ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Σάββατο, Οκτωβρίου 26, 2019

Kυριακή Ζ΄Λουκά: Περί της αιμορροούσης γυναικός



άγιος Νικόλαος Αχρίδος

«Εν δε τω υπάγειν αυτόν οι όχλοι συνέπνιγον αυτόν, και γυνή ούσα εν ρύσει αίματος από ετών δώδεκα, ήτις προσαναλώσασα όλον τον βίον ουκ ίσχυσεν υπ’ ουδενός θεραπευθήναι, προσελθούσα όπισθεν ήψατο του κρασπέδου του ιματίου αυτού, και παραχρήμα έστη η ρύσις του αίματος αυτής» (Λουκ. η’ 42-44). Από τη στιγμή που ο Χριστός πάτησε το πόδι Του στη στεριά, ερχόμενος από τα Γάδαρα, συνοδευόταν από ένα αμέτρητο πλήθος ανθρώπων. «Συνήχθη όχλος πολύς επ’ αυτόν», γράφει ο ευαγγελιστής Μάρκος (ε’ 21). Όλοι ήθελαν να βρεθούν κοντά Του, ν’ ακούσουν τα σπάνια λόγια Του και να δουν τα θαυμαστά έργα Του. Μερικοί τον ακολουθούσαν από πείνα και δίψα πνευματική κι άλλοι από περιέργεια. Μέσα στο πλήθος βρισκόταν κι η άρρωστη γυναίκα, άρρωστη από μια ακάθαρτη αρρώστια. Η ρύση αίματος σε μια γυναίκα, ακόμα κι όταν είναι φυσιολογική, είναι ένα δύσκολο και ταπεινωτικό πράγμα. Μια διαρκής ρύση αίματος όμως, που διαρκεί δώδεκα ολόκληρα χρόνια, ήταν σαν μια ζωντανή κόλαση βασάνων, ντροπής κι ακαθαρσίας. Η γυναίκα αυτή είχε αναζητήσει θεραπεία κι είχε δαπανήσει όλα όσα είχε σε γιατρούς και φάρμακα. Τίποτα όμως δε βοήθησε, κανένας γιατρός δεν μπορούσε να την γιατρέψει. Φανταστείτε το καθημερινό πλύσιμό της, το κα­θάρισμά της, τη στενοχώρια και την ντροπή της. Έμοιαζε σα να τη δημιούργησε ο Θεός γι’ αυτό μόνο το λόγο: για να τρέχει το αίμα της και κείνη να περνά τις μέρες της στη γη σε μια προσπάθεια να σταματήσει τη ρύση, που δε σταματούσε, μ’ έναν πόνο που δε γιατρευόταν και με μια ντροπή ανέκφραστη. Έτσι πιστεύουμε πως γίνεται με κάθε χρόνια ασθένεια. Ο Θεός όμως είχε προβλέψει γι’ αυτήν, όπως προβλέπει και για κάθε πλάσμα Του. Η αρρώστια της συντέλεσε στην ψυχική της σωτηρία και στη δόξα του Θεού.
«Εάν μόνον άψωμαι του ιματίου αυτόν, σωθήσομαι» (Ματθ. θ’ 21), είπε μέσα της και πίεζε το πλήθος για να βρεθεί κοντά στο Χριστό. Τόσο μεγάλη ήταν η πίστη της γυναίκας αυτής. Νωρίτερα είχε στηρίξει την πίστη της στους γιατρούς που είχε επισκεφτεί. Η πίστη της αυτή όμως αποδείχτηκε άκαρπη. Από μόνη της η πίστη δεν είναι αρκετή, αν αυτός που πιστεύεις δεν έχει τη δύναμη να βοηθήσει. Γι’ αυτό ας σιωπήσουν όλοι εκείνοι που ισχυρίζονται (είτε από άγνοια είτε από έλλειψη πίστης) πως τα θαύματα του ευαγγελίου έγιναν από υποβολή ή αυθυποβολή. Η ταπεινή και βασανισμένη αυτή γυναίκα δεν είχε ούτε την τόλμη ούτε την ελπίδα να παρουσιαστεί μπροστά στο Χριστό, να του εξηγήσει το πρόβλημά της και να ζητήσει βοήθεια. Πώς θα μπορούσε να το κάνει αυτό μπροστά σ’ ένα τεράστιο πλήθος, όταν μάλιστα ντρεπόταν για την κατάστασή της; Η φύση της «ακάθαρτης» αρρώστιας της ήταν τέτοια, ώστε αν την είχε δημοσιοποιήσει, θα εισέπραττε τη δημόσια αποστροφή, την κατακραυγή και την καταδίκη. Γι’ αυτό και προσέγγισε τον Κύριο κρυφά, από πίσω, και άγγιξε το ιμάτιό Του.
Και παραχρήμα έστη η ρύσις του αίματος αυτής. Πώς κατάλαβε πως έπαψε η ρύση του αίματος; «Έγνω τω σώματι ότι ιάται από της μάστιγος», γράφει ο ευαγγελιστής Μάρκος (ε’ 29). Όπως ένα ζωντανό σκουλήκι που σπαρταρά ακατάπαυστα γύρω από μια διαπυημένη πληγή, έτσι θα έπρεπε να νιώθει κι η δύστυχη αυτή γυναίκα την ασταμάτητη ρύση του αίματος. Όταν όμως άγγιξε το ιμάτιο του Χριστού, ένιωσε πως η αιμορραγία σταμάτησε. Δεν ένιωθε την αιμορραγία μέσα της, όπως δεν τη νιώθει και κάθε υγιής άνθρωπος. Μέσα της μπήκε η υγεία, όπως ο μαγνητισμός σ’ ένα μαγνήτη ή το φως σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο.
Δεν ήταν αυτό το μοναδικό περιστατικό ανθρώπου που γιατρεύτηκε μόνο με το άγγιγμα των ιματίων του Χριστού. Σε άλλο σημείο των ευαγγελίων διαβάζουμε πως πολλοί ήθελαν απλά ν’ αγγίξουν το κράσπεδο των ιματίων Του «και όσοι ήψαντο διεσώθησαν» (Ματθ. ιδ’ 36).
Πόσα τέτοια ανήκουστα θαύματα έκανε ο Κύριος Ιησούς στους ανθρώπους, που έμειναν ακα­ταχώρητα! Κι αυτό όχι μόνο στα τριάντα χρόνια που ήρθε για να κηρύξει το σωστικό Του ευαγγέλιο στους ανθρώπους, αλλ’ από την ίδια μέρα και ώρα της σύλληψής Του στην πάναγνη κοιλιά της Μητέρας Του. Λέει ο Ιερός Χρυσόστομος: «Τα θαύματά Του είναι περισσότερα από τις σταγόνες της βροχής».
Πόσο άλλαξε μυστηριωδώς όλη η κτίση με την κατά σάρκα παρουσία Του στη γη! Πόσα θαύματα γίνονται και σήμερα στους πιστούς που συμμετέχουν στο μυστήριο της θείας ευχαριστίας! Είναι αμέτρητα κι ακατανόητα. Η αιμορροούσα γυναίκα δεν άγγιξε το σώμα Του, αλλά το ιμάτιό Του μόνο. Κι αμέσως θεραπεύτηκε η μακρόχρονη πάθησή της, που για χρόνια πολλά προσπαθούσαν οι γιατροί να γιατρέψουν χωρίς αποτέλεσμα. Όλα όσα είχε τα σκόρπισε σε γιατρούς και σε φάρμακα, για να βρει τη θεραπεία της. Να όμως που μπροστά της βρέθηκε ο Κύριος, ο γιατρός που δεν αποβλέπει σε χρήματα, που δεν της ζητάει τίποτα, αλλά της δίνει όλα όσα εκείνη επιθυμούσε. Κι αυτό χωρίς καμιά προσπάθεια, μόχθο ή καθυστέρηση. Αυτή είναι η πληρότητα και τελειότητα κάθε άνωθεν δωρεάς, που έρχεται «από του πατρός των φώτων» (Ιακ. α’ 17).
«Και είπεν ο Ιησούς· τίς ο αψάμενός μου; αρνουμένων δε πάντων είπεν ο Πέτρος και οι συν αυτώ· επιστάτα, οι όχλοι συνέχουσί σε και αποθλίβουσι, και λέγεις τίς ο αψάμενός μου; ο δε Ιησούς είπεν ήψατό μου τις· εγώ γαρ έγνων δύναμιν εξελθούσαν απ’ εμού» (Λουκ. η’ 45,46). Γιατί ρώτησε ο Κύριος, αφού γνώριζε ποια ήταν αυτή που τον άγγιξε, αλλά και πως δεν μπορούσαν να του απαντήσουν εκείνοι τους οποίους ρώτησε, αφού δεν ήξεραν; Για να φανερώσει την πίστη της γυναίκας που θεραπεύτηκε, να την επιβεβαιώσει μια και καλή τόσο στην ίδια όσο και στους άλλους, αλλά και για ν’ αποκαλύψει τη θεϊκή δύναμή Του σε κείνους που ήταν μπροστά, καθώς και σ’ εμάς.
Ο άνθρωπος πρέπει να δέχεται κάθε θεϊκό δώρο με ευχαριστία κι ευγνωμοσύνη. Ο Κύριος θέλησε να δώσει έμφαση στην πίστη της γυναίκας, για να μας διδάξει πως η πίστη είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να δώσει ο Θεός κάθε καλό στους ανθρώπους. Είναι αλήθεια πως με το αμέτρητο έλεός Του ο Θεός, συχνά κάνει το καλό στους ανθρώπους χωρίς προαπαιτούμενο την πίστη τους. Όταν όμως ζητάει την πίστη των ανθρώπων, δίνει έμφαση στην οντότητά τους, ως ελευθέρων και λογικών πλασμάτων. Πώς μπορεί να είναι ελεύθερος και λογικός ο άνθρωπος αν, από την πλευρά του, δεν είναι έτοιμος να δεχτεί τη σωτηρία του; Ο Θεός ζητάει από τους ανθρώπους το ελάχιστο που μπορεί να ζητήσει: πίστη στο ζωντανό Θεό, στην αγάπη Του, στη διαρκή ετοιμότητά Του να δώσει και να κάνει στους ανθρώπους όλα όσα συντελούν στο καλό του.
Με τη διακήρυξη της πίστης της γυναίκας αυτής όμως, ο Κύριος ήθελε να ενισχύσει και την πίστη του Ιάειρου. Να του δείξει πως δεν ήταν απαραίτητο ν’ απαιτήσει από τον Κύριο να πάει στο σπίτι του για ν’ αγγίξει με το χέρι Του το νεκρό κορίτσι. Έχει τη δύναμη να θεραπεύσει με πολλούς τρόπους κι όχι μόνο με την επίθεση των χεριών. Μπορεί να θεραπεύσει με τα ρούχα Του όπως και με τα χέρια Του, από απόσταση σα να βρίσκεται κοντά, από το δρόμο όπως και μέσα στο σπίτι.
Ο Κύριος θέλει να γνωρίσουν οι άνθρωποι τη θεϊκή Του δύναμη, δεν επιδιώκει τον έπαινό τους. Οι έπαινοι των ανθρώπων για τον Κύριο ήταν εντελώς μάταιοι, ένα τίποτα. Ήθελε όμως να γνωρίσουν την αλήθεια οι άνθρωποι, να κάνουν χρήση της αλήθειας. Κι η αλήθεια είναι πως κάθε αγαθό που δέχονται οι άνθρωποι, έρχεται απευθείας από το Θεό. Το ιμάτιο του Χριστού δε θεράπευσε την αιμορροούσα γυναίκα χωρίς τη γνώση του Χριστού, χωρίς την άμεση δύναμη που πήγαζε απ’ Αυτόν. Είναι η ίδια ζωντανή δύναμη του Θεού που θαυματουργεί στον πιστό από τα λείψανα των αγίων και τις εικόνες. Η χριστιανική πίστη δεν έχει τίποτα μαγικό. Κανένα δημιούργημα δεν μπορεί με μόνη τη δύναμή του να κάνει οποιοδήποτε καλό στους ανθρώπους. Δε γίνεται να μη γνωρίζει ο Θεός τη θεϊκή δύναμη που πηγάζει από τον ίδιο.
Αυτό γίνεται με όλα τα εγκόσμια μέσα θεραπείας, αυτό γίνεται και με τα μεταλλικά νερά. Ο Θεός δεν απέχει από τα γιατρικά και τα μεταλλικά νερά περισσότερο, απ’ όσο απέχει ο Χριστός από τα ιμάτιά Του. Όποιος χρησιμοποιεί φάρμακα και μεταλλικά νερά με τέτοια πίστη και τέτοια συστολή, φόβο και σεβασμό, που είχε κι η γυναίκα αυτή όταν άγγιζε τα ρούχα του Χριστού, θα θεραπευτεί. Όποιος όμως χρησιμοποιεί φάρμακα και μεταλλικά νερά χωρίς Θεό, ή ακόμα περισσότερο αντίθετα στο Θεό, σπάνια θεραπεύεται. Αν κάποιος απ’ αυτούς θεραπεύεται, δέχεται τη θεραπεία του από την άπειρη ευσπλαχνία του Θεού, ώστε να γνωρίσει και να ομολογήσει κάποια στιγμή την ευσπλαχνία του Θεού και να τον δοξάσει. Ο Χριστός θεράπευσε τον δαιμονισμένο στα Γάδαρα χωρίς εκείνος να διαθέτει την πίστη αυτή, χωρίς να την ομολογεί. Για να γίνει γνωστό για ποιο λόγο τον θεράπευσε όμως, του είπε: «ύπαγε εις τον οίκόν σου προς τους σους και ανάγγειλον αυτοίς όσα σοι ο Κύριος πεποίηκε και ηλέησέ σε» (Μάρκ. ε 19).
Πολλοί από το πλήθος που ακολουθούσε το Χριστό τον άγγιζαν, δεν έλαβαν όμως τη θεραπεία που δέχτηκε η αιμορροούσα γυναίκα, γιατί αυτή τον άγγιξε με πίστη και φόβο. Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα σε πολλούς που προσκυνούν χωρίς πίστη και φόβο τις εικόνες, τα λείψανα των αγίων, τον Τίμιο Σταυρό και το Ευαγγέλιο, όπως γινόταν και με το μεγάλο πλήθος με τα περίεργα μυαλά και τις παγωμένες καρδιές που άγγιζαν το Χριστό. Με τους αληθινούς πιστούς όμως γίνεται αυτό που έγινε με την αιμορροούσα γυναίκα, που θεραπεύτηκε. Όποιος έχει μάτια, ας δει. Όποιος έχει αυτιά, ας ακούσει!
«Ιδούσα δε η γυνή ότι ουκ έλαθε, τρέμουσα ήλθε και προσπεσούσα αυτώ δι’ ην αιτίαν ήψατο αυτού απήγγειλεν αυτώ ενώπιον παντός του λαού, και ως ιάθη παραχρήμα. ο δε είπεν αυτή· θάρσει, θύγατερ, η πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εις ειρήνην» (Λουκ. η’ 47,48). Η γυναίκα ένιωσε από τη φωνή και τα λόγια του Χριστού, πως Εκείνος γνώριζε το μυστικό της, πως η ίδια δε θα μπορούσε να του το κρύψει. Έτρεμε από φόβο και στάθηκε πρόσωπο με πρόσωπο μ’ Εκείνον που γνωρίζει τις πιο καλοκρυμμένες πράξεις των ανθρώπων, τα πιο μύχια μυστικά που κρύβουν στην καρδιά τους. Είχε νιώσει τη δύναμη του Χριστού, τη θαυματουργική θεραπευτική δύναμή Του, γι’ αυτό κι έτρεμε από φόβο μπροστά Του. Τώρα όμως που άκουσε πως ο Κύριος Ιησούς γνώριζε το βαθύ μυστικό της, ο φόβος μπροστά στον παντογνώστη διπλασιάστηκε. Μαζί με την παντοδυναμία του Κυρίου Ιησού, της φανερώθηκε κι η πανσοφία Του. Προχώρησε μπροστά και τα ομολόγησε όλα. Η ντροπή της μεταβλήθηκε σε φόβο. Η ντροπή για την αρρώστια της εξαφανίστηκε, αφού θεραπεύτηκε. Στη θέση της ντροπής ήρθε τώρα ο φόβος μπροστά στην παντοδυναμία και την πανσοφία Του.
Την είδε έτσι φοβισμένη ο στοργικός Κύριος και την παρηγόρησε με τα πατρικά Του λόγια: θάρσει, θύγατερ! Υπάρχει πιο γλυκιά παρηγοριά στον κόσμο, από το ν’ ακούσει κανείς τα λόγια αυτά από τον αθάνατο Βασιλιά και Κύριο; Της δίνει θάρρος, την ονομάζει «θυγατέρα» Του. Δεν υπάρχει πραγματικό και διαρκές θάρρος, έξω απ’ αυτό που δίνει ο Θεός. Ο άνθρωπος δε γνωρίζει τίποτα από αφοβία, αν δε γνωρίζει τίποτα από Θεό. Δε γνωρίζει τίποτα από παρηγοριά και συμπάθεια, ωσότου γνωρίσει κι ομολογήσει το Θεό ως Πατέρα του και τον ίδιο ως παιδί του Θεού. Κανένας δεν μπορεί ν’ ακούσει τα λόγια αυτά μέσα του, ωσότου ανακαινιστεί κι αναγεννηθεί πνευματικά. Η γυναίκα αυτή έδειξε πως αναγεννήθηκε σωματικά και πνευματικά. Σωματικά, επειδή το μισοπεθαμένο σώμα της γιατρεύτηκε, αναζωογονήθηκε. Πνευματικά, επειδή γνώρισε κι ένιωσε την παντοδυναμία και πανσοφία του Κυρίου Ιησού.
Η πίστις σου σέσωκέ σε. Αυτά είναι λόγια διδαχής, αλλά και θάρρους. Αν ο Κύριος Ιησούς δεν είχε φανερώσει την ταπείνωσή Του με το να νηστέψει και να πλύνει τα πόδια των μαθητών Του· αν τη δύναμή Του δεν την είχε αποδώσει στον Ουράνιο Πατέρα Του, κι αν τη δόξα Του δεν την είχε μοιραστεί με ανθρώπους, αποδίδοντας τα δικά Του σ’ εκείνους, τότε σίγουρα η γη θα έτρεμε συνέχεια σε κάθε βηματισμό Του· σε κάθε λόγο Του ο κόσμος ολόκληρος θα φλεγόταν. Ποιός θα τολμούσε να τον κοιτάξει κατάματα; Ποιός θα μπορούσε να καθήσει δίπλα Του και να τον αγγίξει; Ποιός θα μπορούσε ν’ ακούσει το λόγο Του και να μη διαλυθεί, να εξαφανιστεί; Ο Κύριος ντύθηκε την ανθρώπινη σάρκα για να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους ως αδελφός με αδελφό. Αυτός είναι ο λόγος που ταπεινώθηκε τόσο πολύ. Γι’ αυτό έδινε κουράγιο στους ανθρώπους σε κάθε τους βήμα. Γι’ αυτό κι απέδιδε όλα τα έργα Του στην πίστη τους.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 24, 2019

Τα θαύματα του αγίου Δημητρίου στον Γέροντα Φιλόθεο Ζερβάκο.



Τις μέρες αυτές λοιπόν πού γιορτάζουμε τον Άγιο Δημήτριο θα παραθέσω μία άγνωστη περιγραφή, απ΄ αυτές πού σήμερα ίσως και να σπανίζουν…
«….Μετά δύο ημέρας φθάσαμε εις Θεσσαλονίκην, η οποία τότε κατείχετο ύπό των Τούρκων και, επειδή εγώ άπό μικρός είχον ευλάβειαν είς τον Άγιο Δημήτριο, παρεκάλουν τον φίλον μου Νικόλαον να εξέλθωμεν του ατμόπλοιου, διά να προσκυνήσωμεν τον τάφον του Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του Μυροβλήτου.

Εξελθόν­τες μετέβημεν και προσκυνήσαμε μετά κατανύξεως τον Τάφον του Αγίου και, επιστρέψαντες εις τι ξενοδοχείον Ελληνικόν, εμείναμεν ολόκληρον την ημέραν και το εσπέρας.
Την επομένην ητοιμάσθημεν ν’ άναχωρήσωμεν δι’ Άγιο “Ορος και μεταβάντες εις το Τελωνείον, δεν μας επέτρεψαν ν’ άναχωρήσωμεν.
Δεν θά φύγετε, μας είπον, διότι είσθε κατάσκοποι !

Τους είπομεν ότι τοιούτον τι δεν συμβαίνει και, έφ’ όσον τά διαβατήρια μας είναι επικυρωμένα άπό το Τουρκικόν Προξενείον και την Πρεσβείαν, οφείλουν να μας επιτρέψουν ν’ άναχωρήσωμεν, άλλ’ ούδεμίαν σημασίαν έδωκαν εις τους λόγους μας•
Δεν μας έφυλάκισαν, άλλα μας είχον υπό επιτήρησιν αύστηράν, και εις το ξενοδοχείον πού εμέναμεν εφύλαττον στρατιώται, και όταν εξηρχόμεθα μας παρηκολούθουν πάντοτε στρατιώται.

Έμείναμεν ούτω άρκετάς ημέρας. Τα χρήματα όλιγόστεψαν και ήρχίσαμεν να στενοχωρούμεθα. Μίαν ήμέραν λέγω εις τον φίλον μου Νικόλαον.
— Θά υπάγω εις το κονάκι να παρουσιασθώ εις τον Πασά, ίσως μας έπιτρέψη εκείνος ν’ άναχωρήσωμεν.

Την έπομένην εγερθείς λίαν πρωΐ μετέβην πρώτον είς τον Τάφον του Άγίου Δημητρίου και προσκυνήσας παρεκάλουν μετά κατανύξεως και δακρύων τον “Αγιον να μεσιτεύση προς τον Κύριον να άφεθώμεν ελεύθεροι και ύπάγωμεν εις το “Αγιον “Ορος.

Άφοϋ προσηυχήθην ίκανην ώραν και έκάθησα ολίγον να αναπαυθώ, μοι ήλθεν εις τον λογισμόν μου το μαρτύριον του ‘Αγίου Δημητρίου• πώς έλογχεύθη και απέθανε δια την άγάπην του Χριστού και την πίστιν μας την άγίαν, και πώς έδοξάσθη παρά Θεού και εν γη και εν ούρανώ και θά δοξάζεται είς τους αιώ­νας των αιώνων.
Αυτά συλλογιζόμενος μού ήλθεν επιθυμία, να ήτο τρόπος, να άπέθνησκον και εγώ διά την Όρθόδοξον Πίστιν και την άγάπην του Χριστού.
Παρεκάλουν λοιπόν τον “Αγιον Δημήτριον όχι να μεσιτεύση να άφεθώμεν ελεύθεροι, άλλα να μεσιτεύει να αξιωθώ μαρ­τυρικού τέλους. Εύρον δε και τον τρόπον προς έπιτυχίαν τού ποθού­μενου.
Είπον καθ’ εαυτόν, θά υπάγω εις το κονάκι (Διοικητήριον), θά παρουσιασθώ εις τους Τούρκους με θάρρος, θά τους δώσω άφορμήν τίνα και αυτοί θά μού ειπούν τι διά τήν πίστιν μου.

Θά μαρ­τυρήσω την δική τους πλάνη, αυτοί ίσως μού ειπούν ν’ αρνηθώ τήν πίστιν μου και εγώ θά σταθώ γενναίος.
Θά προτιμήσω τον θάνατον και ούτως θά τύχω μαρτυρικού τέλους.
Ευθύς λοιπόν ανήλθον μετά θάρρους εις το κονάκι και περπατούσα είς ενα διάδρομον.
Κάποιος Τούρκος αξιωματικός με είδε και με ήρώτησε τί ζητώ. Τού λέγω,
—Θέλω τον Πασά.
— Και τί τον θέλεις;
—”Εχω λόγον να του πώ, απήντησα. Μού λέγει,
— Εγώ είμαι αντιπρόσωπος του Πασά, είπε μοι ελευθέρως τί θέλεις; Του λέγω-
– Αφού είσαι αντιπρόσωπος του Πασά, πές μου, δια ποίον λόγον δεν μάς αφήνετε να υπάγωμεν εις το “Αγ. “Ορος;
Μού απήντησε με αύστηρόν τρόπον,
— Δεν θα σου δώσω τον λόγον. Τού λέγω με θάρρος•
–Δεν είσθε καλοί άνθρωποι, είσθε άδικοι. Ένώ δεν πταίσαμε, ένώ δεν είμεθα κακοποιοί άνθρωποι και ένώ τα χαρτιά μας είναι εντάξει, δεν βλέπω τον λόγον, διατί να μάς εμποδίζε­τε και μάς στενοχωρείτε;

Τα χρήματα πού είχαμε μάς σώθηκαν, πώς θα ζήσωμεν εις άγνωστον και ξένον τόπον; Έάν σείς πηγαί­νατε είς την Ελλάδα θα είσθε ευχαριστημένοι να σας εκαμνον ό,τι σεις κάμνετε εις ημάς;
Οί λόγοι ούτοι τον ήρέθισαν και έκίνησεν εις θυμον και ήρχισε να κρούη τον κώδωνα δυνατά.
Ευθύς έσυνάχθησαν 30-35 στρατιώται και αξιωματικοί, οίτινες με ήρπασαν και με έπήγαιναν εις τον Λευκόν Πΰργον.
Τίνα σκοπόν είχον δεν γνωρίζω. Πάντως ίσως διά να με φυλακίσουν, άλλ’ εγώ ποσώς δεν έδειλίασα, δεν έχασα το θάρρος μου, μόνον έλυπούμην πού δεν μοί είπόν τι διά την πίστιν μου.

“Ηλπιζα όμως ότι εκεί πού θα μέ έπήγαινον κάτι θά μου ελεγον.
Και βαδίζοντες προς την όδόν του μαρτυρίου παρεκάλουν τον “Αγιον Δημήτριον να μεσιτεύση προς Κύριον και μέ άξιώση μαρτυρικού θανάτου, εάν είναι θέλημα Του, η εάν δεν είναι να μέ λυτρώσει από τάς χείρας των άθεων, βαρβάρων, αιμοβόρων, και αγρίων Αγαρηνών.
Μόλις έπροχωρήσαμεν ολίγον, να και παρουσιάζεται ένας α­νώτερος των, όστις τους ομίλησε Τούρκικα.
Τί τους είπε δεν ήννόησα• μόνον αντελήφθην ότι τους ομίλησε μέ θυμόν και τους έδιω­ξε. Τον δε άξιωματικόν εκείνον, όστις ήτο ο αίτιος και μέ συνέλαβον, έσήκωσε τήν ράβδον του και τον έκτύπησε εις τον ώμον.

Άφοϋ δε τους έξεδίωξε μέ έπλησίασε μέ ιλαρό βλέμμα και χαϊδευτικά μέ εκτύπησεν είς τον ώμον μέ το χέρι του και μέ παρέδωκεν εις ενα στρατιώτην φρόνιμον έξ Ιωαννίνων.
Και τού έδωκεν έντολήν να μέ ύπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον «Μυκάλη», το όποιον εύρίσκετο εις τον λιμένα Θεσσαλονίκης, διά να επιστρέψω είς τήν Ελλάδα.
Μή γνωρίζοντας ποιός ήταν αυτός πού έδωσε τις διαταγές ρώτησα τον στρα­τιώτην να μοι πεί, και εκείνος μοι είπεν ότι ήτο ο ίδιος ο Πασάς.

Και διατί έκτυπησε μόνον τον ίδιαίτερόν του και τί του είπε; Τον έπέπληξεν, μοι είπεν, διότι χωρίς να του ζητήση άδειαν σέ κατεδίκασε εις θάνατον.

– Και ποϋ μέ έπήγαιναν του λέγω;

—Είς τον Λευκόν Πύργον, μοι άπεκρίθη. Σέ έπήγαιναν διά να σέ εκτελέσουν. Έκεί πηγαίνουν όσους καταδικάζουν εις θάνατον και άλλους τους οποίους κλείνουν διά ν’ αποθάνουν άπο τήν πείναν, τήν δίψαν και τήν δυσωδίαν.
Έχάρην διότι έλυτρώθην έκ των χειρών των αγρίων εκείνων Αγαρηνών, επειδή ήγνόουν έάν θά μέ έφόνευον διά τήν πίστιν μου, αλλά και έλυπήθην, διότι δεν ετυχον του μαρτυρίου. Πλην όμως το μαρτύριον πρέπει να γίνεται νομίμως, ώς λέγει ο θεοκήρυξ Απόστολος Παύλος «Έάν δε και άθλή τις, ού στεφανονται, εάν μή νομίμως αθλήσει…» (Β’ Τιμ. 2, 6).

Εις εμέ μέν ϋπήρχεν ο ζήλος και ο πόθος διά να μαρτυρήσω, αλλά δεν συνυπήρχε ο λόγος και η αιτία. Διά να μαρτυρήση τις πρέπει να ύπάρχη εύλογος α’τία. Πρέπει να είναι κατά Θεόν το μαρτυριον.

Το να θέλη τις χωρίς λόγον και άφορμήν να προκαλεί είς εαυτόν το μαρτύριον και να ρίπτη μόνος εαυτόν εις πειρασμόν είναι έπικίνδυνον.
Μετέβημεν κατόπιν είς το ξενοδοχείον, και λαβών την βαλίτσαν και τα ολίγα πράγματα μου άπεχαιρέτησα τον άγαπητόν μοι φίλον Νικόλαον…
Τον άπεχαιρέτησα και άνεχώρησα. Με συνοδεία τον καλόν ε­κείνον Τούρκο στρατιώτην έφθασα μέχρι της παραλίας, Καθ’ όδόν με έπαρηγόρει να μη στενοχωρούμαι, αλλά να έχω ύπομονήν, και φωνήσας λεμβοϋχον τίνα Έβραΐον τού είπε να μοι ύπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον.

Μοι είπεν δε να μη υπάγω άπό το Τελωνείον, διότι ίσως με καθυστερήσουν και αναχώρηση το Ατμόπλοιον και δεν προφθάσω να φύγω. ‘
Αλλά μόλις έπροχωρήσαμε ολίγον μας αντελήφθησαν εκ τού Τελωνείου και ήρχισαν να φωνάζουν να έπιστρέψωμεν. Επειδή όμως ο στρατιώτης είχεν είπει εις τον λεμβούχον ότι ο Πασάς έδωκε διαταγήν να φύγω έπροχώρει.
Βλέποντες οί τού Τελωνείου ότι δεν έπέστρεφεν ούτε έσταμάτα ήρχισαν να ρίπτουν πυροβολισμούς εις τον αέρα•
και έμβάντες 10 στρατιώται εις μίαν λέμβον ηρχισαν να κωπηλατούν σπεύδοντες να μας φθάσουν. Ευτυχώς έπρόφθασα και άνήλθον εις το άτμόπλοιον, όταν αύτοι μας έπλησίασαν.

Άρχισαν να άπειλούν και να κτυποϋν τον λεμβοϋχον. “Οταν όμως τους είπεν ότι είχεν έντολήν άπό τον Πασά, τον Διοικητήν, να με ύπάγη εις το πλοΐον, τον άφήκαν.
Δεν ήτο, ώς φαίνεται, θέλημα Θεούνα υπάγω ε’ις το “Αγιον “Ορος και δια τουτο ήλθον όλα τα εμπόδια.

Όφείλω δε μεγίστην εύγνωμοσύνην εις τον προστάτην μου Μεγαλομάρτυρα Άγιο Δημήτριον, τή μεσιτεία και πρεσβεία του οποίου έσώθην άπό τον κίνδυνον τού θανάτου.

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΠΑΣΑ…

Άλλ’ επειδή δεν κατάλαβα πώς και δια ποίαν αιτίαν ο Πασάς έδειξεν τόσον ενδιαφέρον για μένα για να με σώσει, ερευνούσα αυτό να το μάθω.

Έτσι λοιπόν, έμαθα τι ακριβώς είχε συμβεί μετά δύο περίπου έτη, άπό τον φίλον μου Νικ. Μητρόπουλον, Δικηγόρον, ο όποιος μετέβη και εύρίσκετο είς το “Αγιον “Ορος.
Μεταβάς λοιπόν προς έπίσκεψίν του και προσκύνηση του Άγιωνύμου “Ορους ελαβον πληροφορίας πώς και γιατί ότι ο Πασάς με ελευθέρωσε και με έστειλε είς την Ελλάδα.
«Μετά δύο η τρεις ημέρας, μού λέγει ο δικηγόρος, της αναχωρήσεως σας εκ Θεσσαλονίκης και επιστροφής εις την Ελλάδα, καθήμενος εξω τού καφενείου τού κάτωθεν του ξενοδοχείου, ( εις το οποίο εξ αρχής είχαμε τότε μείνει φρουρούμενοι υπό στρατιωτών Τούρκων, μή τυχόν δραπετεύσουμε λάθρα), με πλησίασε και με χαιρέτησε ο Υπασπι­στής αξιωματικός τού Πασά τής Θεσσαλονίκης, παλαιός γνωστός μου, και με τον όποιον είμεθα μέλη εις την σχηματισθείσαν ΈλληνοΤουρκικήν έπιτροπήν μετά τον άτυχη ΈλληνοΤουρκικόν πόλεμον τού 1897, προς συμφωνίαν και καθορισμόν των συνόρων Ελλάδος και Τουρκίας.

Άφοϋ μείναμεν σύμφωνοι και ύπεγράψαμεν την είρήνην, άπαντα τά μέλη τής Επιτροπής, Έλληνες και Τούρκοι, μετέβημεν χαίροντες εις Κέρκυραν, εις το Άχίλειον, και έορτάσαμεν τήν ειρήνην έπι μίαν εβδομάδα.

Ό υπασπιστής του Πασά, όταν με είδε είς το καφενείον, με έγνώρισε και με ήρώτησε πώς εύρέθην εις την Θεσσαλονίκην.

Εγώ τού ανέφερα όλην την ύπόθεσιν και αμέσως έδιωξε τους στρατιώτας πού με έφύλαττον και φωνήσας άμαξηλάτην με έπηρεν εις τον οί­κον του, με περιεποιήθη και την αλλην ήμέραν έπήγαμεν όμοϋ εις τον Πασάν, εις τον όποιον με συνέστησεν ώς φίλον του και τον παρεκάλεσε να μού έπιτρέψη να μεταβώ εις “Αγιον “Ορος.

Ό Πασάς είπεν εις τον ύπασπιστήν του ότι είμαι ελεύθερος , να με συνοδεύσει μέχρι του Ατμόπλοιου και να μού παρέχει πάσαν προστασίαν και βοηθειαν και προσέθεσεν και ταύτα:

— «Ηταν και κάποιος άλλος νέος ( πού είχε συλληφθεί και ήθελε να πάει στο Άγιο Όρος ), δια τον όποίον πρωΐαν τινά, ενώ έκοιμούμην ήσύχως, εισήλθε εντός τού δωματίου μου ο “Αγιος Δημήτριος ένδεδυμένος στολήν Στρατηλάτου, φέρων μαζί και τα άρματα του, και μοι λέγει προστακτικώς και με βλέμμα αύστηρόν:
—Έγέρθητι πάραυτα, ένδύθητι, και ύπόδεσε τα σανδάλια σου και ΰπαγε εις την δείνα όδόν της πόλεως να ελευθέρωσης νέον τινά δικασθέντα αδίκως και άπαγόμενον εις θάνατον υπό τού ιδιαιτέρου γραμματέως σου.
Άφοϋ δε τον ελευθερώσεις και τον λυτρώσης τού θανάτου, να τον στείλης εις το λιμάνι της Θεσσαλονίκης στο ναυλοχούν Ατμόπλοιον «Μυκάλη», το όποιον ετοιμάζεται προς άναχώρηση…

«Και σπεύσας», είπε ο Πασάς, «τον λύτρωσα εκ τού κινδύνου και τον απέστειλα εις την Ελλάδα».

Και τότε έγνώρισα ότι ο σωτήρ και ρύστης μου εκ της καταδίκης τού θανάτου μου ήτο ο Μεγαλομάρτυς Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλήτης.
Κι΄ έτσι επαλήθευσε και η προφητεία τού Αγίου Νεκταρίου πού μού είχε πεί ότι, όπου και αν υπάγω, εις την Λογγοβάρδαν θα καταλήξω.
Έπληροφορήθην δε εκ τούτου ότι πρέπει πάντοτε να εχουμε τελείαν ύπακοήν εις τον Πνευματι­κόν μας Πατέρα, χωρίς άντιλογίες, και να ποιούμε ουχί το θέλημα το δικό μας, άλλα το θέλημα τού Πνευματικού μας Πατρός μιμούμενος τον Κύριον ημών Ίησούν Χριστόν, “Οστις ήλθεν εις τον κόσμον ούχι να ποιη το θέλημα το Ίδικόν Του, άλλα το θέλημα τού πέμψαντος Αυτόν Πατρός…

Δεύτερη σύλληψη και φυλάκιση υπό των Τούρκων…

Άναχωρήσας εξ Άγίου “Ορους και, όταν το πλοίον εφθασεν εις τον λιμένα της Θεσσαλονίκης, έκρινα καλόν να εξέλθω διά να προσκυνήσω τον τάφον του Αγίου Δημητρίου, του προστάτου μου και μετά Θεόν φύλακος και σωτήρος μου.
Έξελθών, δεν ήξεύρω πώς, πάλιν οι τουρκοι με έξέλαβον ως κατάσκοπον και με είχον υπό έπιτήρησιν αρκετάς ημέρας.

“Οταν δε απεφάσισα να φύγω και έπέρασα άπό τό Τελωνείον με συνέλαβον και με έπέρασαν άπό τρεις σειράς συρματοπλεγμάτων και με έκλεισαν εκεί.
Εΰρον δε εκεί κεκλεισμένον νεανίαν, τον όποιον ήρώτησα•

– Διά ποίον λόγον μας έκλεισαν; Και μού λέγει-
–Διά να μας φονεύσουν, και εγώ είπον
–Τί κακόν έποιήσαμεν;
–Άφησε, μού είπε, μη εξετάζεις τό γιατί…
Δεν παρήλθον ολίγα λεπτά της ώρας και κατέπλευσεν εις τον λιμένα της Θεσσαλονίκης Ατμόπλοιον έρχόμενον εκ Ρουμανίας με φορτίον πετρελαίου και αρκετούς έπιβάτας.
Μόλις όμως έφθασεν, τίς οίδε πώς και από ποίαν αίτίαν, κάποιο ντεπόζιτο πετρελαίου πήρε φωτιά, τό οποίον ακαριαίως μεταδόθηκε εις όλον τό φορτίον, και εις μίαν στιγμήν κρότοι ισχυροί ήκούοντο και φλόγες ούρανομήκεις άνεπετάσσοντο.

Η Θεσσαλονίκη έγένετο ανάστατος !

Χιλιάδες ανθρώπων κατήλθον εις τήν παραλίαν, άλλοι διά να δούν και άλλοι να σώσουν τους κινδυνεύοντας έπιβάτας με τάς λέμβους και τά πλοία. Έφυγον δε και όλοι οί φύλακες άπό τό Τελωνείο.

Τήν στιγμήν έκείνην ο νεανίας εκείνος έξαγαγών ψαλίδιον έκ της τσέπης του εκοψεν τα σύρματα, και λαβών με εκ της χειρός εξήγαγε έξω της φυλακής.
Έπειτα πληρώσας Εβραίον τίνα λεμβούχον τού είπεν να μας ύπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον, το όποιον εύρίσκετο έξω του λιμένος.
Ένω ήτοιμαζόμεθα να είσέλθωμεν εις την λέμβον, ήλθεν ο στρατιώτης εκείνος πού με έκλεισεν εις τα συρματοπλέγματα να με συλλάβει, άλλ’ ο νεανίας εκείνος, όστις με εξήγαγε, του έδωκεν ράπισμα και έφυγε…

Άνήλθομεν εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον και έγώ έφρόντισα να τοποθετήσω τα πράγματα μου, άφού δε τα έτοποθέτησα, έστράφην δια να εύρω τον νεανίαν εκείνον, τον σωτήρα μου, να τον ευχαριστήσω και να τον ερωτήσω ποίος και άπό πού ήταν.
Αλλά πουθενά δεν τον εύρον.

Ερωτήσας σχεδόν πάντας τους έπιβάτας και τους του Ατμόπλοιου αντελήφθην ότι ουδείς είδεν αυτόν, ούτε να εισέλθη εις το πλοϊον ούτε να έξέλθη.

Ποιος ήταν και τί έγένετο ο Θεός γνωρίζει!

Εγώ τούτο μόνον γνωρίζω, ότι μετά πάροδον αρκετών ετών, ότε ήλευθερώθη η Θεσσαλονίκη και επήγα και έλειτούργησα και έκήρυξα τον λόγον του Θεού εις τον Ναόν του Άγίου Δημητρίου και είδον την εικόνα του Αγίου άνεμνήσθην ότι ο νεανίας εκείνος πού με ελευθέρωσε της φυλακής και με οδήγησεν εις το Ατμόπλοιον είχεν μεγάλην ομοιότητα με την εικόνα του Άγίου Δημητρίου της Θεσσαλονίκης !» .

"ΟΓέρων Φιλόθεος Ζερβάκος,1884-1980"

Κυριακή, Οκτωβρίου 20, 2019

Ιησού; Τί κοινό υπάρχει μεταξύ μας;


Και, λοιπόν, στο σημερινό Ευαγγέλιο βλέπουμε πώς ήρθε ο Χριστός, πώς ο δαιμονισμένος άνθρωπος – με τον οποίον καμιά φορά τόσο μοιάζουμε – στάθηκε μπροστά Του – πρόσωπο με πρόσωπο –, και Τον ρώτησε – Τον Άνθρωπο, Τον μοναδικό γνήσιο Άνθρωπο: Τί δουλειά έχεις  μ΄εμένα, Ιησού; Τί κοινό υπάρχει μεταξύ μας; Γιατί ήρθες; Για να με βασανίσεις; Και ο Χριστός διέταξε να βγει το  κακό και καταστρεπτικό πνεύμα από τον άνθρωπο. Και ο νους του ανθρώπου φωτίστηκε, η καρδιά του ηρέμησε, και ο ίδιος έγινε πάλι άνθρωπος και άρχισε, στα πόδια του Χριστού, να Τον ακούει, να ακούει το λόγο της ζωής.
Όλοι εμείς μπορούμε να πλησιάσουμε έτσι προς το Χριστό, έστω στις προσευχές μας, έστω μέσω των μυστηρίων, εκείνων των ισχυρών, αήττητων ενεργειών του Θεού για να γίνουμε ελεύθεροι, ελεύθεροι από όλες τις καταστροφικές δυνάμεις μέσα μας – αν μόνο διαμένουμε μαζί με το Χριστό για να γίνουμε εντελώς υγιές και δεν επιστρέφουμε ξανά σε ό,τι μας δηλητηριάζει και μας καταστρέφει, αλλά κηρύττουμε στον κόσμο τί μας έχει προσφέρει ο Χριστός.
Γι΄αυτό ας μην διαβάσουμε αυτή την ιστορία σαν να είναι μακριά από μας σαν να μην έχει καμία σχέση με μας. Μας αφορά άμεσα. Ας κοιτάξουμε μέσα μας. Τί υπάρχει, που μας σκοτεινιάζει το νου, συσκοτίζει την καρδιά μας, οδηγεί τη θέλησή μας στο κακό, κάνει τα λόγια μας κενά, κακά, τρομερά και νεκρά, και τις πράξεις μας καταστροφικές; Ας πλησιάσουμε προς τον Χριστό, όπως  δαιμονισμένος, στην εξομολόγηση, στη μετάληψη, στο ευχέλαιο και στις προσευχές μας. Μα, ας ζητήσουμε και από τους δικούς μας και τους φίλους μας να μας θυμηθούν στις δικές τους προσευχές. Και θα θεραπευτούμε

+ μητρ. Αντώνιος Bloom

Σάββατο, Οκτωβρίου 19, 2019

Kυριακή ΣΤ΄Λουκά: Δαιμονιζομένου των Γαδαρηνών


άγιος Νικόλαος Αχρίδος

Οι άνθρωποι είναι άδικοι με το Θεό, γι’ αυτό και εξοργίζονται μαζί Του. Ποιός έχει το δικαίωμα όμως να εξοργιστεί εναντίον οποιουδήποτε και μάλιστα εναντίον του Θεού;
Οι άθεοι κλείνουν το στόμα τους και σκέφτονται: «Ας μην αναφέρουμε το όνομα του Θεού, ώστε να εξαφανιστεί απ’ αυτόν τον κόσμο». Ανόητοι άνθρω­ποι! Τα στόματά σας είναι μια μικρή μειονότητα στο εύρος του κόσμου. Έχετε δει η ακούσει πώς δίνει φωνή στο ποτάμι ένα φράγμα; Αν δεν ήταν το φράγμα, το ποτάμι δε θ’ ακουγόταν, θα ήταν μουγγό. Το φράγμα όμως άνοιξε το λαρύγγι του και κάθε μικρή σταγόνα απέκτησε γλώσσα.
Το δικό σας φράγμα θα κάνει το ίδιο: θ’ ανοίξει το λαρύγγι των άλαλων και θα διδάξει τους βωβούς να μιλήσουν. Αν τα χείλη σας πάψουν να ομολογούν το όνομα του Θεού, η καρδιά σας θα γεμίσει με φόβο όταν ακούσετε να τον ομολογούν οι άσοφοι και οι βουβοί. Αλήθεια σας λέω: Αν εσείς σιωπήσετε, οι λίθοι κεκράξονται. Ακόμα κι αν δε μιλήσει κανένας άνθρω­πος στη γη, θ’ αποκτήσει φωνή το χορτάρι. Ακόμα κι αν αποκηρύξουν το όνομα του Θεού όλοι οι άνθρωποι, αυτό θα γραφτεί στο ουράνιο τόξο, στον ουρανό, θα χαραχτεί με φωτιά σε κάθε χόρτο, σε κάθε κόκκο άμμου. Τότε η άμμος θα μετατραπεί σε άνθρωπο κι ο άνθρωπος σε άμμο.
«Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού, ποίησιν δε χειρών αυτού αναγγέλει το στερέωμα, ημέρα τη ημέρα ερεύγεται ρήμα, και νυξ νυκτί αναγγέλλει γνώσιν» (Ψαλμ. ιη’ 2, 3). Αυτά μας απαγγέλει ο ιερός Ψαλμωδός και προφήτης. Κι εσείς τί λέτε; Κρατάτε μια περιφρονητική σιγή για το Θεό. Γι’ αυτό λοιπόν θα δώσουν φωνή οι πέτρες. Κι όταν μιλήσουν οι πέτρες θα θελήσεις να μιλήσεις κι εσύ, μα δε θα μπορέσεις. Θα σου αφαιρεθεί ο λόγος και θα δοθεί στις πέτρες. Και τότε οι πέτρες θα μετατραπούν σε ανθρώπους κι οι άνθρωποι σε πέτρες.
Στους παλιότερους καιρούς άνθρωποι με σκληρό στόμα έτυχε να δουν τον Υιό του Θεού και να μη τον αναγνωρίσουν, οι γλώσσες τους δεν ήταν λυμένες για να τον δοξολογήσουν. Τότε ο Θεός ελευθέρωσε τα στόματα των δαιμόνων για να ντροπιάσουν τους ανθρώπους, αφού οι δαίμονες αναγνώρισαν τον Υιό του Θεού. Οι δαίμονες που ήταν σκληρότεροι από την πέτρα και κατώτεροι σε αξία από την άμμο, έκραξαν όταν είδαν τον Υιό του Θεού. Οι άνθρωποι γύρω Του όμως έμειναν άφωνοι. Κι όταν εκείνος που είχε εντελώς αποχωριστεί από το Θεό αναγκάστηκε να ομολογήσει το όνομά Του, πώς δε θα μπορούσε να κάνει το ίδιο η αθώα πέτρα, που υποτάσσεται τυφλά στο θέλημα του Θεού;
Ο Θεός δίνει μαθήματα στους ανθρώπους όχι μόνο από τον ουρανό, που είναι γεμάτος αγγέλους και στο­λίζεται από άστρα, όχι μόνο από τη γη, που είναι γε­μάτη απ’ όλα τα δημιουργημένα πλάσματα του Θεού, αλλ’ ακόμα κι από τους δαίμονες. Κι αυτό για να δώσει μια ευκαιρία στους ειδωλολάτρες, που βρίσκουν πολύ εύκολα το δρόμο που οδηγεί στην κόλαση, ώστε να ντροπιαστούν από κάτι, οτιδήποτε, να κοιτάξουν ψηλά στον ουρανό και να σώσουν την ψυχή τους από την άβυσσο, από τη φωτιά και τη δυσωδία.
Ο Θεός άφησε τους δαίμονες να περιφέρονται ελεύ­θεροι ανάμεσα στους ανθρώπους, λόγω των αμαρτιών τους. Είναι καλύτερα γι’ αυτούς να κυκλοφορούν ανά­μεσα στους ανθρώπους, παρά να κατοικήσουν στην άβυσσο; Όταν κυκλοφορούν ανάμεσα στους ανθρώ­πους, βασανίζουν εκείνους· όταν βρίσκονται στα βάθη της αβύσσου, μόνο τον εαυτό τους έχουν να βασανί­ζουν. Όταν βρίσκονται ανάμεσα στους ανθρώπους βασανίζονται πάλι, μα τότε η κόλασή τους μειώνεται από την κόλαση των άλλων.
Ο διάβολος είναι καταστροφέας για το σώμα, σκώλωψ τη σαρκί, όπως τον ονόμασε ο απόστολος Παύλος που είχε νιώσει την παρουσία του (βλ. Β’ Κορ. ιβ’ 7). Χρησιμοποιεί το σώμα σαν σκάλα, σκαρφαλώνει στην ψυχή και πιάνεται από την καρδιά και το νου, ωσότου κατασπαράξει ολόκληρο τον άνθρωπο, ώσπου να τον παραμορφώσει και να τον γυμνώσει από κάθε κάλλος και αγνότητα, από κάθε αίσθημα δικαιοσύνης, αγάπης και πίστης, ελπίδας κι επιθυμίας για το αγαθό. Μετά εγκαθίσταται στον άνθρωπο όπως κάθεται ο βασιλιάς στο θρόνο του, και παίρνει τα ηνία της ψυχής και του σώματος στα χέρια του. Τότε ο άνθρωπος μεταβάλλε­ται σε κτήνος που το ιππεύει ο σατανάς, γίνεται ένα άθυρμα που τον διασκεδάζει, ένα άγριο θηρίο που κατασπαράζει.
Κάπως έτσι ήταν οι δαιμονιζόμενοι που περιγράφονται στο ευαγγέλιο. Δεν αναφέρεται αν οι άνθρω­ποι αυτοί είδαν το Χριστό, αν τον αναγνώρισαν, τον ονόμασαν ή αν συνομίλησαν μαζί Του. Όλ’ αυτά τα έκαναν οι δαίμονες που ήταν μέσα τους. Οι δαιμο­νιζόμενοι ήταν σα να μην υπήρχαν, σαν δυο σώματα που τα οδηγούσαν οι δαίμονες και τα κατεύθυναν με τα καμτσίκια τους. Το να θεραπεύσει κανείς τέτοιους ανθρώπους, ήταν σα ν’ ανασταίνει νεκρούς. Αλλά ήταν και κάτι παραπάνω απ’ αυτό, γιατί νεκρός άνθρωπος σημαίνει πως η ψυχή έχει αποχωριστεί από το σώμα. Τότε όμως η ψυχή βρίσκεται στα χέρια του Θεού, κι ο Θεός μπορεί να την ξαναγυρίσει στο σώμα, να επαναφέρει τη ζωή. Οι άνθρωποι αυτοί όμως ήταν αιχμάλωτοι στους δαίμονες, που τους κρατούσαν δέ­σμιους. Έπρεπε ν’ αποσπάσει πρώτα τις ψυχές τους από τους δαίμονες, να εκβάλλει τους δαίμονες από το σώμα τους κι έπειτα να τους θεραπεύσει. Έτσι το θαύμα της θεραπείας των δύστυχων αυτών ανθρώπων είναι τουλάχιστον ίσο με ανάσταση νεκρών, αν όχι μεγαλύτερο.
Ήλθες ώδε προ καιρού βασανίσαι ημάς; ρώτησαν οι δαίμονες το Χριστό. Ήξεραν πως τελικά τους πε­ριμένει η κόλαση. Αχ να το γνώριζαν κι οι άνθρωποι αυτό! Να συνειδητοποιούσαν πως τους περιμένει κό­λαση όμοια με κείνην που περιμένει τους δαίμονες! Οι δαίμονες ήξεραν πως στο τέλος το ανθρώπινο γένος, η βασική τροφή τους, θα ελευθερωνόταν από τα χέρια τους, πως οι ίδιοι θα ρίχνονταν στη σκοτεινή άβυσσο, όπου μόνο τον εαυτό τους θα είχαν να βασανίζουν. Ο μέγας προφήτης είπε για τον αρχηγό των δαιμόνων: «συ δε ριφήση εν τοις όρεσιν ως νεκρός εβδελυγμένος μετά πολλών τεθνηκότων εκκεκεντημένων μαχαίραις, καταβαινόντων εις άδου» (Ησ. ιε’ 19). Κι ο ίδιος ο Κύριος επιβεβαίωσε: «Εθεώρουν τον σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα» (Λουκ. ι’ 18). Στο τέλος θα δουν όλοι οι άνθρωποι τους αμαρτωλούς, που θα ριφθούν και κείνοι σαν αστραπή «εις το πυρ το αιώνιον το ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού» (Ματθ. κε’ 41).
Την ώρα που οι δαίμονες ικέτευαν με φόβο και τρόμο το Χριστό, στο διπλανό λόφο ήταν ένα μεγάλο κοπάδι από δυο περίπου χιλιάδες χοίρους, που έβο­σκαν ήρεμα εκεί (βλ. Μάρκ. ε’ 13). Οι δαίμονες παρακάλεσαν το Χριστό: «Ει εκβάλλεις ημάς, επίτρεψον ημίν απελθείν εις την αγέλην των χοίρων» (Ματθ. η’ 31). Μη μας στέλνεις στην άβυσσο, του είπανε, αλλά άφησέ μας τουλάχιστο να μπούμε μέσα στους χοίρους. Ει εκβάλλεις ημάς. Δεν είπαν μη μας βγάζεις από τον άνθρωπο, αυτόν δεν ήθελαν ούτε να τον κατονομάσουν, γι’ αυτούς ήταν τελείως νεκρός.
Απ’ όλα τα πλάσματα στον κόσμο, δεν υπάρχει κανένας που να μισεί και να φθονεί τόσο ο διάβολος, όσο ο άνθρωπος. Ο Κύριος Ιησούς, αντίθετα, τόνιζε ιδιαίτερα τη λέξη «άνθρωπος». «Έξελθε το πνεύμα το ακάθαρτον εκ του ανθρώπου» (Μάρκ. ε’ 8). Οι δαίμονες δεν ήθελαν να φύγουν από τον άνθρωπο. Θα προτιμούσαν πολύ περισσότερο να μείνουν σ’ αυτόν παρά να πάνε στους χοίρους. Σε τί θα τους χρησί­μευαν οι χοίροι; Οι δαίμονες μπορούν να κάνουν τους ανθρώπους να μοιάζουν με τους χοίρους, οπότε τί τους χρειάζονται οι χοίροι; Όπως και νά ‘χουν τα πράγμα­τα, ακόμα κι αν βρίσκονται μέσα στους χοίρους ή σε οποιοδήποτε άλλο πλάσμα, η κακία τους στρέφεται ίσια στον άνθρωπο. Μέσα από τους χοίρους, σκοπός τους ήταν να βλάψουν τον άνθρωπο. Αν δεν μπορούσαν με άλλον τρόπο, θα έκαναν το κακό με το να πνίξουν τους χοίρους και να στρέψουν την οργή των ανθρώπων εναντίον του Θεού. Έτσι, όταν μπροστά τους έχουν την απειλή της αβύσσου, αντί γι’ αυτήν προτιμούν να πάνε στους χοίρους.
«Και είπεν αυτοίς· υπάγετε, οι δε εξελθόντες απήλθον εις την αγέλην των χοίρων· και ιδού ώρμησε πάσα η αγέλη των χοίρων κατά του κρημνού εις την θάλασσαν και απέθανον εν τοις ύδασιν» (Ματθ. η’ 32). Οι δαίμονες θα μπορούσαν εύκολα να οδηγήσουν τους ταλαίπωρους αυτούς ανθρώπους να πνιγούν στη θάλασσα, αν δεν τους εμπόδιζε η δύναμη του Θεού. Δεν είναι ασυνήθιστο να βλέπει κανείς ανθρώ­πους που έχουν παρανοήσει να πέφτουν από μεγάλο ύψος και να γίνονται κομμάτια ή να πνίγονται στο νερό ή να πέφτουν στη φωτιά ή να απαγχονίζονται. Οι παγκάκιστοι δαίμονες οδηγούν τους ανθρώπους σε τέτοιο τέλος με σκοπό όχι μόνο να καταστρέψουν τη ζωή τους, αλλά να νεκρώσουν και την ψυχή τους, τόσο στην παρούσα όσο και στη μέλλουσα ζωή. Πολύ συχνά όμως συμβαίνει να παρεμβαίνει ο Θεός με τη σοφή πρόνοιά Του και να προφυλλάσσει τον άνθρωπο από τέτοιο θάνατο.

Οι βοσκοί κι οι κάτοικοι της πόλης φοβήθηκαν πολύ (Λουκ. η’ 35), τρόμαξαν. Είδαν κάτι που ποτέ τους δεν είχαν δει ή ακούσει. Οι δαιμο­νισμένοι που τους κατατρόμαζαν τόσα χρόνια, τώρα κάθονταν στα πόδια του Χριστού ήρεμοι, νηφάλιοι. Άκουσαν το περιστατικό από τους αποστόλους και τους βοσκούς, πως δηλαδή ο Χριστός θεράπευσε τους δαιμονισμένους κι έτρεμαν από φόβο μπροστά στο Χριστό. Όταν άκουσαν μάλιστα πως οι δαίμονες τον παρακαλούσαν έντρομοι να τους επιτρέψει να μπουν στους χοίρους, αν τους έβγαζε από τους ανθρώπους, η κατάπληξή τους μεγάλωσε. Έμαθαν τελικά πως τα πονηρά πνεύματα όρμησαν σαν ανεμοστρόβιλος, παρέσυσαν τους χοίρους και τους έριξαν στη θάλασσα.
Τ’ άκουσαν όλ’ αυτά οι Γεργεσηνοί κι οι Γαδαρηνοί και τα συνειδητοποίησαν καλά. Μετά είδαν και τους δυο θεραπευμένους, που ενώ λίγο νωρίτερα έμοιαζαν νεκροί, τώρα κάθονταν ιματισμένοι και σωφρονούντες, σα ν’ αναστήθηκαν εκ νεκρών. Κοίταξαν μετά το πρό­σωπο του πράου και ταπεινού Κυρίου. Έστεκε ήρεμα και ειρηνικά μπροστά τους, σα να μην είχε κάνει λίγο πριν ένα θαύμα μεγαλύτερο από το να ισοπεδώσει το λόφο των Γεργεσών και να το ρίξει στη θάλασσα. Απ’ όλ’ αυτά ένα κράτησαν οι κάτοικοι των δύο πόλεων στο νου και την καρδιά τους: πώς τα γουρούνια τους χάθηκαν, η περιουσία τους καταστράφηκε χωρίς επανόρθωση. Αντί να κάνουν μετάνοια και να τον ευχαριστήσουν που έσωσε τους δυο δαιμονισμένους, εκείνοι παραπονιούνταν επειδή έχασαν τα γουρούνια! Αντί να προσκαλέσουν τον Κύριο για να τον φιλοξενήσουν, του ζήτησαν να φύγει από τα όριά τους όσο γίνεται πιο γρήγορα. Αντί να υμνήσουν και να δοξολογήσουν το Θεό, εκείνοι άρχισαν να θρηνούν για το χαμό των γουρουνιών.

Ας μη βιαστούμε να κατηγορήσουμε την αγάπη των Γεργεσηνών για τα γουρούνια τους, προτού αξιολογήσουμε τη σημερινή κοινωνία. Να εκτιμήσουμε όλους τους συμπολίτες μας που επίσης είναι πολύ δεμένοι με τα ζώα τους, όπως οι Γεργεσηνοί, που νόμιζαν πως τα γουρούνια τους αξίζουν περισσότερο από τους γείτονές τους. Για σκεφθείτε, πόσοι είναι σήμερα εκείνοι απ’ αυτούς που κάνουν το σταυρό τους, ομολογούν το Χριστό με τη γλώσσα τους, αλλά πολύ σύντομα θα μπορούσαν να σκοτώσουν δυο ανθρώπους, αν η πράξη αυτή θα τους χάριζε δυο χιλιάδες χοίρους; Ή σκεφθείτε αν υπάρχουν πολλοί ανάμεσά σας που θα θυσίαζαν δυο χιλιάδες χοίρους για να σώσουν τη ζωή δύο δαιμονισμένων. Ας ντραπούν εκείνοι που κατα­δικάζουν τους Γεργεσηνούς προτού κατηγορήσουν τον εαυτό τους. Αν οι Γεργεσηνοί ανασταίνονταν σήμερα από τους τάφους τους κι άρχιζαν να μετρούν πόσοι άνθρωποι έχουν την ίδια νοοτροπία μαζί τους, στην Ευρώπη θά ‘φθαναν σ’ ένα τεράστιο αριθμό. Εκείνοι τουλάχιστο ζήτησαν από το Χριστό να φύγει, ενώ οι λαοί της Ευρώπης τον απομακρύνουν οι ίδιοι. Γιατί; Για να μείνουν μόνοι με τα γουρούνια τους και τους κυρίους τους, τους δαίμονες.
Ολόκληρο το περιστατικό αυτό όμως, από την αρχή ως το τέλος, έχει κι ένα βαθύτερο νόημα. Αυτά που είπαμε ως τώρα είναι αρκετά για διδασκαλία, για υπόμνηση και για την ανάσταση όλων εκείνων που μέσα στο σώμα τους νιώθουν κλεισμένοι σα να βρί­σκονταν μέσα σε τάφο· εκείνων που αντιλαμβάνονται την επίδραση των δαιμονικών δυνάμεων στα πάθη που τους πιέζουν σαν χειροπέδες ή σαν αλυσίδες, που τους τραβούν βίαια στην άβυσσο της καταστροφής· εκείνων που, παρ’ όλ’ αυτά, πιστεύουν στην αξία του ανθρώπου, ότι η ψυχή τους αξίζει περισσότερο απ’ όλα τα γουρούνια, όλα τα κτήνη, όλες τις περιουσίες και τα πλούτη, που αναζητούν τη θεραπεία και το Θεραπευτή των ασθενειών τους περισσότερο απ’ όλα τ’ αγαθά τους.

Ολόκληρη η διήγηση τελειώνει με τα εξής λόγια: «Και εμβάς εις πλοίον διεπέρασε και ήλθεν εις την ιδίαν πόλιν» (Ματθ. θ’ 1). Στους Γεργεσηνούς δεν είπε ούτε λέξη. Σε τί θα χρησίμευαν οι λέξεις εκεί που δεν έπεισε το θαύμα; Οι λέξεις δε θα τους έκαναν να πιστέψουν. Τί αξία θα είχε να κάνει τους νεκρούς τάφους να πιστέψουν; Κατέβηκε το λόφο σιωπηλός, μπήκε στο πλοίο κι αναχώρησε. Τί ταπείνωση, πόση υπομονή, τί θεϊκό μεγαλείο! Πόσο κενή ήταν η νίκη για έναν από τους καίσαρες που έγραψε στη σύγκλητο: «Ήλθον, ειδον, εκυρίευσα!». Ο Χριστός είδε, κυρίευσε και έμεινε σιωπηλός. Κρατώντας τη σιωπή Του έδωσε στη νίκη Του έναν υπέροχο κι αιώνιο χαρακτήρα. Αν θέλουν οι ειδωλολάτρες ας μάθουν από το παράδειγμα του ταπεινού Κυρίου Ιησού, που ποτέ δε φροντίζει να εντυπωσιάσει. Όποιος τον δέχεται, δέχεται την αιώνια ζωή. Όποιος τον διώχνει από τη ζωή του, παραμένει στη συντροφιά των χοίρων, στην αιώνια παραφροσύνη και τον αιώνιο θάνατο.
Κύριε Ιησού, Υιέ του Θεού, ελέησέ μας τους αμαρτωλούς, θεράπευσέ μας, σώσε μας! Σε Σένα πρέπει δόξα και ύμνος, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

από άλλη όψις

Σάββατο, Οκτωβρίου 12, 2019

Κυριακή Δ’ Λουκά: Παραβολή του σπορέως


Πόσο οἰκεία, καὶ πόσο ἁπλή μᾶς φαίνεται ἡ σημερινὴ Παραβολὴ τοῦ σπόρου καὶ τοῦ σπορέως· καὶ ὅμως πόσο σχετικὴ εἶναι μέ μᾶς, πόσο περισσότερο θὰ πρέπει νὰ τὴν σκεφτοῦμε. Λησμονοῦμε τὴν εἰκόνα τοῦ σπορέα καὶ τοῦ σπόρου, ὅπως φαίνεται μέσα ἀπὸ τὴν παραβολή, δὲν βλέπουμε τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ νὰ περπατάει στοὺς δρόμους καὶ τὰ μονοπάτια τῆς Γαλιλαίας καὶ τῆς Ἰουδαίας· καὶ παντοῦ ὅπου πῆγε, οἱ ἄνθρωποι ἔρχονταν στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου, ἐπειδὴ εἶχαν ἀκούσει, ὅπως εἶχε ἀκούσει ὁ Τυφλός, γιὰ τὸν ὁποῖο μιλάει ὁ Ἀπόστολος Μάρκος, ὅτι ἦταν Δάσκαλος, ὅτι τὰ λόγια του ἦταν ἀληθινά, ὅτι ἔφεραν τὴν δύναμη τῆς ζωῆς.
Καὶ οἱ ἄνθρωποι ἦρθαν καὶ γέμισαν τοὺς δρόμους καὶ ἄκουσαν. Κάποιοι ἦταν ἕτοιμοι γιὰ τὸ μήνυμα τῆς σωτηρίας· κάποιοι ἀγωνιοῦσαν, καὶ ἔκαναν στὸν ἑαυτὸ τους ἐρωτήσεις ποὺ μέχρι τότε κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ ἀπαντήσει. Ἀλλὰ ἦλθαν ἄλλοι ἄνθρωποι, ὅπως τόσοι πολλοὶ ἔρχονται τώρα σ’ ἕναν ἱερέα, σ’ ἕναν εὐαγγελιστή, σ’ ἕναν ἡγέτη ὁποιασδήποτε παράταξης, ἦλθαν νὰ δοῦν ἕνα ἄνθρωπο ποὺ κάποιος τοὺς μίλησε γι’ αὐτόν, ν’ ἀκούσουν τί εἶχε νὰ πεῖ. Δὲν ἀπαντοῦσε σὲ καμία ἀπὸ τὶς ἐρωτήσεις τους, δὲν ἱκανοποιοῦσε καμία ἀπὸ τὶς ἀνάγκες τους, ἐκτὸς ἴσως ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία νὰ δοῦν κάποιον ποὺ ἦταν ξεχωριστός, κάποιον μοναδικὸ γιὰ τὴν ἐποχή του. Ἄκουσαν τὸν λόγο Του, ἀλλὰ δὲν τὸν κράτησαν μέσα τους, τὸν βρῆκαν ὄμορφο, ἀληθινὸ – ἀλλὰ δὲν πῆγαν πιὸ πέρα. Ἄκουσαν λόγια, δὲν ἄκουσαν τὴν κραυγὴ τῆς ψυχῆς τους ποὺ πεινοῦσε γιὰ λόγο ἀληθείας.
Ἔτσι ὅταν Ἐκεῖνος εἶχε διαβεῖ, ὅλοι ἐπέστρεψαν στὶς συνηθισμένες τους ἀσχολίες, στὴν κανονική τους ζωή. Θὰ μποροῦσαν νὰ ἔχουν πάει στὸ σπίτι καὶ νὰ ἔχουν ἐπαναλάβει αὐτὰ τὰ λόγια, λέγοντας: «Δὲν ἦταν θαυμάσια; Δὲν μίλησε ὡραία;» – καὶ ἔπειτα ἐπέστρεψαν στὴν συνηθισμένη, καθημερινὴ ζωή τους…
Ἄλλοι ποὺ στάθηκαν στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου, δέχτηκαν τὸ μήνυμα μὲ συγκίνηση, κάτι ἀναδεύτηκε στὴν καρδιά, στὸ μυαλό τους, τοὺς ἔδωσε ἀπάντηση σὲ κάτι. Καὶ τὸ δέχτηκαν, τὸ ἀγκαλίασαν, καὶ ἐπέστρεψαν στὴν οἰκία τους· ἀλλὰ τὴν στιγμὴ ποὺ δὲν ἦταν πιὰ στὸν δρόμο, τοὺς κυρίευσαν οἱ ἀνησυχίες τοῦ σπιτιοῦ τους: ὑπῆρχαν τόσα πράγματα στὴν ζωή τους νὰ κάνουν, νὰ σκεφτοῦν, δὲν ὑπῆρχε καιρὸς νὰ συλλογιστοῦν ξανὰ καὶ ξανὰ τὰ λόγια ποὺ εἶχαν ἀκούσει, δὲν ὑπῆρχε καιρὸς νὰ καθίσουν μὲ ἠρεμία καὶ νὰ φανταστοῦν τὸ πρόσωπο ποὺ εἶχαν δεῖ, νὰ ξαναθυμηθοῦν τὴν φωνὴ ποὺ εἶχαν ἀκούσει.
Ὑπάρχει ἄλλη μία παραβολὴ ποὺ μιλᾶ γιὰ ἐκείνους ποὺ εἶχαν κληθεῖ στὸ Γαμήλιο Βασιλικὸ Δεῖπνο: ἄκουσαν τὸ κάλεσμα, ἤξεραν ὅτι εἶχαν κληθεῖ προσωπικὰ – ἀλλὰ μπόρεσαν νὰ πᾶνε; Ὁ ἕνας εἶχε ἀγοράσει ἕναν ἀγρό, ἦταν ριζωμένος σ’ αὐτόν, δεμένος μὲ αὐτόν, φυλακισμένος· ἄλλοι εἶχαν ἀγοράσει πέντε ζευγάρια βόδια – ἔπρεπε νὰ τὰ δοκιμάσουν, ἔπρεπε κάτι νὰ κάνουν στὴ ζωή, ἕνα ἐπάγγελμα, μία ἐργασία- ἢ ἁπλὰ κάτι ποὺ ἐπειδὴ ἀφορᾶ τὴν προσωπική μας ζωή, ἔχει πολὺ μεγάλη σημασία, ὅπως ἡ τελευταία περίπτωση ἐκείνου ποὺ εἶχε παντρευτεῖ- πῶς μποροῦσε νὰ ξοδέψει χρόνο γιὰ κάποιον ἄλλον;
Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ δέχονται τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ποὺ τὸν δέχονται ἀληθινὰ στὴν καρδιά τους, ἀλλὰ ὑπάρχουν τόσα πολλὰ πράγματα ποὺ ἔχουν σημασία – θὰ τὸ κάνουμε αὔριο, ἤ, ἂν μπορούσαμε μοναχὰ νὰ ἀλλάζαμε τὸ μήνυμα τοῦ Κυρίου μὲ ἕνα πιὸ ἐφικτό, πιὸ ἁπλό, νὰ μὴν εἶναι τόσο ἀπόλυτο ὅσο αὐτό.
Καὶ ἔπειτα, ἐκεῖνοι ποὺ δέχονται τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἡ πλούσια γῆ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ λάβει τὸ μήνυμα τῆς σωτηρίας, δέχονται τὸν σπόρο καὶ καρποφοροῦν. Ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι δὲν ἦταν ἁπλὰ καλύτεροι ἄνθρωποι, πιθανὸν δὲν ἦταν καλύτεροι· ἦταν ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν ἕνα ἐρώτημα στὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά, ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν καημό, ποὺ ἡ καθημερινὴ ζωὴ τους ἦταν πολὺ περιορισμένη, μικρή, ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν συναίσθηση ὅτι ἡ ψυχὴ τους εἶναι ἀπέραντη, καὶ δὲν μποροῦσε νὰ γεμίσει ἀπὸ τὰ ἀσήμαντα τῆς καθημερινότητας– οὔτε κἄν ἀπὸ τὰ εὐγενικὰ καὶ καλὰ πράγματα τῆς ζωῆς: ἀποδέχτηκαν τὸ μήνυμα βαθιὰ μέσα στὴν καρδιά τους, καὶ αὐτὸ ἐπειδὴ ἔδωσε ἀπάντηση στὶς ἀνάγκες τους, ἡ ζωὴ τους καρποφόρησε.
Τώρα ἂς τὸ ἐφαρμόσουμε στὴν δική μας ζωή· πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς ἀκοῦν τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου, τὰ λόγια τοῦ κηρύγματος, μελετοῦν βιβλία ἐνδιαφέροντα μὲ βάθος καὶ τὰ διατηροῦν στὴ μνήμη τους, τὰ χαίρονται- ἀλλὰ μέχρι ἐκεῖ· μποροῦν νὰ τὰ ἐπαναλάβουν, νὰ τὰ μεταδώσουν στοὺς ἄλλους,- ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ὅλο.
Καὶ ὑπάρχουν τόσοι πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς ποὺ ἔλαβαν τὸ μήνυμα μὲ ἐνθουσιασμό, μὲ πάθος, γνωρίζοντας ὅτι εἶναι πράγματι ἡ ἀπάντηση στὴν λαχτάρα, τὴν πείνα, τὸ μεγαλεῖο ποὺ ὑπάρχει μέσα μας· ἀλλ’ ὅμως ἡ ζωὴ εἶναι τόσο σύνθετη, ἔχουμε τόσα πράγματα νὰ κάνουμε! Καὶ σ’ ὅλη τούτη τὴν πολυπλοκότητα καὶ τὸ καθημερινὸ «γίγνεσθαι», τὰ λόγια ποὺ ἀκούσαμε, παραμερίζονται- γιὰ μιὰ ἄλλη μέρα, γιὰ μιὰ ἄλλη φορά, ὅταν θὰ εἶμαι ἀρκετὰ μεγάλος γιὰ νὰ ἔχω ὁποιεσδήποτε ἀνησυχίες: τότε θὰ μπορῶ νὰ στραφῶ πίσω καὶ νὰ θυμηθῶ ἐκείνη τὴν λαμπρὴ στιγμὴ ποὺ ἡ ζωὴ ξεδίπλωσε ὅλο τὸ μεγαλεῖο της..- τὴν κρατῶ στὴν μνήμη μου!
Τί συμβαίνει μέ μᾶς, δεχόμαστε τὸ μήνυμα καὶ αὐτὸ καρποφορεῖ μέσα μας;
Πῶς μπορεῖ τὸ μήνυμα νὰ μᾶς ἀγγίξει; Θυμᾶμαι ἕναν Ρῶσο ἱερέα νὰ μοῦ λέει· «μελετῶ καθημερινὰ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ πολὺ σπάνια ἡ ζωή μου ἀνταποκρίνεται σ’ αὐτό. Ἀλλὰ τὸ μελετάω καθημερινὰ γιατί δὲν γνωρίζω ποτὲ κατὰ πόσο σήμερα, αὔριο ἢ κάποια ἄλλη ἡμέρα θὰ εἶμαι ἡ ἄγονη πλευρὰ τοῦ δρόμου ἢ τὰ ἀγριόχορτα, κατὰ πόσο τοῦτος ὁ λόγος θὰ πέσει σὲ ἕνα μικρὸ κομμάτι γῆς μέσα μου, ἱκανὸ νὰ τὸν δεχτεῖ καὶ νὰ φέρει καρπούς».
Δὲν εἶναι τόσο ἁπλό, τόσο ἐνθαρρυντικό; Ὅλοι μας βρισκόμαστε καὶ στὶς τρεῖς περιπτώσεις ποὺ περιγράφονται στὴν παραβολὴ τοῦ Εὐαγγελίου· ἀλλὰ ἐὰν δώσουμε μιὰ εὐκαιρία στὸν Κύριο ποὺ μιλάει, στὸν Κύριο ποὺ διαβαίνει ἀπὸ τὴν ζωή μας, ποὺ κρούει τὴν πόρτα τῆς καρδιᾶς μας – ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρὸ θὰ δεχτοῦμε τὸ μήνυμα μὲ χαρά· μὲ τὸν καιρό, θὰ φθάσει στὸ βάθος τῆς καρδιά μας, στὸν πυρήνα τῆς ζωῆς μας καὶ θὰ εἶναι ἡ ἀπάντηση ποὺ θὰ τὴν ἀλλάξει.
Ἑπομένως, ἂς ἀκοῦμε μέρα μὲ τὴ μέρα τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου· ἂς ἀκοῦμε τὴ φωνὴ τῆς συνείδησής μας, ἂς ἀκοῦμε τί μᾶς λέει ὁ βαθύτερος ἐαυτός μας γιὰ τὴν ζωή, τὴν ἀλήθεια, τὴν πραγματικότητα· καὶ ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρό, θὰ ἔχουμε τὸ γόνιμο ἔδαφος ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ φέρει καρπούς.
Αὐτὴ ἡ παραβολή, ἡ τόσο ἁπλή, ἡ τόσο ξεκάθαρη, ἂν μοναχὰ τὴν ἐφαρμόσουμε, μπορεῖ νὰ εἶναι τὸ ξεκίνημα μιᾶς νέας ζωῆς. Ἀμήν.

Σάββατο, Οκτωβρίου 05, 2019

Κυριακή Γ΄Λουκά: Η ανάσταση στην Ναΐν


Το μέγα μυστήριον της Αναστάσεως το διδασκόμεθα από τον Σωτήρα μας και Θεόν τόσον με λόγια, όσον και με τα ίδια του τα έργα. Και στα παραγγέλματα και στις διδαχές και στις θαυματουργίες του, ο Κύριος αρχίζει από τα κατώτερα, και προχωρεί προς τα μεγαλύτερα. Σαν με κάποια σκαλοπάτια ανεβαίνει από τα χαμηλότερα στα υψηλότερα, και σιγά-σιγά ανυψώνει το ανθρώπινον γένος στην δόξα και την γνώση και την έννοιαν της Θεότητός του. Μπορεί κανείς να το ιδεί αυτό και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, ιδιαιτέρως όμως στην προκειμένην υπόθεση. Διότι πρώτα ο Κύριος υπέδειξε και προανήγγειλε την δύναμη της Αναστάσεως στην περίπτωση μιας βαριάς ασθενείας για την οποία δεν ημπορούσαν να κάνουν τίποτε, όταν επετίμησε τον πυρετό που έκαιγε την πενθερά του Πέτρου, και προεκάλεσε τέτοιαν αλλαγή στην κατάστασή της, ώστε και να την ενισχύσει στην διακονία των επισκεπτών, εκείνην που όλοι επερίμεναν πως θα αποθάνει.
Έπειτα προσθέτει κάτι περισσότερο στην εκδήλωση της δυνάμεώς του ο φιλάνθρωπος, και προχωρεί πάλι σε μεγαλύτερο θαύμα, το οποίον έγινε στον δούλο του εκατοντάρχου που έπασχε από πολύ σοβαρήν ασθένεια, η οποία τον είχε οδηγήσει στο χείλος του θανάτου. Όταν αυτός είχε φθάσει στις τελευταίες του αναπνοές και προσήγγιζε στις πύλες του Άδου, τότε εκλήθη ο Δεσπότης, και επροθυμοποιήθη κατ’ οικονομίαν να έλθει κοντά του. Εξ αιτίας όμως της αιτήσεως και της πίστεως του εκατοντάρχου, ο οποίος του είπε: «Κύριε, ειπέ λόγον και ιαθήσεται ο παις μου», μόνον με το πρόσταγμά του ανέστησε αυτόν που όλοι επίστευαν ότι είχε ήδη σχεδόν αποθάνει, χωρίς ούτε να πλησιάσει καθόλου σ’ εκείνον τον τόπον. Αλλά έστειλε από μακριά την υγεία στον ετοιμοθάνατο, την ίδιαν ώρα που έδωσε το πρόσταγμα. Έτσι ο δούλος απηλλάγη από την νόσο, και επανήλθε στην προηγουμένην και ακόμη καλλιτέραν υγεία και κατάσταση. Ω δύναμις προστάγματος! Πράγματι φωνή δυνάμεως η φωνή του Θεού, όπως λέγει ο άγιος Δαβίδ: «ιδού δώσει την φωνήν αυτού φωνήν δυνάμεως». Διότι την στιγμή που ο Δεσπότης είπε στον εκατόνταρχο: «Ύπαγε, και ως επίστευσας γεννηθήτω σοι», τότε και η αρρώστια αμέσως απεχώρησε από τον νέον.
Έπειτα παρουσιάζει ο Κύριος την δύναμή του και με άλλην μεγαλυτέραν θαυματουργίαν, όταν επήγε στην πόλη Ναΐν. Διότι πλησιάζοντας εκεί, συνήντησε τον υιόν της χήρας, ο οποίος είχε ξεψυχήσει, και είχε μείνει για πολύν χρόνο στο φέρετρο, ήδη δε τον οδηγούσαν στον τάφο. Αυτόν τον ανέστησε τότε παραδόξως και τον παρέδωσε στην μητέρα του, όπως μας φανερώνει σαφέστατα η σημερινή περικοπή του Ευαγγελίου.
Βλέπουμε εδώ τον μεγαλουργόν Θεόν και Δεσπότην, τον Κύριόν μας Ιησούν Χριστόν να θαυματουργεί θαύμα μέγα, να ζωοποιεί η Ζωή, να ανιστά η Ανάστασις, και να εγείρει τον νεκρόν την ώρα της κηδείας. Με το θαύμα αυτό μας βεβαιώνει και μας πληροφορεί για την προσδοκωμένην κοινήν ανάσταση των νεκρών, και συγχρόνως δεικνύει από πριν την ιδικήν του ζωηφόρο και Θείαν Ανάσταση, φανερώνοντας την δι’ αυτής λύτρωση και ελευθερία μας, καθώς και την σωτηρία και την αιωνία ζωή. Διότι λέγει, ότι καθώς επλησίαζε στην πύλη της πόλεως, εκείνη την ώρα εκηδεύετο ένας νεκρός, το μονάκριβο παιδί μιας χήρας. Ήλθε κοντά στην πύλη της πόλεως Ναϊν ο Χριστός και Θεός μας, η πύλη της ζωής και της αθανασίας, και προσέταξε ο Ζωοδότης να σταματήσουν τον θρήνο. Όταν ο Δεσπότης τους συνήντησε, εκράτησε το ξυλοκρέβατο και είπε στην μητέρα του νεκρού: Μη κλαις, γυναίκα, άφησε το πένθος σου να ηρεμήσει, επειδή εγώ είμαι η ανάστασις και η ζωή. Παύσε τον οδυρμό, παύσε τους θρήνους, κράτησε τα δάκρυά σου. Καταργείται εντός ολίγου η αιτία των δακρύων σου, το πένθος δίδει την θέση του στην χαρά.
Και πλησιάζοντας ήγγισε την σωρό. Εκείνοι που την μετέφεραν, εστάθησαν γεμάτοι έκπληξη και απορία. Ποίος είναι αυτός, και με ποίον σκοπό έβαλε το χέρι του επάνω στην σωρό; Και καθώς επερίμεναν έκθαμβοι και προσδοκούσαν να ιδούν τι θα συμβεί, εφώναξε τον νεκρόν ο Χριστός, και του είπε: «Σοί λέγω νεανίσκε, εγέρθητι». Και έτσι με τον λόγο και την αφήν ανέστησε τον νεκρόν, ο οποίος ελαλούσε τώρα ενώπιον όλων.
Ενώ ημπορούσε ο Χριστός μόνο με λόγο να κάνει το θαύμα, αγγίζει όμως την κλίνη, για να μάθωμε ότι το σώμα του Χριστού και Θεού μας είναι σώμα της ζωής και της αθανασίας, και ότι αυτός είναι εκείνος που έπλασε στην αρχή με τα άχραντα χέρια του τον άνθρωπο, και με το θείο και νοερόν εμφύσημά του του έδωσε νουν και ζωή. Επίσης ότι στο τέλος αυτός μέλλει να αναστήσει με σάλπιγγα την ανθρωπίνην φύση, και αφού εγείρει τους νεκρούς, να αποδώσει στον καθένα ανάλογα με τα έργα του. Διότι είναι κριτής ζώντων και νεκρών, και αυτός είναι η οδός και η αλήθεια, γι’ αυτό και όσοι τον ακολουθούν δεν θα χρειασθούν οδηγόν. Και επειδή αυτό που λέγω είναι αλήθεια και όχι ψεύδος, μακάριοι είναι αυτοί που το πιστεύουν.
Επειδή δε είναι και ζωή, όσοι εκπληρώνουν τις άγιες εντολές του, και αν αποθάνουν θα ζήσουν, όπως πάλι λέγει ο ίδιος σε άλλο σημείο: «Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνει ζήσεται». Και «εάν τις τον λόγον μου τηρήσει, θάνατον ου μη θεωρήσει εις τον αιώνα».
Δέχονται μεν στις ακοές τους τον λόγο του Θεού και δαίμονες και άνθρωποι φαύλοι, αλλά όταν πρόκειται για τον λόγο της σωτηρίας δεν αρκεί η απλή ακρόασις, ούτε για την ζωήν η μάθησις, αλλά πρέπει κανείς να τηρήσει και να εκπληρώσει ό,τι ήκουσε. Δεν θα αντικρύσει λοιπόν θάνατο σε όλους τους αιώνες ο σταθερός φύλακας των θείων εντολών και προσταγμάτων του Χριστού. Αυτά τα λέγει ο Κύριος, όχι βέβαια επειδή καταργεί τον σωματικόν θάνατον, αλλά επειδή ως Θεός που είναι, δεν τον θεωρεί ως θάνατον. Επειδή φυσικά για τον Θεόν όχι μόνο το να ζωοποιεί το νεκρό και το φθαρμένον είναι εύκολον, αλλά να οδηγεί και το ανύπαρκτο στην γέννηση. Γι’ αυτό και λέγει: Νεανίσκε σοί λέγω και σε προστάζω, σήκω επάνω. Σε σένα τον αποθαμένο το λέγω. Δεν σού βάζω ή εμφυσώ άλλην ψυχήν αντί για εκείνην που είχες, αλλά την ιδίαν ανακαλώ κυριαρχικώς, να επιστρέψει με την δύναμή μου.
Λάβε ζωήν και σήκω επάνω, διέταξε ο Δεσπότης, και ο δούλος υπήκουσε στο πρόσταγμα του Κυρίου, κι αφού εψυχώθη και εκινήθη, ανεκάθισε και άρχισε να ομιλεί εμπρός σε όλον τον κόσμο, για να μη νομίσει κανείς ότι εισήλθε κάποιο πονηρόν πνεύμα και εκίνησε το σώμα, και άρα το γεγονός έγινε με φαντασία και απάτη. Γι’ αυτό και ανεκάθισε ο νεκρός και λαλούσε, προς ικανήν απόδειξη της κοινής και καθολικής αναστάσεως των νεκρών.
Διότι αυτά είναι βέβαια και ασφαλή σημεία της Αναστάσεως. Πράγματι, σώμα άψυχον ούτε να καθίσει ούτε να ομιλήσει ημπορεί. Εν συνεχεία, τον έδωσε στην μητέρα του, προς μεγαλυτέραν απόδειξη και επιβεβαίωση του γεγονότος. Και επειδή το μεγάλο αυτό θαύμα ήταν τόσο παράδοξον, ώστε προξένησε φόβο και κατάπληξη σε όσους ευρέθησαν τότε εκεί, εδόξαζαν τον Θεόν λέγοντας ότι: «Προφήτης μέγας εγήγερται εν ημίν, και ότι επεσκέψατο ο Θεός τον λαόν αυτού». Δεν είχαν ακόμη σχηματίσει την αντίληψιν ότι ο Σωτήρ Χριστός είναι Θεός. Όμως ούτε αυτό ήταν μικρό, το να θεωρούν τον Κύριον ως μεγάλον Προφήτη και μεγαλύτερον από τους άλλους Προφήτες, και από αυτόν τον νομοδότη Μωυσή. Σιγά-σιγά προχωρώντας θα ανέβαιναν και σε υψηλοτέραν αντίληψη, και θα επίστευαν ότι είναι Θεός αληθινός.
Η φήμη του θαύματος διεδόθη τότε σε όλη την Ιουδαία και σε όλα τα περίχωρα. Γι’ αυτό ο Κύριος εδημιουργούσε πολλούς μάρτυρες του γεγονότος, ώστε οι φθονεροί Ιουδαίοι όσον και να θέλουν να τον διαβάλλουν και να κρύπτουν τα θαύματα, να μην ημπορούν. Πράγματι, τόσο πολύ επεξετάθη η φήμη της αναστάσεως του νεκρού και πέραν από τα περίχωρα της Ιουδαίας, ώστε έφθασε και μέχρι τα ώτα του Ιωάννου του Βαπτιστού, που εζούσε στην έρημο.
Τρεις αναστάσεις έγιναν από τους Προφήτες πριν από την παρουσία του Χριστού, και τέσσερις από τον ίδιο τον Χριστόν. Πρώτη ήταν η ανάστασις του υιού της Σαραφθίας, που ανέστησε ο Ηλίας. Δευτέρα του υιού της Σουμανίτιδος, η οποία έγινε από τον Ελισαίο. Και τρίτη αυτή που έκανε το νεκρό σώμα του Ελισαίου. Επειδή ο Ελισαίος έλαβε διπλό το χάρισμα μετά την ανάληψη του Ηλιού. Γι’ αυτό και μολονότι ήταν νεκρός, ανέστησε νεκρόν τον οποίον απέθεσαν επάνω στο σώμα του. Τετάρτη ανάστασις είναι του νέου για τον οποίον ομιλούμε, η πρώτη που έγινε από τον Χριστόν. Αλλά ο Χριστός δεν ανέστησε αυτόν τον νεκρόν όπως ο Ηλίας ή ο Ελισαίος, με προσευχήν ή παράκληση, αλλά εξουσιαστικώς. Πέμπτη ανάστασις είναι της θυγατέρας του Ιαείρου. Έκτη του Λαζάρου του τετραημέρου. Εβδόμη αυτή η οποία έγινε στο Πάθος του Χριστού, όταν «πολλά σώματα των κεκοιμημένων αγίων ανεστήθησαν». Αυτές τις ηκολούθησεν ογδόη, η Ανάστασις του Κυρίου. Αλλά τις μεν επτά τις διεδέχθη πάλιν ο θάνατος, η δε ογδόη έμεινε ανωτέρα από τον θάνατο. Διότι η ανάστασις των νεκρών, η οποία πρόκειται να γίνει κατά τον όγδοον αιώνα,
(σημείωση: ο γήινος χρόνος έχει σαν μέτρο τον αριθμό επτά.
Στην συντέλεια θα παύσει η μέτρησις αυτή, γι’ αυτό λέγεται ότι θα εισέλθωμε στον όγδοο και ατελεύτητον αιώνα) δεν θα διακοπεί πλέον από τον θάνατον, αλλά θα είναι ακατάλυτος και αιωνία.
Ας προσπαθήσωμε λοιπόν και εμείς αδελφοί, να ζωοποιήσωμε και να αναστήσωμε τις ψυχές μας, οι οποίες είναι νεκρωμένες από τις αμαρτίες. Ας προσέλθωμε, παρακαλώ, στον Κύριο, που ζωογονεί τους νεκρούς, ας προσπέσωμε και ας κλαύσωμε ενώπιόν του. Διότι τώρα έχουμε ανάγκην εξομολογήσεως, στην ζωήν αυτή. Τώρα χρειάζονται προσευχές, τώρα είναι καιρός δακρύων και στεναγμού και πένθους. Ας συντρίψωμε λοιπόν τις καρδιές μας επικαλούμενοι τον Δεσπότη. Διότι αυτός είναι η λύτρωσις της λύπης, η χαρά, η ελευθερία, η ζωή και η ανάστασις. Ας τον δοξάσωμε αδελφοί μου, όχι μόνο με το στόμα και τα χείλη, αλλά με καρδίαν καθαρά και με κάθε απάθειαν, με ζωήν όσον το δυνατόν καλλιτέραν, πολιτευόμενοι ακατακρίτως, επειδή έτσι δοξάζεται ο Θεός. «Όπως αν ίδωσι» λέγει «τα καλά έργα υμών, και δοξάσωσι τον Πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς». Όλα να τα κάνωμε προς δόξαν Θεού, και με καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην, ας αναφωνήσει ο καθένας μας προς αυτόν λέγοντας: «Ρύσαι, Κύριε, από ρομφαίας την ψυχήν μου, εκ χειρός κυνός την μονογενή μου».
Και ο Θεός θα εισακούσει, δεν θα απομακρύνει την βοηθειά του από εμάς ο άκακος Κύριος. Αλλά θα μας ελευθερώσει από κάθε οργήν και κινδύνου και στενοχωρίαν και θλίψη, θα μας λυτρώσει από κάθε τυραννίαν, επίθεση και βλάβη των ορατών και αοράτων εχθρών μας, και θα μας απαλλάξει από τον φοβερόν θάνατον της αμαρτίας και θα μας κάνει κοινωνούς της ουρανίου Βασιλείας. Διότι Αυτός είναι η Ανάστασις και ο Χριστός και Θεός μας, και σ’ Αυτόν προσφέρουμε την ευχαριστία, «συν τω Ανάρχω Αυτού Πατρί και τω Παναγίω και Αγαθοποιώ Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».

Ομιλία του Ιωάννου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως του Ξιφιλίνου, περί της αναστάσεως του υιού της χήρας.