ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Τρίτη, Δεκεμβρίου 12, 2017

Το καλό είναι ότι οι άνθρωποι διψούν την απλότητα-άγιος Παΐσιος



Το καλό είναι ότι οι άνθρωποι διψούν την απλότητα και έφθασαν σε σημείο νά κάνουν την απλότητα μόδα και ας μη νιώθουν απλά.

Έρχονται μερικοί στο Άγιον Όρος με κάτι ξεβαμμένα ρούχα.
 Λέω: «Αυτοί δεν δουλεύουν στα χωράφια, γιατί είναι έτσι;».

Άλλος μιλάει χωριάτικα από φυσικού του και τον χαίρεσαι. Άλλος πάει να μιλήση χωριάτικα και σου έρχεται να κάνης εμετό.


Είναι και μερικοί που έρχονται με τις γραβάτες τους… 

Από το ένα άκρο στο άλλο. Ένας είχε έξι-επτά γραβάτες μαζί του. Ένα πρωί που ετοιμαζόταν, φόρεσε την γραβάτα, το κουστούμι του κ.λπ. «Τί κάνεις εκεί;», του λέει κάποιος. «Θά πάω στον π. Παΐσιο», λέει. «Έ, και τι είναι αυτά που φοράς;». «Τά φορώ, λέει, για να τον τιμήσω». Βρέ, τι πάθαμε!

Απλότητα δεν έχουν καθόλου· Γι’ αυτό υπάρχει αυτή η αλητεία. Όταν οι πνευματικοί άνθρωποι δεν ζούν απλά, αλλά είναι κουμπωμένοι, δεν βοηθούν την νεολαία.
Έτσι τώρα οι νέοι, μη έχοντας κάποιο πρότυπο, ζούν αλήτικα.

Γιατί, όταν βλέπουν κουμπωμένους Χριστιανούς, ανθρώπους σφιγμένους με γραβάτες, καλουπωμένους, δεν βρίσκουν σ΄ αυτούς καμμιά διαφορά από τους κοσμικούς και αντιδρούν.

Άν έβλεπαν απλότητα στους πνευματικούς ανθρώπους, δεν θα έφθαναν σ΄ αυτήν την κατάσταση.

Αλλά τώρα κοσμικό πνεύμα οι νέοι, κοσμική τάξη αυτοί. «Έτσι πρέπει να περπατάμε οι Χριστιανοί, έτσι πρέπει εκείνο, έτσι το άλλο…» Καί δεν είναι ότι το κάνουν από μέσα τους, από ευλάβεια, αλλά γιατί «έτσι πρέπει».

Όποτε και οι νέοι λένε: «Τί πράγματα είναι αυτά; Να πηγαίνουν στην Εκκλησία με σφιγμένο τον λαιμό! Άντε άπ΄ εκεί!» και τα πετούν και γυρίζουν γυμνοί. Πιάνουν το άλλο άκρο. Κατάλαβες; Όλα αυτά από αντίδραση τα κάνουν. Ενώ έχουν ιδανικά, δεν έχουν πρότυπα και είναι αξιολύπητοι.

Γι’ αυτό χρειάζεται κανείς να τους κεντρίση το φιλότιμο και να τους συγκινήση με την απλή του ζωή.

Αγανακτούν, όταν και αυτοί οι πνευματικοί άνθρωποι και οι ιερείς προσπαθούν με συστήματα κοσμικά να τους συγκρατήσουν.
Όταν όμως βρούν την σεμνότητα, αλλά και την απλότητα και μία ειλικρίνεια, τότε προβληματίζονται.

Γιατί, όταν κανείς έχη ειλικρίνεια και δεν υπολογίζη τον εαυτό του, είναι απλός, έχει ταπείνωση. Όλα αυτά δίνουν ανάπαυση και στον ίδιο, αλλά είναι αισθητά και στον άλλον. Καταλαβαίνει ο άλλος αν τον πονάς ή υποκρίνεσαι.


Ένας αλήτης είναι καλύτερος από έναν υποκριτή Χριστιανό. Γι’ αυτό όχι υποκριτικό γέλιο αγάπης αλλά φυσιολογική συμπεριφορά· ούτε κακία ούτε υποκρισία αλλά αγάπη και ειλικρίνεια.

Περισσότερο με συγκινεί, όταν εσωτερικά είναι κανείς τοποθετημένος καλά.
Νά έχη δηλαδή σεβασμό και αγάπη πραγματική, να κινήται απλά, να μην κινήται με τύπους, γιατί τότε μένει κανείς μόνο στα εξωτερικά και γίνεται άνθρωπος εξωτερικός, δηλαδή αποκριάτικος καρνάβαλος.

Η εσωτερική καθαρότητα της όμορφης ψυχής του αληθινού ανθρώπου ομορφαίνει και το εξωτερικό του ανθρώπου και η θεία εκείνη γλυκύτητα της αγάπης του Θεού γλυκαίνει ακόμη και την όψη του.

Η εσωτερική ομορφιά της ψυχής, εκτός που ομορφαίνει πνευματικά και αγιάζει τον άνθρωπο, ακόμη και εξωτερικά, και τον προδίδει με την θεία Χάρη, ομορφαίνει και αγιάζει και αυτά τα άσχημα ρούχα που φοράει ο χαριτωμένος άνθρωπος του Θεού.

Ο Πάπα-Τύχων έρραβε μόνος του σκουφιά με την σακκορράφα από κομμάτια ράσου, τα έκανε σαν σακκούλες, και τα φορούσε, αλλά σκορπούσαν πολλή χάρη. Ό,τι παλιό φορούσε ή ασουλούπωτο, δεν φαινόταν άσχημο, γιατί ομόρφαινε και αυτό από την εσωτερική ομορφιά της ψυχής του.

Κάποτε τον φωτογράφισε ένας επισκέπτης όπως ήταν, με την σακκούλα για σκουφί και με μία πιτζάμα, που του είχε ρίξει στις πλάτες του, γιατί είδε τον Γέροντα να κρυώνει.
Καί τώρα όσοι βλέπουν στην φωτογραφεία τον Πάπα-Τύχωνα νομίζουν ότι φορούσε δεσποτικό μανδύα, ενώ ήταν μία παλιά παρδαλή πιτζάμα. Οι άνθρωποι και τα κουρέλια του τα έβλεπαν με ευλάβεια και τα έπαιρναν για ευλογία.

Μεγαλύτερη αξία έχει ένας τέτοιος ευλογημένος άνθρωπος, που άλλαξε εσωτερικά και αγίασε και εξωτερικά, παρά όλοι οι άνθρωποι που αλλάζουν συνέχεια μόνον τα εξωτερικά (τά ρούχα τους) και διατηρούν εσωτερικά τον παλαιό τους άνθρωπο με αρχαιολογικές αμαρτίες.

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΙΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥΛΟΓΟΙ Α’- ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ

Ιστολόγιο ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ

Αγγέλους έσχε συλλειτουργούντας...


Μια Κυριακή ο Άγιος λειτουργούσε μόνος του. Όλο το εκκλησίασμα έψαλλε. Μετά το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αμέτρητες αγγελικές φωνές άρχισαν να ψάλλουν. Οι πάντες βουβάθηκαν. Και από την έκπληξη, και από το θαυμασμό, και από το δέος, και από τον φόβο. Και όταν ο Άγιος Σπυρίδων είπε προς τον λαόν «Ειρήνη πάσι», άγγελοι και αρχάγγελοι, Σεραφείμ και Χερουβείμ, Θρόνοι, Κυριότητες, Εξουσίες, Δυνάμεις, όλες οι ουράνιες δυνάμεις, με μια φωνή απάντησαν: «Και τω Πνεύματί Σου». Έτσι οι πιστοί εκκλησιαζόμενοι χριστιανοί, εκείνη την αξέχαστη Κυριακή, έζησαν την ουράνια λατρεία της θριαμβεύουσας Εκκλησίας να ενώνεται με την επί γης Στρατευομένη Εκκλησία. Τη μια Εκκλησία, με τον Έναν ποιμένα, τον Χριστόν. Είναι αυτό που ζούσε ο παπα-Τύχων ο Αγιορείτης ασκητής, στο Χερουβικό ύμνο . Τόχουμε ξαναπεί. Να το ξαναπούμε. Άγγελοι τον άρπαζαν στον ουρανό, για μισή ώρα περίπου. Και κει πάνω ζούσε, βίωνε, την ουράνια Λατρεία της Βασιλείας του Θεού. Όταν συνήρχετο μονολογούσε θαμπωμένος, από τα Μεγαλεία του Θεού, Πω πώωω, παράδεισος. Πωπώωω, Χερουβείμ, Σεραφείμ, Χαρά Θεού. Δόξα Θεού, πλούτος Θεού, άγγελος με ανεβάζει, άγγελος με κατεβάζει. Τι πλούτος, τι μεγαλείον Θεού. Ο παπα-Τύχονας είναι ένας από τους νεοτέρους οσίους λειτουργούς, και ασκητάς Αγιορείτας των ημερών μας, και εκοιμήθη οσιακώς μόλις το 1968. Αλλά μήπως το ίδιο δε συνέβαινε και με τον Άγιο Νεκτάριο, όταν ελούζετο στον Χερουβικό ύμνο και στον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων από ανέσπερο, ολόλαμπρο, ολόλευκο, άκτιστο φως, μέσα σε αγγελικές ψαλμωδίες; Και ο πατήρ Γεώργιος Καρσλίδης ζούσε, όταν ζούσε στο μοναστηράκι έξω από τη Δράμα, ζούσε λειτουργικά με αγγέλους και αρχαγγέλους. Τα Λειτουργικά Πνεύματα πολλές φορές εθεάθησαν να θυμιάζουν την Μεγάλη Είσοδο ευλαβών ιερέων. Και άλλα πάλι να συνωστίζονται στο Άγιον Βήμα δια τα τελούμενα. Πολλές οι παρόμοιες αγγελικές και Χερουβικές συλλειτουργίες από ιερείς ασκητάς του Αγίου Όρους. 

π.Στέφανος Αναγνωστόπουλος

...προστάτης των φτωχών,πατέρας ορφανών,δάσκαλος των αμαρτωλών...



Ἤτανε προστάτης τῶν φτωχῶν, πατέρας τῶν ὀρφανῶν, δάσκαλος τῶν ἁμαρτωλῶν. Καὶ εἶχε τέτοια καθαρότητα καὶ ἁγιότητα, ποὺ τοῦ δόθηκε ἡ χάρη ἄνωθεν νὰ κάνει πολλὰ θαύματα, γιὰ τοῦτο ὀνομάσθηκε θαυματουργός.
Μὲ τὴν προσευχή του μάζευε τὰ σύννεφα κ᾿ ἔβρεχε σὲ καιρὸ ξηρασίας, γιάτρευε τὶς ἀρρώστιες, τιμωροῦσε τοὺς πονηροὺς ἀνθρώπους, ὅπως ἔκανε μὲ κάποιους μαυραγορίτες ποὺ γκρέμνισε τὶς ἀποθῆκες ποὺ φυλάγανε τὸ σιτάρι, ἐνῶ ὁ κόσμος πέθαινε ἀπὸ τὴν πείνα, καὶ καταπλακωθήκανε μαζὶ μὲ τὸ σιτάρι: «καὶ μελετώμενον λιμὸν παρὰ τῶν σιτοκαπήλων, ἔλυσε, συμπεσουσῶν αὐτοίς, τῶν ἀποθηκῶν αἷς τὸν σίτον συνέσχον».
Καὶ μ᾿ ὅλα αὐτὰ ἐζοῦσε μὲ τόση φτώχεια, ποὺ σὰν πῆγε κάποτε ἕνας φτωχὸς νὰ τὸν βοηθήσει γιὰ νὰ πληρώσει κάποιο χρέος του, δὲν εἶχε νὰ τοῦ δώσει τίποτα, καὶ μὲ θαῦμα ἔκανε μαλαματένιο ἕνα φίδι ποὺ βρέθηκε σ᾿ ἐκεῖνο τὸ μέρος, καὶ τὸ ἔδωσε στὸν φτωχό, κ᾿ ἐκεῖνος τὸ ἕλιωσε καὶ πλήρωσε τὸ χρέος του.
Ἄλλη φορὰ πάλι ἔγινε κατακλυσμός, καὶ τὰ ποτάμια ξεχειλίσανε καὶ πλημμύρισε ἡ χώρα, κι᾿ ὁ ἅγιος Σπυρίδωνας προσευχήθηκε καὶ τραβήξανε τὰ νερὰ καὶ στέγνωσε ὁ νεροπατημένος τόπος.
Γιάτρεψε καὶ τὸν βασιλέα Κωνσταντῖνον ποὺ εἶχε ἀρρωστήσει ἀπὸ κάποια ἀγιάτρευτη ἀρρώστια, ἕνα διάκο ποὺ βουβάθηκε τὸν ἔκανε καλά, κακοὺς καὶ πλεονέκτες ἀνθρώπους ἐτιμώρησε μὲ ὑπερφυσικὴ δύναμη, καὶ πλῆθος ἄλλα θαύματα ἔκανε, ὥστε νὰ τὸν φοβοῦνται οἱ ἄδικοι κ᾿ οἱ ἀδικημένοι νὰ τὸν ἔχουνε γιὰ προστάτη καὶ καταφύγιο.
Ἀλλὰ πάντα εἶχε μεγάλη ἀγάπη καὶ συμπάθεια στοὺς ἁμαρτωλούς, γι᾿ αὐτὸ κάποιοι κλέφτες ποὺ πήγανε μία νύχτα νὰ κλέψουνε πρόβατα ἀπὸ τὴ μάνδρα του, ποὺ τὴ συντηροῦσε γιὰ νὰ βοηθᾶ τοὺς πεινασμένους, τυφλωθήκανε καὶ δὲν μπορούσανε νὰ φύγουνε, καὶ πιάσανε καὶ φωνάζανε νὰ τοὺς ἐλεήσει.
Κι᾿ ὁ ἅγιος ὄχι μοναχὰ τοὺς ξανάδωσε τὸ φῶς τους, ἀλλὰ τοὺς χάρισε κ᾿ ἕνα κριάρι, γιατί, ὅπως τοὺς εἶπε, εἴχανε κακοπαθήσει ὅλη τὴ νύχτα, κι᾿ ἀφοῦ τοὺς νουθέτησε νἆναι καλοὶ ἄνθρωποι, τοὺς ἔστειλε στὰ σπίτια τοὺς χωρὶς νὰ μάθει τίποτα ἡ ἐξουσία γιὰ τὴν κλεψιὰ ποὺ θέλανε νὰ κάνουνε.
Προέλεγε δὲ καὶ ὅσα ἤτανε νὰ γίνουνε μὲ ἀκρίβεια, ὥστε νὰ τὸν θαυμάζει ὁ κόσμος σὰν ἕνα ὑπεράνθρωπο πρόσωπο, ἀφοῦ ἀπὸ τσομπάνης ἀξιώθηκε νὰ ἀνεβεῖ σὲ τέτοιο ὕψος.

κυρ φώτης κόντογλου

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 11, 2017

Η γνωριμία με τον Θεό είναι μια αιώνια διαδικασία


π. James Βernstein

ΟΤΑΝ ΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΟΜΙΛΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ στήν θεία φύση, μέσω της δοξασμένης ανθρώπινης φύσης του Χριστού εν Άγιω Πνεύματι, αναφέρονται σε μία ουσιαστική αλλαγή στήν υπόσταση μας -σε μία νέα δημιουργία, σε μία μεταμορφωμένη καρδιά και  ζωή. Αυτό είναι κάτι περισσότερο από μία εξωτερική αλλαγή η τοποθέτηση. Είναι μία νέα κατάσταση της ύπαρξης, είναι ζωή εν Χριστώ και μετοχή στην ζωή Του.


Ή Βίβλος συχνά κάνει λόγο για την γνωριμία με τον Θεό. Ό Απόστολος Παύλος αναφέρει: «[...] οίδα γάρ ο πεπίστευκα», δηλαδή «γιατί γνωρίζω σε ποιόν έχω στηρίξει την πίστη μου» . Στην λέξη «οίδα» συμπεριλαμβάνονται και άλλα στοιχεία πέρα από την έννοια του γνωρίζω εξ ακοής η από κάποια πληροφορία. Ή βιβλική αντίληψη της γνώσης σημαίνει μετοχή στήν γνώση, επικοινωνία σε βαθύτερο επίπεδο, πού συμπεριλαμβάνει επίσης τήν υπέρβαση του νου. Ή μεταφρασμένη λέξη στήν Παλαιά Διαθήκη για τήν λέξη γνωρίζω είναι yodayah. Αυτή ή λέξη είναι ανάλογη της ελληνικής, από τήν άποψη ότι σημαίνει γνώση σε βαθύτερο επίπεδο. Το βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης πού ονομάζεται Γένεσις αναφέρει ότι ό Άδάμ «γνώρισε» τήν σύζυγό του Εύα. Ή λέξη χρησιμοποιείτο, και άλλου με τήν ίδια έννοια, και αναφέρεται σε σεξουαλική συνεύρεση. Σε αυτό το πλαίσιο, ή γνωριμία επιτυγχάνεται στο πιο βασικό επίπεδο.


Συχνά αναρωτήθηκα: «γνωρίζεις τον Θεό;». Ώς προτεστάντης συνήθως απαντούσα, «Ναί, τον γνωρίζω και έχω σωθεί». Τώρα απάντηση μου είναι διαφορετική, διότι γιά τούς ορθοδόξους, το γνωρίζεις κάποιον είναι μία διαδικασία. Έτσι κάποιες φορές απαντώ: «έχω αρχίσει να γνωρίζω τον Θεό. Εμείς οι ορθόδοξοι πιστεύουμε ότι ή γνωριμία με τον Θεό και τα ή σωτηρία είναι και τα δύο μια διαδικασία αέναη».


Υπό μία έννοια ποτέ δεν θά μπορέσουμε να γνωρίσουμε απολύτως τον Θεό, διότι είμαστε κτίσματα και είναι ό άκτιστος δημιουργός μας. Αυτή ή αντίληψη είναι πολύ εβραϊκή, διότι εμείς πάντοτε αντιλαμβανόμαστε τήν σωτηρία και τήν γνώση του θεού ως μία διαδικασία αιώνια και ποτέ ως ένα στιγμιαίο γεγονός. Οι ορθόδοξοι χριστιανοί διδάσκονται ότι, σύμφωνα με τον λόγο της Γραφής, ό Υιός του Θεού, ό Ιησούς Χριστός, γνωρίζει απολύτως τον Πατέρα, διότι Αυτός είναι ό φυσικός Υιός Του, είναι το δεύτερο  Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Αντίθετα, εμείς γνωρίζουμε τον Θεό, μόνο μέσω της δωρεάς της χάριτος, και μόνο ως ατελή εμπειρία, καθώς Αυτός επιλέγει να αποκαλύψει τον εαυτόν Του σε εμάς.



Έτσι, αφενός οι ορθόδοξοι θεωρούν ότι ούτε τώρα ούτε ποτέ στο μέλλον θα γνωρίσουμε πλήρως και απολύτως τον Θεό. Αφετέρου, γνωρίζουμε τον Θεό μέσω τού Αγίου Πνεύματος, των ιδιωμάτων Του, της αδιάλειπτης αγάπης, της ζωής, της χάριτος, τού φωτός, των δυνάμεων και των πράξεων, διά των όποιων Αυτός αποκαλύπτεται. Πέραν όμως της εμπειρίας μας, υπάρχει ή ουσία τού Θεού, τήν όποια δεν θά γνωρίσουμε ποτέ.


Έτσι, υπό μία έννοια γνωρίζουμε τον Θεό ή, ακριβέστερα, αρχίζουμε να γνωρίζουμε τον Θεό. Υπό άλλη έννοια δεν γνωρίζουμε τον Θεό ούτε θά τον γνωρίσουμε ποτέ. Αυτό το φαινόμενο είναι κατανοητό σε ανθρώπινο επίπεδο, όταν σκεφτόμαστε τούς αγαπημένους μας- γιά παράδειγμα, τήν σύζυγό μου Μπόννι. Γνωρίζω τήν συμπεριφορά της, τήν εμφάνισή της, τον λόγο και τις πράξεις, αλλά, επίσης, τήν γνωρίζω σε βαθύτερο επίπεδο, ως άτομο. Γνωρίζω κάτι από τήν εσωτερική της ύπαρξη. Πώς; 


Μέσω της αγάπης της γιά εμένα, των πράξεών της, τού λόγου, της εμφάνισης και των γνωρισμάτων της. Παρά ταύτα, υπάρχει κάτι αρκετό από αυτήν πού δεν γνωρίζω ούτε θά γνωρίσω ποτέ.
Αυτό είναι ανάλογο με τήν εν Θεώ ζωή μας.

 Γνωρίζουμε τον Θεό, διότι Αυτός μάς αγαπά και έχει αποκαλυφθεί σε εμάς, και παρ’ όλα αυτά, σε άλλο επίπεδο δεν Τον γνωρίζουμε. Αυτή ή ορθόδοξη αντίληψη μάς βοηθά να είμαστε ταπεινοί, και εξηγεί από ποιά πνευματική στάση οι ορθόδοξοι αρνούνται ανάλογες διατυπώσεις, όπως «γνωρίζω τον Θεό, και εσύ μπορείς να Τον γνωρίσεις,  επίσης» και «εάν δεν γνωρίζεις τον Θεό, θά πας στην κόλαση».


Αυτή ή ορθόδοξη επιφυλακτικότητα υφίσταται, λόγω της ατελούς γνώσης μας για τον Θεό, και εξηγεί γιατί οι ετερόδοξοι φανατικοί χριστιανοί συχνά φαίνονται αλαζονικοί κα ι υπερήφανοι στους ορθοδόξους. Δεν είναι επειδή δεν πιστεύουμε ότι μπορούμε να έχουμε μία αυθεντική σχέση, ένωση και κοινωνία με τον Χριστό, αλλά επειδή ή έκφραση, «γνωρίζω τον Θεό», είναι αυθάδης, προσποιούμενη ένα βάθος γνώσης το όποιο παραμένει πάντα απρόσιτο γιά εμάς. Αύτή ή εξήγηση τείνει να 
υποβαθμίζει τήν έννοια τού μυστηρίου και της άποφατικότητα τού Θεού.

H αποκάλυψη  του Χριστού-Το ταξίδι μου από τον ιουδαϊσμό στον Ορθόδοξο Χριστιανισμό
ΑΠΑΝΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Η θεραπεία της φιλοχρήματης γυναίκας




Ζούσε στην Αλεξάνδρεια μια ανύπαντρη Χριστιανή γυναίκα που φαινόταν ταπεινή, στην πραγματικότητα όμως ήταν περήφανη και πολύ φιλάργυρη. Ήταν μάλλον φιλόχρυση, παρά φιλόχριστη. Δεν είχε προσφέρει ποτέ κάτι από την περιουσία της, ούτε σε ξένο, ούτε σε φτωχό, ούτε σε κατα- πιεσμένο, ούτε σε μοναχό, ούτε σε φτωχό κορίτσι… 
Αυτή τη γυναίκα, που μόνο στο όνομα ήταν παρθένα κι όχι στον τρόπο ζωής, ο αγιότατος Μακάριος, ο πρεσβύτερος και προϊστάμενος του λεπροκομείου, θέλησε – κατά κάποιον τρόπο – να την εγχειρίσει σα γιατρός για να την ανακουφίσει από την πλεονεξία, και επινόησε το εξής τέχνασμα…
Πήγε και τη βρήκε και της είπε: «Έχουν πέσει στα χέρια μου πολύτιμοι λίθοι, σμαράγδια και υάκινθοι. Δεν ξέρω αν προέρχονται από κλοπή ή από νόμιμο εμπόριο. Δεν έχουν αποτιμηθεί, μιας και είναι πέρα από κάθε αποτίμηση. Ο ιδιοκτήτης τους τους πουλάει πεντακόσια νομίσματα…». Πέφτει τότε αυτή στα πόδια του και του λέει: «Να μην τους αγοράσει άλλος, σε παρακαλώ… Αγόρασέ τους εσύ για λογαριασμό μου…».

Πήρε, λοιπόν, ο Μακάριος απ’ αυτήν τα πεντακόσια νομίσματα, τα διέθεσε όμως για τις ανάγκες του λεπροκομείου.
Περνούσε ο καιρός, μα αυτή δίσταζε να του το υπενθυμίσει, επειδή ο άγιος είχε μεγάλη υπόληψη στην Αλεξάνδρεια… Τελικά, κάποια στιγμή που τον συνάντησε στην εκκλησία, του είπε: «Σε παρα- καλώ, πες μου, τι έγινε με κείνους τους πολύτιμους λίθους για τους οποίους έδωσα τα πεντακόσια νομίσματα;» Αυτός της απάντησε: «Από την ημέρα που έδωσες τα χρήματα, πλήρωσα την αξία των λίθων. Αν θέλεις να τους δεις, έλα στο σπίτι μου. Εκεί βρίσκονται. Δες αν σου αρέσουν, αλλιώς πάρε πίσω τα χρήματά σου». Κι εκείνη πήγε πολύ ευχαρίστως.
Στους επάνω ορόφους του λεπροκομείου βρίσκονταν οι λεπρές γυναίκες και στους κάτω οι λεπροί άνδρες. Όταν φτάσανε στην είσοδο, τη ρώτησε: «Τι θέλεις να δεις πρώτα; Τους υάκινθους ή τα σμαράγδια;». Του απάντησε: «Ό,τι νομίζεις». Τότε την ανεβάζει στους επάνω ορόφους, της δείχνει ακρωτηριασμένες γυναίκες με πληγιασμένα πρόσωπα, και της λέει: «Να οι υάκινθοι». Κατόπιν την κατεβάζει στα κάτω πατώματα και της δείχνει τους άνδρες λέγοντας: «Να τα σμαράγδια. Και νομίζω ότι δε θα βρεθούν πολυτιμότερα. Αν, λοιπόν, σου αρέσουν, πάει καλά, αλλιώς πάρε πίσω τα χρήματά σου».
Μετανιωμένη αυτή, βγήκε και, αφού πήγε στο σπίτι της, αρρώστησε από τη στενοχώρια της που δεν έκανε ένα τέτοιο καλό σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, αλλά αναγκαστικά. Αργότερα ευχα- ρίστησε τον Μακάριο και πορεύτηκε στη ζωή της όπως έπρεπε. 

Παλλαδίου, Λαυσαϊκόν, PG 34, 1018A-1019C

από ιστολόγιο ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΣ

Κυριακή, Δεκεμβρίου 10, 2017

Φοβάμαι όταν λέω «γενηθήτω το θέλημά Σου» (Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ)

Μία κυρία στο Παρίσι πριν από λίγα χρόνια μου έλεγε ότι δεν τολμούσε να απαγγείλει την προσευχή αυτή μετά τα λόγια «ελθέτω η Βασιλεία Σου». Φοβόταν τόσο πολύ ώστε αν έλεγε στον Θεό έντιμα, «γενηθήτω το θέλημά Σου», τότε όφειλε να δεχθεί «όλα όσα συμβαίνουν στη ζωή» με την ετοιμότητα να τα υπομένει χωρίς γογγυσμό, χωρίς μικροψυχία και τα παρόμοια. Πρόσφατα ένα άλλο πλάσμα μου έλεγε ακριβώς τα ίδια λόγια με σένα, σχετικά με το «και άφες ημίν… ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών».
Ο ίδιος όμως θεωρώ ότι, αν εμείς λέγαμε μόνο τις δύο πρώτες λέξεις της προσευχής αυτής, δηλαδή Πάτερ ημών, αντιλαμβανόμενοι το βαθύ τους νόημα, τότε όλη μας η ζωή σε όλα τα επίπεδα και τις εκδηλώσεις της θα άλλαζε ριζικά. Αν εγώ είμαι υιός τον άναρχου Πατρός, σημαίνει ότι βρίσκομαι έξω από την εξουσία του θανάτου, σημαίνει ότι δεν είμαι δούλος αλλά κύριος, κατ’ εικόνα της κυριότητος του ίδιου του Θεού, σημαίνει ότι αυθεντικά είμαι ελεύθερος με τη μοναδικά αληθινή έννοια της ελευθερίας. Παραμένοντας σε τέτοια κατάσταση, ο άνθρωπος δέχεται κάθε άλλον συνάνθρωπό του ως υιό αναστάσεως και παύει πλέον αυτός να είναι για μένα «μηδαμινός»» ή «ξένος», αλλά είναι ο αιώνιος αδελφός μου.
Πώς μπορώ να φονεύσω τέτοιον αδελφό; Αλλά μαζί του ούτως ή άλλως συναντιέμαι στην αιωνιότητα, έξω από την οποία είναι αδιανόητη η ύπαρξη ακόμη και του ιδίου του χρόνου. Ή όπως έλεγε ο Γέροντας Σιλουανός, «ο αδελφός μου είναι η ζωή μου».
Σε τέτοια κατάσταση ο άνθρωπος εύκολα και με φυσικό τρόπο συγχωρεί σε όλους τα πάντα και αγαπά πραγματικά τους εχθρούς του. Αλλά την αληθινή αυτή ευαγγελική κατάσταση κατορθώνουν μόνον όσοι πραγματικά πιστεύουν.
Η προσευχή που απορρέει από τέτοια παιδική πίστη αμεσότητας αποκαλύπτει στον άνθρωπο άλλους ορίζοντες, μπροστά στους οποίους όλα τα υπόλοιπα στερούνται νοήματος … Σου είναι γνωστή η πορεία αυτή της σκέψεως. Ας μεταφερθούμε σε άλλο θέμα… Αν ο άνθρωπος δεν πιστεύει στην ανάσταση, αν η μικρή αυτή και ελεεινή ζωή είναι η μοναδική γι’ αυτόν και μετά από αυτήν καταλήγει σε πλήρη εκμηδένιση, πώς μπορεί να συγχωρεί εκείνους που τον βλάπτουν στη φτώχια του; Υπερασπιζόμενος τον εαυτό του από τα πλήγματα μισεί τους εχθρούς, αποστρέφεται κάθε άνθρωπο που τον εκβιάζει.
Ακόμη χειρότερα, θέλει στη μηδαμινότητά του να δοκιμάσει τον εαυτό του ως δεσπότη και ισχυρό, και έτσι φθάνει στην εγκληματική βία εναντίον του αδελφού του. Από εδώ προκύπτουν ατελείωτες συγκρούσεις, αδελφοκτονίες και αλληλοκτονίες σε πολέμους, που ποτέ δεν σταματούν. Και κατά τη συνείδησή μου η μοναδική οδός προς την αυθεντικά «διαφανή» και αληθινά «ανθρώπινη» ειρήνη είναι να γίνει όλη η ανθρωπότητα κατ’ εικόνα του Ανθρώπου-Χριστού.

άλλη όψις)

Σάββατο, Δεκεμβρίου 09, 2017

Κυριακή Ι’ Λουκά: Η θεραπεία τής συγκύπτουσας (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)


Η σημερινή ευαγγελική περικοπή μας παρουσιάζει καθαρά από τη μία μεριά την εικόνα της μεγάλης αγάπης του Χριστού για τον άνθρωπο κι από την άλλη τη φιλαυτία των Φαρισαίων, μαζί με το φθόνο και την οργή τους.
«Ην δε (Ιησούς) διδάσκων εν μία των συναγωγών εν τοις σάββασι• και ιδού γυνή ην έχουσα πνεύμα ασθενείας έτη δέκα και οκτώ, και ην συγκύπτουσα και μη δυναμένη ανακύψαι εις το παντελές» (Λουκ. ιγ’ 10, 11).
Τό Σάββατο ήταν ημέρα κοινής προσευχής για τους Ιουδαίους, όπως η Κυριακή είναι για μας τους χριστιανούς. Αν και ο Κύριος συχνά πήγαινε στην έρημο για ησυχία και μόνωση και περνούσε νύχτες ολόκληρες στην προσευχή, δεν απέφευγε την κοινή προσευχή με τους άλλους στη συναγωγή. «Και εισήλθε κατά το ειωθός αυτώ εν τη ημέρα των σαββάτων εις την συναγωγήν», γράφει σ’ άλλο σημείο ο ευαγγελιστής (Λουκ. δ’ 16). Συνήθιζε να πηγαίνει στη συναγωγή για την κοινή προσευχή. Δεν του ήταν απαραίτητο αυτό, αλλά το έκανε από ταπείνωση, αλλά καί ως παράδειγμα για μας.
Ακούμε σήμερα διάφορες υπερήφανες φωνές: «Προσεύχομαι στο σπίτι, δεν έχω ανάγκη να πάω στην εκκλησία για να προσευχηθώ»Έτσι μιλάει η ανοησία κι η υπερηφάνεια. Το παράδειγμα του Χριστού μας διδάσκει με σαφήνεια πως πρέπει να κάνουμε και το ένα και το άλλο. Και μόνοι μας να προσευχόμαστε μυστικά και στην εκκλησία μαζί με τους αδελφούς μας.
Ο Κύριος δεν πήγαινε μόνο για να προσευχηθεί στη συναγωγή. Συχνά ερμήνευε τις Γραφές εκεί και δίδασκε τους ανθρώπους, λέγοντας λόγια θεϊκά, που δεν έχουν καταγραφεί στα ευαγγέλια. «Και πάντες… εθαύμαζον επί τοις λόγοις της χάριτος τοις εκπορευομένοις εκ του στόματος αυτού» (Λουκ. δ’ 22). Υπάρχουν πάρα πολλοί τέτοιοι λόγοι που δεν έφτασαν ως εμάς, έχουμε όμως αρκετούς για να μας γεμίσουν με σοφία και να μας σώσουν.
Ο Κύριος Ιησούς πήγαινε επίσης στη συναγωγή για να βρει την κατάλληλη στιγμή να υπηρετήσει τους ανθρώπους με τα θαυμαστά έργα Του, που μαρτυρούσαν τη σωτηρία που προσφέρει και τη θεότητά Του. Ένα τέτοιο θαυμαστό έργο έκανε με την ευκαιρία που περιγράφεται στο σημερινό ευαγγέλιο.
Μια συγκύπτουσα γυναίκα ήρθε στη συνάγωγη. Την είχε δέσει ο σατανάς κι είχε μείνει στην κατάσταση αυτή όχι μια βδομάδα, ένα μήνα ή ένα χρόνο, αλλά δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια και δεν ήταν δυναμένη ανακύψαι εις το παντελές. Με το κεφάλι, σκυμμένο ως τα γόνατά της η ταλαίπωρη γυναίκα δεν μπορούσε να δει ούτε τον έναστρο ουρανό, μα ούτε και τα πρόσωπα των ανθρώπων γύρω της.
Το πονηρό πνεύμα προσπαθούσε να πλανήσει τους απογόνους του Αδάμ και της Εύας. Τους έδινε ψεύτικες υποσχέσεις πως, αν τον υπάκουαν, θα γίνονταν ισόθεοι. Αντί να γίνουν θεοί όμως, οι προπάτορες του ανθρώπινου γένους βρέθηκαν ξαφνικά να φορούν δέρματα ζώων. Η γυναίκα της παραβολής τώρα, που ήταν απόγονός τους, είχε γίνει τόσο δύσμορφη, ώστε όσοι την έβλεπαν έτρεμαν και τα ζώα φοβούνταν. Αυτή ήταν η ισοθεΐα που υποσχέθηκε ο πονηρός στον άνθρωπο!
Η συγκύπτουσα δεν μπορούσε με κανένα τρόπο ν’ ανορθωθεί. Ήταν αδύνατο να ισιώσει το σώμα της για δεκαοκτώ χρόνια. Σερνόταν στη γη σαν αγελάδα, το κεφάλι της ήταν γερμένο κι έφτανε ως τα γόνατα. Είναι ζωή αυτή; Όχι, αυτή δεν είναι ζωή, είναι καταδίκη. Η αδυναμία τής γυναίκας ήταν τόσο μεγάλη και την κουβαλούσε τόσα χρόνια, ώστε όσοι την έβλεπαν για πρώτη φορά την αποστρέφονταν όσοι την κοίταζαν λίγο περισσότερο δεν την έβλεπαν σαν ανθρώπινη ύπαρξη αλλά σαν ένα ξερό και γερμένο δέντρο που δεν άξιζε τίποτ’ άλλο, παρά να κοπεί και να γίνει καυσόξυλα. Η σκληρότητα αυτή των άνθρωπων προς την τερατόμορφη γυναίκα ήταν πραγματικά πιο τερατώδης κι από την ίδια την τερατωδία.
Ο Κύριος που αγαπά τον άνθρωπο, κοίταξε μ’ ενδιαφέρον και συμπάθεια το ταλαίπωρο αυτό ανθρώπινο πλάσμα. Δεν έβλεπε μπροστά Του ένα στραβό και κυρτωμένο δέντρο, μα μια θυγατέρα του Αβραάμ, ένα πλάσμα που δημιούργησε ο Θεός και άξιζε να το ελεήσει. «Ιδών δε αυτήν ο Ιησούς προσεφώνησε και είπεν αυτή· γύναι, απολέλυσαι της ασθενείας σου· και επέθηκεν αυτή τας χείρας· και παραχρήμα ανωρθώθη και εδόξαζε τον Θεόν» (Λουκ. ιγ’ 12-13).
Ο Κύριος έκανε το θαύμα αυτό όχι επειδή του το ζήτησε η γυναίκα ούτε για ν’ ανταποκριθεί στην πίστη της. Το έκανε με δική Του πρωτοβουλία και με τη δική Του δύναμη. Αυτό είναι μια σαφής αντίκρουση εκείνων που θέλουν κακόγνωμα να υποβαθμίσουν το μεγαλείο των θαυμάτων του Χριστού, με τον ισχυρισμό πως τα θαύματα γίνονται μόνο με την αυθυποβολή εκείνων που δέχονται το θαύμα. Πού είναι το στοιχείο της αυθυποβολής στη συγκύπτουσα αυτή γυναίκα; Η αναπηρία της την εμπόδιζε ακόμα και να δει το πρόσωπο του Χριστού. Δε ζήτησε από το Χριστό να την ελεήσει, να την σπλαχνιστεί, ούτε και έδειξε με οποιοδήποτε τρόπο την πίστη της. Κι όχι μόνο αυτό. Η γυναίκα δε βρισκόταν καν κοντά στο Χριστό. Δεν τον πλησίασε εκείνη, Αυτός την κάλεσε κοντά Του. Όπως ο ποιμένας που βλέπει ένα από τα πρόβατά του μπλεγμένο στ’ αγκάθια, μισοπεθαμένο και άφωνο, κάνει την πρώτη κίνηση, έτσι έκανε κι ο στοργικός Κύριος, ο Καλός Ποιμένας. Έκανε την πρώτη κίνηση προς το πρόβατό Του, που είχε μπλέξει στα δίχτυα του σατανά. Την ονόμασε «γυναίκα». Δεν την είπε «ανάπηρη», «τέρας», «σκιά της ζωής» ή «αμαρτωλή», αλλά «γυναίκα». Και μόνο με τη λέξη «γυναίκα» ο Κύριος αποκατέστησε τη χαμένη της αξιοπρέπεια. Μετά τη θεράπευσε από την αναπηρία της και στο τέλος ακούμπησε πάνω της τα πάναγνα χέρια Του, για να ολοκληρώσει τη θεϊκή δωρεά Του.
Να, ποια είναι η διαδικασία της πράξης του Κυρίου: Πρώτα της έριξε μια στοργική ματιά· έπειτα, της απεύθυνε μια δυναμική λέξη· τέλος, άπλωσε πάνω της το στοργικό χέρι Του. Της έδωσε όλα όσα είχε στερηθεί για δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια. Αν κάποιος την είχε ποτέ συμπαθήσει, η συμπάθειά του δε θα ήταν καθαρή, αλλά ανάμικτη με φόβο, με οίκτο και υπερηφάνεια. Αν κάποιος της είχε ποτέ μιλήσει, θα τό ’κανε από ανάγκη κι έπειτα θα βιαζόταν ν’ απομακρυνθεί από κοντά της. Αν κάποιος είχε αναγκαστεί από τις συνθήκες να την ακουμπήσει, θα το είχε κάνει με τ’ ακροδάχτυλά του κι ύστερα θά ‘τρεχε για να πλύνει τα χέρια του. Ο Κύριος Ιησούς όμως την κάλεσε σκόπιμα κοντά Του, της είπε πρώτα τα θεραπευτικά λόγια Του κι έπειτα ακούμπησε και τα δυό θαυματουργά χέρια Του πάνω της. Φέρθηκε στην άγνωστη αυτή γυναίκα, όπως θα φερόταν ένας πατέρας στη θυγατέρα του. Αν τέτοια ευεργεσία γινόταν στη μαύρη γη ή στο λαμπερό ήλιο, η γη θα σειόταν κι ο ήλιος θα δάκρυζε. Η ευεργεσία όμως έγινε στη συγκύπτουσα γυναίκα κι εκείνη ανορθώθηκε αμέσως.
...
Η σημερινή ευαγγελική περικοπή περιέχει πολλά νοήματα και πλούσια διδασκαλία, ακόμα κι αν την διαβάσει κανείς πρόχειρα. Έχει όμως και κάποιο εσωτερικό, κάποιο μυστικό νόημα, που είναι ιδιαίτερα διδακτικό για την πνευματική μας ζωή. Η συγκύπτουσα γυναίκα υποδηλώνει τ’ αγκυλωμένα μυαλά όλων αυτών που δεν προσεγγίζουν τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Εκείνων που έχουν διεστραμμένο νου και δεν μπορούν με τις δικές τους δυνάμεις να σταθούν απέναντι στο Θεό, αλλ’ έρπουν διαρκώς στη γη, τρέφονται από τη γη, μαθητεύουν στη γη και χαίρονται στη γη.
Το διεστραμμένο μυαλό είναι ταυτόχρονα και αγκυλωμένο, περιορισμένο. Εξαρτάται από τις αισθήσεις. Τους προγόνους του τους αναζητά μόνο ανάμεσα στα ζώα. Την ευχαρίστησή του τη βρίσκει μόνο στο φαγητό και το ποτό. Δεν ξέρει τίποτα για το Θεό και τον πνευματικό κόσμο ή για την αιώνια ζωή κι επομένως δε γνωρίζει τίποτα για την πνευματική, την ουράνια χαρά. Είναι απαρηγόρητο, φοβισμένο, γεμάτο θλίψη και κακία. Ο Κύριος Ιησούς καλεί ένα τέτοιο μυαλό κοντά Του για να το ανορθώσει, να το φωτίσει, να του δώσει χαρά. Αν πάει γρήγορα κοντά Του, όπως η συγκύπτουσα, θ’ ανορθωθεί πραγματικά, θα φωτιστεί, θα χαρεί και θα ευχαριστησεί το Θεό μ’ όλη του τη δύναμη. Αν δεν πάει κοντά Του, θ’ αφεθεί στο σκοτάδι και θα πεθάνει μέσα στις αμαρτίες Του, όπως είπε ο Κύριος στους άπιστους Ιουδαίους: «εν τη αμαρτία υμών αποθανείσθε» (Ιωαν. η’ 21). Το ίδιο θα γίνει και με την αισθησιακή και κολλημένη στα γήινα ψυχή, που είναι στραμμένη προς τη γη και έρπει στην επιφάνειά της.
Δεν είναι καλύτερα τα πράγματα για την εξασθενημένη και παραλυμένη ψυχή, που δεν πιστεύει πως αυτό που έχει είναι αληθινό, που δεν έχει τη δύναμη ν’ απομακρυνθεί από το ψέμα και να προσεγγίσει την αλήθεια. Όταν ακούει την κλήση της αλήθειας, βρίσκει πάντα μια πρόφαση, όπως: «Σήμερα είναι Σάββατο, δεν μπορώ, δεν με κάλεσες μια βολική μέρα» ή «η κλήση σου είναι ξαφνική κι απότομη, δεν μπορώ – έπρεπε να βρεις καλλίτερα λόγια για να με καλέσεις» ή «είμαι νέος, ανήσυχος, δεν μπορώ – κράτα την κλήση σου ωσότου παίξω λίγο ακόμα με τα ψέματα» ή «έχω γυναίκα και παιδιά, δεν μπορώ – πρέπει πρώτα να φροντίσω γι’ αυτά κι έπειτα να με καλέσεις». Κι ύπαρχουν και πολλές άλλες δικαιολογίες και προφάσεις, δεκάδες ή και εκατοντάδες.
Το παραλυμένο μυαλό θα βρει πάντα κάποια αληθοφανή κι ανόητη δικαιολογία για να μην ακολουθήσει την αλήθεια. Η αλήθεια όμως κράζει μία, δυο, τρεις φορές και μετά ακολουθεί το δρόμο της. Κι η παράλυτη ψυχή εξακολουθεί να έρπει στο χώμα και θα πεθάνει στις αμαρτίες της. Όποιον αρνείται την κλήση τού Χριστού σ’ αυτή τη ζωή, ο θάνατος θα τον βρει ξαφνικά. Θα τον αρπάξει και θα κλείσει πίσω του τις πύλες της επίγειας ζωής. Αυτός δεν έχει πια ελπίδα να ξαναγυρίσει στη ζωή αυτή, να μετανοήσει στη μέλλουσα ζωή ή να λάβει έλεος στην Κρίση τού Θεού.
Ο θάνατος είναι μπροστά μας, όπως μπροστά μας είναι κι η κρίση τού Θεού. Αυτές είναι δυο φοβερές υπομνήσεις σ’ εμάς, πως μπροστά μας πρέπει να είναι και η μετάνοια. Αν η μετάνοια δεν προηγηθεί του θανάτου και της Κρίσης τού Θεού, τότε θα μείνει για πάντα μακριά μας. Τώρα είναι στο χέρι μας, τώρα μπορούμε ακόμα να τη χρησιμοποιήσουμε.
Ας βιαστούμε να κάνουμε χρήση της μετάνοιας. Η μετάνοια είναι το πρώτο και σπουδαιότερο φάρμακο της ψυχής τού ανθρώπου. Ας μετανοήσουμε μόνο κι έπειτα θ’ ανοίξουν κι άλλες πόρτες και θα μάθουμε τι άλλο πρέπει να κάνουμε. Όσο ο άνθρωπος βρίσκεται στο θνητό σώμα του, η ψυχή του είναι λίγο η πολύ αγκυλωμένη. Ο Χριστός καλεί όλους εκείνους που η ψυχή τους, το πνεύμα κι ο νους τους έχουν αγκυλωθεί. Εκείνος μόνο μπορεί ν’ ανορθώσει αυτό που ο μοχθηρός κόσμος έχει στρεβλώσει. «Άντρα», «γυναίκα», «παιδί». Μας καλεί όλους με τα ονόματα αυτά για να μας προσφέρει τη χαμένη αξιοπρέπειά μας, αντί να πει «τυφλέ», «ανάπηρε», «λεπρέ», «ζητιάνε». Μας καλεί κοντά Του, θέλει να μας ανορθώσει, να καθαρίσει το νου μας και να τον κάνει δυναμική σάλπιγγα της δόξας τού Θεού. Έτσι κι εμείς, όταν σαλπίζουμε τη δόξα τού Θεού, θα δοξαστούμε στη βασιλεία των αγίων αγγέλων και των δοξασμένων αγίων στον ουρανό, στη βασιλεία του Χριστού και Θεού μας.
Δόξα και αίνος στον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.



ολόκληρο εδώ , απ όπου και η αντιγραφή

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 08, 2017

Γιά ποιό λόγο ἐνανθρώπησε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ καί ὄχι ὁ Πατήρ ἤ τό Πνεῦμα· καί ποιές οἱ συνέπειες τῆς ἐνανθρώπησης.

Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ
Ὁ Πατήρ δέν μεταπίπτει στόν Υἱό, παραμένει πάντα Πατήρ· ὁ Υἱός δέν μεταπίπτει στόν Πατέρα, παραμένει πάντα Υἱός· τό Πνεῦμα δέν μεταπίπτει στόν Πατέρα ἤ τόν Υἱό, παραμένει πάντα Πνεῦμα ἅγιο. Ἡ ἰδιότητα καθενός προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδας εἶναι σταθερή καί ἀμετάβλητη. Πῶς, ἄλλωστε, θά παρέμενε ἰδιότητα ἄν ἐναλασσόταν συνεχῶς περνώντας κάθε φορά σέ ἄλλο πρόσωπο; Γιαυτό ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ εἶναι πού γίνεται Υἱός τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά παραμείνει ἀκριβῶς ἡ ἰδιότητα ἀμετακίνητη. Γιατί, ὄντας Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἔγινε Υἱός τοῦ ἀνθρώπου παίρνοντας σάρκα ἀνθρώπου ἀπ’ τήν ἁγία Παρθένο, δέν ἀλλοτριώθηκε ἀπό τήν υἱική του ἰδιότητα.
Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἐνανθρώπησε γιά νά χαρίσει ξανά στόν ἄνθρωπο ἐκεῖνο γιά τό ὁποῖο δημιουργώντας τον τόν προόρισε. Τόν δημιούργησε σύμφωνα μέ τή δική του εἰκόνα, διανοητή καί ἐλεύθερο, προορισμένο νά τοῦ μοιάζει, δηλαδή νά ᾿ναι, ὅπως καί ὁ δημιουργός του, τέλεια ἐνάρετος, πράγμα κατορθωτό γιά τήν ἀνθρώπινη φύση. Γιατί οἱ ἀρετές, δηλαδή ἡ νηφαλιότητα, ἡ ἠρεμία, ἡ ἀκεραιότητα, ἡ ἀγαθοσύνη, ἡ σοφία, ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἀνεξικακία εἶναι πρωταρχικά, γνωρίσματα τῆς θείας φύσης.
Ὁ Θεός, λοιπόν, δημιούργησε τόν ἄνθρωπο σέ πλήρη κοινωνία μαζί του ( τόν δημιούργησε γιά νά μείνει ἄφθαρτος, τόν ἀνέβασε στήν ἀθανασία μέ τό νά τόν κρατᾶ κοντά του). Ἐμεῖς, ὅμως, αὐτά τά γνωρίσματα τῆς θείας φύσης τά ἀλλοιώσαμε καί τά μπερδέψαμε μέ τήν παράβαση τῆς ἐντολῆς, καί περάσαμε στήν παράταξη τῆς κακίας μέ ἀποτέλεσμα νά χάσουμε τήν κοινωνία μέ τό Θεό. Τίς γάρ μετουσία φωτί πρός σκότος; Καί ὅταν πιά στερηθήκαμε τή ζώη, πέσαμε στή φθόρα τοῦ θανάτου.
Ἐπειδή, τώρα, ὁ Θεός μᾶς πρόσφερε τό ὕψιστο καί δέν τό διαφυλάξαμε, χρειάστηκε νά κατέβει αὐτός στό χείριστο, δηλαδή στή δική μας ξεπεσμένη φύση, ὥστε νά μᾶς ξαναδώσει, προσφέροντας καί ἐνεργώντας ὁ ἴδιος, τήν ἐξομοιωμένη μ᾿ αὐτόν εἰκόνα καί τόν ἀρχαῖο προορισμό. Κι ἀκόμα νά μᾶς διδάξει τό ἐνάρετο ἦθος τῆς βιωτῆς, αὐτό τό ἦθος πού ὁ ἴδιος μέ τήν ἐπίγεια ζωή του κατέστησε συγκεκριμένο καί εὐκολοκατόρθωτο. Κι ἀκόμα νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τή φθορά φέρνοντάς μας πάλι σέ κοινωνία μέ τή ζωή, μέ τό νά ἀνοίξει ὁ ἴδιος τό δρόμο τῆς δικῆς μας ἀνάστασης. Καί ἀκόμα νά ξανακάνει καινούργιο τό θρυμματισμένο κι ἀγνώριστο κανάτι τῆς ὕπαρξής μας, νά λύσει τά δεσμά τῆς κυριαρχίας τοῦ διαβόλου ἐπάνω μας προκαλώντας μας νά ἀναγνωρίσουμε τήν κυριαρχία τοῦ Θεοῦ. Καί ἀκόμα νά μᾶς γεμίσει κουράγιο καί νά μᾶς ἐκπαιδεύσει νά πολεμοῦμε τόν τύραννο μέ τήν ὑπομονή καί τήν ταπείνωση.
Μέ τήν ἐνανθρώπηση, λοιπόν, τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καταργήθηκε ἡ λατρεία τῶν δαιμόνων, ὅλη ἡ κτίση ἁγιάστηκε μέ τό θεῖο του αἷμα, οἱ βωμοί καί οἱ ναοί τῶν εἰδώλων κατεδαφίστηκαν, ρίζωσε ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, λατρεύεται πιά ἡ ὁμοούσια Τριάδα, ἡ ἄκτιστη θεότητα, ὁ ἕνας ἀληθινός Θεός ὁ δημιουργός καί κυβερνήτης τοῦ σύμπαντος. Τώρα πιά, πάλι, οἱ ἀρετές εἶναι κατορθωτός τρόπος ζωῆς, προσφέρθηκε ἡ ἐλπίδα μέ τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ· τώρα πιά οἱ δαίμονες τρέμουν τούς ἀνθρώπους πού προηγουμένως ἦταν τοῦ χεριοῦ τους. Καί τό πράγματι ἀξιοθαύμαστο, εἶναι πώς ὅλα αὐτά κατορθώθηκαν μέ τό σταυρό καί τά πάθη καί τό θάνατο. Κηρύχθηκε σ’ ὅλη τή γῆ τό Εὐαγγέλιο τῆς ὑποταγῆς στό Θεό, ὄχι μέ πολέμους καί ὅπλα καί στρατούς πού σύντριβαν τούς ἐχθρούς. Κηρύχθηκε ἀπό λίγους γυμνούς, φτωχούς καί ἀγράμματους, πού διώχνονταν ἀπό παντοῦ, πού δέχονταν χτυπήματα, πού θανατώνονταν, πού κήρυτταν ἕνα σταυρωμένο καί νεκρό, πού ὅμως ἐπικράτησαν ἀπέναντι στούς σοφούς καί τούς ἰσχυρούς γιατί ἀκριβῶς τούς ἀκολουθοῦσε ἡ ἀκαταμάχητη δύναμη τοῦ σταυρωμένου. Ὁ θάνατος, ὁ πρίν τρομακτικός, νικιέται, καί καταδικάζεται τώρα ὁ ἀπόβλητος καί μισητός τῆς ζωῆς.
Αὐτά εἶναι τά ἀποτελέσματα τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ· αὐτές εἶναι οἱ συνέπειες τῆς ἐπιβολῆς τῆς δύναμής του. Δέν ἔσωσε ἕνα λαό, ὅπως ὁ Μωυσῆς πού φυγάδευσε ἀπό τήν Αἴγυπτο τούς Ἑβραίους περνώντας τους μέσ’ ἀπό τή θάλασσα γιά ν᾿ ἀπαλλαγοῦν ἀπό τή δουλεία τοῦ Φαραῶ. Ἔσωσε ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα ἀπό τή φθορά τοῦ θανάτου καί τόν γεμάτο ἀπό κακία τύραννο, τήν ἁμαρτία. Καί ἔσωσε τούς ἀνθρώπους ὅλους, ὄχι πειθαναγκάζοντάς τους νά ἀσκήσουν τήν ἀρετή, ὄχι παραχώνοντάς τους στό χῶμα, ὄχι καίοντάς τους καί διατάσσοντας νά λιθοβολοῦνται οἱ ἁμαρτωλοί, ἀλλά πείθοντάς τους μέ πραότητα, ὑπομονή καί συγχωρετικότητα νά διαλέξουν τήν ἀρετή καί νά συναγωνίζονται στούς κόπους γι᾿ αὐτήν κι ἔτσι νά ἱκανοποιοῦνται. Προηγουμένως ὅταν ἁμάρταναν ἐτιμωροῦντο μέ χτυπήματα κι ὅμως ἐπέμεναν στήν ἁμαρτία καί τήν εἶχαν θεοποιήσει· τώρα δέχονται νά ὑφίστανται χτυπήματα γιά χάρη τῆς ὑπακοῆς στό Θεό καί γιά χάρη τῆς ἀρετῆς, δέχονται νά κακοπαθοῦν καί νά θανατώνονται.
Δόξα σέ Σένα Χριστέ, Λόγε τοῦ Θεοῦ καί Σοφία καί Δύναμη καί Θεέ Παντοκράτορα. Τί νά Σοῦ ἀντιδωρίσουμε ἐμεῖς οἱ ἄπραγοι γιά ὅλα ὅσα μᾶς χάρισες; Ὅλα μᾶς τά ᾿χεις δοσμένα Ἐσύ καί τίποτ᾿ ἄλλο δέν ζητᾶς ἀπό μᾶς πάρα ν᾿ ἀποδεχτοῦμε τή σωτηρία πού μᾶς πρόσφερες, δίνοντάς μας ἀκόμα καί τή δύναμη γιά νά τό κάνουμε. Καί τήν προσπάθειά μας πάλι νιώθεις γιά χάρη γιατί εἶσαι ἀπερίγραπτα ἀγαθός. Σ᾿ εὐχαριστοῦμε, Ἐσένα πού μᾶς ἔδωσες τήν ὕπαρξη, μά καί μᾶς χάρισες τήν αἰώνια ζωή· Ἐσένα πού καί ὅταν τήν χάσαμε καί τήν ἀρνηθήκαμε, μᾶς ὁδήγησες πίσω σ’ αὐτήν μέ τήν ἐνανθρώπησή Σου πού καμιά γλώσσα δέν τολμᾶ νά ἑρμηνεύσει.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 07, 2017

Τα μάτια που είδαν τον Θεό


Κάποτε, μετά τόν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μέ κάλεσαν οἱ Ἀμερικανοί φίλοι μου νά τούς ἐπισκεφτῶ ἀπό τήν Ἀγγλία. Ἐγώ στό μεταξύ εἶχα πληροφορηθεῖ ὅτι ὁ ἐπίσκοπος Ἀχρίδος Νικόλαος Βελιμίροβιτς (1881-1956) ζεῖ στό Σικάγο καί ἀποφάσισα νά τόν ἐπισκεφτῶ, μολονότι αὐτό δέν ἦταν οὔτε τόσο φθηνό μά οὔτε καί τόσο ἁπλό.

Τηλεφώνησα στήν σερβική Ἐκκλησία γιά νά μάθω τήν διεύθυνσή του καί μοῦ εἶπαν ὅτι ὁ ἐπίσκοπος ἔλειπε σέ ταξίδι στή Ν. Ὑόρκη γιά ἕνα τριήμερο. Ἦταν γιά μένα δῶρο ἐξ οὐρανοῦ.

Συναντηθήκαμε. Ἐκεῖνος ἦταν γερασμένος καί καταβεβλημένος, ἀλλά τό βλέμμα τῶν μαύρων ματιῶν του διαπερνοῦσε τόν συνομιλητή -ὅπως τότε στήν Σερβία- μέχρι τήν καρδιά.

Ἀρχίσαμε νά μιλᾶμε γιά τήν πορεία τοῦ κόσμου, γιά τήν Ἐκκλησία, τή Ρωσία…

 


«Σεβασμιώτατε», τόν ρώτησα, «ἄραγε οἱ κακουχίες καί οἱ στερήσεις στό στρατόπεδο συγκεντρώσεως στή ναζιστική Γερμανία κατά τόν πόλεμο πνευματικά φονεύανε ἤ ξαναγεννοῦσαν τόν ἄνθρωπο; Διότι, ἐγώ γιά παράδειγμα, γνώρισα ἀνθρώπους, καί μάλιστα πιστούς, οἱ ὁποῖοι στό στρατόπεδο δέν εἶχαν τή δύναμη νά προσευχηθοῦν, ἐπειδή ὅλες τους οἱ δυνάμεις ἦταν συγκεντρωμένες στό ξεροκόμματο, στό κρεμμύδι, στό φλιτζάνι μέ τό ζεστό νερό…».

Μοῦ ἀπάντησε· στό στρατόπεδο γινόταν ἔτσι· κάθεσαι σέ μία γωνιά καί ἐπαναλαμβάνεις μέσα σου· -Κύριε, ἐγώ εἶμαι γῆ καί σποδός. Κύριε παράλαβε τήν ψυχή μου! Καί πάλι σέ ἀνεβάζει ὁ Κύριος… Στήν πραγματικότητα, θά ἔδινα ὅλη τή ζωή πού μοῦ ἀπέμεινε, ἐάν αὐτό ἦταν δυνατόν, γιά μία ὥρα παραμονῆς στό Νταχάου.

Ὁ ἐπίσκοπος σήκωσε τά μάτια του καί μέ κοίταξε ἴσια στά μάτια. Ἐγώ δέν μπόρεσα νά ἀντέξω ἐκεῖνο τό βλέμμα. Μέ κοίταζαν τά μάτια τοῦ ἀνθρώπου πού συνάντησε τό Θεό πρόσωπο πρός πρόσωπο…

Μοῦ ἔλεγε καί τό ἑξῆς

-Μέ πλησίαζαν οἱ δεσμοφύλακες καί εἰρωνικά μέ ρωτοῦσαν·

-Πιστεύεις ἐσύ ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι Θεός;

-Ὄχι, τούς ἀπαντοῦσα.

Τότε ἄρχιζαν νά γελοῦν καί νά μέ ξαναρωτοῦν·

-Δηλαδή ἐσύ δέν πιστεύεις πλέον;

-Δέν πιστεύω πλέον, ἀλλά γνωρίζω, φώναζα μέ ὅλη μου τή δύναμη καί κεῖνοι ἐξαγριωμένοι ἔφευγαν αὐτοστιγμεί.


Ἀργότερα ξανάρχιζαν τήν κουβέντα καί ρωτοῦσαν·

-Ἐκεῖνος ὁ Ἰησοῦς σου ἦταν γιός μιᾶς Ἑβραιοπούλας;

-Ὄχι, τούς ἀπαντοῦσα.

-Τότε τίνος γιός ἦταν;

-Υἱός τοῦ Θεοῦ, τούς ἀπαντοῦσα καί κεῖνοι δέν εἶχαν τί νά μοῦ ποῦν.


Ὁ ἐπίσκοπος Νικόλαος ἦταν στύλος τῆς σερβικῆς Ἐκκλησίας. Τώρα, μετά τήν κοίμησή του, βλέπει συνεχῶς τό Θεό πρόσωπο πρός πρόσωπο.


Μίλιτσα Ζέρνωβ

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 06, 2017

"Θαύμα εξαίσιον και υπερφυές..."



αγίου Νικοδήμου

Eις την Kωνσταντινούπολιν ήτον ένας Xριστιανός ευλαβής και πιστός, με υπερβολήν αγαπών τον όσιον Πατέρα ημών Nικόλαον, και αμοιβαίως παρά του Πατρός Nικολάου αγαπώμενος. Oύτος λοιπόν θέλωντας μίαν φοράν να ταξειδεύση εις άλλον τόπον διά κάποιαν αναγκαίαν υπόθεσίν του, επήγε πρώτον εις τον Nαόν του Aγίου Nικολάου και επροσευχήθη από βάθους καρδίας. Έπειτα αποχαιρετίσας τους συγγενείς του και φίλους, εμβήκεν εις το καΐκι. Kατά δε την ενάτην ώραν της νυκτός εσηκώθησαν οι ναύται να γυρίσουν τα πανία του καϊκίου, επειδή και εγύρισεν άλλος άνεμος. Eσηκώθη δε και ο ευλαβέστατος εκείνος άνθρωπος διά να υπάγη εις χρείαν ύδατος. Kαι επειδή όλοι οι ναύται εκαταγίνοντο εις το να γυρίσουν τα πανία, διά τούτο περιπλεχθείς ο Xριστιανός εκείνος και συμποδισθείς, (καθώς τούτο συνειθίζει να ακολουθή εις τοιαύτας περιστάσεις), ερρίφθη εις την θάλασσαν. Oι δε ναύται δεν εδυνήθησαν να κάμουν καμμίαν μέθοδον διά να τραβίξουν εκ της θαλάσσης τον άνθρωπον. Ένα μεν, διατί ήτον σκότος και άλλο δε, διατί ο άνεμος έπνεε δυνατώτερα, και εβίαζε το πλοίον διά να πηγαίνη έμπροσθεν. Όθεν καθήμενοι εθρήνουν και έκλαιον διά τον του ανδρός πικρόν θάνατον.


O δε Xριστιανός εκείνος, επειδή και έπεσεν εις την θάλασσαν καθώς ήτον φορεμένος με όλα τα ρούχα του, καταποντιζόμενος εις τον βυθόν του πελάγους, ενθυμήθη και έλεγε με τον νουν του. Άγιε Nικόλαε βοήθει μοι. Φωνάζωντας δε νοερώς την φωνήν ταύτην, ω του θαύματος! πολλά και ακατανόητα είναι τα θαυμάσιά σου Kύριε! ευρέθη εις το μέσον του οσπητίου του. Kαι τούτο μη αισθανθείς ενόμιζεν ότι ευρίσκεται ακόμη εις τον βυθόν της θαλάσσης. Όθεν και εκεί εφώναζεν όχι πλέον νοερώς, αλλά αισθητώς, Άγιε Nικόλαε βοήθει μοι. Oι δε γείτονες ακούοντες τας φωνάς του εσηκώθησαν. Oμοίως και οι άνθρωποι του οσπητίου του σηκωθέντες, άναψαν φως. Aλλά και οι έξωθεν ακούσαντες, έτρεξαν και εκείνοι, και βλέπουσιν αυτόν εις το μέσον της οικίας του εστώτα και κράζοντα. Bλέπουσι δε και τρέχει νερόν πολύ της θαλάσσης από τα ρούχα οπού εφόρει. Όθεν από τον θαυμασμόν τους και έκστασιν, έμειναν άφωνοι και σιωπηλοί, μη ηξεύροντες τι να ειπούν. O δε Xριστιανός εκείνος εφώναζεν. Aδελφοί, τι είναι αυτό οπού βλέπω; Eγώ γαρ ηξεύρω καλώτατα, ότι εχθές κατά την ενάτην ώραν απεχαιρέτισα όλους εσάς, και εμβήκα εις το καΐκιον. Kαι επειδή εφύσησεν άνεμος επιτήδειος, επεράσαμεν αρκετόν διάστημα τόπου. Eις δε την δευτέραν ή και τρίτην φυλακήν (ήτοι κατά την ενάτην ώραν της νυκτός) επήγα διά χρείαν ύδατος, και συμποδισθείς από τους ναύτας, ερρίφθηκα εις την θάλασσαν. Όθεν επικαλούμην τον Άγιον Nικόλαον εις βοήθειαν. Πού δε τώρα είμαι, δεν ηξεύρω. Όθεν εσείς είπατέ μοι. Ότι εγώ είμαι εκστατικός και άλλος εξ άλλου έγινα.

Oι δε συναθροισθέντες Xριστιανοί ταύτα ακούσαντες, βλέποντες δε και το νερόν της θαλάσσης οπού έτρεχεν από τα ρούχα του, εξεπλάγησαν ως είπομεν, στοχαζόμενοι το παράδοξον του θαύματος. Όθεν έχαιρον μαζί με τον διασωθέντα αδελφόν, και εδάκρυον ενταυτώ. Kαι εις πολλήν ώραν το, Kύριε ελέησον, έκραζον. O δε Xριστιανός εκείνος εκδυθείς τα βρεγμένα φορέματα, και ενδυθείς άλλα, επήγεν εις τον Nαόν του Aγίου Nικολάου. Kαι εκεί επέρασε το υπόλοιπον διάστημα της νυκτός, προσπίπτων μετά δακρύων εις την εικόνα του Aγίου, και παρακαλών, και τας ευχαριστίας αποδιδούς με θαυμασμόν και έκπληξιν. Όταν δε ήλθεν ο καιρός του όρθρου, και εσυναθροίσθη ο λαός εις τον Nαόν του Aγίου κατά το σύνηθες, τότε έγινεν εις όλους φανερόν του Aγίου το θαύμα. Όθεν μυρισθέντες τα ηδύπνοα και ευωδέστατα εκείνα αρώματα, οπού έφερεν ο διασωθείς εκείνος Xριστιανός εις τον Άγιον, βλέποντες δε και την Eκκλησίαν του Aγίου, οπού ήτον ολόφωτος, ηρώτων ένας τον άλλον διά να μάθουν την αιτίαν του πράγματος. Mαθόντες δε αυτήν, εξέστησαν άπαντες, δοξάζοντες μεν τον Θεόν, ευχαριστούντες δε τον μέγαν Nικόλαον.


     Tούτο το εξαίσιον και υπερφυές αληθώς θαύμα και μεγαλείον του Aγίου, διεφημίσθη εις όλην την Mεγαλόπολιν του Kωνσταντίνου. Έφθασε δε και εις τας ακοάς τόσον του τότε βασιλέως, όσον και του Πατριάρχου. Όθεν αυτοί εκάλεσαν τον διασωθέντα εκείνον Xριστιανόν επί Συνόδου. Όστις παρασταθείς έμπροσθεν πάντων, εδιηγήθη παρρησία, πώς, και με τι τρόπον, και πότε ηκολούθησεν εις αυτόν το τοιούτον φρικτόν και εξαίσιον τερατούργημα. Tο οποίον ακούσαντες όλοι, εβόησαν. «Mέγας εί Kύριε, και θαυμαστά τα έργα σου, και ουδείς λόγος εξαρκέσει προς ύμνον των θαυμασίων σου!» Όθεν διαλαλήσαντες πανταχού, εσυνάχθησαν οι Xριστιανοί εις τον Nαόν του Aγίου Nικολάου, και εποίησαν λιτανείαν και αγρυπνίαν, δοξάζοντες μεν και ευλογούντες τον Θεόν, απονέμοντες δε και την ευχαριστίαν εις τον τούτου πιστόν θεράποντα Nικόλαον.


Τρίτη, Δεκεμβρίου 05, 2017

Μέτρον καλού ποιμένος...




Μέτριος ἄκακος πρᾶος, ἁπλοῦς, ἡσύχιος, ὡς χρηματίσας Πάτερ, ὑπὲρ ἄνθρωπον ὄντως, καὶ ἄϋλος ἐν ὕλῃ, οἶκος Θεοῦ, καθωράθης πανάξιος, τὰς ἐξ αὐτοῦ προϊούσας σοι δωρεάς, συμπαθῶς διαπορθμεύων ἡμῖν.

Είναι ο κανών και το πρότυπο του καλού ποιμένα. Η μετριοπάθεια και το συμπαθές και φιλάγαθον μέτρον προς όλους , δίκαιους και αμαρτωλούς, η πραότητα που τον κάνει προσιτό σε όλους και άρα χρήσιμο, η απλότητα η οποία δεν επιτρέπει άλλον έρωτα και μέριμνα πλην την ασχολία με τον Ιησού αποκλειστικά, η ησυχία σαν πνευματικό απόκτημα και πνευματική κατάσταση η οποία τον χαρακτηρίζει και τον ενδύει ολόκληρο με χάρη. Όλα αυτά σε μέτρα ανώτερα από τον κοινόν άνθρωπο και καθίσταται έτσι ο άνθρωπος του Θεού άυλος εν ύλη, άγγελος επί γης και οίκος του Θεού. Γίνεται ένας δίαυλος που μας μεταφέρει τις χάρες και δωρεές του Θεού. Γίνεται ο πορθμέας που μας μεταφέρει από την γη στον παράδεισο,γίνεται ο ακτινοβόλος επίγειος ήλιος από τον οποίο εκπέμπονται οι ακτίνες οι πνευματικές που φωτίζουν και ζεσταίνουν τους γύρω του με φως καθαρτικόν και θερμότητα αγάπης. Αυτός είναι ο άγιος Σάββας και κάθε άγιος ποιμένας και προς αυτόν προσβλέπουν όλοι όσοι τους ενεπιστεύθη ο Κύριος το ποίμνιο, υπερ ου Αυτός προσέφερε τον εαυτό του και εσφάγη. Αυτό το μέτρον και κανόνα ποιμαντικής καλείται να μιμηθεί  κατά μέτρον και χάριν ο καθένας μας.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 04, 2017

Αγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός: Η πρώτη πηγή της βυζαντινής μουσικής


...Ο Δαμασκηνός, κατά τους βιογράφους του, Θεοφάνη τον Ομολογητή, τον  πατριάρχη Ιεροσολύμων Ιωάννη, τον Μ. Λογοθέτη Κωνσταντίνο τον Ακροπολίτη, τον Σουΐδα και τον Κεδρηνό, γεννήθηκε το 676 μ.Χ. και απέθανε το 756 μ.Χ.  Πατρίδα είχε την Δαμασκό, γι΄αυτό και λέγεται Δαμασκηνός. Προερχόταν από γένος επιφανέστατου οίκου. Ο πατέρας αυτού Σέργιος, ήταν διοικητής της Δαμασκού, που ήταν τότε υποταγμένη στους Σαρακηνούς, κατ’άλλους δε ήταν θησαυροφύλακας του Καλίφου Αβδούλ Μελίκ του Α’. Ο πατέρας του λοιπόν εξαγόρασε τον αιχμάλωτο Κοσμά από την Καλαβρία της Ιταλίας, τον οποίο έλεγαν «Ξένο», «Ικέτη» και «Ασύγκριτο», και ο οποίος εκπαίδευσε τον Ιωάννη, καθώς και τον ασματογράφο και μετέπειτα ιεράρχη της επισκοπής Γάζης,  Μαϊουμά  Κοσμά τον Μελωδό.
Με προτροπή και παράκληση  του πατριάρχη Ιεροσολύμων Ιωάννου, ο Δαμασκηνός ενδύεται το  μοναχικό τριβώνιο και χειροτονείται, απ΄ αυτόν πρεσβύτερος. Διάλεξε δε ως ερημητήριο την  μονή  του αγίου Σάββα που βρίσκονταν  όχι μακριά από τα  Ιεροσόλυμα,  γι΄αυτό και λέγεται και Ιεροσολυμίτης. Εδώ πέρασε τη ζωή του συγγράφοντας και μελετώντας. Πολέμησε ισχυρά τους εικονομάχους αυτοκράτορες Λέοντα τον Γ’ τον ΄Ισαυρο και τον Κωνσταντίνο τον Κοπρώνυμο.  Με επιστολές του  παραινών τους κατοίκους της  Κωνσταντινούπολης, προασπίζονταν την τιμήν και προσκύνηση των εικόνων. Ιστορείται μάλιστα ότι ο Λέων οργισμένος διέταξε να μιμηθούν την γραφή του Δαμασκηνού και να αποστείλουν  στον Καλίφη πλαστή επιστολή αυτού, με την οποία αυτός φαίνεται ότι προσέφερε την Δαμασκό στους Βυζαντινούς. Ο δε Καλίφης έκοψε το δεξί χέρι αυτού, το οποίο όμως ιάθη ως εκ θαύματος. Τότε δε ο ιερός ψαλμωδός ανέμελψε τον Α΄ Ειρμόν του Κανόνος του Α’ ήχου «Σου η τροπαιούχος δεξιά,  θεοπρεπώς εν ισχύϊ δεδόξασται».  Ένεκα  της  ευγλωττίας του επωνομάσθηκε και «Χρυσορρόας» ή «Χρυσόστομος» από δε τους μελωδούς «Μαΐστωρ της μουσικής». Από τον Κοπρώνυμο εκλήθη «Μανσούρ», και από άλλους πολέμιους του επωνυμικά «Σαραβαΐτης» και «Αρκλάς» για χλευασμό. Η Ανατολική Εκκλησία εορτάζει την μνήμη του την 4 Δεκεμβρίου, η δε Δυτική την 6 Μαΐoυ.
Τα ποιητικά και ασματικά έργα  του Δαμασκηνού.
Τα έργα του Δαμασκηνoύ ανάγονται σε πέντε τάξεις, σε καθαρώς φιλοσοφικά ή διαλεκτικά, σε θεολογικά,  σε ερμηνευτικά ή κριτικά, σε ποιητικά, και σε άσματα ήτοι μουσικά.  Ο Δαμασκηνός, ως υμνογράφος και μουσικός, παρατηρούμε ότι μετέφερε σε απλούστερο είδος την ψαλμωδία της πριν από αυτόν εποχής, και επελήφθη του κανονισμού  και της διαρρύθμισης της ψαλμωδίας, συντάσσοντας για τον λόγο αυτό την Οκτώηχο κατά τους οκτώ ήχους, τους παραγόμενους κατά τινα τροποποίηση και μεταβολή από τα πολυάριθμα είδη των μελών της ελληνικής Μουσικής, των οποίων ο χαρακτήρας συμβιβάζονταν προς τα σεμνά και ιερά της Εκκλησίας  αισθήματα  και συνεργούσε σε δοξολογία του Θεού και κατάνυξη, παρακωλύσας δε όλα τα μέλη των οποίων τα αισθήματα ήσαν άσεμνα και απρεπή, ενθουσιαστικά, θούρια και πολεμιστήρια. Ο Δαμασκηνός συμπεριέλαβε την απλότητα των μελών των οκτώ ήχων στην Οκτώηχο αυτού.
Επενόησε επίσης για τους οκτώ ήχους και δική του αγκιστροειδή παρασημαντική. Kαι είναι αλήθεια ότι τα αγκιστροειδή μουσικά σημεία, με τα οποία έγραψε  τις μελωδίες που έφτιαξε και μελοποίησε, έχουν την αρχή τους στους προ αυτού τρεις αιώνες. Οι χαρακτήρες του Δαμασκηνού ήταν γριφώδεις και συμβολικοί, όμοιοι προς τους ιερογλυφικούς εκείνους των αρχαίων Αιγυπτιακών γραμμάτων. Κάθε  χαρακτήρας παριστάνει  πολλάκις ένα φθόγγο αλλά και πολλούς.
Ο Δαμασκηνός ως γνώστης της  θεωρίας της Μουσικής παρατήρησε ότι η γνώση της μελωδίας των ήχων περιορίζονταν μόνο στην πράξη, η δε θεωρητική διάταξη της μελωδίας και η αμοιβαία σχέση των ήχων διατελούσαν παρημελημένα. Πρώτος εσυστηματοποίησε την αρχαία οκτωηχία, συγγράφοντας θεωρία για την πράξη της ιερής μουσικής στη βάση του ελληνικού Πεντάχορδου ή Τροχού. Της μουσικής θεωρίας των εκκλησιαστικών ήχων η πρακτική  εφαρμογή είναι η Οκτώηχος.
Υπό το όνομα του Δαμασκηνού σώζεται σε περγαμηνή  «εν τοις παλαιοίς Στιχηραρίοις τοις επί μεμβράνης γεγραμμένοις»  Γραμματική  Μουσικής ή Κανόνιον κατά τους ορισμούς και κανόνας των αρχαίων Ελλήνων, όπου πραγματεύεται περί διαιρέσεως των οκτώ ήχων, περί παραγωγής των πλαγίων ήχων από τους κύριους, και περί των ονομασιών των οκτώ ήχων και των αντιστοίχων αυτών στην αρχαία ελληνική μουσική. Επιγράφεται δε «Αρχή των σημείων της ψαλτικής τέχνης των ανιόντων και κατιόντων  σωμάτων τε και πνευμάτων και πάσης χειρονομίας». Πραγματείες περί θεωρίας της Μουσικής μετά τον φωστήρα Δαμασκηνό έγραψαν Μανουήλ ο Βρυέννιος, Ιωάννης ιερεύς Πλουσιαδηνός, Ιωάννης Μαΐστωρ ο Κουκκουζέλης,  Ιωάννης ο Κλαδάς, Μανουήλ ο Χρυσάφης, Δημήτριος ο Καντεμίρης, Κύριλλος ο αρχιεπίσκοπος Τήνου, Βασίλειος Στεφανίδης ο Βυζάντιος, Χρύσανθος ο μητοοπολίτης Δυρραχίου, Χουρμούζιος ο Χαρτοφύλαξ, Θεόδωρος Φωκαεύς,  Μαργαρίτης  ο Δοβριανίτης,  Γεώργιος ο Λέσβιος,  Παναγιώτης  Αγαθοκλέους,  Κυριακός Φιλοξένης ο Εφεσιομάγνης  και άλλοι σύγχρονοι μας. Θεωρητικό εξέδωσε και η Επιτροπή του 1881  που είχε συσταθεί από το Οικ. Πατριαρχείο.
Το πρώτο ποιητικό και ασματικό προϊόν του Δαμασκηνού τυγχάνει η Οκτώηχος,  την οποία εμέλισε στη βάση της οκταήχου αυτού υμνωδίας. Από τα διάφορα Τροπαρία που απαρτίζουν την Οκτάηχο στον Δαμασκηνό αποδίδονται μόνον οι ακολουθίες του Εσπερινού των Σαββάτων και τoυ Όρθρου των Κυριακών, καθότι τα Ανατολικά λεγόμενα στιχηρά ανήκουν στον Ανατόλιο μοναχό τον Στουδίτη που έζησε μετά τον Δαμασκηνό, τα Απόστιχα  στον Παύλο τον Αμμορίου η της Ευεργέτιδος, oι Τριαδικοί Κανόνες  στον  Μητροφάνη τον Σμύρνης,  τα ένδεκα Εωθινά στον Λέοντα τον Σοφό, τα  ένδεκα  Εξαποστειλάρια  στον Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητο και oι Αναβαθμοί  στον Θεόδωρο τον Στουδίτη. Την Οκτάηχο, στην οποία βρίσκεται  άπασα η χριστιανική δογματική διδασκαλία, παραδέχονται στην εκκλησιαστική χρήση όλες οι Εκκλησίες της Ανατολής και Δύσης,  κελεύσει του Φράγκου Ρήγα Καρλομάγνου, ζώντος έτι τoυ Δαμασκηνού.
Ο θείος μουσουργός, πλην των Κανόνων της Οκτωήχου  εποίησε και τον λαμπρότατο Κανόνα της εορτής της λαμπροφόρου Αναστάσεως «Αναστάσεως ημέρα, λαμπρυνθώμεν λαοί», τον οποίο όταν άκουσε ο Κοσμάς ο Μελωδός, που επίσης είχε γράψει Κανόνα για την ίδια εορτή σε ήχο Β’, «Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια», ανεφώνησε «Kαι συ αδελφέ Ιωάννη, το παν όλον εν τοις τρισί τούτοις συμπεριέλαβες, και oυδέν αφήκας έξωθεν· ήττημαι  γουν εγώ και την ήτταν ομολογώ· όθεν ο μεν σός κανών εχέτω τα πρωτεία και αριστεία, και ψαλλέσθω δημοσίως  εν ταις του Χριστού Εκκλησίαις, ο δε εμός  εν σκότει και γωνία  γενέσθω ως μη εν φωτί άξιος διά τε τα νοήματα και δια τε τον πενθικόν και κλαυθμηρόν ήχον,  καθ’ον εμελοποίηθη,  ανάρμοστον πάντη όντα εν τη λαμπροτάτη και κοσμοχαρμοσύνω ημέρα της του Κυρίου Αναστάσεως». Ο Δαμασκηνός συνέταξε πάνω από εξήντα Κανόνες για τις κυριότερες εορτές της Εκκλησίας, οι οποίοι  είναι ανθολογία εύρυθμος από τους Πανηγυρικούς Λόγους του Γρηγορίου του Θεολόγου  και άλλων.
Εκ των Κανόνων τoυ θείου Ιωάννoυ αναφέρουμε:
«Έσωσε λαόν θαυματουργών Δεσπότης», «Στείβει θαλάσσης κυματούμενον σάλω», «Θείω καλυφθείς ο βραδύγλωσσος γνόφω», φτιαγμένοι σε ιαμβικούς τρίμετρους, κατ’ απομίμησιν Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, τον οποίο είχε και αυτός πρότυπο, όπως και ο Κοσμάς ο Μελωδός. Ο Δαμασκηνός μουσούργησε και τον κατ’ Αλφάβητο Κανόνα της εορτής του Ευαγγελισμού «Ανοίξω το στόμα μου», ποιήσας για την Δ’ ωδή δύο Ειρμούς «Την ανεξιχνίαστον θείαν βουλήν και  «Ο καθήμενος εν δόξη». Επίσης τους Κανόνες «Παρθένοι νεάνιδες συν Μαριάμ τη Προφήτιδι»,  «Τώ Σωτήρι Θεώ τω εν θαλάσση λαόν», εις την Υπαπαντήν, εις την Ύψωσιν του Σταυρού, εις το Γενέσιον της Θεοτόκου, στους Προφήτας, στους Αποστόλους,  στους ιεράρχας,  στους μάρτυρες, στους οσίους, στα εγκαίνια του ναού της Αναστάσεως, στην ανάμνηση του επιφανέντος σημείου του Σταυρού στον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο, κλπ. Υπομνήματα δε και ερμηνείες στους ασματικούς Κανόνες τoυ θείου  μελωδού έγραψαν ο Ζωναράς, ο Γρηγόριος ο Πάρδος επίσκοπος Κορίνθου, Ευστάθιος ο Θεσσαλονίκης, Μάρκος ο Εφέσου και  Νικόδημος ο Αγιορείτης.
Στον ιερό Δαμασκηνό αποδίδονται και οι εξής εκκλησιαστικοί ύμνοι «Υπερένδοξε αειπάρθενε ευλογημένη Θεοτόκε προσάγαγε»,  «Επί σοι χαίρει κεχαριτωμένη πάσα η κτίσις»,  «Την άχραντον εικόνα σου προσκυνούμεν αγαθέ», «Ελέησον ημάς Κύριε ελέησον ημάς», «Κύριε ελέησον ημας επί σoι γαρ πεποίθαμεν», «Της ευσπλαγχνίας την πύλην άνοιξον ημίν ευλογημένη Θεοτόκε»,  «Πολλά τα πλήθη των εμών Θεοτόκε πταισμάτων», «Την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθημι», «Των ουρανίων στρατιών Αρχιστράτηγε», τα Τροπάρια στις Ώρες και τα Στιχηρά  του Πάσχα, τα 26 νεκρώσιμα ιδιόμελα και στιχηρά τα ποιηθέντα στην μονή  του αγίoυ Σάββα. Αυτά τα έξοχα και λαμπρά έργα του Δαμασκηνού,  χρησίμευσαν σαν υπόδειγμα στους μεταγενέστερους μελωδούς της Εκκλησίας, και τα οποία διαδόθηκαν παντού  και συνετέλεσαν στο να περιπέσουν σε αχρηστία τα πολλά Κοντάκια του Ρωμανού, με εξαίρεση  ολίγων...

Γεώργιος Παπαδόπουλος – Εκδόσεις «Τέρτιος», Κατερίνη
ολόκληρο εδώ
ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

Κυριακή, Δεκεμβρίου 03, 2017

Και αυτός προσδοκία εθνών!


Πιο κάτω, θα παρουσιάσουμε τη γέννηση του Θεανθρώπου, όπως φαίνεται μέσα από την προσδοκία όλων των λαών της ανθρωπότητας, από αρχαίων χρόνων μέχρι σήμερα.


Γιατί, η ανθρώπινη ψυχή, από την πρώτη κι όλας στιγμή μετά την πτώση και την έξοδό της από τον Παράδεισο, αναζητούσε τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία θα μπορούσε να επανέλθει στην κατάσταση από την οποία εξέπεσε. Αισθανόταν την ανάγκη να γεφυρώσει το χάσμα που είχε δημιουργηθεί μεταξύ Θεού και ανθρώπων με την πτώση. Κάθε προσπάθεια όμως για συνδιαλλαγή του ανθρώπου με τον Θεό αποτύγχανε, απέβαινε μάταια. Έτσι κατάλαβε ο άνθρωπος ότι αφού ο ίδιος δεν μπορούσε να ανεβεί προς τον Θεό, έπρεπε ο Θεός να κατεβεί στη γη.

Η σκέψη αυτή καλλιεργήθηκε σιγά-σιγά μέσα στη συνείδησή του και διαμόρφωσε μέσα του την προσδοκία της καθόδου στη γη, του Θεού με τη μορφή ανθρώπου.

Από τον πέμπτο προ Χριστού αιώνα και μετά, η προσδοκία αυτή παίρνει παγκόσμια έκταση σε μεγάλο βαθμό.

Στην Κίνα, ο Κομφούκιος περίμενε τον «άγιο» από τη Δύση, τον «θεάνθρωπο», τον θεόπεμπτο βασιλέα που θα επιτύγχανε την επιστροφή της ανθρωπότητας στο Αγαθό.Στην κινέζικη γραμματεία γίνεται λόγος για κάποιον ήρωα που καλείται Κιούν-Τσεούν, δηλαδή ποιμένας και άρχοντας και που θα αποκαταστήσει τα πάντα στην προτέρα τους λαμπρότητα. Θα είναι ο μόνος που αξίζει να θυσιαστεί στον Υπέρτατο Δεσπότη για να επανέλθει η τάξη και η ειρήνη στον κόσμο. ΄Εχει μορφή ανθρώπινη και είναι ενωμένος με τον ουρανό. Γι’ αυτό ονομάζεται «ουρανάνθρωπος», «θεάνθρωπος». Αυτός θα βρεθεί στον κόσμο αλλά ο κόσμος δεν θα τον αναγνωρίσει. Θα πληγωθεί, θα μαστιγωθεί και αντ’ αυτού θα αφεθούν ελεύθεροι οι κακοποιοί.

Στην Ινδία οι παραδόσεις και οι θρύλοι υπήρξαν ανάλογες: στον Βουδισμό, αρχαιότατο ινδικό θρήσκευμα, περίμεναν τον A g n i, θεό του πυρός και του ήλιου, να ενανθρωπηθεί από Παρθένο και να σταθεί μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων.Κατά τα πηγαία κείμενα του Ινδικού Βουδισμού, ο ιστορικός Βούδας Gotama είχε προείπει τον πέμπτο π.Χ. αιώνα: «μετά 500 έτη θα χρεωκοπήσει η διδασκαλία μου».

Σωτήρα θεάνθρωπο περίμεναν και οι Πέρσες, ταυτίζοντάς τον με το Θεό Μίθρα. Θα εγεννάτο από Παρθένα και τη γέννησή του θα προανήγγειλε η εμφάνιση ενός αστέρος ξεχωριστού στο ουράνιο στερέωμα.

Σχετικές παραδόσεις υπήρχαν και στην Αίγυπτο. Εδώ υπάρχει ο μύθος της Ίσιδος και του Τυφώνος. Κατ’ αυτόν, διά της γυναίκας με την επίδραση του πονηρού πνεύματος με μορφή φιδιού μπήκε στον κόσμο η αμαρτία. Με κάποιο δε απόγονο της γυναίκας θα έρθει η σωτηρία στο λαό.

Στους αρχαίους ΄Ελληνες υπήρχε συγκεκριμένη αναμονή ενός πραγματικού Λυτρωτή. Χαρακτηριστικός είναι ο μύθος του Προμηθέα όπως τον παρουσιάζει ο Αισχύλος: Ο Προμηθέας, επειδή αμάρτησε απέναντι στο Θεό, τιμωρήθηκε με την τιμωρία της «επί βράχου προσπασαλεύσεως». Λύτρωση θα είχε μόνο από τον απόγονο της παρθένου Ιούς.Ο σοφός Σωκράτης μιλά για τη μεγάλη νοσταλγία του Λυτρωτή που θα ξυπνήσει από τον πνευματικό ύπνο τους ανθρώπους.Και στους Ρωμαίους η προσδοκία του Λυτρωτή είναι φανερή. Γράφει ο ποιητής Βιργίλιος: «Όπου να ’ναι έρχεται νέα χρονική περίοδος παγκοσμίου τάξεως. Νέα χρυσή γενεά, στέλνεται από τα ουράνια ύψη στη γη».

Εκεί βέβαια που φαίνεται ξεκάθαρα η προσδοκία ενός λυτρωτή, που θα σώσει το λαό του κι όλο τον κόσμο, είναι στον Ισραηλιτικό λαό. Οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης έχουν γράψει, με τις προφητείες τους, την ιστορία του Χριστού προ Χριστού.

Ο προφήτης Ησαΐας ονομάστηκε «ο πέμπτος Ευαγγελιστής» που δείχνει τις λεπτομέρειες, στις οποίες αναφέρεται για τον Ιησού Χριστό.Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος περιγράφει ως εξής τη γέννησή Του. «Όταν λοιπόν ο Ιησούς γεννήθηκε στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας κατά τις ημέρες του βασιλιά Ηρώδη, ιδού μάγοι από τα ανατολικά παρουσιάστηκαν στα Ιεροσόλυμα, λέγοντας: «Πού είναι ο βασιλιάς των Ιουδαίων που γεννήθηκε; Γιατί είδαμε τον αστέρα του στην ανατολή και ήρθαμε να τον προσκυνήσουμε». Όταν όμως το άκουσε ο βασιλιάς Ηρώδης, ταράχτηκε και όλα τα Ιεροσόλυμα μαζί του. Και αφού σύναξε όλους τους αρχιερείς και τους γραμματείς του λαού, ζητούσε να μάθει από αυτούς πού γεννιέται ο Χριστός. Αυτοί του είπαν: «Στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας. Γιατί έτσι είναι γραμμένο μέσω του προφήτη: Κι εσύ Βηθλεέμ, γη του Ιούδα, καθόλου ελάχιστη δεν είσαι μεταξύ των ηγεμονικών πόλεων του Ιούδα. Γιατί από σένα θα εξέλθει ηγέτης, που θα ποιμάνει το λαό μου τον Ισραήλ». Τότε ο Ηρώδης κάλεσε κρυφά τους μάγους και εξακρίβωσε από αυτούς το χρόνο που φαινόταν ο αστέρας. Κατόπιν τους έστειλε στη Βηθλεέμ και είπε: «Πορευτείτε και εξετάστε ακριβώς για το παιδί. Και όταν το βρείτε, να μου το αναγγείλετε, για να έρθω κι εγώ να το προσκυνήσω». Αυτοί, αφού άκουσαν το βασιλιά, έφυγαν. 

Και ιδού, ο αστέρας που είδαν στην ανατολή προχωρούσε μπροστά τους, ωσότου ήρθε και στάθηκε πάνω εκεί όπου ήταν το παιδί. Όταν είδαν λοιπόν τον αστέρα, χάρηκαν με πάρα πολύ μεγάλη χαρά. Και ήρθαν στην οικία και είδαν το παιδί μαζί με τη Μαρία, τη μητέρα του. Και αφού έπεσαν, το προσκύνησαν και άνοιξαν τους θησαυρούς τους και του πρόσφεραν δώρα: χρυσό και λιβάνι και σμύρνα. Και επειδή τους πρόσταξε ο Θεός κατά το όνειρο να μην επιστρέψουν προς τον Ηρώδη, αναχώρησαν από άλλη οδό για τη χώρα τους. Όταν λοιπόν αυτοί αναχώρησαν, ιδού, άγγελος Κυρίου φάνηκε κατά το όνειρο στον Ιωσήφ, λέγοντας: «Σήκω, παράλαβε το παιδί και τη μητέρα του και φεύγε για την Αίγυπτο. και να είσαι εκεί ωσότου σου πω. Γιατί μέλλει ο Ηρώδης να ζητά το παιδί, για να το σκοτώσει». Εκείνος αφού σηκώθηκε, παράλαβε νύχτα το παιδί και τη μητέρα του και αναχώρησε για την Αίγυπτο. Και ήταν εκεί ως το θάνατο του Ηρώδη – για να εκπληρωθεί αυτό που ειπώθηκε από τον Κύριο μέσω του προφήτη, όταν έλεγε: Από την Αίγυπτο κάλεσα τον Υιό μου».

Σήμερα, δύο χιλιάδες χρόνια μετά, υπάρχουν άνθρωποι που ζουν αμέριμνοι για τη μεγάλη παρουσία ή ψάχνουν για λυτρωτή που θα τους λυτρώσει από τη μοναξιά, το άγχος, τη φθορά και το θάνατο.Η Εκκλησία του Χριστού προκαλεί και προσκαλεί για ζωή χωρίς θάνατο, για θάνατο που νικιέται δια του θανάτου, για χαρά και ειρήνη που κανείς δεν μπορεί ν’ αφαιρέσει από μέσα μας, παρά μόνο εμείς με την υποχώρησή μας στην αμαρτία.«Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς»: Τα λόγια του Κυρίου, διέξοδο στο αδιέξοδό μας, σιγουριά στην αβεβαιότητα του κόσμου μας.«Σήμερον η παρθένος τίκτει ένδον εν τω σπηλαίω.» Στα βάθη του είναι μας γίνεται εδώ και τώρα η μεγάλη γέννηση. Απλά, αθόρυβα, μυστικά, καρδιακά, γεννιέται μέσα μας ο Χριστός! Γινόμαστε ένα μαζί Του και Εκείνος μαζί μας. Σήμερα, όχι στο παρελθόν όχι στο μέλλον. Ελεύθερα, χωρίς ψυχολογικές πιέσεις και φοβίες. Αν θέλεις, όσο θέλεις, όποτε θέλεις.Η Αγάπη δεν πιέζει, προσκαλεί, περιμένει τον αγαπημένο ν’ ανταποκριθεί στην αγάπη Του.«Λέει ο Κύριος: Εγώ για σένα πατέρας, εγώ αδελφός, εγώ σύζυγος, εγώ σπίτι, εγώ τροφή, εγώ ρούχο, εγώ ρίζα, εγώ θεμέλιο, ό,τι θέλεις εγώ. Να μη σου λείψει τίποτα. Θα δουλέψω εγώ. Ήρθα να σε υπηρετήσω, όχι να με υπηρετήσεις. Εγώ και φίλος, και μέλος του σώματός σου και κεφάλι, και αδελφός και αδελφή και μητέρα, όλα εγώ. Μόνο να είσαι κοντά μου. Εγώ φτωχός για σένα και αλήτης για σένα. Στο σταυρό για σένα, στον τάφο για σένα, Στον ουρανό παρακαλώ για σένα τον Πατέρα μου, στη γη έρχομαι πρεσβευτής του Πατέρα μου για σένα, Εσύ είσαι τα πάντα για μένα, και αδελφός και συγκληρονόμος και φίλος μου και μέλος του σώματός μου. Τι άλλο θέλεις;» (Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος). 

 π. Ανδρέας ΑγαθοκλέουςΛάρνακα, Δεκέμβριος 2005 Βοήθημα: Περιοδικό «Ενοριακή επίσκεψη»

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails