύτερη πολιορκία Του Χριστού.
Ας πολιορκήσουμε και εμείς αδελφοί μου Τον Χριστό με τέτοιο φρόνημα.
π. Γεώργιος Σχοινάς

Aπό τρελογιάννης

Τρίτη, Μαρτίου 05, 2019


«μηδείς το εαυτού ζητείτω, αλλά το του ετέρου έκαστος» (Α’ Κορ. ι’, 24).

Αυτό το πνεύμα κυριαρχεί καθ  ὅλην την μακράν ιστορικήν πορείαν της Ορθοδοξίας. Εις το Νέον Μητερικόν συναντώμεν μίαν υπέροχον  περιγραφήν  αυτού του ήθους της παραιτήσεως από το «εμόν» εν ονόματι της αγάπης: «Παρέβαλον πότε σκητιώται τη οσία Σάρρα, η δε παρέθηκεν αυτοίς κανίσκιον μετά χρειών˙ οι δε γέροντες αφέντες τα καλά, έφαγον τα σαπρά. Είπε δε αυτοίς η τιμία Σάρρα˙ όντως εν αληθεία, σκητιώται εστέ» (Π. Β. Πάσχου (επιμ.), Νέον Μητερικόν (Αθήναι: εκδ. Ακρίτας, 1990), 31). Αυτή η κατανόησις και η θυσιαστική χρήσις της ελευθερίας είναι ξένη προς το πνεύμα της εποχής μας, το οποίον ταυτίζει την ελευθερίαν με ατομικάς διεκδικήσεις και δικαιωματισμόν. Ο σύγχρονος «αυτόνομος» άνθρωπος δεν θα έτρωγε τους σαπρούς καρπούς, αλλά τους καλούς, και θα ήτο βέβαιος ότι τοιουτοτρόπως εκφράζει και χρησιμοποιεί αυθεντικώς και υπευθύνως την ελευθερίαν του.

Εις το σημείον αυτό ευρίσκεται η υψίστη αξία της ορθοδόξου θεωρήσεως της ελευθερίας δια τον σύγχρονον άνθρωπον. Πρόκειται περί μιας ελευθερίας, η οποία δεν απαιτεί αλλά μοιράζεται, δεν διεκδικεί αλλά θυσιάζεται. Ο ορθόδοξος πιστός γνωρίζει ότι η αυτονομία και αυτάρκεια δεν απελευθερώνουν τον άνθρωπον από τον κλοιόν του εγώ, της αυτοπραγματώσεως και της αυτοδικαιώσεως. Η ελευθερία, «η Χριστός ημάς ηλευθέρωσεν» (Γαλ. ε’, 1), ενεργοποιεί τας δημιουργικάς δυνάμεις του ανθρώπου, πραγματώνεται ως άρνησις του αυτοεγκλεισμού, ως απροϋπόθετος αγάπη και κοινωνία της ζωής.

Το ορθόδοξον ασκητικόν ήθος δεν γνωρίζει διχασμούς και δυϊσμούς, δεν απορρίπτει την ζωήν, αλλά την μεταμορφώνει. Η δυϊστική θεώρησις και απόρριψις του κόσμου δεν είναι χριστιανική. Ο γνήσιος ασκητισμός είναι φωτεινός και φιλάνθρωπος. Είναι χαρακτηριστικόν της ορθοδόξου αυτοσυνειδησίας, ότι η περίοδος της νηστείας είναι διαποτισμένη από σταυροαναστάσιμον χαράν. Και οι ασκητικοί αγώνες των ορθοδόξων, όπως και συνολικώς η καθ' ημάς πνευματικότης και η λειτουργική ζωή, αναδίδουν το άρωμα και το φως της Αναστάσεως. Ο Σταυρός ευρίσκεται εις το κέντρον της ορθοδόξου ευσεβείας, δεν είναι όμως το τελικόν σημείον αναφοράς της ζωής της Εκκλησίας. Αυτό είναι η ανεκλάλητος χαρά της Αναστάσεως, οδόν προς την οποίαν αποτελεί ο Σταυρός. Κατά ταύτα, και εις την περίοδον της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, η βιωματική πεμπτουσία των ορθοδόξων παραμένει ο πόθος της «κοινής αναστάσεως».

από ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΗΧΗΤΗΡΙΟΣ ΕΠΙ ΤΗ ΕΝΑΡΞΕΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ (2019)

Δευτέρα, Οκτωβρίου 22, 2018

H χριστιανική θρησκεία δεν εχει σχέση με τα πρακτικά μυαλά



Η χριστιανικὴ θρησκεία δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὰ πρακτικὰ μυαλά, γιατὶ εἶναι ἡ βαθύτερη ποίηση, ἡ ἄβυσσο τῆς ποίησης. Ἡ κακοδαιμονία τῆς Ἐκκλησίας μας ἔχει τὴν αἰτία της, κατὰ τὴν γνώμη μου, στὸ ὅτι λείψανε ἀπ᾿ αὐτὴν οἱ ποιητικὲς ψυχές, μὲ τὴν πραγματικὴ σημαία τῆς ποίησης, καὶ γέμισε ἀπὸ «πρακτικοὺς ἀνθρώπους, ἤγουν ἀπὸ ξεραΐλα καὶ τὸ μέγα ἔλεος.
Νὰ βάλῃ κανεὶς μὲ τὸν νοῦ του καὶ ν᾿ ἀπορήσῃ τί σχέση ἔχουν αὐτοὶ οἱ «θετικοὶ καὶ πρακτικοὶ» ἄνθρωποι, οἱ λεγόμενοι φρόνιμοι καὶ ἔξυπνοι, μὲ τὸν Χριστό, ποὺ εἶπε τὰ παρακάτω λόγια:
Ἂν δὲν γυρίσετε πίσω καὶ γίνετε σὰν τὰ παιδιά, δὲν θὰ μπεῖτε στὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
- μὴν φροντίζετε τί θὰ φᾶτε καὶ τί θὰ πιῆτε καὶ τί ροῦχο θὰ φορέσετε.
- Ἐγὼ σᾶς λέγω μὴν ἀντισταθεῖτε στὸν πονηρό, ἀλλὰ ὅποιος σὲ χτυπήσει ἀπὸ τὸ δεξὶ μάγουλό σου, στρέψε καὶ τ᾿ ἄλλο.
- Μακάριοι ὅσοι καταδιώκονται γιὰ μένα.
- Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας.
- Μὴ θησαυρίζετε θησαυροὺς ἀπάνω στὴ γῆ.
- Ἐμπᾶτε ἀπὸ τὴν στενὴ πύλη, γιατὶ εἶναι στενὸς καὶ θλιμμένος, ὁ δρόμος ποὺ πηγαίνει στὴ ζωή, κ᾿ εἶναι λίγοι ποὺ τὸν βρίσκουνε.
- Ἀφῆστε τοὺς νεκροὺς νὰ θάψουν τοὺς πεθαμένους τους.- Δὲν ἦλθα νὰ φέρω εἰρήνη ἀλλὰ μάχαιρα.
- Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ παίρνεται μὲ τὴ βία κ᾿ οἱ βιαστὲς τὴν ἀρπάζουνε».
Ποιὰ σχέση μποροῦνε νὰ ἔχουνε αὐτὰ τὰ πράγματα κι᾿ ἄλλα πολλὰ ποῦ εἶπε ὁ Χριστός, μὲ τὸ πρακτικὸ μυαλό; Τὸ πρακτικὸ μυαλὸ κοιτάζει ποιὸ εἶναι τὸ συμφέρον καὶ τὸ ὠφέλιμο γιὰ τὴν ὑλικὴ ζωὴ καὶ γιὰ τὴν ἀσφάλειά της· δὲ μπορεῖ νὰ πετάξει ἐλεύθερο ἐκεῖ ποὺ τὸ καλεῖ ὁ Χριστός. Μιὰ θρησκεία ποὺ παραγγέλνει κάποια πράγματα ποὺ εἶναι ὁλότελα ἀνάποδα ἀπὸ ὅ,τι νοιώθει τὸ πρακτικὸ μυαλό, μπορεῖ νὰ εἶναι γιὰ πρακτικοὺς ἀνθρώπους; Πῶς νὰ παραδεχθῇ ὁ πρακτικὸς ἄνθρωπος πὼς δὲν ὠφελεῖται σὲ τίποτα ἂν κερδίσῃ τὸν κόσμον ὅλον; Πῶς, αὐτὸς ὁ θετικὸς ἄνθρωπος νὰ θυσιάσει ὅλα τὰ χεροπιαστὰ τούτου τοῦ κόσμου, κυνηγώντας τοὺς ἴσκιους τῆς μέλλουσας ζωῆς; «Οἱ βιαστὲς ἁρπάζουνε τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ», λέγει ὁ Χριστός.
φώτης κόντογλου

Κυριακή, Δεκεμβρίου 31, 2017

Ο Μέγας Βασίλειος και ο αι-Βασίλης (Σεβ. Μητροπ. Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου Ιερόθεος)


