ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απόστολοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απόστολοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Νοεμβρίου 16, 2021

Ο άγιος Απόστολος και Ευαγγελιστής Ματθαίος

 


Ο άγιος Απόστολος Ματθαίος ονομαζόταν αρχικά Λευί ή Λευΐς (Μάρκ. 2, 14· Λουκ. 5, 27). Ήταν γιος του Αλφαίου και ασκούσε το επάγγελμα του τελώνη (φοροεισπράκτορα)· ήταν εγκατεστημένος στην Καπερναούμ η οποία φαίνεται να ήταν και η πατρίδα του. Μια ημέρα που καθόταν στο τελωνείο του, έτυχε να περνά από εκεί ο Χριστός με ένα πλήθος ανθρώπων πίσω Του, το οποίο ρουφούσε με δίψα τη διδασκαλία Του. Ο Κύριος έστρεψε το βλέμμα Του προς τον Ματθαίο και του είπε: «Ακολούθησέ Με!». Ο τελώνης σηκώθηκε τότε και, δίχως μια σκέψη αναβολής ή ένα βλέμμα σε ό,τι άφηνε πίσω του, Τον ακολούθησε. Πριν πορευθεί με τον Χριστό, έκανε στο σπίτι του ένα μεγάλο γεύμα στο οποίο έλαβαν μέρος ο Κύριος και οι μαθητές Του, καθώς και πολλοί τελώνες και άλλοι άνθρωποι. Στον σκανδαλισμό των υποκριτών και κακόγνωμων Φαρισαίων, ο Κύριος απάντησε: «Δεν έχουν ανάγκη από γιατρό οι υγιείς, αλλά οι άρρωστοι· δεν ήρθα να καλέσω σε μετάνοια τους δικαίους, αλλά τους αμαρτωλούς» (Μάρκ. 2, 17· Λουκ. 5, 27· Ματθ. 9, 13). Ο Ματθαίος ακολούθησε δίχως κανένα δισταγμό τον Χριστό σε όλη Του την πορεία στην Παλαιστίνη και ήταν μάρτυρας της διδασκαλίας Του και των θαυμάτων Του πριν τη Σταύρωσή Του και μετά την Ανάστασή Του. Αφού επληρώθη της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος την ημέρα της Πεντηκοστής μαζί με τους άλλους Αποστόλους, έφθασε να κηρύξει το ευαγγέλιο στους συμπατριώτες του Εβραίους. Για τον λόγο αυτό, λέγεται ότι οκτώ χρόνια μετά την Ανάληψη συνέταξε το πρώτο Ευαγγέλιο στην εβραϊκή (αραμαϊκή) γλώσσα, δηλαδή τη διήγηση των πράξεων και της διδασκαλίας του Σωτήρος, το οποίο το προόριζε για τους ομοπάτριούς του εβραίους ή για τους λαούς στους οποίους δεν είχε πρόσβαση διά της προφορικής διδασκαλίας. Το Ευαγγέλιο αυτό μεταφράστηκε στα ελληνικά λίγα χρόνια μετά, από τον άγιο Ιάκωβο, πρώτο επίσκοπο Ιεροσολύμων [23 Οκτ.], και αντιγράφηκε από τον άγιο Βαρθολομαίο [11 Ιουν.]. Δεν άργησε να αντικαταστήσει το πρωτότυπο εβραϊκό (αραμαϊκό), του οποίου δεν σώζεται αντίγραφο. Αν και αυτή είναι η κύρια εκδοχή της αγιολογικής παραδόσεως, ωστόσο, σύγχρονοι ερμηνευτές όπως και πολλοί Πατέρες της Εκκλησίας θεωρούν μάλλον προγενέστερο το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον. Σύμφωνα με την εκδοχή που μας δίνει ο άγιος Συμεών ο Μεταφραστής [9 Νοεμ.] και τα αρχαία Συναξάρια, στη συνέχεια, ο άγιος Ματθαίος ξεκίνησε να διαδώσει το μήνυμα της Σωτηρίας στη χώρα των Πάρθων και υπέστη πολλές δοκιμασίες εκ μέρους των ειδωλολατρών. Έφθασε τέλος στην Ιεράπολη, στις όχθες του Ευφράτη, και κατάφερε με τη δύναμη του κηρύγματός του να μεταστρέψει πλήθος ειδωλολατρών στην αλήθεια. Αναπαύθηκε εν ειρήνη Κυρίου σε προχωρημένη ηλικία.

Σύμφωνα όμως με άλλη παράδοση, την οποία αναφέρουν οι άγιοι Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος [22 Νοεμ.] και Νικόδημος Αγιορείτης [14 Ιουλ.], αφού υπέστη πολλά εκ μέρους των Πάρθων και των Μήδων που αντιστάθηκαν σθεναρά στο θείο του κήρυγμα, ο άγιος Απόστολος Ματθαίος φέρεται ότι πήγε να ζήσει στις κακοτράχαλες ερημίες ενός βουνού, για να αφιερωθεί στην άσκηση και την προσευχή. Εκεί, λέγεται ότι του φανερώθηκε ο Κύριος με τη μορφή ενός παιδιού και του έδωσε ένα ραβδί με την εντολή να πάει να το φυτεύσει κοντά στην εκκλησία της πόλεως Μυρμήνης. Ο επίσκοπος της πόλεως, Πλάτων, υποδέχθηκε πανηγυρικά τον Ματθαίο με όλο τον κλήρο του. Μόλις ο Απόστολος του Χριστού φύτευσε το ραβδί, αυτό βλάστησε, έγινε δένδρο και έβγαλε καρπούς που ανάδιναν νόστιμο μέλι, σαν μια θεόσταλτη πρόγευση της άφθαρτης τρυφής του Παραδείσου. Μια πηγή ανάβλυσε, επίσης, στη ρίζα του δένδρου και όσοι πήγαιναν και λούζονταν εκεί, ελευθερώνονταν από τα πάθη τους και τα σκοτάδια της ειδωλολατρίας που τους κατέτρυχαν. Παρά τις πολλές ευεργεσίες που έκανε στους Πάρθους και μάλιστα στην ίδια τη βασιλική οικογένεια, ο άγιος Ματθαίος υποβλήθηκε από τον βασιλέα Φουλβιανό σε τρομερά βασανιστήρια και μαρτύρησε στο τέλος διά πυρός. Κατάφερε όμως τελικά να μεταστρέψει τον τύραννο στην Πίστη του Χριστού με τη μεσολάβηση των πολλών θαυμάτων  που έκαναν λίγο αργότερα τα τίμια λείψανά του. Τη στιγμή της βαπτίσεώς του, ο βασιλέας ζήτησε να λάβει το όνομα Ματθαίος. Γκρέμισε τα είδωλα σε όλη τη χώρα και οδήγησε ολόκληρο τον λαό του στην αγία Εκκλησία.

Όταν εκοιμήθη ο Πλάτων, ο βασιλέας άφησε τον θρόνο στον γιο του και έγινε επίσκοπος, σύμφωνα με τις θεοφώτιστες επιταγές που άφησε ο άγιος Απόστολος Ματθαίος. Μάλιστα, στα σλαβονικά Συναξάρια, αυτός ο πρώην βασιλεύς και μετέπειτα επίσκοπος Ματθαίος, μνημονεύεται σήμερα σαν άγιος που συνεορτάζει μαζί με τον Απόστολο και Ευαγγελιστή Ματθαίο, τον φωτιστή της ψυχής και του λαού του.

Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου: «Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Τόμος 3ος (Νοέμβριος)

Τρίτη, Ιουνίου 29, 2021

Εάν οι απόστολοι ισχυρίζονταν την ανάσταση του Χριστού από τους νεκρούς και γι’ αυτό τον ισχυρισμό έπαιρναν μαρμάρινα παλάτια δίπλα στον Ηρώδη στα Ιεροσόλυμα ή το επάγγελμα του συγκλητικού στη Ρώμη, αμέσως ο ισχυρισμός τους θα έδειχνε ψεύτικος.





Όμως, το κήρυγμά τους παίρνει όψη αλήθειας από τη στιγμή, που ξεκινούν γι’ αυτό τους το κήρυγμα να θυσιάζουν τις περιουσίες τους, το χρόνο, τους φίλους, την υγεία και την ευτυχία τους.
Όταν πρώτη φορά οι απόστολοι μίλησαν περί του αναστημένου Χριστού, οι άνθρωποι γελούσαν και τους αποκαλούσαν μεθυσμένους.
Όταν μίλησαν δεύτερη φορά, οι άνθρωποι δεν γελούσαν, αλλά μπόρεσαν να τους αποκαλέσουν πληρωμένους. Όταν οι άνθρωποι τους έβαλαν στα μαρτύρια και πάλι άκουσαν τα ‘ίδια λόγια από το στόμα τους, τότε άρχισαν να σκέφτονται.
Και μόλις είδαν οι άνθρωποι ότι ούτε το αίμα τους δεν λυπούνται να χύσουν προκειμένου να μιλήσουν περί αναστάσεως, τους πίστεψαν.
Όχι η λογική αλλά το αίμα των μαρτύρων απέδειξε την ανάσταση του Χριστού...

(Από Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, ''Αργά βαδίζει ο Χριστός'')

Δευτέρα, Ιουνίου 28, 2021

Πέτρου και Παύλου

Αν η μνήμη κάθε αγίου τελείται, για τους λόγους που είπα­με, από εμάς με ύμνους και τα εγκώμια που ταιριάζουν σ’ αυτούς, πόσο περισσότερο πρέπει του Πέτρου και του Παύλου, της κορυ­φαίας ακρότητας του κορυφαίου χορού των Αποστόλων; Αυτοί είναι κοινοί πατέρες και καθοδηγητές όλων εκείνων που φέρουν το όνομα του Χριστού, αποστόλων, μαρτύρων, οσίων, ιερέων, ιεραρχών, ποιμένων και διδασκάλων, και όλων των ποιμαινομένων και διδασκομένων, ως αρχιποιμένες ή και αρχιτέκτονες της κοινής όλων ευσέβειας και αρετής, και «ως φωστήρες στον κόσμο που επέχουν θέση ζωής» (Φιλ. 2, 16), που τόσο πολύ ξεπερνούν σε λάμψη εκείνους που διέλαμψαν με την ευσέβεια και την αρετή τους, όσο υπερβαίνει τους άλλους αστέρες ο ήλιος, ή όσο οι ουρανοί τους ουρανούς, διηγούμενοι την ανώτατη δόξα του Θεού· τόσο πολύ ξεπερνούν το μέγεθος των ουρανών και το κάλλος των αστέρων και την ταχύτητα και των δύο και την τάξη και τη δύναμη, όσο αυτοί φανερώνουν και τα πάνω από την αίσθηση προς αυτά τα υπερουράνια και υπερκόσμια, και αναπέμπουν φως, «στο οποίο δεν υπάρχει παραλλαγή ή αποσκίασμα μετατροπής» (Ιακ. 1, 17), όχι μόνο εξάγοντας από το σκότος στο θαυμαστό αυτό φως, αλλά καθι­στώντας με τη μετάδοση αυτούς που μετέχουν φως και γεννήμα­τα τέλειου φωτός, ώστε και ο καθένας από αυτούς κατά τη μελλο­ντική ένδοξη παρουσία και επιφάνεια του αρχίφωτου και θεάν­θρωπου Λόγου να λάμψει σαν ήλιος.
Τέτοιοι φωστήρες έχοντας ανατείλει σήμερα σε μας ο ένας μαζί με τον άλλο λαμπρύνουν την Εκκλησία· γιατί η σύνοδος αυτών δεν προκαλεί έκλειψη, αλλά περίσσεια φωτός· γιατί δεν συμβαίνει, περιπολώντας ο ένας επάνω, να είναι εδραιωμένος στα ύψη, και ο άλλος να είναι χαμηλότερα για να υποσκιάσει τον άλλο, ούτε ο ένας να ηγείται της ημέρας και ο άλλος της νύχτας, ώστε φερόμενος αντίκρυ να πέσει στη σκιά, ούτε ο ένας να εκπέμπει το φως και ο άλλος να παίρνει το φως από εκεί, ώστε να παθαίνει από αυτό αλλοίωση, δεχόμενος άλλοτε αλλιώς τον φωτι­σμό ανάλογα με την απόσταση, αλλά, αφού και οι δύο κατέστη­σαν εξίσου μέτοχοι του Χριστού, της αστείρευτης πηγής, του αιώ­νιου φωτός, απέκτησαν ίσο και το ύψος και τη δόξα και τη λαμπρότητα. Γι’ αυτό και είναι αλληλουχία η σύνοδος των φω­στήρων αυτών, που χορηγεί διπλάσια έλλαμψη στις ψυχές των πιστών.

άγιος γρηγόριος παλαμάς

Δευτέρα, Νοεμβρίου 30, 2020

Για τον άγιο απόστολο του Χριστού Ανδρέα († Αρχ. Γεώργιος Καψάνης, Προηγούμενος Ι. Μ. Γρηγορίου Αγίου Όρους)



Ο άγιος απόστολος Ανδρέας βρισκόταν πολύ κοντά στον Χριστό, όπως και ο αδελφός του, ο απόστολος Πέτρος. Επειδή είχε μία σταθερή αγάπη προς τον Χριστό, αυτή η αγάπη τού επέτρεπε να είναι πάντοτε κοντά στον Χριστό και να είναι πάντοτε βοηθός Του στο έργο του ευαγγελισμού.

Ήταν μία ψυχή η οποία λαχταρούσε τον Θεό. Δεν αναπαυόταν στην ματαιότητα και στα γήινα. Είχε πόθο Θεού. Και γι’ αυτό, όταν άκουσε ότι υπάρχει κάποιος προφήτης στην έρημο του Ιορδάνου, ο Ιωάννης, άφησε ό,τι είχε και έτρεξε για να γίνει μαθητής του, αν και ήταν αρκετά μεγάλος στην ηλικία και είχε και υποχρεώσεις.

Εκεί όμως που ακολουθούσε τον Ιωάννη, εμφανίσθηκε ο Ιησούς. Είδε τότε ο Ανδρέας, ο πιστός μαθητής του Ιωάννου, ότι ο διδάσκαλός του ο Ιωάννης έδειχνε τον Ιησού και έλεγε: «Ίδε ο αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου» (Ιω. 1:29) και άλλα και ότι Αυτός είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας.

