ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κατανυκτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κατανυκτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 03, 2021

Εκείνο που έχει τη μεγαλύτερη σημασία για τον Χριστό, είναι η απλότητα της ψυχής



Εκείνο που έχει τη μεγαλύτερη σημασία για τον Χριστό, είναι η απλότητα της ψυχής, κι όχι η άμεμπτος διαγωγή ενός ανθρώπου, πονηρού, όπως ο Φαρισαίος που προσευχότανε. Γι’ αυτό λέγει ο Κύριος: «Αμήν, λέγω υμίν, εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία, ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών». Το περίσσευμα της καρδίας κοιτάζει ο Χριστός, που φανερώνει την βαθύτερη ουσία του κάθε ανθρώπου. Συγχωρά τις αμαρτίες που κάθουνται απάνω στην ψυχή όπως η σκουριά απάνω στο σίδερο, και που φεύγει με το τρίψιμο, με τη μετάνοια. Μα δεν συγχωρά την ψυχή που την έχει φάγει από το θεμέλιό της η αμαρτία, που είναι σκουριασμένη και σαπισμένη ολότελα, και καταστάθηκε αμετανόητη. «Δεν υπάρχει», λέγει ένας άγιος, «αμαρτία ασυγχώρητη, παρά μονάχα εκείνη που είναι αμετανόητη». Ο Χριστός αγαπά τον άνθρωπο που έχει καλή καρδιά, και σιχαίνεται τη μοχθηρία. Μια φορά τα ‘φερε η τύχη κ’ έζησα μ’ έναν φονιά, έναν ληστή. Βρισκόμουνα σ’ ένα έρημο μοναστήρι, μακριά από χωριό και πολιτεία, και γνωρίστηκα μαζί του, χωρίς να ξέρω πως ήτανε ληστής. Ύστερ’ από καιρό το έμαθα. Δούλευα αντιγράφοντας τις τοιχογραφίες της εκκλησίας, και χρειάστηκα κιάλια, γιατί δεν τις έβλεπα, επειδής ήτανε πολύ ψηλά. Και μου ‘φερε κάτι κιάλια εκείνος ο άνθρωπος, κ’ έτσι πιάσαμε φιλία. Του μιλούσα για τους αγίους, που ήτανε ζωγραφισμένοι, για ιστορικά πράγματα, για τα άρματα που είχανε οι αρχαίοι. Εκείνος με άκουγε με τόση προσοχή, με τέτοιον πόθο, με τόση ταπείνωση, με τέτοια κατάνυξη, που δεν μπορώ να την παραστήσω. Σαν μωρό παιδί, όπως λέγει ο Χριστός. Η αθωότητά του ήτανε απίστευτη. Μαζί του, έγινα κ’ εγώ νήπιος, ξέχασα τι ήξερα και τι δεν ήξερα, έγινα άπλαστος, όπως γράφουνε οι παλαιοί ασκητάδες. Με τον καιρό, η αγάπη του για μένα έγινε τόσο μεγάλη, που δεν γίνεται περισσότερο. Κ’ η δική μου σ’ αυτόν. Προσπαθούσε να μαντέψει τι θέλω, για να το φέρει, πριν του το ζητήσω. Η απλότητα της ψυχής του κ’ η αθωότητά του ήτανε απίστευτη, μ’ όλο που ήτανε πολύ έξυπνος. Έκανε ολοένα τον σταυρό του στους αγίους, και μια φορά τον βρήκα δακρυσμένον και γονατισμένον σε μια σκοτεινή γωνιά της εκκλησιάς. Παρακολουθούσε δίχως μιλιά, με μεγάλη προσοχή, τη δουλειά μου, την ώρα που ζωγράφιζα. Δεν πίστευε τα μάτια του, πως αυτά γινόντανε με τρεις τρίχες (τα πινέλα) και με λίγη μπογιά. Με είχε για κάποιο πλάσμα υπεράνθρωπο. «Μαστρο – Φώτη, τί άνθρωπος είσαι! Τέτοιον άνθρωπο δεν τον πίστευα να υπάρχει στον κόσμο! Σάμπως τι ξέρουμε κ’ εμείς οι βουνίσιοι; Τί αγροικάμε; Σαν τα γιδερά είμαστε!» Του μιλούσα για τους πολεμιστάδες αγίους, για τον Άη – Γιώργη, για τον Άη – Δημήτρη, για τον Άγιο Μερκούριο, και του εξηγούσα και τ’ άρματά τους. Εκείνος άνοιγε τ’ αθώα μάτια του και δάκρυζε: «Ζήσανε, κυρ – Φώτη, στον κόσμο τέτοιοι αγιασμένοι ανθρώποι; Πώς μας σηκών’ η γης εμάς, και δεν μας καταπίνει; Τί καλό βλέπ’ ο Θεός από μας; Εμείς οι φτωχοί, είμαστε κι αμαρτωλοί! Οι πλούσιοι δεν κάνουνε αμαρτίες, και τα’ αγαπά ο Θεός!» Μια μέρα θέλησα να τον ζωγραφίσω. Άμα είδε πως δούλευα με μολύβι, τα ‘χασε, γιατί νόμιζε πως μονάχα με πινέλα γίνεται μια ζωγραφιά. Άνοιγε το χέρι μου, που βαστούσα το μολύβι, για να δει αν κρατώ μοναχά το μολύβι ή έχω κανένα μηχάνημα, καμιά φωτογραφική μηχανή. Απόρησε ακόμα, σαν είδε πως ζωγράφιζα κι ανθρώπους ζωντανούς, επειδή νόμιζε πως η ζωγραφική ήτανε μονάχα για αγίους. Σαν τελείωσα τη ζωγραφιά του και την είδε τελειωμένη, τρελάθηκε από τη χαρά του. Φιλούσε τα χέρια μου, και χόρευε σαν τον Παρασκευά του Ροβινσόνα. Την έβλεπε σαν ένα πράγμα μαγικό, δεν πίστευε στα μάτια του: να είναι ο ίδιος κι απαράλλαχτος! Προ πάντων του έκαναν εντύπωση η φουστανέλα με τις πτυχές, ο κάλτσες του, τα τσαρούχια του. Το χαρτί φοβότανε να το αγγίξει, και το τύλιξα εγώ και του το ‘δωσα, να το στείλει στους δικούς του. Σαν έφυγα, έκλαιγε σαν παιδί, κ’ ήθελε ν’ ‘ρθει μαζί μου στην Αθήνα. Σ’ ένα τέτοιο ταπεινωμένο πλάσμα είπε ο Χριστός, κρεμασμένος στον Σταυρό: «Αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω». Άλλη φορά, τον καιρό που ήμουνα παλληκαρόπουλο, έζησα μ’ έναν άλλον φονιά, απάνω σ’ ένα ρημόνησο, στη Μικρά Ασία. Ήτανε ένας κοντόφαρδος άνθρωπος, περασμένος, ίδιος κουρσάρος. Φορούσε μια κατσούλα από αστραχάν, έπινε πολύ, κ’ είχε κάνει μεγάλες παλληκαριές στη στεριά και στη θάλασσα. Ήταν χειμώνας. Ο βοριάς ούρλιαζε απ’ όξω, ερημιά παντού. Η θάλασσα βογγούσε, δεν φαινότανε μήτε γλάρος πουθενά. Εμείς καθόμαστε στο τζάκι και κουβεντιάζαμε. Ο κυρ Παναγής ολοένα φουμάριζε, και συχνά αναστέναζε. Μου ξομολογιότανε τι είχε κανωμένα στη ζωή του. Μ’ όλη την αγάπη που είχε για μένα, εγώ ώρες – ώρες τον φοβόμουνα, μήπως τον πιάσει το δαιμόνιο και με μαχαιρώσει μ’ ένα μαχαίρι που είχε στο ζωνάρι του. Μα ο κακόμοιρος είχε γίνει πολύ ήμερος. Αφού μου βαστούσε και ίσο, όποτε έψελνα στην μικρή εκκλησιά που είχαμε, και που ερχόντανε κάτι ψαράδες και τσομπάνηδες. Άκουγε με προσοχή, ό,τι του έλεγα για τη θρησκεία. Ήθελε να του εξηγώ το Ευαγγέλιο και «τ’ άλλα γράμματα της εκκλησιάς». Διάβαζε το Ψαλτήρι. Σαν έμπαινε στην εκκλησιά, έκανε πολλές φορές τον σταυρό του, κ’ ύστερα πήγαινε κοντά στο τέμπλο, μπροστά στην Παναγία, απίθωνε στο σκαλοπάτι το καλπάκι του αστραχάν που φορούσε, και γονάτιζε, έφερνε το κεφάλι του και το χτυπούσε στο μάρμαρο, μουρμουρίζοντας από τα βάθη της ψυχής του: «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ! Ήμαρτον, Παναγία μου βασίλισσα!» Σ’ αυτή τη στάση καθότανε κάμποση ώρα, ακίνητος, μουρμουρίζοντας: «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ!» Πηγαίναμε μαζί κυνήγι. Κ’ επειδής ήτανε σημαδευτής στο τουφέκι όσο κανένας, γυρίζαμε φορτωμένοι λαγούς, αγριόπαπιες, κι άλλα πουλιά. Μια φορά μου έφερε δυο κουτάβια από λύκο, κ’ ήθελε να τα θρέψουμε, να τα έχουμε για μαντρόσκυλα. Τα λυπότανε, τα τάϊζε, μα στο τέλος κοντέψανε να τον φάνε, σαν μεγαλώσανε λίγο, αλλά δεν τα σκότωσε, παρά τ’ αμόλησε και φύγανε. Και για τα πουλιά που σκοτώναμε, έλεγε: «Τί φταίξανε, μαθές, τούτα τα αθώα, και τα σκοτώνουμε;» Μια μέρα θυμάμαι πως έκανε ένα κρύο τάντανο, κι ο ουρανός ήτανε μαύρος και καθόμαστε στη φωτιά. Ο κυρ – Παναγής έπινε πόντς, δηλαδή βρασμένο ρούμι, όπως συνηθίζανε οι ναυτικοί, κ’ ήθελε να πίνω κ’ εγώ μαζί του. Καθότανε, κατά τα συνηθισμένα του, συλλογισμένος και βουβός, σφιχτοκουμπωμένος, έχοντας χωμένο το ‘να χέρι του στο μανίκι τ’ αλλουνού. Άξαφνα γυρίζει και μου λέει: «Δε μου λες, Φωτάκη, άραγες υπάρχει Κόλαση και Παράδεισο;» Ύστερα από λίγο, αφού σκέφτηκε κάμποσο, είπε, σαν ν’ αποκρινότανε στον εαυτό του, κουνώντας το κεφάλι του: «Εμ κάτι τις θα υπάρχει, αφού είναι γραμμένο στα παλαιά βιβλία!» Κι απόμεινε πάλι σκεφτικός, ώρα πολλή. Σε μια φουρτούνα, που κοντέψαμε να πνιγούμε, σαν βγήκαμε ζωντανοί στη στεριά, ο κυρ – Παναγής έλεγε και ξανάλεγε: «Κοίταξε, κόντεψα να σας πάρω στο λαιμό μου με τα κρίματα που έχω κανωμένα!» Αντίκρυ στο νησί μας βρισκότανε ένα μοναστήρι του Αγίου Νικολάου, κ’ ήτανε ηγούμενος ένας ιερομόναχος Ναθαναήλ. Μια Κυριακή πρωί, είχαμε βγει από τη Λειτουργία, και πίναμε καφέ με τον Παναγή. Καθότανε βουβός, φουμάριζε και συχναναστέναζε, «ωρυόμενος από στεναγμού της καρδίας του». Για μια στιγμή, γυρίζει και μου λέγει: «Δε μου λές, κυρ – Φωτάκη, κείνος ο ληστής που γράφει το Βαγγέλιο πώς μετανόησε και συγχωρέθηκε και πήγε στην Παράδεισο, πόσους είχε σκοτωμένους;» Του αποκρίθηκα πως δεν ήξερα. Μου λέγει: «Δεν είναι γραμμένο στο Βαγγέλιο πόσα φονικά έκανε;» Του λέγω: «Όχι, δεν το γράφει». Κούνησε το κεφάλι του, αναστέναξε και σώπασε. Ύστερ’ από κάμποση ώρα, μου λέγει: «Εγώ, Φωτάκη, φαίνεται πως δεν έχω σωτηρία, έχασα την ψυχή μου! Έκανα πολλά στη ζωή μου, λες και μ’ είχε καβάλα ο Όξ’ από δω!… Άραγες εκείνος ο ληστής, που σταυρώθηκε μαζί με τον Χριστό (κ’ έκανε τον σταυρό του), έκανε όσα έκανα εγώ ή πιο λιγότερα, και βρήκε έλεγος από τον Χριστό; Γι’ αυτό σε ρώτηξα. Αλλά μου λες πως στο Βαγγέλιο δεν είναι γραμμένο πόσο αίμα έχυσε, πόσους ανθρώπους σκότωσε… Χμ! Αλίμονο σε μένα!…» Τα μάτια του δακρύσανε και τα ‘σφιγγε, χώνοντας το ‘να χέρι του μέσα στο μανίκι τ’ αλλουνού. Απόμεινε κάμποση ώρα συλλογισμένος. Ύστερα, γυρίζει και μου λέγει: «Αύριο, σαν κόψει λίγο η φουρτούνα, δε μπαίνουμε στη βάρκα, να πάμε αντίκρυ, στον γούμενο τον Ναθαναήλ; Ίσως έχει κανένα άλλο αγιωτικό βιβλίο, που να γράφει πόσους ανθρώπους είχε σκοτωμένους εκείνος ο ληστής που πήγε στην Παράδεισο, να ξαλαφρώσει η καρδιά μου!».


