ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Δευτέρα, Οκτωβρίου 31, 2016

Μετά από πολύ καιρό απουσίας από το ιστολόγιο, αισθάνομαι την ανάγκη να ενημερώσω τους αγαπητούς αναγνώστες πώς για σοβαρούς λόγους υγείας, θα αναστείλω την λειτουργία του επ αόριστον.

Συν Θεώ αγίω θα τα ξαναπούμε από δώ εντός ολίγων μηνών.

Σας ευχαριστώ θερμά για την ζωντανή ή σιωπηρή "συνομιλία" μας και από αυτό εδώ τον διαδικτυακό χώρο και εύχομαι στον καθένα από σας να τον έχει καλά ο Θεός.

Καλή Αντάμωση!



5-3-2017

H μεταμόσχευση πέτυχε. Είμαι σε διαδικασία εξόδου από το νοσοκομείο. Ευχαριστώ για τις προσευχές και την αγάπη σας. Σύντομα θα είμαι πάλι κοντά σας, επιστρέφοντας σε μια πιό ομαλή καθημερινότητα.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 07, 2016

Η ευθανασία δεν είναι αξιοπρέπεια!

Στην ευθανασία δεν υπάρχει ίχνος αξιοπρέπειας!
Τουναντίον είναι μια δημόσια πράξη παραίτησης και δειλίας πού προσβάλει το ανθρώπινο πρόσωπο και είναι ταυτόσημη με τον σκληρό δαρβινισμό πού διέπει όλες τις κοινωνικές και πολιτικές ανθρώπινες σχέσεις.

Η ευθανασία ουσιαστικά δηλώνει δημόσια σαν πράξη πώς οι άνθρωποι πού υποφέρουν, πονάνε, ασθενούν και δίνουν τον σκληρό τους αγώνα, είναι αναξιοπρεπείς και ηττημένοι και θα πρέπει να εκλείψουν. Ετσι δημιουργείται ένα προηγούμενο παραδοχής ναζιστικού δαρβινισμού και απαξιώνονται, ουσιαστικά δηλαδή ρίχνονται στον Καιάδα, αυτοί ακριβώς ενώπιον των οποίων θα έπρεπε να στηθεί ένα παγκόσμιο Προσευχητάρι και να απολαμβάνουν τον θαυμασμό και την συμπάθεια, αν όχι την λατρεία της ανθρωπότητας. 

Ο πόνος, η ασθένεια και ο θάνατος είναι μέσα στην ζωή του ανθρώπου. Αν μη τί άλλο , το να μην τα αντέχει κανείς είναι 100 % ανθρώπινο και φυσικό. Να βαφτίζει όμως κανείς τον φόβο του γενναιότητα και την ήττα του νίκη δεν είναι απλά γελοίο, είναι και επικίνδυνο για τους λόγους που προαναφέραμε.

 Όπου ο άνθρωπος ξεχνά ή απορρίπτει τον Θεό, βάζει στην θέση του θεού, το είδωλο του. Αυτό τον καθιστά εγωκεντρικό και απαξιωτικό ως προς κάθε ανθρώπινη ζωή και αξία προσώπου.Οι ήρωες δεν είναι στα νεκροτομεία, είναι στον αγώνα.

Σε κάθε πράξη ευθανασίας η ανθρωπότητα πάει ένα βήμα κοντύτερα στον ναζισμό και την αποκτήνωση.

Και αν μη τί άλλο αν η ευθανασία είναι το μεγάλο βήμα των εκλεκτών, γιατί όχι και η ευγονική;

Σε έναν κόσμο πού η αυτοχειρία είναι ηρωϊκή πράξη, κοντά είναι και αυτή...

Πέμπτη, Αυγούστου 11, 2016

Χριστιανών η Προστάτις, των θλιβομένων η Χαρά...

παναγιά η βηθλεεμίτισσα

Ήταν βέβαια πάντα λίγο παράξενος, έμενε στο διπλανό δωμάτιο,
όμως εκείνη τη νύχτα βγήκε στο δρόμο κρατώντας μια λάμπα,
«τι γυρεύεις;» του λέω, «τη Θεοτόκο» μου λέει – στην ακατάληπτη γλώσσα εκείνων που δίνουν νόημα σε μια εποχή!
 

Τάσος
Λειβαδίτης
Τις μέρες τούτες τις ευλογημένες τις δεκαπενταυγουστιάτικες, πού η Εκκλησία μας σταθερά επανέρχεται στην λαμπρή πανήγυρη του θερινού πάσχα και όλα αστράφτουν και λάμπουν στην Χάρη της Παναγιάς μας, μια αδιόρατη θλίψη ευγενικιά, μας συγκλονίζει και συντονίζει τα κρύφια αισθήματα της χαρμολύπης μας.

Είναι νηστήσιμες αυτές οι μέρες, γιατί είναι μέρες περισυλλογής, αφιερωμένες στην αγνότητα, γιατί κατ εξοχήν αγνή είναι και η Παναγία η Παρθένα. Και φιλτράρονται εξαίσια μέσα στην αποκάρωση της καρδιάς της καλοκαιρινής κάψας, όπου πάσα σαρξ βροτεία σιγεί και παραμένει ανενεργή στην αμαρτία και τα πάθη και αυτή την δραστηριότητα της πολυπραγμωσύνης μας.Είναι αυτός ο καιρός πού από την μια λάμπει και γεμίζει ευφροσύνη τις ψυχές, ευφροσύνη τέτοια πού την πλαισιώνουν θυμιάματα και τροπάρια παρακλητικά της αρχαίας ευγένειας της πονεμένης μας φυλής και από την άλλη αίθει, θυμίζοντας καρδιές φλεγόμενες από τον θείο έρωτα, αλλά και κατατρυχόμενες από τον καύσωνα των παθών, πού ζητούν τον δροσισμό τους.

Και τότε η παραμυθία, η παράκλησις των πενθούντων, η γλυκασμός των αγγέλων, των χριστιανών η προστάτις, των θλιβομένων η χαρά, έρχεται ως αύρα λεπτή και αναψυχή των καμνόντων, να παρηγορήσει, να ενισχύσει, να δώσει την απόκρυφη ελπίδα την μένουσα χαρά, γι αυτούς πού απόκαμαν από τον καύσωνα της κακίας και γονάτισαν παραδομένοι μέσα στον κλύδωνα και τον παθών τον τάραχο.Έρχεται η δεσπόζουσα, η γαληνή, η μειλίχια, η θεϊκή της μορφή για να ελκύσει τον πόνο των ψυχών, των σωμάτων τον κάματο, να ακούσει θρήνους ανθρώπων αποκαμωμένων από την Κακία του κόσμου, των ασθενών τις ικεσίες, αυτών πού αγαπήσαν το παράπονο και αυτών πού θέλουν να πιστέψουν τα ρωτήματα.

Άνθρωποι σφάζονται εκατέρωθεν στο όνομα του θεού τους, οι πτωχοί παραγκωνίζονται και συνθλίβονται, ασθένειες με νέα εντυπωσιακά ονόματα της ψυχής και του σώματος και πάθη αρχαία ταλανίζουν τον άνθρωπο, η θλίψη πλεονάζει, η απελπισία θρονιάζεται δέσποινα του κόσμου και η απιστία αναίσχυντα κομπάζει για την κυριαρχία της πάνω στους ανθρώπους. Ει δυνατόν πλανώνται και οι εκλεκτοί και ο άνθρωπος κουφάρι άψυχο και πτώμα στολισμένο τις μεγάλες βλασφημίες σήπεται μέσα στην χαρά του κόσμου τους. 

Αλλά η Παναγιά στέκει ως είναι και ως ήταν, στο εικόνισμα το ορθόδοξο της, στις καρδιές αυτών πού πονάνε και ακόμα ελπίζουνε. Είναι η Μάνα του Θεού και είναι η Μάνα του Πόνου.Αγάπη,αγάπη παντού. Μια αγάπη φτιαχτή , ένα σύνθημα να ντυθεί η αμαρτία, η απιστία, η κυνική απεμπόληση κάθε ιερού για την αγάπη του Κόσμου, για την συναίνεση των πορνών , για την ταύτιση με την αρρώστια και την λέπρα πού κατατρώει τους εμπόρους συναισθημάτων. Αλλά η Εικόνα της παραμένει αγνή!Παραμένει ατόφια μητρική, ατόφια ορθόδοξη, χαρά ατόφια πνευματική και παράκληση μοναδική! Δεν έχουμε εδώ επιπεδο συναισθηματισμό και συναίνεση στην ανομία. Έχουμε την τελευταία και μόνη αυθεντικότητα της θεοφανείας. Είναι το έσχατο της αλήθειας καταφύγιο. Πού δεν ξεγελά. Δεν εκβιάζει. Δεν απαιτεί. Αλλά την άχραντη μαντήλα της απλώνει για να σκουπίσει τον ιδρώ του καμάτου, τα δάκρυα του πόνου, της αμφιβολίας να σκεδάσει τα νέφη και των λυπηρών τις επαγωγές. Η ατόφια αγάπη στην Παναγία επιβιώνει, γιατί είναι η μήτρα της αγάπης και του Χριστού η μητέρα.Είναι η Εικόνα η Εσχάτη της Αγάπης. Αυτό πού αναζητά ο τυφλός επαίτης ο άνθρωπος, μέσα στο φως το τεχνητό των διαβόλων του κόσμου.Είναι το Άγιο Φως το τελευταίο, το αυτομάτως απτομενος , ο φάρος πού λάμπει από μακρυά, στις απόκρημνες του κόσμου ακτές, η τελευταία γνήσια φλόγα, στο περίλαμπρο αυτό και φτιαχτό πανηγύρι των ψεύτικων φωτοχυσίων , πού εντυπωσιάζουν τόσο τους υπερήφανους.Είναι ο έλεγχος και η κρίση του σκοταδιού και η δραχμή η απολομένη , πού η παρθένα ψυχή αναζήτησε και βρήκε και εισήλθε φωτοφόρα και χαρούμενη στο Γάμο του Κυρίου της, συγκαλώντας τα αδέρφια της τους ανθρώπους σε χαρά μεγάλη για το εύρημα.

Κάτω από τον σταυρό σταυρώνεται η ίδια. Μπρος το κενό μνήμα ανασταίνεται. Είναι η μάνα η αρχέγονη του ανθρώπου πού βίωσε όλο τον πόνο και την δυστυχία του και άκουσε τα παράπονα και τις θλίψεις χριστιανών και αλλοφύλων, ιερέων και λαϊκών, βασιλέων και πενήτων,αγίων και αμαρτωλών. Είναι η ανακούφιση, η πάντων χαρά, η μεγάλη επιστροφή στην αρχαία αυτή ευγένεια του ανθρώπου, όταν βγήκε από την πνοή του Θεού, άγιος και ζωντανός.Πονεμένα είναι τα τροπάρια πού της ψάλλουμε γιατί νιώθει από πόνο και πονεμένη, σταυρωμένη είναι και η δική μας πίστη. Χαρούμενοι οι ύμνοι στην κοίμηση της, γιατί είναι κοίμηση της ζωής, επιστροφή στον Υιό και Θεό της, πασχαλινό εικόνισμα της δικής μας ανάστασης.

Η Παναγιά ξεπερνά τα όρια της δικής μας πίστης και της δικιάς μας θρησκείας. Αγκαλιάζει το σύμπαν σαν μάνα οικουμενική, σαν αρχετυπη Μάνα και Καταφυγή. Στην χάρη της προσπίπτουν αλλόφυλοι. Την βοήθεια της επικαλούνται αλλόθρησκοι. Το Πρόσωπο της προσκυνούν και οι εθνικοί. Είναι οικειοτέρα του Υιού της για την πλειονότητα δικών και ξένων. Δεν είναι μόνο αυτή η Μητρική Φιγούρα πού συγκινεί και ελκύει. Βαθιά μέσα του και ο μυημένος και ο αμύητος γνωρίζει, γιατί όλοι οι άνθρωποι έχουν τον σπόρο να τα γνωρίζουν μυστικά όλα αυτά, πώς η Παναγία είναι ο Τελειοποιημένος Άνθρωπος. Το Παιδί του Θεού. Ο Θεωμένος. Η νίκη του ανθρώπου πάνω στην αμαρτία. Ο άνθρωπος στον οποίο απόλυτα ευδόκησε ο Θεός και συμφιλιώθηκε μια για πάντα μαζί του.Αυτά η ταπεινή και δεκτική καρδιά τα ψυχανεμίζεται ανεξάρτητα από φυλή, θρησκεία, παιδεία ή γένος. Και αυτή η μυστική η δύναμη και η έλξη πού τρέφουν τέτοια αγάπη και οικειότητα. Μόνο ένας δαιμονισμένος, καθ όλα αμαυρωμένος άνθρωπος, καν ονόματι Χριστιανός, μπορεί να απορρίψει το θεομητορικό πρόσωπο. Η απόλυτη υπερηφάνεια πού είναι η απόλυτη μωρία. Πού είναι η απόλυτη θλίψη, θλίψη τόσο διεστραμμένη πού δεν δέχεται πιά την Χαρά και επειδή μυστικά τον βασανίζει, αγαπά το σκότος μάλλον , ει την Ζωή των ανθρώπων.

Ξέχωρα και πάνω απ όλα το επαναλαμβάνουμε είναι η Μάνα του Πόνου, είναι η Μάνα της Παράκλησης. Γι αυτό την αγαπάμε τόσο, διότι δεν παύουμε να θλιβόμαστε και να κατατρυχόμαστε σε αυτόν τον βίο τον πολυκύμαντο. Και αυτή είναι το καταφύγιο και ο γαληνότατος όρμος, πού οδηγεί στην Ειρήνη την μένουσα, τον Υιό και Θεό της. Γι αυτό και αν ψάλλουμε πασχαλινά τροπάρια και πανηγυρίσουμε την έξοδο της την λαμπρή, θα μας μείνει και μετά και για πάντα. αυτή η αδιόρατη μα έντονη του δεκαπενταύγουστου χαρμολύπη, αυτή η μυστική συγκίνηση , πού σάρκα έχει την ρωμαίικη ψυχή μας την θεομητοροστολισμένη και για ψυχή την νοσταλγία της χαράς των αγγέλων, της χαράς να ζούμε στον κόσμο του Υιού της. Και Αυτή παραμένει η θύρα η μυστική για αυτή την Ζωή.



Καλό δεκαπενταύγουστο!


Σάββατο, Ιουλίου 16, 2016

Σκέψεις της 16ης Ιουλίου

Κάθε εποχή του χρόνου έχει τον πνευματικό της χαρακτήρα και αυτό είναι πού μας αρέσει και μας εμπνέει τα θρησκευτικότερα μας αισθήματα.Δεν φτάνει η Φύση και το Έθος, αλλά και αυτό πού κρύβεται πίσω από τα μεγάλα τους σύμβολα για να μας δώσουν μυστική χαρά. Χαίρομαι το θέρος. Είναι η εικόνα των εσχάτων πού ξεκινά με την εσχάτη εορτή της πεντηκοστής, τους θεριστές αποστόλους, τον αγρό των αγίων πάντων και την κάθε μέρα του πού πανηγυρίζουν οι μεγαλύτεροι μάρτυρες της πίστης μας. Το γεγονός πώς τελειώνει με την κοίμηση της Παναγίας, ως μια ανάπαυση και ανάσταση σε έναν άλλο νεο κόσμο είναι πού δίνει την ξεχωριστή εσχατολογική σφραγίδα σε αυτή την εποχή. Και είναι αυτός ο ανελέητος ξερός ήλιος πού στεγνώνει το καθε τι σαν να κατακαίει το "άχυρον πού εις πυρ βάλλεται και απόλυται" για να βρεί ο καινούριος κόσμος του Θεού τόπο να ανθίσει.

Και μέσα σε όλη αυτή την μεταφυσική, έρχεται ο "ενδικώτατος θυμός" του χριστιανού πού θέλει να ζήσει σαν χριστιανός μετά ησυχίας και ευχαριστίας, να μας φουντώσει και να κάνει τις πληγές μας καταγγελτήριο. Και όλα αυτά αφορούν στην επικαιρότητα, πού ξαφνικά μαυρίζει τα πάντα και θέλει να μας κάνει δούλους στην παντοδυναμία της.

