ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Σάββατο, Μαρτίου 31, 2018


Τώρα, ὁ Χριστός κάθεται ἐπί πώλου ὄνου, εἶναι καθεζόμενος. Σᾶς ἔχω πεῖ καί ἄλλη φορά, ἡ θεολογία τοῦ καθεζομένου πού σημαίνει μιά βεβαιότητα. Σᾶς τό εἶχα πεῖ ὅταν εἴδαμε τήν Παναγία ἔνθρονο τήν ὥρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ἔχει λοιπόν ἐδῶ ὁ Χριστός μία βεβαιότητα πού ξέρει τί κάνει -καί μάλιστα ὑπενθυμίζουμε τό διάλογο πού ἔκανε λίγες μέρες πρίν ἀπό τήν πορεία πρός τά Ἱεροσόλυμα, ὅταν προανήγγειλε στούς μαθητές Του τά γεγονότα πού θά γίνουν καί ὁ Πέτρος προσπάθησε νά τόν ἀποτρέψει ἀπό αὐτό τό γεγονός καί ὁ Χριστός τοῦ εἶπε, «ὕπαγε ὀπίσω μου σατανᾶ». Ὁ Χριστός εἶχε μιά βεβαιότητα πού αὐτό πού θά γίνει, θά βγεῖ σέ μιά νίκη μπροστά. Ἔτσι λοιπόν, ὑπάρχει μιά βεβαιότητα ὅτι ἐδῶ δέν μπορεῖ νά ὑπάρχει ποτέ ἀποτυχία. Ὅποιος ζεῖ κοντά στήν Ἐκκλησία καί λειτουργεῖ τά γεγονότα χριστολογικά καί ἐκκλησιολογικά, δέν μπορεῖ ποτέ νά ἔχει ἀποτυχία. Τίποτα στήν Ἐκκλησία δέν ἔχει ἀποτυχία. Ἀποτυχημένοι εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι. Αὐτό πού κάνει ἡ Ἐκκλησία ποτέ δέν ἔχει ἀποτυχία. Δέν ὑπάρχει οὔτε ἀποτυχημένη ἐξομολόγηση, οὔτε ἀποτυχημένη Λειτουργία, τίποτα ἀπό ὅλα αὐτά. Ἀποτυγχάνουμε ἐμεῖς κατά τά μέτρα τῶν παθῶν μας. Ἡ Ἐκκλησία λειτουργεῖ πάντοτε ἄνευ τῆς συγκριτικῆς ἐπιτυχία-ἀποτυχία, ξεπερνάει αὐτά τά γεγονότα. Αὐτό σημαίνει μιά βεβαιότητα, λοιπόν.
π.Κων/νος Στρατηγόπουλος

Κυριακή των Βαΐων: Η κρίση μας





 Ο ευαγγελιστής Ιωάννης και θεολόγος παρουσιάζει τον Χριστό, ως φως πού έρχεται στον κόσμο συνεχώς και φωτίζει κάθε άνθρωπο και εξ άλλου ο Λουκάς στο γ΄ευαγγέλιο, τον ονομάζει "σημείον αντιλεγόμενον". Είναι φοβερή η σύνθεση αυτής της ευαγγελικής εικόνας των δύο ιερών ανδρών: Ένα φώς πού έρχεται στον κόσμο για να φωτίσει και να προσφέρει διχοστασία σε αυτούς πού βρίσκονται εν σκότει και σκιά θανάτου καθήμενοι.Είναι φανερό λοιπόν πώς η Αιώνια Επίσκεψη του Χριστού στον κόσμο των ανθρώπων είναι ένα σημείο κρίσης των ανθρώπων. Και από αυτή την αλήθεια δεν ξεφεύγει και η σημερινή του βαϊοφόρος είσοδος στην πόλη των Προφητών και των προσδοκιών.

Έρχεται ο αιώνιος Βασιλέας "πραΰς και σώζων", σαν ένας σιωπηλός Κριτής, πού όμως οδηγείται στο Κριτήριο. Η πανηγυρική ατμόσφαιρα και η πνευματική ερμηνεία των ύμνων,των προφητειών και των ψαλμών μας δίνει τέλεια την σημασία αυτού του ερχομού. Είναι το τέλος δηλ. η εκπλήρωση της ιστορίας του παλαιού κόσμου και η προαναγγελία του Νέου Κόσμου, πού έρχεται να εγκαινιάσει με την Θυσία και την Ανάσταση Του. Γι αυτό μετά βαΐων και κλάδων προσκαλούμαστε να υποδεχτούμε τον Επισκέπτη και να συστήσουμε εορτή και εκκλησία πανηγύρεως.Όμως σε αυτή την έξαλλη πανηγυρική στιγμή, το δάκρυ του Ιησού μας μεταφέρει σε ένα άλλο κλίμα και μια άλλη σφαίρα ερμηνείας.Γιατί ο Χριστός γνωρίζει αυτό πού δεν γνωρίζουμε. Έρχεται πανηγυρικά ο Βασιλιάς. Ποιός Βασιλιάς όμως; Ο Βασιλιάς του Πόνου. Η δόξα Του είναι ο Σταυρός Του. Και ο Σταυρός Του, ζυγός δικαιοσύνης. Στεκόμαστε εκ δεξιών Του για να πιούμε από το Αίμα Του και να αφθαρτοποιηθούμε ή εξ ευωνύμων Του, απελπισμένοι πού απαρνήθηκε κάθε εγκόσμια εξουσία για να τον λοιδωρήσουμε και να Τον αποστραφούμε. Όχι ίσως με λόγια. Η πασχάλια διάθεση μας είναι εορταστική και η θρησκευτική μας επιφάνεια δεν τολμά να ξεστομίσει λόγον βλασφημίας, ίσως. Ωστόσο, η ίδια η κατάσταση μας η πνευματική, η απουσία αληθινής αγάπης και έρωτος για τον Νυμφίο, η ακαρπία των έργων, όλη η επιπολαιότητα και η ματαιότητα της ζωής μας, βοά πώς είμαστε ίσως ανάξιοι μιας τέτοιας επισκέψεως και άγευστοι στην μύηση της Ζωής πού φέρνει ο Χριστός.Η ανθρώπινη φύσή μας απέχει από την ορθοδοξία. Η θρησκεία και η ρηχή θρησκευτικότητα καταπνίγει τα ωσαννά μέσα μας. Μοιάζουμε με αυτόν τον φανατικό όχλο του "άρον άρον σταυρωσον αυτόν", έστω και αν δεν το ομολογούμε. Ζούμε ή όχι την Εκκλησία; Έχουμε ή δεν έχουμε πίστη(=εμπιστοσύνη) σε Αυτον πού Πάσχει και εξουθενώνεται;

Ας μην γελιόμαστε. Η εποχή μας είναι η ίδια με αυτήν του Χριστού. Οι εποχές δεν αλλάζουν γιατί δεν αλλάζουν οι άνθρωποι. Όσο υπάρχει Ευαγγέλιο υπάρχει και η διαστροφή του. Ο δικός μας σιωνισμός είναι μια στρεβλή εικόνα για τον Χριστό, την Εκκλησία, το όραμα για την επι γης βασιλεία Του. Άνθρωποι θρησκευτικοί της συνήθειας. Χωρίς έρωτα, χωρίς ήθος φιλοκαλικό, χωρίς μυστηριακή μετουσίωση του ζην, μα με  απαιτήσεις και μέτρα και σταθμά  για την όποια εκκλησιαστική μας ζωή. Άνθρωποι όχι της εμπειρίας, αλλά της θρησκείας. 


Ένα τελευταίο ερώτημα για να μετρήσουμε την διάθεση και την διάκριση μας και να ζητήσουμε το έλεος του Θεού: Αν ζούσαμε στην εποχή της βαϊοφόρου εισόδου στα Ιεροσόλυμα ποιά θα ήταν η στάση μας; Θα δεχόμασταν τον Ιησού της Ναζαρέτ ως Χριστό Κυρίου, Βασιλέα του παντός; Έναν τριαντάχρονο μαραγκό από την επαρχιακή αμαρτωλή Γαλιλαία, εξουθενωμένο, επί πώλου όνου, πού τον εβάρυναν οι κατηγορίες του γεννημένου εν αμαρτίαις, σαμαρείτη, βλάσφημου,φίλου πορνών και τελωνών; Πώς πάει η θρησκευτική μας αφοσίωση και διάκριση και πόσος ο φόβος των Ιουδαίων;

Ο Ερχομός του Χριστού, ο αιώνιος Ερχομός του Φωτός μέσα στον κόσμο είναι μια μεγάλη Κρίση, μια μεγάλη μάχαιρα διανοιών.

Είναι ασφαλής η κάθε απάντηση μας ή θα έπρεπε σε σύγκριση με τους αληθινούς φίλους και μύστες του Θεού να ελεεινολογούμε την κατάσταση και τα προσωπικά στεγανά μας;Ας αξιωθούμε να συγκαταριθμηθούμε με τους φίλους του Θεού. Ας παραδοθούμε στο έλεος Του, στην εξάρτηση Του.Είναι η μόνη Σοφία και Αλήθεια αυτή η Ταπείνωση της απόλυτης παράδοσης και εμπιστοσύνης στον Θεό μας. Μυημένοι στον Σταυρό και την Ανάσταση να αξιωθούμε και την δική μας δικαίωση εν ημέρα κρίσεως.

Καλή Ανάσταση!



25-4-2013

Παρασκευή, Μαρτίου 30, 2018

Η αναγγελία του πάσχα,το νόημα του Σταυρού,ο θρίαμβος της Αγάπης-π. Αλεξ. Σμέμαν

Στην πρώτη Εκκλησία, το Σάββατο του Λαζάρου ονομαζόταν «αναγγελία του Πάσχα». Πραγματικά αυτό το Σάββατο αναγγέλει, προμηνύει, το υπέροχο φως και τη γαλήνη του επομένου Σαββάτου, του Αγίου και Μεγάλου Σαββάτου, που είναι ημέρα του Ζωηφόρου Τάφου.

Το πρώτο μας βήμα ας είναι η προσπάθεια να καταλάβουμε το εξής: ο Λάζαρος, ο φίλος του Ιησού Χριστού, είναι η προσωποποίηση όλου του ανθρωπίνου γένους και φυσικά κάθε ανθρώπου ξεχωριστά . Η Βηθανία, η πατρίδα του Λαζάρου, είναι το σύμβολο όλου του κόσμου, είναι η πατρίδα του καθενός. Ο καθένας από μας δημιουργήθηκε να είναι φίλος του Θεού και κλήθηκε σ’ αυτή τη θεϊκή Φιλία που είναι η γνώση του Θεού, η κοινωνία μαζί Του, η συμμετοχή στη ζωή Του. «Εν αύτω ζωή ην, και η ζωή ην το φως των ανθρώπων» (Ιω. 1, 4). Και όμως αυτός ο φίλος (ο άνθρωπος), τον οποίο τόσο αγαπάει ο Θεός και τον οποίο μόνο από αγάπη δημιούργησε , δηλαδή τον έφερε στη ζωή, τώρα καταστρέφεται, εκμηδενίζεται από μια δύναμη που δεν τη δημιούργησε ο Θεός: το θάνατο . Ο Θεός συναντάει μέσα στον κόσμο, που Αυτός δημιούργησε, μια δύναμη που καταστρέφει το έργο Του και εκμηδενίζει το σχέδιο Του. Έτσι ο κόσμος δεν είναι πια παρά θρήνος και πόνος, δάκρυα και θάνατος.

Πως είναι δυνατόν αυτό; Πως συνέβηκε κάτι τέτοιο; Αυτά είναι ερωτήματα που διαφαίνονται στη λεπτομερή διήγηση που κάνει ο Ιωάννης στο Ευαγγέλιο του για τον Ιησού Χριστό, όταν έφτασε στον τάφο του φίλου Του Λαζάρου. «Που τεθείκατε αυτόν; λέγουσι αυτώ · Κύριε έρχου και ίδε. Εδάκρυσεν ο Ιησούς». (Ιω. 11, 35). Γιατί, αλήθεια, ο Κύριος δακρύζει βλέποντας το νεκρό Λάζαρο αφού γνωρίζει ότι σε λίγα λεπτά ο ίδιος θα του δώσει ζωή; Μερικοί Βυζαντινοί υμνογράφοι βρίσκονται σε αμηχανία σχετικά με το αληθινό νόημα αυτών των δακρύων. Μιλάνε για δάκρυα που χύνει η ανθρώπινη φύση του Χριστού, ενώ η δύναμη της ανάστασης ανήκει στη θεϊκή Του φύση. Η Ορθόδοξη όμως Εκκλησία μας διδάσκει ότι όλες οι πράξεις του Χριστού ήταν «Θεανδρικές», δηλαδή θεϊκές και ανθρώπινες ταυτόχρονα. Οι πράξεις Του είναι πράξεις ενός και του αυτού Θεού-Ανθρώπου, του σαρκωμένου Υιού του θεού. Αυτός, λοιπόν, που δακρύζει δεν είναι μόνο Άνθρωπος αλλά και Θεός, και Αυτός που καλεί το Λάζαρο να βγει από τον τάφο δεν είναι μόνο Θεός αλλά και Άνθρωπος
ταυτόχρονα. Επομένως αυτά τα δάκρυα είναι θεία δάκρυα. Ο Ιησούς κλαίει γιατί βλέπει το θρίαμβο του θανάτου και της καταστροφής στον κόσμο το δημιουργημένο από τον Θεό.

«Κύριε, ήδη όζει…», λέει η Μάρθα και μαζί της οι παρεστώτες Ιουδαίοι, προσπαθώντας να εμποδίσουν τον Ιησού να πλησιάσει το νεκρό. Αυτή η φοβερή προειδοποίηση αφορά ολόκληρο τον κόσμο, όλη τη ζωή. Ο Θεός είναι η ζωή και η πηγή της ζωής. Αυτός κάλεσε τον άνθρωπο να ζήσει μέσα στη θεία πραγματικότητα της ζωής και εκείνος τώρα «όζει» (μυρίζει άσχημα). Ο κόσμος δημιουργήθηκε να αντανακλά και να φανερώνει τη δόξα του Θεού και εκείνος «όζει»…

Στον τάφο του Λαζάρου ο Θεός συναντά το Θάνατο, την πραγματικότητα που είναι αντι-ζωή, που είναι διάλυση και απόγνωση. Ο Θεός συναντά τον εχθρό Του, ο οποίος του απέσπασε τον κόσμο Του και έγινε ο ίδιος «άρχων του κόσμου τούτου». Και όλοι εμείς που ακολουθούμε τον Ιησού Χριστό, καθώς πλησιάζει στον τάφο του Λαζάρου, μπαίνουμε μαζί Του στη «δική Του ώρα» («ιδού ήγγικεν η ώρα…») · στην ώρα για την όποια πολύ συχνά είχε μιλήσει και την είχε παρουσιάσει σαν το αποκορύφωμα, το πλήρωμα ολοκλήρου του έργου Του.

Ο Σταυρός, η αναγκαιότητα του και το παγκόσμιο νόημα του αποκαλύπτονται με την πολύ σύντομη φράση του Ευαγγελίου: «και εδάκρυσεν ο Ιησούς…». Τώρα μπορούμε να καταλάβουμε γιατί δάκρυσε : αγαπούσε το φίλο Του Λάζαρο και γι’ αυτό είχε τη δύναμη να τον φέρει πίσω στη ζωή. Η δύναμη της Ανάστασης δεν είναι απλά μια θεϊκή «δύναμη αυτή καθ’ εαυτή», αλλά είναι δύναμη αγάπης, ή μάλλον η αγάπη είναι δύναμη.

Ο Θεός είναι Αγάπη και η Αγάπη είναι Ζωή. Η Αγάπη δημιουργεί Ζωή… Η Αγάπη, λοιπόν, είναι εκείνη που κλαίει μπροστά στον τάφο και η Αγάπη είναι εκείνη που επαναφέρει τη ζωή. Αυτό είναι το νόημα των θεϊκών δακρύων του Ιησού. Μέσα απ’ αυτά η αγάπη ενεργοποιείται και πάλι – αναδημιουργεί, απολυτρώνει, αποκαθιστά τη σκοτεινή ζωή του ανθρώπου: «Λάζαρε, δεύρο έξω!..» Προσταγή απολύτρωσης. Κάλεσμα στο φως. Ακριβώς γι’ αυτό το Σάββατο του Λαζάρου είναι το προοίμιο και του Σταυρού, σαν τη μέγιστη θυσία της αγάπης, και της Ανάστασης, σαν τον τελικό θρίαμβο της αγάπης.

Από το βιβλίο του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν, Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ, Σύντομη λειτουργική εξήγηση των ημερών της Μεγάλης Εβδομάδος. Εκδ. Ακρίτας 1990.

Το Σάββατο του Λαζάρου – π. Alexander Schmemann




…Μοναδική είναι η θέση του Σαββάτου — της έβδομης δηλαδή ημέρας — στη λειτουργική μας παράδοση: το διπλό χαρακτήρα του, σαν μέρα γιορτής και μέρα θανάτου. Είναι μια γιορτή γιατί μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο και στον χρόνο του, ο Χριστός «επάτησε» τον θάνατο και εγκαινίασε τη Βασιλεία Του, γιατί η Σάρκωσή Του, ο Θάνατος και η Ανάστασή Του, είναι το πλήρωμα της Δημιουργίας, από την οποία «αναπαύθηκε» ο Θεός στην αρχή. Το Σάββατο είναι μέρα θανάτου γιατί με το Θάνατο του Χριστού πέθανε και ο κόσμος: Έτσι η σωτηρία του, η ολοκλήρωσή του και η μεταμόρφωσή του κόσμου, βρίσκονται πέρα από τον τάφο, στον «ερχόμενο αιώνα». Όλα τα Σάββατα στο λειτουργικό χρόνο παίρνουν το νόημά τους από τα δυο αποφασιστικά Σάββατα: πρώτα από το Σάββατο της Ανάστασης του Λαζάρου, η οποία έγινε σ’ αυτόν τον κόσμο και αποτελεί την αναγγελία και τη βεβαιότητα της κοινής ανάστασης: Και ύστερα από το Άγιο και Μεγάλο Σάββατο του Πάσχα, οπότε ο ίδιος ο θάνατος μετατράπηκε σε «διάβαση» στην καινούργια ζωή της Νέας Δημιουργίας.

Την Παρασκευή της έκτης εβδομάδος των νηστειών «έρχεται ο Κύριος εις Βηθανίαν… …και γαρ εκεί εξαναστήσαι εκ τάφου Λάζαρον…» Η τελευταία εβδομάδα δηλαδή περνάει με πνευματική περισυλλογή πάνω στην ερχόμενη συνάντηση του Χριστού με το θάνατο — πρώτα στο πρόσωπο του φίλου Του Λαζάρου, έπειτα στο θάνατο του ίδιου του Χριστού. Πλησιάζει η «ώρα του Χριστού» για την οποία τόσο συχνά μιλούσε και προς αυτήν προσανατολιζόταν όλη η επίγεια διακονία Του….

Από το βιβλίο του π. Alexander Schmemann: Μεγάλη Σαρακοστή, πορεία προς το Πάσχα

Πέμπτη, Μαρτίου 29, 2018

«...αν ήταν δυνατόν, θα έβγαζα όλους από τον άδη, και μόνο τότε θ΄αναπαυόταν και θα χαιρόταν η ψυχή μου».

21540.jpg

Μου δόθηκε το ακόλουθο βίωμα: Όταν έχασε η ψυχή μου την ταπείνωση, έγινα ευέξαπτος.
Θυμόμουν όμως την ταπείνωση τού Χριστού και την διψούσα.
Άρχισα λοιπόν με το πένθος της μετανοίας και ικέτευα τον Θεό να με συγχωρέση και να με καθαρίση από το πνεύμα της υπεροψίας, χαρίζοντας μου την άγια ειρήνη Του. Κι όταν η ψυχή μου μίσησε τις αμαρτίες, τότε με δίδαξε το Άγιο Πνεύμα την αδιάλειπτη προσευχή και την αγάπη. Και ξέροντας πόσο αγαπά ο Κύριος το λαό Του, ιδίως τους νεκρούς, έχυνα κάθε βράδυ δάκρυα γι' αυτούς.   Πονούσε η καρδιά μου, που στερούνται οι άνθρωποι από τέτοιο σπλαχνικό Θεό.
Και μια φορά είπα στον πνευματικό: Λυπάμαι όσους υποφέρουν στον άδη και κλαίω κάθε νύχτα γι' αυτούς και τόσο καταπονείται η ψυχή μου, ώστε λυπάμαι ακόμα και για τους δαίμονες. Και ο πνευματικός μου απάντησε πως μια τέτοια προσευχή προέρχεται από την Χάρη τού Θεού .
Ενας ασκητής με ρώτησε «Κλαίς για τις αμαρτίες σου ;» Του λέω «Μάλλον λίγοι,οδύρομαι όμως πολύ για τους νεκρούς».
Τότε μου λέει εκείνος : «Κλαίγε για τον εαυτό σου,όσο για τούς άλλους θα τούς ελεήση ο Κύριος. Έτσι είπε ο ηγούμενος Μακάριος ».
Υπάκουσα κι άρχισα να κάνω όπως μού είπε,έπαψα να κλαίω για τους νεκρούς , αλλά τότε σταμάτησαν τα δάκρυα και για μένα τον ίδιο. Μίλησα γι αυτό το θέμα σ΄έναν άλλον ασκητή που είχε το χάρισμα των δακρύων .
Αγαπούσε να σκέφτεται πώς ο Κύριος, ο Βασιλιάς τής Δόξας, έπαθε τόσα πολλά για μας κι έχυνε άφθονα δάκρυα κάθε μέρα. Ρώτησα αυτόν τον ασκητή:«Θα ήταν καλό να προσεύχομαι για τους νεκρούς ; » Στέναξε και μού είπε :«Εγώ αν ήταν δυνατόν, θα έβγαζα όλους από τον άδη, και μόνο τότε θ΄αναπαυόταν και θα χαιρόταν η ψυχή μου». Και συγχρόνως έκανε μια χειρονομία σαν αν μάζευε στάχυα να θερίση, κι από τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα.
Από τότε έπαψα πια να αναχαιτίζω τα δάκρυα στις προσευχές μου για τους νεκρούς και μού ξανάρθαν τα δάκρυα και οδυρόμουν πολύ προσευχόμενος γι΄αυτούς.