 (Από το βιβλίο: “Το Αϊβαλί η πατρίδα μου”, του Φώτη Κόντογλου. Εκδόσεις: “Άγκυρα”. Αθήνα, Μάιος του 2009)

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 12, 2019

Μιμήθηκε τον άγιο Σπυρίδωνα


"Ξέρετε, μου είχε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι οι άγαμοι βρίσκονται υψηλότερα στην κλίμακα της αγάπης του Θεού.
Δίπλα μου ήταν ένα βιβλίο για τη ζωή του Αγίου Σπυρίδωνα, και σκεπτόμενος τον Άγιο έγγαμο, πάλι αυτός ο λογισμός πήρε θέση στη σκέψη μου, οπότε νιώθω ένα χαστούκι στο μάγουλο. Σηκώνω τα μάτια και τότε βλέπω τον Άγιο Σπυρίδωνα ζωντανό και θυμωμένο μπροστά μου, αυστηρά να με ρωτάει πώς και το πιστεύω αυτό; Ο ίδιος δεν ήταν έγγαμος, ο Απόστολος Ανδρέας δεν ήταν έγγαμος; Ο Απόστολος Πέτρος δεν ήταν έγγαμος;

Όταν συνήλθα από αυτή την ψυχρολουσία, άνοιξα το βιβλίο και άρχισα να διαβάζω για τη ζωή του Αγίου Σπυρίδωνα. Έφτασα στο σημείο που έλεγε ότι ο Άγιος πάντα είχε μεγάλη αγάπη και συμπάθεια στους αμαρτωλούς. Όταν κάποιοι κλέφτες πήγανε μία νύχτα να κλέψουνε πρόβατα απὸ τη μάνδρα του, που τη συντηρούσε για να βοηθά τους πεινασμένους, τυφλωθήκανε και δεν μπορούσανε να φύγουνε, και πιάσανε και φωνάζανε να τους ελεήσει και ο Άγιος, όχι μόνο τους ξανάδωσε το φως τους, αλλὰ τους χάρισε κ᾿ ένα κριάρι, γιατί, όπως τους είπε, είχανε κακοπαθήσει όλη τη νύχτα. Και τελικά, αφού τους νουθέτησε νάναι καλοὶ άνθρωποι, τους έστειλε στα σπίτια τους, χωρὶς να μάθει τίποτα η εξουσία για την κλεψιὰ που θέλανε να κάνουνε.
"Αποκλείεται, δεν το πιστεύω", είπα. "Μα να τους χαρίσει και κριάρι, γιατί είχανε κακοπαθήσει όλη τη νύκτα";
Άφησα το βιβλίο και ανέβηκα στο μοναστήρι του Αγίου Γερασίμου. Εκεί μια σπουδαία μοναχή, η Βερονίκη,που για χρόνια είχε δουλέψει ως νοσοκόμα στην κλινική Αλεβιζάτου στην Ομόνοια, όπου εφημέριος ήταν ο Γέροντας Πορφύριος, μού πρότεινε να περπατήσουμε λίγο. Ήταν η εποχή που τα γύρω αμπέλια του μοναστηριού έγερναν γεμάτα ώριμα σταφύλια, έτοιμα για τρύγο.
“Σκύψε, Γεράσιμε, σκύψε, να μην αναστατώσουμε τους ανθρώπους", μου λέει.
Γυρίζω και βλέπω δύο χωρικούς να κλέβουν σταφύλια από το αμπέλι του μοναστηριού.
Η Βερονίκη δεν φώναξε, δεν πρόσβαλε, δεν έδιωξε τους κλέφτες, αλλά μου είπε να σκύψω να μην μας δουν και αναστατωθούν.
Από τη Βερονίκη μού ήρθε λοιπόν απάντηση πώς φέρονται οι άνθρωποι του Θεού. Πριν λήξει η μέρα, η αμφισβήτησή μου για ό,τι έπραξε ο Άγιος Σπυρίδωνας με τους κλέφτες, διαλύθηκε".

[Από διήγηση του π. Γεράσιμου Φωκά
από άπαντα ορθοδοξίας]

Τετάρτη, Οκτωβρίου 02, 2019

"Μονογενής Ελπίδα"


Ο άνθρωπος που δεν ελπίζει σε καμμιά βοήθεια εκτός από τον Θεό, και σε καμμιά ζωή εκτός από αυτόν, και σε καμμιά άλλη χαρά εκτός από αυτόν, και σε καμ­μιά δικαιοσύνη εκτός από αυτόν, και κρεμιέται με δά­κρυα μονάχα σ’ Εκείνον, έχοντας «μονογενή ελπίδα», αυτός βρίσκει έλεος και αναπαύεται από «τα της ματαιότητος και πολυμόχθου σαρκός». Γι’ αυτόν «η αγάπη η εν Χριστώ ισχυροτέρα εστί της ενταύθα ζωής», κατά τον ά­γιο Ισαάκ. Και δεν θέλει να χωρισθεί από τον Θεό, και προτιμά τον θάνατο από τούτον τον χωρισμό, γιατί νοιώ­θει καλά πως σωστά λέγει ο άγιος Κύριλλος ότι «θάνα­τος αληθής είναι ο χωρισμός της ψυχής από τον Θεόν και όχι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα». Σ’ αυτή τη μακάρια κατάσταση βρίσκονται οι άγιοι, όχι λίγες ώρες της ζωής τους, αλλά παντοτεινά. Και για τούτο νοιώθουνε πως από τούτον τον κόσμο απογευθήκανε σαν ένα αρραβώνα τη μακαριότητα της αιωνίου ζω­ής. Και αγαπούνε κάθε άνθρωπο και κάθε πλάσμα, επειδή η τέλεια αγάπη προέρχεται από τη χαρά της πίστεως κι’ από τη βεβαιότητα κι’ από τη στερεή ελπίδα που έ­χουνε μέσα στην ψυχή τους. Οι άλλοι άνθρωποι, οι α­μαρτωλοί, μπορεί να ελεηθούνε και να αξιωθούνε για λί­γο αυτή την απελευθέρωση από τη δουλεία της φθοράς, ν’ απογευθούνε λίγο από τον ουράνιον άρτον. Μα ύστε­ρα πάλι, σαν αδύνατοι άνθρωποι που είναι, από αμέλεια ξαναπέφτουνε στις μέριμνες του βίου, και χάνουνε εκεί­νη την ευωδία του μυστικού κόσμου στον οποίον ζήσανε εκείνον τον σύντομον καιρό. Και ποθούνε θερμά να ξα­ναμπούνε πάλι στην ουράνια εκείνη πολιτεία, και την αναθυμιούνται με δάκρυα, κι’ ολοένα ελπίζουνε να την ξαναδούνε. Κι’ απορούνε πώς την χάσανε και πώς καταντήσανε πάλι δούλοι της σαρκός, και θρηνούνε σαν τους πρωτόπλαστους που καθήσανε έξω από τον Παρά­δεισο, μη μπορώντας να ξαναμπούνε μέσα. Ξέρω πως πολλοί, διαβάζοντας αυτά που γράφω, θα πούνε πως η ζωή μας σήμερα δεν σηκώνει τέτοια καλο­γερίστικα πράγματα. Μα δεν έχουνε δίκιο. Οι σημερινοί άνθρωποι, όπως έγραψα κι’ άλλη φορά, δεν είναι όλοι ευχαριστημένοι από τη ζωή που ζούνε, ας έχουνε κάθε λογής υλικές αναπαύσεις και ασχολίες. Ίσια-ίσια σήμε­ρα η ανθρώπινη ψυχή βρίσκεται σε παραζάλη και σε α­γωνία, γιατί είδε καλά πως, ενώ ήλπιζε να πιάσει την ευ­τυχία με την επιστήμη και με την υλική και διανοητική δραστηριότητα, δεν επέτυχε αυτό που ήλπιζε. Υπάρχουνε λοιπόν πολλοί άνθρωποι που διψάνε για αληθινή τροφή της ψυχής, και γι’ αυτούς γράφω. Κ’ ε­κτός από την Ελλάδα, μια τέτοια δίψα κατατρώγει εκα­τομμύρια κόσμο, κατά τα λόγια του Προφήτη που λέγει: «Να, έρχονται ημέρες, λέγει Κύριος, και θα στείλω επά­νω στη γη όχι πείνα για ψωμί, ούτε δίψα για νερό, αλλά πείνα του ν’ ακούσετε λόγον Κυρίου»…
+ Φώτης Κόντογλου