 Όλο αυτό το αίμα, ο πόνος και το μίσος πού σήμερα χέονται άφθονα και ταλανίζουν την οικουμένη, δεν είναι αναπάντεχα και ξένα σημεία για την πίστη μας. Έχει προειπωθεί στις Γραφές,όχι μόνο για τις έσχατες μέρες, αλλά για την πορεία της ανθρωπότητας όλων των αιώνων, πώς διεκδικητής της τύχης των ανθρώπων και των λαών και εμπνευστής όλου αυτού του ζόφου, θα είναι το κράτος του Αντιχρίστου. Ο Αντίχριστος έχει δύο μεγάλα σκέλη. Το ένα είναι η θρησκεία. Η οποιαδήποτε θρησκεία ώς αλλοίωση και αντιποίηση της ορθής λατρείας στον Ιησού Χριστό, είτε αυτή λέγεται ισλάμ ή μοντέρνος δυτικός χριστιανισμός ή ακόμα και αθρησκεία/αθεΐα, μια πού η τελευταία άποτελεί θρησκεία του κόσμου με οπαδούς και αξιώσεις υπερθρησκείας μάλιστα. Ο,τιδήποτε δηλαδή άλλο εκτός από την πίστη στο ευαγγέλιοκαι την ένταξη στην μία εκκλησία του Χριστού. Τελικώς,η υδαρή στάση των χριστιανών καθιστά αμελητέα την παρουσία μας στον κόσμο. Δεν αποτελούμε παρά μία αίρεση, μειονότητα, απαρχαιωμένη προκατάληψη, ενώ η εννοια του χριστιανισμού, αφορά πλέον ένα είδος ευρωπαϊκού πολιτισμού, αντίποδα στις μοντέρνες θεωρίες του αθεϊσμου και τις ανατολικές θρησκείες πού κερδίζουν έδαφος και διεκδικήσεις. Με λίγα λόγια δεν αποτελοιύμε πλέον εκκλησία για τον κόσμο, αλλά έναν αντικείμενο πολιτισμό πού πρέπει να εκλείψει ή πού τείνει να εκελίψει από μόνος του. Ο σύγχρονος κόσμος αγνοεί την Πίστη και την Δυναμική της Ορθοδοξίας και μας θεωρεί κάτι παράδοξο και ομοιομορφο με την ευρωπαϊκή πολιτιστική κατάσταση. Κάτι πού δεν αξίζει να το παρει κανείς υπ όψιν του. Το δευτερο σκέλος είναι το χρήμα διά του οποίου ελεγχονται έθνη και λαοί και για το οποίο στήνονται φιλοσοφίες, ιδεολογίες, πολιτικές και παγκόσμιες συρράξεις. Το χρήμα υποστηρίζει την αθρησκεία και την θρησκεία και η θρησκεία δίνει ιδεολογικό και πενυματικό υπόβαθρο στον μαμωνά και στα σχέδια του Αντιχρίστου για παγκόσμια κυριαρχία. Εφτανε μια παγκόσμοια οικονομική κρίση για να βγουν στην επιφάνεια ή μάλλον να χρησιμοποιηθούν όλες οι θρησκευτικές μισαλλοδοξίες και τα εθνικά μίση των αιώνων. Γι αυτό φωνάζουμε και είμαστε αυστηροί. Να μην θέτουμε την πίστη μας μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα σε συγκρίσεις, ταυτίσεις, αντιπαλότητες, εθνικές διεκδικήσεις γιατί ουσιαστικά δηλώνουμε παρών σαν ακόμα λίγοι κωπηλάτες στο ψηφιδωτο του Τιποτα και δουλεύουμε για τον Αντίχριστο. Η πίστη μας δεν κινδυνεύει από συνόδους, τούρκους, φράγκους και γερμανικές τράπεζες. Όποτε ισχυριζόμαστε κάτι τέτοιο θέτουμε την ορθοδοξία στο ίδιο επίπεδο με όλα τα άλλα. Η πίστη μας είναι εσωτερική βασιλεία πού κανείς δεν μπορεί να την παρει και να την αλώσει. Μόνο όταν πάψουμε να ορθοδοξούμε μπορεί να πεθάνει η πίστη μας. Και πάλι όχι σαν πίστη, αλλά μόνο για εμάς τους ιδιους.

Είναι και όλη αυτή η οχλαγωγία των προφητολάγνων πού λαμβάνει διαστάσεις νεοπαγανισμού μέσα στην Εκκλησία.Αν ζούσαμε σε ευνομούμενο κράτος όλοι αυτοί πού παράγουν σταθερά προφητείες Γερόντων και εκμεταλλεύονται ανθρωπούς πού ανακηρύχτηκαν άγιοι της Εκκλησίας και άρα αποτελούν ισχυρό στοιχείο θρησκευτικότητας, θα έπρεπε να είχαν πάει φυλακή για προσβολή θρησκευτικής πίστης, εξύβριση νεκρού , αντιποίηση εκκλησιαστικής αρχής, φατρίας μέσα στην Εκκλησία και προσηλυτισμό/παραπλάνηση. Αλλά στην Ελλάδα η επίσημη ιεραρχία δεν ενδιαφέρεται για την ενημέρωση του λαού της εκκλησίας, παρά μόνο για το ποιός θα ακουστεί περισσότερο και θα αποκτήσει προσωπικούς οπαδούς. Όσο για την κυβέρνηση και τα όργανα τα αρμόδια θεωρούν τέτοιες εκφράσεις ως πολιτικό τους αντίπαλο και χαίρονται για την γραφικότητα και την κατάντια αυτή γιατί επιβεβαιώνει τον αντιχριστιανισμό και την άποψη πού έχουν για την θρησκεία.

Τέλος, ένα χρήσιμο tip σε αυτούς πού πλένουν τις ανομίες της ανεπάρκειας τους στα περασμένα μεγαλεία της φυλής μας, με έναν αυτοδικαιωτικό εθνικισμό.Η λέξη "Μποντρούμ" πού χρησιμοποιούν τα κανάλια για την Αλικαρνασσό και σας σκανδαλίζει τόσο, δεν είναι τούρκικη, όπως και ελάχιστα πράγματα είναι αμιγώς τούρκικα απέναντι μας. Γιατί για να είναι και κατι τούρκικο αμιγώς, θα πρεπε να υπήρχε και αμιγής τουρκικός πολιτισμός.Η Τουρκία όμως ιδρύθηκε με ένα διάταγμα, πάνω σε μια πολυεθνική και πολυπολιτισμική Οθωμανία.Και με ένα διάταγμα έθνος δεν γίνεται, κρατος ναι. Το Μποντρούμ είναι παραφθορά του Πετρούπολη, από την εκκλησία του αγίου Πέτρου πού είναι εκεί. Δεν υπήρχε ελληνικός πολιτισμός εκεί μόνο στην διάρκεια της ζωής του Ηροδότου Αλικαρνασσέως και της Αρτεμισίας, αλλά και πριν 80 χρόνια. Και αυτός ο ελληνισμός είναι πιό κοντα στην πραγματικότητα μας, από τα αρχαία μεγαλεία και όλον αυτό τον κλισε κλασσικισμό πού μυρίζει γερμανική αρχαιολατρεία.

Σάββατο, Ιουνίου 25, 2016

Των Αγίων Πάντων

Των αγίων πάντων ο χορός του ευαγγελίου ο αμάραντος καρπός! Μια Κυριακή μετά την Πεντηκοστή εορτάζουμε την μνήμη πάντων των αγίων. Των από ανατολής έως δυσμών και από βορρά έως νότου, από των αρχής έως των επ εσχάτων.

Τίθεται αυτή η πανήγυρη μια Κυριακή μετά την αγία Πεντηκοστή, διότι οι άγιοι είναι οι καρποί και τα δράγματα του αποστολικού κηρύγματος. Οι θεοκήρυκες απόστολοι έφεραν το μήνυμα της Ανάστασης έως των περάτων της Οικουμένης και έως των περάτων του χρόνου, διά της Εκκλησίας, καθοδηγούμενοι από το άγιο Πνεύμα.

Οι άγιοι είναι τα τέκνα του αγίου Πνεύματος, οι φωτισμένοι από το κήρυγμα το αποστολικό και αφοσιωμένοι ψυχή και σωματι στην αγάπη του Ιησού Χριστού.

Η σύναξη αυτή των αγίων πάντων έχει μια ιστορική αφορμή και μια πρακτική αιτία. Ήδη από τους πρώτους αποστολικούς χρόνους αποδίδεται τιμή σε αποστόλους, προφήτες, ιεράρχες και ιδίως στους μάρτυρες, στην Θεοτόκο και αυτούς τους αγγέλους. Πρώτη Εκκλησία των αγίων πάντων Μαρτύρων θεωρείται το Πάνθεον στην Ρώμη, ενώ από νωρίς οι τάφοι των αγίων αποτελούσαν σημεία λειτουργικής σύναξης και οι μνήμες τους ευκαιρία ευχαριστηριακή. Την εορτή όμως των αγίων πάντων καθιέρωσε ο βασιλεύς Λέων για να τιμάται μαζί τους η σύζυγος του Θεοφανώ, η οποία έζησε ασκητικά και κοιμήθηκε οσιακά. Αν όντως υπήρξε αγία θα συγκαταριθμείτο η μνήμη της μετά πάντων των αγίων. Η Εκκλησία αναγνώρισε τελικά την αγιότητα τηςκαι την πανηγυρίζει στις 16 Δεκεμβρίου. 

Ο πρακτικός λόγος της θέσπισης τέτοιας εορτής ήταν για να τιμώνται πάντες οι άγιοι σε μία μέρα και μαζί με τους γνωστούς και όλοι αυτοί οι ανώνυμοι των οποίων η αγιότητα είναι γνωστή μόνον στον Θεό.Είναι ένα ερέθισμα και προς όλους μας να ζηλώσουμε την αγιότητα, την απόκτηση του αγίου Πνεύματος και την κατά χάρη θέωση μας , ως σκοπό της ζωής μας, παίρνοντας παραδειγματα τους αγίους.Όλοι οι βαπτισμένοι ορθόδοξοι χριστιανοί είμαστε εν δυνάμει άγιοι γιατί μετέχουμε της μοναδικής αγιότητος του Μόνου Αγίου Θεού. Το θέμα είναι να γίνουμε και εν ενεργεία άγιοι, ξεχωρισμένοι από την αμαρτία και αφοσιωμένοι στον Θεό ως κατοικητήρια και ναοί του Πνεύματος Του. Άλλοι έδωσαν αίμα, άλλοι πνεύμα, άλλοι και τα δυό.

Ο καιρός πού ζούμε δεν είναι ανασχετικός προς την αγιότητα, όπως αφελώς και από έλλειψη αγωνιστικότητας και ψύχρανσης της πρώτης αγάπης λέγεται. Αλλά ιδιαίτερα είναι καιρός κρίσης και εσχάτων.Μακάριοι οι αποθνήσκοντες εν Χριστώ απ άρτι. Οι άγιοι των τελευταίων ημερών θα δοξαστούν περισσότερο από τον Χριστό. Τώρα ζούμε στην κοσμοκρατορία του πονηρού και αυτό γίνεται αντιληπτό πιό έντονα. Τώρα είναι η εποχή των μεγάλων αγίων, πού θα ξεπεράσουν στους αγώνες και την δόξα και αυτούς τους πρωτομάρτυρες.Φτάνει να μην ψυχρανθεί αυτή η αγάπη μας η πρώτη. Τώρα δεν έχουμε να διαλέξουμε μεταξύ της λεπίδας και του Χριστού, αλλά μεταξύ της μακάριας και ηθικής και αγίας κοινωνίας, όπως θέλει να προβάλλεται με όλη την ψευδώνυμη αγάπη και τον τεχνητό ανθρωπισμό της και του Χριστού. Οι καιροί είναι πονηρότεροι! Τον Διοκλητιανό και τον Άρειο τον γνωρίζαμε. Τώρα άντε να αναγνωρίσεις τον Σατανά ως άγγελο φωτός , μέσα σε αυτή την βαβυλωνια. Η μεγάλη Κρίση τώρα επέφανε στον κόσμο.

Σάββατο, Ιουνίου 18, 2016

Tη Ογδόη Κυριακή από του Πάσχα ήτοι τη Πεντηκοστή



Εορτάζουμε την αγία πεντηκοστή, την έσχατη και μεγάλη εορτή, όπου τα εγκαίνια της επί γης Εκκλησίας πανηγυρίζουμε,τον κατακλυσμό του παρακλήτου,την αποκατάσταση της βαβέλ σε κοινωνία,την αδελφωσύνη, την εκπλήρωση της οικονομίας του Θεού για τον κόσμο.

Σήμερα κατέρχεται ο Παράκλητος εν είδει γλωσσών πυρίνων μετά βοής και ορμής βιαίας και επληρώνεται αυτό πού υποσχέθηκε ο αναστημένος Κύριος στους Αποστόλους: Παραμείνετε στα Ιεροσόλυμα και εγώ θα σας στείλω δύναμη εξ ύψους, το παράκλητον Πνεύμα ο εκ του Πατρός εκπορεύεται. 

Σήμερα είναι η πλήρωση της επαγγελίας και η ανανέωση, η ανακαίνιση του πάσχα. Η ογδόη Κυριακή, κατά την οποία ο Κύριος κατήλθε ανάμεσα στον λαό του και εγκαινίασε το επί γης μέγα μυστήριο. 

Αυτό πού υπήρχε στον παράδεισο και προτυπώθηκε στον Ισραήλ και εικονίστηκε στην Θεοτόκο και εγκαινιάστηκε στον κυκλο των δώδεκα, σήμερα γίνεται καθολικό,οικουμενικό, παγκόσμιο, αποκεκαλυμμένο μυστήριο: η Εκκλησία, της οποίας Κύριος είναι ο Θεός, το Παράκλητον Πνεύμα, η εικόνα του Υιού, το εκπορευομενον από τον Θεό Πατέρα, το οποίο οικονομικώς από τον Υιό αποστέλλεται στον κόσμο και της βασιλείας Αυτού δεν υπάρχει τέλος.

Η Πεντηκοστή ημέρα είναι η ημέρα παράδοσης του παλαιού νόμου και τα γενέθλια του καινού. Στον Παλαιό Νόμο μύστης υπήρξε ο Μωϋσής ο Θεόπτης, εδώ οι πνευματοφόροι Απόστολοι. Εκεί το όρος Σινά κατεφλέγετο, εδώ το υπερώον με την γλωσσοπυρσόμορφη χάρη φωτίζεται. Εκεί βροντές και αστραπές και γνόφος, εδώ βοή και πνοή βιαία και φλόγα και αποκάλυψη του Θεού. Εκεί με αίμα θυμάτων η συμφωνία σφραγίστηκε. Εδώ με το πανάγιο αίμα η Καινή Διαθήκη αγιάστηκε.Εκεί ο Ισραήλ από της Αιγύπτου ήλθε στην γή της επαγγελίας, εμείς από το σκοτάδι ήρθαμε στο φως της θεογνωσίας. Εκεί λαός περιούσιος, εδώ υιοθετηθήκαμε από τον Θεό Πατέρα. Εκεί ο Ισραήλ τους Βαβελίτες εχθρεύτηκε, εδώ οι λαοί σε μία συμφωνία δοξολογίας του Θεού συνενώθησαν. Εκεί ο Μωϋσής τον σκληροτράχηλο Ισραήλ ματαίως εκατάρτιζε, εδώ οι απόστολοι τα άλογα έθνη ετιθάσευαν. Εκεί στήλη πυρός και νεφέλη και πέτρα τους αποστάτες εδρόσιζε, εδώ το Βάπτισμα του Χριστού τα έθνη αναγέννησε.Εκεί Άγγελος εκδικητής και πόλεμος και διαμάχη , εδώ Άγγελος εκ του Πατρός, ο Υιός την ειρήνη μας δώρισε.

Εορτάζει η Εκκλησία την γενέθλια ημέρα, κλίνουν γόνυ οι πιστοί στον Γεννήτορα Πατέρα, στον Υιό τον Γεννητό και το Πνεύμα το Άγιον. Μία η ενέργεια του Θεού και μία και αυτή η ουσία, μία η προσκύνηση της Αγίας Τριάδας και το μυστήριον όσον ως μέγα τε και σεβάσμιον.

Σήμερα όλα γίνονται καθαρά και φανερώνονται και κατά δύναμιν οι κτιστοί άνθρωποι δείχνονται θεολόγοι. 

Σήμερα η σάρκα και η ψυχή του Ακτίστου την αλλοίωση δέχονται και φωτισμό  κεκρυμμένο , πλουσιοπάροχα δέχονται. Τα έθνη την Εκκλησία γνωρίζουν, το ευαγγέλιο κηρύττεται στα δώματα, σήμερα οι νήπιοι και οι εξουθενωμένοι τους τεχνολόγους φιμώνουν και η Αλήθεια λάμπει. 

Σήμερα του Σταυρού το μυστήριο στους ειδωλολάτρες γίνεται φανερό και ως τα πέρατα του κόσμου η Ανάσταση κηρύττεται. Σήμερα η σάρκωση του Λόγου δικαιώνεται και σήμερα η Ανάληψη αιτιολογείται και μετά από δέκα ημέρες το δέκατο των αγγέλων τάγμα εκ των αγίων αναπληρώνεται.

Σήμερα τα παλαιά παρέρχονται και ιδού τα πάντα καινά δείχνονται!

Ελάτε λοιπόν να κλίνουμε τα γόνατα στον μόνο Δεσπότη. Ελάτε να αντλήσουμε ύδωρ αθανασίας από τον κατακλυσμό του Πνεύματος. Ελάτε να λάβουμε άφεση από την καθαρτική φωτιά. Ελάτε να λάβουμε φως από το φως πού δεν δύει. Ελάτε να λάβουμε δροσισμό από το καμίνι πού αναψύχει. Ελάτε να λάβουμε γνώση από την πηγή της σοφίας. Ελάτε να κλίνουμε τα γόνατα δουλικώς και να βοήσουμε στον μόνο Βασιλέα: 

Βασιλεύ Ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της Αληθείας, ο πανταχού Παρών και τα πάντα Πληρών, ο Θησαυρός των Αγαθών και Ζωής Χορηγός,ελθέ και σκήνωσον εν ημίν και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος, και σώσον Αγαθέ τας ψυχάς ημών.

Τρίτη, Μαΐου 24, 2016

Η Σαμαρείτισσα και οι ... "ψυχογκόμενες"



Εχτές με πήρε τηλέφωνο ένας συμπρεσβύτερος για να ζητήσει την γνώμη μου πάνω σε ένα θέμα πού είναι συνηθισμένο στην εποχή μας.

