ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οικουμενικος πατριαρχης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οικουμενικος πατριαρχης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Μαρτίου 05, 2019


«μηδείς το εαυτού ζητείτω, αλλά το του ετέρου έκαστος» (Α’ Κορ. ι’, 24).

Αυτό το πνεύμα κυριαρχεί καθ  ὅλην την μακράν ιστορικήν πορείαν της Ορθοδοξίας. Εις το Νέον Μητερικόν συναντώμεν μίαν υπέροχον  περιγραφήν  αυτού του ήθους της παραιτήσεως από το «εμόν» εν ονόματι της αγάπης: «Παρέβαλον πότε σκητιώται τη οσία Σάρρα, η δε παρέθηκεν αυτοίς κανίσκιον μετά χρειών˙ οι δε γέροντες αφέντες τα καλά, έφαγον τα σαπρά. Είπε δε αυτοίς η τιμία Σάρρα˙ όντως εν αληθεία, σκητιώται εστέ» (Π. Β. Πάσχου (επιμ.), Νέον Μητερικόν (Αθήναι: εκδ. Ακρίτας, 1990), 31). Αυτή η κατανόησις και η θυσιαστική χρήσις της ελευθερίας είναι ξένη προς το πνεύμα της εποχής μας, το οποίον ταυτίζει την ελευθερίαν με ατομικάς διεκδικήσεις και δικαιωματισμόν. Ο σύγχρονος «αυτόνομος» άνθρωπος δεν θα έτρωγε τους σαπρούς καρπούς, αλλά τους καλούς, και θα ήτο βέβαιος ότι τοιουτοτρόπως εκφράζει και χρησιμοποιεί αυθεντικώς και υπευθύνως την ελευθερίαν του.

Εις το σημείον αυτό ευρίσκεται η υψίστη αξία της ορθοδόξου θεωρήσεως της ελευθερίας δια τον σύγχρονον άνθρωπον. Πρόκειται περί μιας ελευθερίας, η οποία δεν απαιτεί αλλά μοιράζεται, δεν διεκδικεί αλλά θυσιάζεται. Ο ορθόδοξος πιστός γνωρίζει ότι η αυτονομία και αυτάρκεια δεν απελευθερώνουν τον άνθρωπον από τον κλοιόν του εγώ, της αυτοπραγματώσεως και της αυτοδικαιώσεως. Η ελευθερία, «η Χριστός ημάς ηλευθέρωσεν» (Γαλ. ε’, 1), ενεργοποιεί τας δημιουργικάς δυνάμεις του ανθρώπου, πραγματώνεται ως άρνησις του αυτοεγκλεισμού, ως απροϋπόθετος αγάπη και κοινωνία της ζωής.

Το ορθόδοξον ασκητικόν ήθος δεν γνωρίζει διχασμούς και δυϊσμούς, δεν απορρίπτει την ζωήν, αλλά την μεταμορφώνει. Η δυϊστική θεώρησις και απόρριψις του κόσμου δεν είναι χριστιανική. Ο γνήσιος ασκητισμός είναι φωτεινός και φιλάνθρωπος. Είναι χαρακτηριστικόν της ορθοδόξου αυτοσυνειδησίας, ότι η περίοδος της νηστείας είναι διαποτισμένη από σταυροαναστάσιμον χαράν. Και οι ασκητικοί αγώνες των ορθοδόξων, όπως και συνολικώς η καθ' ημάς πνευματικότης και η λειτουργική ζωή, αναδίδουν το άρωμα και το φως της Αναστάσεως. Ο Σταυρός ευρίσκεται εις το κέντρον της ορθοδόξου ευσεβείας, δεν είναι όμως το τελικόν σημείον αναφοράς της ζωής της Εκκλησίας. Αυτό είναι η ανεκλάλητος χαρά της Αναστάσεως, οδόν προς την οποίαν αποτελεί ο Σταυρός. Κατά ταύτα, και εις την περίοδον της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, η βιωματική πεμπτουσία των ορθοδόξων παραμένει ο πόθος της «κοινής αναστάσεως».

από ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΗΧΗΤΗΡΙΟΣ ΕΠΙ ΤΗ ΕΝΑΡΞΕΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ (2019)

Δευτέρα, Ιανουαρίου 03, 2011

ΟΙΚΟΥΜ. ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ: ΕΟΡΤΗ ΕΝΑΝΤΙ “ΨΥΧΑΓΩΓΙΑΣ”


Ἀντιφώνησις τῆς Α.Θ.Παναγιότητος,
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου
κατὰ τὴν δεξίωσιν ἐπὶ τῇ πρώτῃ τοῦ ἔτους(01.11.2011).