1. Η προσωπικότητα του Μ. Βασιλείου
Ο Μ. Βασίλειος υπήρξε ένας μεγάλος Πατέρας της Εκκλησίας, αλλά και ένας οικουμενικός διδάσκαλος. Το σημαντικό είναι ότι ο τίτλος Μέγας του αποδόθηκε από τα αδέλφια του, πράγμα το οποίο δείχνει την μεγάλη επιρροή που είχε στα μέλη της οικογενείας του. Από τα εννέα αδέλφια της οικογενείας του οι πέντε είναι γνωστοί άγιοι της Εκκλησίας μας.
Δεν πρόκειται να παρουσιάσω τα στοιχεία της προσωπικότητος του, αλλά να αναπτύξω με συντομία τα τρία σημεία τα οποία περιγράφονται στο απολυτίκιό του. Το απολυτίκιο είναι το εξής:
«Εις πάσαν την γήν εξήλθεν ο φθόγγος σου,
ως δεξαμένην τον λόγον σου,
δι’ ου θεοπρεπώς εδογμάτισας,
τήν φύσιν των όντων ετράνωσας,
τά των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας,
Βασίλειον ιεράτευμα, πάτερ όσιε,
πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ σωθήναι τα ψυχάς ημών».
Τα τρία σημεία, τα οποία θα υπογραμμίσω, είναι τα εξής: Το ένα «δι’ ου θεοπρεπώς εδογμάτισας» , το δεύτερο «τήν φύσιν των όντων ετράνωσας» και το τρίτο «τά των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας».
«Δι’ ου θεοπρεπώς εδογμάτισας»
Ο Μ. Βασίλειος έζησε ως επίσκοπος σε μια πολύ δύσκολη περίοδο της Εκκλησιαστικής ιστορίας. Εννοώ την περίοδο μεταξύ της Α´ Οικουμενικής Συνόδου, που έγινε στην Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ., και της Β´ Οικουμενικής Συνόδου, που έγινε το 381 μ.Χ. Ο Μ. Βασίλειος αντιμετώπισε όλα τα θεολογικά ζητήματα της εποχής εκείνης με σοφία, διάκριση, σύνεση, αλλά και θεολογική προοπτική και ενώ εκοιμήθη σε ηλικία 49 ετών δύο μόλις χρόνια –τό 379– πριν συνέλθη η Β´ Οικουμενική Σύνοδος το έτος 381, εν τούτοις είχε προετοιμάσει όλο το θεολογικό έδαφος πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η Σύνοδος αυτή.
Ο Μ. Βασίλειος δογμάτισε για τον Τριαδικό Θεό χρησιμοποιώντας νέα ορολογία και αυτό έγινε για να αντιμετωπίση τις διάφορες αιρέσεις που εμφανίσθηκαν και οι οποίες χρησιμοποιούσαν την αρχαία ελληνική φιλοσοφία για να κατανοήσουν την αποκεκαλυμμένη αλήθεια. Ο Φωστήρ της Καισαρείας δογμάτισε για το Άγιον Πνεύμα, για τις σχέσεις μεταξύ των Προσώπων της Αγίας Τριάδος. Το σημαντικό και πρωτόγνωρο, ακόμη και για την φιλοσοφία, είναι ότι για πρώτη φορά ο Μ. Βασίλειος ταύτισε την υπόσταση με το πρόσωπο. Μέχρι τότε το πρόσωπο σήμαινε το προσωπείο, την μάσκα που χρησιμοποιούσε ο ηθοποιός για να παίξη έναν ρόλο, δηλαδή το πρόσωπο ήταν ένα επίθεμα του όντος. Ο Μ. Βασίλειος ανέπτυξε την άποψη ότι το πρόσωπο δεν είναι επίθεμα του όντος, αλλά ταυτίζεται με την υπόσταση, δηλαδή είναι αυτό που κάνει το όν να είναι όντως όν.
Όλη αυτήν την θεολογία ο Μ. Βασίλειος την ανέπτυξε «θεοπρεπώς», ακριβώς γιατί ζούσε την υπαρξιακή θεολογία, είχε εμπειρίες του Θεού, όπως φαίνεται στα κείμενά του. Η θεολογία του δεν ήταν ακαδημαϊκή, ορθολογιστική, συναισθηματική, αισθητική, αλλά καθαρά υπαρξιακή.
«Την φύσιν των όντων ετράνωσας» .
Στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία γινόταν διαρκώς λόγος για τα όντα, που υπάρχουν στον κόσμο, και το όν, του οποίου αντιγραφή είναι τα όντα. Βασικό κεντρικό ερώτημα της αρχαίας ελληνικής μεταφυσικής, όπως ισχυρίζεται ο Χάϊντεγκερ, είναι «γιατί να υπάρχουν τα όντα και όχι το τίποτε» .
Ο Μ. Βασίλειος σπούδασε στην Αθήνα την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, αλλά και όλη την επιστήμη της εποχής του, που ησχολείτο με τα όντα. Κατά την μαρτυρία του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, που ήταν προσωπικός του φίλος και συμμαθητής του στην Αθήνα, έμαθε εννέα επιστήμες της εποχής εκείνης. Αν διαβάση κανείς την «εξαήμερό» του, δηλαδή την ερμηνεία που κάνει στην δημιουργία του κόσμου σε έξι ημέρες, θα διαπιστώση ότι μέσα στο βιβλίο αυτό κατόρθωσε να συγκεντρώση όλες τις επιστημονικές γνώσεις της εποχής του για τον κόσμο και την δημιουργία του. Ερεύνησε την φύση και τα όντα –τά φυτά, τα έντομα, τα πτηνά, τα ψάρια, τα ζώα κλπ.– είδε την ουσία των όντων, τις ενέργειες του Θεού στην κτίση, καθώς και την εντελέχεια και την τελολογία όλων των αισθητών πραγμάτων. Ο Μ. Βασίλειος αγάπησε την φύση και έκανε στις επιστολές του υπέροχες περιγραφές του τοπίου στο οποίο εμόναζε παρά τον Ίρι ποταμό.
«Τα των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας»
Ο Μ. Βασίλειος δεν ήταν ένας θεωρητικός Θεολόγος και επιστήμονας, αλλά ήταν και μεγάλος μεταρρυθμιστής. Ενδιαφερόταν για τους δούλους, τους πτωχούς, για την ελάφρυνση της φορολογίας του λαού, για τις αδικίες που υφίσταντο διάφοροι άνθρωποι, διοργάνωσε την φιλανθρωπία. Είναι ο θεμελιωτής των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Μέχρι τότε το Κράτος δεν είχε αναπτύξει την κοινωνική πρόνοια. Ο Μ. Βασίλειος εμφορούμενος από τις Χριστιανικές του αρχές ανέπτυξε σε μεγάλο βαθμό την φιλανθρωπία. Είναι γνωστή στην ιστορία η « Βασιλειάδα» του. Ο ιστορικός Σωζόμενος κάνει λόγο περί «Βασιλειάδος ό πτωχών εστιν επισημότατον καταγώγιον, υπό Βασιλείου κατασκευασθέν, αφ’ ου την προσηγορίαν την αρχήν έλαβε και εις έτι νυν έχει». Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος κάνει λόγο για την «καινήν πόλιν» όπου «νόσος φιλοσοφείται και συμφορά μακαρίζεται και το συμπαθές δοκιμάζεται». Πρόκειται για μια καινούρια πόλη. Ο ίδιος ο Μ. Βασίλειος σε μια επιστολή του (επιστολή 94 προς Ηλίαν) δίδει μια μαρτυρία για το κέντρο αυτό της φιλανθρωπίας. Μέσα στην «Βασιλειάδα» υπήρχε μεγαλοπρεπής καθεδρικός Ναός, οικήματα γύρω από τον Ναό για τον Επίσκοπο και τους Κληρικούς, οικήματα για την φιλοξενία των αρχόντων και των δημοσίων λειτουργών, ξενώνας για την φιλοξενία των ξένων και των περαστικών από την πόλη, νοσοκομείο για την θεραπεία των ασθενών με το αναγκαίο προσωπικό από ιατρούς, νοσοκόμους, οδηγούς, υποζύγια, οίκους για στέγαση των απαραιτήτων εργαστηρίων και τεχνητών. Υπάρχει πληροφορία που διασώζεται από τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο ότι τους λεπρούς, οι οποίοι την εποχή εκείνη ήταν απόβλητοι από την κοινωνία, διότι είχαν την αθεράπευτη και κολλητική ασθένεια της λέπρας, που ομοίαζε κάπως με την σημερινή ασθένεια του ααάέ, τους φρόντιζε ο ίδιος ο Μ. Βασίλειος και μάλιστα αφού τους καθάριζε τις πληγές στην συνέχεια τις ασπαζόταν για να τους δείξη την αγάπη του. Ποιός θα το έκανε αυτό σήμερα για τους ασθενείς του ααάέ;
Το σπουδαιότερο είναι ότι ο Μ. Βασίλειος έκανε όλο αυτό το έργο της φιλανθρωπίας, δείχνοντας το προσωπικό του παράδειγμα, αφού καίτοι ήταν εύπορος έδωσε όλην την περιουσία του σε όσους είχαν ανάγκη και μάλιστα όταν απέθανε είχε ως μόνα περουσιακά στοιχεία ένα τρίχινο ράσο και λίγα βιβλία. Αλλά η αγάπη του ήταν τέτοια, ώστε στην κηδεία του, από τον συνωστισμό του κόσμου, απέθαναν και άνθρωποι.