Πρόκειται για το θέμα της συμβίωσης χωρίς γαμο, για το οποίο μου είπε όλο παράπονο πώς κάποιοι πνευματικοί το αμνηστεύουν γιατί ο "έρωτας και η αγάπη δεν είναι αμαρτία" και επειδή "ο Χριστός δεν έψεξε την Σαμαρείτιδα,η οποία είχε πέντε άντρες" για το θέμα αυτό, αλλά συνομίλησε μαζί της. 

Αρχικά, δεν το πολυχωνεύω πώς υπάρχουν πνευματικοί πού λένε χύμα τέτοια πράγματα.Ίσως πολλές φορές οι εξομολογούμενοι στρογγυλεύουν κατά το πώς τους βολεύει αυτά πού ακούνε από τους πνευματικούς τους και τα χρησιμοποιούν ως αθωωτικά επιχειρήματα υπέρ τους, έναντι των εφημερίων τους.

Κι άλλωστε αν το δούμε από την άλλη όψη "τί μπορεί να ξέρει ένας παπάς της σειράς εκτός από το δυναστεύει και να τιμωρεί, ο πνευματικός πού μας χαϊδεύει τα αυτιά τα ξέρει όλα". 

Δεν είναι συνηθισμένο άραγε αυτό το φαινόμενο;Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλο μας.ΕΙΝΑΙ. Μας αρέσει να παίρνουμε συνταγές, είτε από τον πνευματικό μας, είτε στρογγυλεύοντας το νόημα των λόγων του.

Υπήρξαν εποχές πού όλοι πόρνευαν στα κρυφά και έβρισκαν έναν αποδιοπομπαίο τράγο να στοχοποιήσουν και να τον λιθοβολήσουν για την καλή ηθική τάξη. Παράδειγμα η μοιχαλίδα. Δεν λέω να βγούμε με τα δικράνια και τα φτυάρια και να αρχίζουμε να κόβουμε κεφαλές!Ολη αυτή η ηθικολογία λειτούργησε μάλλον αντίστροφα. Αλλά ο πνευματικός, ο ιερέας, ο αδελφός μας ο ίδιος πρέπει να έχει νουθεσία και ακράδαντη πίστη σε αυτό πού μας παρέδωσε ο Χριστός και να μην αρχίζει τις φιλοσοφίες και τις ανθρωπαρέσκειες. Εγώ δεν ξέρω κανέναν Χριστό πού να θέλει να βασανίζονται οι άνθρωποι. Αλλά επειδή το έθεσε έτσι το θέμα, οφείλουμε να το ακολουθούμε. ο πνευματικός είναι γιατρός. Πάει κάποιος στον γιατρό και αντί να του δωσει το φάρμακο, καν πικρό, του λέει πέσε με τα μούτρα στο φαί και πέθανε; ΔΕΝ ΝΟΜΙΖΩ!

Καταραμένη ανθρωπαρέσκεια! Καρκίνε και σαράκι της εκκλησιαστικής ζωής! Ναρκωτικό πού το αγαπάνε όλοι και εθίζονται σε αυτό με ηδονή! Διαστροφή της πνευματικότητας και θυρωρέ της κόλασης! Άμποτε να μην υπήρχες ανάμεσα στους ανθρώπους!

Η Σαμαρείτιδα ήταν όντως πόρνη πριν γνωρίσει τον Χριστό. Ηταν παιδι του κόσμου και της αρεσε να το γλεντάει.Επειδή όμως ήταν αγνή και δεκτική στην ψυχή- καλή ώρα όπως οι ληστές πού γράφαμε τις προάλλες- έγινε δεκτική του θείου μηνύματος και μεταμορφώθηκε σε ισαπόστολο και αγία.Ο Χριστός δεν αμνήστεψε την αμαρτία της, αλλά όμως παράλληλα της έδωσε το χέρι για να μην χαθεί. Χωρίς να την κολακέψει την έφερε σε θεογνωσία. Και αυτή ήταν ΤΑΠΕΙΝΗ και το δέχτηκε. 

Λοιπόν, η πορνεία παραμένει σε πολλούς από εμάς πού μπορεί να μην έχουμε πέντε άντρες ή πέντε γυναίκες, αλλά μας αρέσει να αποκτούμε οπαδούς-ψυχογκόμενες τους αποκάλεσε κάποτε κάποιος πολύ προσφυώς- και να μην μας ενδιαφέρει η σωτηρία τους, αλλά η καλή τους προσκόλληση στο άτομο μας και ο έλεγχος τους.Μάλιστα, από πνευματικοί πατέρες, γίνονται δυνάστες και πολλές φορές και προαγωγοί!

Κάθε φορά πού θα ακούσω κάποιον να το παίχει "προχώ" για την αγάπη του κόσμου βλέπω την πορνεία να παίζει στα μάτια του. Είμαι ηθικολόγος; Πετροβολείστε με.

Αλλά ας τα πεί τουλάχιστον κάποιος όλα αυτά.

Πέμπτη, Μαΐου 19, 2016

Κάτι από τους ληστές του Κόντογλου...

Από το ΠΩΣ ΠΕΘΑΝΕ Ο ΛΗΣΤΗΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΦΟΒΟΣ του Κόντογλου:


...Ο δεσμοφύλακας, δίχως να δώσει σημασία σ΄ αυτές τις φασαρίες, ορδινάρισε να ξεκινήσουν.
Σε λίγο φάνηκε κ΄ ένας παπάς και κόλλησε δίπλα στον Ιγνάτιο, για να τον ξαγορέψει στις τελευταίες στιγμές του. Κράταγε ένα χρυσό σταυρό κ΄ έλεγε, έλεγε:
«Τέκνον μου, είσαι ευτυχισμένος άνθρωπος, επειδή, χάρη στη συχώρεση που θα σου δώσω, είναι σίγουρο πως θα δειπνήσεις μέσα στην αγκαλιά του Αβραάμ!»
«Ευχαριστώ, γέροντα», του είπε γλυκά-γλυκά ο Ιγνάτιος. «Εγώ όμως δεν είμαι εγωιστής· και, επειδή, μαθές, είσαι έτσι σίγουρος για την καλή τύχη που με προσμένει, πάρε τη θέση μου… Και, να σου πω κιόλας; Σου τη δίνω με την καρδιά μου!»
«Μα αυτό δε γίνεται, παιδί μου! Μάχαιραν έδωσες, μάχαιραν θα λάβεις! Έτσι λέει το Βαγγέλιο και αυτό ζητάει η κοινωνία!»
«Η κοινωνία δεν ξέρει τι της γίνεται, είναι κουτή!»
«Είναι δίκαια!»
«Είναι για το διάολο!»
«Κάνει σωστά!»
«Είναι παλαβή, σου λέω!»
«Δίνει το καλό παράδειγμα!»
«Δεν ξέρει τι Θεό λατρεύει!» φώναξε θυμωμένος ο Ιγνάτιος. «Επειδή, αποκρίσου μου, παρακαλώ. Ένας άνθρωπος κλέβει ένα άλογο. Τι είναι;»
«Κλέφτης!»
«Καλά!. Έρχεται ένας άλλος και το κλέβει κι αυτουνού. Τι είναι αυτός ο άλλος;»
«Κλέφτης κι αυτός!»
«Περίφημα, παπούλη μου! Σύμφωνος! Τώρα, λοιπόν, πώς τον λέτε κείνον που σκότωσε;»
«Φονιά!»
«Ακόμα πιο λαμπρά! Και κείνους που σκοτώνουν αυτόν τον φονιά, πώς του λέτε, αι, παπαδάκι μου;»
Ο παπάς κοκκάλωσε. Έκανε πως έπεσε σε βαθειά συλλογή, κ΄ είπε:
«Στ΄ αλήθεια, δεν ξέρω τι μου ήρτε και χάνω τον καιρό μου μαζί σου. Καταδικάστηκες δίκια. Αυτό φτάνει. Είμαι βέβαιος πως είναι με τη γνώμη μου κι ο άγιος Αυγουστίνος που ΄χω στη βιβλιοθήκη μου!»
«Τι έχει να κάνει; Κι ο άγιος Αυγουστίνος ατός του ήθελε χάσει τα λόγια του, αν μου ΄λεγε πως είναι δίκιο να με σκοτώσουνε…»
Στο μεταξύ σίμωσαν στο μέρος που έπρεπε. Ο παπάς κι ο ληστής περπάταγαν δίχως μιλιά. Άξαφνα ο Ιγνάτιος έστρεψε κι είπε του παπά:
«Σε παρακαλώ να με συμπαθήσεις, γέροντα, για τις ανοησίες μου… Φαίνεται πως είχα άδικο… Είμαι ένας αγράμματος σκύλος, ένα σκουπίδι….»

 Γράφει στους "Μπουκανιέρους" του ο κυρ Φώτης , για κάτι κακούργους πειρατές και κουρσάρους , πού ζούσαν μεσα στις κλεψιές και τα αίματα: "Δεν ήταν κακοί άνθρωποι, μα κατατρεγμένοι και κακομαθημένοι". Αυτό είναι το μεγαλείο της ορθόδοξης ρωμαίικης καρδιάς βρε παιδάκι μου. Ούτε ιερά εξέταση, ούτε απόσπασμα και στον τοίχο, ούτε καν δαχτυλοδείξιμο. Σε αυτούς τους αθλίους της ζωής δεν καταλόγισε φυσική κακότητα, αλλά κακοπέραση και κακοσυνήθεια. Χωρίς να αμνηστεύει την πράξη σε κάνει και βλέπεις μέσα στην μαυρίλα του κόσμου, κρυφό το όποιο χρυσάφι. Τα ίδια γράφει και για κάποιους ορεινούς ληστές του παλιού καιρού, πού ζούσαν στην παρανομία, αλλά είχαν καρδιά μικρού παιδιού. Τέτοιος ο ληστής του σταυρού, τέτοιος ο ληστής πού διάβαζε τους Χαιρετισμούς και η ιστορία του γράφτηκε στο "Αμαρτωλών Σωτηρία", τέτοιος και ο αβάς Μωσής ο Αιθίοπας, πού από λήσταρχος έγινε άγγελος. Το "ειχαν" όλοι αυτοί από τα πρότερα.Απεταξάμεθα την δικανικού τυπου ηθικολογία. Αυτή πού βρίσκεται σε ενάρετους του βίου, με ψυχές πιό σάπιες από τον Άδη. Απο αυτή πού θέλει το σκληρό φάρμακο της κακοπέρασης για να γίνει ανθρωπιά και μετά , πολύ μετα Χριστός...

Κυριακή, Μαΐου 15, 2016

κάτι ψυχές απλοϊκές...




Κάθε χρονιά των μυροφόρων , η σκέψη πάει στις απλές και πολλές φορές και απλοϊκές εκείνες ψυχές, πού θα περάσουν από τον ναό ή κάποιο παρεκκλήσι και θα ακουμπήσουν με αγάπη και διακριτικότητα, ένα κεράκι, ένα λουλούδι, λίγα σπειριά λιβάνι σε κάποιο εικόνισμα του Χριστού ή της Παναγίας. 

Και βαθιά βαθιά τους δεν γνωρίζουν τίποτα από το ότι ο Θεός δεν έχει ανάγκη τίποτα από αυτά, αλλά τούτο είναι το μεγαλείο της αγάπης τους, η προσφορά τους η καρδιακή πού Τον βλέπουν σαν πρόσωπο υπερβατικό και συνάμα αγαπημένο και κοντινό πού δέχεται την λατρεία τους απλώνοντας την παλάμηΤου την θεϊκή και δεχόμενος τα δώρα τους.

Είναι η προσευχή τους και η ευγνωμοσύνη τους, πολλές φορές το αίτημα τους, πού παίρνει μορφή και ύλη σε κάτι τόσο ταπεινό και ευτελές, πού μεταμορφώνεται σε αρχοντικότατη προσφορά. Και αυτο το μικρό είναι τα δώρα των μάγων, το αλάβαστρο της πόρνης, τα μύρα των γυναικών πρωΐ της μιάς των σαββάτων και το θυμίαμα των αγγέλων. 

Τέτοια αγάπη! Ελάχιστη για τον κόσμο, πού δεν αντισταθμίζεται όμως με χιλιάδες διακηρύξεις πίστης και τα μεγάλα λόγια των σπουδαίων της κάθε εκκλησιαστικής κοινότητας.

Σάββατο, Μαΐου 14, 2016

Η αγάπη των μυροφόρων και τα αιτήματα τα δικά μας




Οι μυροφόρες δεν πίστευαν στην ανάσταση. Δεν ήξεραν περί αναστάσεως. Δεν παρακάθισαν στον δείπνο με τον Χριστό, δεν έλαβαν εξουσία δεσμείν και λύειν, δεν άκουσαν ότι είναι οι πέτρες πάνω στις οποίες οικοδομείται η εκκλησία. Οι μυροφόρες δεν έλαβαν υπόσχεση για πρωτοκαθεδρίες, ούτε αποκαλύφτηκαν σε αυτές οι απόκρυφες αλήθειες πού άκουσαν οι τρείς κορυφαίοι, οι έντεκα και οι δώδεκα. Δεν είχαν να κερδίσουν τίποτα από τον νεκρό ηττημένο και συκοφαντημένο δάσκαλο τους. Το μόνο πού τους τραβούσε ήταν η αγνή ανυστερόβουλη αγάπη και λατρεία προς το αγαπημένο πρόσωπο. Η γυναίκα πού μπορεί να εκδηλώσει τα πιό σκληρά αισθήματα όταν προσβληθεί, μπορεί αντίστοιχα να εκφράσει την πιό βαθιά αφοσίωση όταν αγαπήσει και αγαπηθεί. Επειδή οι μυροφόρες δεν περίμεναν τίποτα, αλλά κινήθηκαν μόνο από αγνή αγάπη, έλαβαν τα πάντα! Πρώτες έμαθαν την Ανάσταση, πρώτες είδαν τον Κύριο, πρώτες άκουσαν το Χαίρετε πού ανοίγει στις καρδιές την χαρά της καινής ζωής. Ας βρούμε αυτή την ανυστερόβουλη στοργή και λατρεία πρός τον Χριστό. Να ζηλώσουμε να μας δοθούν τα χαρίσματα τα κρείττονα. Σήμερα όσοι πλησιάζουμε Χριστό και Εκκλησία, απλώς ζητάμε να καρπωθούμε κάτι. Και καλώς αν αυτό εστιάζεται σε κάποια διδασκαλία ή σε κάποιο χάρισμα. Τί γίνεται όμως όταν ζητάμε την δόξα των ανθρώπων και ακόμα ποταπότερα να μας λύσει τα προβλήματα επιβίωσης μας;

Παρασκευή, Μαΐου 13, 2016

Σχόλια στην Κυριακή των Μυροφόρων


Ξεχωρίζω μια ωραία ερμηνεία στο ευαγγέλιο του Μάρκου.Ο Μάρκος μας λέει πώς οι μυροφόρες επισκέφτηκαν τον Τάφο, "ανατείλαντος του ηλίου". Έτσι είναι ο μόνος πού διαφέρει κάπως από τον Ματθαίο και τον Λουκά , πού μας λένε για επίσκεψη αξήμερωτα στον τάφο. Αλλά οι Πατέρες έρχονται και μας λένε: Ποιού ηλίου; Του νοητού ηλίου της δικαιοσύνης, του Χριστού! Όταν ανέτειλε από τον τάφο, τότε ήρθαν οι μυροφόρες. 

Υπάρχει βέβαια και η αρχαιότατη παράδοση της Εκκλησίας πού μνημονεύει τρεις ή τέσσερις διαφορετικές επισκέψεις γυναικών και αποστόλων στο μνημείο. Κάθε ευαγγελιστής διασώζει από μία. Ο δε Ιερώνυμος σχολιάζει και λέει πώς οι Μυροφόρες γυναίκες δεν έπαψαν όλη την νύχτα να επισκέπτονται το μνημείο, από ανησυχία, για να μην συλήσουν οι εχθροί του Χριστού, τον Τάφο του διδασκάλου τους. Εκεί είχαν και τις διάφορες οπτασίες. Και την νύχτα την βαθιά , ενώ δεν είχε χαράξει, ο Ματθαίος μας λέει για σεισμό και αποκύλιση του λίθου και κατάβαση Αγγέλου και νέκρωση των φρουρών. Και αυτόπτες μάρτυρες ήταν η Θεοτόκος και η Μαγγδαληνή, έναντι του τάφου. Η Θεοτόκος πρώτη άκουσε το ευαγγέλιο της ανάστασης από τον άγγελο και επιστρέφοντας στην Ιερουσαλήμ, συνάντησε με τις συνοδούς της τον Κύριο, πού τους είπε το Χαίρετε. Ο δε Λουκάς μνημονεύει μεγάλη συνοδεία μυροφόρων, πού ξεκίνησαν με βοηθούς μαζί τους να πάνε στον τάφο όρθρου βαθέως και εκεί είδαν δύο αγγέλους, πού τις επιτήμησαν γιατί έψαχναν τον ζωντανό ανάμεσα στους νεκρούς και δεν πίστεψαν στην Γραφή. Και οι μυροφόρες γίνονται ευαγγελίστριες στους μαθητές. Τότε ο Πέτρος τρέχει στο μνημείο και βλέπει τα εντάφια ενδύματα μόνα. Με το Λουκά συμφωνεί και ο Ιωάννης, ο οποίος κάνει τον ευαγγελισμό των Μυροφόρων πιό προσωπικό και εστιάζει στην εμπειρία της Μαγδαληνής.Πρωΐ λοιπόν πήγε στον τάφο και τον είδε κενό και έτρεξε στον Πέτρο και τον Ιωάννη και ήρθαν στον τάφο και είδαν και επίστευσαν. Και εκείνη έμεινε εκεί όπου είχε οπτασία δύο αγγέλων και του ιδίου του Αναστημένου Χριστού. Ο Ιωάννης άλλωστε προτιμά την προσωπική αποκάλυψη του Αναστημένου σε συγκεκριμένα πρόσωπα: στην Μαγδαληνή, στον Θωμά και τον Πέτρο και δεν είναι παράδοξο πού εστιάζει στην Μαρία.Ο Μαρκος συμφωνεί με αυτόν, αφού λέει πώς η πρώτη πρωϊνή εμφάνιση έγινε στην Μαγδαληνή και έπειτα παραθέτει έναν κατάλογο εμφανίσεων. Επίσης ο Μάρκος αναφέρεται σε επίσκεψη των μυροφόρων, αφού έχει ξημερώσει, στην αγωνία τους ποιός θα αποκυλίσει τον λίθο και στον ευαγγελισμό τους από έναν άγγελο εντός του μνημείου.

