ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 22, 2020

Σύλληψη Τιμίου Προδρόμου

Η σεβάσμια εορτή της Σύλληψης του Τιμίου Προδρόμου σηματοδοτεί εκκλησιαστικώς την έναρξη του φθινοπώρου. Εξαρτάται δε και αυτή όπως τα γενέθλια του κατά τον μήνα Ιούνιο, από τον εορταστικό κύκλο των χριστουγέννων. Έπρεπε δηλαδή να προηγηθεί η φωνή η προδρομική του Λόγου από τον Μεσσία Χριστό, κατά το σχέδιο της οικονομίας του Θεού.
Το φθινόπωρον είναι καιρός της συγκομιδής. Ήλθε λοιπόν ο καιρός οι δίκαιοι Ζαχαρίας και Ελισάβετ να απολαύσουν τους πνευματικούς καρπούς των δακρύων και της ενάρετης ζωής τους, οι οποίοι είναι προφητεία, αγαλλίαση, δικαίωση και φυσικά η τεκνογονία του μεγαλυτέρου των προφητών.Είναι και ο καιρός της σποράς. Ετοιμάζεται λοιπόν ο προφήτης πού θα σπείρει το θείο φυτό του ευαγγελίου και ο φιλότιμος εργάτης του θείου αμπελώνος.Είναι και η αρχή του έτους πού φανερώνει μυστικώς την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης την εισαγωγή στο μυστήριο του Χριστού και της βασιλείας Του. Προλάμπει λοιπόν ο τελευταίος των προφητών και αυτός πού συνδέει με την σύλληψη του τους δύο κόσμους του Θεού. Είναι και ο καιρός της ισημερίας πού σημαίνει δικαιοσύνη. Συνελήφθη λοιπόν ο διδάσκαλος της δικαιοσύνης και το μέτρον των αρετών. Είναι και ο δρόμος προς το ηλιοστάσιο του χειμώνος.Ανάβει λοιπόν ο λύχνος ο προδρομικός πού θα φωτίσει νοερώς τον δρόμο για να βρούμε την μεγάλη Ανατολή του Ηλίου.
Ο θείος Πρόδρομος λοιπόν ανοίγει την εποχή του θέρους τον Ιούνιο, ανοίγει και την εποχή του φθινοπώρου σήμερα.Τον καιρό του θέρους και τον καιρό της συγκομιδής. Είναι ο άγγελος πού αναγγέλει την εποχή των εσχάτων.Εκείνος πού φωνάζει πώς η αξίνα κείται παρά το δέντρο πού θέλει κόψιμο για να ανθήσει το Δένδρο της Ζωής στην θέση του.Αυτός πού ελαττούται για να αυξηθεί ο Ερχόμενος.Ο φίλος πού χαίρεται στην χαρά του Νυμφίου.Ίσταται λοιπόν ο θείος Πρόδρομος ως κλειδούχος των εποχών και του χρόνου,ως θυρωρός των φρικτών μυστηρίων, ως εισηγητής στην απ αιώνος αποκάλυψη και φανέρωση και μας δείχνει με την σύλληψη του,για ακόμα μια φορά, την θεοφάνεια του Αμνού του Θεού.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 14, 2020

Λόγος στήν Παγκόσμιον Ὕψωσιν τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ. (Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης)

 






Ἑορτάζουμε τήν πανήγυρι τοῦ Σταυροῦ, καί ὅλο τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας καταφωτίζεται. Ἑορτάζουμε τήν πανήγυρι τοῦ Σταυροῦ, καί ὅλη ἡ οἰκουμένη φωταγωγεῖται καί γεμίζει μέ ἀκτίνες θεϊκῆς χαρᾶς. Ἑορτάζουμε τήν πανήγυρι τοῦ Σταυροῦ, διά τοῦ ὁποίου τό σκοτάδι (τῆς ἁμαρτίας) διώχθηκε, καί ἦλθε τό φῶς (τῆς ἀρετῆς). Ἑορτάζουμε τήν πανήγυρι τοῦ Σταυροῦ, καί ὑψούμεθα πνευματικά μαζί μέ τόν Σταυρωθέντα Σωτήρα μας, ἀφήνοντας κάτω τή γῆ μέ τήν ἁμαρτία, γιά νά κερδίσουμε τά ἄνω ἀγαθά.

Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί ὑψώνει μαζί του τήν ἀνθρωπότητα, πού λόγω τῆς ἁμαρτίας της, ἦταν πεσμένη κάτω.
Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί ταπεινώνει τήν αὐθάδη ἔπαρση τῶν δαιμόνων.
Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί ἡ ἐναντία δύναμη τοῦ πονηροῦ ὑποχωρεῖ καί ταπεινώνεται.
Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί συναθροίζεται τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας.
Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί οἱ πόλεις ἑορτάζουν πανηγυρικά· οἱ δέ λαοί προσφέρουν χαρούμενοι τίς ἀναίμακτες θυσίες στόν Θεό. Διότι καί μόνη ἡ μνήμη τοῦ Σταυροῦ εἶναι ὑπόθεση μεγάλης χαρᾶς, καί ἀποδίωξη τῆς λύπης.

Ἀλλά καί τό νά βλέπει κανείς τόν τύπο τοῦ Σταυροῦ, πόσο μεγάλο πράγμα εἶναι! Διότι ἐκεῖνος πού βλέπει τό Σταυρό, γεμίζει ἀνδρεία καί διώχνει τή δειλία. Τόσο μεγάλο πράγμα εἶναι ὁ Σταυρός! Καί αὐτός πού τόν κάνει κτῆμα του, θά ἔχει ἀποκτήσει ἕνα θησαυρό. Ἴσως νά νομίζετε ὅτι ὀνομάζω θησαυρό τό χρυσό, ἤ τά μαργαριτάρια, τούς βαρύτιμους ἰνδικούς λίθους, γιά τά ὁποῖα χαίρουν οἱ σαρκικοί ἄνθρωποι, ἀσχολούμενοι μέ τά μικρά καί ἀνάξια λόγου πράγματα. Ἐγώ ὅμως ὀνομάζω θησαυρό –καί δίκαια– ἐκεῖνο τό ὡραιότατο καί πολύτιμο πράγμα καί ὄνομα ἐπάνω στό ὁποῖο καί μέ τό ὁποῖο ἐπιτεύχθηκε ὅλη ἡ ὑπόθεση τῆς σωτηρίας μας.