Η κοινωνική προσφορά του Μ. Βασιλείου σε συνδυασμό με την αγάπη του, την εξυπνάδα του και τις θαυματουργικές του επεμβάσεις φαίνεται και στο περιστατικό σύμφωνα με το οποίο υπάρχει η παράδοση της Βασιλόπιττας, όπως την διέσωσε ο Καθηγητής Φαίδων Κουκουλές, κατά την παρουσίαση του Δημήτρη Λουκάτου. Σύμφωνα με αυτήν «όταν ο άγιος Βασίλειος ήταν Επίσκοπος στην Καισάρεια, ο τότε Έπαρχος της Καππαδοκίας πήγε με σκληρές διαθέσεις να εισπράξει φόρους. Οι κάτοικοι φοβισμένοι εζήτησαν την προστασία του ποιμενάρχη τους. –"Σάς προτρέπω ευθύς, τους είπε εκείνος, να μου φέρει έκαστος ό,τι πολύτιμον έχει αντικείμενον". Μάζεψαν πολλά δώρα, και βγήκαν μαζί με τον Δεσπότη τους οι Καισαρείς να προϋπαντήσουν τον Έπαρχο. Ήταν όμως τέτοια η εμφάνιση και η πειθώ του Μ. Βασιλείου, που ο Έπαρχος καταπραΰνθηκε, χωρίς να θελήσει να πάρει τα δώρα. Γύρισαν πίσω χαρούμενοι, κι ο άγιος Βασίλειος πήρε να τους ξαναδώσει τα τιμαλφή. Ο χωρισμός όμως ήτο δυσχερής, διότι πολλά όμοια είχον προσφέρει, δακτυλίους δηλαδή, νομίσματα κλπ. Ο Βασίλειος τότε σκέφθηκε ένα θαυματουργόν τρόπο: Διέταξε να κατασκευασθώσι την εσπέραν του Σαββάτου πλακούντια (δηλ. μικρές πίτες) και εντός ενός εκάστου έθηκεν ανά έν αντικείμενον, την δ’ επομένην έδωκεν ανά έν εις έκαστον Χριστιανόν. Ποίον θαύμα! Εντός του πλακουντίου του εύρεν έκαστος ό,τι είχε προσφέρει! Από τότε, λέγει η παράδοση, κάθε στη γιορτή του αγ. Βασιλείου κάνουμε κι εμείς πίτες και βάζουμε μέσα νομίσματα» .
Ο Μ. Βασίλειος υπήρξε μεγάλη προσωπικότητα που δεν εξαντλείται στα λίγα που ανέφερα πιο πάνω. Αλλά ο χρόνος είναι περιορισμένος και δεν μπορώ να αναφερθώ και σε άλλα σημεία.
2. Η μορφή του αι-Βασίλη
Ενώ η Εκκλησία με την λατρεία της, την θεολογία της, την εικονογραφία της και το συναξάριο της τιμά σε μεγάλο βαθμό την μεγάλη προσωπικότητα του Μ. Βασιλείου, εν τούτοις η λαϊκή παράδοση και κυρίως η δυτική –ευρωπαϊκή και αμερικανική– νοοτροπία παρουσιάζει κατά ιδιαίτερο τρόπο τον Μ. Βασίλειο, δηλαδή από Μέγα Βασίλειο τον έκανε αι-Βασίλη, με πολλές παραλλαγές.
Όταν διαβάση κανείς σχετικά κείμενα και αναλύσεις θα διαπιστώση ότι η μορφή του Μ. Βασιλείου αλλοιώθηκε στην Ευρώπη και τον Νέο Κόσμο.
Ο καθηγητής της Λαογραφίας Δημήτρης Λουκάτος στο βιβλίο του «Χριστουγεννιάτικα και των γιορτών» γράφει ότι ο δικός μας άγιος Βασίλης « ήταν ένας καθαρά πρωτοχρονιάτικος άγιος, κάτι ανάμεσα στον πραγματικό Ιεράρχη της Καισάρειας και σ’ ένα πρόσωπο συμβολικό του Ελληνισμού, που ξεκινούσε από τα βάθη της ελληνικής Ασίας, κι έφτανε την ίδια μέρα σ’ όλα τα πλάτη, από τον Πόντο ώς την Επτάνησο κι από την Ήπειρο ώς την Κύπρο. Ξεκινούσε σαν μεσαιωνικός πεζοπόρος, αμέσως ύστερ’ από τα Χριστούγεννα, με το ραβδί στο χέρι, και περνούσε απ’ τους διάφορους τόπους, καλόβολος πάντα και κουβεντιαστής με όσους συναντούσε» . Και συνεχίζει ο Καθηγητής: «Δεν κρατούσε κοφίνι στην πλάτη του ούτε σακκί φορτωμένο με δώρα. Εκείνο που έφερνε στους ανθρώπους ήταν περισσότερο συμβολικό: η καλή τύχη ιδιαίτερα κι η ιερατική ευλογία του. Το μόνο κάπως συγκεκριμένο ήταν το μαγικό ραβδί του, απ’ όπου με θαυμαστόν τρόπο βλάσταιναν ή ζωντάνευαν κλαδιά και πέρδικες, σύμβολα των αντίστοιχων δώρων, που θα μπορούσε να μοιράσει στους ευνοουμένους του» . Και συνεχίζει ο Καθηγητής: “Δεν έφερνε τίποτα ο άγιος Βασίλης. Αντίθετα λές και ζητούσαν την ευλογία του, με το να μοιράζουν από δική τους πρόθεση οι άνθρωποι δώρα και λεφτά”, δηλαδή “γονείς και συγγενείς έδιναν στα παιδιά τους μπουναμάδες ή και μεταξύ τους τα δώρα"” (ένθ. ανωτ., σελ. 121). Γενικά στην δική μας παράδοση ο αι-Βασίλης ήταν « μικρασιάτης, μελαχρινός, αδύνατος, γελαστός, με μαύρα γένια και καμαρωτά φρύδια. Ντυμένος σαν βυζαντινός πεζοπόρος, με σκουφί και πέδιλα, στο χέρι του κρατούσε ένα ραβδί» (Σπύρος Δημητρέλης).
Η πατρίδα του ανατολικού αι-Βασίλη είναι η Μικρά Ασία, και είναι γραμματισμένος, κατάγεται από την Καισάρεια και « βαστάει κόλλα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι» και προσφέρει ως δώρο «τή σταθερή και διαχρονική χαρά της γνώσης».
Στην Δύση υπήρχε άλλος τύπος του δικού μας αι-Βασίλη. Στην Ευρώπη και ιδίως στην Ολλανδία ήταν ο Sinter Klaas, ο οποίος ήταν « ο προστάτης των ναυτικών, των εμπόρων και των παιδιών, έτσι όπως αυτός λατρεύτηκε στις κάτω Χώρες, κυρίως από τον 12ο αιώνα και μετά». Τον 17ο αιώνα Ολλανδοί Καλβινιστές «μεταναστεύοντας στην Αμερική έπαιρναν μαζί τους και την εικόνα του Αγίου Νικολάου» , και έγινε ο Saint Nick και ο Santa Claus. Μετακινήθηκε όμως μερικές εβδομάδες αργότερα για να επισκεφθή τα παιδιά την παραμονή των Χριστουγέννων. Ο τύπος αυτός ταξίδευσε και σε άλλες Χώρες. «Γύρω στα 1870 η γλυκιά και γενναιόδωρη μορφή του ταξίδεψε και στην Βρεταννία, όπου και συγχωνεύτηκε με τον σκανδιναυϊκής προέλευσης, πατέρα των Χριστουγέννων και γέννησε μύθους, θρύλους, τραγουδάκια και αξεπέραστες συνήθειες» .
Ταυτιζόμενος ο Saint Nick, με τον Santa Claus και τον Father Christmas μεταφέρθηκε στην Αμερική από τους Ευρωπαίους μετανάστες και όπως ήταν επόμενο εκεί αλλάζει μορφή, αποκτά την μορφή «τού καλοθρεμμένου και ολοπόρφυρου αγίου, που επειδή δεν μπορεί να ζεί στις χιονισμένες πλαγιές του Άσπεν ή του Βερμόντ για λόγους παραδοσιακής αλλά και εμπορικής αποστασιοποίησης μένει κάπου στον Βόρειο Πόλο».
Βεβαίως, εδώ πρέπει να σημειωθή ότι αυτός ο “τύπος”, που στην Ευρώπη και την Αμερική ονομάσθηκε Saint Nick, Santa Claus και Father Cristmas, από μας ονομάζεται αι-Βασίλης. Οι δυτικοί δεν τον ονομάζουν αι-Βασίλη, αλλά Saint Nick, Santa Claus και Father Cristmas. Εμείς ταυτίσαμε τον δυτικό αυτόν “τύπο” με τον αι-Βασίλη, αφού εξοβελίσαμε τον δικό μας Άγιο Βασίλειο. Ο Καθηγητής Δημ. Λουκάτος λέγει ότι αυτός ο δυτικός τύπος ήρθε σε μας “μέ πρωτοβουλία των αστικών τάξεων” και ονομάσθηκε αι-Βασίλης. Χάρη συννενοήσεως στα επόμενα θα τον τιτλοφορώ αι-Βασίλη.
Ο σημερινός αι-Βασίλης είναι δημιούργημα του αγγλοσαξωνικού κόσμου και απηχεί την νοοτροπία του. Ο αι-Βασίλης αυτός γεννήθηκε αρχές του 19ου αιώνα από έναν αστό προτεστάντη καθηγητή, τον Κλημέντιο Κλάρκ Μούρ «πού έγραψε για τα παιδιά του μια ιστορία με ήρωα έναν αι-Βασίλη, την The Night Before Christmas» και δημοσιεύθηκε την 23 Δεκεμβρίου του έτους 1823 στην εφημερίδα «Sentinel» . Η ιστορία αυτή εικονογραφήθηκε από τον πατέρα του χιουμοριστικού αμερικανικού σχεδίου Τόμας Νάστ, ο οποίος ήταν γερμανικής καταγωγής και «δανείστηκε στοιχεία από την γερμανική λαϊκή παράδοση των Χριστουγέννων αλλά και την παραδομένη μορφή του πλανόδιου γερμανού εμπόρου» .
Υπάρχουν αναλύσεις σύμφωνα με τις οποίες « ο Άγιος Βασίλης γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του αμερικανικού Εμφυλίου, όταν ο Νάστ εργαζόταν στο Harper’s Weekly, στο μεγαλύτερο περιοδικό της εποχής, και του είχε ανατεθεί να απεικονίζει με αλληγορικές εικόνες τα δρώμενα του πολέμου. Μία από αυτές ήταν “ο Άγιος Βασίλης στο στρατόπεδο”, όπου παρουσιάζεται για πρώτη φορά ο Άγιος με τα χαρακτηριστικά ενός ευτραφούς άνδρα, ολοστρόγγυλου και ροδαλού, καλυμμένου από άστρα, ο οποίος μοίραζε δώρα σε ένα στρατόπεδο των Βορείων. Ο Άγιος Βασίλης του Νάστ δεν εξελίχθηκε, παρέμεινε ο ίδιος με το κόκκινο κουστούμι με τα λευκά γουνάκια, την άσπρη γενιάδα και τα παιχνίδια του. Με αυτό το σκίτσο, τα Χριστούγεννα έγιναν ημέρα αργίας και ο Άγιος Βασίλης αναγορεύτηκε σε τοπική θεότητα – καλόκαρδο πνεύμα που αντιπροσώπευε την ευημερία και την οικογενειακή ζωή των Βορείων, σε αντίθεση με το μύθο της ιπποτικής παράδοσης και της βαθύτατα ιθαγενούς κολτούρας του Νότου.