Είναι ευδιάκριτο πώς πρόκειται για διαφορετικές πορείες των Μυροφόρών. Αλλάζει ο χρόνος, ο αριθμός των αγγέλων, η τοποθέτηση τους εντός και εκτός του μνημείου, μόνο τα ευαγγέλια, δηλαδή η αναγγελία της Ανάστασης παραμένει ίδια στις εκφράσεις και έχει να κάνει με την αρχαία πίστη της Εκκλησίας και τις πηγές της. Και είναι μία η αναγγελία της Ανάστασης, γιατί είναι κοινή η χαρμόσυνη είδηση. Ο Λουκάς διαφέρει ολίγον τί, αλλά και αυτός όχι και τόσο από τους άλλους. 

Τέλος, υπάρχει και η συνθετική ερμηνεία πού μιλάει για μία και μόνη επίσκεψη των Μυροφόρων, για αξιοποίηση παραδόσεων πού έχει ο κάθε ευαγγελιστής και για διαφορές όχι στην ουσία, αλλά στα σημεία, πού εξυπηρετούν την θεολογία και οικονομία των ευαγγελίων τους. Το μόνο σίγουρο είναι πώς η Ανάσταση πρώτον αποκαλύφθηκε στην Γυναίκα. Γιατί η Γυναίκα αγάπησε και δεν έδειξε φόβο πρώτον και δεύτερον επειδή αυτή άκουσε πώς με πόνο θα γεννάει και πώς εξ αιτίας της πτώσης της εισήλθε ο Θάνατος στους ανθρώπους και πώς από τον απόγονο της θα προέλθει ο Νικητής του δράκοντα του αρχαίου, άξιζε πρώτη να ακούσει και τα ευαγγέλια της Ανάστασης και την αναγγελία της σωτηρίας.

 Oι ραββίνοι και οι αρχιερείς του Ισραήλ, γέρασαν πάνω στην ανάγνωση και ερμηνεία του Νόμου και θεωρούνταν σπουδαίοι στον Ισραήλ και κάτοχοι της γνώσης. Μερικοί, από αυτούς, οι σαδδουκαίοι, έφτασαν από τα πολλά γράμματα και την αλαζονεία τους να μην πιστεύουν σε ανάσταση νεκρών και ύπαρξη πνευμάτων. Διάβαζαν τον Ησαΐα, τον Σοφονία, τον Ιωνά, τον Δανιήλ, τους Ψαλμούς, την Πεντάτευχο και τους άλλους προφήτες και δεν εννόησαν ποτέ πώς ο Μεσσίας θα ανασταίνοταν από τον Τάφο την τρίτη ημέρα. Διάβαζαν αλλά δεν εννοούσαν. Ερμήνευαν και πίστευαν πώς ουσία του νόμου ήταν να τρώς με καθαρά πιάτα και με καθαρά χέρια ή να κάνεις προσφορές στο θησαυροφυλάκιο του Ναού. Και από την πολλή σοφία τους, παρέδωσαν τον Αδελφό τους στους ανόμους για να Τον σταυρώσουν, ξεχνώντας πώς από τον Νόμο τους είναι καταραμένος όποιος κρεμάται επί ξύλου και παραδεχόμενοι πώς βασιλιάς τους δεν είναι ο Κύριος Σαβαώθ , αλλά ο Καίσαρας! 

Και ενώ ο Χριστός τους συγχώρησε πάνω στον Σταυρό, ενώ είδαν τα σημεία και αργότερα και τα σημεία των Αποστόλων,ενώ οι απόστολοι τους εξέθεσαν πώς έχουν τα πράγματα περί Μεσσία, βασιζόμενοι στις Γραφές, αυτοί άκουγαν ανάσταση νεκρών και δαιμονίζοταν και ήθελαν και την απώλεια των αποστόλων, για να σιγήσει η φωνή τους και να μην ελέγχει την εξουσία και την σοφία τους, ένα τέτοιο κήρυγμα.

Και ο μεν λαός, όσοι δεν έγιναν χριστιανοί , υπολήπτονταν τους μαθητές. Οι δε αρχιερείς και οι διδάσκαλοι του Νόμου τους εδίωξαν, και τους φυλάκισαν και τους σκότωσαν και συμμάχησαν με τους βασιλείς και τους Ρωμαίους για τον θάνατο και τον διωγμό τους. 

Γι αυτό και ο Χριστός εξουθενώνοντας την σοφία και την γνώση των σοφών του κόσμου και καταργώντας αυτούς πού είχαν δύναμη και εξουσία, διάλεξε τις αγράμματες και αδύναμες γυναίκες της Γαλιλαίας των Εθνών, τα μωρά και τα μη όντα πού λέει ο Παύλος, για να τους αποκαλύψει την Ανάσταση. Και δεν εμφανίστηκε στον Ναό ή στο συνέδριο, αναστημένος, αλλά ενώπιον των απλών ψαράδων και πάνω από πεντακόσιους αδελφούς στην περιοχή των ειδωλολατρών. Και μας λένε οι Πατέρες στην Γαλιλαία τους προάγει και όχι στα Ιεροσόλυμα, αλλά εκεί πού ζούσαν τα έθνη, για να αναδείξει οικουμενικό το κήρυγμα της Ανάστασης. 

Και ο μεν λαός ο απειθής των Γραμματέων και των Φαρισαίων πού πρόδωσε τον Θεό των Πατέρων του και σκότωσε τον Μεσσία , εγκαταλείφθηκε έρημος. Και οι Ρωμαίοι ισοπέδωσαν την Ιερουσαλήμ και την Ιουδαία και διεσπάρησαν οι εβραίοι στα έθνη, σε αυτούς πού σιχαίνοταν και τους θεωρούσαν ακάθαρτους και ταπεινώθηκαν, επειδή δεν αναγνώρισαν την επίσκεψη του Θεού των προφητών ανάμεσα τους!Και όχι μόνο δεν Τον αναγνώρισαν αλλά και τον παρέδωσαν σε ατιμωτικό θάνατο.

Κυριακή, Μαΐου 08, 2016

Για την γιορτή των μαμάδων




Ένας εναλλακτικός πρόλογος για την ανάρτηση μας, πού δένει εκκλησιαστική εορτολογία και παγκοσμιοποίηση εορτών:
Τί ωραία πού γράφουνε οι συναξαριστές και οι πατέρες. Δεν ξεφεύγει η πένα τους από την Ποίηση, έστω και αν γράφουν βιογραφικά στοιχεία. Γράφει στο Συναξάρι του Θεολόγου: Εχρημάτισε γιος τριών μανάδων. Της Σαλώμης του Ζεβεδαίου πού τον γέννησε, της Βροντής όπως του είπε ο Χριστός και της Παναγίας Μαρίας της οποίας την φροντίδα του ανέθεσε! Ωραία πράγματα. Ολη η Εκκλησία μια οικογένεια, συγγενείς με τον Χριστό. Τα γράφουν για ανθρώπους πού το νιώθουν. Αμποτε να μείνουμε ...."νιωσμένοι" αεί.


Ε, ας γράψω τώρα και γω κατιτίς για την γιορτή της Μητέρας, μην είμαι ασυγχρόνιστος.

Σε κάθε αναφορά για την ημέρα της Μητέρας γίνεται παραπομπή στην "ορθόδοξη μέρα της μητέρας" πού είναι η υπαπαντή. Η Εκκλησία μας δεν χρειάζεται παγκόσμιες ημέρες και αφιερώματα,ούτε και να ακολουθεί τον κόσμο σε έκφραση. Η Υπαπαντή είναι η Υπαπαντή. Δεν χρειάζεται εκσυγχρονισμούς και επιχρωματώσεις. Τα μηνύματα των εορτών μας, είναι πάντα επίκαιρα γιατί αφορούν σε μυστήρια της θείας οικονομίας και σε θεμελιώδη ερωτήματα του ανθρώπου.Εχει δική της εορτολογία, δικό της τρόπο, δικό της ήθος η Εκκλησία. Θεσπίσαμε και τον Ακύλα και την Πρίσκιλλα σαν μέρα των ερωτευμένων. Γιατί; Επειδή, σαν παπάς .... "σας πάω"! Ε λοιπόν ας εορτάζουμε και του αγίου Αντύπα την μέρα της οδοντόβουρτσας και για την Ημέρα της Μπριτζόλας( 14 Μαρτίου) ας διαλέξουμε την μνήμη του αγίου Βουκόλου, πού το όνομα του θυμίζει βοδινό.Δεν τα χρειαζόμαστε αυτά! Όποιος θέλει να γιορτάζει την Μέρα της Μαμάς σήμερα, ας το κάνει. Κακό δεν είναι. Είναι και μια ευκαιρία να ακούνε και ένα ευχαριστώ και αυτές οι καημένες. Αλλά μην ψάχνουμε εκκλησιαστικά αντίστοιχα και να μην μπερδεύουμε τα λάχανα με τα φρούτα.

 Είναι φυσικό να υπάρχει ημέρα της Μητέρας στον πολιτισμό μας τον δυτικό.Οι άνθρωποι της κουλτούρας και των ημερών μας ξεχνάνε να αγαπάνε. Παρκάρουν τους γονείς σε διαμερίσματα και γηροκομεία και ανεξαρτητοποιούνται από τα δεκαπέντε. Δεν εχουν τους δεσμούς τους ελληνικούς ή του ευρωπαϊκού Νότου.Έτσι λοιπόν όπως προγραμματίζουν την ετήσια επίσκεψη στον οδοντογιατρό ή το εξάμηνο σέρβις αυτοκινήτου, έχουν και τις γιορτές της Μάνας, του Πατέρα και άλλα οικογενειακά, για να θυμούνται και λίγο την οικογένεια και τα πρόσωπα της. Και μάλιστα με θρησκευτική σχεδόν προσήλωση τιμούν αυτές τις μέρες. Δεν έχει σημασία αν τις υπόλοιπες 364 μέρες είναι παραδομένοι στους ρυθμούς και αριθμούς της ζωής τους. Οι επέτειοι απαράβατοι και ιερές!Γιατί να θυμάσαι την μαμά σου τον Γενάρη και τον Απρίλη, όταν υπάρχει ο Μάης; Γιατί να δείχνεις ευγνωμοσύνη κάθε μέρα στον Θεό, όταν υπάρχει το thanksgiving τον Νοέμβρη; Γιατί να είσαι ελεήμων αφού προτείνεται το τελευταίο δεκαήμερο του Δεκέμβρη γι αυτό; Δεν αστειεύομαι καθόλου. Η κουλτούρα μας βασίζεται σε εθιμικούς υπολογισμούς πού γίνονται θέσφατα. Ε και εμας τους ορθοδόξους ας μην μας πάρει η κοινή μπάλα πού θυμόμαστε την Κοινωνία την Μεγάλη Πέμπτη και την ελεημοσύνη παραμονή των Χριστουγέννων.Μουτάτις μουτάντι έχουμε και εμείς τα δικά μας στεγανά πλαίσια.

Σάββατο, Μαΐου 07, 2016

Τώρα πού πέρασε το πάσχα



Τωρα πού πέρασε το Πάσχα κάθομαι και ασχολούμαι με τα αιώνια ερωτήματα της μεγαλοβδομάδας. Πρώτα η υποκρίσια. Λοιδωρούν τον Χριστό επειδή θεράπευε το Σάββατο και τον σταυρώνουν, δηλαδή χύνουν αίμα αθώου την παραμονή του σαββάτου, πού ήταν ταυτόχρονα και παραμονή του πάσχα τους. Μετά, ενώ προδίδουν έναν ομοεθνή τους, έναν γιο του Ισραήλ στον Πιλάτο, δεν μπαίνουν στο πραιτώριο ίνα μη μιανθώσιν αλλ ίνα φάγωσι το πάσχα και απαιτούν να αποκαθηλωθούν έγκαιρα τα σώματα "των κατηραμένων επικεκρεμάμενων επί ξύλου" για να μην βεβηλωθεί η ημέρα. Και εκείνη την ώρα αυτών των απαιτήσεων τα χέρια τους είναι βαμμένα με αίμα.Θεωρούν τον εαυτό τους περιούσιο λαό, κάνουν επαναστάσεις για να φύγουν τα βδελύγματα από ανάμεσα τους και μετα λένε στον Πιλάτο: δεν έχουμε βασιλιά παρά μόνον τον Καίσαρα και του δίνουν έτσι την ευκαιρία να σταυρώσει έναν αθώο άνθρωπο. Δευτερον είναι η αρνηση.Όλοι μας λέμε πώς θα αρνούμασταν τον Χριστό θα τον προδίδαμε κλπ. Και ως κάποιο βαθμό έχουμε δικιο να το λέμε. Είναι δύσκολο για έναν άνθρωπο θρησκευόμενο να δεχτεί για Μεσσία έναν τριαντάχρονο νεαρό πού εισοδεύει με ένα γαϊδούρι και τα βάζει ανοιχτά με τους τύπους και τις λατρείες των πατέρων τους. Και μετά τον βλέπουν και περιφρονημένο. Δεν έχουν όλοι όι άνθρωποι καθαρή καρδιά και φωτισμένο δεκτικό νου για να καταλάβουν τα θαύματα και τις προφητείες. Ας πούμε λοιπόν πώς η θρησκευτική και εθνική τους παιδεία, αλλά και ο φόβος οδήγησαν στην απόρριψη του Χριστού. Πώς δικαιολογείται όμως να εμπαίζουν έναν άνθρωπο εξουθενωμένο, σταυρωμένο, εγκαταλειμμένο από φίλους και εχθρούς, γυμνό , ετοιμοθάνατο και δεν του αναγνωρίζουν ούτε αξιοπρέπεια στον θάνατο; Αυτό είναι κτηνώδες και δεν συγχωρείται. Αν λοιπόν εμείς Τον απορρίπταμε, ε τουλάχιστον δεν θα εμπαίζαμε τον πόνο Του.Δεν θέλω να το πιστεύω κάτι τέτοιο.

Παρασκευή, Μαΐου 06, 2016

KYΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ


Η ανάσταση του Χριστού αποτελεί μαζί με την εξουθενωτική σταύρωση Του και τον θάνατο Του μετ'ανόμων, το μεγαλύτερο σκάνδαλο της ανθρώπινης ιστορίας.Η εικόνα του εξουθενωμένου Θεού πού κατέβηκε στον τάφο- και τάφο δωρισμένο - και στον άδη μαζί με τους απ'αιώνος δεσμίους , συμπεριλαμβανομένων και των κολασμένων της γης , αποτελεί σκάνδαλο για την παγκόσμια θεολογία των υπερηρώων και των ημιθέων, των παντοδυνάμων και αθανάτων και μωρία κατά τον απόστολο Παύλο για όσους νόες θεωρούνται εξελιγμένοι και πνευματέμφοροι. Ακόμα και όταν ο Κύριος ξεπροβάλλει από τον τάφο νικητής και λαβαροφόρος, κατά τις δυτικές αναπαραστάσεις, οι φιλόσοφοι του αιώνος τούτου, προσκρούουν στην λογική και στο πέρας της, στο μέγα ζητούμενον και συσκεπτόμενον: στην νικη του εσχάτου εχθρού , πού είναι ο θάνατος και μάλιστα αυτός ο φόβος του θανάτου. Γιατί αυτή είναι η τυρρανία και ο φόβος και το μικρόβιο πού κατατρώει την παγκόσμια σκέψη και τις δημιουργεί φορτία δυβάσταχτα και δυσερμήνευτα κενά. Ο κάθε άνθρωπος,σκεπτόμενος ή μη γεννιέται με την κατάρα αυτού του φόβου. Της αγωνίας ενός ταξιδιού πού λέγεται ζωή και πού καταλήγει σε μια άβυσσο δυσπρόσιτη και τρομαχτική:την σιγουριά του θανάτου. Οι φιλόσοφοι πού επιχείρησαν να φτάσουν στην υπέρβαση ή την κατανόηση αυτού του φόβου τρελάθηκαν ή απελπίστηκαν και συμφιλιώθηκαν με την κατάρα του θανάτου, διά της αυτιχειρίας, χωρίς να τον νικήσουν.

Από αυτόν τον φόβο δεν εξαιρέθηκε ούτε ο έμπιστος μαθητής, αυτός πού ήταν στον κύκλο των δώδεκα, αυτός πού έγινε αυτήκοος και αυτόπτης και μύστης σημείων και θαυμάτων, ακόμα και νεκραναστάσεων:ο Θωμάς της σημερινής περικοπής. Ο Θωμάς έζησε , διά τον φόβο των Ιουδαίων , μακρόθεν το θείο δράμα και σίγουρα είδε τον θάνατο πάνω στον σταυρό, ψηλάφησε την πλευρά την λογχευμένη, είδε την ταφή και το τέλος, όπως νόμιζε. Είδε το σκότος να κυριαρχεί προς στιγμήν παντοδύναμο, να καταπίνει τον ήλιο της δικαιοσύνης, είδε τα μεσσιανικά όνειρα να δύουν και να χάνονται μέσα σε έναν χαρισμένο τάφο. Και τάφος σημαίνει τέλος. Πέραν από τον τάφο δεν νίκησε κανείς.Οι δυνάμεις του σκότους νίκησαν, η φυσική ροή επιβλήθη, οι ιουδαϊκές αρχές κατέπνιξαν το ευαγγέλιο, οι μαθητές διώκονται, οι θύρες κλείονται, η φωνή της αγάπης εσίγησε. Άρα η απελπισία πάντα νικά. Άρα ο θάνατος κυριεύει. Μην βρίσκοντας κουράγιο να θρηνήσει καν τον διδάσκαλο του, απομακρύνεται και έτσι την στιγμή της ανάστασης, την στιγμή της υπέρβασης του λογικού, της μεγάλης ανατροπής και νίκης απουσιάζει, νικάται από τον φόβο και την απελπισία και χάνει την στιγμή πού ο Αναστημένος Χριστός παρουσιάζεται στους Δέκα και δίνει την Ειρήνη. Ειρήνη πνευματική αλλά και Ειρήνη καθησυχαστική, ότι όντως Χριστός Ανέστη, ότι όντως κατανικήθηκε ο θάνατος και ευτελίστηκε μια για πάντα η σιγουριά του. Γι αυτό και καταφεύγει σαν κάθε κοινός και αδύναμος άνθρωπος στην ασφάλεια του ρεαλισμού και της εμπειρίας: Αν δεν ψηλαφήσω δεν πιστεύω! Και ιδού μεθ' ημέρας οκτώ παρουσιάζεται Αναστημένη η Ειρήνη και πάλι και καθησυχάζει τον φόβο και την απελπισία. "Έλα και ψηλάφησε" και " μακάριοι αυτοί πού πιστεύουν χωρίς να δούν" . Για αυτό και η ομολογία. Ομολογία Χαράς και Υπέρβασης: Ο Κυριος μου και ο θεός μου! Είναι Κύριος ο νικητής του θανάτου, ο καθαιρέτης του φόβου και Θεός αυτός πού κατόρθωσε το ακατόρθωτο, άξιος να προσκυνείται και να δοξολογείται. Είναι ο ελευθερωτής όχι από τον φόβο και την σιγουριά του θανάτου, αλλα και από αυτόν τον θάνατο.

Η ορθόδοξη πίστη λοιπόν, πού έχει στο κέντρο την Ανάσταση, την απόλυτη απελευθέρωση από την δυναστεία του θανάτου, είναι αποκάλυψη εμπειρική. Είναι συνάντηση με τον Αναστημένο πού παρέχει την ειρήνη και προσκαλεί σε εμπειρική σχέση και σε ψηλάφηση και ονομάζει μακάριους δηλ. άγιους αυτούς που είναι σίγουροι από την πίστη, προτού δούν και ψηλαφήσουν. Ο Χριστός δεν είναι απρόσιτος μετά την ανάσταση, δεν είναι αναπαυμένος σε θρίαμβο πανθεϊκό και υψηλά στον ουρανό, καταδυναστεύοντας την αιχμαλωσία. Γιατί αιχμάλωτος είναι αυτός ο ίδιος ο θάνατος και ο Χριστός για λογαριασμό του καθένα μας προσκαλεί να συνεορτάσουμε Αυτόν, πάσχα αιώνιον και να συμπατήσουμε τον θάνατο μαζί Του. Μας συναντά στο υπερώο, τουτέστιν στην Εκκλησία, πού είναι ο τόπος της ειρήνης, δηλαδή της συμφιλίωσης, του καθησυχασμού, της αποκάλυψης της βασιλείας Του, όπου έσχατος εχθρός κατηργήθη ο αρχαίος τύρρανος, ο θάνατος και ο φόβος του θανάτου. Σε αυτή την μυστηριακή σχέση , σε αυτό το συμφιλιωτικό πεδίο της Εκκλησίας και δη της μυστηριακής ζωής και του ορθόδοξου Ησυχασμού, ο Αναστάς είναι παρών και ψηλαφητός. Εκεί αίρονται τα κλείθρα κάθε απιστίας και έαρ μυρίζει, έαρ ζωοποιόν και πάσχα αιώνιον.Ας μετάσχουμε της εμπειρίας, συναναστημένοι με τον Χριστό.Η τελευταία πλάκα, το τελευταίο εμπόδιο πού κρατούσε δέσμια την ανθρώπινη φύση ήρθη και κατετροπώθη. Ας μετάσχουμε λοιπόν στην νίκη του Θεανθρώπο, στην εκδίκηση Του για το ανθρώπινο γένος όλων των εποχών, αγαλλομένω ποδί πάσχα κροτούντες αιώνιον.

Τρίτη, Μαΐου 03, 2016

Ειδύλλιον Πρωτομαγιάς.

Στην σημερινή ξηρασία της κυνικής πορνογραφίας, του ευτελισμού του προσώπου και της σπανιότητας του ανεπιτήδευτου φυσικού παρθενικού κάλλους, αντίδοτο και βάλσαμο τα λόγια του Μεγάλου Αισθητικού και Αγίου των Γραμμάτων Παπαδιαμάντη. Προσέξτε τον ωραίο ερωτισμό πού κρύβει αυτή η περιγραφή.Πώς αγγίζει το υπέρκαλλον της αγνότητας χωρίς να δίνει χώρο στο παρανάλωμα φαντασιακών αισθήσεων. Μια δόξα του Πλάστη με λόγο ερωτικό. Και αν σας φαίνεται σόλοικο πού ένας παπάς καταγίνεται με τέτοια θέματα, ας όψεται ο Δημιουργός και Ζωγράφος των Ανθέων. Ανθρωπίνων και χλοϊκών.Ξεχασμένο ήθος. Ξεχασμένα εγκώμια της αγνής ομορφιάς πού τόσο έχει κακοποιηθεί και από τον τύρρανο ηδονισμό της αμαρτίας και από τον στείρο ανέραστο πουριτανισμό μας.. Από το διήγημα Θέρος-Ερως(1891).

Σήμερον ὅμως, ἐπειδὴ ἦτο ἑλληνικὴ ἑορτή, ἡ ἑορτὴ τῆς Ἀνθοῦς, ἡ πομπὴ συνωδεύετο καὶ ἀπὸ τὴν μεγάλην κόρην τῆς κυρίας της, τὴν περικαλλῆ Ματήν. Τούτου ἕνεκα, ἡ γραῖα ἀνέλαβεν ἐνώπιον ταύτης τὴν ἡμιαληθῆ ἐκείνην σοβαρότητα, τὴν ὁποίαν ὅλαι αἱ γραῖαι ὑπηρέτριαι ὁπλίζονται ἐνώπιον τῶν νεαρῶν θυγατέρων τῶν δεσποινῶν των. Δὲν ἐπέτρεπε πλέον εἰς τὰ παιδία νὰ πιάνωνται ἀπὸ τὰ φουστάνια της νὰ τὰ τραβοῦν, ἀδιακόπως τὰ ἐμάλωνε, κ᾽ ἐκεῖνα ἔτρεχαν ἄλλα ἐμπρός, ἄλλα εἰς τὰ πλάγια, χωρὶς νὰ δίδωσι προσοχὴν εἰς τὰς φωνάς της.
Ἡ Ματὴ ἐβάδιζε δεξιόθεν παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς γραίας, ὑψηλή, εὐσταλής, καλλίζωνος. Εἶχε ξενικὰ διευθετημένην τὴν κόμην της, ἔμενε πάντοτε ἀσκεπὴς οἴκοι. Μόνον τὴν πρωίαν ἐκείνην, ἐπειδὴ ἐπήγαινεν εἰς τὴν ἐξοχήν, ἐφόρει λεπτὸν λευκὸν μανδήλιον περὶ τοὺς κροτάφους καὶ τὸ ἰνίον, τόσον βραχὺ καὶ τόσον ἐντέχνως διπλωμένον, ὥστε ἦτο ὡς νὰ μὴν τὸ ἐφόρει, καὶ ἡ πλουσία ξανθὴ κόμη της ἐφαίνετο σχεδὸν ὅλη, μέχρι τῆς ὀσφύος κατερχομένη εἰς δύο παχείας πλεξίδας, ὡς σταλακτίτας χρυσοῦς, καὶ ὁ λαιμός της ἦτο ὁρατὸς ὅλος κάτω τοῦ βρόχθου εἰς τὸν λάκκον τῆς σφαγῆς καὶ μέχρι τῆς ρίζης τῶν ὠμοπλατῶν.
Ἐφόρει μικρὰν πόλκαν κανελόχρουν καὶ λευκὸν μεσοφούστανον πολὺ κοντὸν διὰ τὸ ἀνάστημά της. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἡ μήτηρ ὑπελόγισε πολὺ κακῶς διὰ τὴν μέλλουσαν ἀνάπτυξιν τῆς κόρης, καὶ ὅσον ἐκείνη τῆς ἔκαμνε κοντὰ φορέματα, τόσον ἡ νέα ηὔξανε καὶ ἐπέτα ἀνάστημα ἀποτόμως. Ἦτο ἤδη δεκαεπταέτις, κ᾽ ἐφαίνετο νὰ εἶναι εἴκοσιν ἐτῶν, ἐν ὑπερακμῇ ρώμης καὶ καλλονῆς, ὁμοία μὲ τὴν Πρωτομαγιάν, τὸ κορύφωμα τοῦτο τῆς ἀνοίξεως, τὴν ἑτοίμην νὰ παραδώσῃ τὰ σκῆπτρα εἰς τὸ ἀδυσώπητον καὶ δρεπανοφόρον θέρος-ἔρος.
Μόλις ἐξῆλθον τῆς πολίχνης, καὶ ἡ κόρη ἔβγαλε τὴν πόλκαν της, εἰποῦσα ὅτι αἰσθάνεται ζέστην, κ᾽ ἔμεινεν μόνον μὲ τὸ μεσοφούστανον, μὲ τὸ ὁλοβρόχινον* ὑποκάμισον καὶ μὲ τὴν λευκὴν βαμβακερὴν φανέλαν. Τότε ἀνεδείχθη ἐξαισιώτερον τὸ ραδινὸν τῆς μέσης, ἡ χάρις τοῦ ἀναστήματος καὶ τὸ γλαφυρὸν τῶν κόλπων της. Ὑπὸ τὴν λεπτὴν φανέλαν, ὅπου ἐφαίνοντο ἀνατέλλουσαι αἱ σάρκες της, θὰ ἔλεγέ τις ὅτι εἶχεν ἀποταμιευμένα νεοδρεπῆ, δροσερὰ ὠχρόλευκα κρίνα, μὲ φλεβιζούσας ἀποχρώσεις λευκοῦ ρόδου. Ἡ κόμη ἐπέστεφε τὸ μέτωπόν της ὡς ἐρυθραινόμενον νέφος μὴ ἐπαρκοῦν νὰ συστείλῃ τὴν αἴγλην τοῦ φωτός, καὶ αἱ ὀφρύες συστελλόμεναι ἐσκίαζον τοὺς βαθεῖς γλαυκοὺς ὀφθαλμούς της ὡς λευκὴ ὁμίχλη ἐπιπολάζουσα τὴν πρωίαν ἐπὶ τοῦ ἀνταυγάζοντος αἰγιαλοῦ, καὶ τὰ χείλη μὲ τὴν ψίθυρον φωνὴν ἐφαίνοντο μορμυρίζοντα: φίλησέ με!

Δευτέρα, Μαΐου 02, 2016

Αϊ μου Γιώργη!


Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Ανέτειλε το έαρ· δεύτε ευφρανθώμεν! Εξέλαμψεν η Ανάστασις Χριστού· δεύτε ευφρανθώμεν!
Η του αθλοφόρου μνήμη τους πιστούς φαιδρύνουσα ανεδείχθη.

 Ένθεν μεν ψάλλει η Εκκλησία, συγκαταβατικωτέρα κατά τας ημέρας ταύτας της αναστάσεως του Σωτήρος, παρά την ανωτέραν πνευματικήν έννοιαν τοιούτων παρακελεύσεων· ένθεν δε ο ελληνικός λαός, όστις φαντάζεται πρώτον λεβέντην και αστραπόμορφον νεανίαν τον ήρωα πρόμαχον του Χριστιανισμού, περιβάλλει με όλην την ποίησιν των μακραιώνων ονείρων του, με παμφαείς ακτίνας αφθίτου νεότητος και αϊδίου καλλονής τον Άγιον Γεώργιον.
Αϊ μου Γιώργη αρματολέ και πρώτε καβαλάρη,
αρματωμένε με σπαθί και με χρυσό κοντάρι...


Και ιστορείται δια στίχων επικής απλότητος και ύψους, πως το θεριό εφώλιαζε σιμά εις την βρύσιν, πως απήτει περιοδικώς αιματηρόν φόρον, από τους κατοίκους της πόλεως, πως ερρίπτοντο κλήροι μέλλοντες ν’ αποφασίσωσι περί της δυστυχούς κόρης, ης θα ήτο η σειρά να χορτάση την αδηφάγον απληστίαν του φοβερού θηρίου, πως ο κλήρος έπεσεν επί την βασιλοπούλαν (την Αλεξάνδραν!) και πως ο Άγιος, εισακούσας τας δεήσεις των γονέων, επήλθε, ραγδαίος και αήττητος ιππεύς, εις βοήθειαν της δυσμοίρου νεάνιδος, πως εθανάτωσε τροπαιοφόρος τον απαίσιον δράκοντα, και πως, αναλαβών την βασιλοπούλαν εις τα κάπουλα του αλόγου του, την παρέδωκεν ασινή εις τους βασιλικούς γονείς της.
Α! είναι κρίμα, ότι οι Έλληνες δεν τον επεκαλέσθησαν πέρυσι, πριν ή λάβη μοιραίαν έκβασιν περίστασις παραπλησία!... Αλλά και πάλιν, τις οίδεν αν οι θνητοί βλέπομεν ορθώς τα πράγματα, αν δεν κατοπτρίζονται ανάποδα εις τους οφθαλμούς μας;...Τις οίδεν αν ο κόσμος αυτός, με όλους τους πάγους του Βορρά, ή με τα θάλπη της μεσημβρίας, δεν είναι το αληθές θηρίον;...Αν ο άγγελος του θανάτου, κατ’ εξοχήν τροπαιοφόρος, δεν είναι ο αισιώτερος των αγγέλων;...Και αν, εις τον άλλον κόσμον, η στοργή του ουρανίου πατρός δεν είναι μυριάκις ενθερμοτέρα της στοργής επιγείων γονέων; Τι λέγει το ιερόν Βιβλίον; Κι αβί βε αμί ναδζαβούνι, β’ Αδωνάι α-σπένι (Ο πατήρ μου και η μήτηρ μου εγκατέλιπόν με, ο δε Κύριος προσελάβετό με).

Εν τούτοις, επαξίως ο ελληνικός λαός τιμά με υπερόχου ευλαβείας δείγματα τον ελληνοπρεπέστατον άγιον του, τον άγιον Γεώργιον. Ο τροπαιοφόρος μεγαλομάρτυς, ομού με τον άλλον ομόψυχον και εφάμιλλόν του, ίστανται φρουροί εις τα πρόθυρα ο μεν του θέρους, ο δε


του χειμώνος, σημειούντες δια της επιτολής των, ως άλλοι αστέρες σελασφόροι, την περίοδον των ορεινών και πεδινών νομών και καταυλισμών δια τους ποιμένας.
Εξ ήρος εις αρκτούρον ευμήνους χρόνους· και ποιμένες και γεωργοί άγουσι γηθοσύνως την ροδοστέφανον, ως εκ του μαρτυρικού του αίματος, μνήμην του αγίου, και θύουσιν άρνας, και οβελίζουσιν αμνούς, γενναίως ευχωμούμενοι, επικαλούμενοι τον μάρτυρα βοηθόν εις τας επιχειρήσεις των και συλλήπτορα των κόπων. Και οι Έλληνες πολεμισταί των παρελθόντων αιώνων, ως και της μεγάλης εθνεγερσίας, δεν έπαυσαν να τον επικαλούνται ευμενή σύμμαχον και αρωγόν. Κατ’ αυτήν δε την ημέραν της μνήμης του αγίου, το πρώτον έτος του αγώνος, έτερος αγλαός πρόμαχος της πίστεως και της πατρίδος και μάρτυς της ελευθερίας περικλεέστατος, ο Θανάσης Διάκος, προσεφέρθη ολοκαύτωμα υπέρ του Γένους. Ενθυμηθήτε τους στίχους του αειμνήστου Βαλαωρίτου.

Επάνωθέ τους κάτασπρο το φλάμπουρο του Διάκου
ανέμιζε τρομαχτικό, και στο ξεδίπλωμά του,
λεβέντης αστραπόμορφος επρόβαλλ’ ο Άη -Γιώργης
με τ᾿ άγριό του τ᾿ άλογο, κρατώντας καρφωμένο
τ᾿ ανίκητο κοντάρι του στὸ διάπλατο λαρύγγι
του φοβερού του δράκοντα, ποὺ δέρνεται στο χωμα.

Αλλά και ποίος άλλος Άγιος έχει τόσα και τόσα εξωκκλήσια, υψούμενα χαριέντως εις πάσαν κοιλάδα, επιστέφοντα πάντα λόφον, πάντα βράχον της Ελληνίδος χώρας; ο Άγιος Δημήτριος, ως ιστάμενος φρουρός εις τα πρόθυρα του χειμώνος, δια να μη μείνη παραπονούμενος, έχει το ιδιαίτερον καλοκαίρι του, “καλοκαιράκι τ’ Αϊ-Δημητριού” και τον φερώνυμον αυτού μήνα, ο δε Άγιος Γεώργιος είναι ο κατ’ εξοχήν καλοκαιρινός και ανοιξιάτικος Άγιος και δεν δύναταί τις να φαντασθή μνήμη του Αγίου Γεωργίου χωρίς πολλά ποικιλόχροα άνθη μοσχοβολούντα, χωρίς τάπητας ανθυλλίων μεθυσκόντων τον αέρα με την ευωδίαν των, χωρίς άπειρον πρασινάδα και απεράντους αγρούς αιματόχρους από αμέτρητον πλήθος των μηκώνων, χωρίς τρυφερούς βλαστούς αμπέλων με βότρυς προβάλλοντας και χωρίς αναριθμήτους στεφάνους από αγραμπελιές και αγιοκλήματα. Ποίος άλλος Άγιος δύναται να καυχηθή, ότι είναι ο καθολικός πολιούχος των ελληνίδων πόλεων, ο γενικός προστάτης της ελληνικής εξοχής; Διότι το συναξάριον του δεν αναφέρει εις ποίον ωρισμένως μέρος της Ανατολής εμαρτύρησεν, ως δια να αφήση την μνήμην του Αγίου κοινήν εις όλην την ελληνικήν χώραν.Καθώς δε ο Άγιος Νικόλαος είναι ο κατ΄εξοχήν προστάτης των θαλασσοπορούντων ανά τον πόντον, ούτω και ο Άγιος Γεώργιος είναι ο ετοιμότατος βοηθός και αντιλήπτωρ των γεωπονούντων επί της ξηράς. Ποίος άλλος Άγιος εφάνη ποτέ τόσον πρόθυμος “των αιχμαλώτων ελευθερωτής, και των πτωχών υπερασπιστής, ασθενούντων ιατρός, βασιλέων υπέρμαχος”; Και ποίος άλλος Άγιος έδειξε ποτέ τόσην χριστομίμητον φιλανθρωπίαν και συγκατάβασιν, ώστε να εισακούση της δεήσεως παιδίου παίζοντος, ηττωμένου εν τη παιδιά και πάσχοντος την φιλοτιμίαν (πως φαίνεται ότι ήτο Ελληνόπαις!) και να δεχθή προ πλήρωσιν ευχής, αντί πάσης συνήθους προσφοράς, οίον κηρίου και θυμιάματος και λειτουργίας, σφουγγάτον, ήτοι ομελέταν, απο αυγά, καθώς θα ελέγαμεν σήμερον; Αναγνώσατε το χαριέστατον εκείνο θαύμα του Αγίου, δια να πεισθήτε.
Αλλά και όσοι δεν πιστεύετε τα θαύματα, αποφασίσατε να κάμητε έν ταξίδιον έως τον ιερόν Άθωνα, και άμα φθάσητε εκεί, επισκεφθήτε την μονήν του Ζωγράφου. Εκεί σώζεται η εκ των λύθρων της σφαγής του Μάρτυρος συμπαγείσα αχειροποίητος εικών του Αγίου Γεωργίου, εφ’ ής απιστών προς το παράδοξον το πάλαι αρχιερεύς, θεις την χείρα προς ψηλάφισιν επί της εικόνος, ετιμωρήθη αξίως δια την τόλμην, προσφυέντος του δακτύλου επί της εικόνος και μείναντος κολλημένου, εωσού ηναγκάσθη ν’ αποκόψη με τον δάκτυλον, να σωθή δε εν μετανοία κλαίων εν τω ναώ του Αγίου. Η εικών είναι εκεί και ο δάκτυλος μένει μετά τόσους αιώνας ορατός επ’ αυτής.

Είπομεν, ότι η συγκατάβασις του Αγίου απεδείχθη χριστομίμητος, και τούτο μας ενθυμίζει την ευσεβή εκείνη φάτιν (legende) περί τινος απλοϊκού ανθρώπου, προσελθόντος ποτέ εις εξομολόγησιν και ακούσαντος παρ΄του πνευματικού την παραίνεσιν “να περπατή τον ίσιο δρόμο, αν θέλη να πάη στον Παράδεισο”. Ο άνθρωπος ηρμήνευσε την συμβουλήν κατά γράμμα και οδεύσας την ευθείαν έφθασε μετά τινας ημέρας εις λαμπρόν μοναστήριον εν τερπνοτάτω και πολυανθεί τοπίω, όπερ άμα ιδών, εν πεποιθήσει ανέκραξεν· “Α! να ο Παράδεισος!”. Προσελθών δε εις τον θυρωρόν του μοναστηρίου, είπε·
“Καθώς μου είπε ο πνευματικός επερπάτησα τον ίσιο δρόμο και έφθσα στον Παράδεισον, και τώρα που έφθασα, δεν θέλω να φύγω απ’ εδώ”.
Ο ηγούμενος, μαθών τα κατά τον άνθρωπον, έδωκεν αυτώ διακόνημα το να είναι “βουρδουνιάρης”, ήτοι σταυλίτης του μοναστηρίου, ευδοκιμήσαντα δε μετά καιρόν τον επροβίβασεν εις υπηρέτην του ναού. Εκεί έμεινεν ο ξένος υπηρετών μετά ζήλου, και ήτο μακάριος καθ΄όλα, μόνον έν πράγμα δεν ηδύνατο να εννοήση· βλέπων τον Χριστόν εσταυρωμένον υψηλά εις την κορυφήν του εικονοστασίου, ελυπείτο, κι έλεγε· “Τι κακό έκαμε και τον κρέμασαν εκεί!”. Μια των ημερών,ενώ εσκούπιζε το έδαφος του ναού, τρώγων άμα τεμάχιον άρτου. λείψανον προσφοράς ή αρτοκλασίας, ανατείνας την χείρα προς τον Εσταυρωμένον επάνω έκραξε· “Κατέβα και συ, καημένε, να σου δώσω ένα κομμάτι ψωμί να φας· σε λυπούμαι να σ’ έχουν νηστικόν, τόσον καιρόν εκεί κρεμασμένον!”. Ο άνθρωπος ήτο αμαθής και απλοϊκός εις άκρον, και δεν υπώπτευεν ότι εβλασφήμει τοιαύτα λέγων·ωμοίαζε με τον άλλον εκείνον, όστις είχε συνηθίσει να λέγη προσευχόμενος· “Κύριε, μη μ’ ελεής!”, καλή τη πίστει νομίζων, ότι η φράσις αύτη εσήμαινε· ”Κύριε, ελέησον με”. Εν τούτοις, ο Δεσπότης Χριστός, προσθέτει η παράδοσις, συγκατέβη προς την απλότητα του ανθρώπου εκείνου, και κατήλθε, φρικτόν ειπείν, ολόσωμος εκ του Σταυρού, κι εδέχθη τεμάχιον άρτου από των αθώων χειρών του πλάσματός του , καθώς άλλοτε είχε συνδειπνήσει με τους μαθητάς, μετά την Ανάστασιν, παρά την όχθην της Τιβεριάδος!
Ομοίως και ο Άγιος Γεώργιος συγκατέβη προς την απλοϊκήν επίκλησιν του παιδός, του δισκοβολούντος με άλλους ομήλικάς του μακράν του ναού του, εν τινι παραλίω πόλει της Ανατολής. Ο παις είχεν ανακράξει· “Άη μου Γιώργη, βοήθα με να νικήσω, κι εγώ να σου φέρω ένα καλό σφουγγάτο”. Και άμα τη ευχή, ήρχισε να κερδίζη συνεχώς, εωσού κατεθριάμβευσε των αντιπαιζόντων. Τότε τρέξας εις την οικίαν, εφρόντισε να παρασκευασθή παχύ σφουγγάτον με πολλά αυγά, όπερ επί πινακίου κομίσας εις τον ναόν απέθηκεν αχνίζον προ της εικόνος του Αγίου. Μόλις εξήλθεν ο παις και εις ναύτης εισελθών να κολλήση κηρίον και να ασπασθή την εικόνα του Αγίου, είδε το σφουγγάτον αχνιστόν, και είπε προς εαυτόν· “Ο Άγιος Γεώργιος δεν τρώγει σφουγγάτον, πλην ας το φάγω εγώ, και εις αποζημίωσιν φέρω μεγάλην λαμπάδα”. Και τούτο ειπών κατεβρόχθισε ζεστόν-καυτόν το σφουγγάτον. Αλλ’ όταν εστράφη να εξέλθη, οι πόδες του εκόλλησαν δις και τρις εις τας πλάκας του εδάφους του ναού, εωσού εννοήσας το θαύμα, ηναγκάσθη, όπως απαλλαγή, να τάξη μέγα τάξιμον εις τον Άγιον. Και απερχόμενος δεν ηδυνήθη να μη αναφωνήση· “Άγιε Γεώργιε, ακριβά πωλείς τα σφουγγάτα σου!”.

Κι εμένα, Άη μου Γιώργη, να μου συγχωρήσης το ευτελές και σχεδόν παιγνιώδες τούτον αρθρίδιον, συγκαταβαίνων εις την αδυναμίαν μου, καθώς συγκατέβης εις την απλοϊκότητα του παδίου παίζοντος τις αμάδες. Θεώρησόν με ως παιδίον τας φρένας, καίτοι άνδρα την ηλικίαν. Κι εγώ, όταν ήμην παιδίον, έπαιζα εγγύς του πενιχρού αλλ’ ευώδους ναίσκου σου παρά την θίνα της θαλάσσης, όπου ουδέν πλοίον δύναται να καθελκυσθή εκ του ναυπηγείου ή να εκπλεύση εκ του λιμένος, χωρίς να κλίνη την πρώραν προς τον ναίσκον σου να προσκυνήση, όπου οι στάχυες ριπιζόμενοι υπό βορεινής ριπής κλίνουσιν όλοι τα κορυφάς περιβάλλοντες ολόγυρα τον ιερόν ναόν σου, ως ικέται επαιτούντες τας ευλογίας σου, και όπου πελωρία η γηραιά ελαία νεύει τους κλώνας προς την γην, μη τολμώσα ν’ ανατείνη προς την ιεράν στέγην, όπου επισκιάζει η χάρις σου. Κι εμένα, Άη μ’ Γιώργη μ’ (επίτρεψόν μοι να σ’ εποκαλεσθώ με πλεονασμούς και με αποκοπάς ως νησιώτης εκ της βορειοανατολικής Ελλάδος), να μου συγχωρήσης την ανάμιξιν ταύτην του ιερού κι του βεβήλου, την συνθηκολογίαν ταύτην, τον νεωτερισμόν τούτον, αφού οι σημερινοί Έλληνές σου, οι απόγονοι εκείνων ους τοσάκις ευηργέτησες, αν τολμήσω να μεταγράψω ενταύθα εκ των αυθεντικών βιβλίων, τους υπερανθρώπους αγώνας, τα μικρά βασανιστήρια όσα υπέστης, σταγόνα προς σταγόνα σπείσας εις τον Σωτήρα Χριστόν το πολύτιμον αίμα σου, είναι ικανοί να κατακραυγάσωσι λέγοντες· “Τι παραμύθια μας διηγείται αυτός!”. Και οι σοφοί εξ αυτών δεν το έχουν διά τίποτε να είπουν, ότι είσαι ο Περσεύς ή ο Ηρακλής μετημφιεσμένος! Και οι εκλεκτοί εν αυτοίς μόνον δια χειρονομίας ή δια νεύματος θα συγκαταβώσι να διαμαρτυρηθώσι κατά των “αναχρονισμών” τούτων. Και οι όσιοι...α! οι πλείστοι των σημερινών οσίων, των επισήμων και μακροχειρίδων οσίων της Ελλάδος μας, αν ερωτηθώσι να είπωσι, προς φωτισμόν του ποιμνίου, πότε ήκμασες, θα δυσκολευθώσι ν’ απαντήσωσιν αν εμαρτύρησες επί Διοκλητιανού ή επί Δεκίου, αν υπήρξες προ Χριστού ή μετά Χριστόν! Αφού το έχουν ως εντροπήν των το ν’ αναγινώσκωσι κάποτε επ’ εκκλησίας τους βίους και τα μαρτύρια των αγίων! Τι χρειάζονται αυτά; Δεν είναι προτομότερον ν’ αναγινώσκωνται εν τη ώρα του Κοινωνικού, αι διακηρύξεις των δημάρχων, των εφόρων, και των επάρχων, περί φόρου οικοδομών, περί δηλώσεως των σικυώνων και περί...εκλογών;
Α! Αι εκλογαί, αατή είναι η μόνη επί εβδομήκοντα έτη ασχολία μας, αφότου ηλευθερώθημεν, αφότου δηλαδὴ μετηλλάξαμεν τυράννους, τους οποίους δια των εκλογών φανταζόμεθα, ότι αντικαθιστώμεν τάχα συχνότερον, όπως μη αποδειχθῆ ψευδὲς το δημώδες λόγιον· “Άλλαξε ο Μανολιὸς κι έβαλε τα ρούχ’ αλλοιώς”. Ως να εχρειάζετο τίποτε άλλο, ειμή εις ευσεβὴς βασιλεύς, Χριστὸς Κυρίου, ο μόνος αρμόδιος νὰ εκλέγη τους συμβούλους καὶ τοὺς στρατηγούς του, και εν μόνω τω “εν τούτω νίκα” ισχυρὸς και αήττητος.
Αλλ' είθε ν’ ανατείλη ταχύτερον, Άη μου Γιώργη, η ευλογητή εκείνη ημέρα της αναστάσεως του Γένους και έθνος τοσούτον έχον πεςρικείμενον νέφος μαρτύρων, τοσούτους μετά σου πρέσβεις προς Θεόν, εκ του αίματός του και εκ των σπλάχνων του, δεν μέλλει ποτέ να εγκαταλειφθή υπό του Θεού των πατέρων του. Είθε ν’ ανατείλη η ημέρα εκείνη, ως τάχιστα, λεβέντη μου αστραπόμορφε και πρώτε καβαλάρη, ‘Αη μου Γιώργη, είθε!
 

Σάββατο, Απριλίου 30, 2016

Ο Χριστός έγινε άνθρωπος και Ανέστη για όλους...


Συγκατανέβη πάλι ο Άγιος Θεός και κατήλθε το άγιο Φως στον Πανάγιο Τάφο Του. Δεν είναι μια άσκηση δοκιμασίας για όσους έχουμε βαθιά την πίστη στην Ανάσταση Του, ούτεαποδεικτικό της ίδιας της ανάστασης. Επίσκεψη , ευλογία και χαρά είναι και για τους πιστεύοντες αλλά και για τους μη πιστεύοντες. Ναι και γι αυτούς! Γιατί το Φως για όλους λάμπει και σίγουρα κάτι αφήνει και σε αυτούς πού αμφισβητούν ή το αγνοούν.Είναι φοβερή αυτή η "πιστοποίηση" του προνομίου των ορθοδόξων. Δεν το γράφω με φανατισμό και αυτοδικαίωση. Πιστεύω πώς αυτή η πιστοποίηση μάλλον εμάς αφορά σαν ορθοδόξους γιατί μας επαναφέρει στην δοξολογία Του, παρά αποτελεί διαχωριστικό και έλεγχο για τους άλλους ανθρώπους.Αυτή η πίστις των ορθοδόξων, αυτη η πίστις την οικουμένην εστήριξεν .Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών; Ο Θεός όλων των ανθρώπων μας επισκέπτεται διαρκώς και το μεγαλείο Του είναι πώς δεν είναι ιδέα, σύννεφο, σύμβολο. Είναι Σάρκα. Τον Θεό μας Τον βλέπουμε ανάμεσα μας, Τον τρώμε και Τον πίνουμε στην τράπεζα της ευχαριστίας, τον προσκυνάμε εικονιζόμενο και Τον αισθανόμαστε σαν Φως κατερχόμενον και λάμπον. Αυτή είναι και γνησιότητα της ταυτότητας του μοναδικού Θεού μας. Είναι απρόσιτος στην ουσία και προσιτός στην ενέργεια. Μπορεί και είναι ανάμεσα μας. Ένας Θεός των Ανθρώπων. Ενας Θεός πού έλαβε σάρκα. Ενας Θεός πού αγγίζεται. Ενας Θεός και Πρώτος των Ανθρώπων.Καλή Ανάσταση και Καλό Πάσχα σε όλους ανεξαιρέτως! Φίλους και "εχθρούς". Ο Χριστός έγινε άνθρωπος και Ανέστη για όλους...

Εξοχική Λαμπρή – Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη



Καλὰ τὸ ἔλεγεν ὁ μπάρμπα-Μηλιός, ὅτι τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐκινδύνευον νὰ μείνουν οἱ ἄνθρωποι οἱ χριστιανοί, οἱ ξωμερίτες, τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα, ἀλειτούργητοι. Καὶ οὐδέποτε πρόρρησις ἔφθασε τόσον ἐγγὺς νὰ πληρωθεῖ, ὅσον αὐτή· διότι δὶς ἐκινδύνευσε νὰ ἐπαληθεύσῃ ἀλλ᾿ εὐτυχῶς ὁ Θεὸς ἔδωκε καλὴν φώτισιν εἰς τοὺς ἁρμοδίους καὶ οἱ πτωχοὶ χωρικοί, οἱ γεωργοποιμένες τοῦ μέρους ἐκείνου, ἠξιώθησαν καὶ αὐτοὶ νὰ ἀκούσωσι τὸν καλὸν λόγον, καὶ νὰ φάγωσι καὶ αὐτοὶ τὸ κόκκινο αὐγό.
Ὅλα αὐτά, διότι τὸ μὲν ταχύπλουν, αὐτὸ τὸ προκομμένον πλοῖον, τὸ ὁποῖον ἐκτελεῖ δῆθεν τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ τῶν ἀτυχῶν νήσων καὶ τῆς ἀπέναντι ἀξένου ἀκτῆς, σχεδὸν τακτικῶς δὶς τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ τὶς δυὸ ἀλλαξοκαιριές, τὸ φθινόπωρον καὶ τὸ ἔαρ, βυθίζεται, καὶ συνήθως χάνεται αὔτανδρον· εἶτα γίνεται νέα δημοπρασία, καὶ εὑρίσκεται τολμητίας τις πτωχὸς κυβερνήτης, ὅστις δὲν σωφρονίζεται ἀπὸ τὸ πάθημα τοῦ προκατόχου του, ἀναλαμβάνων ἑκάστοτε τὸ κινδυνωδέστατον ἔργον· καὶ τὴν φορὰν ταύτην, τὸ ταχύπλουν, λήγοντος τοῦ Μαρτίου, τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ τοῦ χειμῶνος γενομένου, εἶχε βυθισθεῖ· ὁ δὲ παπᾶ-Βαγγέλης, ὁ ἐφημέριος ἅμα καὶ ἡγούμενος καὶ μόνος ἀδελφὸς τοῦ μονυδρίου τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ἔχων κατ᾿ εὔνοιαν τοῦ ἐπισκόπου καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐξάρχου καὶ πνευματικοῦ τῶν ἀπέναντι χωρίων, καίτοι γέρων ἤδη, ἔπλεε τετράκις τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ πᾶσαν τεσσαρακοστήν, εἰς τὰς ἀντίκρυ ἐκτεινομένας ἀκτὰς ὅπως ἐξομολογήσῃ καὶ καταρτίσῃ πνευματικῶς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους δουλοπάροικους, τοὺς «κουκουβίνους ἢ κουκοσκιάχτες», ὅπως τοὺς ὀνόμαζον, σπεύδων, κατὰ τὴν Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, νὰ ἐπιστρέψῃ ἐγκαίρως εἰς τὴν μονήν του, ὅπως ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα. Ἀλλὰ κατ᾿ ἐκεῖνο τὸ ἔτος, τὸ ταχύπλουν εἶχε βυθισθεῖ, ὡς εἴπομεν, ἡ συγκοινωνία ἐκόπη ἐπὶ τίνας ἡμέρας, καὶ οὕτως ὁ παπᾶ-Βαγγέλης ἔμεινεν ἀκουσίως, ἠναγκασμένος νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα πέραν τῆς πολυκυμάντου καὶ βορεοπλήκτου θαλάσσης, τὸ δὲ μικρὸν ποίμνιόν του, οἱ γείτονες τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, οἱ χωρικοὶ τῶν Καλυβιῶν ἐκινδύνευον νὰ μείνωσιν ἀλειτούργητοι.
Τινὲς διετύπωσαν γνώμην νὰ παραλάβωσι τὰς γυναίκας καὶ τὰ τέκνα των καὶ νὰ κατέλθωσιν εἰς τὴν πολίχνην, ὅπως ἀκούσωσι τὴν Ἀνάστασιν καὶ λειτουργηθῶσιν ἀλλ᾿ ὁ μπάρμπα-Μηλιός, ὅστις ἔκαμνε τὸν προεστὸν εἰς τὰ Καλύβια, καὶ ἤθελε νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα ὅπως αὐτὸς ἐνόει, ὁ Φταμηνίτης, ὅστις δὲν ἤθελε νὰ ἐκθέσῃ τὴν γυναίκα του εἰς τὰ ὄμματα τοῦ πλήθους, καὶ ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης, χωρικός, ὅστις «τὰ ἤξευρεν ἀπέξω ὅλα τὰ γράμματα τῆς Λαμπρῆς», ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο ν᾿ ἀναγνώσῃ τίποτε «ἀπὸ μέσα» καὶ ἐπεθύμει νὰ ψάλλῃ τὸ «Σῶμα Χριστοῦ μεταλάβετε» – οἱ τρεῖς οὗτοι ἐπέμειναν, καὶ πολλοὶ ἠσπάσθησαν τὴν γνώμην των, ὅτι ἔπρεπε ἐκ παντὸς τρόπου νὰ πείσωσιν ἕνα τῶν ἐν τῇ πόλει ἐφημερίων ν᾿ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια, νὰ τοὺς λειτουργήσῃ.
Ὁ καταλληλότερος δέ, κατὰ τὴν γνώμην πάντων, ἱερεὺς τῆς πόλεως ἦτον ὁ παπᾶ-Κυριάκος, ὅστις δὲν ἦτον «ἀπὸ μεγάλο τζάκι», εἶχε μάλιστα καὶ συγγένειαν μὲ τινὰς τῶν ἐξωμεριτῶν καὶ τοὺς κατεδέχετο. Ἦτον ὀλίγον τσάμης, καθὼς ἔλεγαν. Δὲν ἔτρεφε προλήψεις. Ἠκούετο μάλιστα, ἐδῶ κι ἐκεῖ, ὅτι ὁ ἱερεὺς οὗτος εἶχε καὶ τὴν συνήθειαν «ν᾿ ἀποσώνῃ τὰ παιδιά» εἰς τοὺς κόλπους τῶν μητέρων, τῶν ἐνοριτισσῶν του. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ ἔλεγον οἱ ἀστεῖοι ἢ οἱ φθονεροί, καὶ μόνον οἱ ἀνόητοι τὸ ἐπίστευον. Ὁ ἐφημέριος οὖτος ὡς οἱ πλεῖστοι του γνησίου ἑλληνικοῦ κλήρου, πλὴν μικροῦ ἐλευθεριασμοῦ, ἦτο κατὰ τὰ ἄλλα ἄμεμπτος.
Τοῦτο ναί, ἀληθεύει· ἀλλ᾿ οἱ ἔγγαμοι ἱερεῖς, πενόμενοι καὶ δυσπραγοῦντες, ἐπιτακτικὴν ἔχοντες ἀνάγκην νὰ θρέψωσι τὰ τέκνα των, φαίνονται ὡς πλεονέκται, καὶ καταντῶσι νὰ μὴ τρέφωσι πλέον ἐμπιστοσύνην οὐδ᾿ εἰς αὐτοὺς τοὺς συλλειτουργοὺς των. Τοῦτο ἔπασχε καὶ ὁ παπᾶ-Κυριάκος, ὅστις ἐπεθύμει μὲν νὰ ὑπάγῃ νὰ κάμῃ Ἀνάστασιν εἰς τοὺς χωρικούς, διότι ἦτο ἀνοιχτόκαρδος, καὶ ἤθελε νὰ χαρῇ καὶ αὐτὸς ὀλίγην Ἀνάστασιν καὶ ὀλίγην ἄνοιξιν, ἀλλ᾿ ἐδυσπίστει εἰς τὸν συνεφημέριόν του, καὶ ἔπειτα δὲν ἤθελε ν᾿ ἀφήσῃ τὴν ἐνορίαν μὲ ἕνα μόνον ἱερέα τοιαύτην ἡμέραν. Ἀλλ᾿ αὐτὸς ὁ παπᾶ-Θοδωρῆς ὁ Σφοντύλας, ὁ συνεφημέριός του, τὸν παρεκίνησε νὰ ὑπάγῃ εἰπῶν, ὅτι καλὸν ἦτο νὰ μὴ χάσωσι καὶ τὸ εἰσόδημα τῶν Καλυβιῶν, αἰνιττόμενος ὅτι τά τε ἐκ τοῦ ἐνοριακοῦ ἔσοδα καὶ τὰ τῆς ἐξοχικῆς παροικίας, ἀμφότερα ἐξίσου θὰ τὰ ἐμοιράζοντο.
Τοῦτο δὲν ἔπεισε τὸν παπᾶ-Κυριάκον, τῷ ἐνέπνευσε μάλιστα πλείονας ὑποψίας ἀλλ᾿ ὅτε ἠρώτησε τὴν γνώμην τοῦ συλλειτουργοῦ του, ἦτο ἤδη κατὰ τὰ ἐννέα δέκατα ἀποφασισμένος νὰ ὑπάγει· ἔπειτα ὑπεχρέωσε τὸν υἱόν του Ζάχον, μορφάζοντα καὶ μεμψιμοιροῦντα, νὰ παραμείνῃ ἐν τῷ ἐνοριακῷ ναῶ κατάσκοπος εἰς τὸ ἱερὸν Βῆμα, νὰ παραλάβῃ τὸ μερίδιον τῶν προσφορῶν καὶ συλλειτουργικῶν, καὶ μόνον μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας, ὄτε θὰ ἀνέτελλεν ἤδη ἡ ἡμέρα, ν᾿ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια παρ᾿ αὐτῷ.
Ἡ πούλια ἦτο ἤδη ὑψηλά, «τέσσαρες ὦρες νὰ φέξει», καὶ ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης, ἀφοῦ ἐξύπνησε τὸν ἱερέα, κατασκευάσας πρόχειρον σήμαντρον ἐκ στερεοῦ ξύλου καρυᾶς καὶ πλῆκτρον, περιήρχετο τὰ Καλύβια θορυβωδῶς, κρούων, ὅπως ἐξεγείρῃ τοὺς χωρικούς.
Εἰσῆλθον εἰς τὸ μικρὸν ἐξωκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Εἷς μετὰ τὸν ἄλλον προσήρχοντο οἱ χωρικοὶ μὲ τὰς χωρικάς των καὶ μὲ τὰ καλά των ἐνδύματα.
Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν Εὐλογητόν.
Ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης ἤρχισε νὰ τὰ λέγῃ ὅλα ἀπ᾿ ἔξω, τὴν προκαταρκτικὴν προσευχὴν καὶ τὸν Κανόνα, τὸ «Κύματι θαλάσσης».
Ὁ παπᾶ-Κυριάκος προέκυψεν εἰς τὰ βημόθυρα, ψάλλων τὸ «Δεῦτε λάβετε φῶς».
Ἤναψαν τὰς λαμπάδας κι ἐξῆλθον ὅλοι εἰς τὸ ὕπαιθρον ν᾿ ἀκούσωσι τὴν Ἀνάστασιν. Γλυκείαν καὶ κατανυκτικὴν Ἀνάστασιν ἐν μέσῳ τῶν ἀνθούντων δένδρων, ὑπὸ ἐλαφρᾶς αὔρας σειομένων εὐωδῶν θάμνων καὶ τῶν λευκῶν ἀνθέων τῆς ἀγραμπελιᾶς, «neige odorante du printemps».
Ψαλέντος τοῦ Χριστὸς Ἀνέστη, εἰσῆλθον πάντες εἰς τὸν ναόν. Θὰ ἦσαν τὸ πολὺ ἑβδομήκοντα ἄνθρωποι, ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παῖδες.
Ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸν Κανόνα τοῦ Πάσχα, ὁ δὲ ἱερεὺς ἅμα ἀντιψάλλων αὐτῷ ἐξ ἀνάγκης, ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ Βήματος, ἠτοιμάζετο νὰ πάρῃ καιρὸ καί, ἀφοῦ τελέσῃ τὸν ἀσπασμόν, νὰ ἔμβῃ εἰς τὴν λειτουργίαν.
Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰσῆλθεν ἢ μᾶλλον εἰσόρμησεν εἰς τὸ ναΐδριον, ἀκολουθούμενος ὑπὸ δυὸ ἄλλων ὁμηλίκων του, δωδεκαετὴς περίπου παῖς, ὑψηλὸς ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν του, ἀσθμαίνων καὶ ἐν ἐξάψει. Ἦτο ὁ Ζάχος, ὁ υἱὸς τοῦ παπᾶ-Κυριάκου.
Εἰσέβαλε πνευστιῶν εἰς τὸ ἱερὸν Βῆμα καὶ ἤρχισε νὰ ὁμιλῇ πρὸς τὸν ἱερέα. Ἡ φωνή του ἠκούετο ἀπὸ τοῦ χοροῦ, ἀλλ᾿ αἱ λέξεις δὲν διεκρίνοντο.
Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ἐντούτοις:
«Παπᾶ, παπᾶ!…»
(Τὰ παπαδοπούλα ἀπεκάλουν συνήθως παπὰ τὸν πατέρα των).
«Παπᾶ, παπᾶ!… Ὁ παπᾶ-Σφοντύλας ἀπ᾿ τὴν ὀξώπορτα… τὶς λειτουργίες… ἀπ᾿ τ᾿ ἅϊ-Βῆμα ἡ πεθερά του… κι ἡ παπαδιά… κουβαλοῦν… ἀπ᾿ τὴν ὀξώπορτα… τὶς λειτουργίες… ἀπ᾿ τ᾿ ἅϊ-Βῆμα… κι ἡ πεθερά του… κι ἡ παπαδιά…»
Μόνον ὁ παπᾶ-Κυριάκος ἦτο ἱκανὸς νὰ βγάλῃ νόημα ἀπὸ τὰ ἀσυνάρτητα ταῦτα καὶ ἀσθματικὰ λόγια τοῦ υἱοῦ του. Ἰδοὺ δὲ πῶς ἐξήγησε τὰ λεγόμενα: «Ὁ παπᾶ-Θοδωρὴς ὁ Σφοντύλας, ὁ σύντροφός του εἰς τὴν ἐνορίαν, ἔκλεπτε τὰς προσφοράς, μεταβιβάζων αὐτᾶς διὰ τῆς ἐξωθύρας τοῦ ἱεροῦ Βήματος εἰς χεῖρας τῆς συζύγου καὶ τῆς πενθερᾶς του».
Ἴσως τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ ἦτο τόσον ἀληθές, ὅσον ὁ Ζάχος ἤθελε νὰ τὸ παραστήσῃ. Διότι οὖτος ἀγαπῶν, ὡς ὅλοι οἱ νέοι, τὴν ἐξοχὴν καὶ τὴν διασκέδασιν, μετὰ δυσκολίας εἶχεν ὑπακούσει εἰς τὸ πατρικὸν κέλευσμα ὅπως μείνῃ εἰς τὴν πόλιν, καὶ ἀφορμὴν θὰ ἐζήτει διὰ νὰ τὸ στρίψῃ καὶ μεταβῇ εἰς νυκτερινὴν ἐκδρομὴν εἰς τὰ Καλύβια, ἀφοῦ μάλιστα εὐκόλως εὕρισκε συνοδοιπόρους ὀμήλικας.
Ἀλλ᾿ ὁ παπᾶ-Κυριάκος δὲν ἐσυλλογίσθη τίποτε. Ἐξήφθη ἀμέσως, ἠγανάκτησε, δὲν ἐκρατήθη. Ἤμαρτεν. Ἀντὶ δὲ νὰ καταφέρῃ σφοδρὸν ράπισμα κατὰ τῆς παρειᾶς τοῦ υἱοῦ του καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἥσυχος τὸ καθῆκον του… ἀπέβαλεν εὐθὺς τὸ ἐπιτραχήλιον, ἐξεδύθη τὸ φαιλόνιον, καὶ διασχίσας τὸν ναὸν ἐξῆλθεν, ἀποφεύγων τὸ βλέμμα τῆς πρεσβυτέρας του, ἥτις τὸν ἔβλεπεν ἔντρομος.
Ἀλλ᾿ ὁ μπάρμπα-Μηλιὸς κάτι ὑπόπτευεν ἐκ τῶν κινήσεων τούτων καὶ ἐξῆλθε κατόπιν του.
Εἰς πεντήκοντα δὲ βημάτων ἀπόστασιν ἀπὸ τοῦ ναοῦ, μεταξὺ τριῶν δένδρων καὶ δυὸ φρακτῶν, ὁ ἑπόμενος διάλογος συνήφθη:
«Παπᾶ, παπᾶ, ποῦ πᾶς;»
«Θὰ ῾ρθῶ, βλογημένε, τώρα ἀμέσως πίσω».