Ἱερώτατοι ἀδελφοί Ἀρχιερεῖς,
Ἐντιμότατε κ. Πρόξενε τῆς Ἑλλάδος,
Ἐντιμολογιώτατοι Ἄρχοντες,
Ἐλλογιμώτατοι,
Ἐντιμότατοι,
Προσφιλέστατα τέκνα ἐν Κυρίῳ,
Ἑορτάζει σήμερον ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὡς «τό πλήρωμα τοῦ τά πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου» (Ἐφεσ. α´, 23), τήν κατά σάρκα Περιτομήν τοῦ «πάντα δρακί περιέχοντος καί ἐν σπαργάνοις εἰληθέντος» Σωτῆρος ἡμῶν καί τήν ἱεράν μνήμην τοῦ «ἱεραρχίας στολαῖς ἠγλαϊσμένου» οὐρανοφάντορος Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, ὅστις «τῇ Ἐκκλησίᾳ δέδοται παρὰ Θεοῦ, χαράκωμα καὶ τεῖχος ὀχυρόν».
Ἑορτάζομεν ἡμεῖς, τά πιστά τέκνα τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰς τήν εὐλογημένην γῆν τῶν Πατέρων ἡμῶν, ἐν Φαναρίῳ, εἰς τό Σεπτόν Κέντρον τῆς Ὀρθοδοξίας, τήν εὐχαριστίαν τῆς πίστεως, τῆς ἐλπίδος καί τῆς ἀγάπης, αἰσθανόμενοι ὁμοθυμαδόν, ὅπως γράφει ἐπιφανής σύγχρονος θεολόγος, «σάν στό σπίτι μας», «παιδιά στό σπίτι τοῦ Πατέρα μας». Ὄντως, ὅπως προσθέτει ἄλλος σπουδαῖος μύστης τῆς ἱερᾶς ἐπιστήμης, «ἡ βαθύτερη ἐμπειρία πού ἔχουμε γιά τήν Ἐκκλησία εἶναι αὐτή τοῦ ‘οἴκου’». Εἴμεθα δεμένοι μέ τήν Ἐκκλησίαν «ἄμεσα, σωματικά, ὅπως δένεται τό παιδί μέ τή μάνα του». Εἶναι «ἡ ζωή» αὐτό πού συνδέει ἡμᾶς τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς μέ τήν Ἐκκλησίαν καί «ὄχι οἱ ἰδέες».
«Γενεά πορεύεται καί γενεά ἔρχεται» (Ἐκκλ. α´ 4) καί ὅλοι ἡμεῖς, τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά, φυλάσσομεν τόν τόπον, ὅν ἐλάβομεν εἰς κληρονομίαν, τά ὅσια καί τά ἱερά τοῦ Γένους, ἐπί τῶν ὁποίων ὁ πανδαμάτωρ χρόνος δέν φαίνεται νά ἔχῃ πραγματικήν ἐξουσίαν. Ἡ αἰωνιότης εὑρίσκεται ἐκεῖ, ὅπου ὁ χρόνος δέν ἔχει καί δέν ἠμπορεῖ νά ἔχῃ δύναμιν. Διά τοῦτο δέν ἰσχύει δι’ ἡμᾶς τό «χρόνου φείδου», ἀναφορικῶς πρός τήν διακονίαν καί τήν προθυμίαν νά φυλάσσωμεν τοῦτον τόν τόπον. Βιοῦμεν τήν ζωήν ἡμῶν ὡς «πλήρωμα χρόνου, φυλακῆς καί μαρτυρίας», ἐνδυναμούμενοι ἀπό τήν ἐπαγγελίαν τοῦ Χριστοῦ: «Καί ἰδοὺ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας, ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. κη´ 20).
Τό «φυλάσσειν τὸν ἱερὸν τόπον», τόν ὁποῖον γνωρίζομεν, ἐπειδή ἀκριβῶς τόν ἀγαπῶμεν, καί ἀγαπῶμεν ἐπειδή τόν γνωρίζομεν, εἶναι συνυφασμένον ἀρρήκτως μέ τό «φυλάσσειν τὸν τρόπον τοῦ βίου», τήν Ὀρθοδοξίαν, τήν ὀρθήν λατρείαν καί δοξολογίαν καί τήν ὀρθοπραξίαν. Αὐτός ὁ ἐκκλησιαστικός τρόπος ζωῆς ἐβιώθη καί ὑμνήθη ἀπό ἐνθέους ἁγίους, ἀπό μάρτυρας καί ἀσκητάς, κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, ποιητάς καί μελωδούς, ἀπό ἁγιογράφους καί χαρισματικούς τεχνίτας, ἀπό εὐλογημένους χριστιανούς, διακόνους τῆς φιλανθρωπίας. Εἶναι πίστις καί δόγμα, ἀγάπη καί ἦθος, ἐλπίς εἰς Χριστόν καί ἄσβεστος πόθος τῆς αἰωνιότητος, βιωμένη ἐλευθερία, δέσιμο μέ τόν τόπον καί ἐμπειρία οἰκειότητος, ἀλληλεγγύη καί κοινωνία, αὐθυπέρβασις καί μαρτυρία ζωῆς ἐν Χριστῷ.
Ὅλα αὐτά συμπυκνώνονται καί ἀποκαλύπτονται εἰς τάς ἑορτάς, αἱ ὁποῖαι δι’ ἡμᾶς ἀποτελοῦν τόν ἄξονα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. «Ὁ πιστός ζεῖ ἀπό γιορτή σέ γιορτή», σημειώνει ὁ μακαριστός πατήρ Ἀλέξανδρος Σμέμαν. Πράγματι, ἡ ἑορτή, ἡ ὁποία εἶναι πάντοτε κάτι περισσότερον καί πολυτιμότερον ἀπό τόν «ἐλεύθερον χρόνον» καί συνδέεται οὐσιαστικῶς καί ἀναποσπάστως μέ τήν θείαν λατρείαν, εἶναι καιρός ἀποκαλύψεων. Ἡ ἑορτή φωτίζει τήν πορείαν μας, ἀπελευθερώνει τήν ζωήν ἀπό τάς ἀντιφάσεις της, διαλύει τήν ἀχλύν τῶν βιωτικῶν μεριμνῶν, πλαταίνει τόν κόσμον, ἀνοίγει τήν διάστασιν τοῦ βάθους τῶν πραγμάτων. Ἑορτή εἶναι ἡ βίωσις τῆς ζωῆς ὡς κοινωνίας καί εὐχαριστίας. Ὁ κλειστός ἄνθρωπος, ὁ ἄνθρωπος πού περιστρέφεται γύρω ἀπό τόν ἑαυτόν του, δέν ἠμπορεῖ νά ἑορτάσῃ πραγματικά ἤ ἑορτάζει μόνον τόν ἑαυτόν του. Ὁ homo clausus δέν εἶναι δυνατόν νά ζῇ ὡς homo festivus. Ὁ χρόνος τῆς ζωῆς του δαπανᾶται διά τήν ἀτομικήν του εὐδαιμονίαν, διά τό ἔχειν τοῦ ἑαυτοῦ του καί ὄχι διά τήν κοινωνίαν, τήν κοινωνίαν μετά τοῦ Θεοῦ καί μετά τῶν ἀνθρώπων. Δέν εἶναι διόλου τυχαῖον ὅτι κατά τάς λεγομένας «ἀργίας» ἤ κατά τόν «ἐλεύθερον χρόνον», ἐπιτείνεται ἡ αἴσθησις τῆς ματαιότητος καί ἡ ἀγωνία ὅτι ἡ ζωή περνᾶ χωρίς νά τήν ζήσουν οἱ ἄνθρωποι εἰς βάθος. Εἴμεθα προφανῶς ἐποχή τῆς ψυχαγωγίας καί τῶν διασκεδάσεων, ἀλλά ὄχι ἐποχή τῆς ἑορτῆς. Αἱ σύγχρονοι «ἑορταί» εἶναι καιρός τοῦ ἔχειν, παγίδες αὐτοπραγματώσεως, ἐκδιονυσιασμοῦ τῆς ζωῆς καί ἐπιδεικτικοῦ καταναλωτισμοῦ. Εἶναι χαρακτηριστικόν ὅτι τάς ἑορτάς, τό περιεχόμενον καί τήν μορφήν των διαχειρίζονται σήμερον οἱ διαφημισταί, ἡ τηλεόρασις, οἱ ταξιδιωτικοί πράκτορες καί οἱ πωλοῦντες καί ἀγοράζοντες. Καί τό ἀρχαῖον «βίος ἀνεόρταστος, μακρά ὁδός ἀπανδόκευτος», τονίζει μέν τήν ἀνάγκην καί τό νόημα τῆς ἑορτῆς διά τόν ὁδοιπόρον ἄνθρωπον, ἠμπορεῖ ὅμως νά κατανοηθῇ μέ τήν ἔννοιαν ὅτι τό πανδοχεῖον εἶναι «ὁ οἶκος» τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὑπογραμμίζουν ὅτι «Τὰ παρόντα ὁδός ἐστιν» καί ὅτι «Πανδοχεῖόν ἐστιν ὁ παρὼν βίος», τότε τοποθετοῦν τήν πατρίδα ἡμῶν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί θεωροῦν τόν παρόντα βίον πορείαν πρός τήν ἀληθινήν ζωήν. Αὐτήν τήν ζωήν ὑπενθυμίζουν αἱ ἑορταί, καθώς καί τήν προσωρινότητα τῶν παρόντων. Ἡ ἑορτή ἔχει οὐσιαστικήν ἐσχατολογικήν ἀναφοράν. Ὄχι μόνον δέν μᾶς ἐπιτρέπει νά βλέπωμεν τό «πανδοχεῖον» ὡς «οἶκον», ἀλλά τρέφει τήν νοσταλγίαν τῆς «πατρίδος». «Οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Ἑβρ. ιγ´ 14). Αὐτήν τήν ζωήν τῶν ἐσχάτων ὑμνεῖ ὑπερεχόντως ὁ ἑορταζόμενος σήμερον Μέγας Βασίλειος, ὅστις «ἀπέρριψεν τῶν οὐκ ὄντων τὸν πόθον» καί «χαίρων ἀνεκήρυξεν τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας».
Ἱερώτατοι, τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,
Ἡ κακή ἀλλοίωσις τῶν ἑορτῶν ἤ ἀκόμη ἡ λήθη τοῦ νοήματος τοῦ ἑορτάζειν δέν εἶναι κάτι νέον. Τό παρελθόν δέν εἶναι «ὁ χαμένος παράδεισος». Ὅσον ἄτοπον εἶναι ὅμως νά πιστεύωμεν ὅτι παλαιότερα ἦσαν ὅλα καλύτερα, τόσον λανθασμένον εἶναι νά κλείνωμεν τούς ὀφθαλμούς ἔναντι ὅσων ἀρνητικῶν συμβαίνουν σήμερον. Ἐμφανέστατα ἡ ἐποχή μας ἀπολυτοποιεῖ πλεῖστα ὅσα ἀσήμαντα καί ἀπαξιώνει πολλά σημαντικά. Παραλλήλως πρός τάς ἐκπληκτικάς προόδους, ζῶμεν σήμερον τήν ἀδυσώπητον κοινωνικήν ἀδικίαν, τήν ἀλαζονίαν τῶν ἰσχυρῶν, τήν καταστροφήν τῆς φύσεως, τήν σχάσιν τῶν σχέσεων καί τόσα ἄλλα δεινά. Ζωτικαί ἀλήθειαι, αἱ ὁποῖαι ἔδιναν νόημα εἰς τήν ζωήν τῶν ἀνθρώπων, πολύτιμοι παραδόσεις αἰώνων, περιφρονοῦνται καί χλευάζονται. Ἀπεδείχθη περιτράνως ὅτι κάθε βῆμα πρός τά ἐμπρός δέν ἀποτελεῖ πρόοδον.
Ἰσχύει, ἀντιστοίχως, ὅτι κάθε στροφή εἰς τήν παράδοσιν δέν ἀποτελεῖ ὀπισθοδρόμησιν. Ἔχομεν ἡμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι μίαν παράδοσιν ἀληθείας, ἐλευθερίας καί φιλανθρωπίας, ἡ ὁποία τροφοδοτεῖ τό παρόν καί τό μέλλον μας, μίαν παρακαταθήκην πίστεως, ἡ ὁποία ἀπελευθερώνει μέσα μας ἀνεξαντλήτους δυνάμεις κατ’ ἀλήθειαν ζωῆς καί διακονίας. Δέν ἀνήκει τό μέλλον εἰς τόν αὐτάρεσκον ἀτομιστήν, εἰς τόν ἄνθρωπον «αὐτοείδωλον», ὁ ὁποῖος ζῇ ἀποκλειστικῶς διά τόν ἑαυτόν του καί ἀρνεῖται νά ἀναγνωρίσῃ εἰς τόν πλησίον τον «ἀδελφόν» τοῦ Χριστοῦ, Ἐκείνου ὅστις ἀπεκαλύφθη ὡς «Θεὸς μεθ’ ἡμῶν» καί Θεός «ὑπὲρ ἡμῶν».
Ὁ συγκαταβάς τῶν γένει τῶν ἀνθρώπων Σωτήρ ἡμῶν, ἄς χαρίζῃ εἰς ὅλους ἡμᾶς, πρεσβείαις τοῦ «ἐκ Καισαρείας καί Καππαδόκων χώρας» ἱεροφάντορος Μεγάλου Βασιλείου, ἕνα εὐλογημένον καί ἀγλαόκαρπον ἐνιαυτόν μέ ὑγείαν κατ’ ἄμφω καί ἄς κατευθύνῃ τά διαβήματα ἡμῶν εἰς τήν ὁδόν τῆς εἰρήνης, τῆς «πάντα νοῦν ὑπερεχούσης» (Φιλιππ. δ´ 7).
ΠΗΓΗ: http://www.ec-patr.org

