ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Σάββατο, Νοεμβρίου 30, 2019

Κυριακή ΙΔ΄ Λουκά: Θεραπεία του τυφλού της Ιεριχούς


Ο Θεός είναι ο ήλιος της Δικαιοσύνης, όπως έχει γραφή, ο οποίος φωτίζει τα πάντα με τις ακτίνες της Αυτού αγαθότητος. Η δε ψυχή κάθε ανθρώπου, αναλόγως με την διάθεσί του, γίνεται ή κηρός, ως φιλόθεος, ή πηλός, ως φιλόϋλος. Όπως λοιπόν ο πηλός εκ φύσεως με τον ήλιο ξηραίνεται, έτσι και κάθε ψυχή φιλόϋλος και φιλόκοσμος, ενώ νουθετείται από τον Θεόν, σκληρύνεται, όπως ο πηλός, διότι αντιστρέφει τους λόγους του, και οδηγείται μόνη της προς την απώλειαν. Η φιλόθεος όμως ψυχή απαλύνεται ως κηρός και δεχόμενη μέσα της τους τύπους και τους χαρακτήρες των θείων εννοιών, γίνεται κατοικητήριον του Θεού εν Πνεύματι. Ο αισθητός ήλιος θεωρείται, δεν θεωρεί. Ο νοητός ήλιος θεωρείται από τους αξίους, αλλά και βλέπει τους πάντας και περισσότερον αυτούς που τον βλέπουν. Ο αισθητός ήλιος δεν ομιλεί ούτε χαρίζει ομιλία σε κανέναν, ο νοητός όμως και ομιλεί στους φίλους του και χαρίζει σε όλους την όρασι και την ομιλία. Ο αισθητός ήλιος λάμποντας σε τόπους αισθητούς, με την θερμότητα των ακτίνων του αποξηραίνει την υγρότητα της γης, χωρίς όμως και να τρέφει τα φυτά και τα σπέρματα. Ενώ ο νοητός ήλιος, όταν ανατείλη στην ψυχή, τα κάνει και τα δύο. Ξηραίνει την υγρότητα των παθών, αποπλύνοντας την ακαθαρσία που έχει προκληθεί από αυτά και συγχρόνως λιπαίνει την νοητήν γη της ψυχής, και έτσι τα φυτά των αρετών τρέφονται και αυξάνουν. Ο Κύριος είναι φως, λαμπρότης για τις ψυχές εκείνες που αγωνίζονται για την κάθαρσι του βίου και των λόγων τους. Πράγματι, εάν σκότος είναι η άγνοια και η αμαρτία, φως θα είναι η γνώσις και ο ένθεος βίος. Ο Χριστός λέγεται φως επειδή φωτίζει τον νου προς κατανόησιν των απορρήτων και δεικνύει τα μυστήρια, τα οποία είναι θεατά μόνον στους καθαρούς. Ο Χριστός είναι φως διότι φωτίζει νοητώς τις καρδιές των πιστών και χαρίζει στους ανθρώπους το αισθητόν φως των οφθαλμών. Γι’ αυτό και έλεγε: «Εγώ ειμί το φως του κόσμου» και «εγώ εις τον κόσμον ελήλυθα». Ότι δε έτσι είναι η πραγματικότης, μας το φανερώνει και η περικοπή των ευαγγελικών θείων λόγων που θα αναγνωσθή σήμερα, και έχει ως εξής:
«Τω καιρώ εκείνω εγένετο εν τω εγγίζειν τον Ιησούν εις Ιεριχώ, τυφλός τις εκάθητο παρά την οδόν προσαιτών. Ακούσας δε όχλου διαπορευομένου, επυνθάνετο τι είη ταύτα». Ο Κύριος επεσκέπτετο κάθε πόλι και περιοχήν της Ιουδαίας, όπου εθεράπευε κάθε νόσο και κάθε σωματικό ελάττωμα, και εκήρυσσε μετάνοιαν, επιστρέφοντας τους πλανωμένους στην γνώσι της αληθείας και επιβεβαιώνοντας τις διδασκαλίες με τα παράδοξα θαύματά του. Διότι οι άνθρωποι συνηθίζουν να πείθωνται και να υπακούουν όχι τόσον στα λόγια όσον στα έργα. Διερχόμενος λοιπόν ο Σωτήρ από τις ιουδαϊκές πόλεις επλησίασε και στην Ιεριχώ. Η Ιεριχώ ήταν πρωτεύουσα των Χαναναίων, από τις μεγαλύτερες πόλεις των εθνικών. Αυτήν την Ιεριχώ την κατέλαβε κάποτε ο Ιησούς του Ναυή με πολιορκίαν, όταν πολεμούσε κατά των εθνικών. Τώρα όμως ο αληθινός Ιησούς την κατέλαβε προς θεραπείαν και σωτηρίαν. Ηθέλησε να την απελευθερώση, την αιχμάλωτο και να οικοδομήσει πνευματικώς, αυτήν που παλαιά είχε κατακρημνισθεί, και να ελκύση κοντά του αυτήν που είχε αποξενωθεί. Από την ιδία πόλη προήρχετο και εκείνη η Ραάβ, η πόρνη, η οποία εδέχθη τους κατασκόπους του Ιησού του Ναυή και τους διέσωσε. Καθώς λοιπόν ο Κύριος επορεύετο την οδό που οδηγούσε στην Ιεριχώ, τον ακολουθούσε λαός πολύς. Συνέρρεαν από παντού για τα θαύματα και τις διδασκαλίες Του. Κάποιος δε τυφλός που είχε καθίσει στην άκρη του δρόμου και ζητιάνευε, ήκουσε την οχλαγωγία και τον θόρυβον εκείνων που ακολουθούσαν πίσω από τον Χριστόν και εδιδάσκοντο και εθεραπεύοντο από Αυτόν, και ερωτούσε να μάθη τι συμβαίνει. Και όταν του είπαν ότι περνά ο Ιησούς ο Ναζωραίος εχάρη, επειδή είχε ακούσει για τα θαύματα που επιτελεί και το εθεώρησε ως μοναδικήν ευκαιρία να κάμη ο Κύριος το θαύμα του και σ’ αυτόν, που είναι τυφλός και έχει ανάγκη θεραπείας. Και προσπαθούσε να τον πλησιάσει φωνάζοντας προς Αυτόν δυνατά: «Ιησού υιέ Δαβίδ, ελέησόν με». Ο δε Κύριος τού είπε: «Τι σοι θέλεις ποιήσω;» και γιατί φωνάζεις έτσι; Τι ζητείς, άνθρωπε, απ’ Αυτόν που επτώχευσε για σε την εσχάτη πτωχεία; Τι απαιτείς απ’ Αυτόν που δεν έχει ούτε πού την κεφαλήν κλίνη; Και ο τυφλός επέμενε να τον παρακαλή και να τον ικετεύει λέγοντας: «θέλω ίνα αναβλέψω».
Δεν εζήτησε κάτι μικρόν και ευτελές από τον Θεόν και Δεσπότην ο τυφλός. Ούτε χρυσόν ούτε χρήμα ούτε τροφές ούτε σκεπάσματα ούτε κάτι άλλο παρόμοιον, όπως εζητούσε από τους ανθρώπους, μολονότι και αυτά ημπορούσε να του τα δώσει Αυτός που δίνει σε όλους τα πάντα, αλλά μόνον του έλεγε: «Κύριε, θέλω ίνα αναβλέψω». Κανένας άλλος δεν ημπορεί να μου το δώσει αυτό, διότι μόνον ο Θεός έχει την δυνατότητα να ελεή και να σώζει. Γι’ αυτό και προσέρχομαι και προσκυνώ και γονατιστός σε ικετεύω, ως τον ποιητήν και Κύριον των όλων, και βοώ το ελέησον και σε ονομάζω υιόν Δαβίδ. Επειδή πιστεύω ότι συ είσαι ο προσδοκώμενος απόγονος του Δαβίδ, ο οποίος ήλθε από αμέτρητον ευσπλαχνία να σώση το γένος μας. Αλλά και με άλλην έννοιαν ονομάζει τον Χριστόν υιόν Δαβίδ, επειδή το όνομα αυτό το τιμούσαν πάρα πολύ οι εβραίοι. Και οι Προφήτες, όσους βασιλείς ήθελαν να τιμήσουν, έτσι τους ονόμαζαν και με το όνομα αυτό τους εδόξαζαν. Επειδή λοιπόν και ο τυφλός αυτός είχε ανατραφεί στον ιουδαϊσμό, δεν αγνοούσε όσα λέγει ο νόμος και οι Προφήτες για τον Χριστόν, και ότι σωματικώς ο Χριστός θα προέλθη από το γένος του Δαβίδ. Και ως προς τον Θεόν μεν εβόησε ελέησόν με, διότι μόνον ο Θεός είναι σε θέσι να ελεή. Ως προερχόμενον δε από τη γενεά του Δαβίδ, τον ονομάζει υιόν Δαβίδ. Ας σημειωθεί ότι η ερμηνεία του ονόματος Δαβίδ είναι: αγαπητός και ισχυρός. Από Αυτόν λοιπόν ζητεί με τόσον πόθο το έλεος. Και δεν του είπε ο τυφλός: ζήτησε από τον Θεόν ή προσευχήσου για μένα ή παρακάλεσε ή ικέτευσε, αλλά ελέησόν με, επειδή ακριβώς εγνώριζε ότι είναι υιός του Θεού, ο οποίος εγεννήθη από την αγίαν και αειπάρθενον Μαρία. Γι’ αυτό και κατά την πίστι του έλαβε την ίασι.
«Και οι προάγοντες επετίμων αυτώ ίνα σιωπήση. Αυτός δε πολλώ μάλλον έκραζεν. Ιησού, υιέ Δαβίδ, ελέησόν με». Αυτή είναι η καρτερική και φλεγομένη ψυχή. Αν δεν ήταν ένθερμος η πίστις του τυφλού, δεν θα εκραύγαζε περισσότερον, όταν προσετάχθη να σιωπήση. Γι’ αυτό και ηξιώθη να ερωτηθή από τον Σωτήρα και να τον πλησιάση, και δεν απέτυχε του σκοπού του, αλλά έλαβε την ίασι. «Σταθείς δε», λέγει, «ο Ιησούς εκέλευσευν αυτόν αχθήναι προς αυτόν. Εγγίσαντος δε αυτού επηρώτησεν αυτόν λέγων. Τι σοι θέλεις ποιήσω; Ο δε είπε: Κύριε, ίνα αναβλέψω». Δεν ηρώτησεν ο Δεσπότης επειδή αγνοούσε, αλλά για να μη νομίση κάποιος άλλος ότι άλλο ήθελε να λάβη ο τυφλός και άλλο του έδωσε. Ήθελε όμως να μάθουν οι συμπορευόμενοι και όσοι ευρέθησαν εκεί και την πίστι του προσερχομένου. Γι’ αυτό έκανε ο Κύριος αυτήν την ερώτησι. Τούτο γίνεται φανερό και από την ίδια την απόκρισι του Κυρίου: θέλεις να αναβλέψης, λέγει; «Ανάβλεψον». Και την ίδια στιγμή που το ήκουσε, «παραχρήμα ανέβλεψε» και έδρεψε τον καρπόν της πίστεως, την σωτηρία: «η πίστις σου σέσωκέ σε». Αυτή είναι η μαρτυρία του Χριστού, ο οποίος με τα λόγια αυτά έδειξεν ότι αίτιος της θεραπείας του έγινε ο ίδιος ο τυφλός. Έγινε με την πίστι του συνεργός του θαυμαστού αυτού κατορθώματος. Πράγματι, την στιγμή που του είπε «ανάβλεψον», αμέσως η φωνή του Κυρίου έγινε φως για τον τυφλό και «παραχρήμα ανέβλεψε», επειδή η φωνή ήταν του φωτός, ο λόγος ήταν του φωτοδότου. «Και ηκολούθει αυτώ δοξάζων τον Θεόν». Όταν δηλαδή ο τυφλός εδέχθη από τον Χριστόν παραδόξως την ευεργεσία, δεν ημέλησε να συμπορευθή μ’ Αυτόν, και τον ακολουθούσε δοξάζοντάς τον ως Θεόν», και έγινε αφορμή να δοξάζουν και να υμνούν τον Θεόν και οι άλλοι. «Πας γαρ ο λαός», λέγει, «ιδών έδωκεν αίνον τω Θεώ». Και πριν από την δωρεάν εφάνη καρτερικός ο τυφλός, και μετά την δωρεάν φαίνεται ευγνώμων. Καρτερικός διότι, αν και τον περιφρονούσαν και πολλοί τον ημπόδιζαν να φωνάζη, αυτός επέμενε κραυγάζοντας «Ιησού υιέ Δαβίδ, ελέησόν με». Και ευγνώμων επειδή όταν έλαβε την χάρι, δεν έτρεξε να φύγη, όπως κάνουν πολλοί μετά τις ευεργεσίες, φερόμενοι με αγνωμοσύνη προς τους ευεργέτες.
Αυτόν ας μιμηθούμε και εμείς με ζήλο και προθυμία και ας γινώμεθα καρτερικοί στις προσευχές και πριν λάβωμε αυτά που ζητούμε, και αφού τα λάβωμε να μη μένωμε αχάριστοι προς τους ευεργέτες. Και να προσευχόμεθα με πόθον, έστω και αν είμεθα οι πλέον ευτελείς και περιφρονημένοι. Να προσφέρωμε και μόνοι μας δεήσεις προς Κύριον ώστε να λαμβάνωμε από Αυτόν τα αιτήματα προς το συμφέρον μας. Διότι ο τυφλός εκείνος ούτε οδηγόν είχε, ούτε ημπορούσε να ιδή τον Σωτήρα, ούτε ευρήκε συνήγορον κάποιον από τους Αποστόλους, αλλά μολονότι είχε και πολλούς που του απαγόρευαν να μιλήσει και τον ημπόδιζαν να πλησιάση, ημπόρεσε να υπερβή όλα τα εμπόδια και επλησίασε Αυτόν τον ίδιον τον θεραπευτήν και Σωτήρα Χριστόν. Ούτε η κοινωνική θέσις ούτε ο τρόπος ζωής τού έδωσαν το θάρρος, αλλά αντί όλων αυτών ήρκεσεν η προθυμία την οποία τίποτα δεν εστάθη ικανόν να εμποδίση. Την ιδίαν προθυμίαν ας προσπαθήσωμεν να αποκτήσωμε και εμείς στις δεήσεις μας προς τον Δεσπότην. Και αν ο Κύριος αναβάλλη, και είναι πολλοί αυτοί που μας απομακρύνουν και μας εμποδίζουν, ας προσπαθήσωμε τότε περισσότερο, και ο φιλάνθρωπος Θεός μας θα μας πλησιάση και θα εκπληρώση τα αιτήματά μας.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 29, 2019

Υπάρχει ένα Μυστικό


Ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ακαδημαϊκούς θεολόγους του 20ού αιώνα, ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, δήλωσε:
«Αν η Ορθοδοξία ήταν αυτή που διδάσκουν τα νεοελληνικά εγχειρίδια, εγώ σήμερα θα ήμουν άθεος».
Μίλησε έτσι επειδή γνώριζε το Μυστικό.
Γύρω στο 1860, ο σαμουράι Τακούμα Σαβάμπε εισήλθε στο δωμάτιο του ορθόδοξου ιεραποστόλου π. Νικολάου Κασάτκιν, με το σπαθί στο χέρι και με πρόθεση να τον θανατώσει.
Ο νεαρός ιερέας εκείνη την ώρα διάβαζε την Αγία Γραφή. Του είπε:
«Θα δεχτώ τον θάνατο, αν προηγουμένως μου επιτρέψεις να σου εξηγήσω ό,τι διαβάζω αυτή τη στιγμή».Το αποτέλεσμα ήταν ο Τακούμα Σαβάμπε να γίνει ο πρώτος Ιάπωνας ορθόδοξος ιερέας και να υπερασπιστεί την Ορθοδοξίαν συλληφθείς και ανακρινόμενος από το καθεστώς της πατρίδας του.
Λίγα χρόνια νωρίτερα, στη Ρωσία, ένας εξόριστος συνωμότης αναχωρούσε για τη Σιβηρία.
Μια γριά πλησίασε και του χάρισε μια Καινή Διαθήκη.
Εκείνος τη δέχτηκε ευγενικά και, όντας άθεος, τη θεώρησε κατάλληλη για να κόβει κάθε μέρα και μια σελίδα, να ρίχνει μέσα καπνό και να στρίβει τσιγάρο.