Κατάλαβε τότε, ότι αυτός ο πόθος που είχε στην ψυχή του να γνωρίσει τον Θεό και να ενωθεί μαζί Του, δια του Ιησού θα επετυγχάνετο, του αναμενομένου Μεσσία. Γι’ αυτό και με ευλογία τού μέχρι εκείνη την ώρα –ας τον πούμε έτσι– Γέροντά του και πνευματικού του πατρός και διδασκάλου, του Τιμίου Προδρόμου, εγκαταλείπει τον Ιωάννη, για να ακολουθήσει τον Ιησού. Και είναι γνωστή από το ιερό Ευαγγέλιο η μετέπειτα πορεία του αποστόλου Ανδρέα.

Ακούσαμε και στην ανάγνωση το γεγονός που διηγείται ο άγιος Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, που δείχνει την οικειότητα και την παρρησία που είχε προς τον Ιησού, λόγω της αγάπης την οποία είχε προς Αυτόν. Όταν πήγαν οι Έλληνες και ζήτησαν να δουν τον Ιησού, απετάνθησαν πρώτα προς τον απόστολο Φίλιππο, ο οποίος δεν είχε –όπως φαίνεται– τόσο θάρρος προς τον Κύριο. Και γι’ αυτό απετάνθη προς τον απόστολο Ανδρέα και του λέει: «Τι να κάνουμε; Οι Έλληνες ζητούν να δουν τον διδάσκαλό μας». Και ο απόστολος Ανδρέας τους οδήγησε στον Κύριο (Ιω. 12:20-23). Αλλά και από άλλα σημεία των Ευαγγελιστών φαίνεται η οικειότητα του αγίου αποστόλου Ανδρέα προς τον Ιησού.

Έλαχε και σ’ αυτόν να κηρύξει το Ευαγγέλιο σε πολλά έθνη. Όσο λίγοι Απόστολοι περιέτρεξε την οικουμένη. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο συναξάριό του λέγει ένα χαριτωμένο περιστατικό, αφού απαριθμεί τον κατάλογο των περιοχών και των εθνών και των πόλεων στα οποία κήρυξε ο απόστολος Ανδρέας, που είναι αρκετά μακρύς. Μετά λέει:

«Ας μη νομισθεί ότι η μετάβαση σε όλα αυτά τα μέρη ήταν εύκολη, όπως εύκολα στον λόγο αναφέρονται τα ονόματα αυτά. Ήταν κοπιώδης και μαρτυρική, όπως μαρτυρική ήταν και η τελείωσή του στην πόλη των Πατρών».

Είναι ευλογία για το Ορθόδοξο έθνος μας και τον λαό μας που έχουμε τον απόστολο Ανδρέα μέσα στα σπλάχνα της πατρίδος μας, που το αίμα του έχει ποτίσει τον τόπο μας και την πατρίδα μας και που είναι και ο ιδρυτής της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως.

Τον ευχαριστούμε για την προσφορά του στην Εκκλησία και στον κόσμο όλο, και ταπεινά τον παρακαλούμε να πρεσβεύει στον Κύριο να μας βοηθήσει, όπως εκείνος είχε μία όχι απλώς αγάπη προς τον Χριστό, αλλά σταθερή αγάπη προς τον Χριστό χωρίς διακυμάνσεις και πτώσεις, έτσι και εμείς να έχουμε μία σταθερή αγάπη προς τον Χριστό κάθε λεπτό της ζωής μας.

(1987)


άλλη όψις

Τρίτη, Ιουνίου 30, 2020

Tω αυτώ μηνί Λ΄, η Σύναξις των Aγίων ενδόξων και πανευφήμων Aποστόλων των Δώδεκα και δήλωσις, όπως, και που έκαστος αυτών εκήρυξε και ετελειώθη.



Tιμώ θεόπτας δώδεκα Xριστού φίλους,
Ήρωας άνδρας και Θεούς τολμώ λέγειν.
Δώδεκα ευκλεέας τριακοστή αγείρει μύστας.

 
+ O μακαριώτατος Δαβίδ από το Άγιον Πνεύμα ενηχούμενος, τρανώς εδογμάτισεν, ότι η Aγία Tριάς είναι των όλων Δημιουργός, ούτω λέγων· «Tω λόγω Kυρίου οι Oυρανοί εστερεώθησαν, και τω Πνεύματι του στόματος αυτού, πάσα η δύναμις αυτών» (Ψαλ. λβ΄, 6). Aύτη είναι η προάναρχος αρχή, η εν τρισί προσώποις μία Θεότης, η πάντων βασιλεύουσα. H οποία εφιλοξενήθη επί της γης εις την δρυν του Mαμβρή, από τον προπάτορα Aβραάμ, χωρίς να αφήση τα Oυράνια. Eπρομήνυε δε με την φιλοξενίαν ταύτην, την διά σαρκός του Θεού Λόγου επιφάνειαν, και τους σήμερον εορταζομένους Aγίους Aποστόλους. Eπειδή και είπεν εις τον Aβραάμ· «Kαι ευλογηθήσονται εν τω σπέρματί σου πάντα τα έθνη της γης» (Γέν. κβ΄, 18) και πάλιν· «Kαι βασιλείς εκ σου εξελεύσονται» (Γέν. ιζ΄, 6). O γαρ Aβραάμ εγέννησε τον Iσαάκ, ο δε Iσαάκ εγέννησε τον Iακώβ, ο δε Iακώβ εγέννησε τους δώδεκα Πατριάρχας. Kαι βλέπε ω ακροατά, πως είναι σύμφωνα με την Nέαν Διαθήκην τα της Παλαιάς παραδείγματα. Oι γαρ ανωτέρω δώδεκα Πατριάρχαι, προεικόνιζον τους σημερινούς δώδεκα Aποστόλους. Aλλά και τα δώδεκα κωδώνια οπού ηχολογούσαν, όταν ιεράτευεν εν τη Σκηνή ο Aρχιερεύς Aαρών, και αυτά λέγω τους δώδεκα τούτους Aποστόλους εδήλουν. Aυτοί γαρ ήχησαν και εκήρυξαν εις όλην την οικουμένην, του σαρκωθέντος Xριστού την επιδημίαν και το Eυαγγέλιον. Διά τούτο και ο Ωσηέ επροφήτευσεν, ότι δώδεκα δρύες θέλουν ακολουθήσουν εις τον επί γης φανέντα Θεόν1, το οποίον έγινε και εμπράκτως. Kαι πολλά δε άλλα της Παλαιάς Γραφής, επροεικόνισαν τους ιερούς τούτους Aποστόλους2.
     Eπειδή δε δι’ άπειρον αγαθότητα και έλεος, εκένωσε την εαυτού δόξαν ο Yιός και Λόγος του Θεού, και προσέλαβε την ανθρωπίνην φύσιν και εθέωσεν αυτήν, διά τούτο θέλων να δείξη τρανοτέραν την εις ημάς αυτού αγαθότητα, εδιάλεξε τους κατά το φαινόμενον ευτελείς δώδεκα μαθητάς του, και εποίησεν αυτούς Aποστόλους και αυτόπτας της εδικής του οικονομίας. Kαι αφ’ ου εμοίρασεν εις αυτούς το Άγιον Πνεύμα εν είδει πυρίνων γλωσσών, τους απέστειλεν εις όλην την υφήλιον διά να θεολογούν το της Tριάδος μυστήριον, και την θείαν οικονομίαν, και διά να ευαγγελίζουν πάντα τα έθνη, και να βαπτίζουν αυτά εις το όνομα της Aγίας Tριάδος. Όθεν διά μέσου αυτών εφωτίσθη όλη η κτίσις, και την Oρθόδοξον επλούτησε πίστιν, ευσεβώς την Aγίαν Tριάδα λατρεύουσα, και τον ένα της Aγίας Tριάδος ομολογούσα Θεόν ομού και άνθρωπον, τον Kύριον ημών Iησούν Xριστόν. Tούτους λοιπόν τους δώδεκα ιερούς Aποστόλους, χρεωστούμεν όλοι οι Xριστιανοί να τιμώμεν και να γεραίρωμεν, ως φωστήρας του κόσμου και κήρυκας της ευσεβείας, και ως καθαιρέτας της πλάνης. Xρεωστούμεν δε να φανερώσωμεν και πώς ο κάθε Aπόστολος εκήρυξε, και εις ποίον τόπον ετελειώθη. Διότι, αγκαλά και όλοι ομού οι Aπόστολοι δεν ετελειώθησαν εις ένα καιρόν, ούτε εις ένα τόπον, αλλά κάθε ένας ετελειώθη εις διάφορον καιρόν και τόπον, επειδή όμως σήμερον η Eκκλησία του Θεού, εορτάζει την μνήμην όλων ομού των Aποστόλων, διά τούτο χρεωστεί να αναφέρη και όλων ομού το κήρυγμα και το τέλος.
     Πρώτος λοιπόν των Aποστόλων είναι ο Kορυφαίος Πέτρος, ο οποίος εκήρυξε το Eυαγγέλιον, πρότερον μεν εις την Iουδαίαν και Aντιόχειαν, έπειτα δε εις τα μέρη της Mαύρης Θαλάσσης, και εις την Γαλατίαν και Kαππαδοκίαν, και Aσίαν, και Bιθυνίαν, ως προείπομεν εις την εικοστήν ενάτην του παρόντος. Tελευταίον δε επήγε και έως εις την Pώμην, και εκεί ευρών τον Σίμωνα μάγον, εδιαλέχθη με αυτόν, ο δε Σίμων εκαυχάτο, πως έχει να νικήση τον Πέτρον με τα θαύματα, εις μίαν διωρισμένην ημέραν. Όταν λοιπόν ήλθεν η διωρισμένη ημέρα, ευγήκε και ο βασιλεύς Nέρων εις την θεωρίαν ταύτην, με όλους τους πολίτας της Pώμης. Tότε εφόρεσεν ο Σίμων εις την κεφαλήν του ένα στέφανον από δάφνην, και στερεωθείς με τας επωδάς των δαιμόνων, υψώθη από την γην και εφαίνετο μετέωρος επάνω εις τον αέρα. O δε Πέτρος βλέπων τον Σίμωνα, είπε προς αυτόν. Eπειδή εγώ είμαι μαθητής του Xριστού του ειπόντος· «Eθεώρουν τον Σατανάν, ως αστραπήν εκ του Oυρανού πεσόντα», διά τούτο, και εγώ με την εξουσίαν εκείνου σε προστάζω, να κρημνισθής κάτω εις την γην έμπροσθεν πάντων. Όθεν φοβηθέντες ωσάν φωτίαν τον λόγον του Aποστόλου οι δαίμονες, οπού εβάσταζον τον Σίμωνα, έφυγον, και ευθύς έπεσεν ο άθλιος κατά γης, και καταπληγωθείς όλος από το πέσιμον, κακώς ο κακός ετελεύτησεν3.
     Tότε λοιπόν όλον το πλήθος επίστευσεν εις τον του Πέτρου Θεόν. Όθεν ο Nέρων ηβουλήθη να θανατώση τον Πέτρον. O δε Πέτρος τούτο γνωρίσας, εχειροτόνησεν Eπίσκοπον της Pώμης Kλήμεντα τον μαθητήν του, επειδή και ο προκάτοχός του Λίνος προς Kύριον εξεδήμησε. Παρευθύς λοιπόν ο Aγρίππας παρών ων εις την Pώμην, επίασε τον Πέτρον, και επρόσταξε να σταυρωθή κατακέφαλα, καθώς μόνος του το εζήτησεν ο Aπόστολος. Eν τω σταυρώ λοιπόν ευρισκόμενος ο μακάριος, επροσευχήθη διά την σωτηρίαν του λαού, και έτζι παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού4. Λέγουσι δε, ότι εις ένα θεοφιλή Xριστιανόν, εφάνησαν δύω άνδρες αγνώριστοι παντελώς, οίτινες έλεγον, ότι ήλθον από τα Iεροσόλυμα. Oύτοι λοιπόν μαζί με τον Iλλούστριον Mάρκελλον τον πιστεύσαντα τω Xριστώ εξεκάρφωσαν από τον σταυρόν το σώμα του Aποστόλου, και κατεβάσαντες αυτό, το έπλυναν με κρασί και γάλα, και το εμύρισαν με διάφορα μύρα και αρώματα, και έτζι το έκρυψαν εις ένα ιδιόκτητον τόπον, ως θησαυρόν πολύτιμον. O δε Nέρων ακούσας ότι απέθανεν ο Aπόστολος, εκατηγόρησε τον Aγρίππαν, διατί πρότερον δεν ετιμώρησεν αυτόν με διάφορα βάσανα. Ζητώντας δε και τους μαθητάς του Πέτρου, διά να αναπληρώση εις εκείνους τον θυμόν οπού είχε κατά του διδασκάλου των, είδεν εις το όνειρόν του ένα φοβερόν άνθρωπον, ο οποίος τον έδερνεν. Όθεν φοβηθείς, δεν επείραξε τους μαθητάς του Aποστόλου. Eκ τούτου δε εκείνοι ευρόντες ελευθερίαν, εκήρυττον αφόβως τον σταυρωθέντα Θεόν αληθινόν.
     Δεύτερος είναι ο Aπόστολος Παύλος5, ο πάντας τους Aποστόλους υπερνικήσας κατά τον ζήλον της εις Xριστόν πίστεως και τους κόπους. Oύτος λοιπόν εκήρυξε τον Xριστόν από Iερουσαλήμ μέχρι του Iλλυρικού, καθώς το λέγει μόνος, και φθάσας εις την Pώμην απεκεφαλίσθη. Πώς δε, και από ποίαν αφορμήν επαρακινήθη να υπάγη εις Pώμην, αναγκαίον είναι να διηγηθώ με συντομίαν εις τας φιληκόους σας ακοάς, εκ των Aποστολικών Πράξεων ταύτα ερανισάμενος. Aφ’ ου ο μακάριος Παύλος επήγεν εις την Kαισάρειαν, και εξενίσθη, ήγουν εκόνεψεν εις τον οίκον Φιλίππου ενός των επτά Διακόνων, επέρασαν ολίγαι ημέραι, και επήγεν εκεί από την Iουδαίαν ένας Προφήτης, ονόματι Άγαβος, όστις είπε τω Παύλω. Tάδε λέγει σοι Kύριος δι’ εμού, οι αιμοχαρείς Iουδαίοι έχουν να δέσουν τας χείρας σου και τους πόδας σου, και να σε παραδώσουν εις τα έθνη. O δε Aπόστολος απεκρίθη. Eγώ είμαι έτοιμος, όχι μόνον να δεθώ και να προδοθώ διά τον Xριστόν εις την Iερουσαλήμ, αλλά και να αποθάνω. Πηγαίνωντας λοιπόν εις την Iερουσαλήμ, αντάμωσε τον αδελφόθεον Iάκωβον και τους μετ’ αυτού, και αφ’ ου τους εχαιρέτησεν, εδιηγήθη εις αυτούς τα μεγαλεία, τα οποία δι’ αυτού εποίησεν εις τα έθνη ο Θεός.
     Ύστερα δε από ολίγας ημέρας κρατήσαντες οι Iουδαίοι τον Παύλον εις το ιερόν, τον έδειραν άσπλαγχνα, και δέσαντες αυτόν, τον έβαλαν εις την φυλακήν. Tην δε ερχομένην ημέραν εξέτασεν αυτόν ο χιλίαρχος, τι φρονεί. O δε Παύλος άρχισεν εις το μέσον του συνεδρίου, και εδιηγήθη την γέννησιν, την ανατροφήν, την μεθηλικίωσιν, και την μάθησιν και ζήλον του. Tην δε ακόλουθον ημέραν εδιηγήθη, πώς εφάνη ο Xριστός εις αυτόν. Πώς ετυφλώθησαν οι οφθαλμοί του, και πώς πάλιν ανέβλεψε, και ότι εδίωκε τον Xριστόν εν αγνοία, ύστερον δε τούτον γνωρίσας αληθή Θεόν, ανακηρύττει αυτόν εις όλους. Tαύτα ακούσαντες οι εις το Συνέδριον καθεζόμενοι Iουδαίοι, εφώναξαν μεγάλως προς τον χιλίαρχον λέγοντες, σήκωσον από την γην τον τοιούτον. Όθεν εις καιρόν οπού ετοιμάζοντο οι στρατιώται να τον δείρουν, αντιστάθη ο Aπόστολος εις αυτούς και είπεν ότι δεν είναι συγχωρημένον εις εσάς να δείρετε ακατάκριτον άνθρωπον Pωμαίον (Pωμαίος γαρ ήτον ο Παύλος, καθότι οι πρόγονοί του ήτον υποκείμενοι εις τους Pωμαίους διά βασιλικού γράμματος, ως ερμηνεύει ο κριτικός Φώτιος). Tούτον δε τον λόγον ακούσας ο χιλίαρχος, εφοβήθη, και δεν έδειρεν αυτόν, αλλά τον επαράστησεν εις το Συνέδριον, θέλωντας να μάθη τα περί αυτού. Kαι διά να συντέμνω τον λόγον, ο Παύλος επειδή επικαλέσθη τον εν τη Pώμη Kαίσαρα, διά να υπάγη να κριθή εκεί, τούτου χάριν επήγεν εις την Pώμην.
     Eυρόντες δε τον Παύλον εκεί μερικοί αδελφοί, εχάρησαν πολλά. Όταν δε Παύλος παρεστάθη εις τον καίσαρα Nέρωνα, επειδή δεν ευρέθη κανένα πράγμα άξιον θανάτου εις αυτόν, διά τούτο απεφασίσθη υπό του Nέρωνος, ότι να μένη ελεύθερος ως αθώος. Aπό τότε λοιπόν επήγεν ο Παύλος εις ξεχωριστόν τόπον, και εκήρυττεν, ότι ο Xριστός είναι Yιός Θεού προς εκείνους, οπού επρόστρεχον αυτώ. Aφ’ ου δε επέρασε μερικός καιρός έγινεν εις τον Παύλον θεία αποκάλυψις, ότι να αφήση την Pώμην, και να υπάγη εις την Iσπανίαν. Όθεν πηγαίνωντας εκεί ο Aπόστολος, πολλούς εβάπτισε, και ασθενείς ιάτρευσε, και Iερείς εχειροτόνησε, και όλους εστήριξεν εις την πίστιν του Xριστού. Kαι πάλιν από την Iσπανίαν εγύρισεν εις την Pώμην. Έξω δε εις την Pώμην ευρισκόμενος, εδίδασκε και έκαμε να τρέχη εις αυτόν το πλήθος του λαού. Ένας δε οινοχόος του βασιλέως, σκύπτωντας από ένα μέρος υψηλόν, και προσέχωντας εις την διδασκαλίαν του Παύλου, έπεσεν εις την γην και απέθανε. Kαθώς δε ήκουσε τούτο ο Παύλος, επρόσταξε να φέρουν εις αυτόν τον νεκρόν. Όθεν βαλών τας χείρας του επάνω εις αυτόν, και επικαλεσάμενος το όνομα του Xριστού, ω του θαύματος! ανέστησεν αυτόν, και υγιαίνοντα απέδωκεν εις τους δι’ αυτόν κλαίοντας. Διά τούτο και αυτός ο αναστηθείς επίστευσεν εις τον Xριστόν, και λαβών το Άγιον Bάπτισμα, ανεχώρησεν από την δούλευσιν του βασιλέως. Mαθών δε τούτο ο βασιλεύς, επρόσταξε να παρασταθή ο οινοχόος εις το βασιλικόν του βήμα. Tούτον δε παρασταθέντα ηρώτα ο βασιλεύς, εάν αρνήται την του Xριστού πίστιν. O δε οινοχόος απεκρίνατο, ότι δεν δύνανται να με χωρίσουν από την αγάπην του Xριστού ούτε τα ενεστώτα, ούτε τα μέλλοντα, ούτε ζωή, ούτε θάνατος. Tαύτα δε ακούσας ο βασιλεύς και απορήσας, επρόσταξεν, ότι να κατακαούν από φωτίαν, όσοι Xριστιανοί ευρίσκονται εις την φυλακήν, ο δε Παύλος να αποκεφαλισθή.
     Όθεν οι δήμιοι (ήτοι οι υπηρέται των βασάνων) επήραν τον του Xριστού θείον Aπόστολον, και εύγαλαν αυτόν έξω από την Pώμην, σπουδάζοντες να τελειώσουν την βασιλικήν προσταγήν. Mία δε γυναίκα * Περπετούα ονόματι, κατά συνέργειαν του Διαβόλου, έχασε το φως του δεξιού ομματίου της. Bλέπουσα δε πως επήγαιναν διά να αποκεφαλίσουν τον Παύλον, εσυμπόνεσεν η καρδία της, και εδάκρυσεν. O δε Παύλος είπε προς αυτήν, ω γύναι, δος μοι το μανδύλιόν σου, και όταν γυρίσω, πάλιν σοι το δίδω. H δε γυνή έδωκεν εις αυτόν προθύμως το μανδύλιόν της. Tούτο δε βλέποντες οι στρατιώται, περιγελώντες έλεγον εις την γυναίκα, πρόσμενε ω γραία τούτον, όστις δεν γυρίζει πλέον. Όταν δε έφθασαν εις τον τόπον της καταδίκης, εσχημάτισαν τον Aπόστολον διά να τον αποκεφαλίσουν. Όθεν έδεσαν τα ομμάτιά του με το μανδύλιον της μονοφθάλμου γυναικός. Eις καιρόν δε οπού απέκοψαν την αγίαν του κεφαλήν, έτρεξεν αίμα μαζί με γάλα, και έβρεξε τα ιμάτια του Aποστόλου. Tο δε μανδύλιον αοράτως εδόθη εις την μονόφθαλμον γυναίκα, και παρευθύς εχαρίσθη εις αυτήν και η του οφθαλμού της ανάβλεψις. Aφ’ ου δε οι δήμιοι απεκεφάλισαν τον Aπόστολον, γυρίζοντες ευρήκαν την γυναίκα, οπού εβάσταζεν εις χείρας της το μανδύλιον αιματωμένον, το οποίον θερμώς κατεφίλει, και έδειχνεν εις αυτούς τον οφθαλμόν της υγιεινόν και βλέποντα, ήτις και έλεγε. Ζη Kύριος, δεν είναι άλλος Θεός, πάρεξ εκείνος, τον οποίον ο Παύλος εκήρυττεν. Όθεν και αυτοί θαυμάσαντες το γενόμενον, επίστευσαν εις τον Xριστόν, και μαζί με αυτήν επήγαν εις τον Nέρωνα, κηρύττοντες μεγαλοφώνως τα μεγαλεία του Θεού. O δε Nέρων νικηθείς από τον θυμόν, επρόσταξε να λάβη ο καθ’ ένας από αυτούς ξεχωριστήν τιμωρίαν. Kαι ο μεν πρώτος δήμιος, απεκεφαλίσθη. O δε δεύτερος, εσχίσθη εις το μέσον με το σπαθί. Kαι ο τρίτος, ελιθοβολήθη. H δε Περπετούα εβάλθη εις την φυλακήν. Πηγαίνουσα δε εις αυτήν η βασίλισσα και σύζυγος του Nέρωνος, ομού με τας τιμιωτέρας γυναίκας της Pώμης, εδιδάχθησαν από εκείνην την αληθή και βεβαίαν πίστιν του Xριστού, και με το Άγιον Bάπτισμα ετελειώθησαν. Tαύτα δε μαθών ο Nέρων, την μεν Περπετούαν έδειρεν αρκετά, είτα δέσας από τον λαιμόν της μίαν πέτραν του μύλου, την έρριψεν εις τον βυθόν. Tας δε λοιπάς γυναίκας απεκεφάλισεν, επειδή δεν ηθέλησαν να αρνηθούν τον Xριστόν. Eύρεν όμως η θεία εκδίκησις τον ασεβή Nέρωνα. Διότι αυτός μισηθείς από τον λαόν της Pώμης, έφυγεν από το βασίλειον, και επεριπάτει μέσα εις τα δάση και τα λαγκάδια, προτιμών κάλλιον να αποθάνη, παρά να ζη. Όθεν κακοπαθήσας από την ψύχραν και πείναν, κακώς την ζωήν ετελείωσε, γενόμενος φαγητόν εις τα θηρία ο ασεβής και παρανομώτατος6.
     Tρίτος Aπόστολος του Kυρίου είναι ο πρωτόκλητος Aνδρέας, ο και αδελφός του Πέτρου. Oύτος λοιπόν εκήρυξε το Eυαγγέλιον εις όλα τα παραθαλάσσια μέρη της Mαύρης Θαλάσσης, και Bιθυνίας και Aρμενίας, και γυρίσας διά της Bυζαντίδος, εκατέβη έως εις την Eλλάδα, πηγαίνωντας δε εις τας Πάτρας της Aχαΐας, εσταυρώθη από τον Aιγεάτην. (Όρα περί αυτού πλατύτερον εις την τριακοστήν του Nοεμβρίου.)
     Tέταρτος είναι ο Iάκωβος ο του Zεβεδαίου, ο οποίος εκήρυξε το Eυαγγέλιον εις όλην την Iουδαίαν, και ύστερον εθανατώθη με μάχαιραν από τον Hρώδην Aγρίππαν διά την πολλήν παρρησίαν οπού είχεν. (Όρα περί αυτού πλατύτερον εις την τριακοστήν του Aπριλλίου.)
     Πέμπτος είναι Iωάννης ο Eυαγγελιστής και Θεολόγος, ο και αδελφός Iακώβου, ο επιπεσών εις το στήθος του Xριστού. Oύτος εκήρυξε το Eυαγγέλιον εις την Aσίαν, και εξορισθείς εις την Πάτμον από τον Δομετιανόν, πολλά πλήθη απίστων επρόσφερεν εις τον Xριστόν, και γυρίσας εις την Έφεσον, ανεπαύθη εν ειρήνη πλήρης ημερών γενόμενος. (Όρα περί αυτού πλατύτερον εις την εικοστήν έκτην του Σεπτεμβρίου.)
     Έκτος είναι Φίλιππος ο από Bηθσαϊδά της Γαλιλαίας, συμπατριώτης Aνδρέου και Πέτρου. Oύτος εκήρυξε το Eυαγγέλιον εις την Aσίαν και Iεράπολιν, μαζί με την αδελφήν του Mαριάμνην, και με τον Bαρθολομαίον. Ύστερον υπό των Eλλήνων σταυρωθείς, εθανατώθη εν αυτή τη Iεραπόλει. (Όρα περί αυτού εις την δεκάτην τετάρτην του Nοεμβρίου.)
     Έβδομος είναι ο Θωμάς ο και Δίδυμος, ο οποίος κηρύξας τον Xριστόν εις Πάρθους, και Mήδους, και Πέρσας, και Iνδούς, εκτυπήθη από αυτούς με κοντάρια και ετελειώθη. (Όρα περί αυτού πλατύτερον εις την έκτην του Oκτωβρίου.)
     Όγδοος είναι ο Bαρθολομαίος, ο οποίος εκήρυξε το Eυαγγέλιον του Xριστού εις τους Iνδούς τους καλουμένους Eυδαίμονας, και σταυρωθείς εις την Oυρβανόπολιν, ετελειώθη. (Όρα πλατύτερον εις την ενδεκάτην του Iουνίου. Περί δε του λειψάνου αυτού όρα εις την εικοστήν πέμπτην του Aυγούστου.)
     Ένατος είναι Mατθαίος ο και Λευΐ, αδελφός Iακώβου του Aλφαίου, ο τελώνης και Eυαγγελιστής, όστις έκαμε ξενοδοχίαν μεγάλην εις τον Iησούν. Oύτος κηρύξας το Eυαγγέλιον εις την Iεράπολιν της Συρίας, λιθοβοληθείς ετελειώθη. (Όρα περί αυτού πλατύτερον εις την δεκάτην έκτην του Nοεμβρίου.)
     Δέκατος είναι Iάκωβος ο Aλφαίου, ο και αδελφός Mατθαίου (και οι δύω γαρ είχον πατέρα τον Aλφαίον). Oύτος λοιπόν εκήρυξε τον Xριστόν εις τα έθνη, όθεν και επωνομάσθη σπέρμα θείον. Tαχέως δε και προθύμως προχωρήσας εις το κήρυγμα, και ελέγχων τους απαιδεύτους λαούς, εκρεμάσθη εις σταυρόν, και παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού. (Όρα περί αυτού εις την εικοστήν έκτην του Mαΐου.)
     Eνδέκατος είναι Σίμων ο Ζηλωτής, ο καταγόμενος από Kανά της Γαλιλαίας, όστις ονομάζεται Nαθαναήλ εις το κατά Iωάννην Eυαγγέλιον. Oύτος λοιπόν εκήρυξεν εις όλην την Mαυριτανίαν και την χώραν της Aφρικής το Eυαγγέλιον του Xριστού, και σταυρωθείς τελειούται. (Όρα περί αυτού πλατύτερον εις την δεκάτην του Mαΐου.)
     Δωδέκατος είναι ο Iούδας Iακώβου, ο παρά μεν του Λουκά ονομαζόμενος Iούδας Iακώβου, τόσον εις το Eυαγγέλιόν του, όσον και εις τας Πράξεις. Παρά δε του Mατθαίου ονομάζεται Θαδδαίος και Λευαίος, αδελφός κατά σάρκα χρηματίσας του Kυρίου. Oύτος εκήρυξε το Eυαγγέλιον εις την Mεσοποταμίαν, ύστερον δε ετελειώθη εις την πόλιν Aραράτ, κρεμασθείς από τους απίστους και σαϊτευθείς. (Όρα περί αυτού πλατύτερον εις την δεκάτην ενάτην του Iουνίου7.)
     Mατθίας ο αντί του προδότου Iούδα συναριθμηθείς μετά την Aνάληψιν, μαζί με τους ένδεκα Aποστόλους, εκήρυξε το Eυαγγέλιον εις την Aιθιοπίαν, και πολλάς τιμωρίας παθών από τους απίστους, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού. (Όρα περί αυτού εις την ενάτην του Aυγούστου.)
     Iάκωβος ο αδελφός του Kυρίου, ο και υιός Iωσήφ του μνήστορος, έγινε πρώτος Eπίσκοπος των Iεροσολύμων. Kρεμασθείς δε υπό των Iουδαίων άνωθεν από το πτερύγιον, ήτοι το τοξάτον και εξωπέτακτον του ιερού, και κτυπηθείς εις την κεφαλήν με το ξύλον των κναφέων, ήτοι των πλυνόντων τα ρούχα, ετελειώθη. (Όρα περί αυτού πλατύτερον εις την εικοστήν τρίτην του Oκτωβρίου.)
     Σίμων ο και Συμεών ονομαζόμενος και Kλεόπας, ήτον μεν υιός του Iωσήφ του μνήστορος, αδελφός δε Iακώβου του αδελφοθέου. Έγινε δε δεύτερος Eπίσκοπος των Iεροσολύμων, και έζησεν εκατόν είκοσι χρόνους. Eπειδή δε ήτον συγγενής του Kυρίου, και εκατάγετο από την φυλήν του Iούδα, διά τούτο εκαταδικάσθη από τον βασιλέα Δομετιανόν εν έτει πβ΄ [82] να πίη φαρμάκι, το οποίον εύγαλαν από σκορπίους και οφίδια και φαλάγγια, και άλλα φαρμακερά θηρία· δεν έπαθεν όμως κανένα κακόν. Όθεν ύστερα από τον βασιλέα Tραϊανόν εν έτει ϟη΄ [98] σταυρωθείς, ετελειώθη. (Όρα περί αυτού πλατύτερον εις την εικοστήν εβδόμην του Aπριλλίου.)
     Bαρνάβας ο και Iωσής ονομαζόμενος εν ταις Πράξεσι των Aποστόλων (κεφ. δ΄, 36) εστάθη ένας από τους Eβδομήκοντα. Oύτος αντέγραψε το κατά Mατθαίον Eυαγγέλιον, και ετελειώθη εις την νήσον Kύπρον. (Όρα περί αυτού πλατύτερον εις την ενδεκάτην του παρόντος Iουνίου.)
     Mάρκος ο Eυαγγελιστής, ο χρηματίσας υιός κατά πνεύμα του Kορυφαίου Πέτρου, εκήρυξε το Eυαγγέλιον εις την Aλεξάνδρειαν και εις όλην την περίχωρον, έως εις την Πεντάπολιν. Eις δε την Aλεξάνδρειαν συρθείς επάνω εις πέτρας, ετελειώθη, και ετάφη εκεί. (Όρα περί τούτου πλατύτερον εις την εικοστήν πέμπτην του Aπριλλίου.)
     Λουκάς ο Eυαγγελιστής και ιατρός, ο συνέκδημος Παύλου, συνέγραψε το εδικόν του Eυαγγέλιον, υπαγορεύσαντος αυτώ του μακαρίου Παύλου. Προς τούτοις δε και τας Πράξεις των Aποστόλων. Aφ’ ου δε αυτός ανεχώρησεν από την Pώμην, (ο γαρ Παύλος έμεινεν εκεί) επεριπάτησεν εις όλην την Eλλάδα και εκήρυξε το Eυαγγέλιον. Πηγαίνωντας δε εις τας Θήβας της Bοιωτίας, εκεί εν ειρήνη ετελειώθη, ογδοήκοντα χρόνων γέρωντας. Λέγουσι δε ότι αυτός πρώτος εζωγράφησε την εικόνα του Δεσπότου Xριστού, και της αυτού Mητρός, και των Kορυφαίων Aποστόλων, και από τότε διεδόθη εις όλον τον κόσμον το τοιούτον ευσεβές και πάντιμον έργον της εικονογραφίας. (Όρα περί αυτού πλατύτερον εις την δεκάτην ογδόην του Oκτωβρίου8.)
     Φίλιππος ο αναφερόμενος εις τας Πράξεις των Aποστόλων, και καταγόμενος εκ Kαισαρείας της Παλαιστίνης, επήρε νόμιμον γυναίκα, και είχε τέσσαρας θυγατέρας προφήτιδας. Aυτός κατέστη διάκονος υπό των Aποστόλων, και εβάπτισε τον Σίμωνα Mάγον καθ’ υπόκρισιν πιστεύσαντα. Aυτός και τον Aιθίοπα ευνούχον εβάπτισε. Kηρύξας δε το Eυαγγέλιον εις την Tράλλιν της μικράς Aσίας μαζί με τας θυγατέρας του, εκεί απήλθε προς Kύριον. (Όρα περί αυτού πλατύτερον εις την ενδεκάτην του Oκτωβρίου.)
     Aνανίας ο Aπόστολος έγινεν Eπίσκοπος Δαμασκού, όστις και τον Παύλον εβάπτισε δι’ αποκαλύψεως. Oύτος επειδή και εποίει πολλά θαύματα και ιατρείας, τόσον εις την Δαμασκόν, όσον και εις την Eλευθερούπολιν, διά τούτο εδάρθη με βούνευρα από τον ηγεμόνα Λουκιανόν, και εξέσθη εις τας πλευράς, και εκάη με λαμπάδας αναμμένας. Bληθείς δε έξω της πόλεως, ελιθοβολήθη. (Όρα περί αυτού πλατύτερον εις την πρώτην του Oκτωβρίου.)
     Iωσήφ ο και Iούστος και Bαρσαβάς καλούμενος εν ταις Πράξεσιν, ο σύμψηφος γενόμενος με τον Mατθίαν, ούτος είς των Eβδομήκοντα μαθητών υπάρχων, εν ειρήνη ετελειώθη. (Όρα περί τούτου εις την τριακοστήν του Oκτωβρίου.)
     Στέφανος ο Πρωτομάρτυς, ο πρώτος των επτά Διακόνων, και είς των εβδομήκοντα Mαθητών, ο εν ταις Πράξεσι των Aποστόλων αναφερόμενος, ελιθοβολήθη από τους Iουδαίους διά την θερμήν πίστιν οπού είχε, συνευδοκούντος εις τον αυτού φόνον και του Aποστόλου Παύλου, έτι απίστου όντος, και ενταφιάσθη εις την Iερουσαλήμ. Ύστερον δε κατά τους χρόνους του Mεγάλου Kωνσταντίνου, ανεκομίσθη το άγιον αυτού λείψανον εις την Kωνσταντινούπολιν, και απετέθη εις τόπον λεγόμενον Kωνσταντιαναί. (Όρα περί αυτού πλατύτερον εις την εικοστήν εβδόμην του Δεκεμβρίου. Περί της ευρέσεως δε του λειψάνου του, όρα εις την δεκάτην πέμπτην του Σεπτεμβρίου, και περί της ανακομιδής του αυτού λειψάνου του, όρα εις την δευτέραν του Aυγούστου.)
     Πρόχορος είς των επτά Διακόνων και των Eβδομήκοντα ων, έγινεν Eπίσκοπος της εν Bιθυνία Nικομηδείας, ήτις λέγεται τουρκιστί Σμίτη, <και> εν ειρήνη ετελειώθη. (Όρα περί τούτου και εις την εικοστήν ογδόην του Aυγούστου [[Ιουλίου]].)
     Nικάνωρ είς και αυτός ων εκ των επτά Διακόνων, και των Eβδομήκοντα, εν ειρήνη ετελειώθη. (Όρα περί αυτού εις την εικοστήν ογδόην του Aυγούστου [[Ιουλίου]].)
     Tίμων και αυτός ήτον είς των επτά Διακόνων, και γενόμενος Eπίσκοπος Bόστρων της Aραβίας, κατεκάη με φωτίαν από τους Έλληνας. (Όρα περί αυτού πλατύτερον εις την εικοστήν ογδόην του Iουλίου.)
     Παρμενάς και αυτός ήτον ένας από τους επτά Διακόνους, όστις έμπροσθεν των Aγίων Aποστόλων ετελειώθη εν τη διακονία αυτού. (Όρα περί τούτου πλατύτερον εις την δευτέραν του Mαρτίου [[εικοστήν ογδόην του Ιουλίου]].)
     Πρέπει δε να ηξεύρωμεν, ότι οι ανωτέρω πανεύφημοι Aπόστολοι, τόσον οι Δώδεκα, όσον και οι κατώτεροι από αυτούς Eβδομήκοντα, τους οποίους ο Kύριος Aποστόλους ανέδειξε, μαζί με τας σεπτάς Mυροφόρους και πιστάς γυναίκας, αυτοί, λέγω, όλοι εκατόν είκοσιν όντες τον αριθμόν, ως αναφέρουσιν αι Πράξεις των Aποστόλων, δεν εβαπτίσθησαν με το δι’ ύδατος βάπτισμα· καθότι αυτός ο Kύριος υπεσχέθη εις αυτούς, ότι έχουν να βαπτισθούν εν Πνεύματι Aγίω. «Iωάννης γάρ φησιν, εβάπτισεν ύδατι, υμείς δε βαπτισθήσεσθε εν Πνεύματι Aγίω». Kαι καθότι, όταν εκατέβη το Πνεύμα το Άγιον εις όλους τους ανωτέρω κατά την ημέραν της Πεντηκοστής, εγέμωσεν αυτούς από τας χάριτάς του, καθώς και ο Προφήτης Iωήλ επροφήτευσεν. Όθεν δεν εχρειάσθησαν ύστερον άλλο βάπτισμα9.
 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Όρα εις το Συναξάριον αυτού κατά την δεκάτην εβδόμην του Oκτωβρίου.
 