Δὲν ἤξευρε τί νὰ εἴπῃ. Ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι εἶχεν ἀπόφασιν νὰ καταβῇ εἰς τὴν πόλιν, νὰ ζητήσῃ λόγον διὰ τὴν κλοπὴν ἀπὸ τὸν συνεφημέριόν του! Εἰς τὸ βάθος δὲ τῆς συνειδήσεως τοῦ ἔλεγεν, ὅτι εἶχε καιρὸν νὰ ἐπιστρέψῃ πρὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου καὶ τελέσῃ τὴν λειτουργίαν.
«Ποῦ πᾶς;» ἐπέμενεν ὁ μπάρμπα-Μηλιός.
«Ἂς διαβάζῃ ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων κι ἔφθασα».
Ἐλησμόνει, ὅτι ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης δὲν ἠδύνατο ν᾿ ἀναγνώσῃ ἄλλα, ἢ ὅσα ἀπὸ στήθους ἐγνώριζεν.
«Ἀφήνω καὶ τὴν παπαδιά μου ἐδῶ, βλογημένε», ἐπανέλαβε ὁ παπᾶ-Κυριάκος, ἀμηχανῶν τί νὰ εἴπῃ. «Σᾶς ἀφήνω τὴν παπαδιά μου!»
Καὶ λέγων ἔτρεχεν.
Ὁ μπάρμπα-Μηλιὸς ἐπανῆλθε κατηφὴς ἐντὸς τοῦ ναοῦ.
«Καλὰ τὸ ἔλεγα ἐγώ», ἐψιθύρισε.
Μεγίστη ἀπορία ἐπεκράτει ἐν τῷ παρεκκλησίῳ. Οἱ χωρικοὶ ἐκοίταζον ἐρωτηματικῶς ἀλλήλους. Ψιθυρισμοὶ ἠκούοντο.
Αἱ γυναῖκες ἠρώτων τὴν παπαδιὰν νὰ εἴπῃ αὐταῖς τί τρέχει· ἀλλ᾿ αὕτη ἦτο ἡ ὀλιγότερον πάντων τῶν ἄλλων γνωρίζουσα.
Ἐντούτοις ὁ ἱερεὺς ἔτρεχεν, ἔτρεχεν. Ὁ ψυχρὸς ἀὴρ ἐδρόσισεν ὀλίγον τὸ μέτωπόν του.
«Καὶ πῶς νὰ θρέψω ἐγὼ τόσα παιδιά», ἔλεγεν, «ὀκτώ, μὲ τὸ συμπάθιο, κι ἡ παπαδιὰ ἐννιά, κι ἐγὼ δέκα! Ὁ ἕνας νὰ σὲ κλέφτῃ ἀπ᾿ ἐδῶ, κι ὁ ἄλλος ἀπ᾿ ἐκεῖ!»
Πεντακόσια βήματα ἀπὸ τοῦ ναοῦ ὁ δρόμος ἐκατηφόριζε, καὶ κατήρχετο τὶς εἰς ὡραίαν κοιλάδα. Εἷς νερόμυλος εὐρίσκετο ἐπὶ τῆς κλιτύος ἐκείνης, παρὰ τὴν ὁδόν.
Ἀκούσας ὁ ἱερεὺς τὸν ἠδὺν μορμυρισμὸν τοῦ ρύακος, αἰσθανθεὶς ἐπὶ τοῦ προσώπου του τὴν δρόσον, ἐλησμόνησεν, ὅτι εἶχε νὰ λειτουργήσῃ (πῶς καὶ ποῦ νὰ λειτουργήσῃ;) καὶ ἔκυψε νὰ πίῃ ὕδωρ. Ἀλλὰ τὸ χεῖλος του δὲν εἶχε βραχεῖ ἀκόμη, καὶ αἴφνης ἐνθυμηθείς, ἀνένηψεν.
«Ἐγὼ ἔχω νὰ λειτουργήσω», εἶπε, «καὶ πίνω νερό;»
Καὶ δὲν ἔπιε.
Τότε ἦλθεν εἰς αἴσθησιν.
«Τί κάμνω ἐγώ», εἶπε, «ποῦ πάω;»
Καὶ ποιήσας τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ εἶπεν:
«Ἥμαρτον, Κύριε! Ἥμαρτον! Μὴ μὲ συνερισθῇς».
Ἐπανέλαβε δέ:
«Ἐὰν ἐκεῖνος ἔκλεψεν, ὁ Θεὸς ἂς τὸν… συγχωρήσῃ κι ἐκεῖνον κι ἐμέ. Ἐγὼ πρέπει νὰ κάμω τὸ χρέος μου…»
Ἠσθάνθη δάκρυ βρέχον τὴν παρειάν του.
«Ὤ, Κύριε», εἶπεν ὁλοψύχως, «ἥμαρτον, ἥμαρτον! Σὺ παρεδόθης διὰ τὰς ἁμαρτίας μας καὶ ἡμεῖς σὲ σταυρώνομεν κάθε μέρα».
Καὶ ἐστράφη πρὸς τὸν ἀνήφορον, σπεύδων νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ παρεκκλήσιον, ὅπως λειτουργήσῃ.
«Καὶ ἤθελα νὰ πιῶ καὶ νερό», εἶπε. «Δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ λειτουργήσω. Ἀλλὰ πῶς νὰ κάμω; Δὲν πρέπει νὰ μεταλάβω. Θὰ λειτουργήσω χωρὶς μετάληψιν, δὲν εἶμαι ἄξιος!… Δεῦτε τοῦ καινοῦ της ἀμπέλου γεννήματος!… Ἐγὼ ἄξιος δὲν εἶμαι!»
Καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν, ὅπου μετ᾿ ἀγαλλιάσεως οἱ χωρικοὶ τὸν εἶδον.
Ἐτέλεσε τὴν ἱερὰν μυσταγωγίαν καὶ μετέδωκεν εἰς τοὺς πιστούς, φροντίσας νὰ καταλύσῃ διὰ στόματος αὐτῶν ὅλον τὸ ἅγιον ποτήριον. Αὐτὸς δὲν ἐκοινώνησεν, ἐπιφυλαττόμενος νὰ τὸ εἴπῃ εἰς τὸν πνευματικὸν καὶ πρόθυμος νὰ δεχθῇ τὸν κανόνα.
Περὶ τὴν μεσημβρίαν, μετὰ τὴν Δευτέραν Ἀνάστασιν, οἱ χωρικοὶ τὸ ἔστρωσαν ὑπὸ τὰς πλατάνους παρὰ τὴν δροσερὰν πηγήν.
Ὡς τάπητας εἶχον τὴν χλόην καὶ τὰ χαμολούλουδα, ὡς τράπεζαν πτέριδας καὶ κλάδους σχοίνων.
Ἡ δροσερὰ αὔρα ἐκίνει μετὰ θροῦ τοὺς κλώνας τῶν δένδρων καὶ ὁ Φταμηνίτης μὲ τὴν λύραν του ἀντέδιδε φθόγγους λιγυρούς.
Ἡ ὡραία Ξανθή, ἡ σύζυγος τοῦ Φταμηνίτου, ἐκάθητο μεταξὺ τῆς μητρός της Μελάχρως καὶ τῆς θεία-Κρατήρως, τῆς πενθερᾶς της, φροντίζουσα νὰ ἔχῃ ἐν μέρει τὰς παρειὰς κεκαλυμμένας μὲ τὴν μανδήλαν, καὶ νὰ βλέπῃ μᾶλλον πρὸς τὸν κορμὸν τῆς γιγαντιαίας πλατάνου, ὅπως μὴ τὴν κοιτάζωσιν οἱ ἄνδρες καὶ ζηλεύει ὁ σύζυγός της.
Ἡ ἀδελφή της, τὸ Ἀθῶ, δεκαπεντούτις κόρη, ἄγαμος, ἄφροντις, ὡραία καὶ αὐτή, ποσάκις δὲν τὴν ἐπείραζε, λέγουσα:
«Ἀρή, τί τὸν ἤθελες, ἀρή; Δὲν τὸν ἔπαιρνα, νὰ μοῦ χαρίζανε τὸν οὐρανὸ μὲ τ᾿ ἄστρα… Καλύτερα νὰ γινόμουν καλόγρια!»
Τὸ βέβαιον ἦτο, ὅτι ὁ Φταμηνίτης δὲν διέπρεπεν οὔτ᾿ ἐπὶ κάλλει, οὔτ᾿ ἐπὶ μεγέθει σώματος, ἀλλ᾿ ἀνεπλήρου τὰς ἐλλείψεις ταύτας δι᾿ εὐστροφίας σώματος καὶ πνεύματος, καὶ διὰ φαιδρότητος καὶ εὐθυμίας.
Ὁ παπᾶ-Κυριάκος προήδρευε τοῦ συμποσίου, ἔχων ἀπέναντι τοῦ τὴν παπαδιάν, βραχύσωμον, στρογγυλοπρόσωπον, μελαχρινήν, ἀγαθοτάτην, ἥτις ἐν ἀθωότητι ἐξεκόλαπτε σχεδὸν κατ᾿ ἔτος ἓν παπαδόπουλον, χωρὶς νὰ τὴν μέλει οὔτε διὰ παλληκαροβότανα, οὔτε διὰ στερφοβότανα, περὶ ἃ τυρβάζουσιν ἄλλαι γυναῖκες.
Δεξιόθεν τοῦ ἱερέως ἐκάθητο ὁ μπάρμπα-Μηλιός, προεστὼς ἅμα καὶ πρόθυμος θεράπων τῆς κοινότητος, ἠξεύρων νὰ ψήνει, ὡς οὐδεὶς ἄλλος, τὸ ἀρνί, λιανίζων μεθοδικότατα δι᾿ ὅλους, καὶ τρώγων ἅμα καὶ προπίνων.
Εἰς τὰς προπόσεις μάλιστα δὲν εἶχεν ἐφάμιλλον. Μετὰ τὴν σύντομον καὶ τυπικὴν τοῦ ἱερέως πρόποσιν, ἐγερθεὶς ὁ μπάρμπα-Μηλιός, κρατῶν τὴν τσότραν τὴν ἐπταόκαδον, ἤρχισε νὰ χαιρετίζῃ τοὺς πάντας καὶ ἕνα ἕκαστον ὡς ἑξῆς:
«Χριστὸς Ἀνέστη! Ἀληθινὸς ὁ Κύριος! Ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς πάντας τοὺς αἰώνας!»
Εἶτα μετὰ τὸ προοίμιον εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν:
«Γειά σας! Καλὴ γειά! Διάφορο! Καλὴ καρδιά! Παπᾶ μ᾿, νὰ χαίρεσαι τὸ πετραχήλι σ᾿! Παπαδιά, νὰ χαίρεσαι τὸν παπᾶ σ᾿ καὶ τὰ παιδάκια σ᾿! Ξάδελφε Θοδωρῆ, νὰ ζήσεις νὰ τὰ χαίρεσαι! Κουμπάρε Παναγιώτ᾿, ὅπως ἔτρεξες μὲ τὸ λάδ᾿, νὰ τρέξεις καὶ μὲ τὸ κλῆμα! Σ᾿μπεθέρα Κρατήρα, νὰ χαίρεσαι, μ᾿ ἕναν καλὸν γαμπρό! Ἀνεψιὲ Γιώργη, τίμια στέφανα! Στὸ γάμο σας νὰ χαροῦμε! Κουμπάρα Κυπαρίσσου, μὲ μιὰ καλὴ νύφη νὰ ζήσεις νὰ χαρεῖς! Ἐβίβα ὅλοι! Τέ-πέρ-τέ. Πάντα χαρούμενοι! Στὴν ὑγειά σας! Συμπεθέρα Ξανθή, καλὴ λευτεριά! Στὴν ὑγειά σας! Πάντα χαρούμενοι! Πάντα με τὸ καλό!».
Καὶ ἀνάλογος πρὸς τὸ πρόσωπον ὑπῆρξε ἡ πόσις.
Ἀλλὰ καὶ ὁ Φταμηνίτης ἠθέλησε νὰ προπίῃ κατ᾿ ἄλλον ὅμως στενότερον τρόπον· ἠθέλησε νὰ βρῇ τὴν γυναίκα του, καὶ ἠνάγκασεν αὐτὴν ν᾿ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν πρόποσιν.
«Μπρόμ!»
«Πιὲ κι δώ᾿ μ᾿!»
«Μὲ κρασί!»
«Καλῶς τ᾿ν ἀγάπη μ᾿ τὴ χρυσή!»
Καὶ πιὼν αὐτὸς μετεβίβασε τὴν τσότραν εἰς τὴν ὡραίαν Ξανθή, ἥτις ἔβρεξε τὰ χείλη.
Εἶτα ἤρχισαν τὰ ἄσματα. Ἐν πρώτοις τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, ὕστερον τὰ θύραθεν. Ὁ μπάρμπα-Μηλιὸς θελήσας νὰ ψάλῃ καὶ αὐτὸς τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, τὸ ἐγύριζε πότε εἰς τὸν ἀμανὲ καὶ πότε εἰς τὸ κλέφτικο.
Ἀλλ᾿ ὁ πλέον ἰδιόρρυθμος πάντων τῶν ψαλτῶν ἦτο ὁ μπάρμπα-Κίτσος, γηραιὸς χωροφύλαξ, Χειμαρριώτης, παλαιὸς τακτικός, λησμονημένος ἀπὸ τῆς βαυαρικῆς ἐποχῆς ἐν τῇ νήσῳ. Ἀμφέβαλλε καὶ αὐτὸς ἂν τὸν εἶχαν περασμένον εἰς τὰ μητρῶα· πότε τοῦ ἔστελναν μισθόν, πότε ὄχι. Ἐφόρει χιτώνα μὲ ἀνοικτὰς θυρίδας, βραχείαν περισκελίδα μέχρι τοῦ γόνατος καὶ τουζλούκια. Ὁ δήμαρχος τοῦ τόπου (διότι ὑπῆρχε, φεῦ! καὶ δήμαρχος) τὸν εἶχε στείλει νὰ κάμει Πάσχα εἰς τὰ Καλύβια, διὰ νὰ φυλάξῃ δῆθεν τὴν τάξιν, καίτοι οὐδεμιᾶς φυλάξεως ἦτο ἀνάγκη. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι τὸν ἔστειλε νὰ καλοπεράσῃ πλησίον τῶν ἀνοιχτόκαρδων ἐξωμεριτῶν, οἵτινες τοῦ ἤρεσκον τοῦ μπάρμπα-Κίτσου, ἂς τοὺς ἔλεγον καὶ «τσουπλακιές» ἢ «χαλκοδέρες». Ἐὰν ἔμενεν ἐν τῇ πόλει, ὁ δήμαρχος θὰ ἦτον ὑπόχρεως νὰ τὸν φιλεύσῃ τὸν μπάρμπα-Κίτσον, καθὼς τὸν εἶχαν κακομάθει οἱ προκάτοχοί του, ἔλεγε – νὰ τὸν φιλεύσῃ κουλούραν καὶ αὐγά. Τί ἔθιμα!
Ὁ μπάρμπα-Κίτσος, ἀφοῦ ἠσπάσθη τρὶς ἢ τετράκις τὴν τσότραν, ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, κατ᾿ ἰδιάζοντα αὐτῷ τρόπον, ὡς ἑξῆς:
Κ᾿στὸ – μπρὲ – Κ᾿ στὸς Ἀνέστη
ἐκ νεκρῶν θανάτων θάνατον μπατήσας
κι ἔντοις ἔντοις μνήμασι
ζωήν, παμμακάριστε!
Καὶ ὅμως, μεθ᾿ ὅλην τὴν ἰδιορρυθμίαν ταύτην, οὐδεὶς ποτὲ ἔψαλλεν ἱερὸν ἄσμα μετὰ πλείονος χριστιανικοῦ αἰσθήματος καὶ ἐνθουσιασμοῦ, ἑξαιρουμένου ἴσως τοῦ γνωστοῦ ἐν Ἀθήναις γηραιοῦ καὶ σεβασμίου Κρητός, τοῦ ψάλλοντος τὸ «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν…» μὲ τὴν ἑξῆς προσθήκην: «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν, τῶν μὴ προσκυνούντων, οἱ κερατάδες! τὴν εἰκόνα σου τὴν σεπτήν, τὴν ἱστορηθείσαν ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου Λουκᾶ…»
Ἀληθεῖς ὀρθόδοξοι Ἕλληνες!
Περὶ τὴν δείλην εἶχεν ἀρχίσει ὁ χορός, χορὸς κλέφτικος (διότι αἱ γυναῖκες ἐπεφυλάττοντο διὰ τὴν Δευτέραν καὶ τὴν Τρίτην, ὅπως χορεύσωσι τὸν συρτὸν καὶ τὴν καμάρα), καὶ ὁ παπᾶ-Κυριάκος, μετὰ τῆς παπαδιᾶς καὶ τοῦ Ζάχου, ὅστις ἐγλύτωσε τὸ ξύλο χάριν τῆς ἡμέρας (διότι ὁ πατήρ του εἶχε θυμώσει εἶτα κατ᾿ αὐτοῦ, ὡς γενομένου αἰτίου τῆς χασμωδίας ἐκείνης), ἀποχαιρετήσαντες τὴν συντροφίαν, κατῆλθον εἰς τὴν πολίχνην.
Ὁ παπᾶ-Κυριάκος ἔδωκε πλῆρες εἰς τὸν συνεφημέριόν του τὸ ἀπὸ τῆς ἐξοχῆς μερίδιον, καὶ οὔτε κατεδέχθη νὰ κάμῃ λόγον περὶ τῆς ὑποτιθεμένης κλοπῆς.
Ἐντούτοις ὁ παπᾶ-Θοδωρῆς οἴκοθεν τῷ εἶπεν, ὅτι τὸ ἐκ τῆς ἐνορίας μερίδιον του εὐρίσκετο ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ, τοῦ παπᾶ-Θοδωρῆ. Ἔκρινε καλόν, εἶπε, νὰ μετακομίσῃ διὰ τῆς ἐξώθυρας τοῦ ἁγίου Βήματος οἴκαδε καὶ τὰ δυὸ μερίδια, διὰ νὰ μὴ βλέπουν τινὲς τῶν ἄγαν ἐπιπολαίων καὶ γλωσσαλγῶσιν, ὅτι οἱ ἱερεῖς ἔχουν δῆθεν πολλὰ εἰσοδήματα. «Ὁ κόσμος ξιππάζεται(;)», εἶπεν, «ἅμα μᾶς ἰδῇ μίαν καλὴ μέρα νὰ πάρουμε τίποτε λειτουργίες, καὶ δὲν συλλογίζεται πόσες ἑβδομάδες καὶ μῆνες παρέρχονται ἄγονοι!»
Ἐντεῦθεν ἡ παρανόησις τοῦ Ζάχου.

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails