ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Κυριακή, Απριλίου 26, 2020

O άπιστος Θωμάς-ΕΠΙΚΑΙΡΟ


«Ἐὰν μὴ ἴδω… οὐ μὴ πιστεύσω» ( Ιωαν. 20, 25). Αυτά είπε ο Θωμάς, ένας από τους δώδεκα μαθητές του Χριστού, μόλις άκουσε τα ευχάριστα νέα αυτών που είχαν δει το σταυρωμένο και θαμμένο Διδάσκαλό τους να ανασταίνεται «ἐκ τῶν νεκρῶν». Οκτώ μέρες αργότερα, όπως αναγράφεται στα ευαγγέλια, όταν οι μαθητές ξαναβρέθηκαν όλοι μαζί, ο Χριστός εμφανίστηκε και είπε στο Θωμά: «φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὦδε καὶ ἴδε τὰς χεῖρας μου,καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου,καὶ μὴ γίνου ἄπιστος ἀλλὰ πιστός». Ο Θωμάς αναφώνησε: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου!». Τότε ο Χριστός του είπε: «ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες» ( Ιωάν. 20, 24-31). Εκατομμύρια άνθρωποι σήμερα σκέφτονται και μιλούν όπως ο Θωμάς, και υποθέτουν πως αυτή είναι η μόνη προσέγγιση του θέματος που αξίζει σε κάθε σκεφτόμενο άνθρωπο. «Ἐὰν μὴ ἴδω… οὐ μὴ πιστεύσω». Δεν είναι αυτή η «επιστημονική προσέγγιση» στο σύγχρονο λόγο μας; Ο Χριστός μας λέει: «μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες». Αυτό σημαίνει πως υπήρχε και υπάρχει μια άλλη προσέγγιση, ένα άλλο πρότυπο,μια άλλη δυνατότητα. Σωστά, αλλά άλλοι θα έλεγαν πως η προσέγγιση αυτή είναι αφελής και παράλογη· δεν είναι επιστημονική· είναι για οπισθοδρομικούς ανθρώπους· και επειδή είμαι άνθρωπος του σύγχρονου κόσμου, «ἐὰν μὴ ἴδω… οὐ μὴ πιστεύσω».
Ζούμε σ’ έναν κόσμο μεγάλης υπεραπλούστευσης και συνεπώς πνευματικής φτώχειας. «Επιστημονική» ή «μη επιστημονική». Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν λόγια σαν αυτά όλες τις εποχές σαν να ήταν αυταπόδεικτα και προφανή, και τα χρησιμοποιούν επειδή όλοι τα χρησιμοποιούν, χωρίς σκέψη και συζήτηση. Στην πραγματικότητα οι ίδιοι πιστεύουν αυτές τις απλοποιήσεις τυφλά και απλοϊκά έτσι, ώστε κάθε άλλη προσέγγιση να μη φαίνεται ούτε σοβαρή, ούτε άξια προσοχής. Το ερώτημα είναι ήδη αποφασισμένο. Είναι όμως πράγματι αλήθεια; Μόλις είπα πως ζούμε σ’ έναν κόσμο μεγάλης πνευματικής φτώχειας. Πράγματι, αν το τελικό αποτέλεσμα της ατέρμονης ανάπτυξης της ανθρωπότητας συμπυκνωθεί σ’ αυτή τη δήλωση, «ἐὰν μὴ ἴδω… οὐ μὴ πιστεύσω», αν το ανθρώπινο γένος θεωρεί αυτή τη δήλωση ως το ύψος της σοφίας και ως τη μεγαλύτερη νίκη της λογικής, τότε ο κόσμος μας είναι αληθινά φτωχός, ρηχός, και πάνω απ’ όλα απίστευτα πληκτικός. Εάν γνωρίζω μόνο ό,τι βλέπω, αγγίζω, μετρώ και αναλύω, πόσο λίγα πράγματα στην πραγματικότητα γνωρίζω! Ολόκληρος ο κόσμος τότε του ανθρώπινου πνεύματος πέφτει έξω, μαζί με όλη τη διαίσθηση και τη βαθιά γνώση που απορρέει όχι από το «βλέπω» ή «αγγίζω» αλλά από το «σκέφτομαι», και ιδιαίτερα από το «στοχάζομαι-θεωρώ».
Αυτό που εκπίπτει είναι το πεδίο της γνώσης που για αιώνες ρίζωνε όχι στην εξωτερική, παρατηρήσιμη εμπειρία, αλλά σε μια άλλη ανθρώπινη ιδιότητα, σε μια καταπληκτική και ίσως ακατανόητη ικανότητα που ξεχωρίζει τους ανθρώπους από ο,τιδήποτε άλλο και τους κάνει αληθινά μοναδικούς. Τώρα ακόμη και τα ρομπότ, τα μηχανήματα και οι υπολογιστές μπορούν να αγγίξουν, να χειριστούν και να χρησιμοποιήσουν αντικείμενα· μπορούν να κάνουν ακριβείς μετρήσεις, ακόμη και προβλέψεις. Γνωρίζουμε πως στην πραγματικότητα εκτελούν καλύτερα από τους ανθρώπους μετρήσεις, συγκρίσεις, και κάνουν ακριβείς παρατηρήσεις άψογα· είναι ακριβέστερα, και «επιστημονικότερα». Εδώ όμως είναι κάτι που κανένα ρομπότ, υπό οποιαδήποτε συνθήκη, δε θα μπορούσε να ποτέ να κάνει: να γεμίσει από θαύμα, από δέος, να αισθανθεί, να κινηθεί από τρυφερότητα, να χαρεί, να δει ο,τιδήποτε δεν μπορεί να ιδωθεί με οποιαδήποτε μέτρηση ή ανάλυση. Κανένα ρομπότ δε θα ακούσει αυτούς τους άρρητους ήχους που γεννούν τη μουσική και την ποίηση· κανένα ρομπότ δε θα κλάψει ποτέ, ούτε θα δείξει εμπιστοσύνη. Δίχως όμως όλα αυτά ο κόσμος μας δε γίνεται άχρωμος, πληκτικός, θα έλεγα δε και αχρείαστος; Ω ναι, αεροπλάνα και διαστημόπλοια θα πετούν όλο και περισσότερο, όλο και ταχύτερα. Αλλά για πού και γιατί; Ναι, τα εργαστήρια θα εκτελούν τις αναλύσεις όλο και με περισσότερη ακρίβεια. Αλλά προς τι; Μου λένε «για το καλό της ανθρωπότητας». Καταλαβαίνω ότι αυτό σημαίνει πως μια μέρα θα έχουμε έναν υγιή, καλοθρεμμένο και ικανοποιημένο άνθρωπο, που θα είναι ολοκληρωτικά τυφλός, ολοκληρωτικά κουφός και χωρίς καμιά απολύτως συνείδηση για την τύφλα και την κωφότητά του…
«Ἐὰν μὴ ἴδω… οὐ μὴ πιστεύσω». Είναι σαφές λοιπόν πως η εκ παρατηρήσεως εμπειρία, τα εμπειρικά δεδομένα, δεν είναι παρά μια μορφή γνώσης, η πλέον στοιχειώδης, και γι’ αυτό κατώτερη. Η εμπειρική ανάλυση είναι χρήσιμη και αναγκαία, αλλά το να αναγάγουμε κάθε ανθρώπινη γνώση σ’ αυτό το επίπεδο είναι σαν να προσπαθούμε να κατανοήσουμε την ομορφιά ενός πίνακα με τη χημική ανάλυση του χρώματός του. Ό,τι αποκαλούμε πίστη βρίσκεται στο δεύτερο και ανώτερο επίπεδο της ανθρώπινης γνώσης, χωρίς την οποία μπορεί να ειπωθεί πως ο άνθρωπος δε θα μπορούσε να ζήσει ούτε μια μέρα. Ο κάθε άνθρωπος πιστεύει σε κάτι ή σε κάποιον, έτσι το μόνο ερώτημα είναι ποιανού πίστη, ποιανού όραμα, ποιανού γνώση του κόσμου ανταποκρίνεται ακριβέστερα και πιο ολοκληρωμένα στον πλούτο και την περιπλοκότητα της ζωής.
Μερικοί λένε πως η ανάσταση του Χριστού πρέπει να αποτελεί πλαστογραφία αφού οι νεκροί δεν ανίστανται. Αυτό αληθεύει, αν δεν υπάρχει Θεός. Αν όμως υπάρχει Θεός, τότε ο θάνατος πρέπει να συντριβεί, επειδή ο Θεός δεν είναι Θεός της φθοράς και του θανάτου. Άλλοι τότε θα πουν: αλλά δεν υπάρχει Θεός, επειδή κανείς δεν Τον είδε. Πώς όμως τότε υπολογίζεται η εμπειρία εκατομμυρίων ανθρώπων που χαρούμενα διαβεβαιώνουν πως Τον έχουν δει, όχι βέβαια με τα φυσικά τους μάτια, αλλά με μια βαθιά και ορισμένη εσωτερική όραση; Δύο χιλιάδες χρόνια πέρασαν, αλλά όταν η χαρούμενη διακήρυξη «Χριστός ἀνέστη!» πέφτει σαν από τον ουρανό, όλοι δίνουν την ίδια θριαμβευτική απάντηση, «Ἀληθῶς ἀνέστη!».
Είναι πράγματι αλήθεια πως δε βλέπεις ούτε ακούς; Είναι όντως αλήθεια πως στο βαθύτερο κομμάτι της συνείδησής σου, μακριά από κάθε ανάλυση, μέτρηση και ψηλάφηση, ούτε βλέπεις, ούτε αισθάνεσαι ένα άσβεστο, ακτινοβόλο φως, δεν ακούς τους ήχους μιας αιώνιας φωνής; «Ἐγὼ εἰμί ἡ ὁδός, ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή…»; Είναι όντως αλήθεια πως στο βάθος της ψυχής σου δεν αναγνωρίζεις το Χριστό μέσα μας, μέσα μου, να απαντά στον άπιστο Θωμά, «μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες»;
π. Αλέξανδρος Σμέμαν, Εορτολόγιο – Ετήσιος εκκλησιαστικός κύκλος, Ακρίτας, Αθήνα 2005

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ


Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Κυριακῇ δευτέρᾳ ἀπὸ τοῦ Πάσχα, τὰ ἐγκαίνια ἑορτάζομεν τῆς Χριστοῦ Ἀναστάσεως, καὶ τὴν τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου Θωμᾶ ψηλάφησιν.
Στίχοι

Εἰ νηδύος κλείς, ἢ τάφου μὴ κωλύει,
Σὴν Σῶτερ ὁρμὴν κλεὶς θυρῶν πῶς κωλύσει;

Συναξάριον
Οι Εβραίοι συνήθιζαν κάθε χρόνο να τελούν την εορτή των εγκαινίων. Τα εγκαίνια ήταν η ανάμνηση ορισμένων σπουδαίων και σημαντικών γεγονότων και τελούνταν κάθε χρόνο στην ίδια ακριβώς ημερομηνία μ’ εκείνη που συνέβησαν. Σκοπός των Εβραίων ήταν να μην ξεχνιούνται με το πέρασμα του χρόνου τέτοια επίσημα και μεγάλα γεγονότα. Η ενθύμησή τους μάλιστα γινόταν αφορμή διδασκαλίας και ωφελείας. Έτσι για πρώτη φορά έκαναν εγκαίνια στα Γάλγαλα. Εκεί γιόρτασαν τη διάβαση της Ερυθράς θαλάσσης, το πώς δηλαδή σώθηκαν απ’ τη μανία των Αιγυπτίων περνώντας εκείνη τη θάλασσα που άνοιξε δρόμο γι’ αυτούς με την επέμβαση του Θεού, και πως οι Αιγύπτιοι, όταν τους ακολούθησαν, καταποντίσθηκαν. Ακόμη γιόρταζαν επίσημα και με πολυτέλεια την κατασκευή της Σκηνής του Μαρτυρίου. Γιόρταζαν επίσης τη βασιλεία του Δαβίδ και πολλά άλλα, τα οποία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρουμε ένα-ένα.
Επειδή, λοιπόν, απ’ όλα τα πράγματα του βίου των ανθρώπων το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο, το οποίο ξεπερνά κάθε λογική και φαντασία ανθρώπου, είναι το θαύμα της Αναστάσεως του Κυρίου, γι’ αυτό το γιορτάζουμε κάθε χρόνο. Κι ακόμη το γιορτάζουμε και κάθε εβδομάδα (κάθε Κυριακή). Πρώτος όμως εγκαινισμός είναι η σημερινή Κυριακή, η οποία ονομάζεται πρώτη και ογδόη ημέρα. Ογδόη, γιατί είναι η ογδόη ημέρα από το Πάσχα. Λέγεται όμως και πρώτη, γιατί είναι η αρχή των υπολοίπων. Κι ακόμη λέγεται ογδόη εις τύπον της αιωνίου ζωής, της ατελεύτητου ημέρας της Βασιλείας του Θεού στο μέλλοντα αιώνα, όταν δε θα υπάρχει πλέον νύχτα για να διακόπτει την ημέρα. Αυτά, λοιπόν, ως προς τα εγκαίνια.
Τα σχετικά με την ψηλάφηση του Θωμά έχουν ως έξης: Όταν εμφανίσθηκε ο Χριστός στους Μαθητές Του κατά την ημέρα της Αναστάσεώς Του, δεν ήταν μαζί τους ο Θωμάς εξ αιτίας του φόβου των Ιουδαίων. Όταν μετά από λίγο επέστρεψε κι έμαθε τα σχετικά με την Ανάσταση του Κυρίου, δεν πίστεψε τίποτα απ’ όσα του είπαν οι άλλοι Μαθητές. Έστω κι αν ήταν ένας απ’ τους δώδεκα κι αυτός, αμφέβαλλε όχι μόνο για το ότι Τον είδαν, αλλά και γι’ αυτή καθ’ εαυτή την Ανάσταση. Ο Θεός όμως είναι εφευρετικός στις ευεργεσίες Του για τη σωτηρία μας. Έτσι, λοιπόν, για να κερδίσει στη σωτηρία τον ένα, το Θωμά, αλλά και χρησιμοποιώντας τη θεία Του οικονομία για την ωφέλεια περισσοτέρων, για να γίνει πιο βέβαιο το γεγονός της Αναστάσεως, έκανε το έξης: Άφησε να περάσουν οκτώ ήμερες, για να ανάψει μέσα στο Θωμά περισσότερο ο πόθος να δει το Χριστό, και μη βλέποντάς Τον να καταλήξει στο να μην πιστέψει τελικά αυτά που του έλεγαν. Αυτή η απιστία θα ήταν μετά το πιο δυνατό επιχείρημα για τη βεβαίωση της Αναστάσεως. Τότε, (μετά από οκτώ ημέρες), εμφανίζεται και πάλι ο Ιησούς. Οι πόρτες ήταν ερμητικά κλεισμένες, όπως πριν, για το φόβο των Ιουδαίων. Τώρα όμως ήταν παρών κι ο Θωμάς. Ο Κύριος τους χαιρέτησε με το συνηθισμένο χαιρετισμό της ειρήνης. Κι ύστερα απευθύνθηκε στο Θωμά και είπε: «Φέρε εδώ το δάκτυλό σου και έλεγξε τις πληγές των χεριών μου. Φέρε το χέρι σου και βάλτο στη λογχισμένη μου πλευρά και μην είσαι άπιστος, αλλά πιστός. Κι αυτά, επειδή θέλησες όχι μόνο να δεις με τα μάτια, αλλά ζήτησες και να ψηλαφήσεις με τα χέρια -με τα λόγια Του αυτά έδειξε ότι, όταν ο Θωμάς έλεγε αυτά, ο Κύριος ήταν παρών και τον άκουγε-. Βάλε, λοιπόν, το χέρι σου στην πλευρά μου». Αυτό φανερώνει, ότι η πληγή στην πλευρά Του ήταν αρκετά μεγάλη, ώστε να χωράει μέσα χέρι ανθρώπου! Ο Θωμάς έκανε όπως του είπε ο Χριστός: Ερεύνησε και με την αφή και βεβαιώθηκε και πίστεψε. (Ήταν παραχώρηση Θεού για την ασφάλεια της πίστεως να τα δει αυτά και να τα ψηλαφίσει, έστω κι αν το σώμα του Κυρίου ήταν θεωμένο και άφθαρτο). Τότε ο Θωμάς φώναξε: «(Είναι) ο Κύριος μου και ο Θεός μου». Το ένα ήταν για τη Σάρκα (την ανθρώπινη φύση) και το άλλο για τη Θεότητα. Κι ο Κύριος του απάντησε: «Εσύ με είδες και πίστεψες. Μακάριοι είναι αυτοί οι οποίοι πίστεψαν χωρίς να με δουν».
Ο Θωμάς έχει την επωνυμία Δίδυμος. Είχε την επωνυμία αυτή ή επειδή γεννήθηκε μαζί με κάποιον άλλον, ή γιατί δίστασε να πιστέψει στην Ανάσταση ή επειδή εκ φύσεως ήταν κολλημένα τα δυο δάχτυλα του χεριού του, ο μεσαίος δηλαδή και ο διπλανός του που ονομάζεται λιχανός. Ίσως θα μπορούσε να πει κανείς και επειδή δίσταζε να ψηλαφίσει μ’ αυτά τα δύο δάκτυλα. Άλλοι λένε, -κι αυτό μάλλον είναι το σωστότερο- ότι το όνομα Θωμάς στα Ελληνικά μεταφράζεται Δίδυμος. Αυτή η εμφάνιση του Χριστού ήταν η δεύτερη.
Η τρίτη εμφάνιση έγινε στη θάλασσα της Τιβεριάδας, όταν έπιασαν οι Μαθητές τα πολλά ψάρια, τότε που ο Χριστός έφαγε μαζί τους (και η τροφή εκείνη εξαφανίσθηκε από το πυρ της Θεότητος με τρόπο που μόνο ο Θεός γνωρίζει) κι έκανε έτσι πιο ζωντανή την παρουσία Του μετά την Ανάστασή Του. Έπειτα εμφανίσθηκε στους δύο μαθητές που πήγαιναν στην κώμη Εμμαούς. Πέμπτη φορά εμφανίσθηκε στη Γαλιλαία. Όπως φαίνεται απ’ τα ιερά Ευαγγελία φανερώθηκε ένδεκα φορές μέχρι την Ανάληψή Του. Έκανε πολλά και υπερφυσικά θαύματα ενώπιον των Μαθητών Του μετά την Ανάστασή Του, τα οποία δεν γίνονταν μπροστά σε άλλους. Οι Ευαγγελιστές, βέβαια, δεν τα έγραψαν όλα αυτά, γιατί δεν ήταν δυνατόν οι πολλοί που ζουν και συμφύρονται με τους ανθρώπους μέσα στον κόσμο να δεχθούν, ν’ ακούσουν και να πιστέψουν όλα αυτά τα υπερφυσικά σημεία, που ήταν πραγματικά πάνω από κάθε ανθρώπινη (κοσμική) αντίληψη.
Ταῖς τοῦ σοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Τῇ φιλοπράγμονι δεξιᾷ, τὴν ζωοπάροχόν σου πλευράν, ὁ Θωμᾶς ἐξηρεύνησε Χριστὲ ὁ Θεός· συγκεκλεισμένων γὰρ τῶν θυρῶν ὡς εἰσῆλθες, σὺν τοῖς λοιποῖς Ἀποστόλοις ἐβόα σοι· Κύριος ὑπάρχεις καὶ Θεός μου.
Ὁ Οἶκος
Τίς ἐφύλαξε τὴν τοῦ Μαθητοῦ παλάμην τότε ἀχώνευτον, ὅτε τῇ πυρίνῃ πλευρᾷ προσῆλθε τοῦ Κυρίου; τίς ἔδωκε ταύτῃ τόλμαν, καὶ ἴσχυσε ψηλαφῆσαι φλόγεον ὀστοῦν, πάντως ἡ ψηλαφηθεῖσα· εἰ μὴ γὰρ ἡ πλευρὰ δύναμιν ἐχορήγησε πηλίνῃ δεξιᾷ, πῶς εἶχε ψηλαφῆσαι παθήματα, σαλεύσαντα τὰ ἄνω καὶ τὰ κάτω; Αὕτη ἡ χάρις Θωμᾷ ἐδόθη, ταύτην ψηλαφῆσαι, Χριστῷ δὲ ἐκβοῆσαι· Κύριος ὑπάρχεις καὶ Θεός μου.

Σάββατο, Απριλίου 25, 2020

Κυριακή του Θωμά ή Καινή Κυριακή ή του Αντίπασχα


῞Οταν μπῆκε ὁ Χριστός στούς μαθητάς του, ἐνῶ οἱ πόρτες ἦσαν κλεισμένες καί βγῆκε πάλι μέ τόν ἴδιο τρόπο, ὁ Θωμᾶς ἔλειπε μονάχα. ῏Ηταν κι αὐτό ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας.ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ μαθητοῦ νά προξενήση περισσότερη ἀσφάλεια καί βεβαιότητα. Γιατί ἄν ἦταν μαζί ὁ Θωμᾶς, δέ θά εἶχε βέβαια ἀμφιβολία. κι ἄν δέν εἶχε ἀμφιβολία, δέν θά ζητοῦσε μ᾿ ἐπιμονή.καί ἄν δέν ζητοῦσε, δέ θά ψηλαφοῦσε.ἄν ὅμως δέν ψηλαφοῦσε, δέ θά ὡμολογοῦσε τόν Κύριο καί Θεό κι ἄν δέν ὡμολογοῦσε Κύριο καί Θεό, τό Χριστό, δέ θά εἴχαμε ἐμεῖς διδαχθῆ νά τόν δοξολογοῦμε μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο. ῞Ωστε μέ τήν ἀπιστία του ὁ Θωμᾶς μᾶς ποδηγέτησε πρός τήν ἀλήθεια καί ὅταν ἦρθε ὕστερα σταθεροποίησε τήν πίστη μας. ῎Ελεγαν λοιπόν οἱ μαθηταί στό Θωμᾶ ὅταν ἦρθε.
῎Εχουμε δεῖ τόν Κύριο, ἔχομε δεῖ αὐτόν πού εἶπε.ἐγώ εἶμαι τό φῶς τοῦ κόσμου.ἔχομε δεῖ αὐτόν πού εἶπε ἐγώ εἶμαι ἡ ἀνάσταση καί ἡ ζωή καί ἡ ἀλήθεια.καί βρήκαμε τήν ἀλήθεια τῶν λόγων νά λάμπη μέσα στά πράγματα. ῎Εχομε δεῖ αὐτόν πού εἶπε.σέ τρεῖς ἡμέρες σηκώνομαι, κι ἀφοῦ εἴδαμε μέ τά μάτια μας τήν ἀνάσταση προσκυνήσαμε αὐτόν πού ἀναστήθηκε. Τόν ἀκούσαμε νά μᾶς λέη “εἰρήνη σ᾿ ἐσᾶς”, κι ἀλλάξαμε τό σκοτισμό τῆς λύπης σέ γαλήνια χαρά.
Εἴδαμε τά χέρια του πού δέχτηκαν τίς αἰχμές τῶν καρφιῶν, εἴδαμε τά χέρια πού κατηγοροῦν τή λύσσα τῶν θεομάχων σκυλιῶν, εἴδαμε τά χέρια πού ὕφαναν τήν ἀφθαρσία μας. Εἴδαμε καί τήν πλευρά πού κραυγάζει καθαρώτερα ἀπό κάθε κήρυκα τήν καλωσύνη τοῦ πληγωμένου. Εἴδαμε τήν ἴδια τήν πλευρά, πού οἱ ἄγγελοι ὑμνοῦν καί οἱ πιστοί σέβονται καί οἱ δαίμονες τρέμουν. Δεχτήκαμε καί τή θεϊκή πνοή ἀπό τό θεϊκό στόμα του, φύσημα πνευματικό, φύσημα πού σκορπίζει κάθε χάρη. ῾Ο ἐξουσιαστής ἔδωσε καί σ᾿ ἐμᾶς ἐξουσία νά συγχωροῦμε τά σφάλματα. ᾿Αποκτήσαμε τό δικαίωμα νά κρίνωμε τούς ἁμαρτωλούς, ἀφοῦ μᾶς ἔδωσε τέτοια ἐντολή. ῎Αν ἀφήσετε τίς ἁμαρτίες μερικῶν, ἀφήνονται.ἄν μερικῶν τίς κρατήσετε, κρατοῦνται. Τέτοια βαθειά χαρά πήραμε ἀπ᾿ τό Σωτῆρα, τέτοια δῶρα ἀπολαύσαμε.
᾿Αδύνατο νά μήν πλουτίσωμε, ἀφοῦ μᾶς ἔτυχε τέτοιος Κύριος. ῎Εμεινε φτωχός μόνο αὐτός πού δέ βρέθηκε μαζί μας. Κι ὁ Θωμᾶς τί τούς εἶπε.“῎Εχετε δεῖ τόν Κύριο; Καλά. Αὐτόν πού εἴδατε λοιπόν νά τόν σέβεστε πιό πολύ. Αὐτόν πού παρατηρήσατε, νά τόν κηρύττετε ἀδιάκοπα. ᾿Εγώ ὅμως, ἄν δέ δῶ μέσα στίς παλάμες του τά ἴχνη τῶν καρφιῶν καί δέ βάλω τό δάχτυλό μου στό σημάδι ἀπ᾿ τά καρφιά καί δέ βάλω τό χέρι μου στήν πλευρά του, δέ θά πιστέψω.
Κι ἐσεῖς δέ θά πιστεύατε, ἄν δέν βλέπατε πρῶτα.ἔτσι κι ἐγώ ἄν δέν ἰδῶ δέ θά πιστέψω”. Μεῖνε, Θωμᾶ, σταθερός στόν πόθο σου αὐτόν, μεῖνε σταθερός μέ ἐπιμονή, γιά νά δῆς ἐσύ καί νά βεβαιωθῆ ἡ ψυχή μου. Μεῖνε σταθερός, ζητώντας αὐτόν πού εἶπε, “Ζητᾶτε καί θά βρῆτε”. Μήν προσπεράσης ἁπλῶς, ἐρευνῶντας, ἄν δέν εὕρης τό θησαυρό πού ζητᾶς, χτύπα μ᾿ ἐπιμονή τήν πόρτα τῆς ἀναντίρρητης γνώσης, ὥσπου νά σοῦ τήν ἀνοίξη αὐτός πού εἶπε “χτυπᾶτε καί θά σᾶς ἀνοίξω”. ᾿Αγαπῶ τό διχασμό τῶν λογισμῶν σου, γιατί κόβει κάθε διχασμό. ᾿Αγαπῶ τή φιλομάθειά σου, γιατί κόβει σύρριζα κάθε φιλονεικία. Μέ χαρά ἀκούω πολλές φορές τά λόγια σου: “ἄν δέ δῶ στά χέρια του τό σημάδι ἀπ᾿ τά καρφιά, δέ θά πιστέψω”. Γιατί σύ ἀπιστεῖς κι ἐγώ μαθαίνω νά πιστεύω. ᾿Εσύ σκάβεις μέ τό δικέλλι τῆς γλώσσας τό θεῖο σῶμα, κι ἐγώ θερίζω ἄκοπα τόν καρπό καί τόν μαζεύω γιά μένα.
 ῎Αν δέν ἰδῶ μ᾿ αὐτά μου τά μάτια μέσα στ᾿ ἅγια του χέρια, τ᾿ αὐλάκια πού σάν μέ ἀλέτρι χάραξαν οἱ ἀσεβεῖς, μέ κανένα τρόπο δέ θά συμφωνήσω μέ τά λόγια σας. ῎Αν δέ βάλω αὐτό μου τό δάχτυλο στίς λακοῦβες τῶν καρφιῶν, δέ θά δεχτῶ τό καλό μήνυμά σας. ῎Αν δέν κρατήσω μ᾿ αὐτό μου τό χέρι τήν πλευρά ἐκείνη, πού ἀνύποπτη μαρτυρεῖ τήν ἀνάσταση, δέν μπορῶ νά πιστέψω τή γνώμη σας. Γιατί κάθε λόγος εἶναι ἰσχυρός καί βέβαιος, ἄν δεχτῆ τή συνηγορία ὅλων τῶν πραγμάτων. Καί κάθε λόγος πού δέν ἔχει τή μαρτυρία τῶν ἔργων εἶναι χωρίς σημασία καί ἀπό τό στόμα στόν ἀέρα χάνεται. Θά κηρύξω στούς ἀνθρώπους τά θαύματα τοῦ Δασκάλου. Πῶς λοιπόν μέ τά λόγια νά πῶ αὐτά πού δέν ἀντιλήφθηκα μέ τά μάτια μου; Πῶς θά κάνω τούς ἄπιστους νά πιστέψουν, αὐτά πού μήτε ἐγώ δέν τἄχω παρακολουθήσει; Νά πῶ στούς ᾿Ιουδαίους καί στούς ῞Ελληνες ὅτι ἔχω δεῖ τόν Κύριό μου νά τόν σταυρώνουν. Δέν τόν εἶδα ὅμως νά ἔχει ἀναστηθῆ ἀλλά μόνο ἄκουσα. Καί ποιός δέν θά περιπαίξη τά λόγια μου; Ποιός δέ θά δείξη περιφρόνηση στό κήρυγμά μου; ῎Αλλο πρᾶγμα εἶναι ν᾿ ἀκούσης κάτι καί ἄλλο νά τό δῆς, ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἀφήγηση λόγων κι ἄλλο ἡ θέα καί ἡ ἐμπειρία τῶν πραγμάτων.
῎Ετσι ἐπειδή ὁ Θωμᾶς εἶχε ἀμφίβολη γνώση, σέ ὀχτώ μέρες ὁ Δεσπότης ξαναῆρθε πάλι στούς μαθητάς του πού ἦταν συγκεντρωμένοι ὅλοι μαζί. ῎Αφησε πρῶτα νά κατηχηθῆ ὁ Θωμᾶς ἀπό τούς συμμαθητάς του στίς ἐνδιάμεσες μέρες. Παραχώρησε νά φλογιστῆ ἀπό τή δίψα νά τόν ἀντικρύση.κι ὅταν ἡ ψυχή του ἄναψε ἀπό τόν σφοδρό πόθο τῆς θέας του, τότε στήν ὥρα πάνω ὁ ποθητός βρῆκε αὐτόν, πού τόν ποθοῦσε. ῞Ομοια, ὅπως καί πρῶτα, μέ κλεισμένες τίς πόρτες τό ἔκανε αὐτό καί ξανά, ὅπως καί πρῶτα, τούς εἶπε.“εἰρήνη σ᾿ ἐσᾶς”, γιά νά ταυτιστῆ τό πρᾶγμα μέ τό θαῦμα καί γιά νά βεβαιώση τό λόγο τῶν ἀποστόλων καί γιά νά παραστήση τήν ἀκρίβεια τοῦ δεύτερου ἐρχομοῦ του. ῎Επειτα εἶπε στό Θωμᾶ. Βάλε τό δάχτυλό σου ἐδῶ καί ἰδές τά χέρια μου.
Τί ὕψος ἀπέραντης φιλανθρωπίας! Τί πέλαγος ἀμέτρητης συγκαταβάσεως! Δέν περίμενε τήν προσέλευση τοῦ μαθητοῦ, δέν περίμενε νά πλησιάση αὐτός πού εἶχε ἀνάγκη, νά παρακαλέση καί νά ἐπιτύχη ὅ,τι ἤθελε. Μήτε γιά λίγο δέν τόν στέρησε ἀπό τήν ἐπιθυμία, ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ ἀγαπημένος αὐτόν πού τόν ἀγαποῦσε μέ τή βία τραβοῦσε κοντά του, ὁ ἴδιος ἔσυρε στήν πληγή τό δάχτυλο ἐκείνου πού εἶχε τόν πόθο, ὁ ἴδιος μέ τή δεσποτική γλῶσσα του, τράβηξε τό δουλικό χέρι λέγοντας σ᾿ αὐτόν. Βάλε τό δάχτυλό σου ἐδῶ καί ἰδές τά χέρια μου. ῎Ακουσα, Θωμᾶ, ἀπών σάν ἄνθρωπος ἀλλά παρών σάν Θεός, ὅ,τι εἶπες στούς ἀδελφούς σου.
῎Ημουν κοντά σας μέ τή θεϊκότητά μου καί χώρια σας μέ τήν ἀνθρωπίνη φύση μου. Θέλεις νά σοῦ ὑπενθυμίσω τά λόγια πού εἶπες προηγούμενα; Δέν εἶπες, ἄν δέ δῶ μέσα στά χέρια του τά σημάδια τῶν καρφιῶν καί δέ βάλω τό δάχτυλό μου στά σημάδια τῶν καρφιῶν καί δέ βάλω τό χέρι μου στήν πλευρά του, δέ θά πιστέψω; Δέ βγῆκαν ἀπό τά χείλη σου τά λόγια αὐτά; Τά λόγια αὐτά δέ ἀνταποκρίνονται στούς λογισμούς σου; Γι᾿ αὐτό ξαναῆλθα.γιά νά μήν ἀμφιβάλλης. Γι᾿ αὐτό εἶμαι κοντά σας δεύτερη φορά, γι᾿ αὐτά πού ἐπιθυμεῖς ἔχω φτάσει καί τώρα ἦρθα γιά σένα, τόν ἕνα, ἐγώ πού γιά τό χαμένο πρόβατο κατέβηκα ἀπό τούς οὐρανούς χωρίς ἐν τούτοις νά τούς ἀφήσω.
Μή διστάσης λοιπόν νά μάθης ὅ,τι ποθεῖς, μήν ντρέπεσαι νά κοιτάξης καλά ὅ,τι θέλεις. Μήν ἀποφύγης νά βάλης τό δάχτυλό σου στά ἴδια τά χέρια μου. ᾿Ανέχομαι καί τά περίεργα δάχτυλα, ὅπως ἀνέχτηκα τά καρφιά. ῾Υπομένω τήν περιέργεια τοῦ φίλου, ὅπως ὑπόμεινα τήν κακία τῶν ἐχθρῶν. Μέ σταύρωσαν οἱ ἐχθροί μου καί δέν ἀγανάκτησα καί δέ θά ὑποφέρω τήν δική σου ἐξέταση; Βάλε τό δάχτυλό σου ἐδῶ καί ἰδές τά χέρια μου, πού τραυματίστηκαν γιά σᾶς, γιά νά θεραπεύουν τά χτυπήματα τῶν δικῶν σας ψυχῶν. ᾿Ιδές τά χέρια μου καί συλλογίσου ἄν εἶμαι ἐκεῖνος πού θεληματικά σταυρώθηκε ἤ κάποιος ἄλλος. ᾿Ιδές τά χέρια μου, πού ἄφησα νά διατηροῦν τά σύμβολα τῆς ῾Εβραϊκῆς μανίας κι ὅταν μέ τή συνηθισμένη ἀναίδειά τους μοῦ ποῦν οἱ ῾Εβραῖοι κατά τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως ὅτι ἐμεῖς Κύριε, δέ σέ σταυρώσαμε, τότε θά δείξω σ᾿ αὐτούς πού μέ πολέμησαν, τά χέρια μου μ᾿ αὐτή τή μορφή καί θά ντροπιάσω τούς ῾Εβραίους μόλις τ᾿ ἀντικρύσουν. ᾿Ιδές τά χέρια μου, καί τό ἀληθινό γεγονός τῆς ἀναστάσεως μου μή νομίσης πώς εἶναι μιά φαντασία.
Κράτησε αὐτά τά χέρια, σάν ὁμήρους γιά τόν ξαναγεννημό σας. Κράτησε αὐτά τά χέρια, σάν ἐνέχυρα γιά τήν ἀνάστασή σας μέσα ἀπό τόν τάφο. Κράτησε αὐτά τά χέρια, σάν ἄγκυρα πού ἔπεσε στό βυθό τοῦ ῞Αδη. Καμμιά χειμωνιά τῆς ζωῆς μή φοβηθῆς, καμμιά ζάλη τοῦ κόσμου ἄς μή σέ ζαλίση. Μή φοβηθῆς τό φύσημα τῶν ἀντιθέτων ἀνέμων, ἄς μή σέ ἀνησυχήσουν οἱ καταιγίδες κι οἱ σκόπελοι τῆς θάλασσας τῶν ἐχθρῶν. Πέρνα μέ θάρρος τό πέλαγος τῆς ζωῆς, ταξίδευε κρατῶντας τήν ἄγκυρα τοῦ πνεύματος, ταξίδευε ἔχοντας μπροστά σου σάν λιμάνι τόν οὐρανό.
Ταξίδευε καί νά φοβᾶσαι μόνο τῆς ἀρνήσεώς μου τό ναυάγιο. Περιγέλα τό θάνατο σά νεκρό, περίπαιζε τή φθορά σάν ἀνίσχυρη. ᾿Αποδέχου γιά χάρη μου τό τέλος τῆς ζωῆς σάν ἀρχή μιᾶς πιό ἐσωτερικῆς ζωῆς καί φέρε τό χέρι σου καί βάλτο στήν πλευρά μου. ῎Αντλησε μέ τό χέρι σου ἀπό τή βρύση αὐτή τῆς ζωῆς τό νᾶμα πού ποθεῖς, τή δίψα σου ἀνακούφισε.
Φέρε τό χέρι σου καί βάλτο στήν πλευρά μου. Βάλε τό χέρι στό ἰατρεῖο τῆς πλάσης καί βγάλε τό φάρμακο τῆς ἐπιθυμίας σου. Δέχομαι ἄγγιγμα χεριοῦ πού μ᾿ ἀγαπᾶ. ‘Εγώ πού δέχτηκα τήν πληγή τῆς λόγχης. Φέρε τό χέρι σου καί βάλτο στήν πλευρά μου, γιά νά μπορεῖς ν᾿ ἀγωνίζεσαι γι᾿ αὐτήν, γιά νά μπορεῖς ν᾿ ἀποκριθῆς σ᾿ αὐτούς πού πολεμοῦν τήν ἀλήθεια, ὅτι μέ εἶδες μετά τήν ᾿Ανάσταση καί μ᾿ ἀναγνώρισες καί μέ ψηλάφησες προσεκτικά. Φέρε τό χέρι σου καί βάλτο στήν πλευρά μου. Γιά σένα τήν ἄφησα ἔτσι ἐγώ πού θεράπευσα τά σώματα καί τίς ψυχές τῶν ἄλλων. Πρόβλεψα σάν Θεός ὅτι θά θελήσης νά τή δῆς ἔτσι καί βλέποντας τ᾿ ἀχνάρια τοῦ πάθους στήν σάρκα μου θέλησα νά θεραπεύσης τό πάθος τῆς ψυχῆς σου. Φέρε τό χέρι σου, καί βάλτο στήν πλευρά μου πού τή φύλαξα ἔτσι μέ κάποιο σκοπό.
῞Οταν γυρίσω πάλι ἀπό τούς οὐρανούς καί καθίσω σέ θρόνο κριτής ζωντανῶν καί νεκρῶν νά ἰδοῦν οἱ ῾Εβραῖοι κατάματα τά ἔργα τῆς κακίας τους καί μόνοι τους ν᾿ αὐτοδικαστοῦν – καί μή φανῆς ἄπιστος ἀλλά πιστός. Κακό ἡ ἀπιστία, κάνει τόν νοῦ νά βουλιάξη. ῾Η πίστη τόν ἀναρπάζει στόν οὐρανό. ῾Η ἀπιστία τυφλώνει τήν ψυχή.ἡ πίστη σκορπᾶ τό φῶς της στούς λογισμούς. Ἡ πίστη καί τά ἀόρατα κατακάθαρα βλέπει, ὁ ἄπιστος εἶναι σ᾿ ἄγνοια ὁλοκληρωτική. Μή γίνης ἄπιστος ἀλλά πιστός. Παραμέρισε τό νέφος τῆς ἀπιστίας καί κοίταξε τίς καθαρές ἀκτῖνες τῆς πίστης. Γίνου μέσα σέ ὅλους ἄξιος ἀπόστολος τῆς θεότητάς μου. Γίνου τέτοιος ὅπως πρέπει νά εἶναι αὐτός πού μέ συνάντησε καί εἶδε τέτοια ὅπως ἐσύ. ῞Ομοια μέ τούς ἄλλους ἀποστόλους σέ κάλεσα, ὅμοια μ᾿ αὐτούς σέ τίμησα, ὅμοια μ᾿ αὐτούς ὁπλίσου.
 ῞Ομοια μ᾿ αὐτούς εἶδες ὅ,τι εἶδαν, ὅμοια μ᾿ αὐτούς σοῦ ἐμπιστεύθηκα σά φίλο, ὅλο μου τό μυστήριο, ὅμοια μ᾿ αὐτούς κήρυξε τή δύναμή μου. Μήν πῆς πάλι, ἀφοῦ μέ εἶδες μιά φορά.῎Αν δέ δῶ πάλι στά χέρια του τά σημάδια τῶν καρφιῶν δέ θά πιστέψω. ῞Οσο εἶμαι μαζί σας ἄφησε ἐλεύθερη , ὅπως θέλεις, τήν περιέργειά σου. ῞Οσο ἔχεις δίπλα σου τό οὐράνιο κλῆμα ὅλα τά κλαδιά καί τά σταφύλια του ἐρεύνησε. Θ᾿ ἀνεβῶ στούς οὐρανούς, ἀπ᾿ ὅπου ἦρθα στή γῆ, θ᾿ ἀνεβῶ, ὅπου εἶμαι. Θ᾿ ἀνεβῶ μέ τήν ἀνθρωπίνη φύση μου ἐκεῖ ἀπ᾿ ὅπου γιά χάρη σας κατέβηκα μέ τή θεία μου φύση. Θ᾿ ἀνεβῶ μ᾿ αὐτό μου τό σῶμα, ἄν καί χωρίς αὐτό ἦρθα ἀπό κεῖ κι ἔμεινα ἐκεῖ πέρα. Θ᾿ ἀνεβῶ στούς κόλπους τούς πατρικούς μέ τή δική σας φύση, ἄν καί εἶμαι στούς κόλπους τοῦ πατέρα. Τελείωσα τό ἔργο μου γιά χάρη του ἔκανα αὐτή τήν πορεία.
᾿Αφοῦ ἄγγιξε λοιπόν ὁ Θωμᾶς τά χέρια τοῦ Κυρίου καί τή θεία πλευρά γέμισε ἀπό δειλία καί ἀπό χαρά μαζί βλέποντας αὐτά πού ἐπιθύμησε καί ἀμέσως ξεσπᾶ σέ ὕμνο τοῦ Κυρίου κραυγάζοντας. Κύριέ μου καί Θεέ μου. Σύ εἶσαι ὁ Κύριος καί ὁ Θεός. Σύ εἶσαι ὁ ἄνθρωπος καί ὁ φιλάνθρωπος. Σύ εἶσαι ξενόφερτος καί παράξενος γιατρός τῆς πλάσης. Δέν κόβεις μέ τό νυστέρι τ᾿ ἄρρωστα μέλη, δέν καῖς μέ τή φωτά τίς πληγές, δέν μαζεύεις ἀπ᾿ τά βοτάνια τήν δύναμη τῶν φαρμάκων σου, δέ δένεις μέ ὁρατούς ἐπιδέσμους τίς πληγές πού μᾶς ἀφανίζουν. Διαθέτεις ἀόρατους ἐπιδέσμους ἀγάπης, πού ἀόρατα τονώνουν τά καταπονημένα μέλη. ῎Εχεις λόγο πού εἶναι πιό κοφτερός ἀπό τό μαχαίρι. Ἔχεις λόγο πιό δυνατό ἀπ᾿ τή φωτιά. Ἔχεις βλέμμα ἀπ᾿ τό φάρμακο πιό ἁπαλό. Σάν δημιουργός ἁγιάζεις χωρίς κόπο τό δημιούργημά σου, σάν πλάστης χωρίς νά κουραστῆς μεταπλάθεις τά πλάσματά σου. Σύ κατά τό θέλημά σου τούς λεπρούς καθάρισες, τούς κουτσούς τούς ἔκανες νά τρέχουν, τούς παράλυτους νά σηκώνουν τά κρεβάτια τους, τούς γεννημένους τυφλούς τούς προστάζεις νά πετάξουν μέ νίψιμο τό σκοτάδι. ᾿Εξώρισες τούς δαίμονες ἀπ᾿ τά δημιουργήματά σου, μέ θέλημά σου πιάστηκες ἀπ᾿ τούς ἐχθρούς καί ἀπ᾿ τούς ῾Εβραίους, τά πάντα δέχτηκες γιά μένα στό σῶμα σου.
῏Ω Κύριε καί Θεέ μου. ᾿Αναγνώρισα τόν Κύριό μου, ἀναγνώρισα τόν ἁλιέα καί φύλακά μου, ἀναγνώρισα τό βασιλιά καί Κύριό μου. ῏Ω Κύριέ μου καί Θεέ μου. Πιστεύω Κύριε στήν οἰκονομία σου, πιστεύω στήν συγκατάβασή σου, πιστεύω στήν ἀνάληψη ἀπό μέρους σου τῆς φροντίδας μου, πιστεύω στόν προσκυνητό σου σταυρό, πιστεύω στά παθήματα τῆς σάρκας σου, πιστεύω στόν τριήμερο θάνατό σου, πιστεύω στήν ἀνάστασή σου. Λοιπόν δέν ἔχω πιά περιέργεια. Πιστεύω, δέν κάνω πιά ἔλεγχο.πιστεύω, δέν στήνω πιά τή ζυγαριά τοῦ νοῦ. Πιστεύω, δέν ἔχω πιά περιέργεια. Πιστεύω στά μάτια μου καί στά χέρια μου. Μέ δίδαξαν αὐτά πού εἶδα νά μήν κάνω ἔλεγχο. Ψηλάφησα κι ἔμαθα νά προσκυνῶ ὄχι νά φιλονικῶ. ῞Ενα Κύριο καί Θεό γνωρίζω, τόν Κύριό μου Χριστό. ῎Ας εἶναι δεδοξασμένος καί δυνατός στούς αἰῶνες. ᾿Αμήν.

ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΘΩΜΑ

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Τρίτη, Απριλίου 21, 2020

Πρὸς Ἐμμαούς - Fr. Lev Gillet


«…Καὶ ἰδοὺ δύο ἐξ αὐτῶν ἦσαν πορευόμενοι ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ εἰς κώμην ἀπέχουσαν σταδίους ἑξήκοντα ἀπὸ ῾Ιερουσαλήμ, ᾗ ὄνομα ᾿Εμμαούς … Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὁμιλεῖν αὐτοὺς καὶ συζητεῖν καὶ αὐτὸς ὁ ᾿Ιησοῦς ἐγγίσας συνεπορεύετο αὐτοῖς…» (Λουκ. κδ΄, 13-15)
Ἀξίζει πράγματι νὰ μελετήσουμε, νὰ ἐξετάσουμε καλύτερα τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς πλησίασε τὸν Κλεόπα καὶ τὸν ἄλλο μαθητὴ καθ’ ὁδὸν πρὸς Ἐμμαούς.
Τὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια περιγράφουν πολλοὺς τρόπους, μὲ τοὺς ὁποίους πλησίαζε ὁ Χριστὸς τοὺς ἀνθρώπους, ἢ οἱ ἄνθρωποι ἔσπευδαν νὰ πλησιάσουν τὸν Χριστό. Κάποιες φορές, οἱ ἄνθρωποι πηγαίνουν πρὸς τὸν Χριστό. Κάποιες ἄλλες, ὁ Χριστὸς πηγαίνει πρὸς τοὺς ἀνθρώπους· τοὺς πλησιάζει κατὰ πρόσωπο, ἄμεσα. Ἄλλοτε, ὁ Χριστὸς προχωρεῖ μὲ δική του πρωτοβουλία, εἰσέρχεται, παρεμβάλλεται στὸ δρόμο τους, στὴν πορεία τῆς ζωῆς τους, καὶ τοὺς περιμένει. Ἔτσι ὁ Ἰησοῦς, καθήμενος «ἐπὶ τοῦ φρέατος τοῦ Ἰακὼβ» προσκαρτεροῦσε, ἀνέμενε τὴν Σαμαρείτιδα νὰ ἔλθει.
Στὴ περίπτωση τῶν μαθητῶν, ποὺ «ἐπορεύοντο εἰς Ἐμμαούς», ἡ προσέγγιση εἶναι διαφορετική. Ἡ περικοπὴ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου δίνει τὴν ἐντύπωση ὅτι ὁ Κύριος δὲν ἦλθε νὰ τοὺς πλησιάση κατὰ πρόσωπο, ἐμπρός τους· ὅτι δὲν βάδιζε πρός ἀντίθετη κατεύθυνση, ὥστε νὰ ἔλθη πρὸς συνάντησή τους. Ἔτσι, οἱ μαθητές δὲν τὸν εἶδαν νὰ ἔρχεται πρὸς αὐτοὺς ἀπὸ κάποια ἀπόσταση. Φαίνεται σαφῶς ὅτι ὁ Χριστός, βαδίζοντας πίσω τους σέ κάποια ἀπόσταση, τελικά ἐπετάχυνε τὸ βῆμα του καὶ τοὺς πλησίασε. Ἀρχικά, βάδιζε δίχως νὰ ἀντιληφθοῦν οἱ μαθητές ὅτι τοὺς συνώδευε, ἕως ὅτου τοὺς πλησίασε τόσο, ὅσο νὰ ἀκούει τὸν ἦχο τῆς συνομιλίας τους. Τέλος, τοὺς πρόφθασε καί, φθάνοντας στό πλευρό τους, ἔλαβε εὐθὺς μέρος στὸ διάλογο, στὴ συζήτηση ποὺ εἶχαν.
Ἡ προσέγγισή Του δὲν ἦταν μόνο τοπική, ἀλλὰ καὶ πνευματική. Ὅπως τοὺς πλησίαζε, ὁ Ἰησοῦς ἀντελήφθη ὅτι ἦσαν «σκυθρωποί», θλιμμένοι δηλαδὴ καὶ στενοχωρημένοι. Νομίζω ὅτι, τὶς περισσότερες φορές, ὁ Χριστὸς πλησιάζει ὄχι τόσο τὰ σώματα ἀλλὰ τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων· καὶ τὶς πλησιάζει μὲ ἕνα τρόπο ἀνάλογο ἐκείνου, ποὺ πλησίασε τοὺς μαθητές κατὰ τὴν πορεία τους πρὸς Ἐμμαούς.
Κάποιοι ἄνθρωποι συναντοῦν τὸν Ἰησοῦν «κατὰ πρόσωπον»· Τὸν γνωρίζουν λίγο ἕως πολύ· γνωρίζουν πῶς νὰ ἀπευθυνθοῦν πρὸς Αὐτόν, καὶ ἔχουν μάθει νὰ ἀντιλαμβάνωνται πότε Ἐκεῖνος ἀπευθύνεται πρὸς αὐτούς. Ὅμως σήμερα, γιὰ τὸν περισσότερο κόσμο, ὁ Χριστὸς εἶναι ἕνας ἄγνωστος. Ἔτσι, ὡς ἕνας ἄγνωστος λοιπόν, τοὺς πλησιάζει προφθάνοντάς τους καθ’ ὁδόν, ὅπως καὶ τοὺς μαθητές πρὸς Ἐμμαούς. Τοὺς πλησιάζει μὲ τέτοιο τρόπο, ὡς νὰ εἶναι κάποιος ἄγνωστος σʼ αὐτούς, ἀλλὰ ἄγνωστος συγγενής τους.
Συνήθως, σκεπτόμαστε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, δίχως νὰ ἔχουμε τὴν παραμικρή πρόθεση νὰ ἀναμείξουμε τὸν Χριστὸ στοὺς συλλογισμούς μας. Καὶ νά, ποὺ ὁ Χριστὸς παρεμβάλλεται στὴ σκέψη μας χωρὶς νὰ τὸ παρατηρήσουμε. Εἰσχωρεῖ στὸ νῆμα τῶν συλλογισμῶν μας, στὰ κύματα τῶν συναισθημάτων μας. Δὲν γνωρίζουμε πῶς βρέθηκε ἐκεῖ, ἀλλὰ λίγο – λίγο συνειδητοποιοῦμε ὅτι ἕνας καινούριος παράγοντας συμμετέχει στὴ δραστηριότητα τῆς ψυχῆς μας, τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου. Εἴτε γνωρίζουμε εἴτε δὲν γνωρίζουμε πῶς λέγεται ὁ παράγοντας αὐτός, μᾶς ἐπιβάλλεται· ἀκόμη καὶ ἂν ἀρνούμαστε νὰ δεχθοῦμε ὅσα μᾶς ὑποβάλλει, δὲν μποροῦμε νὰ μὴ τὸν ὑπολογίσουμε.
Μία σκέψη ἢ μία αἴσθηση, ὁποὺ ὁ Χριστὸς μᾶς ἐμπνέει, ἀνοίγουν νέες προοπτικές. Οἱ μαθητές πρὸς Ἐμμαοὺς ἦσαν σκυθρωποὶ καὶ τεθλιμμένοι, ὅση ὥρα βρίσκονταν ἀπορροφημένοι στὶς σκέψεις καὶ τοὺς συλλογισμούς τους. Ὅμως, ὅταν ὁ Κύριος βρέθηκε μεταξύ τους καὶ ἄρχισε τὴν ἑρμηνεία τῶν Γραφῶν, ὅλα ἔγιναν φωτεινά, ὅλα τὰ προβλήματα λύθηκαν, ὅλα εἰρήνευσαν. Ἐκεῖνοι, ὁποὺ προηγουμένως συζητοῦσαν καὶ ἐπιχειρηματολογοῦσαν ἀτέρμονα, ἔπαυσαν τώρα. Ὅλες οἱ περιπλοκὲς λύθηκαν, ὅλοι οἱ λαβύρινθοι βρῆκαν διέξοδο, ἐμπρὸς στὴν ἤρεμη βεβαιότητα, τὴν ὁποίαν παρέχει ὁ μόνος διδάσκαλος, ὁ Ἰησοῦς Χριστός.
Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ ἐμᾶς. Ὅλοι, κάποιες στιγμές, εἴμαστε προσκυνητές πρὸς Ἐμμαούς, βαδίζοντας μέσα στὸ πνευματικὸ σκοτάδι τῆς νύκτας, ὁποὺ ἄρχισε νὰ πέφτει, μὲ τὶς ἀμφιβολίες μας, τὰ ἄγχη μας, τὶς ἀγωνίες μας, τὶς ἀντιζηλίες μας, τὶς διεκδικήσεις μας, τὴ νοησιαρχία μας, τὶς καχυποψίες μας, τὶς ἐσωτερικὲς καὶ ἐξωτερικές μας συγκρούσεις. Ὅμως κάποιος, ποὺ μᾶς παρακολουθεῖ στὴν πορεία τῆς ζωῆς μας, τρέχει, μᾶς προφθάνει, καὶ «συνεμπαίνει» στὶς σκέψεις καὶ τὰ συναισθήματά μας. Καὶ τότε, μία μεγάλη διαύγεια, μία μεγάλη σαφήνεια καὶ καθαρότητα εἰσβάλλει στὸ νοῦ καὶ στὴ σκέψη μας· μία μεγάλη ἡσυχία κυριαρχεῖ στὴν ψυχή μας. Δὲν γνωρίζουμε ἴσως τὴν ὑπέρτατη ζωντανὴ παρουσία Ἐκείνου, ποὺ διεβεβαίωσε ὅτι Αὐτὸς εἶναι ἡ Ἀνάστασις, ἀλλά, ὅπως καὶ οἱ μαθητές πρὸς Ἐμμαούς, οἱ ὁποῖοι πίεζαν τὸν Κύριο νὰ μὴ φύγει, ἀλλὰ νὰ μείνει μαζί τους, ἡ ψυχή μας ὁλόκληρη κραυγάζει πρὸς τὸν ἄγνωστο αὐτὸν Παντοδύναμο: «Μεῖνον μεθ’ ἡμῶν»…

Δευτέρα, Απριλίου 20, 2020

Θεοφάνους του Κεραμέως, Ομιλία εις το Β΄Εωθινόν Ευαγγέλιον


Η επίσκεψη των Μυροφόρων στον Τάφο (Μάρκ. ις’ 2-4)
Όταν πλέον πέρασε η λύπη του Σαββάτου και ενεργήθηκε το μυστήριο της αναστάσεως και ο Ήλιος της δικαιοσύνης σαν από κάποιο ορίζοντα ανέτειλε, τότε η τριάδα των ιερών γυναικών που μετέφεραν τα αρώματα έφθασε στο ζωηφόρο μνήμα. «Και πολύ πρωί, την πρώτη ημέρα της εβδομάδας, έρχονται στο μνήμα, μόλις ανέτειλε ο ήλιος». Γιατί η Εύα, επειδή απατήθηκε κατά το δειλινό, εξορίζεται από τον τόπο της απολαύσεως (παράδεισο). Αντίθετα όμως, οι απόγονοί της σπεύδουν πολύ πρωί να μάθουν την αποκατάσταση της πρώτης μητέρας του ανθρώπινου γένους (Εύας), που έγινε μέσω της αναστάσεως.
Σπεύδουν λοιπόν, καθώς ανέτειλε ο ήλιος. Γιατί ο ήλιος σαν να ανέτειλε από τα κατώτερα μέρη της γης, δημιούργησε μια καινούργια ημέρα για τους ζωντανούς και τους νεκρούς. Και επειδή το αρχικό φως, που δημιουργήθηκε την πρώτη ημέρα της εβδομάδας, η αμαρτία το αμαύρωσε, την ίδια ακριβώς ημέρα αφού αναστήθηκε ο Κύριος, δημιούργησε μια παρατεταμένη πρωία. Πράγμα το οποίο, όπως εγώ νομίζω, ο ευαγγελιστής έχει φανερώσει με την έκφραση· «και πολύ πρωί». Γιατί με την ανάσταση του Χριστού οι ψυχές δεν βρίσκονται πλέον φυλακισμένες στις σκοτεινές κρυψώνες του άδη. Και έλεγαν μεταξύ τους· «Ποιός θα μας κυλίσει την πέτρα από την είσοδο του μνήματος»; Η Μαρία λοιπόν η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία, η οποία πιστεύουμε ότι είναι η υπέραγνη Δέσποινα (αυτήν δηλαδή ονομάζουν τα Ευαγγέλια μητέρα Ιακώβου και του Ιωσή), είχαν πάει από πριν στον τάφο, και δεν ήταν εντελώς άπειρες από το γεγονός της αναστάσεως, και μάλιστα, επειδή ήταν με πάρα πολύ φλογερό πόθο ενισχυμένες, έτρεχαν να πάρουν μεγαλύτερη επιβεβαίωση. Η Σαλώμη δε, επειδή ήλθε στον τάφο για πρώτη φορά πριν από λίγο χρόνο, γνώριζε ότι μια μεγάλη πέτρα εμπόδιζε την είσοδο του μνήματος. Γιατί ήταν και αυτή μαζί με τον κύκλο των γυναικών που ακολουθούσαν τη Θεοτόκο την ώρα που τοποθετούσαν το Δεσποτικό σώμα στον τάφο και έβλεπε που έχει τοποθετηθεί, όπως ο Ματθαίος και ο Μάρκος μάς ανέφεραν. Ο μεν Ματθαίος τη γνώριζε από τα παιδιά της, ο δε Μάρκος από το όνομά της. Επειδή αγνοούσε τί επακολούθησε, απορεί σχετικά με την πέτρα· γιατί δικός της ήταν ο λόγος· «Ποιός θα μας κυλίσει την πέτρα». Γι’ αυτό και οι Μαρίες, επειδή πράγματι γνώριζαν ότι η πέτρα είχε αποκυλιστεί, λύνουν την απορία της με το γνέψιμο των ματιών· «Και όταν σήκωσαν τα μάτια τους, βλέπουν ότι η πέτρα είχε κυλιστεί»· γιατί με το «όταν σήκωσαν τα μάτια τους», δήλωσε το δείξιμο με το γνέψιμο (νεύμα) των οφθαλμών. Φανερώνεται επίσης και το μέγεθος της πέτρας, όταν λέει· «ήταν δε (η πέτρα) πάρα πολύ μεγάλη», και αποδεικνύοντας ότι την πέτρα δεν την κύλισαν τυμβωρύχοι και κλέφτες, προσπαθώντας να κλέψουν το νεκρό, σύμφωνα με τους συκοφάντες αρχιερείς, οι οποίοι έλεγαν στον Πιλάτο· « Μήπως αφού έλθουν οι μαθητές του κατά τη διάρκεια της νύχτας, τον κλέψουν». Πρέπει δε να γνωρίζουμε ότι ο τάφος εκείνος ήταν σπηλιά κατασκευασμένη με ανθρώπινα χέρια, της οποίας την είσοδο ο Ιωσήφ είχε κλείσει με τη μεγάλη εκείνη πέτρα, που την έσυρε με τη βοήθεια πολλών ανθρώπων, ούτως ώστε να μην είναι δυνατόν από πολλούς εύκολα να μετακινηθεί. Επιπλέον ήταν σημαδεμένος και με τις σφραγίδες. Αλλά ήταν αληθινά πάρα πολύ μεγάλος αυτός που είχε μετακινήσει την πέτρα· γιατί τίποτε δεν μπορεί να εμποδίσει το «Ήταν πάρα πολύ μεγάλη» και έτσι να το εκλαμβάνεις.
«Οι Μυροφόρες αντικρύζουν τον λαμπροφορεμένο άγγελο» (Μάρκ. ιϛ´ 5)
«Και όταν μπήκαν στο μνήμα, είδαν ένα νέο με λευκή στολή να κάθεται στα δεξιά, και τις κατέλαβε φόβος και έκπληξη». Όταν είδαν οι γυναίκες την πέτρα μετατοπισμένη από το ζωηφόρο μνήμα, μπαίνουν αμέσως προς τα μέσα· και όταν αντίκρυσαν ένα απροσδόκητο θέαμα που τις έφερε σε αμηχανία, τις κατέλαβε τρόμος και έκπληξη, γιατί είδαν ένα λευκοφορεμένο νέο στα δεξιά του τάφου και σάστισαν από την εκπληκτική μορφή του. Σημαίνει δε «θάμβος» κάποιο φόβο που προκαλείται από ένα ασυνήθιστο θέαμα. Το ότι ο άγγελος παρουσιάστηκε στα δεξιά του τάφου, ήταν ενδεικτικό ενός αίσιου γεγονότος και μηνύματος. Κατά τον ίδιο τρόπο και ο Γαβριήλ, όταν αναγγέλλει στο Ζαχαρία την ευχάριστη είδηση της γεννήσεως του Προδρόμου, παρουσιάζεται στο δεξιό μέρος του θυσιαστηρίου. Όσον αφορά στο λευκό χρώμα της στολής (του αγγέλου), αυτό φανερώνει τη λαμπρή και ολοφώτεινη ανάσταση. Η δε νεανικότητα της αγγελικής μορφής φανέρωνε ότι η μορφή των αγγέλων βρίσκεται πάντοτε και με τον ίδιο τρόπο στην άνθισή της. Γιατί τα θεία τα χαρακτηρίζει πάντοτε η νεανικότητα, μια και δεν συμμετέχουν στη διαδικασία της γήρανσης και βιώνουν τη θεϊκή μακαριότητα.
«Ο άγγελος αναγγέλλει την ανάσταση του Χριστού» (Μάρκ. ιϛ´ 6-7)
«Αυτός όμως τους είπε·  μην τρομάζετε·  ξέρω ότι ψάχνετε τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, τον σταυρωμένο». Πρώτα ο άγγελος καταπραΰνει τον φόβο, απαλλάσσοντας τις γυναίκες από τον τρόμο που είχε καταλάβει τις ψυχές τους. Έπειτα, επειδή γνώριζε πολύ καλά και την αιτία για την οποία είχαν πάει στο μνήμα, τους λέγει· «Ξέρω ότι ψάχνετε τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, τον σταυρωμένο». Αλλά για ποιό λόγο, αφού άφησε τις υψηλές σκέψεις που αρμόζουν στον Θεό, με τις οποίες φανερώνεται η Θεότητα του Λόγου, χρησιμοποίησε τα ταπεινά αυτά λόγια; Ίσως για να αποδοκιμάσει τις σκέψεις των γυναικών. Γιατί δεν τον αντιμετώπιζαν ολοκληρωτικά ως Θεό. Εάν συνέβαινε αυτό, δεν θα είχαν έλθει να τον αλείψουν με αρώματα. Αυτό που τους λέγει, σημαίνει τούτο· αυτόν που εσείς θεωρείτε ως απλό άνθρωπο προσέχοντας μόνο ό,τι φαίνεται -δηλαδή τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, αυτόν που δέ­χθηκε σταυρικό θάνατο για τη σωτηρία μας- αυτός αναστήθηκε. Δεν είναι τέτοιου είδους, όπως τον θεωρείτε. Γιατί το “ώδε” πρέπει να νοηθεί ως “ούτως”, για να σημαίνει· δεν ευρίσκεται μεταξύ των θνητών κατά τέτοιο τρόπο, που εσείς νομίζετε. Γιατί υπήρχε σε κάθε τόπο, χωρίς να περιορίζεται σ’ ένα τόπο ως Θεός που ήταν και κάλυπτε με την παρουσία του τα πάντα. Όταν πλέον τις μύησε στο μυστήριο της αναστάσεως, τις έστειλε στους αποστόλους με την αποστολή να μεταφέρουν σ’ αυτούς τη χαρούμενη είδηση.
«Η αποκατάσταση του Πέτρου» (Μάρκ. ιϛ´ 7)
«Πηγαίνετε και πείτε στους μαθητές του και στον Πέτρο». Γιατί αφού είπε· «πείτε στους μαθητές του», πρόσθεσε, «και στον Πέτρο»; Επειδή ο ακλόνητος εκείνος στύλος όταν ταλαντεύτηκε για λίγο, αρνήθηκε το Δεσπότη· όταν όμως κατανόησε την πτώση του, έκλαψε πικρά. Και τη συνείδησή του βασάνιζαν τέτοιου είδους τύψεις και ήταν ταραγμένος από τη λύπη κι ο νους του ήταν γεμάτος από έννοιες, επειδή δεν γνώριζε αν τον συγχώρησε ο Θεός. Επειδή όμως είχε αυτή την αμφιβολία, δεν θεωρούσε τον εαυτό του άξιο να συναριθμείται στον κύκλο των αποστόλων. Γι’ αυτό αφού ανέφερε τους μαθητές ο άγγελος, προσθέτει και το όνομα του Πέτρου, για να πληροφορηθεί ο Πέτρος το κέρδος από τα δάκρυα που έχυσε, εξαιτίας των οποίων δεν έχασε τη θέση του μεταξύ των μαθητών.
«Γιατί οι μυροφόρες αποσιωπούν την αποκάλυψη της αναστάσεως του Χριστού;» (Μάρκ. ιϛ´ 7-8)
Για να γίνει πιστευτή η αλήθεια της οπτασίας και να επιβεβαιωθεί η ανάσταση του Κυρίου, τις προτρέπει ο άγγελος να αναγγείλουν την ευχάριστη είδηση, κάτι που μόνοι οι μαθητές γνώριζαν. Γιατί τους λέει· «ότι πηγαίνει πριν από σας στη Γαλιλαία· εκεί θα τον δείτε, όπως σας είπε.». Γιατί ο Σωτήρας είχε υποσχεθεί στους μαθητές πριν το πάθος, ότι θα τον δουν στη Γαλιλαία μετά την ανάστασή Του. Εκείνο που αξίζει να εξετασθεί είναι το εξής ερώτημα: πώς ο θεόπνευστος Λουκάς λέει ότι οι γυναίκες ανήγγειλαν όλα αυτά στους μαθητές; ενώ ο ευαγγελιστής Μάρκος ανέφερε ότι η Μαγδαληνή πήγε να τα αναγγείλει σ’ αυτούς που είχαν μείνει μαζί Του και που πενθούσαν και έκλαιγαν. Εδώ όμως αναφέρει· «έφυγαν από το μνήμα, και δεν είπαν σε κανέναν τίποτε, γιατί φοβόντουσαν». Οι μαθητές, όταν άκουσαν τις πρώτες οράσεις των γυναικών -τις οποίες εξιστόρησαν ο Ματθαίος και ο Ιωάννης και ο Λουκάς- δεν πίστεψαν. Γι’ αυτό και ο Κύριος, αφού εμφανίσθηκε στους ένδεκα, ενώ καθόντουσαν στο τραπέζι, έψεξε την απιστία τους. Γι’ αυτό το λόγο, επειδή οι γυναίκες φοβόντουσαν, μη φανούν πάλι οι μαθητές άπιστοι, όπως ακριβώς και πριν, αποσιωπούν την αποκάλυψη. Φοβόντουσαν μήπως γίνονταν αιτία μεγαλύτερης καταδίκης για τους μαθητές, αφού για οράσεις ολοκάθαρες και επαναλαμβανόμενες δυσπιστούσαν.
«Οι μυροφόρες πρότυπα μιμήσεως των πιστών» (Μάρκ. ιϛ´ 2. 5. 8.)
Αυτές λοιπόν τις ένθεες και μακάριες γυναίκες, ας μιμηθούμε κι εμείς με ζέση. Και άλλος μεν ας επιδεικνύει ζήλο μιμούμενος τη Μαρία τη Μαγδαληνή όσον άφορα την πράξη. Και όπως εκείνη όλη τη νύκτα παρέμενε με ευχαρίστηση στον τάφο, ερευνώντας από κοντά την ανάσταση του Κυρίου, έτσι κι εκείνος ας επιζητεί σε όλη του τη ζωή την ανάσταση του λόγου που βρίσκεται μέσα του πεθαμένος. Αυτός όμως που θέλει να μιμηθεί τη Μαρία του Ιακώβου, ας προσηλώνει το νου του στο θεωρητικό μέρος. Αυτός ας ασχοληθεί σ’ όλη του τη ζωή με τη μελέτη των θείων εννοιών, και μέσα από την αληθινή γνώση ας γεννήσει μέσα του το λόγο και ας καρπώνεται τη συγγένεια που έχουμε με το Θεό κατά χάρη. Γιατί ο Σωτήρας μας, μας λέει· «Μητέρα και αδελφοί μου είναι όσοι εφαρμόζουν το θέλημά μου». Τέλος ας μιμηθεί τη Σαλώμη εκείνος που ως προς την αναζήτηση του καλού αποδείχθηκε ράθυμος στη νεανική του ηλικία, γιατί ήταν βυθισμένος στον ύπνο της ραθυμίας. Αυτός λοιπόν όταν ανατείλει ο ήλιος, δηλαδή όταν θα τον φωτίσει το θείο φως, ας αποδιώξει τη ραθυμία και ας συγκαταριθμήσει τον εαυτό του στη χορεία εκείνων που έχουν ήδη εντρυφήσει στο αγαθό. Το όνομα Σαλώμη ερμηνεύεται ειρηνική και δηλώνει την αγαθή ψυχή που νίκησε τα πάθη και ειρηνεύει όσο μπορεί. Αυτές λοιπόν αφού μιμηθούμε σχετικά με τη γνώση του λόγου, ας ζητήσουμε ολοπρόθυμα όταν ανατείλει ο ήλιος, όταν φωτιστεί δηλαδή το ηγεμονικό της ψυχής μας, και διασκορπιστεί σαν το σκοτάδι η άγνοια των λογισμών. Εάν λοιπόν συμπεριφερθούμε έτσι, θα δούμε την καρδιά μας να απαλλάσσεται από την σκλήρυνσή της, σαν να σηκώνεται μια πέτρα. Όταν δε μαλακώσει η καρδιά μας, θα φανεί σε μας ο άγγελος, η κίνηση δηλαδή της συνειδήσεως, που θα μας αναγγέλλει την ανάσταση του λογιστικού μέρους της ψυχής, που είχε νεκρωθεί μέσα μας. Ας γίνουμε λοιπόν στους άλλους διδάσκαλοι του καλού, σε όσων η ακοή πείθεται στην ακρόαση των θείων λόγων. Σε όσους όμως θεωρούν ότι η θεία διδασκαλία είναι ανοησίες, ας μην πούμε σε κανέναν τίποτα. Γιατί δεν είναι θεμιτό να αποκαλύπτουμε τα θεία μυστήρια στους απίστους, αυτά που εμείς αξιωθήκαμε να δούμε. Έτσι θα αποφύγουμε και ο λόγος να είναι ανώφελος και μείς να γίνουμε γι’ αυτούς αίτιοι μεγαλύτερης καταδίκης. Και ο Χριστός, ο Θεός μας, που μας ζωοποίησε με την ανάστασή του από τους νεκρούς, αυτός ας μας αναστήσει και από το θάνατο που προέρχεται από τις αμαρτίες, κι ας μας αξιώσει να κληρονομήσουμε τη βασιλεία του. Αμήν.



Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2019/05/blog-post_11.html#ixzz6K9I1qdsn

Χριστός Ανέστη


Ο Χριστός έκανε τόσα για μας. Σταυρώθηκε, μας δόθηκε ο Ίδιος σαν Πάσχα και μας έδειξε τον τρόπο να μετέχουμε στον νυμφώνα. Νομίζω πώς σε όλα αυτά υπάρχει μια χαρά. Μια πασχαλινή χαρά. Δεν ξέρω γιατί τρέχουμε προς την ηδονή της αποτυχίας, της ελεεινολογίας και της φτώχειας μας. Μας αρέσει να λέμε πώς είμαστε αμαρτωλοί τελικά και να φαντασιωνόμαστε την κόλαση μας. Και λέω φαντασιωνόμαστε όχι γιατί δεν υπάρχει κόλαση ήδη για τους άχαρους και αμετανόητους, αλλά γιατί όλη αυτή η ηττοπάθεια και απελπισία είναι ήδη η κόλαση. Στον άνθρωπο πού αναγνωρίζει τις αμαρτίες του, τις βλέπει κατάματα και έχει ομως ειλικρινή χαρά για την σωτηρία του δεσπόζει αυτό πού λέμε χαρμολύπη. Κριτήριο της μετάνοιας και της ταπείνωσης μας είναι να μην πεθάνει μαζί με τις αμαρτίες μας και η ελπίδα μας , πώς ίσως θα είμαστε μαζί με τον Χριστό, καίτοι ανάξιοι. Αν μαζί με την λύπη και την ταπείνωση μας δεν συμβαδίζει αυτή η ελπίδα, η χαρά, κάτι δεν πάει καλά. Γιατί η αναφορά μας είναι να μπούμε στον νυμφώνα καν ανάξιοι. Είναι αυτή η αναστάσιμη προσδοκια. Οι πατέρες μας έδωσαν το μέτρο: Κράτα τον νου σου στον άδη και μην απελπίζεσαι. Αυτό...
Πρέπει να προσευχόμαστε για όσους έχουν χάσει την ελπίδα.


Κυριακή, Απριλίου 19, 2020

Αὐτή εἶναι ἡμέρα, πού βγῆκε ἀπ᾽ τά χέρια τοῦ Κυρίου


Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης ὁ τριήμερος ἀνέτειλε σήμερα κι᾽ ὁλόκληρη ἐφώτισε τήν πλάση. Ὁ τριήμερος καί προαιώνιος Χριστός, τό τσαμπί τοῦ σταφυλιοῦ, βλάστησε καί τόν κόσμο πλημμύρισε ἀπό χαρά. Τήν ἀβασίλευτην αὐγή ἄς δοῦμε. Πρίν ἔρθη ἡ αὐγή, ἄς τή δοῦμε σήμερα καί ἀπ᾽ τή φωτοπλημμύρα ἄς γεμίσουμε ἀπό χαρά. Τίς πόρτες τοῦ Ἅδη ἀνοίγει ὁ Χριστός καί οἱ νεκροί σηκώθηκαν σά νά κοιμοῦνταν. Ἀναστήθηκε ὁ Χριστός πού ἀνασταίνει τούς πεσμένους καί ἀνάστησε μαζί Του τόν Ἀδάμ.
 Ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, Αὐτός πού ἀνασταίνει ὅλους καί ἐλευθέρωσε τήν Εὔα ἀπ᾽ τήν κατάρα. Ἀναστήθηκε ὁ Χριστός πού Αὐτός μόνος ἀνασταίνει καί χαροποίησε τόν ἀκατάστατο πρῶτα κόσμο, σέ ὅλα τό ρυθμό καί τήν τάξη ἐγκαθιστῶντας. Σηκώθηκε ὁ Κύριος, ὅπως αὐτός πού κοιμᾶται, καί τούς ἐχθρούς Του ὅλους τούς χτύπησε καί τούς ντρόπιασε. Ἀναστήθηκε κι᾽ εἶναι ἡ χαρά τό δῶρο Του σ᾽ ὅλη τήν χτίση. Ἀναστήθηκε κι᾽ ἄνοιξε τοῦ Ἅδη ἡ φυλακή. Ἀναστήθηκε καί τή φθορά τῆς φύσης σέ ἀφθαρσία τή μετάλλαξε. Ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, κι᾽ ἀποκατάστησε τόν Ἀδάμ στήν παλιά δόξα τῆς ἀθανασίας.
Ἡ νέα κτίση, πού φέρνει ὁ Χριστός, μέ τήν Ἀνάστασή Του ἀνανεώνεται. Μέ τή νέα ὀμορφιά τοῦ Χριστοῦ ἄς στολισθοῦμε, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὁ καινούργιος οὐρανός γίνεται σήμερα, ἕνας οὐρανός πιό λαμπρός ἀπό τόν οὐρανό πού ἀντικρύζομε. 
Γι᾽ αὐτόν τόν Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, τό Χριστό, ἔχει γίνει οὐρανός ἡ Ἐκκλησία καί δέν ἔχει φεγγάρι πού μεγαλώνει καί μικραίνει παρά τή χάρη πού λάμπει πάντα. Δέν ἀνατέλλει κάποια ἀστέρια πλανητικά ἀλλά ἀστέρια νεοφώτιστα μέσα ἀπό τήν κολυμβήθρα. Δέ βγάζει σύννεφα πού προκαλοῦν τή βροχή,ἔχει ἡ Ἐκκλησία θεολόγους δασκάλους. Δέν κρέμεται πάνω σέ θολά νερά, ἀλλά ἔχει θεμελιωθῆ πάνω στά ἱερά δόγματα. Δέν φέρνει χειμωνιάτικη βροχή καί συγκινεῖ τούς ἀνθρώπους ὄχι μέ κρωγμούς ἀγριοπουλιῶν ἀλλά μέ τίς ὁμιλίες τῶν δασκάλων.
Αὐτή εἶναι ἡμέρα, πού βγῆκε ἀπ᾽ τά χέρια τοῦ Κυρίου. Ἄς νιώσωμε τήν πνευματική της ἀναγάλλια καί τή θεϊκή εὐφροσύνη της.
Ἁγίου Ἐπιφανίου Κύπρου

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ


"μὴ φοβοῦ· ἐγώ εἰμι ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος καὶ ὁ ζῶν, καὶ ἐγενόμην νεκρός, καὶ ἰδοὺ ζῶν εἰμι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, καὶ ἔχω τὰς κλεῖς τοῦ θανάτου καὶ τοῦ ᾅδου" ( Αποκ. α΄17-18).
Κοντάκιον
Εἰ καὶ ἐν τάφῳ κατῆλθες ἀθάνατε, ἀλλὰ τοῦ ᾍδου καθεῖλες τὴν δύναμιν, καὶ ἀνέστης ὡς νικητής, Χριστὲ ὁ Θεός, γυναιξὶ Μυροφόροις φθεγξάμενος. Χαίρετε, καὶ τοῖς σοῖς Ἀποστόλοις εἰρήνην δωρούμενος ὁ τοῖς πεσοῦσι παρέχων ἀνάστασιν.
Τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ Κυριακῇ τοῦ Πάσχα, αὐτὴν τὴν ζωηφόρον Ἀνάστασιν ἑορτάζομεν τοῦ Κυρίου, καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Στίχοι
Χριστὸς κατελθὼν πρὸς πύλην ᾍδου μόνος
Λαβὼν ἀνῆλθε πολλὰ τῆς νίκης σκῦλα.
ΣΥΝΑΞΑΡΙΟΝ
Τη σημερινή γιορτή την ονομάζουμε Πάσχα. Στην εβραϊκή γλώσσα Πάσχα σημαίνει διάβαση, πέρασμα. Αυτή την ημέρα, την Κυριακή, ο Θεός άρχισε απ’ το μηδέν τη Δημιουργία του κόσμου. Αυτή την ημέρα βοήθησε τούς Ισραηλίτες να περάσουν την Ερυθρά Θάλασσα (τους άνοιξε διάβαση, πέρασμα) και τους λύτρωσε απ’ τη δουλεία του Φαραώ. Αυτή την ημέρα, την Κυριακή, κατέβηκε ο Κύριος από τον ουρανό (κατά τον Ευαγγελισμό) και κατοίκησε στη μήτρα της Αειπαρθένου Μαρίας. Αυτή την ημέρα άρπαξε ο Θεός όλο το ανθρώπινο γένος απ’ τον πυθμένα του Άδη, το ανέβασε στον ουρανό και το οδήγησε στην αρχαία δόξα της αφθαρσίας. Βέβαια, όταν κατέβηκε στον Άδη, δεν τους ελευθέρωσε όλους, αλλά μόνο όσους θέλησαν να πιστέψουν σ’ Αυτόν. Σε όλες όμως τις ψυχές των αγίων απ’ τη Δημιουργία του κόσμου μέχρι τότε, χάρισε την ελευθερία και τους έδωσε τη δυνατότητα ν’ ανεβούν στον ουρανό. Γι’ αυτό το λόγο με υπερκόσμια και πανευφρόσυνη χαρά γιορτάζουμε σήμερα με λαμπρότητα την Ανάσταση, δείχνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο το πόσο μεγάλη χαρά πήρε η ανθρώπινη φύση μας από την πλούσια δωρεά του πανελεήμονος Κυρίου και Θεού μας. Κι ακόμα δίνουμε τον ασπασμό της αγάπης ο ένας στον άλλον, δείχνοντας την κατάργηση της έχθρας και την ένωση μας με το Θεό και τους αγγέλους.
Η Ανάσταση του Κυρίου έγινε ως εξής: Ενώ οι στρατιώτες φύλαγαν τον τάφο, κατά τα μεσάνυχτα έγινε σεισμός. Κι αυτό, επειδή κατέβηκε ένας Άγγελος κι απομάκρυνε το λίθο απ’ τη θύρα του μνημείου. Όταν οι φύλακες συνήλθαν κι είδαν τι έγινε, απ’ το φόβο τους έφυγαν. Τότε ήλθαν οι γυναίκες «ὀψὲ Σαββάτου», όπως λέει το Ευαγγέλιο, δηλ. στη μέση περίπου της νύχτας του Σαββάτου.
Πρώτα-πρώτα η Ανάσταση έγινε φανερή στη Μητέρα του Θεού, η οποία καθόταν απέναντι απ’ τον τάφο μαζί με τη Μαρία τη Μαγδαληνή, όπως λέει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος. Για να μην είναι όμως αμφιβαλλόμενη υπόθεση η Ανάσταση, οι Ευαγγελιστές δεν αναφέρουν ότι την είδε πρώτα η Μητέρα Του, αλλά η Μαρία η Μαγδαληνή. Αυτή είδε και τον άγγελο που καθόταν πάνω στο λίθο κι έσκυψε και είδε και τους άλλους αγγέλους μέσα στον τάφο. Αυτοί μάλιστα της μίλησαν και της ανήγγειλαν την Ανάσταση. «Αναστήθηκε», της είπαν· «δεν είναι εδώ· να ο τόπος που είχαν τοποθετήσει το νεκρό». Η Μαρία, λοιπόν, μόλις άκουσε αυτά, τρέχει και πηγαίνει στους ένθερμους μαθητές, τον Πέτρο και τον Ιωάννη, και τους φέρνει τη χαρμόσυνη είδηση. Κι όταν αυτή επέστρεφε μαζί με την άλλη Μαρία (την Παναγία), τις συνάντησε ο Χριστός λέγοντάς τους: «Χαίρετε». Αυτό έγινε, γιατί έπρεπε το φύλο των γυναικών, το οποίο άκουσε πρώτο τη θλιβερή απόφαση: «Με λύπες θα γεννάς τα παιδιά σου», αυτό πρώτο ν’ ακούσει και τη χαρμόσυνη αγγελία της Αναστάσεως. Αυτές, λοιπόν, απ’ την πολλή αγάπη που είχαν για τον Διδάσκαλο, πλησιάζουν για να βεβαιωθούν πραγματικά για το γεγονός, και γονατίζοντας αγγίζουν τα άχραντα πόδια Του. Ο Πέτρος εν τω μεταξύ κι ο Ιωάννης πήγαν στο μνημείο. Ο Πέτρος έσκυψε μόνο, είδε το μνημείο κι έφυγε. Ο Ιωάννης όμως μπήκε και μέσα. Αυτός εξέτασε με περισσότερη περιέργεια κι άγγιξε το σινδόνι και το σουδάριο, με τα οποία είχαν τυλίξει το σώμα και το κεφάλι του Ιησού.
Την ώρα του όρθρου η Μαρία η Μαγδαληνή ξαναήλθε με άλλες γυναίκες για να βεβαιωθεί καλύτερα. Στην αρχή κάθισε έξω από τον τάφο κι έκλαιγε. Κι όταν έσκυψε να κοιτάξει μέσα, είδε δύο αγγέλους με απαστράπτουσα λαμπρότητα, οι οποίοι επιτιμώντας την κατά κάποιον τρόπο, της είπαν: «Γυναίκα, γιατί κλαις; Ποιον ζητάς; Ζητάς τον Ιησού το Ναζαρηνό, τον Εσταυρωμένο; Αναστήθηκε, δεν είναι εδώ». Κι αμέσως σηκώθηκαν όλες φοβισμένες και βλέποντας μπροστά τους τον Κύριο, έφυγαν. Η Μαρία όμως γύρισε πίσω και βλέπει πάλι το Χριστό να είναι εκεί. Νομίζοντας, λοιπόν, ότι είναι ο κηπουρός (γιατί το μνήμα ήταν μέσα στον κήπο) λέει: «Κύριε, αν Τον πήρες εσύ, πες μου που Τον έβαλες κι εγώ θα Τον πάρω». Κι όταν αυτή έστρεψε ξανά πίσω το βλέμμα της προς τους αγγέλους του τάφου, ο Σωτήρας μας της είπε: «Μαρία». Εκείνη τότε κατάλαβε τη γνώριμη και γλυκιά φωνή του Χριστού και θέλησε να Τον αγγίξει. Όμως Εκείνος της είπε: «Μη μ’ αγγίζεις, δεν ανέβηκα ακόμα στον Πατέρα μου» (γιατί ο Χριστός γνώριζε ότι Τον θεωρούσε ακόμη άνθρωπο), «Πήγαινε στους αδελφούς και πες τους όσα είδες κι άκουσες». Και βέβαια, η Μαγδαληνή αυτό έκανε. Όταν πλέον ξημέρωσε η μέρα ήλθε και πάλι στον τάφο μαζί με τις υπόλοιπες. Αυτές μαζί με την Ιωάννα και τη Σαλώμη ήλθαν στο μνημείο όταν πλέον είχε ανατείλει ο ήλιος. Γενικά ο ερχομός των γυναικών στο μνημείο έγινε σε διαφορετικούς χρόνους. Κι ανάμεσά τους ήταν κι η Θεοτόκος. Αυτή (η Θεοτόκος) είναι η Μαρία (η μητέρα) του Ιωσή που λέει το Ευαγγέλιο. Ο Ιωσής ήταν υιός του Ιωσήφ του μνήστορος. Θα πρέπει πάντως να πούμε ότι είναι άγνωστο πότε ακριβώς αναστήθηκε ο Κύριος. Άλλοι λένε με το πρώτο λάλημα του πετεινού, άλλοι όταν έγινε ο σεισμός κι άλλοι διαφορετικά.
Όταν έγιναν αυτά, κάποιοι απ’ τη στρατιωτική φρουρά ήλθαν στους αρχιερείς και τους ανέφεραν όλα όσα συνέβησαν. Αυτοί όμως δίνοντάς τους χρήματα τους έπεισαν να πουν ότι ήλθαν οι μαθητές Του τη νύκτα και Τον έκλεψαν.
Το βράδυ της ημέρας αυτής, καθώς οι Μαθητές ήταν συγκεντρωμένοι όλοι μαζί εξ αιτίας του φόβου των Ιουδαίων κι ενώ οι πόρτες του σπιτιού ήταν καλά κλεισμένες και ασφαλισμένες, εισήλθε ο Χριστός. Αυτό έγινε, γιατί το σώμα Του δεν ήταν πλέον σαν το δικό μας, αλλά άφθαρτο. Τούς χαιρέτησε με το συνήθη χαιρετισμό της ειρήνης. Αυτοί, όταν Τον είδαν, χάρηκαν υπερβολικά. Κι Εκείνος με το φύσημα της πνοής Του τους έδωσε τελειότερα την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος (το Ευαγγέλιο αναφέρει «ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς: “Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον”»).
Όσο για το πώς λέγεται ότι ο Χριστός αναστήθηκε τριήμερος (σε τρεις μέρες) ισχύουν τα εξής: Το βράδυ της Πέμπτης και η ημέρα της Παρασκευής λογίζονται σαν μία ημέρα (24ωρο), γιατί έτσι μετρούν οι Εβραίοι το ημερονύκτιο (το λένε νυχθήμερο δηλ. νύχτα + ημέρα). Η νύχτα της Παρασκευής και η ημέρα του Σαββάτου είναι δεύτερο νυχθήμερο. Τρίτο νυχθήμερο είναι η νύχτα του Σαββάτου και η ημέρα της Κυριακής, κατά την οποία έγινε η Ανάσταση του Κυρίου.
Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.

Σάββατο, Απριλίου 18, 2020

Τι ’ναι τούτο; Σιωπή βαθειά σήμερα στη γη και ο άδης τρόμαξε...


Τι ’ναι τούτο; Σιωπή βαθειά σήμερα στη γη. Σιωπή βαθειά και ησυχία βαθειά. Σιωπή βαθειά, γιατί ο Βασιλιάς κοιμάται. Η γη φοβήθηκε και ησύχασε, γιατί ο Θεός με το σώμα κοιμήθηκε κι εκείνους που αιώνες κοιμόνταν ανέστησε. Ο Θεός με το σώμα πέθανε και ο άδης τρόμαξε. Ο Θεός για λίγο κοιμήθηκε κι αυτούς που βρίσκονταν στον άδη ξύπνησε.
Σήμερα σώζονται αυτοί που ζουν πάνω στη γη κι εκείνοι που αιώνες τώρα βρίσκονται κάτω απ’ τη γη. Σήμερα σώζεται όλος ο κόσμος, και ο ορατός και ο αόρατος.Από τον ουρανό στη γη κι από τη γη στα κάτω απ’ τη γη κατεβαίνει ο Χριστός. Οι πύλες του άδη ανοίγονται. Όσοι κοιμάστε απ’ τους πανάρχαιους αιώνες, χαρείτε! Όσοι βρίσκεστε στο σκοτάδι, στον τόπο που τον σκιάζει ο θάνατος, υποδεχτείτε το δυνατό Φως! Ανάμεσα στους δούλους έρχεται ο Κύριος. Ανάμεσα στους νεκρούς ο Θεός. Ανάμεσα στους θνητούς η ζωή. Ανάμεσα στους ενόχους ο αθώος. Ανάμεσα στους βυθισμένους στο σκοτάδι το ανέσπερο Φως. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους ο ελευθερωτής. Ανάμεσα σ’ αυτούς που βρίσκονται στα καταχθόνια, Εκείνος που βρίσκεται πάνω απ’ τους ουρανούς.

Τι έγινε λοιπόν; Με την εμφάνισή Του στον άδη ο Θεός τους έσωσε όλους χωρίς εξαίρεση; Όχι, βέβαια, αλλά κι εκεί όσους πίστεψαν. Χθες φανερώθηκε η σωτηρία, σήμερα η εξουσία· χθες η αδυναμία, σήμερα η κυριαρχία· χθες η ανθρώπινη φύση, σήμερα η θεϊκή. Χθες Τον χτυπούσαν, σήμερα χτυπάει την κατοικία του άδη με την αστραπή της θεότητος· χθες Τον έδεναν, σήμερα σφιχτοδένει τον τύραννο (διάβολο) με άλυτα δεσμά· χθες Τον καταδίκαζαν, σήμερα χαρίζει ελευθερία στους καταδίκους· χθες ο υπηρέτες του Πιλάτου Τον περιγελούσαν, σήμερα οι πορτάρηδες του άδη Τον είδαν κι έφριξαν.
Σήμερα συνέτριψε τὶς χάλκινες πύλες καὶ τοὺς σιδερένιους μοχλούς του. Πρόσεξε τὴν ἀκριβολογία. Δὲν εἶπε, ἄνοιξε τὶς πύλες, ἀλλὰ «συνέτριψε τὶς χάλκινες πύλες», γιὰ νὰ ἀχρηστεύσει τὸ δεσμωτήριο. Δὲν ἀφαίρεσε τοὺς μοχλούς, ἀλλὰ τοὺς συνέτριψε, γιὰ νὰ ἀχρηστεύσει τὴ φυλακή. Ὅπου βέβαια δὲν ὑπάρχει οὔτε μοχλὸς οὔτε θύρα, καὶ ἂν κάποιος εἰσέλθει, δὲν ἐμποδίζεται νὰ ἐξέλθει. 
Ηρθε ὁ Ἴδιος ὁ βασιλιὰς στοὺς φυλακισμένους καὶ δὲν ντράπηκε οὔτε τὴ φυλακὴ οὔτε τοὺς φυλακισμένους. Γιατί ἦταν ἀδύνατο νὰ ντραπεῖ τὸ πλάσμα Του.
Καὶ συνέτριψε τὶς πύλες καὶ διέλυσε τοὺς μοχλοὺς καὶ κυριάρχησε στὸν Ἅδη καὶ ἐξαφάνισε ὅλη τὴ φρουρὰ καί, ἀφοῦ συνέλαβε δέσμιο τὸν δεσμοφύλακα (τὸν θάνατο), ἐπανῆλθε σ’ ἐμᾶς. Ὁ τύραννος μεταφέρθηκε αἰχμάλωτος, ὁ ἰσχυρὸς δεμένος. Ὁ ἴδιος ὁ θάνατος πέταξε τὰ ὅπλα του καὶ ἔτρεξε ἄοπλος καὶ δήλωσε ὑποταγὴ στὸ βασιλιά.
Εἶδες τί ἀξιοθαύμαστη νίκη; Εἶδες τὰ κατορθώματα τοῦ σταυροῦ;
Νά λοιπόν ἔφθασε ἡ ποθητή γιά μᾶς καί σωτήρια ἑορτή, ἡ ἀναστάσιμη ἡμέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ προϋπόθεση τῆς εἰρήνης, ἡ ἀφορμή τῆς συμφιλίωσης, ἡ ἐξαφάνιση τῶν πολέμων, ἡ κατάργηση τοῦ θανάτου, ἡ ἥττα τοῦ διαβόλου. Σήμερα οἱ ἄνθρωποι ἀναμείχθηκαν μέ τούς ἀγγέλους καί αὐτοί πού ἔχουν σῶμα προσφέρουν τή δοξολογία τους μαζί μέ τίς ἀσώματες δυνάμεις. Σήμερα καταργεῖται ἡ ἐξουσία τοῦ διαβόλου, σήμερα λύθηκαν τά δεσμά τοῦ θανάτου, ἐξαφανίσθηκε ἡ νίκη τοῦ ἅδη. Σήμερα εἶναι εὐκαιρία νά ποῦμε τά προφητικά ἐκεῖνα λόγια. «Ποῦ εἶναι, θάνατε, τό κεντρί σου; ποῦ εἶναι, ἅδη, ἡ νίκη σου;» (Α´ Κορ. 15, 55)
Σήμερα ὁ ἅδης, στενάζοντας βοᾶ: Θά ἦταν συμφερότερο γιά μένα, ἄν δέν ὑποδεχόμουνα τήν ψυχή ἐκείνου, πού γεννήθηκε ἀπό τή Μαρία· διότι, ἐλθών σέ μένα, κατέλυσε τό κράτος μου· συνέτριψε τίς χάλκινες πύλες τοῦ βασιλείου μου· τίς ψυχές, τίς ὁποῖες προηγουμένως κατεῖχα, σάν Θεός κραταιός ἀνέστησε. 
Σήμερα ὁ ἅδης στενάζοντας βοᾶ: Ἡ ἐξουσία μου καταλύθηκε· δέχτηκα μέσα μου θνητόν σάν ἕναν ἀπ᾽ αὐτούς πού πεθαίνουν· αὐτόν ὅμως δέν ἔχω διόλου τή δύναμη νά κρατήσω, ἀλλά μαζί του θά χάσω κι αὐτούς πάνω στούς ὁποίους βασίλευα· ἐγώ εἶχα στήν ἐξουσία μου τούς νεκρούς, πού πέθαιναν ἀπό τήν ἀρχή, ἀλλά νά, αὐτός ἀνασταίνει τούς πάντες.
Σήμερα ὁ ἅδης στενάζοντας βοᾶ: Ἀφανίστηκε τό κράτος μου· ὁ ποιμένας  Χριστός σταυρώθηκε καί ἀνέστησε τόν Ἀδάμ· στερήθηκα τούς ὑπηκόους μου· καί ὅσους μπόρεσα ὥς τώρα νά καταπιῶ, ὅλους τούς ἀπέβαλα. Ἄδειασε τούς τάφους ὁ σταυρωθείς Θεάνθρωπος. Δέν ἔχει πλέον ἰσχύ ἡ ἐξουσία τοῦ θανάτου. 
Δόξα, Κύριε, στό σταυρό καί τήν Ἀνάστασή σου!

[1. Επιφάνιος Κύπρου 2. Ιερός Χρυσόστομος3. Ύμνοι Εσπερινού Αναστάσεως]

MEΓΑ ΣΑΒΒΑΤΟΝ


"καὶ εὐλόγησεν ὁ Θεὸς τὴν ἡμέραν τὴν ἑβδόμην καὶ ἡγίασεν αὐτήν· ὅτι ἐν αὐτῇ κατέπαυσεν ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ, ὧν ἤρξατο ὁ Θεὸς ποιῆσαι"
(Γεν. β 3)
Κοντάκιον
Τὴν ἄβυσσον ὁ κλείσας, νεκρὸς ὁρᾶται, καὶ σμύρνῃ καὶ σινδόνι ἐνειλημμένος, ἐν μνημείῳ κατατίθεται, ὡς θνητὸς ὁ ἀθάνατος. Γυναῖκες δὲ αὐτὸν ἦλθον μυρίσαι, κλαίουσαι πικρῶς καὶ ἐκβοῶσαι· Τοῦτο Σάββατόν ἐστι τὸ ὑπερευλογημένον, ἐν ᾧ, Χριστὸς ἀφυπνώσας, ἀναστήσεται τριήμερος.
Ὁ Οἶκος
Ὁ συνέχων τὰ πάντα ἐπὶ σταυροῦ ἀνυψώθη, καὶ θρηνεῖ πᾶσα ἡ Κτίσις, τοῦτον βλέπουσα κρεμάμενον γυμνὸν ἐπὶ τοῦ ξύλου, ὁ ἥλιος τὰς ἀκτῖνας ἀπέκρυψε, καὶ τὸ φέγγος οἱ ἀστέρες ἀπεβάλλοντο, ἡ γῆ δὲ σὺν πολλῷ τῷ φόβῳ συνεκλονεῖτο, ἡ θάλασσα ἔφυγε, καὶ αἱ πέτραι διερρήγνυντο, μνημεῖα δὲ πολλὰ ἠνεῴχθησαν, καὶ σώματα ἡγέρθησαν ἁγίων Ἀνδρῶν. ᾍδης κάτω στενάζει, καὶ Ἰουδαῖοι σκέπτονται συκοφαντῆσαι Χριστοῦ τὴν Ἀνάστασιν, τὰ δὲ Γύναια κράζουσι· Τοῦτο Σάββατόν ἐστι τὸ ὑπερευλογημένον, ἐν ᾧ Χριστὸς ἀφυπνώσας, ἀναστήσεται τριήμερος.
Τῷ ἁγίῳ καὶ μεγάλῳ Σαββάτῳ, τὴν θεόσωμον Ταφήν, καὶ τὴν εἰς ᾍδου Κάθοδον τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἑορτάζομεν δι' ὧν τῆς φθορᾶς τὸ ἡμέτερον γένος ἀνακληθέν, πρὸς αἰωνίαν ζωὴν μεταβέβηκε.
Στίχοι
Μάτην φυλάττεις τὸν τάφον, κουστωδία.
Οὐ γὰρ καθέξει τύμβος αὐτοζωΐαν.

ΣΥΝΑΞΑΡΙΟΝ
Στην πρώτη Δημιουργία του κόσμου ο Θεός ολοκλήρωσε τα πάντα μέσα σε πέντε μέρες και την έκτη μέρα έπλασε το κυριότερο δημιούργημα Του, τον άνθρωπο. Κατόπιν την έβδομη ήμερα αναπαύτηκε ύστερα απ’ όλα τα έργα Του και αγίασε την ημέρα αυτή ονομάζοντάς την Σάββατο, πράγμα το οποίο σημαίνει ανάπαυση. Έτσι ακριβώς και κατά την εργασία του νοητού κόσμου ο Χριστός, αφού έκανε τα πάντα με τρόπο άριστο και όπως έπρεπε, την έκτη ημέρα, τη Μεγάλη Παρασκευή, κατά την οποία σταυρώθηκε, έπλασε ξανά το φθαρμένο άνθρωπο και τον έκανε καινούριο, δηλαδή τον ανακαίνισε με το ζωηφόρο Του Σταυρό και με το θάνατό Του. Κι ύστερα, την εβδόμη ημέρα, το Μεγάλο Σάββατο, σταμάτησε για πάντα τα έργα Του πάνω στη γη και κοιμήθηκε εκείνον το ζωηφόρο ύπνο, ο οποίος ζωοποίησε κι έσωσε και τη δική μας ξεπεσμένη φύση.
Κατεβαίνει, λοιπόν, ο Λόγος του Θεού σωματικώς στον τάφο. Κατεβαίνει και στον Άδη με την αμόλυντη και θεϊκή ψυχή Του, η οποία χωρίστηκε από το σώμα Του με το θάνατό Του. Την αγία Του ψυχή την παρέδωσε στα χέρια του Πατέρα Του πεθαίνοντας, στον οποίο προσέφερε και το αίμα Του, χωρίς Εκείνος να Του το ζητήσει, για να γίνει λύτρο για μας που μας είχε αιχμαλωτίσει η αμαρτία. Δεν κρατήθηκε όμως στον Άδη η ψυχή του Κυρίου μας, όπως οι ψυχές των άλλων αγίων. Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Αφού Αυτός δε συμμετείχε καθόλου, όπως εκείνες, στην κατάρα που μας κληροδότησαν οι προπάτορές μας, ο Αδάμ και η Εύα. Ούτε, βέβαια, ο εχθρός μας, ο Διάβολος, πήρε εκείνο το Αίμα, με το οποίο εμείς εξαγοραστήκαμε, παρόλο που μας κατείχε. Δε μπορούσε να το κάνει, παρά μόνο αν του το επέτρεπε ο ίδιος ο Θεός, Τον οποίο αιχμαλώτισε μόνο για λίγο ο ληστής Διάβολος.
Κατοίκησε, λοιπόν, στον τάφο, ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός με το σώμα, αλλά και με την θεότητά Του, η οποία ήταν άκρως ενωμένη με τη σάρκα Του. Παρευρίσκετο με το ληστή στον Παράδεισο, αλλά ταυτόχρονα βρισκόταν και στον Άδη με τη θεωμένη ψυχή Του και συγχρόνως ήταν και μαζί με τον Πατέρα και με το Άγιο Πνεύμα ως απερίγραπτος (πανταχού παρών) Θεός. Παντού βρισκόταν ταυτόχρονα και η θεϊκή φύση Του δεν έπασχε καθόλου ούτε πάνω στο Σταυρό, ούτε μέσα στον τάφο.
Υπέστη, βεβαίως, φθορά το σώμα του Κυρίου μας, δηλαδή χωρίστηκε η ψυχή από το σώμα. Ωστόσο όμως, δεν έπαθε την παραμικρή διαφθορά, δηλαδή ούτε η σάρκα Του διαλύθηκε, ούτε τα μέλη Του αφανίστηκαν, όπως όλων των άλλων νεκρών. Έτσι ο Ιωσήφ (ο από Αριμαθαίας) κατεβάζει το άγιο σώμα του Κυρίου μας και το θάβει μέσα σ’ ένα καινούριο μνήμα, σ’ έναν κήπο κοντά στους Ιουδαίους (που δεν ήταν άγνωστος στους Ιουδαίους). Τοποθετεί μάλιστα μπροστά στην είσοδο του μνήματος έναν υπερβολικά μεγάλο λίθο.
Εν τω μεταξύ οι Ιουδαίοι πλησιάζουν την Παρασκευή τον Πιλάτο και του λένε: «Κύριε, θυμηθήκαμε ότι εκείνος ο πλάνος είπε, όταν ζούσε, ότι θα αναστηθεί μετά από τρεις ημέρες. Σε παρακαλούμε λοιπόν, αφού έχεις την εξουσία, να διατάξεις τους στρατιώτες σου να ασφαλίσουν τον τάφο, (μην τυχόν και τον κλέψουν τη νύχτα οι μαθητές του κι υστέρα διαδώσουν ότι αναστήθηκε)». Αλίμονο, κακοί συκοφάντες! Αν ήταν λαοπλάνος, τότε γιατί δίνετε σημασία στα λόγια που είπε όσο ζούσε; Αφού πραγματικά πέθανε! (Τι έχετε να φοβηθείτε;). Άλλωστε πότε ο Ίδιος σας είπε «Θα αναστηθώ;» Μάλλον το συμπεράνατε μόνοι σας αυτό, απ’ το παράδειγμα του Ιωνά, που σας ανέφερε. Αχάριστοι άνθρωποι, πιστέψατε ότι αν ασφαλιστεί ο τάφος σίγουρα δε θα κλαπεί το σώμα Του. Μα δεν καταλαβαίνετε πως ό,τι κάνετε πρόκειται να στραφεί εναντίον σας;…
Έτσι ο Πιλάτος έδωσε την άδειά του κι αυτοί με μια στρατιωτική φρουρά σφράγισαν με επιμέλεια και ασφάλισαν τον τάφο. Κι αυτό έγινε κατά θεία οικονομία, ώστε οι φρουροί να είναι έμπιστοι των Ιουδαίων και το σφράγισμα του τάφου να γίνει απ’ τα δικά τους χέρια. Γιατί, αν η φρουρά δεν ήταν δική τους, θα μπορούσε να αμφισβητηθεί η Ανάσταση του Χριστού!
Όμως τώρα πλέον ο Άδης απ’ τον φόβο του στρέφεται προς τα πίσω και νιώθει ίλιγγο, γιατί αισθάνεται να βασανίζεται από μία δύναμη ασυγκρίτως ανώτερή του. Ύστερα από λίγο, επειδή κατάπιε άδικα το Χριστό, το στέρεο και ακρογωνιαίο λίθο, θα ξεράσει όλους εκείνους (τους ανθρώπους) που εδώ κι αιώνες κατέφαγε, με τους οποίους γέμισε την αχόρταγη και παμφάγο κοιλιά του.
Τῇ ἀνεκφράστῳ σου συγκαταβάσει, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.