Κυριακή, Ιουλίου 14, 2019

Αθώοι ληστάδες και ψυχροί φονιάδες



"Ο Χριστός είχε πει στους μακαρισμούς του: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών. Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Και στους μαθητές του είπε: «Τα δικά σας μάτια είναι καλότυχα, γιατί βλέπουνε, και τα αυτιά σας, γιατί ακούνε. Επειδή σας λέγω αληθινά πως πολλοί σπουδαίοι άνθρωποι επιθυμήσανε να δούνε αυτά που βλέπετε και δεν τα είδανε, και να ακούσουνε αυτά που ακούτε, και δεν τ' ακούσανε»."
Αυτοί οι άνθρωποι, ακόμη κι αν είναι ληστές και φονιάδες, υπερέχουν σε σύγκριση με τους άλλους, «τους ψευτογλυκοπρόσωπους και τους υποκριτές», γιατί δεν έκαναν το κακό σκόπιμα και την πράξη τους την ακολουθούσε μια αληθινή μεταμέλεια, γιατί την ψυχή τους τη διάκρινε μια απλότητα και κίνητρο της πράξης τους δεν ήταν η μοχθηρία.
[...] "Έκανα γνωριμιά με ληστάδες και με βουνίσιους φονιάδες και, μ' όλα ταύτα, στο βάθος της καρδιάς τους ήτανε αθώοι, πιστεύανε εύκολα σ' ό,τι τους έλεγα, και θαυμάζανε σαν τα μωρά το 'να και τ' άλλο, ταπεινοί οι κακόμοιροι, παρεκτός όσοι ήτανε διαστρεμμένοι."
[...] Αυτές οι απλές ψυχές κ' οι ευκολόπιστες, απ' όξω φαίνουνται άγριες και φοβερές. Τους άλλους, τους ψευτογλυκοπρόσωπους και τους υποκριτές να φοβάσαι. Οι βουνίσιοι είναι οι νήπιοι που λέγει το Ευαγγέλιο. Για τούτο ο ληστής γίνεται πιο εύκολα άγιος, ενώ ο χαλασμένος, ο πολύξερος, δε γίνεται ποτέ, κι ας μην έχει πειράξει κανέναν στα φανερά.
Θυμήσου τον ληστή που σταυρώθηκε μαζί με το Χριστό, πως έκλαψε γι' αυτόν, επειδής, όπως είπε, άδικα σταυρώθηκε ο Χριστός, ενώ αυτός κι ο σύντροφος του βασανιζόντανε δίκαια. Σε τέτοιες ψυχές μπαίνει ο λόγος του Χριστού, γιατί ο Χριστός, πριν απ' όλα, ζητά απλή καρδιά."
[...] "Εκείνο που έχει τη μεγαλύτερη σημασία για τον Χριστό, είναι η απλότητα της ψυχής, κι όχι η άμεμπτος διαγωγή ενός ανθρώπου πονηρού όπως ο Φαρισαίος που προσευχότανε. Γι' αυτό λέγει ο Κύριος: «Αμήν, λέγω υμίν, εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία, ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών». Το περίσσευμα της καρδιάς κοιτάζει ο Χριστός, που φανερώνει την βαθύτερη ουσία του κάθε ανθρώπου. Συγχωρά τις αμαρτίες που κάθουνται απάνω στην ψυχή όπως η σκουριά απάνω στο σίδερο, και που φεύγει με το τρίψιμο, με τη μετάνοια. Μα δεν συγχωρά την ψυχή που την έχει φάγει από το θεμέλιο της η αμαρτία, που είναι σκουριασμένη και σαπισμένη ολότελα, και καταστάθηκε αμετανόητη. «Δεν υπάρχει», λέγει ένας άγιος, «αμαρτία ασυγχώρητη, παρά μονάχα εκείνη που είναι αμετανόητη». Ο Χριστός αγαπά τον άνθρωπο που έχει καλή καρδιά, και σιχαίνεται τη μοχθηρία."
[...] "Μαθαίνει κανένας τα κακουργήματα που γίνουνται σήμερα, κι ανατριχιάζει περισσότερο απ' άλλη φορά, από την αναισθησία, από την απάθεια, από την πώρωση που έχουνε κείνοι που τα κάνουνε, σαν να είναι αληθινοί σατανάδες και σαν να είναι ο σκοτωμός η φυσική τροφή της ψυχής τους.
Άλλη φορά οι φονιάδες σκοτώνανε, οι περισσότεροι, χωρίς να το θέλουνε, μέσα στη ζάλη τους. Ένα σύννεφο από θυμό ή από ζήλεια ή από πνιγμένο δίκιο, θόλωνε τα μάτια τους για μια στιγμή. Μα ύστερα σκόρπιζε αυτό το σύννεφο, τα μάτια τους καθαρίζανε, και μετανοιώνανε. Πολλές φορές κλαίγανε, θέλανε να σκοτωθούνε, ντρεπόντανε τον κόσμο. Τώρα οι φονιάδες, κ' οι άλλοι που κάνουνε κακές πράξεις, είναι ολότελα μαυρόψυχοι, ξεροί, παγωμένοι, αναίσθητοι, σατανάδες, βουβοί και ψυχροί κακούργοι [...]. Γι' αυτό εκείνους τους παλιούς φονιάδες τους λέγω αθώους φονιάδες, μπροστά στους καινούργιους, που είναι, οι περισσότεροι, κακούργοι μέχρι κόκκαλο, σατανόψυχοι, αμετανόητοι."

( κείμενα και εικόνες του κόντογλου, δανεισμένα από aspromavro.net)

Τρίτη, Μαρτίου 26, 2019

TH ΑΥΤΗ ΗΜΕΡΑ Διήγηση ωφέλιμος περί μοναχού Μάλχου και περί υπακοής



Mακράν από την Aντιόχειαν της Συρίας έως τριάντα μίλια, είναι ένα χωρίον ονομαζόμενον Mαρώνεια, εις το χωρίον δε εκείνο εγεννήθη και ανετράφη ο Mάλχος ούτος, και εσέβετο τον Θεόν. Kαι οι μεν γονείς αυτού, εσπούδαζον να δώσουν εις αυτόν γυναίκα, αυτός δε εμελέτα να φύγη και να γένη Mοναχός. Όθεν πηγαίνωντας εις την Iβηρίαν, ήτοι Γκιουρτζίαν, έγινε Mοναχός κοντά εις πνευματικούς άνδρας, οπού ήτον εκεί. Aγωνισθείς λοιπόν ο αοίδιμος, ευηρέστησεν εις τον Θεόν.
Όταν δε έμαθεν, ότι απέθανεν ο πατήρ του, εστοχάζετο να γυρίση οπίσω εις την χήραν μητέρα του, με σκοπόν ίνα μετά τον θάνατον εκείνης γένη κληρονόμος όλων των υπαρχόντων της. Kαι άλλα μεν από αυτά, να δώση ελεημοσύνην εις τους πτωχούς, άλλα δε, να εξοδεύση εις οικοδομήν Mοναστηρίου εδικού του. Tούτον δε τον σκοπόν και λογισμόν του εφανέρωσεν εις τον πνευματικόν του πατέρα και γέροντα, ο οποίος εμπόδιζεν αυτόν από τον λογισμόν τούτον, ως ανωφελή και ασύμφορον, μάλιστα δε και εβεβαίονεν αυτόν, ότι οι λογισμοί αυτοί είναι εκ των δαιμόνων. O δε Mάλχος δεν ηθέλησε να πεισθή εις τα λόγια του γέροντός του. Όθεν ευγήκεν από το Mοναστήριον και επήγεν εις την Έδεσσαν. Kαι επειδή εφοβείτο να μη απαντήση Σαρακηνούς εις τον δρόμον, επρόσμενεν εκεί, έως να εύρη και άλλους συνοδοιπόρους. Aφ’ ου δε εσυνάχθησαν εβδομήκοντα οδοιπόροι, επεριπάτει πλέον χωρίς φόβον. Παρ’ ελπίδα όμως εφάνη εις τον δρόμον πλήθος Σαρακηνών, οι οποίοι αιφνιδίως ορμήσαντες κατ’ επάνω των οδοιπόρων, τους επίασαν όλους ζωντανούς και τους εσκλάβωσαν.
Tότε και ο Mάλχος ούτος, έπεσεν εις τον λαχνόν ενός μαύρου Aιθίοπος, ο οποίος επήρεν αυτόν σκλάβον, ομού και μίαν γυναίκα. Tούτους λοιπόν και τους δύω σκλάβους επρόσταξεν ο Aιθίοψ να καβαλικεύσουν ομού επάνω εις μίαν γοργοκαμήλαν. Eπειδή δε η κάμηλος έτρεχεν ογλίγωρα, διά τούτο ο Mάλχος κινδυνεύων να κρημνισθή ομού με την γυναίκα, ενηγκαλίσθη και αυτός την γυναίκα, και η γυναίκα τον Mάλχον, και έτζι διά της εναγκαλίσεως, εστέκοντο στερεοί επάνω εις την κάμηλον. Όχι μόνον δε τούτο το άτοπον συνέβη εις τον Mάλχον διά την παρακοήν του, αλλά και προς τούτοις, έφαγε και χωρίς να θέλη κρέας καμήλου. Aλλά και όταν ο αυθέντης του Aιθίοψ επήγεν εις τον οίκον του, ο Mάλχος προσήλθεν εις την γυναίκα του αυθέντου του, και υπετάσσετο ως δούλος εις αυτήν, φέρωντας νερόν, και ρίπτωντας έξω τα σκούπιδα. Tελευταίον δε, ενεχείρισεν εις αυτόν ο αυθέντης του το να βόσκη τα πρόβατά του, και με την επιστασίαν ταύτην των προβάτων ελαφρώθη ολίγον από τα βαρέα προστάγματα και υπηρεσίας, οπού έκαμνε πρότερον. Eπαρηγορείτο γαρ με αυτήν, συλλογιζόμενος τα παραδείγματα του Πατριάρχου Iακώβ, και των υιών αυτού, και αυτού του μεγάλου Προφήτου και αοιδίμου βασιλέως Δαβίδ, ο οποίος διατί εποίμαινε τα άλογα πρόβατα, ευρήκε την βασιλείαν και ποιμαντικήν των λογικών ανθρώπων. Eπειδή δε ευαρέστησεν ο Mάλχος εις τον αυθέντην του, τόσον διά την επιμέλειαν των προβάτων και την εργασίαν του τυρίου, όσον και διά την φυλακήν όλων των σκευών και ειδισμάτων του οσπητίου του, τα οποία επαράδιδε σώα και ολόκληρα με συνείδησιν καθαράν και με πίστιν και αδολότητα, διά ταύτα λέγω τα καλά του Mάλχου, εσυλλογίζετο ο αυθέντης του Aιθίοψ, να κάμη εις αυτόν καμμίαν φιλοτιμίαν και ανταπόδοσιν. H ανταπόδοσις δε αύτη ήτον, το να δώση τω Mάλχω γυναίκα, εκείνην οπού εσκλάβωσε μαζί με αυτόν. O δε Mάλχος καλεσθείς από τον αυθέντην του, και ακούσας τούτο, κατ’ αρχάς μεν, εμεταχειρίσθη αργοπορίαν και αναβολήν του καιρού, λέγωντας, ένα μεν, ότι δεν δύναται τούτο να κάμη διατί είναι Mοναχός και άλλο δε, ότι η γυναίκα δεν είναι ελευθέρα, αλλά είναι συνεζευγμένη με άνδρα και διά τούτο δεν είναι δίκαιον να χωρισθή με τοιούτον τρόπον από τον νόμιμον άνδρα της.
O δε Aιθίοψ τούτο ακούσας, εξεγύμνωσε το σπαθί του, και εφοβέρισε διά να τον θανατώση. Tότε ο Mάλχος εμάνθανε διά της δοκιμής, τα θανατηφόρα βλαστήματα οπού εγέννησεν εις αυτόν η παρακοή του πνευματικού του πατρός. Όθεν φοβηθείς, επήρε την γυναίκα και χωρίς να θέλη. Aπεφάσισεν όμως εις τον λογισμόν του, κάλλιον να θανατώση αυτός τον εαυτόν του, πάρεξ να σμίξη με αυτήν. Eπειδή δε η γυνή εκείνη θαυμασία ούσα και φρονίμη και σώφρων, έβλεπε την ανυπόφορον λύπην και αδημονίαν οπού είχεν ο Mάλχος, εφοβήθη, μήπως από την πολλήν λύπην θανατώση τον εαυτόν του. Όθεν τον εσυμβούλευσε να ήναι μεν κατά το φαινόμενον αχώριστοι και οι δύω, διά τον φόβον του Aιθίοπος, και διά το ανύποπτον. Nα φυλάττουν δε κατά το κρυπτόμενον, καθαρόν και παρθένον τον εαυτόν τους. Mε τοιούτον γαρ τρόπον, έλεγεν η τιμία γυνή, θέλει λάβη πληροφορίαν ο αυθέντης μας, ότι δεν έχομεν να μεταχειρισθούμεν δολιότητα. Ήρεσεν η βουλή αύτη εις τον Mάλχον, πλην αυτός ενθυμούμενος την καθαράν και αγίαν ζωήν, οπού είχεν, όταν ευρίσκετο εις το Mοναστήριον, εμελέτα να φύγη. Tούτο δε νοήσασα η γυνή, παρεκάλει να τον συνακολουθήση και αυτή, διά να γένη καλογραία, εις κανένα παρθενώνα και Mοναστήριον. O δε Mάλχος υπεσχέθη τούτο εις αυτήν. Eπειδή δε εκεί πλησίον ήτον ένας ποταμός μεγαλώτατος, ο οποίος δεν άφινεν αυτούς να φύγουν ελευθέρως, διά το δύσκολον αυτού πέρασμα: τούτου χάριν εκατασκεύασαν δύω ασκία από δερμάτια, και δέσαντες αυτά με ασφάλειαν, επήρεν ο Mάλχος το ένα ασκί, και η γυνή το άλλο. Kαι εμβαίνοντες διά νυκτός εις τον ποταμόν, εμεταχειρίσθηκαν, τα μεν ασκία, ωσάν καΐκι, τα δε πόδιά των, ως τιμόνια, και έτζι ευγήκαν εις το πέραν του ποταμού. Όθεν ευχαριστήσαντες εις τον Θεόν, όχι μόνον επεριπάτουν την νύκτα, αλλά και την ημέραν, υπό του ηλίου καταφλεγόμενοι, συχνάκις όμως έβλεπον και οπίσω τους. Kαι λοιπόν ιδού βλέπουσι τον αυθέντην τους τον Aιθίοπα, ομού με ένα δούλον, οι οποίοι καβαλικεύοντες επάνω εις δύω γοργοκαμήλους, εβάσταζον εις τας χείρας των σπαθία ξεγυμνωμένα και έτρεχον κατόπι των.
Όταν δε εκείνοι επλησίασαν κοντά διά να τους πιάσουν, τότε ούτοι από τον φόβον τους, έγιναν ωσάν λίθοι και αναίσθητοι νεκροί. Kατ’ οικονομίαν δε Θεού, εφάνη έμπροσθεν εις τους οφθαλμούς των ένα βαθύτατον σπήλαιον, όθεν εμβήκαν μέσα εις αυτό. Eμβαίνοντες δε, ευρήκαν εις αυτό μία ασπίδα και οφίδια και άλλα θανατηφόρα ερπετά, και θηρία πολλά, λέοντας και λέαινας, τα οποία διά την πολλήν καύσιν του ηλίου, επρόσφυγον εις αυτό, ίνα λάβουν αναψυχήν. Aγκαλά λοιπόν και εφοβήθησαν ούτοι τα ρηθέντα θηρία, όμως με το να ήτον μεγαλίτερος ο φόβος του Aιθίοπος, εσφράγισαν τον εαυτόν τους με το σημείον του τιμίου Σταυρού, και ούτως εστάθησαν εις ένα μέρος του σπηλαίου, προσμένοντες να γένουν φαγητόν των θηρίων. Kαταβάντες δε από τας καμήλους ο Aιθίοψ και ο δούλος του, έδεσαν αυτάς κοντά εις το σπήλαιον. Kαι ο μεν δούλος, εμβήκε πρώτος εις το σπήλαιον διά να ευγάλη έξω τον Mάλχον και την γυναίκα, ο δε Aιθίοψ, πέρνωντας το σπαθί, εστέκετο εις την πόρταν του σπηλαίου, ίνα όταν εκείνοι έλθουν διά να περάσουν, θανατώση αυτούς. Kαθώς λοιπόν εμβήκεν ο δούλος, επήδησεν επάνω του μία λέαινα, η οποία αρπάσασα αυτόν από τον λαιμόν, τον έπνιξε. Έπειτα δαγκάνουσα αυτόν, τον ετράβιξε μέσα εις την φωλεάν της. Kαι ο μεν Mάλχος και η γυνή βλέποντες τούτο, εδόξασαν τον Θεόν. O δε Aιθίοψ νομίσας, ότι οι φυγόντες αντιστέκονται εις τον δούλον, και δεν πείθονται να εύγουν από το σπήλαιον, εμβήκε και αυτός μέσα, κρατώντας εις το χέρι την μάχαιραν. Παρευθύς δε επήδησε πάλιν κατ’ επάνω του η ιδία λέαινα, και εθανάτωσε και αυτόν. Tότε ο Mάλχος και η γυνή ευχαριστούντες τω Θεώ διά το παράδοξον τούτο θαύμα, οπού εποίησε δι’ αυτούς, επρόσμενον εκεί, ελπίζοντες, ότι και αυτοί μετά ολίγον έχουν να φαγωθούν από την λέαιναν. Aλλ’ η λέαινα πέρνουσα το λεονταρόπουλόν της, ευγήκεν από το σπήλαιον. Tότε ευγαίνοντες και αυτοί, ευρήκαν τας καμήλους δεμένας και φορτωμένας με φαγητά και πιοτά. Όθεν φαγόντες και ευφρανθέντες, ευχαρίστησαν τον Θεόν.
Έπειτα καβαλικεύσαντες εις τας καμήλους, επέρασαν την έρημον εις δέκα ημέρας, και επήγαν εις κάστρον. Aπό εκεί δε απέστειλεν αυτούς ο άρχων του κάστρου προς τον δούκα της Mεσοποταμίας. Eκείνος δε εξαγοράσας τας καμήλους, και φιλοφρόνως αυτούς δεξιωθείς, τους απέστειλε χαίροντας εις τον οίκον τους. Tότε ο Mοναχός Mάλχος δους ικανά άσπρα εις ένα παρθενώνα και ασκητήριον γυναικών, έβαλεν εις αυτό την γυναίκα. Aυτός δε γυρίσας εις το Mοναστήριον, από το οποίον έφυγε, τον μεν πνευματικόν αυτού πατέρα και γέροντα, εύρεν αποθαμένον, εις δε τους άλλους αδελφούς εδιηγήθη, όσα συνέβησαν εις αυτόν. Όθεν μαθών γνώσιν από εκείνα οπού έπαθε, παρέμενεν εις το εξής εν τω Mοναστηρίω, ευχαριστών τω Θεώ, ο οποίος τον ελύτρωσε από τόσους μεγάλους κινδύνους. Διαπεράσας λοιπόν χρόνους αρκετούς, και τω Θεώ ευαρέστως δουλεύσας, απήλθεν εις τας αιωνίους μονάς.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Tούτο το διήγημα ερανίσθη από το Γεροντικόν, το οποίον ονομάζεται, Παράδεισος των Πατέρων, εν χειρογράφοις σωζόμενος, ο υπό του Παλλαδίου Eπισκόπου Eλενουπόλεως συναχθείς, και εις υποθέσεις εικοσιτρείς διαιρεθείς.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

ΣΠΟΥΔΑΣΤΗΡΙΟ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 25, 2019

Διήγηση για την μετάνοια και την κρίση του Θεού


Στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης ήταν τον παλιό καιρό ένα ησυχαστήριο γυναικών. Κάποτε η προεστώσα έστειλε μια νέα μοναχή στην πόλη για υπηρεσία. Εκείνη από συνεργεία διαβολική έπεσε σε βαρύ σφάλμα. ‘Ύστερα, απελπισμένη από την πτώση της, δε γύρισε αμέσως στο ησυχαστήριο. Έμεινε στον κόσμο και παρασύρθηκε σ’ έκλυτη ζωή. Γρήγορα όμως αηδίασε την αμαρτία και, μετανοημένη ειλικρινά για το κατάντημα της, πήρε το δρόμο της επιστροφής. δεν ξέρουμε όμως γιατί ο Θεός δεν επέτρεψε να πατήσει το πόδι της μέσα στον Παρθενώνα. Μόλις έφθασε στην εξώθυρα, έπεσε κάτω νεκρή.

Το γεγονός έκανε μεγάλη εντύπωση στις μοναχές και στους Πατέρες που ασκήτευαν εκεί γύρω. ΄Όλοι αμφέβαλλαν για τη σωτηρία της. Ένας άγιος Ερημίτης όμως που έμενε σε μια σπηλιά στην κορυφή του βουνού διηγήθηκε αργότερα το δράμα που είδε, καθώς προσευχόταν, τη στιγμή ακριβώς που η μετανοημένη μοναχή έπεσε νεκρή. Άγγελοι από τον Ουρανό κατέβαιναν να παραλάβουν την ψυχή της, αλλά και πλήθος πονηρά πνεύματα μαζεύονταν από παντού για να την αρπάξουν. Τότε έγινε μεγάλη φιλονικία ανάμεσα στα αγαθά και στα πονηρά πνεύματα. Οι δαίμονες απαιτούσαν την ταλαίπωρη ψυχή που τόσον καιρό δούλευε στην αμαρτία. Οι Άγιοι Άγγελοι βεβαίωναν πώς είχε μεταμεληθεί και γι’ αυτό ήταν άξια σωτηρίας.

– Πού είναι η μετάνοιά της; αντιλογούσαν τα πονηρά πνεύματα. Αφού ούτε να μπει στο Μοναστήρι της πρόλαβε και τη βρήκε ο θάνατος έξω από την πόρτα.

– Άφ’ ότου είδε ο Πανάγαθος Θεός τη θέλησή της να κλίνει στη διόρθωση, δέχτηκε την μετάνοιά της, αποκρίθηκαν οι Άγγελοι. Η ψυχή είναι κυρία της θελήσεώς της, της δε ζωής και του θανάτου ο πάντων Δημιουργός και κυρίαρχος Θεός.

Έτσι οι δαίμονες έφυγαν νικημένοι, ενώ οι Άγιοι Άγγελοι με χαρά οδήγησαν την ψυχή στα Ουράνια.

Από ΔΙΑΚΟΝΗΜΑ 

Κυριακή, Νοεμβρίου 18, 2018

ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ...

· 

Ειναι φρικτό να υπουδουλώσουμε την ελεύθερη ψυχή μας,αυτη που βρίσκεται σαν πολύτιμη και λατρευτή νυμφη και παμπόθητο παιδίον παντα στα χέρια του Θεού, στα πιο βδελυρά παθη και να την διεκδικήσουν οι ζοφεροί δαίμονες,αυτοί που δεν έχουν εξουσία πανω σε τιποτα,αλλά μάλλον ηττημένοι διαρκώς θρηνούν φρικιωντες την παταγώδη πτώση τους.Είναι φρικτό να απαιτηθεί το αγιο από τα σκυλιά και οι μαργαρίτες να ριχτούν στους χοίρους.Είναι απαίσιο να αναγνωρίσουν οι δαίμονες κάποια οικειότητα μαζί τους στα ανεξιτηλα τραυματα και τις πληγές στις οποιες παραδοθηκαμε ετι ζωντες και εκτυπωνονται ως μαρτυρίες ανεξαλειπτες στην ψυχή μας.Και ο καιρός της εξόδου μας να γίνει καιρός θρήνου και οδυρμού και όχι τελείωση και αρχή αγαλλίασης.Για τον καθένα από μας η κρίση είναι προ των θυρών.Ακριβώς την στιγμή του θανάτου του. Πριν ετοιμαστούμε για τα έσχατα,ας θυμηθούμε τα έσχατα τα δικα μας,τα οποία κανείς δεν μπορεί να μας ασφαλίσει ότι δεν είναι εγγύτατα.
"Καὶ πάρεσό μοι ἀεὶ ὡς ἐλεήμων, καὶ συμπαθής, καὶ φιλάγαθος, ἐν μὲν τῷ παρόντι βίῳ, θερμὴ προστάτις καὶ βοηθός,
τὰς τῶν ἐναντίων ἐφόδους ἀποτειχίζουσα, καὶ πρὸς σωτηρίαν καθοδηγοῦσά με,
καὶ ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐξόδου μου, τὴν ἀθλίαν μου ψυχὴν περιέπουσα, καὶ τὰς σκοτεινὰς ὄψεις τῶν πονηρῶν δαιμόνων πόῤῥω αὐτῆς ἀπελαύνουσα·
ἐν δὲ τῇ φοβερᾷ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως, τῆς αἰωνίου με ῥυομένη κολάσεως, καὶ τῆς ἀποῤῥήτου δόξης τοῦ σοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν κληρονόμον με ἀποδεικνύουσα."...

Παρασκευή, Ιουνίου 08, 2018

Ελπιδοφόρα απελπισία


Ἡ ἀπελπισία χαρακτηρίζεται στήν πατερική γραμματεία ὡς δαιμονική διάθεση, πού ὁδηγεῖ στήν καταστροφή. Ἀποτελεῖ τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τοῦ διαβόλου. Αὐτός πιστεύει καί φρίττει, ἀλλά δέν ἐλπίζει. Ἡ ἀπελπισία προκύπτει ὡς συνέπεια τῆς ἀλλοτριώσεως ἀπό τόν Θεό. Εἶναι ἡ πληρέστερη μορφή ἀθεΐας. Ὑπάρχει ὅμως καί ἐλπιδοφόρα ἀπελπισία. Ὁ Χριστιανός βλέποντας τήν κατάσταση στήν ὁποία τόν ὁδήγησε ἡ ἁμαρτία, ἀλλά καί τίς περιορισμένες δυνάμεις του, ἀπελπίζεται ἀπό τόν ἑαυτό του. Δέν σταματᾶ ὅμως ἐδῶ οὔτε σκοτώνει τήν ἐλπίδα του, ἀλλά τήν στρέφει πρός τόν Θεό. Ἡ ἐλπίδα αὐτή γεννᾶ τή μετάνοια καί ἀποτρέπει τήν ἀπελπισία. Καί ἡ ἀπελπισία ἀπό τόν ἑαυτό του ἐντείνει τήν μετάνοια καί τήν ἐλπιδά του πρός τόν Θεό.
Εἶναι χαρακτηριστικό ὁτι ἡ Παναγία ἀποκαλεῖται «Ἐλπίς τῶν ἀπηλπισμένων» καί ὄχι τῶν «ἐλπιζόντων». Ὅσοι ἐλπίζουν στόν ἑαυτό τους αὐτοκαταδικάζονται στήν ἀπελπισία. Ὅσοι ὅμως ἀπελπίζονται ἀπό τόν ἑαυτό τους, ἀλλά ἀγαποῦν τόν Θεό καί ἐμπιστεύονται σέ αὐτόν τή ζωή τους, μποροῦν νά βροῦν τήν ἀδιάψευστη ἐλπίδα· τήν ἐλπίδα πού στηρίζεται στήν Παναγία καί τόν Χριστό.
Τό μήνυμα πού δέχθηκε ὁ ἅγιος Σιλουανός στήν ἐποχή μας εἶναι: «Κράτα τό νοῦ σου στόν ἅδη, καί μήν ἀπελπίζεσαι». Ἡ συναίσθηση τοῦ πλήθους τῶν ἁμαρτιῶν συντρίβει τόν ἄνθρωπο. Καί ἡ διατήρηση τοῦ νοῦ στόν ἅδη ὁδηγεῖ εὔκολα στήν ἀπελπισία. Ἡ μνήμη ὅμως τῆς ἀγάπης καί τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ δέν τόν ἀφήνει νά ἀπογοητευθεῖ. Ἀπελπίζεται ἀπό τό ἐγώ του, ἀλλά προσπαθεῖ νά λυτρωθεῖ, πρίν συντρίβει ὁ ἴδιος ἀπό αὐτό. Ἔτσι, ἀναλογιζόμενος τήν κρίση τοῦ Θεοῦ, ἀφανίζει τά πάθη καί τούς ἐμπαθεῖς λογισμούς διατηρώντας τό θάρρος του καί ἐλπίζοντας στήν Θεία φιλανθρωπία. Ἡ ἀπελπισία γιά τόν Χριστιανό γίνεται ἀγάπη πρός τόν Χριστό.
Γεωργίου’Ι. Μαντζαρίδη, Ὁμότιμου καθηγητῆ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ.

Δευτέρα, Ιουνίου 04, 2018

Πού αλλού μπορεί να βρεθεί αληθινή ανάπαυση;-Αγίου Δημητρίου τού Ροστώφ

Αν δεν προσκολληθείς στα γήινα πράγματα, θα μείνεις ελεύθερος και από τα δεσμά των θλίψεων. Ας μη σαγηνεύεται η καρδιά σου από τα υλικά, για να μη γίνει αιχμάλωτή τους. Μην αναζητάς ανάπαυση και παρηγοριά στις σαρκικές απολαύσεις, γιατί δεν θ' αναπαυθείς ποτέ σ' αυτές. Αναζήτησε τον Κύριο, τον πλάστη και ευεργέτη σου. Όλα τα επίγεια είναι πρόσκαιρα και απατηλά, μόνο ο Θεός και η αγάπη Του μένουν στον αιώνα.

Σε ώρες μεγάλης θλίψεως και αφόρητου πόνου, η ψυχή, επιζητώντας διέξοδο, στρέφεται, πολλές φορές με μανία αληθινή, σε επίγειες παρηγοριές. Αναζητά σ' αυτές το αντίδοτο του πόνου. Ξεγελασμένη έτσι από τον διάβολο, αφού ικανοποιηθεί για λίγο, πέφτει μετά σε βαθύτερη θλίψη και απόγνωση. Γιατί η παρηγοριά πού δίνουν τα φθαρτά πράγματα στον άνθρωπο είναι κι αυτή φθαρτή. Γι' αυτό και πολλοί που έζησαν όλη τους τη ζωή μέσα στις ηδονές, φθάνοντας στο τέλος της ζωής τους συνειδητοποίησαν πως τίποτα δεν απόλαυσαν, πως όλα ήταν φευγαλέο όνειρο που άφησε πίσω του μόνο πίκρα.

Αδιάκοπα η ψυχή πάσχει και υποφέρει και βασανίζεται και παλεύει. Από τη μια μεριά οι εξωτερικές πιέσεις και τα προβλήματα, που δεν την αφήνουν σε ησυχία. Το ένα κακό φεύγει, το άλλο έρχεται, το ένα πρόβλημα λύνεται, άλλο εμφανίζεται. Από την άλλη πάλι η ψυχή ταλαιπωρείται εσωτερικά από τα πάθη και τις συγκρούσεις τους, που της δημιουργούν τύψεις, αθυμία, πόνο, θυμό, ταραχή, ανησυχία.

Πού λοιπόν θα μπορέσει ν' ακουμπήσει λυτρωτικά η ψυχή με όλα αυτά; Ποιος θα της δώσει ειρήνη και ανάπαυση; Ποιος έχει τη δυνατότητα να της έμπνευση ηρωισμό και καρτερία για τα εξωτερικά προβλήματα, αλλά και να την λύτρωση από τις εσωτερικές συγκρούσεις των παθών και τις τύψεις; Ποιος;... Ξέρεις άλλον από τον Κύριο μας, τον Ιησού;
Πού θα τον αναζήτησης όμως; Ψάξε σ' όλα τα σημεία της γης ζήτησέ Τον στα πέρατα του κόσμου ζήτησέ Τον στα πλούτη, στη δόξα, στο σωματικό κάλλος, στις απολαύσεις και τις ηδονές... 

Πουθενά δεν θα Τον βρεις. Γιατί Εκείνος σε κρατά ολόκληρο μέσα στα χέρια Του, κι εσύ δεν το γνωρίζεις. Βρίσκεται όλος μέσα σου, κι ούτε αυτό το νιώθεις.

Η Βασιλεία του ουρανού μέσα σου είναι, μην την ψάχνεις σ' άλλους τόπους.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 24, 2018

Mνήμη Νεοφύτου Εγκλείστου



Εμοί ου πρέπει να λαλώ ουδέ να συντυχαίνω.
Ου πρέπει εμέ να βλέπομαι ουδέ πάλιν να βλέπω, 
ουδέ να τρέφομαι τροφήν, την πρέπουσαν ανθρώποις.
Εμένα πρέπει να θρηνώ, ημέραν εξ’ ημέρας, 
να τρώγω δε τον χουν της γης και των δένδρων τα φύλλα, 
να πίνω δε τα δάκρυα διά τας αισχράς μου πράξεις, 
ότι ενίκησα υπερβολικώς τον άσωτον εκείνον·
εκείνος γαρ υπέστρεψεν από της ασωτίας, 
και το «ήμαρτον» εβόησε και υιότητος αξιώθη.

Ει δε και μόλις αισθανθώ εκείνου τη μετάνοιαν, 
ευθύς καταλαμβάνει με έρως φιληδονίας, 
και κατασπά με ο λογισμός προς πράξεις αθεμίτους.
Συ δε, Σωτήρ μου, σώσον με, καν θέλω καν μη θέλω

Κυριακή, Οκτωβρίου 22, 2017

"Πάρε τον παράδεισο μου και δωσ'μου την "κόλαση" σου"



Τις προάλλες συναντήθηκα με ένα γέροντα που αγαπώ πολύ. Είδες ποτέ τον Χριστό γέροντα τον ρώτησα. «Ναι πάτερ μου», μονολόγησε, με συστολή. «Πώς είναι Γέροντα;» «Όπως στα Ευαγγέλια πάτερ μου, αγνός, αγαθός, απλός και προσιτός». «Και πότε συνέβη αυτό», ήταν η αμέσως επόμενη γεμάτη θάμβος ερώτηση μου. «Όταν αγάπησα πολύ δίχως να περιμένω τίποτα πάτερ μου», ψιθύρισε ο γέροντας με χαμηλωμένα τα μάτια του, που είχαν ήδη πλημμυρίσει ερωτικά δάκρυα για τον Χριστό του. «Άδειασα σαν άνθρωπος και γέμισα Χριστό. Τα έδωσα όλα και δεν πήρα τίποτα. Τότε έρχεται Εκείνος όταν του μοιάσεις».
Αυτή η φράση, «Ο Χριστός έρχεται όταν του μοιάσουμε», σκαρφάλωσε στα πιο δύσβατα μονοπάτια της καρδιάς μου και άνοιξε χώρο μέσα μου. Ναι, η αγάπη. Εκείνη που ξέρει να θυσιάζεται και να χάνει. Να τα δίνει όλα δίχως να κρατάει λογαριασμό. Εκείνη που πεθαίνει για να ζήσεις ο άλλος. Που προδίδεται, σταυρώνεται κι όμως συγχωρεί. Που ξέρει να λέει και να εννοεί, πάρε τον παράδεισο μου και δώσ'μου την "κόλαση" σου…


παπα Λίβυος


αγιορείτικες διαδρομές

Παρασκευή, Οκτωβρίου 13, 2017

Η ελπιδοφόρα απελπισία


Ἡ ἀπελπισία χαρακτηρίζεται στήν πατερική γραμματεία ὡς δαιμονική διάθεση, πού ὁδηγεῖ στήν καταστροφή. Ἀποτελεῖ τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τοῦ διαβόλου. Αὐτός πιστεύει καί φρίττει, ἀλλά δέν ἐλπίζει. Ἡ ἀπελπισία προκύπτει ὡς συνέπεια τῆς ἀλλοτριώσεως ἀπό τόν Θεό. Εἶναι ἡ πληρέστερη μορφή ἀθεΐας. Ὑπάρχει ὅμως καί ἐλπιδοφόρα ἀπελπισία. Ὁ Χριστιανός βλέποντας τήν κατάσταση στήν ὁποία τόν ὁδήγησε ἡ ἁμαρτία, ἀλλά καί τίς περιορισμένες δυνάμεις του, ἀπελπίζεται ἀπό τόν ἑαυτό του. Δέν σταματᾶ ὅμως ἐδῶ οὔτε σκοτώνει τήν ἐλπίδα του, ἀλλά τήν στρέφει πρός τόν Θεό. Ἡ ἐλπίδα αὐτή γεννᾶ τή μετάνοια καί ἀποτρέπει τήν ἀπελπισία. Καί ἡ ἀπελπισία ἀπό τόν ἑαυτό του ἐντείνει τήν μετάνοια καί τήν ἐλπιδά του πρός τόν Θεό.
Εἶναι χαρακτηριστικό ὁτι ἡ Παναγία ἀποκαλεῖται «Ἐλπίς τῶν ἀπηλπισμένων» καί ὄχι τῶν «ἐλπιζόντων». Ὅσοι ἐλπίζουν στόν ἑαυτό τους αὐτοκαταδικάζονται στήν ἀπελπισία. Ὅσοι ὅμως ἀπελπίζονται ἀπό τόν ἑαυτό τους, ἀλλά ἀγαποῦν τόν Θεό καί ἐμπιστεύονται σέ αὐτόν τή ζωή τους, μποροῦν νά βροῦν τήν ἀδιάψευστη ἐλπίδα· τήν ἐλπίδα πού στηρίζεται στήν Παναγία καί τόν Χριστό.
Τό μήνυμα πού δέχθηκε ὁ ἅγιος Σιλουανός στήν ἐποχή μας εἶναι: «Κράτα τό νοῦ σου στόν ἅδη, καί μήν ἀπελπίζεσαι». Ἡ συναίσθηση τοῦ πλήθους τῶν ἁμαρτιῶν συντρίβει τόν ἄνθρωπο. Καί ἡ διατήρηση τοῦ νοῦ στόν ἅδη ὁδηγεῖ εὔκολα στήν ἀπελπισία. Ἡ μνήμη ὅμως τῆς ἀγάπης καί τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ δέν τόν ἀφήνει νά ἀπογοητευθεῖ. Ἀπελπίζεται ἀπό τό ἐγώ του, ἀλλά προσπαθεῖ νά λυτρωθεῖ, πρίν συντρίβει ὁ ἴδιος ἀπό αὐτό. Ἔτσι, ἀναλογιζόμενος τήν κρίση τοῦ Θεοῦ, ἀφανίζει τά πάθη καί τούς ἐμπαθεῖς λογισμούς διατηρώντας τό θάρρος του καί ἐλπίζοντας στήν Θεία φιλανθρωπία. Ἡ ἀπελπισία γιά τόν Χριστιανό γίνεται ἀγάπη πρός τόν Χριστό.
Γεωργίου’Ι. Μαντζαρίδη, Ὁμότιμου καθηγητῆ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ.

από Imaik.gr

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 17, 2017

Διήγηση ωφέλιμη για τον στάρετς Θεόδωρο τον απλού και μακάριο


Σε κάποιο χωριὸ τῆς ᾿Ιβηρίας/Γεωργίας ζοῦσε ἕνας ἁπλοϊκὸς ἄνθρωπος μὲ τὸ ὄνομα Θεόδωρος, τὸν ὁποῖον ὅλοι θεωροῦσαν ἀνόητο ἀκόμη καὶ τρελλό. Δὲν πήγαινε ποτὲ στὴν ᾿Εκκλησία, δὲν φαινόταν ὅμως νὰ ἔχη ἄλλα ἐλαττώματα.

Κάποτε, τὴν ἡμέρα τῆς ῾Υψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, κατὰ τὴν ὁποία πλῆθος πιστῶν συνάγεται στοὺς Ναοὺς γιὰ νὰ προσκυνήση τὸ πάντιμο Ξύλο, σκέφθηκε ὁ Θεόδωρος: «Σήμερα θὰ πάω στὴν ᾿Εκκλησία, γιὰ νὰ ἰδῶ τοὐλάχιστον μία φορὰ στὴν ζωή μου, τί κάνουν ἐκεῖ». ῎Ετσι καὶ ἔγινε: προσκύνησε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους πιστούς, παρηκολούθησε τὴν Θεία Λειτουγία καὶ συγκινήθηκε ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου, «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι».

Μετὰ τὴν ἀπόλυσι, ἐπισκέφθηκε κάποιον γνωστό του καὶ τὸν ἐρώτησε, τί ἆραγε ἐσήμαιναν τὰ λόγια αὐτά. ᾿Εκεῖνος ἀπάντησε, ἀστειευόμενος: «Αὐτὸ σημαίνει, νὰ πᾶς σὲ ἕνα δάσος, νὰ κόψης ἕνα δένδρο, νὰ φτιάξης ἕναν σταυρό, νὰ τὸν βαστάζης (φέρης) καὶ νὰ βαδίζης πρὸς τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ». «Αὐτὸ εἶναι πολὺ εὔκολο», ἀπάντησε ὁ Θεόδωρος, «καὶ θὰ τὸ κάνω ἀμέσως. Σὲ εὐχαριστῶ, ἀδελφέ μου, γιὰ τὴν καλὴ συμβουλή».

Πράγματι, πῆγε στὸ δάσος καὶ ἔφτιαξε ἕναν μεγάλο σταυρό, τόσο βαρύ, ὥστε τὸν ἔφερε μὲ πολὺ δυσκολία. ῎Αρχισε ἔτσι νὰ βαδίζη, ἐρωτώντας κάθε διαβάτη: «Αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος γιὰ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ;». Μία τέτοια ἐρώτησις ἔκανε τὸν καθ᾿ ἕνα νὰ νομίζη, ὅτι πρόκειται περὶ τρελλοῦ, καὶ ἀπαντοῦσαν: «Βάδιζε γρήγορα!... Αὐτὸς ὁ δρόμος πάει κατ᾿ εὐθεῖαν στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ...».

῎Ετσι, ὁ Θεόδωρος ἔσπευδε περισσότερο...

Περιπλανήθηκε πολλὲς ἡμέρες, ξεχνώντας νὰ φάη καὶ νὰ πιῆ. Τελικά, ἔφθασε στὰ σύνορα τῆς ᾿Ιβηρίας καὶ Τουρκίας. ᾿Εκεῖ ἀντίκρυσε ἀπὸ μακρυὰ ἕνα Μοναστήρι καὶ μονολόγησε γεμᾶτος χαρά: «Δόξα τῷ Θεῷ! Μᾶλλον αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ»!

῞Οταν ἔφθασε στὸ Μοναστήρι καὶ ἔκανε τὴν συνηθισμένη του ἐρώτησι, κατάλαβαν τὴν ἁπλότητά του καὶ τοῦ ἀπάντησαν: «῾Η Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἀκόμη ἐδῶ, ἀλλὰ εἶναι κοντά, πάρα πολὺ κοντά. Ξεκουράσου λίγο καὶ ἴσως ἄλλοι ταξιδιῶτες θὰ ἔλθουν γιὰ νὰ σὲ συνοδεύσουν, διότι τὸ τελευταῖο τμῆμα τοῦ δρόμου ἕως τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνο».

῾Ο ἁπλοϊκὸς Θεόδωρος συμφώνησε καὶ ἐγκαταστάθηκε στὸν νάρθηκα τοῦ Ναοῦ τῆς Μονῆς, ὅπου ἀπόθεσε καὶ τὸν σταυρό του, γιὰ νὰ μὴ τὸν ἀποχωρισθῆ ποτέ.

῾Ο ῾Ηγούμενος ποὺ εἶχε ἀντιληφθῆ τὴν ἀγάπη καὶ ἁπλότητά του, ἀνέθεσε εἰς αὐτὸν τὴν φροντίδα τοῦ κήπου. ῾Ο Θεόδωρος ἐκτελοῦσε μὲ μεγάλο ζῆλο καὶ εὐλάβεια τὴν διακονία του.

Μία ἡμέρα, κοίταξε τὸν ἐσταυρωμένο Κύριό μας καὶ ἐρώτησε μὲ μεγάλη συντριβὴ καρδιᾶς τὸν ῾Ηγούμενο: «Πάτερ, ποιός εἶναι αὐτὸς ποὺ βαστάζει σταυρὸ ὅπως καὶ ἐγώ; Γιὰ ποιό λόγο εἶναι καρφωμένος στὸν σταυρό του;».

῾Ο ῾Ηγούμενος ἀπάντησε: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστός», καὶ ἐν συνεχείᾳ τοῦ διηγήθηκε τὴν ζωὴ τοῦ Κυρίου μας. ῎Εκτοτε, ὁ Θεόδωρος αἰσθανόταν ἀδελφικὴ ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστό μας, λόγῳ τῆς ὁμοιότητος τῆς ζωῆς του καὶ τοῦ ὡμιλοῦσε μὲ παρρησία.

Μία φορὰ ποὺ τοῦ ἔφεραν φαγητό, σκέφθηκε ὁ μακάριος: «῾Ο ἀδελφός μου Χριστὸς ἔτρωγε, ὅπως καὶ ἐγώ, ὅταν περιφερόταν στὴν γῆ; Θὰ τοῦ ζητήσω νὰ συμμετάσχη, ἂν θέλη, στὸ φτωχικό μου δεῖπνο».

Καθὼς σκεπτόταν ἔτσι, ξαφνικὰ ἄνοιξε ἡ θύρα τοῦ Ναοῦ καὶ ἕνα λαμπρὸ φῶς πλημμύρισε τὴν ᾿Εκκλησία. ῾Η εἰκόνα τοῦ ᾿Εσταυρωμένου ζωντάνεψε καὶ ἐμφανίσθηκε ὁ Κύριός μας ᾿Ιησοῦς Χριστὸς γεμᾶτος δόξα καὶ ὡραιότητα!

῾Ο Χριστός μας ἀπευθύνθηκε στὸν Θεόδωρο μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: «῎Ηπια καὶ ἔφαγα ὅταν ἤμουν στὴν γῆ καὶ τώρα ἡ τροφὴ δὲν μοῦ εἶναι ἀναγκαία.

Σύντομα τὸ ἴδιο θὰ συμβῆ καὶ μὲ σένα. Εἶμαι ὁ Υἱὸς ἑνὸς πλουσίου Πατέρα. Γρήγορα θὰ πάω εἰς Αὐτὸν καὶ θὰ σὲ πάρω μαζί μου καὶ θὰ σοῦ δείξω τὴν δόξα Του καὶ θὰ εἶσαι μαζί μου ἐκεῖ αἰωνίως!».

᾿Εν τῷ μεταξύ, ὁ ῾Ηγούμενος καὶ ἡ ᾿Αδελφότης, μὲ τὸν ξαφνικὸ φωτισμὸ τοῦ Ναοῦ, ἔτρεξαν πρὸς τὰ ἐκεῖ. ᾿Εσκέφθησαν, ὅτι ὁ σαλὸς Θεόδωρος εἶχε βάλει φωτιά. ῞Οταν ἔφθασαν στὴν ᾿Εκκλησία, εἶδαν τὸ θαυμαστὸ φῶς καὶ ἄκουσαν τὴν ἢσυχη καὶ γλυκειὰ συνομιλία μεταξὺ τοῦ ἀγνώστου ἀνθρώπου καὶ τοῦ Θεοδώρου. Στὶς ἐρωτήσεις τους, γιὰ τὸ τί συνέβη, ὁ μακάριος ἀπέφυγε νὰ ἀπαντήση καὶ ἔκανε τὸν ἀνήξερο.

Τελικά, ὁ Θεόδωρος ἐφανέρωσε στὸν ῾Ηγούμενο τὴν ἀποκάλυψι.

᾿Εκεῖνος, γεμᾶτος ἔκπληξι, ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ μακαρίου καὶ τὸν παρακαλοῦσε: «᾿Αληθῶς, εἶσαι ἀδελφὸς τοῦ Χριστοῦ. ῏Ω ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ! Μεσίτευσε γιὰ νὰ μὲ πάρη μαζί σου στὸν Οἶκο τοῦ Πατρός Του!»

Τὴν νύκτα, ὁ Θεόδωρος μὲ τὴν συνηθισμένη του ἁπλότητα καὶ παρρησία, προσευχήθηκε γιὰ τὸν ῾Ηγούμενο. Τότε, τοῦ ἐμφανίσθηκε πάλι ὁ Χριστὸς καὶ τοῦ εἶπε: «Πρέπει ὁ ῾Ηγούμενος νὰ ἐργασθῆ ἀκόμη ἐκεῖ».

῞Οταν ὁ ῾Ηγούμενος ἔμαθε, τί εἶπε ὁ Κύριός μας, παρεκάλεσε μὲ δάκρυα τὸν Θεόδωρο: «Προσευχήσου στὸν Χριστό, ὁ ῾Οποῖος ἐσταυρώθη γιὰ μᾶς, ἂν καὶ εἶμαι ἀνάξιος τοῦ Οἴκου τοῦ Πατρός Του, νὰ μὲ ἐλεήση χάριν τῆς ῾Υπεραγίας Μητρός Του».

῾Ο μακάριος προσευχήθηκε πάλι στὸν Κύριό μας ᾿Ιησοῦ Χριστό, ὁ ῾Οποῖος τοῦ ἀπάντησε: «Χάριν τῆς Μητρός μου, σὲ σαράντα ἡμέρες θὰ παραλάβω καὶ τὸν ῾Ηγούμενο μαζί σου στὸν Οἶκο τοῦ Πατρός μου».

Μετὰ ἀπὸ αὐτό, ὁ ῾Ηγούμενος καὶ ὁ Θεόδωρος πέρασαν τὶς ἡμέρες τους μὲ προσευχή· ὅταν συμπληρώθηκε ἡ τεσσαρακοστὴ ἡμέρα, ἐκοιμήθησαν καὶ οἱ δύο εἰρηνικά, ἐνῶ εὑρίσκοντο σὲ στάσι προσευχῆς!


από ΜΙΚΡΟ ΩΡΟΛΟΓΙΟ

Παρασκευή, Ιουλίου 21, 2017

Το πνευματικό νόημα του σεισμού

Το πνευματικό νόημα του σεισμού και των φυσικών καταστροφών συνοψίζεται στα εξής:

 Όλα τα φαινόμενα φυσικά,γεωλογικά κλπ συναφή είναι ταγμένα από τον Θεό για την συντήρηση και την διαμόρφωση, ακόμα και εξ αρχής για την δημιουργία του κόσμου. 

Άλλο το γενικό και άλλο το μερικό. Γενικό καλό είναι να διαμορφώνεται φυσικά ο πλανήτης και ο υλικός κόσμος και όλη κτίση για την δική μας χρήση.Μερικό σημαίνει καταστροφές και τραγωδίες για πολλούς των ανθρώπων, αλλά πάντοτε υπάγεται και υπακούει στο γενικό.

Υπάρχει βέβαια και το έκτακτο και το θαυμάσιο πού λέγεται σημείο Θεού και δεν καταργεί τους φυσικούς νόμους πού έταξε ο Θεός αλλά γίνεται πρός συνετισμό μας και σωτηρία μας.

Οι άνθρωποι απευθύνονται με συντριβή στον Θεό γιατί νιώθουν αδύναμοι και ανυπεράσπιστοι μπροστά στις θεομηνίες και αυτές γι αυτό ακριβώς παραχωρούνται από τον Κύριο για να ταπεινωνόμαστε, να μην θεωρούμε δεδομένη την κυριαρχία και την κτήση μας και να στρεφόμαστε στην φιλοσοφία της ταπείνωσης και της μετάνοιας. 

Για το παρά την φύσιν δεν χρειάζεται να μιλήσουμε, γιατί βιώνουμε τα αποτελέσματα της οικολογικής καταστροφής και κάθε άλλης φθοράς στις αρρώστιες και τις καταστροφές, πού μας επιστρέφουν σαν νομοτέλεια, χωρίς να μας συνετίζουν ωστόσο. 

Η εκκλησία  ψάλλει ύμνους και αναπέμπει δεήσεις σε κάθε φυσικό καταστροφικό φαινόμενο. Η εξήγηση βρίσκεται σε ένα ευαγγελικό χωρίο, στο βιβλίο του κατά τον Λουκά ευαγγελίου.Ρώτησαν με συντριβή και έκπληξη οι ιουδαίοι τον Χριστό γιατί να πέσει μια στοά του ναού και να καταπλακώσει κάποιους ιουδαίους με συνέπεια εκείνοι να πεθάνουν αιφνίδια. Εκείνος τους απάντησε πώς εκείνοι πού πέθαναν δεν ήταν αμαρτωλότεροι από τους άλλους για να τιμωρηθούν με αυτό τον τρόπο αλλά πώς ο θάνατος τους διδάσκει τους πάντες με το αιφνίδιο. 

Τους είπε δηλαδή να είναι συνεχώς σε εγρήγορση και σε μετάνοια, γιατί δεν γνωρίζουν σε ποιά στιγμή θα έρθει πάνω και σε αυτούς η καταστροφή και ο θάνατος και θα κατέβουν στον άδη απροετοίμαστοι και χωρίς μετάνοια.

Γι αυτό συνεχώς αναπέμπουμε δεήσεις και προσευχές στον Θεό τον δημιουργό και συντηρητή του σύμπαντος. Για να μας προφυλάξει από τον αιφνίδιο θάνατο και να μην φύγουμε αμετανόητοι, αλλά και επειδή-και αυτό είναι πολύ ανθρώπινο πιστεύω για να το κατακρίνει κάποιος ως ολιγοψυχία- να μην επιτρέψει μεγάλες δοκιμασίες και πειρασμούς και πέσουμε σε απόγνωση. 

Αυτό σημαίνει και το εξ αμαρτιών μας και δεν έχει ποινικό χαρακτήρα όπως νομίζουν οι περισσότεροι,αλλά πνευματικό και ανάγεται στην βαθιά και ακατανόητη οικονομία της αγάπης του Θεού.

Κυριακή, Ιουλίου 16, 2017

Το βασίλεμα του Ηλίου του Φώτη Κόντογλου και η Επιλύχνιος Ευχαριστία

1. Το βασίλεμα του Ηλίου - Φώτη Κόντογλου

Έχουμε στο σπίτι μας ένα μικρό δωμάτιο μ' ένα εικονοστάσι, που βρίσκεται προς τη μιά γωνιά του. Απάνω στο εικονοστάσι είναι βαλμένο, στη μέση, ένα παλιό μεγάλο Ευαγγέλιο με ασημωμένες τάβλες, ένας αρχαίος σκαλιστός σταυρός, ένα μικρό κουτάκι με άγιο λείψανο, ένα ασημένο χέρι, μεγάλο όσο είναι το φυσικό χέρι, που έχει μέσα άγιο λείψανο της αγιάς Παρασκευής, και κάμποσα εικονίσματα, που ανάμεσά τους είναι μία μεγάλη εικόνα της αγιάς Παρασκευής, παλιά κι ασημωμένη από τέμπλο.

Όλα αυτά ήτανε της οικογενειακής εκκλησιάς μας, και τα πήραμε μαζί μας τον καιρό που φύγαμε από τη Μικρά Ασία, καταδιωγμένοι από τον Τούρκο, μαζί με λίγα εκκλησιαστικά βιβλία. Αντί να πάρουμε άλλα πράγματα, που θα ήτανε πιό χρήσιμα σε μας, κατά τη γνώμη του κόσμου, προτιμήσαμε να πάρουμε αυτά τα αγιασμένα πράγματα.

Περάσαμε στη Μυτιλήνη, που είναι κοντά στο μέρος που γεννηθήκαμε, αντίκρυ στη μεγάλη στεριά της Ανατολής.

Το καντήλι καίει μέρα-νύχτα ακοίμητο, μπροστά σ' αυτό το εικονοστάσι. Το δωμάτιο μοσκοβολά κερί και λιβάνι. Εκεί είναι το καταφύγιο μας στις δύσκολες περιστάσεις της ζωής μας, εκεί λέμε και τις ευχαριστίες μας στον Θεό για ό,τι καλό μας στέλνει.

Εκεί λέμε τον εσπερινό και τον όρθρο, όποτε τύχει να μην πάμε στην εκκλησία, τις παρακλήσεις, τις δοξολογίες. εκεί γίνουνται οι αγιασμοί και τα ευχέλαια, από αγιαμένους παπάδες και καλογήρους. Η ψυχή μας κ' η καρδιά μας, βρίσκονται εκεί. Έχουμε τα Μηναία, το Πεντηκοστάριο, την Παρακλητική, το Τριώδιο, το Ωρολόγιο, το Αγιασματάρι, κλπ... Εκείνο το θαλάμι είναι η κατ οίκον εκκλησία μας.

Από τα δεξιά βρίσκεται ένα παραθύρι, δίπλα στη βορεινή γωνιά. Απ' εκείνο το παραθύρι, που είναι βορεινό, δεν μπαίνει ολότελα ο ήλιος όλον τον χειμώνα. Μονάχα κατά την αρχή του καλοκαιριού αρχίζουν και τρυπώνουν λοξά χρυσές αχτίνες από τον ήλιο, την ώρα που βασιλεύει.

Τρυπώνει δειλά-δειλά, αυτό το φώς, το «Φώς ιλαρόν», όπως το λέγω, και κάνει μια στενή λουρίδα όρθια, χρυσαφένια, δίπλα στη βορεινή γωνιά, αριστερά από το εικονοστάσι.
Φανερώνεται τις πρώτες μέρες του Ιουνίου, και χάνεται τις πρώτες μέρες του Αυγούστου. Το αγιασμένο πυροτέχνημα στην αρχή βαστά λίγες στιγμές κ' ύστερα αποτραβιέται. Κατά την αρχή Ιουλίου στέκεται ίσαμε μιά ώρα. Και στις τελευταίες μέρες του βαστά πάλι λίγες στιγμές, ως που χάνεται, και δεν ξαναφαίνεται πιά.

Αυτό είναι το «Φώς ιλαρόν». Από μικρό παιδί το 'βλεπα το βράδυ που βασίλευε ο ήλιος, εξωτικό, χρυσοκκόκινο, να χρυσώνει τα σπίτια, τα μικρά τα βουνά, τα βράχια, τα πανιά των καραβιών, σαν να ήτανε χρυσοκαπνισμένα. Το θέαμα ήτανε πανηγυρικό, κ' έπεφτα σε έκσταση, σαν να ερχότανε εκείνο το φώς απο έναν άλλον κόσμο, από τη βασιλεία των ουρανών, κατά κει που βασιλεύει ο ήλιος.

Πόσο ποιητικά εκφράζει ο λαός μας τη μεγαλοπρέπεια που έχει εκείνη η ιερή ώρα, λέγοντας πως ο ήλιος «βασιλεύει». Αληθινά, ποιός βασιλιάς ντύθηκε ποτέ με τέτοια πορφύρα; Θα' λεγε κανένας πως δεν είναι ο ήλιος αυτός ο βασιλέας, αλλά ο Χριστός, ο βασιλεύς των βασιλευόντων.

Έχω την ιδέα μαλιστα πως ο ευλαβής λαός μας, λέγοντας «ο ήλιος εβασίλεψε», επήρε τα λόγια, γυρίζοντάς τα, από το «Προκείμενον» που λέγει ο ψάλτης το Σαββατόβραδο στον εσπερινό: «ο Κύριος εβασίλευσεν, ευπρέπειαν ενεδύσατο» ίσα-ίσα την ίδια ώρα που βασιλεύει ο ήλιος. Εκείνη την ώρα το χρυσορρόδινο φώς μπαίνει απο το παράθυρο της εκκλησίας, που είναι κατά το δυτικό μέρος, και χτυπά απάνω στο σκαλιστό τέμπλο, κάνοντας το να λαμποκοπά σάν «χρυσοπλοκώτατος πύργος».
Λίγο πρίν το «Προκείμενον» λέγει ο ψάλτης,
ή κανένας καλόγερος, ή κανένανς ταπεινός αναγνώστης 
το «Φως ιλαρόν», εκείνον τον θεσπέσιον εσπερινόν ύμνον.

Σχέδιο του Φ. Κόντογλου «Ηλιοβασίλεμα Δρόμος» Ιούνιος 1924
Σχέδιο του Φ. Κόντογλου «Ηλιοβασίλεμα Δρόμος» Ιούνιος 1924

Έχω γράψει πολλές φορές γι' αυτή την αγιασμένη και κατανυστική ώρα: Σ'ένα τέτοιο γράψιμο μου λέγω τα παρακάτω: «Πρός το βράδυ, ένα χρυσαφένιο γλυκό φως μπαίνει μέσα στον αγιασμένο πύργο της εκκλησιάς (στον τρούλλο), σαν να τον γεμίζει με θυμίαμα. Τούτη την ιερή ώρα βουΐζει ο τελευταίος φτερωτός προσκυνητής, ένας αθώος καντηλοσβήστης...

Από κάτω, την ίδια ώρα, λέγει ο καλόγερας με φωνή ήσυχη το «Φως ιλαρόν», ενώ ο ήλιος βασιλεύει, και τελειώνει η μέρα: «Φώς ιλαρόν αγίας δόξης αθανάτου Πατρός, ουρανίου, αγίου, μάκαρος, Ιησού Χριστέ, ελθόντες επί την ηλίου δύσιν, ιδόντες φως εσπερινόν, υμνούμεν Πατέρα, Υιόν και άγιον Πνεύμα, Θεόν. Άξιόν Σε εν πάσι καιροίς υμνείσθαι φωναίς αισίαις, Υιέ Θεού, ζωήν ο διδούς. Διό ο κόσμος Σε δοξάζει».

Δάκρυα έρχουνται στα μάτια του ανθρώπου, ακούγοντας αυτά τ' αρχαία λόγια, που είναι απλά και αιώνια σαν το βασίλεμα του ήλιου. Το βιβλίο που' ναι ακουμπισμένο απάνω στ' αναλόγι, γράφει πως είναι «ποίημα Αθηνογένους του Μάρτυρος».

Παμπάλαιος ύμνος, που τον λένε κάθε βράδυ, σαν τελειώνει η μέρα, από δυό χιλιάδες χρόνια ίσαμε σήμερα, απλοί άνθρωποι που βαστάνε από τους αρχαίους Έλληνες, σαν και τούτον τον Αγιονορίτη καλόγερα, που είναι και στο πρόσωπο σαν τους παλιαούς»(*).

Αλλά και τούτη την ώρα που γράφω, λάμπει απάνω στον τοίχο, κοντά στο εικονοστάσι με τα αγαπημένα εικονίσματα που γλύτωσα από τους αλλόθρησκους και που τα προσκυνούσαν οι πρόγονοί μου.

Πόσο χαίρουμε σαν το βλέπω να μπαίνει μέσα στο καταφύγιό μου! Η χαρά που νιώθω είναι μά κρυφή χαρά, που τη φυλάγω στην καδιά μου, σαν ένα φως ανέσπερο, που θα την ζεσταίνει τον χειμώνα. Αυτό το υπερκόσμιο φως είναι μιά ελπίδα που έρχεται «εξ ετοίμου κατοικητηρίου του Κυρίου», είναι μια θεϊκή επίσκεψη που μου δίνει παρηγοριά.

Κάθε βράδυ το περιμένω με αγάπη. Δεν πηγαίνω πουθενά για να μην χάσω την ιερή αυτή επίσκεψη. Χαίρομαι που κρατά πολλή ώρα η παρουσία του και παρακαλώ ν' αργήσει να φύγει.

Μόλις αρχίζει και φεγγίζει μυστικά λέγω: «Καλώς το! Καλώς ήρθες πάλι στο φτωχικό μας. Κάθε βράδυ με χαρά σε περιμένουμε, και σαν φεύγεις, με ελπίδα σε προσμένουμε να'ρθεις το άλλο βράδυ. Ας αργήσουνε να περάσουμε οι μέρες που μας έρχεσαι».

Κάνω τον σταυρό μου και συλλογίζουμαι: «Τούτη την ώρα χρυσαφώνεις τα παλιά τέμπλα στα μοναστήρια, στολίζεις με ακριβά πετράδια το φτωχό εικονοστάσι, που είναι μέσα στη σπηλιά του ασκητή ή κανένα σκοτεινό κουβούκλι που κάνει την προσευχή της καμιά ταπεινή και πικραμένη ψυχή.

Την ίδια ώρα, όμως, μπαίνεις και σε σπίτια ψυχά και δίχως πνοή, που κάθουνται μέσα άπιστοι άνθρωποι, και δεν σε παίρνουνε είδηση, αλλοίμονο! ω χαιρέτισμα αρχαγγελικό, ω αγιασμένη πορφύρα, που έγινες από τα αθάνατα αίματα που χύσανε οι Μάρτυρες του Χριστού.

Μπαίνεις και σε φυλακές σκοτεινές, εκεί που βασανίζουνται οι απελπισμένοι, για να τους δώσει λίγη ελπίδα. Μπαίνεις και σε τρύπες υγρές κι ανήλιαγες. Μπαίνεις και σε άψυχα κι άσλαχνα εργοστάσια, μα κανένας δέν σε παίρνει είδηση, ούτε πότε μπαίνεις, ούτε πότε φεύγεις, ούτε ποιά μέρα θα σβήσεις, φεύγοντας για πάντα, σαν τον άνθρωπο που δεν γυρίζουν να τον δούνε. Άραγε ο Θεός σε στέλνει μονάχα σε μας για να μας φέρεις την ελπίδα του και τον χαιρετισμό της αγάπης του, και σε περιμένουμε με αγάπη και με πόθο;...»

Αλλοίμονο! Σε στέλνει σε όλους τους ανθρώπους μα αυτοί δεν σε βλέπουν, ω φως ιλαρόν*, ω φώς εσπερινόν, ω φως ανέσπερον!

*ιλαρόν:-επίθετο- εύθυμο, φαιδρό, χαρωπό.

Βιβλιογραφία: Φώτης Κόντογλου «Ευλογημένο Καταφύγιο», Κεφάλαιο: Το βασίλεμα του ήλιου. Παλιά σύντομα κείμενα πού μιλούν με λατρεία και γνώση για την Ελλάδα τής γνησιότητας που φέρουμε μέσα μας και που κινδυνεύει. εκδ. 1985, Η' έκδοση, 2000. Εκδόσεις Ἀκρίτας.

«Πρωτότυπος είναι ο κάθε άνθρωπος που απομένει πιστός κι ειλικρινής στον εαυτό του». Ένα αληθινό καταφύγιο γαλήνης. Γιώργος Βιδάλης (Ελευθεροτυπία). www.sophia-ntrekou.gr

2. Επιλύχνιος Ευχαριστία (Φως Ιλαρόν)
Σύντομο ιστορικό και η μετάφραση 

Άγιου Αθηνογένη επίσκοπου Πηδαχθόης


 Επιλύχνιος Ευχαριστία (Φως Ιλαρόν)  Σύντομο ιστορικό και η μετάφραση
Η σύνθεση του ύμνου αποδίδεται στον μάρτυρα 
Αθηνογένη (εορτάζει 16 Ιουλίου), 
ο οποίος, κατά την παράδοση, τον εκφώνησε, 
την ώρα που τον οδηγούσαν στο μαρτύριο.

Η Επιλύχνιος Ευχαριστία (Φως Ιλαρόν) είναι αρχαίος ύμνος, που συνδέθηκε με την ακολουθία του Εσπερινού από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους. Η ύπαρξη του ύμνου αυτού μαρτυρείται ήδη από τον 4ο μ.Χ. αιώνα. Μάλιστα, ο Μέγας Βασίλειος αναφέρεται στην ύπαρξή του και τον χαρακτηρίζει ως «αρχαίαν φωνήν». Από τη μαρτυρία αυτή συνάγεται, ότι η Επιλύχνιος Ευχαριστία απηχεί λατρευτική παράδοση πολύ αρχαιότερη του 4ου μ.Χ. αιώνος.

Άγιος Αθηνογένης (; - 311) επίσκοπος Πηδαχθόης και οι Δέκα Μαθητές του: Πατρίδα του Αγίου Αθηνογένη ήταν η Σεβάστεια της Καππαδοκίας. Η μόρφωση του, η θερμή πίστη του, καθώς και η γενναία φιλανθρωπική του δράση, τον ανέδειξαν επίσκοπο Πηδαχθόης. Σαν επίσκοπος, ήταν φωτεινό πνευματικό λυχνάρι για το ποίμνιο του. Μάλιστα τόσο πολύ ήθελε να συνεχιστεί το έργο του Ευαγγελίου, ώστε με ιδιαίτερη φροντίδα κατάρτισε ικανότατους βοηθούς του. Άλλα όταν έγινε ο διωγμός επί Διοκλητιανού, ο Αθηνογένης με δέκα μαθητές του, τον Ριγίνο, τον Μαξιμίνο, τον Πατρόφιλο, τον Αθηνογένη, τον Αντίοχο, τον Άμμων, τον Θεόφραστο, τον Κλεόνικο, τον Πέτρο και τον Ησύχιο, συνελήφθη από τον ηγεμόνα Φηλίμαρχο, και αφού όλοι ομολόγησαν το Χριστό αποκεφαλίσθηκαν. Απότμημα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου Αθηνογένη βρίσκεται στη Λαύρα Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι Αγίας Πετρουπόλεως.

Άγιου Αθηνογένη επίσκοπου ΠηδαχθόηςΟ ύμνος, με ποιητική γλώσσα, απευθύνεται προς το Χριστό, τον οποίο και ονομάζει Φως Ιλαρόν. Το Ιλαρόν, όμως, αυτό Φως, είναι διαφορετικό, ως προς τη φύση Του, από το κτιστό φως του ήλιου, γιατί είναι το «(Φως) της Αγίας Δόξης του Αθανάτου, Ουρανίου και Μάκαρος Θεού Πατρός».

Σε αυτό το Άκτιστο Φως της Αγίας Δόξης, που είναι ο Χριστός, ανάγουν οι χριστιανοί λατρευτικά το νου και την καρδιά τους, κάθε φορά, που, «επί την ηλίου δύσιν», βλέπουν το «εσπερινόν φως» του φυσικού ήλιου, και μέσα από αυτή τη μυσταγωγική αναγωγή αισθάνονται την ανάγκη να υμνήσουν «Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, Θεόν».

Ο επίλογος του ύμνου, απευθυνόμενος, όπως και ο υπόλοιπος ύμνος, προς το Χριστό, δικαιολογεί την πνευματική αυτή αντίδραση των χριστιανών στη θέα του εσπερινού φωτός, γιατί «...Άξιον Σε εν πάσι καιροίς υμνήσθαι φωναίς οσίαις, Υιέ Θεού, ζωήν ο διδούς, διό ο κόσμος Σε δοξάζει».