ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Τρίτη, Οκτωβρίου 31, 2017

π.Στεφ.Freeman-Tα όρια της ζωής μας



Πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια, ὡς νεαρὸς φοιτητὴς τῆς θεολογικῆς σχολῆς, ἤθελα νὰ ζωγραφίσω εἰκόνες. Δὲν γνώριζα τίποτε γιὰ τὶς εἰκόνες, παρὰ μόνο ὅτι μοῦ ἄρεσαν καὶ ὅτι ἦταν ἅγιες. Γιὰ μένα ἦταν σὰν νὰ μὴν ὑπῆρχε ἡ πλούσια βιβλιογραφία γιὰ τὰ ὑλικὰ καὶ τὸ νόημά τους καθὼς καὶ γιὰ τὴν τεχνική τῆς εἰκονογραφίας. Τὸ ἴδιο μηδαμινὴ ἦταν καὶ ἡ γνώση μου τῆς ζωγραφικῆς. Ἀλλὰ ἔσπευσα σὰν τρελὸς νὰ ἀγοράσω ὑλικὰ (τὰ ὁποῖα ἦταν λανθασμένα ἔτσι κι ἀλλιῶς) καὶ ἔστησα ἕνα τεράστιο καμβὰ στὴν εἴσοδο τοῦ διαμερίσματός μου. Καὶ ἐκεῖ ἄρχισα νὰ ζωγραφίζω μία εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ Παντοκράτορα. Δὲν εἶχα ἐκπαιδευτεῖ καθόλου καὶ δὲν χρησιμοποίησα κανένα μοντέλο. Ἁπλῶς ζωγράφιζα. Ἡ προσπάθειά μου διήρκεσε σχεδὸν ἕνα μήνα. Ὅταν τελικὰ ἔφτασα τὸ σημεῖο ποὺ λογικὰ θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι «τελείωσα», ρώτησα ἕνα φίλο μου, συμφοιτητή, ποὺ ἦταν καὶ ζωγράφος νὰ ἀξιολογήσει τὸ ἔργο μου.

Καὶ ἦρθε. Καὶ γέλασε.

«Ξέρεις σὲ ποιὸν μοιάζει;»

«Τὸν Χριστό;» ἀντέτεινα δειλά.

«Ὄχι, σὲ σένα μοιάζει!» Καὶ μοῦ ἐξήγησε κάτι ποὺ γνωρίζουν ὅλοι οἱ ζωγράφοι. Ἂν ζωγραφίζεις χωρὶς μοντέλο ὑπάρχει μεγάλη πιθανότητα νὰ ζωγραφίσεις ἀσυναίσθητα τὸν ἑαυτό σου. Ἡ εἰκόνα ἦταν «ὁ ἑαυτούλης μου».

Σκέφτομαι ἀρκετὰ συχνὰ αὐτὸ τὸ συμβὰν (καὶ ἔχω γράψει κιόλας γι’ αὐτό). Ὑπάρχει ἕνα πνευματικὸ μάθημα σ’ αὐτό. Τὸ νὰ ζωγραφίζει κάποιος χωρὶς μοντέλο, κατ’ εὐθείαν ἀπὸ τὴ φαντασία, σημαίνει νὰ ζωγραφίζει χωρὶς ὅρια. Τὸ μόνο πράγμα ποὺ ὑπάρχει χωρὶς ὅρια εἶναι τὸ ἐγώ μου, ὁ φανταστικὸς ἑαυτός μου. Ἡ «εἰκόνα» ποὺ ζωγράφισα τοῦ Χριστοῦ ἀποτέλεσε τὴν ἰδανικὴ ἀναπαράσταση τῆς ἁμαρτίας: τὸ ἐγὼ ὡς Θεός.

Πῶς διαφοροποιοῦμαι τὸ ἐγώ μας ἀπὸ τὸν Ἄλλο; Ὁ μόνος τρόπος εἶναι νὰ ἀναγνωρίσουμε τὰ ὅρια, ὅτι ὑπάρχει μία γραμμή, ἕνας χῶρος, ἕνας φράκτης ποὺ μὲ χωρίζει ἀπὸ τὸν Ἄλλο. Ἡ ἀγάπη δὲν προσπαθεῖ νὰ διαπεράσει τὸ ὅριο, οὔτε νὰ τὸ θολώσει. Ἡ ἀγάπη προϋποθέτει ἕνα περιορισμὸ τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ τοῦ προβαλλόμενου ἐγώ. Ἡ ζωή σου δὲν ἔχει νὰ κάνει μὲ μένα.

Τὰ ὅρια παίρνουν πολλὲς μορφές. Μπορεῖ νὰ εἶναι ἀνησυχίες, ἀπόψεις, ἀνάγκες, φόβοι γιὰ κάποιο ἄλλο πρόσωπο. Αὐτὰ τὰ ψυχολογικὰ χαρακτηριστικὰ δὲν χρειάζεται νὰ εἶναι ἀπόλυτα γιὰ νὰ εἶναι ὅρια. Ὡς ὅρια κάποιας ἄλλης ὕπαρξης δὲν εἶναι ὁ ἑαυτός μου. Σταματῶ ἐκεῖ ποὺ ἀρχίζεις ἐσύ.

Τὸ ἐγώ μας, τὸ ὁποῖο ξεχωρίζω ἀπὸ τὸν ἀληθινὸ ἑαυτό, βρίσκει μεγάλη δυσκολία μὲ τὰ ὅρια. Τὸ ἐγὼ εἶναι μία ἀφήγηση τῆς ζωῆς μας ποὺ δημιουργήσαμε ἐμεῖς. Εἶναι ἡ ἱστορία ποὺ λέμε γιά μᾶς. Εἶναι συχνὰ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἀντιλαμβανόμαστε κάποια πράγματα καὶ τὰ ξεκαθαρίζουμε. Αὐτὴ εἶναι μία συνεχὴς διαδικασία ποὺ ἀναθεωρεῖται συνέχεια. Μᾶς προκαλεῖ νὰ κρίνουμε καὶ νὰ κριτικάρουμε, νὰ ζυγίσουμε καὶ νὰ συγκρίνουμε. 

Ὁ Ἀρχ. Μελέτιος Γουέμπερ περιγράφει αὐτὴν τὴ διαδικασία ὡς τὴν ἐργασία τοῦ μυαλοῦ (σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ διαδικασία τῆς καρδιᾶς):

«Γιὰ νὰ εἴμαστε σωστοὶ γιὰ ὁτιδήποτε, τὸ μυαλὸ μας ἔχει ἀνάγκη νὰ βρεῖ κάποιον ἢ κάτι ποὺ εἶναι λανθασμένο. Ὑπὸ κάποια ἔννοια, τὸ μυαλὸ ψάχνει πάντοτε γιὰ ἕναν ἐχθρὸ (τὸ ἄτομο ποὺ εἶναι «λανθασμένο») γιατί χωρὶς τὸν ἐχθρό, τὸ μυαλὸ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι σίγουρο γιὰ τὴν ταυτότητά του. Ὅταν ὑπάρχει ἐχθρός, τότε μπορεῖ νὰ νιώσει περισσότερη σιγουριὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἐπειδὴ τὸ μυαλὸ συνέχεια ψάχνει τὴ βεβαιότητα, ἡ ὁποία εἶναι παράγωγο τῆς ἐπιθυμίας νὰ εἶναι κάποιος ὀρθός, ἡ διαδικασία μὲ τὴν ὁποία ψάχνουμε καὶ βρίσκουμε ἐχθροὺς εἶναι ἕνας συνεχὴς ἀγώνας ἐπιβίωσης. Τὸ νὰ ἀναγνωρίζει τοὺς ἐχθροὺς εἶναι γιὰ τὸ μυαλὸ ὄχι ἕνα ἀτυχὲς ἐλάττωμα τοῦ χαρακτήρα, ἀλλὰ ἕνα οὐσιαστικὸ καὶ ἀναγκαῖο ἔργο… Δυστυχῶς τὸ νὰ εἶναι κάποιος σωστὸς δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ χρειάζονται οἱ ἄνθρωποι ἔστω καὶ ἂν δαπανοῦν μεγάλο μέρος τῆς ζωῆς τους προσπαθώντας νὰ τὸ ἐπιτύχουν. Ἡ ὑπεράσπιση τοῦ ἐγὼ εἶναι σχεδὸν πάντοτε θέμα νὰ εἴμαστε ὀρθοί». (Ἀπὸ τό: Ψωμὶ καὶ Νερό, Κρασὶ καὶ Λάδι)

Κατὰ παράδοξο τρόπο, αὐτὴ ἡ διαδικασία δημιουργεῖ λανθασμένα ὅρια, τὰ ὅρια ποὺ στοιχειοθετοῦν τὸν ὁρισμὸ τοῦ ἴδιου τοῦ ἐγώ. Καὶ ἔτσι εἶναι οὐσιαστικὰ μία ναρκισσιστικὴ ἄποψη γιὰ τὸν κόσμο, ἕναν κόσμο σύμφωνα μὲ μένα. Ὅταν συναντοῦμε τὰ ἀληθινὰ ὅρια, τότε βρίσκουμε τὰ ὅρια τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ ἑπομένως ἀρχίζουμε νὰ βρίσκουμε τὸν ἀληθινὸ ἑαυτό μας. Ἡ φύση τῆς καρδιᾶς (καὶ τοῦ ἀληθινοῦ ἑαυτοῦ) δὲν ὁρίζει τὸν ἑαυτό της ἀπὸ τὰ ὅριά της ἢ ἀπὸ τὸν ὁρισμὸ τοῦ ἄλλου ὡς λανθασμένου. Ἀποδέχεται μᾶλλον παρὰ κρίνει. Εἶναι σιωπηλὴ ἀντὶ θορυβώδης. Ἡ συνάντηση μὲ τὰ ὅρια δὲν προάγει τὴν ἀνάγκη τῆς ἐξέτασης, τοῦ προσδιορισμοῦ καὶ τῆς συζήτησης.

Ὅταν τὸ ἐγὼ ἀναζητᾶ τὸ Θεό, ἀπογοητεύεται βαθειὰ ἀπὸ τὴ σιωπή Του. Τὰ ὅρια τῆς σιωπῆς, τοῦ σκότους καὶ τῆς ἀπόκρυψης μὲ τὰ ὁποῖα συνήθως ὁ Θεὸς περιβάλλει τὸν Ἑαυτό Του, ἀντιμετωπίζονται μὲ ἀπογοήτευση, ἐπιχειρήματα, θυμὸ, ἀκόμα καὶ ἀπόρριψη. Τὸ ἐγὼ συχνὰ ἀντικαθιστᾶ τὰ προϊόντα τοῦ μυαλοῦ μὲ τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς ὡς ἰδέα εἶναι ἕνας Θεὸς ποὺ ταιριάζει ἀπόλυτα στὶς ἀνάγκες τοῦ ἐγώ. Τέτοιος Θεὸς θὰ καταλήξει νὰ εἶναι μία εἰκόνα τοῦ ἴδιου τοῦ ἐγώ. Ἀναπόφευκτα γινόμαστε αὐτὸ τὸ ὁποῖο λατρεύουμε.

Τὰ χρόνια κατὰ τὰ ὁποῖα ἔψαχνα σοβαρὰ γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, μὲ ἕλκυε ἕνας Θεὸς τὸν ὁποῖο δὲν μποροῦσα νὰ ἀποκτήσω. Ἀντιλαμβανόμουν τὴν εὐχαριστιακὴ πειθαρχία τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ὅτι ὑπῆρχαν πράγματα ποὺ δὲν μποροῦσα νὰ φάω ἢ νὰ πιῶ καὶ χώρους στοὺς ὁποίους δὲν μποροῦσα νὰ ἐπισκεφτῶ, ἐνῶ τὸ πνευματικό μου ταξίδι ἔξω ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία δὲν εἶχε ὅρια. Μποροῦσα νὰ πάω ὅπου ἤθελα, νὰ πῶ ὁτιδήποτε, νὰ φάω ἢ νὰ πιῶ καὶ νὰ ταξιδέψω ὅπου ἤθελα. Καὶ ἔτσι κάθε προσπάθεια ποὺ κατέβαλλε τὸ ἐγώ μου, μὲ ἔφερνε ἀντιμέτωπο μὲ τὸ ἴδιο τὸ ἐγώ μου. Οἱ ἀκολουθίες τῆς Κυριακῆς ποὺ ἐπιτελοῦσα ὡς Ἀγγλικανὸς ἱερέας ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα μεγάλων διαπραγματεύσεων, μεταξύ τοῦ δικοῦ μου ἐγὼ ἐνάντια στὰ ἐγὼ τῶν ἄλλων ποὺ ἤθελαν κάτι ἄλλο. Ἡ λατρεία ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς ἀνήσυχης εἰρήνης, μιὰ ἐκπαίδευση σ’ ἕναν ἀνταρτοπόλεμο. Στὴν τελευταία μου ἐνορία, εἴχαμε τρεῖς λειτουργίες κάθε Κυριακή, γιὰ τρεῖς διαφορετικὲς ὁμάδες, οἱ ὁποῖες συχνὰ δὲν συμπαθοῦσαν ἡ μία τὴν ἄλλη.

Ἡ σύγχρονη συνήθεια τοῦ νὰ ψάχνουμε μία φιλικὴ Ἐκκλησία εἶναι τὸ λογικὸ παράγωγο μιᾶς ζωῆς ποὺ περιστρέφεται γύρω ἀπὸ τὴ θεωρία τῆς ἀγορᾶς. Ἀλλὰ δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ θεραπεύσει τὴν ἀσθένεια ποὺ μᾶς ταλαιπωρεῖ ὅλους. Ὁ Ἰησοῦς δὲν πέθανε γιὰ νὰ σώσει τὸ ἐγώ. Πέθανε γιὰ νὰ τὸ νεκρώσει. Ὅταν μεταστράφηκα στὴν Ὀρθοδοξία, ἕνας φίλος, ὁ ὁποῖος ἀσπαζόταν τὸ σύγχρονο φιλελευθερισμό, εἶπε: «Ὁ Στέφανος ἔγινε Ὀρθόδοξος γιατί φοβᾶται τὴν ἀλλαγή».

Γιὰ τὴν ἀκρίβεια ἔγινα Ὀρθόδοξος γιατί φοβόμουν ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχε ἀλλαγή, ἀλλὰ ὅτι οἱ ἴδιες κουβέντες θὰ ἐπαναλαμβάνονταν διαρκῶς.

Τὸ ἐγὼ κατασκευάζει μία χαρούμενη πόλη, γεμάτη μὲ κτίρια, ποὺ εἶναι προϊόντα διαπραγμάτευσης καὶ διαρκῶς μεταβαλλόμενους δρόμους. Δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν ἀξίες γιατί δὲν ὑπάρχει πραγματικότητα. Μόνο τὰ ὅρια ποὺ βάζουμε στὴ ζωὴ μας φανερώνουν τὸ ποιοὶ εἴμαστε. Ἐγὼ δὲν εἶμαι Θεός.


Μετάφραση: Φιλοθέη
από ΑΓΙΑ ΖΩΝΗ

Δευτέρα, Οκτωβρίου 30, 2017

Ο Χριστός αισθάνεται την πείνα των πεινασμένων σαν δική του πείνα...




<<επείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν» ( Ματθ. 25, 35), θα πει ο Κύριος την ημέρα της Κρίσεως στους ελεήμονες . Εσύ παραξενεύεσαι , διαβάζοντας το Ευαγγέλιο, πότε ήταν ο Χριστός πεινασμένος στη γη;

Δεν μιλά μόνο για την εποχή που βρισκόταν στη γη σωματικά, αλλά για όλες τις εποχές , έως τέλους. Ούτε μόνο στους ελεήμονες εκείνης της εποχής αλλά όλων των εποχών. Ο Χριστός και σήμερα αισθάνεται την πείνα των πεινασμένων σαν δική Του πείνα. Αυτός πεινά μέσω όλων των φτωχών στη γη, μέσω όλων των ζητιάνων, μέσω όλων των παραγκωνισμένων και περιφρονημένων. Η πεινά τους είναι η δική Του πείνα. Παρόλο που αυτοί είναι παραγκωνισμένοι από τον κόσμο, από τον Θεό είναι εκλεκτοί, για να δοκιμάζουν τις καρδιές των πλουσίων. «Ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» ( Ματθ. 25, 40 ). Αυτός, Υπέρ- πλούσιος και Παμμέγιστος , ταυτίζει τον εαυτό Του με τους φτωχότατους και ελάχιστους∙ τους ονομάζει αδέλφια Του για να μαλακώσει τις καρδιές των πλουσίων και για να τους προτρέψει στην οδό της σωτηρίας. Με τη βοήθεια των ελαχίστων θέλει να σώσει τους μέγιστους, με τη βοήθεια των φτωχότατων τους πλουσιότατους , με τη βοήθεια των πλέον αδυνάτων τους πλέον ισχυρούς αυτού του κόσμου. Τέτοια είναι η μέθοδός Του , η μέθοδος της σωτηρίας των ανθρώπων. Αφού το παντοδύναμο χέρι Του στέκει πίσω από τιποτένια εργαλεία. Αυτός θέλει , όλοι να εξαρτώνται ο ένας από τον άλλον, και να βοηθούν τη σωτηρία ο ένας του άλλου. Γι’ αυτό, όποιος δίνει στον πεινασμένο, ας δίνει με φόβο σαν να βάζει στο χέρι του Χριστού αυτοπροσώπως . Ο χορηγός να δίνει εν ονόματι του Χριστού , ενώ ο λαβών ας δέχεται εν ονόματι του Χριστού, για να είναι η ευλογία του Χριστού και στις δύο πλευρές.
Η προσευχή του φτωχού ηχεί δυνατά μπροστά στον Δημιουργό . Μας έλεγε κάποιος άνθρωπος , πως ξεκίνησε για το δικαστήριο, να ακούσει την απόφαση. Μια μέρα πριν δυο άνθρωποι δήλωσαν μπροστά στο δικαστήριο , ότι θα ορκιστούν εναντίον του. Ο άνθρωπος ήταν αθώος. Καθ’ οδόν βλέπει έναν άνθρωπο χωρίς πόδια στον δρόμο να ζητιανεύει. Αυτός του πρόσφερε ελεημοσύνη και του είπε: «έχω βάσανα, αδελφέ, προσευχήσου στον Χριστό για μένα!». «Μην φοβάσαι , ο Θεός θα σε βοηθήσει!» , απάντησε ο φτωχός. Στο δικαστήριο, εκείνοι οι δύο αντίπαλοι τρέμοντας δήλωσαν, ότι δεν μπορούν να ορκιστούν. Κι εκείνος ο άνθρωπος απελευθερώθηκε.
Κι εσύ όταν δίνεις στον φτωχό παρακάλεσέ τον να προσευχηθεί στον Χριστό για σένα ή για τα παιδιά σου ή για τους νεκρούς σου!
Ειρήνη σε σένα και χαρά από τον Κύριο.

Στόν πωλητή Ἀντζέμ Σ. γιά τόν πεινασμένο Χριστό.

Πηγή: «ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ
Δεν φτάνει μόνο η πίστη…
ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ Β΄»
Εκδόσεις «εν πλώ»

ΑΠΑΝΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Κυριακή, Οκτωβρίου 29, 2017

Κυριακή Ζ΄Λουκά: Η σιωπηλή ευγένεια της αιμορροούσας


Στην ιστορία την τραγική των ανθρώπων αναφέρονται κάποια πλάσματα, ευαίσθητα και ταπεινά, με την χριστιανική έννοια της λαθότητας και της καρτερίας, που υποφέρουν για χρόνια πειρασμούς και δοκιμασίες. 

Υποφέρουν την αναλγησία και εκμετάλλευση των ασυνειδήτων ανθρώπων για την κατάσταση τους, η οποία μπορεί να είναι μια ασθένεια σωματική , μια κοινωνικη απαξίωση, ένας στιγματισμός, μια περιθωριοποίηση, ο χειρισμός τους εις όφελος τρίτων. Και αυτοί οι άνθρωποι, αντί να γογγύζουν,να εξεγείρονται, να επαναστατούν, ζούν καρτερικά μέσα στην εύγλωττη σιωπή τους και την μακαρία ταπείνωση τους, πού είναι τόσο ηρωϊκή όσο και η σπαραχτική άμυνα ενός και μόνου μαχητή έναντι ενός στρατεύματος.

Οι δοκιμασίες, οι θλίψεις, η απαξίωση των γύρω, ο πόνος σωματικός και ψυχικός, καταβάλλουν τον άνθρωπο. Τον οδηγούν στο να μισήσει τον κόσμο, τον αδελφό και τέλος τον Θεό τον ίδιο. Μέσα στο καμίνι των θλίψεων πλάθεται μία εικόνα θεού σαδιστή και απάνθρωπου, πού διασκεδάζει την μεγαλειότητα Του με τον αργό θάνατο των πλασμάτων του. Και τότε ο άνθρωπος δαιμονοποιείται, αποκτηνωνεται, οικοδομεί κόλαση επί κολάσεως. 

Και όμως! Υπάρχουν άνθρωποι πού αντιστέκονται και δεν μισούν ανθρώπους και Θεό! Πού οι δοκιμασίες και οι θλίψεις χαλυβδώνουν την πίστη τους και την αγάπη τους και την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον προσωπικό και πανανθρώπινο. Τέτοιου είδους ηρωΐδα είναι και η αιμορροούσα της αυριανής περικοπής.Τέτοιος, επίσης και ο ήρωας της υπομονής και της συγχωρητικότητας άγιος Νεκτάριος. Τέτοιοι οι πολύτλες μάρτυρες της συνειδήσεως, πού κοσμούν το συναξάρι της εκκλησίας και οι ανώνυμοι και άγνωστοι σε μας αγωνιστές, πού όμως είναι γραμμένοι στο συναξάρι του Θεού!

Η αιμορροούσα έχει να αντιπαλέψει με την νόσο και την μάστιγα. Έχει να αντιμετωπίσει επί δώδεκα χρόνια τον κατασπαραγμό και την κοροϊδία από τους επιτήδειους θεραπευτές, πού την άφησαν χωρίς περιουσία, αλλά και χωρίς ίαση. Έχει να αντιπαλέψει με έναν κόσμο θρησκευτικά και πολιτιστικά ασφυκτικό, τον στενόμυαλο ιουδαϊσμό πού την αντιμετωπίζει ως παρία και ως κατά τεκμήριον αμαρτωλή και βδελυρή. Διότι οι ασθένειες εκλαμβάνονται ως θεία τιμωρία. Και όμως δεν χάνει την ευγένεια της ψυχής της, δεν επιτρέπει στο μίσος και την αγανάκτηση να εισέλθουν στα έγκατα της ψυχής της. Δεν στέκει ενώπιον του Χριστού με βοή, θόρυβο και απαίτηση. Δεν ζητά την θεραπεία ως αποκατάσταση της αδικίας πού της γίνεται από τον Θεό, τον κόσμο, την ζωή την ίδια.Αλλά ταπεινά, σιωπηλά , με θαυμαστή ταπείνωση , λεπτότητα, εσωτερική συνείδηση ίσως ότι δικαίως πάσχει και περιθωριοποιείται, Τον πλησιάζει από πίσω και είναι ασφαλέστατα σίγουρη, πώς και μόνο η αφή του ιματίου Του θα της φέρει την γιατρειά. Όχι εναγκαλισμός, όχι επαφή βίαια και αδιάκριτη, αλλά αφή του κρασπέδου, καθώς ο Ιατρός περνάει . Θαυμαστή ευγένεια, διακριτικότητα, πίστη!

Και αυτή η ταπείνωση δικαιώνεται! Αυτή η πίστη διατρανώνεται! Αυτή η ευαισθησία μακαρίζεται! Ενώπιον όλων ο Χριστός δικαιώνει και μακαρίζει το ήθος και την στάση της. Μεγάλη η πίστη της και για αυτό τεράστια και τα ωφέλη πού αποκομίζει! Καθιερώνεται ως γίγαντας από το στόμα όχι των ανθρώπων πού μισουν, αποστρέφονται, αρέσκονται σε κρίσεις και ετικέτες , αλλά από το στόμα του Θεού, πού δεν ψεύδεται και δεν προσωποληπτεί και δεν ματαιολογεί!

Μεσα από την ευλογημένη σιωπή, εκεί που η αγάπη και η πίστη οικοδομείται σιγά σιγά και σταδιακά με ανεκλάλητες κραυγές και σιωπηρά δάκρυα, στην ταπείνωση νου και καρδίας, στην ευλογημένη ησυχία πού είναι το κουκούλι του ανθρώπου πού θέλει να δεί και να συναντήσει τον Θεό, οικοδομείται αυτή η συνάντηση, η ευλογία , η ίαση, η δικαίωση. 

Σε έναν κόσμο κραυγων και συνθημάτων, όπου ο καθένας επιθυμεί να κυριαρχήσει φωνασκόντας και ασχημονώντας, η σιωπή της αιμορροούσας διδάσκει και παραδειγματίζει. Μόνο μέσα στην ησυχία και την άκρα ταπείνωση συναντά κανείς το άκρον της ησυχίας και της πιό ταπεινης σιωπής και ευγενικής διακριτικότητας: τον Θεό. Και τότε ταπεινά και ήσυχα Τον κρύπτει εντός της καρδίας. Αν η ομορφιά, όπως διατείνονται οι λογοτέχνες, θα σώσει τον κόσμο, το γεγονός της παρουσίας τέτοιας ποιότητας ανθρώπων ανάμεσα στους ανθρώπους, τον συντηρεί ακόμα στην ύπαρξη, εξασφαλίζει ακόμα την θεϊκή ευμένεια και γεμίζει φως το σκοτάδι της απελπισίας μας.

Ας μιμηθούμε την σιωπηλή ευγένεια της αιμορροούσας.

ππκ 2014

Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2014/11/blog-post_8.html#ixzz4wsoOJVwg

Σάββατο, Οκτωβρίου 28, 2017

Ζήτω το ΟΧΙ των Ελλήνων


... Οι έφεδροι του 1940 πήγαιναν στο μέτωπο για να κλείσουν την ελληνική Ιστορία μ’ ένα κεφάλαιο αντάξιό της. Αυτός ο κλήρος τους έλαχε - ήταν μια τραγική και υψηλή τιμή. Ποτέ άλλοτε, ύστερα από τον ξεσηκωμό του 1821, δεν είχε φουσκώσει έτσι μέσα στην ελληνική ψυχή το κέφι της λεβεντιάς. Τίποτα το πεισιθάνατο, το πένθιμο. Αεράκι ανοιξιάτικο είχε αναταράξει τα φυλλοκάρδια. Οι άνθρωποι που σε καιρούς ειρήνης φαντάζονται το θάνατο συνταιριασμένον αναγκαστικά με το πένθος, με τη βαρυθυμιά και την απόγνωση, είναι αδύνατο να φανταστούν πως έρχονται στιγμές όπου η προϋπάντησή του γίνεται πανηγυρισμός της ψυχής. Υπάρχει εδώ ένα μάθημα ήθους, μια αποκάλυψη που δεν πρέπει με κανένα τρόπο να πάει χαμένη. Θα χαθεί αν θυσιαστεί αφελέστατα στο πρωθύστερο μιας λαθεμένης προοπτικής. Στα παιδιά που φεύγανε για το μέτωπο τον Οκτώβριο του 1940, η ευχή όλων ήταν: «Στο καλό και με τη νίκη»· κανένας όμως δεν έδινε στη λέξη «νίκη»το φτηνό περιεχόμενο της παρηγοριάς, την ψευδαίσθηση. Νίκη σήμαινε εδώ αντίκρυσμα του θανάτου λεβέντικο, χαιρετισμός στο Χάρο από εκείνους που έχουν καρδιά να τον αντικρίσουν κατάματα, τραγουδώντας. Νίκη, στα 1940, σήμαινε νίκη του θανάτου.
Άγγελος Τερζάκης