Γιατί τά λέγω αὐτά; Ἐάν δέν ὑπῆρχε Σταυρός, δέν θά συντριβόταν ὁ θάνατος, δέν θά γυμνωνόταν ὁ ἅδης, δέν θά νεκρωνόταν τό πονηρό φίδι, ὁ διάβολος. Γι᾽ αὐτό εἶναι πολύ μεγάλο καί τίμιο πράγμα ὁ Σταυρός. Μεγάλο, διότι πάρα πολλά ἀγαθά καί εὐεργεσίες ἔγιναν δι᾽ αὐτοῦ. Τόσο πολλά, καθόσο καί τά θαύματα καί τά Πάθη τοῦ Χριστοῦ ὑπερνικοῦν κάθε δύναμη λόγου καί ἔκφρασης. Εἶναι τίμιο, ἐπίσης, διότι ὁ Σταυρός σημαίνει θεῖο Πάθος καί τρόπαιο. Πάθος, λόγω τοῦ ὅτι ὁ ἀπαθής Χριστός, ἑκούσια ὑπέστη σταυρικό θάνατο· τρόπαιο δέ, διότι ὁ διάβολος τραυματίσθηκε διά τοῦ Σταυροῦ, καί μαζί του νικήθηκε καί ὁ θάνατος. Συνετρίβησαν ἐπίσης οἱ πύλες τοῦ ἅδη, καί τέλος, ὁ Σταυρός ἔγινε γιά ὅλο τόν κόσμο κοινή σωτηρία.

 

staurosagionorosὉ Σταυρός εἶναι ἐλπίδα τῶν Χριστιανῶν, σωτήρας τῶν ἀπεγνωσμένων, λιμάνι γι᾽ αὐτούς πού βρίσκονται σέ δύσκολες βιοτικές περιστάσεις, ἰατρός γιά τούς ἀσθενεῖς· ἀπομακρύνει τά πάθη, δίνει τήν ὑγεία, δίνει τή ζωή στούς πνευματικά νεκρούς, καθοδηγεῖ πρός τήν εὐσέβεια, ἀποστομώνει τή βλασφημία.
Ὁ Σταυρός εἶναι σκάλα πού ἀνεβάζει στούς οὐρανούς· ὁδός πού ὁδηγεῖ πρός τήν ἀρετή· εἶναι πρόξενος ζωῆς πνευματικῆς· κατάργηση τοῦ θανάτου, ἀπαλλαγή ἀπό τή φθορά. Ἔχει τή δύναμη νά σβήσει τή φλόγα τῶν παθῶν καί τοῦ αἰώνιου πνευματικοῦ θανάτου· δίνει στήν ψυχή τήν παρρησία πρός τόν Θεό· εἶναι τό κλειδί γιά τή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Ὁ Σταυρός εἶναι φύλακας κατά τή νύκτα, πύργος κατά τήν ἡμέρα, χειραγωγός μέσα στό σκοτάδι, χαλινάρι σέ περιπτώσεις ὑπερβολικῆς χαρᾶς, ψυχαγωγός σέ περιστάσεις θλίψεων, συντελεῖ σέ συμφιλίωση· εἶναι παρακλητικός, φιλικός, ὑπερασπιστής· μᾶς προφυλάσσει καί μᾶς βοηθεῖ.
Ὁ Σταυρός εἶναι φύλακας τῶν πόλεων, ἀσφάλεια τῶν σπιτιῶν, σύνδεσμος τῆς φιλίας, ὀχύρωμα κατά τῶν ἐχθρῶν, ἀντίπαλος τῶν πολεμίων, διώκτης τῶν παθῶν, σκόνταμα καί ἐμπόδιο τῶν βαρβάρων, βραβευτής τῆς εἰρήνης, συμφιλίωση τοῦ κόσμου, κατάργηση τῶν ὁρίων, παροχή καί ἐξασφάλιση τῆς ἀγάπης, ὕψος τοῦ οὐρανοῦ, βάθος τῆς γῆς, σύνθεση ὅλης τῆς κτίσης, τοῦ μήκους αὐτῆς πού βλέπουμε, καί τοῦ πλάτους τῆς οἰκουμένης· καί γιά νά πῶ μέ λίγα λόγια, ὁ Σταυρός εἶναι τό κεφάλαιο τῶν Ἀχράντων Παθῶν τοῦ Χριστοῦ, καί ἡ κορυφή τῶν θαυμάτων πού ἔγιναν γιά ἐμᾶς.

Ὑψώνεται λοιπόν ὁ Σταυρός σήμερα, γιά νά δοξασθεῖ ὁ Χριστός. Δέν ὑψώνεται ὁ Χριστός, γιά νά δοξασθεῖ ὁ Σταυρός· ἀλλά ὑψώνεται ὁ Σταυρός, γιά νά δοξασθεῖ ὁ Χριστός. Δοξάζεται δέ ὁ Χριστός, γιά νά ὑψώσει καί μᾶς μαζί μέ τόν ἑαυτό Του.
Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί μαζί του ὑψώνει καί τό φρόνημα τῶν εὐσεβῶν χριστιανῶν. Δοξάζεται ὁ Χριστός, καί δοξάζει μαζί Του καί αὐτούς πού Τόν δοξάζουν.
Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί συντρίβει τήν ὑπερηφάνεια τῶν δαιμόνων. Δοξάζεται ὁ Χριστός, καί ντροπιάζει τόν ἀρχέκακο διάβολο.
Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί ἀνορθώνει ἐκείνους πού καταπίπτουν. Δοξάζεται ὁ Χριστός, καί διαλύει τήν ντροπή ἐκείνων πού ἔπεσαν στήν ἁμαρτία.
Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί γκρεμίζονται τά εἴδωλα. Δοξάζεται ὁ Χριστός, καί τραυματίζεται ὁ διάβολος.
Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, ὄχι μόνο διότι ὑψώθηκε ὁ Χριστός ἐπάνω σ’ αὐτόν, ἀλλά γιατί μέ τή φανέρωσή του, ἔλεγξε τή μωρία καί τήν ὑπερηφάνεια τῶν Ἰουδαίων. Ἀπό ποῦ φανερώθηκε; Ἀπό τά ἔγκατα τῆς γῆς. Πότε φανερώθηκε; Στήν ἐποχή τῶν Βασιλέων πού πίστευσαν στόν Χριστό· ὄχι ὅπως μερικοί ἔπλασαν τάχα μέ τή φαντασία τους, ἐξαπατώντας τούς πολλούς μέ πιθανολογίες, ἀλλά μέ μιά θεία καί ἁπλή δύναμη, μέ μιά ὄντως ἐπινόηση σταθερῆς πίστης· διότι ἐπρόκειτο γιά θεϊκό κειμήλιο. Φανερώθηκε ὁ κοινός αὐτός θησαυρός, αὐτός λέγω ὁ Τίμιος τοῦ Κυρίου Σταυρός, ὁ ὁποῖος σήμερα ὑψώνεται σέ ὅλο τόν κόσμο, μαζί μέ ὅλα ἐκεῖνα πού συνετέλεσαν στήν οἰκονομία τοῦ μακάριου καί σωτήριου γιά τόν κόσμο θείου Πάθους.

Αὐτό λοιπόν ἑορτάζουμε σήμερα· γιά τοῦτο πανηγυρίζουμε· γιά τό ὅτι φανερώθηκε σήμερα τό ἅγιο ἐκεῖνο Ξύλο πού ἀπό παλαιά ἐκρύπτετο· γιά τό ὅτι ὁ κρυμμένος θησαυρός ἔλαμψε σάν ἄλλος χρυσός μέσα ἀπό τά σπλάχνα τῆς γῆς· γιά τό ὅτι ἀποκαλύφθηκε τό μέχρι τώρα θαμμένο ἐπίσημο λάβαρο τῆς χριστιανοσύνης· γιά τό ὅτι ἡ ἀλαζονεία καί ἡ ἔπαρση τῶν δαιμόνων ἠρέμησε μέ τή φανέρωση τοῦ Σταυροῦ· γιά τό ὅτι αὐτό πού ἀπό τή φύση του εἶναι ξίφος κατά τῶν ἐχθρῶν, φανερώθηκε μέσα ἀπό τή γῆ· γιά τό ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔλαβε πάλι τό στολισμό της.
Αὐτός εἶναι ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου, τό Δεσποτικό «σημεῖο», τό σωτήριο ὅπλο, ἡ βασιλική δύναμη, τό τρόπαιο τῆς νίκης, τό σημεῖο διαχωρισμοῦ ἀλλά καί τῆς ἑνώσεως τῶν οὐρανίων καί τῶν ἐπιγείων, ἡ νομοθεσία τῶν πιστῶν, ἡ κορυφή καί ὁ ἐπίλογος τῶν Ἀποστόλων, τό τηλεσκόπιο τῶν Προφητῶν, τό στεφάνι τῶν Μαρτύρων, ὁ ἀρραβώνας τῶν προσκυνούντων τόν Χριστό.
Ἀπό τότε πού ἔχουμε τό Σταυρό, ὁ Χριστός προσκυνεῖται· ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ γνωρίσθηκε καί πιστεύθηκε· ἡ Ἰουδαϊκή θρησκεία καταργήθηκε· ἡ εἰδωλολατρία ἔσβησε· ἡ χριστιανική πίστη καί ζωή ἀνέτειλε καί ἐπικράτησε· γευθήκαμε τήν ἀναίμακτη λατρεία. Καί γιατί νά λέγω πολλά; Ἀπό τότε πού ἔχουμε τό Σταυρό, οἱ ἄνθρωποι συμπολιτεύονται μέ τούς Ἀγγέλους, καί αὐτός ὁ οὐρανός εἶναι πλέον προσιτός γιά τούς ἐπιγείους· ὁ δέ Θεός, διά τῆς θείας Χάριτος καί ἐνεργείας του, γίνεται πλέον μεθεκτός ἀπό τούς ἀνθρώπους.
Πράγματι ὁ Σταυρός εἶναι κάτι πολύ μεγάλο, καί σέ πολλά μέρη τῆς Ἁγίας Γραφῆς μαρτυρεῖται ἤ προτυποῦται, καί πολλά θαύματα γίνονται καθημερινῶς μέ τή δύναμή του. Πρέπει νά προσκυνοῦμε λοιπόν τό Σταυρό, διότι δι’ αὐτοῦ γνωρίσαμε τόν Κύριο. Πρέπει νά προσκυνεῖται ὁ Σταυρός, διότι δι’ αὐτοῦ δοξάζουμε τόν Χριστό. Προσκυνοῦμε τό Σταυρό, διότι δι’ αὐτοῦ λάβαμε τήν εὐλογία, καί ἐλευθερωθήκαμε ἀπό τήν κατάρα. Προσκυνοῦμε τό Σταυρό, διότι δι’ αὐτοῦ ἀποβάλαμε τήν πικρή γεύση τοῦ «ξύλου τῆς παρακοῆς», καί γευθήκαμε τή γλυκύτητα τῆς σωτηρίας.
Εὐλογημένο εἶναι τό Ξύλο ἀπό τό ὁποῖο κατασκευάσθηκε ἡ νοητή κιβωτός τῆς Ἐκκλησίας, καί ἡ ὁποία ἔχει τή δύναμη νά διασώζει τόν κόσμο ἀπό τόν κατακλυσμό τῆς ἁμαρτίας. Ὑψῶστε, λοιπόν, σήμερα μαζί μου τή φωνή, καί ἄς ἀπευθύνουμε μαζί μέ τήν Ἁγία Γραφή τά λόγια της πρός τό θησαυρό τοῦ Σταυροῦ. Καί θησαυρό τοῦ Σταυροῦ, ὀνομάζω τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, τόν Χριστό, πρός τόν Ὁποῖον πρέπει νά ἀπευθύνουμε τά λόγια μας λέγοντες: «Πάντα τά ἔθνη, ὅσα ἐποίησας, ἥξουσι καί προσκυνήσουσιν ἐνώπιόν σου, Κύριε, καί δοξάσουσι τό ὄνομα σου, ὅτι μέγας εἶ Σύ καί ποιῶν θαυμάσια, Σύ εἶ  Θεός μόνος» (Ψαλμ. 85,9-10). Σ’ Αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

[Ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ Ἱεροσολυμίτου (Ἀρχιεπισκόπου Κρήτης), Λόγος Ι΄, εἰς τήν παγκόσμιον Ὕψωσιν τοῦ τιμίου καί ζωοποιοῦ Σταυροῦ, PG 97, 1017-36. Ἀπόσπασμα στή νεοελληνική].

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 12, 2020

Κυριακή πριν την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού



Ελάτε σήμερα, ω θεοφιλεστάτη συνάθροισις, ας εορτάσομε τα προεόρτια της ανυψώσεως του ζωηφόρου Σταυρού. Αντηχεί στην ακοή μου η θεσπεσία φωνή του Ευαγγελίου, η οποία προσφωνεί το σταυρικό μυστήριο θέτοντας ως υπόδειγμα το χάλκινο όφι που είχαν κρεμάσει στο ξύλο οι Ισραηλίτες. Και μου γίνονται τα αναγνώσματα προμηνύματα και προκηρύγματα της προσκυνήσεως του Σταυρού. Ας στρέψομε λοιπόν προσεκτικά το βλέμμα μας στα ολόφωτα λόγια του Ευαγγελίου χρησιμοποιώντας αυτά ως προπομπή του βασιλικού σκήπτρου.

Είπεν ο Κύριος: «ουδείς αναβέβηκεν εις τον ουρανόν, ει μη ο εκ του ουρανού καταβάς, ο Υιός του ανθρώπου, ο ων εν τω ουρανώ». Καλό είναι να τα είπη αυτά. Πράγματι, η ευαγγελική αυτή περικοπή αποβλέποντας στον σκοπό της ημέρας, απεσιώπησε αυτό που είχε προηγηθεί. Τότε λοιπόν που ήλθε προς τον Κύριον ο νυκτερινός εκείνος μαθητής – καταλαβαίνεις βεβαίως οτι εννοώ τον Φαρισαίο Νικόδημο – και τον εδίδασκε ο Σωτήρ για την «άνωθεν γέννησιν», εκείνος, επειδή ο νους του κατείχετο ακόμη από την ιουδαϊκή παχύτητα, εσύρθη αυτόματα στον χώρο της μήτρας φανταζόμενος γέννησιν σαρκικήν. Όταν λοιπόν ο Κύριος τον είδε να μη τον ακολουθεί στο ύψος του δόγματος αυτού, του λέγει· «Ουδείς αναβέβηκεν εις τον ουρανόν, ειμή ο εκ του ουρανού καταβάς»· ωσάν να λέγει: Συ μεν, Νικόδημε, είσαι ανεπίδεκτος ουρανίου μυσταγωγίας και προσπαθείς να βρεις κάποια εξήγηση ανθρώπινη· αλλά «ουδείς αναβέβηκεν εις τον ουρανόν», ώστε να τα μυηθεί αυτά εκεί, «ει μη ο εκ του ουρανού καταβάς», εκτός από αυτόν ο οποίος κατέβηκε από τον ουρανό και δογματίζει τα εκεί τρανώς, «ο Υιός του ανθρώπου, ο ων εν τω ουρανώ».

Θα μπορούσε όμως να πει κάποιος· εφ όσον, όταν τα έλεγε αυτά, δεν είχε ακόμη αναχωρήσει προς τους ουρανούς με το πρόσλημμα, όπως τότε μετά την αναβίωσή του από τον κόσμο των νεκρών, που εμπόδιζε την θεοφόρο Μαγδαληνή να τον αγγίσει και αποστέλλοντάς την προς τους Αποστόλους, της έλεγε «Ούπω γαρ αναβέβηκα προς τον Πατέρα μου», πώς λοιπόν λέγει εδώ ότι κανείς δεν έχει ανέβει στον ουρανό, εκτός από εκείνο τον ίδιο ο οποίος κατήλθεν από τον ουρανό στη γη; Εδώ φανερώνει το δόγμα της άρρητης ένωσης του Θεού Λόγου με εμάς, ότι οι δύο φύσεις ενώθηκαν ασυγχύτως σε μία υπόσταση. Όταν λοιπόν ακούς «ουδείς αναβέβηκεν εις τον ουρανόν, ει μη ο εκ του ουρανού καταβάς», εννόησε την Θεότητα του Λόγου· γι’ αυτό και πρόσθεσε «ο ων εν τω ουρανώ». Είναι πράγματι αφέλεια εδώ να εννοήσομε την σάρκα, ότι ήταν και στον ουρανό και συζητούσε με τον Νικόδημο, τη στιγμή που είχε τρεις διαστάσεις και περιοριζόταν σε έναν τόπο. Ενώ το αναμφισβήτητα θεοσεβές είναι να πιστεύομε ότι εδώ πρόκειται για την υπεράρχιο Θεότητα, η οποία ευρίσκεται ολικώς μέσα στο παν και επάνω από το παν. Όμως το «ούττω αναβέβηκα προς τον Πατέρα μου» που ελέχθη στην μυροφόρο, δήλωνε τη σωματική ανάβαση. Στη συνέχεια λοιπόν προλέγει περί του Πάθους και του Σταυρού. Λέγει δηλαδή· «Ώσπερ Μωυσής ύψωσε τον όφιν εν τη ερήμω, ούτως υψωθήναι δει τον Υιόν του ανθρώπου». Είναι, νομίζω, σαφής για τους περισσότερους η ιστορία για την οποία κάνει λόγο εδώ, αλλά για να γίνει πιο εύληπτος για μας η θεωρία, θα προσπαθήσω με συντομία να την ερμηνεύσω το κατά δύναμη και με λίγα λόγια.

Τότε που ο Ισραηλιτικός λαός καθοδηγείτο από τον Μωυσή διά μέσου της ερήμου, επειδή η δουλοπρεπής ηδονή τους διέγειρε την επιθυμία της γαστριμαργίας και ονειροπωλούσαν τον Αιγυπτιακό χορτασμό όπως οι άτακτοι νέοι, παιδαγωγούνται με σφοδρότερες μάστιγες· τους επετέθηκαν όφεις έρποντας μέσα στο στρατόπεδο, οι οποίοι έχυναν θανατηφόρο δηλητήριο σε όσους πλήγωναν με τα δόντια τους. Καθώς δε ο Μωυσής τους έβλεπε να υποκύπτουν ο ένας μετά τον άλλο από τα πλήγματα των θηρίων, κατόπιν θείας συμβουλής κατασκεύασε ένα χάλκινο ομοίωμα φιδιού και έτσι εξουδετέρωσε την δύναμη των αληθινών φιδιών. Και αφού κρέμασε σε ένα ύψωμα το χάλκινο φίδι, ώστε να το βλέπουν όλοι, σταμάτησε τον αφανισμό του λαού απο τα θηρία αυτά. Πράγματι, όποιος έβλεπε στην εικόνα του φιδιού, διότι με κάποια μυστική αντίδραση η θέα του φιδιού εξουδετέρωνε το δηλητήριο.

Το ότι το χάλκινο φίδι ήταν τύπος του ίδιου του Χριστού, το κηρύσσει σαφώς το Ευαγγέλιο και ας μη ταράσσει τους φιλόχριστους η συσχέτιση του μυστηρίου με το αποκρουστικό αυτό ζώο. Εάν ο πατέρας της αμαρτίας ονομάσθηκε από την Αγία Γραφή φίδι, και εκείνο που γεννήθηκε από το φίδι, η αμαρτία δηλαδή, οπωσδήποτε είναι φίδι, συνώνυμο με αυτό που την γέννησε. Και μάλιστα ο Απόστολος μαρτυρεί ότι ο Κύριος έγινε για χάρη μας αμαρτία, αφού ανέλαβε την αμαρτωλή φύση μας· «τον γαρ αμαρτίαν» λέγει «μη ποιήσαντα, υπέρ ημών αμαρτίαν εποίησεν». Προσαρμόζεται άρα κατά αναλογία στον Κύριο το αίνιγμα. Πράγματι, επειδή τα πονηρά φίδια διασκορπίστηκαν έρποντας σε όλο το ανθρώπινο γένος και θανάτωσαν με τις γρατσουνιές της αμαρτίας τη φύση μας, γι’ αυτό το λόγο ο Θεός υποδύεται το ομοίωμα της αμαρτίας, «εν ομοιώματι σαρκός αμαρτίας», όπως λέγει ο Παύλος, «γενόμενος», και έτσι ο άνθρωπος ελευθερώνεται από την αμαρτία δια μέσου εκείνου, ο οποίος έλαβε τη μορφή της αμαρτίας και ήλθε κοντά σ’ εμάς οι οποίοι είχαμε παραδοθεί στο φίδι· δι’ αυτού ο μεν θάνατος που προκαλείται από τα πλήγματα εμποδίζεται, τα δε φίδια αφανίζονται με το Πάθος του Σταυρού. Και έχει μεν καταργηθεί ο θάνατος που προέρχεται απο τα φίδια, η ασέβεια δηλαδή, δεν έχουν όμως παύσει τα πλήγματα. Διότι η επιθυμία που ενυπάρχει στη σάρκα κατά του πνεύματος δεν έχει εξαφανισθεί τελείως· και στους ενάρετους μάλιστα ενεργούνται πολλές φορές τα πλήγματα της επιθυμίας. Εκείνος όμως που βλέπει προς αυτόν ο οποίος υψώθηκε στο ξύλο, απωθεί το πάθος και εξουδετερώνει το δηλητήριο με το φόβο του Θεού σαν με κάποιο φάρμακο. Το να βλέπει κάποιος προς τον Σταυρό είναι αυτό, να γίνει σε όλο του το βίο ως νεκρός για τον κόσμο και σταυρωμένος, να μένει ακίνητος προς κάθε αμαρτία και να καθηλώνει το σαρκικό του φρόνημα με το φόβο του Θεού, κατά τον Ψαλμωδό. Ήλος που θα καθηλώσει τη σάρκα πρέπει να είναι η εγκράτεια.

Ότι το φίδι είναι σύμβολο του μυστηρίου του σταυρού φαίνεται και από μια άλλη ιστορία. Όταν ο Μωυσής απεστέλλετο από τον Θεό να εξαγάγει τον Ισραήλ ο οποίος υπηρετούσε τους Αιγυπτίους, λέγει προς τον Θεό· «Εάν ου πιστεύσωσί μοι, μηδέ εισακούσωσι της φωνής μου, τί ερώ προς αυτούς;». Και ο Θεός του είπε· «Τί τούτό εστι το εν τη χειρί σου;» αυτός απήντησε· «Ράβδος». Και είπε· «Ρίψον αυτήν επί την γην. Και έρριψεν αυτήν, και εγένετο όφις. Και είπε Κύριος προς Μωυσήν·. Έκτεινον την χειρά σου και επιλάβου της κέρκου (την ουρά). Και εγένετο ράβδος εν τη χειρί αυτού». Πρόσεξε ακριβώς εδώ, ότι ο αληθώς κατά φύση Υιός του Θεού είναι σαν κάποια ράβδος του Πατρός· διότι η ράβδος είναι σημείο βασιλείας και δύναμης. Και μάλιστα ο Δαυίδ λέγει «Ράβδος ευθύτητος η ράβδος της βασιλείας σου». Όταν όμως αυτή την έριξε με την ενανθρώπηση και την περιέβαλε με σώμα γήινο, τότε έλαβε την μορφή των πονηριών μας. Σύμβολο δε της πονηρίας είναι το φίδι. Και όπως η ράβδος του Μωυσή, όταν εθηριώθη κατέφαγε τις ράβδους με τις οποίες οι Αιγύπτιοι μάγοι έκαναν τις γοητείες τους, και έπειτα πάλι, όταν την ξαναπήρε στα χέρια του, έγινε αυτό που ήταν πριν, έτσι και η ράβδος του Θεού και Πατρός, που είναι ο Υιός, με την οποία εξουσιάζει τα πάντα, έγινε καθ’ ομοίωση δική μας με σκοπό να εξαφανίσει τα νοητά φίδια, ώστε να μην είναι πλέον τα δαιμόνια θεοί των εθνών. Όταν λοιπόν έφερε σε πέρας την οικονομία, επανήλθε στον ουρανόν σαν στο χέρι του Πατρός και έγινε πάλι ράβδος ευθύτητος και Βασιλείας· έχει καθίσει δε εκ δεξιών του γεννήτορος και μάλιστα με τη σάρκα. Αλλά και με άλλον τρόπο το φίδι εικόνιζε τον Σωτήρα· όπως ακριβώς εκείνος εφαίνετο πως είναι φίδι, στην πραγματικότητα όμως δεν ήταν, έτσι και ο Κύριος «αμαρτίαν ουκ εποίησεν»· και δεν ηταν δίκαιο να λάβει ο κατά φύση αγαθός πείρα του κακού. Όμως στους φαύλους φαινόταν αμαρτωλός· πράγματι στον τυφλό που θεραπεύθηκε έλεγαν· «Δος δόξαν τω Θεώ· ο άνθρωπος ούτος αμαρτωλός έστιν». Αλλά και φάγον και οινοπότην τον ονόμασαν με τα απύλωτα στόματά τους: Και με άλλον τρόπο όμως ο Σωτήρας παρομοιάζεται με το φίδι· διότι το φίδι έχει όχι μόνο θανατηφόρο δηλητήριο, αλλά και ειδικό φάρμακο το οποίο εξουδετερώνει το θανατηφόρο δηλητήριο. Γι’ αυτό οι γιατροί από τις σάρκες των φιδιών κατασκευάζουν αντίδοτο γι’ αυτούς που πλήγηκαν από φίδια. Έτσι και ο Λόγος του Θεού κατεσκεύασε από τη θνητή φύση του Αδάμ το σώμα του, το οποίο κατήργησε το θάνατο. Ο Θεολόγος Γρηγόριος μάλιστα λέγει ότι το φίδι πρέπει να ληφθεί όχι ως τύπος του Κυρίου, αλλ’ ως αντίτυπος· λέγει δηλαδή «το χάλκινο φίδι κρέμεται κατά των φιδιών που δαγκώνουν, όχι ως τύπος του υπέρ ημών παθόντος, αλλ’ ως αντίτυπος· επειδή εκείνο μεν το χάλκινο φίδι εξουδετερώνοντας το δηλητήριο των ομοειδών του φιδιών έσωζε τους πληγέντες ανθρώπους· ο δε Σωτήρ ημών, όταν υψώθηκε στο Σταυρό, κατεξέσχισε την δύναμη των αλλότριων δαιμόνων, τους δε οικείους και ομοειδείς του ανθρώπους τους έσωσε». Εύλογα λοιπόν ο άγιος πατήρ λέγει ότι εκλαμβάνεται ως αντίτυπος. Σύμφωνα δε με το σοφότατο Μάξιμο, το κρεμάμενο φίδι ήταν σύμβολο του θανάτου, του οποίου το φίδι είχε γίνει πρόξενος. Και το τρόπαιο πάνω στο οποίο ανυψώθηκε, εικόνιζε τον Σταυρό· η δε προς αυτόν θέα των πληγωμένων απο τα φίδια, είναι η ομολογία των πιστευόντων. Όποιος λοιπόν ομολογεί θεοπρεπώς το θάνατο του Χριστού, έχει ζωήν αιώνιον. «Ούτως υψωθήναι δει τον Υιόν του ανθρώπου». Το «υψωθήναι δει τον Υιόν του ανθρώπου» έχει διπλή έννοια· αφ’ ενός μεν την καθήλωσή του σε ξύλο υψηλό, την οποία καταδέχθηκε για χάρη μας· διότι έπρεπε, αφού αγιάστηκε η γη απο τα άχραντα πόδια του με το βάδισμα και η θάλασσα με την πορεία του πάνω στα κύματα, να αγιαστεί και ο αέρας με την ανύψωσή του στο Σταυρό· αφ’ ετέρου δε δηλώνει τη δόξα με την οποία δοξάστηκε ανθρώπινα διά του Σταυρού. Διότι ενώ φάνηκε ότι κατακρίθηκε, με αυτόν κατακρίνει τον κοσμοκράτορα διάβολο, αφού αποδείχθηκε ανώτερος από τα πάθη στα οποία είχε υποδουλωθεί ο άνθρωπος, τη λύπη δηλαδή και την ηδονή. Από αυτά την μεν ηδονή νίκησε πάνω στο όρος, επειδή ούτε μετέβαλε τους λίθους σε άρτους, ούτε στις άλλες συμβουλές του πειραστού πείστηκε· από δε τη λύπη φάνηκε ανώτερος ιδίως κατά τον καιρό του Πάθους, τότε που ο αντίπαλος τους εξήγειρε όλους εναντίον του. Προδότης ο μαθητής, φυγάδες οι μαθητές, αρνητής ο Πέτρος, μάχαιρα και δάδες και ξίφη, σιαγόνες ραπιζόμενες, ράχις έκδοτος στις πληγές, μάρτυρες ψευδείς, κριτήριο ασεβές, απόφαση απάνθρωπη, στρατιώτες που διασκέδαζαν μετά τη θλιβερή απόφαση με εμπαιγμούς και ειρωνείες και ύβρεις και κτυπήματα με τον κάλαμο, καρφιά και χολή, και όξος και τελευταίον ο Σταυρός. Ποία ήταν λοιπόν η άμυνα κατά των δραστών; «Πάτερ, συγχώρησον αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσιν». Έτσι, αφού νίκησε και τη λύπη με την μακροθυμία, καταστρατηγεί τον αντίπαλον, δεικνύοντας σε μας τον τρόπο της κατ’ αυτού νίκης. Διότι με την αποχή των ηδονών και με την πραότητα προς αυτούς που μας στενοχωρούν και την μακροθυμία, γινόμαστε μιμητές του Δεσπότη και κερδίζουμε για την κατά του πονηρού νίκη έπαθλο τη Βασιλεία των Ουρανών· αυτήν είθε να επιτύχομε όλοι με τη χάρη της υπερφώτου Τριάδος, «η πρέπει πάσα δόξα εις τους αιώνας των αιώνων». Αμήν.

Ομιλία εις την Κυριακήν προ της Υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού (Επισκόπου Θεοφάνους Κεραμέως)

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 07, 2020

Η Γέννηση της Θεοτόκου- π. Αλεξ. Σμέμαν


 

Η ευλάβεια που δείχνει η Εκκλησία στην Παναγία ριζώνει στην υπακοή της στον Θεό, στην εκούσια επιλογή της να δεχθεί μια πρόσκληση αδύνατη στα ανθρώπινα μέτρα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ανέκαθεν τόνιζε τη σύνδεση της Παναγίας με τον άνθρωπο και χαίρεται γι’ αυτήν και τη θεωρεί ως τον καλύτερο, καθαρότερο και πιο υπέροχο καρπό της ανθρώπινης ιστορίας και της αναζητήσεως του Θεού από τον άνθρωπο, της αναζητήσεως του έσχατου νοήματος, του έσχατου περιεχομένου της ζωής του ανθρώπου. Αν στη Δυτική Χριστιανοσύνη η ευλάβεια προς την Παναγία περιστράφηκε γύρω από την αειπαρθενία της, η καρδιά της ευλάβειας, της σκέψεως και της αγάπης της Ορθόδοξης Ανατολής προς την Παναγία, υπήρξε πάντοτε η Μητρότητά της, η σχέση σαρκός και αίματος που είχε με τον Ιησού Χριστό. Η Ανατολή χαίρεται που ο ρόλος του ανθρώπου είναι βασικός στο θείο σχέδιο. Ο Υιός του Θεού έρχεται στη γη, ο Θεός εμφανίζεται για να λυτρώσει τον κόσμο, γίνεται άνθρωπος για να ενσωματώσει τον άνθρωπο στη θεϊκή του κλήση, και σ’ αυτό συμμετέχει ολόκληρη η ανθρωπότητα. Αν αντιληφθούμε πως η κοινή φύση του Χριστού με τη δική μας είναι η μεγαλύτερη χαρά και το μεγαλύτερο βάθος του Χριστιανισμού, ότι ο Χριστός είναι γνήσιος άνθρωπος κι όχι κάποιο φάντασμα ή κάποιο ασώματο φαινόμενο, ότι είναι κάποιος από μας και παραμένει αιωνίως ενωμένος μαζί μας μέσω της ανθρώπινης φύσεώς Του, τότε η ευλάβεια προς την Παναγία γίνεται κατανοητή, επειδή αυτή του προσέφερε την ανθρώπινη φύση, τη σάρκα και το αίμα Του. Αυτή δίνει τη δυνατότητα στον Χριστό να ονομάζεται πάντοτε «Υιός του Ανθρώπου».

Υιός του Θεού, Υιός του Ανθρώπου… ο Θεός που κατήλθε κι έγινε άνθρωπος, ώστε να μπορέσει ο άνθρωπος να εξαγιαστεί, να μπορέσει να γίνει κοινωνός «θείας φύσεως» (Β΄ Πέτρου 1, 4), ή, σύμφωνα με την έκφραση των διδασκάλων της Εκκλησίας, να «θεωθεί». Ακριβώς εδώ, σ’ αυτή την εξαιρετική αποκάλυψη της αυθεντικής φύσεως και κλήσεως του ανθρώπου, βρίσκεται η πηγή αυτής της ευγνωμοσύνης και τρυφεράδας που περιβάλλει τη Θεοτόκο, ως σύνδεσμό μας με τον Χριστό, και μέσω Αυτού με τον Θεό. Πουθενά δε άλλου δεν αντικατοπτρίζεται αυτό καλύτερα απ’ ότι στη γέννηση της Θεοτόκου. Σε κανένα όμως σημείο της αγίας Γραφής δεν αναφέρεται τίποτε γι’ αυτό το γεγονός. Γιατί όμως θα έπρεπε να αναφέρεται; Υπάρχει κάτι το αξιόλογο, κάτι το ιδιαίτερα μοναδικό στη συνηθισμένη γέννηση ενός παιδιού, σε μία γέννα όπως όλες οι άλλες; Αν όμως η Εκκλησία άρχισε να μνημονεύει το γεγονός με μια ιδιαίτερη εορτή, αυτό δεν έγινε επειδή η γέννα καθαυτή ήταν κάτι το μοναδικό ή θαυματουργικό ή ασυνήθιστο γεγονός. Το αντίθετο, μάλιστα.

Το ότι είναι τόσο συνηθισμένο γεγονός αποκαλύπτει μια φρεσκάδα και μια λάμψη όσον αφορά το καθετί που αποκαλούμε «ρουτίνα» και συνηθισμένο, και δίνει νέο βάθος στις «ασήμαντες» λεπτομέρειες της ζωής του ανθρώπου. Τι παρατηρούμε στην εικόνα της εορτής, όταν την αντικρίζουμε με τα πνευματικά μας μάτια; Πάνω σ’ ένα κρεβάτι είναι ξαπλωμένη μια γυναίκα, η Άννα, σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, που μόλις έχει γεννήσει μία κόρη. Δίπλα της είναι ο πατέρας του παιδιού, ο Ιωακείμ, σύμφωνα πάλι με την ίδια παράδοση. Λίγες γυναίκες στέκονται εκεί κοντά, που πλένουν το νεογέννητο για πρώτη φορά. Το πιο συνηθισμένο, δηλαδή, και απαρατήρητο γεγονός. Ή δεν είναι έτσι; Μήπως η Εκκλησία θέλει, μέσα απ’ αυτή την εικόνα, να μας πεί πως η κάθε γέννα, η είσοδος κάθε νέου ανθρώπου στον κόσμο και στη ζωή, δεν είναι παρά ένα μέγιστο θαύμα, ένα θαύμα που διαρρηγνύει κάθε ρουτίνα, επειδή σημαδεύει την αρχή κάποιου γεγονότος δίχως τέλος, την αρχή μιας μοναδικής και ανεπανάληπτης ζωής, την αρχή ενός νέου προσώπου; Με κάθε γέννα ο κόσμος δημιουργείται, κατά μία έννοια, εξ αρχής, και προσφέρεται ως δώρο σ’ αυτόν το νέο άνθρωπο για να είναι η ζωή του, ο δρόμος του, η δημιουργία του.

Κατ’ αρχάς, αυτή η γιορτή δεν είναι παρά ένας γενικός εορτασμός της γεννήσεως του ανθρώπου, και, όπως λέει το Ευαγγέλιο, δεν θυμόμαστε πλέον την αγωνία «διὰ τὴν χαρὰν ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον» (Ιωαν. 16,21). Δεύτερον, τώρα γνωρίζουμε αυτόν του οποίου την ιδιαίτερη γέννηση και τον ερχομό εορτάζουμε: την Παναγία. Γνωρίζουμε τη μοναδικότητα, την ομορφιά, τη χάρη ακριβώς αυτού του παιδιού, τον προορισμό του, τη σημασία του για μας και για ολόκληρο τον κόσμο. Και τρίτον, γιορτάζουμε όλους όσοι προετοίμασαν τον δρόμο της Παναγίας, που συνέβαλαν στο να κληρονομήσει τη χάρη και την ομορφιά. Σήμερα πολλοί άνθρωποι μιλούν για κληρονομικότητα, αλλά μόνο με μία αρνητική, υποδουλωτική και αιτιοκρατική έννοια. Η Εκκλησία πιστεύει σε μία θετική και πνευματική κληρονομικότητα. Πόση πίστη, πόση καλοσύνη, πόσες γενιές ανθρώπων που αγωνίστηκαν να ζήσουν την αγιότητα, δεν χρειάστηκαν πριν το δένδρο της ιστορίας μπορέσει να βγάλει ένα τέτοιο υπέροχο και ευωδιαστό λουλούδι -την Παρθένο Παναγία! Γι’ αυτό η εορτή της Γεννήσεώς της είναι ένας εορτασμός της ανθρώπινης ιστορίας, εορτασμός της πίστεως στον άνθρωπο, ένας εορτασμός του ανθρώπου. Δυστυχώς όμως, η κληρονομιά του κακού είναι πολύ πιο ορατή και γνωστή σήμερα. Υπάρχει τόσο κακό γύρω μας, ώστε αυτή η πίστη στον άνθρωπο, στην ελευθερία του, στη δυνατότητά του να παραδίδει στις μελλοντικές γενιές μία φωτεινή κληρονομιά καλοσύνης έχει σχεδόν εξατμιστεί κι έχει αντικατασταθεί από τον κυνισμό και την υποψία… Αυτός ο εχθρικός κυνισμός και η αποθαρρυντική υποψία είναι ακριβώς ότι μας κάνει ν’ απομακρυνόμαστε από την Εκκλησία, τη στιγμή που αυτή γιορτάζει, με τέτοια χαρά και πίστη, τη γέννηση ενός κοριτσιού, στο οποίο συγκεντρώνεται όλη η καλοσύνη, η πνευματική ομορφιά, η αρμονία και η τελειότητα, που είναι στοιχεία της γνήσιας ανθρώπινης φύσεως. Μέσα απ’ αυτό το νεογέννητο κορίτσι, ο Χριστός -το δώρο του Θεού, η συνάντηση μαζί Του- έρχεται ν’ αγκαλιάσει τον κόσμο. Εορτάζοντας έτσι τη γέννηση της Παναγίας, βρισκόμαστε ήδη στον δρόμο προς τη Βηθλεέμ, κινούμενοι προς το χαρμόσυνο μυστήριο της Παναγίας ως Θεοτόκου.

Αλέξανδρος Σμέμαν, Η Παναγία: Βίωση της πίστης, μετάφραση Ιωσήφ Ροηλίδης, 1η έκδ. Αθήνα, Ακρίτας, 2000.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 05, 2020

Ο Προφήτης Ζαχαρίας, πατέρας του Τιμίου Προδρόμου


 Ο Προφήτης Ζαχαρίας, πατέρας του Τιμίου Προδρόμου, του μεγαλύτερου άνδρα που γέννησε γυναίκα, κατά τον λόγο του Κυρίου.

Την ημέρα της μεγάλης εορτής του Εξιλασμού, όταν ο Ζαχαρίας εισήλθε μόνος ως εφημερεύων αρχιερεύς στον ναό για να προσφέρη θυμίαμα, παρουσιάσθηκε στα δεξιά του θυσιαστηρίου του ο αρχάγγελος Γαβριήλ. Εξαστράπτοντας από θείο φως τού ευαγγελίσθηκε ότι ο Θεός εισήκουσε τις προσευχές του και θα του δώση στα γηρατειά υιό, ο οποίος θα ονομασθή Ιωάννης· πρόσθεσε δέ· «Και Πνεύματος Αγίου πλησθήσεται έτι εκ κοιλίας μητρός αυτού, και αυτός προελεύσεται ενώπιον του Κυρίου ετοιμάσαι Κυρίω λαόν κατεσκευασμένον».

Ο Ζαχαρίας έκθαμβος από την οπτασία δυσπίστησε στο χαρμόσυνο μήνυμα και ο άγγελος τον ετιμώρησε με αφωνία ως την γέννησι και τα ονομαστήρια του Προδρόμου, για να τον διδάξη να μην αμφιβάλλη στις θείες επαγγελίες.

Την ογδόη ημέρα από την γέννησι του παιδιού, κατά την περιτομή του, οι συγγενείς ρώτησαν τον πατέρα του πώς θα το ονομάση. Ο Ζαχαρίας εζήτησε πλάκα και έγραψε: «Ιωάννης εστί το όνομα αυτού». Αμέσως λύθηκε η γλώσσα του και πλήρης Πνεύματος Αγίου έψαλε την προφητική ωδή: «Ευλογητός Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ, ότι επεσκέψατο και εποίησε λύτρωσιν τω λαώ Αυτού, και ήγειρε κέρας σωτηρίας ημίν εν οίκω Δαυίδ του παιδός αυτού, καθώς ελάλησε διά στόματος των αγίων, των απ’ αιώνος προφητών Αυτού… Και σύ, παιδίον, προφήτης Υψίστου κληθήση· προπορεύση γάρ πρό προσώπου Κυρίου ετοιμάσαι οδούς Αυτού, του δούναι γνώσιν σωτηρίας τω λαώ Αυτού, εν αφέσει αμαρτιών αυτών διά σπλάγχνα ελέους Θεού ημών, εν οίς επεσκέψατο ημάς ανατολή εξ ύψους, επιφάναι τοις εν σκότει και σκιά θανάτου καθημένοις, του κατευθύναι τους πόδας ημών εις οδόν ειρήνης » (Λουκ. 1,5-20· 53-79).

Μετά την γέννησι του Χριστού ο Ζαχαρίας, σύμφωνα με την παράδοσι, εκήρυττε με παρρησία ότι η Μαριάμ όντως εγέννησε τον Θεό και ότι μετά τον θείο τοκετό έμεινε και πάλι Παρθένος. Επειδή δέ στον ναό της όρισε να στέκεται όπου εστέκοντο αι παρθένοι, διήγειρε εναντίον του το μίσος των Εβραίων.

Έτσι, όταν κατά την βρεφοκτονία της Βηθλεέμ έκρυψε την Ελισάβετ μαζί με τον Ιωάννη, νήπιο τότε δυόμισι ετών, σε σπήλαιο πέραν του Ιορδάνου, τον κατήγγειλαν στον θηριώδη Ηρώδη και τον κατεδίωξαν ως το εσωτερικό του ναού. Εκεί τον εφόνευσαν μεταξύ ναού και θυσιαστηρίου, στον τόπο όπου είχε ορίσει να στέκεται η Παρθένος μετά την θεοτοκία της. Το αίμα του κύλησε έως το εσωτερικό του θυσιαστηρίου, μαρτυρώντας ενώπιον του Θεού την μιαιφονία των Εβραίων. Οι ιερείς ενεταφίασαν το σώμα του στον τάφο των πατέρων του, στα Ιεροσόλυμα.

Από το γεγονός αυτό και εξής στον ναό των Ιεροσολύμων έλαβαν χώρα σημεία και τέρατα, που προεμήνυαν την προσεχή κατάργησι της λατρείας και του Νόμου. Οι ιερείς έπαυσαν να έχουν οπτασίες θεοπέμπτων αγγέλων· τους αφαιρέθηκε το χάρισμα της προφητείας και δεν μπορούσαν πλέον να δώσουν χρησμό από το Δαβήρ (άδυτο του ναού), ούτε να ρωτήσουν στο εφούδ (άμφιο του Ααρών) και να διασαφηνίσουν στον λαό τα δυσνόητα σημεία της Αγίας Γραφής.

Πηγή: “Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας”, υπό ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, εκδ. Ίνδικτος (τόμος πρώτος, σ. 57-59).