Βασισμένος στην επιτυχία που γνώρισε το έργο του το 1862, ο Νάστ συνέχισε να παράγει σχέδια του Άγιου Βασίλη κάθε Χριστούγεννα κατά την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου. Και η σύλληψή του έγινε αποδεκτή, διότι έδωσε στην παραδοσιακή ασκητική αυστηρή και αποστεωμένη εικόνα του Father Christmas του Pelze – Nicol και του Pere Noel, μια άλλη διάσταση που αντικατόπτριζε την αφθονία και την ευμάρεια.
Ο Ντίκενς είχε ήδη μετατρέψει τα Χριστούγεννα σε γιορτή της αστικής τάξης. Όμως ο Άγιος Βασίλης δεν διαδραματίζει κανένα ρόλο στις εορταστικές προετοιμασίες του Ντίκενς. Τα Χριστούγεννα του Ντίκενς στρέφονται ενάντια στον πυρήνα του βικτωριανού καπιταλισμού και υπογραμμίζουν την ατομική συνείδηση, το κοινωνικό σύνολο, την φιλανθρωπία. Τα Χριστούγεννα του Εμφυλίου του Νάστ –καί του Άγιου Βασίλη που τα συνοδεύει– βρίσκονται σε τέλεια συμφωνία με την ουσία της παράδοσης των Βορείων, η οποία είναι ο συγκερασμός της αρετής με το εμπόριο. Βέβαια ο Άγιος του Νάστ διανέμει δώρα αρχικά σε στρατιώτες και έπειτα σε παιδιά, μια ανταμοιβή για όποιον υπήρξε καλός κατά την διάρκεια της χρονιάς. Η πιο διάσημη απεικόνιση του Αγίου, κυκλοφόρησε το 1866 –στό τέλος του πρώτου ειρηνικού χρόνου– και εδραίωσε την εικονογραφία του χαρακτήρα. Τον βλέπουμε να διακοσμεί ένα έλατο, να φτιάχνει παιχνίδια, να διαβάζει το βιβλίο του με τα παραμύθια, να ράβει τα ρούχα του και τέλος να εξερευνά τον κόσμο με το τηλεσκόπιό του “πρός αναζήτηση σοφών παιδιών”. Με αυτόν τον τρόπο αποδίδεται η πολυάσχολη πλευρά του χαρακτήρα του και το πρότυπο του περιπετειώδους Yankee.
Ίσως αυτό που αποτελεί το πιο συμπαθητικό στοιχείο στον Άγιο Βασίλη του Νάστ είναι η τρυφερότητα που δείχνει απέναντι στα παιδιά. Τα παιδιά, τα οποία παρουσιάζονται τόσο συχνά όσο και ο Άγιος Βασίλης στο έργο του Νάστ, δεν μοιάζουν σε τίποτα με τα δυστυχισμένα παιδιά του δρόμου της βικτωριανής εποχής» .
Είναι φανερό ότι ο αι-Βασίλης του Τόμας Νάστ δείχνει το όνειρο της αμερικανικής κοινωνίας, που στηρίζεται στην ευημερία, την ευδαιμονία, την καλοπέραση, την αγαθωσύνη και την μακροημέρευση του ανθρώπου. Ένας τέτοιος αι-Βασίλης « είναι προσωποποίηση του αμερικανικού υλισμού, της αφθονίας, της χαράς και της ευδαιμονίας» . Βεβαίως πρέπει να σημειωθή ότι « ο εφευρέτης του χοντρούλη και αγαθούλη γέροντα είναι ο ίδιος που σχεδίασε τα σήματα των αμερικανικών κομμάτων, δηλαδή του γαϊδάρου για τους Δημοκρατικούς και του ελέφαντα για τους Ρεμπουμπλικανούς»
Στις αρχές του αιώνα μας ο αι-Βασίλης άλλαξε κάπως μορφή, και έγινε όπως ακριβώς τον γνωρίζουμε σήμερα. Σε αυτό συνετέλεσε η Κόκα-Κόλα. « Κι αν ήταν ο σκιτσογράφος Τόμας Νάστ που τον φαντάστηκε πρώτος, περίπου όπως είναι σήμερα, η Κόκα-Κόλα αποτέλεσε την αφορμή για να γίνει η μορφή του τόσο δημοφιλής. Στα 1931, που η Κόκα Κόλα αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τον Σάντα Κλάους στη χειμωνιάτικη διαφημιστική της εκστρατεία και ανέθεσε σε έναν άλλο Αμερικανό καλλιτέχνη, τον Χάντον Σάνμπλομ, να τον σχεδιάσει. Εκείνος διάλεξε για τον Άγιο τα χρώματα της Κόκα Κόλα καί… να τος, με τις μαύρες μπότες του, το μακρύ σκουφί του, το κόκκινο κοστούμι του και την άσπρη του γούνα, όπως τον γνωρίσαμε και τον αγαπήσαμε» .
Η παράδοση σύμφωνα με την οποία ο αι-Βασίλης περνά μέσα από καμινάδες για να δώση δώρα στα παιδιά προέρχεται από το ποίημα του Κλέμεντ Μούρ με τίτλο « μιά επίσκεψη του Αγίου Νικόλα» , ο οποίος « δανείστηκε την ιδέα της καμινάδας, μαζί με την ιδέα του έλκηθρου και των οκτώ ελαφιών που το σέρνουν, από ένα φινλανδικό παραμύθι» .
Εν τω μεταξύ, αυτές τις ημέρες σε περιοδικά και εφημερίδες διαβάσαμε πολλά παράξενα γύρω από τον αι-Βασίλη. Το ένα από αυτά είναι ότι ο αι-Βασίλης έγινε “υποκείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης και όργανο οικονομικών συμφερόντων”, ότι “χωρίζει αντί να ενώνει” τους ανθρώπους και ότι “ο παγκοσμιοποιημένος Santa Claus” προκαλεί “τίς αντανακλαστικές αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών”, από την άποψη ότι πολλά Κράτη διεκδικούν, ερίζουν για την καταγωγή του αι-Βασίλη, από την “Γροιλανδία μέχρι την Αυστραλία και από την Λαπωνία μέχρι την Αυστρία”. Και βέβαια αυτό συσχετίζεται με το εμπόριο, την διαφήμιση και την πολιτική. Το άλλο είναι ότι εφέτος είδαμε σε περιοδικό, αλλά αυτό γίνεται και αλλού, μαζί με τον αι-Βασίλη και αι-βασιλοπούλες, γυναίκες ντυμένες ως αι-Βασίληδες. Έξι στάρ του Χόλιγουντ “φόρεσαν την κόκκινη στολή και στάθηκαν μπροστά στο φακό όπως μόνο αυτές ξέρουν”. Είναι και αυτό γνώρισμα της εποχής μας. 
Επομένως ο αι-Βασίλης της Μικράς Ασίας που είναι εγγράμματος και δίδει ως δώρο την γνώση, μετατρέπεται στον Σάντα Κλάους που δίδει « τήν εφήμερη ηδονή της κατανάλωσης» και έρχεται σε μας μετονομαζόμενος σε αι-Βασίλη. Δεν είναι ένα πρόσωπο με τα υπαρξιακά του ερωτήματα και τις αγωνίες, με την ασκητική του διάσταση, αλλά διακρίνεται για την « προτεταμένη κοιλιά, τα ροδοκόκκινα μάγουλα» και είναι η εικόνα της « καλοπέρασης και της αισιοδοξίας» . Είναι δε γνωστόν από τις διάφορες μελέτες ότι όλη η νοοτροπία της Αμερικανικής κοινωνίας διακρίνεται από ένα κράμα μεταξύ του πουριτανικού-καλβινιστικού πνεύματος σε συνδυασμό με μερικές απόψεις του διαφωτισμού και του ρομαντισμού, όπως απέδειξε δια πολλών ο Schaeffer. Κατά κάποιο τρόπο ο αμερικανικός αι-Βασίλης είναι έκφραση αυτού του πνεύματος. Αυτό δε το πνεύμα δημιούργησε διάφορα προβλήματα, με τα οποία θέλησε να ασχοληθή η επιστήμη της ψυχανάλυσης, γιατί η απώθηση των υπαρξιακών προβλημάτων δημιουργεί ποικίλες αρρώστιες, σωματικές και ψυχολογικές.
Αγαπητοί μου,
Η πορεία του ανθρώπου από τον Μ. Βασίλειο της Ορθοδόξου Παραδόσεως στον αι-Βασίλη αγγλοσαξωνικού τύπου δείχνει την υποβάθμιση του πολιτισμού, την πορεία από την οντολογία στον ευδαιμονισμό, τον ωφελιμισμό και την χρησιμοθηρία. Ο ιστορικός Ντανιελού έχει παρατηρήσει ότι οι αρχαίοι Έλληνες εξετάζοντας τον κόσμο ερωτούσαν τί είναι το όν και τί είναι τα όντα, έκαναν, δηλαδή οντολογία. Οι Πατέρες της Εκκλησίας ασχολήθηκαν με το νόημα του κόσμου, αλλά κυρίως απαντούσαν στο ερώτημα ποιός έκανε τον κόσμο και ποιός είναι ο σκοπός του. Οι δυτικοί όμως, αντίθετα από τις προηγούμενες παραδόσεις, ερωτούν τί μας χρησιμεύει ο κόσμος, δηλαδή αναπτύχθηκε η χρησιμοθηρία και ο ωφελισμός.
Εάν η πορεία από τον Μ. Βασίλειο στον αι-Βασίλη δείχνη την επιπεδοποίηση του ανθρώπου, αλλά και την υποβάθμισή του, η αντίστροφη πορεία από τον αι-Βασίλη του καταναλωτισμού και του ευδαιμονισμού στον Μ. Βασίλειο της Εκκλησίας δείχνει την αναβάθμιση του ανθρώπου, την ανύψωσή του, την πορεία του δηλαδή από το πράγμα στην υπόσταση, από το άτομο στο πρόσωπο. Αυτό είναι το νόημα των εορτών. Αυτό ας ευχηθούμε για εαυτούς και αλλήλους τον νέο χρόνο.

(Πηγή: parembasis.gr)

Πέμπτη, Νοεμβρίου 23, 2017

Έρως έρωτι νικάται

Η αγάπη ως ουσία της Ασκητικής της Ορθοδοξίας

 Και λέει κανείς, γιατί άραγε σήμερα εμείς οι λιγότερο ασκητικοί χριστιανοί, μας πιάνει ένας τρόμος, όταν ακούμε για άσκηση; Και κάπως αισθανόμαστε άβολα. Γιατί μας έχει διαφύγει αδελφοί μου μια μεγάλη αλήθεια της πίστης μας…. Την συνοψίζει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, σε τρείς λέξεις: «ἔρως ἔρωτι νικᾶται». 
   
 Ένας έρωτας λέει, νικιέται απο έναν άλλο, μεγαλύτερο έρωτα…

   Τι είναι εκείνο, που μας κρατάει δεμένους με τα πάθη μας; Τα έχουμε ερωτευτεί!


     Τα έχουμε αγαπήσει, μέσα στήν πτώση μας, μέσα στήν εμπάθεια μας, τα έχουμε σφιχταγγαλιάσει. Είμαστε ερωτευμένοι με τα πάθη μας, με την γαστριμαργία μας, με την πορνεία μας, με την υπερηφάνια μας, τον εγωισμό, την κενοδοξία μας και ολα αυτά…
Και πως θα μπορέσουμε να θεραπευτούμε απο αυτά; Μόνο με επιταγές νομικού τύπου; Δεν πρέπει να είσαι κοιλιόδουλος; Δεν πρέπει να είσαι γαστρίμαργος; Δεν πρέπει να είσαι πόρνος, δεν πρέπει να είσαι υπερήφανος;
     Καλά είναι και αυτά, αλλά εχω την αίσθηση οτι δεν είναι ικανά, να γεμίσουν τον άνθρωπο απο μια φιλότιμη διάθεση να πετάξει απο επάνω του αυτά τα πάθη…
    Ερχεται λοιπόν ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος και μας λέει, οτι για να πάψουμε να έχουμε αυτούς του έρωτες, τούς έρωτες για τα γήινα πάθη μας, χρειάζεται να έρθει μέσα στήν καρδιά μας ένας μεγαλύτερος έρωτας!
     Οπότε ξαφνικά η άσκησή μας, δεν γίνεται απλώς η αποφυγή κάποιων παθών. Ούτε καν θα λέγαμε η μίμιση κάποιων καλών πράξεων, κάποιων αρετών, αλλά η άσκησή μας πλέων αλλάζει περιεχόμενο, και δεν είναι τόσο »αυτονόητο» αυτό το περιεχόμενο της άσκησης.

Η άσκησή μας θα έλεγα, αρχίζει και μοιάζει με την προσπάθεια που κάνει κάποιος που έχει ερωτευτεί, να πλησιάσει, το πρόσωπο που ερωτεύτηκε…Ας φέρουμε αυτό το παράδειγμα, μην σκανδαλιζόμαστε. Κάποιος αγαπά μια κοπέλα έτσι; Και τι κάνει; Γυρίζει γύρω-γύρω απο το σπίτι της, πηγαίνει και τις μιλάει, ευκαίρος-ακαίρος τις κάνει μια πολιορκία πιο ουσιαστική…

Αυτό ακριβώς γίνεται η άσκηση, όταν την κάνουμε απο Αγάπη.
Από έρωτα και από φιλότιμο, για Τον Χριστό μας.

Η άσκηση πλέον αποκτά ενα δυναμικό χαρακτήρα, δεν είναι απλώς η αποχή απο τα κακά, και το να κάνουμε τα καλά, αλλά είναι κάτι περισσότερο, είναι η προσπάθεια της ψυχής μου να πολιορκήσει τον Χριστό, και να Τον βάλει μέσα της, να Τον ενθρονίσει στήν καρδιά της.
Και αυτό είναι που αλλάζει πλέον και την διάθεση του ανθρώπου, φανταστείτε κάποιον να σας λεέι: Να κάνεις εκείνο! Να κάνεις το άλλο! Να μην κάνεις εκείνο, να μην κάνεις το άλλο…
Αυθορμήτως δημιουργείται και μια αντίδραση, και πολλές φορές πας και κάνεις ακρίβως τα αντίθετα, απο αυτά που σου λέει.
Έρχεται όμως ενα αγαπήμενο πρόσωπο, και σου λέει: αν μ΄αγαπάς, μην με στεναχωρείς, κάνε εκείνο σε παρακαλώ…
Και κατευθείαν αλλάζει η διάθεση σου, αυτή την αλήθεια μας λέει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Αυτή την αλήθεια μας λέει με άλλα λόγια ο ίδιος ο Κύριος μας… Ο Ιησούς Χριστός:
»Εὰν ἀγαπᾶτέ με.. (λέει στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο) τὰς ἐντολὰς τὰς ἐμὰς τηρήσατε…»

Να λοιπόν, βάζει την αγάπη στο πρόσωπό Του να νικήσει, τις ψεύτικες αγάπες που μας οδηγούν μακρυά απο τον δρόμο των εντολών Του… Να πως πρέπει λοιπόν ο χριστιανός να ζεί την άσκηση του, να ζεί την πνευματική του προσπάθεια ως ενα αγώνισμα αγάπης. Ως ενα αγώνισμα ερωτικό!
Να γιατί, οι Ασκητές της Εκκλησίας μας δεν έχουν καμία ομοιότητα, με ανθρώπους ιδιόρυθμους, ανθρώπους »παράξενους».
Δεν έχουν αυτήν την παραξενιά οι Ασκητές της Ορθοδόξου Εκκλησίας!

Γιατί; 
Γιατί είναι κατά βάσην άνθρωποι αγάπης.
Είναι άνθρωποι εράσμιοι και ερωτικοί. Είναι άνθρωποι που αγαπούν, και απο αυτή την πλειοδοσία της καρδιάς, στήν αγάπη πρός Τον Χριστό, αποδίδονται ολοένα και περισσότερο σε μεγαλύτερη προσπάθεια, σε μεγαλύτερη άσκηση, σε μεγαλύτερη πολιορκία Του Χριστού.
Ας πολιορκήσουμε και εμείς αδελφοί μου Τον Χριστό με τέτοιο φρόνημα.
π. Γεώργιος Σχοινάς

Aπό τρελογιάννης

Τρίτη, Νοεμβρίου 14, 2017

...ἀλλὰ τώρα εἶναι… γιὰ ὅσους θέλουν νὰ τὰ πιστεύσουν...



...Εἶχε παρέλθει ἤδη ἡ μεσημβρία, καὶ ὁ ἱερεὺς μετὰ τοῦ μικροῦ ποιμνίου ἐκάθησαν νὰ γευματίσωσιν ὑπὸ τὴν ἱερὰν ἐλαίαν, ἐν τῷ περιβόλῳ τοῦ ναΐσκου, ἐγγὺς τοῦ παμπαλαίου ἐκείνου λιθοκτίστου κιβουρίου, τὸ ὁποῖον κατ᾽ ἄλλους ἦτο στέρνα ὕδατος καὶ κατ᾽ ἄλλους κοιμητήριον ἢ ὀστεοθήκη. Ἡ θειὰ τὸ Μαθηνώ, γηραιὰ εὐλαβὴς κατὰ τοὺς μέν, ψευτομετάνισσα κατὰ τοὺς δέ, ἐνάρετος γυνή, ἀποβλέψασα πρὸς τὸ κτίριον τοῦτο μετὰ στεναγμοῦ εἶπεν:
―Ἡμεῖς τρῶμε, κορίτσια· νὰ ἔχουν τάχα κ᾽ οἱ φτωχοί, νὰ φᾶνε!
― Τρῶν οἱ πεθαμένοι, θεια-Μαθηνώ; εἶπε τὸ Ἀγλαώ, ἡ δωδεκαέτις παιδίσκη τοῦ ἱερέως.
― Οἱ πεθαμένοι τρῶνε κόλλυβα, ἐγὼ τὸ ξέρω, προσέθηκε τὸ Καλλιοπώ, ἡ δεκαέτις μικρὰ ἀδελφή της· καὶ γι᾽ αὐτό, ἡμεῖς στὸ σπίτι ὅσα κόλλυβα μᾶς φέρουνε, ὅλα τὰ μοιράζουμε στοὺς φτωχοὺς καὶ στὰ παιδιὰ τὰ γειτονόπουλα, γιὰ νὰ ἔχῃ ἡ μάννα μας, ἡ φτωχή, νὰ φάῃ στὸν ἄλλον κόσμο…
― Σιωπή, Καλλιοπώ! εἶπεν ὁ ἱερεύς, θέλων νὰ κρύψῃ τὴν συγκίνησίν του...
― Τί! ἔχει δίκιο τὸ κορίτσι, παπά· ἀνέκραξεν ἡ θειὰ τὸ Μαθηνώ, ἥτις ἐνθυμήθη τότε τὰ «πεθαμένα της», τέσσαρα παιδιὰ καὶ τὸν ἄνδρα της, ὁποὺ εἶχε θάψει, μείνασα μὲ δύο θυγατέρας, ὑπάνδρους, τὰς ὁποίας εἶχε στήριγμα ἀκόμη εἰς τὸν κόσμον· ἔχει δίκιο τὸ κορίτσι. Ὁ παπα-Θεόφιλος, ὁ μακαρίτης ἡγούμενος τῆς Μεγαλόχαρης τῆς Εὐαγγελίστρας, τὸ ἴδιο μᾶς ἔλεγε, γιὰ ἕναν ποὺ τὸν εἶχε πλακώσει ὁ μάγγανος, ποὺ τὸν εἶχαν ὅλοι γιὰ πεθαμένον, ποὺ ἡ γυναίκα του τοῦ ἔκαμε τὰ τρίμερα καὶ τὰ νιάμερα, καὶ Ἄγγελος Κυρίου ἔπαιρνε τὸ πιάτο μὲ τὰ κόλλυβα, καθὼς ἦταν σταυρωμένο μὲ τὶς σταφίδες καὶ μὲ τὰ ρόιδα καὶ τὸ πήγαινε εἰς τὸν πλακωμένον κ᾽ ἔτρωγε, δὲν ξέρω πόσες μέρες, κι ἀνάσαινε ἀπὸ μιὰ τρύπα τῆς γῆς, θαρρῶ, ὣς ποὺ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀπέθανεν, κ᾽ ἐσήκωσεν τὸ μάγγανο, καὶ τὸν ξελευθέρωσεν, δὲν εἶν᾽ ἀλήθεια αὐτά, παπά;
― Ἀλήθεια εἶναι, βλοημένη, ἀπήντησεν ὁ ἱερεύς· ἀλλὰ τώρα εἶναι… γιὰ ὅσους θέλουν νὰ τὰ πιστεύσουν.
― Κι ὅσοι δὲν τὰ πιστεύουν;
― Θὰ πᾶνε στὴν Κόλαση, τὸ ξέρω ἐγώ, εἶπε τὸ Καλλιοπώ.
― Μὰ σὰν εἶν᾽ ἀλήθεια, παπά, γιατί ὁ Ἄγγελος Κυρίου δὲ σήκωνε μιὰ καὶ καλὴ τὸ μάγγανο νὰ ξελευθερώσῃ τὸν ἄνθρωπο; εἶπεν ἡ Ἀννούδα, μία τῶν γυναικῶν.
― Γιατὶ ὁ σκοπὸς δὲν ἦτον νὰ δειχθῇ ἡ παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ, ὁποὺ εἶναι ἀποδειγμένη δι᾽ ἀπείρων θαυμάτων, ἀπήντησεν ὁ ἱερεύς, ἀλλὰ νὰ φανερωθῇ μόνον ἡ δύναμις τῶν μνημοσύνων καὶ τῶν διὰ τοὺς νεκροὺς προσφορῶν, καὶ ὅτι τίποτε τὸ ὁποῖον θυσιάζει ὁ ἄνθρωπος, τίποτε τὸ ὁποῖον προσφέρει εἰς τὸν Θεόν, εἰς τοὺς πτωχούς, καμμία καλὴ πρᾶξις, καμμία ἀρετή, καμμία ὑπομονή, κανὲν μαρτύριον, κανὲν δάκρυ, τίποτε δὲν χάνεται. Ὅλα σπείρονται εἰς γῆν ἀγαθήν, ὡς ὁ κόκκος τοῦ σίτου, εἶπεν ὁ Κύριος, ὅπου ἐὰν πέσῃ εἰς τὴν γῆν καὶ ἀποθάνῃ (καὶ τοιαῦτα εἶναι τὰ κόλλυβα, τοιοῦτοι καὶ οἱ νεκροί), πολὺν καρπὸν φέρει. «Οἱ σπείροντες ἐν δάκρυσιν, ἐν ἀγαλλιάσει θεριοῦσι.» Κεῖνοι ποὺ σπείρουν μὲ δάκρυα, μὲ χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν θὰ θερίσουν.
― Τὸ λέγει αὐτὸ τὸ Εὐαγγέλιον;
― Τὸ λέγει τὸ Ψαλτήρι, ἀλλὰ τὸ ἴδιο εἶναι, γιατὶ καὶ τὸ Ψαλτήρι εἶναι λόγος Θεοῦ, καὶ ἐμπνευσμένον ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Καὶ ὅταν θάπτωμεν νεκρὸν ἐν Χριστῷ εὐσεβῶς ζήσαντα, εἶναι ὡς νὰ σπείρωμεν εἰς τὴν γῆν κόκκον σίτου… καὶ ὁ Κύριος θὰ τὸν ἀναστήσῃ ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ, καθὼς ὁ ἴδιος ηὐδόκησε νὰ μᾶς τὸ ὑποσχεθῇ.
«Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται… κἀγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ.»
― Ἀμήν! εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαθηνώ, καὶ τὰ δάκρυά της, ἐπὶ τῇ μνήμῃ τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῶν τεσσάρων παιδίων, ταχέως ἐξητμίσθησαν, ὡς σταγόνες ὄμβρου μετὰ θερινὸν ὑετόν, ἐντὸς τῆς κοίτης πάλαι ξηρανθέντος χειμάρρου.
αλεξ. παπαδιαμάντης, λαμπριάτικος ψάλτης(1893)

Παρασκευή, Νοεμβρίου 03, 2017

N. ΣΤΑΙΝΧΑΡΤ- Από το ημερολόγιο της ευτυχίας


Ό Χριστός για να μας δεχτεί κοντά Του δεν βάζει κανέναν όρο, κανέναν απολύτως. Εμείς όμως, όταν γίνουμε δικοί Του, τινάζουμε από πάνω μας τη βρομιά όχι από υποχρέωση αλλά από μια ανείπωτη ντροπή και από καλή θέληση.

Όπως ή έδρα του διανοητικού μας εγώ, του εγκεφάλου, βρίσκεται τοποθετημένη στην κρανιακή κοιλότητα, πού είναι αρκετά ενισχυμένη ώστε μόνο το χειρουργικό τρυπάνι να μπορεί να τη διαπεράσει σε περίπτωση χειρουργικής επέμβασης ,έτσι και η έδρα της ψυχικής και ηθικής μας δραστηριότητας βρίσκεται κι αυτή σε  ένα αδιαπέραστο καβούκι εγωισμού, επιθετικότητας, πείσματος και αλαζονείας ,το όποιο ούτε διαστημικές ακτίνες δεν μπορούν να το διαπεράσουν και να καταβάλουν.

Μόνο τα λόγια του Κυρίου έχουν το χάρισμα να μπορούν να λιώσουν, μερικές φορές, το φοβερό αυτό καβούκι. Τότε, ακαριαία, ένα πανίσχυρο και αόρατο λέιζερ διαχύει  τα πάντα στη διαδρομή του και αναστατώνει ότι υπάρχει μέσα στο καβούκι ποιο  πολύ κι από την αστρική ύλη, όταν τη διαπέρνα ό αέρας, τότε πού ένα κυβικό χιλιοστό είναι ίσο με το βάρος ενός δισεκατομμυρίου τόνων.


Η ισορροπία (το μυστικό της ζωής) δεν είναι το ίδιο πράγμα με τον ηλεκτρισμό τη μετριότητα και το συμβιβασμό. Ή ισορροπία δεν βρίσκεται σε μια μεσαία γραμμή ανάμεσα στα άκρα, άλλα πέρα απ' αυτά, συνθέτοντας τα, ενώνοντας τα, ξεπερνώντας τα, δογματοποιώντας τα, όπως λέει πολύ όμορφα ο Λούτσιαν Μπλάγκα. Δεν είναι συναλλαγή αλλά μια σφοδρή έξτρεμιστικότητα, έξοδος από το αμείωτο δίλημμα, έξοδος πού οδηγεί στο μόνο μέρος όπου μπορεί ξεπροβάλει ή αλήθεια: στο μέρος της αντίφασης και του παραδόξου. Για παράδειγμα, ή φράση του Γκαίτε: «Καλύτερα μια αδικία, παρά ή αταξία» το ρητό «Ας επικρατήσει δικαιοσύνη και ας αφανιστεί ο κόσμος» εξισορροπούνται ως εξής: να υπάρχει δικαιοσύνη, για να μη ζημιώνεται ό κόσμος από την αταξία.

Ό χριστιανισμός χαρακτηρίζεται από λεπτότητα και διάκριση. Αποδείξεις:
Όποιος δεν αναγνωρίζει το καλό πού του έγινε, κάνει μεγάλη αμαρτία. Αυτός όμως  πού κάνει το καλό και περιμένει αναγνώριση, διαπράττει ακόμα μεγαλύτερη αμαρτία.
Αυτός πού νηστεύει, να αλείβει το κεφάλι του και να πλένει το πρόσωπο του.
Αυτός πού προσεύχεται, να κλείνεται στο δωμάτιο του και να κλειδώνει την πόρτα.

 Αυτός πού κάνει ελεημοσύνη, να μη γνωρίζει το αριστερό του χέρι τί κάνει το δεξί του.

Όποιος είναι καλεσμένος σε τραπέζι να κάθεται στο βάθος του τραπεζίου. |Ποτέ να μην εξαναγκάζεις τον πλησίον σου για κάτι, ούτε ακόμα κι όταν θέλεις να του κάνεις καλό. Ούτε ό Χριστός δεν μπαίνει, αν δεν Τον καλέσουμε.


ΝΙΚΟΛΑΕ ΣΤΑΙΝΧΑΡΤ. ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 27, 2017

Η λησμονιά του θανάτου( Ολιβιέ Κλεμάν)



Η μαθητεία στην πολιτική και στον πολιτισμό μού ξανάνοιγαν τον δρόμο για το θεμελιακό. Ξανά πάλι η αγωνία. Ξανά πάλι η κατάπληξη. Και τώρα η πορεία για τη συνάντηση των προσώπων.
Μπροστά στον θάνατο, μπροστά σ’ αυτή την αγωνία, σ’ αυτή την απομόνωση, σ’ αυτό τον πνευματικό θάνατο, που το βιολογικό τέρμα δεν είναι παρά ένα σημάδι του, ο άνθρωπος είναι σήμερα γυμνός. Τόσο γυμνός, όσο δεν ήταν ποτέ άλλοτε. Ο πολιτισμός μας είναι ο πρώτος, φαίνεται, σ’ όλη την ιστορία, που πασχίζει ν’ αγνοήσει τον θάνατο και, μ’ αυτό, ίσως, ξεσκεπάζει την ουσία… Οι επικήδειες τελετές έχουν μικρύνει υπερβολικά ή και χάνονται. Δεν ξέρουν πια τι να πουν και τι να κάνουν. Όταν ήμουνα παιδί, μέσα σ’ ένα κύκλο στερημένο από καιρό από κάθε χριστιανική αναφορά, δεν άφηναν κανένα να πεθάνει στο νοσοκομείο. Όταν δεν απόμενε πια ελπίδα, έφερναν τον άρρωστο στο σπίτι και τότε τον τύλιγαν σε περισσότερη στοργή. Ξαγρυπνούσαν όχι μονάχα εκείνους, που πέθαιναν, αλλά και τους πεθαμένους. Αγρυπνία, σχεδόν ανυπόφορη, μπροστά στο μηδέν. Δεν προσεύχονταν – σε ποιόν να προσευχηθούν και με ποια λόγια; Δε διάβαζαν τους Ψαλμούς και τα Ευαγγέλια. Δεν είχαν ούτε τη χοντροκομμένη ανανέωση του νεκρόδειπνου, που σε μερικές χριστιανικές χώρες αναπτύχτηκε σε «αγάπη». Δεν ήταν πια σε χριστιανικές χώρες. Όλα είχαν ξεχαστεί. Ο ζωντανός Θεός, η ψυχή, η ανάσταση. Αλλά δεν ήταν κι ο παγανισμός, που σ’ αυτόν πεθαίνουν με το «απρόσωπο» του φυτού ή σβήνουν γαλήνια μέσα στο άπειρο: ξαναγίνονται σπόροι, περνούν στην άλλη πλευρά των πραγμάτων, ίσαμε την καινούργια σπορά… Όχι. Απ’ τη βιβλική Αποκάλυψη κρατούσαν τη βεβαιότητα, πως αυτός ο πεθαμένος είναι ένα μοναδικό άτομο και πως η ζωή του υπήρξε η μοναδική του ζωή. Αυτές οι αγρυπνίες ήταν σκέτες αγωνίες. Πήγαιναν στην κουζίνα, να πιουν λίγο καφέ. Ύστερα ξαναγύριζαν να καθήσουν κοντά στο πτώμα. Με σιωπή. Πάντοτε αυτή η σιωπή. Είναι αλήθεια, πως καταπιάνονταν με υπερβολική λεπτομέρεια μ’ όλα εκείνα τα πράγματα, που πλαισιώνουν τον θάνατο. Τα αγγελτήρια της κηδείας, την ταφή, τον οικογενειακό τάφο. Κι αυτά, αν δεν χρειαζόταν να μαζέψουν τη σκόνη των προηγούμενων νεκρών, για να κάνουν χώρο… Νεκροταφεία δίχως σταυρό – όμως, για τους πιο πολλούς, ο σταυρός δεν σημαίνει νίκη πάνω στον θάνατο, αλλά απλώς και μόνο ένα νεκροταφείο… και σαν καλοί ορθολογιστές προσπαθούν ν’ αποφύγουν αυτή την ταυτολογία. Νεκροταφεία δίχως σταυρό. Βαρειές πλάκες, καλοχτισμένες, των λατινικών νεκροταφείων. Οικογενειακή υπερηφάνεια. Προνόμια για την «αιωνιότητα». Κι αυτή η μανία της καθαριότητας του ρασιοναλισμού, που θα ξερίζωνε και το μικρότερο βλασταράκι και που, για χάρη της, η δημοτική αρχή, στο χωριό, εξαφάνισε πεύκα και κυπαρίσσια. Πράγμα, που δεν εμποδίζει το έδαφος, πολύ απαλό σ’ αυτές τις κάτω χώρες, να κατακάθεται σιγά-σιγά και τις πέτρες να ναυαγούν στην απεραντοσύνη της πεδιάδας. Αναποδογυρίζουν, σα στην τελική κρίση, γοτθικά τύμπανα. Η κόρη μου σιγοτραγουδάει το μέρα οργής. Της το μαθαίνουν στο κολλέγιο, στην ιστορία της μουσικής.
Τώρα, σε όμοια περιβάλλοντα, αφήνουν τους ανθρώπους, που πεθαίνουν, να φεύγουν μόνοι. Κι όταν είναι στο νοσοκομείο και τους αφήνουν εκεί κι όταν βρίσκονται στο σπίτι, πηγαίνουν να κοιμηθούν. Επειδή τα έχουν κάνει όλα. Επειδή δε μπορούν να κάνουν τίποτα άλλο. Αφήνουν στο δωμάτιο ολομόναχο τον νεκρό, περιμένοντας να τον σηκώσουν όσο το δυνατό γρηγορότερα. Δε γνωρίζουν πια εκείνο, που όλοι οι άνθρωποι, παντού, ήξεραν, οποιαδήποτε κι αν ήταν η αντίληψή τους για τον θάνατο. Ότι κανένας, στην πραγματικότητα, δεν πεθαίνει μόνος του. Ότι η αγάπη κι η προσευχή των ζωντανών ευκολύνουν την έσχατη έξοδο. Το φτιασιδωμένο πτώμα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα εγκαταλειμμένα νεκροταφεία, στη Σοβιετική Ένωση, όλα μαρτυρούν την ίδια κατάσταση πραγμάτων. Στη Γαλλία, οι άνθρωποι της γενιάς μου είδαν να θεσπίζεται και να γίνεται υπερτροφική η πέρα για πέρα κοσμική «γιορτή των νεκρών». Θυσιάζουν στους νεκρούς μια μέρα τον χρόνο, όπως ο Πολυκράτης έρριχνε το δαχτυλίδι του στη θάλασσα, για ν’ αποτρέψει τη μοίρα του. Λατρεία δίχως ελπίδα: η «μέρα των νεκρών» έχει καταποντίσει τη μέρα των «αγίων Πάντων». Ένα δαχτυλίδι στη θάλασσα, χρυσάνθεμα στον θάνατο. Εγώ, συνεχίζω να βασιλεύω.
Για να λησμονήσουν, εμπιστεύονται τη θεμελιακή λαχτάρα του ανθρώπου, τη δίψα του για την αιωνιότητα, στην κατανάλωση, στον ερωτισμό ή στην πολιτική. Εκθειάζουν τη ζωή, φωτογραφίζουν τη φιλενάδα τους γυμνή κι έγκυο, ρόδι με μοναδικό σπόρο. Αλλά το παιδί, που θα γεννηθεί, θα γεννηθεί για να πεθάνει. Κι αυτή η ζωή, δώθε απ’ τον θάνατο, είναι δαγκωμένη απ’ αυτόν. Γιατί ο φυσικός θάνατος ταυτόχρονα συμπυκνώνει – και μυστηριακά παρηγορεί – μια πνευματική κατάσταση, μια συγκεκριμένη κατάσταση της ύπαρξης: του χωρισμού και της αποτυχίας, της σκοτεινότητας και της υπνοβασίας. Η καρδιά είναι σκληρή και, μαζί, κομματιασμένη. Η διάνοια αντιστέκεται ή συγχέει. Εναλλάσσονται οι μύριες μαρμαρυγές της υπερηφάνειας και της απελπισίας.
Μπροστά στο στενό και βαθύ χαντάκι, το τσιμενταρισμένο, το τεχνικό, μέσα σ’ ένα μεγάλο παριζιάνικο νεκροταφείο, ο άνθρωπος ξεσπάει σε λυγμούς. Σα να μη τελειώνει το κατέβασμα του φερέτρου. Ύστερα από πέντε λεπτά αρχίζει την απασχόληση – η ταφή είναι κι αυτή μια απασχόληση – φλυαρεί, έχει ξεχάσει. Ο θάνατος είναι αυτή η μικρή ρωγμή, που γρήγορα κλείνει. Δεν υπάρχει πια τίποτα. Σαπίζουν όλα. Ο τρελλός του Νίτσε, αφού αποκρυπτογράφησε τον θάνατο του Θεού και το βασίλειο του μηδενός, καλεί σε ιερές τελετές. Θα είναι ανήκουστες, λέει. Είναι κι όλας, αν θυμηθούμε το πρώτο κομμάτι του εικοστού αιώνα: τα ολοκληρωτικά καθεστώτα είναι, επίσης, ατέλειωτες γιορτές. Κάθε αντίληψη του κόσμου, που δεν περικλείει τον θάνατο, δε μπορεί νάναι, παρά θανατηφόρα χίμαιρα. Χύνεται στον θάνατο των άλλων, ή στην εμβατηριακή ενορχήστρωση της υπνοβασίας. Ο καθένας ζει, σα να μπορούσε, μόνος αυτός, να ξεφύγει απ’ το θάνατο.
Ποιος προετοιμάζεται για μια όσο το δυνατό μεγαλύτερη διαφάνεια των γηρατειών; […]
Μου αρέσει, στη χριστιανική Ανατολή – που ασχολείται λίγο με τα σχήματα – αυτός ο σεβασμός, αυτός ο θαυμασμός στον γέρο. Ο άνθρωπος, που είναι αφιερωμένος στην πνευματική πορεία, οποιαδήποτε κι αν είναι η ηλικία του, ονομάζεται «γέροντας». Κι εδώ, η ομορφιά δεν διαχωρίζεται απ’ τη σοφία και την αγάπη. Ανεβαίνει από μέσα απ’ την καρδιά. Προσέξτε τους μοναχούς του Άθω ή της Μολδαβίας, όταν η ηλικία τούς απαλλάσσει από μια επιφύλαξη, που συχνά μας φαίνεται επιτηδευμένη, αλλ’ όμως αποτελεί το κουκούλι της χρυσαλλίδας. Τα χείλη λεπτύνονται κι εσωτερικοποιούνται. Το μέτωπο διαστέλλεται και λάμπει. Η λευκότητα των μαλλιών και των γενιών δίνει μαρτυρία για μια μεταμόρφωση. Τα μάτια ξαναβρίσκουν τη ζωηρή έκπληξη της παιδικής ηλικίας. Αλλά με κάποια ποιότητα θαμπάδας κι απάθειας, πέρα από κάθε πάθος κι από κάθε φόβο. Το χέρι, ακόμα κι η σάρκα του, γίνεται στεγνό, ελαφρό, καθαρό, όπως το χέρι ενός πολύ νέου παιδιού. […]
Χρειάστηκε να γνωρίσω τη χριστιανική Ανατολή (όμως, τώρα ξέρω πως η Δύση, προπάντων στα μοναστήρια της, έχει και τα ανατολικά μυστικά της) για να ξανασυναντήσω κείνη τη πίστη στη συναίσθηση της ανάστασης. Κι ακόμα, να συναντήσω φωτισμένους γέροντες, που και μόνο η απλή παρουσία τους βοηθάει να ζει κανείς, να πεθαίνει και να μεταμορφώνεται με τον θάνατο. […]

(από το βιβλίο «Ο άλλος ήλιος», εκδ. Σποράς)

(Πηγή ηλ. κειμένου: “Αντίφωνο“)
από ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ

Παρασκευή, Αυγούστου 25, 2017

Εγώ δε λέγω μη αντιστήναι τω πονηρώ...


+Λ. Ζιλέ

«Ἐγὼ δὲ λέγω µὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ» (Ματθ. 5, 39). Λόγος σκανδαλώδης καὶ πολὺ παράξενος στά µάτια τῶν ἀνθρώπων — τῶν ἀνθρώπων γενικὰ κι ὄχι µόνο τῶν ἀπίστων. Τὸ ἀριστερὸ µάγουλο πού πρέπει νά στρέψωµε σ’ αὐτόν πού µᾶς ἐρράπισε τὸ δεξιό. Τὸ ἱµάτιο πού πρέπει ν’ ἀφήσουµε σ’ αὐτόν πού µᾶς πῆρε καὶ τὸ χιτώνα. Τὰ δύο µίλια πού πρέπει νά περιπατήσουµε µ’ ἐκεῖνον πού µᾶς ἀγγάρεψε ἕνα µίλι. Ἡ εὐλογία πού πρέπει νά δώσουµε στόν ἄλλο πού µᾶς καταράσθηκε. Τὶ ὑποδοχὴ βρίσκουν οἱ ἐντολὲς αὐτὲς µεταξὺ ἐκείνων πού θὰ ἔπρεπε πρῶτοι νά τὶς δεχθοῦν καί νά τὶς καταλάβουν; Ἡ ὁδὸς τῆς ἀγάπης τοῦ ἐχθροῦ, τόσο στό πεδίο τῆς διεθνοῦς, ὅσο καὶ στό ἐπίπεδο τῆς προσωπικῆς ζωῆς, ἔχει ἄραγε ἐπαρκῶς ἐξερευνηθῆ; «Οὐκ οἴδατε ποίου πνεύµατος ἐστε...» (Λουκ. 9, 55). 

Εὐαγγελικὴ «µή-ἀντιστάση». Ἡ ἐκλογὴ δέν ἔγκειται στό νά διαλέξουµε µεταξὺ τοῦ νά πολεµήσουµε καὶ νά µὴν πολεµήσουµε. Ἀλλὰ µεταξὺ τοῦ νά πολεµήσουµε καὶ τοῦ νά ὑποφέρουµε καὶ διὰ τοῦ πόνου νά νικήσουµε. Οἱ µάχες δηµιουργοῦν τὶς φαινοµενικὲς νίκες, ποὺ δέν εἶναι παρὰ αὐταπάτη καὶ µαταιότης, ἐφόσον ὑψίστη πραγµατικότης εἶναι ὁ Ἰησοῦς. Ὁ πόνος τοῦ µὴ ἀντισταµένου ἀναγγέλλει καὶ τονίζει αὐτὴν τὴν ὑπέρτατη πραγµατικότητα τοῦ Ἰησοῦ. Τέτοια εἶναι ἡ πραγµατικὴ νίκη. «Ἱκανόν ἐστι» (Λουκ. 22, 38), λέει ὁ Ἰησοῦς, ὅταν οἱ µαθηταὶ του τοῦ παρουσιάζουν δύο µάχαιρες. Οἱ µαθηταὶ δέν εἶχαν καταλάβει τὸ νόηµα ἐκείνης τῆς ἄλλης φράσεως: «ὁ µὴ ἔχων (βαλάντιον) πωλησάτω τὸ ἱµάτιον αὐτοῦ καὶ ἀγορασάτω µάχαιραν» (Λουκ. 22, 36). Ὁ Ἰησοῦς εἶχε θελήσει νά πῆ: Ὑπάρχουν ἐποχές πού πρέπει νά θυσιάσουµε ἀκόµη κι αὐτό πού φαίνεται τελείως ἀναγκαῖο. Γιά νά µπορέσουµε ἔτσι νά συγκεντρώσουµε τὴν ἐπαγρύπνησή µας στίς ἐφόδους τοῦ κακοῦ. Μὰ τόσο ἡ ἐπίθεση, ὅσο καὶ ἡ ὑπεράσπιση ἀνήκουν στόν κόσµο τοῦ πνεύµατος.


εδώ

Σάββατο, Ιουλίου 22, 2017

Αγαπώντας την αγαπώσα( Μαρία Μαγδαληνή)






Αύριο τιμάμε μια από τις πλέον αγαπημένες μου αγίες, την ισαπόστολο και μυροφόρο Μαρία την Μαγδαληνή και ένιωσα την ανάγκη και κάθισα και έγραψα μόλις όλα τα παρακάτω, από αγάπη για την αγία, έτσι άναρχα και αυθόρμητα και αδόμητα και όπως μου είπε η καρδιά μου, εν παραφορά παραφοράς .
Θέλει καλή θέληση να το διαβάσετε γιατί δεν είναι μόνο οι παρερμηνείες για την αγία Μαρία πού εξακολουθούν να υπάρχουν ανάμεσα μας , αλλά και το μετανοϊκό μας ήθος δεν είναι ορθόδοξο, αλλά βολευόμαστε με ζαχαρόπηκτα χαπάκια πού είναι ξένα στο ήθος μας. Και δεν έχει να κάνει με την γνώση, αλλά το τί έχει ο καθένας μας στην καρδιά του
Όταν ήμουν μικρός είχε πέσει στα χέρια μου ο βίος της και μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση η αφοσίωση και η αγάπη της στον Χριστό. Και έτσι με την θερμή της νεανικής καρδιάς και την αγνότητα πού είχαμε όταν είμαστε παιδιά, εντυπώθηκε μέσα μου βαθιά η τιμή και η αγάπη προς το πρόσωπο της.
Μεγαλώνοντας και ερχόμενος σε επαφή, όχι μόνο με την ορθόδοξη χαρά και πνευματικότητα, αλλά κυρίως με την θρησκευτική σαχλαμάρα πού επικρατεί σαν θόρυβος πάνω στην απλή σιωπηλή αλήθεια,διάβασα μύθους και μυθεύματα για το πρόσωπο της από «δικούς» και ξένους , πιο πολύ από «δικούς» και εξοργίστηκα και ταράχτηκα. Αυτή η εικόνα της μετανοούσας πρώην πόρνης πού τα δίνει όλα μετά στον Χριστό και ζει με το ενοχικό αυτομαστίγωμα μέχρι το τέλος. Αυτός ο ρομαντισμός μιας κόρης με τα ξέπλεκα μαλλιά με όλη αυτή την στομφώδη γοητεία και έμφαση περί σεξ. Το σεξ πουλάει εκτός της εκκλησίας πάρα πολύ, πόσο μάλλον σε θρησκευτικά περιβάλλοντα,πού αντιποιούνται το εκκλησιαστικό ήθος και όπου υπεισέρχεται εύκολα και ακμάζει κάθε συναισθηματισμός. Το σεξ πουλάει είτε κατακριτικά ως αμαρτία, είτε κάνοντας κανείς την αγιογραφία του και απαλύνοντας τις εντυπώσεις για κάποιες συμπεριφορές πού κινούνται γύρω από αυτό. Υπάρχει μια εμμονή γενικά γύρω από το σεξ είτε κατακριτικά, είτε με όλη αυτή την άνεση του «μπασμένου» ανθρώπου στον κόσμο, στις θρησκείες, αλλά δεν θα αναλύσω εγώ τις αιτίες του φαινομένου.
Αλλά τί πιο ρομαντικότερο και συναισθηματικότερο από την μετανοούσα ψυχή, πού γονατιστή σε μια σκοτεινή γωνιά ενός γοτθικού ή βυζαντινού ναού αναπέμπει χείρας εις ουρανόν,προς τον υπερυψωμένο εξουθενωτικό τρούλο , όχι με πνεύμα συντριβής ως ο τελώνης, αλλά με επιδεικτική μετάνοια, θέμα για έναν αναγεννησιακού τύπου πίνακα, πού γλυκαίνει επιφανειακά την καρδιά.
Τί πιο απενοχοποιητικό από την αγγίξασα ή μη αγγίξασα με επιφανειακή συναισθηματική αγάπη μετανοούσα μυροφόρου, για όσους και όσες είχαν εκστάσεις και οράματα και μείξεις με το Ιερό Σώμα του Χριστού ως «πνευματικές εμπειρίες» υπέρτερες,περί ων βλακώδης ο λόγος. Δηλαδή οι θρησκευτικοί άνθρωποι και ιδιαίτερα της εσπερίας, από όπου για υποκειμενικούς και άσχετους λόγους προήλθε και η πλάνη, θέλουν να ξεπλύνουν μια ζωή ανομίας με μια στιγμή επιδεικτικής αγάπης και με την καλλιέργεια ενός επιφανειακού συναισθήματος, θέλοντας να αποκτήσουν αυτό πού μια Οσία Μαρία Αιγυπτία της καθ ημάς παραδόσεως απέκτησε μετά από σαρανταεπτά χρόνια στην έρημο με ουσιαστική και εις βάθος συντριβή και μετάνοια.Πόσο λοιπόν εύκολα δέχτηκαν μια Μαγδαληνή Μαρία, δυναμικής ακολούθου του Ιησού, στον σταυρό, στην ταφή, στην ανάσταση, ως πρότυπο μιας τέτοιας θρησκευτικότητας και πόσο εύκολα την υιοθετήσαμε και εμείς και ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλο μας.
Και όσο για την ένταση της αγάπης , πώς μπόρεσαν να σκεφτούν πώς οι θεατρινισμοί της στιγμής όση μαεστρία κι αν δείχνουν, μπορούν να ανταγωνιστούν σε πιστότητα και ένταση το βάθος της αγάπης της αμαρτωλής πού προσέγγισε τον Χριστό, η οποία συγχωρέθηκε για τις αμαρτίες της τις πολλές, γιατί αγάπησε πολύ ή του ληστή πού με ένα βαθύ Μνήσθητι εξαγόρασε έναν ολόκληρο βίο και πολιτεία, λες και ο Θεός μυκτηρίζεται και ευμενίζεται με τύπους εξωτερικούς και με την αποδοχή των ανθρώπων.
Και ας μην αναφερθούμε και στις παγανιστικές γνωστικές δοξασίες περί Μαγδαληνής πού γέννησαν κοντά στα άλλα και τον φεμινισμό, γιατί θα παρεκκλίνουμε πολύ.
Η αγάπη και η δύναμη της Μαγδαληνής δεν χρειάζονται μυθώδεις σάλτσες και στηρίγματα. Μια δυναμική γυναίκα, μάλλον πλούσια και μάλλον προχωρημένης ηλικίας αν κρίνουμε από την θέση της και το κύρος της ανάμεσα στις μυροφόρες, πού αφοσιώθηκε στον Χριστό. Αγάπη κραταιά ως ο θάνατος και ως τον θάνατο.Αγάπη πού δεν υπολογίζει σταυρωτές και φρουρούς του τάφου, αγάπη πού αξιώνεται πρώτη μαζί με την Θεοτόκο παρακαλώ, το Χαίρετε μετά την Ανάσταση.
Πώς να μην αγαπήσεις μια τέτοια προσωπικότητα! Ιδιαίτερα όταν είναι τόσο μουντζουρωμένη με τις φοβίες, τους πόθους και τις ανοησίες του καθενός όπου λέει θρησκεύεται…Και αισθάνεσαι και εσύ ο ολίγος, μέσα σε μια παραφορά παιδικής αγάπης, πώς θέλεις να προστατέψεις την εικόνα της από κάθε καπηλεία και από κάθε καρικατούρα «καλής» ή κακής πρόθεσης…

έγραφα χθες 21-7-17 στο ΦΒ