...9 Μαρτίου 1940. Ημέρα Κυριακή. Κυριακή της 'Ορθοδοξίας και μνήμη των αγίων Σαράντα.
Στο μέτωπο της Αλβανίας είναι παρών ο ίδιος ο Μουσολίνι και κατευθύνει προσωπικά την περίφημη εαρινή επίθεση.
Νιώθω μία ψυχική αγαλλίαση, συνδυασμένη με έντονη νευρικότητα. 
Ενώ δηλαδή νωρίς το πρωί ετοιμαζόμασταν για να τελέσουμε στο σπίτι που μέναμε τη θεία λειτουργία, ξαφνικά άρχισε καταιγισμός πυρός από όλμους του αντίπαλου πυροβολικού. 
- Παππούλη μου, μου λέει ο διοικητής, πώς να κάνουμε σήμερα λειτουργία;
- Σήμερα ακριβώς επιβάλλεται να λειτουργήσουμε, απάντησα εγώ, για να μπούμε κάτω από την προστασία του Θεού.
Ο διοικητής τελικά υποχώρησε, κι έτσι απολαύσαμε τη θεία μυσταγωγία με μία ωραία χορωδία 
από τούς στρατιώτες, ενώ ο γύρω χώρος είχε μεταβληθεί σε κόλαση φωτιάς.
Στη λειτουργία αυτή ζήσαμε τη θαυμαστή παρουσία του Χριστού.
Δυο φορές στη διάρκειά της οβίδες πυροβολικού έγλειψαν την άκρη του τοίχου του σπιτιού μας, 
έπεσαν στον απέναντι χώρο και βυθίστηκαν στο χώμα χωρίς να εκραγούν.
Αν έσκαζαν, θα σκοτωνόμασταν όλοι μέσα στο σπίτι... Τη μέρα αυτή κοινώνησαν ο υποδιοικητής, ο υπασπιστής και πολλοί στρατιώτες του συντάγματος.
Τελειώνοντας όμως τη λειτουργία, ένα θλιβερό γεγονός ήρθε να μας δώσει ένα καλό μάθημα. 
Μερικοί στρατιώτες, αντί να έρθουν να λειτουργηθούν, προτίμησαν να προφυλαχθούν μέσα σ' ένα υπόγειο χαράκωμα. 
Κι ενώ ο τόπος αυλακωνόταν από τις οβίδες, μία απ' αυτές έπεσε μέσα στο χαράκωμα, σκότωσε τέσσερις άνδρες και τραυμάτισε άλλους τρεις. Ο ένας μάλιστα βρέθηκε αποκεφαλισμένος...
Την Κυριακή, στις 30 Μαρτίου του '41, ξεκίνησα πολύ πρωί για το πρώτο τάγμα, όπου λειτούργησα και κήρυξα.
Κοινώνησαν γύρω στους πεντακόσιους άνδρες. το χέρι μου πιάστηκε και πονούσε φοβερά από τη συνεχή μετάδοση της θείας Κοινωνίας.
Άλλοτε πάλι αναγκάστηκα να λειτουργήσω γονατιστός σε αντίσκηνο, γιατί έξω έβρεχε συνεχώς. Οι στρατιώτες παρακολούθησαν τη θεία λειτουργία μέσα στη βροχή, και στο τέλος κοινώνησαν τα άχραντα Μυστήρια.
Τι συγκινητικό θέαμα! Μέσα στ' άγρια βουνά, και με βροχή, να προσέρχονται οι στρατιώτες, για να ενωθούν με τον Σωτήρα Χριστό.
( προσωπική μαρτυρία του μακαριστού Αργολίδος Χρυσοστόμου τότε στρατιωτικού ιερέα στην πρώτη γραμμή.Στην φωτογραφία ιερέας στρατιώτης δίνει τον Σταυρό για προσκύνηση στους φαντάρους πριν την μάχη.)
και τα δύο τα βρήκα στο ιστολόγιο στρατιωτικοί ιερείς

Πέμπτη, Οκτωβρίου 26, 2017

Συμεών μοναχός και φιλόσοφος, Ἐγκωμιαστικός λόγος εις τον Άγιον και πανένδοξον μεγαλομάρτυρα του Χριστού, Δημήτριον


Великомученик Димитрий Солунский
1. Φίλοι τοῦ μάρτυρα, σήμερα μᾶς συγκέντρωσε ὁ σπουδαῖος ἀνάμεσα στοὺς ἀγωνιστὲς τοῦ Χριστοῦ Δημήτριος, ὁ ἀληθινὸς πολιοῦχος καὶ θερμοτατος προστάτης μας, προσφέροντάς μας τοὺς ἄθλους του σὲ πνευματικὸ συμπόσιο.
Ὅτι ἦταν λοιπὸν ξεχωριστὸς ὁ ἄνθρωπος καὶ ὑπερεῖχε ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἄλλους σὲ δύο πράγματα, στὴ γενιὰ καὶ τὴν εὐημερία τῆς φύσης, καθὼς καὶ στὴ σύνεση τῶν θείων καὶ τὴ δόξα τῶν ἀνθρώπινων εἶναι φανερὸ ἀπὸ πολλά, ποὺ τὸ δείχνουν καθαρά, ὅλα ὅσα σχετίζονται μ᾿ αὐτόν, ὅτι ἦταν ὅμως καὶ στοὺς ἄθλους ἀσυναγώνιστος, τὸ ἐπιβεβαιώνουν αὐτὰ ποὺ βλέπουμε.
Ποιὰ τιμὴ λοιπὸν τόσο μεγάλη καὶ ὑπέροχη, καὶ χοροστάσια μὲ τὴ συμμετοχὴ ὅλου του λαοῦ καὶ ἄσματα γεμάτα χάρη, τοῦ ἔχουν ἀποδώσει ἀκόμη καὶ οἱ ἴδιοι οἱ βασιλιάδες περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον;
Καὶ ἂν αὐτὰ ποὺ τελοῦμε ἐδῶ γιὰ τὰ μαρτύρια καὶ τοὺς ἄθλους του, ποὺ ἔκανε γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ, τὸν ἀποδεικνύουν τόσο σπουδαῖο καὶ λαμπρό, πόσο σπουδαῖο θὰ τὸν ἀναδείξει ἡ εὐτυχία του στοὺς οὐρανούς;
Ἐπειδὴ λοιπὸν εἶναι νικητὴς σὲ κάθε λόγο, δὲν εἶναι καθόλου ἄξιο ἀπορίας ἂν θὰ κατανικήσει καὶ τοὺς δικούς μας ἐπαίνους. Ἀπὸ ἐδῶ λοιπὸν θὰ ἀποδειχτεῖ πολὺ περισσότερο ἄξιος θαυμασμοῦ, γιατὶ ὑστεροῦν ὅλοι λόγω τῆς ἀνωτερότητας τῆς δόξας του καὶ θὰ δοξαστεῖ περισσότερο, γιατὶ μειονεκτοῦν ὅλοι μετὰ ἀπὸ αὐτόν.

2. Θὰ ἀδιαφορήσουμε λοιπὸν γιὰ ἕνα τόσο σπουδαῖο θέμα ἂν καὶ ἔχουμε ἀνταποκριθεῖ πιὸ ἀργὰ ἀπὸ τὸν κατάλληλο χρόνο καὶ γιὰ νὰ μὴ φανοῦμε κατώτεροι ἀπὸ τοὺς προηγούμενους ὁμιλητές του μάρτυρα; Τόσο πολὺ θὰ διστάσουμε, ὥστε νὰ νομίζουμε ὅτι μὲ τὸ νὰ μὴν τὸν ἐγκωμιάζουμε τιμοῦμε περισσότερό τους ἑαυτούς μας καὶ καθαγιάζουμε τὴ γλώσσα; Σὲ καμιὰ περίπτωση. Καὶ αὐτὸ λοιπὸν τὸ ὅτι δὲν ἐπαρκοῦν οἱ λόγοι γιὰ τὴν ἀξία ἐκείνου καὶ ὑποχωροῦν μπροστὰ στὸ μεγαλεῖο του ἀποτελεῖ μεγάλη φιλοδοξία γιὰ ὅσους τὸν ἐπαινοῦν. Τόσο μεγάλη δόξα εἶναι ὁ ἔπαινος τοῦ μάρτυρα.

3. Μιὰ καὶ ἔχω τονίσει ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ προοίμιο τοῦ λόγου ὅτι αὐτὸς ἦταν ἐξαιρετικὸς σὲ ὅλα καὶ πανένδοξος καὶ στὰ δύο, ἀπὸ ποῦ νὰ ἐπιχειρήσω νὰ πλέξω τὸ ὑφάδι τῶν ἐγκωμίων; Ἀπὸ ὅπου λοιπὸν καὶ νὰ θελήσουμε, θὰ βροῦμε εὔκολα πολλὰ καὶ σπουδαία καὶ δὲν θὰ παραχωρήσουμε γενικὰ (ἐνν. τὸ ὑφάδι τῶν ἐγκωμίων) σὲ κανέναν ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν τὴν ἐξουσία καὶ τὰ πρωτεῖα, μέχρι ποὺ κανεὶς λόγος δὲν θὰ μὲ πείθει ὅτι δὲν καμαρώνουν οἱ μάρτυρες μὲ τοὺς ἐπαινετικοὺς λόγους, ποὺ ἀφιερώνονται σ᾿ αὐτούς, σὰν νὰ εἶναι δικοί τους.
Νὰ μιλήσει λοιπὸν κανεὶς γιὰ τὴ γενιά του, ποιὰ ἦταν, καὶ γιὰ τὴν οἰκογενειαά του καὶ γιὰ τὴν πατρίδα του καὶ γιὰ τὴ στρατιωτική του δύναμη καὶ τὴν ἐπαγγελματική του σταδιοδρομία καὶ τὴν εὐτυχία καὶ τὸν κλῆρο, τὰ ὁποῖα κέρδισε μὲ ἀφθονία χάρη στὴν εὐσέβεια καὶ στὶς δύο ζωές του, θὰ τραβοῦσε πολὺ μακριά, εἶναι κοπιαστικό, καὶ ἀποτελεῖ ἔργο τῆς ἱστορίας καὶ ὄχι τοῦ ἐγκωμίου. Μὲ τὴν ἐξαίρεση ὅμως νὰ ποῦμε ὅσα θὰ ἔπρεπε, εἶχε εὐγενικὴ καταγωγὴ σὰν ἕνας ἄλλος Ἰώβ, δὲν ἦταν βέβαια βασιλιάς, ὅπως ἐκεῖνος, τῆς Ἀνατολῆς ἢ τῆς Δύσης, γιὰ νὰ μιλήσουμε πιὸ οἰκεία, ἀλλὰ ἦταν ἀνθύπατος τῶν δικῶν μᾶς βασιλιάδων καὶ τῆς συγκλήτου.

4. Πατρίδα του ἦταν ἡ Θεσσαλονίκη, ὁ ἔνδοξος τόπος μας χάρη σ᾿ αὐτὸν τὸν ἴδιο, περισσότερο φημισμένη ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες πόλεις, καὶ ὑπερέχει ἀπὸ ὅλες σὲ ὅλα, γιὰ ὅσα ἐγκωμιάζεται μιὰ πόλη, πολὺ περισσότερο ὅμως γιατὶ ἔχει πολιοῦχο τὸ μάρτυρα. Ἡ στρατιωτική του καριέρα καὶ τὰ ἄλλα, μὲ τὰ ὁποῖα ἐξυμνεῖται ἡ ἐπίγεια φήμη, ὑπῆρξαν σ᾿ αὐτὸν λαμπρὰ καὶ σπουδαία, τοῦ φαίνονταν ὡστόσο ἀσήμαντα μπροστὰ στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν εὐτυχία ποὺ προερχόταν ἀπὸ ἐκεῖ καὶ τὴν αἰώνια δόξα. Γιατὶ μόνο τὸ Χριστὸ ἀγαποῦσε καὶ σεβόταν πάνω ἀπ᾿ ὅλους καὶ τὸν κήρυττε σωστὰ καὶ μὲ σαφήνεια στοὺς συμπατριῶτες του.

5. Ὅπως πάντα καὶ τότε τὸ νυχτερινὸ σκοτάδι τὸ διέλυε ὁ ἥλιος, ἔτσι καὶ τὸ σκοτάδι τῆς ἀσέβειας καὶ τῆς μανίας τῶν εἰδώλων, ποὺ ξερνοῦσε ἀπὸ τὰ μύχια του εἰδωλολάτρη Μαξιμιανοῦ, ποὺ κυβερνοῦσε ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη, ὁ Δημήτριος τὸ διέλυε μὲ τὶς ἀστραπὲς τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐπειδὴ σκεφτόταν συνάμα μὲ σοφία καὶ σύνεση, ἀντάλλασσε τὸν πρόσκαιρο καὶ ἄθεο βασιλιὰ μὲ τὸν ἀληθινὸ καὶ αἰώνιο, καὶ γινόταν ἀπὸ ὕπατος ἀπόστολος καὶ ἀπὸ ἰλλούστριος γνώστης τῶν θείων μυστηρίων. Γιατὶ γνώριζε τὸ ἀνώτερο καὶ προοριζόταν μᾶλλον νὰ τὸν ρίξουν στοὺς ναοὺς τοῦ Θεοῦ παρὰ στὰ ἀνάκτορα τῶν ἁμαρτωλῶν βασιλιάδων, ποὺ ἀποπνέουν ἀσέβεια.

6. Αὐτὴ ἡ μεγαλόπολη λοιπὸν τὸν εἶχε ὅπως τώρα δὰ καὶ τότε καὶ ὑπέρλαμπρο ἄστρο τῆς αὐγῆς ποὺ ὑπερεῖχε μὲ τὴν ἀκτινοβολία τῆς εὐσέβειας τοῦ θείου καὶ νοητοῦ ἡλίου καὶ μὲ τὸ φεγγοβόλημα τῆς ψυχῆς, καθόλου κατώτερο ἀπὸ τὴν ἐξωτερικὴ ὀμορφιὰ τοῦ σώματος ποὺ ἦταν στὸ ἄνθος της καὶ ἀκτινοβολοῦσαν ἀπὸ πολὺ μακριά.

7. Καὶ ὁ Μαξιμιανὸς λοιπόν, Ἐρκούλιος στὴ γενιὰ καὶ στὴ συμπεριφορὰ συνάμα, ὁρμᾶ στὴν περιοχὴ τῶν Ἰλλυριῶν σὰν ἀπειλητικὸ σύννεφο, ποὺ φέρνει τὴν καταστροφή· γιατὶ ἦταν ἰσχυρὸς στὴν ἀσέβεια συνάμα καὶ στὴ σκληρότητα, κομπάζοντας καὶ μὲ ἄλλον τρόπο γιὰ τὴν τυραννία του, κυρίως ὅμως καυχιόταν μὲ τὶς νίκες τοῦ κατὰ τῶν Σαυροματῶν καὶ τῶν Γότθων. Μπαίνει λοιπὸν πρῶτα σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴν πόλη καὶ παραμένει μὲ ἀλαζονεία καὶ μὲ κακία, δυναμώνοντας συνάμα καὶ κατοχυρώνοντας τὴν ἀσέβεια.

8. Καὶ ὅταν ξεχύθηκε στὴ Δύση σὰν μιὰ ὁμίχλη καὶ ἄγρια θύελλα καὶ αἰγυπτιακὸ σκοτάδι, ποιὸς θὰ μποροῦσε νὰ περιγράφει λοιπὸν ἱκανοποιητικὰ τὶς συμφορὲς καὶ τὸν πόλεμο κατὰ τῶν χριστιανῶν; Ὁ λόγος εἶναι σύντομος καὶ ὁ χρόνος δὲν ἐπαρκεῖ.
Ἐκεῖνοι λοιπὸν ποὺ μιλοῦσαν μὲ τόλμη γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ κατέφευγαν στοὺς ἀγῶνες, πέθαιναν μὲ διάφορα φοβερὰ βασανιστήρια, ὅσοι ὅμως λόγω τῆς ἀσθενικῆς φύσης φοβόντουσαν λίγο ἀκόμη τὴ δοκιμασία, κρύβονταν στὶς σπηλιὲς καὶ τὰ βουνὰ καὶ τὰ ἀνοίγματα τῆς γῆς.
Τότε λοιπὸν ὁ λαμπρὸς λυχνίτης τῆς εὐσέβειας Δημήτριος, ποὺ δὲν κρυβόταν ἔξω καὶ μακριὰ ἀπὸ τὴν πατρίδα του, ἀλλὰ στὸ κέντρο της, γιὰ νὰ μὴ νομίσει κανεὶς ὅτι ἀποφεύγει τὸ μαρτύριο ἢ ἔχει δισταγμοὺς γιὰ τὸν ἀγώνα ἢ ἀπαρνιέται τοὺς κόπους (μὲ ποιὸν τρόπο ἄλλωστε θὰ ἔκανε αὐτὸ τὸ πράγμα, αὐτὸς ποὺ ἔκανε πολλοὺς μάρτυρες μὲ τὶς σοφές του παραινέσεις), ἀλλὰ γιὰ νὰ ὁδηγήσει περισσότερους στὸ Χριστὸ μὲ τὴ διδασκαλία, διοχέτευε πλούσια σ᾿ αὐτοὺς ποὺ τὸν πλησίαζαν τὸ θεῖο φωτισμό. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ κρυφτεῖ ὁλόκληρο τὸ λυχνάρι κάτω ἀπὸ τὸ μόδι.
Γιατὶ σὲ κάθε μέρος ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν ἀφοσιωθεῖ στὴ μανία τῶν εἰδώλων καὶ ὑπηρετοῦσαν τοὺς κυβερνῆτες τῆς ἀσέβειας, ὠμὰ καὶ χωρὶς ἔλεος γύριζαν παντοῦ καὶ ἔψαχναν τὰ πλήθη τῶν χριστιανῶν, γεμίζοντας χαρὰ μὲ τὸ αἷμα τῶν μαρτύρων καὶ σὰν νὰ χόρταιναν ἀκόμη καὶ μὲ αὐτὸ μιμούμενοι τὴν αἱμοβόρα διάθεση τῶν δαιμόνων, ποὺ λάτρευαν οἱ ἴδιοι.
Великомученик Димитрий Солунский
9. Καὶ γιατὶ πρέπει νὰ ὑπερβοῦμε τὸ λόγο; Σ᾿ αὐτὸν τὸν πανένδοξο Δημήτριο φτάνουν πιὰ μὲ ὁρμὴ σὰν ἄγρια θηρία στὶς ὑπόγειες στοές, ὅπου κρυβόταν, καὶ μὲ μεγάλη χαρά, γιατὶ τάχα πέτυχαν τὸ πιὸ σπουδαῖο θήραμα καὶ ἀπέδωσαν μεγαλύτερη εὐγνωμοσύνη στὸ Μαξιμιανό, ἔσυραν ὀδηγώντας ὡς ὑπεύθυνο τὸν ἀνεύθυνο.

10. Ἀλλὰ αὐτοὶ συνέλαβαν τὸν ἅγιο καὶ πήγαιναν βιαστικὰ μὲ μεγάλη χαρὰ στὸ βέβηλο καὶ ἐκεῖνος ὁ ἀσεβὴς Μαξιμιανὸς ποὺ διασκέδαζε μὲ τὴν εὐμένεια τῶν ὑπηκόων του καὶ ἔκανε διασκέδαση ὁλόκληρη τὴ ζωή του, πήγαινε βιαστικὰ στὸ στάδιο τῆς πόλης, γιὰ νὰ παρακολουθήσει τὰ πένταθλα, τὰ ὁποῖα γνωρίζουν πιὸ πολὺ ἀπὸ τοὺς ἄλλους οἱ ἄνθρωποι τοῦ θεάτρου, καὶ τὰ ὁποῖα μακάρι νὰ μὴν εἶχαν ὀνομασία, οὔτε νὰ ἦταν γνωστά, στὴν πραγματικότητα ὅμως, γιατὶ χαιρόταν μὲ τὶς αἱματοχυσίες καὶ ἱκανοποιοῦνταν μὲ τὸ φόνο τῶν ἀνθρώπων.
Ὑποστήριζε λοιπὸν πολὺ κάποιον Λυαῖο, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὸ ἔθνος τῶν Βανδάλων, ὁ ὁποῖος ὑπερίσχυε ἀπ᾿ ὅλους τους ἄλλους καὶ στὸ μέγεθος καὶ τὴ δύναμη τοῦ σώματος καὶ διέτρεχε μὲ μεγάλη πείρα μέσα ἀπὸ τὶς σανίδες τῶν μαγγάνων, καὶ ὁ ὁποῖος ὅταν συμπλεκόταν μὲ πολλοὺς σὲ ἀγῶνες, πολλοὺς μέσα ἀπὸ τέτοια μονομαχία τοὺς ἔστειλε στὸ θάνατο.
Καθὼς λοιπὸν αὐτὸς πήγαινε μὲ σκοπὸ νὰ παρακολουθήσει τέτοια θεάματα καὶ εἶχε προετοιμαστεῖ ἐντελῶς γιὰ τὸ θέατρο, τὸν συνάντησε ὁ σπουδαῖος Δημήτριος, καθὼς τὸν ὁδηγοῦσαν σ᾿ αὐτόν.

11. Τώρα ὅμως ὁ λόγος γίνεται γεμάτος ἀγωνία, γιατὶ ἔφτασε στὸ σπουδαιότερο μέρος τῶν ἀγώνων τοῦ στεφανωμένου μάρτυρα. Μὲ ποιὸν τρόπο λοιπὸν θὰ περγράψω ἀντάξια εἴτε τὸ θράσος τοῦ τυράννου εἴτε τὴ σταθερότητα τοῦ ἁγίου; Αὐτὸς πήγαινε πάνω στὴν ἅμαξα μὲ μεγάλη ἔπαρση καὶ φούσκωνε σύμφωνα μὲ τὴ συμπεριφορὰ τοῦ Φαραώ, σὰν ἄλλος Αἰγύπτιος, βλασφημώντας τὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ καὶ ἐξαπολύοντας ὑβριστικὰ λόγια κατὰ τοῦ Δημιουργοῦ καὶ ὅσοι προπορεύονταν καὶ τὸν ἀκολουθοῦσαν δυνάμωναν τὸ βόρβορο τῆς θρασύτητας καὶ φούντωναν τὴ φλόγα τῆς ἀλαζονίας.
Καὶ αὐτὸς ὁδηγοῦνταν μὲ χαμηλωμένα μάτια, ὅπως ὁ Χριστός μας στὸ παρελθὸν στὸν Ἡρώδη καὶ τὸν Πιλάτο ἀποστρέφοντας τὸ πρόσωπο νὰ κοιτάξει μὲ ἐκεῖνο τὸ βλέμμα τοῦ μαρτυρίου τὰ πρόσωπα τῶν ἀσεβῶν. Καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος καὶ μὲ τοὺς σωματοφύλακές του ἀπηύθυνε αὐτὲς τὶς ἄθεες καὶ ἀσεβεῖς ἐρωτήσεις, δηλαδὴ ἂν εἶναι χριστιανὸς καὶ ἂν τὸ ἐπιβεβαιώνει ὅτι εἶναι καὶ δὲν ἔχει ἀλλάξει τὸ χαρακτήρα του.
Καὶ αὐτὸς δείχνοντας τὸ πρόσωπο καὶ τὴν ψυχή, γεμάτα χάρη καὶ λαμπρότητα μὲ καθαρὴ καὶ γεμάτη σύνεση φωνή, συντάραξε τὰ αὐτιὰ τοῦ ἀσεβοῦς. Καὶ εἶπε «δὲν ἤθελες ἐσὺ βέβαια, σοφὲ στὰ μάταια καὶ ἰσχυρὲ στὴν ἀσέβεια νὰ εἶμαι καὶ νὰ ὀνομάζομαι χριστιανὸς καὶ νὰ λατρεύω τὸν κτίστη ἀπ᾿ ὅ,τι βέβαια τὴ κτίση, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ κάνω μαζὶ μὲ σένα ἀνόητες ἐνέργειες καὶ νὰ προσκυνῶ τὴν ἄψυχη καὶ ἀναίσθητη ὕλη καὶ νὰ βάλω ἐμένα πάνω ἀπ᾿ ὅσα ἔχουν γίνει γιὰ χάρη μου καὶ ὄχι βέβαια τὸ Θεὸ ποὺ δημιούργησε τὰ πάντα ἀπὸ τὸ μηδὲν καὶ τὰ ἔστησε μὲ θαυμαστὸ τρόπο.
Ἀλλὰ ἐγὼ βέβαια δὲν τυφλώνω τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου, καὶ ὅπως ἐσὺ ποὺ εἶσαι μύωπας στὸ θεῖο φῶς ἢ προσπαθεῖς νὰ κλείσεις τὰ μάτια στὴν ἀλήθεια, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐξευμενίζεις ἀποστάτες καὶ ψυχοφθόρους θεοὺς μὲ ξόανα καὶ ἀγάλματα καὶ σπονδὲς καὶ κνίσες καὶ νὰ πηγαίνεις νὰ βγάζεις δόγμα γιὰ τὴ κτίση μπροστὰ στὸ δημιουργό. Μακάρι καὶ σὺ ὁ ἴδιος νὰ ἐπανερχόσουν ἀπὸ τέτοια πλάνη καὶ νὰ μὴν προσπαθοῦσες νὰ κάνεις καὶ πολλοὺς ἄλλους συμμέτοχους στὴν καταστροφή σου. Ἀφοῦ λοιπὸν ἀποκάμεις ἀπὸ τὰ πάντα, πολέμησε μόνο ἐκεῖνο ποὺ μπορεῖς νὰ πολεμήσεις, τὸ σῶμα καὶ πλήγωσέ το καὶ χτύπησέ το μὲ ὁποιοδήποτε χτύπημα θανάτου. Πάλι λοιπὸν αὐτὸ θὰ τὸ λάβω ἄφθαρτο στὴν Ἀνάσταση καὶ θὰ δοξαστῶ αἰωνίως μαζὶ μὲ τὸ Χριστό, γιὰ τὸν ὁποῖο ὑποφέρω προσωρινά. Γιατὶ οὔτε σύ, οὔτε ἄλλος ἄνθρωπος ἔχει ἀποκτήσει τὴν ἐξουσία νὰ τιμωρεῖ τὴ νοερὴ ψυχή, παρὰ μόνο ὁ Θεός».

12. Μπροστὰ λοιπὸν σὲ τέτοια καὶ τόσο μεγάλη τόλμη τοῦ περίφημου καὶ ἐκλεκτοῦ μας ὁ ἀσεβὴς ἀφοῦ ἀπόκαμε μὲ ἔκπληξη καὶ σαστιμάρα καὶ ἀκόμη ἐπειδὴ πήγαινε βιαστικὰ στὸ στάδιο καὶ γιὰ τὰ ἄλλα θεάματα καὶ κυρίως γιὰ τὴ μονομαχία τοῦ Λυαίου, διέταξε τελικὰ νὰ φρουροῦν τὸν ἅγιο κάπου ἐδῶ, στὶς στοὲς κάποιου δημόσιου λουτροῦ κοντὰ στὸ στάδιο. Καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ μάρτυρας συνέτριψε τὰ ψυχοφθόρα βέλη τῶν λόγων τοῦ ἀσεβοῦς, γιατὶ δὲν ταίριαζε νὰ χαρακτηρίσουμε διαφορετικά τα βλάσφημα λόγια του, καὶ πέτυχε τὸν πρῶτο ἄθλο του σύμφωνα μὲ τὸ Χριστὸ καὶ νίκησε δυναμικὰ αὐτὸν ποὺ κυριαρχοῦσε σὲ πολλοὺς μὲ τὴν τυραννία του.

13. Καὶ τὸν ἀθλητὴ λοιπὸν ἀκολούθησε ἡ φυλακὴ καὶ ἀντὶ τοῦ Μαξιμιανοῦ προσπαθοῦσε νὰ τὸν κεντρώσει ἕνας σκορπιός· γιατὶ ὁ ἐχθρός των ἁγίων εἶναι προορισμένος ἀπὸ τὴ φύση του νὰ ἐπιτίθεται σ᾿ αὐτοὺς μὲ ὅλα τα μέσα καὶ νὰ καταντροπιάζεται, γιατὶ νικιέται παντοῦ· μὲ τὸ χέρι λοιπὸν τοῦ μάρτυρα, ποὺ σχημάτισε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ὁ σκορπιὸς φάνηκε καθαρὰ ἀμέσως νεκρὸς καὶ ἀδρανής.

14. Ὁ Μαξιμιανὸς ὅμως κάθισε στὴν πρώτη θέση στὸ στάδιο μαζὶ μὲ τοὺς συνέδρους του καὶ ξεκίνησε νὰ καλεῖ μὲ τοὺς κήρυκες ὅποιους ἤθελαν νὰ μονομαχήσουν μὲ τὸ Λυαῖο· καὶ ἐνῶ ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶχαν φοβηθεῖ τὴ δύναμη καὶ τὸ ψηλὸ ἀνάστημα τοῦ Λυαίου, ἕνας Νέστωρ ἀρκετὰ νέος, χριστιανὸς καὶ στὸ ἦθος καὶ στὴ γενναιότητα καὶ πολὺ πιὸ δυνατὸς στὸ θάρρος καὶ τὴ φρόνηση ἀπὸ τὸ Νέστορα τῆς Πύλου, τρέχει στὸ μάρτυρα, ποὺ βρισκόταν στὴ φυλακή, καὶ τοῦ ἀνακοινώνει τὴν ἀπόφασή του καὶ τοῦ ζητᾶ ἐπίμονα νὰ τὸν βοηθήσει μὲ τὴν προσευχὴ στὴ μονομαχία μὲ τὸν ἐχθρὸ καὶ νὰ καταβάλει τὸ θράσος τοῦ Λυαίου.

15. Πιὸ γρήγορα λοιπὸν ὁ μάρτυρας μὲ τὴν παράκληση στὸ Χριστὸ γιὰ βοήθεια καὶ μὲ τὸ ἐφόδιο τοῦ σταυροῦ προφήτεψε στὸ Νέστορα καὶ τὴ νίκη τοῦ κατὰ τοῦ Λυαίου καὶ τὸ μαρτύριό του γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν ἔστειλε θωρακισμένο στὸ στάδιο.

16. Ἐμφανίζεται λοιπὸν ὁ Νέστωρ μὲ θάρρος στὸ βασιλιά, κάνει φανερὸ τὸ σκοπὸ τῆς παρουσίας του, τὸν εὐσπλαχνίζονται ὅλοι καὶ μόνο γιὰ τὴν τόλμη του, τὸν θαυμάζουν ὁ Μαξιμιανὸς καὶ οἱ σύνεδροί του, τὸν πιέζουν νὰ λάβει χρήματα, ὥστε νὰ ἀπαλλαγεῖ μὲ αὐτὰ ἀπὸ τὸ Λυαῖο καὶ νὰ μὴν ζεῖ μὲ δυσκολία. Ὁ Νέστωρ τοὺς περιγελᾶ ὅλους καὶ τοὺς περιφρονεῖ· δηλώνει φανερὰ ὅτι ἔσπευσε νὰ νικήσει μόνο τὴ θρασύτητα τοῦ Λυαίου· συμπλέκεται μὲ τὸ Λυαῖο, τοῦ δίνει καίριο χτύπημα, σκοτώνει τὸν ἐχθρὸ καὶ τελικὰ ἀφοῦ δήλωσε ὅτι εἶναι χριστιανὸς ἀκολούθησε τὸ δρόμο γιὰ τὸ θάνατο, νίκησε διπλὴ νίκη καὶ κέρδισε διπλὰ ἔπαθλα.

17. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα ὅμως ἡ καρδιὰ τοῦ Μαξιμιανοῦ εἶχε γεμίσει μὲ σκοτοδίνη καὶ δὲν μποροῦσε καθόλου νὰ βρεῖ μὲ τί τρόπο θὰ παρηγορηθεῖ γιὰ τὴ συμφορὰ ἀπὸ τὸ θάνατο τοῦ Λυαίου· ἀποδείχτηκε λοιπὸν πιὸ σκληρὸς ἀπέναντι στοὺς χριστιανοὺς ἀπ᾿ ὅ,τι προηγουμένως καὶ βγάζει τὸ πιὸ σκληρὸ διάταγμα νὰ τοὺς ἐξαφανίσει ἀπὸ τὴ γῆ.

18. Καὶ τότε λοιπόν, ὅταν τοῦ θύμισαν γιὰ τὸν καλλίνικο μάρτυρα Δημήτριο, αὐτοὶ ποὺ τὸν κατέτρωγαν μὲ τὰ ἀφανέρωτα σαγόνια τοῦ φθόνου, ὅτι ἀποδείχτηκε κακὸς οἰωνὸς γι᾿ αὐτόν, δίνει διαταγὴ στοὺς σωματοφύλακές του νὰ πᾶνε σ᾿ ἐκεῖνο τὸ μέρος, ὅπου φρουροῦσαν τὸν ἅγιο, καὶ νὰ τὸν κατασφάξουν μὲ τὶς λόγχες καὶ τὶς ρομφαῖες ὅλων καὶ νὰ τὸν θανατώσουν. Μποροῦσε λοιπὸν νὰ ἀντιληφθεῖ κανεὶς ἕνα θόρυβο καὶ μιὰ ἄτακτη προσέλευση σ᾿ αὐτὸ τὸ μέρος ὅλων αὐτῶν ποὺ ἀνταγωνίζονταν, ποιὸς θὰ βυθίσει πρῶτος τὸ ξίφος στὸ μάρτυρα καὶ θὰ προσφέρει τὴν πιὸ μεγάλη χάρη στὸ Μαξιμιανό. Τὰ διάφορα ξίφη λοιπὸν κατευθύνονταν μὲ μιὰ φορὰ στὸ ἴδιο μέρος τοῦ σώματος καὶ προξενοῦσαν στὸν ἀθλητὴ δυνατοὺς καὶ βίαιους πόνους.

19. Ὅμως ἀπέφυγε ἐκεῖνα τὰ ἀσεβῆ χέρια τοῦ Βριάρεως καὶ τὴν ψυχοφθόρα Χάρυβδη ἢ τὴν ἀναρρόφηση τῆς μανίας τῶν εἰδώλων καὶ μπαίνει στὸ οὐράνιο λιμάνι μὲ εὐχαριστήριους ὕμνους καὶ παρουσιάζεται στὸ Χριστό, γιὰ τὸν ὁποῖο σφαγιάστηκε μὲ προθυμία λάμποντας ἀπὸ τοὺς ἱδρῶτες καὶ ἔχοντας λάβει τὴ θεϊκὴ καὶ ἀπρόσιτη κληρονομιὰ μαζὶ μὲ τοὺς ἀποστόλους καὶ τοὺς προφῆτες καὶ τοὺς μάρτυρες καὶ ὅλους τους ἁγίους ἀπὸ πάντα.
Καὶ τώρα βρίσκεται στοὺς οὐρανοὺς μαζὶ μὲ ὅλους τους ἁγίους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους πῆρε τὰ πιὸ καλὰ ἀπὸ τὸν καθένα καὶ δημιούργησε ἀκριβῶς τὸ πιὸ ὡραῖο εἶδος τῆς ἀρετῆς. Γιατὶ ἄλλου μιμήθηκε τὴ σοφία, ἄλλου τὴ γενναιότητα, ἄλλου τὴν ἐπιείκεια, ἄλλου τὴν πιὸ μεγάλη καρτερικότητα στὸ μαρτύριο, τὰ πάντα ὅσο κανένας, καὶ ἔτσι ὅλα συγκεντρώθηκαν σ᾿ αὐτὸν στὸν ὑπέρτατο βαθμό, ὅσο σὲ κανέναν ἄλλον ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους. Μὲ τὸ νὰ ἐπιτύχει λοιπὸν ὅλα αὐτά σε ὑπερβολικὸ βαθμό, κυριάρχησε σὲ ὅλους ἀσύγκριτα.

20. Ἂν πρέπει ὡστόσο νὰ ἐπιβεβαιώσουμε τὸ λόγο μας, λίγες ρανίδες αἵματος πλημμυρίζουν συνεχὲς μύρο καὶ τὸ θαῦμα ἔχει ξεπεράσει κάθε ἀνθρώπινη λογική. Ἴσως λοιπὸν ὁ Νεῖλος τῆς Αἰγύπτου καὶ ὁ ὠκεανὸς μὲ τὰ βαθιὰ ρεύματα, ἂν ἀντλοῦνταν ἀπὸ τόσους πολλοὺς καὶ κάθε μέρα, θὰ περιορίζονταν σὲ πολὺ μικρὰ ὅρια.

21. Σχετικὰ λοιπὸν μὲ τὰ θαύματα ποὺ ἔγιναν μέχρι τὶς μέρες μας, ἂν προσπαθήσει κανεὶς νὰ τὰ περιγράψει ἀναλυτικά, μοῦ φαίνεται τὸ ἴδιο σὰν νὰ νομίζει κάποιος πὼς ἀπαριθμεῖ τὰ ἀστέρια τοῦ οὐρανοῦ ἢ τὴν ἄμμο τῆς θάλασσας ἢ τῆς βροχῆς τὶς στάλες μὲ τὰ θαύματα τοῦ ἁγίου.
Γιατὶ ποιὸς θὰ μπορέσει μέχρι καὶ σήμερα, ἀπὸ τότε ποὺ ἀγωνίστηκε μὲ πάθος γιὰ τὸ Χριστό, νὰ περιγράψει τὸ πλῆθος τῶν θαυμάτων του, ποὺ ἔγιναν παντοῦ καὶ στὴν πόλη του καὶ στὰ περισσότερα καὶ διάφορα μέρη τοῦ κόσμου σὲ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη, ἐκεῖνα ποὺ ἀποτρέπουν τοὺς ἐχθρούς, ὅταν βρίσκεται μπροστὰ ἀπὸ τοὺς πιστοὺς στὴ μάχη καὶ στὸν κίνδυνο, ἐκεῖνα ποὺ διαλύουν τὴ μεγάλη πείνα καὶ τὶς μεταδοτικὲς καὶ διάφορες ἄλλες ἀρρώστιες σὲ διαφορετικὲς ἐποχὲς καὶ μὲ διαφορετικοὺς τρόπους, ὅταν συμφωνεῖ μὲ συμπάθεια στὰ αἰτήματα, αὐτῶν ποὺ ζητοῦν, καὶ ὅσα θαύματα ἔγιναν στὴ θάλασσα καὶ ὅσα ἔγιναν σὲ ὅλους καὶ στὸν καθένα χωριστά, ὅταν συμπαραστέκεται καὶ προασπίζει αὐτοὺς ποῦ τὸν παρακαλοῦν;
Ἀκόμη λοιπὸν καὶ ἂν εἶχα, σύμφωνα μὲ τὴν ποίηση, δέκα γλῶσσες καὶ δέκα στόματα, ἐγὼ βέβαια θὰ πρόσθετα καὶ ἄλλα τόσα χέρια, δὲν θὰ κατόρθωνα οὔτε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ λέω καὶ νὰ περιγράφω ἀκριβῶς τὶς θαυματουργικὲς ἱκανότητες τοῦ θαυματουργοῦ Δημητρίου.

22. Εἶναι καλύτερα ὅμως νὰ λέμε ἐκεῖνο τὸ λόγο, ὅτι δηλαδὴ ὁ Κύριος θὰ πραγματοποιήσει τὸ θέλημα αὐτῶν ποὺ τὸν σέβονται· καὶ στοὺς ἁγίους του στὴ γῆ ἔκανε θαυμαστὰ ὅλα τα θελήματά του μὲ αὐτούς. Τί καλὸ περιεχόμενο καὶ πραμάτεια εἶχε ἐκεῖνος, τί ἄθληση καὶ τί σύνεση! Μὲ λίγο αἷμα πῆρε ὡς ἀντάλλαγμα τὴν οὐράνια βασιλεία, μὲ τοὺς πρόσκαιρους πόνους, τὴν ἀπέραντη εὐφροσύνη καὶ μὲ τὴν πολὺ σύντομη ζωὴ τοῦ τὴ μακραίωνη καὶ ἀτελεύτητη ζωή.

23. Ἂς μιμηθοῦμε λοιπὸν μὲ ζέση τὸ Δημήτριο κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, ὅσοι συγκεντρωθήκαμε καὶ τιμοῦμε τοὺς ἄθλους του καὶ πανηγυρίζουμε γι᾿ αὐτοὺς μὲ λαμπρὸ τρόπο. Ἂς σπεύσουμε καὶ στὴ θεωρία καὶ στὴν πράξη, ἀκόμη καὶ ἂν δὲν κερδίσουμε τὴν ἴδια δόξα μὲ ἐκεῖνον, εἶναι βέβαια ὑπερβολικὸ νὰ ποῦμε αὐτὸ τὸ πράγμα, ἀλλὰ τουλάχιστον μικρότερη. Ἂν ὅμως δὲν κερδίσουμε οὔτε αὐτή, γιατὶ καὶ αὐτὸ μας εἶναι ἀρκετὸ λόγω τῆς νωθρότητας ποὺ ἔχουμε, τουλάχιστον, ἐπειδὴ νομίζουμε ὅτι πανηγυρίζουμε ἀντάξια καὶ θεάρεστα γιὰ ὅσα ὁ Θεὸς χαίρεται μαζὶ μὲ τὸ μάρτυρα καὶ ὅτι ἑορτάζουμε μὲ θεϊκὸ τρόπο, νὰ μὴν ἐπιθυμοῦμε περισσότερο τὶς ἡδονὲς χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουμε καὶ νὰ χαριζόμαστε πιὸ πολὺ στοὺς δαίμονες καὶ νὰ πάθουμε τὸ ἴδιο πράγμα μὲ αὐτοὺς ποὺ κινδυνεύουν στὸ λιμάνι καὶ προσβάλλονται ἀπὸ ἀθεράπευτες ἀσθένειες στὸ ἰατρεῖο.

24. Ἔχουμε συνεργὸ τὸ Θεὸ γιὰ τὶς καλὲς πράξεις, μὲ τὶς προσευχὲς τῆς Θεοτόκου, τῶν ἐπουράνιων τάξεων, τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν προφητῶν καὶ τῶν μαρτύρων καὶ τῶν αἰώνια ἁγίων, καὶ αὐτὸν ποὺ τώρα τελοῦμε τὴ μνήμη του νὰ ἱκετεύει συνέχεια γιὰ χάρη μας. Χαίρεται ὁ κόσμος τῶν ἁγίων μὲ κάθε τρόπο καὶ σὲ κάθε ἐποχὴ ἀπὸ κάθε ἡλικία καὶ τάξη, γιατὶ βλέπουν τὸ πλῆθος τους νὰ δυναμώνει καὶ νὰ αὐξάνεται, σὰν νὰ καταλαβαίνουν ὅτι ἡ πολυπληθὴς μερίδα ποὺ βρίσκεται ἀριστερὰ τοῦ Θεοῦ πάλι εἶναι σκυθρωπή.

25. Ὅμως, Δημήτριε, κόσμημα καὶ ὀμορφιὰ τῶν ἀθλητῶν, ξαναγυρίζω σὲ σένα πιὰ καὶ στρέφω τὸ λόγο πρὸς τὰ ἐπάνω, γιατὶ ἔχω λυγίσει περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀπὸ τὴν ἀγάπη μου γιὰ σένα καὶ ἐπιθυμῶ πιὸ πολὺ νὰ ἀναπνέω ἐσένα παρὰ τὰ εὐωδιαστὰ ἀρώματα, εὐσεβὲς καὶ εὐγενέστατο βλάστημα ἀπὸ εὐσεβῆ καὶ εὐγενικὴ ρίζα, κατάφορτο ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῶν ἀρετῶν καὶ τῆς ἄθλησης, λαμπρὲ καὶ στὰ δύο καὶ ἐνδοξότατε σὲ ὅλα καὶ ὁλόφωτη λαμπάδα τῶν χριστιανῶν, καταστροφὴ τῆς ἀσέβειας καὶ τοῦ Μαξιμιανοῦ, δάσκαλε καὶ σύμμαχε τοῦ Νέστορα καὶ πρόξενε τῆς ἄθλησης καὶ ἰσχυρότατε καταστροφέα τῆς ἀλαζονείας τοῦ Λυαίου, σὺ ποὺ ἀπεικόνισες τὸ πάθος τοῦ Δεσπότη καὶ πληγώθηκες μὲ τὶς λόγχες στὴν πλευρά, ὅπως ἐκεῖνος καὶ γιὰ τὸ αἷμα ποὺ ἔχυσες τότε ἀναβλύζεις τώρα σὰν κρουνὸς τὸ εὐωδέστατο καὶ ἰαματικὸ μύρο, σὺ ποὺ περιπολεῖς μὲ τὸ πνεῦμα σου τοὺς οὐρανοὺς μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους καὶ παρευρίσκεσαι μαζί τους στὸν ἀκλόνητο θρόνο τοῦ Θεοῦ, καὶ χάρισες σὲ μᾶς καὶ τὴν πόλη σου τὸ μαρτυρικότατο σῶμα σου σὰν ἀκένωτο θησαυρό, τὸ ἀνυπολόγιστο πέλαγος τῶν ἄπειρων καὶ πιὸ μεγάλων θαυμάτων, σὺ ποὺ μοίρασες σωστὰ τὸν ἑαυτό σου στὴ γῆ καὶ στὸν οὐρανὸ καὶ καθόλου δὲν ἀπουσιάζεις, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πάνω ἐποπτεύεις καὶ κάτω φροντίζεις τὴν πόλη σου, φιλοπόλι καὶ φιλάνθρωπε ποὺ ἐπαναφέρεις σύντομα τὴ συμπάθεια τοῦ Θεοῦ, ὅταν ὑποχωρεῖ μερικὲς φορὲς ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτημάτων μας, εἴθε νὰ δέχεσαι τοὺς λόγους καὶ τοὺς ἐπαίνους μας ποὺ προσφέρονται στὴ λαμπρὴ μνήμη τῶν ἀγώνων σου, ὅπως ὁ ἀθλοθέτης Χριστὸς ἔπλεξε τὸν ἔπαινο τῶν νηπίων, καὶ ἂν δὲν φτάνουν τὴ δική σου ἀξία, ὅμως δὲν ὑστεροῦν στὴν ἀγαθή μας πρόθεση· ρίξε ἕνα βλέμμα λοιπὸν ἀπὸ τὸν οὐρανό, κατέβα γιὰ λίγο ἐδῶ μαζί μας καὶ δὲς τὴν ἀγάπη τῆς πόλης σου γιὰ σένα, παρατήρησε τὶς μελωδίες τῶν συγκεντρωμένων, τὸ ἱερότατο ποίμνιό σου νὰ συμμετέχει στὸ πνευματικὸ συμπόσιο μαζὶ μὲ τὸν ἱεράρχη στὴ μνήμη σου, ὁλόκληρο τὸ ναό σου νὰ φωτίζει ὅλους τους παρόντες ἀπὸ τὴν ἄφθονη φωτοχυσία, τὴν εὐωδιὰ ἀπὸ τὰ θυμιάματα νὰ γεμίζει τὸν ἀέρα καὶ κάθε ἡλικία καὶ τάξη νὰ ἐπικροτοῦν μὲ μεγάλη χαρὰ τοὺς ἄθλους σου. Σχεδὸν σήμερα ἡ γῆ μιμεῖται τὸν οὐρανὸ καὶ ἡ ἁπλωμένη λαμπρότητα στὸ ναὸ τοῦ καλλίνικου σώματός σου κάνει ὁλοφάνερη τὴν ἐκεῖ λάμψη τοῦ φωτὸς ποὺ προστίθεται σὲ σένα ἀπὸ τὸ Θεό.

26. Εἴθε νὰ ἀνταμείβεις ἐπάξια ὅλους, μοιράζοντας τὶς προσφορές σου καθημερινὰ στὸν καθένα. Πρῶτα στεφάνωσε τοὺς πιστοὺς βασιλιάδες μας μὲ νίκες· γιατὶ καὶ οἱ ἴδιοι ἐπίσης τιμοῦν ξεχωριστὰ τὴν πανηγυρική σου ἑορτή. Ὑπόταξε στὰ πόδια τους τὰ στρατεύματα τῶν ἐχθρικῶν ἐθνοτήτων, παράτεινε εἰρηνικὰ τὴν ὑπόλοιπη ζωή τους, ἐνισχύοντάς τους μὲ τὴν ὀρθοδοξία, καὶ ρυθμίζοντάς την μὲ τὴ σωστὴ διοίκηση.

27. Ἀπομάκρυνε τὰ σκάνδαλα τῶν Ἐκκλησιῶν, συμμάχησε μὲ τὸ στρατὸ ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν, δίνε συνεχῶς τὴ χάρη σου, ποὺ βοηθᾶ μὲ κάθε τρόπο, στὸν ποιμένα καὶ ἱεράρχη τῆς πατρίδας σου, ἐποπτεύοντας μαζὶ μὲ τὸν ἱεράρχη, βοηθώντας τὸ ποίμνιο νὰ εἶναι σὲ ἐπαγρύπνηση καὶ νὰ τὸν σέβεται, προετοιμάζοντας τὸν νὰ διδάσκει τὸ ποίμνιο μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ τὸ ἀποδείξει πιὸ δυνατὸ ἀπὸ τοὺς λύκους ποὺ καταστρέφουν τὴν ψυχή, καὶ νὰ τὸ ὁδηγήσει στὴν οὐράνια μάνδρα. Παρηγόρησε ὅσους βρίσκονται σὲ στενοχώριες, βοηθώντας ἀνάλογα πλούσιους καὶ φτωχούς, κάνοντας συνετοὺς καὶ τοὺς γέρους καὶ τοὺς νέους στὰ καθήκοντά τους, ἀξιώνοντας κάθε ἡλικία μὲ πολὺ μεγάλη φροντίδα γιὰ τὴ δωρεὰ τῶν χαρίτων σου.

28. Γιὰ ὅλα αὐτά, εἴθε νὰ μᾶς χαρίσεις τὴ νίκη κατὰ τῶν δαιμόνων καὶ τῶν παθῶν καὶ ὅταν λίγο ἀργότερα ἀποδημήσουμε ἐκεῖ νὰ μᾶς κάνεις δεξιοὺς παραστάτες τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ μὲ τὶς παρακλήσεις σου, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ θὰ συμμετέχουμε σὰν ἀσήμαντοι δοῦλοι σου στὴν αἰώνια καὶ θεία λαμπρότητα, μὲ τὴ χάρη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔχει τὴ δόξα καὶ τὴ δύναμη στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν

Τετάρτη, Οκτωβρίου 25, 2017

Ο Οδυσσέας Ελύτης εξηγεί πώς έγραψε το "Άξιον εστί"


«Όσο κι αν μπορεί να φανεί παράξενο, την αρχική αφορμή να γράψω το ποίημα μου την έδωσε η διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του ’48 με ’51. Ηταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί – πόλεμος, κατοχή, κίνημα, εμφύλιος – δεν είχανε αφήσει πέτρα πάνω στη πέτρα. Θυμάμαι την μέρα που κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο.  Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ. Ητανε κυριολεκτικά μες τα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγυρίζανε μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα. Και αυτή, σκεπτόμουνα, ήταν η μοιρα του Γένους που ακολούθησε το δρόμο της Αρετής και πάλαιψε αιώνες για να υπάρξει. Πριν περάσουν 24 ώρες περιδιάβαζα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη. Και ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές. Ηταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία. Αυτά που από πέντε γενεές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία. Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκηπόπουλα, με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ’ άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση.
Ητανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις. Ητανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου – η πρώτη ήτανε στην Αλβανία – που έβγαινα από το ατόμό μου, και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου. Και το σύμπλεγμα κατωτερότητας που ένιωθα, μεγάλωσε φτάνοντας στο Παρίσι. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το τέλος του πολέμου και τα πράγματα ήταν ακόμη μουδιασμένα. Όμως τι πλούτος και τι καλοπέραση μπροστά σε μας! Και τι μετρημένα δεινά επιτέλους μπροστά στα ατελείωτα τα δικά μας! Δυσαρεστημένοι ακόμα οι Γάλλοι που δεν μπορούσαν να ‘χουν κάθε μέρα το μπιφτέκι και το φρέσκο τους βούτυρο, δυσανασχετούσανε. Υπάλληλοι, σωφέρ, γκαρσόνια, με κοιτάζανε βλοσυρά και μου λέγανε: εμείς περάσαμε πόλεμο Κύριε! Κι όταν καμμιά φορά τολμούσα να ψιθυρίσω ότι ήμουν Ελληνας κι ότι περάσαμε κι εμείς πόλεμο με κοιτάζανε παράξενα: α, κι εσείς έ; Καταλάβαινα ότι ήμασταν αγνοημένοι από παντού και τοποθετημένοι στην άκρη-άκρη ενός χάρτη απίθανου. Το σύμπλεγμα κατωτερότητας και η δεητική διάθεση με κυρίευαν πάλι. Ξυπνημένες μέσα παλαιές ενστικτώδεις διαθέσεις άρχισαν να αναδεύονται και να ξεκαθαρίζουν.
Η παραμονή μου στην Ευρώπη με έκανε να βλέπω πιο καθαρά το δράμα του τόπου μας. Εκεί αναπηδούσε πιο ανάγλυφο το άδικο που κατάτρεχε τον ποιητή. Σιγά-σιγά αυτά τα δύο ταυτίστηκαν μέσα μου. Το επαναλαμβάνω, μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά έβλεπα καθαρά ότι η μοίρα της Ελλάδας ανάμεσα στα άλλα έθνη ήταν ότι και η μοιρα του ποιητή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους – και βέβαια εννοώ τους ανθρώπους του χρήματος και της εξουσίας. Αυτό ήταν ο πρώτος σπινθήρας, ήταν το πρώτο εύρημα. Και η ανάγκη που ένιωθα για μια δέηση, μου ‘δωσε ένα δεύτερο εύρημα. Να δώσω, δηλαδή, σ’ αυτή τη διαμαρτυρία μου για το άδικο τη μορφή μιας εκκλησιαστικής λειτουργίας. Κι έτσι γεννήθηκε το «Αξιον Εστί».
Οδ. Ελύτης

ΔΙΑΚΟΝΗΜΑ

Τρίτη, Οκτωβρίου 24, 2017

Η αγία Γυναίκα και το άγιο Βρέφος της(24 Οκτωβρίου)

Οι Άγιοι αυτοί, μαρτύρησαν μαζί με τον Άγιο Αρέθα .

Την Άγια αυτή γυναίκα, την έριξαν στη φωτιά και βλέποντας το αυτό το Άγιο Βρέφος, έπεσε και το ίδιο στη φωτιά παρά τις κολακείες των βασανιστών του.

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει σχετικά στον Συναξαριστή του:


«Δεν δύναμαι εδώ να σιωπήσω το περί του βρέφους τούτου και νηπίου διήγημα. Όπερ συνεγράφη μεν ελληνιστί, υπό του Aγίου Συμεών του Mεταφραστού, ευρίσκεται δε μεταφρασμένον εις τον Nέον Παράδεισον. Eπειδή και τη αληθεία είναι χαριέστατον, κατανυκτικώτατον και τριπόθητον εις τας των Xριστιανών ακοάς. Έστι δε τοιούτον. Mία γυναίκα ευλαβής και ενάρετος είχε παιδίον αρσενικόν, έως πέντε χρόνων. Όταν δε απεκεφαλίσθη ο ανωτέρω Άγιος Mάρτυς Aρέθας, επήγε κοντά εις το λείψανον, και πέρνουσα από το αίμα του Mάρτυρος, άλειψε τον εαυτόν της ομού και το τέκνον της. Έπειτα κατανυχθείσα και θερμανθείσα από τον θείον έρωτα, εκαταράτο και ύβριζε τον τύραννον Eβραίον. Oι δε στρατιώται τας ύβρεις ακούσαντες, άρπασαν αυτήν και την επήγαν εις τον βασιλέα, λέγοντες, όσα κατ’ αυτού ελάλησεν. Όστις παρευθύς έδωκεν απόφασιν να την καύσουν. Άψαντες λοιπόν οι στρατιώται πυρκαϊάν, έδεσαν την Aγίαν αγαλλομένην και χαίρουσαν. Tο δε παιδίον εθλίβετο και ανεστέναζε, μη υποφέρον την στέρησιν της μητρός του, καθώς και το μικρόν πωλάρι φωνάζει και θλίβεται, όταν χωρισθή από την μητέρα του. Όθεν το μακάριον εκείνο παιδίον, στρέφον τα ομμάτιά του εις ένα και άλλο μέρος, άλλο τι δεν επικαλείτο, πάρεξ το όνομα της ηγαπημένης μητρός του.

Έπειτα βλέπον τον βασιλέα επί θρόνου καθήμενον, τρέχει προς αυτόν και πίπτει εις τους πόδας του, κλαίον και παρακαλών αυτόν ως εδύνετο, με την άναρθρον και ψελλίζουσάν του φωνήν, διά την μητέρα του. O δε βασιλεύς ωρέχθη το παιδίον, τούτο μεν, διατί ήτον ωραίον εις την όψιν και χαριέστατον, τούτο δε, και διατί η λαλιά του, αγκαλά και άναρθρος, ήτον όμως γλυκυτάτη και νόστιμη. Πέρνωντας λοιπόν το παιδίον ο βασιλεύς, το εκάθισεν επάνω εις τα γόνατά του και λέγει αυτώ. Ποίον αγαπάς, παιδί μου, από όλα τα πράγματα του κόσμου καλλίτερα; Tο παιδίον απεκρίθη, την μητέρα μου αγαπώ. Kαι δι’ αυτήν ήλθον να σε παρακαλέσω, διά να προστάξης να την λύσουν. Ίνα πάρη μαζί της και εμένα εις το μαρτύριον. Ότι πολλαίς φοραίς με εδίδασκε, παρακινούσά με εις το μαρτύριον. O δε βασιλεύς, και τι είναι, του είπεν, αυτό το μαρτύριον; Tότε το βρέφος (ω των θαυμασίων σου Δέσποτα, όστις με την χάριν σου σοφίζεις τα νήπια!), τότε λέγω, το θεοφώτιστον νήπιον απεκρίθη. Mαρτύριον είναι, το να αποθάνω διά τον Xριστόν, και πάλιν να ζήσω με αυτόν. O τύραννος του λέγει. Kαι ποίος είναι αυτός ο Xριστός; Tο παιδίον απεκρίθη. Eλθέ να υπάγωμεν εις την Eκκλησίαν διά να σου τον δείξω. Tότε βλέπον το βρέφος, πως ετράβιζαν οι στρατιώται την μητέρα του, διά να την ρίψουν εις την πυρκαϊάν, έκλαυσε, λέγον προς τον τύραννον. Άφες με να τρέξω διά να φθάσω την μητέρα μου. O τύραννος του λέγει. Άφες την μητέρα σου, και έλα με εμένα. Kαι εγώ να σου δίδω πωρικά εύμορφα. Tότε το χαριτωμένον και θεόσοφον βρέφος απεκρίθη και λέγει του. Eγώ ελογίαζα πως είσαι Xριστιανός. Kαι διά τούτο ήλθον και σε επαρακάλουν διά την μητέρα μου. Tώρα δε οπού εκατάλαβα, πως είσαι Eβραίος, λέγω σοι, ότι με Eβραίον δεν θέλω να συγκατοικήσω ποτέ. Aλλ’ ούτε όλως καταδέχομαι να λάβω από λόγου σου τίποτε. Mόνον άφες με να υπάγω εις την μητέρα μου.

Θαυμάζοντος δε του βασιλέως την του παιδίου φρονιμάδα και σύνεσιν, συνεβούλευσάν τινες αυτόν να το στείλη εις την βασίλισσαν, μήπως εκείνη με κολακείας, δυνηθή να πείση αυτό ίνα μείνη εις το παλάτιον. Aλλ’ όμως η γνώσις του θεοσόφου παιδίου ενίκησε τας πανουργίας εκείνων και μηχανήματα. Tο γαρ θεοφώτιστον νήπιον, ουδέ απόκρισιν έδωκεν εις τας συμβουλάς του βασιλέως και λόγια, αλλά όλως διόλου προς μόνην την μητέρα του έβλεπεν. Όταν δε είδε, πως έρριψαν αυτήν εις την φωτίαν, εσυμπόνεσεν η καρδία του. Kαι καθώς ήτον καθήμενον εις τα γόνατα του βασιλέως, έσκυψε και εδάγκασε δυνατά το μηρί του. O δε βασιλεύς πονέσας, το έρριψεν από τα γόνατά του προστάσσωντας ένα άρχοντα διά να το πάρη, και να το κάμη να αρνηθή τον Xριστόν. Aλλά το παιδίον φεύγον επιτηδείως, από εκείνον οπού το έσυρνεν, έτρεξε δρομαίως εις την κάμινον, και πασίχαρον επήδησεν (ω της ανδρίας!) εις το μέσον της καμίνου, εναγκαλισθέν δε γλυκερώς την ποθουμένην μητέρα του, μαζί με αυτήν κληρονομεί του μαρτυρίου τον στέφανον.

Ας λάβουν παράδειγμα από το διήγημα τούτο αι τωριναί μητέρες των Xριστιανών, και ας διδάσκουν τα τέκνα των έτι νήπια όντα, να στέκωνται στερεά εις την πίστιν και ευσέβειαν. Kαι να αγαπούν ολοκαρδίως τον Iησούν Xριστόν τον ποιητήν και πλάστην τους. Kαι αν το καλέση ο καιρός και η χρεία, να προτιμούν θάνατον και μαρτύριον, πάρεξ να αρνηθούν το του Xριστού γλυκύτατον όνομα».


saint.gr

Δευτέρα, Οκτωβρίου 23, 2017

«Περὶ τοῦ ἐνάτου ἀποστολικοῦ κανόνα»-δρ.Ιωάννης Νεονάκης

Μὲ τὸ παρὸν ἄρθρο θὰ ἀναφερθῶ σὲ ἕνα σημαντικό νομίζω ἐκκλησιαστικὸ ζήτημα, παρότι δέν εἶμαι θεολόγος, ἀλλά μόνο ἓνας ἁπλός ὀρθόδοξος. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ καιροὶ εἶναι πολὺ δύσκολοι, καὶ κάποια πράγματα πρέπει ἐπειγόντως νὰ εἰπωθοῦν καὶ νὰ ἐπαναπροσδιοριστοῦν, γι’ αὐτὸ καὶ παίρνω τὸ θάρρος νὰ μιλήσω.
Ὁ λαός μας, παρὰ τὴν τρομερὴ πλύση ἐγκεφάλου ποὺ ὑφίσταται ἀπὸ πολλὲς πλευρές, παραμένει βαθύτατα εὐσεβής. Εἶναι ὅμως σὲ ἀρκετὰ σημεῖα καὶ ζητήματα ἐν πολλοῖς ἀκατήχητος. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας δυστυχῶς εἶχε τεθεῖ σὲ μιὰ μακρὰ «βαβυλώνιο αἰχμαλωσία», ὅπως τὴ χαρακτήρισε ὁ μακαριστὸς πατήρ Φλωρόφσκυ, αἰχμαλωσία στὸν τρόπο ἀντίληψης τῶν πραγμάτων καὶ στό πνεῦμα τῶν Δυτικῶν. Μόλις τὰ τελευταῖα χρόνια καὶ κυρίως μετὰ τὸ 1960, τὴν ἀποδυνάμωση τῶν παραεκκλησιαστικῶν ὀργανώσεων, τὴν ἀλλαγὴ σκέψης στὸν θεολογικὸ ἀκαδημαϊκὸ χῶρο καὶ τὴν ἀναγέννηση τοῦ Ἁγίου Ὅρους καὶ τοῦ μοναχισμοῦ, μπόρεσε ἡ Ἐκκλησία μας νὰ ἀνατροφοδοτηθεῖ καὶ πάλι ἀπὸ τὴ γνήσια ἡσυχαστικὴ πατερικὴ παράδοσή της. Οἱ στρεβλώσεις ὅμως ἀπὸ τὴ μακροχρόνια αἰχμαλωσία εἶναι ἀκόμα καὶ σήμερα σὲ πολλὰ σημεῖα φανερές. Σὲ μιὰν ἀπὸ αὐτὲς τὶς στρεβλώσεις θὰ ἀναφερθοῦμε καὶ ἐμεῖς σήμερα.
Στὰ ἀναλόγια ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἱερῶν Ναῶν ὑπάρχει ἕνα σπουδαῖο λειτουργικὸ βιβλίο μὲ τὸν τίτλο «Ὡρολόγιον τὸ μέγα». Ἐκεῖ, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ κείμενα πολλῶν ἀκολουθιῶν καὶ παρακλητικῶν κανόνων, ὑπάρχουν τὰ τροπάρια ἀλλὰ καὶ μικρὸς συναξαριστὴς τῶν καθ’ ἡμέρα ἑορταζόντων ἁγίων. Πρὸς τὸ τέλος δὲ τοῦ βιβλίου αὐτοῦ, ὑπάρχει ἕνα πολὺ σημαντικὸ κομμάτι μὲ τὸν τίτλο «Σύνοψις Κανόνων Ἱερῶν». Ἐδῶ παρατίθεται μιὰ ἐπιλογὴ ἀπὸ πολὺ σημαντικοὺς κανόνες ποὺ ἔχουν θεσπίσει οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, οἱ Οἰκουμενικὲς καὶ Τοπικὲς Σύνοδοι, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Μετὰ ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ κάθε κανόνα, ἀκολουθεῖ μιὰ σύντομη ἀνάλυση ἀπὸ τοὺς δύο μεγάλους ἑρμηνευτὲς τῆς Ἐκκλησίας μας, τὸν Ἰωάννη Ζωναρᾶ καὶ τὸν Πατριάρχη Ἀντιοχείας Θεόδωρο Βαλσαμών (12ος αἰῶνας). Ἡ ἐπιλογὴ τῶν Ἱερῶν αὐτῶν Κανόνων στὸ Ὡρολόγιο ἔγινε μὲ σκοπό, ὅπως χαρακτηριστικὰ ἀναφέρει, τὴν «πρόχειρον χρῆσιν καὶ ὁδηγίαν παντὸς χριστιανοῦ, ἐξαιρέτως δὲ τῶν ἱερωμένων».
Πρῶτος ἀπὸ ὅλους τοὺς κανόνες, καταδεικνύοντας ἔτσι καὶ τὴ σπουδαιότητά του, παρατίθεται ὁ ἔνατος κανὼν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Τὸ κείμενό του αὐτολεξεὶ ἔχει ὡς ἑξῆς: «Πάντας τοὺς εἰσιόντας πιστούς, καὶ τῶν Γραφῶν ἀκούοντας, μὴ παραμένοντας δὲ τῇ προσευχῇ καί τῇ ἁγίᾳ μεταλήψει, ὡς ἀταξίαν ἐμποιοῦντας τῇ ἐκκλησίᾳ ἀφορίζεσθαι χρή.» Μὲ ἄλλα λόγια, ὅσοι ὀρθόδοξοι εἰσέλθουν στὴν ἐκκλησία κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία καὶ ἀκοῦνε μὲν τὶς Θεῖες Γραφές, ἀλλὰ δὲν προσμένουν μέχρι τὸ τέλος καὶ δὲν μεταλαμβάνουν, αὐτοὶ θὰ πρέπει νὰ ἀφορίζονται, γιατὶ προκαλοῦν μεγάλη ἀταξία στὴν ἐκκλησία. Θὰ πρέπει δέ, στὸ σημεῖο αὐτό, νὰ ἔχομε στὸν νοῦ μας ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἀφορισμοῦ κατὰ τὴν παράδοσή μας ἔχει κυρίως τὴν ἔννοια τῆς κατάδειξης στὸν πιστὸ ὅτι αὐτὰ ποὺ πράττει εἶναι ἐκτὸς τῶν ὁρίων (ἀφ-ὁρίων), ἐκτὸς τῶν γραμμῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ τρόπου τοῦ ζῆν καὶ οἱ πράξεις του αὐτὲς θὰ τὸν ὁδηγήσουν ἀργὰ ἢ γρήγορα σὲ προβλήματα καὶ ἀδιέξοδα.
Ἀναλύοντας τὸ κείμενο τοῦ κανόνα οἱ δύο μεγάλοι ἑρμηνευτὲς ἀναφέρουν αὐτολεξεί, ὁ μὲν Ζωναρᾶς ὅτι: «Πάντας ὁ παρὼν κανὼν ἀπαιτεῖ, τῆς ἁγίας ἐπιτελουμένης θυσίας, μέχρι τέλους προσκαρτερεῖν τῇ εὐχῇ καί τῇ ἁγίᾳ μεταλήψει. Καὶ οἱ λαϊκοὶ γὰρ συνεχῶς μεταλαμβάνειν τότε ἀπῃτοῦντο». Ὁ δὲ Βαλσαμὼν λέγει: «Ὁ τοῦ παρόντος κανόνος διορισμὸς δριμύτατός ἐστιν. Ἀφορίζει γὰρ τοὺς ἐκκλησιάζοντας καὶ μὴ παραμένοντας μέχρι τέλους, μηδὲ μεταλαμβάνοντας». Τὰ λόγια τόσο τοῦ κανόνος, ὅσο καὶ τῶν ἑρμηνευτῶν δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι πιὸ ξεκάθαρα. Λένε καθαρὰ καὶ μετ’ ἐπιτάσεως ὅτι δὲν νοεῖται ἕνας ὀρθόδοξος νὰ παρακολουθήσει τὴ Θεία Λειτουργία καὶ νὰ μὴν κοινωνήσει. Κάτι τέτοιο εἶναι ἀδιανόητο καὶ πρόξενος μεγάλης ταραχῆς.
Ὁ ὀρθόδοξος πιστὸς πάει στὴ Θεία Λειτουργία γιὰ νὰ δεῖ τὸν Χριστό, νὰ μιλήσει μὲ τὸν Χριστό, νὰ προσευχηθεῖ στὸν Χριστὸ καὶ νὰ κοινωνήσει τὸν Χριστό. Καὶ ὁ Χριστὸς μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀγαπητικὴ σχέση νὰ χαριτώσει τὸν ὀρθόδοξο κατὰ τὰ μέτρα τῆς μετάνοιας, τοῦ ἀγῶνα καὶ τῆς χωρητικότητάς του. Νὰ γίνουνε οἱ δυό τους ἕνα. Ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός, ποὺ σὲ ἱστορικὸ χρόνο ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ξεκίνησε ἔτσι μιὰ νέα, καινοφανὴς ὀντολογικὴ κατάσταση, αὐτὴ τῆς Θεανθρωπίας. Τῆς ἀσυγχύτου καὶ ἀδιαιρέτου συνυπάρξεως τῆς Θεότητας καὶ τῆς Ἀνθρωπότητας. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ πρῶτος θεάνθρωπος. Καὶ καλεῖ τὸν ἄνθρωπο νὰ τὸν ἀκολουθήσει σ’ αὐτὴν τὴ νέα ὀντολογικὴ κατάσταση μὲ τὸ νὰ γίνει μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν προσωπικό του ἀγῶνα καὶ αὐτὸς Θεάνθρωπος. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἄρνηση τοῦ ὀρθοδόξου νὰ κοινωνήσει ἀποτελεῖ ἄρνηση τῆς δυνατότητάς του γιὰ Θεανθρώπινη ὕπαρξη καὶ σωτηρία καὶ ἄρνηση οὐσιαστικὰ τῆς ἴδιας τῆς ὀρθόδοξής του πίστης. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἄρνηση τῆς κοινωνίας θεωρεῖται ἀπὸ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες ὡς πολὺ μεγάλη «ἀταξία».
Κάθε Κυριακὴ στὶς ἐκκλησίες μας δυστυχῶς παρακολουθοῦμε ἕνα ἐντελῶς ἀνορθόδοξο θέαμα, γιὰ τὸ ὁποῖο εὐθυνόμαστε ὅλοι ἐμεῖς. Ἐνῷ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν παρακολουθοῦν ἑκατοντάδες πιστοί, στὸ τέλος δὲν κοινωνοῦν παρὰ μόνο 10-20 ἄτομα στὴν πλειονότητά τους παιδιά. Κανονικὰ ἔπρεπε νὰ γίνεται τὸ ἀντίθετο. Δηλαδὴ ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἑκατοντάδες πιστοὶ νὰ κοινωνοῦν καὶ ἴσως μόνο μερικοὶ πιστοὶ (ἐπειδὴ κανονίστηκαν ἔτσι ἀπὸ τοὺς γέροντές τους γιὰ καθαρὰ πνευματικοὺς λόγους) νὰ μὴν κοινωνοῦν προσωρινά.
Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἄγνοια, πολλὰ εἶναι νομίζω τὰ αἴτια τῆς ἀνορθοπραξίας μας αὐτῆς. Θὰ σταθῶ ὅμως μόνο στὴν ἀρρώστια τοῦ εὐσεβισμοῦ καὶ τῆς ἀνταπόδοσης, ποὺ μᾶς προσέβαλε ἀπὸ τὴ Δύση. Κατ’ αὐτὴν θὰ πρέπει κάποιος ὀρθόδοξος νὰ εἶναι πάρα πολὺ ἄξιος, ἀναμάρτητος καὶ ἀριστεὺς τοῦ χριστιανισμοῦ, ὥστε νὰ λάβει ἔπειτα ὡς ἀνταπόδοση καὶ βραβεῖο τὴ Θεία Κοινωνία. Τὸ κριτήριο δηλαδὴ δὲν εἶναι τὸ δάκρυ τῆς μετάνοιας καὶ ἡ ἀγάπη στὸν Χριστό, ἀλλὰ ὁ ἐγωισμός του ὅτι ἐκπληρώσαμε μερικὲς ἠθικιστικὲς νόρμες καὶ κανόνες. Καὶ ἐπειδὴ οὔτε καὶ αὐτοὺς τοὺς κανόνες τοὺς ἐκπληρώνομε συχνά, κοινωνοῦμε κάθε Πάσχα, πού, ὅπως λένε μερικοί, «εἶναι μεγάλη γιορτὴ καὶ ὅλα συγχωροῦνται».
Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ προσέγγιση εἶναι λάθος. Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἕνα κλειστὸ κλὰμπ καὶ λέσχη ἀρίστων. Εἶναι ἕνα νοσοκομεῖο ποὺ προσπαθεῖ νὰ θεραπεύσει ἀρρώστους. Καὶ ἄρρωστοι εἴμαστε ὅλοι ἐμεῖς. Καὶ προστρέχομε στὴν Ἐκκλησία γιὰ βοήθεια, ἀγάπη καὶ σωτηρία. Καὶ ὅσο πιὸ ἄρρωστοι εἴμαστε, τόσο πιὸ πολύ ἀνάγκη ἔχομε τῆς Ἐκκλησίας. Ποιός θὰ τολμήσει νὰ πεῖ ὅτι ἀπηλλάγη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ ἔτσι βραβεύεται μὲ τὴ Θεία Κοινωνία; Ἐδῶ σχεδὸν κάθε λεπτὸ ποὺ περνάει ἁμαρτάνομε. Ἀκόμα καὶ τὴν ὥρα ποὺ πλησιάζομε νὰ κοινωνήσομε ἁμαρτάνομε. Ἂς ἀναλογιστοῦμε μόνο τὴν ψυχική μας ταραχή, τὰ σχόλια, τὴν κατάκριση καὶ τὶς μαῦρες σκέψεις ποὺ κάνομε, ἀκόμα καὶ ἐκείνη τὴν ὥρα.
Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν θὰ πρέπει ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι νὰ ξαναδιαβάσομε τοὺς πατέρες μας, νὰ ἄρομε τὶς πολλὲς στρεβλώσεις τοῦ παρελθόντος καὶ νὰ ἐπαναπροσδιορίσομε τὶς σωτηριολογικές μας δυνατότητες μέσα ἀπὸ τὴν ἡσυχαστική μας παράδοση. Νὰ θυμόμαστε δὲ πάντα, ὅτι δὲν εἶναι βραβεῖο ἡ Θεία Κοινωνία. Εἶναι μιὰ ἀγαπητικὴ σχέση μὲ τὸν Χριστὸ καὶ παράκληση σωτηρίας

Κυριακή, Οκτωβρίου 22, 2017

"Πάρε τον παράδεισο μου και δωσ'μου την "κόλαση" σου"



Τις προάλλες συναντήθηκα με ένα γέροντα που αγαπώ πολύ. Είδες ποτέ τον Χριστό γέροντα τον ρώτησα. «Ναι πάτερ μου», μονολόγησε, με συστολή. «Πώς είναι Γέροντα;» «Όπως στα Ευαγγέλια πάτερ μου, αγνός, αγαθός, απλός και προσιτός». «Και πότε συνέβη αυτό», ήταν η αμέσως επόμενη γεμάτη θάμβος ερώτηση μου. «Όταν αγάπησα πολύ δίχως να περιμένω τίποτα πάτερ μου», ψιθύρισε ο γέροντας με χαμηλωμένα τα μάτια του, που είχαν ήδη πλημμυρίσει ερωτικά δάκρυα για τον Χριστό του. «Άδειασα σαν άνθρωπος και γέμισα Χριστό. Τα έδωσα όλα και δεν πήρα τίποτα. Τότε έρχεται Εκείνος όταν του μοιάσεις».
Αυτή η φράση, «Ο Χριστός έρχεται όταν του μοιάσουμε», σκαρφάλωσε στα πιο δύσβατα μονοπάτια της καρδιάς μου και άνοιξε χώρο μέσα μου. Ναι, η αγάπη. Εκείνη που ξέρει να θυσιάζεται και να χάνει. Να τα δίνει όλα δίχως να κρατάει λογαριασμό. Εκείνη που πεθαίνει για να ζήσεις ο άλλος. Που προδίδεται, σταυρώνεται κι όμως συγχωρεί. Που ξέρει να λέει και να εννοεί, πάρε τον παράδεισο μου και δώσ'μου την "κόλαση" σου…


παπα Λίβυος


αγιορείτικες διαδρομές

Σάββατο, Οκτωβρίου 21, 2017

Κυριακή ΣΤ’ Λουκά: Περί του Λεγεώνος (Θεοφύλακτος Αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας) (Λουκ. η΄, 26-39)

«Καὶ ἔφτασαν μὲ τὸ πλοῖο στὴν περιοχὴ τῶν Γαδαρηνῶν, ποὺ εἶναι ἀπέναντι στὴ Γαλιλαία. Βγῆκε στὴ στεριὰ ὁ Ἰησοῦς καὶ τὸν συνάντησε κάποιος ἀπὸ τὴν πόλη, ποὺ εἶχε δαιμόνια ἀπὸ πολλὰ χρόνια. Ροῦχα δὲν ἔβαζε οὔτε ἔμενε στὸ σπίτι ἀλλὰ στὰ μνήματα. Ὅταν εἶδε τὸν Ἰησοῦ ἔβγαλε κραυγὴ καὶ πέφτοντας στὰ πόδια του τοῦ εἶπε σὲ ψηλὸ τόνο· Τί ἔχεις μαζί μου Ἰησοῦ, Γιὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ἀνωτάτου; Μὴ μὲ βασανίσης σὲ παρακαλῶ». Γιατὶ εἶχε διατάξει τὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα νὰ βγῆ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Ἀπὸ πολλὰ χρόνια τὸν εἶχε κυριέψει καὶ τὸν ἔδεναν μ’ ἁλυσίδες καὶ τὸν κρατοῦσαν μὲ χειροπέδες, ἔσπαζε ὅμως αὐτὸς τὰ δεσμὰ καὶ τὸν ἔσερνε ὁ δαίμονας στὶς ἐρημιές.
«Τὸν ρώτησε ὁ Χριστὸς καὶ τοῦ εἶπε· ποιό εἶναι τὸ ὄνομά σου; Κι αὐτὸς ἀπάντησε· Λεγεῶνα», ἐπειδὴ εἶχαν μπῆ μέσα του πολλὰ δαιμόνια καὶ παρακαλοῦσε νὰ μὴ διατάξη νὰ φύγουν στὴν ἄβυσσο. «Ἦταν ἐκεῖ ἕνα κοπάδι ἀπὸ ἀρκετοὺς χοίρους, ποὺ ἔβοσκαν στὸ βουνὸ καὶ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ ἐπιτρέψη νὰ μποῦν σ’ ἐκείνους. Ὁ Χριστὸς τοὺς ἐπέτρεψε. Ὥρμησε τότε τὸ κοπάδι στὸν κρημνὸ καὶ πνίγηκαν μέσα στὴν λίμνη». Δῆτε τὸ δαίμονα νὰ χωρίζεται σὲ δὺο ἐκδηλώσεις τῆς κακίας· τὴ θρασύτητα καὶ τὸ φόβο. Ἡ ἐρώτηση «τί ἔχεις μαζί μου;» χαρακτηρίζει τὸ θρασὺ καὶ ἀδιάντροπο νοῦ. Κι ἡ ἔκφραση «σὲ παρακαλῶ», μαρτυρεῖ τὸ φοβισμένο. Κατοικοῦσε στὰ μνήματα, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ σταλάζη στὴν ψυχὴ τῶν ἀνθρώπων τὴν ἁμαρτωλὴ γνώμη, ὅτι οἱ ψυχὲς τῶν νεκρῶν γίνονται δαίμονες. Ζητοῦν οἱ δαίμονες νὰ μὴν πᾶνε στὴν ἄβυσσο ἀλλὰ νὰ τοὺς γίνη ἡ παραχώρηση νὰ μείνουν ἀκόμα στὴ γῆ. Κι ὁ Κύριος τοὺς ἀφήνει νὰ μείνουν στὴ γῆ, γιὰ νὰ κάνουν τοὺς ἀνθρώπους πιὸ δόκιμους, παλεύοντας μαζί τους. Γιατὶ ἄν δὲν ὑπῆρχαν ἀντίπαλοι, δὲ θὰ ὑπῆρχαν ἀγῶνες κι ἄν δὲν ὑπῆρχαν ἀγῶνες, δὲ θὰ ὑπῆρχαν μήτε στεφάνια. Καὶ πιὸ μεταφορικά. Ὅποιος ἔχει μέσα του δαίμονες, παναπῆ πράξεις δαιμονικές, δὲ φοράει ροῦχο, δὲν ἔχει δηλαδὴ τὴ στολὴ ποὺ δίνει τὸ βάπτισμα καὶ δὲ μένει στὸ σπίτι, δηλαδὴ στὴν Ἐκκλησία. Δὲν εἶναι ἄξιος νὰ μπῆ στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ στὰ μνήματα, ποὺ θὰ πῆ στὰ δοχεῖα τῶν νεκρῶν ἔργων, ὅπως τὰ πορνεῖα καὶ τὰ τελωνεῖα. Αὐτὰ εἶναι τῆς κακίας τὰ μνήματα.
«Ὅταν εἶδαν οἱ βοσκοὶ αὐτὸ ποὺ ἔγινε ἔφυγαν καὶ τὸ διέδωσαν στὴν πόλη καὶ στὰ χωράφια. Βγῆκε ὁ κόσμος νὰ δοῦν τὸ θαῦμα κι ἦρθαν στὸν Ἰησοῦ. Βρῆκαν τὸν ἄνθρωπο ποὺ εἶχε τὰ δαιμόνια ντυμένο καὶ φρόνιμο στὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ τοὺς ἔπιασε φόβος. Ὅσοι εἶχαν ἰδεῖ τὸ θαῦμα, διηγήθηκαν πῶς σώθηκε ὁ δαιμονισμένος. Ὅλος ὁ κόσμος τῆς περιοχῆς τῶν Γαδαρηνῶν τὸν παρακάλεσε νὰ φύγη ἀπὸ τὸν τόπο τους, γιατὶ τοὺς κρατοῦσε μεγάλος φόβος. Κι ἐκεῖνος μπῆκε στὸ πλοῖο καὶ γύρισε πίσω. Κι ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶχε τὰ δαιμόνια τὸν παρακαλοῦσε νὰ μείνη μαζί του. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τὸν ἄφησε ἐλεύθερο καὶ τοῦ εἶπε· Γύρισε σπίτι σου καὶ νὰ διηγῆσαι αὐτὰ ποὺ σοῦ ἔκαμε ὁ Θεός. Ἔφυγε καὶ διαλάλησε σ’ ὅλη τὴν πόλη τί τοῦ εἶχε κάνει ὁ Ἰησοῦς». Ὅτι ἔφυγαν οἱ βοσκοί, στάθηκε ἀφορμὴ σωτηρίας γιὰ τοὺς Γαδαρηνοὺς, ὅμως δὲν τὸ κατάλαβαν. Ἔπρεπε νὰ θαυμάσουν τὴ δύναμη τοῦ Σωτῆρα καὶ νὰ πιστέψουν σ’ αὐτόν. Αὐτοὶ ὅμως τοῦ ζήτησαν, ποὺ θὰ πῆ παρακαλοῦσαν, νὰ φύγη ἀπ’ τὸν τόπο τους. Γιατὶ φοβηθήκαν μήπως πάθουν καὶ καμμιὰ ἄλλη ζημιά, ὅπως ἔχασαν τοὺς χοίρους. Αὐτὸς ὅμως ποὺ θεραπεύτηκε παρουσιάζει ἀδιαφολινείκητη ἀπόδειξη τῆς θεραπείας του. Τόσο ἀποκαταστάθηκε ἡ ὑγεία τοῦ νοῦ του, ὥστε ἔφτασε στὴν ἐπίγνωση τοῦ Ἰησοῦ καὶ εἶχε τὴν ἀξίωση νὰ μείνη μαζί του. Φοβόταν, ὅπως ἔδειχνε, μήπως ὅταν μείνη μακρυὰ ἀπὸ τὴν Ἰησοῦ, πέση πάλι εὔκολα στὰ χέρια τῶν δαιμόνων. Ὁ Κύριος ὅμως τοῦ δείχνει ὅτι κι ἄν δὲν εἶναι μαζί του, μπορεῖ προστατευμένος ἀπὸ τὴ χάρη του νὰ ἀποφύγη τὴ δαιμονικὴ ἐπήρεια λέγοντάς του· Γύρισε σπίτι σου καὶ νὰ διηγῆσαι ὅ,τι σοῦ ἔκαμε ὁ Θεός. Δὲν εἶπε ὅ,τι σοῦ ἔκαμα ἐγώ, γιατὶ ἤθελε νὰ μᾶς δώση παράδειγμα ταπεινότητος καὶ νὰ μᾶς κάμη νὰ ἀποδίδωμε στὸ Θεὸ κάθε ἐπιτυχία. Κι αὐτὸς ἔνοιωθε τόση εὐγνωμοσύνη, ὥστε νὰ διηγῆται ὅσα τοῦ ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς. Ὁ Κύριος τὸν προσέταξε νὰ διηγεῖται ὅσα τοῦ ἔκαμε ὁ Θεὸς. Ἐνῶ αὐτὸς διηγεῖται ὅσα τοῦ ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς. Πρέπει λοιπὸν κι ἐμεῖς ὅταν κάνωμε κάτι καλὸ σὲ κάποιον νὰ μὴ θέλωμε νὰ τὸ διαλαλοῦμε. Νὰ διαλαλῆ ὅμως τὸ καλὸ ποὺ τοῦ κάνουν αὐτὸς ποὺ τὸ δέχτηκε κι ἄς μὴν τὸ θέλωμε ἐμεῖς.
(Μητροπολίτου Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονυσίου, “Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον”, Τόμος Δεύτερος, Ἀθῆναι 1969)

ΑΠΟ ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