Κάπνισε έτσι ολόκληρο το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο, το κατά Μάρκον και τα πρώτα κεφάλαια του κατά Λουκάν.
Μια μέρα όμως σκέφτηκε να διαβάσει το περιεχόμενο της σελίδας που κρατούσε στο χέρι του, πριν την καπνίσει.
Το αποτέλεσμα ήταν να γράψει κάποτε:
«Αν κάποιος μου αποδείκνυε πως η αλήθεια είναι μακριά απ’ τον Χριστό, θα προτιμούσα να είμαι με τον Χριστό παρά με την αλήθεια».
Το όνομα αυτού του εξόριστου, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι.
Αυτοί και πολλοί άλλοι, μέχρι και τις ημέρες μας,
μεταστράφηκαν στην Ορθοδοξία,
επειδή ανακάλυψαν το Μυστικό και μυήθηκαν σ’ αυτό.

Αυτό το Μυστικό τεκμηριώνει την ύπαρξη και την ταυτότητα του Θεού τόσο έγκυρα, όσο και οποιαδήποτε άλλη επιστημονική γνώση σε κάθε τομέα.
Στην πραγματικότητα, δεν είναι Μυστικό – απλώς, ενώ είναι τόσο φανερό, πολλοί φαίνεται να κλείνουν τα μάτια τους, για να μην το δουν.
[Από το βιβλίο: Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο
Θεόδωρου Ρηγινιώτη]

Ἀνδρέας ὁ τῆς ἀποστολικῆς ἀνδρείας ἐπώνυμος, ὁ πρῶτος διδάσκαλον τὸν Δεσπότην ἐπιγραψάμενος• ἡ τῆς ἀποστολικῆς χορείας ἀρχή• ὁ πρὸς τὴν δεσποτικὴν παρουσίαν ὀξυδερκής, ὁ τῆς Ἰωάννου μαθητείας τὴν Χριστοῦ διδασκαλίαν ἀνταλλαξάμενος• ἡ τῶν τοῦ Βαπτιστοῦ ρημάτων σφραγίς. Ἦν μὲν γὰρ τῶν Ἰωάννου μαθητῶν ὁ δοκιμώτατος• ἐν λυχνιαίῳ φέγγει ζητῶν τοῦ φωτὸς τὴν ἀλήθειαν, ὥσπερ τις ἐν ἀμυδροτέραις αὐγαῖς πρὸς τὰς Χριστοῦ μαρμαρυγὰς ἐθιζόμενος.
Ἑλλάδα τε ὁμοῦ καὶ βάρβαρον ἐμπλήσας τῆς χάριτος καὶ δυσωπήσας πρὸς πίστιν τὰ ἔθνη τοῖς θαύμασιν, ἐπὶ τὸ τῆς ἀπιστίας μαχιμώτατον, τὴν Ἀχαΐαν λέγω, ἐπεστέλλετο. Ἔνθα δὴ πολλοὺς οὐρανῷ προσγράψας, εἷς διὰ τῆς πίστεως, σταυρῷ παραδίδοται• καὶ τρόπω τῆς τελευτῆς τὸν Δεσπότην μιμούμενος, ἵνα τῇ κοινωνίᾳ τοῦ πάθους δείξῃ τοῦ πόθου τὸ μέγεθος. Σταυρὸς οὗν ἐπὶ μέσῃ Ἑλλάδος ἐπήγνυτο, καὶ Ἀνδρέας ἐκρεμᾶτο, σταυρῷ τὸν σταυρωθέντα κηρύσσων, καὶ τοῖς ἥλοις τοὺς ἥλους πιστούμενος, καὶ τῷ πάθει τὸ πάθος μαρτυρούμενος.
(αγίου αθανασίου, εγκώμιον εις τον άγιον ανδρέαν τον απόστολον)

Τρίτη, Νοεμβρίου 26, 2019

Παιδίον Νέον!Tον προ αιώνων Θεόν!


+π. Αλέξανδρος Σμέμαν


Οι λέξεις «παιδίον» και «Θεός» είναι οι πλέον αποκαλυπτικές για το μυστήριο των Χριστουγέννων. Κατά κάποιο τρόπο, είναι ένα μυστήριο που απευθύνεται στο παιδί που συνεχίζει να ζει μυστικά μέσα σε κάθε ενήλικα, στο παιδί που συνεχίζει να ακούει ό,τι ο ενήλικας έχει πάψει να ακούει, και που ανταποκρίνεται με μια χαρά, που ο ενήλικας, μέσα στον γήινο, υπερώριμο, κουρασμένο και κυνικό κόσμο που ζει, αδυνατεί να νιώσει. Μάλιστα, τα Χριστούγεννα είναι μια γιορτή για τα παιδιά, όχι μόνο εξαιτίας του χριστουγεννιάτικου δένδρου που διακοσμούμε και φωτίζουμε, αλλά μ’ έναν πολύ βαθύτερο τρόπο, και μόνο τα παιδιά δεν ξαφνιάζονται για το ότι, όταν ο Θεός κατέρχεται στη γη, έρχεται ως παιδί.
Αυτή η εικόνα του Θεού ως παιδιού συνεχίζει να λάμπει μέσα από τις εικόνες και τα αναρίθμητα έργα τέχνης, φανερώνοντας πως ό,τι είναι ουσιαστικότερο και πλέον χαρμόσυνο στο Χριστιανισμό βρίσκεται ακριβώς εδώ, σ’ αυτήν την αιώνια παιδικότητα του Θεού. Οι ενήλικες, ακόμη και αυτοί που «συμπαθούν περισσότερο τα θρησκευτικά θέματα», περιμένουν και προσδοκούν από τη θρησκεία να δώσει εξηγήσεις και αναλύσεις· τη θέλουν έξυπνη και σοβαρή. Οι αντίπαλοί της είναι εξίσου σοβαροί, και, τελικά, τόσο βαρετοί, καθώς αντιμετωπίζουν τη θρησκεία μ’ ένα χαλάζι από «ορθολογικές» σφαίρες. Στην κοινωνία μας δεν υπάρχει καμιά φράση που να μεταφέρει καλύτερα την περιφρόνησή μας από το να χαρακτηρίσουμε κάτι λέγοντας πως «είναι παιδιάστικο». Μ’ άλλα λόγια, δεν είναι για τους ενήλικες, τους έξυπνους και σοβαρούς. Έτσι τα παιδιά μεγαλώνουν και γίνονται εξίσου σοβαρά και βαρετά. Ο Χριστός όμως είπε, «γένησθε ως τα παιδία» (Ματθ. 18,3). Τι σημαίνει αυτό; Τι λείπει από τους ενήλικες, ή καλύτερα, τι έχει στραγγαλισθεί, καταπνιγεί, εκμηδενισθεί από ένα παχύ στρώμα ενηλικιότητας; Δεν είναι πάνω απ’ όλα αυτή η ικανότητα, η τόσο χαρακτηριστική των παιδιών, να θαυμάζουν, να αγαλλιούν και το πιο σπουδαίο να είναι γνήσια στη χαρά και στη λύπη; Η ενηλικίωση στραγγαλίζει επίσης την ικανότητα να εμπιστεύεσαι, να αυτοεγκαταλείπεσαι, να αφήνεσαι τελείως στην αγάπη και να πιστεύεις με όλη σου την ύπαρξη. Τελικά τα παιδιά παίρνουν στα σοβαρά ό,τι οι ενήλικες δεν μπορούν πλέον να αποδεχθούν: τα όνειρα, αυτά που διασπούν την καθημερινή μας εμπειρία και την κυνική μας καχυποψία, αυτό το βαθύ μυστήριο του κόσμου και κάθετι που αποκαλύπτεται στους αγίους, στα παιδιά και στους ποιητές.
Έτσι μόνο όταν εισχωρήσουμε στο παιδί που ζει κρυμμένο μέσα μας, μπορούμε να κάνουμε δικό μας το χαρμόσυνο μυστήριο του Θεού που έρχεται προς εμάς «ως παιδίον». Το παιδί δε διαθέτει ούτε κύρος ούτε εξουσία· όμως η απουσία ακριβώς κύρους το αναδεικνύει σε βασιλιά· πηγή της βαθιάς του δύναμης είναι η ανικανότητα να υπερασπιστεί τον εαυτό του και η τρωτότητά του. Το παιδί σ’ αυτή τη μακρινή σπηλιά της Βηθλεέμ δεν έχει επιθυμία ώστε να το φοβόμαστε· εισέρχεται στις καρδιές μας χωρίς να μας εκφοβίζει, χωρίς να επιδεικνύει το κύρος και τη δύναμή του, αλλά μόνο με την αγάπη. Μας δίνεται ως παιδί, και μόνο ως παιδιά μπορούμε με τη σειρά μας να το αγαπήσουμε και να δοθούμε σ’ αυτό. Ο κόσμος κυβερνάται από τη δύναμη και την εξουσία, από το φόβο και την κυριαρχία. Το «παιδίον Θεός» μάς απελευθερώνει απ’ όλα αυτά. Το μόνο που επιθυμεί από μας είναι η αγάπη μας, που προσφέρεται με ελευθερία και χαρά· το μόνο που επιθυμεί από μας είναι να του δώσουμε την καρδιά μας. Και τη δίνουμε σ’ ένα ανυπεράσπιστο παιδί, που εμπνέει όμως τεράστια εμπιστοσύνη.

Σάββατο, Νοεμβρίου 23, 2019

Κυριακή ΙΓ’ Λουκά: Περί του επερωτήσαντος τον Ιησούν


Θεοφυλάκτου αρχ/που Βουλγαρίας
«Τὸν ρώτησε κάποιος ἀπὸ τοῦς ἄρχοντες· Δάσκαλε ἀγαθέ, μὲ τί πράξεις θὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή; Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε: Δὲν εἶναι κανένας ἀγαθὸς παρὰ μόνο ὁ Θεός. Τίς ἐντολὲς τὶς γνωρίζεις. Μὴ μοιχέψης, μή φονεύσης, μήν κλέψης, μήν ψευδομαρτυρήσης. Νὰ τιμᾶς τὸν πατέρα καὶ τή μητέρα σου. Κι ἐκείνος εἶπε· αὐτὰ τὰ φύλαξα ἀπὸ τὴ νεότητά μου. Ὅταν τ’ ἄκουσε ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀπάντησε· Ἕνα σοῦ ἀπομένει μονάχα· πούλησε ὅσα ἔχεις καὶ μοίρασέ τα στοὺς φτωχοὺς· ἔτσι θ’ ἀποχτήσης θησαυρὸ στὸν οὐρανό. Κί ἔλα, ἀκολούθησέ με. Ἐκεῖνος ὕστερ’ ἀπ’αὐτὸ ἔπεσε σὲ λύπη, γιατὶ ἦταν πολύ πλούσιος». Μερικοὶ ἔχουν τή γνώμη ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἦταν πανοῦργος καὶ τάχα ζητοῦσε νὰ παγιδέψη μὲ τοὺς λόγους του τὸν Ἰησοῦ. Δὲ φαίνεται νὰ εἶναι αὐτό· μᾶλλον ἦταν φιλάργυρος. Γιατὶ κι ὁ Χριστὸς μ’ αὐτὸ τὸ νόημα τὸν κατηγόρησε. Γιατὶ ὁ Μᾶρκος λέει, ὅτι ἔτρεξε καὶ γονατιστὸς παρακαλοῦσε τὸν Ἰησοῦ κι ὅ,τι ὁ Ἰησοῦς βλέποντάς τον ἔνιωσε συμπάθεια γι’ αὐτόν. Ἀγαποῦσε ὅμως τὰ χρήματα. Πλησιάζει λοιπὸν τὸν Ἰησοῦ ἐπιθυμῶντας νὰ μάθη γιὰ τὴν αἰώνια ζωή, καὶ τοῦτο σὰν φιλοχρήματος· καμμιὰ ψυχὴ δὲν ἀγαπᾶ τὴ ζωὴ τόσο, ὅσο ὁ φιλοχρήματος ἄνθρωπος. Νόμισε λοιπὸν ὅτι ὁ Ἰησοῦς θὰ τοῦ ἔδειχνε ἕνα τρόπο, νὰ ζῆ στὸν αἰῶνα καὶ νὰ χαίρεται τὴν κατοχὴ τῶν χρημάτων του. Κι ὅταν ὁ Κύριος εἶπε ὅτι τὸ χάσιμό τους ἴσα ἴσα προξενεῖ τὴν αἰώνια ζωή, φεύγει σὰν νὰ ἤθελε νὰ κατηγορήση τὸν ἑαυτὸ του γιὰ τὴν ἐρώτηση καὶ τὸν Ἰησοῦ γιὰ τὴν ἀπάντηση. Αὐτὸς γιὰ νὰ ἔχη πολὺν καιρὸ τὰ χρήματα, εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τὴν αἰώνια ζωή. Ἄν ἦταν νὰ ἔχανε τὰ χρήματα, τί τοῦ χρειαζόταν ἡ αἰώνια ζωή, ἀφοῦ ὅπως ἐνόμιζε ἔμελλε νὰ ζῆ φτωχός; Πλησιάζει λοιπὸν τὸ Χριστὸ σὰν ἁπλὸ ἄνθρωπο, καὶ δάσκαλο. Γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος, δείχνοντας ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὸν πλησιάζουν σὰν νὰ ἦταν ἁπλὸς ἄνθρωπος εἶπε· Κανένας δὲν εἶναι ἀγαθὸς παρὰ ὁ Θεὸς μονάχα. Ἀφοῦ μὲ εἶπες ἀγαθὸ τοῦ λέει, γιατὶ πρόσθεσες τὸ «δάσκαλε;» Φαίνεται ὅτι μὲ θεωρεῖς σὰν ἕνα ἀπὸ τοὺς πολλοὺς. Ἄν εἶναι αὐτὸ, τότε δὲν εἶμαι ἀγαθὸς, γιατὶ κανένας ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους δὲν εἶναι ἀγαθὸς κατὰ ἐξουσία, παρὰ ὁ Θεὸς μονάχα. Ὥστε ἄν θέλης νὰ μὲ προσφωνῆς ἀγαθό, νὰ μὲ προσφωνῆς μὲ τὴν πίστη ὅτι εἶμαι Θεός καὶ μὴ μὲ πλησιάζεις σὰν ἁπλὸ ἄνθρωπο. Ἄν θεωρῆς κοινό ἄνθρωπο νὰ μὴ μὲ καλῆς μήτε ἀγαθό. Γιατὶ πραγματικά ἀγαθὸς καὶ πηγὴ ἀγαθότητος, κι ἀρχὴ τῆς αὐτοαγαθότητος εἶναι ὁ Θεὸς. Οἱ ἄνθρωποι, ἀκόμα κι ἄν εἴμαστε ἀγαθοί, δὲν εἴμαστε κατὰ ἐξουσία ἀλλὰ κατὰ μετοχὴ κι ἔχομε ἀγαθότητα σύμμεικτη καὶ μεταβλητή. Γνωρίζεις τίς ἐντολές. Μὴ μοιχέψης, μὴ φονεύσης, μὴ ψευδομαρτυρήσης καί τά λοιπά. Ὁ νόμος διορθώνει πρῶτα αὐτά, στὰ ὁποῖα πιὸ εὔκολα γλιστροῦμε κι ἔπειτα ἐκεῖνα ὅπου δὲν πέφτουν πολλοὶ οὔτε πολλὲς φορὲς. Στήν πρώτη περίπτωση εἶναι μοιχεία, ἐπειδή ἡ φωτιά εἶναι ζωική κι ἐσωτερική, κι ὁ φόνος, ἐπειδή ὁ θυμὸς εἷναι μεγάλο θηρίο. Ἡ κλοπή ὅμως εἶναι σφάλμα πιὸ ἐλαφρὸ καί σπάνια συμβαίνει νὰ πέφτωμε στὴν ψευδομαρτυρία. Γι’ αὐτό διορθώνει πρῶτα ἐκεῖνα, ἐπειδὴ εὔκολα γλιστροῦμε σ’ αὐτὰ κι εἶναι ἐξ ἄλλου πιό βαριὰ. Ἐνῶ τὰ δεύτερα τὴν κλοπή καὶ τὴν ψευδομαρτυρία, τὰ θέτει σὲ δεύτερη μοῖρα, ἐπειδὴ καὶ πιὸ σπάνια τὰ συναντοῦμε καὶ εἶναι πιὸ ἐλαφρὰ. Καὶ τὴν ἁμαρτία πρὸς τοὺς γονεῖς, ἄν κι εἶναι μεγάλο ἁμάρτημα, ἐπειδὴ δὲ συμβαίνει ὅμως συχνὰ, γιατὶ δὲ δείχνουν συχνὰ οἱ πολλοὶ τέτοια ψυχὴ θηρίου, ὥστε νὰ παραφέρωνται πρὸς τοὺς γονεῖς ἀλλὰ πολὺ σπάνια καὶ σὲ μικρὸ βαθμὸ, τὴν ἁμαρτία πρὸς τοὺς γονεῖς τὴ θέτει ὑστερ’ αὐτά. Κι ὅταν ὁ νέος εἶπε ὅτι εἶχε φυλάξει τὶς ἐντολὲς ἀπὸ τότε ποὺ ἦταν μικρός, τοῦ ὑποβάλλει τὴν ἀκτημοσύνη, ποὺ εἶναι τό κεφάλαιο ὅλων. Πρόσεξε νόμους ἀληθινὰ χριστιανικῆς πολιτείας. Ὅλα ὅσα ἔχεις, λέει, πούλησέ τα. Ἄν μείνη κάτι, γίνεσαι δοῦλος σ’ αὐτό. Καὶ μοίρασέ τα ὄχι σὲ πλούσιους συγγενεῖς ἀλλὰ στοὺς φτωχοὺς. Νομίζω κι ἡ λέξη «μοίρασε» δηλώνει μ’ ἔμφαση ὅτι τὸ σκόρπισμα τῶν χρημάτων πρέπει νὰ γίνεται μὲ σύνεση κι ὄχι ὅπως τύχη. Κι ἐπειδὴ μαζὶ μὲ τὴν ἀκτημοσύνη πρέπει νὰ συνδυάζεται στὸν ἄνθρωπο κι ὅλη ἡ ἄλλη ἀρετὴ, γι’ αὐτὸ εἶπε· Κι ἔλα, ἀκολούθησέ με. Δηλαδή· καί σ’ ὅλα τ’ ἄλλα γίνε μαθητής μου καὶ πάντα νὰ μ’ ἀκολουθῆς ὄχι μονάχα σήμερα κι αὔριο ὄχι. Καὶ τοῦ ὑποσχέθηκε τὸ θησαυρὸ τῶν οὐρανῶν, ἐπειδὴ ἦταν φιλοχρήματος· ἀλλὰ ὁ ἄρχοντας δὲν ἔδωσε προσοχή, ἐπειδὴ ἦταν δοῦλος τῶν χρημάτων. Γι’ αὐτὸ λυπήθηκε, ὅταν ἄκουσε νὰ τὸν συμβουλεύη νὰ στερηθῆ τὰ χρήματά του, ὅταν ἐκεῖνος καὶ τὴν αἰώνια ζωὴ γι’ αὐτὸ τὴν ἐπιθυμεῖ, γιὰ νὰ ζῆ ὅσο τὸ δυνατὸ περισσότερο μέσα στὴν περιουσία του, παντοτ­ινά. Κι ἡ λύπη του, φανερώνει ἄνθρωπο μ’ εὐγνωμοσύνη κι ὄχι πανοῦργο. Κανένας ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους δὲν ἔνιωθε λύπη ποτέ, ἀντίθετα, ἐρεθίζονταν περισσότερο. Καὶ δὲν ἀγνοῶ ὅτι ὁ μεγάλος Φωστῆρας τῆς οἰκουμένης, ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴ χρυσῆ γλῶσσα, παραδέχτηκε ὅτι ὁ νέος τοῦτος ἐπιθυμοῦσε πραγματική, αἰώνια ζωὴ καὶ τὴν ἀγαποῦσε βέβαια, κατεχόταν ὅμως ἀπὸ μεγαλύτερο πάθος, τὴ φιλαργυρία.Ἔχει ὅμως τὴ χάρη του κι αὐτὸ ποὺ τώρα πρόσθεσα, ὅτι σὰν φιλοχρήματος ἐπιθυμοῦσε τὴν αἰώνια ζωή.
«Ὅταν τὸν εἶδε ὁ Ἰησοῦς ποὺ ἔγινε περίλυπος εἶπε· Πόσο δύσκολα αὐτοὶ ποὺ ἔχουν τὰ χρήματα θὰ περάσουν στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι πιό δύσκολο νὰ περάση τὸ παλαμάρι ἀπὸ τὸ μάτι τοῦ βελονιοῦ παρά νὰ μπῆ ὁ πλούσιος στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Κι ὅσοι ἄκουσαν ρώτησαν· Καὶ ποιὸς μπορεῖ νὰ σωθῆ; Κι ἐκεῖνος εἶπε· Τὰ ἀδύνατα στοὺς ἀνθρώπους εἶναι δυνατὰ στὸ Θεὸ. Κι ὁ Πέτρος πρόσθεσε· Νὰ ἐμεῖς, ποῦ τὰ ἀφήσαμε ὅλα. Κι ἐκεῖνος εἶπε· Σᾶς βεβαιώνω, ὅτι δὲν εἶναι κανένας ποὺ ἄφησε γιὰ χάρη τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ σπίτι, ἤ γονεῖς, ἤ ἀδελφοὺς, ἤ γυναῖκα, ἤ παιδιὰ καὶ δὲ θ’ ἀπολαύση πολλαπλάσια καὶ στὴ ζωὴ αὐτὴ καὶ στὴν αἰωνιότητα». Ἑπειδὴ λυπήθηκε ὁ πλούσιος, ὅταν ἄκουσε τὴ στέρηση τῶν ὑπαρχόντων του, λέει ὁ Κύριος μὲ θαυμαστικὸ τρόπο· Πόσο δύσκολα θὰ μποῦν οἱ πλούσιοι στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι ὅτι τοὺς εἶναι ἀδύνατο νὰ μποῦν ἀλλὰ δύσκολο. Δὲν εἶναι ἀδύνατο νὰ σωθοῦν οἱ πλούσιοι. Γιατὶ μπορεῖ νὰ ἐγκαταλείψουν τὰ χρήματα καὶ νὰ ἐπιτύχουν τὰ οὐράνια. Τοῦτο ὅμως εἶναι δύσκολο, γιατὶ στὸ χρῆμα κολλοῦν περισσότερο καὶ δύσκολα ἀποσπᾶται ὁ ἄνθρωπος ποὺ πιάστηκε ἀπ’ αὐτό· λίγο πιὸ κάτω τὸ παρουσιάζει καὶ σὰν ἀδύνατο, γιατὶ λέει ὅτι εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ περάση παλαμάρι ἀπὸ τὸ μάτι τοῦ βελονιοῦ παρὰ νὰ σωθῆ ὁ πλούσιος. Τί μποροῦμε νὰ ποῦμε; Πρῶτα ὅτι ἀληθινὰ ἔτσι εἶναι· ἀδύνατο νὰ σωθῆ κάποιος, ἄν εἶναι πλούσιος. Μὴ μοῦ πῆς ὅτι ὁ τάδε, ἄν κι ἦταν πλούσιος, ἔδινε τ’ ἀγαθὰ του καὶ σώθηκε. Δὲ σώθηκε ἐνῶ ἦταν πλούσιος ἀλλὰ ἀφοῦ ἔγινε φτωχὸς ἤ σώθηκε ἐπειδῆ ἦταν οἰκονόμος καὶ ὄχι πλούσιος. Ἄλλο οἰκονόμος καὶ ἄλλο πλούσιος. Πλούσιος εἶναι αὐτὸς ποῦ διατηρεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό του, οἰκονόμος αὐτὸς ποὺ τὸν δέχθηκε γιὰ χάρη τῶν ἄλλων. Ὥστε κι ἄν ἀκόμα αὐτὸς σώθηκε, δὲ σώθηκε ἐνῶ ἦταν πλούσιος ἀλλὰ ὅπως εἴπαμε ἤ ἀφοῦ ἔχασε ὅλα ὅσα εἶχε ἤ ἀφοῦ σὰν οἰκονόμος τὰ διαχειρίστηκε σωστά. Ὕστερα πρόσεξε καὶ τοῦτο· ὅτι ὁ πλούσιος εἶναι ἀδύνατο νὰ σωθῆ καὶ δύσκολο ἐκεῖνος ποὺ ἔχει χρήματα. Σὰ νὰ λέη· Αὐτὸς ποὺ κυριεύεται ἀπὸ τὰ χρήματα κι εἶναι ὑποταχτικός τους καὶ δεσμώτης τους δὲ θὰ σωθῆ. Αὐτὸς ὅμως ποῦ κρατεῖ τὰ χρήματα, δηλαδὴ ποὺ εἶναι κύριός τους καὶ τὰ ἐξουσιάζει χωρὶς νὰ ἐξουσιάζεται ἀπ’ αὐτὰ, θά σωθῆ δύσκολα ἐξ αἰτίας τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας. Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴν κάνωμε κατάχρηση σ’ ὅ,τι ἔχομε. Ὥσπου ἔχουμε χρήματα προσπαθεῖ ὁ διάβολος νὰ μᾶς ὑποτάξη γιὰ νὰ χρησιμοποιήσωμε κάποτε τὰ χρήματά μας ἀντίθετα μὲ τὸν κανόνα καὶ τὸ νόμο τὴς οἰκονομίας κι εἶναι δύσκολο νὰ ξεφύγης τὶς παγίδες του. Γι’ αὐτὸ εἶναι καλὴ ἡ ἀκτημοσύη καὶ σχεδὸν ἀνεπίδεχτη ἀπὸ πειρασμοὺς. Καὶ εἴπανε, λέει, ὅσοι ἄκουσαν· Ποιός λοιπὸν μπορεῖ νὰ σωθῆ; Κι ἐκεῖνος εἶπε· Τὰ ἀδύνατα στοὺς ἀνθρώπους, εἶναι δυνατὰ στὸ Θεό. Ὅποιοι ἔχουν τὸ ἀνθρώπινο φρόνημα, δηλαδὴ ὅποιοι σέρνονται κάτω, κι ἐπιθυμοῦν τὰ γήινα ἀδύνατο νὰ σωθοῦν, ὅπως εἴπαμε, κοντὰ στὸ Θεὸ ὅμως, ὅταν ἔχη δηλαδὴ κάποιος σύμβουλο τὸ Θεὸ καὶ τὴν δίκαιη κρίση του καὶ πάρη σὰν ὁδηγοὺς τὶς ἐντολὲς γιὰ τὴν ἀκτημοσύνη καὶ ζητήση τὴ βοήθεια ἐκείνου, γίνεται τοῦτο δυνατό. Εἶναι στὴν ἐξουσία μας νὰ θελήσωμε τὸ ἀγαθὸ, ἔργο τοῦ Θεοῦ ὅμως εἶναι ἡ ἐπιτέλεσή του. Καὶ διαφορετικὰ, ἄν ξεπερνῶντας κάθε ἀνθρώπινη μικροψυχία, ποὺ δημιουργεῖ ὁ πλοῦτος θελήσωμε νὰ τοὺς κάνωμε φίλους μας τραβῶντας τους ἀπὸ τὸν ἄδικο πλοῦτο, θὰ σωθοῦμε, καὶ θὰ μᾶς προπέμψουν στὶς αἰώνιες κατοικίες. Εἶναι βέβαια καλύτερο νὰ τὰ ἐγκαταλείψουμε ὅλα, κι ἄν ὄχι ὅλα, νὰ κάνωμε τουλάχιστο μετόχους τοὺς φτωχοὺς καὶ ἔτσι γίνεται δυνατὸ τὸ ἀντίθετο. Εἶναι ἀδύνατο νὰ σωθῆ αὐτὸς ποὺ δὲν τ’ ἄφησε ὅλα, ἐξ αἰτίας ὅμως τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ προξενεῖ ἀνάλογη ὠφέλεια καὶ ἡ μερικὴ μετάδοση. Γι’ αὐτὸ ὁ Πέτρος ρωτᾶ· Νὰ ἐμεῖς ποὺ τ’ ἀφήσαμε ὅλα, καὶ ρωτᾶ ὄχι γιὰ τὸν ἑαυτό του μονάχα ἀλλὰ γιὰ παρηγοριὰ ὅλων τῶν φτωχῶν. Γιὰ νὰ μὴ γίνουν οἱ πλούσιοι μόνο αἰσιόδοξοι ποὺ θὰ ἐπιτύχουν πολλὰ, ἐπειδὴ καὶ πολλὰ περιφρόνησαν καὶ ἀπογοητευθοῦν οἱ φτωχοί, ἐπειδὴ στερήθηκαν λίγα καὶ γι’ αὐτὸ περιμένουν μικρὴ ἀμοιβή, ρωτᾶ ὁ Πέτρος κι ἀκούει ὅτι καὶ τὴν παροῦσα καὶ τὴ μέλλουσα ζωὴ θὰ ἔχη σὰν ἀμοιβή του, καθένας ποὺ γιὰ χάρη τοῦ Θεοῦ θὰ καταφρονύση ὁποιοδήποτε μέρος ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά του κι ἄς εἶναι λίγα. Μὴν προσέξεις τοῦτο, ὅτι εἶναι λίγα ἀλλὰ ὅτι αὐτὰ τὰ λίγα ἦταν ὁλόκληρη ζωή γι’ αὐτὸν κι ὅπως ἐσὺ ἐλπίζεις ὅτι θὰ ζοῦσες μέσα στὰ πολλὰ καὶ στὰ μεγάλα ἔτσι κι αὐτὸς περίμενε ὅτι θὰ ζοῦσε στὰ λίγα καὶ στὰ μικρά. Δὲν λέγω τὸ ὅτι αὐτὸς ποὺ ἔχει λίγα, ἔχει στενώτερο δεσμὸ μ’ αὐτὰ. Εἶναι φανερὸ τοῦτο ἀπὸ τοὺς πατέρες, ποὺ ὅταν ἔχουν ἔνα παιδί, δείχνουν ἰσχυρότερο τὸ σύνδεσμό τους μ’ αὐτὸ παρὰ μὲ τὰ περισσότερα. Ἔτσι κι ὁ φτωχὸς νιώθει μεγαλύτερη προσκόλληση στὸ ἕνα σπίτι καὶ στὸ ἕνα χωράφι ἀπὸ ὅ,τι σὺ στὰ πολλὰ. Ἄν δὲν εἶναι ἔτσι ἀλλὰ ὁ βαθμὸς τῆς συνδέσεως εἶναι καὶ στὶς δύο περιπτώσεις ὁ ἴδιος, γι’ αὐτὸ ἴση εἶναι καὶ ἡ περιφρόνηση. Ἀπὸ δῶ λοιπὸν καὶ στὴν παροῦσα ζωή, παίρνουν στὸ πολλαπλάσιο τὶς ἀμοιβὲς, ὅπως οἱ ἴδιοι οἱ ἀπόστολοι. Καλύβι περιφρόνησε ὁ καθένας καὶ τώρα ἔχουν λαμπρότατους ναοὺς καὶ χωράφια καὶ εἰσοδήματα καὶ πολλὲς γυναῖκες δεμένες μαζὶ τους ὄχι μὲ συζυγία ἀλλὰ μὲ θερμὴ πίστη, καὶ γενικὰ ὅλα τὰ ἄλλα. Καὶ στὴν μέλλουσα ζωὴ θὰ λάβουν στὸ πολλαπλάσιο ὄχι τέτοια χωράφια καὶ σωματικὲς ἀνταμοιβὲς ἀλλὰ ζωὴ αἰώνιον.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 21, 2019

H Mαρία, η δούλη και μητέρα, η παρθένος και ουρανός!


Μᾶς κάλεσε ὅλους μαζί ἐδῶ, ἡ Ἁγία Θεοτόκος καί Παρθένος Μαρία, τό ἀμόλυντο κειμήλιο τῆς παρθενίας, ὁ λογικός παράδεισος τοῦ δευτέρου Ἀδάμ –τοῦ Χριστοῦ–, τό ἐργαστήριο ὅπου ἑνώθηκαν οἱ δύο φύσεις –ἡ θεία καί ἡ ἀνθρωπίνη–, τό πανηγύρι τῆς συναλλαγῆς πού ἔφερε τή σωτηρία, ὁ νυφικός θάλαμος, στόν ὁποῖον ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ νυμφεύθηκε τήν ἀνθρώπινη σάρκα, ὁ ζωντανός βάτος τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, τόν ὁποῖον δέν κατέκαυσε ἡ φωτιά τοῦ θείου τοκετοῦ, ἡ πραγματική ἐλαφρά νεφέλη πού βάσταζε μέ σῶμα Αὐτόν πού κάθεται ἐπάνω στά Χερουβίμ, τό καθαρότατο ποκάρι τοῦ μαλλιοῦ πού κράτησε τήν οὐράνια βροχή, ἀπ᾿ τό ὁποῖο ὁ ποιμένας ντύθηκε τό πρόβατο.
Ἡ Μαρία, ἡ δούλη καί Μητέρα, ἡ Παρθένος καί οὐρανός, ἡ μόνη γέφυρα τοῦ Θεοῦ πρός ἀνθρώπους, ὁ φοβερός ἀργαλειός τοῦ ἔργου τῆς σωτηρίας, στόν ὁποῖο ὑφάνθηκε μέ ἀνέκφραστο τρόπο, ὁ χιτώνας τῆς ἑνώσεως, στόν ὁποῖον ὑφαντουργός μέν εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα καί ὑφάντρια ἡ δύναμη πού ἐπισκίασε ἀπό τά ὕψη, μαλλί πάλι τό παλαιό δέρμα τοῦ Ἀδάμ, ὑφάδι ἡ ἀμόλυντη σάρκα τῆς Παρθένου, σαΐτα ἡ ἀμέτρητη χάρη τοῦ Χριστοῦ πού φόρεσε τή σάρκα καί τεχνίτης ὁ Λόγος πού διά τῆς ἀκοῆς εἰσῆλθε μέσα στήν Παρθένο. Ποιός εἶδε, ποιός ἄκουσε, ὅτι ὁ Θεός μέ ἀπερίγραπτο τρόπο κατοίκησε σέ μήτρα, καί Ἐκεῖνον πού ὁ οὐρανός δέν τόν χωρεῖ, ἡ κοιλιά δέν Τόν στενοχωρεῖ;
Ὅμως γεννήθηκε ἀπό γυναίκα, ὄχι μόνο Θεός, οὔτε μόνο ἄνθρωπος. Κι᾿ Αὐτός πού γεννήθηκε, ἀνέδειξε τήν παλιά πόρτα τῆς ἁμαρτίας, σέ πύλη τῆς σωτηρίας. Διότι ὅπου τό φίδι μέσω τῆς παρακοῆς ἔρριξε τό δηλητήριο, ἀπό ἐκεῖ μπαίνοντας ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ μέ τήν ὑπακοή, ἔπλασε τόν ζωντανό Του ναό. Ἀπό ὅπου προέκυψε ὁ πρῶτος Κάϊν τῆς ἁμαρτίας, ἀπό ἐκεῖ βλάστησε χωρίς σπορά ὁ λυτρωτής τοῦ γένους, ὁ Χριστός. Δέν τό θεώρησε ντροπή ὁ φιλάνθρωπος τό νά γεννηθεῖ ἀπό γυναίκα, γιατί ἐπρόκειτο γιά τή ζωή τῶν ἀνθρώπων.
Δέν μολύνθηκε μέ τό νά κατοικήσει σέ μήτρα τήν ὁποία ὁ Ἴδιος δέν θεώρησε ὑβριστικό νά δημιουργήσει. Ἐάν ἡ Μητέρα δέν ἔμενε Παρθένος, Αὐτός πού γεννήθηκε θά ἦταν μόνο ἄνθρωπος καί δέν θά ἦταν παράδοξος ὁ τοκετός. Ἐφόσον ὅμως μετά τόν τοκετό ἔμεινε Παρθένος, πῶς Αὐτός πού γεννήθηκε δέν εἶναι Θεός, καί τό Μυστήριο ἀνέκφραστο; Ἐκεῖνος γεννήθηκε ἀπερίγραπτος, ὁ Ὁποῖος –μετά τήν ἀνάστασή Του– χωρίς ἐμπόδια μπῆκε ὅταν οἱ πόρτες ἦταν κλεισμένες, καί τοῦ Ὁποίου τήν ἕνωση τῶν φύσεων βλέποντας ὁ Θωμᾶς ἐκραύγασε: «Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου».
Μή θεωρήσεις ντροπή τόν τοκετό, ἄνθρωπε, γιατί αὐτός ἔγινε γιά ἐμᾶς ἀφορμή σωτηρίας. Διότι ἐάν ὁ Χριστός δέν γεννιόταν ἀπό γυναίκα, δέν θά πέθαινε. Καί ἐάν δέν πέθαινε, δέν θά καταργοῦσε μέ τόν θάνατό Του «αὐτόν πού εἶχε τήν ἐξουσία τοῦ θανάτου, δηλαδή τόν διάβολο». Δέν εἶναι ὑβριστικό γιά τόν ἀρχιτέκτονα νά μείνει στό οἴκημα, πού ὁ ἴδιος οἰκοδόμησε. Δέν μολύνει ὁ πηλός τόν ἀγγειοπλάστη, ὅταν ἀνακαινίζει τό σκεῦος πού ἔπλασε. Ἔτσι δέν μολύνει τόν ἄχραντο Θεό τό νά γεννηθεῖ ἀπό παρθενική κοιλιά. Διότι, ἐάν δέν μολύνθηκε ὅταν τήν ἔπλαθε, δέν μολύνθηκε καί ὅταν γεννήθηκε ἀπό αὐτήν.
Ὤ κοιλιά, μέσα στήν ὁποία συντάχθηκε τό συμβόλαιο τῆς ἐλευθερίας μας! Ὤ κοιλιά, μέσα στήν ὁποία κατασκευάσθηκε τό ἐναντίον τοῦ διαβόλου ὅπλο! Ὤ γῆ στήν ὁποία, χωρίς σπορά ἔκανε νά βλαστήσει τό σιτάρι ὁ γεωργός τῆς φύσεως! Ὤ ναέ, μέσα στόν ὁποῖον ὁ Θεός ἔγινε ἱερέας, ὄχι μεταβάλλοντας τή φύση, ἀλλά μέ τό νά ντυθεῖ ἀπό εὐσπλαγχνία αὐτόν, πού ἦταν κατά τήν τάξη Μελχισεδέκ. 

Πές μου: Ποιός εἶναι ἐκεῖνος πού φώτισε ὅσους κάθοταν στό σκοτάδι καί στή σκιά τοῦ θανάτου; Ἄνθρωπος; Καί πῶς μποροῦσε –νά τό κάνει αὐτό– ζώντας ὁ ἴδιος μέσα στό σκοτάδι, ὅπως λέει ὁ Παῦλος: «Ὁ ὁποῖος μᾶς γλύτωσε ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ σκότους;» «Εἴμασταν κάποτε σκοτάδι» σύμφωνα μέ τό γραμμένο «τώρα ὅμως, πού πιστέψαμε στόν Κύριο, εἴμαστε φῶς». Ποιός, λοιπόν, μᾶς φώτισε; Σέ διδάσκει ὁ Δαβίδ ὅταν λέει: «Εἶναι εὐλογημένος Αὐτός πού ἔρχεται στό ὄνομα τοῦ Κυρίου». Ποιός εἶναι αὐτός; Πές το, Δαβίδ, φανερά. «Φώναξε μέ ὅλη σου τή δύναμη καί μή λυπηθεῖς. Ὕψωσε τή φωνή σου σάν τή σάλπιγγα». Πές μας, ποιός εἶναι αὐτός; «Εἶναι ὁ Κύριος» –λέει ὁ Δαβίδ– «ὁ Θεός τῶν δυνάμεων». «Θεός εἶναι ὁ Κύριος πού μᾶς φώτισε». Διότι «ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ σαρκώθηκε». Ἑνώθηκαν οἱ δύο φύσεις, καί ἡ ἕνωσή τους ἔμεινε ἀσύγχυτη.
Ἦλθε –ὁ Χριστός– γιά νά σώσει, ἀλλά ἔπρεπε καί νά πάθει. Πῶς, λοιπόν, ἦταν δυνατόν νά γίνουν καί τά δύο; Ἁπλός ἄνθρωπος δέν εἶχε τή δύναμη νά σώσει. Μόνο ὁ Θεός δέν μποροῦσε νά πάθει. Τί ἔγινε, λοιπόν; Ὄντας Αὐτός Θεός, ὁ Ἐμμανουήλ, ἔγινε ἄνθρωπος. Καί ὡς Θεός πού ἦταν, ἔσωσε, ὡς ἄνθρωπος πού ἔγινε, ἔπαθε.
Γι᾿ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία ὅταν εἶδε πώς ἡ συναγωγή τῶν Ἑβραίων τόν στεφάνωσε μέ τά ἀγκάθια, θρηνώντας γιά τήν τόλμη ἔλεγε: «Θυγατέρες τῆς Ἱερουσαλήμ, βγέστε νά δεῖτε τό στεφάνι μέ τό ὁποῖο τόν στεφάνωσε ἡ μητέρα Του». Διότι Αὐτός καί τό ἀγκάθινο φόρεσε στεφάνι καί ἀκύρωσε τήν ἀπόφαση πού ἔλεγε νά βγάζει ἡ γῆ ἀγκάθια. Ὁ Ἴδιος βρισκόταν καί στούς κόλπους τοῦ Πατέρα καί στήν κοιλιά τῆς Παρθένου. Ὁ Ἴδιος βρισκόταν καί στήν ἀγκαλιά τῆς Μητέρας Του καί «ἐπάνω στά φτερά τῶν ἀνέμων».
Ὁ Ἴδιος ἐπάνω στόν οὐρανό προσκυνούνταν ἀπό τούς Ἀγγέλους καί κάτω στή γῆ ἔτρωγε μαζί μέ τούς τελῶνες. Τά Σεραφείμ δέν μποροῦσαν νά Τόν ἀτενίσουν καί ὁ Πιλάτος τόν ἀνέκρινε. Ὁ δοῦλος Τόν ράπιζε καί ἡ κτίση ἔτρεμε. Αὐτός καρφωνόταν ἐπάνω στόν Σταυρό κι᾿ ὁ δοξασμένος θρόνος Του δέν εἶχε κενωθεῖ. Κλεινόταν μέσα στόν τάφο, καί ὁ Ἴδιος ἅπλωνε τόν οὐρανό σάν νά ἦταν δέρμα. Θεωρούνταν σάν νεκρός καί λαφυραγώγησε τόν ἅδη. Ἐδῶ στή γῆ τόν συκοφαντοῦσαν ὡς πλάνο, καί ἐκεῖ στόν οὐρανό τόν δοξολογοῦσαν –οἱ Ἄγγελοι– ὡς Ἅγιο.
Ὤ τί μεγάλο μυστήριο! Βλέπω τά θαύματα καί Τόν ἀνακηρύττω Θεό. Βλέπω τά πάθη καί δέν ἀρνοῦμαι πώς εἶναι ἄνθρωπος. Ἀλλά ὁ Ἐμμανουήλ, ἄνοιξε τίς πύλες τῆς φύσεως ὡς ἄνθρωπος, ὡς Θεός ὅμως δέν διέρρηξε τίς κλειδαριές τῆς παρθενίας. Καί ἔτσι βγῆκε ἀπό τή μήτρα ὅπως μπῆκε διά τῆς ἀκοῆς. Γεννήθηκε ὅπως καί συνελήφθη στήν κοιλιά τῆς Μητέρας Του.
Εἰσῆλθε χωρίς πάθος καί βγῆκε μέ ἀπερίγραπτο τρόπο, σύμφωνα μέ τόν Προφήτη Ἰεζεκιήλ πού ἔλεγε: «Καί μέ ἔφερε πάλι στόν δρόμο τῆς πύλης πού ὁδηγεῖ στά ἅγια, σ᾿ αὐτήν πού βλέπει πρός τήν ἐξωτερική ἀνατολική πύλη, κι αὐτή ἦταν κλειστή. Καί μοῦ εἶπε ὁ Κύριος: Υἱέ ἀνθρώπου αὐτή ἡ πύλη θά εἶναι κλειστή, καί δέν θά ἀνοιχτεῖ. Κανένας δέν θά περάσει μέσα ἀπ᾿ αὐτήν, διότι ὁ Κύριος καί Θεός τοῦ Ἰσραήλ μόνον θά μπεῖ καί θά βγεῖ, καί ἡ πύλη θά εἶναι κλειστή».
Νά ἡ φανερή ἀπόδειξη –τῆς παρθενίας– τῆς ἁγίας Θεοτόκου Μαρίας. Ἄς διαλυθεῖ, λοιπόν, κάθε ἀντιλογία καί ἄς φωτιζόμαστε καλά μέ τή γνώση τῶν Ἁγίων Γραφῶν, ὥστε διά τοῦ Χριστοῦ νά ἐπιτύχουμε τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Σ᾿ Αὐτόν ἀνήκει ἡ δοξολογία στούς ἀτέλειωτους αἰῶνες. Ἀμήν.

Aγίου Πρόκλου Κων/πόλεως, Εγκώμιον εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον


Η Παρθένος εις τα Άγια των Αγίων

άγιος Νικόλαος Καβάσιλας
Ἀλλὰ καὶ τὸ ἑξῆς εἶναι σημεῖο φανερὸ ὅτι ἡ μακαρία Παρθένος ἦταν ἀπαλλαγμένη ἀπὸ κάθε κακία: τὸ ὅτι εἶχε εἰσέλθει στὸ ἁγιώτατο τμῆμα τοῦ Ναοῦ, τὰ Ἅγια των Ἁγίων ποὺ ἦσαν ἄβατα καὶ γιὰ τὸν Ἴδιο τὸν Ἀρχιερέα, ἂν προηγουμένως δὲν εἶχε καθαρισθῆ ἀπὸ κάθε ἁμαρτία, μὲ τὸν τρόπο βέβαια ποὺ ἦταν δυνατὸν νὰ καθαρίζωνται τότε οἱ ἁμαρτίες. Γιατί μὲ τὸ ὅτι δὲν εἶχε ἀνάγκη γιὰ ἐξιλαστήριες θυσίες καὶ ἄλλους καθαρισμοὺς ἀπέδειξε ὅτι δὲν εἶχε τίποτε γιά νά καθαρίση.
Καί δὲν εἰσῆλθε ἁπλῶς στὰ Ἅγια των Ἁγίων μὲ αὐτὸν τὸν τὸσο παράδοξο τρόπο, ἀλλὰ καὶ κατοίκησε ἐκεῖ ἀπὸ βρέφος μέχρι τὴν νεανική της ἡλικία. Δὲν ὑπῆρξε ἔτσι ἀνάγκη γιὰ καθαρτήριες θυσίες οὔτε κατὰ τὴ γέννηση οὔτε κατὰ τὴν ἀνάπτυξή της. Καὶ τὸ ἐκπληκτικὸ εἶναι ὅτι καὶ στοὺς ἀνθρώπους ποὺ ζοῦσαν ἐκεῖνα τά χρόνια δὲν φαινόταν νὰ ἀντιβαίνη σὲ κανέναν ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς θεσμοὺς αὐτό τό πρᾶγμα, τό νὰ φρίττη δηλαδὴ καὶ νὰ τρέμη ὁ Ἀρχιερεὺς νὰ διασχίση τὴν εἴσοδο, κι αὐτὸ μιὰ φορά τό χρὸνο καὶ χωρὶς νὰ ἔχη παραλείψει τὶς ἐξιλαστήριες θυσίες, ἡ δὲ Παρθένος νὰ χρησιμοποιῆ τά Ἅγια τῶν Ἁγίων σὰν κατοικία Της καὶ νὰ τρώγη καὶ νὰ κοιμᾶται καὶ νὰ περνᾶ ἐκεῖ ὁλόκληρη τὴ ζωή Της.
Συμμετεῖχε λοιπὸν ἡ Παρθένος στὰ ἀνθρώπινα, ἀλλὰ κατὰ ἕναν τρόπο ἀνώτερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ἀφοῦ τά ἀναγκαῖα γιὰ τὴν τροφή Της δὲν εἶχε ἀνάγκη νὰ τῆς τὰ προσφέρουν ἄνθρωποι, ἀλλὰ Ἄγγελος ἑτοίμαζε τὸ τραπέζι Της.
Ἀποδεικνύεται λοιπόν τό πὸσο ἦταν ἀνώτερη ἀπὸ κάθε ψόγο καὶ καθαρώτερη ἀπὸ τὸ νὰ χρειάζεται τὶς καθαρτήριες τελετές τοῦ νόμου, πρᾶγμα ποὺ ἦταν φανερὸ στὰ μάτια ὄχι μόνο Ἐκείνου ποὺ βλέπει τά κρυφά, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀνθρώπων. Τόσο ἡ ἀρετὴ Της ἦταν μεγάλη καὶ λαμπρή, ὥστε νὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ μείνη κρυμμένη. Καὶ μολονότι ἡ ἡλικία Της καὶ τὸ γένος Της καὶ ἡ ζωή Της δὲν μποροῦσαν νὰ διακηρύξουν τὴν ἀρετή Της, καὶ μάλιστα σὲ ἀνθρώπους ποὺ ἦσαν ἀκόμη τυφλοὶ καὶ βουτηγμένοι στὸ βαθὺ σκοτάδι -ἀφοῦ ὁ Ἥλιος της δικαιοσύνης δὲν εἶχε ἀκόμη φανῆ- τίποτε δὲν ἐμπόδιζε τό φῶς ἐκεῖνο τῆς Παρθένου νὰ λάμψη καὶ τὸ κάλλος τῆς ψυχῆς Της νὰ κάμη, ξεπερνώντας ὅλα τα ἐμπόδια, αἰσθητὴ στοὺς τυφλοὺς τὴν ἀκτίνα ποὺ εἶχε φθάσει στὴ γῆ.
Καί ἦταν φυσικό. Γιατί τί μποροῦσε νὰ ὑπάρξη τόσο μεγάλο, ὥστε νά συγκαλύψη τό μέγεθος τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς σωφροσύνης Ἐκείνης, ἡ Ὁποία κατὰ τὸν Προφήτη “ἐκάλυψε καὶ αὐτούς τούς οὐρανούς”; Γιατί ἐκείνη ποὺ ἦταν τόσο ἰσχυρότερη ἀπὸ ὅλη τὴν ἀνθρώπινη κακία, ὥστε μεμιᾶς καὶ εὐκολώτατα νὰ τὴν ἐξαλείψη ὁλόκληρη, πῶς ἦταν δυνατὸ νὰ συγκαλυφθῆ ἀπὸ τὴν ἀχλύ τῆς κακίας, ὅταν ἐμφανίσθηκε;
Γι’ αὐτὸ οἱ ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν διακρίνει στὴν Παρθένο τά πιὸ μεγάλα καὶ πιὸ θαυμαστὰ πράγματα, τέτοια ποὺ κανεὶς ἄλλος ποτὲ δὲν εἶχε, τὴν τιμοῦσαν μὲ ὅ,τι καλύτερο εἶχαν, προσφέροντάς Της γιὰ κατοικία τὸν πιὸ ἱερὸ χῶρο ποὺ ὑπῆρχε. Ἔτσι τό χῶρο ἐκεῖνο ποὺ εἶχαν ξεχωρίσει καὶ εἶχαν ἀφιερώσει σὰν δῶρο ὅλης τῆς γῆς ἀποκλειστικά στὸν Θεό, αὐτὸν ἔδωκαν σάν κατοικία καὶ στὴν Παρθένο. Γιατί θεώρησαν ὅτι ὁ ἴδιος χῶρος ἔπρεπε νά εἶναι καὶ ναός τοῦ Θεοῦ καὶ κατοικία τῆς Παρθένου, γιατί ἔπρεπε μὲ τὰ ἴδια πράγματα νὰ λατρεύεται ὁ Θεὸς καὶ νὰ τιμᾶται ἡ Παρθένος ἢ μᾶλλον ἔπρεπε ὁ ἴδιος οἶκος ποὺ εἶχε μέσα του τὴν Παρθένο νὰ εἶναι καὶ ναός τοῦ Θεοῦ.
Ὁ δὲ Θεὸς ποὺ Τὴν ἐγνώριζε πολὺ καλύτερα, σὰν καρδιογνώστης ποὺ εἶναι, ὅπως ἐγνώριζε καὶ ὅσα ἦταν ἄξια ἡ Παρθένος νὰ λάβη ἀπὸ αὐτὸν -καὶ ὄχι μόνο τά ἐγνώριζε, ἀλλὰ εἶχε καὶ τὴν δύναμη νὰ τὰ δώση- τὴν κοσμοῦσε μὲ καθετί ποὺ ἦταν ἀληθινὰ ἄξιό Της. Ἒτσι, ἀφοῦ τὴν ἔβγαλε ἀπὸ τὰ ἱερὰ ἐκεῖνα ἄβατα, τὴν ὁδήγησε σὲ ἄλλη σκηνὴ φτιαγμένη ὄχι ἀπὸ νεφέλη οὔτε ἀπὸ ἀγγελικὰ ἢ ἀρχαγγελικὰ φτερὰ οὔτε ἀπὸ ὁτιδήποτε ἄλλο ἀπὸ τὰ κτιστὰ καὶ δουλικὰ πράγματα, ἀλλὰ ἔγινε Αὐτὸς ὁ Ἴδιος γιὰ τὴν μακαρία σκηνή, αὐτὸς “ποὺ κατοικεῖ στὸ φῶς τὸ ἀπρόσιτο”.
Κι ὅπως ἀνήγγειλε ὁ ἱερώτατος Γαβριήλ, τὴν “ἐπεσκίασεν ἡ Δύναμις τοῦ Ὑψίστου, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος”. Γιατί ὁ Θεὸς μόνο τὸν ἑαυτὸ Του βρῆκε ὅτι μποροῦσε νὰ γίνη σκηνὴ ἄξια σ’ Ἐκείνη, ποὺ μόνη ἔγινε ἄξια γιὰ τὸν Θεὸ σκηνή.
Τὸ ὅτι πάλι κατοίκησε στὸν ἂβατο ἐκεῖνο χῶρο δὲν εἶναι κάτι ποὺ τιμᾶ τὴν Παρθένο, ἀλλὰ μᾶλλον ἐκεῖνο τό χῶρο. Ὅπως ἀκριβῶς καὶ τὸ παλαιὸ Πάσχα τιμᾶται ἀπὸ τὴν προσθήκη τῆς σφαγῆς ἐκείνης ποὺ συμβόλιζε, καὶ τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου ἀπὸ τὸ πνευματικὸ βάπτισμα καὶ τὰ ὑπόλοιπα σύμβολα ἀπὸ τὶς ἀληθινὲς πραγματικότητες. Γιατί, ἂν ἄλλα σύμβολα συμβόλιζαν καὶ ὁδηγοῦσαν σὲ ἄλλες πραγματικότητες, τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων ὁδηγοῦσαν ἀσφαλῶς στὴν παναγία Παρθένο. Τὸ γεγονὸς πράγματι ὅτι ἡ εἴσοδος στὰ Ἅγια των Ἁγίων ἐπιτρεπόταν μόνο στὸν Ἀρχιερέα κι αὐτὸ μιὰ φορά τό χρὸνο κι ἐνῶ εἶχε προηγουμένως καθαρισθῆ ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, ὑποδηλοῦσε τὴν μυστηριώδη κυοφορία τῆς Παρθένου, ποὺ ἔφερε μέσα Της τὸ μόνον ἀναμάρτητο, Ἐκεῖνον ποὺ μὲ μιὰ μόνη ἱερουργία καὶ μιὰ φορὰ μέσα στοὺς αἰῶνες ἐξάλειψε ὅλη τὴν ἁμαρτία. Καὶ τὸ ὅτι πάλι τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων ἦσαν ἄβατα σὲ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν πιὸ ἱερὸ ἀπὸ ὅλους, ἦταν σημεῖο ποὺ φανέρωνε πὼς ἡ μακαρία Παρθένος οὐδέποτε ἔφερε στὴν ψυχὴ Της κάτι ποὺ νὰ μὴν ἦταν ἐξ ὁλοκλήρου ἅγιο.
Ἦταν δὲ τόσο πολὺ σεβαστὸς ὁ ναός, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἐπρόκειτο νὰ δεχθῆ μέσα του Ἐκείνη, ἀφοῦ τίποτε ἄλλο ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ὑπῆρχαν μέσα του δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ τοῦ δώση αὐτὴ τὴ μεγαλειώδη σεμνότητα. Τίποτε πράγματι ἀπὸ αὐτὰ δὲν ἦταν τόσο πολύτιμο, ὥστε ἡ
ἀξία του νὰ τὸ κάνη ἀπρόσιτο στοὺς πολλούς. Ἀφοῦ τό μάννα ἦταν δυνατὸν καὶ στὰ χέρια τους νὰ τὸ κρατήσουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καὶ στὸ σπίτι τους νὰ τὸ πάρουν καὶ νὰ τραφοῦν μὲ αὐτό. Καὶ ἡ ράβδος τίποτε τὸ ἱερώτερο δὲν εἶχε ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς ποὺ τὴν κρατοῦσαν καί γιὰ χάρη τῶν ὁποίων πέταξε βλαστοὺς μέ φύλλα.
Τέλος κι ἀπὸ τὶς πλάκες, τὶς πολυτιμότερες ἀπ’ ὅλες, αὐτὲς ποὺ περιεῖχαν τό νὸμο, ὅλοι μποροῦσαν νὰ τὶς κρατήσουν στὰ χέρια. Τί λοιπὸν πρέπει νά θεωρήσουμε ὅτι τιμοῦσε τόσο πολὺ ἐκεῖνον τό χῶρο, ἂν ὂχι oἱ προεικονίσεις τῆς Πανάγνου, τὸ ὅτι δηλαδὴ ὅλα τά πράγματα ποὺ βρίσκονταν ἐκεῖ εἶχαν τὴν ἀναφορά τους καὶ ὁδηγοῦσαν σ’ Ἐκείνη; Γι’αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λὸγο, ἐνῶ ἦταν ἀπροσπέλαστος σ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἦταν βατὸς γι’ αὐτήν.
Καί μόλις φάνηκε ἡ Παρθένος, ἀμέσως κατήργησε τό νὸμο ποὺ ἴσχυε ἀπὸ τὴν ἀρχή, πρᾶγμα ποὺ δείχνει ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὅτι ὁ ναὸς δὲν ἐπέτρεπε τὴν εἴσοδο σὲ κανέναν ἀπό τούς ἄλλους ἀνθρώπους, ἐπειδὴ τιμοῦσε Ἐκείνη καὶ κρατοῦσε τὸν Ἑαυτό του μὸνο γι’ Αὐτήν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὅτι ἦταν τόσο πολὺ ἀνώτερος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ δὲν δέχθηχε ποτὲ οὔτε τὸ παραμικρὸ στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινης μικρότητος.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 20, 2019

Λόγος στα Εισόδια της Υπεραγίας Θεοτόκου


Αγ. Ταράσιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Χαρούμενη και παράδοξη είναι η σημερινή πανήγυρη, δηλαδή η είσοδος της Αειπαρθένου και Θεοτόκου στο ναό, οδηγεί δε σε υμνωδία τον πόθο των φιλεόρτων. Σήμερα ο ουρανός και η γη συνεορτάζουν και δοξολογούν το Δημιουργό, που διάλεξε από την ανθρώπινη φύση, αυτήν την ευλογημένη από τον Θεό κόρη, για δική του κατοικία. Σήμερα ετοιμάζεται η κατοικία του προαιώνιου μυστηρίου που επρόκειτο να φανερωθεί στο μέλλον. Σήμερα αυτή που γεννήθηκε από τον Ιωακείμ και την Άννα μετά την υπόσχεση σ’ αυτούς, προσφέρεται από τους ίδιους ως τίμιο δώρο σ’ Αυτόν, που αργότερα καταδέχθηκε να γεννηθεί απ’ αυτήν. Σήμερα το ξεκίνημα της χαράς, δηλαδή η Θεοτόκος, τριών ετών μπαίνει στο ναό, και προπορεύονται παρθένες κρατώντας λαμπάδες. Σήμερα η κατάργηση της κατάρας της στειρώσεως οδηγείται ως δώρον στα Άγια των αγίων. Σήμερα το περιεχόμενο του κηρύγματος των προφητών οδηγείται στα άδυτα από τον αρχιερέα και προφήτη Ζαχαρία. Εκεί που αυτός μια φορά το χρόνο με ευλάβεια εισερχόταν, η Θεοτόκος παρέμενε συνεχώς ημέρα και νύκτα. Β. Ποιός δεν θα εκπλαγεί με το θαυμαστό γεγονός; Ποιός δεν εκπλήττεται με το παράδοξο θαύμα; Ποιός δεν θα παραξενευτεί βλέποντας την απρόσιτη στους ιερείς αμόλυντη Μαρία να παραμένει στο ιερό; Αυτή είναι η αρχή της συνενώσεως με εμάς. Αυτή είναι το υπόδειγμα της συνενώσεως των αγγέλων με τους ανθρώπους. Αυτή είναι το αντίτυπο της δικής μας ανακαινίσεως. Αυτή είναι η αλλαγή της ζωής μας που μετά τη παρακοή στο παράδεισο γέμισε αγκάθια. Αυτή είναι η αλλαγή της προηγούμενης αποφάσεως που είναι γνωστή με τα λόγια «επικατάρατος η γη εν τοις έργοις σου, ακάνθας και τριβόλους ανατελεί σοι»• και «εν τω ιδρώτι του προσώπου σου φαγή τον άρτον σου». Αυτή είναι η απολύτρωση από το «πληθύνω τας λύπας σου και τους στεναγμούς σου» και του «εν λύπαις τέξη τέκνα».
Αυτήν την πάντιμη εορτή και λαμπρή πανήγυρη, ας γιορτάσουμε οι πιστοί, που φωτίζει με θεϊκό και νοητό φως, που καταλάμπει με μυστικές ακτινοβολίες και που δίδαξε με τη γνώση της αληθινής Τριαδικής μίας θεότητας, την παντοκρατορία του Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος.

H γεμάτη χάρη Άννα με χαρά, τον πολύτιμο θησαυρό της Τριάδος, την τριών ετών Παρθένον και Θεοτόκον οδήγησε στο ναό του Κυρίου και μαζί με τον Ιωακείμ λέγοντας ωδές ευχαριστήριες, αφού συγκέντρωσε πλήθος παρθένων που κρατούσαν λαμπάδες, έφθασε μέχρι τα Άγια των αγίων. Εκεί και οι δύο γονείς με χαρά και αγαλλίαση προσκαλούσαν τον Ζαχαρία, τον προφήτη, ιερέα, συγγενή και λειτουργόν της Παλαιάς διαθήκης λέγοντας: «Δέξου τη σεμνή, την αμόλυντη• δέξου, ιερέα, την ολοκάθαρη νύμφη του Λόγου• δέξου, προφήτη, το δοχείο του αΰλου φωτός• δέξου, δίκαιε, το φλογισμένο άρμα του Υψίστου• δέξου, άμεμπτε, την ωραία άμπελο που θα καρποφορήσει το σταφύλι της αιώνιας ζωής. Πέρασέ την στα ενδότερα του ναού του Κυρίου. Πρόσφερέ την στον τόπο του αγιασμού, που δημιούργησε ο Κύριος ως κατοικία του. Οδήγησέ την εις τα άδυτα, αυτήν που βιάζεται να δεχθεί στην κοιλιά της τον αόρατο. Μακάρισε αυτήν που ανάδειξε μακαρίους όλους τους ανθρώπους. Δόξασε αυτήν που αναδείχθηκε θεόγραφο βιβλίο των μεγάλων έργων του Θεού. Πάρε στα χέρια σου αυτήν, η οποία μας απάλλαξε από την κατάρα της προμήτορος Εύας. Χαιρέτησε αυτήν, που μας ένωσε με την αγάπη της με τον Θεό και κατάργησε την έχθρα του διαβόλου με Αυτόν που γέννησε. Αγκάλιασε αυτήν που μας άρπαξε από την αγκαλιά του διαβόλου. Προφήτευσε γι’ αυτήν, που εκπλήρωσε τις προρρήσεις των προφητών και πραγματοποίησε την υπόσχεση του Θεού στους ανθρώπους. Αυτήν που είναι η τράπεζα του θείου άρτου, το κρασί που προκαλεί ευφροσύνη, η τροφή που δίνεται δωρεάν, το περιστέρι το άκακο και αθώο, ο έμψυχος ουρανός, η πολύφωτη λυχνία, η πολυτραγουδισμένη νύμφη, η πολυύμνητη μητέρα, η θεοπότιστη ελιά, το θείον όχημα της οικονομίας του Υψίστου, η σκηνή η αγία, η λυχνία η θεολάξευτη, η λογική αμνάδα, το ιλαστήριο του Θεού, ο ένδοξος θησαυρός, η καλόηχη σάλπιγγα, το εύφορο όρος και «τετυρωμένον», που μετατράπηκε δηλαδή σε τυρί χάριτος και χαράς, ο θείος «πόκος», δηλ. το ξηρό μαλλί που προείδε ο Γεδεών ότι γέμισε με τη δροσιά της χάριτός σου, το σύννεφο της θεϊκής βροχής, η τιμημένη πόλη, το νοητό καταπέτασμα, το λυχνάρι που κατασκεύασε ο Θεός, η σκάλα με την οποίαν κατέβηκε ο Δημιουργός και εμφανίσθηκε στους ανθρώπους, η κλίνη η αγία, το δοχείο της καλωσύνης, η άβυσσος των θαυμάτων, η πηγή των αγαθών, ο διαρκής πλούτος, η πολυώνυμη και πολυποίκιλη και αειπάρθενος Θεοτόκος.
Αυτήν να οδηγήσεις στα Άγια των αγίων, να την προσφέρεις στον Βασιλέα, ως πολύτιμο δώρο. Αυτήν να την υμνήσεις ως βασίλισσα της κτίσεως• στόλισέ την ως παλάτι του Βασιλιά, δοξολόγησέ την ως σταθερό φρουρό και φύλακα όλων των παρθένων. Εγκατάστησέ την στο χειροποίητο ναό αυτήν που έγινε έμψυχος ναός του Λόγου που δημιούργησε τα πάντα.

Συ είσαι η ερμηνεία των προφητών και η πραγματοποίηση των λόγων τους. Εσένα ο προφήτης Ιεζεκιήλ ονόμασε «πύλην κεκλεισμένην», δηλαδή κλειστή πύλη, από την οποία ποτέ κανένας άνθρωπος δεν θα περάσει παρά μόνο ο Κύριος ο Θεός και θα τη διατηρήσει κλειστή. Εσένα αναφέρει ο μεγαλοφωνότατος Ησαΐας ότι είσαι η ράβδος του Ιεσσαί από την οποίαν θα προέλθει το άνθος, δηλαδή ο Χριστός, ο οποίος αφού ξεριζώσει τα φυτά της κακίας θα φυτεύσει τη γη της θεογνωσίας. Για σένα ο Ιερεμίας προείπε ότι «Να έρχονται ημέρες, λέει ο Κύριος, και θα συνάψω καινούρια συμφωνία με τους Ισραηλίτες και τη φυλή του Ιούδα, την οποίαν έκανα με τους πατέρες τους» αποκαλύπτοντας την παρουσία του Υιού σου με τη γέννησή του και καλώντας σε προσκύνηση τους ειδωλολατρικούς λαούς που βρίσκονται σ’ όλη τη γη. Εσένα ο Δανιήλ, που ονομάζεται «άνδρας επιθυμιών», ανακήρυξε όρος μεγάλο, από το οποίο ο Χριστός, ο ακρογωνιαίος λίθος θα κοβόταν και την εικόνα του πολύμορφου φιδιού θα καταστρέψει και θα διαλύσει. Εσένα έχοντας προτύπωση οι Τρεις Παίδες στη Βαβυλώνα, επειδή κατάλαβαν την επιθυμία του Υιού σου πέρασαν μέσα από το καμίνι που έκαιε υπερβολικά χωρίς να πάθουν καμιά βλαβη και χόρευαν σαν να βρίσκονταν σε κάποιο δωμάτιο. Εσένα ο προφήτης Αββακούμ ονομάζει όρος Θαιμάν, από το οποίο εμφανίστηκε βασιλιάς με μεγάλη δύναμη, τον οποίον θα τρέμουν οι Αιθίοπες και οι κάτοικοι της Μαδιάμ. Εσένα δοξάζω την καθαρή κόρη• εσένα υμνώ την κεχαριτωμένη• εσένα δοξολογώ που αναδείχθηκες από όλες τις γενιές νύμφη Θεού• εσένα υμνολογώ που πρόκειται να αναδειχθείς νέος ουρανός• εσένα προσφέρω ως πολύτιμο θησαυρό στο ναό του Κυρίου• εσένα δοξάζω ως τη νέα Διαθήκη, στην οποίαν ο Μεσσίας Χριστός, θα καταργήσει το γράμμα του νόμου και θα καλέσει τους ανθρώπους στη ζωή της Χάριτος με το Βάπτισμα, θα σταματήσει τις συνήθειες του Μωσαϊκού νόμου και θα στείλει στους ανθρώπους το Πανάγιον Πνεύμα.
Αφού ο Προφήτης Ζαχαρίας στόλισε με αυτά τα ιερά λόγια την Μαρία την οδήγησε στο θυσιαστήριο και την αφιέρωσε στον Κύριον και Θεό. Τότε από το ναό αναχώρησαν οι γονείς της Ιωακείμ και Άννα με χαρά θαυμάζοντες τη σύνεση, την πραότητα και ηρεμία της Παρθένου. Αφού αυτή ξεπέρασε τα παιδιάστικα λόγια, λάτρευε μόνη της τον Παντοκράτορα, και αφού δεχόταν ουράνια τροφή από αγγελο περιφρόνησε την ανθρώπινη, και παραμένοντας συνεχώς στο ναό, την κοσμική ζωή θεώρησε ασήμαντη, σαν τον ιστό της αράχνης. Αφού κέρδισε την ουράνια ευτυχία αρνήθηκε τον επίγειον πλούτο. Συμμετέχοντας καθημερινά στην χαρά των αγγέλων, αποδεικνυόταν ανώτερη των βιοτικών φροντίδων, και βλέποντας συνεχώς το Πνεύμα το άγιον έδιωχνε αοράτως τα πλήθη των πονηρών πνευμάτων.
Τί έκανε η Παρθένος μένοντας στα Άγια των αγίων; Δεχόταν από άγγελο αγγελική τροφή. Και ως αμόλυντο περιστέρι ζώντας παρθενικά, τον Δημιουργό του ναού και του ουρανού και της γης ικετεύοντας με ευχαριστία και παρρησία καρδίας έλεγε: «Σε υμνώ, Παντοκράτορα Ύψιστε, γιατί αφαίρεσες τη ντροπή της προμήτορός μου Εύας και λόγω της ανείπωτης ευσπλαχνίας σου πρόκειται να στείλεις στη γη τον μονογενή σου Υιό για να συναναστραφεί με τους ανθρώπους και γι’ αυτό θα γίνω καθαρή και αμίαντη κατοικία του».

Εμείς δε που είμαστε ο λαός του Θεού, έθνος άγιον, εκλεκτή συνάθροιση, πλήθος ορθοδόξων, βαπτισμένοι στην κολυμβήθρα, παιδιά της Χάριτος, που γιορτάζουμε την Είσοδο της Παρθένου στο ναό, με καθαρές ψυχές και αμόλυντα χείλη, ας ψαλλουμε μελωδικά τιμώντας όπως πρέπει την χαρούμενη εορτή, την πρώτη πανήγυρη, που είναι για τους αγγέλους ευφρόσυνη και για τους ανθρώπους άξια επαίνων. Ας απευθύνουμε στην Πάναγνη Θεοτόκο με φόβο και χαρά το «Χαίρε» του Αρχαγγέλου Γαβριήλ.
Χαίρε, η ευδοκία του Πατρός με την οποία έφθασε η αληθινή γνώση του Θεού σ’ όλο τον κόσμο. Χαίρε, η κατοικία του Θεού, από την οποία προήλθε ο σαρκωμένος Λόγος. Χαίρε, η διαμονή του Αγίου Πνεύματος που δεν μπορεί να περιγραφεί. Χαίρε, το πολυθρύλλητο θαύμα των Αγγέλων. Χαίρε, η αγιωτέρα των Χερουβίμ. Χαίρε, η ενδοξωτέρα των Σεραφίμ. Χαίρε, η πλατυτέρα των ουρανών. Χαίρε, η λαμπρότερη από τον ήλιο. Χαίρε, η φωτεινότερη από τη σελήνη. Χαίρε, η λαμπρότητα του πλήθους των άστρων. Χαίρε, η ελαφρά νεφέλη που έβρεξε την ουράνια βροχή. Χαίρε, η αστραπή που γλυκά φωτίζει τα πρόσωπα των πιστών. Χαίρε, η πνευματική βροντή που ήρεμα ακούεται στα αυτιά των ανθρώπων. Χαίρε, το άγιο φύσημα, που εξαφάνισε από τη γη τα πνεύματα της κακίας. Χαίρε, το σπουδαίο κήρυγμα των προφητών. Χαίρε, η παγκόσμια δόξα των Αποστόλων. Χαίρε, η δοξασμένη ομολογία των Μαρτύρων. Χαίρε, η πολυύμνητη δοξολογία των Πατριαρχών. Χαίρε, το υπέροχο στολίδι των Οσίων. Χαίρε, η αληθινή απόλαυση των Δικαίων. Χαίρε, το πολυδόξαστο καύχημα των παρθένων. Χαίρε, η σταθερότητα των βασιλέων. Χαίρε, το μέγιστο λειτούργημα των αρχιερέων. Χαίρε, η σταθερή καταφυγή των αμαρτωλών. Χαίρε, ο σπουδαίος κυβερνήτης των πλεόντων. Χαίρε, Δέσποινα που είσαι η ανόρθωση των αμαρτανόντων. Χαίρε, η δωρεάν θεραπεία των νοσούντων. Χαίρε, η βέβαιη ανάσταση των νεκρών. Χαίρε, η αφορμή της σωτηρίας όλων των ανθρώπων. Χαίρε, η ανείπωτη χαρά του κόσμου. Χαίρε, Βασίλισσα που φέρνεις την ειρήνη. Χαίρε, Άχραντε, η δόξα των μητέρων. Χαίρε, ευρύχωρε τόπε του Θεού Λόγου. Χαίρε, σταθερό στήριγμα των γερόντων. Χαίρε, θεία καθοδήγηση των νέων. Χαίρε, λαμπρή προστασία των νηπίων. Χαίρε, η μεσίτρια όλων των ανθρώπων. Χαίρε, η επίκληση όλης της οικουμένης. Χαίρε, η ένδοξη πανήγυρη του ουρανού και της γης. Χαίρε Κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σου• Αυτός που ήταν πριν από σένα, και ο οποίος γεννήθηκε από σένα και που είναι μαζί μας και στον οποίον αρμόζει ύμνος μαζί με τον Πατέρα και το Πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατελεύτητους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

ολόκληρο στο άλλη όψις

Τρίτη, Νοεμβρίου 19, 2019

Τη αυτή ημέρα μνήμη του αγίου μάρτυρος Βαρλαάμ


Αυτός ο Μάρτυρας καταγόταν από την Αντιόχεια και σε βαθύτατο γήρας στάθηκε εμπρός στον ειδωλολάτρη Έπαρχο της πόλεως με την κατηγορία ότι είναι χριστιανός.
Ούτε οι κολακείες. ούτε οι απειλές αλλά ούτε και τα φρικτά βασανιστήρια που διαδέχονταν το ένα το άλλο μπόρεσαν να ξεριζώσουν από το χώρο της ψυχής του την πίστη στο Χριστό.
Ηττημένος από τη θαυμαστή καρτερία του γέροντος, ο Έπαρχος τον οδήγησε μπροστά σ’ ένα βωμό των ειδώλων και τον πρόσταξε να απλώσει το δεξί του χέρι επάνω από αυτόν με την παλάμη ανοικτή, όπου έβαλαν αναμμένα κάρβουνα και λιβάνι.

Έτσι θα τον εξανάγκαζαν (εφόσον το χέρι του θα καιγόταν και από τους σπασμούς θα λύγιζε) χωρίς τη θέλησή του να ρίξει το λιβάνι στο βωμό. Με αυτόν τον τρόπο θα του αποσπούσαν τη θυσία στα είδωλα.
Ο Μάρτυς όμως προτίμησε να καεί το χέρι του και το αναμμένο κάρβουνο να τρυπήσει την παλάμη του, χωρίς εκείνος με τη θέλησή του να πετάξει το κάρβουνο και το λιβάνι στο βωμό των ειδώλων. Κι ενώ συνέβαιναν όλα αυτά, εκείνος, ενωμένος με το Θεό, δοξολογούσε το όνομά Του και Τον ευχαριστούσε για τη μεγαλειώδη στιγμή που του χάρισε.
Ας απολαύσουμε ένα τμήμα της ομιλίας του θαυμαστού Ιεράρχη της Καισαρείας, Μεγάλου Βασιλείου, ο οποίος μακαρίζει αυτήν την μαρτυρική μορφή της Εκκλησίας μας.
«Ω χέρι που δεν έμαθες να λυγίζεις εις την φωτιάν! Ω φωτιά που εδιδάχθης να νικάσαι από το χέρι! Ο σίδηρος εις την δοκιμασίαν της φωτιάς υποχωρεί με το να γίνεται ελαφρός. Ο χαλκός παραχωρεί την κυριαρχίαν εις την φωτιάν. Με αυτήν γνωρίζει και η σκληρότης των λίθων να νικάται. Αλλ’ η δύναμις της φωτιάς που τα πάντα καταβάλλει, δεν ελύγισε με το κάψιμον το απλωμένο χέρι του μάρτυρος». Και συνεχίζει ο Μέγας Πατήρ αποκαλώντας τον Άγιο Μάρτυρα Βαρλαάμ στρατιώτη και ανδριάντα. «Πως να σε αποκαλέσω, ω γενναίε στρατιώτα του Χριστού; Να σε ονομάσω ανδριάντα; Θα ελαττώσω πολύ από την καρτερικότητά σου… Αν σε ονομάσω σιδηρένιον, ακόμη και αυτήν την παρομοίωσιν την ευρίσκω κατωτέραν από την ανδρείαν σου. Διότι εσύ μόνος κατώρθωσες να πείσης το χέρι σου να μη νικάται από την φλόγα. Εσύ μόνος έκαμες θυσιαστήριον την δεξιάν. Εσύ μόνος ερράπισες τα πρόσωπα των δαιμόνων με το χέρι που εκαίετο. Και τότε μεν με απανθρακωμένον χέρι συνέτριψες τα κεφάλια των, τώρα δε μ’ αυτό κατανικάς και αποτυφλώνεις τας στρατιάς των».


από εξομολογείσθαι

ΤΡΕΙΣ ΘΑΥΜΑΣΤΕΣ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ


Ο συκοφαντημένος επίσκοπος
ΣΕ ΤΡΙΑΝΤΑ μίλια απόσταση από τη Ρώμη βρισκόταν ή μικρή πόλη Ρωμίλλα.
Κάποτε μερικοί κάτοικοι της Ρωμίλλας κατηγόρησαν τον ενάρετο επίσκοπό τους στον πάπα της Ρώμης Αγαπητό (535-536), λέγοντας ότι χρησιμοποιεί για το φαγητό τούτο άγιο δισκάριο.
Αμέσως ο πάπας, έκπληκτος απ' αυτό πού άκουσε, έστειλε κι έφεραν τον επίσκοπό δεμένο και πεζό στη Ρώμη Τον έκλεισε αμέσως στη φυλακή.
Πέρασαν έτσι τρεις μέρες. Τη νύχτα του Σαββάτου ο πάπας βλέπει κάποιον στον ύπνο του νά του λέει:
Αύτή την Κυριακή δεν θα λειτουργήσεις ούτε εσύ ούτε κανείς άλλος, αλλά ο φυλακισμένος επίσκοπος. Εκείνος θέλω νά λειτουργήσει".
Επειδή ο πάπας δυσπιστούσε, ή φωνή ακούστηκε για δεύτερη και για τρίτη φορά: "Σου είπα πώς ο φυλακισμένος επίσκοπος θα λειτουργήσει"!
Όταν ξύπνησε ο πάπας, κάλεσε τον επίσκοπο και τον ρώτησε:
Ποια εΙναι ή πνευματική σου εργασία; Είμαι αμαρτωλός, απάντησε εκείνος. Επειδή δεν φανέρωνε τίποτ' άλλο, ο πάπας του είπε:
Σήμερα εσύ θα λειτουργήσεις. Ο επίσκοπος υπάκουσε.
'Όταν λοιπόν παραστάθηκε στο ιερό θυσιαστήριο και συμπλήρωσε την ευχή της προσκομιδής, πριν νά πει την τελική αγιαστική ευχή
άρχισε για δεύτερη, για τρίτη και για τέταρτη φορά την άγία αναφορά.
τι συμβαίνει; ρώτησε ο πάπας.
Γιατί άρχισες τέσσερις φορές την ευχή και δεν την ολοκλήρωσες;
Συγχώρεσέ με, απάντησε ο επίσκοπος, αλλά δεν είδα, όπως συνήθως, την επιφοίτηση του Άγίου Πνεύματος. "Αν θέλεις, απομάκρυνε από το θυσιαστήριο το διάκονο πού κρατάει το ριπίδιο, γιατί εγώ δεν τολμώ νά το! το πω.
'Όταν ο διάκονος απομακρύνθηκε, τότε και ο πάπας και ο επίσκοπος είδαν αμέσως την παρουσία του Άγίου Πνεύματος. Άλλά συνέβη και τούτο: το καταπέτασμα, πού βρισκόταν πάνω από το ιερό θυσιαστήριο, σηκώθηκε μόνο του και σκέπασε τον πάπα, τον επίσκοπο και όλους τούς διακόνους μαζί με το άγιο θυσιαστήριο για τρεις ώρες!
Τότε κατάλαβε ο ιερός 'Αγαπητός πώς ο επίσκοπος ήταν πολύ ενάρετος και πώς είχε συκοφαντηθεί.
Η διόρθωση της παρατυπίας
ΚΑΠΟΙΟΣ γέροντας, καθαρός και άγιος, κάθε φορά πού λειτουργούσε, έβλεπε αγγέλους δεξιά κι αριστερά του.
Αυτός είχε παραλάβει την τάξη της λειτουργίας από τούς αιρετικούς, κι επειδή ήταν άπειρος στα θεία δόγματα,
έλεγε τις ευχές της αναφοράς με απλότητα και ακακία, χωρίς νά ξέρει ότι τις λέει εσφαλμένα.
Κάποτε όμως, από οικονομία Θεού, τον επισκέφθηκε ένας αδελφός πού γνώριζε καλά τα θεία δόγματα.
Ο αδελφός ήταν διάκονος, κι έτυχε νά παρευρεθεί την ώρα πού ο γέροντας λειτουργούσε.
Διαπίστωσε λοιπόν το λάθος και του είπε:
Αυτά πού λες, πάτερ, στη λειτουργία δεν είναι της ορθοδόξου πίστεως.
Ο γέροντας όμως, επειδή έβλεπε την ώρα εκείνη αγγέλους, δεν έδωσε προσοχή στα λόγια του.
μα ο διάκονος επέμενε νά ελέγχει την κακοδοξία:
Σφάλλεις, καλόγερε. .Η Εκκλησία δεν τα παραδέχεται αυτά.
Τότε ο γέροντας, βλέποντας την επιμονή του διακόνου, ρώτησε σε κάποια λειτουργία τούς αγγέλους πού τον παράστεκαν: Τι είναι αυτά πού μου λέει ο διάκονος;
Καλά σου λέει, απάντησαν εκείνοι' νά τα παραδεχθείς.
και γιατί τόσον καιρό δεν μου το λέγατε εσείς; - Γιατί ο Θεός έτσι οικονόμησε: ο άνθρωπος να διορθώνεται από ανθρώπους.
'Από τότε ο γέροντας διορθώθηκε, ευχαριστώντας το Θεό και το διάκονο.
«Προσφέρων και Προσφερόμενος»
ΑΝΩΝΥΜΟΣ ησυχαστής, συγγραφέας του βιβλίου «Νηπτική θεωρία», διηγείται την ακόλουθη θαυμαστή εμπειρία του:
Ενώ λειτουργούσα μαζί με το γέροντά μου, είδα σε όραμα τον Κύριο 'Ιησού Χριστό.
Φορούσε αρχιερατική στολή και ιερουργούσε σύμφωνα με την τάξη της 'Εκκλησίας.
Παραδόξως όμως, αυτός ήταν και «ο Προσφέρων και ο προσφερόμενος». στη λειτουργία συμμετείχαν και μερικοί από τη συνοδεία του γέροντά μου.
Δύο απ' αυτούς είχαν τα πρόσωπα ολόλαμπρα από τη θεία χάρη, σαν πρόσωπα αγγέλων. Το σχήμα, το πολυσταύρι και ο σταυρός πού κρατούσαν, άστραφταν πιο δυνατά κι από την αστραπή!
Λειτουργούσε μαζί μας κι ένας διάκονος. την ώρα πού ο διάκονος μνημόνευε τα ονόματα των χριστιανών, έσκυψε σπλαχνικά προς το μέρος του ο Χριστός και είπε: ", Ας εΙναι κι αυτοί μαζί μου στη βασιλεία μου'.
"Βλέποντας μπροστά μου τον γλυκύτατο 'Ιησού, έκλαιγα από χαρά και θαύμαζα, γιατί αξιώθηκα ν' απολαύσω τη θέα Του.
Κι όταν τον ασπάσθηκα ατό πανάχραντο στήθος Του, ένιωσα νά λειώνω σαν κερί από την πολλή κατάνυξη και τα δάκρυα.
Πήρα τότε θάρρος και του είπα κλαίγοντας: «Μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη βασιλεία σου». Κι αμέσως ακούω τον 'Ιησού με τη μελίρρυτη γλώσσα Του νά μου λέει: '" Ας γίνει όπως είπες'.
Ύστερα συνήλθα από το όραμα. Εκείνη όμως τη μέρα, κάθε φορά πού το θυμόμουν, ή καρδιά μου πλημμύριζε από κατάνυξη".

Δευτέρα, Νοεμβρίου 18, 2019

Πολύτιμο δώρο του Θεού είναι η νηστεία


ΠΟΛΥΤΙΜΟ δώρο του Θεού είναι η νηστεία, θεσμός πανάρχαιος, που διατηρήθηκε σαν πατρική κληρονομιά κι έφτασε μέχρι τις μέρες μας.
Δεχθείτε τη λοιπόν με χαρά. Δεχθείτε οι φτωχοί τη σύντροφό σας. Δεχθείτε οι υπηρέτες την ανάπαυσή σας. Δεχθείτε οι πλούσιοι αυτή που σας σώζει από τον κίνδυνο του κορεσμού και νοστιμίζει όσα η συνεχής απόλαυση ανοσταίνει.
Οι άρρωστοι δεχθείτε τη μητέρα της υγείας. Οι υγιείς την εξασφάλιση της ευεξίας. Ρωτήστε τους γιατρούς, και θα σας πουν πως τίποτα δεν είναι τόσο αμφίβολο κι αβέβαιο όσο η υγεία. Γι’ αυτό οι συνετοί με τη νηστεία προσπαθούν να διατηρήσουν την υγεία τους και να γλυτώσουν από το συντριπτικό φορτίο της παχυσαρκίας.
Μην ισχυρίζεσαι πως δεν μπορείς να νηστέψεις, φέρνοντας σαν πρόφαση αρρώστια ή σωματική αδυναμία, αφού, από την άλλη μεριά, σ’ όλη σου τη ζωή ταλαιπωρείς το σώμα σου με την πολυφαγία. Γνωρίζω πολύ καλά πως οι γιατροί επιβάλλουν στους αρρώστους μάλλον λιτή δίαιτα και νηστεία παρά ποικιλία και αφθονία φαγητών.
Μην περιορίζεις όμως την αρετή της νηστείας μόνο στη δίαιτα. Αληθινή νηστεία δεν είναι μόνο η αποχή από ορισμένα φαγητά, αλλά και η αποξένωση από τα πάθη και τις αμαρτίες: Να μην αδικήσεις κανένα. Να συγχωρήσεις τον πλησίον σου για τη λύπη που σου προξένησε, για το κακό που σου έκανε, για τα λεφτά που σου χρωστάει. Διαφορετικά, μολονότι δεν τρως κρέας, τρως τον ίδιο τον αδελφό σου. Μολονότι εγκρατεύεσαι στο κρασί, δεν εγκρατεύεσαι στις κακολογίες. Μολονότι νηστεύεις ως το βράδυ, ξοδεύεις την ημέρα σου στα δικαστήρια.
Η Αγία Γραφή αναφέρει: «Αλίμονο σ’ αυτούς που μεθάνε χωρίς κρασί» (Ησ. 28:1). Τέτοια μέθη είναι π.χ. ο θυμός, που κάνει την ψυχή να παραφρονήσει. Είναι επίσης ο φόβος, που παραλύει τη διάνοια. Γενικά, κάθε πάθος που ζαλίζει το νου, είναι και μια μέθη. Ο οργισμένος μεθάει με το πάθος του. Δεν σκέφτεται ποιους έχει μπροστά του. Σαν να πολεμάει μέσα στη νύχτα, αρπάζει το καθετί, σκοντάφτει στον καθένα. Δεν ξέρει τι λέει, βρίζει, χτυπάει, απειλεί, ορκίζεται, κραυγάζει.
Αν λοιπόν θέλεις να νηστέψεις πραγματικά, πρέπει ν’ αποφεύγεις όλα τα πάθη.
Πρόσεξε και κάτι άλλο: Να μη γίνει η αυριανή νηστεία αφορμή κραιπάλης σήμερα. Μην καταστρέφεις με τη σημερινή ασυδοσία την αυριανή εγκράτεια. Όταν κανείς θέλει να συνάψει γάμο με μια σεμνή γυναίκα, δεν βάζει πρωτύτερα στο σπίτι του παλλακίδες και πόρνες. Γιατί η νόμιμη γυναίκα δεν ανέχεται να συγκατοικεί με τις παράνομες και διεφθαρμένες.
Έτσι λοιπόν κι εσύ. Με την προσδοκία της νηστείας, μη δέχεσαι την ακόλαστη μέθη, που είναι μητέρα της αναισχυντίας, φίλη του αισχρού αστείου, έτοιμη για κάθε ανηθικότητα. Η νηστεία και η προσευχή δεν θα κατοικήσουν μέσα σε ψυχή που έχει μολυνθεί με την κραιπάλη. Ο Κύριος δέχεται στα θεία σκηνώματα αυτόν που νηστεύει. Αποστρέφεται όμως σαν βέβηλο και ανίερο τον άσωτο. Αν λοιπόν έρθεις αύριο εδώ και μυρίζεις κρασί, πώς θα λογαριάσω σαν νηστεία την κραιπάλη σου; Πού θα σε κατατάξω; Στους μέθυσους ή στους εγκρατείς; Η μέθη που προηγήθηκε, σε παρουσιάζει μέθυσο, ενώ η δίαιτα που άρχισες, νηστευτή. Με τα λείψανα της μέθης, η νηστεία σου γίνεται ανώφελη. Και αν η αρχή είναι ανώφελη, κινδυνεύει ανώφελο να καταλήξει και το σύνολο.
Η νηστεία δεν ασκεί επίδραση μόνο στα άτομα. Επηρεάζει και ολόκληρη την κοινωνία. Συμμορφώνει και καθησυχάζει σύντομα όλους τους ανθρώπους. Επιβάλλει σιγή στα ξεφωνητά και τις κραυγές, εξορίζει τους τσακωμούς και τις διαμάχες, απομακρύνει την κατάκριση και την καταλαλιά.

Μέγας Βασίλειος

Ή Εκκλησία πιστεύει σε μια θετική καί πνευματική κληρονομικότητα. Πόση πίστη, πόση καλωσύνη, πόσες γενιές ανθρώπων πού αγωνίστηκαν να ζήσουν την αγιότητα, δεν χρειάστηκαν πρίν το δένδρο της ιστορίας μπορέσει να βγάλει ένα τέτοιο υπέροχο καί εύωδιαστό λουλούδι -την Παρθένο Παναγία! Δυστυχώς όμως, ή κληρονομιά του κάκου είναι πολύ πιο ορατή καί γνωστή σήμερα. Υπάρχει τόσο κακό γύρω μας, ώστε αυτή ή πίστη στον άνθρωπο, στην ελευθερία του, στη δυνατότητα του να παραδίδει στίς μελλοντικές γενιές μια φωτεινή κληρονομιά καλωσύνης έχει σχεδόν εξατμιστεί κι έχει αντικατασταθεί από τον κυνισμό καί την υποψία... Αυτός ό εχθρικός κυνισμός καί ή αποθαρρυντική υποψία είναι ακριβώς ό,τι μας κάνει ν' απομακρυνόμαστε από την Εκκλησία, τη στιγμή πού αυτή γιορτάζει.με τέτοια χαρά καί πίστη, [ένα κορίτσι]στο όποιο συγκεντρώνεται όλη ή καλωσύνη,ή πνευματική ομορφιά, ή αρμονία καί ή τελειότητα, πού είναι στοιχεία της γνήσιας ανθρώπινης φύσεως. 
Μέσα άπ' αυτό το κορίτσι, ό Χριστός -το δώρο του Θεού, ή συνάντηση μαζί Του - έρχεται ν' αγκαλιάσει τον κόσμο. Εορτάζοντας , βρισκόμαστε ήδη στον δρόμο προς τη Βηθλεέμ, κινούμενοι προς το χαρμόσυνο μυστήριο της Παναγίας ως Θεοτόκου.

+π.αλξ.σμέμαν

Σάββατο, Νοεμβρίου 16, 2019

Κυριακή Θ΄Λουκά: Στον άφρονα πλούσιο

αγίου Νικολάου Αχρίδος
«Είπε δε παραβολήν προς αυτούς λέγων· ανθρώπου τινός πλουσίου ευφόρησεν η χώρα. και διελογίζετο εν εαυτώ λέγων· τί ποιήσω, ότι ουκ έχω που συνάξω τους καρπούς μου;» (Λουκ. ιβ’ 16, 17). Ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν απλά πλούσιος. Η σοδειά του ήταν τόσο πλούσια από το θερισμό, ώστε δεν είχε που να βάλει τους καρπούς. Ο πλούσιος αυτός άνθρωπος έβλεπε τα χωράφια με τα σιτηρά του, τα περιβόλια και τ’ αμπέλια του που έγερναν από το βάρος των καρπών, τους κήπους του που ήταν γεμάτοι από κάθε λογής λαχανικά και τις κυψέλες του που ήταν γεμάτες μέλι, αλλά δε γύρισε προς τον ουρανό ν’ αναφωνήσει: «Δόξα σοι, Ύψιστε και πολυέλεε Κύριε! Πόσα πλούτη έχει η δύναμη κι η σοφία Σου, πόσα βγάζεις από τη μαύρη γη! Με τις ακτίνες του ήλιου Σου δίνεις γλυκύτητα σ’ όλα τα φρούτα στη γη! Σε κάθε φρούτο έχεις δώσει ένα πανέμορφο σχήμα κι ένα καταπληκτικό άρωμα! Τους λιγοστούς μου κόπους τους αντάμειψες εκατονταπλάσια! Ελέησες το δούλο Σου κι έδωσες με τα χέρια Σου τόσο πλούσια δώρα στην αγκαλιά του! Παντοδύναμε Κύριε, δίδαξέ με να δώσω χαρά στ’ αδέρφια και στους συνανθρώπους μου με τα δώρα Σου αυτά. Έτσι εκείνοι θα ευχαριστήσουν και θα δοξολογήσουν μαζί μου το άγιο όνομά Σου και την ανέκφραστη αγαθότητά Σου».
Μήπως είπε τέτοια λόγια ο πλούσιος; Όχι! Αντί να θυμηθεί το Δοτήρα κάθε αγαθού, αρχικά σκέφτηκε που να μαζέψει και να φυλάξει τ’ αγαθά του, όπως ο κλέφτης που βρίσκει μια τσάντα με χρήματα στο δρόμο και δεν τον απασχολεί σε ποιόν ανήκουν αυτά, ποιος τά ‘χασε, αλλά πρώτη σκέψη του είναι που να τα κρύψει. Ο πλούσιος αυτός άνθρωπος στην πραγματικότητα είναι ένας κλέφτης. Δεν μπορεί να ισχυριστεί πως όλ’ αυτά τα αγαθά βγήκαν από δικούς του κόπους. Ο κλέφτης ασχολείται με την κλοπή και χρησιμοποιεί κάθε επιδεξιότητα κι εξυπνάδα. Συχνά χρησιμοποιεί περισσότερη εξυπνάδα και πονηριά από τον σποριά ή τον ζευγολάτη. Ο πλούσιος δεν είχε κάνει απολύτως τίποτα. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για τον ήλιο, τη βροχή, τους ανέμους και τη γη. Αυτά είναι τα τέσσερα κύρια στοιχεία – χώμα, αέρας, ήλιος και νερό – που με το θέλημα του Θεού κάνουν τα δέντρα και τα φυτά να καρποφορούν. Η αφθονία των φρούτων επομένως δεν είναι δικό του κατόρθωμα ούτε αποτέλεσμα της εργώδους προσπάθειάς του. Αλλ’ ούτε με το δικαίωμα κατοχής του ανήκουν, αφού δεν είναι δικά του ούτε ο ήλιος ούτε η βροχή ούτε ο άνεμος ούτε η γη.
Η αφθονία των καρπών είναι δώρο του Θεού. Στα μάτια των ανθρώπων φαίνεται αγνώμων εκείνος που δέχεται δώρο από έναν άλλο και δε λέει «ευχαριστώ» ούτε και δίνει κάποια προσοχή στο δωρητή, αλλά βιάζεται να κρύψει το δώρο σε ασφαλές μέρος. Ένας συμπαθής ζητιάνος, όταν του δίνουν ένα κομμάτι ξερό ψωμί, ευχαριστεί εκείνον που του το πρόσφερε. Ο πλούσιος όμως δεν έκανε ούτε μια σκέψη, δε βρήκε ούτε ένα λόγο να ευχαριστήσει το Θεό για τόσο πλούσια σοδειά. Ούτε ένα μικρό χαμόγελο χαράς δε ζωγραφίστηκε στα χείλη του για την τόσο θαυμαστή και μεγάλη χάρη που έλαβε από το Θεό. Αντί για προσευχή ευχαριστίας και δοξολογίας στο Θεό και καρδιακή χαρά, άρχισε αμέσως ν’ ανησυχεί, να σκέφτεται πως θα μαζέψει τόσα αγαθά και να τα διαχειριστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη μείνει πίσω ούτε ένα σπυρί για τα πουλιά, ούτε ένα μοναδικό μήλο να πέσει στα χέρια των φτωχών γειτόνων του.
«Και είπε· τούτο ποιήσω· καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω, και συνάξω εκεί πάντα τα γενήματά μου και τα αγαθά μου» (Λουκ. ιβ’ 18). Προσέξτε σε τι μεγάλους κόπους προβαίνει ένας ασυλλόγιστος άνθρωπος! Αντί να προσπαθήσει να σκοτώσει τον παλαιό άνθρωπο μέσα του και ν’ αναστήσει το νέο, εξαντλεί όλες του τις προσπάθειες στο να γκρεμίσει τις παλιές αποθήκες, τους στάβλους και τα υποστατικά του, για να χτίσει καινούργια. Αν η πλούσια συγκομιδή του συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια, θα πρέπει να μεγαλώσει πάλι τις σιταποθήκες του ή να χτίσει καινούργιες. Έτσι οι σιταποθήκες του από χρόνο σε χρόνο αυξάνονται ή μεγεθύνονται, ενώ η ψυχή του ολοένα στενεύει και παλιώνει κι οι παλιοί καρποί του σαπίζουν, όπως κι η ψυχή του. Γύρω του σωρεύεται το μίσος κι εναντίον του εκτοξεύονται κατάρες. Οι φτωχοί θα βλέπουν με φθόνο τα πλούτη του κι οι πεινασμένοι θα καταριούνται τη σκληρότητα, τη φιλαυτία και την ιδιοτέλειά του. Έτσι τα πλούτη του φέρνουν την καταστροφή τόσο στον ίδιο όσο και στους ανθρώπους που ζουν κοντά του. Η ψυχή του θα χαθεί από τη σκληροκαρδία και τη φιλαυτία του. Οι ψυχές των άλλων θα βλαφτούν από το φθόνο και τις κατάρες. Βλέπετε πως χρησιμοποιεί τα δώρα του Θεού ένας άνθρωπος χωρίς επίγνωση, τόσο για τη δική του όσο και για των άλλων την απώλεια. Ο Θεός του έδωσε τα πλούτη για να βοηθήσουν στη σωτηρία τόσο τη δική του όσο και των άλλων, εκείνος όμως τα χρησιμοποίησε για κατάρα, για το κακό το δικό του, μα και των άλλων.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συμβουλεύει όλους εκείνους που είναι πρόθυμοι να δεχτούν συμβουλή: «Έφαγες μέχρι κορεσμού; Θυμήσου τους πεινασμένους. Ικανοποίησες τη δίψα σου; Θυμήσου τους διψασμένους. Ζεσταίνεσαι καλά; Θυμήσου αυτούς που κρυώνουν. Ζεις σ’ ένα πλούσια επιπλωμένο σπίτι; Βάλε μέσα και τους άστεγους. Ένιωσες ευτυχισμένος σε μια γιορτή; Προσπάθησε να χαροποιήσεις τους λυπημένους και τους θλιμμένους. Σε τιμούν ως άνθρωπο πλούσιο; Προσπάθησε να επισκεφτείς και ν’ ανακουφίσεις τους ενδεείς. Είσαι ευχαριστημένος από τον προ­ϊστάμενό σου; Κάνε και τους υφισταμένους σου χαρούμενους. Αν είσαι σπλαχνικός κι ευγενικός μαζί τους, θα βρεις έλεος κι ευσπλαχνία όταν η ψυχή σου αναχωρήσει από το σώμα σου».

«Είπε δε αυτώ ο Θεός· άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου· α δε ητοίμασας τίνι έσται;» (Λουκ. ιβ’ 20). Έτσι μίλησε ο Κύριος της ζωής και του κόσμου, ο δημιουργός του χρόνου και του θανάτου, που «εν χειρί αυτού ψυχή πάντων ζώντων και πνεύμα παντός ανθρώπου» (Ιώβ, ιβ’ 10).
Ανόητε άνθρωπε! Γιατί σκέφτεσαι με την κοιλιά σου κι όχι με το νου σου; Όπως δεν ήταν στη δική σου δύναμη να ορίσεις την ημέρα που θα γεννηθείς, έτσι δεν μπορείς να ορίσεις και τη μέρα που θα πεθάνεις. Ο Κύριος άναψε το καντήλι της επίγειας ζωής σου όταν Εκείνος έκρινε πως ήταν ο κατάλληλος χρόνος. Ο ίδιος θα το σβήσει όταν το αποφασίσει. Όπως τα πλούτη σου δεν όρισαν το χρόνο της έλευσής σου στον κόσμο, έτσι δεν μπορούν να καθυστερήσουν και το χρόνο της αναχώρησής σου. Μήπως η αυγή ή το σούρουπο εναπόκειται σε σένα; Όχι, βέβαια. Το ίδιο δεν εναπόκειται σε σένα κι ο χρόνος που θα διανύσεις στη γη, οι σιταποθήκες και τα κελλάρια σου, τα πρόβατα κι οι στάνες σου. Όλ’ αυτά ανήκουν στο Θεό, όπως κι η ψυχή σου. Κάθε μέρα και κάθε ώρα ο Θεός μπορεί να πάρει αυτά που ανήκουν σε σένα και να τα δώσει σε κάποιον άλλο. Όσο ζεις όλα είναι δικά Του, όπως δικά Του θα είναι και μετά το θάνατό σου. Η ζωή κι ο θάνατός σου βρίσκονται στα χέρια Του. Γιατί λοιπόν προγραμματίζεις για έτη πολλά; Η ζωή σου είναι μετρημένη ως το τελευταίο λεπτό. Η τελευταία σου στιγμή θα τελειώσει τούτη τη νύχτα. Μη λοιπόν σκέφτεσαι το αύριο, τι θα φας ή τι θα πιεις ή τι θα φορέσεις. Σκέψου όμως και ξανασκέψου την ψυχή σου που θα παρουσιάσεις ενώπιον του Θεού, του Δημιουργού και Κυρίου σου. Σκέψου περισσότερο τη βασιλεία του Θεού, γιατί αυτή αποτελεί την τροφή της ψυχής σου (βλ. Ματθ. στ’ 31-33).
Ο Κύριος τέλειωσε την παραβολή με τα εξής λόγια: «Ούτως ο θησαυρίζων εαυτώ, και μη εις Θεόν πλουτών» (Λουκ. ιβ’ 21). Τί θα πάθει ο πλούσιος; Θ’ αποχωριστεί ξαφνικά τα πλούτη του, όπως κι η ψυχή του θα χωριστεί από το σώμα του. Τα πλούτη του θα δοθούν σε άλλους, το σώμα του θα παραδοθεί στη γη κι η ψυχή του θα οδηγηθεί σε τόπο σκοτεινό, όπου «ο βρυγμός και ο τρυγμός των οδόντων». Ούτε ένα καλό έργο δε θα βρεθεί για να τον υποδεχτεί στη βασιλεία των ουρανών, να βρει η ψυχή του κάποιον τόπο εκεί. Το όνομά του δε θα βρεθεί γραμμένο στο Βιβλίο της Ζωής. Δε θα τον γνωρίσουν και δε θα βρεθεί ανάμεσα στους ευλογημένους του Πατρός. Την ανταπόδοσή του την έλαβε ολόκληρη στη γη, τ’ αρίφνητα ουράνια πλούτη του Θεού δε θ’ αποκαλυφτούν στο πνεύμα του.