ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Κυριακή, Αυγούστου 18, 2019

Αυγή μυστικής Ημέρας


Τά λόγια μιᾶς βαθύτατης καί πολύ ὄμορφης προσευχῆς ποὺ ἀπευθύνεται στήν Παναγία ἔρχονται τώρα στό νοῦ μας, «Χαῖρε αὐγή μυστικῆς ἡμέρας!» (Ἀκάθιστος Ὕμνος). Τό φῶς ποὺ ξεχύνεται ἀπό τήν Κοίμηση προέρχεται ἀκριβῶς ἀπ’ αὐτή τήν ἄδυτη, μυστική Ἡμέρα. Παρατηρώντας αὐτόν τό θάνατο, καί στεκόμενοι δίπλα σ’ αὐτό τό νεκροκρέβατο, καταλαβαίνουμε ὅτι ὁ θάνατος δέν ἰσχύει πλέον, ὅτι ἡ διαδικασία τοῦ θανάτου ἑνός ἀνθρώπου ἔχει γίνει τώρα μιὰ πράξη ζωῆς, μιὰ εἴσοδος σέ μιὰ εὐρύτερη ζωή, ὅπου βασιλεύει ἡ ζωή. Αὐτή ποὺ δόθηκε ἐντελῶς στὸ Χριστό, ποὺ Τόν ἀγάπησε ἕως τέλους· συναντιέται μ’ Αὐτόν σ’ ἐκεῖνες τίς φωτεινές πύλες τοῦ θανάτου, κι ἐκεῖ ὁ θάνατος μεταστρέφεται ἀμέσως σέ χαρμόσυνη συνάντηση – ἡ ζωή θριαμβεύει, ἡ χαρά καί ἡ ἀγάπη κυριαρχοῦν πάνω στά πάντα.

Γιὰ αἰῶνες ἡ Ἐκκλησία στοχάστηκε κι ἐμπνεύστηκε ἀπό τό θάνατο Αὐτῆς ποὺ ὑπῆρξε μητέρα τοῦ Χριστοῦ· ποὺ ἔδωσε ζωή στό Σωτήρα καί Κύριό μας· ποὺ Τοῦ δόθηκε ὁλοκληρωτικά μέχρι τέλους καί στάθηκε δίπλα Του στό Σταυρό. Καί παρατηρώντας ἡ Ἐκκλησία τό θάνατό της, ἀνακάλυψε καί βίωσε τό θάνατο, ὄχι ὡς φόβο, τρόμο, τέλος, ἀλλ’ ὡς ἀστραποβόλα καί αὐθεντική Ἀναστάσιμη χαρά. «Ποίοις πνευματικοῖς ἄσμασιν, ἀνυμνήσωμέν σε, Παναγία; Διὰ γάρ τῆς ἀθανάτου Κοιμήσεώς σου ἡγιασας τά σύμπαντα…». Ἐδῶ, σ’ ἕναν ἀπὸ τοὺς πρώτους ὕμνους τῆς ἑορτῆς, βρίσκουμε ἀμέσως νά ἐκφράζεται ἡ βαθιά οὐσία τῆς χαρᾶς της: «Νέκρωσις ἄφθορος», ἀθάνατη κοίμηση. Ποιό εἶναι ὅμως τό νόημα αὐτῆς τῆς ἀντιφατικῆς καί φανερά παράλογης συνυπάρξεως αὐτῶν τῶν λέξεων;

Στήν Κοίμηση μᾶς ἀποκαλύπτεται ὅλο τό χαρμόσυνο μυστήριο αὐτοῦ τοῦ θανάτου καί γίνεται χαρά μας, ἐπειδή ἡ Παρθένος Μαρία εἶναι ἕνας ἀπό μᾶς. Ἄν ὁ θάνατος εἶναι ὁ τρόμος καί ἡ θλίψη τοῦ χωρισμοῦ, ἡ κάθοδος στήν τρομερή μοναξιά καί τό σκοτάδι, τότε τίποτ’ ἀπ’ ὅλα αὐτά δὲν εἶναι παρόν στό θάνατο τῆς Παρθένου Μαρίας, ἀφοῦ ὁ θάνατός της, ὅπως καί ὁλόκληρη ἡ ζωή της, εἶναι μιὰ συνάντηση, ἀγάπη, συνεχής κίνηση πρός τό αἰώνιο, ἄδυτο φῶς τῆς αἰωνιότητος καί μιά εἴσοδος σ’ αὐτό. «Ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον», λέγει ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, ὁ ἀπόστολος τῆς ἀγάπης (Α΄ Ἰωάν. 4,18). Γι’ αὐτό δέν ὑπάρχει φόβος στήν ἄφθορη κοίμηση τῆς Παρθένου Μαρίας. Ἐδῶ ὁ θάνατος ἔχει καταληφθεῖ ἐκ τῶν ἔνδον, ἔχει ἐλευθερωθει ἀπ’ ὅ,τι τόν γεμίζει μὲ τρόμο καί ἀπελπισία. Ὁ ἴδιος ὁ θάνατος γίνεται ζωή θριαμβεύουσα. Ὁ θάνατος γίνεται «αὐγή μυστικῆς ἡμέρας». Ἔτσι στὴ γιορτή δέν ὑπάρχει οὔτε λύπη, οὔτε νεκρώσιμα μοιρολόγια, οὔτε στεναχώρια, ἀλλὰ μόνο φῶς καί ζωή. Προσεγγίζοντας τὴν πόρτα τοῦ ἀναπόφευκτου θανάτου μας, εἶναι σάν νά τή βρίσκουμε ὀρθάνοικτη, μέ τό φῶς νά ξεχύνεται ἀπὸ τή νίκη ποὺ πλησιάζει ἀπό τήν ἐρχόμενη ἐπικράτηση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Στή λάμψη αὐτοῦ τοῦ ἀσύγκριτου φωτός τῆς ἑορτῆς, στίς αὐγουστιάτικες αὐτές μέρες, ὅταν ὁ φυσικός κόσμος φθάνει στό ἀποκορύφωμα τῆς ὀμορφιᾶς του καί γίνεται ὕμνος δοξολογίας καί ἐλπίδας καί σύμβολο ἑνός ἄλλου κόσμου, ἀκούγονται τά λόγια τῆς Κοιμήσεως, «τάφος καί νέκρωσις οὐκ ἐκράτησεν· ὡς γάρ ζωῆς Μητέρα πρός τήν ζωήν μετέστησεν ὁ μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον…». Ὁ θάνατος δέν εἶναι πλέον θάνατος. Ὁ θάνατος ἀκτινοβολεῖ αἰωνιότητακαι ἀθανασία. Ὁ θάνατος δέν εἶναι πλέον ρήξη ἀλλά ἕνωση. Δέν εἶναι λύπη, ἀλλά χαρά. Δέν εἶναι ἥττα, ἀλλά νίκη. 

Αὐτά εἶναι ὅσα ἑορτάζουμε τήν ἡμέρα τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας Παρθένου, καθώς τά προεικονίζουμε, τά προγευόμαστε καί τά ἀπολαμβάνουμε ἀπό τώρα, στήν αὐγή τῆς μυστικῆς καί αἰώνιας Ἡμέρας.


+π. Alexander Schmemann

Σάββατο, Αυγούστου 17, 2019

Κυριακή Θ' Ματθαίου: Η ολιγοπιστία του Πέτρου


άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Ο Θεός μας είναι ο Νικητής. Όλες οι καλές νίκες, μόνιμες ή πρόσκαιρες, από την αρχή του χρόνου ως το τέλος της ιστορίας, ανήκουν σ’ Εκείνον. Είναι νικητής όταν αποκαθιστά την τάξη, μέσα στην αταξία που προκαλούν αμαρτωλοί άνθρωποι. Όταν οι χειρότεροι των ανθρώπων ανέρχονται στην πρώτη θέση και οι καλλίτεροι πέφτουν στην τελευταία, Εκείνος αναποδογυρίζει την αταξία και βάζει τον τελευταίο πρώτο και τον πρώτο τελευταίο. Νικά την κακία και τα τεχνάσματα των πονηρών πνευμάτων που μαίνονται εναντίον των ανθρώπων και τα διαλύει, όπως σκορπίζει ο ισχυρός άνεμος μια άσχημη δυσοσμία. Είναι νικητής σε κάθε έλλειψη: όπου υπάρχει λίγο, το αυξάνει· όπου δεν υπάρχει τίποτα, δίνει με αφθονία. Είναι νικητής στην αρρώστια και στα βάσανα. Λέει ένα μόνο λόγο κι η αρρώστια μαζί με τα βάσανα εξαφανίζονται. Οι τυφλοί βλέπουν, οι κουφοί ακούνε, οι άλαλοι μιλάνε, οι παράλυτοι σηκώνονται και περπατάνε, οι λεπροί καθαρίζονται. Είναι νικητής του θανάτου: διατάζει κι ο θάνατος ελευθερώνει το θύμα από τα σαγόνια του. Βασιλεύει στο βασίλειο των ουρανίων δυνάμεων – των αγγέλων και των αγίων – που δεν έχει τέλος. Ένα βα­σίλειο που αν συγκριθούν μαζί του τα βασίλεια αυτού του κόσμου είναι τόσο σκοτεινά και περιορισμένα, όσο ένας τάφος. Διατάζει τα στοιχεία και τα όντα αυτού του κόσμου και τίποτα δεν μπορεί ν’ αντισταθεί στις εντολές Του, χωρίς τον κίνδυνο να διαλυθεί και ν’ αποσυντεθεί.
Η μια μέρα διαδέχεται την άλλη. Η μια νίκη ακο­λουθεί την άλλη. Η ιστορία αυτού του κόσμου είναι μια σειρά από νίκες του Θεού, είναι η αποκάλυψη της ακαταμάχητης θεϊκής δύναμης. Ο Θεός είναι ταπεινός σαν αρνί. Μπροστά Του όμως τρέμουν ο ουρανός και η γη. Όταν ο ίδιος το επιτρέπει να ταπεινώνεται, τότε αποκαλύπτεται περισσότερο δυναμικά και εμφατικά η μεγαλοσύνη Του. Όταν επιτρέπει να τον φτύνουν, τότε φανερώνει τη χυδαιότητα και την ιταμότητα των άλλων. Όταν παραδίδεται στη σφαγή, τότε η ζωή Του ακτινοβολεί.
Ο Θεός φανέρωσε το φως Του με το φως του ήλι­ου. Αυτό όμως δεν ήταν παρά μια αμυδρή σκιά του Εαυτού Του. Φανέρωσε τη δύναμή Του μέσα από τ’ αμέτρητα πύρινα σώματα στο σύμπαν, τη σοφία Του με την ευταξία της δημιουργίας και τη δημιουργία των όντων από τη μια άκρη του σύμπαντος ως την άλλη, το κάλλος Του από το κάλλος της φύσης, το έλεός Του από την επιμελή συντήρηση όλων όσα έφτιαξε, τη ζωή Του με τη ζωή όλων των όντων. Όλ’ αυτά δεν είναι παρά μια χλωμή κι εφήμερη εικόνα που παραπέμπει σ’ Εκείνον. Είναι απλά λέξεις πύρινες, χαραγμένες με πυκνό καπνό.
Όλ’ αυτά τα χαρακτηριστικά του Θεού αποκαλύφτηκαν με τη μεγαλύτερη δυνατή λαμπρότητα που άντεχε ο άνθρωπος. Κι αποκαλύφτηκαν μέσα από έναν άνθρωπο. Όχι με τον οποιονδήποτε άνθρωπο, όχι με το συνηθισμένο, τον πλασμένο άνθρωπο, αλλά με τον άκτιστο, τον Κύριο Ιησού Χριστό. Όλα έγιναν μ’ Εκείνον. Μαζί Του έλαμψε στη σάρκα το φως και η δύναμη, η σοφία και το κάλλος, η ευσπλαχνία και η ζωή.
Τί σημαίνει ζωή, αν όχι νίκη στο σκοτάδι; Τί σημαί­νει δύναμη, αν όχι νίκη στην αδυναμία; Τί άλλο είναι η σοφία, παρά νίκη στην αφροσύνη και την παράνοια; Τί είναι το κάλλος, αν όχι νίκη στην ασχήμια και την κτηνωδία; Δεν είναι νίκη κατά της κακίας, της πονηριάς και του φθόνου το έλεος; Ζωή δεν είναι η θεία νίκη κατά του θανάτου;
Τί νομίζετε εσείς που ακολουθείτε το Χριστό, πού βαφτιστήκατε στο όνομά Του; Δε φανέρωσε ο Χρι­στός όλες τις νίκες αυτές, που κανένας άλλος στον κόσμο δεν είχε κατορθώσει να κάνει; Δεν αισθάνεστε καθημερινά πως ακολουθείτε το μέγιστο Νικητή από τη δημιουργία του χρόνου και του κόσμου; Δε νιώ­θετε πως είστε βαφτισμένοι στο όνομα Εκείνου που γνωρίζει και μπορεί να κάνει τα πάντα, που στολίζει με το κάλλος Του όλα τα πλάσματα, που τα θωπεύει με το έλεός Του και τα ζωογονεί με τη ζωή Του; Αν δεν τα νιώθετε και δεν τα ζείτε όλ’ αυτά, τότε το ότι τον ακολουθείτε και καλείστε με τ’ όνομά Του, πολύ λίγο θα σας βοηθήσει. Μόνο με τον Κύριο Ιησού θα μπορέσετε, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία ή τον ελά­χιστο δισταγμό, να πιστέψετε στη νικηφόρα δύναμη του Θεού πάνω σε κάθε πλάσμα, σε κάθε στοιχείο της φύσης και σε κάθε κακία του κόσμου. Μόνο ο Κύριος Ιησούς μπορεί να σου δώσει το θάρρος να ζήσεις, το θάρρος ν’ αντιμετωπίσεις το θάνατο. Μόνο Εκείνος μπορεί να σου δώσει ελπίδα σε μια ζωή καλλίτερη από την πρόσκαιρη, που υπόκειται στη φθορά. Μόνο Εκείνος μπορεί να εμπνεύσει μέσα σου την αγάπη για κάθε καλό. Γιατί Εκείνος είναι η σαρκωμένη νίκη κατά του κόσμου. «Θαρσείτε· εγώ νενίκηκα τον κό­σμον» (Ιωάν. ιστ 33), είπε ο Χριστός στους μαθητές Του και μέσω των μαθητών Του σ’ όλους εμάς. Δεν πρέπει νά φοβόμαστε. Ο Κύριος και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός νίκησε τον κόσμο. Το ευαγγέλιο είναι το βιβλίο που περιέχει τη νίκη Του, η μαρτυρία της παντοδυναμίας Του. Η ιστορία της Εκκλησίας ως τις μέρες μας κι ως τη συντέλεια του κόσμου, είναι ένα ακόμα βιβλίο με λεπτομέρειες από τις νίκες Του. Όποιος το αμφισβητεί αυτό, θα στερηθεί τους καρπούς των νικών Του. Ας προσεγγίσουμε την ερμηνεία του σημερινού ευαγγελίου λοιπόν χωρίς αμφιβολία, χωρίς σκιές, γιατί περιγράφει μια καταπληκτική νίκη του Χριστού κατά της φύσης.
***
«Και ευθέως ηνάγκασεν ο Ιησούς τους μαθητάς αυτού εμβήναι εις το πλοίον και προάγειν αυτόν εις το πέραν, εως ου απολύση τους όχλους» (Ματθ. ιδ’ 22). Αυτό έγινε αμέσως μετά το μεγάλο θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων, τότε που ο Κύριος τάισε πέντε χιλιάδες άντρες, χώρια από τις γυναίκες και τα παιδιά, με πέντε άρτους και δυο ψάρια, και περίσσεψαν ακόμα δώδεκα κοφίνια ψωμί. Ο Κύριος προγνώρισε τότε και προετοίμασε ένα άλλο μεγάλο θαύμα, που ούτε καν το φαντάζονταν οι μαθητές Του. Το πρώτο στάδιο της προετοιμασίας ήταν να βάλει τους μαθητές Του να πάρουν ένα πλοίο και να περάσουν στην αντίπερα όχθη. Το δεύτερο στάδιο ήταν ν’ απολύσει τους όχλους και το τρίτο, ήταν ν’ ανεβεί ψη­λότερα στο βουνό για να προσευχηθεί κατά μόνας.
«Και απολύσας τους όχλους ανέβη εις το όρος κατ’ ιδίαν προσεύξασθαι. οψίας δε γενομένης μόνος ην εκεί» (Ματθ. ιδ’ 23). Η μόνωσή Του επαναλαμβάνεται με τις λέξεις «μόνος» και «κατ’ ιδίαν», για να δώσει έμφαση στο ότι ο Κύριος επιδίωκε την ερημιά, όπου και παρέμεινε αφού πρώτα έδιωξε τους όχλους. Όρος, μόνωση, σκοτάδι. Σε τέτοιες συνθήκες ο άνθρω­πος νιώθει να βρίσκεται πιο κοντά στο Θεό. Και τότε η προσευχή είναι γλυκύτατη. Όλα όσα έκανε ο Κύριος Ιησούς, ήταν για δική μας διδαχή, για τη σωτηρία μας.Δεν ήρθε στη γη για να μας διδάξει μόνο με τα λόγια Του, αλλά με πράξεις, με γεγονότα και με κάθε έργο και κίνηση που έκανε. Ανέβηκε ψηλότερα στο βουνό επειδή εκεί είχε περισσότερη ησυχία. Έμεινε μόνος Του, επειδή η μόνωση υποδηλώνει χωρισμό από τον κόσμο αυτόν. Προσευχήθηκε μέσα στη νύχτα, γιατί το σκοτάδι είναι κάτι σαν πέπλο στα μάτια. Και τα μάτια είναι που εμποδίζουν το νου να συγκεντρωθεί, καθώς τρέχουν από το ένα αντικείμενο στο άλλο.
Η προσευχή του Χριστού στο όρος έχει κι ένα άλλο, βαθύτερο νόημα.«Απόλυση» των όχλων, άνοδος στο όρος, μόνωση, σκοτάδι. Τί σημαίνουν όλ’ αυτά; Η απόλυση των όχλων σημαίνει ότι άφησε κατά μέρος όλα εκείνα που μας παρουσιάζει ο κόσμος, όλες τις μνήμες που μας δένουν με τον κόσμο και μας ενοχλούν. Έτσι, άδειοι κι ελεύθεροι από τον κόσμο, μπορούμε να σταθούμε στην προσευχή ενώπιον του Θεού.
Τί σημαίνει η άνοδος στο όρος; Την ανύψωση της καρδιάς και του νου στα ύψη του Θεού, στην παρουσία Του, στη συντροφιά Του. Εκείνος που συμφύρεται με τον κόσμο και τις πολλές του μέριμνες, δεν μπορεί ν’ ανεβεί ταυτόχρονα στα ύψη εκείνα, όπου ο άνθρωπος νιώθει μόνος με το Δημιουργό Του.
Τί σημαίνει η μόνωση; Τη γύμνωση της ψυχής. Όταν ο άνθρωπος απομακρύνεται από τον κόσμο, νιώθει μια απέραντη και φοβερή μοναξιά. Εκείνοι που η απογοήτευση για τον κόσμο τους φέρνει σ’ αυτήν την τρομερή ερημία, αν δεν κατορθώσουν να φτάσουν στα ύψη, εκεί όπου ο άνθρωπος συναντά το Θεό, τότε αυτοκτονούν.
Τί σημαίνει σκοτάδι; Την ολική απουσία του φω­τός σ’ αυτόν τον κόσμο. Στον προσευχόμενο ερημίτη ο κόσμος αυτός είναι καλυμμένος με πυκνό σκοτάδι, όπου το ουράνιο φως ανατέλλει σταδιακά και φωτίζει ένα νέο κόσμο, αέναα λαμπερό και καλλίτερο.
Αυτά είναι τα τέσσερα στάδια της προσευχής και το βαθύτερο νόημά τους. Στην περίπτωση του Χρι­στού τα τέσσερα αυτά στάδια απεικονίστηκαν με την απόλυση των όχλων, την άνοδο στο όρος, τη μόνωση και το σκοτάδι.
Η προσευχή του Κυρίου Ιησού στην ησυχία της ερήμου είναι διδακτική για μας και για τη συνάφειά της: με ό,τι έγινε πριν απ’ αυτήν και με το ό,τι θα γινόταν στη συνέχεια. Προτού αποσυρθεί για να προ­σευχηθεί, ο Κύριος είχε κάνει το ανήκουστο θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων. Μετά περπάτησε στη μέση της λίμνης, όπως περπατάει κανείς στη στεριά. Μ’ όλο που και τα δύο αυτά θαύματα τα έκανε με τη θεϊκή δύναμη που είχε προαιώνια και που δεν τον εγκατέλειψε ούτε κατά την ένσαρκη διαδρομή Του στη γη, προσευχόταν με το λαό στη συναγωγή, αλλά και μόνος Του στην έρημο. Σε μας είναι πάρα πολύ δύσκολο να κατανοήσουμε αυτή τη μυστική, προσω­πική και ενστικτώδη κίνηση για προσευχή του Κυρίου Ιησού. Με τις προσευχές αυτές ο Μονογενής Υιός του προαιώνιου Θεού σίγουρα συνέχιζε και μαρτυρούσε εδώ στη γη την αδιάρρηκτη ενότητά Του με τον Πατέρα Του και το Άγιο Πνεύμα.
Η προσευχή που έκανε ο Χριστός κατά μόνας στο όρος μας παρέχει κι άλλη καθαρή διδαχή. Τα καλά έργα πρέπει να προηγούνται της προσευχής. Και τότε η προσευχή βοηθά τα καλά έργα. Πρέπει πρώτα να δοκιμάζουμε την πίστη μας με καλά έργα κι έπειτα να την ομολογήσουμε με λόγια. Η προσευχή όμως αξίζει μόνο όταν προσευχόμαστε στο Θεό και τον ικετεύουμε να μας βοηθήσει, προκειμένου να κάνουμε ένα καλό έργο.Να κάνουμε προσευχή στο Θεό για να μας βοηθήσει να κάνουμε ένα πονηρό έργο δεν είναι μόνο ανόητο, αλλά στην ουσία είναι βλασφημία. Το να κάνεις το κακό με προσευχή, είναι σα να σπέρνεις καλαμπόκι και να ζητάς από το Θεό να φυτρώσει σιτάρι. Μετά από κάθε καλή πράξη πρέπει να κα­ταφύγουμε στην προσευχή και να ευχαριστήσουμε το Θεό που μας αξίωσε να κάνουμε ένα καλό έργο. Και πριν από το καλό έργο όμως πρέπει να προσευ­χόμαστε και να ζητάμε τη χάρη του Θεού, τη βοήθεια και τη συγκατάθεσή Του, ώστε το καλό έργο που βρίσκεται μπροστά μας να γίνει με θεάρεστο τρόπο, τέλειο. Κοντολογίς, κάθε καλό που έχουμε ή κάνουμε, που ακούμε ή διαβάζουμε – ακόμα και το παραμικρό, χωρίς εξαίρεση – πρέπει ν’ αποδίδεται στο Θεό, όχι σε μας. Του Θεού είναι η δύναμή μας, η ευφυΐα μας, η δικαιοσύνη μας. Μπροστά στον Κύριο εμείς είμαστε τίποτα. Όταν μετά από τόσο μεγάλα θαύματα ο Κύ­ριος Ιησούς δείχνει στον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα την ταπείνωση, την πραότητα και την υπακοή Του, ενώ είναι ίσος μαζί Τους στην ουσία και στην αιωνιότητα, τότε πώς εμείς δεν πρέπει να δείχνουμε ταπείνωση, πραότητα και υπακοή στο Δημιουργό μας, που μας έπλασε «εκ του μηδενός», που χωρίς τη βοήθειά Του όχι μόνο δε θα κάναμε καλά έργα, μα δε θα υπήρχαμε ούτε για μία στιγμή;
«Το δε πλοίο μέσον της θαλάσσης ην, βασανιζό­μενον υπό των κυμάτων· ην γαρ ενάντιος ο άνεμος· τετάρτη δε φυλακή της νυκτός απήλθε προς αυτούς ο Ιησούς περιπατών επί της θαλάσσης» (Ματθ. ιδ’ 24, 25). Όταν οι μαθητές ξεκίνησαν με το πλοίο το βράδυ, η θάλασσα ήταν ήρεμη. Όταν άλλαξε η φορά των ανέμων όμως, τα κύματα έγιναν τεράστια, όπως συνήθως γίνεται στη λίμνη αυτή, το πλοίο άρχισε να κλυδωνίζεται κι οι μαθητές φοβήθηκαν. Ο Κύριος τα προγνώριζε όλ’ αυτά. Άφησε σκόπιμα όμως τους μα­θητές Του να εκτεθούν στον κίνδυνο, ώστε να νιώσουν πόσο αβοήθητοι κι αδύναμοι ήταν χωρίς Εκείνον και να στερεωθούν στην πίστη τους, να θυμηθούν μια προηγούμενη καταιγίδα στη θάλασσα, όταν ο Κύριος βρισκόταν μαζί τους κι εκείνοι τον ξύπνησαν έντρο­μοι, φωνάζοντας: «Κύριε, σώσον ημάς, απολλύμεθα» (Ματθ. η’ 25). Θα εύχονταν και τώρα να ήταν μαζί τους. Τό ‘κανε αυτό για να νιώσουν και να γνωρίσουν προκαταβολικά την αλήθεια των αγίων Του λόγων, που τους είπε λίγο προτού χωριστεί απ’ αυτούς: «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιωάν. ιε’ 5).
Τότε που είχε γίνει η προηγούμενη καταιγίδα οι μαθητές είχαν εκτεθεί σε μικρότερο κίνδυνο, η πίστη τους δοκιμάστηκε λιγότερο, γιατί τότε ο Χριστός ήταν μαζί τους στο πλοίο, αν και κοιμόταν. Τώρα, σ’ αυτή τη δεύτερη καταιγίδα, η κατάσταση ήταν χειρότερη κι η πίστη τους δοκιμάστηκε περισσότερο. Ο ίδιος έλειπε μακριά τους πάνω στο βουνό, στην έρημο. Πώς να τον φωνάξουν, να τον επικαλεστούν για να τους ακούσει; Πώς μπορούσαν να τον πληροφορήσουν για τη συμφο­ρά τους; Πώς μπορούσαν να του στείλουν ένα μήνυμα, να του πουν, «Κύριε, σώσον ημάς, απολλύμεθα»; Δεν υπάρχει κανένας τρόπος. Οι μαθητές το βλέπουν πια, πως τους απειλεί ναυάγιο. Λες κι ήταν δυνατό να καταστραφεί κάποιος άνθρωπος, όταν τηρεί την εντολή του Θεού! Αλήθεια, τι υπέροχη διδαχή είναι αυτή για τους πιστούς, ώστε να μην απελπίζονται όταν βαδίζουν στο δρόμο όπου τους έταξε ο Θεός· να πιστέψουν πως Εκείνος που τους έστειλε στο δρόμο τους φροντίζει γι’ αυτούς, γνωρίζει τους κινδύνους που θα συναντήσουν. Ο Θεός όμως δε σπεύδει στη βοήθειά Του. Δοκιμάζει την πίστη του δίκαιου ανθρώπου, όπως δοκιμάζεται κι ο χρυσός στο χωνευτήρι.
Όταν οι μαθητές έφτασαν στο έσχατο σημείο της απόγνωσης, ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά τους ο Χριστός, περπατώντας πάνω στα νερά. Αυτό έγινε «τετάρτη φυλακή της νυκτός». Οι Ιουδαίοι, όπως κι οι κυβερνήτες τους, οι Ρωμαίοι, είχαν χωρίσει τη νύχτα σε τέσσερις φυλακές, που η καθεμιά τους διαρκούσε τρεις ώρες. Ο Κύριος εμφανίστηκε στους μαθητές Του την τέταρτη φυλακή της νύχτας, δηλαδή λίγο προτού χαράξει.
«Και ιδόντες αυτόν οι μαθηταί επί την θάλασσαν περιπατούντα εταράχθησαν λέγοντες ότι φάντασμά εστι, και από του φόβου έκραξαν» (Ματθ. ιδ’ 26). Θα πρέπει ή νά ‘χε αρχίσει να ψιλοχαράζει ή να είχε φεγγάρι ή ο Κύριος να έλαμπε με το Θαβώρειο φως Του, δε γνωρίζουμε. Αυτό που είναι γνωστό είναι πως οι μαθητές Του τον είδαν, ήταν ορατός. Όταν τον είδαν στη θάλασσα, ένιωσαν απερίγραπτο φόβο. Κι ο νέος αυτός φόβος ήταν μεγαλύτερος από το φόβο της καταιγίδας και του ναυαγίου που τους απειλούσε. Δεν ήξεραν πως ο Κύριός τους είχε τέτοια δύναμη, τέτοια εξουσία στη φύση. Ως τότε δεν την είχε φανερώσει. Τον είχαν δει μόνο να διατάζει τη θάλασσα και τους άνέμους. Δεν ήξεραν όμως πως μπορούσε να περπατά­ει πάνω στο νερό, όπως περπατάμε σε στέρεο έδαφος. Θα έπρεπε βέβαια να το είχαν συμπεράνει αυτό από τα προηγούμενα θαύματά Του. Εκείνος που μπορεί να διατάζει τη θάλασσα να γαληνεύει και τους ανέμους να ηρεμούν, σίγουρα θα μπορούσε να περπατήσει και πάνω στο νερό. Οι μαθητές όμως δεν είχαν φτάσει ακόμα σε τέτοια πνευματική ωριμότητα. Η πίστη τους ήταν ακόμα αδύναμη. Κι ο Χριστός έκανε το θαύμα αυτό για να τη δυναμώσει.
Φάντασμά εστι, κραύγασαν οι μαθητές Του και από του φόβου έκραξαν. Σκέφτηκαν πως θα ήταν φάντασμα ή κι ο ίδιος ο σατανάς στη μορφή του Δι­δασκάλου τους. Ήξεραν, είχαν δει το Δάσκαλό τους να παλεύει με το σατανά και τις ορδές του στον κό­σμο. Και τώρα ο σατανάς είχε αρπάξει την ευκαιρία να τους εξολοθρεύσει. Οι φίλοι Του τη στιγμή εκείνη είχαν εκτεθεί στον έσχατο κίνδυνο. Τί περισσότερο θα μπορούσε να τους συμβεί; Σίγουρα όλα όσα συμβαίνουν και σήμερα στους λιπόψυχους που βρίσκονται σε κίνδυνο, ενώ βαδίζουν το δρόμο του Θεού.
Έτσι ενεργεί ο Θεός σ’ εκείνους που αγαπά. «Ον γαρ αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δε πάντα υιόν ον παραδέχεται» (Εβρ. ιβ’ 6). Και σαν τελευταίο από τα βάσανα, στέλνει το μεγαλύτερο, όπως λέει ο σοφός ιερός Χρυσόστομος. Ο Χριστός υπόφερε σ’ όλη τη διάρκεια της επίγειας ζωής Του κι όταν έφτασε στο τέλος, στην ώρα της νίκης, υπόφερε το μεγαλύτερο βάσανο. Σταυρώθηκε κι ενταφιάστηκε στη γη. Το με­γαλύτερο αυτό μαρτύριο όμως σύντομα ξεπεράστηκε και μετά απ’ αυτό χάραξε η καινούργια μέρα, η μέρα της νίκης με την Ανάστασή Του.
Τέτοια μαρτύρια πέρασαν πολλοί από τους μάρ­τυρες αργότερα για την πίστη τους. Στην αρχή τα μαρτύριά τους ήταν μικρά μα σιγά σιγά γίνονταν με­γαλύτερα, γιγάντωναν, ώσπου μπροστά στον ίδιο το θάνατο, αντιμετώπιζαν τα μεγαλύτερα μαρτύρια, τους χειρότερους πειρασμούς. Παραθέτουμε ένα περιστα­τικό από τα χιλιάδες που έγιναν:
Οι ειδωλολάτρες βασάνιζαν την άγια Μαρίνα με φοβερούς και τρομερούς τρόπους, με όλο και σκληρό­τερα βασανιστήρια. Στο τέλος την έδεσαν γυμνή σ’ ένα δέντρο κι άρχισαν να την γδέρνουν. Οι πληγές της ήταν φοβερές. Το αίμα της έτρεχε κι άρχισαν να φαίνονται τα κόκκαλά της. Δεν ήταν αυτό το χειρότερο μαρτύριο; Όχι, έπρεπε να υποστεί κι άλλο, μεγαλύτερο, η αγία του Θεού. Το βράδυ την έρριξαν έτσι, πληγωμένη όπως ήταν, στη φυλακή. Στο σκοτάδι της νύχτας μέσα στη φυλακή την επισκέφτηκε ένα φοβερό φάντασμα: ένα πονηρό πνεύμα με τη μορφή ενός τεράστιου φιδιού. Στην αρχή το φίδι άρχισε να στριφογυρίζει γύρω από την αγία, μετά κουλουριάστηκε γύρω της και άρπαξε το κεφάλι της μέσα στα φοβερά σαγόνια του. Αυτό όμως δεν κράτησε πολύ. Ο Θεός δεν αφήνει ποτέ τους πιστούς δούλους Του να υποστούν πειρασμούς μεγαλύτερους απ’ όσο μπορούν ν’ αντέξουν. Αμέσως μετά απ’ αυτό η Μαρίνα φώναξε δυνατά στο Θεό μ’ όλη της την καρδιά κι έκανε το σημείο του σταυρού μέσα της. Και τότε το φίδι εξαφανίστηκε και μπροστά της άνοιξε ο ουρανός. Η Μαρίνα είδε μέσα σ’ ένα εξαίσιο φως το σταυρό, που στην κορυφή του έστεκε ένα λευκό περιστέρι, κι άκουσε τα λόγια: «Χαίρε, Μαρίνα, λογικό περιστέρι του Χριστού, γιατί νίκησες τον παγκάκιστο εχθρό».
Κάτι παρόμοιο έγινε με τους μαθητές του Χριστού. Μετά το μεγάλο φόβο της θαλάσσιας καταιγίδας, αντιμετώπισαν ένα μεγαλύτερο φόβο: μπροστά τους νόμισαν πως είδαν ένα φάντασμα. Βέβαια δεν ήταν φάντασμα, αλλά μια σωτήρια και υπέροχη πραγμα­τικότητα. Δεν ήταν όνειρο, αλλά ένα όραμα. Δεν ήταν κάποιος άλλος με τη μορφή του Χριστού, αλλά ο ίδιος ο Χριστός.
«Ευθέως δε ελάλησεν αυτοίς ο Ιησούς λέγων· θαρσείτε, εγώ ειμι· μη φοβείσθε» (Ματθ. ιδ’ 27). Ο Κύριος ποτέ δεν αφήνει για πολύ μόνους τους δικούς Του στους μεγάλους πειρασμούς. Ήξερε πως τους διέτρεχε φόβος, πως ήταν έντρομοι, επειδή νόμιζαν πως έβλεπαν φάντασμα. Έτσι έσπευσε να τους λυτρώσει από το φόβο. Ευθέως τους είπε: θαρσείτε! Τους έδωσε αμέσως θάρρος, κατά κάποιο τρόπο τους ξανά ‘δωσε την ανάσα της ζωής, που τους είχε κόψει ο φόβος. Θαρσείτε, εγώ ειμι· μη φοβείσθε. Τι υπέροχη φωνή! Τι ζωηφόρα λόγια! Στη φωνή αυτή οι δαίμονες φεύ­γουν, οι αρρώστιες υποχωρούν, οι νεκροί εγείρονται. Από τη φωνή αυτή απόκτησαν ύπαρξη ο ουρανός και η γη, ο ήλιος και τα άστρα, άγγελοι και άνθρωποι. Η φωνή αυτή είναι πηγή κάθε αγαθού, ζωής, υγείας, σοφίας κι ευφροσύνης.
Θαρσείτε, εγώ ειμι! Δεν μπορεί ο καθένας ν’ ακούσει τη φωνή αυτή. Την ακούνε μόνο οι όσιοι κι οι δίκαιοι, που υπομένουν για το Χριστό. Δεν ακούει τη φωνή του Χριστού όποιος γενικά υποφέρει. Πώς να τον ακούσουν όλοι εκείνοι που υποφέρουν για τις αμαρτίες και τις αδικίες τους; Θα τον ακούσουν εκείνοι μόνο που υποφέρουν για την πίστη τους σ’ Αυτόν (βλ. Πέτρ. δ’ 13-16).
Τώρα μέσα στη θάλασσα οι μαθητές υπόφεραν για την πίστη τους στο Χριστό. Ή μάλλον θα λέγαμε πως υπόφεραν για να επιβεβαιωθεί περισσότερο η πίστη τους στο Χριστό.
«Αποκριθείς δε αυτώ ο Πέτρος είπε· Κύριε, ει συ ει, κέλευσόν με προς σε ελθείν επί τα ύδατα» (Ματθ. ιδ’ 28). Τα λόγια αυτά του Πέτρου εκφράζουν τόσο χαράόσο και αμφιβολία. Κύριε, αναφωνεί η χαρούμενη καρδιά του· ει συ ει, λέει τώρα η αμφιβολία. Αργότερα που ο Πέτρος είχε στερεωθεί πια στην πίστη του, δε θα μιλούσε έτσι. Όταν ο αναστημένος Κύριος εμφα­νίστηκε στην ακτή της ίδιας λίμνης της Γεννησαρέτ κι ο Πέτρος άκουσε τη φωνή του Ιωάννη να λέει πως ο Κύριός εστι, ο Πέτρος τον επενδύτην διεζώσατο… και έβαλεν εαυτόν εις την θάλασσαν (Ιωάν. κα’ 7). Τότε δεν αμφέβαλε καθόλου πως ήταν ο Κύριος, ούτε και φοβήθηκε να πέσει στη θάλασσα. Τώρα όμως ήταν ακόμα πνευματικά δόκιμος, λιπόψυχος, γι’ αυτό και είπε: Κύριε, ει συ ει, κέλευσόν με προς σε ελθείν επί τα ύδατα.
«Ο δε είπεν, ελθέ. και καταβάς από του πλοίου ο Πέτρος περιεπάτησεν επί τα ύδατα ελθείν προς τον Ιησούν» (Ματθ. ιδ’ 29). Όση ώρα η πίστη του ήταν μέσα του, σταθερή, ο Πέτρος περπατούσε πάνω στο νερό. Από τη στιγμή όμως που γλίστρησε μέσα του η αμφιβολία, ο Πέτρος άρχισε να βυθίζεται, γιατί η αμφιβολία προκαλεί το φόβο.
Το ότι ο Πέτρος κατέβηκε από το πλοίο και περ­πάτησε πάνω στα κύματα προς τον Κύριο Ιησού, έχει ένα βαθύτερο νόημα. Σημαίνει την προφύλαξη της ψυχής από τις σωματικές φροντίδες και τη φιλαυτία στο ξεκίνημά της για το δύσκολο δρόμο της πνευματικής ζωής, το δρόμο που οδηγεί στο Σωτήρα. Τέτοιες στιγμές προκύπτουν στους συνηθισμένους πιστούς, εκείνους που είναι λιπόψυχοι και που η χαρά τους για το Χριστό ανακατεύεται με την αμφιβολία. Συχνά θέλουν να νικήσουν τη σάρκα και ν’ ακολουθήσουν το Χριστό, το βασιλιά του πνευματικού κόσμου. Σύ­ντομα όμως νιώθουν να πέφτουν, να ξαναγυρίζουν στις σαρκικές μέριμνές τους, να ξαναγίνονται σαν το πλοίο που κλυδωνίζεται από τα κύματα. Μόνο εκείνοι που έχουν υψηλό πνευματικό ανάστημα, οι μέγιστοι ήρωες των ανθρώπων, κατόρθωσαν με μεγάλη άσκηση να σταθεροποιηθούν στην πίστη και να πέσουν από το σωματικό πλοίο στην πνευματική θάλασσα, για να συναντήσουν το βασιλιά Χριστό. Εκείνοι μόνο έχουν ζήσει τόσο το φόβο της εγκατάλειψης του πλοίου όσο και του τρόμου μπροστά στην καταιγίδα και τους σφοδρούς ανέμους. Οι ίδιοι όμως ένιωσαν και την ανέκφραστη χαρά της συνάντησής τους με το Χριστό. Το χωρισμό της ψυχής από το πλοίο του σώματος είχε ζήσει κι ο απόστολος Παύλος στη διάρκεια της επίγειας ζωής του, καθώς και πολλοί άλλοι άγιοι μετά απ’ αυτόν. Πόσο μεγάλη ήταν η χαρά κι η αγαλλίαση στο τέλος αυτού του επικίνδυνου ταξιδιού, φαίνεται από τη χαρούμενη κραυγή: «υπέρ του τοιούτου καυχήσομαι» (Β’ Κορ. ιβ’ 5).
Ας δούμε τώρα τι έγινε με τον Πέτρο, που ήταν ακόμα λιπόψυχος: «Βλέπων δε τον άνεμον ισχυρόν εφοβήθη, και αρξάμενος καταποντίζεσθαι έκραξε λέγων· Κύριε, σώσον με» (Ματθ. ιδ’ 30). Γιατί φοβή­θηκε τον άνεμο και όχι τη θάλασσα; Ο Πέτρος έκανε τα πρώτα του βήματα σαν μικρό παιδί: Κάνει λίγα βήματα, κάποιος όμως γελάει και το μωρό πέφτει στο έδαφος. Το ίδιο γίνεται και με τον πνευματικό μας ενθουσιασμό: Το παραμικρό να γίνει, μας αναστατώνει και μας γυρίζει πίσω.
«Ευθέως δε ο Ιησούς εκτείνας την χείρα επελάβετο αυτού και λέγει αυτώ· ολιγόπιστε· εις τί εδίστα­σας;» (Ματθ. ιδ’ 22). Δεν πνιγόμαστε πολλές φορές στους κινδύνους της θάλασσας του βίου, ωσότου μας αρπάξει κάποιο αόρατο χέρι και μας λυτρώσει από τον κίνδυνο; Ποιός από μας δεν έχει να παρουσιάσει αρκετά τέτοια παραδείγματα; Όλοι μας το γνωρίζουμε εμπειρικά αυτό. Μιλάμε κάθε τόσο γι’ αυτά τα πράγ­ματα κι ομολογούμε την παρουσία του αόρατου χεριού που μας γλιτώνει από τον κίνδυνο. Δυστυχώς όμως υπάρχουν και λίγοι ανάμεσά μας, ακόμα και η ίδια η συνείδησή μας, που ακούνε την επιτιμητική φωνή από τ’ αόρατα χείλη: ολιγόπιστε· εις τί εδίστασας;
Γιατί αμφιβάλλετε, φίλοι μου, πως το χέρι του Θεού είναι κοντά; Γιατί δεν δοξολογείτε το Θεό ακόμα και τη στιγμή που αντιμετωπίζετε το μεγαλύτερο κίνδυνο; Ο Αβραάμ δεν ήταν απαλλαγμένος από την αμφιβολία όταν οδηγούσε το μονογενή του υιό στη θυσία (βλ. Γέν. κβ’ 1-18) και μετά τον έσωσε ο Θεός; Ο Ιωνάς δε δοξολογούσε το Θεό από την κοιλιά του κήτους και σώθηκε (βλ. Ιων. β’ 7); Γιατί οι Τρεις Παίδες δεν ολιγοπίστησαν μέσα στην «κάμινο του πυρός» και τελικά τους έσωσε η πίστη τους (βλ. Δαν. γ’ 19-26); Το ίδιο δεν έκανε κι ο προφήτης Δανιήλ μέσα στο λάκκο των λεόντων (στ 16-23), αλλά κι ο μακάριος Ιώβ που ήταν πληγωμένος και γεμάτος σπυριά (Ιώβ β’ 7-10); Αλλά και χιλιάδες άλλοι που δέχτηκαν τις μεγαλύτερες δοκιμασίες για την πίστη τους στο Χρι­στό, πώς γλίτωσαν από την αμφιβολία; Εμείς γιατί αμφιβάλλουμε; Ο Θεός μας σώζει αμέτρητες φορές με το αόρατο χέρι Του, εκεί που δεν το περιμένουμε καθόλου, και μ’ όλο που αμφιβάλλουμε πολλές φορές για τη βοήθειά Του.
Πρέπει λοιπόν να έχουμε στο νου μας όλες τις ευεργεσίες του Θεού και να μετανοούμε για την ολιγοπιστία και τη λιποψυχία μας. Πρέπει να γίνουμε ώριμοι στην πίστη μας. Έτσι, όσο μεγάλο κίνδυνο κι αν αντιμετωπίσουμε στο μέλλον, πρέπει να δοξολο­γούμε το Θεό και να επικαλούμαστε το όνομά Του. Και τότε ο Θεός θα μας βοηθήσει, θα μας σώσει. Ας δοξολογούμε το Θεό όταν βρισκόμαστε στον κίνδυνο, όχι όταν αυτός περάσει.
Αλλά κι όταν φανούμε λιπόψυχοι κι ολιγόπιστοι, ας μη μας καταλάβει η απόγνωση. Ο Πέτρος λιποψύχισε, ο Κύριος όμως ενίσχυσε την πίστη του. Πολλοί από τους αγιότερους ανάμεσα στους αγίους, αρχικά είχαν λιποψυχίσει, αργότερα όμως έγιναν σταθεροί στην πίστη τους στο Χριστό. Προσέξτε τι λέει ο προφητάνακτας Δαβίδ: «Επί τω Θεώ ήλπισα, ου φοβηθήσομαι τι ποιήσει μοι άνθρωπος. εν εμοί, ο Θεός, ευχαί, ας αποδώσω αινέσεώς σου, ότι ερρύσω την ψυχή μου εκ θανάτου και τους πόδας μου εξ ολισθήματος» (Ψαλμ. νε’ 12-14).
Έτσι μιλάει εκείνος που πιστεύει αληθινά, που έχει γνωρίσει εμπειρικά ότι ο Θεός έχει μετρήσει κάθε τρίχα του κεφαλιού μας, πως ούτε ένα σπουργίτι (πολύ περισσότερο άνθρωπος) δεν μπορεί να πέσει στη γη χωρίς τη θέληση του Θεού.
«Και εμβάντων αυτών εις το πλοίον εκόπασεν ο άνεμος» (Ματθ. ιδ’ 32). Με το που ανέβηκε ο Ιησούς στο πλοίο, ο άνεμος σταμάτησε. Δε σταμάτησε από μόνος του να φυσά, αλλά μετά από εντολή του Κυρίου Ιησού. Αν και δεν αναφέρεται εδώ, όπως στη προη­γούμενη περίπτωση, όταν ο Χριστός είχε επιτιμήσει τον άνεμο και τη θάλασσα, φαίνεται καθαρά πως το έκανε και τώρα. Ο ευαγγελιστής Ματθαίος σκέφτεται σίγουρα πως ο άνεμος έπαυσε, υπακούοντας σε εσω­τερική και ανέκφραστη εντολή του Χριστού. Χάρη στη δική Του δύναμη κι επιθυμία κόπασε ο άνεμος.
Υπάρχει κι ένα βαθύτερο και καθαρό νόημα στο γεγονός ότι ο Χριστός μπήκε στο πλοίο και ηρέμησε τον άνεμο και τη θάλασσα. Όταν ο Κύριος μπαίνει στο πλοίο του σώματός μας, είτε με τη θεία κοινωνία είτε με την προσευχή είτε με οποιονδήποτε άλλον ευλογημένο τρόπο, οι άνεμοι των παθών ηρεμούν μέσα μας και το πλοίο ταξιδεύει με ασφάλεια στην ακτή.
«Οι δε εν τω πλοίω ελθόντες προσεκύνησαν αυτώ λέγοντες· αληθώς Θεού υιός ει» (Ματθ. ιδ’ 33). Όταν ο Κύριος ηρέμησε την καταιγίδα της θάλασσας και σταμάτησε τους ανέμους στην πρώτη περίπτωση, οι μαθητές ρώτησαν, όπως κάνουν όλοι οι άλλοι συνη­θισμένοι και λιπόψυχοι άνθρωποι: «Ποταπός εστιν ούτος, ότι και οι άνεμοι και η θάλασσα υπακούουσιν αυτώ;» (Ματθ. η’ 27). Από τότε όμως είχαν δει τόσα σημεία και θαύματα από το Διδάσκαλό τους, είχαν ακούσει τόσες διδαχές. Η πίστη τους είχε πια ενισχυθεί, είχε εδραιωθεί. Έτσι τώρα, που έβλεπαν το μεγάλο αυτό θαύμα, δε ρώτησαν πια, ποταπός εστιν ούτος. Εκείνο που έκαναν τώρα, ήταν να γο­νατίσουν μπροστά Του και να ομολογήσουν: αληθώς Θεού υιός ει!
Ήταν η πρώτη φορά που ομολόγησαν όλοι μαζί οι μαθητές πως ο Ιησούς ήταν Υιός του Θεού. Ανάμεσά τους ήταν βέβαια κι ο Ιούδας, που τον ομολόγησε κι αυτός. Αργότερα όμως η φιλαργυρία τον έκανε ν’ αρνηθεί κυριολεκτικά τον Κύριο και Διδάσκαλό Του. Είναι αλήθεια πως τον αρνήθηκε κι ο Πέτρος και μάλιστα τρεις φορές. Η άρνηση του Πέτρου όμως δεν ήταν προμελετημένη. Έγινε ξαφνικά από φόβο κι αμέσως μετά μετανόησε πικρά κι έκλαψε για την άρνησή του.
Το βαθύτερο νόημα που έχουν τα λόγια οι δε εν τω πλοίω ελθόντες προσεκύνησαν αυτώ και τον ομολόγησαν Υιό του Θεού, είναι πολύ διδακτικό σε κάθε χριστιανό. Αφού ο Θεός ενανθρώπησε κι ήρθε να ζήσει μαζί μας, πρέπει κι εμείς με όλη την ύπαρξή μας να τον προσκυνήσουμε και να ομολογήσουμε το όνομά Του. Με όλη την ύπαρξή μας εννοούμε με το νου και τη σκέψη μας, με την καρδιά και τα αισθήματά μας, με την ψυχή και όλες τις επιθυμίες μας. Έτσι το σώμα μας ολόκληρο θα γεμίσει φως, σκότος δε θα υπάρχει μέσα του.
Αλίμονό μας αν δεχόμαστε το Χριστό μέσα μας κι έπειτα τον εξορίζουμε με την αμαρτία μας ή τον αρνιόμαστε, όπως ο Ιούδας. Η δεύτερη κατάσταση θα είναι χειρότερη από την πρώτη. Όταν ο Χριστός απέλυσε τον Ιούδα, «εισήλθεν εις εκείνον ο σατανάς» (Ιωάν. ιγ’ 27). Ας μην ξεχνάμε ούτε στιγμή πως δεν μπορούμε να παίζουμε με το Θεό, γιατί αυτό είναι πολύ επικίνδυνο. Ο Θεός είναι «πυρ καταναλίσκον» (Εβρ. ιβ’ 29).
«Και διαπεράσαντες ήλθον εις την γην Γεννησαρέτ» (Ματθ. ιδ’ 34). Έφτασαν κοντά στην Καπερνα­ούμ, που ήταν ο προορισμός τους (βλ. Ιωάν. στ’ 17). Όποιος έχει πάει στη Γαλιλαία, μπορεί να καταλάβει πόσο μακριά οδήγησε η καταιγίδα τους αποστόλους. Η Βηθσαϊδά κι η Καπερναούμ βρίσκονται στις βόρειες ακτές της λίμνης. Όταν οι μαθητές μπήκαν στο πλοίο κάτω από τη Βηθσαϊδά, εκείνο που έπρεπε να κάνουν, ήταν να πλεύσουν κατά μήκος της ακτής. Ο ευαγγελιστής όμως γράφει πως η καταιγίδα τους παρέσυρε μέσον της θαλάσσης. 
http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/6/66/Ancient_Galilee.jpg/300px-Ancient_Galilee.jpg
Εκεί, στη μέση της λίμνης θεάθηκε ο Ιησούς να περπατάει πάνω στα κύματα. Όταν κόπασε η καταιγίδα, το πλοίο έπρεπε να ταξιδέψει πάλι πίσω, στην ακτή της Καπερναούμ.
Σύμφωνα με το Ματθαίο και το Λουκά, φαίνεται πως αυτή τη φορά το πλοίο ακολούθησε το συνηθι­σμένο δρόμο, με τη βοήθεια του ανέμου και τα κου­πιά. Από τη διήγηση του Ιωάννη όμως μπορούμε να συμπεράνουμε πως ο Κύριος Ιησούς έφερε το πλοίο στην ακτή, με την ακατανίκητη δύναμή Του. Γράφει ο Ιωάννης: «και ευθέως το πλοίον εγένετο επί της γης εις ην υπήγον» (Ιωάν. στ’ 17).
Δεν υπάρχει καμιά αντίφαση στις διηγήσεις των ευαγγελιστών εδώ.Εκείνος που μπορούσε να περπα­τάει πάνω στα νερά και να γαληνέψει τους ανέμους και την καταιγίδα με τα λόγια και τις σκέψεις Του, μπορούσε αν το ήθελε, με τη σκέψη Του μόνο να μεταφέρει σε μία στιγμή το πλοίο στο λιμάνι. Το βαθύ­τερο νόημα που έχουν εδώ τα λόγια του Ιωάννη, είναι πως όταν ο Κύριος έρχεται να κατοικήσει μέσα μας, εμείς νιώθουμε σα να βρισκόμαστε στη Βασιλεία των Ουρανών, όπως σε ασφαλές λιμάνι, εκεί που το πλοίο της ζωής μας δεν κλυδωνίζεται ούτε από καταιγίδες ούτε από ανέμους. Αν έπειτα πρέπει να εξακολου­θήσουμε να περπατάμε στη γη δεν το νιώθουμε αυτό, γιατί τώρα η ψυχή κι η καρδιά μας ζουν σ’ έναν άλλο καλλίτερο κόσμο, εκεί που βασιλεύει ο Βασιλιάς Χρι­στός. Στη δική Του νίκη βλέπουμε με ευφροσύνη τη δική μας νίκη.

***

Νικητής ενάντια σε κάθε κακό είναι ο Χριστός. Δεν επιτρέπει ο ίδιος να τον νικήσει κάποιο κακό. Εμείς λοιπόν πρέπει να καταφεύγουμε κάτω από τις σωστικές φτερούγες Του, εκεί που δε θα συναντήσουμε ούτε καταιγίδες ούτε ανέμους ούτε φαντάσματα, «ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στε­ναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος». Εκεί θα βρούμε όλα τ’ αγαθά πλούσια, αιώνια, που δεν τα καταστρέφει ούτε ο σκόρος ούτε η σκουριά. Εκεί θα δοξολογούμε μαζί με τους αγγέλους και τους αγίους τα νικηφόρα έργα του Χριστού, που τη μεγαλοσύνη τους δεν μπο­ρούμε να κατανοήσουμε στην περιορισμένη προοπτική της πρόσκαιρης ζωής μας. Εκεί θα μας αποκαλυφτούν όλα και τότε θα ευφρανθούμε. Κι η χαρά μας αυτή δε θα έχει τέλος. Γι’ αυτό πρέπει δόξα και ύμνος στον Κύριο Ιησού Χριστό, μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το Πανάγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώ­νων. Αμήν.

Πέμπτη, Αυγούστου 15, 2019

Στὴν ὄψη τῆς Παναγίας ἔχει τυπωθεῖ αὐτὸ τὸ μυστικὸ κάλλος...



Στὴν ὄψη τῆς Παναγίας ἔχει τυπωθεῖ αὐτὸ τὸ μυστικὸ κάλλος ποὺ τραβᾷ σὰν μαγνήτης τὶς εὐσεβεῖς ψυχὲς καὶ τὶς ἡσυχάζει καὶ τὶς παρηγορᾷ. Κι᾿ αὐτὴ ἡ πνευματικὴ εὐωδία εἶναι τὸ λεγόμενο Χαροποιὸν Πένθος ποὺ μᾶς χαρίζει ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ, ἕνα βότανο ἄγνωστο στοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲν πήγανε κοντὰ σ᾿ αὐτὸν τὸν καλὸν ποιμένα. Τούτη τὴ χαροποιὰ λύπη τὴν ἔχουνε ὅλα ὅσα ἔκανε ἡ ὀρθόδοξη τέχνη, καὶ τὰ εὐωδιάζει σὰν σμύρνα καὶ σὰν ἀλόη, κἂν εἰκόνισμα εἶναι, κἂν ὑμνωδία, κἂν ψαλμωδία, κἂν χειρόγραφο, κἂν ἄμφια, κἂν λόγος, κἂν κίνημα, κἂν εὐλογία, κἂν χαιρετισμός, κἂν μοναστήρι, κἂν κελλὶ κἂν σκαλιστὸ ξύλο, κἂν κέντημα, κἂν καντήλι, κἂν ἀναλόγι, κἂν μανουάλι, ὅτι καὶ νἆναι ἁγιωτικό.

Ἀπὸ τὰ ὀνόματα καὶ μόνο ποὺ ἔδωσε ἡ ὀρθοδοξία στὴν Παναγία, καὶ ποὺ μ᾿ αὐτὰ τὴν καταστόλισε, ὄχι σὰν εἴδωλο θεατρικό, ὅπως γίνηκε ἀλλοῦ ποὺ φορτώσανε μία κούκλα μὲ δαχτυλίδια καὶ σκουλαρήκια καὶ μὲ ἕνα σωρὸ ἄλλα ἀνίερα καὶ ἀνόητα πράγματα, λοιπὸν αὐτὰ μοναχά, λέγω, φαίνεται πόσο πνευματικὴ ἀληθινὰ εἶναι ἡ λατρεία τῆς Παναγίας στὴν ἑλληνικὴ ὀρθοδοξία. Πρῶτα-πρῶτα τὸ ἕνα ἁγιώτατο ὄνομά της: Παναγία. Ὕστερα τὰ ἄλλα: Ὑπερευλογημένη, Θεοτόκος, Παναμώμητος, Τιμιωτέρα τῶν Χερουβεὶμ καὶ ἐνδοξωτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, Ζῶσα καὶ Ἄφθονος, Πηγή, Ἔμψυχος Κιβωτός, Ἄχραντος, Ἀμόλυντος, Κεχαριτωμένη, Ἀειμακάριστος καὶ Παναμώμητος, Προστασία, Ἐπακούουσα, Γρηγοροῦσα, Γοργοεπήκοος, Ἡγιασμένος Ναός, Παράδεισος λογικός, Ῥόδον τὸ Ἀμάραντον, Χρυσοῦν Θυμιατήριον, Χρυσὴ Λυχνία, Μαναδόχος Στάμνος, Κλίμαξ Ἐπουράνιος, Πρεσβεία θερμή, Τεῖχος ἀπροσμάχητον, Ἐλέους Πηγή, τοῦ Κόσμου Καταφύγιον, Βασιλέως Καθέδρα, Χρυσοπλοκώτατος Πύργος καὶ Δωδεκάτειχος Πόλις, Ἠλιοστάλακτος Θρόνος, Σκέπη τοῦ Κόσμου, Δένδρον ἀγλαόκαρπον, Ξύλον εὐσκιόφυλλον, Ἀκτὶς νοητοῦ ἡλίου, Σιὼν ἁγία, Θεοῦ κατοικητήριον, Ἐπουράνιος Πύλη, Ἀδικουμένων προστάτις, Βακτηρία τυφλῶν, Θλιβομένων ἡ χαρά, καὶ χίλια δυὸ ἄλλα, ποὺ βρίσκονται μέσα στὰ βιβλία τῆς ἐκκλησίας. Κοντὰ σ᾿ αὐτὰ εἶναι καὶ τὰ ὀνόματα ποὺ γράφουνε ἀπάνω στὰ ἅγια εἰκονίσματά της οἱ ἁγιογράφοι: Ὁδηγήτρια, Γλυκοφιλοῦσα, Πλατυτέρα τῶν Οὐρανῶν, ἡ Ἐλπὶς τῶν ἀπελπισμένων, ἡ Ταχεία Ἐπίσκεψις, ἡ Ἀμόλυντος, ἡ Ἐλπὶς τῶν Χριστιανῶν, ἡ Παραμυθία, ἡ Ἐλεοῦσα κι ἄλλα πολλά, ποὺ γράφουνται ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὴ συντομογραφία: ΜΗΡ ΘΥ, ποὺ θὰ πεῖ Μήτηρ Θεοῦ. Πόση ἀγάπη, πόσο σέβας καὶ πόσα κατανυκτικὰ δάκρυα φανερώνουνε μοναχὰ αὐτὰ τὰ ὀνάματα, ποὺ δὲν εἰπωθήκανε σὰν τὰ λόγια ὁποῦ βγαίνουνε εὔκολα ἀπὸ τὸ στόμα, ἀλλὰ ποὺ χαραχτήκανε στὶς ψυχὲς μὲ πόνο καὶ μὲ ταπείνωση καὶ μὲ πίστη.
φ.κόντογλου

Σήμερα όλη η Ελλάδα μοσχοβολά από το ευωδέστατο σκήνωμα της Παναγίας!


φ.κόντογλου

Σήμερα γιορτάζουμε την ένδοξη Κοίμηση της Παναγίας. Σ’ αμέτρητες εκκλησίες και μοναστήρια χτυπούνε οι καμπάνες και ψέλνουνε οι ψαλτάδες. Τα πιο πολλά είναι στης Παναγίας τ’ όνομα, και πανηγυρίζουνε σήμερα την Κοίμηση της Θεοτόκου. Μα αυτή δεν είναι γιορτή θανάτου, είναι γιορτή χαράς και θρίαμβος, γιατί αυτή που κοιμήθηκε είναι η Μητέρα της Ζωής, όπως λέγει εκείνο το θεσπέσιο δοξαστικό πού λένε σήμερα στη Λειτουργία:
«Τη αθανάτω σου κοιμήσει Θεοτόκε μήτηρ της ζωής, νεφέλαι τους αποστόλους αιθέριους διήρπαζον και κοσμικώς διεσπαρμένους, ομοχώρους παρέστησαν τω αχράντω σου σώματι, ο και κηδεύσαντες σεπτώς, την φωνήν του Γαβριήλ μελωδούντες ανεβόων. Χαίρε, κεχαριτωμένη παρθένε, μήτερ ανύμφευτε, ο Κύριος μετά σου. Μεθ’ ων, ως Υιός σου και θεόν ημών ικέτευε σωθήναι τας ψυχάς ημών».

Σήμερα όλη η Ελλάδα μοσχοβολά από το ευωδέστατο σκήνωμα της Παναγίας, που είναι η μητέρα των ορφανεμένων, η ελπίδα των απελπισμένων, η χαρά των θλιμμένων, το ραβδί των τυφλών, η άγκυρα των θαλασσοδαρμένων. Κι απ’ άκρη σε άκρη της Ελλάδας, στις πολιτείες, στα χωριά, στα μοναστήρια και στις σκήτες, απάνω στα δασωμένα βουνά, στα λαγκάδια, στις σπηλιές, στα γαλανά τα κύματα που δροσοαφρίζουνε από τον πελαγίσιον αγέρα, στα νησιά και στα ρημόνησα, στους κάβους, παντού αντιλαλεί η υμνολογία που ψέλνουνε οι ψαλτάδες για την ταπεινή βασίλισσα που κοι¬μήθηκε.Το μελτέμι που φυσά τώρα το Δεκαπενταύγουστο και δροσίζει τον κόσμο τα δεντρικά που ‘ναι φορτωμένα με λογής λογής πωρικά, τα άγρια τα ρουμάνια, με τις αντρειωμένες βαλανιδιές και με τα έλατα και με τα κέδρα, τα άσπρα σύννεφα που αρμενίζουνε στον γαλανό ουρανό, όλα είναι χαροποιά και μακάρια, όλα είναι ιλαρά από την γλυκύτητα της Παναγίας. Στα πέλαγα ταξιδεύουνε λογής-λογής καράβια και καΐκια πώχουνε γραμμένο απάνω στο μάγουλο τους το γλυκύτατο τ’ όνομα της. 

Ω! Αληθινά δική μας είναι η Παναγία, δικό μας είναι το Ρόδον το Αμάραντον!Ποιος θα μπορούσε να την υμνήσει όπως την υμνολογήσανε οι υμνωδοί της Εκκλησίας μας; Αρχαγγελικές σάλπιγγες θαρρείς πώς ακούγονται παντού, με ύψος και με σεμνότητα, μ’ ένα κάλλος πνευματικό που βρίσκεται μονάχα στην Ορθοδοξία. Στον Εσπερινό της παραμονής ψέλνουνε τούτα τα τροπάρια που γεμίζουνε την ψυχή μας με κάποιον αγιασμένον ενθουσιασμό:
«Ω του παραδόξου θαύματος! Η πηγή της ζωής εν μνημείω τίθεται, και κλίμαξ προς ουρανόν ο τάφος γίνεται. Ευφραίνου, Γεσθημανή, της Θεοτόκου το άγιον τέμενος. Βοήσωμεν οι πιστοί, τον Γαβριήλ κεκτημένοι ταξίαρχον Κεχαριτωμένη χαίρε, μετά σου ο Κύριος, ο παρέχων τω κοσμώ δια σου το μέγα έλεος».Από τι καρδιές, από τι χρυσά σπλάχνα εβγήκε τούτος ο πλούτος! Εδώ δεν είναι συνταίριασμα τεχνικό από λόγια κι από ήχους. Εδώ είναι αληθινά «η φωνή του Γαβριήλ μελωδούντος» από τας ουράνιους αψίδας, ύμνος αθανασίας. Αμή εκείνη η θ’ ωδή που λέγει: «Νενίκηνται της φύσεως οι όροι εν σοι, Παρθένε άχραντε, παρθενεύει γαρ τόκος, και ζωήν προμνηστεύεται θάνατος. Η μετά τόκον παρθένος και μετά θάνατον ζώσα, ζώσα, σώζοις αεί, Θεοτόκε, την κληρονομιών σου».

 Η εκείνο το απολυτίκιο που είναι σοβαρό και γλυκό σαν το εικό¬νισμα της:
«Εν τη γεννήσει την παρθενίαν, εφύλαξας, εν τη κοιμήσει, τον κόσμων ου κατέλιπες, Θεοτόκε. Μετέστης προς την ζωήν, μήτηρ υπάρχουσα της ζωής, και ταις πρεσβείαις ταις σαις λυτρουμένη εκ θανάτου τας ψυχάς ημών».

 Η ο α’ ειρμός στις Καταβασίες που λέγει: «Πεποικιλμένη τη θεία δόξη η ιερά και ευκλεής, Παρθένε, μνήμη σου, πάντας συνηγάγετο προς ευφροσύνην τους πιστούς, εξαρχούσης Μαριάμ, μετά χορών και τύμπανων τω σω άδοντες μονογενεί, ενδόξως ότι δεδόξασται».

Από τούτη την άγια μέθη, που μεταδίνει η «Πεποικιλμένη», μέθυσε κι ο αγιασμένος γλάρος της Σκιάθου, κ’ έγραψε τους καημούς του Δεκαπενταύγουστου σκιρτώντας από την αγγελική υμνωδία που άκουγε μυστικά, καθισμένος μπροστά στ’ αφρισμένο πέλαγο, «ο φιλέρημος γέρων». Από το ίδιο νέκταρ της Παναγίας μέθυσε κι ο Σολωμός και ψέλνοντας και κείνος με ενθουσιασμό την Πεποικιλμένη, έγραψε στον Ύμνο της Ελευθερίας τούτα τα λόγια:Ακολουθεί την αρμονία η αδελφή του Ααρών, η προφήτισσα Μαρία μ’ ένα τύμπανον τερπνόν. Και πηδούν όλες οι κόρες με τσ’ αγκάλες ανοικτές τραγουδώντας ανθοφόρες με τα τύμπανα κ’ εκείνες.
Η Μαριάμ, η συνονόματη της Παναγίας, ήτανε η αδελφή του Ααρών, που άρχισε να ψέλνει για να φχαριστήσει το θεό, που καταπόντισε τον Φαραώ στην Ερυθρή θάλασσα. Και τη συντροφεύανε οι άλλες οι κό¬ρες, χορεύοντας και παίζοντας τα τύμπανα. «Λαβούσα δε Μαριάμ η προφήτις, η αδελφή του Ααρών, το τύμπανον εν τη χειρί αυτής, και εξήλθοσαν πάσαι αι γυναίκες οπίσω αυτής μετά τύμπανων και χορών» (Εξοδ. ιε’, 20).

Αυτή είναι η αγιασμένη Ελλάδα, κι από το γάλα της βυζάξανε και θραφήκανε οι ποιητές της, το γάλα της Παναγίας.

Εμείς αυτό το γάλα το συχαθήκαμε, αλίμονο!

Τετάρτη, Αυγούστου 14, 2019

«τὶς αὐτὴ ἡ ἀναβαίνουσα λελευκανθισμένη, ἐγκύπτουσα ὡσεὶ ὄρθρος;»




Τί εἶναι αὐτὸ τὸ μυστήριο τὸ μέγα, ποὺ συντελεῖται γύρω ἀπὸ τὸ πρόσωπό σου, ἱερὴ Μητέρα καὶ Παρθένε; «Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου». Ὅσο ὑπάρχουν ἄνθρωποι θὰ σὲ μακαρίζουν, γιατί μονάχα Σὺ εἶσαι ἄξια γιὰ μακαρισμό!

Καὶ νὰ ποὺ ὅλες οἱ γενιὲς Σὲ μακαρίζουν. Ἐσένα εἶδαν οἱ θυγατέρες τῆς Ἱερουσαλήμ, δηλαδὴ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ σὲ μακάρισαν οἱ βασίλισσες, δηλαδὴ οἱ ψυχὲς τῶν δικαίων, καὶ θὰ σὲ ὑμνοῦν αἰώνια. Γιατί Σὺ εἶσαι ὁ θρόνος ὁ βασιλικός, στὸν ὁποῖον παραστέκονται Ἄγγελοι κοιτάζοντας τὸν Βασιλέα καὶ Δημιουργὸ νὰ κάθεται ἐπάνω του.

Σὺ ἔγινες Ἐδὲμ νοητή, πιὸ ἱερὴ καὶ πιὸ θεϊκὴ ἀπὸ τὴν παλιά. Γιατί σὲ ἐκείνη τὴν Ἐδὲμ ἔμεινε ὁ Ἀδὰμ ὁ γήινος, ἐνῶ σ’ Ἐσένα ὁ Κύριος τοῦ οὐρανοῦ.

Ἐσένα προεικόνισε ἡ κιβωτός, γιατί Σὺ γέννησες τὸν Χριστό, τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου, ποὺ καταπόντισε τὴν ἁμαρτία καὶ κατασίγησε τὰ κύματά της.

Ἐσένα προεικόνισε ἡ βάτος, Ἐσένα εἶχαν ἐπιγράψει προφητικῶς οἱ θεοχάρακτες πλάκες, Ἐσένα προζωγράφισε ἡ κιβωτὸς τοῦ νόμου καὶ Σένα εἶχαν φανερὰ προτυπώσει ἡ στάμνα ἡ χρυσὴ καὶ ἡ λυχνία καὶ ἡ τράπεζα καὶ ἡ ράβδος τοῦ Ἀαρών ποὺ ‘χε βλαστήσει.

Ἀπὸ Σένα προῆλθε ἡ φλόγα τῆς θεότητος, τὸ μέτρο καὶ ὁ Λόγος τοῦ Πατρός, τὸ γλυκύτατο καὶ οὐράνιο μάννα, τὸ ὄνομα τὸ ἀπερίγραπτο καὶ πάνω ἀπὸ ὅλα τὰ ὀνόματα, τὸ φῶς τὸ αἰώνιο καὶ ἀπρόσιτο, ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς ὁ οὐράνιος, ὁ καρπὸς ποὺ δὲν γεωργήθηκε, ἀλλὰ βλάστησε ἀπὸ Σένα μὲ σῶμα ἀνθρώπινο.

Ἄγγελοι μαζὶ μὲ Ἀρχαγγέλους Σὲ μεταφέρουν ἀπὸ τὴ γῆ στοὺς οὐρανούς. Καθὼς περνᾶς εὐλογεῖται ὁ ἀέρας καὶ ὁ αἰθέρας καθαγιάζεται. Χαίροντας ὑποδέχεται ὁ οὐρανὸς τὴν ψυχή Σου. Σὲ προϋπαντοῦν οἱ οὐράνιες δυνάμεις μὲ ὕμνους ἱεροὺς καὶ τελετὴ χαρμόσυνη: «τὶς αὐτὴ ἡ ἀναβαίνουσα λελευκανθισμένη, ἐγκύπτουσα ὡσεὶ ὄρθρος;». Εἶσαι ὡραία, λένε οἱ οὐράνιες δυνάμεις, σὰν τὸ φεγγάρι κι ὅλα τὰ Χερουβὶμ ἐκπλήσσονται καὶ τὰ Σεραφεὶμ Σὲ δοξάζουν, Ἐσένα ποὺ δὲν ἀνέβηκες μονάχα ὡς τὸν οὐρανό, σὰν τὸν Προφήτη Ἠλία, οὔτε μονάχα μέχρι τὸν τρίτο οὐρανό, σὰν τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, ἀλλὰ ἔφτασες μέχρις αὐτὸν τὸν θρόνο τοῦ Υἱοῦ Σου καὶ στέκεις κοντά Του μὲ πολλὴ κι ἀνείπωτη παρρησία.

Ἔγινες, λοιπόν, εὐλογία γιὰ ὅλον τὸν κόσμο, ἁγιασμὸς γιὰ τὸ σύμπαν, ἄνεση γιὰ τοὺς κουρασμένους, παρηγοριὰ γιὰ τοὺς πενθοῦντες, θεραπεία γιὰ τοὺς ἀρρώστους, λιμάνι γιὰ τούς θαλασσοδαρμένους, συγχώρηση γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς, παρηγοριὰ γιὰ τοὺς λυπημένους, πρόθυμη βοήθεια γιὰ ὅλους ποὺ σὲ ἐπικαλοῦνται, ἀρχὴ καὶ μέση καὶ τέλος ὅλων τῶν ἀγαθῶν ποὺ ξεπερνοῦν τὸν νοῦ μας.

Ἐλᾶτε ὅλοι μὲ πόθο καρδιακό, ἂς κατεβοῦμε στὸν τάφο μαζὶ μὲ τὴν Παρθένο ποὺ κατέρχεται σ’ αὐτόν. Ἂς παρασταθοῦμε ὁλόγυρα στὸ ἱερότατο κρεβάτι της.

Ἂς ψάλλουμε ὕμνους ἱερούς, τέτοια περίπου λέγοντας μελωδικὰ ἄσματα: «Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά σοῦ». Χαῖρε ἀμνὰς ποὺ γέννησες τὸν Ἀμνὸ τοῦ Θεοῦ. Χαῖρε σὺ ποὺ εἶσαι πιὸ πάνω ἀπὸ τὶς ἀγγελικὲς δυνάμεις. Χαῖρε ἡ δούλη καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ.


Ἐγκώμιο στὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου(Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός)


Εγκώμιον εις την Κοίμησιν της αγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου


Θεοδώρου Στουδίτου
Φωνή κεράτινης σάλπιγγας, πού νά ἀντηχῆ δυνατώτερα ἀπό ἀνθρώπινη φωνή καί νά συγκλονίζη τά πέρατα, ἀπαιτεῖ ἕνας λόγος πρός τιμήν τῆς ἱερᾶς αὐτῆς ἡμέρας, ἀγαπητοί μου· γι᾿ αὐτό καί κινδυνεύει ν᾿ ἀποτύχη τώρα, καθώς ἀκούγεται προερχόμενος ἀπό τό ἀσθενές φωνητικό μου ὄργανο. Ἡ Κυρία ὅμως καί Βασίλισσα τοῦ παντός, ἔτσι καθώς εἶναι ἀφιλόδοξη, θά δεχτῆ νομίζω κι αὐτόν ἐδῶ τόν σύντομο καί πενιχρό λόγο πού τῆς προσφέρουμε οἱ δοῦλοι της, ὅμοια μέ ἐκείνους τούς διεξοδικούς καί ἀστραφτερούς τῶν σπουδαίων ὁμιλητῶν, μέ τό νά παρακινεῖται σέ συμπάθεια ἀπό τίς προσευχές αὐτοῦ πού μέ προστάζει νά ὁμιλήσω· ἐπειδή ἀκριβῶς καί ἕνα μόνο πράγμα προσέχει ἡ φιλάγαθη: τήν πρόθεσι.
Ἐμπρός λοιπόν, συνάξου ὁλόκληρη ἡ οἰκουμένη, ἱεράρχες καί ἱερεῖς, μοναχοί καί κοσμικοί, βασιλεῖς καί ἄρχοντες, ἄνδρες καί γυναῖκες, ἀγόρια καί κορίτσια, φυλές καί γλῶσσες, μέ ὅλο μαζί τό ἔθνος καί τό πλῆθος, καί ἀφοῦ ἀλλάξης τά φορέματα τῶν ἀρετῶν σου, «ντυμένη» κι ἐσύ «στά κρόσσια τά χρυσά καί στολισμένη» (Ψαλμ. μδ´ 14), πρόβαλε μέ πρόσωπο φαιδρό καί ὅλο χαρά γιόρτασε τῆς Κυριοτόκου Μαρίας τήν ἑορτή, τήν ἐπικήδεια συγχρόνως καί διαβατήρια· διότι φεύγει ἀπό ἐδῶ κάτω καί πηγαίνει κοντά στά ὄρη τά αἰώνια, τό ὄρος ὄντως τό Σιών, στό ὁποῖο εὐδόκησε ὁ Θεός νά κατοικῆ, ὅπως ψάλλει ἡ λύρα τοῦ ψαλμωδοῦ. Σήμερα λοιπόν ὁ ἐπίγειος οὐρανός περιβαλλόμενος τήν στολή τῆς ἀφθαρσίας ἀποκτᾶ νέα διαμονή, τήν καλύτερη καί αἰώνια.
Σήμερα ἡ νοητή καί θεοφώτιστη σελήνη μέ τό νά συμβάλλη στόν δίσκο τοῦ ἡλίου τῆς δικαιοσύνης ἐκλείπει μέν ἀπό τήν πρόσκαιρη τούτη ζωή, συγχρόνως ὅμως ἀνατέλλει καί λάμπει μέ τήν τιμή τῆς ἀθανασίας. Σήμερα ἡ ὁλόχρυση καί θεοκατασκεύαστη κιβωτός τοῦ ἁγιάσματος ἀναχωρεῖ ἀπό τά ἐπίγεια σκηνώματα καί μετακομίζεται στήν ἄνω Ἱερουσαλήμ, γιά νά ἀναπαυθῆ αἰώνια. Καί ὁ θεοπάτωρ Δαυΐδ μᾶς τά τραγουδάει αὐτά μέ τήν κιθάρα του καί ἀναφωνεῖ: «Θά προσαχθοῦν, λέει, παρθένοι», δηλ. ψυχές, «στόν βασιλέα, ἀκολουθώντας πίσω ἀπό αὐτήν θά προσαχθοῦν σέ Σένα» (πρβλ. Ψαλμ. μδ´ 15).
Τώρα λοιπόν, ἐνῶ ἔκλεισε τούς αἰσθητούς ὀφθαλμούς ἡ Θεοτόκος, ὑψώνει γιά χάρι μας τούς νοητούς, σάν λαμπρούς καί μεγάλους φωστῆρες πού ποτέ ὡς τώρα δέν βασίλεψαν, γιά νά ἀγρυπνοῦν καί νά ἐξιλεώνουν τόν Θεό ὑπέρ τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου. Τώρα, ἐνῶ στά θεοκίνητα χείλη της ἐσίγησε ὁ ἔναρθρος λόγος, ἀείλαλο ἀνοίγει τό πρεσβευτικό της στόμα ὑπέρ ὅλου τοῦ γένους. Τώρα, ἐνῶ συνέστειλε τίς σωματικές καί θεοφόρες της παλάμες, τίς ὑψώνει ἄφθαρτες πρός τόν Δεσπότη ὑπέρ ὁλόκληρης τῆς οἰκουμένης. Τώρα, ἐνῶ μᾶς ἀπέκρυψε τά ἡλιοειδῆ καί φυσικά χαρακτηριστικά της, ἀκτινοβολεῖ διά μέσου τῆς σκιαγραφίας τῆς εἰκόνας της καί τήν παρέχει στόν λαό πρός ἀσπασμό εὐεργετικό καί σχετική προσκύνησι, εἴτε τό θέλουν οἱ αἱρετικοί εἴτε ὄχι. Ἐνῶ λοιπόν πέταξε ἐπάνω ἡ πάναγνος περιστερά, δέν παύει νά φυλάττη τά κάτω. Ἐνῶ ἐξῆλθε τοῦ σώματος, μέ τό πνεῦμα της εἶναι μαζί μας. Ἐνῶ ὁδηγήθηκε στούς οὐρανούς, ἐξοστρακίζει ἀπό ἀνάμεσά μας τούς δαίμονες μεσιτεύοντας πρός τόν Κύριο.
Κάποτε, μέσῳ τῆς προμήτορος Εὔας ὁ θάνατος εἰσῆλθε καί κυρίευσε τόν κόσμο· τώρα ὅμως συναντώντας τήν μακαρία θυγατέρα ἐκείνης ἀποκρούστηκε καί κατανικήθηκε ἀπό τό ἴδιο ἐκεῖνο μέρος ἀπ᾿ ὅπου τοῦ εἶχε δοθῆ ἡ ἐξουσία. Ἄς χαρῆ λοιπόν τό γυναικεῖο φῦλο, πού ἀντί ντροπῆς ἀποκομίζει δόξα. Ἄς χαρῆ καί ἡ Εὔα, διότι δέν εἶναι πιά κατηραμένη, ἀλλά ἔχει νά ἐπιδείξη ἀπόγονό της εὐλογημένο τήν Μαρία. Ἄς σκιρτήση ἡ κτίσις ὁλόκληρη, καθώς ἀντλεῖ μυστικά τά νάματα τῆς ἀφθαρσίας ἀπό τήν παρθενική πηγή καί ἀπαλλάσσεται ἔτσι ἀπό τήν θανατηφόρα δίψα.
Τέτοια εἶναι ἡ ἑορτή πού ἔχουμε σήμερα. Τόσο μεγάλα εἶναι τά γεγονότα πού ὑμνολογοῦμε. Αὐτά μᾶς χαρίζει ἡ χριστοανθής ρίζα τοῦ Ἰεσσαί, ἡ ἱερόβλαστη ράβδος τοῦ Ἀαρών, ὁ νοητός παράδεισος τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς, ὁ ἔμψυχος λειμώνας τῶν παρθενικῶν ἀρωμάτων, ἡ ἀνθισμένη θεογεώργητη ἄμπελος τοῦ ὡρίμου καί ζωογόνου βότρυος, ὁ ὑψηλός καί ἐπηρμένος χερουβικός θρόνος τοῦ Παμβασιλέως, ὁ οἶκος ὁ γεμάτος ἀπό τήν δόξα Κυρίου, τό ἅγιο καταπέτασμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ φωτεινότατος τόπος τῆς ἀνατολῆς, αὐτά μᾶς χαρίζει, καθώς κοιμήθηκε σήμερα ἐν εἰρήνῃ καί δικαιοσύνῃ. Λέω κοιμήθηκε, ὄχι ὅμως καί πέθανε. Πέρασε ἀπό τήν γῆ στόν οὐρανό, ὅμως δέν ἐγκατέλειψε τήν ὑπεράσπισι τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.
Μέ ποιά λόγια λοιπόν νά παραστήσουμε τό μυστήριό σου; Ἀδυνατοῦμε νά τό σκεφθοῦμε· εἴμαστε ἀσθενεῖς γιά νά τό ἐκφράσουμε· ἰλλιγγιοῦμε νά τό περιγράψουμε. Διότι εἶναι παράξενο καί ὑψηλό καί ἀνώτερο γιά κάθε διάνοια. Δέν σχετίζεται καί δέν ταιριάζει μέ κάτι ἄλλο, ὅπως συμβαίνει μέ τά ὑπόλοιπα πράγματα, ἔτσι ὥστε νά εἴμαστε σέ θέσι νά δώσουμε πρόχειρα τίς ἀποδείξεις ἀπό τά γύρω μας πράγματα. Ἀντίθετα, ἀπό τά ὑπερβατικά καί ἀνώτερά μας κατανοοῦμε μέ εὐλάβεια ὅσα ἀναφέρονται σέ σένα, καί σέ σένα μόνη παραδίδουμε τά ὑπέρ ἄνθρωπον. Διότι ἄλλαξες τήν φύσι κατά τήν ἄρρητη γέννησι. Ποῦ ἀλλοῦ ἄκουσε κανείς παρθένο νά συλλαμβάνη ἀσπόρως! Ὤ θαῦμα! Τήν μητέρα καί λεχώνα τήν βλέπουμε ἄφθορη παρθένο, ἐπειδή Θεός ἦταν αὐτό πού γέννησε. Τό ἴδιο λοιπόν καί στή ζωηφόρο κοίμησί σου: μέ τό εἶσαι διαφορετική ἀπό τούς ὑπολοίπους, μόνη ἐσύ κατέχεις δικαιολογημένα τήν ἀφθαρσία καί τῶν δύο (ψυχῆς δηλ. καί σώματος).
Ἄς μᾶς ἀφηγηθῆ ὅμως ἡ Σιών τά παράδοξα ἐκείνης τῆς ἡμέρας. Εἶχε λοιπόν συμπληρωθῆ τό ὅριο τῆς ζωῆς. Εἶχε φθάσει ἡ ὥρα τοῦ θανάτου. Προγνώρισε σάν μητέρα Θεοῦ ἡ Παναγία τόν καιρό τῆς μεταστάσεως. (Καί πόσα περισσότερα ἀπό τόν καθένα πού σάν ἁπλός δοῦλος προφητεύει δέν θά ἔδινε κανείς, ἀδελφοί μου φιλόχριστοι, πρός τήν μητέρα τοῦ Θεοῦ καί ἀνώτερη ἀπό ὅλους τούς προφῆτες;) Ὅταν λοιπόν τά αἰσθάνθηκε αὐτά καί τά κατάλαβε, τί μᾶς λέει ἡ παράδοσις πῶς προσευχόταν καί παρακαλοῦσε;
 «Ἔφθασε ἡ ἡμέρα τῆς ἐξόδου μου· ἔφθασε ὁ χρόνος τῆς ἐκδημίας μου πρός ἐσένα. Ἄς παρευρεθοῦν ἐδῶ αὐτοί πού θά ὑπηρετήσουν στόν ἐνταφιασμό μου, Δέσποτα· εἴθε νά σταθοῦν στό προσκέφαλό μου οἱ λειτουργοί πού θά τελέσουν τήν κηδεία μου. Καί στά μέν χέρια σου νά ἀφήσω τό πνεῦμα μου, στά δέ χέρια τῶν μαθητῶν σου, γιά νά τό ἐνταφιάσουν, τό ἄψαυστο καί θεοδόχο σῶμα μου, ἀπό ὅπου ἀνέτειλες ἐσύ ἡ ἀθανασία. Ἄς παρασταθοῦν κοντά μου νά μοῦ δώσουν χαρά αὐτοί πού βρίσκονται διεσπαρμένοι στά πέρατα τῆς γῆς, οἱ κήρυκες καί ὑπηρέτες τοῦ εὐαγγελίου σου. Κι ἄν ἐσύ εὐδόκησες νά μετατεθῆ ζωντανός ἀκόμη ὁ δίκαιος Ἐνώχ στόν οὐρανό, γιατί ἔτσι ἔπρεπε, καί ὁ Θεσβίτης Ἠλίας ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς νά ἀνυψωθῆ μέ πύρινο ἅρμα πρός ἄγνωστες χῶρες, γιά νά ἀναμένουν καί οἱ δύο τόν χρόνο τῆς φρικτῆς καί παμφώτεινης δευτέρας παρουσίας σου, καί ἄν πάλι γιά μιά ἀνάγκη τοῦ Δανιήλ ἐθαυματούργησες, ὥστε μέσα σέ μιά στιγμή ὁ προφήτης Ἀββακούμ νά μεταφερθῆ ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ στήν Βαβυλώνα καί πάλι νά ἐπιστρέψη, τότε τί σοῦ εἶναι ἀδύνατο καί μόνο ἄν τό θελήσης;»
Αὐτά μόλις εἶπε ἡ πανύμνητος, νά πού κατέφθασε καί ἡ δωδεκάδα τῶν ἀποστόλων, ἀπό διαφορετική κατεύθυνσι ὁ καθένας, σάν σύννεφα σπρωγμένα ἀπό τίς πτέρυγες τοῦ Πνεύματος, πού ἦλθαν καί στάθηκαν κοντά στή νεφέλη τοῦ φωτός. Τί λέγει λοιπόν ἐκείνη πού ἔχει τά θεϊκά, τά πολλά, τά μεγάλα ὀνόματα, φέρνοντας, καθώς ἦταν ξαπλωμένη, ἕνα γύρο τό βλέμμα της καί ἀντικρύζοντας αὐτούς πού ζητοῦσε;
 «Ἄς ἀγαλλιάση ἡ ψυχή μου γιά τόν Κύριο καί αὐτό θά γίνη γιά μένα εὐφροσύνη καί αἴνεσις καί μεγαλεῖο ἐκ μέρους ὅλων τῶν ἐθνῶν τῆς γῆς. Διότι μοῦ συγκέντρωσε τά θεμέλια τῆς Ἐκκλησίας, μοῦ συνάθροισε τούς ἄρχοντες τῆς οἰκουμένης, τούς θαυμαστούς ὑπηρέτες τῆς κηδείας μου. (Ὤ μεγαλοφυές θαῦμα! Ὤ ἔργο μητρικῆς ἀφοσιώσεως πρός τόν υἱό! Ὤ δῶρο υἱϊκῆς σχέσεως πρός τήν μητέρα!). Σάν ἄλλος οὐρανός μοῦ φάνηκε τό δωμάτιο, μέ τό περικλείη μέσα του τούς φωστῆρες τοῦ κόσμου. Ναός Κυρίου φάνηκε ἡ ὀροφή, πού ἔφερε κοντά μου τούς θείους μύστες καί ἱερουργούς. Δέν θά μελετήσει πιά ἡ συμμορία τῶν Ἰουδαίων νά πραγματοποιήση τόν ἐναντίον μου παραλογισμό. Δέν θά ὁπλίση πιά ἐναντίον μου τό θρασύ του χέρι, γιά νά μέ φονεύση τό συνέδριο τῶν ἱερέων. (Διότι κάποτε τό εἶχαν σχεδιάσει καί , μαζί μέ τόν Υἱό, θά φόνευαν οἱ αἱμοχαρεῖς καί τήν Μητέρα, ἀλλά ἀπέτυχαν στό σκοπό τους, γιατί τούς ἐμπόδισε ἄνωθεν ἡ θεία πρόνοια). Μεταβιβάζομαι σέ τόπους κατοικίας ἀπαραβίαστους, ὅπου δέν μπορεῖ ὁ ἐχθρός νά εἰσαγάγη τίς παγίδες τῆς κακίας· ὅπου θά μπορῶ νά ἀντικρύσω τήν τερπνότητα τοῦ Κυρίου καί νά ἐπισκεφθῶ τόν Ναόν, ἐγώ ὁ παμφώτεινος ναός Του». Καί τί εἶπαν τότε πρός αὐτήν οἱ μακάριοι ἀπόστολοι μέ λόγια εἴτε δικά τους εἴτε διαλεγμένα ἀπό τά στόματα τῶν προφητῶν;
 «Χαῖρε κλίμαξ πού στηρίζεσαι στή γῆ καί φτάνεις στόν οὐρανό, μέσω τῆς ὁποίας ἔγινε ἡ κάθοδος πρός ἡμᾶς καί ἡ ἄνοδος πρός τούς οὐρανούς τοῦ Κυρίου, κατά τόν μεγάλο πατριάρχη Ἰακώβ» (βλ. Γεν. κη´ 12).
Χαῖρε βάτε μέ τήν τόσο παράδοξη μορφή, ἀπό τήν ὁποία ἐμφανίστηκε ἄγγελος Κυρίου σέ μορφή πύρινης φλόγας καί τήν ὁποία ἐνῶ ἡ φωτιά ἔκαιγε, δέν τήν κατέκαιε, κατά τόν μεγάλο θεόπτη Μωϋσῆ (βλ. Ἔξ. γ´ 2-3).
Χαῖρε ὁ θεοδέγμων πόκος, ἀπό τόν ὁποῖο στράγγισε ἡ οὐράνια δρόσος, μία λεκάνη γεμάτη νερό, κατά τόν θαυμασιώτατο Γεδεών (βλ. Κριταί ς´ 38).
Χαῖρε πόλις τοῦ βασιλέως τοῦ μεγάλου (βλ. Ψαλμ. μζ´ 3), τήν ὁποία θαυμάζουν καί μεγαλύνουν οἱ βασιλεῖς (βλ. Ψαλμ. μζ´ 5-6) μαζί μέ τόν ᾀσματογράφο Δαυίδ.
Χαῖρε ἡ νοητή Βηθλεέμ, ὁ οἶκος τοῦ Ἐφραθᾶ, ἀπ᾿ ὅπου ἐξῆλθε ὁ βασιλεύς τῆς δόξης, γιά νά καταστῆ ἄρχοντας στόν λαό τοῦ Ἰσραήλ, τοῦ ὁποίου «αἱ ἔξοδοι ἀπ᾿ ἀρχῆς ἐξ ἡμερῶν αἰῶνος» (Μιχ. ε´ 1), ὅπως λέει ὁ Μιχαίας ὁ θειότατος.
Χαῖρε τό κατάσκιο παρθενικό ὅρος, ἀπό τό ὁποῖο ἐμφανίστηκε ὁ ἅγιος τοῦ Ἰσραήλ, κατά τόν θεόφωνο Ἀββακούμ (βλ. Ἀββακ. γ´ 3).
Χαῖρε λυχνία ὁλόχρυση καί φωτοφόρε, ἀπό τήν ὁποία ἔλαμψε στούς «ἐν σκότει καί σκιᾷ θανάτου καθημένους» (Ψαλμ. ρς´ 10) τό ἀπρόσιτο φῶς τῆς Θεότητος, κατά τήν ρῆσι τοῦ θεσπέσιου Ζαχαρία (βλ. Ζαχ. δ´ 2).
Χαῖρε τό παγκόσμιο ἱλαστήριο τῶν ἀνθρώπων , διά τοῦ ὁποίου σέ ἀνατολή καί δύσι δοξάζεται στά ἔθνη τό ὄνομα τοῦ Κυρίου καί παντοῦ προσφέρεται θυμίαμα στό ὄνομά Του κατά τόν ἁγιώτατο Μαλαχία (βλ. Μαλαχ. α´ 11).
Χαῖρε νεφέλη ἀνάλαφρη, πάνω στήν ὁποία κάθησε ὁ Κύριος κατά τόν ἱεροφωνότατο Ἠσαία (βλ. Ἠσ. ιθ´ 1).
Χαῖρε ἡ ἱερά βίβλος τῶν προσταγμάτων τοῦ Κυρίου καί ὁ νεοχάρακτος νόμος τῆς Χάριτος, χάριν τῆς ὁποίας μᾶς ἔγιναν γνωστά ὅσα ἀρέσουν στόν Θεό, κατά τόν πολυθρήνητο Ἱερεμία (πρβλ.. Ἱερ. κε´ 13).
Χαῖρε ἡ κλεισμένη πύλη, διά τῆς ὁποίας ὁ Κύριος καί Θεός τοῦ Ἰσραήλ εἰσῆλθε καί ἐξῆλθε κατά τόν μεγάλο θεόπτη Ἰεζεκιήλ (βλ. Ἰεζ. μδ´ 2 κ. ἑξ).
Χαῖρε τό ἀλατόμητο ἀπό χέρι ἀνθρώπου καί ὑψηλότατο ὄρος, ἀπό τό ὁποῖο ἀπεκόπη ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος, κατά τόν θεολογικώτατο Δανιήλ (βλ. Δαν. β´ 34, 45).
Καί ποιός νοῦς νά χωρέση ἤ ποιός λόγος νά ἀφηγηθῆ ὅσα ἐκεῖ ἔψαλλαν, ὅσα εἶπαν, ὅσα ἐμακάρισαν οἱ θεολόγοι; Ὅταν λοιπόν ἱερούργησαν ἱερῶς ὅσα ταίριαζε καί ἐπετέλεσαν τά ἅγια ἁγίως, νά πού ἔφθασε καί ὁ Κύριος μέ τήν δόξα τῆς δυνάμεώς του καί ὅλη τήν στρατιά τοῦ οὐρανοῦ. Καί ἀοράτως μέν λειτουργοῦσαν οἱ ἀσώματοι, σωματικῶς δέ γίνονταν ὑμνῳδοί τῆς θείας μεγαλειότητος οἱ ἀπόστολοι. Σύμμεικτη ἦταν, ἀδελφοί μου, ἡ πανήγυρις καί ὁ χορός οὐράνιος μαζί καί ἐπίγειος—κι ἄς μή ξενίση ὁ λόγος μου καθώς σκιαγραφεῖ τά θεοπρεπῆ γεγονότα—ἀποτελούμενος ἀπό Ἀγγέλους, Ἀρχαγγέλους, Κυριότητες, Θρόνους, Ἀρχές, Ἐξουσίες, Δυνάμεις, τίς Χερουβικές καί
Σεραφικές, ἀποστόλους, μάρτυρες, δικαίους, ἄλλους νά προτρέχουν, ἄλλους νά προϋπαντοῦν, ἄλλους νά ἡγοῦνται, ἄλλους νά προηγοῦνται, ἄλλους νά ἀκολουθοῦν καί ἄλλους νά παρακολουθοῦν, καί ὅλους νά φωνάζουν χαρμόσυνα μέ ἕνα στόμα: «Ἄσατε τῷ Κυρίῳ» (Ἱερ. κ´ 13) «αἰνέσατε τόν Κύριον» (ἔνθ᾿ ἀνωτ.) «εὐλογημένος Κύριος ἐπί δίκαιον ὄρος τό ἅγιον αὐτοῦ» (Ἱερ. λη´ 23) καί «ἀνυψωθήτω ὁ οὐρανός εἰς τό μετέωρον» (πρβλ. Ἱερ. λη´ 35). Ποιός λοιπόν ἄκουσε ποτέ εἰς τόν αἰῶνα τέτοιο ἐξόδιο, φιλόχριστοι ἀδελφοί; Ποιός γνώρισε τήν προπομπή μιᾶς τέτοιας κηδείας; Ποιός κατάλαβε ποτέ μέχρι τώρα τέτοια μετάβασι, σάν κι αὐτή πού ἀξιώθηκε ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου μου; Καί δέν εἶναι παράξενο. Γιατί ἀκριβῶς καί κανένας δέν φάνηκε ποτέ ὑπέρτερος ἀπό αὐτήν, πού εἶναι μεγαλύτερη ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους.
Φρίττει τό πνεῦμα μου, ὦ Παρθένε, καθώς βάζω στό μυαλό μου τό μεγαλεῖο τῆς μεταστάσεώς σου. Μένει ἔκπληκτος ὁ νοῦς μου, καθώς ἀναλογίζομαι τό θαῦμα τῆς κοιμήσεώς σου. Δένεται ἡ γλῶσσα μου, καθώς πάει νά διηγηθῆ τό μυστήριο τῆς παλινζωΐας σου. Διότι ποιός εἶναι ἐκεῖνος πού θά μποροῦσε ἐπάξια «νά κάνη γνωστούς ὅλους τούς ὕμνους σου» (Ψαλμ. ρε´9 2) ἤ «νά ἐξιστορήση ὅλα τά θαυμάσιά σου (Ψαλμ. οδ´ 1)»; Ποιός νοῦς ὑψηγόρος θά ρητορεύση, ποιά γλῶσσα μεγαλόστομη θά ὁμιλήση, θά ἐξαγγείλη καί θά παραστήση τά κατά σέ, θά ἀποδώση τά λόγια σου ἤ θά σταθῆ ἀντάξια τῶν δικῶν σου θαυμασίων, τελετῶν, πανηγύρεων, ἑορτῶν, διηγήσεων, ἐγκωμίων; Γι᾿ αὐτό καί ἐπί τοῦ παρόντος μυστηρίου ἡ γλῶσσα μας ἀποδεικνύεται ἀδύνατη, ἄτονη, ἀποτυχημένη, ἀποδοκιμασμένη. Διότι πράγματι ὑπερέχεις, ὑπερβάλλεις, ὑπερτερεῖς ἀσυγκρίτως, σέ ὕψος καί μέγεθος ἀπό τόν ἀνώτατο οὐρανό· σέ λαμπρότητα ἁγνείας, ἀπό τό ἡλιακό φῶς· σέ ἀπόκτησι παρρησίας, ἀπό τό ἀγγελικό ἀξίωμα κάθε ἄυλης καί λογικῆς ὑπάρξεως τῶν νοητῶν καί νοερῶν δυνάμεων.
Ἀλλά τί ἐπίσημη καί λαμπρή― μέ ἀγαλλίασι τό λέω―ἡ πανήγυρις σου! Πόσο σημειοφόρος καί θαυματουργική ἡ μετάστασίς σου! Πόσο ζωοπάροχος καί ἀφθαρτοδώρητος ὁ ἐνταφιασμός σου, μητέρα τοῦ φωτός! Τώρα ὅμως πού πέρασες τά σύννεφα καί ἀνέβηκες στόν οὐρανό καί μπῆκες στά ἅγια τῶν ἁγίων «ἐν φωνῇ ἀγαλλιάσεως καί ἐξομολογήσεως» (Ψαλμ. μα´ 5), ἀξίωσε, Θεοτόκε, νά εὐλογήσης πλούσια τά πέρατα τῆς οἰκουμένης. Μέ τίς πρεσβεῖες σου κάνε εὔκρατους τούς καιρούς· χάριζε τήν βροχή στήν ὥρα της· κατεύθυνε σωστά τούς ἀνέμους· κάνε τήν γῆ νά καρποφορῆ· δώρισε τήν εἰρήνη στήν Ἐκκλησία· κράτυνε τήν Ὀρθοδοξία· φύλαγε τήν βασιλεία· ἀπόκρουε τίς ἐπιθέσεις τῶν βαρβάρων· σκέπαζε ὁλόκληρο τό γένος τῶν Χριστιανῶν· τέλος δέ συγχώρησε καί τήν δική μου τόλμη. Διότι δικός σου εἶναι αὐτός ὁ λόγος, Μητέρα τοῦ Θεοῦ, καί σύ προφήτευσες μελῳδικά ἐκεῖνο πού θά γινόταν: «Διότι νά πού ἀπό τώρα, εἶπες, θά μέ μακαρίζουν ὅλες οἱ γενεές» (Λουκ. α´ 48).
Ἐπειδή λοιπόν δέν εἶναι δυνατόν νά ἀποδειχθῆ ψευδής ὁ θεῖος σου λόγος, δέξου κι ἀπό μένα τόν ἀνάξιο δοῦλο σου, αὐτή τήν κατά δύναμιν προσφώνησι καί «δός μου πάλι τήν ἀγαλλίασι πού μοῦ χαρίζει ἡ σωστική σου βοήθεια» (Ψαλμ. ν´ 14). Μέ τήν δύναμι τῶν πρεσβειῶν σου στήριξέ με μαζί μέ τόν συγγενῆ μου καί πνευματικό πατέρα μου καί μέ τό ποίμνιο πού μοῦ ἔχουν ἐμπιστευθῆ· ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, εἰς τόν ὁποῖον ἀνήκει ἡ δόξα καί ἡ τιμή καί τό κράτος μαζί μέ τόν παντοκράτορα Πατέρα καί τό ζωοποιό Πνεῦμα, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.