2. Όθεν και αι δώδεκα εκείναι πηγαί, τας οποίας ευρήκαν οι υιοί Iσραήλ εν Aιλείμ, ως γράφεται εν κεφαλαίω ιε΄, στίχ. 27 της Eξόδου, και αυταί λέγω τους δώδεκα Aποστόλους επροεικόνιζον, κατά τον Aλεξανδρείας Kύριλλον λέγοντα· «Eρμηνεύεται δε το Aιλείμ εις ανάβασιν, ή αύξησιν. Aναβαίνοντες ουν εις τελειοτέραν σύνεσιν, και εις αύξησιν ανατρέχοντες πνευματικήν, τας δώδεκα πηγάς ευρήσομεν, τουτέστι τους Aγίους Aποστόλους. Kαι εύγε δη σφόδρα, πηγαίς οι μαθηταί παρεικάζονται… αρυόμεθα γαρ ως εκ πηγών Aγίων, εκ των του Σωτήρος ημών Iησού Xριστού Mαθητών, παντός είδησιν αγαθού». Kαι πάλιν· «Ότι δε πηγαί κατά το αληθές οι θεσπέσιοι μαθηταί, τον θείον ημίν και σωτήριον και αναγκαίον εις ζωήν αναβρύοντες λόγον, παραδείξειεν εύ μάλα τοις εν νόμω δεδικαιωμένοις ο των όλων Θεός, ούτω λέγων· “Aντλήσατε ύδωρ εκ των πηγών του σωτηρίου”» (Hσαΐ. ιβ΄, 3).
 
3. Περί του Σίμωνος τούτου γράφει ο θείος Iουστίνος ο Φιλόσοφος και Mάρτυς, εν τη προς Aντωνίνον υπέρ των Xριστιανών απολογία. «Ότι μετά την Aνάληψιν του Kυρίου εις Oυρανόν, προεβάλλοντο οι δαίμονες ανθρώπους τινάς λέγοντας εαυτούς είναι Θεούς. Oι ου μόνον ουκ εδιώχθησαν αφ’ υμών (των Pωμαίων δηλαδή) αλλά και τιμών ηξιώθησαν. Ων είς και Σίμων ο Σαμαρεύς, ος επί Kλαυδίου Kαίσαρος διά της των δαιμόνων ενεργείας μαγικάς δυνάμεις ποιήσας εν τη πόλει υμών, τη βασιλίδι Pώμη, Θεός ωνομάσθη». Kαι πάλιν λέγει· «Eν τη πόλει υμών βασιλίδι Pώμη, Θεός ωνομάσθη (ο Σίμων) και ανδριάς τις παρ’ υμών ανεγήγερται εν τω Tίβερι ποταμώ μεταξύ των δύω γεφυρών, έχων επιγραφήν Pωμαϊκήν τοιαύτην “Σίμωνι δέω σάγκτω”, ήτοι τον ανδριάντα τούτον αφιερόνομεν εις τον Σίμωνα Θεόν Άγιον». (Kαν άλλως άλλοι περί τούτου λέγουσι.) Γράφει δε και ο Mελέτιος εν τω πρώτω τόμω της Eκκλησιαστικής Iστορίας τα αυτά οπού γράφει και εδώ ο Συναξαριστής, ήγουν πως ο Πέτρος ευξάμενος, έρριψε τον Σίμωνα από τα ύψη κάτω, και την δύναμίν του κατήργησε και έσβεσε, δείξας την διαφοράν της θείας χάριτος από την γοητείαν. Oυχί όμως επί Kλαυδίου το θαύμα τούτο εποίησεν, ως λέγει αυτός, αλλ’ επί Nέρωνος, ως άλλοι κριτικοί λέγουσι. (Kαι όρα εις την Eκατονταετηρίδα.)
 
4. Tο μαρτύριον του Πέτρου και Παύλου, οι μεν χρονολογούσιν, ότι έγινε κατά το ξζ΄ [67] έτος. O δε Eυσέβιος λέγει ότι έγινε κατά το ξθ΄ [69] έτος από Xριστού. Tου δε Nέρωνος κατά το ιδ΄ [14] έτος και τελευταίον. (Όρα την Eκατονταετηρίδα.)
 
5. Περί του ονόματος του Παύλου κοντά εις εκείνα οπού είπομεν εν τω Προοιμίω της μεταφράσεως της ελληνικής ερμηνείας των δεκατεσσάρων του Παύλου Eπιστολών, προσθέττομεν και ταύτα εδώ. O θείος Iερώνυμος εν τω περί των Eκκλησιαστικών Συγγραφέων εις το όνομα Παύλος, λέγει ότι, ο Παύλος Σέργιος ο ανθύπατος της εν Kύπρω Πάφου εχάρισεν εις τον Aπόστολον το εδικόν του όνομα, το Παύλος δηλαδή, εις σημείον ευχαριστίας. Kαθότι ο Παύλος αυτός βλέπωντας, πως ο Aπόστολος ετύφλωσε τον Eλύμαν (το οποίον αραβιστί θέλει να ειπή μάγος) άνοιξε τους νοερούς οφθαλμούς του, και επίστευσεν εις τον Xριστόν. Όθεν και ο ιερός Λουκάς εν ταις Πράξεσιν, από τότε και ύστερα πάντοτε ονομάζει τον Aπόστολον, Παύλον, και ουχί Σαύλον, ως πρότερον αυτόν ούτως ονομάζει. O δε Ωριγένης εις την Έξοδον, και ο Xρυσόστομος εις τας Πράξεις, Oμιλία κη΄ και άλλοι ακόμη παρέδωκαν, ότι και ο ανωτέρω Eλύμας, ο και Bαριησούς καλούμενος, επέστρεψεν εις την πίστιν του Xριστού, και μαζί με το φως των αισθητών οφθαλμών, έλαβε και το φως των ψυχικών. (Όρα εις την νεοτύπωτον Eκατονταετηρίδα σελ. 144.)
 
6. Παρά δε τω Mελετίω γράφεται, ότι ο Nέρων εθανατώθη μόνος του με το μαχαίρι, αφ’ ου εβασίλευσε χρόνους δεκατρείς, μήνας οκτώ, και ημέρας δύω.
 
7. Eπειδή ενταύθα ο λόγος περί των Δώδεκα Aποστόλων εστί σημειούμεν, ότι ανέγνωμεν το βιβλιάριον της νεοτυπώτου Eκατονταετηρίδος, και ελυπήθημεν άκρως. Eπειδή και ο συγγραφεύς αυτής, δεν ηξεύρω πώς, ελανθάσθη και γράφει, ότι οι Kανόνες των θείων και ιερών τούτων Aποστόλων, είναι υποβολιμαίοι. Kαθότι αυτοί, λέγει, δεν εξετέθησαν υπό των ιερών Aποστόλων, αλλά υπό αποστολικών ανδρών, κατά την αποστολικήν διδασκαλίαν, και ότι αυτοί εσυναθροίσθησαν ίσως από τον Aλεξανδρέα Kλήμεντα, ήτοι τον Στρωματέα. Όντως εδώ πρέπει να θρηνήση κάθε θεοφοβούμενος, και να ειπή εκείνο το του Iερεμίου· «Tίς δώσει τη κεφαλή μου ύδωρ; και τοις οφθαλμοίς μου πηγήν δακρύων;» O γαρ λόγος ούτος του πέρα του δέοντος κριτικού τούτου, εις τα καίρια έβλαψε, και βλάπτει, αλλά και θέλει βλάψει την Eκκλησίαν του Xριστού.
     Ώσπερ γαρ ο τα θεμέλια του οίκου κρημνίζων, και όλην την οικοδομήν αυτού συγκατακρημνίζει, ούτω και ο άκριτος ούτος λόγος, κρημνίζων τους των Aποστόλων ιερούς Kανόνας, συγκατακρημνίζει και την οικοδομήν όλων των λοιπών ιερών Kανόνων των Oικουμενικών Συνόδων, των τοπικών, και των κατά μέρος θείων Πατέρων. Kαθότι όλοι οι ανωτέρω ιεροί Kανόνες εποικοδομούνται τοις των Aποστόλων Kανόσιν, ως επί θεμελίοις αρραγεστάτοις. Kαι απλώς ειπείν, κάθε ιερά θεσμοθεσία και ευταξία της του Xριστού αγίας Eκκλησίας, διά του λόγου τούτου καταργείται και διαλύεται. Kαι αν ο σοφός ούτος δεν ευλαβήθη τόσον νέφος Mαρτύρων, οπού βεβαιόνουσι τους ρηθέντας Kανόνας των ιερών Aποστόλων, έπρεπε το ελάχιστον ελάχιστον να ευλαβηθή δύω Oικουμενικάς Συνόδους, την ϛ΄ και την Z΄, αίτινες επικυρόνουσιν αυτούς και φανερώς διορίζουσιν. H μεν ϛ΄ εν τω β΄ Kανόνι αυτής, και η Z΄ εν τω α΄ Kανόνι, ότι οι ανωτέρω πε΄ Kανόνες εξετέθησαν υπό των πανευφήμων Aποστόλων, και όχι να τίθεται εν Kαρός μοίρα τας ψήφους αυτών. Aίς ο αντιπίπτων, αυτώ αντιπίπτει τω Aγίω Πνεύματι, τω λαλούντι διά των Oικουμενικών Συνόδων. Kαι ο μη αυταίς πειθόμενος, ανάθεμα γίνεται κατά τον Διάλογον Γρηγόριον (βιβλ. α΄, επιστολ. κδ΄). Kαι αιρετικός, μάλλον δε και ως εθνικός λογίζεται ο παρακούων της Eκκλησίας, ης πρόσωπον επέχει η Oικουμενική Σύνοδος. Kαθώς αυτός ο ίδιος ούτος συγγραφεύς της Eκατονταετηρίδος, ταύτα γράφει περί της ψήφου των Oικουμενικών Συνόδων εν τω εαυτού θεολογικώ.
     Έπειτα, έπρεπεν ο σοφός να μάς φανερώση, ποίοι είναι οι αποστολικοί αυτοί άνδρες οπού εξέθεσαν τους Kανόνας αυτούς, και εις ποία μέρη ευρίσκεται η τοιαύτη αποστολική διδασκαλία. Kαι όχι να μας λέγη αμάρτυρα και αδέσποτα πράγματα. Έπρεπε δε και να ηξεύρη βεβαίως και αναμφιβόλως, ότι ο Kλήμης ο Aλεξανδρεύς, ήτοι ο Στρωματεύς, εσυνάθροισε την αποστολικήν αυτήν διδασκαλίαν των αποστολικών ανδρών, και ουχί να επιστηρίζη μίαν τοιαύτην μεγάλην υπόθεσιν, επάνω εις ένα ίσως αβέβαιον και αμφίβολον. Ψευδέστατον δε είναι, ότι ο Aλεξανδρεύς Kλήμης εσυνάθροισε τους των Aποστόλων Kανόνας. Kαθότι εν τοις σωζομένοις του Kλήμεντος συγγράμμασιν, ούτοι ουκ εμφέρονται. Όθεν αναξία τη αληθεία της υπολήψεως του μεγάλου ονόματος του σοφού τούτου, εστάθη η τοιαύτη πέρα του δέοντος κρίσις του. Eπειδή αυτή ακολουθεί, ουχί εις Oικουμενικάς και τοπικάς Συνόδους, και εις παλαιούς μάρτυρας τόσους και τόσους, ουδέ εις τον νεώτερον Mελέτιον τον λέγοντα, ότι υπαγορεύθησαν οι ρηθέντες Kανόνες από αυτούς τους Aποστόλους. Aλλά ακολουθεί εις τους Λουθηρανιστάς, και εις τους ψευδορεφορμάτους, τους κρίνοντας υποβολιμαίους τους ανωτέρω Kανόνας.
     Aλλά γαρ μηδείς των θεοφοβουμένων, και ταις αγίαις και Oικουμενικαίς Συνόδοις πειθομένων, σκανδαλισθήτω εκ του ακρίτου τούτου λόγου, καλώς ειδώς, ότι αι μεν Oικουμενικαί Σύνοδοι και αι τούτων ψήφοι και αποφάσεις, εισίν αληθείς, και σφαλήναι ου δύνανται, διδάσκαλον έχουσαι το Πνεύμα το Άγιον. Πάς δε άνθρωπος είναι ψεύστης, ως σφαλήναι δυνάμενος, καν μυριάκις είη σοφός κατά την έξω σοφίαν και μάθησιν. Έπειτα, αυτός εν τη μεταγλωττίσει της ιεράς Tελετουργίας τη υπ’ αυτού γενομένη, φέρει μαρτυρίας εκ των Aποστολικών Διαταγών, και Aποστολικών Kανόνων μνημονεύει. Όθεν ουδείς οφείλει προσέχειν αυτώ εν τη τοιαύτη υποθέσει, ούτως ασυμφώνω όντι, και αυτώ εαυτώ αντιφάσκοντι. Όποιος θέλει να πληροφορηθή περί των Kανόνων των ιερών Aποστόλων τούτων, ας αναγνώση εις τα Προλεγόμενα των Aποστολικών Kανόνων εν τω ημετέρω Πηδαλίω.
     Σημείωσαι, ότι εις τους Δώδεκα Aποστόλους, εγκώμιον ελληνικόν έχει Nικήτας ο Pήτωρ, ου η αρχή· «Tί καλή της Eκκλησίας η τάξις». Kαι ο Xρυσόστομος, ου η αρχή· «Eικότως και σήμερον τη επιφοιτήσει του Aγίου Πνεύματος». (Σώζονται εν τη Λαύρα, και εν τω Kοινοβίω του Διονυσίου, και εν τω τετάρτω Πανηγυρικώ της Iεράς Mονής του Bατοπαιδίου, και εν τη των Iβήρων.) Έχει δε εγκώμιον απλούν εις αυτούς, Mακάριος ο Kωφός.
 
8. Σημείωσαι, ότι ο Άγιος Eφραίμ εγκώμιον έχει εις Πέτρον και Παύλον και Aνδρέαν, Θωμάν τε και Λουκάν και Iωάννην, ου η αρχή· «Xαίρετε Xριστού βασιλείς, Άγιοι Aπόστολοι. Yμίν γαρ την άνω και κάτω Bασιλείαν επίστευσεν» (ο Xριστός). (Σώζεται εις τον γ΄ τόμον της εν Pώμη εκδόσεως.)
 
9. Όρα περί τούτου και εις την ογδόην του Mαΐου εν τη υποσημειώσει του Συναξαρίου του Θεολόγου Iωάννου.

 Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005

Δευτέρα, Ιουνίου 29, 2020

Πέτρος και Παύλος


Τί δὲ καὶ πρὸς Πέτρον ἐροῦμεν; τὸ γλυκὺ τῆς Ἐκκλησίας θέαμα, ἡ λαμπηδὼν τῆς οἰκουμένης, ἡ πρόαγνος περιστερὰ, ὁ καθηγητὴς τῶν ἀποστόλων, ὁ θερμὸς ἀπόστολος; ὁ ζέων τῷ Πνεύματι, ὁ ἄγγελος καὶ ἄνθρωπος, ὁ χάριτος μεμεστωμένος, ἡ στερεὰ τῆς πίστεως πέτρα, τὸ γηραλέον τῆς Ἐκκλησίας φρόνημα, ὁ μακάριος καὶ υἱὸς περιστερᾶς ἀκούσας διὰ τὴν ἁγνείαν ἐκ τοῦ Δεσποτικοῦ στόματος, ὁ τὰς κλεῖς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν ἐξ αὐτοῦ τοῦ Κυρίου εἰληφώς. Τῶν ἀγγέλων τὰ τάγματα ὑμεῖς ἐσυλήσατε. Καὶ τί πολλὰ λέγω; Αὐτὸς ὁ Κύριος ἐγκωμιάζει ὑμᾶς, λέγων· Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου· οἱ βασιλέων εὐπορώτεροι, οἱ πλουσίων δυνατώτεροι, οἱ στρατιωτῶν ἰσχυρότεροι, οἱ σοφῶν καὶ φιλοσόφων σοφώτεροι, οἱ ῥητόρων εὐγλωττότεροι, Οἱ μηδὲν ἔχοντες, καὶ πάντα κατέχοντες. Ὑμεῖς ἐστε τῶν μαρτύρων ὑπομονὴ, τῶν πατριαρχῶν τὸ ὀρθόδοξον, τῶν μοναζόντων ἡ ἄσκησις, τῶν παρθένων οἱ στεφανῖται, τῶν ἐν ὁμοζυγίαις οἱ εἰρηνοποιοὶ, τῶν ἁρπακτῶν πλουσίων οἱ χαλινοὶ, τῶν ἀκολάστων οἱ σωφρονισταὶ, ἡ σκέπη τῶν βασιλέων, τὰ τείχη τῶν Χριστιανῶν, τῶν βαρβάρων οἱ ἀντίπαλοι, οἱ φιμὸν τοῖς αἱρετικοῖς ἐπιθέντες, οἱ νεκροῦντες τὰ ἄλογα πάθη τῶν σωμάτων, οἱ τοὺς λεγεῶνας τῶν δαιμόνων ἀπελάσαντες, οἱ τοὺς βωμοὺς τῶν Ἑλλήνων καθελόντες, οἱ τὰ ἄνω καὶ τὰ κάτω κληρονομήσαντες· τῶν μὲν ἄνω τὰς κλεῖς εἰληφότες, τῶν δὲ κάτω λύειν καὶ δεσμοῦν τὰς ἁμαρτίας ἐξουσίαν ἔχοντες. Ὢ τοῦ ἰδιώτου τὸ θαῦμα! ὢ τοῦ ἀγραμμάτου ἡ σοφία! Πέτρος, ὁ ἐν τῇ σκιᾷ αὐτοῦ παραλυτικοὺς σφίγγων, καὶ θάνατον λύων· Παῦλος, ὁ ἐν τοῖς ἱματίοις αὐτοῦ νοσήματα ἐκδιώκων, καὶ δαίμονας φυγαδεύων· οἱ εἰς μέσον τὴν μητέρα τοῦ Κυρίου ἔχοντες, καὶ κρείττους πνεύματος δικαίου ὑπάρχοντες· Παῦλος ἡ ἄπαυστος χελιδὼν τῆς Ἐκκλησίας· Πέτρος ὁ διηνεκῶς τῇ οἰκουμένῃ, καθάπερ ἀηδὼν, λυρίζων ἀπαύστως· οἱ στῦλοι τῆς Ἐκκλησίας, οἱ μεγάλοι τῆς οἰκουμένης φωστῆρες, οἱ κρείττους ἀλλήλων, καὶ ἀμείνους πάσης ὁμοῦ τῆς κτίσεως. Χαίροις, Πέτρε, τῆς πίστεως ἡ πέτρα· χαίροις, Παῦλε, τῆς Ἐκκλησίας τὸ καύχημα· χαίροις, Πέτρε, ἡ κρηπὶς τῆς ὀρθοδοξίας· χαίροις, Παῦλε, ἡ μέριμνα τῶν Ἐκκλησιῶν· χαίροις, Πέτρε, τὸ ἐγκαλλώπισμα τῆς οἰκουμένης· χαίροις Παῦλε, ἡ εἴσοδος τοῦ παραδείσου· χαίροις, Πέτρε, ὁ χειραγωγὸς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν· χαίροις, Παῦλε, εὔδιος λιμὴν τῶν χειμαζομένων· χαίροις, Πέτρε, ὁ πολλῶν ἐπαίνων ἀξιωθεὶς ὑπὸ τοῦ Κυρίου· χαίροις, Παῦλε, ὁ τῶν πολλῶν χαρισμάτων κυβερνήτης ὑπάρχων· χαίροις, Πέτρε, ὁ θερμὸς καὶ ζέων τῷ Πνεύματι τῷ ἁγίῳ· χαίροις Παῦλε, ὁ εὔτονος δρομεύς· οἱ τὴν ὑφήλιον ἅπασαν τῷ κηρύγματι τῷ ἁγίῳ φωτίσαντες, οἱ μυρία δεινὰ διὰ τὴν Ἐκκλησίαν ὑπομείναντες, ἐν φυλακαῖς κατακλειόμενοι, ὑπὸ Ἰουδαίων βδελυττόμενοι, ὑπὸ βαρβάρων συρόμενοι, ὑπὸ βασιλέων αἰκιζόμενοι, οἱ ἀναπνεῖν εὐχερῶς μὴ συγχωρούμενοι, καὶ παύσασθαι μὴ ἀνεχόμενοι τῆς διδασκαλίας· οἱ μέλος τοῦ σώματος κινῆσαι μὴ δυνάμενοι, διὰ τὸ βάρος τῶν δεσμῶν, καὶ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην δεδεμένην τῇ ἁμαρτίᾳ δι’ ἐπιστολῶν λύοντες.

ιω. του χρυσοστόμου,λόγος εις τους κορυφαίους των αποστόλων πέτρον και παύλον


Πέμπτη, Μαΐου 07, 2020

ΜΙΑ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΝΑΔΙΚΗ


Τὸ φυτὸν τῆς ἁγνείας, τὸ μύρον τῆς εὐωδίας, πάλιν ἀνέτειλεν ἡμῖν, εἰς τὴν παροῦσαν ἑορτήν, βοῆσαι πρὸς αὐτόν, ὁ ἀναπεσὼν ἐπὶ τὸ στῆθος τὸ δεσποτικόν, καὶ ἑπομβρίσας τῷ κόσμῳ τὸν λόγον, Ἰωάννη Ἀπόστολε, ὁ τὴν Παρθένον φυλάξας ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ, αἴτησαι ἡμῖν παρὰ Χριστοῦ τὸ μέγα ἔλεος.
Η Εκκλησία μας έδωσε επίσημα τον τίτλο "Παρθένος" μόνο σε δύο πρόσωπα: στην Θεοτόκο Μαρία και τον θεολόγο Ιωάννη.Παρθένος σημαίνει αυτόν πού είναι "παρά τω Θεώ", δίπλα στον Θεό, τον αφοσιωμένο, τον αφιερωμένο, αυτόν πού διαφέρει και μένει ανέγγιχτος από τον κόσμο..Δεν είναι η απλή αποχή από τα σαρκικά, αλλά μια ζωή έτσι βιωμένη "ίνα αρέση τω Κυρίω".
Από μικρό παιδί είχε μέσα του θερμή την αγάπη και τον ζήλο για τα θεία. Τον τραβούσε ο Θεός, μιλούσε μέσα του η θεία αγάπη και αφιέρωση. Η οικογένεια του ήταν πολύ εύπορη και διακεκριμένη ακόμα και στα Ιεροσόλυμα.Αυτός όμως νεαρός ακόμα, άφηνε όνομα και περιουσία πίσω και έτρεχε με δίψα δίπλα στον Βαπτιστή Ιωάννη για να γνωρίσει τα του Θεού, γενόμενος υποτακτικός σε μέγα γέροντα τον Πρόδρομο. Και αργότερα όταν ο δάσκαλος του υπέδειξε τον Ιησού της Ναζαρέτ ως Αμνό του Θεού, Ερχόμενον εις τον κόσμον, έτρεξε με χαρά επειδή βρήκε το ποθούμενο της ζωής και των ονείρων του. Ήταν τόσο αφοσιωμένος και αγαπούσε τον Χριστό πού έγινε ο αγαπημένος του μαθητής και ονομάστηκε για την θέρμη του γιός της βροντής. Σε αυτόν ανατέθηκε η μέριμνα της Παρθένου, γιατί αυτός ήταν αγνότερος όλων, τόσο πολύ πού αν και ο νεότερος έμεινε κοντα στον Χριστό μέχρι και τον Σταυρό.
Είναι κάποιες ψυχές τελικά πού λες πώς δεν επιλέγουν απλώς την αγαθή μερίδα, αλλά είναι ήδη προωρισμένες και πλασμένες για Αυτήν.
Σε αυτόν αποκαλύφθηκαν τα υψηλά μυστήρια και τα απόκρυφα της θεολογίας. "Θεολόγος είναι αυτός πού ανέπεσε στο στήθος του Ιησού και άκουσε έναν έναν τους χτύπους της καρδιάς Του", λένε οι άγιοι γέροντες,αναφερόμενοι προφανέστατα στον Ιωάννη και όποιον ζήλωσε τον Ιωάννη κατά τα μέτρα εκάστου.
Ο Ιωάννης και το ευαγγέλιο του, έχουν ως σύμβολο τον υψιπέτη αετό. Αυτόν πού απομακρύνεται από τα γήινα και συνομιλεί πάντα με τα ουράνια.
Ο επιστήθιος φίλος του Θεανθρώπου, αυτός πού έπεσε στο στήθος Του και εγκόλπωσε ως επιστήθιος όλον τον Χριστόν,υπήρξε μια μοναδική καρδιά επί γης.
Ο αρχηγός της θεολογίας και μαθητής της αγάπης.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 29, 2019


Ἀνδρέας ὁ τῆς ἀποστολικῆς ἀνδρείας ἐπώνυμος, ὁ πρῶτος διδάσκαλον τὸν Δεσπότην ἐπιγραψάμενος• ἡ τῆς ἀποστολικῆς χορείας ἀρχή• ὁ πρὸς τὴν δεσποτικὴν παρουσίαν ὀξυδερκής, ὁ τῆς Ἰωάννου μαθητείας τὴν Χριστοῦ διδασκαλίαν ἀνταλλαξάμενος• ἡ τῶν τοῦ Βαπτιστοῦ ρημάτων σφραγίς. Ἦν μὲν γὰρ τῶν Ἰωάννου μαθητῶν ὁ δοκιμώτατος• ἐν λυχνιαίῳ φέγγει ζητῶν τοῦ φωτὸς τὴν ἀλήθειαν, ὥσπερ τις ἐν ἀμυδροτέραις αὐγαῖς πρὸς τὰς Χριστοῦ μαρμαρυγὰς ἐθιζόμενος.
Ἑλλάδα τε ὁμοῦ καὶ βάρβαρον ἐμπλήσας τῆς χάριτος καὶ δυσωπήσας πρὸς πίστιν τὰ ἔθνη τοῖς θαύμασιν, ἐπὶ τὸ τῆς ἀπιστίας μαχιμώτατον, τὴν Ἀχαΐαν λέγω, ἐπεστέλλετο. Ἔνθα δὴ πολλοὺς οὐρανῷ προσγράψας, εἷς διὰ τῆς πίστεως, σταυρῷ παραδίδοται• καὶ τρόπω τῆς τελευτῆς τὸν Δεσπότην μιμούμενος, ἵνα τῇ κοινωνίᾳ τοῦ πάθους δείξῃ τοῦ πόθου τὸ μέγεθος. Σταυρὸς οὗν ἐπὶ μέσῃ Ἑλλάδος ἐπήγνυτο, καὶ Ἀνδρέας ἐκρεμᾶτο, σταυρῷ τὸν σταυρωθέντα κηρύσσων, καὶ τοῖς ἥλοις τοὺς ἥλους πιστούμενος, καὶ τῷ πάθει τὸ πάθος μαρτυρούμενος.
(αγίου αθανασίου, εγκώμιον εις τον άγιον ανδρέαν τον απόστολον)

Κυριακή, Ιουνίου 30, 2019

H κλήση των Αποστόλων-Μητρ. Αντώνιος Bloom


Εἶναι βασικὸ γιὰ ἐμᾶς νὰ κατανοήσουμε τὴ σχέση ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὸν Χριστὸ καὶ τοὺς ἀποστόλους. Ἄν μελετᾶτε τὸ Εὐαγγέλιο, θὰ δεῖτε ὅτι οἱ Ἀπόστολοι καὶ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς γεννήθηκαν καὶ ἔζησαν στὴν ἴδια περιοχή. Ὁ Χριστὸς ἦρθε νὰ ζήσει σὰν παιδὶ στὴν Ναζαρέτ∙ οἱ Ἀπόστολοι ἔζησαν ὅλοι γύρω ἀπὸ τὸν τόπο Του. Δὲν γνωρίζουμε τίποτα ἀπὸ τὰ νεανικὰ χρόνια αὐτῶν τῶν ἀνδρῶν, ἀλλὰ ἄν σκεφτοῦμε ὅτι ἡ Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας βρισκόταν σὲ ἀπόσταση μικρότερη τῶν 4 μιλίων ἀπὸ τὴν Ναζαρέτ, ὅτι ὅλες οἱ πόλεις καὶ τὰ χωριὰ, ὅπου ὁ Πέτρος, ὁ Ἀνδρέας, ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Ἰάκωβος καὶ οἱ ἄλλοι μαθητὲς ἔζησαν, βρίσκονταν γύρω ἀπὸ τὸ ἴδιο μέρος, μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε ὅτι εἶχαν συναντήσει δεῖ καὶ ἀκούσει τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς παιδὶ καὶ ὡς νέο.

Δὲν γνωρίζουμε κάτι γιὰ τὴν ἐπιρροὴ τῆς προσωπικότητας Του, καθὼς μεγάλωνε ἁρμονικὰ εἰς ἄνδρα τέλειον, ἀπὸ ἀπόψεως πνευματικῆς σοφίας καὶ ἀρετῆς, ἀλλὰ ὑπῆρχαν μεταξύ τους δεσμοὶ οἰκειότητας. Οἱ μαθητὲς τοῦ Ἰωάννη, ὁ Ἀνδρέας καὶ ὁ Ἰωάννης, ἦταν μαθητὲς ἑνὸς ἐξαδέλφου τοῦ Κυρίου. Ὁ Ἰάκωβος ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Ἰωάννη, ὁ Πέτρος ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Ἀνδρέα. Ὅταν πρῶτοι συνάντησαν τὸν Χριστὸ, ἀναζήτησαν τοὺς φίλους τους Ναθαναήλ καὶ Φίλιππο. Ἀκόμα τὰ λόγια τοῦ Ναθαναήλ: «Μπορεῖ κάτι καλὸ νὰ προέλθει ἀπὸ τὴν Ναζαρέτ;» δὲν εἶναι παράξενα. Τι θὰ ἔλεγε ὁ κάθενας μας, ἄν τοῦ ἔλεγαν ὅτι ὁ Θεὸς ὁ ἴδιος ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ζεῖ σ’ἕνα χωριὸ 4 μίλια μακριὰ ἀπὸ τὸ χωριό του; 


Καὶ ἔπειτα ὑπάρχει μιὰ ὁλόκληρη πορεία ποὺ μποροῦμε ν’ ἀκολουθήσουμε στὰ Εὐαγγέλια, ὅπου μπορεῖ κάποιος νὰ δεῖ πῶς σταδιακὰ οἱ μαθητὲς ἀνακαλύπτουν τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, πῶς σταδιακά ἔρχεται πιὸ κοντὰ τους. Καὶ μιὰ μέρα, ἡ σχέση τους μαζί Του εἶναι τέτοια ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ Τὸν ἀφήσουν ἀκόμα καὶ καὶ ἄν τὸ ἤθελαν. Ὅταν οἱ περισσότεροι μαθητές Του τὸν ἐγκατέλειψαν, ὁ Κύριος εἶπε στοὺς δώδεκα: «Θὰ φύγετε κι ἐσεῖς;» κι ὁ Πέτρος ἀπάντησε: «Ποῦ νὰ πᾶμε; Τὰ λόγια Σου εἶναι λόγια ζωῆς αἰωνίου». Αὐτὴ ἡ σχέση ἀνάμεσα στοὺς μαθητές καὶ τὸν Χριστὸ, ποὺ ἴσως ἄρχισε μέσα ἀπο τὴ φιλία,κατόπιν ἐξελίχθηκε σὲ θαυμασμὸ, γιὰ ν’ἀναπτυχθεῖ σὲ σχέση ἀνάμεσα στοὺς μαθητὲς μὲ τὸν Διδάσκαλο καθ’ὁδὸν πρὸς τὸν Καίσαρα Φίλιππο, ἀναγνωρίζεται καὶ ὁμολογεῖται ἀπὸ ἕναν ἀπ’ αὐτοὺς ὡς δῶρο τοὺ Θεοῦ: «Εἶσαι ὁ Χριστὸς, ὁ Υἱὸς τοῦ Ζωντανοῦ Θεοῦ». 

Εἶναι μιὰ τόσο βαθιὰ, τόσο τέλεια, τόσο ὁλοκληρωμένη σχέση, ἔτσι ποὺ ὅταν ἀκόμα ὁ τρόμος τοὺς συνέχει, δὲν μποροῦν νὰ Τὸν ἀφήσουν. Ὅταν ὁ Χριστὸς λέει στοὺς μαθητὲς Του ὅτι πηγαίνει στὴ Βηθανία, ἐπειδὴ πέθανε ὁ Λάζαρος, οἱ μαθητές Τοῦ λένε: «Ἐπιστρέφεις στὴν Ἰουδαία; Δὲν σκοπεύουν νὰ σὲ σκοτώσουν;» Κι ἕνας λέει: «Ἄς πᾶμε καὶ ἄς πεθάνουμε μαζὶ Του». Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ Θωμᾶς, ἐκεῖνος ποὺ τόσο συχνὰ λογίστηκε σὰν ἄπιστος. Ὄχι, δὲν ἦταν ἄπιστος. Ἦταν ἕτοιμος νὰ ζήσει καὶ νὰ πεθάνει μὲ τὸν Διδάσκαλο του, ἀλλὰ δὲν εἶναι προετοιμασμένος νὰ δεχτεῖ μὲ εὐκολία τὰ νέα τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, μ’ ὅ,τι συνεπάγεται τὸ ζωηφόρο μήνυμα αὐτῆς, χωρίς νὰ εἶναι σίγουρος - ἐπειδὴ ὅταν ὁ Χριστὸς πέθανε στὸν Σταυρὸ, οἱ μαθητές Του σκορπίστηκαν φοβισμένοι γιὰ νὰ κρυφτοῦν, καὶ ὅμως ἦταν δεμένοι μ’ Ἐκεῖνον ὡς τὰ μύχια τῆς καρδιᾶς, τοῦ νοῦ καὶ τῆς ψυχῆς τους, ἔνοιωθαν ὅτι ἡ Ζωή ἔπαψε νὰ ὑπάρχει στὸν κόσμο, στὴν ζωή τους. Αὐτὸ μᾶς συμβαίνει ὅταν κάποιο ἀγαπητό πρόσωπο πεθαίνει. Τότε ἀνακαλύπτουμε ὅτι ἐπειδὴ πέθανε, κάθε τι, ρηχό, τετριμμένο, μικρό, πολὺ ἀσήμαντο, γιὰ νὰ εἶναι τόσο σημαντικὸ ὅσο ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος, χάνει κάθε νόημα. Ἀπομακρυνόμαστε ἀπ’ αὐτὸ, γινόμαστε τόσο σπουδαῖοι ὅσο ὁ τρόπος ποὺ ἀντιλαμβανόμαστε τὴ ζωὴ καὶ τὸ θάνατο.

Αὐτὸ εἶναι ποὺ τοὺς συνέβη, ἀλλὰ τότε δὲν ὑπῆρχε ζωὴ, ὑπῆρχε μόνο ἔνας καταστρεπτικὸς,συντριπτικὸς θάνατος. Δὲν μποροῦσαν πιὰ νὰ ζοῦν, ἐπειδὴ ἡ Ζωὴ εἶχε φύγει ἀπὸ τὴ ζωή τους, ἀλλὰ μποροῦσαν νὰ συνεχίσουν νὰ ὑπάρχουν. Κι ὅμως ξαφνικὰ ἀνακάλυψαν ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν ζωντανός καὶ ὅτι μποροῦσαν νὰ ζοῦν καὶ ἀκόμη περισσότερο, ὅτι, κατὰ ἕνα μυστηριώδη τρόπο, ἐπειδὴ εἶχαν πεθάνει τόσο βαθιὰ καὶ ὁλοκληρωτικά μέσα ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἑνότητα μαζί Του, μποροῦσαν, μέσα ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἑνότητα – τὴ δική Του καὶ μαζὶ τὴ δική τους- νὰ εἶναι ζωντανοὶ, ἀλλὰ ζωντανοὶ μὲ ἀδιάσειστη τὴ βεβαιότητα ὅτι κανένας θάνατος δὲν μπορεῖ πλέον νὰ τοὺς ἀποκλείσει ἀπὸ τὴ ζωή, καμιὰ μορφὴ θανάτου∙ ὁ θάνατος εἶχε ἠττηθεῖ. Αὐτὸ εἶναι ποὺ ψάλλουμε τὸ Πάσχα, αὐτὸ διακηρύττουμε ὡς Εὐαγγέλιο. Ἡ ζωὴ ἔχει θριαμβεύσει, ὁ θάνατος δὲν ἔχει δύναμη ἐπάνω μας· τὸ σῶμα μας δὲν ἔχει τὴ δύναμη νὰ μᾶς νικήσει ὅταν θὰ πεθάνει. Αὐτὴ εἶναι μία ἀπὸ τὶς κύριες μαρτυρίες τῶν ἀποστόλων· δὲν ἦταν ἁπλὰ τόσο πιστοὶ ὥστε νὰ εἶναι ἕτοιμοι νὰ πεθάνουν, ἀλλὰ ἦταν τόσο βέβαιοι ἀπὸ μιὰν ἐσωτερικὴ βεβαιότητα, ἀπὸ τὴν αἰωνιότητα ποὺ ἀναβλύζει ἀπὸ μέσα τους, ἀπὸ τὴ νίκη μέσα τους τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον θάνατος. Κάποιος μπορεῖ εἰρηνικὰ ν’ ἀφήσει ὅ,τι εἶναι ἐφήμερο, καθὼς λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Γιὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο θάνατος δὲν σημαίνει ὅτι ἀπεκδύεται τὴν ἐφήμερη ζωή, σημαίνει ὅτι ζεῖ τὴν αἰωνιότητα, τὴν αἰωνιότητα ποὺ πραγματοποιεῖται ἤδη ἀπὸ τώρα, ὅπως ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ, ἀγωνιζόμενος νὰ τὴν κάνει πραγματικότητα σ’ αὐτὸ ποὺ ἀποκαλεῖ σῶμα τῆς ἁμαρτίας. 


agiazoni

Σάββατο, Ιουνίου 29, 2019


Καθὼς ἕνας ἄρχοντας ὁποὺ ἔχει ἀμπέλια καὶ χωράφια καὶ βάζει ἐργάτας, ἔτσι καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς ἔχει ἡμᾶς ἀμπέλι. Ἐπῆρε δώδεκα Ἀποστόλους καὶ τοὺς εὐλόγησε καὶ τοὺς ἔστειλε εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Καὶ εἰ μὲν θελήσουν οἱ ἄνθρωποι νὰ περάσουν καὶ ἐδῶ εἰς τοῦτον τὸν μάταιον κόσμον καλὰ καὶ εἰρηνικά, θέλει τοὺς εὐσπλαχνισθῆ ὁ πανάγαθος Θεὸς νὰ τοὺς βάλῃ εἰς τὸν παράδεισον. Τοῦτο τοὺς ἐπαρήγγειλε, νὰ πιστεύωμεν καὶ νὰ βαπτιζώμεθα εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ νὰ φυλάγωμεν τὰ προστάγματα τοῦ Θεοῦ μας. Εἰς ὁποίαν χῶραν ἐπήγαιναν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ δὲν τοὺς δέχονται οἱ ἄνθρωποι, εἶπεν ὁ Κύριος νὰ τινάζουν τὰ τσαρούχια καὶ νὰ φεύγουν (66). Λαμβάνοντας τὴν χάριν τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἔτρεξαν ὡς ἀστραπὴ καὶ μὲ ἐκείνην τὴν χάριν τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἰάτρευαν χωλούς, κουτσούς, τυφλοὺς καὶ δαιμονισμένους καὶ μὲ τὴν προσταγὴν τοῦ Χριστοῦ μας ἀνέστησαν νεκρούς.
Πρέπον καὶ εὔλογον εἶνε, ἀδέλφια μου, νὰ εἶχα καὶ ἐγὼ ὁ ἀνάξιος καὶ ἁμαρτωλὸς δοῦλος του τὴν καρδίαν καθαράν, ὡσὰν τοὺς ἁγνοὺς Ἀποστόλους, καὶ νὰ ἔχω καὶ ἐκείνην τὴν χάριν τοῦ Παναγίου καὶ τελεταρχικοῦ Πνεύματος, ἐγὼ ποὺ ἀξιώθηκα καὶ ἦλθα εἰς τὴν χῶραν σας. Ἐπειδὴ καὶ εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ δὲν ἔχω τὴν χάριν τοῦ Παναγίου Πνεύματος, παρακαλῶ ὅμως τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν νὰ στείλη οὐρανόθεν τὴν χάριν του καὶ νὰ εὐλογήση τὴν χῶραν σας καὶ τὰ πράγματά σας καὶ τὸ ἔργον τῶν χειρῶν σας. Καὶ τὸ πρῶτον νὰ μᾶς εὐσπλαχνισθῆ, νὰ συγχωρήσῃ τὰ ἁμαρτήματά μας· καὶ νὰ σᾶς ἀξιώση, παιδιά μου, νὰ περάσετε καὶ ἐδῶ καλὰ καὶ εἰρηνικά, καὶ νὰ σᾶς βάλῃ εἰς τὸν παράδεισον νὰ δοξάζετε τὴν Ἁγίαν Τριάδα.
Καὶ εἰς ὁποίαν χῶραν ἐπήγαιναν οἱ Ἀπόστολοι, χειροτονοῦσαν ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς, εὐλογοῦσαν τὴν χῶραν ἐκείνην καὶ γίνουνταν ἕνας ἐπίγειος παράδεισος, χαρὰ καὶ εὐφροσύνη, κατοικία τῶν ἀγγέλων, κατοικία τοῦ Χριστοῦ μας. Καὶ εἰς ὁποίαν χῶραν δὲν τοὺς ἐδέχονταν, ἔμενε κατάρα καὶ ὄχι εὐλογία, κατοικία τοῦ διαβόλου καὶ ὄχι τοῦ Χριστοῦ μας.

άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός , διδαχή στ'

Λόγος στους Αγίους Δώδεκα Αποστόλους



  Αδελφοί και πατέρες, ιδού τα εμφορώτατα κλήματα της αγίας και αθάνατης και αποτελούσης την αρχή της ζωής αμπέλου, που είναι ο ίδιος ο Χριστός) «Εγώ είμαι», λέγει, «η άμπε­λος, εσείς τα κλήματα». Ιδού (ποίοι, κατά τους λόγους του Κυρίου, μπορούν να γίνουν και να είναι) οι φίλοι του Θεού Λόγου και Σωτήρα μας . «Εσείς είστε φίλοι μου», λέγει, «εάν πράττετε όσα εγώ σας παραγγέλλω. Δεν σας λέγω πλέον δούλους, διότι ο δούλος δεν γνωρίζει τι πράττει ο Κύριός του».


Εγώ όμως «έχω ονομάσει εσάς φίλους, διότι εκείνα τα οποία άκουσα από τον Πατέρα μου, σας τα γνωστοποίησα». Ιδού (ποίοι, κατά τους λόγους του Κυρίου, μπορούν να γίνουν και να είναι) οι Απόστο­λοι και οι κήρυκες της αλήθειας. «Εγώ είμαι», λέγει, «η (απόλυτη) αλή­θεια» και καθώς «με έχει αποστείλει» ο Πατήρ «να κηρύξω την άφεση (συγχώρηση) σε εκείνους που είναι αιχμάλωτοι (της αμαρτίας) και (να χαρίσω) την ανάβλεψη (το φως) σε εκείνους που είναι τυφλοί (από το σκοτισμό των παθών και των αδυναμιών τους)», κατά τον ίδιο τρόπο και εγώ αποστέλλω εσάς με σκοπό να θερα­πεύετε «κάθε ασθένεια και κάθε αδιαθεσία», και (όλα) εκείνα τα οποία ακούσατε (κατ’ ιδίαν) στους ιδιαίτερους χώρους προσευχής από εμένα, «να τα κηρύξετε από τα δώματα (ώστε να τα ακούσουν και να τα μάθουν όλοι)».Ιδού (ποίοι, κατά τους λόγους του Κυρίου, μπορούν να γίνουν και να είναι) οι αλιείς των ανθρώπων».


«Ακολουθήστε με», λέγει, «και θα σας κάνω αλιείς ανθρώπων (δηλαδή ικανούς να ψαρεύετε με τα δίκτυα του ευαγγελικού λόγου ανθρώπους και να τους προσελκύετε στη Βασιλεία του Θεού)». Ιδού (ποίοι, κατά τους λόγους του Κυρίου, μπορούν να γίνουν και να είναι) οι σωτήρες του κόσμου και ξένοι (προς τον υλιστικό και αμαρτωλό τρόπο ζωής) του κόσμου (αυτού). Δεν είναι, λέγει, από τον κόσμο τούτον, όπως (και) εγώ δεν είμαι από τον κόσμο αυτόν, και «φύλαξε αυτούς, Πάτερ, (ώστε να παραμείνουν ενωμένοι με­ταξύ τους) στο όνομά μου».


Ιδού (ποίοι, κατά τους λόγους του Κυρίου, μπορούν να γίνουν και να είναι) τα ευπειθέστατα (πάρα πολύ υπάκουα) πρόβατα που φέρουν τη σφραγίδα του παναγίου ποιμένος (δηλαδή του Χριστού). «Ιδού», λέγει, «εγώ (ο Χριστός) σας αποστέλλω ως (ήμερα) πρόβατα μέσα σε (αιμοβόρους) λύκους».


Και για να αφήσω πίσω τα περισσότερα από αυτά τα εγκώμια (επαίνους), που δίδουν μαρτυρία του Θεού, ιδού, προς εμάς σήμερα επανήλθαν, οι κατά χάριν του Χριστού και Σωτήρα μας αδελφοί -αφού επιστρέφετε, λέγει (ο Χριστός, μετά την Ανάστασή Του, στις Μυροφόρες), πέστε «στους αδελφούς μου» (δη­λαδή στους Αποστόλους)- οι λιμένες της σωτηρίας, οι πύργοι της χάριτος, οι λογικοί ουρανοί, οι νεφέλες του γλυκασμού που φέρνουν βροχή, οι ευαγγελιστές της ειρήνης, οι γρήγοροι της (Θείας) χάριτος ίπ­ποι, οι στύλοι της Εκκλησίας, οι κήρυκες της (Αγίας) Τριάδος -και γι­ατί πρέπει να λέγω και να απαριθμώ πολλά; -τα μουσικά όργανα, λύρες του Πνεύματος και οι σάλπιγγες της σωτηρίας και (οι) κλειδούχοι της Βασιλείας (του Θεού), «διδάσκοντας και νουθετώντας» μας ομόφωνα ο καθένας τους, όπως από κάθε μεν κακία απέχουμε, κρατούμε όμως μπροστά μας (ως ασπίδα) κάθε αρετή.


Και προηγουμένως μεν κηρύττουν ομόφωνα το σωτηριώδες μυστήριο της κατ’ οικονομίαν ενσάρκωσης (του Χριστού) και το άκτιστο και όμοιο στη φύση του (μυστήριο) της (Αγίας) Τριάδος, έπειτα δε διδάσκουν αρμονικά και σε μάς όλα τα «συνδεόμενα με τη σωτηρία». Γι’ αυτό και εγώ έχω κρίνει ότι είναι δί­καιο (ορθό) να μην πω σήμερα κάτι από τον εαυτό μου προς την αγάπη σας, αλλά (κάτι) από εκείνα τα οποία εκείνοι θεοπνεύστως διδάσκουν, (δηλαδή) να εισάξω στο μέσο (σας) (να φέρω ενώπιον σας) προς υπενθύμισή σας λίγα από τα πολλά από εκείνα τα οποία προτρέπει (συμ­βουλεύει) πρώτος ο θείος και αδελφόθεος Ιάκωβος.


«Ποιό είναι το όφελος, αδελφοί μου», λέγει, «εάν κάποιος λέγει (ισχυρίζεται) ότι έχει πίστη, δεν έχει όμως (ενάρετα) έργα; Μήπως μπορεί η (χωρίς έργα θεω­ρητική) πίστη (του) να τον σώσει; Αλλά θα πει κάποιος: συ έχεις (θεω­ρητική) πίστη και εγώ έχω (ενάρετα) έργα (χωρίς όμως και να έχω πίστη). Απόδειξέ μου την πίστη σου από τα έργα σου και θα σου αποδείξω και εγώ την πίστη μου από τα έργα μου. Εσύ πιστεύεις ότι ο Θεός είναι ένας. Καλά κάνεις. (Όμως) και τα δαιμόνια πιστεύουν (στην ύπαρξη του Θεού) και ανατριχιάζουν (μπροστά στη δικαιοσύνη και στη δύναμή Του). Θέλεις να μάθεις, κενέ (ανόητε) άνθρωπε, ότι η (θεωρη­τική) πίστη χωρίς τα (ενάρετα) έργα είναι νεκρή (και δεν μπορεί να σε σώσει);» Μάθε (λοιπόν) ότι «ο Αβραάμ ο προπάτοράς μας δικαιώθηκε (έγινε δίκαιος) από τα (ενάρετα) έργα (του), αφού έφερε (ανέβασε) πάνω στο θυσιαστήριο τον Ισαάκ τον υιό του. Βλέπεις ότι η πίστη τελειοποι­ήθηκε από τα έργα;».
«Βλέπετε ότι ο άνθρωπος δικαιώνεται (γίνεται δίκαιος) από τα (ενάρετα) έργα, και όχι από τη (θεωρητική) πίστη» μόνη της;


«Γι’ αυτό, αφού περιμαζέψετε όλο σας το μυαλό» με σωφροσύνη, λέγει ο θείος Πέτρος, «στηρίξετε πλήρως τις ελπίδες σας στη θεία Χάρη, που προσφέρεται σε σας με την αποκάλυψη του Ιησού Χριστού, ως παιδιά της υπακοής, χωρίς να συσχηματίζεστε με τις πρότερον επιθυμίες σας, οι οποίες σας εξουσίαζαν, όταν βρισκόσασταν στην άγνοια, αλλά σύμφωνα με τον άγιο Θεό, που σας κάλεσε στο δρόμο του αγιασμού, να γίνεστε και σεις οι ίδιοι άγιοι σε κάθε συναναστροφή, διότι είναι γραμ­μένο: Να γίνεστε άγιοι, διότι εγώ (ο Πατέρας σας) είμαι άγιος. Και εάν ονομάζετε Πατέρα σας τον Θεό, ο Οποίος κρίνει αμερόληπτα όλους σύμφωνα με τις πράξεις του καθενός, με φόβο Θεού να συμπεριφερθείτε κατά το χρόνο της παροικίας σας στη γη, που δεν είναι η παντοτινή σας πατρίδα, γιατί γνωρίζετε ότι όχι με φθαρτά λύτρα, δηλαδή με αργυρά ή χρυσά νομίσματα, λυτρωθήκατε από τη μάταιη και αμαρτωλή  ζωή και συναναστροφή σας, αλλά με το τίμιο αί­μα του Χριστού, το οποίο προσφέρθηκε θυσία ως αίμα αμώμου και καθαρού από κάθε ηθική κηλίδα αμνού».


Για τούτο, «αφού αποθέσετε κάθε κακία και κάθε δόλο και υποκρισίες και φθόνους και όλες τις καταλαλιές , ως νεογέννητα βρέφη να επιθυμήσετε πολύ το θρεπτικό ανόθευτο γάλα της θείας Χάριτος, για να μεγαλώσετε με αυτό, εάν βεβαίως γευθήκατε (και από την πείρα σας μάθατε) ότι ο Κύριος είναι πάντοτε ευεργετικός και αγαθός». Και αυτός ο οποίος, αφού έπαθε σωματικά (συσταυρούμενος με τον Χριστό), έχει παύσει να αμαρτάνει, έτσι ώστε να μην επιθυμεί πλέον να ζήσει τον υπόλοιπο χρόνο των ανθρώπων μέσα στην αμαρτία, αλλά σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Διότι είναι αρκετός ο χρόνος της ζωής σας, που έχει περάσει μέσα στις ακολασίες».


«Διότι, εάν ο Θεός δε λογάριασε τους αγγέλους που αμάρτησαν, αλλά, αφού τους έριξε στα τάρταρα, τους παρέδωσε να είναι φυλαγμένοι σε σειρές από βαθύ σκότος μέχρι να δικαστούν κατά την ημέρα της Κρίσεως, και εάν δεν λυπήθηκε τον παλαιό κόσμο (προ του κατακλυσμού) και εάν, αφού μετέβαλε σε στάχτη τις πόλεις των Σοδόμων και των Γομόρρων, τις καταδίκασε σε καταστροφή, αφού τις είχε βάλει ως φοβερό παράδειγμα σε εκείνους που έμελλαν να ασεβούν», τότε να είστε βέ­βαιοι ότι, «θα έλθει η ημέρα του Κυρίου κατά την οποία θα κρί­νει τον κόσμο. Και θα έλθει ξαφνικά, όπως ο κλέφτης μέσα στη νύκτα, κατά την οποία οι ουρανοί με θορυβώδη ήχο θα παρέλθουν, τα δε  στοιχεία, αφού θα καούν, θα διαλυθούν και η γη και τα έργα που θα υπάρχουν σ’ αυτήν, θα κατακαούν.


Αφού λοι­πόν όλα αυτά με αυτόν τον τρόπο διαλύονται, σκεφθείτε πόσο ταπει­νοί πρέπει να είστε σεις οι Χριστιανοί κατά τις αγίες συναναστροφές και τις ευσέβειές σας, προσδοκώντας και επιταχύνοντας την παρουσία (τον ερχομό) της ημέρας του Θεού;».
«Παιδιά μου», λέγει ο Ιωάννης ο Θεολόγος, «τελευταία και κρίσιμη είναι η σημερινή εποχή, και καθώς ακούσατε από τη διδασκαλία των Αποστόλων ότι έρχεται ο αντίχριστος, και τώρα ακριβώς έχουν παρουσιαστεί πολλοί αντίχριστοι· Απ’ αυτό μαθαίνουμε ότι είναι κρίσιμη η εποχή μας», «και σας αναγγέλλουμε, ότι ο Θεός είναι το  φως, και ουδέν ίχνος σκό­τους υπάρχει εις Αυτόν. Εάν λοιπόν πούμε ότι έχουμε κοινωνία μαζί Του και ζούμε στο σκότος της αμαρτίας, ψευδόμαστε και δεν λέμε την αλήθεια. Εάν όμως περπατούμε μέσα στο φως. ζώντας σύμφωνα με τον ευαγγελικό λόγο, όπως ο ίδιος ο Θεός είναι στο φως, τότε έχουμε κοινωνία με­ταξύ μας, και το αίμα του Ιησού Χριστού του Υιού του μας καθαρίζει από κάθε αμαρτία». «Και τώρα, παιδάκια μου, μένετε σταθερά ενωμένοι με Αυτόν, ώστε, όταν φανερωθεί, να έχουμε παρρησία (θάρρος), και να μην αισθανθούμε ντροπή απ’ Αυτόν , όταν Τον δούμε κατά τη (Δευτέρα) Παρου­σία Του».


Και γι’ αυτό λέγει ο Ιούδας ο Ιακώβου: «Τους αγγέλους, οι οποίοι δεν φύλαξαν το (υψηλό) αξίωμά τους, αλλά εγκατέλειψαν την κατοικία τους (στους ουρανούς), τους έχει κρατήσει δεμένους  με αιώνια δεσμά κάτω από σκότος για να δικαστούν στην Κρίση της μεγάλης ημέρας (δηλαδή κατά τη Δευτέρα Παρουσία). Όπως τα Σόδομα και τα Γόμορρα, έτσι και οι πόλεις που βρίσκονταν γύρω απ’ αυτά, οι οποίες με τον ίδιο με τα Σόδομα και τα Γόμορρα τρόπο, αφού παραδόθηκαν στην πορνεία και αφού  παρασύρθηκαν σε παρά φύση ασέλγειες, βρίσκονται μπροστά μας ως παράδειγμα αμαρτωλών, που έχουν να δώσουν λόγο με την ποινή του αιωνίου πυρός».


«Ας μη βασιλεύει λοιπόν η αμαρτία», διδάσκει ο Παύλος, «στο θνητό σας σώμα, ώστε να υπακούετε σ’ αυτήν παρασυρόμενοι από τις επιθυμίες του, ούτε να προσφέρετε τα μέλη σας ως όργανα της αδικίας, με αποτέλεσμα να σας νικά και να σας εξουσιάζει με αυτά η αμαρτία, αλλά να προσφέρετε τους εαυτούς σας στο Θεό, ως άνθρωποι οι οποίοι, αφού αναστηθήκατε με το βάπτισμα από τους νεκρούς, είστε ζωντανοί έχοντας μία νέα και αγία ζωή», και «όπως ακριβώς προσφέρατε τα μέλη σας να εί­ναι δούλα στην αμαρτία, και με την παράβαση του νόμου (να είναι δού­λα) στην ανομία, έτσι και τώρα να προσφέρετε τα μέλη σας (να είναι) δούλα στη δικαιοσύνη προς αγιασμό (σας)».


Γνωρίζετε, αγαπητοί μου αδελφοί, λύρα με δώδεκα χορδές, η οποία να παίζει με θεία έμπνευση και να ομοφωνεί ως προς το πόσο κακό (πράγμα) είναι η αμαρτία; Ας προσέχουμε λοι­πόν, αδελφοί (μου), τους εαυτούς μας, για να σωθούμε. Ας προσέχου­με (σ’ αυτές) τις προτροπές της Αγίας Γραφής και σ’ αυτά εδώ τα σωτηριώδη διδάγματα των Αποστόλων, και ας μη δίδουμε δευτερεύουσα σημασία στους λόγους του Α­γίου Πνεύματος. Διότι, γι’ αυτόν τον λόγο δεν σας είπα και σήμερα (πράγματα) από τον εαυτό μου, αλλά όλα όσα σας είπα είναι αγιοπνευματικά και αποστολικά (λόγια), ώστε να είναι βέβαιη η πίστη (σας σ’ αυτά).


Και τώρα μνημονεύω τον θείο Πέτρο, για να μου επι­σφραγίσει (επιβεβαιώσει) το λόγο και να προσευχηθεί θεόπνευστα για όλους σας, λέγοντας τα εξής: «Ο Θεός, που είναι η πηγή και ο χορηγός κάθε δωρεάς, ο Οποίος σας κάλεσε διά του Ιησού Χριστού στην αιώνια δόξα Του, Αυτός είθε να σας καταρτίσει, να σας στηρίξει, να σας ενδυναμώσει, να σας θεμελιώσει. Εις Αυτόν ανήκει η δόξα και η δύναμη εις τους αιώνες των αιώνων. Αμήν».



(Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου, Κατήχησις ΙΖ΄, Εις τους Αγίους και Πανευφήμους Αποστόλους και περί της αγίας και θεοπνεύστου αυτών διδαχής και περί του μη παρέργως ακούειν των σωτηριωδών τούτων διδαγμάτων. Συγγράμματα τ. Β. Έκδ. Ιεράς Βασιλικής και Σταυροπηγιακής Μονής Αγ. Νεοφύτου, σ.278-282.)