Κυριακή, Δεκεμβρίου 19, 2010

Πατριαρχική Απόδειξις Χριστουγέννων 2010

Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕΩι ΘΕΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοὶ συλλειτουργοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ εὐλογημένα,

Μέσα εἰς τὴν ἀνὰ τὸν κόσμον ἐπικρατοῦσαν τελευταίως σκοτεινὴν ἀτμόσφαιραν τῆς σοβούσης ποικίλης κρίσεως, οἰκονομικῆς, κοινωνικῆς, ἠθικῆς καί, κυρίως, πνευματικῆς, ἡ ὁποία πολὺν θυμόν, πολλὴν πικρίαν, πολλὴν σύγχυσιν, πολλὴν ἀγωνίαν, πολὺ ἄγχος, πολλὴν ἀπογοήτευσιν καὶ πολὺν φόβον διὰ τὴν αὔριον προξενεῖ εἰς τοὺς ἀνθρώπους, γλυκεῖα ἀκούεται ἡ φωνὴ τῆς Ἐκκλησίας:

«Δεῦτε, πιστοί, ἐπαρθῶμεν ἐνθέως καὶ κατίδωμεν συγκατάβασιν θεϊκὴν ἄνωθεν ἐν Βηθλεὲμ πρὸς ἡμᾶς ἐμφανῶς...»
(Ἰδιόμελον ΣΤ΄ Ὥρας Χριστουγέννων).

Πίστις ἀκλόνητος τῶν Χριστιανῶν εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς δὲν παρακολουθεῖ ἀφ’ ὑψηλοῦ καὶ ἀδιαφόρως τὴν πορείαν τοῦ κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσίν Του ὑπὸ τοῦ ἰδίου, αὐτοπροσώπως, πλασθέντος ἀνθρώπου. Τούτου ἕνεκα καὶ ἡ ἐνανθρώπησις τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ καὶ Λόγου Του ἦτο ἀπ’ ἀρχῆς ἡ «εὐδοκία» Του, τὸ πρώτιστον θέλημά Του, ἡ «προαιώνιος βουλή» Του. Νὰ ἀναλάβῃ ὁ Ἴδιος, ἐξ ὑπερβολῆς ἀγάπης, τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ποὺ ἔπλασε, καὶ νὰ τὴν καταστήσῃ «θείας φύσεως κοινωνόν» (Β΄ Πέτρ. 1: 4). Καὶ τοῦτο, πρὸ τῆς πτώσεως τῶν Πρωτοπλάστων, πρὸ καὶ αὐτῆς τῆς πλάσεώς των! Μετὰ τὴν πτῶσιν τῶν Πρωτοπλάστων, ἡ «προαιώνιος βουλὴ» τῆς Σαρκώσεως περιέλαβε τὸν Σταυρόν, τὸ Ἄχραντον Πάθος, τὸν Ζωοποιὸν Θάνατον, τὴν εἰς Ἅιδου Κάθοδον, τὴν Τριήμερον Ἔγερσιν, ὥστε ἡ παρείσακτος ἁμαρτία, ποὺ ἐδηλητηρίασε τὰ πάντα, καὶ ὁ λαθρεπιβάτης τῆς ζωῆς θάνατος νὰ τεθοῦν τελείως καὶ ὁριστικῶς ἐκποδών, καὶ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀπολαύσῃ ἀκεραίαν τὴν Πατρικὴν κληρονομίαν τῆς αἰωνιότητος.
Ἀλλ’ ἡ θεϊκὴ συγκατάβασις τῶν Χριστουγέννων δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τὰ τῆς αἰωνιότητος. Ἀφορᾷ καὶ εἰς τὰ τῆς ἐπὶ γῆς πορείας ἡμῶν. Ὁ Χριστὸς ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον διὰ νὰ εὐαγγελισθῇ τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν καὶ νὰ μᾶς εἰσαγάγῃ εἰς αὐτήν, ἀλλ’ ἦλθεν ἐπίσης εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος τὴν ἀνθρωπίνην ἀσθένειαν. Ἐχόρτασε θαυματουργικῶς κατ’ ἐπανάληψιν τὰ πλήθη τῶν ἀκροατῶν τοῦ λόγου Του, ἐκαθάρισε λεπρούς, ἐστερέωσε παραλύτους, ἐχάρισε τὸ φῶς εἰς τυφλούς, τὴν ἀκοὴν εἰς κωφοὺς καὶ τὴν ὁμιλίαν εἰς ἀλάλους, ἀπήλλαξε δαιμονισμένους ἀπὸ τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα, ἀνέστησε νεκρούς, ὑπεστήριξε τὸ δίκαιον τῶν ἀδικουμένων καὶ λησμονημένων, ἐστηλίτευσε τὸν ἀθέμιτον πλουτισμόν, τὴν πρὸς τοὺς πτωχοὺς ἀσπλαγχνίαν, τὴν ὑποκρισίαν καὶ τὴν «ὕβριν» εἰς τὰς ἀνθρωπίνας σχέσεις, ἔδωκεν ἑαυτὸν ὑπόδειγμα ἐθελουσίου κενωτικῆς χάριν τῶν ἄλλων θυσίας! Ἴσως ἡ διάστασις αὕτη τοῦ μηνύματος τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως πρέπει νὰ προσεχθῇ περισσότερον κατὰ τὰ σημερινὰ Χριστούγεννα. Πολλοὶ συνάνθρωποι καὶ συγχριστιανοὶ δοκιμάζουν φοβερὸν πειρασμὸν ἐκ τῆς σοβούσης κρίσεως. Εἶναι ἀναρίθμητοι αἱ στρατιαὶ τῶν ἀνέργων, τῶν νεοπτώχων, τῶν ἀστέγων, τῶν νέων μὲ τὰ «ψαλιδισμένα ὄνειρα». Ἀλλά, Βηθλεὲμ ἑρμηνεύεται «Οἶκος Ἄρτου»! Χρεωστοῦμεν, λοιπόν, οἱ πιστοὶ εἰς πάντας τοὺς ἐμπεριστάτους ἀδελφοὺς ὄχι μόνον τὸν «Ἐπιούσιον Ἄρτον», δηλαδὴ τὸν Χριστόν, ὁ Ὁποῖος εὑρίσκεται ἐσπαργανωμένος εἰς τὴν πενιχρὰν φάτνην τῆς Βηθλεέμ, ἀλλὰ καὶ τὸν καθημερινὸν ἐπιτραπέζιον ἄρτον τῆς ἐπιβιώσεως, καὶ ὅλα τὰ «ἐπιτήδεια τοῦ σώματος» (Ἰακ. 2: 16). Εἶναι ἡ ὥρα τῆς πρακτικῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Εὐαγγελίου, ἐν ὑψηλῷ αἰσθήματι εὐθύνης! Ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀκούεται ἐντονώτερος καὶ ἀπαιτητικώτερος ὁ ἀποστολικὸς λόγος: «Δεῖξον μοι τὴν πίστιν σου ἐκ τῶν ἔργων σου» (Ἰακ. 2: 18)! Ὁ καιρός, δηλ. ἡ εὐκαιρία, νὰ «ἐπαρθῶμεν ἐνθέως» εἰς τὸ ὕψος τῆς οἰκειούσης ἡμᾶς μὲ τὸν Θεὸν βασιλικῆς ἀρετῆς τῆς Ἀγάπης.
Ταῦτα ἀπὸ τῆς ἁγίας καὶ μαρτυρικῆς καθέδρας τῆς Ἐκκλησίας τῶν τοῦ Χριστοῦ Πενήτων εὐαγγελιζόμενοι πρὸς τὰ ἀνὰ τὸν κόσμον τέκνα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐπικαλούμεθα ἐπὶ πάντας τὴν θεϊκὴν συγκατάβασιν, τὸ ἄπειρον ἔλεος, τὴν εἰρήνην καὶ τὴν χάριν τοῦ δι’ ἡμᾶς ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου ἐνανθρωπήσαντος Μονογενοῦς Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, Ὧι ἡ δόξα, τὸ κράτος, ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνησις, σὺν Πατρὶ καὶ Πνεύματι, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

                                                       Φανάριον, Χριστούγεννα ,βι’
                                                             + Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
Διάπυρος πρὸς Θεὸν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

Παρασκευή, Μαΐου 07, 2010

Oικουμενικός πατριάρχης : Συμπάσχουμε

Οικ.Πατριάρχης Βαρθολομαίος : Συμπάσχουμε


«Συμπάσχουμε μαζί με τον ελληνικό λαό και ευχόμεθα να ξεπερασθεί αυτή η κρίσιμος στιγμή, να υπάρξει μια υπέρβασις το ταχύτερον δυνατόν για να επανέλθει ο ελληνικός λαός στην κανονική του τροχιά και να πάρει μαθήματα από τα όσα συμβαίνουν αυτές τις ημέρες και να βαδίσει πιο σταθερά και πιο αποφασιστικά στον δρόμο του κοινού συμφέροντος και της προόδου και της ευημερίας της Ελλάδος. Και όταν λέμε πρόοδο και ευημερία, αυτή δεν είναι μόνον οικονομική, δεν είναι μόνον τα υλικά αγαθά αλλά πρέπει όλοι μας πάντοτε, ο καθένας από το μετερίζι του, να λαμβάνει υπ’ όψιν του και τις πνευματικές αξίες, επάνω στις οποίες θεμελιώνεται η κοινωνία.

Ιδιαιτέρως λυπούμαστε εδώ στο Πατριαρχείο και είμεθα βέβαιoι ότι και παντού και όλοι σας, για τις τρεις ψυχές που χάθηκαν και, αν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι η μία από τις δύο γυναίκες ήτο και έγκυος, τέσσερις ψυχές χάθηκαν στα καλά καθούμενα από μία δολοφονική ενέργεια. Το να σπάσεις τα τζάμια, να ρίξεις μολότωφ και να μη σε νοιάζει γι’ αυτούς που είναι μέσα, είναι πολύ απάνθρωπο. Συμπάσχουμε όλοι μας εδώ στο Πατριαρχείο και ευχόμεθα όταν θα επιστρέψετε με το καλό στην Ελλάδα, μετά το προσκύνημά σας εδώ, να τα βρείτε όλα πιο ήρεμα, καλύτερα και να βρείτε τον ελληνικό λαό αποφασισμένο να βαδίζει πιο σταθερά και πιο γενναία στο σωστό του δρόμο. Εσείς έχετε την μεγάλη ευθύνη να ετοιμάζετε τα μικρά παιδιά για το μεγάλο ταξίδι της ζωής, να τους κάνετε καλούς αγωνιστές στο στίβο της ζωής».


Read more: http://agiabarbarapatras.blogspot.com/2010/05/blog-post_07.html#ixzz0nE0qsDCp

Σάββατο, Απριλίου 10, 2010

ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ Ε'



Ρεπορτάζ - φωτό: Νικόλαος Μαγγίνας

Σαν σήμερα, στις 10 Απριλίου 1821, Κυριακή του Πάσχα τότε, απαγχονίστηκε ο μαρτυρικός Πατριάρχης του Γένους Γρηγόριος ο Ε' στην κεντρική Πύλη του Πατριαρχείου στο Φανάρι. Έκτοτε η Πύλη αυτή έμεινε κλειστή εις ένδειξιν τιμής και μνήμης.
Κάθε χρόνο τη μέρα αυτή ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ανάβει το κερί της μνήμης και της πίστης και καταθέτει λίγα λουλούδια μπροστά στην Πύλη του μαρτυρίου του Πατριάρχου Γρηγορίου. Αυτό έκανε και σήμερα το πρωί, εν σιωπή και περισυλλογή.
Προηγήθηκε στο ιδιαίτερο Πατριαρχικό Παρεκκλήσιο του Αγίου Ανδρέου Τρισάγιο στη μνήμη του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αμερικής Ιακώβου, με τη συμπλήρωση πέντε χρόνων από την εκδημία του, το οποίο τέλεσε ο Πατριάρχης συμπαραστατούμενος από τον Μ. Αρχιδιάκονο Μάξιμο.
Ευθύς μετά την τιμή στον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε' στην Πύλη του Πατριαρχείου, ο Πατριάρχης αναχώρησε για την Σηλυβρία, για την καθιερωμένη μεταπασχάλια εκδρομή, όπου θα παραθέσει γεύμα για τους μαθητές και τους νέους της Ομογένειας.


Δεν απαγχονίσθηκε μόνο

ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’

Του Νικολάου Μαγγίνα

Τη δεκάτη Απριλίου τιμάται η μνήμη του Οικουμενικού Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄ ο οποίος απαγχονίσθηκε στην κεντρική πύλη του Πατριαρχείου στο Φανάρι, στις 10 Απριλίου 1821, ανήμερα του Πάσχα. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος κάθε χρόνο ανάβει ένα κερί μπροστά στην κλειστή πύλη και βάζει λουλούδια, προσευχόμενος για την ψυχή του αοιδίμου μαρτυρικού προκατόχου του.

Δυστυχώς διάφοροι Τούρκοι ξεναγοί και όχι μόνο, διαδίδουν ψευδώς, παραπληροφορώντας ότι η κλειστή πύλη ονομάζεται «Πύλη του μίσους» καθώς και ότι δήθεν θα ανοίξει όταν κρεμαστεί εκεί κάποιος Μουσουλμάνος. Πρόκειται για ένα μεγάλο ψέμα και παραμύθι, κάτι που ούτε διανοήθηκαν οι Ορθόδοξοι, ούτε φαντάσθηκαν και φυσικά αντίκειται στο Χριστιανικό πνεύμα. Έχει σκοπό μόνο την δημιουργία τεχνητής έντασης.

Δεν είναι, λοιπόν, ο Γρηγόριος Ε΄ ο μόνος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως που απαγχονίσθηκε. Μετά την Άλωση της Πόλης αρκετοί Οικουμενικοί Πατριάρχες που ανήλθαν στο θρόνο ήλθαν αντιμέτωποι με την Οθωμανική Διοίκηση, την «Υψηλή Πύλη». Ορισμένοι απαγχονίσθηκαν, άλλους τους έπνιξαν στη θάλασσα, άλλους τους εξανάγκασαν σε παραίτηση, άλλους τους έστειλαν σε εξορία, άλλοι άφησαν την τελευταία τους πνοή στις φυλακές. Και όλα αυτά μετά από αποφάσεις της Οθωμανικής Διοίκησης.

Στο σημείωμα αυτό αναφέρουμε συνοπτικά τις περιπτώσεις των Πατριαρχών που απαγχονίσθηκαν ή θανατώθηκαν και δεν είναι και τόσο γνωστές στο ευρύ κοινό, χωρίς να γίνεται λόγος για τη σημαντική πλειάδα των Ιεραρχών, των ιερέων και των μοναχών που απαγχονίσθηκαν ή θανατώθηκαν.

Ο πρώτος Οικουμενικός Πατριάρχης μετά την Άλωση Γεννάδιος Σχολάριος είναι και ο πρώτος που παραιτείται λόγω διαφωνιών με την Οθωμανική Διοίκηση.

Ο Ιωάσαφ Ι΄ (1465-1466): Αφού τον ξύρισαν, εκθρονίσθηκε με εντολή του Σουλτάνου.

Ο Ραφαήλ Ι΄ (1475-1476): Μη δυνάμενος να πληρώσει το επιβαλλόμενο φόρο (πεσκέσι) εκθρονίσθηκε, φυλακίστηκε όπου και μετά ένα χρόνο απεβίωσε.

Ο Ραφαήλ Β΄ (1603-1607): Με εντολή του Σουλτάνου Αχμέτ Ι΄ εκθρονίσθηκε και εξορίσθηκε και θανατώθηκε κατά φρικτό τρόπο.

Κύριλλος Ι΄ ο Λούκαρης: Αρκετές φορές ανήλθε και κατήλθε του θρόνου με πρώτη άνοδο το 1612. Στις 20 Ιουνίου 1638 με εντολή του Σαντραζάμη Μπαϊράμ Πασά συνελήφθη και φυλακίσθηκε σε πύργο του Βοσπόρου. Στις 27 Ιουνίου παραδίδεται σε Γενιτσάρους και εκείνοι με ένα πλοιάριο τον πνίγουν στη θάλασσα.

Κύριλλος Β΄ ο Κονταρής (1633-1639): Λόγω των ενεργειών του εκθρονίζεται και κατόπιν συλλαμβάνεται απο τις Οθωμανικές Αρχές, φυλακίζεται και εξορίζεται στην Καρθαγένη. Ο εκει Οθωμανός πασάς της Τύνιδος του επέβαλε να ασπασθεί το Ισλαμισμό, αλλά ο Κύριλλος αντιστάθηκε και για τον λόγο αυτό απαγχονίζεται στις 24 Ιουνίου 1640. Και μία εντυπωσιακή λεπτομέρεια: κατά τον απαγχονισμό το σχοινί κόβεται δύο φορές και για το λογο αυτό τον πνίγουν.

Παρθένιος Β΄ (1644-1646, 1648-1651): Με εντολή του Σουλτάνου Ιμπραχίμ εκθρονίσθηκε και παραδόθηκε στους Γενιτσάρους για να τον πνίξουν. Το σκήνος του βρέθηκε στη γύρω περιοχή της νήσου Πλάτης των Πριγκηπονήσων, από Χριστιανούς οι οποίοι και το ενταφίασαν στο νησί της Χάλκης.

Παρθένιος ο Γ΄ (1656-1657): Με εντολή του Σουλτάνου μετά από φρικτά βασανιστήρια απαγχονίσθηκε στην περιοχή Παρμακαπή της Πόλης το Σάββατο του Λαζάρου και μετά απο τρείς ημέρες ερίφθη στη θάλασσα.

Γαβριήλ Β΄ (23/4-5/5-1657): Στον Πατριαρχικό Θρόνο παρέμεινε μόνο δώδεκα μέρες. Εκθρονίσθηκε και τοποθετήθηκε στη Μητρόπολη Προύσσης. Έγινε καταγγελία-συκοφαντία Εβραίων της περιοχής ότι βάπτισε ένα μουσουλμάνο Χριστιανό, ενώ στην πραγματικότητα αυτός που βαπτίσθηκε ήταν Εβραίος. Ως αποτέλεσμα, τον φυλάκισαν και στη συνέχεια τον απαγχόνισαν στις 3 Δεκεμβρίου 1659.