( το κείμενο είναι τού αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου, Γέροντα Σωφρονίου "Ο γέροντας Σιλουανός", Ι.Μ.Τ,Προδρόμου Έσσεξ 1978 σελ 506.

Η φωτογραφία είναι από το παρεκκλήσι της Μεταμορφώσεως στην κορυφή του Άθωνα)

Ο μοναχός που σώθηκε επειδή ποτέ δεν κατέκρινε...



Κάποτε είχε πάει ένας κοσμικός στην Σκήτη των Καυσοκαλυβίων, για να γίνει Μοναχός. Οι Πατέρες όμως της Σκήτης δεν τον δέχονταν, γιατί, εκτός που ήταν ράθυμος και αμελής, ήταν και πολύ σκανδαλοποιός και δημιουργούσε συνέχεια θέματα. Επειδή εκείνος αναπαυόταν στην Σκήτη, παρακάλεσε τους Πατέρες να τον αφήσουν να μένει ως λαϊκός και να εργάζεται καμιά φορά.
Έτσι λοιπόν πέρασε την ζωή του με ραθυμία και αμέλεια μέχρι την ώρα του θανάτου του, που έπεσε πια στο κρεβάτι του και ψυχορραγούσε. Οι Πατέρες όμως του συμπαραστέκονταν και βρίσκονταν συνέχεια κοντά του.
Μια ημέρα ο ετοιμοθάνατος είχε έρθει σε έκσταση και έκανε νοήματα. Οι Πατέρες απορούσαν τί να συμβαίνει ! Όταν συνήλθε, τους διηγήθηκε το εξής φοβερό :
- Είδα τον Αρχάγγελο Μιχαήλ μ΄ ένα χαρτί στα χέρια του, που είχε όλες τις αμαρτίες μου, και μου είπε :
«Βλέπεις ; αυτά εδώ τα έκανες όλα, γι΄ αυτό ετοιμάσου να πας στην κόλαση».
Τότε εγώ του λέω : «Για κοίταξε, ανάμεσα σ΄ αυτά τα αμαρτήματα, υπάρχει το αμάρτημα της κατακρίσεως»;
Ψάχνεις ο Αρχάγγελος και μου λέει :
«Όχι, δεν υπάρχει».
«Οπότε, του λέω, δεν πρέπει να πάω στην κόλαση, σύμφωνα με αυτό που είπε ο Κύριος : «Μή κρίνετε, και ου μή κριθήτε» (Λουκ. ΣΤ΄, 37).
Τότε ο Αρχάγγελος Μιχαήλ έσχισε το χαρτί με τα αμαρτήματά μου. Έτσι, Πατέρες μου, θα πάω στον Παράδεισο. Όταν μου είχατε πει ότι δεν κάνω για Μοναχός, στην Σκήτη και εργαζόμουν ως λαϊκός και εκκλησιαζόμουν στο Κυριακό τις εορτές, είχα ακούσει τα λόγια του Ευαγγελίου Μή κρίνετε, ίνα μή κριθήτε (Ματθ. Ζ΄, 1), και είπα : «Ταλαίπωρε, τουλάχιστον αυτό να εφαρμόσεις», και αυτό με έσωσε δίχως άλλον κόπο.
Μόλις τελείωσε αυτά τα λόγια, παρέδωσε την ψυχή του στον Αρχάγγελο Μιχαήλ.
ΠΗΓΗ : + ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΑΓΙΟΡΕΙΤΑΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΑ, εκδ. ΙΕΡΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΥ «ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ», ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 1995, σ. 106 κ.ε.
από το ιστολόγιο ΤΡΙΒΩΝΙΟ

+γερ. Μωϋσής-Αγία υπομονή, οσία σιωπή...


Ο άνθρωπος είναι ένα μεγάλο μυστήριο. Σήμερα βροντοφωνάζει “ωσαννά” και μετά από λίγο “σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν”. 

Τραγικό πρόσωπο ο άνθρωπος. Προτιμά το ψέμα από την αλήθεια, σαρκάζει τον δημιουργό του, αγνωμονεί, υποδουλώνεται στα πάθη του. Ο άνθρωπος πνιγμένος στα προβλήματα, τις δραστηριότητες και τις πολλές σκέψεις δεν συγκινείται ούτε ενώπιον του σταυρού. Στη θέση του Θεού έχει τοποθετήσει την ηδονή, την επικράτηση, την κυριαρχία. Είναι τέλεια ελεύθερος ο άνθρωπος να δεχθεί ή να απορρίψει ό,τι θέλει.

Για μια ακόμη φορά εισερχόμεθα στη Μεγάλη Εβδομάδα. Ας μην εξαντλήσουμε τα “θρησκευτικά μας καθήκοντα” ανάβοντας ένα κερί ή περνώντας από μια εκκλησία. Ας σταθούμε λίγο στη σκιά του σταυρού. Μη σαν τους Ιουδαίους σκανδαλισθούμε από τον Σταυρωμένο ή μη κι εμείς, σαν τους ειδωλολάτρες, τον θεωρήσουμε μωρία. Πρέπει να περάσουμε οπωσδήποτε από τη Μεγάλη Παρασκευή, για να πάμε στη λαμπροφόρα Κυριακή του Πάσχα. Δεν υπάρχει ποτέ ανάσταση, αν δεν προηγηθεί σταυρός. Δεν μπορούμε να πάμε κατευθείαν στο Πάσχα. Και μη λησμονάμε ότι σύμβολο του χριστιανισμού είναι ο σταυρός. Ενώπιόν του ας γίνουμε όλοι πιο σώφρονες, συνετοί, σοβαροί, σεμνοί και ταπεινοί. 

Ο σταυρός μειώνει την ένταση των φωνών. Διδάσκει την αγία υπομονή και την οσία σιωπή.

Τετάρτη, Μαρτίου 28, 2018

Η Ανάσταση που άργησε...


ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ βράδυ. Ο Γέροντας, λαμπροφορεμένος, υποδεχόταν τον κόσμο και έ­παιρνε τις λειτουργίες. Είχε ετοιμάσει τα καντή­λια από νωρίς. Έτοιμα όλα, σβηστά. Άρχισε το "Ευλογητός", πήρε καιρό μέσα στά μαύρα του τα ράσα, με τους βοστρύχους των μαλλιών και των γενειών του να λάμπουν.
Σοβαρός-σοβαρός. Ανοι­γόκλεινε την πόρτα, παραπατούσε, αλλά έτρεχε κιόλας, προσκυνούσε τις Δεσποτικές εικόνες, τον θρόνο, έμπαινε στο Ιερό, έπαιρνε τις λειτουργί­ες, ψέλναμε τον Κανόνα "Κύματι θαλάσσης". Δεν είχε ο Γέροντας χρόνο κοσμικό, είχε χρόνο λει­τουργικό. Μαζευόταν ο κόσμος, πολύς κόσμος. Χριστιανοί, που τον αγαπούσαν, αλλά και άλλοι από την γειτονιά δρασκέλιζαν την μάντρα, σκύβον­τας από το μικρό πορτάκι, άρρωστοι, νοσοκόμες, γιατροί. Καθυστερούσε ο Γέροντας. Σβηστά τα φώτα. Ψέλναμε, ξαναψέλναμε, δεν έβγαινε να πη το "Δεῦτε, λάβετε φῶς". Έφευγα από το ψαλτήρι, να πάω στο Ιερό, μου έλεγε:"Ξέρω, ξέρω". Αδημο­νία. Οι άλλες εκκλησίες σήμαναν ήδη Ανάσταση, βαρελότα πέφτανε κι αυτός δεν έβγαινε."Ξέρω, ξέ­ρω", μου λέει."Όποιος θέλει να φύγη. Δέν μπορεί. Ας τους βάλουμε στην εκκλησία, τά προβατάκια του Χριστού μας, Βαγγέλη. Μέσα στην κιβωτό είναι μιά φορά τόν χρόνο. Ας καθυστερήσουν. Ψάλλε εσύ, ψάλλε". "Τά είπα, Γέροντα, πάλι καί πάλι".
Τέλος πάντων, βγήκε. Άλλο πανηγύρι. 'Εκουνούσε την λαμπάδα γελώντας, βλέποντας το φως. "Επεφταν οι Χριστιανοί κι εκείνος εκουνούσε την λαμπάδα του. Πήραν το φως, διαδόθηκε παντού, έξω στις αυλές. Ψέλναμε: "Τὴν Ἀνάστασίν Σου, Χριστέ Σωτήρ". Βγήκαμε, καθυστερούσε, χαιρε­τούσε, ευλογούσε, σταύρωνε. Ανέβηκε σ’ ένα πε­ζούλι, απέναντι από τον ναό, και πήγαινε πέρα-δώθε. Γελούσε, έλαμπε το πρόσωπο του, σωστό παιδί. Ό κόσμος περίμενε το Εύαγγέλιο.
Άφού «έπαιξε» κάμποσο, πηγαίνοντας πέρα-δώθε, εστάθη. Άνοιξε το Ευαγγέλιο, δόξασε την Αγία Τριάδα, διάβασε το κείμενο, το εωθινό, όχι το σύνηθες, αλλά το άλλο, το μεγαλύτερο. Δόξα σοι, είπε το "Χριστός Ἀνέστη", χτύπησαν οι καμ­πάνες. Δεν είχαν πολλά βαρελότα. Ψέλναμε όλοι, όλος ο λαός. Νέα χαρά τώρα. "Χριστός Ἀνέστη", φώναζε. Περιδιάβαινε στο πεζούλι, μετά χάθηκε στον κόσμο. Είχε πάει η ώρα 1:30. Μπήκαμε στην εκκλησία. "Ψάλτε, ψάλτε", έλεγε. Λιβάνιζε σε κάθε ωδή. Ψέλναμε τις Καταβασίες. Εάν μας ξέφευγε κανένα τροπάριο και το λέγαμε μόνο μια φορά, αυτός μας έλεγε: "Πές το πάλι". Μνημόνευε στήν πρόθεσι χιλιάδες ονόματα. Ειχε πάει 2:30 το πρωί. Ο κόσμος είχε εγκλωβιστεί. Μόνον οι Έλληνες ξέ­ρουν τι σημαίνει, να πας κάπου να αναστήσης και μετά να πας να φας. Ακόμα και οι Χριστιανοί θέ­λουν να είναι 2 η ώρα στο τραπέζι κι εμείς μόλις που είχαμε αρχίσει.
Είπα το "Ὅσοι εἰς Χριστόν", τον Απόστολο, δια­βάστηκε και το Ευαγγέλιο και ήρθε η ώρα των κατηχουμένων. Τρείς την νύχτα άρχισε να μνημονεύη τους ζωντανούς, χιλιάδες ονόματα. Πολλοί έφυγαν από την εκκλησία. Πήγε η ώρα 4:00 κι ακόμα να βγουν τα Άγια. Τέλος πάντων, ευδόκησε να πάψη τα μνημόνια. Βγήκαν τα Άγια κι άρχισε πάλι να μνημονεύη. Μπήκα στο Ιερό και μου λέει: "Χαίρον­ται, Βαγγέλη μου, χαίρονται οι πεθαμένοι". Κι εγώ του απαντώ: "Δεν ξέρω αν χαίρωνται οι πεθαμέ­νοι. Οι ζωντανοί όμως;". Μου λέει: "Χαίρονται κι αυτοί, Βαγγέλη μου, ψάλλε, ψάλλε". Καί τι να ψάλλω; Περίμενα να τελειώση.
Τελείωσε, μας κοινώνησε όλους, μας έδωσε ό­λα του τα κρασιά και τα πρόσφορα και τ' αυγά, και φύγαμε κατά τις 5:00. Σκέφθηκα: "Δεν ξανάρχομαι του χρόνου, απαπαπα!!!". Τον επόμενο χρόνο δεν λειτούργησε. Ήταν η τελευταία πασχαλιάτικη Λειτουργία, που έκανε μόνος του, με το ποίμνιό του, ο ποιμένας ο καλός, ο ευλογημένος.»
Πηγή: Σίμωνος Μοναχού, π. Ευμένιος – ο κρυφός Άγιος της εποχής μας, Αθήναι 2009, σσ. 110-114.
εδώ

Τρίτη, Μαρτίου 27, 2018

Λίγες ταπεινές σκέψεις για τον Άγιο μας…

Ο άγιος Σάββας δεν ήξερε από κοινωνικές αναλύσεις, ψυχοθεραπείες, φιλοσοφίες καλής ζωής και νοήματα υπάρξεως. Δεν γνώριζε απο ακτιβισμούς, θεολογικές εκδηλώσεις, ηθικά κηρυγματάκια και ποιμαντικές εισηγήσεις και δράσεις της ρουτίνας και της επίδειξης, και πως να κάνουμε τους ακροατές και τους οπαδούς μας «καλύτερους ανθρώπους» πού εμείς θαυμάζουμε και προσκυνάμε χάσκοντας τη σήμερον, θεωρώντας τα όλα αυτά συστατικά μιας πετυχημένης ποιμαντικής.Όλοι αυτοί οι άγιοι, οι άξιοι εργάτες του αμπελώνος ήξεραν να κρύβουν τον εαυτό τους για να δείχνουν ΜΟΝΟΝ τον Χριστό!!!Το μόνο πού τους ένοιαζε και τους έκαιγε ήταν να θεραπεύσουν την πληγή άνθρωπο και να τον βάλουν στην βασιλεία του Χριστού. Μόνον Χριστός υπήρχε για αυτούς και η αγωνία να κληρονομήσουν όλοι την βασιλεία Του, να βρούν την πραγματική χαρά. Γι αυτό και τον εαυτό τους τον άφηναν απ έξω. Ο άγιος Σάββας κοιμήθηκε σε ένα ταπεινό κελί, περιστοιχιζόμενος από απλούς ανθρώπους και αποκεκρυμμένος από το φως της δημοσιότητας. Όταν έφυγε πίσω του δεν άφησε επιστημονικά συγγράμματα ,συνεντεύξεις και οπαδούς ενθουσιώδεις, αλλά ένα μοναστήρι, παράδοση Χριστού στα πνευματικά του παιδιά και μηδενική -κυριολεκτικά μηδενική- υλική περιουσία,απόδειξη ιδανικής ακτημοσύνης και πλήρους εμπιστοσύνης στην πρόνοια του Θεού.Ίδιον των αγίων Νηπίων.
Ο άγιος να μας σκέπει και να μας περιέπει όλους με την αγάπη του. Κάμπτεται στις δεήσεις των ασθενούντων και ευμενίζεται στις προσευχές των δυστυχισμένων, ώσπερ ιλαρός δότης της αγάπης του πρώτου Αγαπήσαντος Χριστού.
Άγιε μου φωτεινέ, φώτισον καμού τον βαθύ ζόφον!

δημοσιεύτηκε σήμερα στην ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

Δευτέρα, Μαρτίου 26, 2018

Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα-+μον.Λεβ Ζιλέ


Ερχόμενος ο Κύριος προς το εκούσιον πάθος, τοις αποστόλοις έλεγεν εν τη οδώ· ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα και παραδοθήσεται ο Υιός του ανθρώπου, καθώς γέγραπται περί αυτού. Δεύτε ουν και ημείς, κεκαθαρμέναις διανοίαις, συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν και νεκρωθώμεν δι’ αυτόν ταις του βίου ηδοναίς, ίνα και συζήσωμεν αυτώ, και ακούσωμεν βοώντος αυτού, ουκέτι εις την επίγειον Ιερουσαλήμ δια το παθείν, αλλά αναβαίνω προς τον Πατέρα μου και Πατέρα υμών και Θεόν μου και Θεόν υμών, και συνανυψώ υμάς εις την άνω Ιερουσαλήμ, εν τη Βασιλεία των ουρανών.
Ο Ιησούς παίρνει παράμερα τους δώδεκα και τους λέει: «Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα και ο Υιός του ανθρώπου παραδοθήσεται» (Ματθ. 20, 18).
Το Ευαγγέλιο υποδηλώνει ότι τα λόγια αυτά ελέχθησαν ιδιαιτέρως. Ο Ιησούς εμπιστεύθηκε το μυστικό του ταξιδιού στους Αποστόλους κι όχι σε όλους τους μαθητές. Το εμπιστεύθηκε καθώς προχωρούσαν στον ανηφορικό δρόμο.
Ασφαλώς ο Ιησούς περιμένει από κάθε χριστιανό να συμφιλιωθεί με το αποφασιστικό γεγονός πού έλαβε χώρα στην Ιερουσαλήμ. Αλλα ο Ιησούς παραμένει ο Κύριος του χρόνου και των ατομικών κλήσεων. Διαλέγει την ώρα πού προσκαλεί το μαθητή του να γίνει κοινωνός του προνομίου των Αποστόλων και ν’ ανεβή μαζί του στα Ιεροσόλυμα εν όψει του οδυνηρού τέλους. Πόσοι χριστιανοί έχουν ανοίξει τ’ αυτιά τους σ’ αυτήν την πρόσκληση; Πόσοι έχουν συλλάβει την αλήθεια πώς εκείνο που έγινε τότε στην Ιερουσαλήμ, αυτό που εξακολουθεί να γίνεται στην αιώνια, την αόρατη Ιερουσαλήμ, είναι το σπουδαιότερο που υπάρχει στον κόσμο;
Κύριε Ιησού, έχω ακούσει την πρόσκληση. Με πήρες παράμερα στο δρόμο. Θέλεις ν’ απομονωθώ από τους άλλους ανθρώπους (για να τους συναντήσω καλύτερα) και να σε συνοδεύσω στο τέρμα του ταξιδιού σου. Του ταξιδιού σου του οποίου μου αποκαλύπτεις – και θα μου αποκαλύπτεις όλο και πιο πολύ – το νόημα και τις διάφορες πλευρές.

Κύριε, από σήμερα και πέρα θέλω – με τη χάρη σου – η άνοδος στην Ιερουσαλήμ κι αυτά που θα δω και θ’ ακούσω για σένα κατά τη διάρκεια της υπέρτα της και τελευταίας εβδομάδος ν’ αποτελέσουν το κυρίαρχο ενδιαφέρον της ζωής μου. Τον τύπο όλου του υπολοίπου. Τον κύκλο τον κλειστό και ταυτόχρονα απέραντο οπού κλείνονται όλα τα’ άλλα και του οποίου συ είσαι το κέντρο.
Ιδού! Εγκαταλείπω πίσω μου κάθε τι που αναζήτησα και ακολούθησα. Κοίταξε! Πετάω σαν άχρηστο στο παρελθόν κάθε τι που δεν μπορεί να ενσωματωθεί στο μεγάλο μυστήριο του Πάσχα, όπου θέλεις να φθάσω. Ιδού ανεβαίνω μαζί σου στην Ιερουσαλήμ. Τώρα πλέον «σιγησάτω πάσα σαρξ».
Η διήγηση του τελευταίου Πάσχα και του Πάθους εισάγεται στο τέταρτο Ευαγγέλιο μ’ αυτές τις λέξεις: «ο Ιησούς αγαπήσας τους ιδίους τους εν τω κοσμώ εις τέλος ηγάπησεν αυτούς» (Ιωάν. 13, 1). Εις τέλος. Ο Ιησούς δεν αγάπησε απλώς τους ανθρώπους μέχρι την τελευταία στιγμή της επίγειας ζωής του. Άλλα τους αγάπησε μ’ έναν τρόπο τέλειο, πλήρη, ολοκληρωτικό, οριστικό. Τους αγάπησε στο μέγιστο, στο maximum. Στο Πάθος του έδωσε όλο το πλήρωμα της αγάπης του. Εκεί ακριβώς και η αναζήτηση του Ιησού από το μαθητή του είναι ή πιο βαθειά κι η πιο καρποφόρα. Εκεί ανακαλύπτω πόσο -και έναντι ποιου τιμήματος- έχω αγαπηθεί. Στη θυσία του ο Αμνός του Θεού είναι αμνός στον ύψιστο βαθμό και φανερώνεται σαν αμνός.
Κύριε, δείξε μου τον Αμνό.

ΔΙΑΚΟΝΗΜΑ

Κυριακή, Μαρτίου 25, 2018

Ο ΛΟΓΟΣ ΣΑΡΞ ΕΓΕΝΕΤΟ


Με τη σάρκωση του Λόγου έχουμε ένα θείο υπερφυσικό γεγονός που εισβάλλει στο φυσικό και πεπτωκότα κόσμο μας. Αλλ’ αυτό δεν είναι γεγονός της πεπτωκυϊας μας φύσης και δεν εμπίπτει στις διαδικασίες και λειτουργίες της αμαρτωλής ανθρώπινης πραγματικότητας.Για τις συνθήκες και τους νόμους του πεπτωκότος κόσμου είναι αδύνατο οιαδήποτε σύλληψη και γέννηση να μην υπεισέρχεται στις φυσιολογικές διαδικασίες του «πολλαπλασιασμού του είδους». Η σάρκωση όμως του Λόγου, για τα ιερά κείμενα, δεν έχει την έννοια της διαιώνισης του «ιστορικού είδους» του πεπτωκότος Αδάμ. Το «γεννώμενον δεν έρχεται να συμπληρώσει τη γραμμή των «υιών της απωλείας», αλλ’ έρχεται ως «Υιός Θεού» και γι’ αυτό απαρχής «άγιον κληθήσεται», αφού είναι «καρπός» της «δυνάμεως του Υψίστου», κατά το κείμενο, και της συγκεκριμένης «επελεύσεως του Αγίου Πνεύματος». Το «επί σε» κάνει το γεγονός συγκεκριμένο και προσωπικό μέσα στον ιστορικό χρόνο. Έτσι, ο Ιησούς Χριστός δεν είναι καρπός και γέννημα του πρώτου Αδάμ και του πεπτωκότος ανθρώπου. Έρχεται στην ιστορία ως ο «δεύτερος και έσχατος Αδάμ» και γίνεται «γενάρχης» και «πρωτότοκος» μιας νέας ανθρωπότητας, ενός νέου εσχατολογικού «γένους», εκείνου του λαού του Θεού και της Εκκλησίας.
Στο διάλογο Αγγέλου και Μαρίας και στην αναγγελία της γέννησης του Ιησού Χριστού έχουμε και την αρχαγγελική επιβεβαίωση, ότι «ουκ αδυνατήσει παρά τω Θεώ παν ρήμα». Στο ερώτημα για το «αδύνατον» του ανθρώπου, «πως έσται τούτο», έρχεται η απάντηση για το «δυνατόν» του Θεού, «ουκ αδυνατήσει παν ρήμα». Εδώ το «αδύνατο» της ανθρώπινης φύσης και το «ακατανόητο» του ιστορικού γεγονότος υπερβαίνονται ουσιαστικά μέσα στη «νέα λογική» του θαύματος. Εκεί κατανοούνται τα πάντα μόνο με την πράξη της αποδοχής. Και όταν μιλάμε εδώ για «θαύμα», δεν εννοούμε κάποια «κατάλυση» του φυσικού μας κόσμου και των νόμων του, έστω και αν υπερβαίνεται συγκεκριμένα η «φυσική τάξη». Γιατί το θαύμα, μπορούμε να πούμε, πως βρίσκεται στην κατ’ ουσία «φύση» των πραγμάτων.
Με το «θαύμα», το οποιοδήποτε θαύμα, έχουμε την πραγματική επάνοδο της δημιουργίας στην πλέον «κατά φύσιν» πραγματικότητά της, στην κατάσταση της «αποκατάστασης» και «παλιγγενεσίας» της δημιουργίας, από την αλλοτρίωση, τη φθορά και το θάνατο, που όλα αυτά σημαίνουν μ’ ένα λόγο «πτώση», στη νέα «εδεμική κατάσταση» της Βασιλείας του Θεού. Ο Λόγος παίρνει «σάρκα» με τον Ευαγγελισμό («ο Λόγος σάρξ εγένετο», Ιωάν. 1, 14), γεννιέται ως άνθρωπος, εισέρχεται στην ιστορία και στον κόσμο της φθοράς, πεθαίνει πάνω στο σταυρό, αλλά δεν γίνεται κόσμος πτωτικός, δηλαδή «σάρκα», φθορά και θάνατος. Με το Σώμα του και το Θάνατό του καταλύεται η φθορά και ο θάνατος στην κατ’ ουσία έννοια της ανθρώπινης φύσης. Έτσι, το κακό νικιέται και δεν διαιωνίζεται. Η φθορά και ο θάνατος εγκλωβίζονται στην ιστορική και κοσμική πραγματικότητα, όπου και αναιρούνται με την ανάσταση και δεν επεκτείνονται στην αιωνιότητα.
Από το βιβλίο
«Η ιστορική πορεία του Ιησού»
Γεωργίου Π. Πατρώνου

Σάββατο, Μαρτίου 24, 2018

H μεγαλύτερη νίκη του Κολοκοτρώνη


Στ.Πολίτη,οι τελευταίες ημέρες του Κολοκοτρώνη
 
 ...Στη συνέχεια, σαν καλός Χριστιανός έσπευσε να συγχωρεθεί με το Μέξη. Το ίδιο έκανε και με τον Κουντουριώτη στην Ύδρα. Η βαθιά του Πίστη τον έκανε πάντα να συγχωρεί. Όπως εξιστορεί και ο Π. Σούτσος «κατά τα τελευταία έτη της ζωής του υπήρξε απλούς, αθώος και ήπιος, ως βρέφος … Φιλιότανε με τους παλιούς εχθρούς του και με κάθε άνθρωπο που είχε ψυχραθεί». Όμως πάντα ήταν πραγματικά ανεξίκακος. Κάποτε πολλά χρόνια πριν, τον είχε πλησιάσει αυτός που είχε σκοτώσει τον αδελφό του εκτελώντας εντολή των Τούρκων. Πίστευε ίσως ότι ο Γέρος του Μοριά δεν θα τον αναγνώριζε. Ήταν μάλιστα τόσο το θράσος του που φορώντας τον ολόχρυσο ντουλαμά του θύματος, τόλμησε να του ζητήσει και μια χάρη. Ο Κολοκοτρώνης αναστέναξε βαθιά. Άλλος θα όρμαγε πάνω του να τον σκοτώσει. Αυτός όμως έκανε το αντίθετο. Τον δέχθηκε με την καλοσύνη και την ταπεινότητα που του υπαγόρευε το μεγαλείο της γενναίας ψυχής του. Δεν τον εξυπηρέτησε μόνο, αλλά τον κράτησε φιλόξενα και για βραδινό φαγητό.

Στο ίδιο τραπέζι έκατσε κι η μάνα του. Μόλις αναγνώρισε το χρυσοκέντητο επενδύτη του δολοφονημένου παιδιού της, ξέσπασε σε κλάματα. Μέσα στη δικαία της αγανάκτηση τα έβαλε με τον Στρατηγό. «Πώς βάζεις στο τραπέζι μας το φονιά του αδελφού σου;» του είπε μέσα από τα αναφιλητά της. Αμέσως όμως πήρε μια αληθινά Χριστιανική απάντηση από το στόμα του μεγαλόψυχου γιου της: «Σώπασε μάνα, εγώ τον συγχώρεσα και αυτό το τραπέζωμα είναι το καλύτερο μνημόσυνο για τον μακαρίτη τον αδελφό μου!» και μη μπορώντας να κρατηθεί άλλο πια, ξέσπασε και εκείνος σε κλάματα.

Τώρα που πλησίαζε το πέρασμα του στην άλλη ζωή, ήθελε να συγχωρέσει και το μεγαλύτερο εχθρό του. Ποιος ήταν αυτός; Ο Κωνσταντίνος Σχινάς. Αυτός που σαν Υπουργός Δικαιοσύνης προσπαθούσε να εξαναγκάσει τους δικαστές να τον καταδικάσουν σε θάνατο. Μόνο δύο ήταν εκείνοι που δεν υπέκυψαν. Ο μόλις 32 ετών Πρόεδρος Αναστάσιος Πολυζωίδης είχε απαντήσει τότε στον Υπουργό: «Εν ονόματι της δικαιοσύνης, και του ιερού προσώπου του Βασιλέως δεν υπογράφω την καταδίκη! Προτιμώ να μου κόψουν το χέρι!». Το ίδιο απόλυτος ήταν και ο άλλος επίσης έντιμος δικαστής, ο Γεώργιος Τερτσέτης. «Δεν θα μας βρείτε συνεργούς στη δολοφονία δύο ανθρώπων!» Μ’ αυτά τα λόγια είχε απαντήσει στον Υπουργό εννοώντας τον Κολοκοτρώνη και το συγκατηγορούμενο του, Δημήτριο Πλαπούτα. Ο Κωνσταντίνος Σχινάς που είχε γίνει Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο, βλέποντας τον Αρχιστράτηγο της Επαναστάσεως μπροστά του λύγισε. Συναισθάνθηκε το μεγάλο του σφάλμα. Τότε ο Γέρος με ένα βλέμμα γαλήνιο γεμάτο καλοσύνη και ανωτερότητα προχώρησε κοντά του, τον αγκάλιασε και το φίλησε δίνοντας του για πάντα τη συγχώρεση. 

ΣΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΥΠΕΡΕΝΔΟΞΗΣ ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ ΜΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΜΑΡΙΑΣ. Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου




1. Πάλι σήμερα ἔχουμε χαρμόσυνες εἰδήσεις, πάλι ἔχουμε μηνύματα ἐλευθερίας, πάλι ἔχουμε μία ἀνάκληση ἀπὸ τὴν πτώση καὶ μία ἐπάνοδο στὴ ζωή, μία ὑπόσχεση εὐφροσύνης καὶ μία ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὴδουλεία. Ἕνας ἄγγελος συνομιλεῖ μὲ τὴν Παρθένο, γιὰ νὰ μὴν ξαναμιλήσει ὁ διάβολος μὲ γυναίκα. Λέει ἡ Γραφή· «Τὸν ἕκτο μήνα τῆς ἐγκυμοσύνης τῆς Ἐλισάβετ στάλθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ σὲμία παρθένο, ποὺ ἦταν μνηστευμένη μὲ ἕναν ἄνδρα». Στάλθηκε ὁ Γαβριήλ, γιὰ νὰ ἀποκαλύψει τὴν παγκόσμια σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Στάλθηκε ὁ Γαβριήλ, νὰ φέρει στὸν Ἀδὰμ τὴ βέβαιη ἀποκατάστασή του. Στάλθηκε ὁ Γαβριήλ, στὴν παρθένο, γιὰ νὰ μεταβάλει τὴν ἀτιμία τοῦ γυναικείου φίλου σὲ τιμή. Στάλθηκε ὁ Γαβριήλ, γιὰ νὰ προετοιμάσει τὸν νυμφικὸ θάλαμο, ὥστε νὰ εἶναι ἀντάξιος γιὰ τὸν ἀμόλυντο Νυμφίο. Στάλθηκε ὁ Γαβριήλ, γιὰ νὰ συντελέσει νὰ νυμφευθεῖ τὸ πλάσμα μὲ τὸν πλάστη.

Στάλθηκε ὁ Γαβριήλ, στὸ ἔμψυχο παλάτι τοῦ βασιλιᾶ τῶν ἀγγέλων. Στάλθηκε ὁ Γαβριὴλ στὴν παρθένο ποὺ ἦταν ἀρραβωνιασμένη μὲ τὸν Ἰωσήφ, ἀλλὰ ποὺ προοριζόταν γιὰ τὸν Ἰησοῦ, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Στάλθηκε ὁ ἀσώματος δοῦλος σὲ ἀμόλυντη παρθένο. Στάλθηκε ὁ χωρὶς ἁμαρτίες σ’ αὐτὴν ποὺ δὲν θὰ γνώριζε τὴ φθορά. Στάλθηκε ὁ λύχνος, γιὰ νὰ ἀναγγείλει τὸν ἥλιο τῆς δικαιοσύνης. Στάλθηκε ὁ ὄρθρος, ποὺ ἔρχεται πρὶν ἀπὸ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας. Στάλθηκε ὁ Γαβριήλ, γιὰ νὰ διαλαλήσει αὐτὸν ποὺ βρίσκεται στοὺς κόλπους τοῦ Πατέρα καὶ στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μητέρας. Στάλθηκε ὁ Γαβριήλ, γιὰ νὰ δείξει αὐτὸν ποὺκάθεται σὲ θρόνο ἀλλὰ καὶ σὲ σπηλιά. Στάλθηκε ἕνας στρατιώτης, γιὰ νὰ διατυμπανίσει τὸ μυστήριο τοῦ μεγάλου βασιλιᾶ. Χαρακτηρίζω μυστήριο αὐτὸ ποὺ γίνεται κατανοητὸ μὲ τὴν πίστη καὶ δὲν ἐξερευνᾶται μὲ τὴ φιλομάθεια, πρόκειται γιὰ μυστήριο ποὺ εἶναι ἄξιο προσκυνήσεως καὶ ὄχι σχολαστικῆς ἐξετάσεως, δηλαδὴ γιὰ μυστήριο ποὺ εἶναι ἀντικείμενο θεολογικῆς ἔρευνας καὶ ὄχι γιὰ κάτι ποὺ ὑπόκειται σὲ ἀκριβῆμέτρηση.

2. « Τὸν ἕκτο μήνα στάλθηκε ὁ Γαβριὴλ στὴν παρθένο». Ποιὸν ἕκτο μήνα; Ποιόν; Ἀπὸ τότε ποὺ ἡ Ἐλισάβετ δέχθηκε τὸ χαρμόσυνο μήνυμα, ἀπὸ τότε ποὺ συνέλαβε τὸν Ἰωάννη. Ἀπὸ ποῦ τὸ συμπεραίνουμε αὐτό; Τὸ ἀποκαλύπτει ὁ ἴδιος ὁ ἀρχάγγελος ὅταν λέει στὴν Παρθένο· « νά, ἡ Ἐλισάβετ ἡ συγγενής σου καὶ αὐτὴ συνέλαβε γιὸ στὰ γεράματά της. Κι αὐτὸς εἶναι ὁ ἕκτος μήνας τῆς ἐγκυμοσύνης της, αὐτῆς ποὺθεωροῦνταν στείρα». Ὁ ἕκτος μήνας λοιπὸν εἶναι ὁ ἕκτος μήνας ἀπὸ τὴ σύλληψη τοῦ Ἰωάννη. Ἔπρεπε λοιπὸν ὁ στρατιώτης νὰ φθάσει πρῶτος, ἔπρεπε ὁ ἀκόλουθος νὰ προηγηθεῖ, ἔπρεπε νὰ προπορευθεῖ αὐτὸς ποὺ θὰ ἀποκάλυπτε τὴ δεσποτικὴ παρουσία.

«Τὸν ἕκτο μήνα στάλθηκε ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ στὴν Παρθένο, ποὺ ἦταν ἀρραβωνιασμένη μὲ ἕναν ἄνδρα», ἀρραβωνιασμένη ὄχι παντρεμένη· ἀρραβωνιασμένη, ἀλλὰ ἄθικτη. Γιατί ἦταν ἀρραβωνιασμένη; Γιὰ νὰ μὴ μάθει πολὺ γρήγορα ὁ διάβολος τὸ μυστήριο. Γιὰ τὸ ὅτι ἐπρόκειτο διὰ μέσου Παρθένου νὰ ἔλθει ὁ Βασιλιάς, αὐτὸ τὸ γνώριζε ὁ πονηρός, γιατί εἶχε ἀκούσει τὶς προφητεῖες τοῦ Ἠσαΐα ποὺ ἔλεγαν· « Νά, θὰ συλλάβει ἡ παρθένος καὶ θὰ γεννήσει γιό». Κάθε φορά λοιπόν, ὅπως εἶναι φυσικό, ἐξέταζε ὅ,τι ἀναφερόταν στὴν παρθένο, ὥστε ὅταν ἀντιληφθεῖ ὅτι ὁλοκληρώνεται αὐτὸ τὸ μυστήριο, νὰ προετοιμάσει τὶς κατηγορίες του. Γιʼ αὐτὸ ὁ Δεσπότης ἦλθε στὴ γῆ διὰ μέσου ἀρραβωνιασμένης, γιὰ νὰ ξεγελάσει δηλαδὴ τὸν πονηρό, ἀφοῦ αὐτὴ ὄντας ἀρραβωνιασμένη ἐξασφάλιζε αὐτό.

3. «Τὸν ἕκτο μήνα στάλθηκε ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ σὲ μία Παρθένο, ποὺ ἦταν ἀρραβωνιασμένη μὲ κάποιον ποὺ λεγόταν Ἰωσήφ». Ἄκουσε, ἀκροατή, τί λέει ὁ προφήτης γιʼ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο καὶ γιʼ αὐτὴν τὴν παρθένο. «Θὰ δοθεῖ αὐτὸ τὸ κλειστὸ βιβλίο σὲ ἕναν ἄνθρωπο, ποὺ γνωρίζει γράμματα». Τί σημαίνει κλειστὸ βιβλίο, ἢ τί σημαίνει γενικὰ ἡ ἀμόλυντη παρθένος; Ἀπὸ ποιοὺς θὰ δοθεῖ; Εἶναι φανερὸ πὼς θὰδοθεῖ ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς. Σὲ ποιόν; Στὸν Ἰωσὴφ τὸν μαραγκό. Οἱ ἱερεῖς λοιπὸν ἀρραβώνιασαν τὴ Μαρία μὲ τὸν Ἰωσήφ, ἐπειδὴ ἦταν σώφρονας, καὶ τὴν ἔδωσαν σ’ αὐτὸν περιμένοντας τὸν καιρὸ τοῦ γάμου καὶ αὐτὸς βέβαια ἐπρόκειτο παίρνοντας τὴν νὰ φυλάξει ἀμόλυντη τὴν Παρθένο. Αὐτὸ πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια ὁ προφήτης τὸ προφήτεψε· «Θὰ δοθεῖ αὐτὸ τὸ κλειστὸ βιβλίο σὲ ἕναν ἄνθρωπο, ποὺ γνωρίζει γράμματα» καὶὁ ὁποῖος θὰ πεῖ· «δὲν μπορῶ νὰ τὸ διαβάσω». Γιατί Ἰωσὴφ δὲν μπορεῖς; Αὐτὸς θὰ ἀπαντήσει· «Δὲν μπορῶ νὰ τὸ διαβάσω, γιατί τὸ βιβλίο εἶναι κλειστό». Γιὰ ποιὸν φυλάγεται; «Φυλάγεται γιὰ κατοικία τοῦΔημιουργοῦ τοῦ σύμπαντος».

4. Ἀλλὰ ἂς ξαναγυρίσουμε στὸ θέμα μας. «Τὸν ἕκτο μήνα στάλθηκε ὁ Γαβριὴλ στὴ Παρθένο» καὶ εἶχε πάρει περίπου τέτοιες ἐντολὲς ἀπὸ τὸν Θεό. «Ἔλα λοιπόν, ἀρχάγγελε, γίνε ὑπηρέτης τοῦ φοβεροῦ καὶκρυμμένου μυστηρίου, ἐξυπηρέτησε τὸ θαῦμα. Βιάζομαι ἐξαιτίας τῆς εὐσπαχνίας μου νὰ κατέβω ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ νὰ ἀναζητήσω τὸν πλανεμένο Ἀδάμ. Ἡ ἁμαρτία ἐξασθένησε τὸν ἄνθρωπο, ποὺ πλάσθηκε σύμφωνα μὲ τὴν εἰκόνα μου, σάπισε τὸ δημιούργημα τῶν χεριῶν μου καὶ θάμπωσε τὴν ὀμορφιὰ πού ἔπλασα. Ὁ λύκος κατατρώει τὸ δημιούργημά μου, εἶναι ἔρημη ἡ θέση του στὸν παράδεισο, τὸ δένδρο τῆς ζωῆς φυλάγεται ἀπὸ τὴν πύρινη ρομφαία, ἔχει κλείσει πιὰ ὁ τόπος τῆς τρυφῆς. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐλεήσω τὸν κατατρεγμένο ἄνθρωπο καὶ νὰ συλλάβω τὸν ἐχθρὸ διάβολο. Ἐπιθυμῶ αὐτὸ τὸ μυστήριο νὰ μὴν τὸ μάθουν ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις, σὲ σένα μόνο τὸν ἐμπιστεύομαι. Πήγαινε λοιπὸν στὴν παρθένο Μαρία. Πήγαινε στὴ ζωντανὴ πόλη, γιὰ τὴν ὁποία ὁ προφήτης ἔλεγε· «Πόλη τοῦ Θεοῦ, δοξασμένα καὶ ἐξαίσια εἰπώθηκαν γιὰ σένα». Πήγαινε στὸν λογικό μου παράδεισο, πήγαινε πρὸς τὴν πύλη τῆς ἀνατολῆς, πήγαινε στὸ ἄξιο κατοικητήριο τοῦ Λόγου μου, πήγαινε στὸν δεύτερο οὐρανὸ ποὺ βρίσκεται πάνω στὴ γῆ, πήγαινε στὸἐλαφρὸ καὶ ταχυκίνητο σύννεφο, πληροφόρησε τὴν γιὰ τὴ βροχὴ τῆς παρουσίας μου, πήγαινε στὸ ἁγίασμα ποὺ ἑτοιμάστηκε γιὰ μένα, πήγαινε στὸν νυμφικὸ κοιτώνα τῆς ἐνανθρωπήσεως, πήγαινε στὸν ἀμόλυντο νυμφικὸ κοιτώνα τῆς κατὰ σάρκα γεννήσεώς μου. Μίλησε στὰ αὐτιὰ τῆς λογικῆς κιβωτοῦ, προετοίμασέ τα νὰ μ’ ἀκούσουν χωρὶς νὰ τὰ τρομάξεις, οὔτε νὰ ταράξεις τὴν ψυχὴ τῆς Παρθένου. Κόσμια ἐμφανίσου στὸν ἔμψυχο ναό μου, πὲς σ’ αὐτὴν πρῶτα τὴ χαρούμενη εἴδηση. Ἐσὺ πὲς στὴ Μαριὰμ τὸ «Χαῖρε Κεχαριτωμένη», ὥστε ἐγὼ νὰ ἐλεήσω τὴν ἐξουθενωμένη Εὔα».

5. Τ’ ἄκουσε αὐτὰ ὁ ἀρχάγγελος καὶ ὅπως ἦταν φυσικὸ μονολογοῦσε· «Παράξενη εἶναι αὐτὴ ἡ ὑπόθεση, ξεπερνάει κάθε σκέψη αὐτὸ ποὺ εἰπώθηκε. Ὁ φοβερὸς στὰ Χερουβίμ, ὁ ἀθέατος στὰ Σεραφίμ, ὁἀκατάληπτος σ’ ὅλες τὶς οὐράνιες ἀγγελικὲς δυνάμεις, ὑπόσχεται μία ξεχωριστὴ ἐπικοινωνία στὴν κόρη, προμηνύει μία αὐτοπρόσωπη παρουσία του, μᾶλλον ὑπόσχεται μία εἴσοδο διὰ μέσου τῆς ἀκοῆς καὶβιάζεται αὐτὸς πού καταδίκασε τὴν Εὔα νὰ δοξάσει τόσο πολὺ τὴ θυγατέρα της; Λέει “ἂς ἑτοιμαστεῖ ἡ εἴσοδός μου διὰ μέσου τῆς ἀκοῆς”. Ὅμως εἶναι δυνατὸν ἀνθρώπινη κοιλιὰ νὰ χωρέσει τὸν ἀχώρητο; Πραγματικὰ αὐτὸ τὸ μυστήριο εἶναι φοβερό».

Ἐνῶ αὐτὰ εἶχε στὸ νοῦ του ὁ ἄγγελος, ὁ Δεσπότης τοῦ λέει· «Γιατί ταράζεσαι καὶ παραξενεύεσαι Γαβριήλ; Δὲν σ’ ἔστειλα προηγουμένως στὸν ἱερέα Ζαχαρία; Δὲν τοῦ μετέφερες τὴ χαρμόσυνη εἴδηση τῆς γεννήσεως τοῦ Ἰωάννη; Δὲν ἐπέβαλες τὴν τιμωρία τῆς σιωπῆς στὸν ἱερέα πού δὲν σὲ πίστεψε; Δὲν καταδίκασες τὸν γέροντα σὲ ἀφωνία; Ἐσὺ δὲν τὸ ἀνακοίνωσες κι ἐγὼ τὸ ἐπικύρωσα; Δὲν ἀκολούθησε τὴχαρμόσυνη εἴδησή σου ἡ πράξη; Δὲν συνέλαβε ἡ στείρα γυναίκα; Δὲν ὑπάκουσε ἡ μήτρα της;         Δὲν ἐξαφανίστηκε ἡ ἀρρώστια τῆς ἀτεκνίας; Δὲν ὑποχώρησε ἡ ἀπραξία τῆς φύσης; Τώρα δὲν κυοφορεῖ αὐτὴ πού προηγουμένως ἦταν στείρα; Μήπως γιὰ μένα τὸν Δημιουργὸ ὑπάρχει κάτι πού εἶναι ἀκατόρθωτο; Πῶς λοιπὸν σὲ κυρίεψε ἡ ἀμφιβολία;».

6. Τί ἀπάντησε ὁ ἄγγελος; « Δέσποτα, τὸ νὰ θεραπεύσεις τὰ σφάλματα τῆς φύσης, τὸ νὰ ἠρεμήσεις τὴν τρικυμία τῶν παθῶν τῶν ἀνθρώπων, τὸ νὰ ἀνακαλέσεις στὴ ζωὴ νεκρωθέντα ἀνθρώπινα μέλη, τὸνὰ διατάξεις τὴ φύση ὥστε νὰ γεννήσει μία στείρα γυναίκα, τὸ νὰ θεραπεύσεις τὴ στείρωση σὲ γερασμένα μέλη, τὸ νὰ μετασχηματίσεις ἕνα γερασμένο ξερὸ καλάμι σὲ χλοερό, τὸ νὰ κάνεις τὴν ἄγονη γῆξαφνικὰ πηγὴ σπαρτῶν, εἶναι πράγματα ποὺ γίνονται πάντοτε μὲ τὴ δική σου δύναμη. Μάρτυρες ποὺ ἀποδεικνύουν ὅλα τὰ παραπάνω εἶναι ἡ Σάρρα, ἡ Ρεβέκκα καὶ ἡ Ἄννα, οἱ ὁποῖες, ἐνῶ ἦταν ὑποδουλωμένες στὴ φοβερὴ ἀσθένεια τῆς στειρώσεως, ἀπελευθερώθηκαν ἀπὸ σένα. Τὸ νὰ γεννήσει ὅμως παρθένος χωρὶς τὴ συμμετοχὴ ἄνδρα, αὐτὸ ξεπερνάει ὅλους τούς νόμους τῆς φύσης, ἀλλὰ καὶ προαναγγέλει τὴ δική σου παρουσία στὴν κόρη. Ἐσένα δὲν σὲ χωροῦν τὰ πέρατα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, πῶς θὰ σὲ χωρέσει μία παρθενικὴ μήτρα;». Ὁ Δεσπότης ἀπάντησε· «Πῶς μὲ χώρεσε ἡ σκηνὴ τοῦ Ἀβραάμ;». Ὁ ἄγγελος εἶπε· « Ἐπειδή, Δέσποτα, ὑπῆρχε ἕνα πέλαγος φιλοξενίας, ἐκεῖ ἐμφανίστηκες στὸν Ἀβραάμ, δηλαδὴ στὴ σκηνή του, ποὺ ἦταν δίπλα στὸ δρόμο καὶ τὴ ξεπέρασες, ἐπειδὴ τὰ πάντα γεμίζει ἡ παρουσία σου. Πῶς θὰ φέρεις τὸ πῦρ τῆς θεότητος στὴ Μαριάμ; Ὁ θρόνος σου φλέγεται ἀκτινοβολώντας ἀπὸ τὴν αἴγλη σου καὶ θὰ μπορέσει ἡ εὐκολόκαυστη παρθένος νὰ σὲ δεχτεῖ;».

Ὁ Δεσπότης λέει· «Πράγματι, ἂν ἡ φωτιὰ στὴν ἔρημο ἔβλαψε τὴ βάτο, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ἡ παρουσία μου θὰ βλέψει τὴ Μαρία. Ἂν ἐκείνη ἡ φωτιά, ἡ ὁποία σκιαγραφοῦσε τὴν παρουσία ἀπὸ τὸν οὐρανὸ τῆς θεϊκῆς φωτιᾶς πότιζε τὴ βάτο καὶ δὲν τὴν ἔκαιγε, τί θὰ ἔλεγες γιὰ τὴν ἀλήθεια πού κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ὄχι σὰν πύρινη φλόγα, ἀλλὰ σὰν βροχή;».

Τότε πλέον ὁ ἄγγελος ἐκτέλεσε τὴ διαταγὴ ποὺ πῆρε καὶ ἀφοῦ παρουσιάστηκε στὴν Παρθένο τῆς εἶπε πανηγυρικά· «Χαῖρε, Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος εἶναι μαζὶ σου». Ποτὲ πιὰ ὁ διάβολος δὲν θὰ εἶναιἐναντίον σου, γιατί τὸ σημεῖο ποὺ πλήγωσε ὁ ἐχθρός σου προηγουμένως, σ’ αὐτὸ πρῶτα–πρῶτα τώρα ὁ ἰατρὸς τῆς σωτηρίας ἐπιθέτει τὸ ἔμπλαστρο. Ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου ἐμφανίστηκε ὁ θάνατος, ἀπὸ ἐκεῖ μπῆκε ἡ ζωή. Ἀπὸ τὴ γυναίκα προέρχονται ὅλες οἱ συμφορές, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴ γυναίκα πηγάζουν ὅλα τὰ καλά. Χαῖρε Κεχαριτωμένη, μὴ ντρέπεσαι σὰν νὰ εἶσαι αἰτία καταδίκης. Θὰ γίνεις μητέρα αὐτοῦ ποὺ καταδίκασε καὶλύτρωσε τὸν ἄνθρωπο. Χαῖρε, ἀμίαντη μητέρα τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ στὴν ὀρφανὴ ἀνθρωπότητα. Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ καταπόντησες στὴ μήτρα σου τὸν θάνατο τῆς μητέρας τῆς ἀνθρωπότητας Εὔας. Χαῖρε, ὁζωντανὸς ναὸς τοῦ Θεοῦ. Χαῖρε, σὺ ποὺ εἶσαι ἐξίσου κατοικία οὐρανοῦ καὶ γῆς. Χαῖρε, εὐρύχωρε τόπε τῆς ἀπόρρητης φύσης». Ἀφοῦ ὅλα αὐτὰ ἔτσι ἔχουν, ἐξαιτίας της ἦλθε ὁ γιατρὸς γιὰ τοὺς ἀρρώστους, «ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, γιὰ νὰ φωτίσει αὐτοὺς ποὺ ζοῦν στὸ σκοτάδι», ἡ ἄγκυρα γιὰ ὅλους τούς ταλαιπωρημένους καὶ τὸ ἀσφαλισμένο λιμάνι. Γεννήθηκε ὁ Δεσπότης τῶν δούλων ποὺ μισοῦνται ἀδιάλλαχτα, ὁσύνδεσμος τῆς εἰρήνης, ἐμφανίσθηκε ὁ λυτρωτὴς τῶν αἰχμαλώτων δούλων, ἡ εἰρήνη αὐτῶν ποὺ βρίσκονται σὲ πόλεμο. «Αὐτὸς βέβαια εἶναι ἡ εἰρήνη μας», τὴν ὁποία εἰρήνη μακάρι νὰ ἀπολαύσουμε ὅλοι μας μὲτὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν Ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα, τιμὴ καὶ δύναμη τώρα καὶ πάντοτε καὶ σ’ ὅλους τούς αἰῶνες. Ἀμήν.



(Ἀπό τό βιβλίο: «ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΟΝ», τ. β΄, Ἔκδ. ΛΥΔΙΑ)

imaik.gr

Παρασκευή, Μαρτίου 23, 2018

Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου!



Χαίρε, κεχαριτωμένη, ό Κύριος μετά σου. 
Χαίρε, συ πού είσαι το όργανο της χαράς με το όποιο ελύθη ή καταδίκη της κατάρας και την θέση της κατέλαβε δίκαια ή χαρά. 
Χαίρε, συ πού είσαι αληθινά ευλογημένη
χαίρε, ή λελαμπρυσμένη
χαίρε, το καλλωπισμένο ανάκτορο της θείας δόξης χαίρε, το ιερό παλάτι του βασιλέως
χαίρε, νυμφών, εις τον όποιο ό Χριστός ενυμφεύθη την ανθρωπότητα
χαίρε, συ πού εξελέγης από τον Θεό πριν να γεννηθείς
χαίρε, το μέσο συνδιαλλαγής του Θεού προς τους ανθρώπους
χαίρε, θησαυρέ της ακήρατου ζωής
χαίρε, ουρανέ, υπερουράνιο οίκημα του Ηλίου της δόξης
χαίρε, ευρύχωρο χωρίο του Θεού πού δεν είναι χωρητός πουθενά εκτός μόνον από σένα
χαίρε, γη αγία παρθενική, από την οποία δημιουργήθηκε με άρρητο θεοπλαστία ό νέος Αδάμ για να διάσωση τον παλαιό
χαίρε, ζύμη αγία θεόπλαστη, από την οποία ζυμώθηκε όλο το φύραμα του ανθρωπίνου γένους και, αφού μετεβλήθη σε άρτο από το σώμα του Χριστού, αποτέλεσε ένα παράδοξο κράμα.

Ευλογημένη συ εν γυναιξίν και Ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου!

Ό Κύριος μετά σου, ό χορηγός κάθε χαράς και Σωτήρας όλου του κόσμου.

Μαζί σου, αυτός πού δεν χωρίσθηκε από τους πατρικούς κόλπους, αλλά και έχει συλληφθεί μέσα στην μήτρα σου. 

Σε απεκάλεσα Κεχαριτωμένη για να σου φανερώσω την χαρά του μυστηρίου σου. 

Σε ονόμασα Κεχαριτωμένη, διότι δέχθηκες στην μήτρα σου όλη την χαρά και χαριτώθηκες με στολή που λάμπει από τα θεία χαρίσματα. 
Προσφώνησα ό Κύριος μετά σου, για να δείξω ολοφάνερα την εξουσία αυτού που εισήλθε προηγουμένως μέσα σου. Διότι αυτός είναι Κύριος και Θεός εξουσιαστή; αρχών ειρήνης και πατήρ του μέλλοντος αιώνος, υιός δικός σου, της Παρθένου, αλλά και Σωτήρας όλων.
Ό Κύριος μετά σου,ή χάρις και ή αλήθεια μαζί σου.Κύριος του νόμου, Πατέρας της χάριτος και πηγή της αληθείας. 
Μη φόβου, Μαριάμ, ό Κύριος μετά σου. Αυτός πού εξουσιάζει κάθε κυριαρχία, ό Υιός του Πατρός των φώτων, ό οποίοςγεννήθηκε ανάρχως από Αυτόν και σαρκώθηκε χρονικώς από εσένα. Ο οποίος ευρίσκεται στον ουρανό ολόκληρος μέσα στον κόλπο Του και κάτω στην γη ολόκληρος μέσα στην κοιλιά σου. Αυτός είναι μαζί σου και μέσα σου. Διότι πρόφθασε και εισήλθε και ενδύθηκε την μήτρα σου και έτσι ό κατά φύσιν αχώρητος έγινε μέσα σου χωρητός. 

Μη φόβου, Μαριάμ• εύρες γαρ χάριν παρά τω Θεώ. Χάριν, την οποία δεν είχε δεχθεί ή Σάρα, δεν την γνώρισε ή Ρεβέκκα και δεν την βρήκε ή Ραχήλ. Εύρες χάριν, την οποία δεν αξιώθηκε ή ξακουστή Άννα, ούτε ή Φενάννα, ή αντίπαλος της. Καθ` όσον εκείνες έγιναν μητέρες ενώ πριν ήταν άτεκνες, αλλά έχασαν μαζί με την στείρωση και την παρθενία. 

Εσύ όμως και μητέρα θα είσαι και θα έχεις αναφαίρετη την παρθενία. Μη φοβάσαι λοιπόν, γιατί βρήκες χάρι από τον Θεό. Χάρι, την οποία δε βρήκε κανείς άνθρωπος σ' όλους τους αιώνες σαν και σένα. Και ποια άλλη χάρις θα μπορούσε να εξομοιωθεί με αυτήν, πού έχει το εξαίρετο προνόμιο πώς προέρχεται άμεσα από τον Θεό;



αγίου Ανδρέου Κρήτης, Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας

Πέμπτη, Μαρτίου 22, 2018

Iδού ίσταμαι επί την θύραν και κρούω...


Θυμᾶστε τή φράση ἀπό τήν ᾿Αποκάλυψη· «᾿Ιδού ἵσταμαι ἐπί τήν θύραν καί κρούω…». Πόσες φορές -μέ τά λόγια τοῦ Εὐαγγελίου, μέ τά γεγονότα τῆς ζωῆς μας, μέ τίς ἀδύναμες νεύσεις τῆς ψυχῆς μας, μ’ ἕναν ψίθυρο τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, μέ ὅλους τούς τρόπους πού ὁ Θεός μεταχειρίζεται γιά νά μᾶς πλησιάσει- πόσες ἄραγε φορές δέν ἔχει χτυπήσει αὐτή τή θύρα καί πόσες φορές ἐμεῖς δέν ἐξασφαλίσαμε ὅτι θά παραμείνει κλειστή! ῎Η ἁπλῶς δέν φροντίσαμε νά ἀνοίξει, διότι ἤμασταν ἀπασχολημένοι ἐκείνη τή στιγμή μέ πράγματα σημαντικότερα γιά μᾶς ἀπό τή δική Του παρουσία πού ἐρχόταν νά μᾶς διακόψει καί νά μᾶς ἐνοχλήσει!
Καί πόσες φορές ἀρνηθήκαμε νά ἀνοίξουμε αὐτή τήν πόρτα, ἐπειδή ὁ ἐρχομός τοῦ Κυρίου θά σήμαινε τό τέλος κάποιων πραγμάτων πού ἦταν πολύτιμα καί μετροῦσαν γιά μᾶς… Καί ᾿Εκεῖνος στεκόταν χτυπώντας καί ἡ πόρτα μας ἦταν κλειστή στό πρόσωπό Του· ἀκριβῶς μέ τόν ἴδιο τρόπο πού ὅλες οἱ πόρτες ἦταν κλειστές στό πρόσωπο τῆς Μητέρας Του καί τοῦ ᾿Ιωσήφ τή νύχτα τῆς Γεννήσεως…
Πιθανόν νά μήν τό βιώνουμε μέ τήν ἔνταση πού θά ἔπρεπε· καί ὅμως, γιά τόν καθένα μας, ἡ ἀπόδειξη εἶναι ἁπλῶς καί μόνο ὅτι βρισκόμαστε ἐδῶ, καί μαζί μέ ἑκατομμύρια ἄλλων ἀνθρώπων ἀντιληφθήκαμε κάποια στιγμή τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, ἀκούσαμε τόν χτύπο Του στή θύρα τῆς καρδιᾶς μας· πιθανόν νά ἀνοίξαμε μία χαραμάδα, νά ἀκούσαμε τί μᾶς ἔλεγε, νά εἴχαμε μία στιγμή ἐνθουσιασμοῦ, νά ζήσαμε ἔξαφνα γιά μία στιγμή, καί μετά νά κλείσαμε καί πάλι τήν πόρτα. ᾿
Επιλέξαμε τή μοναξιά μας, ἐπιλέξαμε νά εἴμαστε χωρίς Αὐτόν, νομίζοντας ὅτι ἔτσι θά εἴμαστε «ἐλεύθεροι» ἀπ’ Αὐτόν· ποτέ δέν εἴμαστε ἐλεύθεροι· ὄχι γιατί μᾶς σκλαβώνει, ὄχι γιατί μᾶς καταδιώκει. Ποτέ δέν εἴμαστε ἐλεύθεροι, ἐπειδή Αὐτός εἶναι τελικά ἡ ὑπέρτατη ἀναζήτηση ὅλης τῆς ὕπαρξής μας, γιατί Αὐτός εἶναι τό πλήρωμα τῆς ζωῆς, ἡ εὐφροσύνη τήν ὁποία νοσταλγοῦμε καί πού ματαίως τήν ζητοῦμε δεξιά κι ἀριστερά.
+μητρ.Αντώνιος Bloom

Τετάρτη, Μαρτίου 21, 2018

Ο Παπαδιαμάντης και ο μεγάλος κανόνας




Σ’ ένα δρόμο της συνοικίας «Ράχη» στην Πορταριά έχει δοθεί το όνομα του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη. Ήταν τόσο μεγάλη η προσωπικότητα του Παπαδιαμάντη στο χώρο της Ελληνικής Λογοτεχνίας, ώστε αρκούσε αυτό και μόνο να εξηγήσει την ονοματοδοσία αυτή. Η αφορμή όμως στο να δοθεί το όνομα του Παπαδιαμάντη σ’ αυτό το δρόμο ήτανε η παρακάτω:

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είχε έναν αδελφό, το Γιώργη, που είχε παντρευτεί στην Πορταριά και σ’ αυτή εγκαταστάθηκε. Διετέλεσε επί πολλά χρόνια γραμματέας της Κοινότητας Πορταριάς, τότε Δήμου Ορμινίου. Το σπίτι που καθότανε ήταν στην μικρή πλατεία, όπου η θολωτή βρύση και ο μεγάλος πλάτανος της «Ράχης», απέναντι από το αρχοντικό του Τσοποτού, τώρα ξενοδοχείο «Δεσποτικό». Έτσι ο εκφραστής του ταπεινού, του αυθεντικού και αδιάφθορου ελληνικού κόσμου, ο κοσμοκαλόγερος Αλ. Παπαδιαμάντης, είχε επισκεφθεί πολλές φορές την Πορταριά, για να δει τον αδελφό και τα ανήψια του.

Με την ευκαιρία αυτή αξίζει να σας διηγηθώ ένα ανέκδοτο για τον Αλ. Παπαδιαμάντη, που ο παππούς μου ο παπα Αντώνης, παπάς στον Ιερό Ναό των Αγίων Αναργύρων Πορταριάς, από το 1890 έως το 1942, μας είχε διηγηθεί.

Ποια χρονιά ακριβώς συνέβη, δεν το ξέρω. Το παραθέτω όπως μας το διηγήθηκε ο παππούς μου.

Ήτανε Μεγάλη Σαρακοστή, ημέρα Τετάρτη, που διαβάζεται στην Εκκλησία, στον Εσπερινό, ο Μεγάλος Κανόνας του Αγίου Ανδρέου Κρήτης. Βγήκε στην Ωραία Πύλη ο παππούς μου με το βιβλίο στο χέρι, που περιείχε το Μεγάλο Κανόνα, και με το φως της λαμπάδας άρχισε να διαβάζει τα τροπάρια. Ψάλτη δεν είχε και τα τροπάρια έπρεπε να τα διαβάσει μόνος του. Και ήτανε πάρα πολλά.

Διάβασε το πρώτο και πήρε μια βαθειά ανάσα, έτοιμος ν’ αρχίσει το δεύτερο, όταν κάποιος, που στεκότανε όρθιος από το δεξιό μέρος, μπροστά στην κολόνα της εκκλησίας, άρχισε να ψάλλει το δεύτερο τροπάριο. Ο παππούς μου ξαφνιάστηκε λίγο και προχώρησε στο τρίτο. Ο άγνωστος απήγγειλε από στήθους το τέταρτο. Ο παππούς μου, με αγωνία που αυξανόταν, διάβασε την πέμπτη στροφή και ο άγνωστος απήγγειλε από στήθους την έκτη, και ούτω καθεξής, μέχρι το τέλος του μακρού Μεγάλου Κανόνα. Ο παππούς μου διαβάζοντας από το βιβλίο και ο άγνωστος απ’ έξω, χωρίς βιβλίο. Κρύος ιδρώτας περιέλουσε τον παππού μου. Αυτός μετά δυσκολίας, κάτω από το ισχνό φως της λαμπάδας, κατόρθωνε να αναγνώσει τα τροπάρια, ενώ ο άγνωστος δεν εκόμπιαζε καθόλου και τα απήγγελλε μεστά περιεχομένου. Ο φόβος του έβαλε την ιδέα ότι ο ξένος ήταν άγγελος Κυρίου, σταλμένος από το Θεό να ελέγξει αν επιτελεί σωστά το έργο του. Και πρόσθετε ο παππούς μου: «Ήμουν και νέος παπάς…».

Τελείωσε ο Μεγάλος Κανόνας, μπήκε ο παππούς μου μέσα στο Ιερό να βγάλει το πετραχήλι και έως ότου βγει έξω ο άγνωστος είχε εξαφανιστεί. Πράγμα που εμπέδωσε, στη αρχή, την υποψία του αγνού ιερέα για την εξ ουρανών προέλευση του αγνώστου. Το μόνο που, μέσα στην ταραχή του, μπόρεσε να κρατήσει ήτανε το φτωχικό ντύσιμο του απόκοσμου ξένου. Ρώτησε και έμαθε στη συνέχεια ότι αυτός ο άγνωστος, που τόσο συντάραξε τον παππού μου με τις γνώσεις και το παρουσιαστικό του, ήταν ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο αδελφός του Γιώργη, του γραμματέα της Κοινότητας. Πήγε την άλλη μέρα στο σπίτι του αδελφού του για να τον γνωρίσει και είχε να το λέει για την απλότητα του, την ταπεινοφροσύνη του και τη σοφία του.

Να λοιπόν που το χωριό συνδέεται με δεσμούς αίματος με τον μεγάλο Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και πολύ σωστά δόθηκε το όνομα σε ένα δρόμο της συνοικίας που έμενε ο αδελφός του Γιώργης.


Γιώργος Δ. Τσιμπανούλης, Δικηγόρος, Φύλλο υπ’ αρ. 4 της έκδοσης ΠΟΡΤΑΡΙΑ, Ιανουάριος 1999

ΑΕΝΑΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