ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Κυριακή, Ιουνίου 16, 2019

Κυριακή της Αγίας Πεντηκοστής: "ὁρμητικός ἄνεμος, ἰσχυρός σεισμός καί φωτιά"


Ἀρχιμανδρίτης Ζαχαρίας Ζάχαρου
Τό Ἅγιον Πνεῦμα ἐπισκέπτεται τόν ἄνθρωπο ὡς πύρινη γλώσσα. Μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου ἡ παρουσία Του στόν ἄνθρωπο αὐξάνεται φωτοβολώντας ὁλοένα καί πιό λαμπρά, ὡσότου καταυγάσει σέ θαυμάσια καί τέλεια ἡμέρα (Παροιμ. 4, 18). Τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τό ζῶν ὕδωρ πού ἀναβλύζει «ἀλλόμενον εἰς ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. 4, 14). Ὅσοι διψοῦν γι’ αὐτό θά πιοῦν μέ εὐφροσύνη. Ἄν ὅμως δέν μᾶς συνέχει πνευματική δίψα, δέν ἔχουμε μερίδιο σέ Αὐτό. Ἀκριβῶς γιά τόν λόγο αὐτό ὁ χρόνος πού ἔχουμε στή διάθεσή μας, πρίν φθάσει ἡ δική μας Πεντηκοστή, ἀποτελεῖ ἐξαιρετική εὐκαιρία, ὥστε νά διεγείρουμε μέσα μας τήν εὐλογημένη αὐτή δίψα γιά τή δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Πρίν ἀπό τό πάθος καί τή Σταύρωσή Του ὁ Κύριος ἀνήγγειλε ὅτι θά πήγαινε στόν Πατέρα, ἀλλά δέν θά ἄφηνε τούς μαθητές Του ὀρφανούς, δηλαδή ἀπαράκλητους. Ὑποσχέθηκε ὅτι θά προσευχόταν στόν Πατέρα νά τούς ἀποστείλει τό Πνεῦμα πού θά σκήνωνε μέσα τους γιά πάντα (Ἰωάν. 14, 16-18). Ὡστόσο ἀκόμη καί αὐτοί οἱ μεγάλοι καί ἅγιοι Ἀπόστολοι ἔμειναν ὀρφανοί ἐπί δέκα περίπου ἡμέρες, ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Διδασκάλου τους ὡς τήν Πεντηκοστή. Στή διάρκεια τῶν τριῶν ἐτῶν πού ἦταν μαζί τους ὁ Κύριος, καθώς καί μετά τήν Ἀνάσταση, εἶχαν δεχθεῖ τήν εὐγενῆ, τρυφερή καί γεμάτη χάρη περιποίησή Του. Εἶχαν κοσμηθεῖ μέ πολλά χαρίσματα: ἀνάσταση νεκρῶν, ἐκδίωξη δαιμονίων, θεραπεία ἀσθενούντων καί ἐξουθενημένων (Ματθ. 10, 8). Ἐντούτοις καί αὐτοί ἔμειναν ὀρφανοί γιά λίγο καιρό, ὥστε νά ἀποκτήσουν προσωπική ἐμπειρία τῶν λόγων τοῦ Κυρίου: «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰωάν. 15, 5). Ὁ πρῶτος Παράκλητος ἦταν ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός· τούς εἶχε παρηγορήσει πάντοτε μέ τόν λόγο Του. Ἀλλά ἡ ἐμπειρία τῆς ἐγκαταλείψεως, τῆς πτωχεύσεως καί τῆς μοναξιᾶς ἦταν ἀναγκαία, ὥστε νά φουντώσει στίς καρδιές τους ἡ δίψα γιά τό ζῶν ὕδωρ τῆς Πεντηκοστῆς.
Στήν Παλαιά Διαθήκη, τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς οἱ Ἑβραῖοι ἑόρταζαν τή μνήμη τῆς παραδόσεως τοῦ Νόμου στόν προφήτη Μωυσῆ, ἐγχαραγμένου σέ λίθο ἀπό τά χέρια τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά ὁ νόμος ἐκεῖνος δέν θά τούς ὁδηγοῦσε ποτέ στήν ἐλευθερία τοῦ Πνεύματος (Β’ Κορ. 3, 3-7), ἀφοῦ κανείς δέν μποροῦσε νά τελειωθεῖ μέ αὐτόν (Ἑβρ. 7, 19). Σκοπός του ἦταν νά προετοιμάσει τούς ἀνθρώπους γιά τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ὁπότε ὁ νόμος τοῦ πνεύματος θά ἐγχαρασσόταν στίς πλάκες τῆς καρδιᾶς τους. Ἔτσι, ὅταν ἦλθε ἡ ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, δέκα ἡμέρες μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, συντελέσθηκε ἕνα ἀληθινά κοσμοϊστορικό γεγονός. Καθώς οἱ μαθητές ἤσαν συγκεντρωμένοι ὅλοι μαζί ἀναμένοντας τόν Κύριο μέ πνευματική δίψα, προσευχόμενοι καί τελώντας τήν κλάση τοῦ Ἄρτου, ὅπως Ἐκεῖνος τούς εἶχε παραγγείλει, τούς ἐπισκίασε τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, ὁ ἄλλος Παράκλητος. Εἶναι σημαντικό νά σημειώσουμε ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα κατῆλθε κατά τήν κλάση τοῦ Ἄρτου, τήν ὥρα πού οἱ Ἀπόστολοι τελοῦσαν τήν Εὐχαριστία, σημεῖο ἀπό τά πολλά πού φανερώνουν ὅτι τή στιγμή ἐκείνη γεννιόταν στόν κόσμο ἡ ἀποστολική Ἐκκλησία.
Στήν Παλαιά, ὅπως καί στήν Καινή Διαθήκη, ἡ ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συνοδεύεται ἀπό ὁρατή καί αἰσθητή ἐκδήλωση. Τήν ἡμέρα ἐκείνη, ὅπως περιγράφει τό βιβλίο τῶν Πράξεων, τό Ἅγιο Πνεῦμα ἦλθε ὡς «πνοή βιαῖα». Μετά ἀπό τόν ἰσχυρό καί ὁρμητικό αὐτό ἄνεμο, «διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεί πυρός» κάθισαν σέ κάθε ἕναν ἀπό τούς μαθητές, προδηλώνοντας τήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα τους (Πράξ. 2, 2). Τά σημεῖα αὐτά εἶχαν προτυπωθεῖ στήν Παλαιά Διαθήκη. Ὁ προφήτης Ἠλίας, πληγωμένος ἀπό βαθειά λύπη γιά τήν ἀποστασία τοῦ Ἰσραήλ, εἶχε ἀποσυρθεῖ σέ σπήλαιο καί θρηνοῦσε πικρά ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά ὁ Κύριος τοῦ ὑπέδειξε νά ἀνεβεῖ στήν κορυφή τοῦ ὅρους, ὅπου τοῦ ἀποκάλυψε τήν παρουσία Του. Πρῶτα φύσηξε ἰσχυρός ἄνεμος πού συνέτριβε τά βράχια, ἔπειτα ἀκολούθησε συσσεισμός καί στή συνέχεια πῦρ· ἀλλά ὁ Θεός δέν ἔκανε ἀκόμη τήν ἐμφάνισή Του. Τότε ἦλθε σάν λεπτή αὔρα, ἡ γαλήνια, ἁπαλή φωνή τοῦ Θεοῦ (Γ΄ Βασ. 19, 11-12).
Ὥστε τήν παρουσία τοῦ Ἴδιου τοῦ Θεοῦ προαναγγέλλει τό σημεῖο πού προηγεῖται αὐτῆς· ὁρμητικός ἄνεμος, ἰσχυρός σεισμός καί φωτιά. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ ὁδός τοῦ Κυρίου πρέπει νά προετοιμασθεῖ καί νά διασαφηνισθεῖ, γιά νά μπορέσουμε ἐμεῖς πού εἴμαστε σάρκες νά ἀντιληφθοῦμε καί νά ἀναγνωρίσουμε τήν ταπεινή καί φωτεινή παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί μέ τήν ἔλευσή Του, νά μεταποιηθοῦμε σέ πνευματικές ὑπάρξεις.
Στό Εὐαγγέλιο ἡ ὁδός τοῦ Κυρίου προπαρασκευάζεται συχνά μέ «σκληρούς λόγους». Γιά παράδειγμα, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής ἀποκαλοῦσε τά τέκνα τῶν Ἑβραίων «γεννήματα ἐχιδνῶν» (Λουκ. 3, 7). Ἡ φράση αὐτή ἑρμηνευόταν ἀπό τόν Γέροντα Σωφρόνιο ὡς ἑξῆς: Μέ τόν βαρύ αὐτό χαρακτηρισμό ὁ Τίμιος Πρόδρομος παρηγοροῦσε (Λουκ. 3, 18) τόν λαό μέσα ἀπό τή συντριβή πού τοῦ προξενοῦσε. Ἡ συντριβή ταπεινώνει τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, καί ἡ ταπείνωση τήν διευρύνει, ὥστε νά μπορεῖ νά δεχθεῖ τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, τή χάρη τοῦ Παρακλήτου, πού εἶναι καί ἡ μόνη ἀληθινή παρηγοριά.
Ὅλοι οἱ σκληροί λόγοι, τότε, μποροῦν νά ἐννοηθοῦν μέσω τῶν λόγων τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Τίς ἐστιν ὁ εὐφραίνων με, εἰ μή ὁ λυπούμενος ἐξ ἐμοῦ;» (Β’ Κορ. 2,2) Μέ τόν ἴδιο τρόπο, ὅπως ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής, ὁ Ἀπόστολος φέρνει τά πνευματικά του τέκνα σέ συντριβή, προκαλώντας μέσα τους τή συναίσθηση ὅτι ἡ ζωή τους δέν εἶναι, ὅπως θά ὄφειλε. Τούς ὁδηγεῖ στήν ταπείνωση, καί, μέ τή βοήθειά της, στή χάρη. Γιατί ὁ Θεός «ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν» (Ἰακ. 4, 6· Α’ Πετρ. 5,΄5). Στή συνέχεια, ὄπως λέγεται στήν πρώτη εὐχή τῆς χειροτονίας πρεσβυτέρου, ἀκολουθεῖ «ἡ θεία χάρις, ἡ πάντοτε τά ἀσθενῆ θεραπεύουσα καί τά ἐλλείποντα ἀναπληροῦσα».
Στή ζωή τοῦ χριστιανοῦ ἕνας σκληρός λόγος ἰσοδυναμεῖ μέ τή «βιαῖα πνοή». Ἐκδιηγεῖται τά θαυμάσια τοῦ Θεοῦ καί προξενεῖ στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου βαθειά μεταμέλεια. Ἡ συντριβή αὐτή εἶναι ὁ πρόδρομος τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Διαλύει τόν ὄγκο τῆς ρυπαρότητας πού σκεπάζει τήν καρδιά. Συντρίβει τούς λίθους τῆς σκληρότητας τοῦ ἔσω ἀνθρώπου καί τόν βοηθᾶ νά ἀνακαλύψει τή «βαθειά καρδιά» του. Ὥστε ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ὑποβάλλεται σέ τέτοιες δοκιμασίες, ὑφίσταται τόν ἀρχέγονο «συσσεισμό», πού εἶναι ὅμως ἀπαραίτητος, γιά νά τόν διδάξει ὅτι μόνο ἕνα πράγμα τοῦ χρειάζεται: ἡ ἀνακάλυψη τῆς καρδιᾶς του.

Ὁ μέγας προφήτης Ἠσαΐας ἐπισημαίνει ὅτι ὁ πόνος προηγεῖται τῆς ἐλεύσεως τοῦ Πνεύματος τῆς σωτηρίας· ὅτι τό Πνεῦμα συλλαμβάνεται πρῶτα μέσα στό φόβο καί στήν ὀδύνη τῆς καρδιᾶς (Ἤσ. 13, 8). Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι μᾶς χρειάζεται συντριβή, μᾶς χρειάζεται φόβος, ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό πόνο. Ὅλα αὐτά μᾶς προετοιμάζουν γιά τή νέα ζωή, ὡσότου μία ἔκρηξη, μία βαθειά τομή διανοίξει τήν καρδιά. Τότε πραγματοποιεῖται νέα γέννηση, καί ὁ ἄνθρωπος, πού μεταρσιώνεται πνευματικά, παραδίδεται στά χέρια τοῦ ζῶντος Θεοῦ. Ὅπως ἰσχυριζόταν ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, ἄν ἐγκαρτερήσουμε στόν πόνο καί τή συντριβή, ἡ καρδιά μας θά μεταμορφωθεῖ κάποια ἡμέρα σέ φωτεινό κέντρο πνευματικῆς εὐαισθησίας.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπιβεβαιώνει ἐπίσης ὅτι ἡ συντριβή τῆς καρδιᾶς πού ἀληθινά μετανοεῖ θά ἀνοίξει στά βάθη της τήν ὁδό πρός τούς ἀλάλητους στεναγμούς τοῦ Πνεύματος, καθώς θά βοᾶ, «ἀββᾶ, ὁ Πατήρ» (Γαλ. 4, 6· Ρωμ. 8, 21-26). Ἐπιπλέον θά ἐπισφραγισθεῖ ἡ υἱοθεσία μας ὡς ἐλεύθερων τέκνων τοῦ Θεοῦ, κάτω ἀπό τή χάρη τοῦ νόμου τοῦ Πνεύματος. Ἄρα, εἶναι ἀναγκαῖο νά ὑποφέρουμε μέ καρτερία τόν πόνο, τήν «περιτομή τῆς καρδίας» (Ρωμ. 2, 29). Ἄλλωστε αὐτό σημαίνει νά βαστάσουμε τά στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὅπως τό θέτει ἀλλοῦ ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Γαλ. 6, 17). Ἄς τά ὑπομείνουμε ὅλα ἀδιαμαρτύρητα, ὥσπου νά γεννηθεῖ μέσα μας τό Πνεῦμα τῆς σωτηρίας, καί ἡ ὀδύνη μας νά μετουσιωθεῖ στήν ὁλοφώτεινη χάρη τῆς υἱοθεσίας τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ.

πηγή

Σάββατο, Ιουνίου 15, 2019

Κυριακή της Πεντηκοστής-άγιος Γρηγόριος Παλαμάς



Εἴδαμε πρὶν ἀπὸ λίγο μὲ τὰ μεγάλα μάτια τῆς πίστης τὸ Χριστὸ νὰ ἐχη ἀναληφθὴ, ὄχι κατώτερα κι ἀπὸ κείνους ποὺ ἀξώθηκαν νὰ δοῦν μὲ τὰ ἴδια τους τὰ μάτια καὶ καθόλου δὲν καριότητα γιὰ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα·  «Μακάριοι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν εἶδαν κι ὅμως πίστεψαν» εἶπε ὁ Κύριος. Αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἐπληροὑστερήσαμε ἀπὸ κείνους στὴν μαφορήθηκαν μὲ τὴν ἀκοὴ καὶ βλέπουν μὲ τὰ μάτια τῆς πίστης. Εἴδαμε πρῶτα τὸ Χριστὸ νὰ ὑψώνεται ἀπὸ τὴ γῆ μὲ τὸ σῶμα καὶ τώρα βλέπομε μὲ τὴν δύναμη τοῦ ἁγίου Πνεύματος ποὺ ἔστειλε στοὺς μαθητάς του, ὡς ποιὸ σημεῖο ὁ Χριστὸς ἔφτασε μὲ τὴν ἀνάληψή του καὶ σὲ ποιὰ ἀξια ἀνέβασε τὴν ἀνθρωπίνη φύση μας ποὺ ἔλαβε ὁ ἴδιος: ὁπωσδήποτε ἀνέβηκε, ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου τὸ Πνεῦμα κατέβηκε σταλμένο ἀπὸ τὸν ἴδιο. Ἀπὸ ποῦ κατέβηκε τὸ Πνεῦμα δείχνει ἐκεῖνος ποὺ λέει μὲ τὸ στόμα τοῦ προφήτη Ἰωὴλ·  «Θὰ ἁπλώσω ἀπὸ τὸ Πνεῦμα μου σὲ κάθε ἄνθρωπο»καὶ πρὸς τὸν ὁποῖο λέει ὁ Δαυΐδ «Θὰ στείλης τὸ Πνεῦμα σου καὶ θὰ οἰκοδομηθοῦν καὶ θὰ ἀνανεώσης τὴν ὄψη τῆς γῆς». Μετὰ τὴν ἀνάληψή του λοιπὸν ὁ Χριστὸς ἀνέβηκε πρὸς τὸν Πατέρα του ποὺ βρίσκεται στὰ ἀνώτατα καὶ ἔφτασε μέσα στὸν ἴδιο τὸν κόλπο τοῦ Πατέρα του, ἀπ’ ὅπου προέρχεται καὶ τὸ Πνεῦμα.  Καὶ παρουσιάσθηκε μέτοχος ἀκόμα καὶ σὰν ἄνθρωπος τῆς ἀξίας ποὺ εἶχε ἐκεῖνος, ἀφοῦ ἔστειλε κι ὁ ἴδιος πρὶν ἀπὸ λίγο τὸ Πνεῦμα ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὸν οὐρανό σταλμένο ἀπὸ τὸν Πατέρα. Ἀλλὰ ἄς μὴ νομίση κανένας ὅτι τὸ ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἄμοιρο αὐτῆς τῆς ἀξίας, ἐπειδὴ ἀκούει ὅτι τὸ στέλνει ὁ Πατέρας καὶ ὁ Γιός. Δὲν εἶναι ἁπλῶς ἀπὸ κεῖνα ποὺ ἀποστέλλονται ἀλλὰ καὶ ἀπὸ κείνους ποὺ ἀποστέλλουν καὶ συγκατατίθενται.
Τὸ δείχνει κι αὐτὸ μὲ σαφήνεια αὐτὸς ποὺ μιλᾶ μὲ τὸ στόμα τοῦ προφήτη «Ἐγὼ μὲ τὰ χέρια μου θεμέλιωσα τὴ γῆ καὶ τέντωσα τὸν οὐρανὸ καὶ τώρα ὁ Κύριος ἔστελε ἐμένα καὶ τὸ Πνεῦμα του». Τὸ δείχνει καὶ ὁ Χριστὸς μὲ τὸ στόμα τοῦ ἴδιου προφήτη πάλι σ’ ἄλλο σημεῖο λέγοντας «Τὸ Πνεῦμα τοῦ Κυρίου ἦρθε ἐπάνω μου καὶ κατ’ ἐντολὴ του μ’ ἔχρισε καὶ μὲ ἔστειλε νὰ εὐαγγελιστῶ στοὺς φτωχούς».  Δὲν ἀποστέλλεται λοιπὸν μονάχα τὸ ἅγιο Πνεῦμα ἀλλὰ ἀποστέλλει καὶ τὸ Γιὸ ποὺ ἀποστέλλει ὁ Πατέρας, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀποδεικνύεται σύμφυτο μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Γιὸ καὶ ὁμοδύναμο καὶ συνεργὸ καὶ ὁμότιμο.  Μὲ τὴν εὐδοκία τοῦ Πατέρα καὶ τὴν συνεργασία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπὸ ἀνείπωτη ἔκταση φιλανθρωπίας, ἀφοῦ ἔκλινε τοὺς οὐρανοὺς καὶ ἀπὸ ψηλὰ κατέβηκε ὁ Μονογενὴς τοῦ Θεοῦ  καὶ φανερώθηκε μεταξὺ μας πάνω στὴ γῆ καὶ μαζί μας, ἀφοῦ ἔζησε, ἔπραξε κι ὁ ἴδιος δίδαξε θαυμαστὰ καὶ μεγάλα καὶ ὑψηλὰ καὶ ἀληθινὰ θεϊκὰ καὶ ποὺ θεοποιοῦν καὶ σώζουν ὅσους πειθαρχοῦν σ’ αὐτόν. Ἔπειτα ἀφοῦ ἔπαθε θεληματικὰ γιὰ χάρη τῆς σωτηρίας μας κι ἀφοῦ ἐτάφη κι ἀναστήθηκε σὲ τρεῖς ἡμέρες ἔγινε ἡ ἀνάληψή του στὸν οὐρανό·  κάθισε στὰ δεξιὰ τοῦ Πατέρα καὶ ἀπὸ κεῖ βοήθησε γιὰ τὴν κάθοδο τοῦ ἁγίου Πνεύματος πρὸς τοὺς μαθητάς του, ἀφοῦ ἔστειλε μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα, ὅπως καὶ μαζὶ του εἶχε ὑποσχεθῆ τὴ δύναμη ἀπὸ τὸν οὐρανό. Κι ὁ ἴδιος καθισμένος ἐκεῖ ψηλὰ φωνάζει σ’ ἐμᾶς. Ἄν θέλη κάποιος νὰ παρασταθῆ σ’ αὐτὴ τὴ δόξα καὶ νὰ γίνη μέτοχος τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν καὶ νὰ ὀνομασθῆ γιὸς τοῦ Θεοῦ νὰ βρῆ ζωὴ ἀθάνατη καὶ ἀνείπωτη δόξα, ἀπόλαυση καθάρια καὶ πλοῦτο ἀνεξάντλητο, ἄς ἀκούη τὶς προσταγὲς μου καὶ ἄς μιμηθῆ τὴ ζωὴ μου, γιὰ ν’ ἀποκτήση δύναμη κι ἄς ζήση ὅπως κι ἐγὼ ἐπάνω στὴ γῆ, ὅταν εἶχα λάβει σάρκα καὶ θαυματούργησα καὶ δίδαξα, θέτοντας νόμους σωστικοὺς καὶ προβάλλοντας ὡς παράδειγμα τὸν ἑαυτό μου. Γιατὶ τὴν εὐαγγελικὴ διδασκαλία τὴν ἐπιβεβαίωσε ὁ Σωτήρας μὲ τὰ ἔργα καὶ τὰ θαύματά του καὶ τὴν ἐπισφράγισε μὲ τὰ παθήματά του. Τὴ μεγάλη ὠφέλεια της καὶ σωστικὴ χάρη της παρουσίασε μὲ τὴν ἀνάστασή του ἀπὸ τοὺς νεκρούς, καὶ μὲ τὴν ἀνάληψή του στὸν οὐρανό, μὲ τὴν ἔλευση τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἀπὸ τὸν οὐρανό, στοὺς μαθητὰς του, ποὺ ἑορτάζομε σήμερα.  Ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἀνάστασή του ἀπὸ τοὺς νεκροὺς καὶ τὴ φανέρωσή του στοὺς μαθητὰς καὶ κατὰ τὴν ἀνάληψή του εἶπε· «Ἐγὼ θὰ σας στείλω, ὅ,τι εἶχε ὑποσχεθῆ ὁ Πατέρας μου σ’ ἐσᾶς κι ἐσεῖς καθίσετε στὴν Ἱερουσαλὴμ, ὥσπου νὰ λάβατε δύναμη ἀπὸ τὸν οὐρανό, μὲ τὴν κάθοδο τοῦ ἁγίου Πνεύματος σ’ ἐσᾶς. Ἔτσι θὰ γίνετε μάρτυρες δικοί μου στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ σ’ ὅλη τὴν Ἰουδαία καὶ στα πέρατα τῆς γῆς». Κι ἐνῶ συμπληρωνόταν ἡ πεντηκοστὴ ἡμέρα μετὰ τὴν ἀνάσταση, ποὺ ἔχομε τώρα τὴ μνήμη της καὶ οἱ μαθηταὶ ἦσαν μαζεμένοι ὅλοι στὸ ἴδιο μέρος κι ἔμειναν ὅλοι μαζὶ στὸ ὑπερῶο, καθένας μὲ τὴν ἀντίληψή του, περίμεναν κι εἶχαν στραμμένη τὴν προσοχή τους στὴν προσευχὴ καὶ στοὺς ὕμνους πρὸς τὸ Θεό· Ἀκούστηκε, λέει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, ξάφνου ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἦχος, σὰν νὰ φυσοῦσε ἄνεμος ὁρμητικὸς, καὶ γέμισε τὸ σπίτι ὅπου καθόταν. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἦχος, γιὰ τὸν ὁποῖο εἶχε μιλήσει ἡ προφήτισσα Ἄννα, ὅταν δέχτηκε τὴν ὑπόσχεση γιὰ τὸ Σαμουὴλ ὅτι ὁ Κύριος ἀνέβηκε στὸν οὐρανὸ καὶ ἐβρόντησε. Αὐτὸ «θὰ δώση δύναμη καὶ θὰ ὑψώση τὸ φρόνημα τῶν δικῶν του» Αὐτὸν τὸν ἦχο, νιώθοντάς τον, ἔκανε καὶ τὸ δικό του κήρυγμα ὁ Ἠλίας· «Ἄκου τὸν ψίυρο ἁπαλῆς αὔρας καὶ σ’ αὐτὸν μέσα εἶναι ὁ Κύριος», ὁ ψίθυρος τῆς αὔρας εἶναι ἦχος ἀνέμου. Αὐτοῦ τοῦ ἤχου καὶ τοῦ ψιθύρου τὴν προδιαγραφὴ μπορεῖ νὰ τὴ βρῆς καὶ μέσα στὸ εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Τὴν τελευταῖα μέρα τὴ μεγάλη, τῆς ἑορτῆς ποὺ εἶναι ἡ Πεντηκοστή, εἶχε σταθῆ ὁ Ἰησοῦς σύμφωνα μὲ τὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη καὶ φώναζε λέγοντας· Ἄν κάποιος διψᾶ, ἄς ἔρχεται σὲ μένα κι ἄς πίνη. Κι αὐτὸ τὸ ἔλεγε γιὰ τὸ Πνεῦμα, ποὺ ἔμελλε νὰ λάβουν ὅσοι πίστευαν σ’ αὐτόν. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἀνάσταση ἐμφύσησε τοὺς μαθητὰς καὶ τοὺς εἶπε· «Πάρετε ἅγιο Πνεῦμα». Ἡ κραυγὴ ἐκείνη προμηνοῦσε αὐτὸ τὸν ἦχο καὶ τὸ φύσημα (τοῦ στόματος) αὐτὴν τὴν πνοὴ, ποὺ τώρα σκορπισμένη πλούσια ἀπὸ πάνω κι ἀφοῦ ἀντήχησε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ μὲ δύναμη, ὥστε ν’ ἀκουστῆ παντοῦ, προσκαλεῖ ὁλόκληρη τὴν ὑφήλιο καὶ ὅλους ποὺ προσέρχονται μὲ πίστη τοὺς πλημμυρᾶ μὲ τὴ χάρη. Εἶναι ὁρμητικὴ γιατὶ τὰ πάντα νικᾶ καὶ ἀνεβαίνει τὰ τείχη τοῦ πονηροῦ, κατασκάπτει τὶς πόλεις καὶ κάθε ὀχύρωμα τοῦ ἐχθροῦ. Ταπεινώνει τοὺς ὑπερηφάνους καὶ ἀνυψώνει τοὺς ταπεινούς. Συνδέει ὄσα ἔχουν διαλυθῆ κακά, διασπᾶ τοὺς συνδέσμους τῶν ἁμαρτημάτων καὶ διαλύει ὅσων συγκρατοῦνται.  Γέμισε τὸ σπίτι ὅπου ἦσαν καθισμένοι, μεταβάλλοντάς το σὲ καλυμβήθρα πνευματικὴ καὶ ἐκπληρώνοντας τὴν ὑπόσχεση τοῦ Σωτῆρα ποὺ τὴν διετύπωσε σ’ αὐτοὺς, ὅταν γινόταν ἡ ἀνάληψη. «Ὅτι ὁ Ἰωάννης σᾶς βάφτισε μὲ νερό, ἐνῶ σεῖς θὰ βαφτιστῆτε μὲ πνεῦμα ἅγιο ὕστερ’  ἀπὸ ὄχι πολλὲς ἡμέρες». Ἀλλὰ καὶ τὴν ὀνομασία ποὺ τοὺς ἔδωσε, ἔδειξε πὼς εἶναι ἀληθινή. Γιατὶ μὲ τὸν οὐράνιο αὐτὸν ἦχο πραγματικὰ γιοὶ τῆς Βροντῆς ἔγιναν οἱ ἀπόστολοι. «Καὶ τοὺς παρουσιάστηκαν σὰν γλῶσσες φωτιᾶς ποὺ διαμοιράζονταν καὶ κάθισαν στὸν καθένα ἀπ’ αὐτοὺς καὶ γέμισαν ὅλοι ἀπὸ ἅγιο Πνεῦμα καὶ μιλοῦσαν σὲ διαφορετικὲς γλῶσσες, καθὼς τὸ Πνεῦμα τοὺ ἔδινε τὴ δυνατότητα νὰ μιλοῦν».  Γιατὶ τὰ θαύματα ποὺ ἔγιναν μὲ τὸ στόμα τοῦ Κυρίου καὶ ἔδειξαν ὅτι εἶναι Γιὸς τοῦ Θεοῦ Μονογενής, μὲ χωριστὴν ὑπόσταση, αὐτὸς ποὺ τὶς τελευταῖες αὐτὲς ἡμέρες ἑνώθηκε μαζί μας, ἐτελείωσαν. Ἀρχίζουν τώρα κι ἐκεῖνα ποὺ φανερώνουν ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ὑπάρχει μὲ χωριστὴν ὑπόσταση. Γιὰ νὰ κατανοήσωμε καὶ νὰ σκεφτοῦμε τὸ μέγα καὶ προσκυνητὸ μυστήριο τῆς Ἁγ. Τριάδος. Δροῦσε καὶ προηγουμένως τὸ ἅγιο Πνεῦμα·  αὐτὸ εἶναι ποὺ μίλησε μὲ τὸ στόμα τῶν προφητῶν καὶ ἀνήγγειλε ἀπὸ πιὸ μπροστὰ τὰ μέλλοντα. Κινοῦσε ἔπειτα καὶ τὴ δράση τῶν μαθητῶν, διώχνοντας δαίμονες καὶ θεραπεύοντας ἀσθένεις. Φανερώθηκε καὶ τώρα μὲ χωριστὴν ὑπόσταση σ’ ὅλους μὲ τὴ μορφὴ τῶν πύρινων γλωσσῶν. Καὶ καθίζοντας πάνω στοὺς μαθητὰς κυριαρχικά, σὰν νὰ τοὺς ἔκανε θρόνο του, τοὺς μετάτρεψε σὲ ὄργανα τῆς δύναμής του.
Ἀλλὰ γιὰ ποιό λόγο φανερώθηκε μὲ τὴ μορφὴ τῶν γλωσσῶν;  Γιὰ νὰ δείξει τὴ συγγένειά του μὲ τὸ Λόγο τοῦ Θεοῦ.  Γιατὶ τίποτα δὲν εἶναι πιὸ συγγενικὰ ἀπὸ ὅτι ἡ γλῶσσα καὶ ὁ Λόγος. Συνάμα καὶ γιὰ νὰ δείξη τὴ χάρη τῆς διδασκαλίας· γιατὶ ὁ διδάσκαλος σύμφωνα μὲ τὴν ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ χρειάζεται γλῶσσα ὄχι ἄμοιρη ἀπὸ χάρη. Καὶ γιατὶ μὲ πύρινες  γλῶσσες; Ὄχι βέβαια μόνο ἐπειδὴ τὸ Πνεῦμα ἔχει τὴν ἴδια οὐσία μὲ  τὸν Πατέρα καὶ τὸ Γιό. Φωτιὰ εἶναι ὁ Θεός μας καὶ μάλιστα φωτιὰ ποὺ κατατρώγει τὴ μοχθηρία. Ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ διπλῆ δύναμη τοῦ ἀποστολικοῦ κηρύγματος· μπορεῖ συνάμα νὰ εὐεργετήση καὶ νὰ τιμωρήση. Κι ὅπως ἡ φωτιὰ μπορεῖ ἀπὸ τὴ φύση της καὶ νὰ φωτίση καὶ νὰ κάψη ἔτσι κι ὁ λόγος τῆς διδασκαλίας, ποὺ γίνεται κατὰ τὶς ἀπαιτήσεις τοῦ Χριστοῦ, αὐτοὺς ποὺ ὑπακούουν φωτίζει, ἐνῶ αὐτοὺς ποὺ δὲν πείθονται τοὺα παραδίδει στὸ τέλος στὴ φωτιὰ καὶ στὸν αἰώνιο βασανισμό. Ἐξ ἄλλου δὲν εἶπε γλῶσσες φωτιᾶς, ἀλλὰ σὰν φωτιά, γιὰ νὰ μὴ στοχαστῆ κανένας ὅτι ἡ φωτιὰ ἐκείνη ἦταν αἰσθητὴ καὶ ὑλική, ἀλλὰ σὰν ἀπὸ παράδειγμα νὰ ὁδηγηθοῦμε στὴν κατὰ προσέγγιση ἰδέα τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Πνεύματος.  Καὶ γιὰ ποιὸ λόγο παρουσιάσθηκαν σ’ αὐτοὺς οἱ γλῶσσες νὰ μοιράζωνται; γιατὶ μόνο στὸ Χριστὸ ποὺ κι αὐτὸς ἦλθε ἀπὸ ψηλὰ δίνει ὁ Πατέρας ἀμέριστο τὸ Πνεῦμα. Γιατὶ ἐκεῖνος καὶ ὅταν ἦταν ντυμένος τὴ σάρκα εἶχε ἀκέραια τὴ θεία δύναμη καὶ τὴν ἐνέργεια. Ἀπὸ τοὺς ἄλλους ὅμως σὲ κανένα δὲ δωρήθηκε ἡ χάρη τοῦ Πνεύματος ὁλόκληρη, ἀλλὰ ἀπὸ λίγη σὲ καθέναν, γιὰ νὰ μὴ νομιστῆ ὅτι ἀποτελεῖ φύση τῶν ἁγίων αὐτὸ ποὺ εἶναι χάρισμα καὶ δωρεὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος.  Ἡ λέξη «κάθισε» δὲν ὑποδηλώνει τὴ δεσποτικὴ ἀξία μόνο ἀλλὰ καὶ τὸ ἀδιαίρετο τοῦ Θείου Πνεύματος.  «Καὶ κάθισε στὸν καθένα ἀπ’ αὐτοὺς καὶ ἐγέμισαν ὅλοι ἀπὸ ἅγιο Πνεῦμα». Κι ὅταν δηλαδὴ μοιράζεται στὶς διάφορες δυνάμεις κι ἐνέργειές του, σὲ κάθε μιὰ ἀπὸ τὶς ἐνέργειες εἶναι παρὸν κι εὐεργετεῖ ὁλόκληρο τὸ ἅγιο Πνεῦμα, μοιράζεται κι ἀμοίραστο μένει καὶ ἡ μετοχὴ σ’ αὐτὸ εἶναι ὁλοσχερὴς κατὰ τὴν εἰκόνα τῆς ἡλιαχτίδας. Καὶ μιλοῦσαν σὲ διαφορετικὲς γλῶσσες καὶ διαλέκτους πρὸς ἐκείνους ποὺ εἶχαν μαζευτῆ ἀπὸ κάθε ἔθνος, ὅπως τὸ ἅγιο Πνεῦμα τοὺς ἔδινε τὴ δυνατότητα νὰ μιλοῦν·  ἔγιναν ὄργανα τοῦ θείου Πνεύματος κι ἐνεργοῦσαν καὶ κινοῦνταν σύμφωνα μὲ τὴ θέληση καὶ τὴ δύναμη ἐκείνου. Ὄργανο εἶναι κάθε τι ποὺ προσλαμβάνει ἐξωτερικά, ποὺ μετέχει ὄχι στὴν οὐσία ἀλλὰ στὴν ἐνέργεια ἐκείνου ποῦ ἐνεργεῖ μέσα του, ἔτσι γίνεται ἐκείνου ὄργανο, ἁπλῶς λέει καὶ ὁ Δαυΐδ ὁ θεόπνευστος· «Ἡ γλῶσσα μου εἶναι γραφίδα ἑνὸς γραμματικοῦ ταχυγράφου».  Η γραφίδα λοιπὸν εἶναι ὄργανο κάποιου γραμματικοῦ ποὺ μετέχει στὴν ἐνέργαια ὁπωσδήποτε ὄχι ὅμως καὶ στὴν οὐσία ἐκείνου ποὺ γράφει, καὶ χαρίζει ἐκεῖνα ποὺ ὁ γραμματικὸς θέλει καὶ μπορεῖ.
Ἀλλὰ πῶς τὸ ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ὑπόσχεση τοῦ Πατέρα; Ἐπειδὴ τὸ ὑποσχέθηκε ἀπὸ παλαιὰ μὲ τὸ στόμα τῶν προφητῶν του. Μὲ τὸ στόμα τοῦ Ἰεζεκιὴλ λέει· «Θὰ σᾶς δώσω νέα καρδιὰ καὶ νέο πνεῦμα· θὰ σᾶς δώσω ἀκόμα τὸ Πνεῦμα μου». Μὲ τὸ στόμα τοῦ προφήτη Ἰωήλ «Τὶς ἡμέρες τοῦ τέλους θ’ ἀφήσω νὰ ξεχυθῆ τὸ Πνεῦμα μου σὲ κάθε ἄνθρωπο». Αὐτὸ ποθῶντας κι ὁ Μωυςῆς ξέσπασε λέγοντας. «Ποιὸς θὰ μεταβάλη σὲ προφῆτες τὸ κόσμο τοῦ Θεοῦ, ὅταν ὁ Κύριος δώση σ’ αὐτοὺς τὸ Πνεῦμα του;». Κι ἐπειδὴ ἡ χαρὰ καὶ ἡ ὑπόσχεση τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Γιοῦ εἶναι μία γι’ αὐτὸ εἶπε σ’ ὅσους πιστεύουν σ’ αὐτόν. «Αὐτὸς ποὺ θὰ πιῆ ἀπὸ τὸ νερὸ ποὺ θὰ τοῦ δώσω θὰ γίνη πηγή νεροῦ ποὺ ἀναβλήζει γιὰ παντοτινή ζωή». Κι ἀκόμα·  «Ὅποιος πιστεύει σ’  ἐμένα, ὅπως εἶπε ἡ Γραφή, ποταμοὶ ζωντανοῦ νεροῦ θὰ ξεχυθοῦν ἀπὸ τὰ σπλάχνα του». Ἑρμηνεύοντάς το αὐτὸ ὁ Εὐαγγελιστὴς λέει «Μ’ αὐτὸ ἀναφερόταν στὸ Πνεῦμα, ποὺ θὰ ἔπαιρναν ὅσοι πίστευαν σ’ αὐτόν». Ἀλλὰ κι ὅταν ἐβάδιζε πρὸς τὸ σωστικὸ πάθος ἔλεγε στοὺς μαθητὰς του «Ἄν μ’ ἀγαπᾶτε, φυλάξετε τὶς ἐντολὲς μου καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν Πατέρα καὶ θὰ σᾶς δώση ἄλλο Παράκλητο, γιὰ νὰ μείνη μαζί σας παντοτινά, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας». Καὶ πάλι «Αὐτὰ σᾶς εἶπα, ὅσο ἤμουν μαζί σας. Κι ὁ Παράκλητος, τὸ ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ θὰ στείλει ὁ Πατέρας στὸ ὄνομά μου αὐτὸς θὰ σᾶς τὰ διδάξη ὅλα». Καὶ πάλι «Ὅταν ἔρθη ὁ Παράκλητος, ποὺ ἐγὼ θὰ στείλω ἀπὸ μέρους τοῦ Πατέρα, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ποὺ ἀπὸ τὸν Πατέρα προέρχεται, ἐκεῖνος θὰ γίνη μάρτυράς μου καὶ θὰ σᾶς ὁδηγήση σὲ ὁλόκληρη τὴν ἀλήθεια». Τώρα λοιπὸν ἡ ὑπόσχεση πραγματοποιήθηκε, κατέβηκε τὸ ἅγιο Πνεῦμα, σταλμένο καὶ δωρημένο ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Γιὸ καὶ ἀφοῦ μὲ τὴ λάμψη του καταύγασε τοὺς ἅγιους μαθητὰς κι ἄναψε θεϊκὲς λαμπάδες ἤ καλύτερα, ἀφοῦ παρουσίασε φωστῆρες ὑπερκόσμιους καὶ παγκοσμίους, ποὺ κρατοῦν τὸ λόγο τῆς αἰωνίας ζωῆς μὲ αὐτοὺς ἐφώτισε ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη. Κι ὅπως, ἄν ἀπὸ μιὰ ἀναμένη λαμπάδα ἀνάψη κάποιος δεύτερη κι ἀπ’ αὐτὴν ἄλλος καὶ συνέχεια μὲ τὸ διαδοχικὸ ἄναμμα διατηρῆ τὸ φῶς, τὸ ἔχει στὴ διάθεσή του παντοτινὰ ἔτσι καὶ μὲ τὴ χειροτονία ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους τῶν διαδόχων τους κι ἀπ’ αὐτοὺς ἄλλων πάλι, συνέχεια ἡ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος διαδίδεται καὶ περνῶντας ἀπὸ κάθε γενεὰ φωτίζει ὅσους ἔχουν ὑπακοὴ στοὺς πνευματικοὺς ποιμένες καὶ διδασκάλους.
Αὐτὴ λοιπὸν τὴ χάρη καὶ τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ φωτισμὸ τοῦ Θείου Πνεύματος διὰ μέσου τοῦ Εὐαγγελίου ἔρχεται, γιὰ νὰ φέρη στὴν πόλη κάθε τόσο καθένας ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς.  Κι ὅποιοι ἐμποδίζουν κάποιον ἀπ’ αὐτοὺς, κάνουν διακοπὴ -ὅσο μποροῦν- στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, καὶ διασποῦν τὴ θεϊκὴ συνέχεια, καὶ φέρνουν τὸν ἑαυτὸ τους σὲ διάσταση ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ παραδίδονται σὲ ἁμαρτωλὲς ἀποστασίες καὶ λογῆς συμφορές. Αὐτὸ καὶ οἱ ἴδιοι πρὶν ἀπὸ λίγο τὸ ζήσατε καὶ τὸ διαπιστώσατε. Ἀλλὰ τώρα ἀφοῦ γυρίσετε κοντὰ στὸν ποιμένα τῶν ψυχῶν σας ποὺ σᾶς ἔστειλε ὁ Θεός, ἄν μ’ ἀκούσετε βέβαια ποὺ σᾶς δίνω συμβουλὲς γιὰ τὴ σωτηρία σας, μὲ γνήσια λαμπρότητα πανηγυρίσετε τὴν ἐπέτειο τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ποὺ ἀπὸ ἀσύλληπτη φιλανθρωπία κατέβηκε γιὰ τὴ σωτηρία μας, ποὺ γι’ αὐτὴν καὶ ὁ Μονογενὴς τοῦ Θεοῦ ἔκλινε τοὺς οὐρανοὺς καὶ κατέβηκε καὶ πῆρε τὴ σάρκα τὴ δική μας. Ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ἀνέβηκε στοὺς οὐρανοὺς μὲ τὸ σῶμα, ἄν δὲν εἶχε στείλει τὸ ἅγιο Πνεῦμα, νὰ εἶναι μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς του καὶ νὰ τοὺς ἐνισχύη καθὼς καὶ τοὺ διαδόχους τους στὶς διάφορες γενεὲς καὶ τοὺς διδασκάλους τοῦ Εὐαγγελίου τῆς χάριτος δὲ θὰ εἶχε κηρυχθῆ σὲ ὅλα τὰ ἔθνη, κι οὔτε θὰ ἔφτανε ὡς ἐμᾶς τὸ κήρυγμα τῆς ἀλήθειας καὶ τοὺς δασκάλους τοῦ Εὐαγγελίου τῆς χάριτος δὲ θὰ εἶχε κηρυχθῆ σὲ ὅλα τὰ ἔθνη, κι οὔτε θὰ ἔφτανε ὡς ἐμᾶς τὸ κήρυγμα τῆς ἀλήθειας. Γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος ὁ γεμᾶτος φιλανθρωπία ἔκαμε τοὺς μαθητὰς του μέτοχους καὶ πατέρας καὶ ὑπηρέτες φωτὸς καὶ παντοτινῆς ζωῆς μὲ τὴ δύναμη νὰ ἀναγεννοῦν τοὺς ἀνθρώπους στὴν παντοτινὴ ζωὴ καὶ νὰ κάμουν τοὺς ἄξιους παιδιὰ φωτὸς τοὺς ἴδιους καὶ πατέρας φωτισμοῦ ἄλλων. Ἔτσι θὰ εἶναι ὁ ἴδιος μαζί μας ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου, ὅπως ὑποσχέθηκε μὲ τὸ ἅγιο Πνεῦμα . Γιατὶ αὐτὸς εἶναι ἕνα μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα ὄχι κατὰ  τὴ ὑπόσταση ἀλλὰ κατὰ τὴ Θεότητα. Κι ἕνας Θεὸς σὲ τρία πρόσωπα, σὲ μιὰ τρισυπόστατη καὶ παντοδύναμη Θεότητα. Γιατὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἦταν πάντοτε καὶ συνυπῆρχε μὲ τὸ Γιὸ καὶ τὸν Πατέρα. Πῶς ἦταν δυνατὸ νὰ ὑπάρχη Πατέρας καὶ νοῦς ἄναρχος, χωρίς Γιὸ καὶ συνάναρχο Λόγο;  Καὶ πῶς ἦταν δυνατὸ νὰ ὑπάρχη Λόγος ἀἵδιος χωρὶς συναϊδιο Πνεῦμα; Ὑπῆρχε παντοτινὰ καὶ ὑπάρχη καὶ θὰ ὑπάχη τὸ Ἅγιο Πνεῦμα συνδημιουργῶντας κάθε φορὰ μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Γιὸ ὅσα ἔχουν δημιουργηθῆ καὶ ἀνακαινίζοντας μαζὶ μ’ ἐκείνους ὅσα παραμορφώθηκαν καὶ συγκρατῶντας ὅσα παραμένουν ἴδια. Παντοῦ εἶναι παρὸν καὶ ὅλα τὰ γεμίζει καὶ ὅλα τὰ κυβερνᾶ καὶ τὰ ἐποπτεύει. «Ποῦ», λέει ὁ ψαλμωδός, «νὰ πάω μακρυὰ ἀπὸ τὸ Πνεῦμα σου, καὶ ποῦ νὰ διαφύγω τὰ βλέμματά σου;»
Κι ὄχι μόνο παντοῦ ἀλλὰ καὶ πάνω ἀπὸ τὸ σύμπαν· οὔτε σὲ κάθε χρόνο καὶ καιρὸ ἀλλὰ καὶ πρὶν ἀπὸ κάθε χρόνο καὶ καιρό. Καὶ δὲ θὰ εἶναι μαζί μας ὡς τὴ συντέλεια μονάχα τοῦ κόσμου σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεση ἀλλὰ πολὺ περισσότερο θὰ μείνη τὸ ἅγιο Πνεῦμα μαζὶ μὲ τοὺς ἅγιουςστὴ μέλλουσα ζωή, ἀθανατίζοντας καὶ τὰ σώματά τους καὶ γεμιζοντάς τα μὲ παντοτινὴ δόξα. Αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος τὸ φανέρωσε στοὺς μαθητές του λέγοντάς τους «Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν Πατέρα μου καὶ θὰ σᾶς δώση κι ἄλλο Παράκλητο γιὰ νὰ μείνη μαζί σας γιὰ πάντα». 



Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς (Ἰωάν. ζ΄ 37-52, η΄12)
Ὁμιλία εἰς τὴν κατὰ τὴν Πεντηκοστὴν τελεσθείσαν φανέρωσιν καὶ διανομὴν τοῦ Θείου Πνεύματος                   
Αναβάσεις 

Kυριακη της Πεντηκοστής: Πεντηκοστήν εορτάζομεν







Την Πεντηκοστή εορτάζουμε καί την παρουσία του Αγίου Πνεύματος καί την πραγματοποίηση της υποσχέσεως καί την εκπλήρωση της ελπίδας. Το μυστήριο, πόσο και μεγάλο είναι και σεβαστό! Τελειώνουν λοιπόν όσα έχουν σχέση με το σώμα του Χριστού, ή μάλλον με τη σωματική παρουσία Του.Διότι διστάζω να πω τα σωματικά, εφ' όσον κανένας λόγος δεν μπορεί να με πείσει ότι θα ήταν καλύτερα να είχε απαλλαγεί από το σώμα [ο Χριστός]. Αρχίζουν δε όσα έχουν σχέση με το Άγιο Πνεύμα. Ποια δε ήταν όσα έχουν σχέση με το Χριστό; Η Παρθένος, η γέννηση, η φάτνη, το σπαργάνωμα, οι άγγελοι που τον δοξάζουν, οι ποιμένες που τρέχουν προς Αυτόν, η διαδρομή του αστέρα, η προσκύνηση και η προσφορά των δώρων από τους μάγους, ο φόνος των νηπίων από τον Ηρώδη, ο Ιησούς που φεύγει στην Αίγυπτο, που επιστρέφει από την Αίγυπτο, που περιτέμνεται, που βαπτίζεται, που δέχεται την μαρτυρία από τον ουρανό, που πειράζεται, που λιθάζεται για μας (για να μας δώσει υπόδειγμα κακοπάθειας υπέρ του Λόγου) που προδίνεται, που προσηλώνεται [στον Σταυρό], που θάπτεται, που ανασταίνεται, που ανεβαίνει [στους ουρανούς]. Από αυτά και τώρα υφίσταται πολλά από τους μισόχριστους μεν, αυτά που Τον ατιμάζουν και τα υπομένει (διότι είναι μακρόθυμος)• από τους φιλόχριστους δε, αυτά που Του αποδίδουν τιμή. Και αναβάλλει να ανταποδώσει όπως σ' εκείνους την οργή, έτσι σε μας την αγαθότητα• επειδή ίσως σ' εκείνους μεν δίνει καιρό μετανοίας, σε μας δε δοκιμάζει τον πόθο, εάν δεν λιποψυχούμε και δεν αποκάμουμε στις θλίψεις και στους αγώνες για την ευσέβεια• όπως ακριβώς ορίζεται από την θεία οικονομία και τα ανεξιχνίαστα κρίματά Του, με τα οποία κυβερνά με σοφία τη ζωή μας. Όσα λοιπόν αναφέρονται στο Χριστό είναι αυτά' και τα πέρα απ' αυτά θα τα δούμε ενδοξότερα [στη βασιλεία των ουρανών] και μακάρι και μεις να φανούμε [δοξασμένοι από το Θεό]. Όσα δε αναφέρονται στο Άγιο Πνεύμα, παρακαλώ το Πνεύμα να έλθει εντός μου και να μου δώσει λόγο όσον επιθυμώ κι' αν όχι τόσον, αλλ' όσος απαιτείται σ' αυτή την περίπτωση. Πάντως όμως θα έλθει με εξουσία δεσποτική, και όχι με τρόπο δουλικό, ούτε περιμένοντας πρόσταγμα, όπως νομίζουν μερικοί. Διότι πνέει όπου θέλει, καί σ' όσους θέλει, και όποτε και όσο θέλει. Μ' αυτόν τον τρόπο εμείς εμπνεόμαστε να νοούμε και να μιλούμε για το Άγιο Πνεύμα.

 Σήμερα ας υψώσουμε μ' ευλάβεια όλο μας τον νου στο θείο μυστήριο [της καθόδου του Αγίου Πνεύματος], ας κάνουμε αύριο ανάλυση λέξεων σήμερα ας εορτάσουμε [με κατάνυξη], ας ειπωθεί κάτι άξιο ντροπής [από τους αντιλέγοντες] αύριο. Αυτά γίνονται με τρόπο μυστικό [στο ταμείο της ψυχής ενώπιον του Θεού], εκείνα γίνονται με τρόπο πομπώδη [ενώπιον των ανθρώπων]• αυτά γίνονται στις εκκλησίες, εκείνα στις αγορές• αυτά αρμόζουν σε ανθρώπους σώφρονες και νηφάλιους, εκείνα σε ανθρώπους που μεθούν αυτά είναι όσων ενεργούν με σοβαρότητα [όση αξίζει στο μεγάλο μυστήριο], εκείνα όσων παίζουν κατά του Πνεύματος. Αφού λοιπόν απαλλαγήκαμε απ' ό,τι είναι αλλότριο [της ευσεβείας], ας καταρτίσουμε το δικό μας [το λόγο περί του Αγίου Πνεύματος].

Αυτό [το Άγιο Πνεύμα] ενεργούσε πριν απ' όλα στις αγγελικές και ουράνιες δυνάμεις, σ' όσες είναι πρώτες μετά το Θεό και σ' όσες είναι κοντά στο Θεό. Διότι η τελείωση και η έλλαμψη σ' αυτές και η δυσκινησία ή η ακινησία τους προς το κακό δεν είναι από άλλη αιτία, αλλά από το Άγιο Πνεύμα. Έπειτα [ενεργούσε] στους Πατέρες και τους Προφήτες. Απ' αυτούς οι μεν είχαν θέα του Θεού ή Τον εγνώρισαν [με αποκάλυψη], οι δε προγνώρισαν και το μέλλον, με το να σχηματίζει το Πνεύμα εικόνες στο νου τους και σαν να ήσαν παρόντες συναναστρεφόμενοι όσα επρόκειτο να πραγματοποιηθούν στο μέλλον. Τέτοια είναι η δύναμη του Πνεύματος. Έπειτα [ενεργούσε] στους μαθητές του Χριστού (διότι δεν λέγω για το Χριστό, στον Οποίο παρευρίσκετο [το Άγιο Πνεύμα] όχι ωσάν να ενεργούσε, αλλ' ως συμπαρευρισκόμενο σε ομότιμη σχέση [με Αυτό])• και σ' αυτούς κατά τρεις τρόπους, στο μέτρο πού μπορούσαν να Το δεχθούν, και κατά τρεις καιρούς: πριν να δοξασθεί ο Χριστός με το πάθος Του• αφού δοξάσθηκε με την Ανάσταση• και μετά την Άνοδό Του στους ουρανούς ή την αποκατάσταση, ή όπως και πρέπει να την ονομάσουμε, φανερώνει δε [την ενέργεια αύτη] η πρώτη θεραπεία και κάθαρση από τις ασθένειες και τα πονηρά πνεύματα, η οποία βέβαια δεν γινόταν χωρίς το Άγιο Πνεύμα• και το εμφύσημα [του Κυρίου στα πρόσωπα των μαθητών Του] μετά την τελείωση της [ενσάρκου] οικονομίας, πού είναι φανερά προσθήκη περισσοτέρας χάριτος• και τώρα ο διαμερισμός των πύρινων γλωσσών, που πανηγυρίζουμε. Αλλά το πρώτο έγινε αμυδρά• το δεύτερο, πιο φανερά• και το [τρίτο] τώρα, τελειότερα ... Και δεν παρίσταται τώρα [το Άγιο Πνεύμα] κατά την ενέργεια, όπως πρωτύτερα, αλλά κατά την ουσία , ή όπως αλλιώς θα μπορούσε να το πει κανείς, και μένοντας μαζί τους και μέσα τους [στους αγίους αποστόλους] βοηθός και παραστάτης στο έργο τους.Διότι έπρεπε, αφού ο Υιός συνανεστράφη με μας σωματικά, καί Αυτό να φανερωθεί σωματικά• και αφού επανήλθε προς Εαυτόν ο Χριστός, Εκείνο να κατέλθει προς εμάς• και έρχεται μεν ως Κύριο, «πέμπεται» [αποστέλλεται] δε όχι ως κατώτερο. Διότι οι λέξεις αυτές [έρχεται, πέμπεται] φανερώνουν εξ ίσου την ενότητα και ομοτιμία [των προσώπων] παρά χωρίζουν τις φύσεις.

Δια τούτο μετά το Χριστό μεν [κατέρχεται το Άγιον Πνεύμα] για να μη μας λείπει Παράκλητος [Παρήγορος]• «Άλλος» δε, για να έχεις στο νου σου την ομοτιμία. Διότι το «άλλος» σημαίνει άλλος ακριβώς όπως εγώ γίνεται. Τούτο δε σημαίνει κοινή δεσποτεία και όχι υποτίμηση. Διότι εγώ ξέρω καλά ότι το «άλλος» λέγεται όχι για διαφορετικά πράγματα, αλλά της ιδίας ουσίας. Με μορφή γλωσσών δε [κατήλθε το Άγιο Πνεύμα] εξ αιτίας της συγγενείας προς το Λόγο. Πύρινων δε, και αναζητώ για ποίο απ' τα δύο: για την κάθαρση (διότι μιλούμε για πυρ - φωτιά - που καθαρίζει, όπως μπορούν από παντού να μάθουν όσοι θέλουν) ή για την ουσία; Διότι ο Θεός μας είναι πυρ [κατά μίαν εικόνα της απροσίτου θείας ουσίας] και «πυρ καταναλίσκον» [φωτιά που κατακαίει και αφανίζει] τη μοχθηρία, [και το λέω] έστω κι' αν αγανακτείς πάλι, διότι στενοχωρείσαι για το ομοούσιο [που αποδίδω στο Άγιον Πνεύμα]. Και εχωρίστηκαν [οι γλώσσες] διότι τα χαρίσματα [που εχορήγησε] ήταν πολλά και διάφορα• εκάθισαν δε, επειδή η εξουσία Του είναι βασιλική, και επειδή αναπαύεται εις τους αγίους• αφού και τα χερουβείμ είναι θρόνος του Θεού. Στο υπερώο δε (αν δεν θεωρηθώ ότι καταβάλλω μάταιο κόπο κάπως περισσότερο απ' ό,τι πρέπει) διότι θα ανέβαιναν και θα υψώνονταν από χάμω (πνευματικά) αυτοί που επρόκειτο να Το δεχθούν αφού και με θεία ύδατα [Αγγελικές δυνάμεις] στεγάζονται ουράνια υπερώα [ο θρόνος του Θεού] και υμνείται ο Θεός . Και ο Ιησούς επίσης στο υπερώο συμμετέχει στο μυστήριο [της Θείας Ευχαριστίας] με αυτούς που μυούνται στα υψηλότερα, για να παρασταθεί αυτό, ότι αφ' ενός μεν πρέπει ο Θεός να κατέβει λίγο προς εσάς, πράγμα που ξέρω ότι έγινε παλαιότερα στον Μωυσή, αφ' ετέρου δε πρέπει εμείς ν' ανέβουμε και έτσι να γίνει [δυνατή] η κοινωνία του Θεού προς τους ανθρώπους, ν' αναμειχθεί δηλαδή η [υπερτελεία] αξία [της θεότητας με την μηδαμινότητα της ανθρωπότητας]. Εφ' όσον όμως [το θείο και το ανθρώπινο] μένουν το μεν στην οικεία περιωπή, το δε στην ταπείνωση, παραμένει άμικτη η άγαθότης [του Θεού] και η φιλανθρωπία Του ακοινώνητη [από τον άνθρωπο]• και υπάρχει μεταξύ των χάσμα μεγάλο και αδιαπέραστο, που εμποδίζει όχι μόνο τον πλούσιο απο τον Λάζαρο και τους επιθυμητούς κόλπους του Αβραάμ, αλλά [όλη] την κτιστή και ρευστή φύση, από την άκτιστη και αμετάβλητη.


Μιλούσαν μεν λοιπόν [οι Απόστολοι] ξένες γλώσσες και όχι τις πατρικές τους, και το θαύμα είναι μεγάλο, να μιλούν άνθρωποι γλώσσα που δεν έμαθαν και αυτό το σημείο [θαύμα] είναι για τους απίστους, όχι γι' αυτούς που πιστεύουν, για να είναι κατήγορο των απίστων, όπως έχει γραφτεί• «Ότι με ανθρώπους που μιλούν ξένες γλώσσες και με χείλη ξένων λαών θα ομιλήσω προς το λαό αυτόν, αλλ' ούτε με τον τρόπο αυτό θα με ακούσουν, λέγει ο Κύριος». Άκουγαν δε [όσοι ήσαν τότε στα Ιεροσόλυμα]. Εδώ σταμάτησε λίγο και διερωτήσου, πώς θα διαιρέσεις τον λόγο. Διότι έχει κάτι το αμφίβολο η λέξη [«ήκουον»] το οποίο διαχωρίζεται με την τελεία. Άρα, δηλαδή, άκουγαν ο καθένας στη δική του γλώσσα, φερ' ειπείν σαν να ηχεί δυνατά μία φωνή, και ν' ακούγονται πολλές, με το να πάλλεται έτσι ο αέρας και, για να το πω σαφέστερα, με το να γίνεται η φωνή φωνές; Ή πρέπει να σταματήσουμε στο «ήκουον», το δε «Λαλούντων» στις δικές τους γλώσσες να το προσθέσουμε στα επόμενα, για να είναι: «Καθώς μιλούσαν γλώσσες», τις δικές των, αυτών που ακούγανε, που σημαίνει ξένες• προς τούτο δε και μάλλον τάσσομαι. Διότι με εκείνον μεν τον τρόπο το θαύμα θα ήταν εκείνων που άκουγαν μάλλον παρά εκείνων που μιλούσαν. Με αυτόν δε τον τρόπο εκείνων που μιλούσαν οι οποίοι και κατηγορήθηκαν για μέθη, είναι φανερό ότι με το να θαυματουργούν αυτοί ως προς τις γλώσσες με την δύναμη του Πνεύματος.

Πλην είναι μεν άξια να εξυμνείται και η παλαιά διαίρεση των γλωσσών (όταν οικοδομούσαν τον πύργο εκείνοι που συμφώνησαν κακώς και αθέως, όπως και από τους σημερινούς τολμούν μερικοί)• διότι με το να διαλυθεί η ομογνωμοσύνη μαζί με το σχίσιμο (διαφορά) της γλώσσας, σταμάτησε το εγχείρημα. Περισσότερο όμως πρέπει να εξυμνείται αύτη [η διαίρεση] που θαυματουργείται σήμερα. Διότι αφού διαλύθηκε [η γλώσσα] από το ένα Πνεύμα σε πολλούς, συνάγεται πάλι σε μία αρμονία. Και υπάρχει διαφορά χαρισμάτων, [στην γλωσσολαλία] που χρειάζεται άλλο χάρισμα για να διακρίνεται το περισσότερο ωφέλιμο [για την σύναξη των πιστών]• επειδή όλες οι γλώσσες είναι επαινετές. Καλή δε θα λεγόταν και εκείνη, για την οποία λέει ο Δαβίδ• «Καταπόντισε, Κύριε, και καταμοίρασε τις γλώσσες τους». Γιατί; «Διότι αγάπησαν όλους τους λόγους που καταποντίζουν [τους ανθρώπους] γλώσσα δόλια»• φανερά σχεδόν κατηγορώντας αυτές τις γλώσσες εδώ, που χωρίζουν την θεότητα [με το να μη ομολογούν την θεότητα του Αγίου Πνεύματος]. Αυτά λοιπόν και αρκετά.



Εμείς μεν πρέπει να απολύσουμε την σύναξη (διότι ήταν αρκετός ο λόγος), την πανήγυρη όμως ουδέποτε. Αλλ' είναι ανάγκη να εορτάσουμε, τώρα μεν και σωματικά [συμμετέχοντας στα τελούμενα], ύστερα δε από λίγο εντελώς πνευματικά [σε ησυχία με πνευματική μελέτη και νοερά προσευχή]• όπου και τους λόγους αυτών [των υμνωδών] θα κατανοήσουμε καθαρότερα και σαφέστερα, ενωμένοι με Αυτόν το Λόγο και Θεό και Κύριο ημών Ιησού Χριστό, την αληθινή εορτή και αγαλλίαση των σωζομένων με τον Οποίο η δόξα και η τιμή στον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, τώρα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος μα΄ εις την Πεντηκοστήν (τα αποσπάσματα περί την εορτήν)

Πέμπτη, Ιουνίου 13, 2019

"Τα στίγματα του Κυρίου Ιησού εν τω σώματι μου βαστάζω". Άγιος Μεθόδιος ο ομολογητής(+14 Ιουνίου)



Εικονίζεται με σπασμένη την σιαγόνα του, παράσημο που έλαβε από τους αντίχριστους " διά το ρήμα Κυρίου". Σε μια εποχή που καμαρώνουμε για τις επιτυχίες,την ισχύ μας και ντρεπόμαστε για τα παθήματα και τα βάσανα μας, έρχονται τέτοιοι μάρτυρες να μας διδάξουν σιωπηλά, ότι το πάθος είναι τιμή και το μαρτύριο για την μαρτυρία της αλήθειας,πραγματική γενναιότητα.Όποιος δεν μιλάει,επειδή φοβάται τον θάνατο είναι νεκρός ήδη.Όποιος ντρέπεται για τις πληγές που έλαβε για την Αλήθεια, δεν πίστεψε ποτέ σε Αυτήν.Η μοναδική αξιοπιστία ορθοδοξίας είναι αυτά τα τιμημένα στίγματα.Από την τρύπα του φωνάζοντας κανείς δεν αγίασε. Θυμηθείτε και τους 318 πατέρες, οι οποίοι εκτός από Θεολόγοι, ήταν και Μάρτυρες. Όλοι τους. Ή μάλλον εθεολόγησαν μέσα από την δύναμη , την αξία που τους έδινε αυτό το μαρτύριο για τον Χριστό.
Φυσικά, μας διδάσκει επίσης ότι τα παθήματα και οι πληγές μας δεν είναι τιμωρίες από τον Θεό, καθώς έγινε της "μοδός" τελευταία να αποδίδουμε τέτοιους ψόγους, θέτοντας πληγάς επί των πληγών, "χριστιανικώτατα".

γ.ιωάννου-"γιά νά μή βγάλουν οἱ ψυχές ἐξαιτίας μου τόν παραμικρότερο παραπονιάρικο βόμβο".



"Ὁλομόναχος, ξένος παντάξενος, χάνομαι στίς μεγάλες ἀρτηρίες. Ὅταν ἀνάβει τό κόκκινο καί σταματοῦν τ' αὐτοκίνητα, μοῦ φαίνεται γιά μιά στιγμή πώς παύει ἐντελῶς κάθε θόρυβος. Ἐρυθρά καί λευκά αἱμοσφαίρια σά νά κυκλοφοροῦν. Κι ὅμως βλέπω πώς τό πλῆθος ἐξακολουθεῖ νά περπατᾶ, νά κουβεντιάζει ἤ νά γελάει. Σταματῶ πολλές φορές στή μέση τοῦ πεζοδρομίου, κι ὅπως στό κούτσουρο πού κόβει τό νερό, ἔτσι περιστρέφονται γύρω μου οἱ διαβάτες. Τώρα πού δέν ἐμποδίζουν οἱ μηχανές, ἀκούω χιλιάδες βήματα στό πλακόστρωτο. Μοῦ 'ρχεται νά καμπυλώσω τή ράχη μου γιά νά περάσει χωρίς ἐμπόδια αὐτό τό ποτάμι. Τῆς Γονατιστῆς , ὅταν περνάει ἀπό πάνω μου τό βουβό ποτάμι τῶν προγόνων, γονατισμένος πάνω στά καρυδόφυλλα ,σκύβω βαθιά στό χῶμα, γιά νά μή βγάλουν οἱ ψυχές ἐξαιτίας μου τόν παρα- μικρότερο παραπονιάρικο βόμβο.


Ἐγώ ὅμως ἀπό τώρα εἶμαι βαριά παραπονεμένος. Μέσα στούς ξένους καί στά ξένα πράγματα ζῶ διαρκῶς· στά ἕτοιμα καί στά ἐνοικιασμένα. Συγκατοικῶ μέ ἀνθρώπους πού ἀδιαφοροῦν τελείως γιά μένα, κι ἐγώ γι' αὐτούς. Οὔτε μικροδιαφορές δέν ὑπάρχουν κάν μεταξύ μας. Ὁ ἕνας ἀποφεύγει τόν ἄλλο, ὅσο μπορεῖ. Μά κι ἄν τύχει νά σοῦ μιλήσουνε, κρύβουν συνήθως τά πραγματικά τους στοιχεῖα σά νά 'ναι τίποτε κακοποιοί. Τό ἰδανικό, ἡ τελευταία λέξη τοῦ πολιτισμοῦ, εἶναι, λέει, νά μή ξέρεις οὔτε στή φάτσα τό γείτονά σου. Πονηρά πράγματα βέβαια· προφάσεις πολιτισμοῦ, γιά νά διευκολύνονται οἱ ἀταξίες.




Γι' αὐτό ζηλεύω αὐτούς πού βρίσκονται στόν τόπο τους, στά χωράφια τους, στούς συγγενεῖς τους, στά πατρογονικά τους. Τουλάχιστο, ἄς ἤμουν σ' ἕνα προσφυγικό συνοικισμό μέ ἀνθρώπους τῆς ράτσας μου τριγύρω.





(Γιά ἕνα φιλότιμο, 1964)


Τρίτη, Ιουνίου 11, 2019

TA ANΩ ΦΡΟΝΕΙΤΕ(Β΄)-άγιος Φιλάρετος Μόσχας


Πόσο δύσκολο —θὰ σκεφτοῦν μερικοὶ— νὰ ἔχει κανεὶς τὰ οὐράνια πράγματα στὸ νοῦ του, στὴν καρδιὰ καί στὶς πράξεις του! Γιὰ νὰ γίνει κάτι τέτοιο ἕνας χοϊκὸς ἄνθρωπος πρέπει ν’ ἀλλάξει τὰ ἔργα του, τὶς ἐπιθυμίες, ἀκόμη καί τὶς σκέψεις του. Δὲν ἀρνοῦμαι πώς κάτι τέτοιο εἶναι ἀναγκαῖο, καί δὲν εἶναι εὔκολο νὰ τὸ κάνουμε. Ὅμως τί πρέπει νὰ γίνει; Εἶναι πιὸ δύσκολο νὰ ἀνεβεῖς σὲ κάποιο ὕψος, ἀπὸ τὸ νὰ πέσεις σὲ μιὰν ἄβυσσο. Εἶναι λοιπὸν καλύτερο νὰ πέσουμε στὴν ἄβυσσο;
Εἶναι δύσκολο νὰ φρονοῦμε τὰ ἄνω! Ὅμως, δὲν εἶναι ἐπίσης σκληρὸ νὰ φρονοῦμε τὰ ἐπίγεια πράγματα; Ἔχει, γιὰ παράδειγμα, ἕνας ἄπληστος ἄνθρωπος κάποιο φωτεινὸ ἔργο μπροστά του; Κοπιάζει μέρα καί νύχτα, στερεῖ τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τροφὴ καί ἀνάπαυση, μερικὲς φορὲς ἐγκαταλείπει τὸ σπίτι του, περιπλανιέται μακριὰ ἀπὸ ἐκείνους πού βρίσκονται κοντὰ στὴν καρδιά του, ταξιδεύει στὴν ξηρὰ καί διασχίζει τὴ θάλασσα, κατεβαίνει στὰ ἔγκατα τῆς γῆς, βασανίζει τὸ μυαλό του μὲ τὴν δίψα τοῦ κέρδους καί μὲ τὴν ἀγωνία τῆς διατήρησής του, μὲ τὸ φόβο ἀπὸ μιὰ πιθανὴ ἀπώλεια ἤ μὲ τὴν ἀπελπισία μίας ἀπώλειας πραγματικῆς.
Ἂν μποροῦμε νὰ ἀντέξουμε τέτοιες φροντίδες μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ πλουτίσουμε ἐπί τῆς γῆς μὲ ἕναν θησαυρὸ φθαρτό, καὶ πού δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ τὸν χαροῦμε παρὰ γιὰ σύντομο χρονικὸ διάστημα, δὲν ἀξίζει μιὰ προσπάθεια ἀπ’ τὴ μεριά μας γιὰ νὰ ἔχουμε τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἀποκτήσουμε ἕναν οὐράνιο θησαυρό, ἕναν θησαυρὸ ἄφθαρτο καὶ αἰώνιο;
Εἶναι πράγματι δύσκολο γιὰ τὸν χοϊκὸ ἄνθρωπο νὰ φρονεῖ τὰ ἄνω. Ἐν τούτοις, καὶ ὁ σπόρος τοῦ σίτου, πού εἶναι θαμμένος στὴ γῆ κάτω ἀπὸ τὰ πόδια σας, δὲν φρονεῖ μὲ τὸν δικό του τρόπο τὰ ἄνω; Βλασταίνει, καὶ ξεπροβάλλει ἀπὸ τὴ γῆ πρὸς τὰ πάνω, ἀγωνιζόμενος ἐναντίον τῆς βαρύτητας τῆς γῆς καὶ τῆς δικῆς του. Αὐξάνεται ὅλο καὶ πιὸ ψηλά. Καὶ τείνοντας πρὸς τὸν οὐρανό, ἀνθίζει καὶ φέρνει καρπό. Πιστεύετε πραγματικά, ὅτι ὁ θνητὸς ἄνθρωπος εἶναι προικισμένος μὲ λιγότερη δύναμη ἀπὸ τὸν σπόρο τοῦ σίτου, γιὰ νὰ σηκωθεῖ πρὸς τὸν οὐρανὸ μὲ τὸν δικό του τρόπο;
Εἶναι πράγματι δύσκολο γιὰ τὸν χοικὸ ἄνθρωπο νὰ φρονεῖ τὰ ἄνω. Ὅμως, στάσου· προέρχεσαι, ὦ ἄνθρωπε, μόνο ἀπὸ αὐτὴ τὴ γῆ; Αὐτὸ εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ἐλήφθη ἀπὸ τὸ χῶμα, καὶ πού ἐπιστρέφει πάλι στὸ χῶμα; Δὲν εἶναι τὸ χῶμα μόνο τὸ περίβλημά σου, ἤ ἂν τὸ προτιμᾶς, ἡ φυλακή σου; Ὅμως ἐσύ, ὁ ἑαυτός σου, ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος, εἶσαι ἡ πνοὴ τῆς ζωῆς, πού προῆλθε ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ χείλη τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἔχει εἰπωθεῖ: «Καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν» (Γεν. 2, 7). Κι ἔτσι, ἄν σοῦ εἶναι δύσκολο ὡς χοϊκός ἄνθρωπος νὰ φρονεῖς τὰ ἄνω, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ τὸ κάνεις ὡς ἄνθρωπος πού ἔχεις γεννηθεῖ ἄνωθεν; Εἶναι δύσκολο γιὰ τὴν φλόγα νὰ ὑψωθεῖ πρὸς τὴν φυσική της περιοχή; Εἶναι δύσκολο γιὰ τὴν πέτρα νὰ πέσει κάτω στὴ γῆ ἀπ’ ὅπου προέρχεται; Εἶναι δύσκολο γιὰ τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα νὰ ὑψωθεῖ πρὸς τὸν οὐρανό, πρὸς τὸν Ὕψιστο; Ἂν ἡ πτώση τοῦ παλαιοῦ Ἀδὰμ ἔχει μεταβάλει τὸν πόθο τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὰ οὐράνια πράγματα σὲ πόθο γιὰ τὰ πράγματα τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ καταχθόνια, δὲν ἔχει ἡ ἀνάσταση καὶ ἡ ἀνάληψη τοῦ νέου Ἀδάμ, τοῦ Θεανθρώπου, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐπαναφέρει μὲ διπλάσια δύναμη τὸν πόθο γιὰ τὴν ἀρχική του κατεύθυνση καὶ δὲν ἔχει στήσει μιὰ κλίμακα πρὸς τὸν οὐρανό; Δὲν ἔχει ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀνάψει μιὰ πνευματικὴ φλόγα στὸν ἄνθρωπο, ἡ ὁποία φυσικῷ τῷ τρόπῳ τείνει πρὸς τὰ ἄνω καί στρέφεται πρὸς τὰ οὐράνια πράγματα, ὅπου κι ἂν κατοικεῖ; Τὸ βρίσκετε ἀκόμη δύσκολο νὰ φρονεῖτε τὰ ἄνω, ἀκόμη κι ἄν, προκειμένου νὰ κάνετε κάτι τέτοιο, σᾶς εἶναι ἀπαραίτητο νὰ μεταβάλετε τὶς πράξεις, τὶς ἐπιθυμίες καί τὶς σκέψεις σας;
Μὰ πῶς μποροῦμε νὰ ἐγκαταλείψουμε τὰ ἐπίγεια ἔργα, τὶς ἐπιθυμίες καί τὶς σκέψεις μας πού περιβάλλονται ἀπὸ ἐπίγεια πράγματα, ὅταν αὐτὸ πού εἶναι γήινο εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητο γιὰ τὴν ἐπίγεια ζωή μας; Δὲν ἔχετε παρὰ νὰ παρατηρήσετε πῶς ἐγκαταλείπουμε τὰ οὐράνια πράγματα γιὰ πράγματα ἐπίγεια, καὶ θὰ τὸ βρεῖτε πολὺ εὔκολο νὰ παραμερίσετε τὰ ἐπίγεια γιὰ τὰ τοῦ οὐρανοῦ. Περιορίζετε τὸν χρόνο πού ἀπασχολεῖστε μὲ τὰ ἔργα τῆς εὐσέβειας, προκειμένου νὰ ἔχετε περισσότερο χρόνο γιὰ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου. Μερικὲς φορὲς πηγαίνετε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, ὅμως ἐξακολουθεῖτε νὰ σκέφτεστε ὅσα ἀπασχολοῦν τὸ μυαλό σας καὶ στὸ σπίτι. Καὶ μερικὲς φορές, ἐνῶ στέκεστε σωματικὰ μέσα στὸν οἶκο τῆς προσευχῆς, οἱ σκέψεις σας ἕλκονται ἀπὸ ἀλλοῦ, ἀπὸ τὰ ἐπίγεια πράγματα πού σᾶς θέλγουν ἤ ἀπὸ τὰ πάθη πού κυριαρχοῦν μέσα σας. Ἀκόμη καί οἱ πιὸ πνευματικές σας ἀσκήσεις μολύνονται ἀπὸ φευγαλέες ἐγκόσμιες σκέψεις! Κάντε τώρα τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο. Κάντε τὶς ἀπαραίτητες ἐργασίες γιὰ τὴν ἐπίγεια ὕπαρξή σας ἀλλά προσπαθῆστε νὰ μὴν τὶς παρατείνετε πέρα ἀπ’ ὅ,τι εἶναι ἀπαραίτητο. Καί ἀγωνιστεῖτε νὰ ἀπελευθερώσετε τὸν ἑαυτὸ σας ὅσο γίνεται περισσότερο ἀπὸ τὴν πολλὴ δουλειά, προκειμένου νὰ εἶστε ἐλεύθεροι γιὰ τὰ ἔργα τῆς εὐσέβειας. Ἀπαλλάξτε τὶς σκέψεις σας ἀπὸ επίγεια πράγματα, ὄχι μόνο ὅταν στέκεστε μπροστὰ στὸν Θεὸ στὸ ναό Του, ἄλλα ὅπου καὶ νὰ εἶστε. Ὅταν εἶστε ὑποχρεωμένοι νὰ ἀσχολεῖστε μὲ ἐπίγεια πράγματα, στρέψτε μακριά τους τὶς σκέψεις καὶ τὶς ἐπιθυμίες σας καὶ ὑψῶστε τὴν καρδιά σας πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ πρὸς τὸν Θεό. Ὅταν καταπιάνεστε μὲ ἐπίγειες ὑποθέσεις, νὰ θυμάστε τὸν Θεὸ καὶ νὰ ζητᾶτε τὴν εὐλογία καὶ τὴν βοήθειά Του. Ὅταν ἀναπαύεστε, νὰ θυμάστε τὸν Θεὸ καὶ νὰ τὸν εὐχαριστεῖτε γιὰ τὴν βοήθειά Του στοὺς κόπους σας, καθὼς καὶ γιὰ τὸ δῶρο τῆς ἀνάπαυσης. Ἔτσι μποροῦμε νὰ ἑνώσουμε κάθε ἐπίγειο ἔργο, πού δὲν εἶναι ἀντίθετο πρὸς τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, μὲ ἀγάπη γιὰ τὰ οὐράνια πράγματα, καί, γιὰ νὰ τὸ πῶ ἔτσι, νὰ μεταβάλουμε τὰ ἐπίγεια καὶ ὁρατὰ πράγματα, σὲ πράγματα οὐράνια καὶ πνευματικά. «Ὅταν κοιτάζεις πρὸς τὸν ἥλιο», λέγει ὁ ἅγιος Μακάριος, «ψάξε τὸν πραγματικὸ Ἥλιο, γιατί εἶσαι τυφλός. Ὅταν στρέφεις τὸ βλέμμα σου πρὸς τὸ φῶς, στρέψου πρὸς τὴν καρδιά σου καὶ κοίταξε ἂν ἔχεις ἐκεῖ τὸ ἀληθινὸ καὶ εὐλογημένο φῶς, πού εἶναι ὁ Κύριος
Εἴθε τό φῶς τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ νὰ μᾶς φωτίσει, εἴθε τό πνεῦμα Του νὰ δυναμώσει τὸν καθένα ἀπό μᾶς, καὶ εἴθε, βαδίζοντας σύμφωνα μὲ τὸν Λόγο Του καὶ τὴ Ζωή Του, νὰ ὁδηγήσει ὅλους ἐμᾶς πού ζοῦμε στὴ γῆ νὰ φρονοῦμε τὰ ἄνω, κι ἔτσι νὰ ὁδηγηθοῦμε στὴν εὐλογημένη θέα Του στόν οὐρανό, ὅπου ὁ Χριστὸς ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ καθήμενος. Ἀμήν.

Δευτέρα, Ιουνίου 10, 2019

ΤΑ ΑΝΩ ΦΡΟΝΕΙΤΕ(A΄)-άγιος Φιλάρετος Μόσχας


«Καὶ ταῦτα εἰπὼν βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη, καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν». Πράξεις 1, 9
Ἅγιος Φιλάρετος Μόσχας 
Καθὼς οἱ ἕντεκα Ἀπόστολοι κοίταζαν, ὁ Κύριος ἀνελήφθη. Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν χωρὶς μάρτυρες, ὅμως ἀνελήφθη στοὺς οὐρανοὺς παρουσία μαρτύρων. Ὁ σφραγισμένος τάφος στὸ βράχο ἔκρυψε τὴ δόξα τῆς ἀνάστασης, κατὰ τὴν στιγμὴ τῆς πραγματοποιήσεώς της· ἕνα φωτεινό, διάφανο σύννεφο ἀποκαλύπτει τὴ δόξα τῆς Ἀναλήψεως τὴ στιγμὴ πού πραγματοποιεῖται. Γιατί αὐτὴ ἡ διαφορά; Ἴσως διότι ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, μετὰ τὴν κάθοδό Του στὸν Ἅδη, ἦταν μιὰ ἄνοδος ἀπὸ τὴν κόλαση στὸν παράδεισο καὶ δὲν ὑπῆρχε τότε χῶρος γιὰ ἐπίγειους μάρτυρες, καὶ μόνον οἱ πατριάρχες καί οἱ προφῆτες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὴν ἐπίγεια ζωή, θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι μάρτυρές της. Ὅμως τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ὡς ἄνοδο ἀπὸ τὴν γῆ στὸν οὐρανό, μποροῦσαν φυσικὰ νὰ τὴν δοῦν οἱ Ἀπόστολοι, πού βρίσκονταν ἐπὶ τῆς γῆς κι ἔβλεπαν πρὸς τὸν οὐρανό.
Ἐπὶ πλέον, ἀρκοῦσε νὰ δοῦν τὸν ἐγερθέντα Κύριο, μετὰ τὴν ἀνάστασή Του, προκειμένου νὰ δώσουν μαρτυρία γιὰ τὴν ἴδια τὴν ἀνάσταση: δεδομένου ὅτι τὴν Ἀνάληψη τῆς χοϊκῶς γεννηθείσας σαρκὸς στοὺς οὐρανοὺς ἔπρεπε ὄντως νὰ τὴν δοῦν, ὥστε ἡ ἀνάσταση νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ. Πιθανὸν ὁ σαρκικὸς νοῦς νὰ διερωτηθεῖ: πῶς ἡ χοικῶς γεννηθεῖσα σάρκα μποροῦσε νὰ ἀνέλθει στὸν οὐρανό; Ἀπαντοῦμε: δὲν χρειάζεται νὰ σκεφτοῦμε γιὰ τὴν δυνατότητα τοῦ γεγονότος, ἀφοῦ τὸ εἶδαν καὶ τὸ μαρτύρησαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀρνήθηκαν νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸ θάνατο γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσουν τὴν ἀλήθειά του. «Καὶ βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη». Ἀλλά ἦταν μόνο γιὰ νὰ πείσει τοὺς ἄπιστους πού ὁ Κύριος ἐπέτρεψε νὰ ὑπάρξει μαρτυρία γιὰ τὴν Ἀνάληψή Του; Ἀναμφίβολα γιὰ νὰ ἐνθαρρύνει καὶ τοὺς πιστούς. «Εἰ οὖν συνηγέρθητε τῷ Χριστῷ», λέγει ὁ Ἀπόστολος, ἐὰν —ἂς προσθέσουμε κι ἐμεῖς— τὸν ἔχετε δεῖ νὰ ἀνέρχεται στὸν οὐρανὸ καὶ συμμετέχετε κι ἐσεῖς στὸ νέο αὐτὸ θρίαμβο, τότε «τὰ ἄνω ζητεῖτε, οὗ ὁ Χριστὸς ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ θεοῦ καθήμενος, τὰ ἄνω φρονεῖτε, μὴ τὰ ἐπί τῆς γῆς» (Κολ.3, 1-2).
Τί σημαίνει «τὰ ἄνω φρονεῖτε;» Δὲν εἶναι, πράγματι, τὰ λόγια αὐτὰ ξεκάθαρα; Καὶ ἂν δὲν τὰ καταλαβαίνεις, εἴτε θέλοντας νὰ τὰ καταλάβεις εἴτε μὲ ἄλλο τρόπο, παραδὲξου ὅτι δὲν τὰ καταλαβαίνεις, ἐπειδὴ δὲν «φρονεῖς τὰ ἄνω»: διότι ἐκεῖνος πού καταλαβαίνει, ξέρει τί κάνει. Ἂν δὲν φρονεῖς τὰ ἄνω, δὲν θὰ ἀνεβεῖς ψηλά, ὅπου «ὁ Χριστὸς ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ καθήμενος». Ὅμως ἂν δὲν ἀνεβεῖς ψηλά, ὅπου ὁ Χριστὸς ἐστιν καθήμενος ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ, ἀναλογίσου, χοϊκέ ἄνθρωπε, τί θὰ ἀπογίνεις, ὅταν ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρέλθουν καὶ δὲν θὰ ἀπομείνει τίποτα ἐκτός ἀπὸ τὸ βασίλειο τοῦ Χριστοῦ — καὶ τὴν κόλαση! Δὲς πῶς ἡ γῆ θρυμματίζεται κάτω ἀπὸ τὰ πόδια σου καὶ μπροστά σου ἀνοίγεται ἡ κόλαση: δὲν ὑπάρχει ἄλλη ὁδὸς σωτηρίας παρὰ νὰ κρατηθεῖς, μὲ ὅλη σου τὴ δύναμη, ἀπὸ τὰ οὐράνια πράγματα. Πρέπει νὰ μάθεις «νὰ φρονεῖς τὰ ἄνω καὶ ὄχι τὰ πράγματα τὰ ἐπί τῆς γῆς».
Μὰθετε νὰ φρονεῖτε τὰ ἄνω! Ἂς μὴν φοβηθεῖ κανένας μὲ αὐτὴ τὴν ἐπιταγή. Ἂς μὴν νομίσει ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς ποικίλες καὶ πολυάριθμες ἐκεῖνες δυσκολίες, τὶς ὁποῖες ἀναπόφευκτα θὰ συναντήσει στὴν ὁδὸ τῆς ἐπίγειας γνώσεως, καὶ πού ἀνάμεσά τους πρέπει νὰ ἀπαριθμήσει τὰ κατ’ ἐξοχὴν μέσα γιὰ νὰ ἀποκτήσει τὴν ἀποκαλούμενη ἐπίγεια σοφία — ὅπως, γιὰ παράδειγμα, πλῆθος διδασκάλων, πού ὁ καθένας ὑπερασπίζεται τὴν ἰδιαίτερη δοξασία του καὶ ἀντικρούει τὴν δοξασία τοῦ διπλανοῦ του, πλῆθος βιβλίων, συχνὰ βλαβερῶν γιὰ τό νοῦ, καθὼς καὶ γιὰ τό μάτι, μὲ τό σκοτεινό περιεχόμενό τους. Μὴ φοβάστε. Μαθαίνοντας «νὰ φρονεῖτε τὰ ἄνω», κατὰ τό νόημα τοῦ Εὐαγγελίου, δὲν εἶναι τό ἴδιο ὅπως μαθαίνετε τὴν ἐγκόσμια σοφία. Ἡ γνώση τῶν οὐρανίων πραγμάτων δὲν ἐξαρτᾶται τόσο πολὺ ἀπὸ ἐξωτερικὰ μέσα, δὲν χρειάζεται μεγάλη βοήθεια, δὲν τίθενται τόσα ἐμπόδια ὅπως στὴν ἀναζήτηση τῆς ἐγκόσμιας σοφίας. Ὡστόσο, ὠφελεῖται καὶ ἀπὸ ἐξωτερικὰ μέσα, δὲν ἀπορρίπτει τὴ βοήθεια καὶ δὲν εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπὸ δυσκολίες τοῦ δικοῦ της εἴδους. Ὁ ἴδιος Ἀπόστολος πού μᾶς ἔδωσε τὴν ἐντολὴ «τὰ ἄνω φρονεῖτε», ὠφελήθηκε ἀπὸ τὰ μέσα καὶ τὴν βοήθεια τῆς ἐγκόσμιας σοφίας, «ἔχων ἀνατραφεῖ παρὰ τοὺς πόδας τοῦ πολυμαθοῦς Γαμαλιὴλ»· ὅμως διαδοχικὰ τὰ ἀπέρριψε ὅλα τοῦτα καθὼς καὶ ἄλλα προνόμια, λογαριάζοντας τὰ «πάντα ζημίαν εἶναι διὰ τὸ ὑπερέχον τῆς γνώσεως Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ Κυρίου μου» (Φιλ.3,7-8), προκειμένου νὰ μπορέσει νὰ κερδίσει τὸν Χριστό. Καὶ ὡρίμασε κατὰ συνέπεια φρονῶν τὰ ἄνω — καίτοι ὁ ἴδιος ταυτόχρονα ἀπέρριψε τὰ μέσα καὶ τὴν βοήθεια πού τοῦ προσέφερε ἡ ἐγκόσμια σοφία.
Οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι εἶχαν ἁπλῶς μάθει νὰ πλέκουν ψαράδικα δίχτυα καὶ ὄχι νὰ ξετυλίγουν τὰ σοφίσματα τῶν βιβλίων. Ὅμως αὐτὸ μὲ κανένα τρόπο δὲν τοὺς ἐμπόδισε νὰ ἐνδυναμώσουν τόν ἑαυτό τους ὥστε νὰ φρονοῦν τὰ ἄνω καὶ νὰ γίνουν ἀκόμη καὶ διδάσκαλοι τῶν ἴδιων τῶν σοφῶν. Ἔτσι ἦταν καὶ μετὰ τὴν ἐποχὴ τῶν Ἀποστόλων: ὁ Μὲγας Βασίλειος ἀπέκτησε τὴ σοφία τῶν Ἀθηναίων καὶ τὴν ὑπέταξε στὴν ὑπηρεσία τῆς σοφίας τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ Ἀρσένιος, Μέγας ἐπίσης, ἂν καὶ διδάσκαλος σὲ ὅλη τὴν ἔκταση τῆς Ἑλληνικῆς καὶ Λατινικῆς γνώσεως, θεώρησε τὸν ἑαυτὸ του ἀρκετὰ ἀδαῆ ὥστε νὰ μαθητεύσει σὲ ἕναν ἀγράμματο γέροντα Αἰγύπτιο, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀρκετὰ σοφὸς γιὰ νὰ τοῦ διδάξει τὰ πρῶτα στοιχεῖα τῆς πνευματικῆς σοφίας. Καὶ ἔτσι, τὸ νὰ φρονοῦμε τὰ ἄνω, ἂν καὶ πράγματα ὑψηλὰ ἀκόμη καὶ γιὰ ἕναν φιλόσοφο, εἶναι συγχρόνως ἀρκετὰ ἁπλά καὶ γιὰ τὰ νήπια. «Ἐξομολογοῦμαί σοι, πάτερ, κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅτι ἀπέκρυψας ταῦτα ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν, καί ἀπεκάλυψας αὐτὰ νηπίοις» (Ματθ. 11, 25).
Τί λοιπὸν σημαίνει «τὰ ἄνω φρονεῖτε»; Ἐπαναλαμβάνω: ἂν δὲν τὸ καταλαβαίνετε, τότε προφανῶς δὲν τὸ ἐφαρμόζετε. Καὶ ἂν δὲν φρονεῖτε τὰ ἄνω, τότε ἀναμφίβολα φρονεῖτε τὰ ἐπί τῆς γῆς. Καί, συνεπῶς, αὐτὸ τὸ γνωρίζετε. Τί κάνετε τώρα, ὅταν φρονεῖτε τὰ ἐπί τῆς γῆς, ὅπως γιὰ παράδειγμα, ὅταν ἔχετε στὸ μυαλό σας νὰ γίνετε πλούσιοι; Ἐπιθυμεῖτε τὰ πλούτη —συχνὰ τὰ σκέφτεστε— ἐφευρίσκοντας τρόπους νὰ τὰ ἀποκτήσετε καὶ νὰ τὰ αὐξήσετε. Βάζετε σὲ ἐνέργεια αὐτοὺς τοὺς τρόπους, καὶ ὁ,τιδήποτε κάνετε, τὸ κάνετε μὲ τὴν προοπτικὴ νὰ πετύχετε καὶ νὰ αὐξήσετε τὸν πλοῦτο, καὶ στὴν κατοχὴ τοῦ πλούτου τοποθετεῖτε τὴν εὐτυχία σας. Φέρνοντας στὸ νοῦ αὐτὸ τὸ παράδειγμα μποροῦμε γενικὰ νὰ ποῦμε, ὅτι τὸ «νὰ φρονοῦμε τὰ ἐπί τῆς γῆς», σημαίνει νὰ ἐπιθυμοῦμε ἐπίγεια πράγματα, νὰ τὰ σκεφτόμαστε, νὰ τὰ ἐφαρμόζουμε, νὰ τὰ ἔχουμε πάντα μπροστά μας, νὰ τοποθετοῦμε τὴν εὐτυχία μας στὴν κατοχή τους. Ἀλλάξτε τὸ ἀντικείμενο, καὶ θὰ καταλάβετε τί εἶναι «νὰ φρονοῦμεν τὰ ἄνω». Σημαίνει, νὰ ἐπιθυμοῦμε τὰ ἄνω, δηλαδὴ τὰ οὐράνια πράγματα. Μὲ ἄλλα λόγια, αὐτὰ πού εἶναι πνευματικὰ καί θεῖα. Νὰ σκεφτόμαστε τὰ οὐράνια πράγματα, νὰ τὰ ἐφαρμόζουμε, ἤ κατὰ τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου, νὰ «ἐργαζόμαστε τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ», νὰ ἔχουμε τὰ οὐράνια πράγματα μπροστὰ στὰ μάτια μας καί νὰ τοποθετοῦμε σὲ αὐτὰ τὴν εὐτυχία μας.

75 χρόνια από το Δίστομο


Σήμερα 75 χρόνια από την σφαγή στο Δίστομο, μνημονεύω το αρχοντικό χριστιανικό ήθος των γυναικών της φυλής μου.Είναι αυτές οι χαροκαμένες γυναίκες από το Δίστομο, οι οποίες κατά την γερμανική υποχώρηση, μοιράστηκαν τα λιγοστά τρόφιμα , που τους έδωσε ο Ερυθρός Σταυρός, με τους γερμανούς στρατιώτες, να εχουν να τρώνε να ψυχοπιάνονται , ώσπου να φτάσουν στην πατρίδα τους.Είναι αυτές οι ίδιες που άναβαν το καντηλάκι στους τάφους των γερμανών στρατιωτών, γιατί μια μανα είχαν και εκείνοι, καπου στην Γερμανια,μακρυά πολύ μακρυά από τον τάφο του παιδιού της.Είναι το ήθος το βγαλμένο από τις ρωμαϊκές κατακόμβες.Όταν οι χριστιανοί στον μεγάλο λιμό, εβγαιναν στο φως για να περιθάλψουν τους διώκτες τους,που κείτονταν αβοήθητοι και ερημοι στον δρόμο. Είναι το ήθος νεανίσκου μαρτυρος τινός,τον οποίο μνημονεύει το σημερινό συναξάρι, ο οποιος πηγαίνοντας προς τον θανατο, χάρισε το δαχτυλίδι του στην δούλη του, η οποία τον κατέδωσε στις αρχές και την απελευθέρωσε.Είναι το ήθος το οποίο ρέει μαζί με το Πανάγιο Αίμα στον Γολγοθα και ξεπερνά και το "άφες αυτοίς". Γιατί ο Κύριος είπε ότι " όποιος πιστέψει σε μένα και μείζονα των θαυμάτων μου ποιήση".

Κυριακή, Ιουνίου 09, 2019

Οἱ ἅγιοι πατέρες ἔλαμψαν στὴ Νίκαια ὅπως τὰ ἄστρα στὸν οὐρανό, πού παίρνουν τὸ φῶς τους ἀπὸ τὸν ἥλιο. Ἔτσι καὶ ἐκεῖνοι φωτίστηκαν ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ κι ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἦταν Χριστοφόροι ἄνθρωποι, ὁ Χριστὸς ζοῦσε κι ἔλαμπε μέσα ἀπὸ τὸν καθένα τους. Ἦταν οὐρανοπολίτες μᾶλλον παρὰ πολίτες τῆς γῆς, ἀγγελόμορφοι, ἔμοιαζαν περισσότερο μὲ ἀγγέλους παρὰ μὲ ἀνθρώπους. Ἦταν πραγματικὰ «ναὸς Θεοῦ ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω» (Β' Κόρ. στ' 16).
(αγ.Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Σάββατο, Ιουνίου 08, 2019

Κυριακή των Αγίων πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου: Λόγος εις τους οσίους 318 θεοφόρους Πατέρες και εις τον Κωνσταντίνον τον ευσεβέστατον Βασιλέα (πρεσβύτερος Γρηγόριος Καισαρείας)


Επειδή ο Απόστολος μας συμβουλεύει να υπακούωμε στους προεστώτας, φίλε του Θεού, ξεχνώντας κι εγώ την αδυναμία μου και παραβλέποντας το ακαλλές του λόγου μου, υπήκουσα στον τίμιο Πατέρα, ο οποίος μου ανέθεσε να συγγράψω με συντομία περί της Συνόδου των Αγίων τριακοσίων δέκα και οκτώ Πατέρων που έγινε στη Νίκαια, και να την παραδώσω στην υπ’ αυτόν αγιοτάτην Εκκλησία της Νικαίας, ώστε να έχη στην διάθεσή της γραπτή την διήγηση της πνευματικής αγωνίας εκείνων των οποίων είχε απολαύσει και την σωματική παρουσία. Και όσα μεν κατά την δύναμή μου θα αναφέρω εγώ, συγκρινόμενα με το μεγαλείο της εναρέτου πολιτείας των Πατέρων, ομοιάζουν θα έλεγα με σταγόνα στον ωκεανό. Της ιδικής τους δε τελειότητος έργο είναι το να μη δίδουν τόση σημασία στον τρόπο της εκφράσεως, αλλά να μας τιμήσουν με την συμπάθειά τους αναλόγως με την προθυμία της υπακοής.
Όταν εβασίλευσαν στην Ρώμη ασεβώς ο Μαξιμιανός, ο Λικίνιος και ο Μαξέντιος, πολλούς πιστούς Χριστιανούς, οι οποίοι ηρνήθησαν να θυσιάσουν στους δαίμονες, υπέβαλαν σε βασανιστήρια και θάνατον, ευρήκαν δε δικαίως και αυτοί τέλος αντάξιο της ειδωλομανίας τους. Τότε ανέτειλε παραδόξως από την Δύση, σαν φωστήρας, ο φιλοχριστότατος Κωνσταντίνος, ο αρχηγός της Ορθοδόξου πολιτείας και πρόβολος της αμώμου πίστεως. Αυτός, συγχρόνως με την μεταφορά της έδρας του από την Δύση στην Ανατολή, δέχεται στην ψυχή πλούσιο τον θείο φωτισμό. Και χρίοντας τoν νου του με την ευσέβεια, αναλαμβάνει τoν πρώτο αγώνα κατά του διαβόλου: εκδίδει κατά τόπους προγράμματα για ελευθερία στους Χριστιανούς: λύνει την κατήφεια που είχαν προξενήσει στους πιστούς οι άνομοι, καταστρέφει τα σεβάσματα των ειδώλων, γνωστοποιεί την ανυπαρξία του ψεύδους, φανερώνει το κήρυγμα της αληθείας, αποδίδει τιμές και ενθαρρύνει όσους ετίμησαν τoν Κύριο. Θεραπεύει σώματα πιστών κακοποιημένα από τις μαστιγώσεις. Τιμωρούνται τέλος και εξορίζονται όσοι λατρεύουν τους δαίμονες. Ήταν δυνατόν να ιδής τότε τους πιστούς που απηλλάγησαν από τους διωγμούς και εκείνους που συνήλθαν από την δαιμονική πλάνη, όλους μαζί να δοξολογούν τoν Κύριο με παρρησία, ομοιάζοντας με αγγελικήν χοροστασία.
Εχαίρετο λοιπόν ο πιστότατος βασιλεύς για την καθημερινήν αύξηση των Χριστιανών, αντιλαμβανόμενος ότι όλα αυτά οφείλονται σε θείαν ενέργεια, η οποία προσείλκυσε σε λίγο χρόνο τους υπηκόους του στην επίγνωση του Κυρίου Ιησού Χριστού. Τι ήταν δε αυτό που ήλθε και προσετέθη στα προηγούμενα; Ενώ τα γύρω έθνη προηγουμένως συνεχώς επαναστατούσαν, αθετώντας τις συμφωνίες με τους πριν απ’ αυτόν βασιλείς, τους οποίους δεν άφηναν σε ησυχία και οι φονικές εμφύλιες εξεγέρσεις, από τότε που ο Κωνσταντίνος ανεδείχθη από τoν Σωτήρα μας Χριστό βασιλεύς όλου του Κράτους, αμέσως σαν από κοινό πρόσταγμα, τα δεινά των εθνών υπεχώρησαν και οι υπήκοοι ησπάσθησαν την ειρήνη.
Ο μισόκαλος όμως εχθρός δεν ημπορούσε να υποφέρη ούτε αυτή την πρόοδο των ανθρώπων προς την επίγνωση της αληθείας. Αλλά όπως παλαιά εφθόνησε την άλυπο ζωή των πρωτοπλάστων και διά μέσου του όφεως έσπειρε στην ακοή την παρακοή της εντολής, έτσι και τότε, σπαράζοντας από την επιστροφή των πρώην ειδωλολατρών προς τoν Θεόν, αποστέλλει σε κάποιον πνεύμα πύθωνος. Αυτός δε ήταν ο Άρειος, χριστιανός στο όνομα και μάλιστα πρεσβύτερος της Αλεξανδρινής Εκκλησίας. Του είχε ανατεθή, ως μη ώφειλε, η εξήγησις των Θείων Γραφών. Είχε καταληφθεί όμως από κενοδοξία και φιλαργυρία, τα όπλα αυτά του διαβόλου. Και βλέποντας ότι μετά τoν Πέτρο, τoν νικηφόρον ιερομάρτυρα και ισαπόστολο αρχιερέα, και τον διάδοχό του Αχιλλά, την προεδρεία της Εκκλησίας των Αλεξανδρέων ανέλαβε ο υπέρμαχος των αποστολικών δογμάτων και πάναγνος ιεράρχης Αλέξανδρος, άρχισε να εξωτερικεύη τις εμετικές βασκανίες που σαν δηλητηριώδης δράκοντας έκρυβε στην καρδία του. Και κατά μεν του ιδίου του Αλεξάνδρου δεν ήταν ικανός να αυθαδιάση, επειδή ο Αλέξανδρος ήταν άμεμπτος και αμέτοχος από κάθε κακία, σύμφωνα με την μαρτυρία του Κυρίου για τον Ιώβ. Τι μηχανεύεται λοιπόν ο αλιτήριος; Οπλίζεται εναντίον των δογμάτων εκείνου του οσίου, ώστε να τον συκοφαντήση διά μέσου αυτών. Και έτσι «τίθησιν επί τον ουρανόν το στόμα αυτού και λαλεί κατά του Υψίστου αδικίαν». Ενώ ο όσιος Αλέξανδρος ωμολογούσε σαφώς τον Υιόν ομοούσιο και ομότιμο με τον Πατέρα, αντιθέτως, ο φρενοβλαβής Άρειος παραληρούσε περί του Υιού ότι είναι κτίσμα και δημιούργημα και ότι κάποτε δεν υπήρχε, και άλλα ασεβέστερα τα οποία όντως το μόνο που αξίζουν είναι να σιωπηθούν και να λησμονηθούν. Βλέποντας λοιπόν ο θεσπέσιος Αλέξανδρος ότι σαν επιδημική νόσος διαδίδεται το κακό, και είχε προσβάλει εκτός από την Αίγυπτο και τις γειτονικές Θηβαϊδα και Λιβύη, εφοβείτο μην επεκταθή σε όλο το σώμα των πιστών. Αφού μετά από πολλές κατά πρόσωπο παραινέσεις με τις οποίες συμβούλευε πατρικώς τον ατίθασο, μετά από πολλούς και ποικίλους ελέγχους από τις άγιες Γραφές, για τους οποίους σεμνύνεται και η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη, είδε ότι ο ασεβής διακατέχεται ακόμη από την σκοτεινή του πλάνη, καταφεύγει στον υβριζόμενο από εκείνον Ιησούν Χριστόν, καλώντας τον σε βοήθεια του πιστού λαού του εναντίον του θεομάχου εγχειρήματος. Με νηστεία, αγρυπνία και δάκρυα ζητεί την συμμαχία του αρχηγού της αληθείας. Ενώ δε ο ασεβής όλο και περισσότερον εξηγριώνετο και λογομαχούσε, προσκαλεί ο Αλέξανδρος περισσοτέρους συνεργάτες για να αντιμετωπίσουν τoν κίνδυνο και στέλνει γράμματα προς τους κατά τόπους επισκόπους, μηνύοντας τα τερατώδη κινήματα της καρδίας του Αρείου κατά της Ορθοδοξίας. Γι’ αυτό ασφαλίζει μεν εκ των προτέρων τις ακοές τους, ώστε να μην παρασυρθούν μερικοί και πέσουν στο βάραθρο των φρονημάτων του Αρείου, σπεύδει δε να τα γνωστοποιήση χωρίς αναβολή και στον ένδοξον αυτοκράτορα. Μόλις έμαθε αυτά ο καλλίνικος βασιλεύς, σαν να εκτυπήθη από κεντρί με το λυπηρό και αναπάντεχο νέο που άκουσε, και στέλνει αμέσως και συγκαλεί με επίσημα έγγραφα από όλη την επικράτεια όσους επισκόπους διατίθενται να συγκεντρωθούν στην Νίκαια, την πρωτεύουσα της Βιθυνίας, για να εξετάσουν το θέμα, να φανερώσουν την αληθινή πίστη, να αφορίσουν δε και να αφανίσουν εντελώς την δαιμονικήν αίρεση των κακοδόξων.
Αφού λοιπόν προηγήθησαν όλα αυτά, ποίους επισκόπους είχε το ζωοποιό πνεύμα προετοιμάσει να ευρεθούν εκείνον τον καιρό και από ποίαν επαρχία προήρχετο ο καθένας, ημπορούν αυτοί που ερευνούν με ενδιαφέρον να τα διαβάσουν στον συνοδικό τόμο.
Οι άγιοι Πατέρες, λοιπόν, σαν εργατικές μέλισσες, αναχωρώντας ο καθένας από την Εκκλησία του σαν από ανθισμένο κήπο, έφθασαν στο συμβολοποιό τόπο της Νικαίας. Ο δε θείος Κωνσταντίνος, ακούγοντας ότι πλησιάζει η ιερά και στους αγγέλους σεβαστή παρουσία των αγίων Πατέρων, τους υποδέχεται με τις τιμές που αρμόζουν, και αφού έστειλε κάποιους από την ιερά Σύγκλητο να τους υποδεχθούν από τα προπύλαια ακόμη, τους περιποιείται και τους εξασφαλίζει με επιτηδειότητα τα χρειώδη, ώστε να είναι απερίσπαστοι. Όταν δε έμαθε πως οι Πατέρες είχαν τακτοποιηθή, ακριβώς τότε παρουσιάζεται και αυτός στην Νίκαια, αφού απομακρύνεται προηγουμένως από τους εξωτερικούς θορύβους, για να έχη νηφάλιο λογισμό, όπως αρμόζει σε θεία πράγματα που αφορούν στην σωτηρία των ψυχών, και έρχεται να συναντηθή και να συνομιλήση με το σύστημα των αγίων Πατέρων. Είναι γνωστόν ότι μερικοί από αυτούς διέπρεπαν με αποστολικά χαρίσματα, άλλοι δε «τα στίγματα του Χριστού εν τω σώματι αυτών εβάσταζον», από τα οποία θα αναφέρω μερικά, για να πληροφορηθούν και να ωφεληθούν ψυχικώς οι αναγνώστες.
Ο όσιος, λοιπόν Ιάκωβος, ο πρόεδρος της Εκκλησίας των Νισσιβηνών, πολλούς ελευθέρωσε από νοσήματα. Διαβεβαιώνουν δε ότι ανέστησε και νεκρούς. Ο επίσκοπος της Νεοκαισαρείας, ο όσιος Παύλος, είχε γίνει παίγνιο της μανίας του Λικινίου, ο οποίος του έκοψε τα γεννητικά όργανα. Ο αιγύπτιος Παφνούτιος, άνδρας σημειοφόρος, και άλλοι πολλοί από αυτούς τους αγίους, είχεν εξορυγμένους τους οφθαλμούς, άλλοι κομμένα τα χέρια, άλλοι είχαν τα χέρια και τα πόδια κατεστραμμένα, επειδή τους είχαν δέσει με ωμά νεύρα από ζώα. Ο αντίπαλος δε των αγαθών, βλέποντας στην γη τον ουράνιον αυτόν χορό των αγίων, δεν τους άφησε απειράστους από το κεντρί του. Αλλά όπως μεταξύ των Αποστόλων του Κυρίου κατέστησε προδότη τον Ιούδα, έτσι και μέσα στον θίασο των αγίων έφερε άλλους λύκους αραβικούς, καλυμμένους με δέρμα προβάτων. Εννοώ τoν Μηνόφαντα από την Έφεσο, τoν Πατρόφιλο από την Σκυθόπολι και τoν Θεωνά από την Μαρμαρική, μαζί με άλλους ολίγους μαθητάς της αφροσύνης του Αρείου, για τους οποίους θα ομιλήσωμε στα επόμενα. Επειδή δε το θέμα που είχε προκύψει απαιτούσε συζήτησιν, ώστε να αποσαφηνισθή η αλήθεια, και έψαχναν να εύρουν έναν τόπο κατάλληλο γι’ αυτόν τoν σκοπό, ξεχωρίζει ο ένδοξος βασιλεύς από το παλάτι που υπήρχε εκεί, ένα πολύ μεγάλο κτίριο, τον οφθαλμό θα ελέγαμε των βασιλικών κοιτώνων, η ομορφιά και η κοσμιότης του οποίου με την σκέπη των οσίων Πατέρων εχει διατηρηθή μέχρι των ημερών μας. Αυτό το διέθεσε σαν απαρχή και προσφορά του βασιλείου προς την αγία Σύνοδο, και διατάζει να τοποθετηθούν ισάριθμα με τους Πατέρες έδρανα, φροντίζοντας για την ανάπαυση των γηρατειών και τιμώντας την ιερωσύνη τους. Αφού εισήλθαν λοιπόν αυτοί και έλαβαν τις θέσεις τους, παρουσιάζεται και ο ένδοξος βασιλεύς. Όχι με σοβαροφανές, υπεροπτικό και βασιλικόν ύφος, αλλά με βλέμμα συνεσταλμένο και ήρεμο βηματισμό. Καθώς συναντά τους αγίους τους ασπάζεται και συνομιλεί μαζί τους ευχαρίστως, εκδηλώνοντας το άνθος της επιεικίας του, με ένα πράο χαμόγελο, και αποκαλύπτοντας, στις συστάσεις που γίνονται με τους αγίους, την λαμπρότητα της ψυχής του. Φανερώνει δε την υψηλή προς τους Πατέρες συγκατάβασή του, το χαμηλό κάθισμα στο οποίο εκάθισε σε σχέση με τα έδρανα των επισκόπων.
Όταν, λοιπόν, οι όσιοι και ο θεοσεβής βασιλεύς εκάθισαν, ο Ευστάθιος Αντιοχείας, καθώς σε τούτον ανέθεσε η αγία Σύνοδος να απευθυνθή προς τoν βασιλέα, είπε: «Ευχαριστούμε τoν Θεό, ένδοξε βασιλεύ, με τoν οποίο κι εμείς και συ έχουμε συνταχθή. Εκείνος με την μεσολάβησή σου κατήργησε την πλάνη των ειδώλων, με αποτέλεσμα να επικρατήση η ευθυμία στους ελευθέρους πλέον πιστούς. Έπαυσαν οι κνίσσες από τα ζώα που εκαίγοντο προς χάριν των δαιμόνων. Κατελύθησαν της ελληνικής πολυθεϊας τα σεβάσματα. Απομακρύνεται το σκότος της αγνωσίας. Η οικουμένη φωτίζεται από το φως της Θεογνωσίας. Ο Πατήρ δοξολογείται, ο Υιός συμπροσκυνείται, το Πνεύμα το Άγιον αναγγέλλεται. Τριάς ομοούσιος κηρύττεται, μία Θεότης σε τρία πρόσωπα και υποστάσεις. Αυτή είναι που στερεώνει, βασιλεύ, την εξουσία της ευσεβείας σου. Διαφύλαξέ μας την απαραβίαστον. Κανένας αιρετικός προσπαθώντας να εισχωρήση ύπουλα στην Εκκλησία να μην αφαιρέση κάτι από την Τριάδα υποτιμώντας αυτό. Ο Άρειος, που το όνομά του θυμίζει την μανία του πολέμου, είναι ο αίτιος του λόγου και όλης της συνελεύσεως. Ο οποίος, δεν γνωρίζουμε πώς, συγκαταλεγόμενος στο πρεσβυτέριο της Εκκλησίας των Αλεξανδρέων, μας διέφευγε ότι ήταν ξένος από την διδασκαλία των τρισμακαρίων Προφητών και Αποστόλων. Διότι δεν εντρέπεται να αποστερή τον Μονογενή Υιό και Λόγο του Πατρός από την ομοουσιότητα με τον Πατέρα, και σπεύδει ο κτιστολάτρης να συναριθμήση τον Κτίστη με την κτίση. Αυτόν να έπειθες, αυτοκράτορ, να αλλάξη φρόνημα και να μην εναντιώνεται στην αποστολική διδασκαλία ή, εάν επιμείνη στις ασέβειες της κακοδοξίας από την οποίαν έχει κυριευθή, να τον εξηφάνιζες από του Χριστού και την ιδική μας έπαυλη. Για να μην πέσουν οι ψυχές των απλουστέρων θύματα της ομιχλώδους ωραιολογίας του».
Ο δε εκλαμπρότατος Βασιλεύς Κωνσταντίνος, συμβάλλοντας από την αρχή στην Σύνοδο με την θερμότητα της πίστεως και απευθύνοντας στους Πατέρες λόγους ειρηνικούς ως φιλοπάτωρ υιός, είπε: «Εμπρός, πατέρες, με κάθε επιμέλεια να μελετήσωμε την οριοθέτηση και αποσαφήνιση της αληθείας μέσα από τις προφητικές προρρήσεις και τις αποστολικές παραδόσεις, μακρυά από κάθε μισαδελφία και κακοδοξία. Διότι θα ήταν φοβερό, μετά την κατάλυση της πολυθέου ασεβείας και τον εξαναγκασμό των εχθρών σε υποταγή, την κατάπαυση δε των εμφυλίων πολέμων, να πολεμούνε μεταξύ μας οι πιστοί όχι με ξίφη, αλλά με δόγματα. Και να προσπαθούμε την ευαγγελικήν διδασκαλία, η οποία είναι απλή και άτεχνος, αφού βασίζεται στην δύναμη των έργων και όχι των λόγων, να την ανατρέψωμε ασχολούμενοι με αυτήν διανοητικώς και αναζητώντας ρητορικά σχήματα. Ας επιληφθούμε λοιπόν της συζητήσεως αναθέτοντας την αποκάλυψη της αλήθειας για το θέμα που μας απασχολεί στον Θεό και Πατέρα και στον Μονογενή Υιό του Πατρός και στο Ζωοποιόν Πνεύμα. Κι εμείς πρόθυμα θα είμεθα εδώ στην διάθεσή σας συμμετέχοντας στους αγώνες σας, εως ότου αποκαλυφθή εντελώς η αλήθεια. Επειδή πιστεύουμε πως θα ευτυχήσωμε να έχωμε και την επιφοίτηση του Ζωοποιού Πνεύματος, με την οποία θα βεβαιωθή η σωτήριος πίστις μας, απηλλαγμένη από κάθε αιρετικήν κακοδοξία και θεωρία και αμέτοχος από κάθε πονηράν ως προς το Θείον έννοια».
Προχωρεί λοιπόν το πλήθος των ονομαστών αυτών Πατέρων, στην εξέταση και αποσαφήνιση της Ορθοδόξου πίστεως με ομόνοια, ενδυναμούμενοι από το Ζωοποιό Πνεύμα που κατοικούσε μέσα τους. Και βάζοντας στο στόχαστρο τον Άρειο, του επιτίθενται με πολλές μαρτυρίες της Παλαιάς και της Νέας Διαθήκης για το ότι ο Υιός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα, τον αφορίζουν από την υγιή πίστη και την Αγίαν Εκκλησία, και τον υποβάλλουν σε ανάθεμα μαζί με τα έργα που είχε γράψει και με τα κηρύγματά του.
Έτσι αποκλείοντας από όλες τις κατευθύνσεις την είσοδο κάθε αιρετικής κακοδοξίας, συνθέτουν όλοι μαζί, το πράγματι Θείον Σύμβολον, καταργώντας με κάθε άρθρο το ανάλογο αιρετικόν φρόνημα, ώστε να γίνουν σε όλους φανερά όσα απεφασίσθησαν στην Σύνοδο του παλατίου. Υπελείπετο τώρα να συζητήσουν το θέμα του εορτασμού της κυρίας των ημερών, ο οποίος ετελείτο από τον καθένα σε διαφορετικήν ημέρα. Άλλοι την εόρταζαν στην αρχή της αγίας Τεσσαρακοστής, άλλοι στα μέσα του αγώνος της εγκρατείας και άλλοι κάποιαν άλλην ημέρα επιτελούσαν την ανάμνηση της σωτηριώδους Αναστάσεως. Και έτσι την ίδια ώρα άλλοι εσκληραγωγούντο με μετάνοια, με δάκρυα και νηστείες, και άλλοι επανηγύριζαν τα Δεσποτικά νικητήρια με τα οποία κατελύθη ο Άδης, κατηργήθη ο θάνατος, ανέστη ο Αδάμ και ο Σατανάς εδεσμεύθη. Και για το θέμα αυτό με την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος οι Θεοφόροι Πατέρες, εθέσπισαν μαζί με τον ένδοξο Κωνσταντίνο, η αγία ημέρα της Αναστάσεως του Χριστού και Θεού μας να εορτάζεται κοινώς από όλο το γένος των Χριστιανών. Με τον τρόπον αυτόν εκανόνισαν, ώστε σε όλη την Εκκλησία, ως μία οικογένεια, να υπάρχη κοινός χρόνος εγκρατείας και προσευχής, καθώς επίσης και χαράς και πανηγυρισμού. Επίσης εξέδωσαν θείους κανόνες και για άλλα εκκλησιαστικά ζητήματα, οι οποίοι μαζί με τα προηγούμενα απετέλεσαν τον τόμο της Ορθοδοξίας.
Μετά από αυτά έγινε πρότασις από τον ένδοξο βασιλέα να επικυρωθή ο τόμος με τις υπογραφές καθενός από τους Πατέρες. Μετά λοιπόν από την έκθεση και την δημοσία ανάγνωση του τόμου, έγινε ένα αξιομνημόνευτο θαύμα προς καύχηση όσων επίστευσαν, προς εντροπή δε των αντιφρονουντων. Δύο, δηλαδή, από τους οσίους επισκόπους, ο Χρύσανθος και ο Μουσώνιος, οι οποίοι δεν είχαν ακόμη υπογράψει τον τόμο, συνέβη από πρόνοια Θεού να φύγουν από την ζωήν αυτή. Οι θεοφόροι λοιπόν πατέρες, αφού ήλθαν στον τόπον όπου είχαν τοποθετηθή τα λείψανα, σαν να ευρίσκωνται μαζί τους και να υπακούουν στα λόγια τους, είπαν: «Ω πατέρες και αδελφοί», «τον καλόν αγώνα ηγωνίσθητε». μαζί μας «τον δρόμον τετελέκατε, την πίστιν τετηρήκατε». Εάν λοιπόν κρίνετε ως θεάρεστα αυτά που εγράφησαν στον τόμο και μάλιστα τώρα που έχετε καθαρωτέρα αντίληψη των πραγμάτων, τι σας εμποδίζει να υπογράψετε και σεις, σύμφωνα με τoν νόμο, μαζί μας; Αφού είπαν αυτά οι Πατέρες και ετοποθέτησαν τoν τόμο σφραγισμένο κοντά στα λείψανα των οσίων, αφιερώνουν όλη εκείνη την νύκτα σε άγρυπνον προσευχή. Ερχόμενοι δε την επαύριον εμπρός στις σορούς, κι ενώ οι σφραγίδες ήσαν άθικτες, εξεδίπλωσαν τoν άγιον τόμο, ευρήκαν δε μέσα και τις υπογραφές των δύο οσίων επισκόπων. Όπως ομολογούν όλοι χωρίς δισταγμό, ακόμη και αλλόθρησκοι, στην χορείαν εκείνη των οσίων πατέρων, παρευρίσκετο και συνεργούσε η ομοούσιος Τριάς.
Αλλά κάτι που παρελείψαμε στα προηγούμενα είναι ότι, ενώ η θεομάχος βλασφημία ηλέγχετο από την αγία Σύνοδο, ένας ειδωλολάτρης φιλόσοφος προσπαθούσε όχι με φιλαλήθειαν, αλλά φιλονεικώντας, να υπερασπισθή την κακοδοξία του Αρείου. Τότε, αφού με τους συλλογισμούς του φιλοσόφου ανεπτερώθησαν ο Μηνόφαντος, ο Πατρόφιλος και ο Θεωνάς μαζί με τους άλλους για στους οποίους είπαμε παραπάνω, εφανέρωσαν την αποκρουστική δυσωδία της Αρειανικής πληγής τους, και με θρασύτητα συμπαρεστέκοντο στον φιλόσοφον εναντίον της αληθείας. Αλλά ο αλιεύς των αλιέων και Σωτήρ του διώκτου, κάνει πάλι κάτι αντάξιο των τεραστίων θαυματουργιών του: καταργεί, με τρόπο θαυμαστό την εριστικότητα των προτάσεων του φιλοσόφου, αναγκάζοντάς τον να σιωπήση, και χειροτονεί αντίπαλο του συνηγόρου της ελληνικής αθεϊας και της αιρετικής βλασφημίας, κάποιον από τους αγίους, ο οποίος ήταν στολισμένος όχι με την κοσμική σοφία, αλλά με την αγγελική πολιτεία. Αυτός, επαναλαμβάνοντας τους λόγους με τους οποίους ο Κύριος ηπείλησε τους δαίμονες και την θάλασσα, απευθύνεται στον φιλόσοφο λέγοντας «Σιώπα, πεφίμωσο», και με τους λόγους αυτούς αποδεικνύει άλογο τον πολύλογο, ώστε με την αφωνία που τον κατέλαβε ξαφνικά, να προσέλθη με τρόμο και δέος στον χορό των αγίων, ζητώντας την λύση του δεσμού και την δωρεά του αγίου βαπτίσματος. Με αυτόν τον τρόπον ο Κύριος των θαυμασίων εκάλεσε στην σωτηρία τoν φιλόσοφο μαζί με όλη την οικογένειά του, και τον χθεσινό κατήγορο της Ορθοδοξίας τον ανέδειξε συνήγορο της αληθείας. Τούτο το θαύμα τόσην έκπληξη προεκάλεσε στους περί τον Μηνόφαντα, ώστε, καθώς λέγουν, απεφάσισαν με την θέλησή τους να συναινέσουν με την αγία Σύνοδο στoν αναθεματισμό του ασεβούς Αρείου και των δογμάτων του. Όμως, κατόπιν, όπως οι κύνες, επέστρεψαν επί το ίδιον εξέραμα. Όταν δε η αγία Σύνοδος των τριακοσίων δέκα οκτώ αγίων Πατέρων εξεπλήρωσε τον σκοπό για τον οποίο συνηθροίσθη, και οι άγιοι επείγοντο να επιστρέψουν, ο ευσεβής Κωνσταντίνος τους εκάλεσε σε κοινήν τράπεζα και τους απηύθυνε λόγους συμβουλευτικούς, εθεράπευσε δε και τις ανάγκες των Εκκλησιών τους, χαρίζοντας σε κάθε τόπο συσσίτια για τα νοσοκομεία και τα πτωχοτροφεία τους, και τους απεχαιρέτησε με αυτά τα λόγια: «Βλέπετε την λατρεία που προσφέρω στoν Θεόν» με τις ιδικές σας κατηχήσεις, και πως ολοπρόθυμα έχω κατεργασθή την κατάλυση των ειδώλων και εφρόντισα να διαδοθή παντού η πίστις των Χριστιανών, ώστε να μη μας μείνη καμμία άλλη θρησκευτική δοξασία παρά μόνο των Χριστιανών, οι οποίοι προσκυνούν και ασπάζονται την αγία και ομοούσιο Τριάδα. Αυτήν σας παραδίδω σήμερα ακεραία. Θα είναι της ιδικής σας προσευχής και μελέτης η διά της βοηθείας του Κυρίου καθημερινή εξύψωσις και επαύξησίς της».
Αφού είπε αυτά και άλλα παρόμοια, βλέποντας δε άλλους από αυτούς χωρίς οφθαλμούς, άλλους με παραλυμένα χέρια, άλλους κυρτωμένους από τους πολλούς ξυλοδαρμούς και άλλους να έχουν υποστή το μαρτύριο της αποκοπής των γεννητικών οργάνων και μαθαίνοντας ότι αυτά τους έμειναν από τα κτυπήματα που υπέστησαν κατά τους διωγμούς, τους οποίους είχαν καρτερικά υπομείνει ομολογώντας τον Χριστό, κατενύγη πολύ και εξεδήλωσε εμπράκτως την ευλάβειά του. Προσκυνούσε τα σημάδια από τις πληγές των αθλοφόρων, ησπάζετο τα παραλυμένα μέλη τους. Στα κατεστραμμένα μέλη ήγγιζε άλλοτε τα μέλη του ιδικού του σώματος, άλλοτε την βασιλικήν πορφύρα, πιστεύοντας ότι με αυτόν τoν τρόπον αγιάζεται. Και στους εξωρυγμένους οφθαλμούς έφερνε τις κόρες των ιδικών του οφθαλμών για να φωτισθούν από εκεί οι οφθαλμοί της ψυχής του. Αφού με αυτό τον τρόπον ησπάσθη τους αγίους, εξεκίνησε πάλι για την νέα Ρώμη, αναγγέλλοντας εκεί το ορθό κήρυγμα της πίστεως. Οι δε πανάγιοι Πατέρες αντήμειψαν τον μεγαλειότατο με ευχαριστίες και ευλογίες, με τις οποίες ηύχοντο για την ειρήνη και την ενίσχυση της βασιλείας, την ενότητα των επισκόπων και την ταπείνωση των εχθρών. Αναχωρώντας δε από την Νίκαια ανταπέδωσαν την φιλοξενία με την οποία τους είχαν διακονήσει προσευχόμενοι για ενίσχυση και στερέωση όλων όσων τους διηκόνησαν. Αυτό το μαρτυρεί και το θαυμαστόν σημείο που έγινε εκείνη την ώρα. Καθώς επρόκειτο την τελευταίαν ημέρα να αναπέμψουν προσευχές στον Σωτήρα των όλων για την επάνοδο στις βάσεις τους και την σωτηρία της πόλεως που τους υπεδέχθη, συνέβη στον χώρον εκείνο της ανατολικής εισόδου, που λέγεται «μεσόμφαλο», και γύρω από τον οποίο εστέκετο η χορεία των αγίων, να αναβλύσουν πηγές από λάδι, εκεί στην μέση της αψίδος. Η πηγή αυτή φαίνεται μέχρι σήμερα, δεικνύοντας τους καρπούς των τότε προσευχών.
Η φήμη που έχει η Νίκαια μέχρι σήμερα οφείλεται στους τριακοσίους δέκα οκτώ πατέρες που ετίμησαν την Σύνοδον αυτή. Τεκμηριώνει δε και την αγωνία και πρόνοιά τους για την πόλιν αυτή και το παράδοξο θαύμα που έγινε στην γενεά μας. Οι Ασσύριοι εκδηλώνοντας την αχαριστία τους επέδραμαν κατά της βασιλείας των Ρωμαίων, από την οποία παλαιότερα είχαν σωθή. Και ενώ τα είχαν αφανίσει όλα με βαρβαρικήν αγριότητα, αυτή η πόλις της Νικαίας έμεινε σώα από κάθε βαβυλωνιακή επήρεια. Καμμία βλάβη ανδρών, γυναικών ή παιδιών δεν έγινε με την φωτιά ή με τα ξίφη, αν και πολλές φορές έκαναν επίθεση κρυφά και φανερά. Λέγεται μάλιστα ότι ο άθλιος ταξίαρχος του στρατού τους, χωρίς καμμίαν εντροπή, επεχείρησε να επιτεθή εναντίον του ναού των Αγίων αυτών, να ορμήση μέσα και να εκτελέση τις αποκρουστικές βδελυγμίες της μαγείας του. Απειλήθη όμως πικρά την νύκτα με κάποιο όραμα, και την ημέρα με φοβερισμούς που μόνον αυτός αντελαμβάνετο. Αυτό μετέβαλλε τον αλιτήριο, ώστε τον μεν ναό, ή μάλλον Αυτόν που κατοικούσε στον ναό, τον Χριστό και αληθινό Θεό μας, να τιμήση και να τον εξιλεώση ανάβοντας λαμπάδες, χάριν δε αυτού του γεγονότος να αποκλείση την είσοδο της αγίας Εκκλησίας για όλον τον Βαβυλωνιακό στρατό. Έδειξε μάλιστα παράδοξον ημερότητα και στους διακονητάς του ναού, που δεν συγκρίνεται με την πρώην βαρβαρική θρασύτητά του, η οποία έγινε αιτία να σωθούν και πολλοί από τους αλλοδαπούς. Επειδή από τότε, εάν συνελάμβαναν κάποιον αιχμάλωτο, μία απλή προσποίησις, ότι κατάγεται από την Νίκαια, αρκούσε για να ανατρέψη τον άμεσο κίνδυνο που διέτρεξε από αυτούς.
Αυτά είναι τα χαρίσματα της φιλοξενίας των Πατέρων, τα οποία ημπορούν να παραστήσουν στους αιώνες που έρχονται την φροντίδα τους για την Νίκαια. Αυτοί, ωσάν διαυγείς ποταμοί, ξεκινώντας από την πηγή της Νικαίας, διηρέθησαν πορευόμενοι ο καθένας στο ποίμνιό του, και μεταφέροντας εκεί τον καρπό της ιεράς αποδημίας τους, το σωτήριο του κόσμου Σύμβολον. Και ηξιώθησαν να κοιμηθούν μακαρίως σε προχωρημένο γήρας, αφού κατελάμπρυναν τον δρόμο της επιγείου ζωής τους με την προκοπή τους στην αρετή. Ο δε φιλάνθρωπος Θεός και φιλόδουλος ευεργέτης «ο δοξάζων τους δοξάζοντας αυτόν» ηξίωσε και τις ψυχές τους να απολαύσουν τα αγαθά που είναι αποθησαυρισμένα στους ουρανούς, δεν άφησε όμως αστεφάνωτα και τα πάναγνα σώματά τους, αλλά τους ετίμησε και διά μέσου αυτών, με κάποιο παράδοξο θαύμα ως λειτουργούς ιδικούς του. Διότι επέτρεψε ο θάνατός τους να επέλθη τόσον ειρηνικά, όπως ο φυσικός ύπνος. Στην συνέχεια δε, και μέχρι τώρα, τα σώματα των Πατέρων αυτών, τα οποία είχαν δεχθή την Θεία Χάρη, να μείνουν στην επαρχία του καθενός αδιάλυτα. Πολλοί είναι εκείνοι που μαρτυρούν το γεγονός, οι οποίοι τους είδαν «ιδίοις όμμασι», σαν να κοιμώνται μέσα στις λάρνακές τους που ανοίγονται κατά καιρούς, και τους προσεκύνησαν. Είμεθα δε και εμείς αψευδείς μάρτυρες αυτού του θεάματος. Έχουμε ασπασθή το λείψανο του Ισαγγέλου Λεοντίου, του τότε προέδρου της Εκκλησίας των Καισαρέων, ο οποίος πολλούς ιδρώτες έχυσε για την πίστη και πριν από την παρουσία του στην Σύνοδο της Νικαίας. Πολλοί μάρτυρες και αθλοφόροι ανεδείχθησαν από αυτόν παλεύοντας εναντίον του νοητού αντιπάλου. Πολλοί επίσης, χρησιμοποιώντας την ζωή του ως διδάσκαλο, έγιναν πολίτες του ουρανού. Ένας από αυτούς είναι ο μεγάλος αθλοφόρος Γρηγόριος, ο φωτιστής της Αρμενίας, ο οποίος ευρήκε τα λείψανα των αγίων μαρτύρων Ριψιμίας και Γαϊανής (εορτάζονται στις 30 Σεπτεμβρίου), και αφού ενίκησε πρώτα τον ακόλαστο Τηριδάτη, τον οδήγησε έπειτα στην πίστη. Αυτού το τίμιο λείψανο είδαν και πολλοί μαζί μ’ εμάς ότι δεν είχε χάσει ούτε τις τρίχες ούτε τους όνυχες, ευωδίαζε δε ολόκληρο. Και μην απιστήση γι’ αυτά κανείς. Επειδή τοιαύτα είναι τα δώρα της Χάριτος, και μεγαλύτερα ακόμη, προς καύχηση των πιστών και έπαινο των Εκκλησιών, προς δόξαν Χριστού του Θεού ημών, μετά του οποίου τω Πατρί δόξα και τω Ζωοποιώ Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.
(9ος – 10ος αιών, Migne P.G. τομ. 111, στ. 420. Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 93 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)
(Πηγή ηλ. κειμένου: orp.gr)
άλλη όψις