Μελέτιος Β΄ (1768-1769): Μετα την παραίτησή του συλλαμβάνεται μαζί με άλλους τριάντα προκρίτους, κληρικούς και λαϊκούς και φυλακίζεται βασανιζόμενος φρικτά. Ενώ αθωώθηκε της κατηγορίας για συνεργασία κατά του Οθωμανικού κράτους εξορίσθηκε στη Μυτιλήνη. Εκεί υπέφερε περισσότερα από την Οθωμανική Διοίκηση εξαιτίας και του πυρπολισμού του Τσεσμέ από τους Ρώσους. Κατόπιν ζήτησε άδεια από τον Σουλτάνο να μεταβεί στην πατρίδα του την Τένεδο. Στη συνέχεια μετέβη και στην Κωνσταντινούπολη με άδεια μόνο για 61 ημέρες. Απεβίωσε στην Τένεδο το 1777 σε μεγάλη φτώχεια.

Κύριλλος Στ΄ (1813-1818): Επειδή δεν κατέστη αρεστός στο Σουλτάνο Μαχμούτ εκθρονίσθηκε και εξορίσθηκε στο Άγιον Όρος. Αργότερα εγκαταστάθηκε στην Αδριανούπολη. Οκτώ μέρες μετά τον απαγχονισμό του Γρηγορίου Ε΄, στις 18 Απριλίου 1821, ο Σουλτάνος δίνει εντολή να κρεμασθεί και εκείνος στην πύλη του Μητροπολιτικού Μεγάρου. Μετά από 3 μέρες ρίφθηκε στον ποταμό Έβρο, τα νερά του οποίου τον έβγαλαν στις ακτές του Διδυμοτείχου.

Ευγένιος Β΄ (1821-1822): Διάδοχος του απαγχονισθέντος Γρηγορίου Ε΄. Παραδόθηκε σε διαδηλωτές και σύρθηκε στους δρόμους από τα γένεια και τα μαλλιά και πέθανε αργότερα από τις κακουχίες που υπέστη.

Αυτά προς γνώση της ιστορίας και μόνο. Και όχι για να προκαλέσουν το δίκαιο αίσθημα. Αιωνία τους η μνήμη.


ΠΗΓΗ: ΦΩΣ ΦΑΝΑΡΙΟΥ

Σάββατο, Απριλίου 03, 2010

Πατριαρχική απόδειξις επί τω αγίω πάσχα


+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ

ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ - ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ

ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ

ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝΔΟΞΩΣ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

* * *

Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Χριστὸς ἀνέστη!

Εὐφρόσυνος καὶ φωτεινὴ ἀνέτειλε καὶ πάλιν ἡ ἁγία ἡμέρα τοῦ Πάσχα καὶ σκορπίζει χαράν, παρηγορίαν, ἀγαλλίασιν καὶ βεβαίαν ἐλπίδα ζωῆς εἰς ὅλους τοὺς πιστούς, παρὰ τὴν ἐπικρατοῦσαν ἀνὰ τὸν κόσμον βαρεῖαν ἀτμόσφαιραν ἐξ αἰτίας τῆς πολυδιαστάτου κρίσεως, μὲ ὅλας τὰς γνωστὰς ὀδυνηρὰς ἐπιπτώσεις της εἰς τὸν καθημερινὸν βίον τῆς ἀνθρωπότητος.

Ἀνέστη ἐκ τοῦ Τάφου ὁ Χριστός, ὁ Θεάνθρωπος, καὶ μαζί Του ἀνέστη ὁ ἄνθρωπος! Ἡ καταδυναστεία τοῦ θανάτου ἀποτελεῖ παρελθόν. Ἡ ἀπελπισία τῆς αἰχμαλωσίας τοῦ ᾅδου παρῆλθεν ἀνεπιστρεπτί. Ὁ μόνος Ἰσχυρὸς καὶ Χορηγὸς τῆς ζωῆς, ἀφοῦ ἀνέλαβεν ἐθελουσίως διὰ τῆς Ἐνσαρκώσεώς Του ὅλην τὴν δυστυχίαν τῆς φύσεώς μας καὶ τὸ ἴδιον τὸ κεφάλαιόν της, τὸν θάνατον, ἤδη «τὸν ᾅδην ἐνέκρωσε τῇ ἀστραπῇ τῆς Θεότητος»[1] καὶ ἐχάρισεν εἰς τὸν ἄνθρωπον ζωὴν καὶ «περισσὸν» ζωῆς.[2]

Αὐτὴν τὴν περίσσειαν ζωῆς, τὴν ὁποίαν ὁ Ἀναστὰς ἐχάρισεν εἰς ἡμᾶς, δὲν παύει νὰ συκοφαντῇ καὶ νὰ διαβάλῃ πάντοτε μὲ συνέπειαν πρὸς τὸ ὄνομά του ὁ διάβολος, καίτοι ἀπονευρωμένος πλέον καὶ ἐντελῶς ἀνίσχυρος καὶ καταγέλαστος. Τὴν συκοφαντεῖ μὲ τὴν εἰς τὸν κόσμον ἐπικρατοῦσαν ἀκόμη «ὕβριν», τόσον ἔναντι τοῦ Θεοῦ, ὅσον καὶ ἔναντι τοῦ συνανθρώπου καὶ τῆς ὅλης κτίσεως. Τὴν διαβάλλει μὲ τὴν εἰσέτι ὑφισταμένην ἐντὸς ἡμῶν «ἀρχαίαν σκωρίαν» τῆς ἁμαρτητικῆς ροπῆς, τὴν ὁποίαν καταλλήλως πάντοτε ἐκμεταλλεύεται, προσπαθῶν νὰ μᾶς παγιδεύσῃ εἴτε εἰς τὴν ἔμπρακτον ἁμαρτίαν, εἴτε εἰς τὴν περὶ τὴν πίστιν πλάνην. Ἡ «ὕβρις» εἶναι ἀπότοκον τῆς «σκωρίας» ἐκείνης καὶ ἀμφότεραι συναποτελοῦν τὸ ἀπαίσιον ζεῦγος τῶν εὐθυνομένων διὰ τὴν διατάραξιν τῶν σχέσεών μας πρὸς ἑαυτούς, πρὸς ἀλλήλους, πρὸς τὸν Θεὸν καὶ πρὸς ὅλην τὴν Δημιουργίαν. Εἶναι, κατὰ ταῦτα, ἀδήριτος ἀνάγκη νὰ ἀποκαθάρωμεν τὴν σκωρίαν ἐκείνην μετὰ πάσης προσοχῆς καὶ ἐπιμελείας, ὥστε νὰ λάμψῃ ἄπλετον τὸ ζωοποιὸν φῶς τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ εἰς τὸν νοῦν, εἰς τὴν ψυχὴν καὶ εἰς τὸ σῶμα μας, νὰ ἀπομακρύνῃ τὸ σκότος τῆς ὕβρεως καὶ νὰ ἐκχυθῇ τὸ «περισσὸν» τῆς ζωῆς εἰς τὸν κόσμον ὅλον. Τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ οὔτε διὰ τῆς φιλοσοφίας, οὔτε διὰ τῆς ἐπιστήμης, οὔτε διὰ τῆς τέχνης, οὔτε διὰ τῆς τεχνικῆς, οὔτε διά τινος ἰδεολογίας, εἰ μὴ μόνον διὰ τῆς πίστεως εἰς τὸν μέχρι Παθῶν καὶ Σταυροῦ καὶ Τάφου καὶ ταμείων τοῦ ᾅδου συγκαταβάντα καὶ ἐκ νεκρῶν Ἀναστάντα Θεάνθρωπον Ἰησοῦν Χριστόν, ἐκφραζομένης διὰ μυστηριακῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καὶ ἐμπόνου καὶ συστηματικοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος. Ἡ Ἐκκλησία, ὡς τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ζῇ ἀδιαλείπτως καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τὸ θαῦμα τῆς Ἀναστάσεως, καὶ διὰ τῶν ἁγίων Μυστηρίων της, τῆς Θεολογίας καὶ τῆς πρακτικῆς διδασκαλίας της, μᾶς δίδει τὴν δυνατότητα νὰ μεταλάβωμεν τοῦ θαύματος, νὰ μετάσχωμεν τῆς νίκης κατὰ τοῦ θανάτου, νὰ γίνωμεν τέκνα φωτόμορφα τῆς Ἀναστάσεως καὶ ἀληθῶς «θείας κοινωνοὶ φύσεως»[3], ὅπως συνέβη καὶ συμβαίνει μὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους. Ἡ εἰς τὰ βάθη τῆς καρδίας ἡμῶν φυομένη κακοβότανος καὶ ἀκανθηρὰ δέσμη τῶν παθῶν, ἡ λιπαινομένη ἐκ τῆς σκωρίας τοῦ ἐν ἡμῖν «παλαιοῦ ἀνθρώπου»,[4] εἶναι ἐπάναγκες νὰ μεταμορφωθῇ τὸ συντομώτερον ἐν Χριστῷ, διὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ χάριν τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν περὶ ἡμᾶς ζωντανῶν εἰκόνων Του, δηλ. τῶν συνανθρώπων μας, εἰς ἀνθοδέσμην ἀρετῶν, ἁγιασμοῦ καὶ δικαιοσύνης. Οὕτω, ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος ἐπικαίρως ψάλλει: «Δικαιοσύνης ἐσθῆτα περιβαλλόμενοι λευκὴν ὑπὲρ χιόνα, τῇ παρούσῃ τοῦ Πάσχα ἡμέρᾳ εὐφρανθῶμεν, ἐν ᾖ ὁ Χριστός, δικαιοσύνης ὡς ἥλιος ἐκ τῶν νεκρῶν ἀνατείλας, πάντας ἡμᾶς ἀφθαρσίᾳ κατεφαίδρυνεν».[5] Τὸ λευκὸν ἔνδυμα τῆς δικαιοσύνης μᾶς ἐδόθη συμβολικῶς κατὰ τὸ ἅγιον Βάπτισμα καὶ καλούμεθα διὰ τῆς διαρκοῦς μετανοίας, τῶν χαροποιῶν δακρύων, τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς, τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἐπιθυμιῶν, τῆς ὑπομονῆς εἰς τὰ ὀδυνηρὰ τοῦ βίου καὶ τῆς ἀνυποχωρήτου προσπαθείας πρὸς πρακτικὴν ἐφαρμογὴν πασῶν τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καὶ μάλιστα τῆς κεφαλαιώδους ἐντολῆς τῆς ἀγάπης, νὰ τὸ ἀνακαθάρωμεν, μετέχοντες οὕτως εἰς τὴν σταυρικὴν κένωσιν τοῦ Θεανθρώπου, ὥστε νὰ ἔλθῃ ἡ πασχάλιος εὐφροσύνη, τὸ φαιδρὸν ἀναστάσιμον φῶς καὶ ἡ σωτηρία εἰς τὴν ζωὴν μας καὶ εἰς τὸν περὶ ἡμᾶς κόσμον.

Ταῦτα ἀπὸ τοῦ πάντοτε ἐν τῇ δοκιμασίᾳ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ φωτὶ καὶ τῇ χαροποιῷ ἐμπειρίᾳ τῆς Ἀναστάσεως, ὑπάρχοντος Φαναρίου ἑορτίως γράφοντες καὶ τὴν στοργὴν τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας διερμηνεύοντες, εὐχόμεθα ὁλοψύχως πᾶσαν παρὰ τοῦ ἐκ νεκρῶν Ἀναστάντος Ἀρχηγοῦ τῆς Ζωῆς σωτήριον δωρεὰν καὶ πασχάλιον εὐλογίαν.

Ἅγιον Πάσχα 2010

+ Ὁ Κωνσταντινουπόλεως

διάπυρος πρός Χριστόν Ἀναστάντα

εὐχέτης πάντων ὑμῶν

--------------------------------------------

Ἀναγνωσθήτω ἐπ᾽ ἐκκλησίας κατὰ τὴν Θείαν Λειτουργίαν τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Πάσχα, μετὰ τὸ Ἱερὸν Εὐαγγέλιον.


[1] Ἀναστάσιμον ἀπολυτίκιον Β΄ ἤχου.

[2] Πρβλ. Ἰωάν. 10, 10.

[3] Β΄ Πέτρ. 1, 4.

[4] Ἐφεσ. 4, 22.

[5] Στιχηρὸν Ἑσπερινοῦ τῆς Πέμπτης μετὰ τοῦ Θωμᾶ.

Τρίτη, Μαρτίου 02, 2010

Να τί λέει ο Πατριάρχης του Γένους για την γλώσσα



Πολλάκις δεν είναι η γλωσσική μορφή, αλλά η βαθύτης των νοημάτων και η έλλειψις εξοικειώσεως προς αυτά, η οποία καθιστά δυσνόητον ένα κείμενον. Η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν θεωρεί την γλωσσικήν μορφήν δόγμα, αλλά ποιμαντικόν μέσον. Επομένως χρησιμοποιεί εκάστοτε την αποτελεσματικωτέραν γλώσσαν. Εν τούτοις η εκκλησιαστική γλώσσα της Θείας Λατρείας δεν πρέπει να είναι η καθημερινή γλώσσα, αλλά υψηλοτέρα και επισημοτέρα, δια να αισθάνεται ο χριστιανός την επισημότητα της Θείας Λειτουργίας, χωρίς βεβαίως να αδυνατεί να παρακολουθήση τα νοήματα αυτής. Πρέπει να διδάξωμεν την ερμηνείαν της Θείας Λειτουργίας εις τους εκκλησιαζομένους χριστιανούς, μήπως ούτως αμβλυνθή το πρόβλημα της κατανοήσεως της γλώσσης αυτής.



Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος




blog Αναστάσιος

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 18, 2010

ΤΟ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΕΚΚΛΗΤΟΝ ΤΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ



ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ


Ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ἐπισήμου Ἀνακοινωθέντος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὑπό ἡμερομηνίαν 12ης Φεβρουαρίου 2010, τοῦ ἀναφερομένου καί εἰς τήν πρός τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἔκκλητον προσφυγήν τοῦ καταδικασθέντος εἰς ἔκπτωσιν ἀπό τοῦ θρόνου αὐτοῦ καί καθαίρεσιν Μητροπολίτου Ἀττικῆς Παντελεήμονος, ἀνακοινοῦνται τά ἀκόλουθα:

1. Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον δέχεται ἐκκλήτους προσφυγάς καταδικασθέντων ἀρχιερέων βάσει τῶν ἱερῶν κανόνων, ὡς οἱ 9ος καί 17ος τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καί ὄχι ἁπλῶς καί μόνον ἐπί τῇ βάσει νόμων οἱουδήποτε κράτους. Τοῦτο ἀποτελεῖ ἀναφαίρετον κανονικόν δικαίωμα αὐτοῦ, τό ὁποῖον οὐδείς ἐπιτρέπεται νά ἀμφισβητήσῃ, ἤσκησε δέ τοῦτο καί εἰς τήν περίπτωσιν τῆς ὡς ἄνω προσφυγῆς, ἡ ὁποία, ἐκτός τῶν μνημονευθέντων ἱερῶν κανόνων, ἐστηρίζετο καί εἰς σχετικόν νόμον τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους.
2. Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἐξήτασεν εἰς πρῶτον στάδιον τήν ἐν λόγῳ προσφυγήν καί ἔκρινεν ὅτι διά τήν τελικήν κρίσιν τοῦ προσφυγόντος θά ἔδει νά ἀκολουθηθῇ ἡ κανονική ὁδός, διό καί ἐζήτησεν ἀπό τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος τήν παραπομπήν αὐτοῦ εἰς δευτεροβάθμιον συνοδικόν δικαστήριον καί τήν μετά τοῦτο ἀποστολήν τοῦ σχετικοῦ φακέλλου εἰς τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον πρός τελικήν κρίσιν.
3. Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἐκτιμᾷ τήν δήλωσιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὅτι ἀποδέχεται εἰς τό σύνολόν των τόν Πατριαρχικόν Τόμον τοῦ 1850 καί τήν Πατριαρχικήν καί Συνοδικήν Πρᾶξιν τοῦ 1928, ἐκφράζει ὅμως τήν ἀπογοήτευσιν καί λύπην του, διότι, ἐν ἀντιθέσει πρός τήν δήλωσιν ταύτην, ἐπικαλουμένη σχετικόν νόμον τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ἡ Ἱερά Σύνοδος παρακάμπτει καί ἐν τῇ οὐσίᾳ ἀκυρώνει τήν ὡς ἄνω ἀπόφασιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ὑπενθυμίζεται ὅτι κατά τόν ἱδρυτικόν τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος Τόμον τοῦ 1850 ἡ διοίκησις αὐτῆς ὀφείλει νά ἀσκῆται κατά τούς ἱερούς κανόνας ἀκωλύτως ἀπό πάσης κοσμικῆς ἐπεμβάσεως.
4. Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον οὐδόλως καί εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν ἐπιθυμεῖ νά ὑποστηρίξῃ συγκεκριμένα πρόσωπα, ἐμμένει ὅμως, ὡς ἔχει ἱερόν χρέος, εἰς τήν τήρησιν κανονικῆς τάξεως καί τόν ὑπό πάντων ἀνεξαιρέτως ἔμπρακτον σεβασμόν τῶν ἐκ τῶν ἱερῶν κανόνων δικαίων καί ὑποχρεώσεών του.
5. Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω, τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον καλεῖ τήν Ἁγιωτάτην Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος ὅπως μή χωρήσῃ εἰς τήν πλήρωσιν τῶν δημιουργηθεισῶν δύο νέων Μητροπόλεων πρίν ἤ ὁλοκληρωθῇ ἡ ἐκκρεμοῦσα διαδικασία τῆς ἐκδικάσεως τῆς περί ἧς πρόκειται ἐκκλήτου προσφυγῆς εἰς αὐτό.

Ἐν τοῖς Πατριαρχείοις, τῇ 17ῃ Φεβρουαρίου 2010

Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου

Τρίτη, Φεβρουαρίου 16, 2010

To έκκλητον υπό αμφισβήτησιν

του Νίκου Παπαχρήστου

«Θεωρώ περιφρόνηση προς το Πατριαρχείο τον τρόπο με τον οποίο το αντιμετωπίζει η Εκκλησία της Ελλάδος». Ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων Θεόκλητος, με αυτή τη δήλωση του στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, έστειλε σαφές μήνυμα στην Αθήνα αλλά και στην Κωνσταντινούπολη. Και ως φαίνεται δεν είναι ο μόνος αφού πληροφορίες εμφανίζουν πολλούς Ιεράρχες να εκφράζουν προς κάθε κατεύθυνση την έκπληξη και συνάμα τη δυσαρέσκεια τους από την απόφαση της ΔΙΣ να παρακάμψει το Οικουμενικό Πατριαρχείο και το δικαίωμα του εκκλήτου.

Είναι χαρακτηριστικό ότι αρκετοί Αρχιερείς, σε ιδιωτικές τους συζητήσεις, εκφράζουν τον έντονο προβληματισμό τους για το πώς είναι δυνατόν να συμμετάσχουν σε μια Σύνοδο Ιεραρχίας που στην πραγματικότητα θα ακυρώσει ένα από τα κορυφαία αρχαία Κανονικά δικαιώματα του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, στο οποίο θεμελιώνεται η οικουμενικότητα του. Ταυτόχρονα όμως θα απεμπολήσουν και μια δυνατότητα που οι Ιεροί Κανόνες παρέχουν σε όλους τους επισκόπους της οικουμένης, να καταφεύγουν στην πρωτόθρονη Εκκλησία και τον Οικουμενικό Πατριάρχη προκειμένου να κρίνει τις υποθέσεις τους. Και πράγματι, στο παρελθόν, η έκκλητος προσφυγή φάνηκε πολλές φορές χρήσιμη σε Ιεράρχες και της Εκκλησίας της Ελλάδος αλλά και άλλων εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών.

Τώρα η ΔΙΣ, μέσα από το πολιτειοκρατικό πνεύμα και τις αγκυλώσεις του ελλαδικού εκκλησιαστικού βίου, προέβαλε ως δικαιολογία τους κοσμικούς νόμους για να αποφύγει να εφαρμόσει όλα όσα προβλέπουν οι Ιεροί Κανόνες. Και όλα αυτά, δήθεν, για να κλείσει η πολύκροτη υπόθεση του κ.Παντελεήμονα Μπεζενίτη με την οποία στην πραγματικότητα απέφυγε συστηματικά να ασχοληθεί η εκκλησιαστική δικαιοσύνη. Ίσως εμποδιζόμενη από την ατολμία και τη διάχυτη υποκρισία κάποιων εκκλησιαστικών ταγών. Έτσι η Εκκλησία της Ελλάδος, επιβεβαιώνοντας ότι αποτελεί γνήσιο πολιτειοκρατικό δημιούργημα, προτίμησε να συρθεί από τους νόμους, τα πολιτικά δικαστήρια και τους εισαγγελικούς λειτουργούς, εμφανιζόμενη ανίκανη να διαχειριστεί τα του Οίκου της. Τώρα δείχνει να πιέζεται. Θέλει να κλείσει βιαστικά την υπόθεση και άρον άρον να προχωρήσει στην πλήρωση των μητροπόλεων που προέκυψαν από τη διχοτόμηση της μητρόπολης Αττικής η οποία κατέστη δυνατή ύστερα από επίμονες παρακλήσεις της προς την Πολιτεία.

Είναι φανερό ότι στο επίκεντρο του ζητήματος δεν βρίσκεται ο κ.Παντελεήμονας και το μέλλον του. Άλλωστε στη συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας ο πρώην μητροπολίτης έχει καταλάβει την θέση που του αναλογεί.

Στο επίκεντρο δεν βρίσκονται ούτε οι αρχιερατικές εκλογές που όπως φαίνεται αποφάσισε πριν τη ΔΙΣ, το φημολογούμενο άτυπο «αρχιεπισκοπικό διευθυντήριο», κινούμενο προφανώς από ταπεινά ελατήρια μεταξύ των οποίων και η επιθυμία για την τακτοποίηση ενός ακόμα πνευματικού τέκνου.

Το διακύβευμα είναι το δικαίωμα του εκκλήτου. Επίσης είναι ο σεβασμός των Ιερών Κανόνων. Είναι η ανεξαρτησία της Εκκλησίας από κάθε επιρροή της κοσμικής εξουσίας.

«Όσον μεγαλύτεροι είμεθα, όσον υψηλότερα ιστάμεθα, όσον σπουδαιοτέρας και πλέον υπευθύνους θέσεις κατέχομεν, τόσον προσεκτικώτερον και με άκραν συνέπειαν και ευλάβειαν «νομοφυλακείν οφείλομεν», κατά την έκφρασιν του Μεγάλου Φωτίου, δηλαδή οφείλομεν να τηρούμεν τους Νόμους. Όχι μόνον τους υπό του Θεού τεθέντας και υπό της Εκκλησίας του, αλλά και τους Νόμους της Πολιτείας, τους Νόμους του Κράτους, εις το οποίον διαβιούμεν, εφ’ όσον, εννοείται, οι τελευταίοι δεν συγκρούονται με τους πρώτους, διότι τότε ισχύει απροφασίστως το: «πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον, η ανθρώποις» είχε υπογραμμίσει ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, σε ομιλία του, στις 2 Φεβρουαρίου, στον Ιερό Ναό της Υπαπαντής στην Καλαμάτα.

Την περασμένη εβδομάδα η ΔΙΣ επιχείρησε να ξεπεράσει τον σκόπελο αναιρώντας τον εαυτό της και επιχειρώντας να κάνει τους πάντες να πιστέψουν ότι δεν καταλαβαίνουν τι βλέπουν, τι ακούν και κυρίως τι διαβάζουν. Η συνέπεια προφανώς δεν ήταν οδηγός των αποφάσεων της.

Ας ευχηθούμε ότι τις επόμενες ημέρες, μέσα στην ατμόσφαιρα της ανυπόκριτης σιωπής και περισυλλογής της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, οι Συνοδικοί Ιεράρχες θα επανεξετάσουν την απόφαση τους και θα αποφύγουν να συνδέσουν το όνομά τους με τη μεγαλύτερη αμφισβήτηση, στην ιστορία, ενός κανονικού προνομίου της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως.

amen.gr

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 12, 2010

Λόγος κατηχητήριος επί τη ενάρξη της αγίας και μεγάλης τεσσαρακοστής

+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ

ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ - ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΧΑΡΙΣ ΕΙΗ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ,
ΠΑΡ’ HΜΩΝ ΔΕ ΕΥΧΗ, ΕΥΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΗΣΙΣ


Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Ἀπὸ αὔριον εἰσερχόμεθα εἰς τὸ στάδιον τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Εἰς τὸν Κατανυκτικὸν Ἑσπερινὸν τῆς Συγγνώμης ποὺ θὰ ψαλῇ ἀπόψε, θὰ ἀκούσωμεν τὸν ἱερὸν ὑμνογράφον νὰ μᾶς προτρέπῃ: «Τὸν τῆς νηστείας καιρὸν φαιδρῶς ἀπαρξώμεθα, πρὸς ἀγῶνας πνευματικοὺς ἑαυτοὺς ὑποβάλλοντες», προετοιμαζόμενοι διὰ τὴν ὑποδοχὴν τοῦ Ἀχράντου Πάθους καὶ τῆς ἁγίας Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου μας.

Ζητεῖται, λοιπόν, κατ’ ἀρχὴν διάθεσις χαρούμενη, διὰ νὰ ἀποδυθῶμεν ἐπιτυχῶς εἰς τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνας τῆς κατανυκτικῆς περιόδου τῶν καθαρμῶν καὶ τῶν ἀναβάσεων. Ἡ νηστεία, ἡ ἐγκράτεια, ἡ λιτότης, ὁ περιορισμὸς τῶν ἐπιθυμιῶν, ἡ πυκνὴ προσευχή, ἡ ἐξομολόγησις καὶ τὰ λοιπὰ στοιχεῖα ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν περίοδον τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν πρέπει νὰ ἐκλαμβάνωνται ὡς ἐπαχθῆ καθήκοντα, ὡς βάρη ἀσήκωτα ἤ ὡς ἔργα καταναγκαστικὰ ποὺ φέρουν ἀθυμίαν καὶ κατήφειαν! Οἱ ἰατροὶ ὅταν συνιστοῦν δίαιταν ἤ γυμναστικὴν ἤ ἄλλας ἀσκήσεις, ἀναγκαίας διὰ τὴν ψυχοσωματικὴν ὑγιείαν καὶ εὐρωστίαν, τὸ πρῶτον ποὺ ζητοῦν, ὡς ἀπαραίτητον προϋπόθεσιν ἐπιτυχίας, εἶναι ἡ εὐχάριστος ψυχικὴ διάθεσις τοῦ ἐνδιαφερομένου, τὸ χαμόγελον, καὶ ἡ ἐλπιδοφόρος θετικὴ σκέψις! Ἀνάλογα ἰσχύουν καὶ διὰ τὸ ἅγιον στάδιον τῶν Νηστειῶν ποὺ ἀνοίγεται ἐνώπιόν μας. Τὴν Μεγάλην Τεσσαρακοστὴν πρέπει νὰ τὴν βλέπωμεν ὡς πολύτιμον θεῖον χάρισμα! Ὡς τὴν μεγάλην ὥραν τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ποὺ θέλει νὰ μᾶς ἀποτραβήξῃ ἀπὸ τὰ ὑλώδη, χαμαίζηλα καὶ ἀποπνέοντα θάνατον, καὶ νὰ μᾶς ἀνεβάσῃ ὑψηλότερα, εἰς τὴν πλήρη ὑγείας καὶ ζωῆς σφαῖραν τοῦ πνεύματος! Ὡς τὴν μεγάλην εὐκαιρίαν ποὺ μᾶς δίδεται διὰ νὰ ἀποτοξινώσωμεν τὴν ψυχὴν ἀπὸ κάθε πάθος καὶ νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸ σῶμα ἀπὸ ὅ,τι περιττόν, ἐπιζήμιον καὶ θανάσιμον! Ἑπομένως, ὡς μίαν πολὺ μεγάλην ἀγαλλίασιν καὶ χαράν μας. Ἀληθινὴν ἑορτὴν καὶ εὐφροσύνην!

Ἀλλὰ ἡ νηστεία, ἀγαπητοί, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ἀπὸ τὰ τέκνα της ἡ Ἐκκλησία, ἡ ἐγκράτεια, ἡ λιτότης, ὁ περιορισμὸς τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ τῶν ἀπολαύσεων καὶ τῶν συναφῶν περιττῶν ἐξόδων, ἀποτελοῦν, κυριολεκτικῶς, σωτήριον συνταγὴν εἰδικῶς ἐφέτος, ποὺ ἔχει ἐκσπάσει ἡ μεγάλη παγκόσμιος οἰκονομικὴ κρίσις, ἡ ὁποία ἐγκυμονεῖ ἄμεσον κίνδυνον χρεωκοπίας ὄχι μόνον «νοικοκυριῶν» καὶ ἐπιχειρήσεων, ἀλλὰ καὶ χωρῶν ὁλοκλήρων ἀνὰ πᾶσαν τὴν ὑφήλιον, μὲ συνακόλουθον ὀλέθριον ἀποτέλεσμα τὴν κατακόρυφον αὔξησιν τῆς ἀνεργίας, τὴν δημιουργίαν ὁλοκλήρων στρατιῶν νεοπτώχων, τὴν ἀπόγνωσιν, τὴν ἔκρηξιν κοινωνικῶν ἀναστατώσεων, τὴν αὔξησιν τῆς ἐγκληματικότητος καὶ ἄλλα χειρότερα τούτων. Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ μᾶς διδάσκει νὰ πορευώμεθα καθημερινῶς μὲ ὀλιγώτερα, χωρὶς τὴν ὕβριν τῆς ὑπερβολῆς, τῆς σπατάλης καὶ τῆς ἐπιδείξεως! Νὰ ἀπεμπολοῦμεν τὴν πλεονεξίαν, νὰ ἀγνοοῦμεν τὰς προκλήσεις τῆς διαφημίσεως, ἡ ὁποία προβάλλει διαρκῶς νέας ψευδεῖς ἀνάγκας, καὶ νὰ περιοριζώμεθα εἰς τὰ ἀπολύτως ἀπαραίτητα καὶ ἀναγκαῖα, μὲ ἀξιοπρεπῆ ἠθελημένην λιτότητα! Νὰ μὴ εἴμεθα καταναλωτικὴ ἀγέλη βουλιμικῶν, ἀπερισκέπτων καὶ ἀκάρδων ἀτόμων, ἀλλὰ κοινωνία εὐαισθήτων προσώπων, δίδοντες ἐν ἀγάπῃ τόπον καὶ χεῖρα βοηθείας εἰς τὸν ἄλλον, τὸν «πλησίον» μας, ποὺ ὑστερεῖται καὶ δυσπραγεῖ! Μᾶς διδάσκει ἀκόμη τὴν ὑπομονὴν καὶ τὴν ἐγκαρτέρησιν εἰς τὴν μικρὰν ἤ μεγαλυτέραν στέρησιν, ἀλλὰ καὶ τὴν ταυτόχρονον ἐκζήτησιν τῆς βοηθείας καὶ τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ, μὲ πολλὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν φιλόστοργον πρόνοιάν Του! Ἔτσι θέλει τὴν Τεσσαρακοστὴν ὁ Χριστός! Ἔτσι τὴν ἐβίωσαν ὅλοι οἱ Ἅγιοι! Ἔτσι ἠγωνίσθησαν τὸν ἀγῶνα της οἱ εὐσεβεῖς πατέρες μας! Ἔτσι τὴν ἐγνώρισε παλαιόθεν τὸ Γένος μας! Ἔτσι τὴν προβάλλει καὶ τὴν κηρύσσει πάντοτε, καὶ ὅλως ἰδιαιτέρως εἰς τὴν παροῦσαν δύσκολον διεθνῆ συγκυρίαν, ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει πολύπειρος καὶ ἀδιαλείπτως νήφουσα Μήτηρ Ἐκκλησία!

Ταῦτα ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ Φαναρίου ἐν ἀγάπῃ Χριστοῦ καὶ αἰσθήματι εὐθύνης λέγοντες καὶ κηρύσσοντες, εὐχόμεθα πατρικῶς ἐν πάσῃ εὐλογίᾳ πνευματικῇ καὶ καλῇ καρποφορίᾳ τὸ ἀρχόμενον ἅγιον στάδιον!

Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή ,βι´
+ Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος
διάπυρος πρὸς Θεὸν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

Τρίτη, Φεβρουαρίου 02, 2010

ΚΑΘ' ΟΔΟΝ ΠΡΟΣ ΕΝΑ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΝ


[Ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου κατά την αναγόρευσή του σε Επίτιμο Καθηγητή του Τμήματος Βιολογικών, Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας του Τ.Ε.Ι. Καλαμάτας, σήμερα το πρωί, 1 Φεβρουαρίου 2010.]

Ο αιών που πέρασε υπήρξε ο πιο βίαιος αιών εις την ιστορίαν της ανθρωπότητος. Ήτο περίοδος απεριγράπτου ωμότητος του ανθρώπου απέναντι εις τον συνάνθρωπον, αλλά και πρωτόγνωρης βαρβαρότητος έναντι του φυσικού περιβάλλοντος. Μετά τους δύο αιματηρούς παγκοσμίους πολέμους, διεξάγεται σήμερον, όπως εγράφη, «ένας τρίτος παγκόσμιος πόλεμος κατά της φύσεως». Πράγματι, εάν ιεραρχούσαμε τα μεγάλα παγκόσμια προβλήματα της εποχής μας, θα τοποθετούσαμε εις την πρώτην θέσιν το οικολογικόν πρόβλημα, κυριολεκτικώς ως θέμα ζωής και θανάτου. Δεν φαίνεται να έχουν άδικον εκείνοι που υποστηρίζουν ότι η οικολογική κρίσις είναι «η μεγαλυτέρα κρίσις εις την ιστορικήν πορείαν της ανθρωπότητος», το απόγεον της οποίας δεν εβιώσαμεν ακόμη. Ζώμεν όμως ήδη τας σοβαράς επιπτώσεις της, την δραματικήν μείωσιν της βιοποικιλότητος, την ερήμωσιν, την καταστροφήν των δασών, την μόλυνσιν της ατμοσφαίρας και των υδάτων, τας οδυνηράς συνεπείας της κλιματικής αλλαγής, καθώς και τας κοινωνικάς και πολιτισμικάς προεκτάσεις όλων αυτών.

Εις τον αιώνα «λήθης της αμαρτωλότητος» απεκαλύφθησαν αι καταστροφικαί δυνάμεις της αμαρτίας ή της αλλοτριώσεώς μας, δηλαδή της αλαζονίας και του προμηθεϊκού τιτανισμού της ανθρωπίνης ελευθερίας, τόσον εις τας ανθρωπολογικάς και κοινωνικάς όσον και εις τας κοσμικάς διαστάσεις των. Η κοινή ρίζα όλων των μορφών της ανθρωπίνης καταστροφικότητος είναι όντως η αυτοαποθέωσις του ανθρώπου, το «σύμπλεγμα του Θεού», όπως ωνομάσθη. Εις την θέσιν του εκθρονισθέντος Θεού δεν εκάθισεν ο «διαφωτισμένος άνθρωπος», αλλά ο επηρμένος «ανθρωποθεός».

Δεν αρνούμεθα, φυσικά, ότι ο νεωτερικός άνθρωπος ήλλαξε την ιστορίαν, εδημιούργησε πολλά άξια λόγου εις τον χώρον της πολιτικής, της κοινωνίας, της οικονομίας, της παιδείας, της αντιμετωπίσεως της πείνας, της ενδείας, της ασθενείας. Δεν δυνάμεθα όμως να αποσιωπήσωμεν την «διαλεκτικήν της νεωτερικότητος» και την αμφισημίαν της προόδου, να μη αναλογισθώμεν το βαρύ τίμημα, το οποίον πληρώνει η σύγχρονος ανθρωπότης εις πολλούς τομείς και ιδίως αναφορικώς προς το φυσικόν περιβάλλον...

ολόκληρο εδώ...